ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ

ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ
Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ ΙΚ Ο
για τὴν τρίτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ
τῶν μουσουλμανικῶν σχολείων

«Ἕἶστε Ἑλληνόπουλα καὶ εἶναι μεγάλο
πράγμα νὰ εἶναι κανεὶς Ἕλλην»
Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1939

.

.

ποτὲ δὲ σπέρνουν. δὲ θερίζουν κι ὅμως κανένα δὲν πεινᾶ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ ξεχάση καὶ νὰ μ’ ἀφήση νηστικό.νὰ σταθὦ. Γ. μικρὸ παιδὶ καὶ ταπεινό.. 1. ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟ ΘΕΟ Κι ἂν δὲ μοῦ μείνη ἐντὸς τοῦ κόσμου. ποῦ ν’ἀκουμπήσω. ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου· πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπιστῶ. Βιζυηνός . Φαιδρὰ στὰ δάση ὁλογυρίζουν τοῦ οὐρανοῦ τὰ πετεινά. ποὺ κατοικεῖ στὸν οὐρανό. ποὺ μ’ ἔχει πλάσει τὸ χέρι του τὸ σπλαχνικό.. Εἶν’ ὁ Θεός.. θὰ μὲ φωτίση ὁ Πλαστουργός μου. Κι ἐμένα τώρα ἐντὸς τοῦ κόσμου. Μέσ’ στὰ λιβάδια ανθοὶ καὶ κρὶνοι δὲν ἔμαθαν ὑφαντική· κι ὅμως ὁ Πλάστης μας τὰ ντύνει μὲ μιὰ στολὴ βασιλική.

Καὶ τώρα. τὰ θαλασσινὰ λουτρά. Ἐδῶ μιλοῦμε σήμερα σὰν καλοὶ φίλοι. ροδοκόκκινα. Τὰ παιδιὰ γυρίζουν μὲ τοὺς γονεἶς τους ἀπὸ τὶς ἐξοχές. Ἀφοῦ ἐτελείωσε. τὶς ἐκδρομὲς στὰ βουνά. Γυρίζουν ἀπὸ τὰ βουνά. προσευχή! Νὰ εὐχαριστήσωμε τὸ Θεό.. ὅλα τὰ παιδιὰ κάθονται στᾲ θρανίατους .Σήμερα δὲ θὰ κάμωμε μάθημα. Εἶναι ὅλα ζωηρά. ποὺ ἀνταμωθήκαμε πάλι ὅλοι καλά. 2. τοὺς λέει ὁ δάσκαλος. ποὺ ξαναβλέπει τὰ καλὰ παιδιά. . Ἔτσι ἀπὸ τὴ θέση σου. τὰ χωριά τους. κύριε! Καλημέρα σας! . ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΘΗΜΑ Σήμερα ἀρχίζουν τὰ μαθήματα.Καλῶς σᾶς βρήκαμε. . τοὺς κάμπους καὶ τ’ ἀκρογιάλια τῆς ὡραίας πατρίδας μας. γεμάτα ὑγεία ἀπὸ τὸν καθαρὸ ἀέρα. ὅπου πέρασαν τὸ καλοκαίρι τους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σηκωθῆς. Ἕνα παιδὶ στέκεται στὴ μέση καὶ ἀπαγγέλλει τὴν προσευχή. Ἔλα. τὰ νησιά. Δημητριάδη. Τὸ καλοκαίρι πέρασε. Θέλω νὰ μοῦ πῆτε καθένας σας πῶς πέρασε τὸ καλοκαίρι του. πές μας τώρα ἐσύ. Πόσον καιρὸ εἶχαν νὰ ἰδωθοῦν! Πόσα ἔχουν νὰ εἰποῦν! Ὁ δάσκαλος μπαίνει στὴν τρίτη τάξη. ποὺ εἶσαι καὶ ἀπὸ ἕνα ὡραῖο νησὶ τῶν Κυκλάδων.. .Καλῶς τὰ παιδιά! Καλῶς ὁρίσατε! Τὰ παιδιὰ σηκώνονται ὅλα καὶ χαιρετοῦν τὸν καλό τους δάσκαλο. Καὶ τώρα πάλι ὅλοι μαζὶ στὸ σχολεῖο. Χαίρεται κι ἐκεῖνος.

βαρκάδες ὅλη τὴν ἡμέρα. κύριε. πήγαμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ καλοκαιριοῦ στὸ νησί. α’. ψάρεμα. ποὺ σηνώναμε. ὅπως πᾶμε κάθε χρόνο. Τραβούσαμε κουπί. Στο νησί. Ο Δημητριάδης ἅρχισε: . Περάσαμε. Πιάναμε καὶ καβούρια στὸ γιαλό! Πόσα καβούρια! Κάθε πέτρα. Μὲ τὴν ἀπόχη πάλι πιάναμε .Ἐμεῖς. εἶχε καὶ καβούρι ἀπὸ κάτω. Ἄλλοτε ψαρεύαμε μὲ τὴ συρτή. Συχνὰ πηγαίναμε μὲ τὸν πατέρα μας καὶ ρίχναμε τὰ παραγάδια. Ἄλλοτε πάλι μόνοι μας με τὸ ἀρμίδι. ὡραῖα. Κολύμπι.

Καὶ κινδυνεύουν νὰ πνιγοῦν τόσοι κάθε χρόνο στὸ Φάληρο. κύριε! Ἐφέτος ἔμαθε κολύμπι καὶ τὸ μικρό μου ἀδερφάκι. νὰ μὴν ξέρωμε κολύμπι. Τώρα ὅλα τ’ ἀδερφάκια μου ξέρουνε κολύμπι. πὼς εἶναι ντροπή. Εἶναι ντροπή! . ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε νὰ κολυμπήσουν. . Ἐγὼ τὸν ἐμαθα.Εὖγε σας! Τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος· Δὲν πρέπει οὔτε ἕνα Ἑλληνόπουλο νὰ μὴν ξέρη κολύμπι. Θυμήθηκα. Ἕλληνόπουλα ἐμεῖς. ποὺ μᾶς ἐλέγατε. γιὰ νὰ δολώνωμε τ’ ἀγκίστρια μας Τί ὡραῖα ποὺ ἦταν.10 γαρίδες. κύριε. ὁ Γιῶργος.

11 3. Πολέμης . πὼς τούτη τὴ φορὰ χιλιάδες ἔχει πιάσει. Πολὺ κουράστηκες. Τράβα τὸ δίχτυ σου. ψαρά. 0 ΨΑΡΑΣ Βγαίν’ ἡ βαρκούλα τοῦ ψαρᾶ ἀπὸ τὸ περιγιάλι κι ἁπλώνει ὁ ναύτης μὲ χαρὰ τὰ δίχτυα του καὶ πάλι. Τὸ φεγγαράκι τὸ γιαλὸ τὸν κάνει σὰν καθρέφτη καὶ κάθε ψάρι παχουλὸ μέσα στὰ δίχτυα πέφτει. Ἱ. τὰ ψάρια εἶν’ δικά σου καὶ πούλα τα στὴν ἀγορὰ νὰ θρέψης τὰ παιδιά σου. κι ἀγάλια νὰ μὴ σπάση· θαρρῶ. ψαρά.

ποὺ κυλοῦσαν στὶς βαθιὲς ρεματιές. ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ. Στὸ βουνό. Τὰ ἅλλα παιδιὰ περίμεναν τώρα νὰ εἰποῦν καὶ αὐτὰ τὰ δικά τους.. μὲ τοὺς ἀγωγιάτες. Εἶπε ὁ δάσκαλος. στρωμένα μὲ ὡραῖα. νερά. τῆς Ρούμελης. ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό σπίτι τους. παχιὰ κιλίμια. Καθένας μὲ τὴ σειρά του. Δυὸ. . ὅπου μᾶς ἔβγαλε τὸ ἀτμόπλοιο.12 β’. κύριε. φαράγγια.Ὄχι ὅλοι μαζί!.τρεῖς σήκωσαν τὰ χέρια τους. .Ἐμεῖς πήγαμε στὸ βουνό. Καβαλικέψαμε καὶ ξεκινήσαμε. Πές μας τώρα ἐσὺ Ἀποστολίδη! Ὁ Ἀποστολίδης εἶχε πάει στὸ χωριό του. Τί ὡραῖα μέρη περάσαμε! Βουνά. Τὰ μουλάρια μᾶς περίμεναν στὸ μῶλο.. Κοίταζες κάτω καὶ σ’ ἔπιανε ζαλάδα. Ἐγὼ κρατιόμουν στερεὰ . Τρεῖς ὧρες δρόμο μὲ τὸ μουλάρι ἀπὸ τὸ λιμάνι.

Ἄλλοτε πάλι πηγαίναμε στὰ ἐρημοκλήσια καὶ τὰ λειτουργούσαμε καὶ περνούσαμε ὅλη τὴν ἡμέρα μας κάτω ἀπὸ τὰ ψηλὰ πλατάνια. Καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγωμε. πῶς ἔδερναν τὸ γάλα καὶ ἔβγαζαν τὸ βούτυρο. κάναμε τὴν προσευχή μας καὶ ξεκινούσαμε. Ὅλος ὁ τόπος ἤτανε δικός μας. Παίζαμε. νομίζαμε πὼς ἤτανε χτές. Ἡ γυναίκα τοῦ τσέλιγκα μᾶς ἔκαμε μιὰ μέρα καὶ μιὰ ὡραία τυρόπιτα. καμιὰ φορὰ φτάσαμε στὸ χωριό. γιατὶ ἔπρεπε νὰ πλαγιάσωμε νωρὶς καὶ νὰ σηκωθοῦμε πάλι πρωί. Δέναμε κούνιες ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ κουνιόμαστε. Ἔπρεπε νὰ φύγωμε. ποὺ φτάσαμε. Ξεπεζέψαμε στὸ πατρικό μας σπίτι. Μὰ τὰ παραμύθια τελείωναν γρήγορα. Τέλος. Καὶ τὸ βράδυ ἡ γιαγιὰ μᾶς ἔλεγε ὡραῖα παραμύθια. σκαοφαλώναμε στὰ βράχια. Τόσο ὡραῖα περάσαμε. πῶς ἔπηζαν τὸ τυρἴ. Τί νόστιμη ποὺ ἦταν! Ποτέ μου δὲν εἶχα φάει τέτοια τυρόπιτα στὴν ᾽Αθήνα. νιβόμαστε στὴ βρύση μὲ τὸ παγωμένο νερό. Σηκωνόμαστε πρωὶ πρωὶ μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. νὰ μὲ προσέχη. Οἱ τσοπάνηδες μᾶς φίλευαν ἁγνό. Καὶ δίπλα μου ἐρχόταν ὁ ἀγωγιάτης. παίζαμε τὸ κυνηγητό. ρίχναμε τὸ λιθάρι. μὲ τὴν αὐγή. Πηγαίναμε στὶς γειτονικὲς στάνες καὶ βλέπαμε πῶς ἄρμεγαν τὰ πρόβατα. ποὺ σηκωθήκαμε. ὡραῖο γάλα. μᾶς περίμεναν πάλι τὰ μουλάρια μὲ τοὺς ἀγωγιάτες.13 ἀπὸ τὸ σαμάρι. φωνάζαμε. Οὔτε τὸ καταλάβαμε πότε πέρασε τόσος καιρός. Μὲ τί χαρὰ μᾶς δέχτηκαν οἱ δικοί μας! Ἐκεῖ περάσαμε δυὸ μῆνες ὁλόκληρους. γιατὶ πλησίαζε ὁ καιρὸς ν’ ἀνοίξουν τὰ σχολεῖα καὶ ἔπρεπε νὰ . Ἐδῶ δεν εἶχε αὐτοκίνητα νὰ φοβώμαστε. Ἕνα πρωί.

ἀφήνουν τὰ ψηλά! Ἐμπρὸς ὁ Μοῦργος πάει. πὼς ἂν εἴμαστε ἐπιμελεῖς καὶ προβιβαστοῦμε. σὰ γέρος γνωστικὸς κι ἀκολουθᾶ στὸ πλάι μαγκούρα καὶ βοσκός. κατεβαίνουν. Κι ἄλλο δὲν περιμένουν τ’ ἀρνάκια τὰ καλά. καὶ νά τα.ἀρχινᾶ. Κι ὅταν θὰ ξαναδοῦμε χρυσὸ τὸν οὐρανό. Μὰ ὁ πατέρας μας εἶπε. Ἁ.14 εἴμαστε στὴν ὥρα μας στὴν Ἀθήνα. ποὺ ἀφήναμε τὸ ὡραῖο χωριό. 4. θὰ μᾶς ξαναφέρη πάλι τοῦ χρόνου.νὰ κατεβῆτε τώρα ἀπ’ τὰ ψηλὰ βουνά.ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ Ἀρνάκια. Κατακουζηνός. .τὸ σκότος. Ὅλοι κλαίγαμε. τροφὴ καλὴ θὰ βροῦμε καὶ πάλι στὸ βουνό. εἶναι ὥρα .

. καὶ γεμίζαμε τὰ μεγάλα κοφίνια. τὰ παιδιά. κύριε. Τά ξεκαθαρίζαμε. Ἔπειτα τὰ πηγαίναμε στὸ πατητήρι. Κι ἔτρεχε ὁ μοῦστος στὶς μεγά- . ἓνα παιδάκι ἀπὸ τὸν κάμπο τῆς Ἡλείας. πήγαμε στ’ ἀμπέλια μας καὶ στὶς σταφίδες μας Ὁ πατέρας μου ἔχει χτίσει ἐκεῖ ἕνα σπιτάκι καὶ πᾶμε καὶ περνοῦμε τὸ καλοκαίρι μας. ποὺ δὲν ἔβλεπε τὴν ὥρα νὰ μιλήση κι αὐτὸς καὶ σάλευε ὅλη τὴν ὥρα ἐπάνω στὸ θρανίο. Γυναῖκες καὶ κορίτσια ἔφταναν πρωὶ πρωὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ μάζευαν τὰ ὥριμα σταφύλια τραγουδώντας. τὰ ἁπλώναμε καὶ οἱ ἐργάτες τὰ πατοῦσαν. Πετάχτηκε ἔπειτα ὁ Λαμπρόπουλος.15 γ΄ Στὸν κάμπο.Ἐμεῖς. Τί ὡραῖα ποὺ περάσαμε! Εἴδαμε καὶ τὸν τρύγο. Βοηθούσαμε κι ἐμεῖς.

γιὰ νὰ φιλεύω κάθε πρωὶ καὶ τοὺς φίλους μου. ἀποκρίθηκε . πουθενά. ἦταν κι αὐτὰ ἐνθουσιασμένα. κύριε. εἶχαν παίξει στὶς ἀμμουδιές.. Μὰ ἒχομε καὶ ἄλλα ἀμπέλια. μὴ βρέξη καὶ μᾶς χαλάση τὴ σταφίδα μας! Ὅλο τὸν οὐρανὸ κοίταζε. Βλαχάκη. Μόνο ὁ μικρὸς ὁ Βλαχάκης δὲν εἶχε μιλήσει. Καθόταν συμμαζεμένος στὸ θρανίο του καὶ ἄκουε τοὺς ἄλλους. ἂν τύχη βροχή νὰ τὴ σκεπάσωμε.Ἐσύ. Φίλοι του ἥταν ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν τάξη. Μὰ εἴχαμε καὶ τὰ σταφιδόπανα. Ἑγὼ ἔχω μιὰ μικρὴ κάσα δική μου.Δὲν πῆγα.16 λες κάδες. . Αὐτὰ ἦταν τὰ σταφύλια. τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος. Εἶχαν κάμει τὰ θαλασσινὰ λουτρά τους. δε μᾶς εἶπες τίποτε. Ἦταν ὅλα εὐχαριστημένα. Ποῦ πῆγες τὸ καλοκαίρι. Τὸ κτῆμα μας βγάζει τὴν καλύτερη σταφίδα. εἶχαν κοκκινίσει τὰ μαγουλάκια τους ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὸν καθαρὸ ἀέρα. Στὴν πόλη. Καὶ πόσο τὰ εἶχαν περιποιηθῆ οἱ καλὲς κὑρίες! Τὰ εἴχανε σὰν παιδιά τους. Φέραμε καὶ κάμποση μαζί μας γιὰ τὸ σπίτι. γιατὶ ὁ πατέρας μου τὰ φροντίζει πολὺ τὰ σταφιδάμπελα. Ἐδῶ πάλι μαζεύαμε τὴ σταφίδα καὶ τὴν ἁπλώναμε στὸν ἥλιο νὰ ξεραθῆ... Κι ἡ σταφίδα μας ἔγινε καλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς χρονιές.Γιατί δὲν πῆγες. Δὲν ἔβρεξε ὅμως τούτη τὴ χρονιά. . Ἀκόμη καὶ ὅσα παιδάκια εἶχαν πάει στὶς παιδικὲς ἐξοχές. μὲ σταφίδα. Δὲν . γιατὶ ὁ Λαμπρόπουλος εἷχε καλὴ καρδιὰ καὶ τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι. Ἐσὺ εἶσαι ἀπὸ ὡραῖο νησί. Σηκώθηκαν ἔπειτα καὶ ἄλλα παιδιὰ καὶ εἶπαν πῶς πέρασαν τὸ καλοκαίρι στὶς πατρίδες τους. ποὺ γίνονται κρασί. Τί φόβο ποὺ εἶχε ὁ πατέρας μου. δ’.

κύριε. πότε στὸ βουνό.Εὖγε σου. Ὁ δάσκαλος πλησίασε στὸ θρανίο καὶ χάιδεψε τὸ κεφαλάκι του. γιὰ νὰ ξαναγυρίσουν τὸ ἄλλο πρωὶ καὶ ν’ ἀρχίσουν τὰ μαθήματα μὲ καινούργια ὄρεξη. πὼς θὰ ἔφερνε τὴν ἄλλη μέρα καὶ σταφίδες ἀπὸ τὸ κτῆμα τους. ποὺ ἔμεινε μοναχός του. Κάθε Παρασκευὴ μ’ ἔπαιρνε ὁ πατέρας μου καὶ πηγαίναμε μὲ τὸ λεωφορεῖο. . Εὐχαρίστησες καὶ τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου. Βλαχάκη! Τοῦ εἶπε. Ὁ Βλαχάκης ἀποκρίθηκε: . Πολὺ ὡραῖα περάσαμε. ποὺ ἔκαμες.Ἐγώ. πὼς σ’ ἔχει συντροφιὰ ὁ καημένος ὁ πατέρας. ἡ μητέρα μου μὲ τὰ μικρότερα ἀδέρφια μου. Θὰ τὶς γεμίσω ὅλες! . πῶς ἔγινε αὐτό. κύριε. . δείχνει. ποὺ ἤξερε. ποὺ ἐργάζεται γιὰ ὅλους σας. . Εὖγε σου. Ἐγὼ ὅμως ἤθελα νὰ μείνω.Ἐσένα δὲ σὲ πήρανε. Ὁ Λαμπρόπουλος εἶπε. Ἀφοῦ εἶσαι κι ἐσὺ εὐχαριστημένος. πὼς εἶσαι καλὸ παιδί. Ἐκεῖνος ἣθελε νὰ μὲ στείλη κι ἐμένα. ἀκόμη καλύτερα.Πήγανε.κύριε.17 πήγατε ἐφέτος μὲ τὴν οἰκογένειά σου. γιὰ νὰ φᾶνε στὸ διάλειμμα. πότε στὴ θάλασσα. Αὐτό. Βλαχάκη! Τὰ παιδιὰ χαιρέτησαν πάλι τὸ δάσκαλό τους κι ἒφυγαν. Κι ἔδειχνε τὶς τσέπες του. ἔμεινα νὰ βοηθῶ τὸν πατέρα μου στὸ μαγαζὶ καὶ νὰ τοῦ κάνω συντροφιὰ στὸ σπίτι. Μὰ κι ἐγὼ πέρασα ὡραῖα.

18 5. πὼς ἂν ἔβαζε καὶ λίγο κίτρινο. Τὰ δαμάσκηνα τὰ χρωματίζει ἄλλα κατακίτρινα καὶ ἄλλα μὲ βαθὺ γαλάζιο χρῶμα. τὰ βλέπει κι αὐτὰ καταπράσινα καὶ φωνάζει: . τραβᾶ ὁλόισα στὴν ἐξοχή. Ἔπειτα κατεβαίνει στὰ περβόλια. κοιτάζει καὶ λέει: . Ἐπάνω στὸ κίτρινο βάζει καὶ λίγο κόκκινο χρῶμα.Μανία ποὺ τὴν ἔχει τὸ καλοκαίρι μὲ τὸ πράσινο! Δὲν καταλαβαίνει. ὥσπου νὰ γίνουν κίτρινα . πολὺ ἁπαλό.Καλὰ τὰ φύλλα. θὰ ἦταν ὅλα πιὸ ὡραῖα. ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Τὸ φθινόπωρο δὲν ἔχει τὰ ἴδια γοῦστα μὲ τὸ καλοκαίρι. στέκεται. ἄλλα τὰ βάφει χρυσαφιὰ καὶ ἄλλα μὲ τρία διαφορετικὰ χρώματα. Κι ἁρχίζει σιγὰ σιγὰ καὶ βάφει τὰ φροῦτα μὲ διάφορα χρώματα. πὼς τὸ καλοκαίρι δὲν ξέρει τί τοῦ γίνὲται ἀπὸ ζωγραφική. Καὶ παίρνει ἀμέσως πράσινη καὶ κίτρινη μπογιά. Βλέπω. Τὰ μῆλα τ’ ἀφήνει πράσινα ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ βάφει κίτρινα. δὲν τὴν παραδέχεται καθόλου. Τὰ κυδώνια καὶ τὰ λεμόνια τὰ βάφει κάθε μέρα ἀπὸ λίγο. μὰ καὶ τὰ φροῦτα πράσινα. Τὰ ροδάκινα. Ὅσο δὰ γιὰ τὴ ζωγραφική του. Ὅταν ἔρθη. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ γιὰ τὶς ἐλιές. φτιάνει χίλιες δυὸ κιτρινοπράσινες βαφὲς καὶ χρωματίζει τὰ φύλλα.

Τὸ καλοκαίρι ἢ ἐγώ. ἄσπρους τοὺς κάμπους. κατεβαίνει στὰ χωριὰ καὶ στὶς πολιτεῖες καὶ λέει στοὺς ἀνθρώπους: .Καλοί μου ἄνθρωποι. ποὺ σκόρπισε τὸ καλοκαίρι. ἀλλὰ καὶ στὴ γεύση καὶ στὴν ὄσφρηση. Πρὶν προφτάση ὅμως ν’ ἀλλάξη ὅλα τὰ χρώματα. . Τὸ καλοκαίρι ὅμως δὲν τὸ ξεπερνῶ μονάχα στὴ ζωγραφική. λέει. ποιὸς εἶναι καλύτερος ζωγράφος. ποὺ δὲ μοῦ μένει καιρὸς νὰ τὰ ζωγραφίσω ὅλα. Ἐκεῖνο ἀγαπᾶ τὰ ξινὰ καὶ τὰ στυφά.σὰν τὸ κερί. Ἐγὼ τὰ θέλω γλυκά. Ὅταν ἔρθη ἡ ὥρα νὰ φύγη τὸ φθινόπωρο. ὁ χειμώνας. ποὺ νομίζεις. Στὰ δέντρα βάζει τόση ἄσπρη μπογιά. πὼς εἶναι ἀπὸ μπαμπάκια. Ὡς τόσο ἔχει κι ἕνα καλὸ ὁ ἀδερφός μου ὁ χειμώνας. Φτιάνει καὶ παλάτια ἀπὸ κρύσταλλο. φτάνει κι ἡ ὥρα του νὰ φύγη. . Ἀποτελειώνει τὸ χρωμάτισμα τῶν λεμονιῶν. Ὅλα τὰ θέλει κάτασπρα. χρυσώνει καὶ βερνικώνει τὰ πορτοκάλια. Ἄσπρα τὰ βουνά.Τί κρίμα. Ὅσα προφτάσω λοιπόν. Πέστε τὴν ἀλήθεια. Δὲν εἶναι πιὸ ὄμορφα τώρα τὰ περβόλια καὶ τ’ ἀμπέλια σας. μαυρίζει τὶς ἐλιές. ζουμερὰ καὶ μοσκομυρισμένα. Ἐκεῖνος ὅμως ἔχει ἄλλη μανία πάλι. Τ’ ἄλλα ἂς τὰ χρωματίση ὁ ἀδερφός μου.

τὸ δανείζει ἀμέσως ἢ καὶ καμιὰ φορὰ τὸ χαρίζει.Λοιπόν. Εἶναι καλόκαρδος. Ὅταν μιλῆ ὁ δάσκαλος. Ἐπιτρέπει νὰ τοῦ λένε ὅτιδήποτε ἁστεῖο ἢ πείραγμα καὶ δὲ θυμώνει ποτὲ γι’ αὐτό. Εἶναι ὁ ψηλότερος κι ὁ δυνατώτερος σ’ ὅλη τὴν τάξη. πένες. Ὅτιδήποτε κι ἂν τοῦ ζητήσουν τ’ ἄλλα παιδιά. Πετᾶ φλόγες ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ μπορεῖ . σὰ νὰ μοῦ λέη: . . ἂν τὸν πῆ κανείς: «Ψεύτη». Ἀλίμονο ὅμως.Ἀγαπητέ μου Ἀντωνάκη! Φτάνει νὰ σὲ ἰδῆ κανεὶς καὶ μιὰ φορὰ στὸ πρόσωπο. γιατὶ ἦταν ἂρρωστος δυὸ χρόνια καὶ εἶχε διακόψει τὸ σχολεῖο του. μοῦ χαμογελᾶ μὲ μισοκλεισμένα μάτια. Εἶναι πολὺ δυνατὸς στὴν ἀριθμητικὴ καὶ βοηθεῖ τὰ παιδιὰ νὰ λύνουν τὰ προβλήματα. χαρτί. εἴμαστε φίλοι. μολύβι. γομολάστιχα. σουγιαδάκι. γιὰ νὰ σ’ ἀγαπήση ἀμέσως! Ὅλοι οἱ μικροὶ θέλουν νὰ βρίσκωνται πάντα κοντά του. Μπορεὶ νὰ σηκώση μὲ τὸ ἕνα του χέρι ἕνα βαρὺ κάθισμα. κάθεται ἀκίνητος στὸ θρανίο. Ὁ φίλος μου Ὁ φίλος μου εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιά. Στὸ μάθημα εἶναι ὅλος προσοχή.20 ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗ 6. ποὺ εἶναι στενὸ γι’ αὐτὸν καὶ τὸν κοιτάζει στὰ μάτια. Ὅταν τὸν κοιτάζω.

γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἀπόφασή τους. γιὰ νὰ σώση ἕνα συμμαθητή του! Μπορεῖ νὰ κινδυνέψη. Εἶμαι εὐχαριστημένος. . Ἄν καὶ ἡ φωνή του εἶναι χοντρὴ καὶ δυνατή. πὼς εἶναι πάντα ἕτοιμος νὰ θυσιάση καὶ τὴ ζωή του ἀκόμη. ὅμως εἶναι φωνὴ βγαλμένη ἀπὸ εὐγενικὴ καρδιά. ποὺ ἔχει βγαλμένο τὸ ἕνα του χέρι καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήση. ὅταν περνᾶ κοντά του. ὅταν σφίγγω τὸ μεγάλο. Στὰ παιγνίδια ὃλοι θέλουν νὰ πᾶνε μὲ τὴν ὁμάδα του. αὐτὸν μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά. Εἶμαι βέβαιος. γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπιστῆ! Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὰ μάτια του. ἀντρίκιο χέρι του. Ὁ δάσκαλος πάντα τὸν προσέχει καί. Ὅταν μπῆκα στὴν τάξη. ποὺ ἔκλαιγε στὸ δρόμο.21 ἀκόμη καὶ νὰ ἐπιτεθῆ. Σήμερα τὸ πρωὶ ἀκριβῶς μοῦ δόθηκε ευκαιρία νὰ γνωρίσω καλὰ τὸ φίλο μου τὸν ᾽Αντωνάκη. 7. δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ὁ δάσκαλος καὶ εἶδα τρία τέσσερα παιδιὰ νὰ πειράζουν τὸν καημένο τὸ Διαμαντή. τὸν χτυπᾶ ἐλαφρὰ στὸν ὦμο. Τὸ καταλαβαίνει κανεὶς ἀμέσως. Καὶ ὅταν διορίζουν ἀντιπροσώπους. Τὴν περασμένη Παρασκευὴ ἔδωσε ἕνα δίδραχμο σ’ ἕνα παιδάκι τῆς πρώτης τάξης. Ἐγὼ τὸν ἀγαπῶ πολύ. γιατὶ εἶχε χάσει τὸ δικό του δίδραχμο καὶ δὲν εἶχε ν’ ἀγοράση τετράδιο. Ὅταν τὰ παιδιὰ σκέπτωνται μαζὶ γιὰ κανένα ζήτημα καὶ συζητοῦν πάντοτε ἀκούεται ἡ γνώμη τοῦ Ἀντωνάκη. Μία εὐγενικὴ ψυχή. πρῶτος διορίζεται ὁ Ἀντωνάκης.

22 Ἡ μητέρα του εἶναι φτωχὴ καὶ πουλεῖ λαχανικὰ στοὺς δρόμους. Ἔκανε πὼς κρατεῖ δυὸ καλάθια στὸ χέρι. κάνοντας κι αὐτὰ τὸν κουλό. Αὐτοὶ ὅμως τὸν πείραζαν περισσότερο. ὁλομόναχος στὴν ἄκρη τοῦ θρανίου. τὸ χειρότερο παιδὶ τῆς τάξης. Κι αὐτός. γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουν ἥσυχο. τὸν ἔλεγαν σακάτη. Τὰ κακὰ ἐκεῖνα παιδιὰ χτυποῦσαν τὸ Διαμαντὴ μὲ τοὺς χάρακες. Ἔξαφνα ὁ Φάνης. ἄρχισε νὰ περιγελᾶ καὶ τὴ μητέρα τοῦ Διαμαντῆ. κοιτάζοντας μὲ βλέμμα παῥακλητικὸ πότε τὸν ἕνα καὶ πότε τὸν ἄλλο. ποὺ τὸν εἶχαν διώξει ἀπὸ ἕνα ἄλλο σχολεῖο. τοὺς ἄκουε κατάχλομος. τὸν ἔσπρωχναν. ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ μητέρα τοῦ . ὥσπου ἄρχισε νὰ κοκκινίζη καὶ νὰ τρέμη ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ θυμό του.

23

Διαμαντῆ, ὅταν ἐρχόταν στὴν πόρτα τοῦ σχολείου καὶ
περίμενε τὸ παιδί της νὰ σκολάση. Τώρα αὐτὴ εἶναι
ἄρρωστη.
Μερικοὶ ἄρχισαν νὰ γελοῦν δυνατά. Τότε ὁ Διαμαντὴς
ἔχασε τὴν ὑπομονή του. Ἅρπαξε τὸ σπόγγο καὶ τὸν
πέταξε μὲ ὅλη του τὴ δύναμη ἐπάνω στὸ Φάνη. Αὐτὸς
ὅμως προφυλάχτηκε κι ὁ σπόγγος πέρασε μπροστὰ ἀπὸ
τὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου, ποὺ ἐκεἴνη τὴ στιγμὴ ἔμπαινε
στὴν τάξη.
Ὁ δάσκαλος, χλομός, ἀνέβηκε στὴν ἕδρα καὶ ρώτησε
ἀμέσως μὲ φωνὴ ταραγμένη:
- Ποιός τὸ ἔκαμε αὐτό;
Κανεὶς δὲν ἀπάντησε.
Ὁ δάσκαλος φώναξε πάλι ὑψώνοντας περισσότερο τὴ
φωνή:
- Ποιός ἦταν; Τότε ὁ Ἁντωνάκης, ποὺ εἶχε μπῆ στὴν
αἴθουσα λίγες στιγμὲς πρὶν μπῆ ὁ δάσκαλος καὶ δὲν εἶχε
προφθάσει νὰ ὑπερασπίση τὸ δυστυχισμένο τὸ Διαμαντή,
σηκώνεται ἀπὸ τὴ θέση του καὶ λέει ἀποφασιστικά:
- Ἐγώ, κύριε!
Ὁ δάσκαλος τὸν κοίταξε, κοίταξε καὶ τοὺς σαστισμένους
μαθητές.
Ἕπειτα εἶπε μὲ ἤρεμη φωνή:
- Ὁ ἔνοχος δὲ θὰ τιμωρηθῆ. Ἄς σηκωθῆ ἐπάνω!
Ὁ Διαμαντὴς τότε σηκώνεται κι ἀρχίζει νὰ λέη
κλαίοντας:
- Μὲ χτυποῦσαν, κύριε καὶ μὲ πείραζαν. ᾽Εγὼ ἔχασα
τὸ νοῦ μου καὶ πέταξα....
Κάθισε! Εἶπε ὁ δάσκαλος. Νὰ σηκωθοῦν αὐτοί, ποὺ
ἔκαμαν ὅλη αὐτὴ τὴ σκηνή!

