You are on page 1of 23

Ταξίδι στα

Γιάννενα

1ο Πειραματικό Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο Πορταριάς «Ν. Τσοποτός»
8-9-10 Μαΐου 2009

Ήπειρος
Η Ήπειρος είναι ένα από τα γεωγραφικά
διαμερίσματα της Ελλάδας. Αποτελείται από
τους νομούς Άρτας, Ιωαννίνων, Πρέβεζας και
Θεσπρωτίας.
Η έκταση είναι 9.450 τ.χλμ. και ο συνολικός
πληθυσμός 350.000 κάτοικοι. Πρωτεύουσα και
μεγαλύτερη πόλη είναι τα Ιωάννινα με πληθυσμό
100.000 κατοίκους
Τα όρια της Ηπείρου, από τους μυθικούς
χρόνους, εκτείνονται από τον Αμβρακικό κόλπο
νότια μέχρι το Γενούσο (Σκούμπι) ποταμό βόρεια
και από το Ιόνιο πέλαγος δυτικά μέχρι την
οροσειρά της Πίνδου ανατολικά. Ο ποταμός
Γενούσος χώριζε την Ήπειρο από το γεωγραφικό
διαμέρισμα που άλλοτε λεγόταν Ιλλυρία.
Σήμερα το τμήμα της Ηπείρου που βρίσκεται
μεταξύ του Γενούσου (βόρεια) και των σημερινών
ελληνοαλβανικών συνόρων (νότια) ανήκει στο
Αλβανικό κράτος.
Η μορφολογία του εδάφους της Ηπείρου είναι
κυρίως ορεινό με κυρίαρχη την μεγαλύτερη
οροσειρά της Ελλάδας, την Πίνδο. Η ψηλότερη
κορυφή φτάνει τα 2.600 μέτρα.

Ιωάννινα
Τα Ιωάννινα ή Γιάννενα ή Γιάννινα είναι η πρωτεύουσα και
μεγαλύτερη πόλη του νομού Ιωαννίνων και της Ηπείρου με 70.203
κατοίκους (2001). Η επίσημη ονομασία του ΟΤΑ είναι Δήμος Ιωαννιτών
και συμπεριλαμβάνει τα γειτονικά χωριά. Ο κάτοικος ονομάζεται
Ιωαννίτης, Ιωαννήτισσα, ή κοινώς Γιαννιώτης και Γιαννιώτισσα.
Τα Ιωάννινα βρίσκονται στο βορειοδυτικό κομμάτι της ηπειρωτικής
Ελλάδας, στο κέντρο του ομώνυμου λεκανοπεδίου. Είναι μία από τις
μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας με πλούσια πολιτιστική παράδοση και
σύγχρονες αναπτυξιακές επιχειρήσεις. Η διάνοιξη της Εγνατίας οδού θα
συνδέει οδικά τη δυτική με την βόρεια και ανατολική Ελλάδα.
Στην πόλη υπάρχουν δύο νοσοκομεία (γενικό και πανεπιστημιακό). Στα
Ιωάννινα εδρεύει το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με 17 τμήματα και
περίπου 20.000 φοιτητές. Επίσης στα Ιωάννινα φιλοξενούνται και
τμήματα του Τ.Ε.Ι. Ηπείρου, με έδρα την Άρτα.
Μεταξύ των πολυποίκιλων γεωγραφικών χαρακτηριστικών της περιοχής,
ξεχωριστή θέση κατέχει η λίμνη Παμβώτιδα, που παράκειται της πόλης.
Άξιο αναφοράς είναι και το νησάκι της λίμνης, στο οποίο βρίσκεται
μικρός οικισμός και διάφορα μνημεία και αξιοθέατα, όπως -ενδεικτικά- η
κατοικία του Αλή Πασά κ.α.
Αρχαιότητα και πρώτοι χριστιανικοί χρόνοι
Οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας στην περιοχή των
Ιωαννίνων εντοπίζονται από την Παλαιολιθική Εποχή (πριν 38.000
χρόνια). Αυτό έχει αποδειχθεί από τα λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στο
σπήλαιο της Καστρίτσας. Η πόλη ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα από τον
Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η ονομασία της πιθανότατα
προέρχεται, επειδή ήταν υπό την προστασία του Αγίου Ιωάννη, την
πρωτοχριστιανική περίοδο και συγκεκριμένα κατά το 510 μ.χ.. Η πόλη
αναφέρεται για πρώτη φορά το 527 μ.χ. από τον ιστορικό Προκόπιο με
την ονομασία Ευροία.
Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί χρόνοι
Ακολούθησε το διάστημα των σλαβικών επιδρομών στην ευρύτερη
περιοχή κατά το τέλος του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. μ.χ.. Στο
διάστημα αυτό δεν διασώζονται στοιχεία για την τύχη της πόλης αν και
θεωρείται πιθανή η κατάληψή της από τους επιδρομείς για ορισμένες
δεκαετίες. Το 879 η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά με το σημερινό
της όνομα και ήταν έδρα Επισκόπου. Η πόλη κατελήφθη επί τσάρου
Σαμουήλ προσωρινά από τους Βουλγάρους. Το 1082 η πόλη κατελήφθη
από τους Νορμανδούς, υπό τον Βοημούνδο του Τάραντα, που
επιδιόρθωσε τα τείχη της πόλης για να απωθήσει αντεπίθεση του
αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Τον 13ο αι. με την εγκαθίδρυση του
Δεσποτάτου της Ηπείρου τα Ιωάννινα ήταν το δεύτερο σημαντικότερο
αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου
Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας συνέβαλε στην εγκατάσταση στην πόλη
επιφανών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη που είχαν φύγει λόγω
της Άλωσης του 1204 από τους Σταυροφόρους. Μέχρι την κατάκτηση
από τους Τούρκους το 1430, παρόλο που η πόλη περιήλθε υπό σερβικό
και ιταλικό (οικογένεια Τόκκων) έλεγχο, γνώρισε σημαντική οικονομική

Οι εμπορικές σχέσεις με σημαντικά κέντρα της Ευρώπης (Βενετία και
Λιβόρνο) ήταν έντονη, όπου έμποροι από τα Ιωάννινα ίδρυαν εμπορικούς
και τραπεζικούς οίκους. Ταυτόχρονα, διατηρούσαν την επαφή τους με
την πατρίδα και χρηματοδοτούσαν την κατασκευή εκπαιδευτικών
ιδρυμάτων. Αυτοί οι έμποροι υπήρξαν και οι πιο σημαντικοί εθνικοί
ευεργέτες.
Η
σημαντικότατη
πνευματική
και
εκπαιδευτική
δραστηριότητα την εποχή εκείνη ήταν απόρροια της οικονομικής
ευημερίας που η πόλη γνώρισε. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα ιδρύθηκαν
πολλά σημαντικά σχολεία (Επιφανείου, Γκιούμα, Μαρουτσαία κ.α.)
συνεχίζοντας την Βυζαντινή παράδοση και συμβάλλοντας αποφασιστικά
στην αφύπνιση των υπόδουλων Ελλήνων. Τα Ιωάννινα αποτέλεσαν το
σημαντικότερο κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μαζί με την
Κωνσταντινούπολη και τα κέντρα του απόδημου Ελληνισμού στην
Βιέννη και στο Βουκουρέστι. Σημαντικοί φορείς των Νεοελληνικού
Διαφωτισμού που γεννήθηκαν στην πόλη και δίδαξαν στις σχολές της
υπήρξαν ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Κοσμάς
Μπαλάνος και ο Νεόφυτος Δούκας.
Ιωάννινα στο απόγειο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού
Το 1789 η πόλη έγινε έδρα της περιοχής (πασαλίκι) που ήλεγχε ο Αλή
πασάς, μουσουλμάνος αλβανικής καταγωγής από το Τεπελένι, ο οποίος
είχε υπό τον έλεγχό του όλη την περιοχή της βορειοδυτικής Ελλάδας,
την Θεσσαλία, τμήμα της Εύβοιας και την Πελοπόννησο. Κατά το
διάστημα αυτό η πόλη γνώρισε το απόγειο της ακμής της. Από τότε έχει
μείνει γνωστή η έκφραση ότι τα Ιωάννινα είναι «πρώτα στα άρματα, στα
γρόσια και στα γράμματα». Ο Νεόφυτος Δούκας, λόγιος και κληρικός
της εποχής, με υπέρογκο έργο, αναφέρει χαρακτηριστικά, με μια μικρή
δόση υπερβολής: Όσοι εχρημάτισαν Έλληνες συγγραφείς υπήρξαν ή
Ιωαννίται ή μαθηταί της των Ιωαννίνων σχολής    
Το έτος που ξέσπασε η Επανάσταση (1821), ο Σουλτάνος στην
Κωνσταντινούπολη, θορυβημένος από την συνεχώς αυξανόμενη επιρροή
του Αλή πασά και από πληροφορίες για πιθανή απόσχιση του από την
Οθωμανική Αυτοκρατορία, διέταξε τον αποκεφαλισμό του για προδοσία
ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Δυο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από
αξιωματούχους του Σουλτάνου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων όπου
κατέφυγε για να αποφύγει την θανατική καταδίκη.
Μετά την Επανάσταση
Το 1828 ιδρύεται η Ζωσιμαία Σχολή με χορηγία των αδελφών Ζωσιμά σε
περίοδο δύσκολη για την πόλη. Τα Ιωάννινα δεν περιήλθαν εντός της
επικράτειας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1832). Το 1869
μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε από πυρκαγιά, όμως
ανακατασκευάστηκε γρήγορα. Ειδικά, η αγορά κατασκευάστηκε με
σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Χολτς, γενικό υπήρξε και το
ενδιαφέρον των απόδημων Γιαννιωτών που συνέβαλλαν στην
χρηματοδότηση για την ανέγερση πολλών ναών (Αγίου Νικολάου, Αγίας
Μαρίνας κ.α.), σχολείων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων. Στις 21
Φεβρουαρίου 1913, τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν κατά τους
Βαλκανικούς Πολέμους και ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό Κράτος. Μετά
την Μικρασιατική καταστροφή (1922) και την ανταλλαγή πληθυσμών, οι
περισσότερες τούρκικες οικογένειες αποχώρησαν για την Τουρκία και

Κυρα-Φροσύνη
Η Κυρά Φροσύνη, (Ευφροσύνη Βασιλείου), ήταν ιστορικό πρόσωπο που τ' όνομά της
συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ήταν σύζυγος του εμπόρου και
προκρίτου των Ιωαννίνων Δημητρίου Βασιλείου και ανιψιά του μητροπολίτη Γαβριήλ
Γκάγκα.
Η Φροσύνη φημίζονταν για την ομορφιά της, το γένος της και τη μόρφωσή της.
Επωφελούμενη της αποδημίας του συζύγου της στη Βενετία, άρχισε ν' αναζητά
ερωτικούς συντρόφους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο γιος του Αλή Πασά Μουχτάρ, ο
οποίος μάλιστα σ΄ ένδειξη μεγάλης ικανοποίησης από τον έρωτά της, της πρόσφερε το
δακτυλίδι του, που του είχε κάνει δώρο η σύζυγός του. Κατά τον χρόνο όμως που ο
Μουχτάρ στάλθηκε από τον πατέρα του, κατά διαταγή του Σουλτάνου, εναντίον κάποιου
αποστάτη στην Αδριανούπολη, η Φροσύνη αναγκάσθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών να
πωλήσει το δακτυλίδι σε κάποιον χρυσοχόο της πόλης. Εκείνος με τη σειρά του
προσπάθησε να το πωλήσει στη σύζυγο του Μουχτάρ. Έτσι αποκαλύφθηκε η όλη ιστορία
που κατά τα οθωμανικά τότε έθιμα κρίθηκε μοιχεία με προβλεπόμενη ποινή αυτή του
θανάτου.
Στη συνέχεια η σύζυγος του Μουχτάρ έσπευσε και ανήγγειλε στον πεθερό της Αλή πασά
το γεγονός ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία της αντιζήλου της. Πράγματι ο Αλή
Πασάς προκειμένου να μη εκθέσει άλλον στη εκδίκηση με την επάνοδο του Μουχτάρ
μετέβη ο ίδιος νύκτα με συνοδεία στην οικία της Φροσύνης διατάζοντας τη μεταγωγή
και τη φυλάκισή της. Την ίδια νύκτα συνελήφθησαν και 16 ακόμα γυναίκες των
Ιωαννίνων για τις οποίες υπήρχαν στοιχεία για την ηθικά επιλήψιμη διαγωγή τους. Και
για τις δεκαεπτά γυναίκες αποφασίσθηκε ο δια πνιγμού θάνατός τους στη λίμνη των
Ιωαννίνων, με ταυτόχρονη σφράγιση των σπιτιών τους και δήμευση των περιουσιών
τους. Μάλιστα τα δύο μικρά τέκνα της Φροσύνης εγκαταλείφθηκαν κυριολεκτικά στο
δρόμο χωρίς να τολμά κανείς να τα πάρει σπίτι του, από φόβο προς τον Αλή.
Η απόφαση αυτή του Αλή Πασά εκτελέστηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1801. Όμως μία
μέρα πριν την εκτέλεση, ο θείος της Φροσύνης, Μητροπολίτης Γαβριήλ, προσπάθησε με
πλούσια δώρα να ζητήσει τη συγχώρεση της Φροσύνης από τον Αλή Πασά. Εκείνος το
μόνο που δέχθηκε ήταν να επιτρέψει την προστασία των παιδιών της Φροσύνης από τον
ίδιο τον Μητροπολίτη προκειμένου να τύχουν ηθικής ανατροφής.
Όταν τα πτώματα της Φροσύνης και των άλλων 16 γυναικών εκβράστηκαν στην ακτή
παραλήφθηκαν και κηδεύτηκαν, ενώ το πτώμα της Φροσύνης θάφτηκε στο Μοναστήρι
των Αγίων Αναργύρων. Η δε τοπική Μητρόπολη έσπευσε μάλιστα με επικήδειες τιμές να
αγορεύσει τα λείψανα αυτών σε "καλλιμάρτυρες". Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ίσως την
προσπάθεια που κατέβαλε ο τότε Μητροπολίτης προκειμένου οι γυναίκες αυτές και προ
πάντων η Φροσύνη να θεωρηθούν θύματα του τυράννου και όχι ως κατάδικοι ηθικής
παρανομίας, και να τύχουν συμπάθειας από το λαό.
Σημειώνεται πως αργότερα, επί των πρώτων κυβερνήσεων του υπό ανάδειξη ελληνικού
κράτους, ο Μητροπολίτης Γαβριήλ προσπάθησε να αναδείξει τη Φροσύνη και ως ηρωίδα
της Επανάστασης.
Η ιστορία αυτή ενέπνευσε αφενός τη δημοτική μούσα, αφετέρου και τους Έλληνες
λογοτέχνες όπως τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος έγραψε το 1859 ένα ποίημα
αφιερωμένο σε αυτήν, επί του οποίου και βασίσθηκε ο Ζακυνθινός μουσουργός Παύλος
Καρέρ και έγραψε ομώνυμη όπερα. Ενέπνευσε επίσης τον Α. Ραγκαβή και τον Σωτήρη
Σκίπη όπου στο ποίημα του τελευταίου βασίσθηκε ο Θεόδωρος Σπάθης αφήνωντας
ημιτελή όμώνυμη επίσης όπερα. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
Τραβάει αγέρας και βοριάς που κυματάει η λίμνη να βγάλει τες αρχόντισσες και την

