Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάομαι και απελπί!ομαι τώρα εδώ.
"λλο δεν σκέπτομαι# τον νουν μου τρώγει αυτ$ η τύχη%
δι&τι πράγματα πολλά έ'ω να κάμω είχον.
( &ταν έκτι!αν τα τείχη πώς να μην προσέ'ω.
(λλά δεν άκουσα ποτέ κρ&τον κτιστών $ $χον.
(νεπαισ$τως μ' έκλεισαν απ& τον κ&σμον έ'ω.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Ενας γέρος
)του κα*ενείου του +οερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέ!ι κάετ' ένας γέρος%
με μιαν ε*ημερίδα εμπρ&ς του, χωρίς συντρο*ιά.
Και μες στων άλιων γηρατειών την κατα*ρ&νεια
σκέπτεται π&σο λίγο χάρηκε τα χρ&νια
που είχε και δύναμι, και λ&γο, κ' εμορ*ιά.
,έρει που γέρασε πολύ% το νοιώει, το κυττά!ει.
Κ' εν τούτοις ο καιρ&ς που $ταν νέος μοιά!ει
σαν χές. -ι διάστημα μικρ&, τι διάστημα μικρ&.
Και συλλογιέται η .ρ&νησις πώς τον εγέλα%
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα / τι τρέλλα0 /
την ψεύτρα που έλεγε% 1(ύριο. 2χεις πολύν καιρ&.3
4υμάται ορμές που +άσταγε% και π&ση
χαρά υσία!ε. -ην άμυαλ$ του γνώσι
κά' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαί!ει.
... 5α απ' το πολύ να σκέπτεται και να υμάται
ο γέρος ε!αλίσηκε. Κι αποκοιμάται
στου κα*ενείου ακουμπισμένος το τραπέ!ι.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Τα άλογα του Αχιλλέως
-ον 6άτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που $ταν τ&σο ανδρείος, και δυνατ&ς, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του (χιλλέως%
η *ύσις των η αάνατη αγανακτούσε
για του ανάτου αυτ& το έργον που ωρούσε.
-ίνα!αν τα κε*άλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα π&δια, και ρηνούσαν
τον 6άτροκλο που ενοιώανε άψυχο /α*ανισμένο/
μιά σάρκα τώρα ποταπ$ /το πνεύμα του χαμένο/
ανυπεράσπιστο /χωρίς πνο$/
εις το μεγάλο -ίποτε επιστραμένο απ' την !ω$.
-α δάκρυα είδε ο 7εύς των αανάτων
αλ&γων και λυπ$η. 1)του 6ηλέως τον γάμο3
είπε 1δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω%
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα0 -ι γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άλια ανρωπ&τητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
)εις που ουδέ ο άνατος *υλάγει, ουδέ το γ$ρας
πρ&σκαιρες συμ*ορές σας τυραννούν. )τα +άσανά των
σας έμπλε'αν οι άνρωποι3. /8μως τα δάκρυά των
για του ανάτου την παντοτειν$
την συμ*οράν εχύνανε τα δυ& τα !ώα τα ευγεν$.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Η κηδεία του Σαρπηδόνος
9αρυάν οδύνη έχει ο 7εύς. -ον )αρπηδ&να
εσκ&τωσεν ο 6άτροκλος% και τώρα ορμούν
ο 5ενοιτιάδης κ' οι (χαιοί το σώμα
ν' αρπά'ουνε και να το ε'ευτελίσουν.
(λλά ο 7εύς δι&λου δεν στέργει αυτά.
-ο αγαπημένο του παιδί / που το ά*ισε
και χάηκεν% ο :&μος $ταν έτσι /
τουλάχιστον α το τιμ$σει πεαμένο.
Και στέλνει, ιδού, τον .οί+ο κάτω στην πεδιάδα
ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασεί.
-ου $ρωος τον νεκρ& μ' ευλά+εια και με λύπη
σηκώνει ο .οί+ος και τον πάει στον ποταμ&.
-ον πλένει απ& τες σκ&νες κι απ' τα αίματα%
κλείει τες *ο+ερές πληγές, μη α*ίνοντας
κανένα ίχνος να *ανεί% της αμ+ροσίας
τ' αρώματα χύνει επάνω του% και με λαμπρά
;λύμπια *ορέματα τον ντύνει.