24

Σηκώθηκαν τρία τέσσερα παιδιά.
- Ἐσεῖς, τοὺς εἶπε ὁ δάσκαλος, πειράξατε ἕνα
συμμαθητή σας, χωρὶς νὰ σᾶς κάμη τίποτε. Πειράξατε ἕνα
δυστυχισμένο, χτυπήσατε ἕνα ἀδύνατο καὶ ἀπροστάτευτο
παιδί. Ἐκάματε μιὰ πράξη ἀπὸ τὶς πιὸ ταπεινὲς καὶ πιὸ
πρόστυχες. Ντροπή σας!
Μόλις εἶπε αὐτά, κατέβηκε στὰ θρανία, ἔπιασε ἀπὸ
τὸ σαγόνι τὸν Ἀντωνάκη, ποὺ καθόταν μὲ τὸ κεφάλι
σκυμμένο, τοῦ σήκωσε τὸ πρόσωπο, τὸν κοίταξε στὰ
μάτια καὶ τοῦ εἶπε
- Ἐσὺ ἔχεις εὐγενικὴ ψυχή!
Ὁ Ἀντωνάκης μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ψιθύρισε κάτι στὸ
αὐτὶ τοῦ δασκάλου· κι αὐτός γυρίζοντας στοὺς ἐνόχους,
εἶπε ἀπότομα:
- Σᾶς συγχωρῶ!
8. ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Πέρασαν πολλὰ χρόνια, καὶ ὅμως δὲν ξέχασα ἐκεῖνο
τὸ γλυκὸ πρωινὸ τοῦ φθινοπώρου.
Ἤμουνα παιδάκι τότε καὶ πήγαινα μὲ τὸν παπποὺ
καὶ τὴν ἀδερφούλα μου, τὴ Βάσω, στ’ ἀμπέλι μας γιὰ
σταφύλια.
Πρὶν φτάσουμε, εἴδαμε ἀπὸ μακριὰ κάτι, ποὺ δὲν τὸ
περιμέναμε. Στὸ γειτονικὸ τ’ ἀμπέλι ἕνα παιδὶ ἔκοβε
σταφύλια στὴν ἀράδα, κι ἂν ἦταν ξινά, τὰ πετοῦσε
κατάχαμα καὶ τὰ πατοῦσε μὲ τὸ πόδι του. Τ’ ἄλλα, τὰ
γλυκά, τὰ ἔβαζε στὸ καλάθι του.
- Γιατί τὰ κάνει ἔτσι; ρώτησε ἡ Βάσω.
- Γιατὶ δὲν εἶναι δικά του, εἶπε θυμωμένα ὁ παππούς.
Ὕστερα, ἀφοῦ σκέφτηκε λίγο, μᾶς λέει:

25

- Ἐγὼ καὶ σύ, Βάσω, θὰ κρυφτοῦμε ἐδῶ στὰ βάτα καὶ
σύ, Σπύρο, θὰ μπῆς στὸ δικό του ἀμπέλι, τ’ άντικρινό.
Κάνε τάχα πὼς κόβεις καὶ σὺ σταφύλια, ἔτσι ὅπως κάνει
κι αὐτός.
- Κι ἂν μὲ δῆ, παππού; ρώτησα.
- Μὰ αὐτὸ θέλω κι ἐγώ, νὰ σὲ ἰδῆ καὶ νὰ σὲ
φοβερίση.
Μὴ φοβηθῆς. Νὰ ἐξακολουθῆς νὰ κόβης μὲ τὸν ἴδιο
τρόπο κι ἐγὼ γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακὸ θὰ ἔχω τὸ νοῦ μου.
Ἔκανα ὅπως μοῦ εἶπε ὁ παπποὺς καὶ τὸ παιδὶ ἔβαλε
ἀμέσως τὶς φωνές, σὰν εἶδε νὰ τρυγῶ τ῾ ἀμπἑλι του.

Ἐγώ, τσιμουδιά. Τότε ἐκεῖνο πήδησε τὸ φράχτη καὶ
χύθηκε καταπάνω μου.
Ἕνα δυνατὸ χέρι ὅμως τὸ ἅρπαξε ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ
σβέρκο. ῏Ηταν ὁ παππούς.

26

- Γιὰ ποῦ τραβᾶς, παλικάρι μου, ἔτσι θυμωμένος; τὸν
ρώτησε.
- Πάω νὰ πιάσω ἐκεῖνο τὸ παλιόπαιδο καὶ νὰ τὸ
τσακίσω στὸ ξύλο, ἀπάντησε τὸ παιδί.
Ὅταν ὅμως γύρισε καὶ ἀναγνώρισε τὸν παππού μου,
τοῦ εἶπε ξαδιάντροπα:
- Καλὸς εἶσαι καὶ τοῦ λόγου σου! Μωρὲ παππούς!
Ἀκοῦς νὰ βάζη τὰ ἐγγόνια του νὰ κλέβουν τὸ ξένο
πράμα!
- Ὡραῖα μοῦ τὰ λές, παλικάρι μου, τοῦ λέει ὁ παπποὺς
γελώντας πονηρά. Δὲ μοῦ κάνεις ὅμως τὴ χάρη νὰ μοῦ
πῆς, σὰν τί γύρευες καὶ σὺ στὸ ξένο ἀμπέλι;
- Ἄσε με, σοῦ λέω, ἄσε με! Φώναζε τὸ παιδὶ
προσπαθώντας νὰ τοῦ ξεφύγη.
- Μιὰ στιγμή, παιδάκι μου, μὴ βιάζεσαι, τοῦ λέει πάλι
ὁ πᾳππούς. Σ’ ἔπιασα νὰ βρίζης τὸν ἄλλο γιὰ κεῖνο, ποὺ
ἔκανες καὶ σὺ πρωτύτερα. Ἔλα δῶ, Σπύρο, καὶ ἄδειασε
τὰ σταφύλια στὸ καλάθι τοῦ παιδιοῦ. Βγῆκα ἀπὸ τ’
ἀμπέλι μὲ τὸ καλάθι μου βαρὺ καὶ σκεπασμένο μὲ
κληματόφυλλα. Τὸ παράτησα μπροστά του καὶ εἶπα
- Δὲ θὰ τὸ ξανακάμωμε, συμπάθα μας!
Ἅρπαξε μὲ θυμὸ τὸ καλάθι μου, γιὰ νὰ τ’ ἀδειάση
στὸ δικό του. Μόλις ὃμως τράβηξε τὰ κληματόφυλλα,
μαρμάρωσε Τὸ καλάθι μου ἦταν γεμάτο πέτρες.
Σάστισε, κοκκίνισε ἀπὸ τὴ ντροπή του καὶ τὸ ἔβαλε
στὰ πόδια, δίχως νὰ κοιτάξη πίσω του μήτε μιὰ φορά.

27

9 Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Ἡ κυρὰ- Μάρθα ἦρθε τὸ ἀπόγεμα στὴν ἀκρογιαλιὰ
μὲ τὰ τρία παιδιά της. Ὁ Ἀντρέας, ὁ μεγαλύτερος, εἶναι
μόλις ἕξι χρονῶν. Ἡ Μαρία εἶναι τεσσάρων κι ὁ Γιῶργος,
ὁ πιὸ μικρός, μονάχα ἕξι μηνῶν.
Αὐτὴ τὴν ὥρα γυρίζει ἀπὸ τὸ ψάρεμα ὁ πατέρας τους,
ὁ ψαράς. Φεύγει κάθε πρωὶ μὲ τὴ βάρκα, γιὰ νὰ πιάση
ψάρια, νὰ τὰ πουλήση, γιὰ νὰ βγάλη τὸ καθημερινὸ ἔξοδο
τῆς οἰκογενείας του.
Ἡ κυρὰ- Μάρθα εἶναι ἀνήσυχη. Μεγάλα μαῦρα
σύννεφα σκεπάζουν τὸν οὐρανό. Σὲ λιγάκι σκοτεινιάζει
λίγο λίγο. Ὁ ἄνεμος γίνεται πολὺ δυνατός, ἡ θάλασσα
φουσκώνει, τ’ ἄγρια κύματα χτυποῦν τοὺς βράχους.
Ὁ Ἀντρέας καὶ ἡ Μαρία φοβοῦνται. Ὁ Γιῶργος, μικρὸς
ἀκόμη γιὰ νὰ νιώση τὸν κίνδυνο, κοιμᾶται στὴν ἀγκαλιὰ
τῆς μητέρας του. Δάκρυα τρέχουν ἀπὸ τὰ μάτια τῆς
κυρα- Μάρθας.
- Ἄχ! Θεέ μου! Ἔλεγε μέσα της. Θὰ πάθη κανένα
δυστύχημα ὁ καημένος ὁ Ἰάκωβος μὲ τέτοια κακοκαιρία. Τὰ κύματα θ’ ἀναποδογυρίσουν τὴ βάρκα του. Τί θὰ
γίνω; Τί θὰ γίνουν τὰ παιδιά μου; Ὡστόσο προσπαθεῖ νὰ
καθησυχάση τὰ καημένα τὰ παιδιά της.
«Κάμετε τὴν προσευχή σας, τοὺς λέει, καὶ
παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ φυλάξη τὸν πατέρα σας κι ὁ
καλὸς Θεὸς θὰ σᾶςλυπηθῆ».
Ὁ οὐρανὸς γίνεται πιὸ σκοτεινός. Μπουμπουνίζει ἀπὸ
καιρὸ σὲ καιρὸ κι οἱ ἀστραπὲς σκίζουν τὸ σκοτεινὸ οὐρανό.
Στὴ λάμψη μιᾶς ἀστραπῆς ἡ Μάρθα βλἑπει στ’ ἀνοιχτὰ
μιὰ βάρκα, ποὺ πάλευε μὲ τὰ κύματα.

28

- «Εἶναι ὁ πατέρας σας, παιδιά μου! Φώναξε. Ὁ Θεὸς
νὰ δώση νὰ σωθῆ!»
Καὶ τὰ δυὸ φτωχὰ παιδιὰ σηκώνουν τὰ χέρια τους
ψηλὰ καὶ φωνάζουν καὶ τὰ δυὸ μαζί:
«Θεούλη μου, σῶσε τὸν πατέρα μας!...»
Χοντρὲς σταγόνες βροχῆς ἀρχίζουν νὰ πέφτουν.

Ἡ κυρὰ- Μάρθα ὁδηγεῖ τὰ παιδιά της κοντὰ σ’ ἕνα
ἐρειπωμένο σπιτάκι. Οἱ καταράχτες τ’ οὐρανοῦ φαίνεται
πὼς ἄνοιξαν. Σιγὰ σιγὰ ὅμως παύει ἡ μπόρα. Τὰ σύννεφα

29

σκορπίζονται, ἡ θάλασσα ἡσυχάζει κι ἕνα πολύχρωμο
οὐράνιο τόξο ἔλαμψε στὸν οὐρανό.
Ἔξαφνα μιὰ χαρούμενη φωνὴ ἀκούεται:
« Μάρθα! Ἀντρέα! Μαρία! Ἐλᾶτε λοιπόν »
Τὰ παιδιὰ καὶ ἡ μητέρα φωνάζουν καὶ τρέχουν
χαρούμενα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ψαρᾶ.
«Φοβήθηκα πολύ», εἶπε, «γιατὶ κινδύνεψα. Ἡ βάρκα
μου κόντεψε ν’ ἀναποδογυριστῆ. Ἀλλά, δόξα σοι ὁ Θεός,
δὲν ἔπαθα τίποτε».
- «Ὁ Ἀντρέας κι ἡ Μαρία παρακαλοῦσαν τὸ Θεὸ νὰ
σὲ βοηθήση, εἶπε ἡ κυρα- Μάρθα δακρυσμένη.
- «Καὶ ξέρεις, πατέρα, προσθέτει ἡ Μαρία, «ὁ καλὸς
Θεὸς ἀκούει πάντα τὰ μικρὰ παιδιά, ποὺ τὸν παρακαλοῦν
γιὰ τοὺς γονεῖς τους».
10. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Θεὸς τὸν ἥλιο ὁδηγεῖ
ποῦ πρέπει ν’ ἀνατείλη,
πῶς νὰ περάση ἀπὸ τὴ γῆ,
τὸ φῶς του νὰ μᾶς στείλη.
Θεὸς ὁρίζει στὰ ψηλά,
ὁ ἥλιος ὅταν σβήνη,
νὰ φέγγουν τ’ ἄστρα τὰ πολλὰ
κι ἡ κάτασπρη σελήνη.
Καὶ τὰ λουλούδια, ποὺ χυτὰ
στὴ γῆ μοσκοβολοῦνε,

30 Θεὸς τὰ ἔμαθε κι αὐτὰ πότε καὶ ποῦ ν’ ἀνθοῦνε.Ἄς βρέχη. Βγῆκε ἀπὸ τὸ φτωχικό του σπιτάκι ὁ Ἀλέκος. Γ. πὼς δὲ θὰ μπορέσης νὰ πᾶς σήμερα στὸ σχολεῖο. ἐκεῖνο τὸ πρωὶ πολὺ δυνατὰ κι ἀδιάκοπα. Οἱ ἄνθρωποι μ’ ἀνοιχτὲς ὀμπρέλες πήγαιναν βιαστικοί. μικρὸ πουλί. ὅσο θέλει. μανούλα. Θεὸς τοῦ εἶπε νὰ λαλῆ. ξεβαμμένη ὀμπρέλα καὶ . Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ καλὰ παιδιὰ βράδυ. νὰ λὲν ὅ.τι ἔχουν στὴν καρδιὰ καὶ νὰ μαθαίνουν τόσα.Ἀλέκο. Νομίζω. τρύπια δῶ καὶ κεῖ. χρωστοῦνε στὴν προσευχή τους μὲ καρδιὰ νὰ τὸν εὐχαριστοῦνε. πρωί. βρέχει πολύ. ἄνοιξε μιὰ μεγάλη. Θεὸς χαρίζει στὰ παιδιὰ τὸ νοῦ τους καὶ τὴ γλῶσσα. ΒΡΕΧΕΙ . 11. ῾Εγὼ θὰ πάω μιὰ χαρά! Ἔβρεχε. ποὺ ψάλλει στὸ κλωνάρι. Καὶ τὸ μικρό. Βιζυηνός. ἀλήθεια. . νὰ κελαδῆ μὲ χάρη.

εἶπε ὁ ᾽Αλέκος καὶ τοῦ φώναξε: . Οἱ ἄνθρωποι βλέπουν μιὰ ὀμπρέλα μ’ ἕξι ποδαράκια νὰ περπατᾶ καὶ σκάζουν στὰ γέλια. Μᾶς χωράει καὶ τοὺς δυὸ ἡ ὀμπρελάρα μου! Ἔτρεξε ὁ Γιῶργος καί χώθηκε κι αὐτὸς ἀπὸ κάτω. γιατὶ ἔσταζαν ἐπάνω του νερὰ κι ἀπὸ τὰ κεραμίδια. Ὁ Ἀντρέας ἔτρεξε. καλέ! Πῶς βράχηκε ὁ κακομοίρης! . ἔμπαινε μέσα καὶ ὁ δάσκαλός τους. . γιὰ νὰ φυλαχτῆ κι ἔτσι βρεχόταν διπλά. Βροχὴ μὲ τὸ τσουβάλι! Ξαφνικὰ βλέπει τὸ φίλο του τὸ Γιῶργο.τράβηξε γιὰ τὸ σχολεῖο του. Δύσκολα ἦταν ὅμως τὰ πράματα. Τώρα ὁ Ἀλέκος κρατᾶ τὸ ξύλο τῆς ὀμπρέλας σφιχτὰ μὲ τὰ δυό του χέρια καὶ οἱ ἄλλοι δυὸ ἔχουν κολλήσει ἀπάνωτου.Κι ὄχι ἄλλο.Ἀλέκο. . κι ἡ παλιὰ ὀμπρέλα τὸν σκέπασε κι αὐτόν. Δὲ φτάνει αὐτό. στάθηκε . μὰ πήγαινε καὶ τοῖχο τοῖχο. μὰ θὰ τοῦ βραχοῦν καὶ τὰ βιβλία. νὰ τρέχη μέσ’ στὴ βροχὴ χωρὶς ὀμπρέλα. τὸ συμμαθητή του. Κάθε τόσο μπέρδευαν οἱ πατημασιές τους καὶ σκόνταβαν πότ’ ἐδῶ καὶ πότ’ ἐκεἶ.Γιῶργο. Μὲ τὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὸ ξύλο τῆς ὀμπρέλας. τρέξε! Ἔλα καὶ σὺ κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρελάρα μου. τρέχα! Τοῦ φώναξε ὁ Ἀλέκος. κοίτα τὸν ᾽Αντρέα. ποὺ τοῦ ἔφτανε ὡς τὰ γόνατα καὶ μὲ τ’ ἄλλο ἔσφιγγε δυνατὰ τὴ σάκα του. Εἶδε τὴν πελώρια ὀμπρέλα μὲ τὰ τρία παιδιὰ ἀπὸ κάτω.Ἀντρέα! Ἀντρέα. Τὴν ὥρα ποὺ φτάσανε στὸ σχολεῖο.

κάπου σκύβουν. γελοῦσε κι ἡ ὀμπρέλα ἀπ’ ὅλες τὶς τρύπες της. ταιριαστὰ τὰ βόδια στὸ ζυγὸ μέσ’ στὰ βαθιὰ τὰ μάτια τους τὴ συλλογή τους κρύβουν καὶ στὸ χωράφι τ’ ἄσκαφτο σέρνουν μὲ βῆμ’ ἀργό.32 κι ἄρχισε κι αὐτὸς νὰ γελᾶ. Γελοῦσαν καὶ τὰ παιδιά. . ΤΟ ΑΛΕΤΡΙ Ζευγαρωμένα. 12. σέρνουν τὸ ἀλέτρι πίσω τους καὶ κάπου.

τινάζοντας τὴν πέτρα. γιὰ νάρθη ὁ σπόρος ὕστερα. νὰ πέση καὶ νὰ βρῆ βαθιὰ σκαμμένο κι ἁπαλὸ τὸ χῶμα. Εὐλογημένο τρεῖς φορὲς τ’ ἀλέτρι τὸ βαρύ ! Εὐλογημένα τρεῖς φορὲς . θὰ ψηθῆ μὲ τὸν καλὸ καιρὸ καὶ θὲ νὰ πάη στὸ μυλωνὰ κι ἀλεύρι θὰ γυρίση. τὸ κοτρώνι. ξεσκάβοντας. Κι ὀργώνει. ποὺ μᾶς τρέφει Καὶ θὰ φυτρώση καὶ θὰ βγῆ τὸ φύτρο τὸ χλωρό. ὀργώνει ὁλημερίς τ’ ἀλέτρι τὸ βαρὺ καὶ πάει ἐμπρὸς καὶ πάει ἐμπρὸς καὶ πίσω πάλι στρέφει. κι ὁ ζευγολάτης ἄφωνος τ’ ἀλέτρι ἀκολουθεῖ καὶ μὲ βουκέντρα σουβλερὴ τὰ βόδια του κεντρώνει. καὶ πράσινο τὸ στάχυ του τὸν ἥλιο θ’ ἀντικρίση.33 Τὸ ὑνὶ χαράζει ἀκούραστα τ’ αὐλάκι τὸ βαθύ. καὶ θὰ μεστώση.

γιὰ νὰ τὴ φωτίσουν καὶ νὰ τὴ ζεστάνουν! Ὅλες αὐτὲς εἶναι θυγατέρες του! Ὁ Ἥλιος ἔχει βέβαια πολλὲς σκοτοῦρες καὶ πολλὰ βάσανα φροντίζοντας γιὰ τὰ παιδιά του. εὐχαριστιέται πολύ. Πολέμης. ποὺ κατοικεῖ στὸν οὐρανό. κι εὐλογημένη τρεῖς φορὲς ἡ γῆ ποὺ καρπερὴ μὲ δίχως βαρυγκόμηση μᾶς δίνει τὰ καλά της ! Ι. Ὁ Ἥλιος! Ὁ κὺρ Ἥλιος. στὴ γῆ. ποὺ νιώθει τὸ βράδυ. γιὰ νὰ κοιμηθοῦν καὶ . ΟΙ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Ξέρετε ποιὸς πατέρας ἔχει τὰ περισσότερα κορίτσια.34 τὰ βόδια. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως εὐχαρίστησή του εἶν’ ἐκείνη. 13. Γιὰ φαντασθῆτε μιὰ στιγμὴ τὶς ἀμέτρητες ἀχτίνες. Μὰ καὶ αὐτὰ τί μεγάλη εὐχαρίστηση ποὺ τοῦ κάνουν! Ὅταν βλέπη μὲ πόση προσοχὴ καὶ μὲ πόση ἐπιμέλεια κάνουν τὴ δουλειά τους ἐδῶ κάτω. ποὺ κατεβαίνουν κάθε μέρα στὴ γῆ. ὁ ζευγολάτης. ἅμα προσκαλῆ ὅλες τὶς θυγατέρες του νὰ γυρίσουν πίσω στὸν οὐρανό.

Κατάλαβα ὅμως. γιατὶ ὅταν ἐγὼ τὴ φώτισα ἴσια στὸ πρόσωπο. πὼς τὸ κοριτσάκι αὐτὸ μόλις θὰ εἶχε γυρίσει ἀπὸ τὸν περίπατο καὶ εἶχε φερμένα στὴ γιαγιά του αὐτὰ τὰ ὄμορφα λουλούδια. ἔμαθα ἕνα νέο. ποὺ καθόταν μιὰ γιαγιὰ ξαπλωμένη σὲ μιὰ πολυθρόνα. Ἐμπρός της. ἡ ἄλλη εἶναι χαρούμενη καὶ ζωηρὴ καὶ ἡ ἄλλη εἶναι μελαγχολική. πὼς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένη ἀπὸ τὸ κοριτσάκι. τριαντάφυλλα.ν’ ἀναπαυτοῦν. ναί!» . Ἀκοῦστε λοιπὸν τί εἶδε χτὲς τὸ βράδυ μιὰ ἀχτίνα: «Σήμερα. ἐπάνω σ’ ἕνα σκαμνάκι. ποὺ εἶχε κάμει. ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Λένε. Κάποτε γελοῦσε καὶ κάποτε χτυποῦσε τὰ χέρια του άπὸ τὴ μεγάλη εὐχαρίστηση. ἡ μιὰ ὕστερ’ ἀπ’ τὴν ἄλλη. φλυαροῦν. ἀνεμῶνες. γιὰ νὰ ἰδῶ. Τότε ἀρχίζουν νὰ διηγοῦνται τί ἔκαμαν ὅλη τὴν ἡμέρα.. Θαρρῶ . Φαίνεται. θὰ ἦταν πολὺ εὐχάριστος. Ἀπὸ ἕνα ἀνοιχτὸ παράθυρο κοίταζα σ’ ἕνα δωμάτιο. λένε. πὼς ἡ γιαγιά του ἦταν τυφλή. ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἀκουσμένο ποτέ μου! Τὸ ἄκουσα μὲ τ’ αὐτιά μου. δὲν ἔκλεισε τὰ μάτια της στὸ ζωηρό μου φῶς. 2. Τότε ἔρχονται ὅλες.. γελοῦν. κρίνοι. Ὁ περίπατος. ἂν ἦταν κι αὐτὴ χαρούμενη. καθόταν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι. μοσκιές. ἔλεγε. γιατὶ χαμογελοῦσε καὶ κινοῦσε ἐλαφρὰ τὸ κεφάλι της πρὸς τὰ κάτω σὰ νὰ ἔλεγε «ναί. Στὴν ἀγκαλιά της ἦταν ριγμένα πολλὰ λουλούδια. οὔτε γύρισε καθόλου τὸ κεφάλι της. γιατὶ ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ χαρὰ καὶ μὲ ζωηρότητα καὶ γέλια διηγόταν τί εἶδε. Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ διηγηθῆ περισσότερα πράματα ἀπὸ τὶς ἀχτίνες. Ἡ μιὰ εἶναι κουρασμένη.

νὰ μὲ ζεστάνη ὁ ἥλιος. ἔλεγε ἡ γιαγιά. . «κι ἐγὼ θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ πήγαινα ἄλλη μιὰ φορὰ στὸ δάσος. νὰ μαζέψω ἐκεἶ κι ἄλλα λουλούδια. ποὺ λάμπει καὶ ν’ ἀκούσω τὰ πουλάκια. γιὰ ν’ ἀναπνεύσω τὸν καθαρὸ ἀέρα.36 « Ἄχ». ποὺ κελαηδοῦν.

ποὺ δὲ θὰ μποροῦσε νὰ κινηθῆ καὶ νὰ πάη στὸ δάσος. Τί λέτε σεῖς. γιατὶ ἡ γιαγιὰ εἶχε χαρούμενο πρόσωπο. θὰ κόψω πάλι πολλὰ. Αὔριο τὸ πρωὶ θὰ πάω στὸ δάσος. τί λέτε σεῖς γι’ αὐτό.» Καὶ μὲ τὴ γλυκιὰ καὶ ζωηρὴ φωνή της ἄρχισε ἡ μικρὴ τὸ τραγουδάκι της.Τώρα. πὼς ὑπάρχουν καὶ ἀχτίνες ποὺ φαίνονται σὰν ἄνθρωποι. Θὰ τὰ βάλω μπροστά σου πυκνὰ πυκνά.Ὄχι. Εἶναι ἀλήθεια.37 3. ρώτησε ἡ ἀχτίνα τοῦ Ἥλιου. ξέρεις ἕνα πράμα.Μήπως τὸ μικρὸ κοριτσάκι εἶναι ἀδερφή μας. ποὺ διηγόταν αὐτὴ τὴν ἱστορία στὶς ἄλλες ἀχτίνες. «Γιαγιάκα μου. Τὸ ξέρατε σεῖς αὐτό. εἶπαν οἱ ἄλλες ἀχτίνες κι ἔμειναν μ’ ἀνοιχτὸ το στόμα. . γιὰ νὰ μυρίζεσαι καὶ νὰ φαντάζεσαι. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἡ ῎Αννα μελαγχόλησε. . . Ἔπειτα θὰ γυρίσω τὴν πολυθρόνα σου κατὰ τὸν ἥλιο καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω ἕνα ὡραῖο τραγουδάκι. ποὺ θὰ σ’ ἀρέση πολύ. πὼς εἶσαι μέσα στὸ δάσος. . γιὰ νὰ εὐχαριστήση τὴ γιαγιά της. Σώπασε λιγάκι καὶ συλλογιζόταν. πολλὰ κλαδιὰ ἀπὸ τὰ ἔλατα καὶ θὰ τὰ φέρω ἐδῶ. πλησιάζοντας τὴ γιαγιά της μ’ ἕνα πήδημα ἄρχισε νὰ τὴ χαϊδεύη καὶ νὰ τὴ φιλῆ. Γιατὶ ἤξερε. ᾽Αχτίνα μου!» 4. ἤτανε βουρκωμένα καὶ εἶδα νὰ κυλοῦνε δυὸ μεγάλα δάκρυα. Ἔγνεψε στὸ κοριτσάκι νὰ τὴν πλησιάση καὶ μὲ τὸ χέρι τῆς χάιδεψε τὰ ὄμορφα ξανθά της μαλλιὰ καὶ τῆς εἶπε: «Σ’ εὐχαριστῶ. Θὰ ἦταν ὅμως δάκρυα ἀπὸ εὐχαρίστηση. Ὅταν κοίταξα πάλι τὰ μάτια τῆς γιαγιᾶς. « Γιαγιάκα μου! » Φώναξε ἔξαφνα καί. ὅτι ἡ καημένη ἡ καλὴ γιαγιά της. ἦταν τόσο ἄρρωστη κι ἀδύνατη.

.Αὐτὸ θέλομε κι ἐμεῖς! Αὐτὸ θέλομε κι ἐμεῖς! Εἶπαν μὲ μιὰ φωνὴ ὅλες οἱ ἀχτίνες. ὅπου λάμπει ὁ ἥλιος. .Ὤ! κι ἐγὼ ξέρω. ποὺ εἶναι τυφλὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἡ γιαγιὰ εἶπε στὴν ἐγγονή της: «Ἀχτίνα μου!» Κι ἀφοῦ ἡ Ἄννα εἶναι τόσο καλὴ σὰ μιὰ ἀχτίνα. Ἔτσι καὶ τὸ μικρὸ κοριτσάκι κάνει φωτεινὴ κι εὐχάριστη τὴ ζωὴ τῆς καημένης τῆς γιαγιᾶς. τὸν Ἥλιο.τι πέσετε ἐπάνω τὸ φωτίζετε καὶ τὸ ζεσταίνετε. Πιστεύω. ἀλλὰ παιδὶ ἀνθρώπου. μενεξεδένιο. Καὶ ὁ Ἥλιος εἶπε: . . . γι’ αὐτὸ καὶ σεῖς ἔχετε χρέος νὰ τὴν ἀγαπᾶτε σὰν ἀδερφή σας. γιὰ νὰ στεγνώσουν. Ἐσεῖς οἱ ἀχτίνες σὲ ὅ. εἶπε ἡ μιά. πράσινο.Κι ἐγὼ γιὰ χάρη της θὰ ὡριμάσω γρήγορα τὰ κεράσια. . Θὰ τὰ ζεστάνω καλὰ καλά. ποὺ εἶναι ἐπάνω στὰ ρόδα καὶ στὴ χλόη τοῦ κήπου. τί θὰ κάμω! Στὸν κῆπο της κρέμονται τ’ ἀσπρόρουχα τῆς κούκλας της.Κι ἐγὼ αὔριο πολὺ πρωί.Αὔριο τὸ πρωί. γιατὶ ἡ γιαγιά της τὴν εἶπε Ἀχτίνα.Ἄς ρωτήσωμε τὸν πατέρα μας! Καὶ ρώτησαν τὸν πατέρα τους.38 . ὥσπου νὰ στεγνώσουν. ποὺ ἔχει ἁπλωμένα ἡ Ἄννα. Κοιτάξετε. θὰ τῆς δώσω ἕνα φιλί.Ἀδερφή σας δὲν εἶναι βέβαια τὸ κοριτσάκι. κίτρινο. ἅμα ἡ Ἄννα κατεβῆ στὸν κῆπο. θὰ φωτίσω τὶς σταγόνες τῆς δροσιᾶς. . Θὰ σᾶς πῶ ὃμως. μόλις ξυπνήση. γιατὶ δὲν εἶναι πραγματικὴ ἡλιακὴ ἀχτίνα. πὼς αὐτὸ θὰ τὴν εὐχαριστήση. Παντοῦ. τὸ μέρος ἐκεῖνο φαίνεται πιὸ εὐχἁριστο. γιὰ νὰ λάμψουν μὲ ὅλα τὰ χρώματα: κόκκινο. Δὲν εἶν’ ἔτσι. γαλάζιο.

ὅσα εἶπαν. Στηρίχτηκε στὸ ἕνα του πόδι μόνο καὶ κοίταζε ἀνήσυχα τὸ χῶμα.Γιατί εἶστε ἔτσι κατσουφιασμένα. Κάθεται συλλογισμένο σ’ ἕνα κλαδί. τί χειρότερο νὰ πάθωμε! Δὲν ξέρεις. πὼς τὰ φύλλα ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ οἱ πεταλοῦδες.Οὒτε κουνούπι δε βρίσκεται πιά. τὴν ἄλλη μέρα ἔκαμαν ὅλα. τί πάθατε. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ πέταξε κοντά τους τὸ ὀρτύκι. καμαρωτός. Δὲν ὑπάρχει πιὰ τροφὴ ἐδῶ κί ἐγὼ πεινῶ πολύ. Στάθηκε ἐκεῖ κοντὰ στὴ φράχτη τοῦ κήπου. τσίρισε μὲ παράπονο τὸ χελιδόνι.39 Καὶ πραγματικά. ῎Εχω νὰ φάγω ἀπὸ χτές. εἶπε τὸ τρυγόνι κουνώντας θλιβερὰ τὸ κεφάλι του. πάρα πολύ . Σὲ λίγο ἔρχεται κι ὁ πελαργός. μὲ τὰ ψηλά του πόδια. . κανεὶς ἀπὸ σᾶς κανένα βάτραχο. Πάρα πέρα κάθεται ἕνα τρυγόνι. μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι. ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΙ Ο ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ 1. Κοντεύει μεσημέρι καὶ εἶμαι νηστικὸς ἀκόμη.Τούρ! τούρ! Απαντᾶ τὸ τρυγόνι. . ρώτησε τὰ ἄλλα πουλιά. Σήμερα τὸ χελιδόνι δὲν ἔχει καθόλου διάθεση. οἱ μύγες καὶ τὰ . Θὰ θέλατε νὰ εἴχατε μιὰν ἀπὸ τὶς ἀχτίνες τοῦ Ἥλιου ἀδερφή σας.Μήπως εἶδε. . Στὸ βάλτο οὔτε ἕνας δὲ βρίσκεται.Κι ἐγὼ σήμερα τὸ πρωὶ μόλις κατόρθωσα νὰ βρῶ ἔνα μικρὸ σκουληκάκι. ρώτησε. Εἶναι μιὰ μελαγχολικὴ ἡμέρα τοῦ φθινοπώρου. . Ἄχ. χαμοφτερουγίζοντας καὶ χώθηκε στοὺς θάμνους. 14.