Ασημουργία

 
O τρόπος κατασκευής ενός ασημένιου αντικειμένου προσδιορίζει και την ονομασία του. Κυρίως χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα σφυρήλατα και τα
χυτά.
Σφυρήλατο ονομάζεται το ασημένιο αντικείμενο, το σχήμα του οποίου δημιουργείται με το σφυρί. Ξεκινώντας ο τεχνίτης από ένα φύλλο ασημιού, του
δίνει σχήμα με το σφυρί και τη βοήθεια, συνήθως, του τόρνου. Επίσης, στη διάθεση του τεχνίτη βρίσκονται ανάγλυφες ή εσώγλυφες μήτρες οι οποίες
χρησιμοποιούνται στην αποτύπωση παραστάσεων επάνω σε αγγεία ή και κοσμημάτων.
Αντίθετα, για άλλα αντικείμενα μικρά, ή τμήματα μεγαλύτερων, χρησιμοποιούνται τα καλούπια ή τα παντέφτια. Πρόκειται ουσιαστικά για μήτρες μέσα
στις οποίες χύνεται το λιωμένο ασήμι (χυτά), και όπου αυτό παίρνει το σχήμα που θέλει ο τεχνίτης. Στη συνέχεια, το επεξεργάζονται στο χέρι για να
διορθώσουν τυχόν ατέλειες και για περαιτέρω διακόσμηση. Η τεχνική αυτή βοηθούσε και βοηθά στη γρήγορη παραγωγή των συγκεκριμένων
αντικειμένων.
Ως προς την τεχνική, ο τρόπος δημιουργίας του διακόσμου προσδιορίζει και την ονομασία του. Παρά το γεγονός ότι σε πολλά αργυρά αντικείμενα
χρησιμοποιείται μία μόνο τεχνική, σε άλλα παρατηρείται η ύπαρξη συνδυασμού, στοιχείο που δίδει αξία στο αντικείμενο αλλά και μαρτυρά την
ικανότητα και τη δεξιοτεχνία του τεχνίτη.
Ο χαρακτός διάκοσμος δημιουργείται συνήθως με τη βοήθεια σχεδίου το οποίο εφαρμόζονταν στο αντικείμενο και στη συνέχεια αυτό δουλευόταν στην
καλή του όψη με τη βοήθεια καλεμιών.
Στον ανάγλυφο διάκοσμο, το ασημένιο αντικείμενο, αφού τοποθετηθεί μέσα σε πίσσα, δουλεύεται στην ανάποδή του όψη (η καλή καλύπτεται από την
πίσσα), έτσι ώστε να δημιουργηθεί ο φουσκωτός διάκοσμος, χωρίς οι κραδασμοί να επηρεάσουν την επιφάνεια καθώς απορροφούνται από την πίσσα.
Ο διάτρητος διάκοσμος δημιουργείται με την αφαίρεση, βάσει σχεδίου, τμημάτων της επιφάνειας, έτσι ώστε να εμφανιστεί το επιθυμητό θέμα και
αποτέλεσμα.
Ο συρματερός διάκοσμος δημιουργείται με τη χρήση ασημένιων συρμάτων τα οποία συγκολλούνται στην επιφάνεια του αντικειμένου δημιουργώντας
σχέδιο ή αποτελώντας τμήμα αυτού.
Ο κοκκιδωτός διάκοσμος αποτελείται από συμπλέγματα μικρών κοκκίδων («γράνες»), οι οποίες συγκολλούνται συνήθως επάνω στα σύρματα. Έτσι,
είναι πολύ συνηθισμένο ο κοκκιδωτός διάκοσμος να συνοδεύει τον συρματερό.
Με την τεχνική του σμάλτου, τοποθετείται σε σκόνη η αναγκαία ποσότητα σμάλτου επάνω στην επιφάνεια που θέλει ο τεχνίτης και στη συνέχεια ψήνεται
σε υψηλή θερμοκρασία έτσι ώστε να λιώσει και να πάρει το επιθυμητό σχήμα και χρώμα.
Το savat (σαβάτι ή νίελο), προέρχεται από κράμα μετάλλων, το οποίο τοποθετείται επάνω στη χαραγμένη επιφάνεια του αντικειμένου και λειώνει σε
υψηλή θερμοκρασία. Στη συνέχεια ο τεχνίτης το επεξεργάζεται και το λειαίνει σε στερεοποιημένη μορφή. Πρόκειται για μια τεχνική η οποία είναι γνωστή
από την αρχαιότητα, γνώρισε μεγάλη διάδοση στη βυζαντινή εποχή και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και η οποία έχει σήμερα σχεδόν
εγκαταλειφθεί σε όλα τα μέρη της Ελλάδος εκτός από τα Ιωάννινα.
Ως προς τους πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους, συνήθως χρησιμοποιούνται μαργαριτάρια, αμέθυστος και ορεία κρύσταλλος, ενώ από τις
ημιπολύτιμες πέτρες, συχνότερα απαντώμενες, ο αχάτης, οι καρχηδόνιοι, η κορναλίνα, το κοράλλι και οι σαρδόνιοι. Τέλος, χρησιμοποιείται και
χρωματιμένη υαλόμαζα, όπου αυτό απαιτείται. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η χρήση πολύτιμων ή ημιπολύτιμων λίθων εξαρτάται τόσο από τον
παραγγελιοδότη όσο και από τον παραλήπτη ενός αργυρού αντικειμένου αλλά και από την γενικότερη οικονομική κατάσταση της εποχής. Το ίδιο
συμβαίνει και με τη χρήση του χρυσού, με σκοπό την επιχρύσωση ολόκληρου ή τμημάτων ενός αργυρού αντικειμένου, είτε κοσμικού είτε εκκλησιαστικού.
Όπως, λοιπόν, φαίνεται από τη σύντομη αυτή περιγραφή του εργαστηρίου ενός αργυροχόου, των μέσων και των τεχνικών που χρησιμοποιεί, σε τίποτα
δεν έχει επέλθει αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, παρά μόνο στον λελογισμένο εκσυγχρονισμό ορισμένων μέσων και εργαλείων και αυτά για τη
διευκόλυνση του τεχνίτη. Η πορεία της αργυροχρυσοχοΐας στο νομό Ιωαννίνων είναι μακραίωνη και αδιάσπαστη και προσφέρει μέχρι και σήμερα έργα
τέχνης τα οποία ισάξια μπορούν να συγκριθούν με αυτά του παρελθόντος. Η δυνατότητα δημιουργίας χειροποίητων έργων προσφέρει στον
κατασκευαστή αλλά και στον αγοραστή την αίσθηση της παραγωγής και της κατοχής αντίστοιχα ενός μοναδικού προϊόντος, για το οποίο λόγω του
χαρακτήρα του δεν υπάρχει ακριβώς αντίστοιχό του

Πέτρα
Σπουδαιότατα
έργα
έχουν
χτίσει
οι
Ηπειρώτες μαστόροι της πέτρας στο διάβα
των αιώνων. Αρχοντόσπιτα και απλά ταπεινά
σπίτια, εκκλησιές μικρές και μεγάλες με
επιβλητικά
καμπαναριά,
μοναστήρια,
σχολεία, μύλους, λιοτρίβια, νεροτριβές,
χάνια, βρύσες κ.ά. Αλλά και γεφύρια
μονότοξα
ή
πολύτοξα,
μικρότερα
ή
μεγαλύτερα, χτισμένα κυρίως το 18ο και 19ο
αιώνα,
έργα
φημισμένων
Ηπειρωτών
μαστόρων,
αποτελούν
καταπληκτικά
αρχιτεκτονικά
μνημεία,
δείγματα
μιας
πλούσιας λαϊκής κληρονομιάς στον τομέα
της τέχνης της πέτρας.
Στο Πήλιο ηπειρώτες μαστόροι κυρίως από το
χωριό Ζουπάνι (Ζουπανιώτες)
έκτισαν
εκκλησιές , αρχοντικά, γεφύρια, πλατείες. Τα
μπουλούκια ή κομπανίες ή ισνάφια των
μαστόρων έρχονταν την άνοιξη και δούλευαν
ως το Φθινόπωρο οπότε και γυρνούσανε στα
χωριά τους. Τις δουλειές
έκλεινε
ο
πρωτομάστορας
ενώ
την
ομάδα
συμπλήρωναν οι μαστόροι (καλφάδες), τα
μαστορόπουλα (καλφόπουλα), οι εργάτες, οι
αγωγιάτες, οι πελεκάνοι της πέτρας και των
ξύλων. Πολλές φορές ακολουθούσαν και
λαϊκοί
ζωγράφοι
που
αγιογραφούσαν
εκκλησιές ή διακοσμούσαν αρχοντικά, κυρίως
από το χωριό Χιονιάδες.
Ονομαστός πρωτομάστορας ήταν ο Δήμος
Ζουπανιώτης
(έκτισε
την
Παναγία
Λαμπηδόνα και πολλά αρχοντικά) ενώ
ονομαστοί ζωγράφοι ήταν οι Παγώνηδες
(αγιογράφησαν Αγία Μαρίνα Κισσού, Άγιο
Δημήτριο Νεοχωρίου κ.ά.)

Υφαντική
Επικράτησε η άποψη ότι η αφετηρία της
υφαντικής τέχνης ανάγεται στην προϊστορική
εποχή
και
αποτελεί
εξέλιξη
της
καλαθοπλεκτικής και χορτοπλεκτικής. Για τις
δύο
αυτές
τεχνικές
δεν
απαιτούνται
εργαλεία, εκτελούνται με τα χέρια. Στην
πραγματικότητα όμως καμία αρχαιολογική
μαρτυρία δεν υπάρχει που να πιστοποιεί ότι η
υφαντική προέκυψε από την καλαθοπλεκτική.
Αντίθετα τα πρώτα ίχνη υφαντικής και
καλαθοπλεκτικής ανάγονται στην μεσολιθική
εποχή και δίνουν και οι δύο την εικόνα δύο
τεχνικών,
εξελιγμένων
παράλληλα
Πρωταρχική αιτία για την ανάπτυξη της
υφαντικής ήταν η ανάγκη των ανθρώπων να
προστατέψουν τον εαυτό τους και τα ζώα
τους από το κρύο. Στην περιοχή της Ηπείρου
η κτηνοτροφία παρείχε άφθονη πρώτη ύλη
για την ανάπτυξη της υφαντικής που όλα τα
στάδια
της
δημιουργίας
γινόταν
αποκλειστικά από γυναίκες. Σύμφωνα με τον
Κίτσο Μακρή τα υφαντά διακρίνονται σε
τρεις μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με την
χρήση τους σε φορεσιάς, σπιτίσια και
επαγγελματικά, ενώ κατά την Ροδούλα
Σταθάκη διακρίνονται σε ιματισμού και όλα
τα άλλα είδη.
 