-ο δέρμα του ασπρί!ει% και με μαργαριταρένιο
χτένι κτενί!ει τα κατάμαυρα μαλλιά.
-α ωραία μέλη σχηματί!ει και πλαγιά!ει.
-ώρα σαν νέος μοιά!ει +ασιλεύς αρματηλάτης /
στα εικοσιπέντε χρ&νια του, στα εικοσιέ'η /
αναπαυ&μενος μετά που εκέρδισε,
μ' άρμα ολ&χρυσο και ταχυτάτους ίππους,
σε 'ακουστ&ν αγώνα το +ρα+είον.
<τσι σαν που τελείωσεν ο .οί+ος
την εντολ$ του, κάλεσε τους δυο αδελ*ούς
τον =πνο και τον 4άνατο, προστά!οντάς τους
να παν το σώμα στην >υκία, τον πλούσιο τ&πο.
Και κατά εκεί τον πλούσιο τ&πο, την >υκία
τούτοι οδοιπ&ρησαν οι δυ& αδελ*οί
=πνος και 4άνατος, κι &ταν πια έ*ασαν
στην π&ρτα του +ασιλικού σπιτιού
παρέδοσαν το δο'ασμένο σώμα,
και γύρισαν στες άλλες τους *ροντίδες και δουλειές.
Κι ως τ&λα+αν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησε
με συνοδείες, και τιμές και ρ$νους,
και μ' ά*ονες σπονδές απ& ιερούς κρατ$ρας,
και μ' &λα τα πρεπά η λι+ερ$ τα*$%
κ' έπειτα έμπειροι απ' την πολιτείαν εργάται,
και *ημισμένοι δουλευταί της πέτρας
$λανε κ' έκαμαν το μν$μα και την στ$λη.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Σημειώσεις:
?υιος του @ία και της >αοδαμείας $ του 2ύανδρου και της @ηAμαδείας. ; Σαρπηδών
έλα+ε μέρος στον -ρωAκ& 6&λεμο &που και σκοτώηκε απ& τον 6άτροκλο. ; @ίας
διέτα'ε τ&τε τον (π&λλωνα να κααρίσει το σώμα του αγαπημένου του παιδιού, απ&
το αίμα και τη σκ&νη με αμ+ροσία. <τσι κααρισμένο το παρέλα+αν οι δίδυμοι
αδελ*οί 4άνατος και =πνος και μετέ*εραν στη >υκία, &που τον έαψαν με μεγάλες
τιμές.

Καβάφης Η κηδεία του Σαρπηδόνος Βαρυάν οδύνη έχει ο Ζεύς. Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων αλόγων και λυπήθη. Τα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει. άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως· η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε. Και στέλνει. -Όμως τα δάκρυά των για του θανάτου την παντοτεινή την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή. και θρηνούσαν τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένομιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένοανυπεράσπιστο -χωρίς πνοήεις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή. ιδού. Κωνσταντίνος Π. που ήταν τόσο ανδρείος. Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν. την γη χτυπούσαν με τα πόδια. Του ήρωος τον νεκρό μ' ευλάβεια και με λύπη σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.που το άφισε και χάθηκεν· ο Νόμος ήταν έτσι τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο. . Τον πλένει από τες σκόνες κι απ' τα αίματα· κλείει τες φοβερές πληγές.Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο. Τον Σαρπηδόνα εσκότωσεν ο Πάτροκλος· και τώρα ορμούν ο Μενοιτιάδης κ' οι Αχαιοί το σώμα ν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν. και δυνατός. και νέος. ουδέ το γήρας πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Το δέρμα του ασπρίζει· και με μαργαριταρένιο χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά. Αλλά ο Ζεύς διόλου δεν στέργει αυτά. Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει. τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί. μη αφίνοντας κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας τ' αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά Ολύμπια φορέματα τον ντύνει. «Στου Πηλέως τον γάμο» είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω· καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας. Στα βάσανά των σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». Το αγαπημένο του παιδί .