μοῦ διηγήθηκε τί ὡραῖα περνοῦν στὰ ξένα μέρη. Ἐκεῖ βρίσκει κανένας ἕνα .40 σκουλήκια χάθηκαν μονομιᾶς. Ἔτσι μπορῶ νὰ περάσω ἐδῶ λίγες βδομάδες ἀκόμη τρώγοντας φυλλαράκια καὶ σπόρους . Καὶ πέταξαν ἀπ’ ἐκεῖ. ποὺ δὲ ρίχνουν τὰ φύλλα τους. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ τρυγονιοῦ τὰ βρῆκαν σωστὰ καὶ λογικὰ καὶ τ’ ἄλλα πουλιά.Καὶ σύ. Τέλος συμφώνησαν νὰ μαζευτοῦν τὴν ἄλλη μέρα ὃλα τὰ πουλιὰ στὸ λιβάδι. μακρινοὺς τόπους! Ὁ γείτονάς μου. 2. Γιὰ μένα ἂς εἶναι καλὰ τὰ χαμόκλαδα ἐκεῖνα. ρώτησε τὸ χελιδόνι. Τὰ ἔχω γυμνασμένα τέλεια καὶ μποροῦν νὰ μὲ ἀκολουθοῦν. περνᾶς καλύτερα ἀπὸ μᾶς . δὲν κάνομε τίποτε. ἄσκημα τὴν ἔχετε. νὰ μποροῦσα κι ἐγὼ νὰ ταξιδέψω μαζί τους! Ἔλεγε. ἀντὶ νὰ μαλώνωμε. εἶπε τὸ ὀρτύκι . Μόνο τὸ ὀρτύκι εἶχε ἀντίθετη γνώμη κι ἔλεγε. φαντασμένο πουλί. γιὰ νὰ συνεννοηθοῦν γιὰ τὸ ταξίδι.Βέβαια. ποὺ καθόταν πάρα πέρα. ἄκουσε ὅλη αὐτὴ τὴ συζήτηση. παρὰ νὰ ταξιδέψωμε. . . Ἄλλος τρόπος δὲν ὑπάρχει. τάχα. τὸ χελιδόνι. πὼς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βιαστοῦν καὶ νὰ ταξιδέψουν ἀπὸ τώρα. κι ἐγὼ νὰ ἰδῶ ξένους. .Ἀφῆστε τώρα τὰ μαλώματα. νὰ φύγωμε ἀπ’ ἐδῶ. εἶπε τὸ τρυγόνι. εἶπε ὁ πελαργός.Ἄχ. Τὸ καλύτερο εἶναι.Καὶ γιατί ὄχι. τί πρέπει νὰ κάνωμε. Πόσο ἐπιθυμοῦσα. ὅπου κι ἂν πάω.Ἄν δὲν ἑνωθοῦμε ὅλοι. ἀπαντᾶ τὸ ὀρτύκι. Ἕνας σπουργίτης. . νὰ σκεφτοῦμε. Τώρα πιὰ ὅλα μου τὰ παιδάκια μεγάλωσαν καὶ μποροῦν πολὺ καλὰ νὰ πετοῦν.

μοῦ φαίνεται. ποὺ καθόταν κάτω ἀπὸ τὰ κεραμίδια τοῦ ἴδιου σπιτιοῦ. Μὴ σᾶς μέλει. κεράσια. ἄν μποροῦσε κι’ αὐτὸς νὰ ταξιδέψη μαζί του. . Μὰ πῶς σοῦ πέρασε ἡ ἰδέα.Ξέχασες ποιὸς εἶσαι. χωρὶς νὰ σταματήσωμε πουθενά. Αὐτὸ τὸ ταξίδι χρειάζεται ἕνα ἀδιάκοπο καὶ γρήγορο πέταγμα. . . ἀντέχεις ἐσὺ σὲ τέτοια ταξίδια.41 σωρὸ μύγες. . ὁ σπουργίτης. εἶπε ὁ σπουργίτης. τὸ ρώτησε μὲ παράπονο.Δὲν εἶσαι στὰ καλά σου. ἔχω γερὸ κορμὶ καὶ μπορῶ νὰ σᾶς ἀκολουθήσω. . Κανένας ὅμως δὲν μὲ προσκαλεῖ κι ἐμένα νὰ ταξιδέψω μαζί του. Τὸ βράδυ. Ἄς γελάσω! Εἴπε τὸ χελιδόνι καὶ γέλασε κοροϊδευτικά. ἐκεῖ κάνει εὐχάριστη ζέστη. τὸ σπουδαιότερο. Μὰ εἶσαι σὺ γιὰ ταξίδια. ὅταν γύρισε τὸ χελιδόνι στὴ φωλιά του. Ἐμεῖς ταξιδεύομε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. ἐπάνω σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες. πὼς θὰ μπορέσης νὰ πετάξης πολὺ μακριὰ μὲ τόσα δὰ φτεράκια. Ἄχ.Κάμε μου τὴ χάρη! Σὲ παρακαλῶ. Μα φίλε μου. εἶπε τὸ χελιδόνι . Κι ὅσο συλλογιζόταν. σὲ ἱκετεύω! Ἔλεγε κλαίγοντας ὁ σπουργίτης Τὸ χελιδόνι τότε προσπάθησε νὰ συμβουλέψη τὸ σπουργίτη. σπόρους καί.Μπορῶ βέβαια. θέλω νὰ ἔρθω μαζί σας! Δὲ θὰ μοῦ κάμετε τὴ χάρη νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πετάξω κι ἐγὼ ἀνάμεσα στ’ ἄλλα πουλιά. ποὺ ἔδειχνε τόση ἐπιμονή. ἐνῶ ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι εὐτυχισμένα κι ἐξαιρετικὰ πουλιά.Ἐσὺ νὰ ταξιδέψης. τόσο μεγαλύτερη γινόταν ἡ λύπη του. σὲ βουνὰ καὶ σὲ πεδιάδες. Εἶμαι τὸ πιὸ δυστυχισμένο πουλί. Ἐκεῖ κάθισε πολλὴ ὥρα καὶ συλλογιζόταν μελαγχολικά.

Ὅσα εἶχαν φτεροῦγες σπασμένες ἢ μαδημένες ἢ τοὺς ἔλειπαν φτερὰ ἀπὸ τὴν οὐρά. . τ’ ἄλλα πουλιὰ τὸ ἔσπρωχναν μὲ βία καὶ τὸ ἔβγαζαν ἔξω ἀπὸ τὴ γραμμή. Τὴν ἄλλη μέρα τ’ «ἀποδημητικὰ πουλιὰ» πέταξαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη καὶ μαζεύτηκαν στὸ λιβάδι. τρυγόνια.Μπά. 3.Ἐμπρός! ὅλα στὴ γραμμή! Πρόσταξε ἕνας γέροπελαργός. Θέλει κι αὐτὸς νὰ ταξιδέψη Ὁρίστε μας! . ἂν ἔχουν ὅλα τ’ ἀπαιτούμενα γιὰ τὸ ταξίδι. Μ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχασε τὶς ἐλπίδες του.πελαργὸς τὰ ἐπιθεώρησε. 4. τσαλαπετεινοί. Τί τρέχει ἆραγε. πὼς. Αὐτὰ θὰ ἔμεναν ἐδῶ. γιὰ νὰ ταξιδέψη μαζί τους. ὀρτύκια. Κάποιο πουλὶ ἀνακάλυψε. Ἔξαφνα ἀκούεται μεγάλος θόρυβος. γιὰ νὰ ἰδῆ. τὸν παμπόνηρο! Εἶπε τὸ τρυγόνι. ἀγριόπαπιες καὶ πολλὰ ὠδικὰ πουλιά. αὐτὸς καθόταν ἄγρυπνος κι ἔκλαιγε γιὰ τὴ σκληρή του μοῖρα.42 Στὰ λόγια τοῦ χελιδονιοῦ δὲ βρῆκε τίποτε ν’ ἀπαντήση ὁ σπουργίτης. πελαργοί. Ὅλα τὰ πουλιὰ τότε παρατάχτηκαν σὲ μιὰ γραμμὴ κι ὁ πολύξερος γέρο. μπεκάτσες. Δὲ φάνηκε ὃμως οὔτε κανένας κοῦκος οὔτε κανένα ἀηδόνι. Ἦρθαν ἐκεῖ χελιδόνια. ὅτι ὁ πονηρὸς σπουργίτης εἶχε τρυπώσει ἀνάμεσα στ’ ἄλλα πουλιὰ καὶ μπῆκε στὴ γραμμή. Ἐνόσω ὅμως τὸ χελιδόνι κοιμόταν στὴ φωλιά του. ἢ ὅσα δὲν ἦταν γερὰ καὶ δυνατά. ποὺ εἶχε ταξιδέψει ὡς τώρα καμιὰ εἰκοσαριὰ φορὲς στὴν ξενιτιά. . Αὐτὰ εἶχαν ταξιδέψει κάμποσον καιρὸ πρωτύτερα. Ἄν κανένα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πουλιὰ δὲν ἤθελε νὰ ὑπακούση στὸν ἀρχηγό. Τὸν εἶχαν γιὰ τὸ σοφώτερο ἀπ’ ὅλους. θὰ μπορέση νὰ ταξιδέψη κι αὐτός. τὰ ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὴ γραμμή.

Πάρτε με. Ὅταν τελείωσε ἡ ἐπιθεώρηση. . πὼς εἶμαι ἕνας ἀδύνατος μικρὸς σπουργίτης. . περιπαίζοντας τὸ δυστυχισμένο σπουργίτη.43 . πὼς μπορεῖ κι αὐτὸς νὰ πετάξη τόσο μακριά! Καὶ τότε τὰ ταξιδιάρικα πουλιὰ ἔβαλαν τὶς φωνές. λέγει ἀπελπισμένος. μαζί σας καὶ θὰ ἰδῆτε. ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς ἀκολουθήσω. διῶχτε τον μόνον ἀπ’ ἐδῶ κι ἑτοιμαστῆτε νὰ φύγωμε. ἀφοῦ εἴμαστε ἔτσι καμωμένα ἀπὸ τὸν καλὸ . Μὴ τὸν χτυπᾶτε. Τ’ ἄλλα πουλιὰ τὸν σκούντησαν.Μ’ αὐτὸς εἶναι ἀδιάκριτος! Φώναξε ὁ πελαργός. τὰ πουλιὰ ἄρχισαν νὰ φεύγουν κοπάδια κοπάδια.Τώρα ἔφυγαν ὅλα! Δὲν ἔμεινε κανένα ἄλλο πουλὶ παρὰ ἐγὼ μονάχα.Κι ἐγώ! Τσίρισε ὁ σπίνος. εἶπε: . Ὁ σπουργίτης ἀπὸ τὴ φωλιά του τὰ ἔβλεπε κὰταλυπημένος. Θέλω ὅμως νὰ πάω ἐκεῖ κάτω στὶς θερμὲς χῶρες. ποὺ τὰ ἔχασε περικυκλωμένος ἀπὸ τόσα πουλιά. Κάμετέ μου αὐτὴ τὴ χάρη.Μὲ τὰ περίφημα φτερὰ ποὺ ἔχει! Εἶπε περιπαιχτικὰ τὸ χελιδόνι. 5. σᾶς παρακαλῶ. εἶμαι κι ἐγώ! Σφύριξε ἀπὸ μακριὰ κι ὁ κότσυφας.Σᾶς παρακαλῶ. τὸ ἕνα κοπάδι γραμμὴ πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο. Θὰ βάλω ὅλα τὰ δυνατά μου.Βέβαια. τὸν κυνήγησαν καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ φύγη καὶ νὰ τρυπώση στὴ φωλιά του ντροπιασμένος καὶ ἀπελπισμένος. Μεγάλη ἰδέα ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του! Νομίζει. σᾶς ἱκετεύω! . . Ὅταν καὶ τὸ τελευταῖο κοπάδι χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια του. ἔτσι εἶναι! Εἶπε ὁ σπουργίτης. .Τὸ ξέρω. .Ἔμεινα κι ἐγώ! Φώναξε ἡ καρακάξα. Ἐμεῖς. Τὸ χελιδόνι εἶχε δίκιο. παρακαλῶ.

Τί νὰ γίνη ὅμως! Ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς ἀφήση νὰ χαθοῦμε.44 Θεό. δὲν μποροῦμε νὰ κάνωμε πράματα ἀσυμβίβαστα μὲ τὴ δύναμή μας καὶ τὸ σῶμα μας. . Θὰ μείνωμε ἐδῶ καὶ θὰ ὑποφέρωμε τὸ χειμώνα.

δὲν πηδᾶ. νὰ γίνεται ἀτμὸς καὶ νὰ . Ἡ φωτιὰ ἐρχόταν ἀπὸ κάτω κρυφά. Μικρὸς προφήτης. Τοῦ σπίνου χάθηκ’ ἡ γλυκιὰ λαλιά. ποὺ χτίστηκε ὁ κόσμος. ἡ φωτιὰ καὶ τὸ νερὸ εἶναι πάντοτε ἐχθροί. φτερωτὸς μηνᾶ τὴν Ἄνοιξη. Ἄλλο δὲν κάνουν. παρὰ νὰ τρώγωνται ἀναμεταξύ τους. μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά. δὲν καμαρώνει. Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΡΟ Ἀπὸ τότε.45 15. καθαρὸ καὶ δροσερό. Ἄναβε ἡ φωτιὰ κι ἔκαιγε μ’ ὅλη της τὴ χαρά. τὸ ζέσταινε. ὁ καλογιάνος. Δροσίνης. Ἔλαμπε τὸ νερὸ καθαρό. πρόσχαρος προβάλλει. Ἔξαφνα τὸ νερὸ πλάφ! μιὰ καὶ τὴν ἔσβηνε. ποὺ θὰ γυρίση πάλι. φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ δὲν τρέχει. Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδὶ τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί. Γ. τὸ ἔκανε νὰ βράση. ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη. 16.

χωρὶς νὰ τὸ θέλουν.46 χάνεται. θὰ ἰδῆ τί θυμὸ ἔχουν κι οἱ δυὸ φυλακισμένοι. Μὲ πολλὴ τέχνη καὶ ὑπομονὴ κατόρθωσε ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμη μιὰ δυνατὴ φυλακὴ ἀπὸ σίδερο. Στὸ σιδηρόδρομο. Τὴν ὀνόμασε τὴ φυλακὴ αὐτὴ ἀτμομηχανὴ καὶ τὴ μεταχειρίζεται. Ἡ φυλακὴ αὐτὴ ἔχει δυὸ χωρίσματα. Κι ἐκεῖ μέσα.τι δὲ θέλετε μοναχοί σας νὰ τὸ κάμετε. Μὲ τὴ βία θὰ σᾶς ἀναγκάσω. ἐργάζονται συντροφιὰ τὸ νερὸ κι ἡ φωτιά. στὰ ἀτμόπλοια. θὰ σᾶς ὑποχρεώσω ἐγὼ νὰ τὸ κάμετε. Ἡ φωτιὰ πέταξε ὡς ἐκεῖ ἐπάνω μιὰ γλῶσσα κόκκινη κι ἀποκρίθηκε μὲ πεῖσμα: .Αὐτὸ δὲ θὰ γίνη ποτέ! Ἀλλὰ καὶ τὸ νερὸ θόλωσε ἀπὸ τὸ θυμό του καὶ γουργούρισε: . Ἡ φωτιὰ βογγᾶ καὶ τραντάζει τὰ σίδερα καὶ βγάζει μαύρους καπνούς. Ὀ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἤθελε ἔτσι μαλωμένα καὶ μιὰ ἡμέρα τοὺς λέει: . Ἄν πλησιάση κανένας στὴν ἀτμομηχανή. σφυρίζει. Στὸ ἕνα χώρισμα ἔβαλε τὸ νερό. στὸ ἄλλο χώρισμα τὴ φωτιά. ὅπου χρειάζεται μεγάλη δύναμη. ὅπως εἶναι. στοὺς μεγάλους μύλους.Πολὺ καλά! εἶπε τότε ὁ ἄνθρωπος. Ὅ.Ποτὲ δὲ θὰ γίνη αὐτό! .Ἑλᾶτε ν’ ἀγαπηθῆτε γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό σας καὶ γιὰ τὸ καλὸ τοῦ κόσμου. Τὸ νερὸ ἀπὸ τὴ στενοχώρια του χοχλάζει. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν πολυσκοτίζεται . σὰ νὰ εἶναι φίδι καὶ ζητᾶ νὰ ξεφύγη ἀπὸ καμιὰ χαραμάδα. σὲ ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια. φυλακισμένοι.

ὥσπου κι ἐγὼ νὰ φτάσω στ’ ἀστέρια τὰ πολλά. . γιὰ νὰ γίνη.«Μεγάλος θὰ γενῶ. Καὶ βασιλιὰς θὰ γίνω. θ’ ἀνέβω στὸν ἀέρα. καὶ θὰ καταφρονῶ τὴ γῆ. .Καλὰ εἶστε ἐκεῖ μέσα! Λέει στὴ φωτιὰ καὶ στὸ νερό. θὰ πάω στὸν οὐρανό. Ο ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΚΑΠΝΟΣ Εἶπε ὁ καπνὸς μιὰ μέρα: . Τώρα ἀδερφωμένα. 17. Κι ἀμέσως ξεκινάει νὰ πάη στὸν οὐρανό. ποὺ τώρα ἀφήνω. ὅπως εἶστε. κάνετε δουλειὰ χρήσιμη καὶ δὲ μαλώνετε πιά. ποὺ θὰ χρειαζόταν πάρα πολλὰ ἀνθρώπινα χέρια. Μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀτμομηχανῆς του γίνεται ἐργασία. Τὰ νέφη θὰ περάσω.47 ἀπὸ τοὺς θυμοὺς αὐτούς. Μὰ ἔξαφνα φυσάει ἀγέρι σιγανό. θ’ ἀνέβω πιὸ ψηλά. καὶ πάω στὸν οὐρανό».

τὸν σκόρπισε μ’ ὁρμή. .Πολέμης.48 Καὶ πρὶν στὰ ὕψη φέρη τὸ μαῦρο του κορμί. δυνάμωσε τ’ ἀγέρι. Ἰ.

κυρὰ ἀλεπού.Τί νὰ τὸ κάνω.Τί κάθεσαι καὶ τὸ καμαρώνεις. Δὲ μοῦ ἀρέσει. Δὲν τὸ κατεβάζεις νὰ τὸ φᾶς. . τῆς ἀποκρίθηκε: . Εἶναι ἄγουρο ἀκόμη! . τῆς εἶπε τότε μιὰ ἄλλη ἀλεπού.49 18. Μὰ ἡ κληματαριὰ ἦταν ψηλὰ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φτάση. γιὰ νὰ μὴ φανῆ. Κι ἡ γριὰ ἀλεπού. ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΦΥΛΙ Μιὰ γριὰ ἀλεποὺ καθόταν καὶ κοίταζε σὲ μιὰ κληματαριὰ ἔνα μεγάλο ὡραῖο σταφύλι. πὼς δὲν μποροῦσε νὰ φτάση τὸ σταφύλι.

Τὸν ἔλεγαν Πλούτωνα καὶ τὴ χώρα του Κάτω Κόσμο ἢ . Ἦταν τόσο πολὺ δυνατός. ποὺ καὶ τὸ κεφάλι του ὅταν κουνοῦσε. ποὺ λαμποκοποῦσε ἀπὸ μακριά. σειόταν ἡ γῆ τὰ βουνὰ ἔτρεμαν.50 19. στὴν κορφὴ τοῦ ψηλότερου βουνοῦ τῆς Ἐλλάδος. Κάθε φορά. ἄνεμοι ἄγριοι φυσοῦσαν καὶ γινόταν μεγάλη τρικυμία. ἀριστερά. Δὲν μποροῦσαν ὅμως ποτὲ νὰ παραβγοῦν μὲ τὸ Δία στὴ δύναμη. ποὺ θύμωνε. Ὁ μεγαλύτερος θεός τους ἦταν ὁ Δίας ἢ Ζεύς ποὺ ἦταν βασιλιὰς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Ὁ Ζεὺς εἶχε δύο ἀδερφούς. ἀνακάτωνε τὴ θάλασσα μὲ τὴν τρίαινά του καὶ τὰ κύματα σηκώνονταν ψηλὰ σὰ βουνά. ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ Στὸν πολὺ παλιὸν καιρό. Εἷχε τὸ παλάτι του κάτω στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἄπ’ ἐκεῖ ψηλὰ μποροῦσε νὰ κοιτάζη καὶ νὰ βλέπη ὅλα ὅσα γίνονταν κάτω στὴ γῆ. ποὺ εἶχε τὸ βασίλειό του κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. ὁ οὐρανὸς μαύριζε κι ὁ ἥλιος ἔκρυβε τὸ πρόσωπό του. οἱ άρχαῖοι Ἕλληνες πίστευαν σὲ πολλοὺς θεούς. Ὁ Ζεὺς καθόταν τὸν περισσότερο καιρὸ ἀνάμεσα στὰ σύννεφα. Ἦταν ἕνα ὁλόχρυσο παλάτι. στὰ δέντρα καὶ στοὺς βράχους. ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦν τὰ ψάρια καὶ γίνονται τὰ κοράλλια. τοῦ ᾽Ολύμπου. Ὁ ἄλλος ἀδελφὸς τοῦ Δία ἦταν ἕνα κατσουφιασμένο καὶ χλωμὸ πλάσμα. ὅπου ποτὲ δὲν ἔλαμπε ὁ ἥλιος καὶ ὅπου ἦταν σκοτάδι καὶ δὲ βρισκόταν κανένας ζωντανός. ποὺ καὶ οἱ δύο ἦταν φοβεροί. Τὸν ἕνα τὸν ἔλεγαν Ποσειδώνα καὶ ἦταν ὁ θεὸς τῆς θάλασσας. Τοῦ ἄρεσε νὰ περπατῆ ἐπάνω στὰ σύννεφα καὶ νὰ ρίχνη κεραυνοὺς δεξιὰ κι.

ὁ Πλούτωνας ἔστελνε τὸ Χάρο νὰ φέρη τὴν ψυχή του κάτω στὰ σκοτεινὰ βάθη τοῦ βασιλείου του. Οἱ σπουδαιότεροι ἦταν: Ἡ Ἥρα. ποὺ καθόταν στὰ δεξιά του καὶ τοῦ ἔδινε κάθε λογῆς συμβουλές. ἡ θεὰ τῆς σοφίας. ποὺ εἶχε φτερὰ στὸ κεφάλι καὶ στὰ πόδια καὶ πετοῦσε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ . ἡ θεὰ τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Ἑρμῆς. ὅταν ἄναβε πουθενὰ πόλεμος. πὼς ὅταν πέθαινε κανένας. Ἡ Ἀθηνᾶ. Ὁ Ἄρης. ἡ θεὰ τῆς ὀμορφιᾶς. ποὺ ἔνιωθε μεγάλη χαρά. ὁ φοβερὸς πολεμιστής. ποὺ ἦταν ὡραιότερη ἀπ’ ὅλες τὶς γυναῖκες τοῦ κόσμου. ὁ γοργὸς ἀγγελιαφόρος.51 Ἅδη. θυγατέρα τοῦ Δία. ποὺ ἔδινε στοὺς ἀνθρώπους τὴ φρονιμάδα καὶ τοὺς μάθαινε πολλὰ χρήσιμα πράματα. Πολλοὶ ἄλλοι δυνατοὶ θεοὶ κατοικοῦσαν μαζὶ μὲ τὸ Δία στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου. Ἡ Ἀφροδίτη. Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν. ἡ γυναίκα τοῦ Δία.

Σεπτέμβρης. σὰν τὰ σύννεφα. ἕνας περίφημος σιδηρουργός. Αὐτὸς εἶχε τὸ ἐργαστήρι του σ’ ἕνα φλογισμένο βουνὸ καὶ χτυπώντας τὰ μέταλλα μὲ τὸ σφυρί του ἔφτιανε πολλὰ πολλὰ ὄμορφα πράματα ἀπὸ σίδερο. Οἱ Ἕλληνες πίστευαν καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους θεούς. Ἄν ἴσως βρέξη ὁ Τρυγητής.52 ἄλλο. . 3. ὁλόχρυσα παλάτια. ποὺ γι’ αὐτοὺς πολλὲς παράξενες καὶ ὡραῖες ἱστορίες ἔλεγαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Τρυγητή μου. Τὸν Τρυγητὴ τ’ ἀμπελουργοῦ πᾶνε χαλάλι οἱ κόποι. Αὐτοὶ ὅμως μποροῦσαν νὰ κοιτάζουν κάτω στὴ γῆ καὶ νὰ βλέπουν τί ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι καὶ συχνὰ ἄφηναν τὰ παλάτια τους καὶ γύριζαν ἀγνώριστοι στεριὲς καὶ θάλασσες μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. ἀλλὰ κουτσός. Ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς θεοὺς ὁ πιὸ δυνατὸς ἦταν ὁ Δίας. ποὺ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ τοὺς διακρίνουν. Ὁ Ἥφαιστος. χαρὰ στὸν τυροκόμο. χάλκωμα καὶ χρυσάφι. 2. ποὺ τὰ σπρώχνει δυνατὸς ἄνεμος. ἐκεῖ ψηλὰ ἀνάμεσα στὰ σύννεφα. Οἱ θεοὶ κατοικοῦσαν μέσα σὲ λαμπρά. 1. 20. τόσο ψηλά. Δόξα νάχης. ΤΙ ΛΕΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α’.

τὰ ζευγάρια εἶν’ στὸ στάβλο. τὸν Ὀχτώβρη τὰ κουδούνια. ἔχει μεγάλο θησαυρό. 3. Ὁ Νοέμβρης ἔκλεισε. Γ’. 21. λίγο στάρι θὰ κάμης. 2. Νοέμβρης. Ἅι Δημητράκη. . Κάμε τὸ καλὸ καὶ ρίξτο στὸ γιαλό.53 εἶδα ἐγὼ τὴν προκοπή μου. κι οὔτε τσοπάνης στὰ βουνὰ οὔτε ζευγὰς στοὺς κάμπους. 2. Ὁπόχει φίλον ἀκριβό. 2. Β’. μικρὸ καλοκαιράκι. ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 1. Τὸ Νοέμβρη καὶ Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες. Ὀχτώβρης 1. Τὸ Σεπτέμβρη τὰ σταφύλια. Ὀχτώβρης καὶ δὲν ἔσπειρες.

6. κρεμαστάρια τάφηνε. . Ὅποιος περηφανεύεται. Ὅποιος λυπᾶται τὸ φτωχό. Ὁ καλὸς ὁ φίλος στὴν ἀνάγκη φαίνεται. Ἡ πάστρα εἶναι μισὴ ἀρχοντιά. θὰ τὸ βρῆ ἀπ’ τὸ Θεό. 7. 5. 4.54 3. γρήγορα ταπεινώνεται. Ἡ ἀλεποὺ ὅσα δὲν ἔφτανε.

.

.

57 1. 2. δέντρα. φύλλα. γιὰ νὰ μὴν ξεχάσης τίποτε. πὼς κρυώνει. πὼς δὲν ἔχει. Πόσο βλέπω μ’ εὐχαρίστηση μαζεμένη τόση ἀσπρίλα! Ὅμως..Πρέπει νὰ κατεβῆς. ἐδῶ σοῦ ἔγραψα τὰ πράματα ποὺ θ’ ἀγοράσης. δρόμους.ΧΙΟΝΙ Τί καλὰ ποῦναι στὸ σπίτι μας. ΕΡΧΟΜΑΙ! Ἤτανε εἰκοσιτρεῖς τοῦ Δεκέμβρη.τι χρειαζόμαστε. Πάρε καὶ τὸ ταγάρι νὰ τὰ βάλης μέσα. γιατὶ θὰ πεινάσης στὸ δρόμο. ἀλεύρι. Γ. Τώρα στάθηκε στὴν πόρτα μας. τώρα ποὺ ἔξω πέφτει χιόνι! Τὸ μπερντὲ παραμερίζοντας τἄσπρο βλέπω ἐκεῖ σεντόνι νὰ σκεπάζη ὅλα τὰ πράματα. κοριτσάκι. παιδί μου. Πάρε καὶ . Ζάχαρη. Καρυωτάκης. θυμᾶμαι... σπίτια. πορτοκάλια κι ὅ. Νά. Σοῦ ἔβαλα στὸ ταγάρι καὶ ψωμὶ κι ἐλιές. ψωμί.Ἔλα μέσα. στὴ χώρα. Ἡ μητέρα μου μὲ ξύπνησε πολὺ πρωὶ καὶ μοῦ εἶπε: . Κ. τὸ τραπέζι μας ἐστρώθηκε κι ἀναμμένο εἶναι τὸ τζάκι. τουρτουρίζοντας τὸ κορίτσι ἑκεῖνο τρέχει. .τι ἄλλο λείπει ἀπὸ τὸ σπίτι.. νὰ ψωνίσης ὅ. κοίτα. λέει. πὼς ἐπάγωσε.

πὼς θὰ χιονίση. Ἡ χώρα ἦταν ὡς δυὸ ὧρες μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό μας. Ὠς τόσο τὸ βουνὸ εἶχε σκεπαστῆ ἀπὸ σύννεφα. πὼς θὰ ἔφτανα σπίτι μας πρὶν ἀπὸ τὸ μεσημέρι. Ψώνισα γρήγορα ὅσα μοῦ εἶπε ἡ μητέρα μου. ποὺ εἶχε γλιστρήσει στὸ δρόμο καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ. Λίγο ἔλειψε νὰ χαθῆ μιὰ γριούλα. Ὁ κόσμος εἶχε κατεβῆ πολὺ νωρὶς νὰ ψωνίση. φώναξα. Ἔξαφνα ἀκούω βογγητά.58 τίποτε ἄλλο ἀπὸ κάτω νὰ φᾶς. . Ἔπειτα πῆρα τὸν ἀνήφορο καὶ ὅταν ἔφτασα στὸ ψήλωμα. Τὸ δίχως ἄλλο θὰ χιονίση. γιατὶ ἔδειχνε. εἶπα μέσα μου. . κυρούλα.Τότε εἶδα μιὰ γριούλα. εἶχα περάσει τὰ μισὰ τοῦ δρόμου. Ἔφερα γύρω νὰ καταλάβω ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν ἡ φωνή. Σὲ λίγο τὰ ξανάκουσα πάλι.Ποιὸς εἶν’ αὐτοῦ. Σὲ λίγο γύρισα. Ποιὸς ξέρει πόσην ὥρα βασανιζόταν καὶ δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ σηκωθῆ. Πήγαινε καὶ κοίταξε νὰ εἶσαι πάλι ἐδῶ τὸ μεσημέρι. Στὸ δρόμο πείνασα καὶ κάθισα σ’ ἕνα στεγνὸ μέρος νὰ ξεκουραστῶ καὶ νὰ φάω κάτι.Χτύπησες πουθενά. πῆρα τὸ ταγάρι μου καὶ κίνησα γιὰ τὸ χωριό. Τὴ βοήθησα νὰ σταθῆ στὰ πόδια της καὶ τὴ ρώτησα: . καὶ στὶς ἐννιὰ ἤμουνα κιόλας φτασμένος. τὰ ἔβαλα στὸ ταγάρι καὶ τὸ ἔδωσα σ’ ἕνα γνωστό μου μπακάλη. νὰ μοῦ τὸ φυλάξη. Ὕστερα ἔκαμα ἕνα γύρο νὰ δῶ τὴν κίνηση τῆς ἀγορᾶς. μὰ δὲν ἔλαβα καμιὰν ἀπάντηση. Σὲ λίγο θὰ κατηφόριζα ὡς τὸ χωριὸ κι ἔλεγα.

γιὰ νὰ φτάση. τὴν ξαναρώτησα. Τρεῖς ὧρες εἶχε ποὺ περπατοῦσε κι ἤθελε ἀκόμα ἄλλες δύο. Πηγαίνω νὰ περάσω τὶς ἅγιες μέρες μὲ τὰ ἐγγονάκια μου. καλὸ νάχης. παιδί μου. -Ἀπ’ τὸ Καθαροσπόρι στὸ Κρυονέρι. κυρούλα.Μὰ πῶς ἔπεσες. γλίστρησα. Μήπως τὸ βλέπεις πουθενά. Παρὰ λίγο νὰ σκοτωθῆ ἡ καημένη ἡ γριούλα! Πῆρα τὸ ταγάρι της καὶ τὴ βοήθησα ν’ ἀνεβοῦμε στὸν ἴσιο δρόμο. . -Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις.Μοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ ταγάρι. τὴν . ποὺ κρατοῦσα καὶ καθὼς πῆγα νὰ τὸ πιάσω. . τὴ ρώτησα.Θὰ μπορέσης νὰ πᾶς ὡς ἐκεῖ. παιδάκι μου. κυρούλα. Ἔψαξα καὶ τὸ βρῆκα. Εἶχε σκαλώσει κάπου ἐκεῖ σ’ ἕνα δέντρο. . μοῦ λέει.59 .Ὄχι. στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ.