Λανάρισμα
μαλλιού

Γνέσιμο
μαλλιού

Τυλιγάδιασμα
μαλλιού

Ύφανσ
η

Η θεά Αθηνά και η Αράχνη
Η θεά Αθηνά, η θεά της σοφίας και της νόησης, χάρισε στους ανθρώπους την γνώση της υφαντικής
τέχνης. Η υφαντική τέχνη, στο μύθο, ταυτίζεται και προσωποποιείται έμμεσα, στο πρόσωπο μιας
υφάντριας, της Αράχνης. Ο κόσμος έμαθε να υφαίνει υφάσματα -και να κατασκευάζει με αυτά
ρούχα- αλλά και στρωσίδια και χαλιά, που θα έντυναν ανάλογα με την ποιότητα των νημάτων, από
τον πιο ταπεινό πολίτη, μέχρι τον πλουσιότερο βασιλιά.
Οι άνθρωποι, άρχισαν να βάφουν τα διάφορα νήματα, με φυτικά χρώματα, αλλά και με χρώματα που
προέκυπταν από χημικές διεργασίες του χαλκού, του σιδήρου και άλλων μετάλλων. Οι τεχνίτες της
υφαντικής ήταν πολλοί, αλλά και κάθε γυναίκα ήξερε να υφαίνει όσα χρειαζόταν για το σπίτι, ακόμη
και αν ήταν βασίλισσα. Κάποια υφάντρια όμως, είχε τόσο μεγάλη επιδεξιότητα και ικανότητα στην
υφαντική, που το όνομα της είχε γίνει γνωστό, στα πέρατα της οικουμένης. Το όνομα της υφάντριας,
ήταν Αράχνη. Ήταν κόρη του Ίδμωνα, ενός ταπεινού εμπόρου πορφυρών νημάτων, και ζούσε στη
χώρα της Λυδίας, στην περιοχή της Μυγδονίας. Στα χέρια της ο αργαλειός, αποκτούσε λαλιά - ενώ
τα σχέδια που αποτύπωνε στα υφαντά της - εξιστορούσαν ιστορίες για θεούς, ήρωες, αθανάτους και
θνητούς. Τόσο μεγάλη φήμη είχε αποκτήσει με την επιδεξιότητα της, που όλες οι οικοδέσποινες της
Μυγδονίας, της ανέθεταν εργασίες για τα πλούσια σπίτια της περιοχής. Ακόμη και οι Νύμφες στα
γόνιμα εδάφη του Τμώλου της Λυδίας, εγκατέλειπαν τους πολύβλαστους αμπελώνες τους και
πήγαιναν να επιβεβαιώσουν την επιδεξιότητα της Αράχνης, στην υφαντική. Ο ίδιος ο φωτεινός θεός ποταμός Πακτωλός, εγκατέλειπε τα δροσερά, τρεχούμενα, χρυσοφόρα νερά του και ρεύματα, για να
θαυμάσει τα υφαντά της Αράχνης, ή για να παρατηρήσει πως περιστρέφοντας το χονδροειδές μαλλί
στα επιδέξια δάκτυλα της, με χαριτωμένες κινήσεις, το τύλιγε σε μικρές αφράτες σφαίρες, ή πως
μαλάκωνε το υπέροχο λεπτό δέρμα, και το μετέτρεπε σε λεπτές ταινίες, υφαίνοντας τες, ή πως
στροβίλιζε τον ομαλό στρογγυλό άξονα, με τον ενεργητικό της αντίχειρα, ή πως με τη βελόνα της
κεντούσε το ύφασμα.
Όλη αυτή η φήμη που είχε αποκτήσει και η αποδοχή της από ανθρώπους και θεούς ακόμη, έγιναν
αιτία, να γίνει υπερόπτης η Αράχνη και συνέχεια υπερηφανευόταν, ότι γνώριζε την τέχνη της
υφαντικής, καλύτερα και από την ίδια τη θεά Αθηνά που την χάρισε και την δίδαξε, στους
ανθρώπους.
Δεν αποδεχόταν η άμυαλη κόρη, πως όλες τις κινήσεις της, σοφά καθοδηγούσε η ίδια η θεά Αθηνά,
και αρνιόταν πεισματικά να μοιραστεί την φήμη της με την θεά. Αντίθετα, προκλητικά καλούσε τη
θεά να έρθει και να συναγωνιστεί μαζί της στην υφαντική. Αν με νικήσει η θεά, ας τα χάσω όλα,
αρκεί να αποδείξει πως είναι καλύτερη μου. Η θεά βλέποντας την υπεροψία της Αράχνης,
μεταμορφώθηκε σε γριά, με μακριά γκρίζα μαλλιά και βακτηρία (μπαστούνι) να υποβαστάζει τα
άκρα της, θέλοντας να συνετίσει με τα σοφά της λόγια την κοπέλα. "Αγαπητό μου παιδί, η εμπειρία
έρχεται με τα χρόνια και τα γεράματα δεν είναι η αιτία κάθε ασθένειας, γι' αυτό να μην
περιφρονήσεις τα λόγια μου παιδί μου. Δεν πειράζει να επαινείς τον εαυτό σου στους θνητούς,
καθώς τα ευκίνητα δάκτυλα σου με επιδεξιότητα περιστρέφουν το μαλακό μαλλί, αλλά δεν πρέπει να
απαρνιούνται οι θνητοί, την αξία της τέχνης της θεάς Αθηνάς, που την προσέφερε στους
ανθρώπους. Αν ζητήσεις κόρη μου συγχώρεση, η θεά θα σου την χορηγήσει.» Το πρόσωπο της
Αράχνης σκοτείνιασε, κοίταξε την γριά κακόβουλα και της πέταξε ένα κουβάρι νήματος που
κρατούσε στο χέρι της. Θα μπορούσε η θεά να σταματήσει το χέρι που την απειλούσε, αλλά άκουσε
την Αράχνη να φωνάζει, τρέμοντας από θυμό, ότι "η ανόητη παραμένει ανόητη - φθαρμένη και
άμυαλη λόγω ηλικίας, που είναι η κακοτυχία της. Άφησε γριά την κόρη και τις νύφες σου, αν τις
έχουν ευλογήσει οι θεοί, να ωφεληθούν εκείνες από τα λόγια σου. Η γνώση μου στην υφαντική είναι
τεράστια και η γνώμη μου αμετάβλητη και τα λόγια σου γριά δεν θα μεταβάλλουν τις απόψεις μου.
Σύρε και συμβούλεψε τη θεά να έρθει εδώ η ίδια και να μην αποφεύγει τον συναγωνισμό".
Ακούγοντας τις συνοπτικές φράσεις της Αράχνης, η θεά άλλαξε μορφή και από ηλικιωμένη γυναίκα,
εμφανίστηκε με την αληθινή της μορφή.

Η Αθηνά ύφανε τον Αθηναϊκό λόφο του Άρεως, όπου ο Κέκροπας έκτισε την Ακρόπολη του και ύφανε
τους παλαιούς ισχυρισμούς για το όνομα της πόλης. Δώδεκα ουράνιοι θεοί, περιέβαλλαν το Δία
στους υψηλούς θρόνους, καθέναν με τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, όσο καλύτερα μπορούσαν
να υφανθούν και να διακριθούν. Ο Ποσειδώνας χτυπά το βράχο με την τρίαινα του, ένα άγριο άλογο
ξεπηδά μπροστά του και το χαρίζει στο λαό των Αθηνών, απαιτώντας να δοθεί το όνομα του στην
πόλη, ως αντάλλαγμα για το δώρο που προσέφερε. Έπειτα η Αθηνά ύφανε το πορταίτο της,
φορώντας ασπίδα και κρατώντας λόγχη αιχμηρή στο χέρι και κράνος στο κεφάλι. Το στήθος της
σωστά προφυλαγμένο από την αιγίδα, χτυπά με την λόγχη της την εύφορη γη και ξεπηδά ένα κλαδί
ελιάς, που αρχίζει να βλαστάνει και να καρποφορεί. Οι δώδεκα θεοί, εμφανίστηκαν και έκριναν, ότι η
ελιά ως δώρο ξεπέρασε το άλογο του Ποσειδώνα.
Η Αθηνά ανταγωνίστρια της Αράχνης και στη φήμη της, στις τέσσερις γωνίες του υφαντού της,
ύφανε διάφορες σκηνές. Στη μια γωνία ύφανε τη Ροδόπη και τον Αίμο, βουνά που πρώτα ήταν
άνθρωποι, αλλά ως τιμωρία μεταβλήθηκαν σε άκαμπτες ορεινές μορφές, όταν επεδίωξαν να
συναγωνιστούν τους υψηλούς θεούς. Στην άλλη γωνία, ύφανε την Ήρα που μεταμόρφωσε την
πυγμαία γυναίκα που καυχήθηκε πως είναι ωραιότερη από τη θεά Ήρα και ίση με τους θεούς, σε
γερανό. Στην τρίτη γωνία, ύφανε την ιστορία της Αντιγόνης, απογόνου του Λαομέδοντα και του
Ιλίου, που τόλμησε να καυχηθεί και να συγκριθεί με την ΗΡΑ την μητέρα των Θεών, εγκωμιάζοντας
συνεχώς την ομορφιά της. Η θεά την μεταμόρφωσε σε πελαργό με άσχημο μακρύ ράμφος και άσπρα
φτερά γέμισαν τους καλλίγραμμους ώμους της. Σε ένα μέρος της γωνίας, ύφανε την ιστορία του
Κινύρα, που έκλαιγε στα σκαλοπάτια του ναού της Αφροδίτης, όπου ήταν καταδικασμένες οι τρεις
κόρες του να επιδίδονται στην ιερή πορνεία. (Ο Κινύρας θεωρείται πατέρας του Αδώνιδος). Η θεά
τελείωσε το υφαντό της, εξωραΐζοντας την περιφέρεια του, με τα κλαδιά της ειρηνικής ελιάς, που
εκείνη χάρισε στους ανθρώπους.
Η Αράχνη, ύφανε πρώτα την ιστορία της Ευρώπης που την εξαπάτησε ο Δίας και τόσο τέλεια ήταν η
τέχνη της που ο ταύρος που ξεπεταγόταν μέσα από τα κύματα έμοιαζε αληθινός καθώς άρπαζε την
Ευρώπη που τρομαγμένη καθόταν στην πλάτη του, καλώντας σε βοήθεια τις συντρόφους της.
Ύφανε την Αστερία καθώς την άρπαζε ο αετός, την Λήδα που δέχτηκε τα ερωτικά σκιρτήματα του
Δία, που πήρε την μορφή κύκνου και την Αντιόπη που της εμφανίστηκε ως σάτυρος και γέννησε
δίδυμα αγόρια. Ύφανε την Αλκμήνη, στην οποία εμφανίστηκε με τη μορφή του Αμφιτρύωνα, την
Δανάη που ο Δίας την αγκάλιασε με την μορφή χρυσής βροχής και την Αίγινα που την κυνηγούσε στα
νερά του Αιγαίου. Ο Δίας ως ποιμένας εμφανίστηκε στην Μνημοσύνη και στην Περσεφόνη ως φίδι.
Σε άλλο σημείο του ιστού της η Αράχνη ύφανε σκηνές από τα ερωτικά πάθη του Ποσειδώνα. ΄Υφανε
σκηνές από τα ερωτικά πάθη του Ποσειδώνα, που παρουσιάστηκε ως ταύρος στην παρθένα Άρνη,
που την αγαπούσε τρελλά, ενώ ως Ενιπεύς γέννησε τα γιγαντιαία δίδυμα αγόρια, τους Αλωάδες, και
ως άλογο έσμιξε με την καρποφόρο Δήμητρα. Ως κριάρι εμφανίστηκε στην Βισάλτη, ως πουλί
αιωρήθηκε γύρω από τη Μέδουσα, που έγινε μητέρα του πρώτου φτερωτού αλόγου, του Πήγασου,
ενώ ως δελφίνι αθλητικό, έσμιξε με τη νύμφη Μελανθώ.Όλες οι σκηνές ζωντάνευαν σαν αληθινές
μέσα από το υφαντό της Αράχνης. Παρουσίασε και τον Απόλλωνα, να μεταμορφώνεται και να παίρνει
διάφορες μορφές, άλλοτε ως αγρότης, χωρικός, άλλοτε ως γεράκι, κάποτε σε καστανόξανθο μεγάλο
λιοντάρι. Εξαπάτησε την Ίσιδα ως ποιμένας. Ο Βάκχος, μεταμορφώθηκε σε τράγο, ως τσαμπί
σταφύλι εξαπάτησε την όμορφη Ηριγόνη. Ο Κρόνος ως άλογο με διπλή υπόσταση εξαπάτησε τον
Χείρωνα. Η Αράχνη για να ολοκληρώσει το υφαντό της, ύφανε γύρω γύρω στις άκρες, γιρλάντες
λουλουδιών και φύλλα κισσών.
Το υφαντό της Αράχνης σαφώς αποδείχτηκε ότι ήταν ωραιότερο από της Αθηνάς. Η θεά μη
μπορώντας να επικρίνει την τέλεια τέχνη, εξοργίστηκε με την ικανότητα και την επιδεξιότητα της
Αράχνης, έσκισε το υφαντό της, καταστρέφοντας κάθε σκηνή που απεικόνιζε και με τη σαΐτα που
κρατούσε στο χέρι της, χτύπησε δυνατά στο κεφάλι, την Αράχνη. Η Αράχνη δεν άντεξε την
προσβολή και έδεσε στο λαιμό της ένα σχοινί και κρεμάστηκε.
Η Αθηνά είδε με οίκτο το άψυχο κορμί της κοπέλας και αποφάσισε να την μεταμορφώσει σε ένα μικρό

Ξυλογλυπτική και άλλοι τεχνίτες 1
Οι ξυλογλύπτες συγκροτούσαν ολιγομελείς ομάδες ή συντροφιές, τα
λεγόμενα μπουλούκια ή κομπανίες και ήσαν πλανόδιοι τεχνίτες. Η οργάνωσή
τους ήταν διαφορετική με χαρακτηριστικά γνωρίσματα περισσότερο
οικογενειακής επιχείρησης. Εργάζονταν κυρίως στο χώρο παράδοσης της
παραγγελίας, αφού η μεταφορά μεγάλων έργων υπήρξε δύσκολη έως
αδύνατη. Σε οποιεσδήποτε αναφορές λοιπόν σε συντεχνίες ή ισνάφια
ξυλογλυπτών, θα πρέπει ο αναγνώστης να έχει υπόψη του αυτή τη μορφή
οργάνωσής τους. Φυσικά υπήρξε μια ιεράρχηση με τον αρχιτεχνίτη, τους
βοηθούς του και τα τσιράκια.
Οι συνθήκες για την ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής τέχνης στην Ήπειρο
υπήρξαν ευνοϊκότερες εξαιτίας της άφθονης πρώτης ύλης, της πολιτικής
και οικονομικής σταθερότητας στην περιοχή, ιδιαίτερα στα τέλη του 18ου
με αρχές του 19ου αιώνα και των καλύτερων συνθηκών ζωής. Όλα αυτά
ευνοούσαν ιδιαίτερα την εξέλιξη και ανάπτυξη της οικιακής τέχνης όχι
μόνο για ατομική χρήση αλλά και σαν επάγγελμα.
Δεν θα μπορούσε φυσικά να μην αναφερθεί κανείς και στις συνεχείς
πληθυσμιακές ανακατατάξεις, το άγονο του εδάφους και τις συνεχείς
μετακινήσεις, ένεκα των οποίων παρατηρείται εγκατάλειψη της αγροτικής
και κτηνοτροφικής εργασίας και ανάπτυξη από τον 16ο κιόλας αιώνα των
διαφόρων τεχνών που έχουν σχέση με την πέτρα, το ξύλο και την
αγιογραφία καθώς και την οργάνωση των εργαζομένων   σ’ αυτές, σε
ομάδες ή κομπανίες και συντεχνίες.
Η Χατζημιχάλη αναφερόμενη στις αιτίες ανάπτυξης των διαφόρων τεχνών
στην Ήπειρο γράφει: «Επιπλέον, το ότι στην Ήπειρο συγκεντρώνονται
σημαντικά εργαστήρια διαφόρων χειροτεχνικών ειδών οφείλεται και στο ότι
βοήθησε η εδαφική διαμόρφωση της Ηπείρου, που ανάγκαζε τους κατοίκους
από τα ορεινά χωριά να ασχολούνται με τη χειροτεχνία και προπαντός στο
διάστημα του χειμώνα όμως συνετέλεσε και το κατ’ εξοχήν αναπτυγμένο
αίσθημα των Ηπειρωτών και προ παντός των κατοίκων της Πίνδου, για τις
χειροτεχνικές και διακοσμητικές τέχνες. Οι κάτοικοι μάλιστα ορισμένων
περιοχών και χωριών της Ηπείρου είχαν αποκτήσει όχι μόνο ειδικότητα
αλλά και αποκλειστικότητα στην κατασκευή έργων ορισμένου κλάδου της
λαϊκής τέχνης, έτσι που η Ήπειρος ν' αναδειχτεί ως η κατ’ εξοχή βιοτεχνική
χώρα». Η βόρεια Ελλάδα, η δυτική Μακεδονία και η Ήπειρος έχουν
μεταβληθεί σε απέραντο βιοτεχνικό εργαστήρι.
Η ακμή πολλών μορφών τέχνης αλλά και της ξυλογλυπτικής, έφτασε στο
μέγιστο σημείο της τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα.
Κατά την εποχή του Αλή Πασά αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα όλες οι τέχνες στην
Ήπειρο, επειδή είχαν διαμορφωθεί οι κατάλληλες ευνοϊκές συνθήκες σ' ένα
ευνομούμενο κράτος το οποίο έφτανε «από την Παλιά Ήπειρο, την Αχρίδα
και Γκόρτζα, τις περιφέρειες του Δέλβινου και Αργυροκάστρου, της Μ.
Αλβανίας, της Αιτωλοακαρνανίας, της Ανατολικής Ελλάδας μέχρι της
Αττικής, της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας, σύμφωνα με το χάρτη του
Guillaume de Vaudencourt τυπωμένο στο Λονδίνο το 1817 με τον τίτλο:
"Χάρτης της Ν. Ελλάδος με όλας τας επαρχίας του Κράτους του Αλή Πασά".
Παρατηρούμε ειδικότερα σε ορισμένες περιοχές, όπως για παράδειγμα των
Τζουμέρκων (Συράκο, Καλαρύτες) και του Μετσόβου με την αυτοδιοίκηση

Ξυλογλυπτική και άλλοι τεχνίτες 2
Περιζήτητοι ήταν οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών της
Ηπείρου, οι οποίοι είχαν αποκτήσει ειδικότητα σε
ορισμένες μορφές τέχνης. Αναφέρουμε για παράδειγμα
τους
Χιονιάδες
της
επαρχίας
Κόνιτσας
στην
εικονογραφία, το Τουρνόβου και το Μετσόβου για τους
ξυλογλύπτες
(«ταγιαδόρους»,
αντί
του
σωστού
ταλιαδόρους από το taliu = κόβω και κατ' επέκταση
σκαλίζω σε ξύλο, σκαλιστές τέμπλων, αμβώνων κ.λ.π.),
την Πυρσόγιαννη και τη Βούρμπιανη για τους κτίστες,
τους κουδαρέους, τους Καλαρύτες για τους ξακουστούς
ασημιτζήδες
και
χρυσοκεντητάδες.
Μάλιστα
οι
Ηπειρώτες τεχνίτες, επειδή οι συνθήκες της ζωής τους
ανάγκαζαν να ξενιτευτούν, μετέβαιναν στην υπόλοιπη
Ελλάδα, την Βαλκανική και στην Ευρώπη ακόμη, είτε για
να εργασθούν για όσο καιρό χρειαστεί σε έναν τόπο,
είτε και για να εγκατασταθούν ακόμη. Κατ' αυτόν τον
τρόπο συνετέλεσαν στο να μεταδοθεί η τέχνη τους σ'
όλο τον Ελλαδικό και Βαλκανικό χώρο, αν κρίνουμε και
από τα ξυλόγλυπτα έργα που συναντήσαμε κατά τη
διάρκεια επίσκεψής μας στα Σκόπια στους ναούς του
Αγίου Δημήτριου Μοναστηρίου Αγίου Κλήμη και Οσίου
Ναούμ Αχρίδας κ.ά.
Πολλά έργα τα οποία κατασκευάζονταν είτε στα σπίτια
είτε στα εργαστήρια, πωλούνταν όχι μόνο στην Ελλάδα
αλλά και στο εξωτερικό. Σύμφωνα με μαρτυρία του
Αραβαντινού πολλά από τα έργα διαφόρων συντεχνιών,
εμπορεύονται ήδη από το 1705.
Οι εξαγωγές πολλών προϊόντων και το εμπόριό τους,
είχαν σαν αποτέλεσμα να κάνουν την εμφάνισή τους οι
πολλοί τεχνίτες. Ειδικότερα κατά τον 18ο αιώνα στις
περισσότερο πλούσιες περιοχές, όπως τα χωριά της
Κόνιτσας, τους Καλαρύτες, το Συράκο, το Μέτσοβο και
αλλού, εμφανίζονται αξιολογότατα εργαστήρια τα οποία
κατέστησαν τις περιοχές αυτές κέντρα βιοτεχνιών.
Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να πούμε ότι το
Μέτσοβο, το Τούρνοβο, η Πωγωνιανή, τα Πράμαντα, οι
Χιονιάδες, η Μοσχόπολη, ήσαν κέντρα ξυλογλυπτικής
από πολύ νωρίς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το
γεγονός ότι συναντάμε ξυλόγλυπτα έργα στις περιοχές
αυτές ήδη από τον 16ο αιώνα.
Ο Σούρλας αναφέρει: «Η άνθηση της τέχνης αυτής
οφείλεται καθαρά σε Ηπειρώτες τεχνίτες από το
Μέτσοβο και τα Τζουμέρκα, ειδικότερα όμως από την
Επαρχία Κόνιτσας και συγκεκριμένα από το χωριό
Τούρνοβο
(Γοργοπόταμος)
αλλά
και
Λισκάτσι
(Ασημοχώρι), Βούρμπιανη και Χιονιάδες».

Ξυλογλυπτική και άλλοι τεχνίτες 3
Εντύπωση πάντως προξενεί το γεγονός ότι δεν αναφέρεται πουθενά συντεχνία ή ισνάφι ξυλογλυπτών
ή ταλιαδόρων μέσα στα Γιάννενα. Να μην υπάρχουν ή δεν αναφέρονται επειδή υπήρχαν αναπτυγμένα
σε περιοχές γύρω από τα Γιάννενα δεν αναπτύχθηκαν μέσα στην πόλη; Πιθανόν. Είναι πάντως
γεγονός ότι οι ξυλογλύπτες, όπως για παράδειγμα ο Γιώργης Χρήστου, ασχολούνταν και με όλα τα
σχετικά με το ξύλο έργα, αφού κατασκεύαζαν έπιπλα, ταβάνια κ.ά. Ίσως λοιπόν και στα Γιάννινα να
συνέβαινε το ίδιο, δηλαδή να υπάρχουν ξυλουργοί οι οποίοι ασχολούνται και με την ξυλογλυπτική,
με λίγες όμως πιθανότητες.
Πριν την καταστροφή των Ιωαννίνων αλλά και της υπόλοιπης Ηπείρου από τον Χουρσίτ Πασά στα
1820, αναφέρει ο Σαλαμάγκας πολλά σχετικά με την επεξεργασία του ξύλου ισνάφια στα Γιάννινα
όπως Ξυλάς, Κερεστετζής, Σεντουκάς, Ξυλοκόπος, Τσεκουράς, Μαραγκός, Νταβαντζής, αλλά και
Σκαλιστές στα 1802-1803. Πιθανόν βέβαια οι σκαλιστάδες να είχαν έρθει στα Γιάννινα από άλλη
περιοχή, αφού σε άλλο έγγραφο που διασώζει (υπ' αριθμό 131 έγγραφο του Αρχείου Σταύρου
Ιωάννου), σε αναγραφόμενο κατάλογο επαγγελμάτων, απουσιάζουν οι έχοντες σχέση με τα
ξυλόγλυπτα ή τα σκαλίσματα. Επίσης ο Παπαγεωργίου αναφέρεται σε συντεχνία σεντουκάδων στα
Γιάννενα το 1812, η οποία κατασκεύαζε διάφορα ξύλινα έπιπλα και εξελίχτηκε αργότερα στη
συντεχνία των ξυλουργών.
Μετά τις αρχές του 19ου αιώνα, τα κυρίως ισνάφια άρχισαν να εκφυλίζονται, στη μορφή που είχαν
τουλάχιστον μέχρι τότε και να παρακμάζουν. Εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου με τη Δύση
λόγω της ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας, πολλές από τις εγχώριες χειροτεχνίες εξαφανίζονται και
περιέρχονται
σε
παρακμή.
Όμως αυτή η παρακμή, η οποία οφείλεται κυρίως σε λόγους πολιτικούς και οικονομικούς, όπως για
παράδειγμα η περίοδος ακμής και πτώσης του Αλή Πασά, επηρέασε λιγότερο την ξυλογλυπτική. Αυτό
επειδή οι προύχοντες και οι αγάδες, οι οποίοι ποτέ δεν έπεσαν σε οικονομικό μαρασμό, ήθελαν να
διακριθούν και για το λόγο αυτό καλούσαν φημισμένους ξυλογλύπτες να διακοσμήσουν τα σαράγια
και τα αρχοντόσπιτά τους. Οι ανεγέρσεις και ανακαινίσεις ναών και επομένως η ανάγκη
διακόσμησής τους, δεν σταμάτησαν ποτέ. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι την περίοδο αυτή έχουμε
περίφημα ξυλόγλυπτα έργα. Ιδιαίτερα αφού πολλοί πλούσιοι αλλά και διάφορα ισνάφια πλήρωναν για
να μνημονεύονται τα ονόματά τους, με αποτέλεσμα να συγκροτούν μνήμη και να εξασφαλίζουν δι'
αυτής το κοινωνικό κύρος. Επιβεβαιωτικό όλων αυτών είναι και το γεγονός της ύπαρξης πολλών και
φημισμένων ομάδων ξυλογλυπτών την ίδια περίοδο. Επίσης συνέβαινε, όταν η πολιτική και
οικονομική κρίση μάστιζε μια περιοχή και το εξής: οι ξυλογλύπτες ταξίδευαν σε άλλες περιοχές για
αναζήτηση εργασίας, όπως έγινε για παράδειγμα με τους Μετσοβίτες ξυλογλύπτες τον 19ο κυρίως
αιώνα, οι οποίοι ταξίδευαν στην ελεύθερη Ελλάδα ή και αλλού στα Βαλκάνια, Ευρώπη, Ασία, με
αποτέλεσμα να διαδίδεται η τέχνη τους.
Η ανάπτυξη του εμπορίου με τη Δύση είχε επιπτώσεις στον τομέα της ξυλογλυπτικής, όχι
απαραίτητα αρνητικές. Αυτές αφορούν κυρίως στην υιοθέτηση των σχεδίων και της θεματογραφίας.
Όσον αφορά τις σχέσεις και τους κανονισμούς επαγγελματικής συμπεριφοράς με τ' άλλα συναφή
ισνάφια αυτές ήταν δεδομένες.
Σχετικά με το αν ήταν οι ξυλογλύπτες οργανωμένοι συντεχνιακά όπως και τα άλλα ισνάφια, ο
Σούρλας αναφέρει ότι οι ξυλογλύπτες της επαρχίας Κόνιτσας και ειδικότερα του Τουρνόβου, ήταν
οργανωμένοι σε ξεχωριστό εσνάφι, όπως οι αγιογράφοι των Χιονιάδων. Το επάγγελμα πήγαινε από
πατέρα σε γιο και όλα τα μέλη της οικογένειας παρέμεναν προσκολλημένα στην επαγγελματική
παράδοση. Πολλές φορές έπαιρναν και το επίθετό τους από τη δουλειά τους, όπως συνέβη για
παράδειγμα με την αρχαιότατη οικογένεια των Σκαλιστάδων από το Τούρνοβο. Οι ξυλογλύπτες, οι
γνωστοί στο πανελλήνιο με τον τίτλο Σκαλιστάδες ή Ταλιαδόροι, είναι οργανωμένοι όπως στα
υπόλοιπα ισνάφια με πρωτομάστορα, καλφάδες και τσιράκια, επειδή ήταν αναγκασμένοι να
πηγαίνουν από τόπο σε τόπο για την εξάσκηση της τέχνης τους.