τὴ γριά. ὅσο μποροῦσα πιὸ γρήγορα. Ἡ καημένη ἡ γριὰ μόλις ἔσερνε τὰ πόδια της. Προχωρήσαμε. ἂν τὴν ἄφηνα μονάχη.Πιστεύω. Ἔτρεξα τότε κι ἐγώ.Κρίμα! κι ἐγὼ ἔλεγα. Πῆγα καὶ τοῦ εἶπα τί ἔτρεξε κι αὐτὸς μὲ ἡσύχασε. . Φορτώθηκα λοιπὸν τὸ ταγάρι μου.Ἀπ’ τὴν Ἀϊτοράχη.Καλή. ὥσπου ν’ ἀντικρίσωμε τὸ Κρυονέρι καὶ ἀπὸ κεῖ παίρνω τὸ μονοπάτι καὶ βγαίνω στὸ χωριό μας.Νὰ μοῦ πῆς. Εἶχε ἀρχίσει νὰ πέφτη καὶ χιόνι. . θὰ ἔμενε στὸ δρόμο. πὼς θὰ σ’ ἔχω συντροφιά. γιὰ νὰ φτάσω στὸ χωριό μου. πῆρα καὶ τὸ δικό της καὶ τῆς εἶπα: . τῆς εἶπα. Ξεφόρτωσε τὸ μουλάρι του καὶ τὴν ἔβαλε πάνω καβάλα. Τὸ χωριὸ φάνηκε. Δὲν εἶναι πρώτη φορά.ξαναρώτησα Σὲ λίγο θάχωμε χιόνι. . Χωρὶς ἄλλο. ποὺ τὴν παθαίνει ἡ κυρὰ.Θὰ σὲ συντροφέψω. πὼς ἦταν μεγάλη ἀνάγκη νὰ τὴ βοηθήσω. Τὴν ξέρω. παιδάκι μου. . Περπατήσαμε ἔτσι πάνω ἀπὸ μιὰν ὥρα. Ἐσὺ ἀπὸ ποιὸ χωριὸ εἷσαι. κυρούλα. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὅμως εἶδα κάποιον νὰ ἔρχεται ἀπὸ ἄλλο δρόμο μὲ τὸ μουλάρι του φορτωμένο ξύλα. . εἶπε ἡ γριά. γιὰ νὰ τρέξω μπροστὰ καὶ νὰ πῶ νὰ ἔρθη νὰ σὲ πάρη κανένας δικός σου. Τότε κατάλαβα. μοῦ εἶπε. σὲ ποιὸ σπίτι θὰ πᾶς. Βρῆκα ἄνθρωπο γιὰ τὴ γριούλα. μὰ ἡ γριούλα δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ προχωρήση.

μανούλα! Σὰν πῆγα κοντά της. τί ἔπαθες. μποροῦσα νὰ φτάσω σπίτι μου καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια. Μ’ ὅλη μου τὴν κούραση φώναξα κι ἐγὼ ὅσο μποροῦσα πιὸ δυνατά: . Ἔφτασα! Τέλος κατάφερα νὰ περάσω πλάι ἀπὸ τὴν ψηλὴ κορφὴ καὶ νὰ κατηφορίσω.Ἔρχομαι! . γιατὶ ἔβλεπα πὼς νυχτώνει καὶ συλλογιζόμουν τὴ μητέρα μου.Ἀλέκο! Ἦταν ἡ φωνὴ τῆς μάνας μου. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὅλα μοῦ ἦταν γνωστά. χώθηκα σὲ δάσος πυκνό. Χιόνιζε. Ὅταν ἔφτασα στὰ πρῶτα σπίτια. Σὲ λίγο φάνηκε τὸ χωριό. Τὸ μονοπάτι ὅμως.61 Γιατί ἀργοπόρησα. . Ἀλέκο. γιατὶ ἄργησα. ποὺ μέσα του διασταυρώνονταν ἕνα σωρὸ ἄλλα μονοπάτια. παιδάκι μου. ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνή. ἄρχισε νὰ λέη: . . ἄκουσα μιὰ φωνή: .Ἐσὺ εἶσαι. ποὺ θὰ ἦταν τρελὴ ἀπὸ τὸ φόβο της.Ναί.Τί ἔχεις. δὲν τὸ ἤξερα καλά. Τραβοῦσα ὡς τόσο μπροστά. θὰ μάθης. Ἀπὸ τὸν πολὺ τὸ δρόμο καὶ ἀπὸ τὸ φόρτωμα ἔτρεχε ὁ ἱδρώτας μου ποτάμι. ποῦ ἤσουν ὅλη τὴ μέρα. τῆς εἶπα σιγά.Ὅταν ξεκουραστῶ. ποὺ πῆρα γιὰ νὰ γυρίσω. .

. Κι ἀπὸ τὰ κλωνάρια τους κρέμονταν ἄσπροι. σὰ νὰ εἶχε ἁπλώσει κανένας ἐπάνω τους τοῦφες ἀπὸ ἀφράτο ξασμένο μπαμπάκι. Τέτοιο χιόνι δὲν τὸ θυμόταν κανεὶς στὴν Ἀθήνα. ὁ Ὕμηττός. ἔπεσα στὴν ἀγκαλιά της καὶ τῆς εἶπα ὅλα σιγὰ σιγά. ποὺ ἔχουν ἰδῆ πολλὰ πράματα στὴ ζωή τους. ΤΑ ΧΙΟΝΙΤΑΡΑΚΙΑ ΚΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ Ἐκείνη τὴ χρονιὰ εἶχε πέσει πολὺ χιόνι στὴν ᾽Αθήνα. πῆγε καὶ μοῦ ἔφερε μιὰ ζεστὴ ζεστὴ σούπα. καὶ οἱ καλύβες ἀκόμη. σὰν ἀνθισμένες μυγδαλιές. ὁ Αἰγάλεως. 3. στὸ Φάληρο. Καὶ ἀφοῦ μὲ φίλησε πολὺ τρυφερὰ καὶ μὲ βοήθησε νὰ βγάλω τὰ βρεγμένα μου ροῦχα. Καὶ τί χιόνι! Μισὸ μέτρο εἶχε φτάσει καὶ σὲ πολλὰ μέρη μάλιστα ἀκόμη περισσότερο! Ὅλη ἡ πολιτεία φάνταζε κάτασπρη. Οἱ στέγες φορτωμένες χιόνι.Μπράβο. «Χιονιταράκια λένε τὰ πουλιὰ τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου. Τὸ εἶχε στρώσει καὶ μέσα στὴν Ἀθήνα. Ὅλα τὰ δέντρα ἀπὸ πράσινα εἶχαν γίνει καὶ αὐτὰ κάτασπρα. Τέτοιο χιόνι δὲν τὸ θυμόνταν οὔτε οἱ πιὸ γέροι. Ὅλα τὰ σπίτια. παράξενοι καρποί. ἡ Πάρνηθα. ποὺ μοσκοβολοῦσε.62 Μόλις φτάσαμε στὸ σπίτι. Μὲ τέτοιον καιρὸ φανερώθηκαν καὶ τὰ καημένα τὰ «χιονιταράκια» στὶς πολιτεῖες. Χιόνιζε ὡς καὶ στὴ θάλασσα ἀκόμη. Δὲν εἶχαν ἀσπρίσει μόνο τὰ περίγυρα βουνά. Ἔτσι νὰ εἶσαι πάντα πονετικός. γιὰ νὰ σ’ ἀγαπάη ὁ Θεός. ποὺ μὲ τὴ μεγάλη . παιδί μου! Μοῦ εἶπε. ἔλεγες πὼς εἶναι χτισμένα ἀπὸ ἄσπρο μάρμαρο τῆς Πεντέλης. ἡ Πεντέλη.

63 βαρυχειμωνιὰ κατεβαίνουν νὰ ζητήσουν τὴν τροφή τους κοντὰ στὰ σπίτια τῶν ἀνθρώπων. Καὶ γεμίζουν τότε οἱ πολιτεῖες ἀπὸ χιονιταράκια. ξεθαρρεύονται καὶ κατεβαίνουν στὶς πολιτεῖες. ξεπετοῦν τώρα μέσα στοὺς δρόμους καὶ στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν. χαμηλά. θὰ σᾶς σηκώσωμε τὸ βάρος. Τὸ χιόνι τὰ ἔχει σκεπάσει ὅλα. μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Λυπηθῆτε μας. . οὔτε χορταράκι. ποὺ δὲν τὰ βλέπει ποτὲ κανεὶς κοντὰ στὰ σπίτια τῶν ἀνθρώπων. Τσίχλες. Αὐτά. οὔτε σκουληκάκια βρίσκουν πουθενά. Κάποτε ἔρχονται καὶ στὰ παράθυρά μας καὶ μᾶς χτυποῦν τὸ τζάμι μὲ τὴ μυτίτσα τους. δὲ βρίσκουν πιὰ τροφὴ νὰ φᾶνε. καλοὶ ἄνθρωποι! Ἀνοῖξτε μας νὰ μποῦμε μέσα. ποὺ τὰ βρῆκε ἡ ξαφνικὴ χιονιά. Καὶ θὰ ξαναγυρίσωμε πάλι στὰ λημέρια μας. κοτσύφια. ὅσες δὲν πρόφτασαν ἀκόμη νὰ φύγουν γιὰ τὰ ζεστὰ κλίματα κι ἄλλα δυστυχισμένα πουλάκια.Λυπηθῆτε μας. Τὰ καημένα τὰ χιονιταράκια! Ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται. Στὶς πολιτεῖες. νὰ μὴν πεθάνωμε ἀπὸ τὸ κρύο καὶ ἀπὸ τὴν πεῖνα! Δὲ θὰ σᾶς δώσωμε μεγάλο βάρος. τὸ χιόνι εἶναι λιγώτερο καὶ κάπου θὰ βροῦν ἕνα κομματάκι χῶμα ἐλεύθερο νὰ τσιμπήσουν κανένα σπόρο ἢ κανένα σκουληκάκι. τὰ πουλάκια τὰ κυνηγημένα ἀπὸ τὴ βαρυχειμωνιά. Ὅταν ἀνοίξη πάλι ὁ καιρὸς καὶ φανῆ πάλι ὁ ἥλιος καὶ λιώσουν τὰ χιόνια στὰ βουνά. Οὔτε σπόρους. καλοὶ ἄνθρωποι! Ξένοι καὶ κυνηγημένοι εἴμαστε κι ἐμεῖς. Τί νὰ κάμουν τὰ δυστυχισμένα. Ἔτσι κι ἔτσι καὶ στὰ μέρη τους δὲν μποροῦν πιὰ νὰ ζήσουν. μπεκάτσες. Καὶ κινδυνεύουν νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα. Καὶ παίρνουν τὴ μεγάλη απόφαση. σὰ νὰ μᾶς λένε: .

Μὲ τὴ δυνατὴ αὐτὴ λοιπὸν παγωνιά. ζητώντας νὰ βρῆ κανένα σπόρο νὰ τσιμπήση. ἕνα καναρίνι πηδοῦσε χαρούμενο. ποὺ ἔρχονται νὰ ζητήσουν τὴν προστασία μας. Πῶς τὸ ζήλεψε ὁ καημένος ὁ κότσυφας! Ἄν μποροῦσε κι αὐτὸς νὰ μοιραστῆ μὲ τὸ εὐτυχισμένο καναρίνι τὸ πλούσιο γεῦμα του! Ὁ καημένος ὁ κότσυφας! Κι ἂν ἤξερε σὲ πιὸ σπίτι εἶχε πάει νὰ ζητήση προστασία! Ἦταν τὸ σπίτι ἑνὸς κυνηγοῦ! Καὶ στὸν τοῖχο ἐπάνω . εἶχαν γεμίσει ἀπὸ πουλάκια τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου. μέσα σ῾ ἕνα κρεμασμένο κλουβί. ποὺ τοῦ εἶχαν στὸ κλουβί του καὶ τσιμποῦσε ἄφθονο κεχρὶ καὶ καναβούρι. Μόνο τὰ κακὰ παιδιὰ τὰ κυνηγοῦν μὲ τὸ λάστιχο καὶ μόνο οἱ κακοὶ κυνηγοὶ τὰ τουφεκίζουν. Ἐκεῖ μέσα ἔκαιγε ὡραία φωτιὰ καὶ πίσω ἀπὸ τὸ παράθυρο.64 Λυπηθῆτε μας! Ποιὸς ἔχει καρδιὰ νὰ σκοτώση τὰ δυστυχισμένα αὐτὰ πλάσματα. Ἕνας κότσυφας. οἱ δρόμοι καὶ οἱ αὐλὲς καὶ τὰ περιβόλια τῶν σπιτιῶν ἀκόμη. Καὶ καθὼς ἦταν μουδιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πεῖνα. πρέπει νὰ εἶναι πολὺ κακὸς καὶ σκληρὸς ἄνθρωπος. πῆγε ἀποσταμένος καὶ κάθισε σ’ ἕνα παράθυρο σπιτιοῦ. μποροῦσες ν’ ἁπλώσης τὰ χέρια σου καὶ νὰ τὰ πιάσης. αφοῦ πἐταξε ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ πότε πότε κατέβαινε σ’ ἕνα μικρὸ ποτηράκι. ποὺ ἔκανε τὴ χρονιὰ ἐκείνη στὴν Ἅθήνα.

. καθισμένος ἐπάνω στὸ κοντάρι τῆς κουρτίνας. τρέχα. Τινάζοντας τὰ ξεμουδιασμένα φτερά του.. Καὶ πότε πότε κατέβαινε στὸ τραπέζι. τοῦ ἄνοιξαν τὸ παράθυρο κι ἔφυγε. Ὅταν ἔφεξε πάλι ὁ ἥλιος κι ἔλιωσαν τὰ χιόνια. Ὄσο βρίσκεται μέσα στὸ σπίτι μας..Πατέρα! Ἕνα μεγάλο πουλὶ στὸ παράθυρο. Ἀνοῖξτε γρήγορα τὸ παράθυρο νὰ μπῆ μέσα ὁ κότσυφας. . καλοί μου ἄνθρωποι! Τσίρρρ. ἅμα εἶδαν τὸν κότσυφα. τσίρρρ! Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Ὁ κότσυφας ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸ σπίτι τοῦ κυνηγοῦ. Καὶ ρίξετε ἐπάνω σ’ ἕνα τραπέζι ἀπὸ τὸ κεχρὶ καὶ τὸ καναβούρι τοῦ καναρινιοῦ. ποῦ τὸν εἶχε ρίξει ἡ τύχη του! Τὰ παιδιὰ τοῦ κυνηγοῦ.. πάρε τὸ τουφέκι σου. Ἦταν τὸ «εὐχαριστῶ» του στὸν καλὸ τὸν κυνηγὸ καὶ τὰ παιδιά του. Μὰ πῶς νὰ τὸ ξέρη ὁ καημένος ὁ κότσυφας.Ὄχι. γιὰ νὰ πετάξη.65 ἦταν κρεμασμένα τὰ τουφέκια του καὶ ἡ τσάντα του. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Ὁ πατέρας τους ὅμως τοὺς εἶπε: . ἄφησε ἕνα χαρούμενο σφύριγμα. . νὰ φάη ὁ φτωχός. θαρρεμένος τώρα καὶ τσιμποῦσε τὸ κεχρὶ καὶ τὸ καναβούρι. φώναξαν τὸν πατέρα τους. τσίρρρ!» Καὶ πέταξε. Κλεῖστε τὰ σκυλιὰ καὶ τὶς γάτες μέσα σ’ ἓνα δωμάτιο. Δὲ θὰ πάρω τὸ τουφέκι μου. Δὲ σκοτώνει κανεὶς ἕνα φτωχὸ καὶ κατατρεγμένο πλάσμα. νὰ μὴν τὸν ἁρπάξουν. «Τσίρρρ. ποὺ ἔρχεται στὸ σπίτι του νὰ τοῦ ζητήση προστασία. εἶναι ὁ καλός μας ξένος.

ἔλεγε ἡ μητέρα του. Ἀπ’ αὐτὸν πιὰ εἶχε κρεμάσει ἡ δυστυχισμένη ὅλες τὶς ἐλπίδες της. Μέσα στὰ μπαμπάκια. εἶχε συνάχι ἐπάνω στὸ συνάχι. πὼς δὲν τὸ προσέχω! Μακάρι ὅλων τῶν μανάδων τὰ παιδιὰ νὰ εἶχαν τὴν περιποίησή του. Ἀφοῦ εἶδε καὶ ἀπόειδε τέλος πάντων ἡ κυραΚαλλιόπη. ἔτρεχαν. θὰ τὸν προσκυνάω. τὸ ἔχω. κι αὐτὸ ἀρρωστιάρικο. Τ’ ἄλλα τὰ παιδιὰ ἔπαιζαν. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ Ὁ καημένος ὁ Λαζαράκης ἦταν ἕνα φιλάσθενο παιδάκι. γιατὶ τὸν εἶχε μοναχογιό. γελοῦσαν. Μιὰ Δευτέρα πρωὶ πῆρε τὸ Λαζαράκη. τὸν τύλιξε καὶ μ’ ἕνα σαλάκι πλεχτό. Ἔβηχε. Ἦταν ἕνας ξακουστὸς γιατρὸς καὶ εἶχε σώσει διάφορα παιδάκια ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Καὶ ὁ καημὸς τῆς μητέρας του ἦταν μεγάλος. . ἔλεγε. ἂν καὶ ἦταν Σεπτέμβρης ἀκόμα κι ἔκανε ζέστη καὶ πῆγε στὸ . ποὺ λέει ὁ λόγος. Ὁ Θεὸς νὰ μὲ λυπηθῆ! Καὶ ἀλήθεια ὁ Λαζαράκης μὲ τὸ παραμικρὸ ἀρρώσταινε. ποὺ ἔβλεπε τὰ παιδιὰ τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα σ’ ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο. Ὁ Λαζαράκης ἦταν σὰν τὸ μαραμένο λουλούδι. Τὸν περισσότερο καιρὸ ἦταν κρυολογημένος.66 4. -Καὶ νὰ εἰπῆ κανένας. -Ἕνα τόχω ἡ κακομοίρα. τὸν ἔντυσε ζεστά. ἀποφάσισε νὰ τὸ πάη στὸν καθηγητή. ὅτι μὲ τὰ γιατροσόφια τῶν γυναικῶν τὸ παιδὶ δὲν μποροῦσε νὰ πάρη ἐπάνω του.Ἄν μοῦ κάνη καλὰ τὸ παιδί μου. ἔλεγε. γιὰ νὰ μοῦ κάψη τὴν καρδιά μου.

67

νοσοκομεῖο.
Τί μεγάλο καὶ ὡραῖο νοσοκομεῖο! Νομίζεις πὼς εἶναι
παλάτι. Κάποιος πλούσιος καὶ καλὸς ἄνθρωπος εἶχε
ἀφήσει τὰ χρήματα στὴ διαθήκη του καὶ χτίστηκε.
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
ἔγραφε ἀπ’ ἔξω, μὲ χρυσὰ γρᾴμματα. Καὶ ἄστραφτε
ἀπὸ τὴν κα- θαριότητα.
Πῆρε ἕνα χαρτάκι στὴν πόρτα κι ὁ θυρωρός, ἕνας
γέρος μὲ γαλάζια στολή, τὴν ἄφησε καὶ πέρασε. Ἦταν καὶ
ἄλλες γυναῖκες, μὲ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιὰ καὶ περίμεναν.
Μιὰ μιὰ ἔμπαιναν μὲ τὴ σειρά τους στὸ δωμάτιο, ποὺ ὁ
καθηγητὴς ἐξέταζε τὰ ἄρρωστα παιδάκια.
Ἦρθε καὶ ἡ σειρά της. Πῶς ἔτρεμε ἡ καρδιά της! Τί
θὰ ἔλεγε τάχα ὁ καθηγητής; εἶχε σωτηοία τὸ παιδί της
ἢ ἔπρεπε νὰ τὸ πάρη ἀπόφαση, πὼς θὰ τὸ χάση;
Νοσοκόμες μὲ κάτασποες ποδιὲς πήγαιναν καὶ
ἔρχονταν. Ἕνας νοσοκόμος ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ τὴν
ἔβαλε μέσα.
Ὁ καθηγητής, ἕνας ἡλικιωμένος ἄνθρωπος, μὲ γυαλιὰ
καὶ μὲ μιὰ ἄσπρη ποδιὰ ἀπὸ πάνω ὡς κάτω, καθόταν
σὲ μιὰ καρέκλα στὴ μέση τοῦ δωματίου καὶ περίμενε.
Φαινόταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ χαμογελοῦσε, ὅταν ἔβλεπε
παιδάκια μπροστά του, σὰ νὰ ἦταν δικά του.
- Ἔλα, κυρὰ μου, πλησίασε.... εἶπε στὴ μητέρα καὶ χαμογέλασε γλυκὰ στὸ Λαζαράκη Τί ἔχει ὁ μικρούλης;
- Καὶ τί δὲν ἔχει, γιατρἐ μου,... εἶπε ἀναστενάζοντας ἡ
κυρα- Καλλιόπη. Ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ στὰ χέρια σου.
Καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ λέη γιὰ τὴν ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ.
Μὰ ὁ καθηγητὴς πρόσεχε περισσότερο στὸ παιδί, παρὰ
στὰ λόγια της. Τὸ κοίταζε ἀπ᾽ ἐπάνω ὡς κάτω καί, μιὰ

68

στιγμή, κούνησε τὸ κεφάλι του, γνέφοντας στοὺς νέους
γιατρούς, ποὺ στέκονταν γύρω του.
- Καλά, κυρά μου.... εἶπε. Γδύσε το τώρα νὰ τὸ
ἐξετάσωμε!
- Νὰ μὴν κρυώση, γιατρέ μου... μουρμούρισε ἡ
μητέρα.
- Ἔννοια σου καὶ δὲν κρυώνει... τῆς εἶπε αὐστηρά.
Ἡ μητέρα τοῦ Λαζαράκη τοῦ ἔβγαλε τὸ σαλάκι, ποὺ

τὸ εἶχε τυλιγμένο, ἔπειτα τοῦ ἔβγαλε ἕνα παλτουδάκι,
ἔπειτα ἕνα πλεχτό.
- Ἔχει κι ἄλλα; ρώτησε ὁ καθηγητής κουνώντας
τὸ κεφάλι του. Ἔπειτα τοῦ ἔβγαλε μιὰ χοντρὴ φανέλα,
ἔπειτα τὸ πουκαμισάκι του.
- ᾽Ακόμη ἔχει; ρώτησε ὁ καθηγητής, κουνώντας πάντα

69

τὸ κεφάλι
- Τοῦ φοράω μιὰ φανελίτσα κατάσαρκα.... εἶπε ἡ
μητέρα.
Ὁ καθηγητὴς ἔπιασε τὴ φανέλα καὶ τὴν ἔβγαλε μόνος
του.
- Ἐδῶ δὲ γδύνουμε ἄνθρωπο, κυρά μου, εἶπε.
Ξεφλουδίζουμε κρομμύδι! Δὲν ἔχεις καὶ τίποτε ἄλλα
ροῦχα ἀκόμη νὰ τοῦ βάλης;
- Τί νὰ κάμω, γιατρέ μου; μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ροῦχα καὶ
πάλι μοῦ κρυώνει. Ἡ καημένη ἡ κυρα- Καλλιόπη! Κάθε
φορὰ ποὺ κρυολογοῦσε ὁ Λαζαρά άκης της, τοῦ φοροῦσε
καὶ ἀπὸ ἕνα ροῦχο παραπάνω. Κι ἔτσι τὸν ἔκανε κρομμύδι,
ὅπως εἶπε ὁ καθηγητής. Κι ὁ φτωχὸς ὁ Λαζαράκης ἦταν
πάντα πνιγμένος στὸν ἱδρώτα.
Ἀφοῦ τοῦ ἔβγαλαν καὶ τὴν τελευταία φανελίτσα, ὁ
καθηγητὴς πῆρε τὸ ἀκουστικὸ- ἕνα στρογγυλὸ ἐργαλεῖο
μὲ δυὸ μακριούς, λαστιχένιους σωλῆνες- στερέωσε τοὺς
δυὸ σωλῆνες στὰ δυό του αὐτιά, ἀκούμπησε τὸ στρογγυλὸ
μέρος στὴν πλάτη τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ εἶπε νὰ βήξη καὶ
ν’ ἀναπνεύση. Καὶ ἔτσι τὸν ἄκουσε παντοῦ μπροστὰ καὶ
πίσω.
- Δὲν ἔχει τίποτε σοβαρό, κυρά μου, τὸ παιδί σου... εἶπε
στὴ μητέρα. Θὰ γίνη καλά.
Πῆρε μὲ τὰ χέρια του τὸ πουκαμισάκι τοῦ παιδιοῦ καὶ
τοῦ τὸ φόρεσε. - Τώρα, τῆς εἶπε, πάρε ὅλα τ’ ἄλλα ροῦχα
καὶ κάμε τα δέμα. Δὲ χρειάζονται. Φόρεσέ του μονάχα τὸ
πλεχτό του. Τίποτε ἄλλο.
- Πωπώ, γιατρέ μου! ῎Εκαμε κείνη. Θὰ μοῦ πουντιάση
τὸ παιδί μου. Ὁ καθηγητὴς τὴ μάλωσε.
- Ἐσεῖς τ’ ἀρρωσταίνετε τὰ παιδιά σας, μὲ τὰ πολλὰ

70

τὰ ροῦχα. Κι αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω ἐγώ! Ἄλλα τόσα ροῦχα νὰ
τοῦ βάλης, δὲν τὸ γλιτώνεις ἀπὸ τὰ κουολογήματα. Γιατὶ
ὅσο τὸ παιδὶ εἶναι ζεστὸ καὶ ἱδρωμένο, θὰ σοῦ κρυολογάη
πάντα. Μὲ τὰ λίγα ροῦχα δὲ θὰ σοῦ κρυολογήση ποτέ.
Καὶ ὄχι μόνο δὲ θὰ σοῦ κρυολογήση, ἀλλὰ θὰ γίνη γερὸ
καὶ δυνατό. Καὶ κάθε πρωὶ θὰ τοῦ πλένης τὸ σωματάκι
του μὲ κρύο νερό. Καὶ νὰ τὸ βγάζης ἔξω μὲ ὅλους τοὺς
καιρούς. Αὐτὰ ἔχω νὰ σοῦ πῶ. Ἄν τὰ κάμης, θὰ σώσης
τὸ παιδί σου. Ἄν δὲ τὰ κάμης, θὰ τὸ χάσης.
Ἡ καημένη ἡ κυρα- Καλλιόπη τὰ εἶχε χάσει. Αὐτή,
ποὺ τοῦ φοροῦσε τοῦ Λαζαράκη της τρεῖς φανέλες,
ποὺ δὲν τοῦ εἶχε βάλει ποτὲ νερὸ στὸ σωματάκι του,
ποὺ τὸ ἔκλεινε μέσα στὸ σπίτι μὲ τὴν παραμικρότερη
κακοκαιρία, νὰ κάμη τώρα ὅλα τὰ ἐνάντια! Τὰ εἶχε
σὰν χαμένα. Μὰ πάλι συλλογιζόταν, πὼς ὁ καθηγητὴς
εἶχε κάμει θαύματα καὶ εἶχε σώσει τόσα παιδιά, ποὺ οἱ
μητέρες τους εὐλογοῦσαν τὸ ὄνομά του.
- Ἀφοῦ μοῦ τὸ λές, γιατρέ μου, θὰ τὸ κάμω.... εἶπε
ἀποφασιστικά.
Ὁ καθηγητὴς τότε γύρισε στοὺς νέους γιατροὺς καὶ
τοὺς εἶπε:
- Βλέπετε, κύριοι; κι αὐτὴ ἡ γυναικούλα εἶναι σὰν τὶς
περισσότερες, ποὺ βλέπομε ἐδῶ τὰ παιδιά τους. Νομίζουν,
πὼς ὁ ἀέρας, ὁ ἥλιος καὶ τὸ νερὸ εἶναι ἐχθροί μας. Καὶ
δὲν ξέρουν, πὼς εἶναι οἱ καλύτεροι φίλοι μας.
Ὁ Λαζαράκης πηδοῦσε ἀπ’ τὴ χαρά του, ποὺ τὸν εἶχαν
ἀλαφρώσει ἀπὸ τὸ βαρύ του φορτίο. Εἶχε γίνει ἄλλο παιδί.
Ἡ μητέρα του, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν καθηγητή, πῆρε
τὸ Λαζαράκη ἀπὸ τὸ χέρι καὶ κίνησαν νὰ φύγουν. Στὴν
πόρτα κοντοστάθηκε.

Μὰ δὲν τὸν ξαναπῆγε. Τί πόνοι ἦταν ἐκεῖνοι! Ποτέ της δὲν εἶχε δοκιμάσει τέτοιους πόνους. ἀλλὰ ἔγινε ἕνα γερὸ καὶ δυνατὸ παιδάκι.71 . πὼς τὴν τρυποῦσαν μὲ πυρωμένα καρφιά. Ο ΠΟΝΟΔΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΝΟΥΛΑΣ Ἡ Ἄννούλα δὲν κοιμήθηκε ὅλη τὴ νύχτα. ὁ ἡλιος καὶ τὸ νερὸ ἦταν οἱ καλύτεροι φίλοι του. γιατρέ μου. 5. Μερικὲς στιγμὲς μάλιστα κάτι σουβλιὲς τῆς περνοῦσαν στὸ κεφάλι. νὰ τὸ ξαναϊδῶ.Κι’ ἄν μοῦ κρυολογήση. Πετάχτηκε ἀπ’ τὸ κρεββάτι της καὶ περπατοῦσε πάνω κάτω. Σὲ λίγο ξύπνησε καὶ ἡ μητέρα της ἀπὸ τὰ βογγητά . ποὺ νόμιζε. Μὰ ὁ πόνος δὲν ἤθελε νὰ σταματήση. Τὴν εἶχε πονέσει ἔξαφνα τὸ δόντι της. Τώρα ὁ ἀέρας. Γιατὶ ὁ Λαζαράκης ὄχι μόνο δὲν ξανακρυολόγησε πιά. .Νὰ μοῦ τὸ φέρης ἐδῶ. Πήγαινε νὰ τρελαθῆ ἀπὸ τοὺς πόνους. κρατώντας τὸ μάγουλό της. σὰν τρελή.

τι ἤξερε κι ἐκείνη. φαίνε. Πήγαιναν καὶ ἔκαναν ταχτικὴ θεραπεία. . Καλὰ ποὺ βρέθηκαν κι αὐτά. Ἐκεῖ θὰ πονοῦσε τουλάχιστο μιὰ στιγμὴ καὶ ὕστερα θὰ γλίτωνε γιὰ πάντα.Δὲν ἔχει ἄλλη θεραπεία! Εἶπε ἡ μητέρα της τὸ πρωί. Αὐτοί.ται. ποὺ δὲ λογάριαζε πιὰ τοὺς πόνους τοῦ βγαλσίματος. Τὴν πῆρε ἡ μητέρα της καὶ τὴν πῆγε στὸν ὀδοντογιατρό. σὰ φρόνιμη γυναίκα. τῆς ἔβαλε μ’ ἕνα σπίρτο ἓνα ξασμένο μπαμπάκι μὲ κάποιο γιατρικὸ μέσα στὴν κουφάλα. εἶπε. Τίποτε ὅμως δὲν τῆς ἔκαναν ὅλα αὐτά. τῆς ἔδωκε μισὴ ἀσπιρίνη νὰ πάρη. Ὁ πόνος ἐλάφρωνε λίγη ὥρα καὶ πάλι ξανάρχιζε δυνατώτερος. Γιατὶ αὐτὰ θάχης κάθε λίγο. σὰ φρόνιμοι ἄνθρωποι.72 της. Ἕνας ὑπηρέτης τοὺς ἔβαλε νὰ περιμένουν μέσα σ’ ἕνα δωμάτιο. Δὲν περίμεναν πρῶτα νὰ πονέσουν καὶ ὕστερα νὰ πᾶνε στὸ γιατρό. φαίνεται. Πρέπει νὰ σὲ πάω χωρὶς ἄλλο στὸν ὀδοντογιατρό. ποὺ μιλοῦσαν καὶ γελοῦσαν. ὅπως κάνουν οἱ περισσότεροι.. Ἦταν καὶ μερικοί. πονοῦσαν. ἀλλὰ ἦταν τόσοι οἱ πόνοι. . Τῆς ἄλειψε μὲ ἰώδιο τὸ οὖλο.. φρόντιζε πάντα νὰ ἔχη στὸ σπίτι της μερικὰ πρόχειρα γιατρικά. δὲν πονοῦσαν. μαμά. Ἄλλοι ἦταν μαντηλοδεμένοι καὶ ἄλλοι κρατοῦσαν τὰ μάγουλά τους μὲ τὴ φούχτα τους. νὰ σοῦ τὸ βγάλη νὰ ἡσυχάσης. ὅπου ἦταν καὶ ἄλλοι καὶ περίμεναν τὴ σειρά τους. Ἔτρεξε στὴν κάμαρά της καὶ τῆς ἔκανε ὅ. δὲ βαστάω πιά. Ἡ Ἀννούλα φοβήθηκε στὴν ἀρχή. Ὅλοι. . Μὰ ἡ μητέρα τῆς Ἀννούλας.Νὰ πᾶμε. γιὰ νὰ μὴν πονέσουν. Τέλος πάντων ξενύχτησαν ὅλοι στὸ σπίτι μὲ τὸν πονόδοντο τῆς Ἀννούλας ἐκείνη τὴ νύχτα.