Αρχαία Δωδώνη
Η αρχαία Δωδώνη υπήρξε λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης. Υπήρξε, επίσης, γνωστό μαντείο της
αρχαιότητας. Προσδιορίζεται γεωγραφικά σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τον οικισμό της Δωδώνης και κείται
σε κλειστή, επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600 μ.
Προϊστορία
Η Δωδώνη ως αρχαιολογική θέση σύμφωνα με τις αρχαιολογικές μαρτυρίες φέρεται να είναι ενεργή ήδη από
την εποχή του Χαλκού, επικεντρωμένη στη λατρεία της Γαίας ή άλλης θηλυκής γονιμικής θεότητας. Η λατρεία
του Δία εισήχθη στη Δωδώνη αργότερα από τους Σελλούς, για να εξελιχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα σε
κυρίαρχη λατρεία.
Το μαντείο και η ιστορία του
Οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξη του μαντείου της Δωδώνης ως λατρευτικού χώρου τοποθετείται περί το
2.600 π.Χ.. Είναι το αρχαιότερο μαντείο που συναντάται στον Ελληνικό χώρο. Η μυθολογία λέει ότι από τη
Θήβα της Αιγύπτου πέταξαν δυο περιστέρια: το ένα προσγειώθηκε στη Λιβύη, όπου χτίστηκε ο ναός του Άμμωνα
Δία, και το δεύτερο ήρθε στη Δωδώνη, όπου ιδρύθηκε το μαντείο.
Αρχαιότητα
Το μαντείο στην αρχή ήταν υπαίθριο, με μια βελανιδιά (ιερή φηγός), που γύρω είχε έναν περίβολο από
χάλκινους λέβητες πάνω σε τρίποδες, οι οποίοι με τους ήχους που έκαναν όταν χτυπούσαν μεταξύ τους αλλά
και σε συνδυασμό με το θρόισμα των φύλλων του δέντρου και άλλους ήχους (περιστέρια, πηγή κτλ.) έδιναν
τους χρησμούς, τούς οποίους ερμήνευαν οι ιερείς. Οι ιερείς δεν έπλεναν ποτέ τα πόδια τους και σέρνονταν στο
χώμα για να έχουν επαφή με τη γη.
Στις ρίζες της βελανιδιάς, στην αρχή πιστευόταν ότι κατοικούσε η Γαία, αλλά με το Δωδεκάθεο
αντικαταστάθηκε από το Δία και τη γυναίκα του Διώνη. Λεγόταν και Νάιος Δίας από το αρχαιοελληνικό
«ναίω»=κατοικώ, γι’ αυτό και οι αγώνες που διεξάγονταν προς τιμή του κάθε 4 χρόνια στο κοντινό στάδιο
λέγονταν Νάια.
Στο τέλος του 5ου αιώνα χτίστηκε ένας μικρός ναός, όπου φυλάγονταν τα αφιερώματα των προσκυνητών. Οι
προσκυνητές έδιναν την ερώτησή τους γραμμένη σε ένα έλασμα (φύλλο μαλακού μετάλλου - μολύβδου), αλλά η
απάντηση συνήθως τους δίνονταν προφορικά. Στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., ο περίβολος με τους λέβητες
αντικαταστάθηκε από έναν πιο ευρύχωρο χαμηλό πέτρινο περίβολο. Εφόσον εκεί κατοικούσε ο Δίας και το
σύνολο έμοιαζε με σπίτι, ο χώρος ονομάστηκε Ιερά οικία.
Στα χρόνια του Πύρρου (312-272 π.Χ.) χτίζονται στοές γύρω – γύρω, εκτός από την πλευρά της φηγού. Στο ναό
και στις στοές φυλάγονταν τα αφιερώματα των πιστών. Εκείνη την εποχή χτίζονται και πολλά άλλα κτίρια:
βουλευτήριο, πρυτανείο, θέατρο κτλ. και η Δωδώνη γίνεται για ένα διάστημα πρωτεύουσα των Ηπειρωτών.
Μετά το θάνατο του Πύρρου και το γκρέμισμα του ιερού από τους Αιτωλούς το 219 π.Χ., επιδιορθώθηκε από το
βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε' και επεκτάθηκε αποκτώντας και άλλους χώρους, κολώνες κτλ. Τότε πήρε και
την τελική του μορφή, ενώ κατά τον Παυσανία, η φηγός υπήρχε ακόμη.
Ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδος
Το 167 π.Χ., το ιερό, όπως και άλλες 70 ηπειρωτικές πόλεις, καταστράφηκε από τους Ρωμαίους με επικεφαλής
τον Αιμίλιο Παύλο, αλλά ανοικοδομήθηκε πάλι από τον Αύγουστο μόλις το 31 π.Χ., μετά τη νίκη του στο Άκτιο,
ο οποίος και μετέτρεψε και το θέατρο σε αρένα. Από τότε όμως δεν άκμασε ξανά. Ένας από τους τελευταίους
χρησμούς σε επίσημο πρόσωπο ήταν αυτός που ζητήθηκε από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη για την εκστρατεία
του κατά των Πάρθων το 362 μ.Χ.
Στα βυζαντινά χρόνια, κατά τη βασιλεία του Θεοδόσιου Α' το 391 μ.Χ., κάποιος έκοψε το ιερό δέντρο και το
ιερό εγκαταλείφθηκε, ενώ πάνω στα ερείπιά του χτίστηκε χριστιανική εκκλησία.
Οι τελευταίες μαρτυρίες χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα, όταν επιδρομές βαρβάρων ερήμωσαν την περιοχή
και με τον καιρό η λάσπη από τις πλαγιές του Τόμαρου σκέπασε τα πάντα.
Το θέατρο
Το Αρχαίο θέατρο Δωδώνης χτίστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. επί βασιλείας Πύρρου και ακολουθεί το σχέδιο που
έχουν όλα τα ελληνικά θέατρα. Χωρούσε 18.000 θεατές και ήταν το μεγαλύτερο της εποχής του. Κατά την

Διώνη (μυθολογία)
Στην ελληνική μυθολογία η Διώνη ήταν θεότητα που
ανήκει στην πρώτη γενεά των θεών. Υπάρχουν
πολλές παραδόσεις για αυτή. Σε μία από αυτές είναι
κόρη του Ουρανού και της Γαίας, αδελφή του
Κρόνου, της Τηθύος, της Ρέας, της Θέμιδας κ.ά..
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η Διώνη ήταν μία από
τις Ωκεανίδες, κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος.
Κάποιες φορές συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κόρες
του Άτλαντα.
Η Διώνη παντρεύτηκε τον Τάνταλο και απέκτησαν
δύο παιδιά, τη Νιόβη και τον Πέλοπα. Σύμφωνα με
μία εκδοχή, κόρη της Διώνης ήταν η θεά Αφροδίτη.
Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, η ύπαρξη της
Διώνης προέκυψε ως αναγκαιότητα μετά την αλλαγή
της θεότητας που λατρευόταν στο θέατρο της
Δωδώνης. Στην αρχή (εποχή του χαλκού) και για
πολλούς αιώνες στην Δωδώνη λατρευόταν η Γαία
αλλά μετά την είσοδο του Δωδεκάθεου στη θρησκεία
των αρχαίων Ελλήνων η λατρεία του μαντείου
μετατέθηκε στον Δία. Οι πανάρχαιες λατρευτικές
συνήθειες των ιερέων και των κατοίκων της
περιοχής όμως δεν μπορούσαν να αφήσουν το
μαντείο χωρίς θηλυκή θεότητα. Έτσι αναγκάστηκαν
να «εφεύρουν» τη Διώνη κατά την προσφιλή τους
μέθοδο να παράγουν το γυναικείο όνομα από αυτό
του συζύγου: (Δίας > Διώνη). Δείγματα αυτής της
συνήθειας συναντούμε ακόμα και σήμερα στα χωριά
της Ηπείρου. π.χ. Γιώργος > Γιώργαινα κτλ.,
Πήραν το όνομά της
• Ο τέταρτος σε διαστάσεις δορυφόρος του πλανήτη
Κρόνου.
• Ο αστεροειδής 106 Διώνη (106 Dione), που
ανακαλύφθηκε το 1868.

Η Εστία, η Διώνη και η Αφροδίτη, περ. 435 π.Χ., Βρετανικό
Μουσείο.

Πύρρος της Ηπείρου
Ο Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν βασιλιάς των Μολοσσών,
ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους
σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Ήταν γιος του
βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και
της Φθίας Β΄.
Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της
παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου
περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μέγα, καθώς η
γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου,
Ολυμπιάδας.
Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε
μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών
απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την
περίοδο συνάπτοντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου,
εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του
Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα
χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του
είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.
Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον
του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει
στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο
μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους
σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή
Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για
επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από
μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της
Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα
στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα
τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε
σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία
εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το
272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των
υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να
υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη
του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού
του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.
Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας,
αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η
στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα
αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην
πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων
και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην
Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα,
καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά
το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής
ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης

Κολοσσιαίο άγαλμα του θεού Άρη, με τη
μορφή του βασιλιά Πύρρου. Μάρμαρο, 1ος
αιώνας μ.Χ., Μουσεία Καπιτωλίου, Ρώμη

Το «Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας» το στεγάζω σ' ένα κτίριο Αστικής Φρουριακής Αρχιτεκτονικής της Ηπείρου του
18ου αιώνα, που θεμελίωσα το 1983 και το τελείωσα το 1994.Τα σχέδια του Μουσείου τα έκανα, στην αρχή, με ελεύθερο
σχέδιο και μετά με αξονομετρικό και προοπτικό (με αρκετές λεπτομέρειες). Στη συνέχεια, για να αντιληφθώ τον όγκο,
έφτιαξα μακέτες (τόσο για το εξωτερικό του, όσο και το εσωτερικό του) με κλίμακα 1:25.Στο τέλος, προκειμένου να
βγάλω την οικοδομική άδεια, φίλοι μου - επιτυχημένοι σήμερα μηχανικοί - μετέφεραν τη δική μου μελέτη σε γραμμικό
σχέδιο και ανέλαβαν δωρεάν τις διαδικασίες προς την πολεοδομία. Όσον αφορά το κατασκευαστικό μέρος - εξωτερικά αφού είχα πλέον έτοιμο τον τσιμεντένιο σκελετό (κολόνες και στέγες) έκανα επί τόπου παραδείγματα τοίχων, τόξων,
επίκρανων κ.λπ., και με ακολούθησαν τεχνίτες και χτίστες, με την επίβλεψή μου πάντα. Τις στέγες, τις κάλυψα με
μαυρόπλακα. Για να δώσω δε την εντύπωση ύπαρξης γρυπίδων, πελέκησα το τσιμέντο (στην απόληξή του) με βελόνι και
ντεσιλίδικο.Την αίσθηση ότι το όλο κτιριακό συγκρότημα είναι πακτωμένο πάνω σε βράχο, την έδωσα κάνοντας
καλλιτεχνικό μετασχηματισμό με μεγάλα βράχια που έβγαλα από την εκσκαφή.Με τσιμεντοχρώματα δε, έκανα πατίνα,
για να προστατεύσω τον επισκέπτη από οπτική μόλυνση (ό,τι τεχνητό να μοιάζει φυσικό - και έτσι η επέμβασή μου
καθόλου να μην τραυματίζει το φυσικό περιβάλλον). Διασκέδασα τον υπόλοιπο χώρο, με βραχόκηπους και καλντερίμια
(για λειτουργικούς τάχα λόγους, αλλά και για αισθητικούς). Το καλντερίμι που οδηγεί από το εκδοτήριο εισιτηρίων
στην άσφαλτο, είναι για πραγματική χρήση. Πρόσεξα ιδιαίτερα την κατασκευή του (θα παρατηρήσετε την άσκηση της
ποδικής σας καμάρας). Αφού εξασφάλισα το στεγασμένο εξωτερικό κέλυφος του Μουσείου (2500 m3), ήρθα να δουλέψω
στο εσωτερικό του. Εδώ, έκανα - πάλι μόνος μου - την όλη διαρρύθμιση των χώρων σε επίπεδα (παράλληλα, συνάλληλα
και διάλληλα), ανάλογα με το ιστορικό θέμα που ήθελα να αναπτύξω. Για σιδηροκατασκευές, χτίσιμο τούβλων, μικρές
οπλισμένες πλάκες κ.λπ., χρησιμοποίησα τεχνίτες. Η γενική επίβλεψη και αυτών των εργασιών, έγινε από μένα τον
ίδιο.Έπειτα, αρχίζει η καλλιτεχνική μου δουλειά. Τους τοίχους από τούβλα που παραλαμβάνω από τους τεχνίτες, τους
επενδύω με πέτρα (όπως για παράδειγμα στις φυλακές και το διάδρομό τους). Άλλα μεγάλα ανοίγματα τα μεταπλάθω σε
βράχια, σπηλιές ή βουνά, με λινάτσα ("Φιλόσοφος", "Κούγκι", "Επανάσταση", "Πίνδος", ...) και άλλα τα μεταπλάθω με
νευρομετάλ, σε όγκους σπιτιών, δρόμων κ.λπ. ("Κύπρος", "Κυρά της Ρω", "Μικρά Ασία", ...).
Τα κέρινα μέλη τα δούλεψα - όλα - πρώτα σε πηλό. Αλλά και στα επόμενα στάδια δουλειάς - από τον γύψο μέχρι το κερί,
το φύτεμα της τρίχας, ... , το ντύσιμο, ... , το στήσιμο, κ.λπ. - δούλεψα τελείως μόνος και χωρίς την βοήθεια κανενός.
Από ιστορικής πλευράς, τόλμησα να κάνω μια επιλογή ιστορικών αναφορών, που καθόλου να μην παραμελούν γεγονότα,
αλλά απεναντίας να έχουν σημεία αναφοράς και έντασης. Δεν ακολουθώ χρονολογική σειρά σε όλα τα θέματα. Πάρα
πολλά, είναι σε ενότητες - Προεπανάσταση, Επανάσταση, 1940-41. Άλλα όμως είναι μόνα τους. Αυτό γίνεται για να
μπορώ να κινηθώ με ελευθερία στους χώρους, δημιουργώντας αντιθέσεις ρυθμολογικές, φορματικές, χρωματικές κ.λπ.
Με τα κέρινα δε ομοιώματα προσπαθώ να αποδώσω δράση ή ησυχία, στοχασμό ή φρίκη κ.λπ. Στο τέλος, τα θέματα
"Βυζάντιο" και "Αρχαία Ελλάδα", τα τοποθέτησα πάνω σε πλευρές ορθής γωνίας, στην διχοτόμο της οποίας έβαλα την
"Μικρά Ασία". Βασική μου αρχή και πιστεύω μου είναι να μένει ανέπαφος - χωρίς παρεμβάσεις - ο κάθε φυσικόςιστορικός χώρος, όπου έδρασαν ή μαρτύρησαν ήρωες. Μεταφέρω λοιπόν, με τον δικό μου τρόπο, τον ιστορικό χώρο στο
χώρο Μουσείο και με τα κέρινα ομοιώματα δημιουργώ νέα διάσταση χρόνου. Σαν χρόνο υλοποίησης τούτου του έργου,
πρέπει να λογαριάσει κανείς, 50 χρόνια έρευνα και μελέτη και 12 χρόνια (τα τελευταία) χειρωνακτική και καλλιτεχνική
δουλειά…
Τα πρόσωπα τα δούλεψα όλα πρώτα σε πηλό, με βάση την οστεολογία, μυολογία, χαρακτηρολογία και μιμική, μιας που
μοντέλα δεν είχα, αλλά εντούτοις έπρεπε να αποδώσω όχι μόνο την ομοιότητα (όταν πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα Φιλόσοφο, κυρά Βασιλική, Μακρυγιάννη, κυρά της Ρω), αλλά και ανάλογες εκφράσεις (πόνο, θλίψη, οργή,
αποφασιστικότητα, μελαγχολία), ακόμα και όταν πρόκειται για ανώνυμους ήρωες (στις φυλακές, στο ορεινό πυροβολικό,
στην Κρήτη, στην Μικρά Ασία). Μετά, έρχεται το τεχνικό μέρος - ρουτίνα. Μεταφέρεται το έργο από τον πηλό στον γύψο
(με καλούπια) και στη συνέχεια γίνονται νέα καλούπια όπου μέσα τους θα χυτεύσω κερί μέλισσας, για να έχω τελικά ένα
κεφάλι κέρινο - κούφιο. Στη συνέχεια τοποθετώ μάτια, φυτεύω φρύδια, φυτεύω μουστάκια, γένια, μαλλιά (με μια μικρή
βελόνα τρίχα-τρίχα). Τα σώματα έχουν σκελετό από σίδερο που γύρισα με τα χέρια μου και στη συνέχεια τον δούλεψα με
τζίβα, λινάτσα και γύψο.
Τα ρούχα είναι σύγχρονα και παλιά - ρετάλια - ολόκληρες φορεσιές ή και τμήματά τους, που συναρμολόγησα ανάλογα με
το χρώμα, την ποιότητα, την εποχή. Τ' αγόραζα από παλιατζίδικα ή γυρολόγους, χρόνια τώρα. Πολύ κουράστηκα με τη
συγκέντρωση τέτοιων υλικών. Όταν πλησίαζα προς το τέλος, βρέθηκαν δυό-τρεις καλοί φίλοι που με βοήθησαν στα
δύσκολα από το ράψιμο μέχρι και το ψάξιμο.Μερικά από τα στρατιωτικά ρούχα είναι δωρεά του Στρατού - και

Το Ζαγόρι
Το Ζαγόρι είναι μια ορεινή περιοχή στην καρδιά της Ηπείρου. Η
ονομασία Ζαγόρι έχει σλαβική προέλευση από τις λέξεις «ζα», που
σημαίνει πίσω, και «γκόρι», που σημαίνει βουνό. Ζαγόρι λοιπόν
σημαίνει «ο τόπος πίσω από το βουνό», και συγκεκριμένα πίσω
από το βουνό Μιτσικέλι των Ιωαννίνων που αποτελεί και το
φυσικό όριο του Ζαγορίου προς το νότο. Η περιοχή καλύπτει
συνολική έκταση 1.053 τ.χλμ. και αποτελείται από 47
παραδοσιακά χωριά. Το υψόμετρο της περιοχής κυμαίνεται από
500 ως 2.500 μ που είναι και η ψηλότερη κορυφή της οροσειράς
Τύμφη, η Γκαμήλα.
Χλωρίδα - Πανίδα
Η οροσειρά της Τύμφης καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του
Ζαγορίου. Βαθιές χαράδρες, φαράγγια, ορθοπλαγιές, χείμαρροι,
ποτάμια, αλπικές λίμνες, δάση, αλπικά λιβάδια εναλλάσσονται σε
ένα τοπίο άγριας και παρθένας ομορφιάς, που οι άνθρωποι του
Ζαγορίου σεβάστηκαν και φρόντισαν να προστατεύσουν στα
χρόνια που πέρασαν. Σήμερα, ο Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου
προστατεύει τις περιοχές αυτές από την ανθρώπινη παρέμβαση.
Στον Δρυμό ενδημούν πέντε είδη φυτών μοναδικά στον κόσμο. Ο
ερασιτέχνης φυσιοδίφης Κώστας Λαζαρίδης (1904-1987), συνέλεξε
1240 διαφορετικά είδη φυτών που αντιπροσωπεύουν 96 από τις
149 οικογένειες φυτών σε όλο τον κόσμο. Στο Πνευματικό Κέντρο
«Κ. Λαζαρίδης» στο Κουκούλι, στην αίθουσα του μουσείου
φυσικής ιστορίας, μπορείτε να θαυμάσετε την εξαιρετική συλλογή
του.
Η πραγματικά πλούσια πανίδα του Ζαγορίου περιλαμβάνει 10
είδη αμφιβίων (μεταξύ των οποίων και ο σπανιότατος αλπικός
τρίτωνας στη Δρακόλιμνη), 21 είδη ερπετών, 130 είδη
πουλιών (μερικά απειλούμενα, όπως ο μαυροπελαργός, ο
χρυσαετός, η χιονότσιχλα κ.α.) και 24 είδη θηλαστικών, όπως η
αρκούδα, το αγριογούρουνο, το ζαρκάδι, το αγριόγιδο, ο λύκος
κ.ά..
Μονοπάτια - γεφύρια
Η μορφολογία του εδάφους, οι κλιματολογικές συνθήκες, τα πολλά
τρεχούμενα νερά αλλά και η ύπαρξη πολυάριθμων οικισμών,
γέννησε της ανάγκη σύνδεσης των χωριών μεταξύ τους. Έτσι
δημιουργήθηκε ένα σύστημα επικοινωνίας που περιλάμβανε
λιθόστρωτα μονοπάτια, «σκάλες» και πέτρινα γεφύρια.
Τα περισσότερα μονοπάτια, τουλάχιστον 36, διατηρούνται σε
καλή κατάσταση και είναι και σήμερα προσβάσιμα καθώς το 1996
σηματοδοτήθηκαν όλα φέροντας το γράμμα Ζ και αριθμήθηκαν με
αύξοντα αριθμό. Οι «σκάλες» (περίφημη είναι η σκάλα του
Βραδέτου) ήταν στην ουσία μονοπάτια με αναβαθμούς που
περνούσαν από δύσβατα σημεία και πλαγιές.
Περίπου 60 είναι τα γεφύρια στο Ζαγόρι, όλα κατασκευασμένα

Ιστορικά στοιχεία
Ως την περίοδο της Τουρκοκρατίας η ιστορία του Ζαγορίου
ταυτίζεται με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων.
Το 1431, 14 χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου δήλωσαν υποταγή στον
Σινάν Πασά, ο οποίος εκτιμώντας την αυθόρμητη υποταγή των
Ζαγορισίων, συμφώνησε να παραχωρήσει στα χωριά αυτά
αυτονομία και απαλλαγή από τους φόρους υποτέλειας.
Η συνθήκη που υπογράφηκε, το «Βοΐνικο», προέβλεπε αυτονομία
και αυτοδιοίκηση για το Κεντρικό Ζαγόρι. Αντί για φόρους,
συμφωνήθηκε να στέλνει κάθε χωριό έναν αριθμό ανδρών στην
Κωνσταντινούπολη, για να υπηρετήσουν ως ιπποκόμοι στο παλάτι.
Τα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου που είχαν αντισταθεί στον
Σινάν Πασά και είχαν νικηθεί, προσχώρησαν στη συνθήκη του
Βοΐνικου το 1480. Το 1681 προσχώρησαν στη συνθήκη και τα χωριά
του Δυτικού Ζαγορίου, ιδρύοντας την «Επιστασία Ζαγορίου»
(είδος αυτόνομης ομοσπονδίας που απολάμβανε πολλά προνόμια, τα
λεγόμενα «Σουρούτια»).
Μεταξύ άλλων: παρέχονταν στους Ζαγορίσιους θρησκευτική
ελευθερία, σχολεία, απαγορευόταν στους Τούρκους η είσοδος στο
Ζαγόρι, επιτρεπόταν να λύνουν τις μικροδιαφορές τους σε τοπικά
δικαστήρια υπό τον «Ζαγόρ Κοτζαμπάση», τον γενικό προεστό του
Ζαγορίου, ορίστηκε αυτοδιοίκηση με τοπικά συμβούλια και την
συμμετοχή
πλούσιων
ντόπιων
και
οργανώθηκε
φρουρά
αποτελούμενη από 100 περίπου άνδρες. Τα προνόμια έγιναν
σεβαστά από όλους τους Σουλτάνους και διατηρήθηκαν ως το
1868.
Την περίοδο αυτή το Ζαγόρι έφτασε στην ακμή του. Χτίστηκαν
εκκλησίες, μεγαλοπρεπή αρχοντικά, γεφύρια, δημόσια κτίρια, και
δρόμοι με την συνδρομή και των ξενιτεμένων Ζαγορισίων που
διέπρεπαν στην Κωνσταντινούπολη, στη Βλαχία, στη Ρωσία, στην
Αυστρία, στην Αίγυπτο και αλλού.
Το Ζαγόρι εκτός από πάμπολλους ευεργέτες ανέδειξε και
σημαντικούς λόγιους και επιστήμονες, όπως ο Νεόφυτος Δούκας
(1760-1845, δάσκαλος από τα Άνω Πεδινά), ο Αναστάσιος
Σακελλάριος (1799-1865, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών), ο
Ιωάννης Λαμπρίδης (1839-1891, γιατρός, συγγραφέας και
φιλόσοφος από τη Βίτσα) και πολλοί άλλοι.
Μετά την πτώση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων το Ζαγόρι δέχτηκε
τα αντίποινα των Τούρκων καθώς ο γενικός προεστός του, Αλέξης
Νούτσος, στήριζε ανοικτά τον Αλή πασά. Το 1821 κατέκαψαν το
σπίτι του και κατά συνέπεια και όλα τα έγγραφα της Επιστασίας
που βρισκόταν σ' αυτό. Τα δύσκολα χρόνια για το Ζαγόρι ήρθαν
μετά την άρση των προνομίων του.
Η περίοδος 1868-1913 έφερε τη φτώχεια και την ερήμωση στα
χωριά του Ζαγορίου. Τα πλήγματα που προκάλεσαν στην περιοχή ο
απελευθερωτικός πόλεμος του 1912-13 και ο Β Παγκόσμιος πόλεμος
ήταν καίρια. Χαρακτηριστικό είναι ότι κάποια από τα χωριά του
Ζαγορίου κάηκαν εκ θεμελίων από τους Γερμανούς και
εκατοντάδες κάτοικοι εκτελέστηκαν.