πὼς θάφαγε πολλὰ γλυκὰ ὁ κύριος. Ἐκεῖ ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. ποὺ θὰ πᾶμε στὸ σπίτι. Ἀλλὰ ἡ Ἀννούλα ἔλεγε ἀπὸ μέσα της στὸ δόντι της: «Μὴ μοῦ κάνης τὰ καλά σου τώρα. γιὰ νὰ σ’ ἀφήσω.» συλλογιζόταν. ὅτι καὶ οἱ σκύλοι ἀκόμη ἔχουν πονόδοντο. καὶ αὐτοῦ. Ἦταν ἓνας μεγάλος σκύλος.73 Οἱ πόνοι τῆς Ἀννούλας εἶχαν λιγοστέψει τώρα.. παλιόδοντο. σὰ νὰ εἶχε φοβηθῆ τὸ δόντι τὸ γιατρὸ καὶ εἶχε ἡσυχάσει. ἡ Ἀννούλα εἶδε στὸν τοῖχο μιὰ ἀστεία ζωγραφιά. κι ὕστερα πάλι. ποὺ καθόταν σκυφτὸς καὶ συλλογισμένος καὶ εἶχε δεμένο τὸ κεφάλι του μ’ ἕνα μαντήλι. Δὲν ἤξερε. Σὲ λίγο ἄνοιξε μιὰ διπλανὴ πορτούλα καὶ πρόβαλε . Καὶ ἡ Ἀννούλα τὸν ἔβλεπε καὶ ξεχνοῦσε τὸ δικό της πόνο. νὰ ξαναρχίσης τὰ δικά σου! Θὰ σὲ πετάξω ἀπὸ πάνω μου !» Εἶχε πάρει τὴν ἀπόφασή της ἡ Ἀννούλα.. Τὸ δόντι του θὰ πονοῦσε. Καὶ ποιὸς ξέρει τί πόνους εἶχε ὀ κακομοίρης! Ἦταν νὰ τὸν λυπᾶται κανείς. «Φαίνεται.

ἀπέναντι στὸ παράθυρο.Θὰ πάρωμε πρῶτα τὴ μικρούλα. πὼς εἶναι γιὰ νὰ ἀνεβοκατεβαίνη ἡ πολυθρόνα καὶ νὰ γέρνη πότε πίσω καὶ πότε μπροστά. Πῶς τὸ εἶχε καταλάβει ὁ γιατρός. μικρούλα μου. . θὰ ἦταν λοιπὸν καλὸς ἄνθρωπος. Αὐτὸς τῆς ἔδωσε θάρρος τῆς Ἀννούλας. Ἀγαποῦσε λοιπὸν τὰ λουλούδια ὁ γιατρός. ὅπως τ’ ἀγαποῦσε κι ἐκείνη. μὲ τὴ λευκή του ποδιά. Ἔλαμπαν ὅλα ἀπὸ τὴν καθαριότητα. Καὶ τριγύρω γυάλινες θῆκες μὲ διάφορα ἐργαλεῖα. Πρώτη φορὰ τόβλεπε καὶ αὐτό. Ὁ γιατρὸς τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἀνέβασε στὴν πολυθρόνα. ποὺ περίμεναν καὶ εἶπε : . γιατὶ φαίνεται νὰ πονῆ ἡ καημένη. . Ποιὸς ξέρει τί νύχτα πέρασε! Μάτι δὲν ἔκλεισε. ποὺ ἡ μητέρα της εἶπε. ποὺ δὲν ἔμοιαζε μὲ τὶς ἄλλες πολυθρόνες. κατὰ τὴν ἀνάγκη. Νόμιζε. μιὰ μεγάλη παράξενη πολυθρόνα. τῆς εἶπε. γελαστὸς καὶ χαρούμενος. Εἶχε κάποιο μηχανισμὸ ἀπὸ κάτω. Δὲ θὰ σὲ κάμω νὰ πονέσης καθόλου. Ἡ Ἀννούλα ἔριξε μιὰ γρήγορη ματιὰ ὁλόγυρα. Εἶδε στὴ μέση.74 ὁ ὀδοντογιατρός. Κι ἐπάνω στὸ μικρὸ γραφεῖο τοῦ γιατροῦ ἦταν ἕνα βάζο μὲ ὡραῖα τριαντάφυλλα. Μπροστὰ μιὰ μεγάλη λάμπα. ἀλλιώτικη κι αὐτὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες λάμπες.Μὴ φοβᾶσαι. Κι ἂς ἔβγαζε δόντια! Τώρα δὲ φοβόταν πιὰ ἡ Ἀννούλα. Ὁ ὀδοντογιατρὸς ἔριξε μιὰ ματιὰ σ’ ἐκείνους. πὼς θὰ ἰδῆ κανέναν ἀγριάνθρωπο μὲ κρεμασμένα μοῦτρα καὶ μὲ μιὰ τανάλια στὸ χέρι. Μπῆκαν μέσα στὸ ἰατρεῖο. Δίπλα της ἦταν ἕνα ἄλλο μηχάνημα μὲ ροδοῦλες. κι ἀμέσως ἔγνεψε στὴ μητέρα της νὰ πᾶνε μέσα.

ποὺ δὲ σ’ ἄφησε νὰ κοιμηθῆς. Καταλάβαινε.Κυρία μου. Μακάρι νὰ εἶχε καὶ στὸ σπίτι της μία. νὰ σὲ φέρη ἐδῶ. ἂν ἐρ. ποὺ ἦταν σὰ νὰ τῆς ἔλεγε ἀστεῖα. ἀντὶ νὰ τὸ πῆς τῆς μαμᾶς σου.χόσουν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Αὐτὸ ἦταν λοιπὸν τὸ μηχάνημα. Ἔπειτα ὁ γιατρὸς γύρισε καὶ εἶπε στὴ μητέρα της: . μπαίνοντας στὸ δωμάτιο. τὴν ἀνέβασε σιγὰ σιγά. νὰ παίζη μὲ τὰ ξαδερφάκια της! Ὁ γιατρὸς τῆς εἶπε τότε ν’ ἀνοίξη τὸ στόμα της καὶ κοίταξε καλὰ τὸ δόντι μ’ ἕνα μικρὸ καθρεφτάκι. . ὥσπου νὰ τὴ φέρη ἐκεῖ ποὺ ἤθελε. πὼς ὁ καλὸς γιατρὸς δὲν τῆς τὰ ἔλεγε στὰ σοβαρά. ποὺ εἶχε πρωτοιδεῖ. Ποιός σοῦ φταίει. Βάζω στοίχημα. ἐσὺ τὸ σκάλιζες μὲ καρφίτσες.75 Καὶ τῆς χάιδεψε τὸ κεφαλάκι της. Τώρα πρέπει νὰ τὸ βγάλωμε καὶ θὰ μείνης κουτσοδόντα! Μὰ ὅλα αὐτὰ ὁ γιατρὸς τῆς τὰ ἔλεγε μὲ τέτοια καλοσύνη. Ἐκεῖνο τὸ «κουτσοδόντα» μάλιστα τῆς τὸ εἶπε μὲ ἕναν τρόπο. θὰ βουλώναμε τὸ δοντάκι σὲ μιὰ στιγμή καὶ δὲ θὰ σοῦ εἶχε πονέσει ποτέ.Στάσου νὰ ἰδοῦμε τώρα. αὐτὸ τὸ δόντι δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτῆ. Καὶ θὰ εἶχες καὶ τὸ δοντάκι σου. ἦταν παιγνίδι. ποὺ τῆς ἦρθε νὰ γελάση. αὐτὸ τὸ κακὸ δόντι. παιδί μου. ποὺ τῆς ἔβαλε ἀνάμεσα στὰ δόντια της. ποὺ σοῦ ἔχει πάρει ἡ μαμά σου. Καὶ πατώντας μὲ τὸ πόδι του ἕνα πέταλο. Ὄχι! Δὲ θάμενε κουτσοδόντα. εἶπε. .Πῶς τὸ ἄφησες καὶ σοῦ ἔγινε ἔτσι τὸ δοντάκι σου. Καὶ ὕστερα. ξαναεῖπε. κάτω ἀπὸ τὴνπολυθρόνα. πὼς δὲν ἔπλενες ταχτικὰ τὰ δόντια σου μὲ τὴ βούρτσα. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν ἦταν πολυθρόνα. Θὰ ἔβγαζε ἄλλο δοντάκι. . Αὐτὸ εἶναι σάπιο. ὅταν ἔνιωσες τὴν τρυπούλα μὲ τὴ γλῶσσα σου.

ρώτησε μονάχα. Ἡ κακία σοῦ ἔμεινε» Κατέβηκε χαρούμενη ἀπὸ τὴν πολυθρόνα καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ γιατροῦ. πὼς εἶναι αὐτό. δὲν κατάλαβε τίποτε. χωρὶς νὰ τῆς τὸ πῆ ἡ μητέρα της. . Θὰ γινόταν καὶ αὐτὴ μιὰ μικρὴ γιαγιὰ τῆς κουκλίτσας της. Ὁ γιατρὸς τῆς εἶχε κάμει τὸ καλύτερο δῶρο.. θὰ πηδοῦσε στὸ λαιμό του.Εἴμαστε σύμφωνοι. Τί ἤθελε νὰ πῆ «γαλαξίες». Εὐτυχῶς εἶναι ἀπὸ τοὺς γαλαξίες... . Ποῦ οἱ πόνοι τῆς νύχτας! Ὅταν τῆς ἔδειξε ὁ γιατρὸς τὸ δόντι της. «Τώρα δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ μὲ κάνης νὰ πονέσω.. τῆς εἶπε τότε ὁ γιατρός. Θὰ ἔβγαζε λοιπὸν ἄλλο.. ποὺ ἔλαβε στὴ ζωή της. πρώτη φορὰ ἡ Ἀννούλα ἄκουσε αὐτὴ τὴ λέξη. Κατάλαβε ὅμως.Δὲ θὰ καταλάβης τίποτε μικρούλα μου. Ἡ γιαγιὰ δὲν ἔχει κανένα δόντι καὶ πάλι δὲν παραπονιέται. Πότε τῆς τόβγαλε.. τῆς εἶπε ὁ γιατρός Θὰ ἰδῆς.Θὰ πονέσω. νὰ τὸν φιλήση καὶ ἀπὸ τὰ δύο μάγουλα. δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πιστέψη.. Τὴν εἶχε γλιτώσει ἀπὸ τοὺς πόνους της. δεύτερο καὶ ὡραιότερο. ὅπως φιλοῦσε τὸν πατέρα της. . πὼς τὸ σάπιο της δόντι ἦταν ἀπὸ ἐκεῖνα. γιατὶ θὰ σαπίσουν καὶ τ’ ἄλλα κοντά του.Ἄν τὸ ἀφήσωμε. ποὺ ἀλλάζουν τὰ παιδιὰ καὶ βγάζουν ἄλλα στὴ θέση τους. κύριε γιατρέ. Τί τὸ ἤθελε ἕνα σάπιο δόντι. Θὰ πλένης ταχτικὰ ὕστερ’ ἀπὸ τὸ φαγητὸ τὰ δόντια σου καὶ ὅταν νιώθης καμμιὰ τρυπούλα μὲ τὴ γλωσσίτσα . «Παλιόδοντο!» ἔλεγε μέσα της. λοιπόν. Ἄν δεν ντρεπόταν μάλιστα. καλύτερα νὰ ἔμενε κουτσοδόντα γιὰ λίγον καιρό.76 Πρέπει νὰ φύγη. κάθε λίγο θὰ ἔχη πόνους ἡ μικρούλα. ὅταν τῆς ἔφερνε κανένα ὡραῖο δῶρο.

ποὺ εἶναι χαλασμένα. Καλύτερα νὰ ἔτρωγαν κι αὐτοὶ γλυκὰ καὶ νὰ μὴν ἄφηναν ἄπλυτα τὰ δόντια τους. ποὺ δὲν ξέρουν. Τρῶγε λοιπὸν γλυκὰ ὅσα θέλεις. καὶ σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.Καλημέρα. Μὰ ἀμέσως! Ἄκουσες.Καλημέρα σας.Νὰ τρῶς καὶ γλυκά. ρώτησε κοκκινίζοντας ἡ Ἀννούλα.Γλυκὰ νὰ τρώγω.Αὐτό. Φαντασθῆτε τῆς πῆρε ἕνα σάπιο δόντι καὶ τῆς ἔδωσε ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο. κύριε γιατρέ. ὁ γιατρὸς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ βάζο τὸ ὡραιότερο τριαντάφυλλο καὶ τῆς τὸ χάρισε.77 σου. Τί καλὸς γιατρός! Καὶ γλυκὰ ἀκόμη τῆς εἶπε νὰ τρώη. πάρα πολύ! . Καὶ μόνον αὐτό. Δὲ χαλοῦν τὰ γερὰ δόντια. ποὺ μοῦ χάρισες. . Μὴν ἀκοῦς λοιπὸν τί λένε μερικοί. Τὰ γλυκὰ φέρνουν πόνο στὰ δόντια. . . γιατρέ μου. Ἦταν καὶ ἀστεῖος ὁ γιατρός. γιὰ τὸ δοντάκι σου. θὰ τὸ λὲς ἀμέσως τῆς μαμᾶς σου. . ὅταν ἔφευγαν μὲ τὴ μητέρα της. τῆς εἶπε. . κουτσοδόντα μου! Εἶχαν γίνει πρῶτοι φίλοι.

Μαζεύει τὸ αἷμα. . Τὴν ἔχουν ὅλοι αὐτὴ τὴ μηχανὴ καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. ἀπάντησε ὁ πατέρας τους. οὔτε ἀπὸ χάλκωμα οὔτε ἀπὸ σίδερο οὔτε ἀπὸ ἀτσάλι. Αὐτὴ ἡ μηχανή.Πατέρα. πατέρα. Καμιὰ φορὰ .ἡ μηχανὴ αὐτὴ διατηρεῖται κι ἐργάζεται ἀδιάκοπα καὶ χτυπᾶ ἕναν ὁλόκληρο αἰῶνα. Μιὰ τέτοια μηχανὴ θὰ εἶναι πολὺ σπάνια καὶ πολὺ ἀκριβή. οὔτε πολὺ ἀκριβή.βαια πολὺ συχνὰ. . γιὰ νὰ τὸ θρέψη καὶ νὰ τὸ μεγαλώση καὶ νὰ . ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΜΗΧΑΝΗ . Καὶ σεῖς ἀκόμη ἔχετε μιὰ τέτοια μηχανή. λέει ὁ πατέρας. Ἀκοῦστε λοιπόν: «Ξέρω μιὰ πολὺ περίεργη μηχανή.Ὄχι δά! Ἀπάντησε ὁ πατέρας.Περίεργο! Εἶπαν τὰ παιδιά. Οὔτε σπάνια εἶναι.Ἄ! εἶπαν τὰ παιδιά. Μολαταῦτα δὲν παύει νὰ δουλεύη.ὄχι βέ. Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ μηχανή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψάξετε τὶς τσέπες σας. καλά. εἶναι καμωμένη ἀπὸ κάτι. ῾Εκατὸ χρόνια! Ποιά εἶναι ἡ μηχανὴ αὐτή. » . ποὺ δὲν εἶναι καμωμένη ἀπὸ μέταλλο.Καλά. ποὺ εἶναι στὶς φλέβες σας καὶ σὲ κάθε χτύπημά της τὸ στέλνει νὰ σκορπιστῆ σ’ ὅλο σῶμα σας. . Χτυπᾶ περισσότερες ἀπὸ τέσσαρες χιλιάδες φορὲς τὴν ὥρα! Περισσότερο ἀπὸ ἑκατὸ χιλιάδες φορὲς τὴν ἡμέρα κι ἑκατομμύρια φορὲς τὸ χρόνο. γιὰ νὰ τὴ βρῆτε.Ἡ μηχανὴ αὐτη εἶναι μέσα στὸ στῆθος σας. ποὺ δὲν εἶναι σκληρότερο ἀπὸ τὸ μπράτσο σας.78 6. . πές μας κι ἀπόψε κανένα αἴνιγμα! Εἶπαν τὰ παιδιά.

Ἦρθε νὰ περάση λίγον καιρὸ στῆς κόρης της τῆς παντρεμένης. Μὰ πῶς νὰ περάση. Μόλις σταματήση αὐτὴ ἡ μηχανή. Μὰ ἡ γριούλα ποῦ νὰ ξέρη. Κάτι βγῆκε . νὰ πᾶνε ὅλοι μαζὶ σὲ κάποια δουλειά. πᾶνε μὲ τὰ γαϊδουράκια καὶ μὲ τὰ μου. Στέκεται καὶ περιμένει. Η ΓΡΙΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ Ἡ καημένη ἡ γριούλα! Μιὰ ὥρα στέκει στὸ πεζοδρόμιο καὶ περιμένει. Καὶ στὸ χωριὸ δὲν ἔχει τέτοια θηρία. εἶπε ὁ πατέρας. νὰ τοὺς κάμη κομμάτια. Ἴσως νὰ μὴ λογαριάζουν τὴ ζωή τους. Ἴσως αὐτοἵ νὰ ξέρουν κάποιο μιυστικό. Αὐτὴ ἔχει πέντε ἡμέρες ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὸ χωριό της στὴν Ἀθήνα. . Καὶ εἶναι καὶ βιαστική. Εἶναι συνηθισμένοι. ποὺ ὁ δρόμος εἶναι ἐλεύθερος καὶ περνοῦν. Τῆς γριούλας κάθε φορὰ τῆς κόβεται τὸ αἷμα. βρίσκουν μιὰ στιγμή. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ταξιδεύουν μὲ τὰ ποδαράκια τους. κοιτάζουν. 7. δὲν ὑπάρχει πλέον ζωή. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι στέκονται λιγάκι. Καὶ ὅμως τὰ καταφέρνουν καὶ περνοῦν χωρὶς νὰ πάθουν τίποτε.Κι ἂν εἶναι νὰ πᾶνε λίγο μακρύτερα.Αὐτὸ εἶναι.Εἶναι ἡ καρδιά μας! Ἀπάντησε τὸ μεγαλύτερο παιδί . Τέτοιο κακὸ πρώτη φορὰ τὸ βλέπουν τὰ μάτια της.λάρια.79 τὸ συντηρήση. Τώρα θὰ τοὺς κόψη τὸ αὐτοκίνητο. Τ’ αὐτοκίνητα πᾶνε κι ἔρχονται ἀδιάκοπα. αὐτὸ ἔκανε ν’ ἀπορῆ τὴ γριούλα. Πῶς τὰ καταφέρνουν. Οἱ δικοί της τὴν περιμένουν σ’ ἓνα γνωστὸ μαγαζὶ ἐκεῖ κοντά. Θέλει νὰ περάση ἀπέναντι.

παιδιά. Εἶναι μακριὰ ἀκόμη. Τὸ ἕνα ὕστερ’ ἀπὸ τὸ ἄλλο. χά! . χά. Κάνει κι ἐκείνη νὰ περάση. πὼς θὰ σπεράη ἐπάνω της νὰ τὴν πλακώση. Ἔξαφνα ὅμως βλέπει ἀπὸ μακριὰ ἕνα αὐτοκίνητο νὰ ἔρχεται. ἀλλὰ δὲ θαρρεύεται νὰ περάση.Γιὰ δές τηνε. Μὰ πῶς νὰ περάση. ποὺ δὲ θὰ περάση ποτὲ ἡ γριά. σὲ μισὴ ὣρα νὰ τοὺς βρῆ σ’ ἐκεῖνο τὸ μαγαζί. Κι ἔχει περάσει μιὰ ὥρα τώρα. . ποὺ γύριζαν ἐκείνη τὴν ὥρα ἀπὸ τὸ σχολεῖο. Ἄλλοι περνοῦν. Μερικὰ παιδάκια. εἶναι ἀτελείωτα. πὼς τοὺς γέλασε. σταμάτησαν καὶ τὴν κοίταζαν μὲ περιέργεια γελώντας. Τί θὰ εἰποῦν. πῶς κοιτάζει! Ἕνα μίλι μακριὰ εἶναι τὸ αὐτοκίνητο κι αὐτὴ νομίζει. Τί νὰ κάμη.Νὰ ἰδῆς. Καὶ σταματάει. νὰ ἰδοῦμε ὡς πότε θὰ βαστάξη αὐτὴ ἡ ἱστορία! Εἶναι ἀστεῖο. . πότε στὸ κάτω. Χά. Κι ἐκείνη τόσων χρονῶν ποὺ εἶναι.Καὶ αὔριο τέτοια ὥρα ἐδῶ θὰ εἶναι ἀκόμη. Καὶ περιμένει καὶ στενοχωριέται καὶ ἀναστενάζει ἡ καημένη ἡ γριούλα. Κι ἔπειτα πάλι ἀρχίζουν νὰ περνοῦν πολλὰ αὐτοκίνητα.80 νὰ ψωνίση καὶ τοὺς ἔδωσε τὸ λόγο. δὲν παύουν. μὲ τὶς σάκες κρεμασμένες στὶς πλάτες. Στέκεται καὶ κοιτάζει πότε στὸ ἐπάνω μέρος τοῦ δρόμου. θὰ εἰποῦν. Περιμένει Τὸ αὐτοκίνητο πέρασε. Τώρα εἶναι ὥρα νὰ περάση κι αὐτή. Γιὰ σταθῆτε. Τί κακὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ επαθε! Ἄν τόξερε. δὲ θὰ ἐρχόταν ποτὲ στὴν Ἄθήνα. ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου βλέπει ἄλλο αὐτοκίνητο νὰ ἔρχεται. . δὲ θὰ τελειώσουν ποτὲ νὰ περνοῦν αὐτὰ τὰ θηρία. δὲ γέλασε ποτέ της ἄνθρωπο. Ἴσως νὰ νομίσουν καὶ πὼς ἔπαθε τίποτε. Ἀλλὰ πάλι. Κάνει νὰ κατεβῆ στὸ πεζοδρόμιο. Μιὰ στιγμὴ ὁ δρόμος μένει ἐλεύτερος.

τοῦ λέει ἡ γριούλα. κυρούλα. ἕνα ἀπ’ αὐτά. Πῆρε τὴ γρηὰ ἀπ’ τὸ χέρι καὶ κατέβηκαν ἀπ’ τὸ πεζοδρόμιο. γιατὶ ὅλα τ’ αὐτοκίνητα ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸ ἴδιο μέρος. Κοίταξε ἀριστερά του. ἔχω φάει τὰ ψωμιά μου. Ὅπως περνοῦν οἱ ἄλλοι. Ὁ δρόμος ἦταν ἐλεύθερος. τῆς λέει ὁ Γιωργάκης..81 Καὶ στέκονται καὶ κοιτάζουν τὴ δυστυχισμένη γριὰ τὰ κακὰ καὶ ἄπονα παιδιὰ καὶ γελοῦν.. Θέλεις νὰ μᾶς κόψουν καὶ τοὺς δύο τ’ αὐτοκίνητα. παιδί μου. Ἐγὼ ξέρω. θὰ περάσωμε κι ἐμεῖς. Ἀπὸ δεξιὰ δὲν εἶχε φόβο. δῶσε μου τὸ χέρι σου νὰ σὲ περάσω ἐγώ! .. παιδάκι πράμα! Ὁ Θεὸς φυλάξη: . Τὴν πλησιάζει καὶ τῆς μιλεῖ: . Μὰ ὁ Γιωργάκης. Καὶ ἤξερε ὁ Γιωργάκης. Κι ἐγώ. Τὴ λυπᾶται τὴ γριούλα. Ἐσὺ ὅμως. ποὺ ἡ γριούλα πῆρε θάρρος.Ἔννοια σου. δὲ γελάει. δὲ θὰ πάθωμε τίποτε. Ἔτσι ὡς τὴ .Κυρούλα.Καὶ πῶς νὰ μὲ περάσης. καλὸ παιδί. Τὸ εἶπε μὲ τόση βεβαιότητα αὐτὸ τὸ «ξέρω» ὁ Γιωργάκης.

Καὶ μόλις ἔμεινε πάλι ἐλεύθερος ὁ δρόμος. περνάει. Ἦταν τὸ καλύτερο παιδὶ καὶ στὰ μαθήματα καὶ στὴ διαγωγή. σὰ νὰ τοῦ εἶχαν χαρίσει κάτι. ἅμα ξέρει κανένας. ὥσπου νὰ μείνη ἐλεύθερος πάλι ὁ δρόμος. πολλὰ χρόνια πρὶν γεννηθῆ ὁ Χριστός. πῆρε τὴ γριούλα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ πέρασαν.82 μέση τοῦ δρόμου. Ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος πῆρε χιλιάδες αἰχμαλώτους καὶ τοὺς ὁδήγησε στὸ βασίλειό του. κυρούλα. Καὶ ἦταν εὐχαριστημένος. Γι᾽αὐτό. Μεταξὺ τῶν παιδιῶν αὐτῶν ἦταν κι ὁ Δανιήλ. τὸ πῆρε ὁ βασιλιὰς στὴν ὑπηρεσία του καὶ τὸ ἀνέβασε σὲ πολὺ μεγάλα ἀξιώματα.Ὁ Θεὸς νὰ σὲ πολυχρονάη. παιδάκι μου. νὰ τὰ μάθουν γράμματα κι ὕστερα νὰ τὰ πάρη στὴν ὑπηρεσία του. . ὅταν μεγάλωσε. Τώρα κοίταξε μόνο δεξιά. . κυριεύτηκε ἀπὸ ἕνα μεγάλο βασιλιὰ καὶ ἔγινε ἐρείπια. . ξαναγύρισε στοὺς συντρόφους του. μὲ τὴν εὐχούλα τῆς γριᾶς. Μιὰ φορὰ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε διαταγὴ νὰ διαλέξουν ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους τὰ καλύτερα παιδιά. Νὰ σὲ χαίρεται ἡ μανούλα σου! Τὴν εὐχούλα μου νάχης! Ὁ Γιωργάκης. Ο ΔΑΝΙΗΛ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ Ἡ ὡραία πόλη ῾Ιερουσαλήμ. τοῦ ἔλεγε ἡ γριούλα. Οἱ ἄλλοι τὸν κοίταζαν τώρα καὶ τὸν ζήλευαν 8.Βλέπεις. Ἀπὸ ἀριστερὰ δὲν εἶχε φόβο. Ἐκεῖ σταμάτησε πάλι ὁ Γιωργάκης.

γιὰ νὰ τὸν κατασπαράξουν. Ὅποιος δὲν προσεύχεται στοὺς θεούς. Ὁ βασιλιὰς τότε ἔβγαλε μιὰ αὐστηοὴ διαταγή. ἀλλὰ λατρεύει τὸ Θεὸ τῶν Ἰουδαίων. ὅτι δὲ λατρεύει τοὺς θεούς ποὺ λάτρευαν αὐτοί. οἱ αὐλικοί του. ὅμως δὲ δέχτηκε ν῾ ἀλλάξη τὴ θρησκεία του κι ἐξακολουθοῦσε νὰ προσεύχεται στὸν ἀληθινὸ . ἐπειδὴ φθονοῦσαν τὸ Δανιήλ. ποὺ τὸν ἀνάθρεψε. ποὺ εἶχε μέσα λιοντάρια.83 Ὅταν ὅμως πέθανε αὐτὸς ὁ βασιλιάς. ποὺ λατρεύει αὐτός. νὰ τὸν ρίχνουν μέσα σ’ ἕνα λάκκο. Ὁ Δανιὴλ. Τὸν κατάγγειλαν λοιπὸν στὸ νέο βασιλιά. θέλησαν νὰ τὸν ἐξοντώσουν.

. ὁ Θεός μου! Οἱ στρατιῶτες ἔπιασαν τὸ Δανιὴλ καὶ τὸν ἔριξαν μέσα στὸ λάκκο. γιὰ νὰ τὸν κατασπαράξουν.τι θέλει ὁ Κύριος. ἔστειλε τὸν ἄγγελό του κι ἔφραξε τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν. τοῦ φώναξε. Δοξασμένο τ’ ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ! Ὁ βασιλιὰς χάρηκε πολὺ κι ἔδωσε διαταγὴ νὰ βγάλουν τὸ Δανιὴλ ἀπὸ τὸ λάκκο. Ὁ βασιλιὰς ἀγαποῦσε πολὺ τὸ Δανιὴλ γιὰ τὶς μεγάλες του ἀρετὲς καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸν θανατώση. Δανιήλ. Τὰ λιοντάρια τὸν πλησίασαν.84 Θεό. Οἱ κακοὶ ὅμως ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ὅλο καὶ τὸν ἐρέθιζαν. . βασιλιά μου. Δὲν τὸν πείραξαν διόλου. Οἱ ἐχθροί του τὸν παρακολούθησαν καὶ τέλος τὸν κατάγγειλαν στὸ βασιλιά. ποὺ καταδικάζονταν σὲ θάνατο. εἶπε. Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ βασιλιὰς στὸ λάκκο τῶν λιονταριῶν καὶ ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν ξεσκεπάσουν. Ἐκεῖ μέσα ἔριχναν τοὺς κακούργους. ποὺ τὸν λατρεύω καὶ τὸν δοξάζω.Ὁ Θεός. τὸν μυρίστηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν. Ὁ Δανιὴλ δὲν ταράχτηκε διόλου. Κι ὁ βασιλιὰς ἀναγκάστησε· νὰ διατάξη νὰ ρίξουν τὸ Δανιὴλ μέσα στὸ λάκκο τῶν λιονταριῶν.Ζῆς ἀκόμη. Ὁ Θεος ὅμως φύλαξε τὸ Δανιήλ. ποὺ ἦταν τὰ πεινασμένα λιοντάρια καὶ ἔπειτα σκέπασαν τὸ λάκκο.Ἐγὼ δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω τὴ θρησκεία μου. Ἔπειτα ἔβγαλε διάταγμα νὰ λατρεύη ὅλος ὁ λαός του τὸ Θεὸ ποὺ λάτρευε ὁ Δανιήλ. . Ἄς γίνη ὅ. Καὶ τί νὰ ἰδῆ! Ὁ Δανιὴλ ἦταν ζωντανὸς καὶ καθόταν ἥσυχος καὶ ἀτάραχος! .

φάβα.85 9. ρεβίθια. ΤΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ Σ’ ἕνα τραπεζάκι τῆς αὐλῆς ἡ Γιαννούλα ἄνοιξε παντοπωλεῖο. Τὰ πιὸ βραστερὰ φασόλια. τὸ τσάι. ποὺ τῆς εἶχε χαρίσει τῆς Γιαννούλας ἡ νουνά της τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς της. λοιπόν. . Τὴν εἶχε γυαλίσει μὲ κιμωλία κι ἄστραφτε σὰ χρυσάφι.θὰ ψωνίζετε στὸ δικό μου τὸ παντοπωλεῖο. Ἦταν μιὰ ὡραία ζυγαριὰ μὲ παφιλένια τάσια. Μέσα σὲ μικρὲς σακοῦλες. ὅλοι στὸ νέο παντοπωλεῖο «Η ΑΦΘΟΝΙΑ». τὸ πιπέρι καὶ τ’ ἄλλα ἀποικιακά. φασόλια. εἶχε βάλει τὰ καρύδια. τὰ πιὸ ἀφράτα καρύδια καὶ φουντούκια καὶ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ παντοπωλείου. παιδιά. Ἔτσι εἶχε βαφτίσει τὸ παντοπωλεῖο της ἡ Γιαννούλα. ἐπάνω στὸ τραπέζι. Καὶ ἄρχισε νὰ κουβαλᾶ ἀπὸ τὸ κελάρι τοῦ σπιτιοῦ. Τέλειο παντοπωλεῖο τέλος πάντων! Δὲν τοῦ ἔλειπε οὔτε ἡ ζυγαριά. ποὺ τὶς εἶχε ράψει μόνη της. Καὶ εἶχε ἀραδιάσει ὅλα τὰ κουτιὰ μὲ τάξη. Μέσα σὲ διάφορα ἄδεια κουτιὰ τοῦ γάλατος εἶχε βάλει τὸν καφέ. Στὸ μαγαζί μου θὰ βρίσκετε τὰ καλύτερα καὶ τὰ φτηνότερα πράματα.Ἀπὸ τώρα κι ἐμπρὸς. Στὸ σκέπασμα τοῦ κουτιοῦ τῆς κούκλας της. τὸ καλύτερο τυρί. Ὅταν σχόλασε τὸ σχολεῖο . φακές. Καὶ ὅλα καλοζυγισμένα καὶ πρόσβαρα. Ἀπὸ αὔριο. τὰ φουντούκια καὶ τὰ ἀμύγδαλα. τὴ ζάχαρη. τὶς νοστιμώτερες χυλοπίτες. τὰ ἐμπορεύματα. χωρισμένο μὲ τρία μικρὰ χαρτονάκια. μὲ τὴν ἄδεια τῆς μητέρας της. εἶχε βάλει τὰ διάφορα ὄσπρια. Καθισμένη στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ ἡ Γιαννούλα περιμένει τὴν πελατεία της.εἶχε εἰπεῖ στ’ ἄλλα παιδιὰ.

εἶπε ὁ Τάκης. . . .Καλημέρα. ἔχομε ἀπ’ ὅλα. κύριε.86 τῆς γειτονιᾶς..Δὲν κάνει δύο δεκαπέντε. κύριε Τάκη! Σᾶς εὐχαριστῶ. .Γιαννούλα.Καλημέρα.Ἔχεις καρύδια καλά. κύριε. Ἡ Γιαννούλα στάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ λογαριάση. Τί ἀγαπᾶτε.Γιαννούλα! Καὶ καλορίζικο τὸ μαγαζί! .Μιὰ δεκάρα τὸ ἕνα. Σπᾶνε μὲ τὸ δάχτυλο! .Πόσο τὰ δίνεις. κυρα. φανερώθηκε πρῶτος πελάτης ὁ Τάκης. ἀφράτα. . κυρα. τὸ ξαδερφάκι της. ἂν ..Καρύδια.