Η αρχιτεκτονική στα Ζαγόρια
Τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα της Ζαγοριανής αρχιτεκτονικής, θα τα
συναντήσετε στο Μικρό και το Μεγάλο Πάπιγκο. Η βασική διαρρύθμιση του
χωριού έχει ως εξής: στο κέντρο, εκεί όπου βρίσκεται συνήθως και η μεγάλη
πλατεία του χωριού είναι το Μεσοχώρι. Αυτή η περιοχή αποτελεί τον πυρήνα
της κοινωνικής δράσης. Εκεί βρίσκονται το καφενείο, η εκκλησία, η βρύση
κ.τ.λ. και εκεί μαζεύονται οι κάτοικοι για όλα τα μεγάλα δημόσια γεγονότα. Τα
σπίτια βρίσκονται γύρω από το μεσοχώρι, χτισμένα σε γειτονιές-μαχαλάδες.
Μεταξύ τους συνδέονται με πεζοδρομημένα καλντερίμια. Οι μικρές
διαπλατύνσεις που θα βρείτε αν περπατήσετε σε αυτά τα καλντερίμια,
χρησιμεύουν ως σημείο συνάντησης των κατοίκων. Τα σπίτια στους διάφορους
μαχαλάδες είναι χτισμένα σύμφωνα με τη διαμόρφωση του εδάφους. Πα
παράδειγμα, σε σημεία που το έδαφος είναι έντονα κατηφορικό, θα δείτε τις
αυλόθυρες των σπιτιών να βρίσκονται λοξά ως προς τον άξονα του δρόμου. Ο
κεκλιμένος χώρος, μεταξύ του κυρίως σπιτιού και της αυλόθυρας αποτελεί
σημείο συναναστροφής, κάτι σαν τόπος συνάντησης μεταξύ της δημόσιας και
ιδιωτικής Ζωής των κατοίκων. Ακριβώς αυτές οι κεκλιμένες αυλές, με τα
πεζούλια και τα σκαλοπάτια τους, μαρτυρούν την έντονη κοινωνική διάθεση
των διαφόρων οικισμών των Ζαγορίων.
Το κυρίως σπίτι είναι συνήθως τετράγωνο, τετράχωρο και καταλαμβάνει τρία
επίπεδα. Το κατώτερο επίπεδο, το υπόγειο δηλαδή του σπιτιού ή αλλιώς
"αχούρι" έχει πάντοτε την κλίση του εδάφους.
Η ενδιάμεση στάθμη, στην οποία βρίσκεται και η είσοδος του σπιτιού,
περιλαμβάνει το χαγιάτι (έναν χώρο υποδοχής, δηλαδή), αποθηκευτικούς
χώρους, το μαντΖάτο (δωμάτιο υποδοχής και ύπνου) και, φυσικά, την σκάλα,
που οδηγεί στο ανώτατο πάτωμα του σπιτιού.
Ο πάνω όροφος διαθέτει δύο μαντζάτο και την "κρεβάτα" (την "καλή"
κρεβατοκάμαρα του σπιτιού), που συνήθως βρίσκεται σε προνομιακή θέση,
στραμμένη προς το νότο. Σε αυτόν τον όροφο επίσης βρίσκεται και το
μαγειρείο. Στα κλασικά Ζαγορίσια σπίτια, το πάτωμα του μαγειρείου είναι
πάντοτε χωμάτινο ή πλακόστρωτο. Ιδιάζουσα είναι η περίπτωση της
Ζαγοριανής σκάλας, που στα πρώτα της σκαλοπάτια είναι πέτρινα, ενώ από τη
μέση και πάνω ξύλινα.
Το χαγιάτι, ο πρώτος χώρος που συναντάτε με την είσοδο σας στο σπίτι, είναι
ένας διάδρομος, χτισμένος με λίθινους τοίχους, που φωτίζεται από συρτά
παράθυρα. Σε πολλές περιπτώσεις θα βρείτε σ' αυτό μπασιές (υπερυψωμένα
χτιστά καθιστικά, σκεπασμένα με παραδοσιακά υφαντά). Αξιόλογη είναι η
διακόσμηση αυτού του δωματίου στην περίπτωση των Ζαγορίσιων
αρχοντικών, όπου θα συναντήσετε περίτεχνα ξύλινα χωρίσματα και αψίδες.
Στον ψηλότερο όροφο, τα δωμάτια διατάσσονται σε σχήμα "Γ" γύρω από την
κρεβάτα.
Το τυπικό Ζαγορίσιο σπίτι περιλαμβάνει τον οντά (το κυρίως δωμάτιο
υποδοχής, τόπο διαμονής κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, φωτεινό με μια
μεγάλη περιμετρική μπασιά και τζάκι), το μαντζάτο (υπνοδωμάτιο που
περιλαμβάνει απαραιτήτως άνετες μπασιές και τζάκι), που μπορεί να είναι
καλοκαιρινό ή χειμωνιάτικο, ανάλογα με τον προσανατολισμό του και το
μαγειριά ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού, με φούρνο γάστρα,
νεροχύτη και ντουλάπια. Χαρακτηριστικά της Ζαγορίσιας παράδοσης είναι οι

Χαγιάτι. Δάπεδο
από ορθογώνιες
μαύρες πλάκες. 
Οι αρμοί είναι
βαμμένοι με
χρώμα.

Σπίτι Στούρτζα στις
Νεγάδες. Ξεχωρίζει για
το ύψος του, το ξύλινο
κιπέγκι στον όροφο &
την κάποια ελευθερία
στην κάτοψη.

Κάτω Πεδινά. Ο
χώρος της
μπίμπτσας, 
Βρίσκεται στο
υπόγειο & πλέον
χρησιμοποιείται 
ως αποθήκη.

Μικρό Πάπιγκο.
Μαντζάτο στο
σπίτι της  Αλίκης
Στάρα
Κήποι. Αυλόπορτα με
πεζούλια

Τσεπέλοβο. Σπίτι
Αλ. Τσουμάνη.
Πλούσια
διακοσμημένος
όντας
Τυπική γωνίας ύπνου.
Διακρίνεται το στρώμα
ύπνου για τους ενήλικες
& τα μικρά παιδία. Τα
στρωματά είναι πάνω
στα «μπάσια».

Κρεβάτα με
πλούσια ξύλινη
διακόσμηση

 Τα σπίτια στα Ζαγόρια: Μορφή, διάταξη χωρών, κατασκευαστικά στοιχεία
 
Όλοι οι οικισμοί του Ζαγορίου χαρακτηρίζονται από την ομοιογένεια των κτισμάτων, την γεωμετρική καθαρότητα & τη
δομική σαφήνεια τους. Πρόκειται για μορφές απλές, με σχήματα παρόμοια μεταξύ τους, απόλυτα ενταγμένα στο τοπίο πού τα
περιβάλλει.
Το ζαγορίσιο σπίτι χτίζεται με τρόπο πού να παρέχει προστασία από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (βροχές, ανέμους,
χιόνια), & τις φυσικές ή ανθρώπινες απειλές (τους σεισμούς & τις ληστρικές επιδρομές).
Στα Ζαγοροχώρια τα τυπικά σπίτια χαρακτηρίζονται ως αρχοντικά: διώροφα, με μεγάλους, άνετους χώρους & υποδειγματική
λειτουργικότητα, με υψηλή ποιότητα κατασκευής.
Έχουν κάτοψη με ποικίλα σχήματα, ορθογωνική, τετράγωνη, παραλληλόγραμμη, Γάμα, Πι - σχήματα πού συχνά έχουν προκύψει
από κατά καιρούς προσθήκες.
Στην αυστηρή & απόλυτα κυβική εντύπωση πού προκαλεί συμβάλλει το γείσο της στέγης πού δεν προεξέχει πολύ, ενώ το ύψος
της - όσο & να είναι - δε δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς οι πλάκες της επιστέγασης έχουν την ίδια υφή & χρώμα με τις
πέτρες της τοιχοποιίας.
 Το τυπικό σπίτι είναι διώροφο ή τριώροφο -ανάλογα με την κλίση του εδάφους -με μορφή καθαρά αμυντική. Το σχήμα του
είναι απλό, κανονικό πρίσμα. Χωρίς διακόσμηση στις εξωτερικές επιφάνειες, με ανοίγματα μόνο στον όροφο & πολεμίστρες
στο ισόγειο επιβάλλεται με το βαρύ, συμπαγή κυβικό του όγκο & τις απλές, αδρές γραμμές του. Διακρίνεται για τη μοναδική
επεξεργασία της πέτρας στην τοιχοποιία του, που είναι πάντα ανεπίχριστη.
Η τυπολογία τους έχει σχέση άμεση με τη χρονολογική εξέλιξη: τύποι παλιών σπιτιών, σε 3 φάσεις, πού διαμορφώθηκαν μέχρι
το 1850-60 & ο τελευταίος τύπος, πού διαμορφώθηκε μετά το 1870-80. Η διάκριση & κατάταξη των σπιτιών σύμφωνα με τη
χρονολογική εξέλιξη μπορεί να γίνει από τον τρόπο της κατασκευής τους (ξερολιθιά-τοιχοποιία με κονίαμα) & από επιμέρους
μορφολογικά χαρακτηριστικά (παράθυρα, ανοικτό ή κλειστό «χαγιάτι», «κρεβάτα», κ.ά.).
Τύποι σπιτιών στα Ζαγόρια.
Στα Ζαγοροχώρια, οι τύποι των σπιτιών διακρίνονται στις έξης κατηγορίες: 
13.Ο τύπος που λέγεται «γιαγιά» Διαμορφώθηκε γύρω στα 1650. Είναι τύπος καθαρός & εύκολα αναγνωρίσιμος. Τα σπίτια
είναι μικρά, ισόγεια (υπερυψωμένα). Έχουν σχήμα τετράγωνο ή ορθογώνιο, με 1 ή 2 δωμάτια «ανώγεια» & με ανάλογα
«κατώγεια» (κελάρια). Η σκάλα είναι πάντα εξωτερική, πέτρινη με 6-10 σκαλοπάτια. Στον τύπο αυτό δεν υπάρχει τζάκι. Για
θέρμανση & φωτισμό άναβαν φωτιά στη μέση ενός τοίχου & για να μη σκορπούν τα κάρβουνα στερέωναν στο χώμα όρθιες
πέτρες, σχηματίζοντας ένα χώρο τετράγωνο, τη γωνιά. Ο καπνός κυκλοφορούσε ελεύθερα στο χώρο & έβγαινε από μια μικρή
ορθογώνια τρύπα πού ήταν στη στέγη ακριβώς πάνω από τη γωνιά, & από όλα τα κενά πού άφηναν οι πλάκες. Σε ένα ή δύο
σημεία στους τοίχους υπήρχαν εσοχές, οι «στρουάχες», πού χρησίμευαν σαν ντουλάπια. Κρεβάτια δεν υπήρχαν & η οικογένεια
κοιμόταν σε στρώματα πού έστρωναν στη σειρά στο πάτωμα.
14.Ο τύπος που λέγεται «μάνα». Μετά το 1700 ως το 1750 ξεφυτρώνει άλλος τύπος σπιτιών επηρεασμένος από τα ταξίδια των
Ζαγορίσιων. Το σπίτι αποτελείται από 4 χώρους, πιο ψηλούς & πιο ευρύχωρους από πριν, έτσι ώστε να σχηματίζουν
τετράγωνο. Κάθε χώρος απόκτησε συγκεκριμένο χαρακτήρα (λειτουργία): υπήρχε το μαγειρείο με το φούρνο & σε σχέση άμεση
μαζί του ένας χώρος με πατημένο χώμα για δάπεδο & με φεγγίτες για ανοίγματα, πού ήταν κατάλληλος για τη χειμερινή
διαμονή της οικογένειας επίσης, υπήρχε το παλιό δωμάτιο διαμονής & ύπνου (το μαντζάτο), πού συμπληρώθηκε από ένα άλλο
καλύτερα τακτοποιημένο, για τους επισκέπτες ο «όντας». Η σκάλα αποκτά περισσότερα σκαλοπάτια & εντάσσεται σε δωμάτιο
ημιυπαίθριο του ισογείου (το «χαγιάτι»). Αντίστοιχα, το πλατύσκαλο παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, γίνεται δωμάτιο
ανοιχτό από τη μια ή δυο πλευρές, αποκτά ξύλινο πάτωμα - όχι όμως & ταβάνι - & λέγεται «κρεβάτα».
15.Ο τύπος που λέγεται «θυγατέρα». Διαμορφώθηκε από τα τέλη του 18ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Το σπίτι γίνεται
δηλωτικό του πλούτου του ιδιοκτήτη: γυρίζοντας ο κάθε ξενιτεμένος, πλούσιος πια, εγκαταλείπει το παλιό του σπίτι για να
χτίσει καινούριο. Στη φάση αυτή ή σκάλα είναι ξύλινη με πέτρινα τα 4-5 πρώτα σκαλοπάτια. Η «κρεβάτα» κλείνεται από μία ή
δύο πλευρές της με ξυλοκατασκευή με παράθυρα περιμετρικά & συχνά προεξέχει λίγο από το περίγραμμα της κάτοψης του
ισογείου. Στο εσωτερικό του σπιτιού, απέναντι από το τζάκι διαμορφώθηκε η «μεσάντρα», μια σειρά ντουλάπια, με φύλλα
ταμπλαδωτά, πού καλύπτουν όλο τον τοίχο. Προς την πλευρά του τζακιού στο «μαντζάτο», με υπερύψωση περίπου 30-40 εκ.
του πατώματος, δημιουργήθηκε ο χώρος ύπνου, τα «μπάσια». Το τζάκι είναι καλοφτιαγμένο, με γύψινες διακοσμήσεις,
ανάλογα με τις επιρροές πού δέχτηκε ο ιδιοκτήτης.

Βίτσα. Πάνω Μαχαλάς.
Αρχοντικό, χαρακτηριστικό
για τον όγκο & την
αυστηρότητα του.
(Πηγή: Μέλισσα)

Τύπος σπιτιού «γιαγιά»

Τύπος σπιτιού «μάνα»

Τύπος σπιτιού «θυγατέρα»

Τελευταίος τύπος σπιτιού

Το Μονοδένδρι
Το Μονοδένδρι είναι χωριό του Ζαγορίου και ανήκει διοικητικά στον Δήμο Κεντρικού Ζαγορίου. Απέχει 41 χλμ.
από τα Ιωάννινα.
Το χωριό γνώρισε μεγάλη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Εκείνη την εποχή
ανεγέρθηκαν σχολεία, εκκλησίες και αρχοντικές οικίες που κοσμούν σήμερα τους μαχαλάδες του χωριού.
Υπήρξε η γενέτειρα των εθνικών ευεργετών Μάνθου και Γεωργίου Ριζάρη. Είναι κτισμένο σε ύψος 1060 μέτρων
και διατηρεί αλώβητη την παραδοσιακή λιθόκτιστη αρχιτεκτονική.
Το Μονοδένδρι κτισμένο σε κατάφυτη έκταση, στο βάθος διακρίνεται το φαράγγι του Βίκου.
Ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής είναι η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, που αναστηλώθηκε με δαπάνη των αδελφών
Ριζάρη και δεσπόζει στην κεντρική πλατεία (μεσοχώρι) του χωριού. Σημαντική είναι και η συμβολή των
κληροδοτημάτων των Ριζάρηδων με το εκθεσιακό κέντρο και την χειροτεχνική σχολή. Το αμφιθεατρικά
κτισμένο πέτρινο θέατρο, στα όρια του οικισμού, αποτελεί χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων κατά την θερινή
περίοδο.
Το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, δίπλα στο χωριό, κτισμένο στο χείλος του φαραγγιού του Βίκου,
προσφέρει απίστευτης ομορφιάς πανοραμική θέα. Είναι από τις παλαιότερες μονές στην περιοχή του
Ζαγορίου, ιδρύθηκε το 1412 με δαπάνη του βοεβόδα Μιχαήλ Θεριανού, όταν η περιοχή βρισκόταν κάτω από
την εξουσία του Δεσπότη της Ηπείρου Καρόλου Α' Τόκκου. Στην περιοχή δεσπόζουν οι πέτρινοι πύργοι στη
θέση
Οξιά
και
οι παράπλευρες
Μάνθος
και
Γεώργιος
Ριζάρης σπηλιές στα βράχια του φαραγγιού, που αποτελούσαν καταφύγιο για τους
κατοίκους την περίοδο της τουρκοκρατίας.
Τα Μάνθος
τελευταία
χρόνια (1764-1824)
σημειώνεται και
αξιόλογη
τουριστική
ανάπτυξη,
ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο.
Ο
Ριζάρης
ο Γεώργιος
Ριζάρης
(1769-1842)
Αρκετά
είναι και ταέμποροι
ορειβατικά
που διαπερνούν
το χωριό.
υπήρξανδημοφιλή
εθνικοί ευεργέτες,
και μονοπάτια
μέλη της Φιλικής
Εταιρείας.
Οι
αδελφοί Ριζάρη κατάγονταν από το Μονοδένδρι Ζαγορίου και από μικρή
ηλικία έμειναν ορφανοί. Αρχικά ο Μάνθος πήγε στη Μόσχα, για να δουλέψει
για ένα διάστημα σε ένα θείο τους. Στη συνέχεια ξεκίνησε δικές του
επιχειρήσεις και γρήγορα έκανε περιουσία. Το 1806 πήγε κοντά του και ο
αδελφός του ο Γεώργιος. Ασχολήθηκαν από κοινού με το εμπόριο και
σταδιακά κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλη περιουσία.
Ο Μάνθος μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1817 και από τότε συνέβαλε
Μονοδένδρι
στην οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης με κάθε μέσο: ενίσχυσε τον
Αλέξανδρο Υψηλάντη με 30.000 ρούβλια και καθόλη την διάρκεια του
αγώνα προσέφερε πάνω από 50.000 ρούβλια συνολικά για τους σκοπούς
της Επανάστασης. Ο Μάνθος, που υπήρξε ο θεμελιωτής της περιουσίας
πέθανε το 1824 στην Ρωσία.
Και τα δύο αδέλφια στήριξαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία, με την
οικονομική ενίσχυση απόρων ατόμων και ορφανών και δυστυχισμένων από
τις κακουχίες του πολέμου οικογενειών. Μετά τον θάνατο του Μάνθου, ο
Γεώργιος, εγκαθίσταται στην Οδησσό απ’ όπου ενήργησε για την ίδρυση
της "Σχολής των Ελληνικών Μαθημάτων" στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το
Μονοδένδρι. Το σχολείο στεγάστηκε στο πατρικό τους σπίτι, στο οποίο
Ριζάρειος σχολή.
τρόφιμοι υπήρξαν πολλά ορφανά παιδιά.
Μονοδένδρι
Το 1837 ο Γεώργιος εγκαθίσταται στην Αθήνα, κύριος σκοπός του ήταν να
πραγματοποιήσει το όνειρο του ιδίου και του αδελφού του: να ιδρυθεί
εκκλησιαστική ακαδημία στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1843 μετά τον θάνατο
του Γεώργιου Ριζάρη ιδρύεται ιερατική σχολή, η οποία ονομάστηκε
Ριζάριος Ιερατική Σχολή, λόγω της τεράστιας συμβολής τους, από κάθε
άποψη, για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Αρχικά η σχολή βρίσκονταν
κόντα στο σημερινό ξενοδοχείο Hilton, σήμερα λειτουργεί στο Χαλανδρι,
ως ανώτερο εκκλησιαστικό φροντιστήριο.

Ιερά
Μονή
Αγίας
Παρασκευής
Μονοδενδρίου (Ζαγόρια )
Στο γνωστό για τις ομορφιές του χωριό
του
Ζαγορίου
Μονοδένδρι,
στο
γκρεμό της χαράδρας του Βίκου,
βρίσκεται το μοναστήρι της Αγίας
Παρασκευής, που είναι από τα
αρχαιότερα της Ηπείρου.
Ένα όμορφο λιθόστρωτο μας φέρνει
στην είσοδο της μονής που χτίστηκε το
1412 από τον Μιχαήλ, Βοεβόδα του
Θερεανού. Πρόκειται για πραγματικό
μοναστήρι - φρούριο: Καμαρωτή πύλη,
κτίσματα πέτρινα, καλοχτισμένα κελιά,
πηγάδι, καταπακτή, κ.λ.π. που σε όλα
κυριαρχεί το περίτεχνο χτίσιμο της
πέτρας.
Η μικρή εκκλησία έχει νάρθηκα με
λίγες παλιές τοιχογραφίες, μονόχωρο
καθολικό με ξύλινο ζωγραφισμένο
τέμπλο
και
τοιχογραφίες.
Στην
αριστερή πλευρά είναι ζωγραφισμένοι
ο κτήτορας Βοεβόδας, η γυναίκα του
και η κόρη του Παρασκευή, που κατά
την παράδοση, μόνασε εδώ.
Το μοναστήρι με τις παράπλευρες
σπηλιές ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο
των κατοίκων της περιοχής κατά τη
διάρκεια της τουρκοκρατίας. Η άγρια
ομορφιά του περιβάλλοντος χώρου και
του μοναστηριού, με κορύφωμα τη
χαράδρα του Βίκου
στην
περιοχή
Μονοδενδρίου,
προσελκύει
πάρα
πολλούς επισκέπτες.

Βίτσα Ιωαννίνων
Η Βίτσα είναι ορεινός οικισμός που υπάγεται διοικητικά στο οικιστικό
συγκρότημα του Ζαγορίου. Πρόκειται για ένα οικιστικό σύνολο που
διακρίνεται για την ενότητα των λιθόκτιστων οικιών, εκκλησιών,
δρόμων και πλατειών του. Αποτελείται από δύο χωρικές ενότητες
(μαχαλάδες), την Άνω Βίτσα και την Κάτω Βίτσα. Οι κύριες οικονομικές
δραστηριότητες των κατοίκων στρέφονται γύρω από την κτηνοτροφία
και τον τουρισμό. Σημαντικά προϊστορικά ευρήματα έχουν ανασκαφεί
στο βορειοδυτικό τμήμα του οικισμού.
Η Βίτσα ανήκει στο Δήμο Κεντρικού Ζαγορίου, είναι έδρα του ομώνυμου
Δημοτικού Διαμερίσματος και στην απογραφή του 2001 βρέθηκε να έχει
137 κατοίκους.
Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ναοί Αγίου
Νικολάου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Ταξιαρχών, το γεφύρι του Μίσιου
πάνω από τον ποταμό Βοϊδομάτη. Ανάμεσα στους τοπικούς φορείς
διακρίνονται: 1. ο Πολιτιστικός Σύλλογος Βίτσας 2. η Αδελφότητα
Βίτσας 3. το Σωματείο Πετροχελίδονα Ο πλούτος της τοπικής
Δρακόλιμνες
παράδοσης εκφράζεται μέσα από εκδηλώσεις για τον εορτασμό της
Κοίμησης της Θεοτόκου, των Αποκριών, κτλ.
Η μία δρακόλιμνη βρίσκεται στην Τύμφη, σε υψόμετρο 2050m, ΒΔ της
κορυφής Πλόσκος (2377m), ΒΑ της κορυφής Αστράκας (2436m), Ν της
μονής Στομίου από την οποία απέχει 3,5 ώρες και ΔΒΔ της κορυφής
Γκαμήλας (2497m) η οποία είναι και η υψηλότερη κορυφή της Τύμφης.
Αποτελεί πολυσύχναστο ορειβατικό προορισμό και είναι γνωστή για
τους αλπικούς Τρίτωνες (δράκους) που φιλοξενεί στα νερά της. Η λίμνη
απέχει 1 ώρα πεζοπορίας από το οργανωμένο καταφύγιο στο διάσελο
της Αστράκας και 4 ώρες πεζοπορίας από το Μικρό Πάπιγκο. Η
πρόσβαση είναι δυνατή μόνο με τα πόδια.
Η δεύτερη δρακόλιμνη βρίσκεται στην δυτική κλιτύ του Σμόλικα του
δεύτερου σε ύψος βουνού της Ελλάδας. Ο Σμόλικας εκτείνεται λίγα
χιλιόμετρα βόρεια της Τύμφης, με όριο το φαράγγι του Αώου.
Κατοικείται επίσης από αλπικούς Τρίτωνες.
Οι περιοχές που βρίσκονται οι Δρακόλιμνες αποτελούν σημαντικούς
βοσκότοπους όπου τα καλοκαίρια στήνουν τις στάνες τους οι
μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι. Οι φιλόξενοι αυτοί εξερευνητές του
βουνού είναι ιδιαίτερα προσιτοί και διαθέτουν ακόμη και τις καλύβες
τους στους επισκέπτες των περιοχών τους που επιθυμούν να γνωρίσουν
τον ποιμενικό βίο και να γευτούν τα αγνά προϊόντα της κτηνοτροφίας.
Οι πηγές και τα τρεχούμενα νερά είναι άφθονα για να ξεδιψούν οι
πεζοπόροι. Τα αγριοκάτσικα, τα μεγάλα αρπακτικά πτηνά και πολλά
μικρότερα θηλαστικά, συνθέτουν την εικόνα της πανίδας της περιοχής.
Τα πολλά χιόνια που καλύπτουν τις παραπάνω περιοχές δεν επιτρέπουν
συνήθως την πρόσβαση κατά το χειμώνα, ενώ οι καλύτερες εποχές για
αυτό είναι η Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Η επιστήμη τις θεωρεί ως
απομεινάρια παγετώνων ενώ η παράδοση ως κατοικίες δράκων που
τσακώνονται μεταξύ τους, πετώντας ο καθένας βράχους εναντίον του
αντιπάλου του στο απέναντι βουνό.

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ( ΒΙΚΑΚΙ )
ΒΙΚΟΣ
Το φαράγγι του Βίκου αρχίζει κάτω από το
ΤΣΕΠΕΛΟΒΟ και ονομάζεται ΒΙΚΑΚΙ. Στη θέση
αυτή υπάρχουν δυο όμορφα πέτρινα γεφύρια.
Το μεγαλύτερο είναι της Άνθας και ακολουθεί
ένα μονοπάτι που οδηγεί στα χωριά ΝΕΓΑΔΕΣ
και ΚΗΠΟΙ και το πιο μικρό ονομάζεται
παλιογέφυρο και είναι χτισμένο πάνω στα
πέτρινα βράχια του φαραγγιού.
Το ποτάμι που ακολουθεί είναι παραπόταμος
του Αώου, Σκαμνελιώτικο ρέμα η Ζαγοριτικος
ποταμός ,φθάνει κοντά στους ΚΗΠΟΥΣ στο
γεφύρι του ΛΑΖΑΡΙΔΗ.
Ακολουθεί και ενώνεται με το (μπαγιότικο) ρέμα
ΚΗΠΩΝ σήμερα, συναντούν το τρίτοξο του
Πλακίδα ή Καλογερικo το οποίο στην αρχή ήταν
ξύλινο και έγινε πέτρινο με είκοσι χιλιάδες
γρόσια, του καλογέρου ΣΑΜΟΥΗΛ από το
μοναστήρι του προφήτη ΗΛΙΑ ΒΙΤΣΑ το 1814. Το
άλλο του όνομα το οφείλει στους αδελφούς
Πλακιδα όπου το επισκεύασαν το 1865.
Ακολουθεί στα διακόσια μέτρα το γεφύρι του
ΝΟΥΤΣΟΥ, κατασκευάστηκε το 1821 από το
ΝΟΥΤΣΟ ΚΟΝΤΟΔΗΜΟ από το ΒΡΑΔΕΤΟ είναι
γνωστό και ως γεφύρι του Κοκόρου από το
όνομα του μυλωνά γειτονικού μύλου. Ακολουθεί
το γεφύρι του ΜΙΣΙΟΥ στη χαράδρα του Βίκου
ανάμεσα από τα χωριά ΒΙΤΣΑ και ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙ.
Είναι διτοξο και κατασκευάστηκε το 1750 από
τον Αλέξη ΜΙΣΙΟ.
Με μετά το πέρασμα της γεφύρας , ένα
μονοπάτι αριστερά ακολουθεί μια πέτρινη
σκάλα μετά από δέκα λεπτά αριστερά ένα
μονοπάτι ακολουθεί για το χωριό ΔΙΛΟΦΟ και
ευθεία για ΒΙΤΣΑ. Το άλλο μονοπάτι δεξιά
ακολουθεί το φαράγγι μετά από 30 λεπτά ένα
μονοπάτι
αριστερά
πηγαίνει
στο
χωριό
ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙ και το άλλο συνεχίζει στο
μονοπάτι του φαραγγιού.
Λίγο πιο πάνω από τη μέση της διαδρομής στη
δεξιά πλευρά έρχεται και ενώνεται με το
φαράγγι του βίκου, το φαράγγι του ΜΕΓΑ ΛΑΚΟΥ
όπου υπάρχει μια παλιά ξύλινη γέφυρα
συνεχίζουμε το δρομάκι και μετά από 2 ώρες
περiπου φτάνουμε στις πηγές του Βοϊδομάτη
όπου ενώνεται ο ποταμός Βίκος.
Από τη δεξιά πλευρά υπάρχει μονοπάτι που