Τρία εἴκοσι νόμισε. ἐνῶ δουλεύει ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ. Βλέπει τὸ μεγάλο φυσερό. Ὕστερα τὸ πιάνει μὲ μιὰ μεγάλη .Ἄν κάνης τέτοιους λογαριασμού. μολονότι ἔχει μαῦρο πρόσωπο ἀπὸ τὴ δουλειά του καὶ μερικὰ μικρὰ παιδιά. κυρα.Γιαννούλα. Δῶσε μου τρία. ζημιώνομαι. πὼς εἶναι ἀκριβότερα ἀπὸ δύο δεκαπέντε. Ἄς εἶναι καλὰ τὸ κελάρι τῆς θειᾶς του! Φεύγοντας μόνο. Ὁ Τάκης. ἀλλὰ κάθε μέρα πηγαίνει στὸ ἐργαστήρι τοῦ σιδηρουργοῦ. Καὶ ὕστερα εἶπε: . Ἡ φωτιὰ ζωηρεύει κι ὁ σιδηρουργὸς τότε χώνει μέσα σ’ αὐτὴ ἕνα κομμάτι σίδερο καὶ τὸ ἀφήνει ὅσο νὰ κοκκινίση καλά. πάρτε τα γιὰ χάρη σας τρία εἴκοσι.Δὲ συμφέρει. ὅταν τὸν βλέπουν. Αὐτὸς εἶχε βγῆ κερδισμένος. εἶπε τῆς Γιαννούλας: . ποὺ ἀνοιγοκλείνοντας δίνει ἁέρα στὴ φωτιά.87 δύο δεκαπέντε ἦταν φτηνότερα ἢ ἀκριβότερα ἀπὸ μιὰ δεκάρα τὸ ἕτα. φοβοῦνται. Ὁ Νίκος ὅμως δὲ φοβᾶται. Μὲ περιέργεια τὸν παρακολουθεῖ. Εἶναι πολὺ καλὸς ἄνθρωπος. ποὺ ἤξερε καλύτερα τὴν ἀριθμητική του. κυρα. κύριε. γρήγορα θὰ τὸ κλείσης τὸ κατάστημά σου! 10. ποὺ τὰ εἶχαν γιὰ δεκάρες καὶ πῆρε τὰ τρία καρύδια.Ἄς εἶναι τέλος πάντων.Γιαννούλα! Τῆς εἶπε. Ἔδωσε δύο τενεκεδάκια. χαμογέλασε. Ο ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΟΣ Κοντὰ στὸ σπίτι τοῦ Νίκου ἔχει ἐργαστήρι ἕνας σιδηρουργός. Τέλος πάντων. Τόσο ἔχουν ἀγορά. Καρύδια χάρισμα. Ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελε! . Ἡ καημένη ἡ Γιαννούλα εἶχε πέσει ἔξω στὸ λογαριασμό της.

Τὰ γυρίζει μὲ τὴν τσιμπίδα ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές. καὶ μ’ αὐτὴ χτυπᾶ δυνατὰ τὸ ἀναμμένο σίδερο. ἄλλοτε πέταλα γιὰ τὰ ἄλογα. ἔχει . κάγκελα. ποὺ τὸ λὲν ἀμόνι. Ὁ σιδηρουργὸς ἄλλοτε φτιάνει ἐπάνω στὸ ἁμόνι ἁλυσίδες. τὸ βγάζει ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ βάζει ἐπάνω σ’ ἕνα πελώριο σίδερο. Τότε ὁ Νίκος παραμερίζει. μὴ τὸν φτάσουν οἱ σπίθες. Ὅλα αὐτὰ τὰ χτυπᾶ μὲ τὴ βαριὰ ἐπάνω στὸ ἀμόνι. Ὕστερα ὁ σιδηρουργὸς παίρνει μὲ τὸ ἄλλο χέρι ἕνα βαρὺ σφυρί. Ὁ ἱδρώτας τρέχει αὐλάκι στὸ μέτωπό του.88 σιδερένια τσιμπίδα. καρφιά. Ὅταν εἶναι χοντρὸ τὸ σίδερο. ἄλλοτε στεφάνια γιὰ τὶς ρόδες τῶν ἁμαξιῶν. τὴ βαριά. ποὺ πετάγονται καὶ τοῦ κάψουν τὰ ροῦχα του. ποὺ πετᾶ σπίθες γύρω γύρω.

γιὰ νὰ δένουν τὸν κουβὰ τοῦ πηγαδιοῦ. Τὸ ἔριξε στὸ πηγάδι καὶ μ’ αὐτὸ ἔβγαλε τὸν κουβά.89 κι ἄλλους ἐργάτες καὶ τὸ χτυποῦν μὲ βαριές· μιὰ ὁ ἕνας. ποὺ ἔπεσαν ἀπὸ τὸ χτυπημένο σίδερο καὶ τὶς πηγαίνει στὴ μητέρα του. δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ! Τὰ οὐράνια δὲν τὰ ξέρει ποτέ του γαλανά· . Μιὰ ἄλλη φορὰ ὁ σιδηρουργὸς ἔφτιασε γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Νίκου μιὰ καινούργια σιδερένια ἁλυσίδα. σκυφτὸς σφυροκοπᾶ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ διασκεδαστικὸ γιὰ τὸ Νίκο. Τὴ νύχτα. γυαλίζουν μελανὰ καὶ μ’ ὃλη του τὴ φόρα τὸ σίδερο γυρνᾶ. τὴν ἡμέρα. 11. Μ’ αὐτὲς τρίβουν τὰ σιδερικὰ τῆς κουζίνας καὶ γυαλίζουν. ὁ σιδηρουργὸς λέει στὸ Νίκο νά χτυπήση κι αὐτὸς λιγάκι μὲ τὴ βαριά. Ὁ Νίκος ζητεῖ ἀπὸ τὸ σιδηρουργὸ σκουριές. μιὰ ὁ ἄλλος μὲ τὴ σειρά. γιατὶ ἡ παλιὰ εἶχε σπάσει κι ὁ κουβὰς ἔπεσε στὸ πηγάδι. Ὅταν τελειώση τὸ χτύπημα. γιὰ ἰδέστε. Ὁ σιδηρουργὸς εἶναι φίλος τοῦ Νίκου. Μὰ ὁ Νίκος δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ τὴν κουνήση κι ὁ σιδηρουργὸς γελώντας τοῦ δίνει ἕνα ἄλλο μικρότερο σφυρί. Ὁ Νίκος εἰδοποίησε γρήγορα τὸ σιδηρουργὸ καὶ ἦρθε μὲ τὴν πέτσινη ποδιά του κρατώντας ἕνα τσιγκέλι. Ο ΣΙΔΕΡΑΣ Τὰ μπράτσα του. ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ σηκώση.

γιὰ συλλογιστῆτε λιγάκι καὶ τὸ μοῦτσο τοῦ καραβιοῦ. τὴν ἡμέρα. θωρεῖ παντοτεινά. Ὁ Νίκος. γιατί. πρέπει ν’ ἀρχίζη ἀπὸ μικρὸς νὰ βγάζη μόνος του τὸ ψωμί του. ποὺ δὲν εἶναι καθόλου μεγαλύτερος ἀπὸ σᾶς. γυναίκα· γι’ αὐτοὺς τόσον καιρὸ σιδερικὰ σκαρώνει κάθε λογῆς λογῆς. ὅταν φυσᾶ ἔξω ὁ κακὸς βοριὰς καὶ φοβᾶστε νὰ ξεμυτίσετε ἀπὸ τὸ σπίτι σας. Ποῦ ν’ ἀφήση ὁ τεμπέλης τὴ ζεστασιὰ τοῦ κρεβατιοῦ μὲ τέτοιο κρύο! Ὁ δάσκαλός του δὲν τὸν τιμώρησε αὐτὴ τὴ φορά. ὥσπου νὰ σηκωθῆ ἀπ’ τὸ κρεβάτι του. Τὴ νύχτα. 12. Γύρισε καὶ εἶπε σὲ ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς τάξης αὐτὰ τὰ λόγια: « Παιδιά μου. τὸ σφυρί του. Τὴ νύχτα. χρειάστηκε νὰ τοῦ φωνάξουν τρεῖς φορές. δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ! Ἔχει παιδιά. τὴν ἡμέρα. Ὅταν εἶναι κανένας φτωχός. σκυφτὸς σφυροκοπᾶ. » Μιὰ ἡμέρα ἄφησε τὸ σπίτι του καὶ τὰ καλά του καὶ μπαρκάρισε ἀπ’ τὸ νησί του σ’ ἕνα μεγάλο καράβι. Ποῦ νὰ προφτάση ὅλα ὁ καημένος ὁ πατέρας! Ἔπρεπε νὰ πάη νὰ δουλέψη κι ὁ Νίκος. Οἱ γονεῖς του εἶναι φτωχοὶ καὶ εἶναι πολλὰ τὰ στόματα μέσα στὸ σπίτι. ἄργησε νὰ ἔρθη στὸ σχολεῖο. σκυφτὸς σφυροκοπᾶ. Ο ΜΟΥΤΣΟΣ Ἐκεῖνο τὸ πρωὶ ἔκανε μεγάλη παγωνιά. ὅπως καὶ ἄλλα παιδιά. δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ! Τέλλος Ἄγρας.90 τὴ φλόγα. Κι ὁ Νίκος μπαρκάρισε γιὰ . σωρό.

κάμε δύναμη! Αὐτὰ ἔχει ἡ θάλασσα.91 τὰ μεγάλα ταξίδια. Τὸ ἁρμυρὸ ψωμὶ δὲ βγαίνει εὔκολα. Σήκω. . νὰ τὰ τυλίξης προσεχτικά. Εἶναι ἡ ὥρα γιὰ τὴν πλύση τοῦ καταστρώματος. » Τώρα σὲ περιμένει κι ἄλλη δουλειά. νὰ τὰ βάλης σὲ τάξη. καὶ μπερδεμένα μέσα στὸ κατάστρωμα. μικρό μου ναυτόπουλο! Κατέβα ἀπὸ τὸ στενό σου δωμάτιο τῆς πλώρης. πάρε τὸν κουβὰ καὶ τὴν ἀγριόσκουπα καὶ τρέξε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ναῦτες νὰ τρίψης μὲ τὰ πόδια σου τὸ κατάστρωμα. Πρέπει νὰ τὰ ξεμπερδέψης καὶ νὰ τὰ συμμαζέψης. χειμωνιάτικη καταχνιά. νὰ τὰ κάμης κουλοῦρες. «Εἶναι πρωί. ξυπολήσου. Κουράστηκες. Ο ἥλιος σηκώνεται ἀπ’ τὰ κύματα μέσα σὲ μιὰ κρύα. Τὰ μουσκεμένα σκοινιὰ κι οἱ χοντροὶ κάβοι εἶναι σκόρπια.

Καὶ πάλι τὸ κατεβάζουν στὰ τρίσβαθα. θὰ πιαστῆς ἀπὸ τὰ σκοινιά. ἡ βροχὴ πέφτει μὲ τὸ κανάτι. Εἶναι βαριὰ τὰ βρεγμένα σκοινιά. κρεμασμένος ἀνάμεσα οὐρανὸ καὶ θάλασσα. Μὰ τί νὰ γίνη. μικρέ μου μοῦτσε! » Κι ἐσᾶς. Πρέπει ν’ ἀνεβῆς νὰ τὸ ξεμπλέξης. θὰ φτάσης τὰ μεσοούρανα. σὰν καρυδότσοφλο. λὲς καὶ θὰ τὸ καταπιοῦν. Θὰ συνηθίσης. Ντροπή σας! Γιὰ συλλογιστῆτε λιγάκι καὶ τὸ μικρὸ ναυτόπουλο. Ἐμπρός. μικρό μου ναυτόπουλο. Γρήγορα στὰ πανιά. κρατήσου καλά! » Πρέπει νὰ κατεβάσωμε τὸ πανί. μικρό μου ναυτόπουλο! » ῾Η δουλειὰ δὲν τελειώνει ποτὲ μέσα στὸ καράβι. Παιδὶ εἶναι κι αὐτό. ποὺ βρίσκεστε μέσα στὰ σπίτια σας. . Θὰ σκαρφαλώσης ἐπάνω στὴν ἀνεμόσκαλα. Τὸ καράβι τὸ σηκώνουν τὰ κύματα ψηλά. κρατήσου καλά. Γρήγορα στὰ πανιά.92 καθένα στὴ θέση του. παιδιά μου. σοῦ κόβουν τὴ μέση. σᾶς τρομάζει λίγος ἀέρας. Μὴν τὸ ξεχνᾶτε!» 13 ΑΓΡΟΤΙΚΟ Στὸ στάβλο ἀπόψε ἦρθε τὸ φεγγάρι. Γιὰ κοίταξε τώρα ἐκεῖ ἐπάνω στὸ κατάρτι. Ἕνα σκοινὶ ἔχει μπερδευτῆ ἀπὸ τὸν ἀέρα τὴς νύχτας. ποὺ σαλεύουν. Σοῦ ερχεται ζαλάδα. σὰν κι ἐσᾶς καὶ δὲν εἶναι καθόλου μεγαλύτερό σας. ἐκοίταξε ἀπ’ τὸ παράθυρό του. σᾶς φοβίζει λίγο κρύο καὶ λίγη βροχή. Ὁ ἄνεμος σφυρίζει στὰ σκοινιά. μικρό μου ναυτόπουλο! » ῾Η θάλασσα ἀγριεύει. θάρρος.

Πῆγε στ’ ἀμπέλι. . ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας. ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του. τὸ βόδι. Παπαντωνίου. τὸ μοσχάρι. ἀνέβηκε ἐπάνω στὴ συκιά μας. ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ’ τὸ κοπάδι. χωρὶς κουβὰ κατέβη στὸ πηγάδι καὶ ἤπιε νερὸ πολὺ νὰ ξεδιψάση. Ζαχ. Στὸν κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε. πῆγε στὸ λιοστάσι. εἶδε τὸ γάιδαρό μας καὶ γελοῦσε. Μιὰ χήνα τὸ κοιτάζει σαστισμένη κι ὁ σκύλος μας ἀκόμη τὸ γαβγίζει.93 εἶδε τὴν ἀγελάδα. Στῆς λεύκας μας τὰ φύλλα παιγνιδίζει στὸν οὐρανὸ τὸν καθαρὸ ἀνεβαίνει.

γιὰ τὸν παλιό του ἀφέντη. ὁ Ὀδυσσέας. τὸν Εὔμαιο. πιστό του σκυλί. ποὺ ἦταν ξαπλωμένο ἐπάνω σὲ κάτι κοπριὲς ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴ θύρα τοῦ παλατιοῦ. ἕνα γέρικο σκυλί. Ποῦ νὰ τὸν γνωρίσουν ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια. σήκωσε ἔξαφνα τ’ αὐτιά του καὶ τέντωσε τὸ κεφάλι του. στὸ γεροχοιροβοσκὸ τοῦ παλατιοῦ. Πόσα δὲν πέρασε. ὁ πολυβασανισμένος βασιλιάς της. τὸν παλιὸ πιστό του ὑπηρέτη. ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ξεκίνησε μὲ τὰ γοργὰ ἑλληνικὰ καράβια ἀπὸ τὴν Τροία. Καθὼς κατηφορίζει ὁ Ὀδυσσέας ἀπ’ τὸ βουνὸ μὲ τὸ χοιροβοσκό. ὅπως εἶχε καταντήσει! Κανένας δὲν τὸν ἀναγνωρίζει. ποὺ τὸν νομίζουν χαμένο.94 14. Καὶ τώρα πατεῖ τὸ χῶμα τῆς πολυαγαπημένης του γῆς. κι ἂς πεθάνω» ἔλεγε. τὴν ἀγαπημένη του ᾽Ιθάκη. Ντυμένος σὰ ζητιάνος. Πῶς νὰ μὴ τὰ ξεχάση ὅλα τὰ βάσανά του. ὁ Ἄργος. Σὰν . μακριὰ ἀπὸ τὸ παλάτι. Μὰ δὲν ἐγάβγισε τὸ ζωντανό. πόσες φορὲς δὲν εἶδε τὸ Χάρο μὲ τὰ μάτια του. πρωτοπαρουσιάζεται. Ο ΑΡΓΟΣ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ Ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι χρόνια γυρίζει στὴν πατρίδα του. Κι ἐκεῖνος τὸν παίρνει γιὰ ξένο καὶ τοῦ μιλάει μὲ πόνο. σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες. τὸν ἀναγνωρίζει τὸ παλιό. «Καὶ λίγο καπνὸ ἀπὸ κάποιο τζάκι τῆς Ἰθάκης νὰ μ᾽ ἀξιώση ὁ Θεὸς να ἰδῶ. ὥσπου νὰ φτάση στὴ γλυκιά του πατρίδα! Μὰ τώρα ὅλα θὰ τὰ ξεχάση. Μὰ δὲ θέλει νὰ φανερωθῆ ἀκόμη στὸ παλάτι του καὶ στὴν ἀγαπημένη του γυναίκα καὶ στοὺς δικούς του. ποὺ τον ψυχοπόνεσε καὶ πήγαινε τάχα νὰ ζητιανέψη στὸ πλούσιο παλάτι. Μὰ ἂν δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν οἱ ἄνθρωποί του. ποὺ χάθηκε στὰ ξένα.

καλῶς ὅρισες!» Ὁ ᾽Οδυσσεας ποὺ δεν ἤθελε να φανερωθῆ ἀκόμη. κεφάλι. Μὰ δὲν ἤθελε νὰ φανερωθῆ ἀκόμη ποιὸς εἶναι. γιατὶ ἦταν καλὸς κυνηγάρης. Σάλευε μόνο τὴν οὐρά του. Ποιὸς νὰ τὸν προσέξη τὸν καημένο τὸν Ἄργο. κατέβασε τ’ αὐτιά του καὶ ἄρχισε νὰ γοργοσαλεύη τὴν οὐρά του. πόσο συγκινήθηκε ὁ Ὀδυσσέας! Ἄν μποροῦσε νὰ τὸν φωνάξη τὸν ῎Αργο μὲ τ’ ὄνομά του. ποὺ τόσο τὸν ἀγαποῦσε ἄλλοτε. καλέ μου ἀφέντη. νὰ τὸν ἰδῆ νὰ πηδήση ἐπάνω του καὶ νὰ τοῦ χαϊδέψη τὸ μεγάλο. τὸν εἶχαν παραπεταμένο νὰ κοίτεται ἐπάνω στὶς σβουνιές τῶν βοδιῶν καὶ τῶν μουλαριῶν γεμάτος τσιμπούρια καὶ ζωύφια. Τώρα ποὺ εἶχε γεράσει κι ἔλειπε ὁ ἀφέντης του. ἴσως νὰ συλλογιζόταν κάποτε τὰ κακά του γεράματα. . Δὲν εἶχε λαθέψει ὁ πιστὸς Ἄργος. Μὰ μὲ τί παράπονο! «Καλῶς ὅρισες. ὅπως ἄλλοτε. Μὰ ἦταν γέρος πολὺ καὶ ἄρρωστος καὶ δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ σηκωθῆ νὰ τρέξη. Ὁ καημένος ὁ Ἄργος. νὰ τοῦ γλίψη τὰ χέρια του. τὸν καλό. ξενιτεμένο του ἀφέντη. ποὺ τὸ εἶχε ἀναθρέψει ἀπὸ μικρό. Καὶ ποιὸς ξέρει. ὡραῖο. Ζοῦσε λοιπὸν ἀκόμη ὁ καημένος ό Ἄργος. Ἀλλὰ κι ὁ Ὀδυσσέας γνώρισε τὸ παλιό. ἐπάνω στὰ φουσκιὰ περνοῦσε τὶς τελευταῖες του ἡμέρες. περίμενε κι αὐτὸς νὰ ξαναϊδῆ μιὰ φορὰ ἀκόμη τὸν ἀγαπημένο του ἀφέντη καὶ νὰ πεθάνη. τὰ παλικάρια τοῦ παλατιοῦ τὸν ἔπαιρναν μαζί τους στὰ κυνήγια τῶν λαγῶν καὶ τῶν ζαρκαδιῶν. μὰ δὲν πρόφτασε νὰ τὸ χαρῆ. τώρα ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει. νὰ πηδήση ἀπάνω του. πιστὸ σκυλί του.95 κάτι νὰ εἶχε καταλάβει. γιατὶ ἔφυγε στὸν πόλεμο. ὅσο ἦταν νέος. ποὺ τὸν ἔνιωθε πάλι κοντά του. Καὶ τώρα.

γιὰ νὰ κρύψη τὰ μάτια του. ποὺ ἦταν βουρκωμένα. γιὰ νὰ μάθη: « Παράξενο μοῦ φαίνεται τέτοιο ὄμορφο σκυλὶ νὰ βρίσκεται παραπεταμένο στὶς κοπριές. γέροντά μου.» Καὶ ὁ χοιροβοσκός. ποὺ τὰ ἔχουν καὶ τὰ ταΐζουν στὰ τραπέζια τους. ὁ Εὔμαιος. Ἀγρίμι δὲν τοῦ ξέφευγε. δὲν κοιτάζουν τὸ σπίτι του.» Καὶ ὁ γεροβοσκὸς ἀνεστέναξε καὶ πάλι. εἶναι ἐκείνου ποὺ πέθανε στὰ ξένα. Μὰ εἶναι τάχα καὶ γοργοπόδαρο. Ἄν ἦταν καὶ τώρα στὸ κόρμὶ καὶ στὶς χάρες του. τοῦ ἀποκρίθηκε ἀναστενάζοντας: « Αὐτὸ τὸ σκυλί. ρωτώντας τάχα. γερασμένος καὶ παθιασμένος. Τώρα.96 καμώθηκε. ὅταν λείπη ὁ ἀφέντης τους. θάβλεπες τὴ γρηγοράδα του καὶ τὴν ἀξιοσύνη του. Καὶ γύρισε καὶ εἶπε στὸ χοιροβοσκό. ὄπως ἦταν τὸν καιρό. Ὁ Ἄργος ὅλο καὶ σάλευε τὴν οὐρά του. γιὰ νὰ τὰ καμαρώνουν. ὅπως εἶναι. ποὺ τὸ ἄφησε ὁ Ὀδυσσέας φεύγοντας γιὰ τὸν πόλεμο τῆς Τροίας. ποιὸς νὰ γυρίση νὰ τὸν κοιτάξη. κοντὰ στὴν τόση του ὀμορφιά. πὼς δὲν καταλαβαίνει τίποτε. . Καὶ τὸ σκυλί του θὰ γυρίσουν νὰ κοιτάξουν. ἢ μήπως εἶναι κανένα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ τεμπελόσκυλα. Κι ὁ Ὀδυσσέας εἶχε γυρίσει τώρα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά. Ἄλίμονο! Οἱ δοῦλοι.

ΜΥΡΜΗΓΚΙ Πολὺ λυποῦμαι. μυρμήγκι μου. . ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΓΚΙ (Διάλογος) ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Ἔχω πολλὰ παράπονα. τίποτε κοινὸ δὲν ἔχω ἐγὼ μὲ σένα. Ποτὲ δὲν ἔκανα κακὸ καὶ βλάβη σὲ κανένα· κι ἔπειτα. μαζί σου.97 15. τζίτζικα. κι ἀμέσως ἐξηγήσου. Λοιπόν.

ΜΥΡΜΗΓΚΙ Δὲ σὲ πιστεύω. Καὶ πρῶτα πρῶτα γνώριζε. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Καὶ δὲν ἀνέβαινες ποτὲ κι ἐπάνω ἀπὸ τὴν τρύπα. ἤμουν ψηλὰ στὸ χῶμα μικρός.98 ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Μ’ ἐκακολόγησες καὶ μὲ τὸ παραπάνω. κι ἔτσι καὶ τὴν ὑπόληψη καὶ τὴν τιμή μου χάνω καὶ γίνηκα παράδειγμα μωρίας στοὺς ἀνθρώπους. ποὺ κουβαλῶ μὲ κόπους. ἂν θέλης λίγη προσοχὴ στὰ λόγια μου νὰ δώσης. μικρὸς σὰν τὸν κοριὸ καὶ πιὸ μικρὸς ἀκόμα· κι ἄνοιξα τρύπα καὶ βαθιὰ μέσα στὴ γῆν ἐμπῆκα κι ἔκανα τὸ σπιτάκι μου κι ἐκεῖ τροφὴ εὑρῆκα. Τότε. ποῦ βρῆκες τὰ φτερά. ἐκατοικοῦσα μέσ’ στὴ γῆ κι ἐγώ. ὅταν στὸ πρόσωπο τῆς γῆς ἐπρόβαλα καὶ πάλι. ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Ἀμέσως θὰ μὲ νιώσης. . ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Μεγάλωσαν ἀγάλι. πὼς δὲ σὲ νιώθω τί μοῦ λές. γιατὶ προτοῦ χωθῶ στὴ γῆ. πὼς πρὶν στὰ δέντρ’ ἀνέβω. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Σ’ ὁρκίζομαι στὸ ψίχουλο.

ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Στῆς γῆς τὰ καταχθόνια σιγὰ σιγὰ μεγάλωνα κι ἔμεινα δέκα χρόνια. Οἱ γεωργοί. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Λοιπόν. ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Καὶ τί ἤθελες νὰ ικάνω.99 ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Ποτέ μου δὲν ἀνέβαινα. δὲν μού λειπ’ ἡ τροφή. Ἔτσι τὸ πρόσταξ’ ὁ Θεός. μόλις ἄρχισε ζεστὸ τὸ καλοκαίρι καὶ τὰ φτερά μου στέγνωσαν ὁ ἥλιος καὶ τ’ ἀγέρι καὶ στὴ στιγμούλα πέταξα στοῦ δέντρου τὰ κλαδιά. καθὼς σοῦ εἶπα. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Ἐγὼ δὲν εἶπα τίποτε καὶ νὰ μὲ συγχωρήσης οὔτε καὶ ξέρω τί μοῦ λές. ποὺ σκάβουνε κι ἐκεῖνοι ποὺ θερίζουν μ’ ἔχουν χρυσή τους συντροφιὰ καὶ χάρη μοῦ γνωρίζουν. Κι ἦρθα στὴ γῆν ἐπάνω ἐφέτος. γιατί. Ἐσὺ μονάχα βρέθηκες νὰ μὲ κατηγορήσης. μὰ τὸ σπειρὶ τὸ στάρι! . ΜΥΡΜΗΓΚΙ Πώ! πώ! δὲν ἐβαρέθηκες.

πὼς τραγουδοῦσα ὁλημερὶς χωρὶς καμμιά φροντίδα. πὼς τὸ χειμώνα κάποτε μὲ χιόνια καὶ μὲ πάγο ἐπείνασα κι ὁ δυστυχὴς δὲν εἶχα τί νὰ φάγω καὶ σὰν ζητιάνος ταπεινὸς ἦρθα. πὼς ὁ Θεὸς ποὺ ἔπλασεν ἐσέ. μὲ κλάματα στὸ σπίτι σου ζητώντας λεημοσύνη. Καὶ τότε μ’ ἀποκρίθηκες :. τάπες καὶ τὰ κήρυξες κι ἔπλασες παραμύθια. δὲ μ’ εἶπες ἀκαμάτη κι ἄμυαλο κι ἀσυλλόγιστο. . καθώς ἐκεῖνοι. Σοῦ εἶπα.Ἔ! τώρα χοροπήδα! Πῶς ἦρθα τὸ χειμώνα ἐδῶ τροφὴ νὰ σοῦ ζητήσω. ἀλλ῾ ὅμως ξέρω πάλι.Σὰν ἦταν καλοκαίρι. ἀφοῦ χειμώνα μήτε ζῶ μήτε μπορῶ νὰ ζήσω. . παρακαλῶ. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Γιὰ πρόσεχε κομμάτι! Δὲν εἶμ’ ἐγὼ κακόγλωσσος κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια. ΜΥΡΜΗΓΚΙ Αὐτὸ τὸ ψέμα. Κι ὅταν ἐσὺ μὲ ρώτησες: .Ποιὸς δὲν ξέρει. Τὸ ξέρω πὼς δὲν μοιάζομε. ποὺ θὰ ζητοῦσα τάχα. ἐνῶ ὁ καημένος τρέφομαι μὲ τὴ δροσιὰ μονάχα. ὅπως κι ἐμένα. τί ἔκανες.100 ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Ὁ κόσμος τόχει τούμπανο καὶ σὺ κρυφὸ καμάρι! Ἐσὺ δὲ μ’ εἶπες ἄεργο. ὁ κόσμος τόχει βγάλει. Κι ἔπειτα τί εἶν’ αὐτὴ ἡ τροφή. ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Ναί. τζίτζικα.

καλέ μου ψαρά. ρίξε με πάλι στὴ θάλασσα. Κι εἴμαστε χρήσιμοι κι οἱ δυό. φίλτατε τζίτζικά μου. Τί θα μὲ κάμης τώρα. μὲ ξαναπιάνεις.Κουτὸς εἶμαι νὰ σ’ ἀφήσω. Τὸ ξεκόλλησε ἀπ’ τ’ ἀγκίστρι καὶ τὸ ἔριξε στὸ κοφινάκι του μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ψαράκια. Τὸ ψαράκι τὸν παρακαλοῦσε: . ἂν θὰ σὲ ξαναπιάσω.Πολέμης. Ο ΨΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ Ἕνας ψαρὰς μιὰ φορὰ ἔπιασε ἕνα μικρὸ ψαράκι. νὰ μεγαλώσω.101 ξεχωριστὸ προορισμὸ ἔδωσε στὸν καθένα. ἐσὺ μὲ τὸ τραγούδι σου κι ἐγὼ μὲ τὴ δουλειά μου. τώρα ποὺ σ’ ἔπιασα. ἀνόητο ψαράκι. καλέ μου ψαρά! Κι ὁ ψαρὰς τοῦ εἶπε: .Ἄφησέ με. ἂς λησμονήσωμε τὰ ψέματα τοῦ κόσμου κι άγκάλιασέ με γρήγορα κι ἕνα φιλάκι δός μου! ( Ἀγκαλιάζονται καὶ φιλιοῦνται. ποὺ δὲν εἶμαι οὔτε μιὰ μπουκιά. . ὅταν μεγαλώσης. 16. Καὶ σὰ μεγαλώσω καὶ γίνω μεγάλο ψάρι. Καὶ ποῦ ξέρω ἐγώ. καλύτερα μικρὸ καὶ νὰ σὲ κρατῶ στὰ χέρια μου. παρὰ μεγάλο και νὰ σὲ περιμένω. Λοιπόν. ) Ι.

Καὶ τὰ παιδιά. κι ἐσένα ἐδῶ μέσα. ποὺ θὰ εἶχαν ξυλιασμένα τὰ χεράκια τους ἀπὸ τὸ κρύο. ποὺ σκάζουν ἀπὸ τὴ ζέστη. Μόνο ποὺ σὲ βλέπει κανείς. Ἡ θερμάστρα τῆς ἀποκρίθηκε: . ἐγὼ τὰ κάνω νὰ φτάνουν παγωμένα στὸ τραπέζι. ἐνῶ ἡ θερμάστρα ἦταν σβηστὴ καὶ κανένας δὲν τὴν πρόσεχε. καημένη. Χωρὶς ἐμένα οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν τὸ καλοκαίρι. ἄδικα πιάνεις τὸν τόπο. Ἐγὼ θὰ ζεσταίνω ὅλο τὸ σπίτι. Ἄν ρωτᾶς καὶ γιὰ τὰ φροῦτα καὶ τὰ κρασιά. Ἐσὺ τί κάνεις! τίποτε. Ἦταν καλοκαίρι κι ἡ παγωνιέρα εἶχε ὅλες τὶς τιμές. ἔχω πάντα κρύο νερὸ καὶ δροσίζω τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ. κυρὰ παγωνιέρα! Περιμένω νὰ ἔρθη κι ἐμένα ἡ σειρά μου. ποὺ θὰ τουρτουρίζουν ἀπὸ τὸ κρύο. Γύρω ἀπὸ μένα θὰ μαζεύωνται ὅλοι νὰ βροῦν παρηγοριά. Χωρὶς ἐμένα τὸ σπίτι θὰ ἦταν ἀκατοίκητο. Τὰ διατηρῶ πάντα φρέσκα. Ἡ παγωνιέρα. Καὶ δὲ θ’ ἀργήση. Ἔπειτα φυλάγουν μέσα μου ὅλα τὰ φαγητά. Αὔριο θὰ πλακώση ὁ βαρὺς χειμώνας. δὲ θὰ μποροῦσαν οὔτε νὰ γράψουν οὔτε νὰ . Η ΘΕΡΜΑΣΤΡΑ ΚΑΙ Η ΣΚΟΥΠΑ Μέσα σ’ ἕνα διάδρομο μεγάλου σπιτιοῦ ἦταν βαλμένες ἀντικρὺ μιὰ θερμάστρα καὶ μιὰ παγωνιέρα. εἶπε στὴ θερμά στρα: . Θ᾽ ἀρχίση νὰ φυσάη κρύος βοριὰς καὶ νὰ πέφτη πυκνὸ χιόνι. τὰ κρέατα καὶ τὰ ψάρια καὶ δὲ βρωμίζουν. Ἐγὼ καὶ τί δὲν κάνω. ποὺ τὸ εἶχε πάρει ἐπάνω της. ζεσταίνεται. ἀπὸ μένα θὰ περιμένουν ζεστασιά.102 17. Η ΠΑΓΩΝΙΕΡΑ.Τί σ’ ἔχουνε. Καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι.Μὴν τὸ παίρνης καὶ τόσο πολὺ ἐπάνω σου.

Καθεμιά σας εἶναι καλὴ στὸν καιρό της. Γιατὶ χωρὶς καθαριότητα δὲν μπορεῖ νὰ ζήση ὁ ἄνθρωπος. .103 γυρίσουν τὰ φύλλα τοῦ βιβλίου. εἶχε γιὸ ἐπάνω στὴ γῆ τὸ Φαέθοντα. Ὅλοι θὰ εἶναι εὐχαριστημένοι. πὼς δὲνεἶναι γιὸς τοῦ Ἥλιου. Καὶ ἡ καθαριότητα δὲν ἔχει χειμώνα καὶ καλοκαίρι. Γιατὶ ἐγὼ κάνω τὴν καθαριότητα τοῦ σπιτιοῦ. ποὺ τὴν εἶχαν ξεχάσει σὲ μιὰ γωνιά. Σωπᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ παινεύεστε μπροστά μου! Ἡ σκούπα δὲν εἶπε περισσότερα. ἡ μητέρα του τοῦ ἔδειχνε στὸν οὐρανὸ τὸν πατέρα του. καὶ τὸν πείραζαν καὶ τὸν κορόιδευαν λέγοντας. ὅτι πραγματικὰ ἔχει πατέρα τὸν . Χρειάζεται όλες τὶς ἡμέρες τοῦ χρόνου. μπῆκε στὴ μέση.Τί μαλώνετε. Ἡ μιὰ τὸ χειμώνα. 18.Νά. θὰ κρυώνουν οἱ ἄνθρωποι. ἀξίζει καὶ ἡ ἄλλη. παιδί μου! Ἐκεῖ ἐπάνω εἶναι ὁ πατέρας σου! Ὅταν ὅμως ὁ Φαέθοντας μεγάλωσε. ἐπειδὴ εἶχε πατέρα τὸ θεὸ τοῦ Ἥλιου. ἀνόητες. τὰ ἄλλα παιδιὰ τὸν φθονοῦσαν. Ὅταν ὁ Φαέθοντας ἦταν ἀκόμη μικρός. Αὐτὴ ἦταν δουλεύτρα καὶ δὲν ἀγαποῦσε τὰ πολλὰ τὰ λόγια. ἡ ἄλλη τὸ καλοκαίρι. Μ’ ἐμένα ὅμως κανένας δὲ θὰ καταλάβη τὸ χειμώνα. Ὅ. Μόνο ποὺ θὰ σὲ βλέπουν. ὁ Ἀπόλλωνας.τι ἀξίζει ἡ μιά. Ἐσένα τότε κανένας δὲ θὰ γυρίζη νὰ σὲ κοιτάξη. Μιὰ σκούπα τότε. ΦΑΕΘΟΝΤΑΣ Ὁ θεὸς τοῦ Ἥλιου. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι χρήσιμη ὃλον τὸ χρόνο. Ὁ Φαέθοντας στενοχωρήθηκε πολὺ καὶ θέλησε ν’ ἀποδείξη στὰ παιδιά. . τοὺς εἶπε.

Ὁ Φαέθοντας τότε πῆρε θάρρος καὶ παρακάλεσε τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἁφήση τὴν ἄλλη μέρα νὰ διευθύνη αὐτὸς τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου.Τρελάθηκες. τί τρέχει. τὸ Καλοκαίρι. Ἡ Ἄνοιξη στολισμένη μὲ λουλούδια. πατέρα.» . . ὁ Μήνας.« Ὅ. πὼς θὰ μοῦ κάμης αὐτὴ τὴ χάρη. Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Παιδί μου. εἶπε ὁ θεός. παιδί μου. Δὲν ξέρεις. Γι’ αὐτὸ κίνησε καὶ πῆγε πολὺ μακριὰ στὴν Ἀνατολή.104 Ἀπόλλωνα.τι θέλει ὁ καλός μου γιός!» Εἷπε ὁ Ἀπόλλωνας μὴ βάζοντας μὲ τὸ νοῦ του κακό. Θαμπωμένος ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ παλατιοῦ. . ἐκτὸς ἀπὸ μένα. ὁ Χρόνος καὶ οἱ Ἐποχὲς τοῦ ἔτους. ὃπου ἦταν τὸ παλάτι τοῦ πατέρα του.«Θὰ μοῦ ὁρκιστῆς. τοῦ εἶπε. τὸ Φθινόπωρο μέσα στὰ φροῦτα κι ὁ Χειμώνας μὲ τὴν κάτασπρη φορεσιά του. ποὺ ἐρχόταν καὶ τοῦ εἶπε: «Καλῶς τον! Γιὰ ποιὸ λόγο ἦρθες ἐδῶ. νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ κάμης μιὰ χάρη. ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ διευθύνη. μόλις ἄκουσε αὐτὴ τὴν ἀπαίτηση τοῦ παιδιοῦ του. ζήτησέ μου ὅ.« Ἦρθα. Ἐπάνω σ’ ἕνα χρυσὸ θρόνο καθόταν ὁ θεὸς ντυμένος μὲ ὁλόχρυσα φορέματα. Τὸ μάτι τοῦ Ἥλιου εἶδε ἀμέσως τὸ παιδί του. παιδί μου. Ὁ Ἀπόλλωνας ἔφριξε.» . Μὴ ζητᾶς τὸ θάνατό σου! .τι ζητήσης».» . ὅτι τὰ ἄλογα τοῦ ἅρματος τοῦ Ἥλιου εἶναι τόσο ἀτίθασα καὶ τόσο ἄγρια. στεκόταν στὴν πόρτα του καὶ κοίταζε. στεφανωμένο μὲ στάχυα. πατέρα. Γύρω του κάθονταν ἡ Ἡμέρα.«Σοῦ ὁρκίζομαι νὰ κάμω ὅ.τι ἄλλο θέλεις.

Κι ἔκλαιγε καὶ παρακαλοῦσε.105 Ὁ Φαέθοντας ὅμως ἦταν πολὺ πεισματάρικο παιδί. Κι ἐπειδὴ ὁ πατέρας του εἶχε βάλει ὅρκο. τὰ βουνὰ καὶ τὰ ποτάμια τῆς γῆς καὶ χαιρόταν πολύ. Ὁ Φαέθοντας ἔβλεπε ἀπὸ ψηλὰ τὰ δέντρα καὶ τὰ σπίτια. ἐκεῖ ποὺ δὲ φτάνουν οὕτε οἱ ἀετοί. ἄρχισε ὁ Φαέθοντας νὰ ζαλίζεται. ποὺ καταλαβαίνουν τὸν καβαλάρη. Ὅταν ὅμως τὸ ἅρμα ἀνέβηκε πολὺ ψηλά. Ἤθελε καὶ καλὰ νὰ διευθύνη τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου. ἀναγκάστηκε στὸ τέλος νὰ τοῦ κάμη αὐτὴ τὴ χάρη. Τὸ ἄλλο πρωὶ ἔζεψε ὁ Ἀπόλλωνας τὰ λαμπρὰ ἄλογα κι ὁ Φαέθοντας ἀνέβηκε στὸ χρυσὸ ἁμάξι. Τ’ ἄλογα ξεκίνησαν καὶ πετοῦσαν ἐπάνω στὸν οὐρανό. Καὶ τ ἄλογα. .

Ὁ Φαέθοντας ἔπεσε κάτω στὴ γῆ νεκρός. ὥστε ἡ Γῆ ἄρχισε νὰ λιώνη. πότε κάτω καὶ πότε στὴ συνηθισμένη τροχιὰ τοῦ Οὐρανοῦ. οἱπηγὲς στέρευαν κι ἔκανε τόση ζέστη. ἔπιασε τὰ ἡνία τῶν ἀλόγων καὶ ξανάφερε τὸ ἅρμια στὸν κανονικό του δρόμο. πότε ἐπάνω. Ἔτσι χάθηκε ὁ Φαέθοντας. ὅτι δὲν τὰ διευθύνει ὁ θεὸς τοῦ Ἥλιου. Στὸν τάφο του ἐπάνω ἔγραψαν: « Ἐδῶ βρίσκεται ἕνα παιδί. ὅπως ἤθελαν. ποὺ τοῦ εἶχαν φτιάσει οἱ Κύκλωπες καὶ τὸν τίναξε ἐπάνω στὸ Φαέθοντα. Πολλὲς ἡμέρες ὕστερα ὁ οὐρανὸς ἦτο σκεπασμένο μὲ μαῦρα σύννεφα κι ὁ Ἥλιος δὲν παρουσιάζονταν νὰ τὸν ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Τότε ὁ Ζεὺς θύμωσε πολύ. Ὅταν πέρασε ἐπάνω ἀπὸ τὴν ᾽Αφρική. Καὶ ἄρχισαν νὰ μὴν ὑπακούουν στὸ Φαέθοντα. ποὺ ἦταν πεισματάρικο καὶ δὲν ἄκουε τὶς συμβουλὲς τοῦ πατέρα του».106 κατάλαβαν πιά. Ἡ καρδιά του λυπήθηκε πολύ. ἀλλὰ ἔτρεξε. Ἡ Θεὰ Γῆ παρακάλεσε τότε μὲ θρήνους τὸ Δία. ἀλλὰ νὰ καλπάζουν. Σὲ μιὰ στιγμὴ τὸ ἅρμα πλησίασε πολὺ στὴ γῆ καὶ τὰ λουλούδια μαραίνονταν. Ὁ θεὸς τοῦ Ἥλιου τὸν εἶδε ἀπὸ ψηλά. Αὐτὸ τὸ χρῶμα ἔμεινε καὶ στὰ παιδιά τους καὶ στοὺς ἀπογόνους τους. νὰ μὴ τὴν ἀφήση νὰ καταστραφῆ. . οἱ κάτοικοί της ἀπὸ τὴν πολλὴ ζέστη ἔγιναν μαῦροι. Πῆρε στὰ χέρια του τὸν κεραυνό.

καὶ σήμερα ξανά.107 19. Ἐμεῖς θὰ ἡσυχάσωμε. στὸν κῆπο. μεῖνε. Ἥλ. γλυκὰ νὰ σᾶς ξυπνήσω. ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ Π. χρυσέ. ποὺ ὅλη τὴ νύχτα πέρασαν ἥσυχα κοιμισμένα καὶ τώρα πιὰ ξυπνήσανε καὶ καρτεροῦν ἐμένα. Γειά σας. ἐγὼ δὲ σταματῶ. νὰ παίξωμε στὸν κῆπο μας καὶ γύρω στὴν αὐλή μας! Ἅν φύγης τόσο γρήγορα. νὰ παίξουν. Ἥλιε μου. μᾶς κράζει ἡ μητέρα. Μεῖνε λιγάκι. νὰ γελάσουνε.. μαζί μας. Τί πᾶς νὰ κάμης πάλι ἐκεἶ. στὸ γιαλό. μερόνυχτα γυρνῶ. πίσ’ ἀπὸ τὰ βουνά. πάω καὶ στ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Παιδί μου. Γιατί μᾶς φεύγεις..Κὺρ Ἥλιε στὸ καλό! Πήγαινε στ’ ἄλλα τὰ παιδιὰ καὶ πές τους καλημέρα. Παιδιά μου. ΜΒ . Ἥλ. καλὴ νύχτα σας! Σύρτε στὸ σπίτι πίσω κι ἐγὼ θαρθῶ πρωὶ πρωί. παιδιά μου φρόνιμα! Π . Ἥλιε μου. πίσω ἀπ’ τὸ βουνό. ἀμέσως θὰ βραδιάση καὶ κάθε φρόνιμο παιδὶ θὰ πάη νὰ πλαγιάση.

1. χαρὲς θάν’ τὸν Ἁλωνάρη. Δεκέμβρης. Ὁ Φλεβάρης κι ἂν φλεβίση. Ὁ Φλεβάρης μὲ νερό. ὅλ’ οἱ μύλοι μας θ’ ἀλέθουν. 1. β’. γ’· Φλεβάρης. 1. 3. ΤΙ ΛΕΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ α’. 2. . καλοκαίρι θὰ μυρίση. Τὸ τραγούδι μὲ τὸν τρύγο. 2. κουτσὸς μπαίνει στὸ χορό. Χιόνι τοῦ Δεκεμβριοῦ χρυσάφι τοῦ καλοκαιριοῦ. Τοῦ Φλεβάρη εἶπαν νὰ βρέξη καὶ λησμόνησε νὰ πάψη. τὸ Δεκέμβρη παραμύθι. Χιόνισ’ ἔβρεξ’ ὁ Γενάρης.108 20. 2. Χιόνι πέφτει τὸ Γενάρη. Γενάρης.

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 1. γιὰ νὰ μὴν τὰ σπάση. Γάτα ποὺ κοιμᾶται. 6. 4. 5. Ὅπου ἀκοῦς πολλὰ κεράσια. παρὰ δέκα καὶ καρτέρει. ποντικοὺς δὲν πιάνει. βάστα καὶ μικρὸ καλάθι. πλούτη μου. Γειά μου. Ὁ ἀκαμάτης δὲν τρώει τ’ ἀμύγδαλα. . δὲν πεθαίνει. 2. κακὸς κακοῦ θὰ πάη. 3. Ὁ ἐργάτης δὲν πεινάει κι ἂν πεινάση. 7. Ποιὸς τοὺς γονεῖς του δὲν γρικᾶ.109 21. Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι.

110 .

111 .

112 .

. Τούρ.Εἶναι νωρὶς ἀκόμα. Τὸ τσίρισμα τοῦ τσαλαπετεινοῦ τὸ ἄκουσαν κι οἱ ἀνεμῶνες τοῦ δάσους. . Ὄχι! ἐμεῖς θὰ περιμένωμε ἥσυχα. πρόβαλαν τὰ κεφαλάκια τους. Ἔτσι ἔρχεται πάντα πρώιμα καὶ βάζει τὶς φωνές. τούρ! Μόλις οἱ ἀνεμῶνες ἄκουσαν τὰ πρῶτα τους τερετἴσματα. ψιθύρισαν. ἀλλὰ μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελαν νὰ ξεπροβάλουν ἀπὸ τῆ γῆ. σήκωσε τὸ κεφαλάκι του λίγο ψηλότερα..113 1. τὸ τρυφερὸ χορταράκι. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὶς γνώριζε. καὶ κοίταξε γύρω του εὐχαριστημένο. δὲν πρέπει πιὰ νὰ ἔχωμε ἐμπιστοσύνη σὲ κανέναν. Σ’ αὐτὰ ἔχομε πολλὴ ἐμπιστοσύνη. . Σὲ λίγο ἦρθαν καὶ τὰ τρυγόνια. πετώντας ἐδῶ κι ἐκεῖ μέσα στὸ δάσος. τσίρ! Κελαηδοῦσε ἕνας τσαλαπετεινός. Πῶς τὸ ἔκαμε τὸ τρυγόνι καὶ μᾶς γέλασε. γιατὶ ἦταν τυλιγμένες μέσα σὲ πράσινες σκουφίτσες. ὥσπου νάρθη τὸ τρυγόνι καὶ τὸ χελιδόνι. ποὺ δὲν κρατιοῦνται πιά. Νά! ἦρθε ἐπὶ τέλους ἡ γλυκιὰ Ἄνοιξη! Τὸ νιώθω ἀπὸ τὰ πόδια μου καὶ ἀπὸ τὰ φτερά μου. ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ Τσίρ. ποὺ δὲν πρέπει νὰ τοῦ ἔχη κανεὶς ἐμπιστοσύνη. καθὼς ξέρετε. Μόλις ἄκουσε αὐτὰ. Γιατί. ἡ χλόη βιάζεται πολὺ νὰ ξεπεταχθῆ μέσα ἀπὸ τῆ γῆ. ὅπως κατάντησε αὐτὸς ὁ .Μὴν πιστεύετε αὐτὸ τὸ πουλί! Ψιθύριζαν ἀναμεταξύ τους. Εἶναι ἕνα ἐπιπόλαιο πουλί.

Κανεὶς δὲ γνωρίζει πῶς εἶναι ἡ ὄψη της.Ἕνα χελιδόνι δὲ φέρνει τὴν Ἄνοιξη. χανόμαστε. Ὕστερα ἀπὸ ἡμέρες. εἶπαν. . . κανεὶς δὲν τὴν εἶδε ποτέ. Μᾶς νομίζεις κουτές. ὅταν πρόβαλε. Μπαίνει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου . Οἱ ἀνεμῶνες ὅμως περίμεναν νὰ περάση καλὰ τὸ κρύο. ἐγγίζει τὰ λουλούδια καὶ τὰ δέντρα κι ἀμέσως ἀνοίγουνε τὰ μπουμπούκια τους. Τερέτισε τὸ χελιδόνι. Ποῦ εἶναι ὁ σύντροφός σου. Ὅλοι ὅμως τὴν ποθοῦν. πὼς ἂν κρυολογήσωμε λιγάκι. γιὰ νὰ ἰδῆς.Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο· κάμετε ὅ. Τέλος. Περνᾶ μέσα ἀπὸ τὸ δάσος. τὴν εὐλογοῦν καὶ τὴν εὐγνωμονοῦν.τι θέλετε. Τὴν ἴδια ὅμως νύχτα ξεπάγιασε κι ὁ θάνατός του.Τβίτ! τβίτ! Ἔκαμε κι ἔσκιζε τὸν ἀέρα μὲ τὰ σπαθωτά του φτερά. ἦρθες μόνο. ἂν ἄρχισε ἡ ζέστη ἐδῶ κι ἂν ἔλιωσαν τὰ χιόνια. ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση σ’ ὅλους.» Οἱ ἀνεμῶνες ὅμως δὲν τὸ πίστευαν εὔκολα. νάτην παρουσιάστηκε ἡ κυραἌνοιξη! Ἦταν μιὰ γλυκιὰ καὶ ἥσυχη νύχτα. ἕνα ζευγάρι ἀπ’ αὐτὲς ἔχασε τὴν ὑπομονή του καὶ πέταξε τὸ σκουφί του. Περνᾶ ἀπὸ τοὺς στάβλους καὶ βγάζει τὰ ζῶα στὰ λιβάδια. Ἐμεῖς ξέρομε καλά. Πρόβαλαν λίγο τὸ κεφαλάκι τους μέσα ἀπὸ τὰ πράσινα σκεπάσματα καὶ κρυφοκοίταζαν. κουτολούλουδα! Δὲ βλέπετε. ποὺ ἦρθε ἡ χαρωπὴ Ἄνοιξη.114 κόσμος! Σὲ λίγες ἡμέρες νά καὶ τὸ χελιδόνι! . ποὺ διαδόθηκε ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι. «Εβγᾶτε λοιπὸν ἔξω. Κάθισε στὴ στέγη μιᾶς καλύβας καὶ κοίταζε γύρω του.

Ἔγερναν καὶ συνομιλοῦσαν μεταξύ τους. πῆγε στὶς ἀνεμῶνες. γιὰ νὰ χορτάσουν τὸν ἥλιο. Κι ἐξακολούθησε τὸ δρόμο της μέσα στὸ δάσος.115 καὶ τὸν κάνει χαρούμενο. Ἔβλεπαν τὸν ἑαυτό τους περιφρονημένο. νομίζομε πὼς ἐμεῖς ἔχομε περισσότερη ἀξία ἀπὸ τὶς ἀνεμῶνες σου. Δουλεύει ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα. Ἀπολαύστε τὸν ἥλιο τοῦ καλοῦ μας Θεοῦ. .παρουσιάστηκαν τὴν ἄλλη μέρα μὲ ὡραῖα κόκκινα φορέματα.Κοιτάξετε τώρα ἐλεύθερα γύρω σας. τρία. . δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ συγκρατήσωμε τὰ μπουμπούκια μας! .Δὲν ἔρχεσαι καὶ σὲ μᾶς. Γι’ αὐτὸ τὴν ἴδια νύχτα. Σὲ κάθε βῆμα της ἄνοιγαν νέες ἀνεμῶνες. Καὶἕνα.Ἔρχομαι! ἔρχομαι! Ἀπάντησε ἡ Ἄνοιξη. δυό. ποὺ κάθονται στὰ θρανία καὶ γι’ αὐτὸ κάνουν πολλὰ λάθη στὰ τετράδιά τους.Ἄνοιξη. κυρα. Χαρῆτε τὴ ζωή σας! Αὐτὸ ἔκαμαν κι οἱ ἀνεμῶνες. Ὅταν ἔρχεται. Μέσα σὲ πυκνοὺς θάμνους πρόβαλλαν κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα κι ἔγερναν ντροπαλὰ τὰ στρογγυλὰ κεφαλάκια τους. Δὲν τὰ ταχτοποιεῖ ὅμως ὃλα μονομιᾶς ἡ Ἄνοιξη. εἶπε ἡ Ἄνοι. . Χρειάζεται ὅμως καὶ λίγη ὑπομονή. Ἦταν πάρα πολὺ εὐχαριστημένες. ποὺ τὴν ποθοῦν περισσότερο. Ἔλα. ποὺ ἦρθε. δὲν ἀφήνει ἥσυχα οὔτε καὶ τὰ φρόνιμα παιδιὰ ἀκόμη.ξη. ποὺ δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ κρατήσουν τὸ σκουφάκι τους. Βγαίνουν ἔξω καὶ παίζουν μὲ χαρὲς καὶ φωνές. Ἅπλωναν τὰ φυλλαράκια τους ὁλόγυρα. Τὰ γύρω δέντρα ὅμως στενοχωρήθηκαν. Καὶ πρῶτα πρῶτα ἔρχεται σ᾽ ἐκείνους.

.116 2. Γύρω στ’ ἄνθη τὰ περίσσια τῆς λευκῆς ἀγραμπελιᾶς φτερουγίζουν τὰ μελίσσια μὲ τὴν ἄγνοια τῆς δουλειᾶς. ποὺ εἶχε ρίξει ὁ Φλεβάρης ἐκείνη τὴ χρονιά. Σὲ χωριὰ ἀνθοστρωμένα καὶ γεμάτα χλωρασιὰ χίλια ἀρνάκια σκορπισμένα βόσκουν χόρτα καὶ δροσιά. Δροσίνης. ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΡΟΥΤΑ « Ὕστερ’ ἀπὸ τὰ ὄψιμα χιόνια. Γ. φτερωτή. 3. Ἡ μέρα γλυκοφέγγει ντροπαλὴ καὶ στὸν ξάστερον ἀέρα κελαηδοῦν κορυδαλλοί. ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ Τ’ ἄστρα σβήστηκαν. Κι ἀνασαίνουνε τὰ δάση μέσ’ στὴν ὄμορφη γιορτή. ὁ Μάρτης μπῆκε μὲ ἡλιόλουστες ἡμέρες. ποὺ γιορτάζει ὅλη ἡ πλάση ἀνθισμένη. Χαρὰ Θεοῦ ἦταν στὴν ἐξοχή.

μέσα στὰ πυκνὰ πεῦκα.Χρόνης εἶπε στὰ παιδιά: . οὔτε ἁμάξια.Σήμερα θὰ πᾶμε περίπατο στὸ δάσος. ὁ κυρ. Ὅταν ἔφτασαν σ’ ἕνα καφενεδάκι. Ἐμεῖς οἱ μεγάλοι θὰ σᾶς περιμένωμε ἐδῶ στὸ καφενεῖο. ποὺ διατηροῦσε ἐκεῖ ἕνας γεροντάκος.Χρόνης. Ὅλη ἡ οἰκογένεια ξεκίνησε ἀπὸ τὸ πρωί. εἶπε μιὰ Παρασκευὴ στὰ παιδιά του ὁ κυρ. μ’ ἕνα καλάθι γεμάτο ἀπὸ φαγητὰ καὶ φροῦτα.Τώρα τρεχᾶτε νὰ παίξετε μέσα στὰ πεῦκα.117 . γιὰ τὸ γειτονικὸ δάσος. νὰ χαροῦμε τὴν ὡραία ἡμέρα. . Ἐδῶ δὲν ἔχετε κανένα φόβο. Τὰ παιδιὰ ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελαν. Ἀπολύθηκαν τρεχάτα νὰ πᾶνε νὰ παίξουν. Οὔτε αὐτοκίνητα περνοῦν.

Τέτοιο φροῦτο δὲν εἶχαν ἰδῆ ποτέ τους. Τότε ὁ πατέρας τους τοὺς ἐξήγησε τί ἦταν τὰ φροῦτα. μητέρα. πατέρα. . εἶναι πολὺ ψηλά. Ὅταν τὰ εἶδε.Τί τρέχει. Ὁ καρπός τους εἶναι σὰν κουκουνάρι.Αὐτὸ εἶναι σκουληκιασμένο. . εἶπε μὲ ἀπορία ὁ κυρ·Χρόνης.Πατέρα. ποὺ κρεμόταν σὰ σακουλάκι ἀπὸ ἕνα χαμηλότερο κλαδὶ καὶ τὸ ἔριξε κάτω. ποὺ δὲν τὰ φτάνομε νὰ κόψωμε νὰ φᾶμε. . κούνησε τὸ κεφάλι του. ὁ μεγαλύτερος. Πᾶμε ὃμως νὰ μοῦ τὰ δείξετε.. . ποὺ εἶδαν.Τὰ πεῦκα δὲν κάνουν φροῦτα γιὰ φάγωμα. Ποῦ τὰ βρήκατε τὰ φροῦτα στὸ δάσος. Μὲ τὸ μπαστούνι του χτύπησε ἕνα.. . . πατέρα. Ἐλᾶτε λοιπὸν νὰ δοκιμάσετε τὸ ὡραῖο φροῦτο.Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε κάτι ὡραῖα φροῦτα. .. Νὰ κόψωμε κανένα ἄλλο. τοὺς εἶπε ὁ πατέρας τους. Κάτι μεγάλα ὄμορφα φροῦτα. ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε! . Καὶ νὰ ἰδῆς πόσα.Φροῦτα.. . ἔσκασε σὰν ὥριμο ρόδι καὶ ἀπὸ μέσα χύθηκαν ἕνα σωρὸ σταχτοπράσινες κάμπιες. εἶπε ὁ Νίκος.118 Σὲ λίγο ὅμως ξαναγύρισαν τρέχοντας. τοὺς εἶπε ὁ πατέρας τους.Τέλος πάντων ἀφοῦ σᾶς ἀρέσουν. Τὰ παιδιὰ τρόμαξαν καὶ τραβήχτηκαν πίσω μὲ φωνές. . Τόσα δὰ μεγάλα! Μόνο.Χρόνης κάτι κατάλαβε καὶ γέλασε. Μόλις ἔπεσε κάτω καὶ χτύπησε στὸ χῶμα.Κρέμονται ἀπὸ τὰ πεῦκα. Τὰ παιδιὰ τὸν πῆγαν νὰ τοῦ δείξουν τὰ περίφημα φροῦτα.Γιατί φεύγετε. μὰ δὲν τρώγεται. Ὁ κυρ. νὰ σᾶς κατεβάσω ἕνα νὰ τὸ δοκιμάσετε.

Καὶ ἦταν σὰν ἕνα μακρὺ κορδόνι ξετυλιγμένο ἐπάνω στὸ χῶμα. ποὺ τὶς ὁδηγοῦσε. Καὶ ἔτσι γλιτώνουν τὰ καημένα τὰ πεῦκα ἀπὸ τὸν ἐχθρό τους. Καθὼς προχωροῦσαν. ποὺ βλέπετε. μεγαλώνουν σιγὰ σιγὰ καὶ ἔπειτα πέφτουν ἀπὸ τὸ δέντρο.Καλέ. ὃπως πέφτει τὸ παραγινωμένο φροῦτο. Γι᾽αὐτὸ κάνει μεγάλο κακό. τὰ ἴδια εἶναι. ποὺ στὴν ἄκρη τους εἶναι δεμένο ἕνα μεγάλο ψαλίδι (τὸ ψαλίδι αὐτὸ δουλεύει ἀπὸ κάτω μὲ σπάγγο). εἶδαν τότε κάτω άπὸ ἓνα ἄλλο πεῦκο τὶς κάμπιες.Πᾶνε κι ἀνεβαίνουν σὲ ἄλλα δέντρα καὶ τρῶνε τὰ φύλλα τους. Καὶ τοὺς ἐξήγησε. . . μαραίνονται. πὼς κάθε ἄνοιξη οἱ φαλαγγίτες. ποὺ εἶχαν πέσει ἀπὸ τὸ δέντρο. ρώτησε ὁ Νίκος. παιδιά μου. κιτρινίζουν. βγαίνουν στὰ δάση τῶν πεύκων γιὰ τὸ κυνήγι τῆς κάμπιας. Γιατὶ δὲν εἶναι φροῦτα Εἶναι σακοῦλες γεμάτες κάμπιες. Οἱ σακοῦλες. ἡ μιὰ πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη.Σὰ στρατιῶτες πᾶνε στὴ γραμμή! Φώναξε ὁ Νίκος. ἀνάβουν μιὰ μεγάλη φωτιὰ καὶ τὶς καῖνε. γιὰ ν’ ἀνεβοῦν σὲ ἄλλο δέντρο. Προχωροῦσαν γραμμή. σὰν νὰ τὰ βρῆκε κακὴ ἀρρώστια. τὰ μεγάλα παιδιὰ τῶν σχολείων καὶ στρατιῶτες ἀκόμη. σκάζουν.Ὅλα.Καὶ τί κάνουν ἔπειτα. νὰ προχωροῦν. . Αὐτὲς καταστρέφουν τὰ ὡραῖα μας πεῦκα. αὐτὲς εἶναι σὰν τὸ σιδηρόδρομο μὲ τὰ . Τὰ καημένα τὰ πεῦκα μαδοῦνε τότε. . κόβουν τὶς σακοῦλες καὶ ὕστερα τὶς μαζεύουν. Μὲ κάτι ψηλὰ κοντάρια. ὅποιος καταστρέφει αὐτὲς τὶς κάμπιες. ὅπως εἴδατε καὶ χύνονται ἀπομέσα τους οἱ κάμπιες. ἀκολουθώντας τὴν πρώτη.119 . Ὅταν πέσουν.

Πότε θὰ γίνωμε κι ἐμεῖς φαλαγγίτες. σκορπίστηκαν μέσα στὰ πεῦκα καὶ ἄρχισαν νὰ ρίχνουν κάτω τὶς σακοῦλες μὲ τὶς κάμπιες. εἶπε ἡ Ἄννα. Σωστὸς σιδηρόδρομος! .Μόνο. . Τὰ παιδιὰ τοῦ κυρ Χρόνη ἔτρεξαν ἀπὸ πίσω τους καὶ κοίταζαν.ἔλεγαν. ποὺ πάει πολὺ σιγά. τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο. εἶπε ὁ Βασιλάκης. μὲ τὰ κοντάρια τους καὶ τὰ ψαλίδια τους..120 βαγόνια. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔφτασαν στὸ δάσος καμιὰ πενηνταριὰ φαλαγγίτες.νὰ γλιτώνωμε τὰ καημένα τὰ πεῦκα ἀπὸ τὶς κάμπιες! Καὶ τὰ πεῦκα.. σὰν νὰ καταλάβαιναν τί ἔλεγαν τὰ .

Μόνο ποὺ περπατοῦσαν. καλὰ παιδιά. καθὼς τὰ φυσοῦσε τὸ πρωινὸ ἀεράκι. . παιδιά. 4. ἡ μητέρα τους. ποὺ τὰ εἶχε μάθει ὅλα. εἶπαν ὅλα τὰ παιδιὰ μαζύ. ἦταν ..121 παιδιά.. τὰ ρώτησε: . πολὺ ὡραῖα. Καὶ ἄρχισαν τὰ γέλια. ποὺ μαζέψατε. ὅπου πήγαιναν κάθε χρόνο καὶ περνοῦσαν τὸ καλοκαίρι.Ἔ. σὰ νὰ ἔλεγαν: .Πολὺ ὡραῖα. μαμά. σᾶς εὐχαριστοῦμε! Ὅταν γύρισαν στὸ καφενεδάκι. ψιθύριζαν.Σᾶς εὐχαριστοῦμε. ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ Τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Κωστάκη στὸ χωριό τους. ἦταν ὡραῖα τὰ φροῦτα.

ποὺ τὸ κρατοῦσαν ἀπὸ κάτω τρία χοντρὰ στραβόξυ. μὲ δυὸ πατώματα. ὅταν ζύμωναν καὶ ἔψηναν τὸ ὡραῖο σιταρένιο ψωμί. ποὺ ἀνεβαίνει μὲ κορδέλες.λα. ποὺ ἔφταναν στὸ χωριό.τοῦ ἔλεγε.122 ἀπὸ τὰ πιὸ παλιὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ. κάτω ἀπ’ τὸν ἴσκιο μιᾶς μεγάλης καρυδιᾶς. ποὺ τόσο τὸ ἀγαποῦσε ὁ Κωστάκης. ἐπάνω στὸ ψηλὸ βουνό. ὁ Κωστάκης τόβλεπε πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κάθε φορά. ἡ μακρινὴ θάλασσα. Ἡ καλύτερη φραντζόλα τῆς Ἀθήνας δὲν εἶχε τὴ γλύκα του. Στὸ σπίτι αὐτὸ εἶχαν ζήσει ὁ παπποὺς καὶ ὁ προσπάππος ἀκόμη τοῦ Κωστάκη. ποὺ τὸν ἔκαιγαν ἀκόμη. στερεωμένο μέσα στὸν τοῖχο.νά τὸ σπίτι μας! Ἦταν ἕνα χαρούμενο ὄμορφο σπιτάκι.Νά τὸ σπίτι μας φώναζε . ὁ πράσινος κάμπος. ἀνάμεσα στ’ ἄλλα σπιτάκια τοῦ χωριοῦ. Στὸ μπαλκόνι ἐκεῖνο μαζευόταν κάθε βράδυ ὅλη ἡ οἰκογένεια. Κι ὁ πατέρας τοῦ ἔλεγε τὴν ἱστορία τοῦ ἀγαπημένου σπιτιοῦ: . Ἀπὸ τὸ μπαλκόνι φαινόταν κάτω ὅλο τὸ χωριό. ξεχωρίζει ἀπὸ μακριά. Τὸ ἐπάνω εἶχε ἄλλες δυὸ καμαροῦλες. . μ’ ένα ξύλινο μπαλκόνι.ὁ πατέρας τοῦ παπποῦ σου . Κι ὁ πατέρας τοῦ Κωστάκη τοῦ ἔδειχνε καὶ τοῦ ἐξηγοῦσε ὅλα τὰ περίγυρα μέρη καὶ τὴν εὐφορία τους. σὰ μιὰ γαλάζια λουρίδα. Κάτω ἀπὸ τὸ δημόσιο δρόμο. Στὸ κάτω πάτωμα εἶχε τρεῖς καμαροῦλες.χαρούμενος . Σκαρφαλωμένο στὴν πλαγιὰ τοῦ μεγάλου βουνοῦ. ἕνα χαγιάτι καὶ μιὰ μικρὴ ἀποθήκη στὴν αὐλὴ γιὰ γεννήματα.Τὸ ἔχει χτίσει. τὰ περίγυρα ψηλὰ βουνὰ καὶ στὸ βάθος. Μέσα στὴν αὐλὴ ἦταν ἀκόμη κι ὁ μικρὸς φοῦρνος τοῡ σπιτιοῦ.

ποὺ βλέπεις. γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι. » Ἀργότερα. Τὸ ἄνοιξε. ποὺ μᾶς χαρίζει τώρα τὸν ἴσκιο της καὶ τὸ ἀμπέλι. Ἄνοιξε καὶ τὸ παράθυρο αὐτὸ στὸ κάτω πάτωμα. γιὰ τὸ πατρικό σου σπίτι. μὲ λαχανικὰ καὶ μὲ λουλούδια. γιατὶ ἐδῶ πρωτοπερπάτησες. μὴν τὸ ξεχάσης κι ἐσὺ ποτέ σου!» Δὲ θὰ τὸ ξεχάση ὁ Κωστάκης. Ἔβαλα καινούργια σκεπὴ καὶ φύτεψα τὸ μικρὸ περιβολάκι. ποὺ εἶχε ρημάξει ἀπὸ τὴν πολυκαιρία. Τὸ ἀγαπᾶς κι ἐσύ. ἔκαμα ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια τὴν ἐπισκευὴ τοῦ σπιτιοῦ. μικρούλης ἐδῶ ἔκαμες τὰ πρῶτα σου παιγνίδια. Ἐκεῖνος φύτεψε καὶ τὴ μεγάλη αὐτὴ καρυδιά.123 μὲ τὰ χέρια του. ὁ παππούς σου. . ὅταν μεγαλώσης κι ἐσύ. ποὺ βλέπεις. Ἔβαλε καὶ τὰ κάγκελα αὐτὰ τῆς σκάλας γιὰ νὰ μὴν πέφτω. Δὲ θὰ τὸ ξεχάση ποτέ! 5. Ξέρεις ὅλα τὰ κατατόπια του ἀπὸ τὸ ὑπόγειο ὡς τὴ σοφίτα του. » ῾Ο γιός του. ποὺ δὲν ἔπαψε ἀπὸ τότε νὰ μᾶς δίνη τὸν πλούσιο καρπό του. φύτεφε κι ἐκεῖνος μὲ τὴ σειρά του ὅλες αὐτὲς τὶς καρυδιὲς καὶ τὶς ξινομηλιὲς καὶ τὶς δαμασκηνιές. Ὅταν μεγαλώσης. τὸ ἀγαπημένο του πατρικὸ σπίτι τοῦ χωριοῦ. ὅταν ἤμουνα μικρὸς κι ἐγώ. γιὰ νὰ μπαίνη ὁ ἥλιος τὸ χειμώνα καὶ νὰ διώχνη τὴν ὑγρασία. θὰ φροντίσης. ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ Πέρα στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Σ’ ἔχει φυλάξει ἀπὸ τὴ βροχὴ καὶ τὸ κρύο. » Ἐγὼ πάλι μὲ τὴ σειρά μου. γιατὶ ἓνα δωμάτιο ἦταν ὑγρὸ καὶ σκοτεινό. πάλι. μὲ τὴ σειρά σου.

ποὺ λαμποκοποῦν. ποὺ μὲ τὰ πλούτη τους σκορποῦν. μηδὲ τὴν ψεύτικη χαρά. ποὺ μὲ τόση λαχτάρα τὴν περίμενε ὁ Χρη.124 ποὺ ὁ μύλος μας γοργὰ γυρνᾶ κι ὁ ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ μέσ’ ἀπ’ τὰ δέντρα δὲν περνᾶ. Ἐγὼ ποθῶ τὸ φτωχικὸ τὸ σπίτι μου τὸ πατρικό. παλάτια. Η ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ Ἔφτασε τέλος ἡ ἡμέρα.στάκης. γέλι’ ἀπ’ τὴν αὐγὴ κοντὰ στὴ δροσερὴ πηγή. Δὲ θέλω ἐγὼ φανταχτερά. Πολέμης 6. Ἐκεῖ πρωτάνοιξα στὸ φῶς τὰ μάτια μου καὶ τὴν καρδιὰ κι εἶμαι σὰν ἓνας ἀδερφὸς μὲ τ’ ἄλλα τοῦ χωριοῦ παιδιά. ποὺ τοὺς εἶχε τάξει ἀπὸ . Παιγνίδια. ὅτι αὔριο τὸ πρωὶ θὰ γίνη χωρὶς ἄλλο ἡ ἐκδρομή. Ἰ. ἐκεῖ ᾽ναι καὶ τὸ φτωχικὸ τὸ σπίτι μου τὸ πατρικό. Ὁ δάσκαλος τοὺς εἶπε.

. θὰ ψάρευαν. ποὺ ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια εἶδαν νὰ βουλιάζουν τ’ ἀμέτρητα πλοῖα τῶν Περσῶν. Αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ πήγαιναν μ’ ἓνα βενζινόπλοιο στὴ Σαλαμίνα. πὼς τὸ ἀπόγεμα δὲν ἔχουν μάθημα. τὸ βουνό. κυνηγημένα ἀπὸ τὸ μικρό. θὰ κολυμποῦσαν. Θὰ ἔτρωγαν κάτω ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ θὰ περνοῦσαν ὅλη τὴν ἡμέρα κοντὰ στὴ θάλασσα. ποὺ ἐπάνω στοὺς βράχους του ἔπεφταν καὶ τσακίζονταν οἱ περ. Τί ὡραία ἐκδρομή! Ὁ Χρηστάκης δὲν ἔβλεπε πότε νὰ φτάση ἡ ὥρα. Τὴν Ψυττάλεια. χρωματιστὰ βότσαλα ἀπὸ τὴν ἀμμουδιά.Λειψοκουτάλα τὴ λένε σήμερα -τὸ νησάκι αὐτό. καθὼς θὰ περνοῦσαν.σικὲς τριήρεις. Θὰ περνοῦσαν ἐπάνω στὰ ἴδια νερά. ποὺ σὲ μιὰ κορυφή του εἶχε στήσει τὸ θρόνο του ὁ Ξέρξης. Τὸν Αἰγάλεω. θὰ μάζευαν ὡραῖα. ποὺ εἶδαν τὴ μεγάλη ναυμαχία. Δὲν εἶχαν κανένα φόβο ἀπὸ φουρτούνα. ὅπου εἶναι τὸ μοναστήρι τῆς Φανερωμένης. Καὶ θὰ γύριζαν πάλι στὸν Πειραιὰ μὲ τὸ βασίλεμα τοῦ ἥλιου. ὅπου εἶναι σήμερα ὁ ἑλληνικὸς ναύσταθμος. Ὁ δάσκαλος τοὺς σκόλασε νωρίτερα καὶ τοὺς εἶπε. θὰ ἔπιαναν καβούρια. Θὰ τοὺς ἔδειχνε. ὅλα τὰ μέρη. Καὶ στὸ βάθος τὸ νησὶ τῆς Σαλαμίνας. ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν. μὰ ἡρωικὸ στόλο τῶν Ἑλλήνων.125 καιρό. Στὸ ταξίδι ὁ δάσκαλος θὰ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ δοξασμένη ναυμαχία. Καὶ τί δὲ θάβλεπαν σ’ αὐτὸ ταξίδι! Τί δὲ θὰ μάθαιναν! Ἔπειτα θὰ πήγαιναν στὸ πίσω μέρος τοῦ νησιοῦ. Ὁ καιρὸς εἶχε στρώσει πιὰ γιὰ καλὰ καὶ αὔριο θὰ τοὺς ἔκανε καλὴ μέρα γιὰ τὸ ταξἴδι τους. ποὺ ἔσωσε τὸν παλιὸ καιρὸ τὴν Ἑλλάδα. γιὰ νὰ βλέπη ἀπὸ ψηλὰ τὴ ναυμαχία.

Τὸ ἀπόγεμα θὰ γράψετε στὰ σπίτια σας τὸ μάθημά σας. Ὁ Χρηστάκης ἔφτασε. Ἀλλὰ ποῦ μυαλὸ νὰ γράψη μάθημα! Οὔτε εἶπε στὴ μητέρα του. Κι ἔπειτα θὰ ξεκινήσωμε νὰ κατεβοῦμε στὴν προκυμαία. Πηγαίνετε τώρα· καὶ αὔριο μὲ τὸ καλό.ριμένη τὸ πλοῖο. ποὺ θὰ μᾶς πε. «Ποῦ θὰ θυμηθῆ αὔριο μέσα στὴ φασαρία ὁ δάσκαλος νὰ ζητήση τετράδια. Θάχετε μαζί σας ὅλοι καὶ τὰ σακἴδιά σας μὲ ὅ. Καὶ θὰ μοῦ φέρετε ὅλοι γραμμένο τὸ μάθημά σας. μὲ τὴν ἡσυχία σας.. πηδώντας ἀπὸ τὴ χαρά του στὸ σπίτι του.» . Τῆς τόκρυψε. Τὸ πρωὶ θὰ μαζευτῆτε ὅλοι στὸ σχολεῖο. «Δὲ βαριέσαι!» ἔλεγε μέσα του.τι χρειάζεται. γιὰ νὰ φύγωμε μαζί.. τοὺς εἶπε.. δὲ γράφω τίποτε.126 . Αὐτὸ τοὺς εἶπε καὶ τοὺς ἀπόλυσε. πὼς τοὺς εἶχε βάλει μάθημα ὁ δάσκαλος νὰ γράψουν..

Πρωὶ πρωὶ σηκώθηκε..Δὲν ἔχεις μαθήματα νὰ κάμης. ποὺ τοῦ εἶχε ἑτοιμάσει ἡ μητέρα του μὲ διάφορα κρύα φαγητὰ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σχολεῖο. ἂν μποροῦσε νὰ μπῆ ἀπὸ τώρα μέσα. . Ἡ ψευτιά του πέρασε. Καὶ νὰ μὴν τὸ κουνήση ἀποκεῖ ὡς τὸ πρωί. . Κρυβόταν πίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους. νὰ τοῦ κάμη ἕνα μπάνιο. ἔκαμε τὴν προσευχή του. νίφτηκε.Πᾶμε.Δὲν ἔχω. σήμερα τὸ ἀπόγευμα γιὰ τὸ ταξίδι.κάτω στὸ λιμάνι νὰ ἰδοῦμε. γιὰ νὰ μὴν τὸν προσέξη ὁ δάσκαλος καὶ νὰ ξεφύγη. .. γιὰ νὰ ξυπνήση πρωὶ αὔριο. νὰ εἶναι ἀσφαλισμένος. πὼς θὰ φύγη. Ὁ δάσκαλος ἐκείνη τὴν ὥρα μάζευε τὰ τετράδια.Πᾶμε! Τοῦ εἶπε ὁ ἄλλος. Αὐτὸ δὲν τὸ περίμενε ὁ Χρηστάκης. . Ἄν μποροῦσε να τὸν πάρη κι αὐτὸν μαζί του. ὁ Θοδωράκης. Καὶ ἔφυγαν μὲ τὸ φίλο του. τὸν ρώτησε ἐκείνη.Στὸ καλό. ποὺ καθόταν στὸ ἀντικρινὸ σπίτι. Ἡ μητέρα τὸν πῆγε ὡς τὴν πόρτα. Ζήτησε τὴν ἄδεια τῆς μητέρας του. Τί θάδινε. . Ὁ δάσκαλος μᾶς εἶπε νὰ ξεκουραστοῦμε. τῆς εἶπε. Πῆρε τὸ σακίδιό του. νὰ τοῦ πετάη πέτρες στὴ θάλασσα κι ἐκεῖνος νὰ τρέχη νὰ τὶς πιάνη.. Μὰ τὸ μάτι τοῦ δασκάλου τὸν πῆρε μιὰ στιγμή. Ἔφτασε στὸ σχολεῖο.127 Ἔφαγε κι ἄρχισε ἀμέσως τὰ παιγνίδια μὲ τὸ σκύλοτου. Ὅλο τὸ ἀπόγευμα γύριζαν στὸ λιμάνι. ἂν ἦρθε ἡ βενζινάκατο στὴν προκυμαία. παιδί μου! Καλὸ ταξίδι! Ὁ Θεὸς μαζί σας! Καὶ φρόνιμα.τοῦ εἶπε.. νὰ πέφτη στὸ νερὸ καὶ νὰ κολυμπάη! Σὲ λίγο ἦρθε κι ὁ φίλος του. Τὸ βράδυ γύρισε κουρασμένος κι ἔπεσε ἀπὸ νωρὶς νὰ κοιμηθῆ. .

128 .. Νὰ μάθης ἄλλοτε νὰ μὴ λὲς ψέματα! Ὁ Χρηστάκης ἔβαλε τὰ κλάματα. Σὲ τιμωρῶ. .Δὲν πρόφτασα. δὲν ἔγραψες.ἐσὺ δὲ θὰ ἔρθης στὴν ἐκδρομή. ὄχι τόσο γιὰ τὸ μάθημα. ποὺ θὰ σκολάση τὸ σχολεἶο. καθὼς ἔλεγε τὸ ψέμα. ποὺ δὲν ἔγραψες. τοῦ εἶπε.. Θὰ καθίσης στὴν κατώτερη τάξη ὡς τὴν ὥρα.. Μὰ εἶχε κοκκινίσει τόσο πολύ. ποὺ ὁ δάσκαλος τὸν κατάλαβε. Ἄλλη ψευτιὰ ὁ Χρηστάκης. . . Σὲ τιμωρῶ γιὰ τὸ ψέμα. κύριε. Τέτοιο κακὸ δὲν .Γιατί δὲν ἔχεις. ἀποκρίθηκε μουδιασμένα ὁ Χρηστάκης. Ἀπ’ ἐκεῖ μ’ ἔστειλαν νὰ πάρω ἕνα γιατρικό.Τὸ τετράδιό σου. Εἶχε ἀρρωστήσει κάποιος θεῖος μου καὶ μ’ ἔστειλε ἡ μητέρα μου νὰ ἰδῶ πῶς εἶναι.Δὲν ἔχω. Τί περιμένεις. Γι’ αὐτὸ..τοῦ εἶπε . ποὺ εἶπες.

πὼς θὰ πιάση φουρτούνα. κανεὶς ἕνα ψέμα. πὼς κάποιο ψέμα ἦταν στὴ μέση. Σήμερα εἶναι χαρὰ Θεοῦ. . Τὸ μεσημέρι γύρισε σπίτι του σὰ βρεγμένη γάτα.Καλῶς ὅρισες! Τοῦ εἶπε ἡ μητέρα του ξαφνιασμένη. Κάτι εἶχε μυριστῆ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὰ κρεμασμένα μοῦτρα του. . δὲν πήγατε στὸ ταξίδι. Ὅταν εἰπῆ. Ἡ μητέρα του εἶχε καταλάβει. γιὰ νὰ τὸ σκεπάση.. Τὰ μικρότερα παιδιὰ τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. πὼς θὰ πιάση φουρτούνα. Κάτι τόσο νωρίς. Ἐκεῖνος πῆγε κλαμένος καὶ ἐλεεινὸς στὴν ἄλλη τάξη. Κατὰ τὸ βραδάκι ἡ μητέρα του τὸν πῆρε μαζί της. Καὶ θὰ ἰδοῦμε τώρα πῶς πιάστηκε φανερὰ ὁ καλός σου ὁΧρηστάκης. . τί εἶχε πάθει! Καὶ τώρα μὲ τί μοῦτρα νὰ γυρίση στὸ σπίτι του.εἶπε μουδιασμένα . μητέρα..Δὲν πήγαμε. Τί νὰ τῆς εἰπῆ ὁ Χρηστάκης. νὰ πᾶνε περίπατο τάχα.Δὲν εἶναι ὡραῖα ἀπ’ ἐδῶ. Καλύτερα ν’ ἄνοιγε ἡ γῆ νὰ τὸν κατάπινε.ἔκαμε ἡ μητέρα του. Πᾶμε’ ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριά. Καὶ τὸν τράβηξε κατὰ τὸ λιμάνι. μητέρα.Φουρτούνα μὲ τέτοιον καιρό. Κι ὁ δάσκαλος φοβήθηκε. μητέρα.129 τὸ περίμενε. .γιατὶ ὁ δάσκαλος φοβήθηκε. . Τ’ ἄλλα παιδιὰ τῆς τάξης του ἔφυγαν χαρούμενα μὲ τὸ δάσκαλο. σκάρωσε ἀμέσως ἄλλη ψευτιά.Ὄχι ἀπ’ ἐδῶ.Γιατί ὄχι ἀπ’ ἐδῶ. μὰ δὲν τοῦ εἶπε τίποτε. . πρέπει νὰ βρῆ ὕστερα κι ἄλλα δέκα. .. Τί εἶχε πάθειὁ καημένος. Ἤθελε νὰ τὸν πιάση. βλέπεις. τῆς ἔλεγε κεῖνος καὶ κοντοστεκόταν. τὸν ρωτοῦσε ἐκείνη.

Ἦταν τὸ μικρὸ βενζινόπλοιο τῆς ἐκδρομῆς. Κι ἔτρεμε ἡ φωνή του. Τὸ κόκκινο καὶ τὸ πράσινο. Τώρα θάβγαινε στὴ μέση ἡ ψευτιά του.Γιατί νὰ πᾶμε. . Τώρα τὸ ξεχώριζε καλά. ποὺ εἶναι τὰ δυὸ φανάρια. ποὺ ἔμπαιναν στὸ λιμάνι. βάρκες μὲ πανάκια καὶ βενζινάκατοι ἔσκιζαν τὰ ἥσυχα νερὰ τοῦ λιμανιοῦ. Κατέβηκαν στὴν προκυμαία καὶ κοίταζαν τὰ ἀτμόπλοια.. Πολὺ ὡραῖα. . .130 Μὰ ἐκείνη δὲν ἄλλαξε δρόμο. Ἄλλα σφύριζαν γιὰ ἀναχώρηση. Πάγωσε.. Μὰ ὁ Χρηστάκης δὲν ἔβλεπε τίποτε.Γιατὶ κρυώνω. .Πᾶμε. Θὰ ἰδῆς τώρα τί ὡραῖα ποὺ εἶναι. Ἔξαφνα κάτι πῆρε τὸ μάτι του! Δυστυχία μου!. ποὺ γύριζε ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα. τὸν ρώτησε ἐκείνη ἀδιάφορα.Ὡραῖα εἶναι κι ἀπ’ ἐδῶ. ἄλλα ἔριχναν μὲ κρότους τὶς ἄγκυρές τους. . τοῦ ἔλεγε. δεξιὰ καὶ ἀριστερά. μητέρα! Πᾶμε. Τὸ μάτι του ἦταν καρφωμένο ὅλη τὴν ὥρα στὴν εἴσοδο τοῦ λιμανιοῦ.

Δὲ ντρέπεσαι. μητέρα.Πᾶμε. Τί λές! Μ’ αὐτὴ τὴ ζέστη κρυώνεις. αὐτὰ δὲν εἶναι τὰ παιδιὰ τῆς τάξης σου. τὴν παρακαλοῦσε... ποὺ ἔκανε τώρα. ὅταν θὰ τὸν ἔβλεπαν νὰ περιμένη ἀδιάντροπα στὴν προκυμαία. ἰδέα σου εἶναι. Καὶ τὴν τραβοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι.131 Κι ἀλήθεια! Κρύωνε ὁ καημένος.μὰ ἔχει καὶ μοῦτρα ὁ ἀφιλότιμος καὶ μᾶς περιμένει».. Τρύπωσαν μέσα στὸν κῆπο τῆς προκυμαίας. Ἡ μητέρα του. ποὺ εἶχαν πλησιάσει. Καὶ τὸν κράτησε ἀπὸ τὸ χέρι.θὰ ἔλεγαν. ποὺ τὴν ἔπαθε. .Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ πλοῖο τῆς ἐκδρομῆς. Κρύωνε ἀπὸ τὸ ντρόπιασμα.Πᾶμε μητέρα. Εὐχαριστημένα. Μὰ ὄχι ἀπὸ τὸ κρύο. Τί θὰ ἔλεγε στὴ μητέρα του. μητέρα. . . . καὶ τί θὰ ἔλεγαν τὰ ἄλλα παιδιά. Ἐκεῖ σταμάτησε ἡ μητέρα του. ἢ κάνω λάθος. . ζωηρά. Φαίνονταν τώρα καθαρὰ τὰ παιδιὰ στὸ κατάστρωμα. ποὺ τὸν περίμενε. κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὰ φουστάνια της. τὸν ρώτησε. Τὸ ψέμα τοῦ Χρηστάκη δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κρυφτῆ.Μπά! τοῦ εἶπε ἐκείνη. παιδί μου. «Δὲ φτάνει. . Ἐκεῖνος ἔβαλε τὰ κλάματα.Κρυώνω πολύ. ὅλο γέλια καὶ χαρές. πὼς δὲν εἶχε ἰδεῖ τὸ πλοῖο μὲ τὰ παιδιά. γύρισε καὶ τοῦ εἶπε ἔξαφνα: .. πᾶμε. Ἡ μητέρα τὸν λυπήθηκε. Τὸν πῆρε κι ἔφυγαν. Τὸν εἶχαν πιάσει κρυάδες. Τὸ βενζινόπλοιο μὲ τ’ ἄλλα παιδιὰ πλησιάζει στὴν προκυμαία. νὰ μὴν τὸν γνωρίσουν τ’ ἄλλα παιδιά.Γιατί μοῦ εἶπες ψέματα.

κουρασμένος ἀπὸ τὴ δουλειά του. σὲ παρακαλῶ. Χρηστάκη. μητέρα! Νὰ μὴν τὸ μάθη ὁ πατέρας.. Καὶ τὰ ἔμαθε ὅλα. Καὶ τῆς φιλοῦσε τὰ χέρια. τοῦ πατέρα τὸ βράδυ.. μητέρα μου! Δὲν τὸ ξανακάνω! Μόνο νὰ μὴν πῆς τίποτε. τοῦ ἔλεγε. φουρτούνα. τοῦ εἶπε ἡ μητέρα του. ποὺ γυρίζοντας ἀπὸ τὰ ταξίδια του πήγαινε στὸ σπίτι τους νὰ τοὺς κάμη ἐπίσκεψη. αὐτὸ ποὺ ἔκαμα.Δὲν τὸ ξανακάνω. Ο ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ΠΕΤΑΕΙ Ὁ θεῖος τοῦ Χρηστάκη ἦταν ἀεροπόρος σὲ μιὰ «ἑταιρία ἐναερίων ταξιδίων». .132 ντροπή σου! Ντρέπομαι ἐγὼ γιὰ σὲνα. 7. Καὶ κάθε φορά. Ἐκεῖνος μὲ κλάματα ἀναγκάστηκε νὰ εἰπῆ τώρα ὅλη τὴν ἀλήθεια. Φοβᾶται τὸ ψέμα περισσότερο ἀπὸ τὴ χειρότερη φουρτούνα. καλοκαίρι καιρό. . Φοβήθηκε τὴ φουρτούνα ὁ δάσκαλός σου. νὰ σὲ πάρω μαζί μου στὸ . Νὰ μὴν τοῦ πῆς τίποτε.. Τὸ βράδυ θὰ τάλεγε τοῦ πατέρα του.Πότε θὰ ἔρθης.. Καὶ τὸν τιμώρησε ὃπως τοῦ ἔπρεπε. χωρὶς νὰ τοῦ ξαναμιλήση. ἔλεγε τοῦ Χρηστάκη: .Φουρτούνα ἔ. ..Ὁ πατέρας πρέπει νὰ τὰ μαθαίνη ὅλα. Μὰ ἀπὸ τότε δὲν ξαναλέει πιὰ ψέματα ὁ Χρηστάκης. Σὲ λιγάκι ἦρθε κι ὁ πατέρας του. ἡ σωστὴ φουρτούνα εἶχε πέσει στὸ κεφάλι του.. Καὶ τὸν τράβηξε στὸ σπίτι. Κι ἀλήθεια. κακὸ παιδί. Συγχύστηκε πολὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ψέμα τοῦ Χρηστάκη. ἡ φουρτούνα ἦταν στὸ κεφάλι σου.

τὰ μεγάλα ὡραῖα ὑδροπλάνα ἀπὸτὸ Φάληρο. χωρὶς νὰ πάθουν τὸ παραμικρό. Ποιός ὅμως φοβᾶται νὰ ταξιδέψη μὲ . Μὰ ποῦ ν’ ἀκούση ὁ Χρηστάκης τέτοιο ταξίδι! Ἔτρεμε. μήπως δὲ γίνονται καὶ μὲ τὰ ἀτμόπλοια καὶ μὲ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ μὲ τ’ αὐτοκίνητα. καὶ πολὺ περισσότερα μάλιστα. . ὅπου παίρνουν βενζίνη. τὸν ἔπιανε σύγκρυο. ὅτι πιὸ ἀσφαλισμένος εἶναι νὰ ταξιδεύη κανεὶς σήμερα μὲ ἀεροπλάνο. Νὰ πετάξη αὐτός. Ἄ! ὄχι! Αὐτὸς δὲ θὰ τὴν πάθαινε ποτὲ σὰν τὴν ἀνόητη χελώνα. δόξα στὸ Θεό. γιὰ νὰ ἐξακολουθήσουν τὸ ταξίδι τους. Ἔλεγε. ξυπνοῦσε τρομαγμένος καὶ δὲν ξανάκλεινε τὰ μάτια του. ὅταν ἔβλεπε. πὼς πετοῦσε. ἔλεγε ὁ θεῖος Βασίλης. παρὰ μὲ ἀτμόπλοιο. Θυμόταν τὴ χελώνα τοῦ παραμυθιοῦ. ὃπως λένε ἐκεῖνοι. Καὶ τί ταξίδι! Φεύγουν ἀπὸ τὴ μιὰν ἄκρη τοῦ κόσμου καὶ πᾶνε στὴν ἄλλη ἄκρη. ποὺ τὴν εἶχε ἁρπάξει ἕνας ἀετὸς στὰ νύχια του. πηγαίνουν κι ἔρχονται. θὰ ἰδῆς τί ὡραῖα ποὺ εἶναι. Χιλιάδες ἄνθρωποι ταξιδεύουν σ’ ὅλο τὸν κόσμο μὲ ἀεροπλάνα. τὴν πῆγε ὡς τὰ σύννεφα κι ὕστερα τὴν ἄφησε κι ἔπεσε κάτω κι ἔσπασε τὸ καύκαλό της. Μήπως δὲν τὰ βλέπουν νὰ περνοῦν. Κι ας μὴν ἦταν μέσα. Ὄχι νὰ βρεθῆ κι αὐτὸς ἐκεῖ ἐπάνω! Καὶ στὸν ὕπνο του ἀκόμη. κάθε τόσο. Δὲ γίνεται ὡραιότερο ταξίδι ἀπ’ αὐτό. ποὺ τὸ συλλογιζόταν. ἀπὸ φόβο. καί.Ἄν γίνωνται καμιὰ φορὰ καὶ δυστυχήματα.133 ταξίδι. Χιλιάδες μίλια. ὅταν ἔβλεπε ἀεροπλάνα καὶ περνοῦσαν ἀποπάνω ἀπὸ τὰ σπίτια καὶ ὕστερα χάνονταν μέσα στὰ σύννεφα. μήπως ξαναπετάξη στ’ ὄνειρό του. Ὁ θεῖος του μιλοῦσε συχνὰ στὸ τραπέζι γιὰ τὰ ταξίδια του. ποὺ τὰ λογάριασαν.

ἢ μὲ σιδηρόδρομο. μὲ ξεχωριστοὺς κινητῆρες. γιατὶ γίνεται καμιὰ φορὰ μιὰ ἐκτροχίαση ἢ μιὰ σύγκρουση. ποὺ κι ἂν πάθη ὁ ἕνας τίποτε. δὲν μποροῦν νὰ τὴν ξεφύγουν. . γιατί λοιπὸν νὰ φοβᾶστε τ’ ἀεροπλάνα. ταξιδεύουν μὲ τοὺς ἄλλους. ἐπειδὴ γίνεται πότε πότε κι ἕνα ναυάγιο.τοὺς ἔλεγε ἀκόμη ἅμα τὰ πιάση μιὰ δυνατὴ τρικυμία. ποὺ σπάνιο εἶναι νὰ πάθουν τίποτε. Θὰ τὴν περάσουν θέλοντας καὶ μή. . .134 ἀτμόπλοιο.Μήπως τ’ ἀεροπλάνα μποροῦν νὰ τὴν ξεφύγουν.Τὰ καημένα τὰ ἀτμόπλοια. Ἔπειτα τοὺς ἐξηγοῦσε. ὅτι σήμερα ἔχουν τελειοποιηθῆ τόσο οἱ μηχανὲς τῶν ἀεροπλάνων. Τὰ μεγάλα μάλιστα ἀεροπλάνα ἔχουν ἀπὸ τρεῖς καὶ τέσσερεις ἕλικες.

. Αὐτὸς δὲ θὰ πετοῦσε ποτέ. Ὡς καὶ οἱ ἀγράμματοι.ὅτι σὲ χρόνια οἱ ἄνθρωποι θὰ προτιμοῦν τ’ ἀεροπλάνα ἀπὸ τὰ βαπόρια καὶ τοὺς σιδηροδρόμους. τοῦ ἐξηγοῦσε ὁ θεῖος. Γι’ αὐτὸ κάθε μέρα πληθαίνουν οἱ ἐπιβάτες τῶν ἀεροπλάνων...Βέβαια τὴν ξεφεύγουν. μέσα στὴν ἁπλοχωριὰ τοῦ οὐρανοῦ.135 ρωτοῦσε ὁ Χρηστάκης. Ἔπειτα τοὺς ἐξηγοῦσε πάλι. ποὺ ἔβλεπαν ἄλλοτε ἀεροπλάνο κι ἔτρεμαν ἀπὸ τὸ φόβο τους. Ἀποκάτω τους βρέχει καὶ πέφτουν κεραυνοὶ κι αὐτὰ ταξιδεύουν. Μὰ ποῦ ν’ ἀκούση πάλι ὁ Χρηστάκης! Ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ ἔμπαιναν τὰ λόγια τοῦ θείου του κι ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ἔβγαιναν. Γιατὶ μποροῦν νὰ πετοῦν ψηλότερα ἢ χαμηλότερα καὶ νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὰ μεγάλα ρεύματα τοῦ ἀέρα. ἀλλὰ καὶ γιὰ περισσότερη ἀσφάλεια. οὔτε φόβο ἔχουν νὰ συγκρουσθοῦν μὲ ἄλλα σκάφη. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ξεφεύγουν καὶ τὶς ὁμίχλες. ὥσπου νὰ περάση ἡ κακοκαιρία.Νὰ ἰδῆτε. ὅτι μὲ τὸν ἀσύρματο σήμερα τ’ ἀεροπλάνα ἔχουν ταχτικὲς πληροφορίες ἀπὸ τοὺς μετεωρολογικοὺς σταθμούς. Σήμερα ὅλοι ταξιδεύουν ἄφοβα μὲ τ’ ἀεροπλάνα. Καὶ οὔτε ξέρες ὑπάρχουν ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ φυλάγονται ἀλλάζοντας πορεία ἢ δὲν ξεκινοῦν ἀπὸ τ’ ἀερολιμάνια.τοὺς ἔλεγε ὁ θεῖος Βασίλης . Ὄχι μόνο γιὰ νὰ ταξιδεύουν γρήγορα. Μιὰ φορὰ μόνον ἁποφάσισε νὰ στείλη ἓνα γράμμα σὲ κάποιο φίλο του στὴ Θεσσαλονίκη μὲ τὸ ἀεροπορικὸ ταχυδρομεῖο. Κάποτε μάλιστα πετοῦν ψηλότερα ἀπὸ τὰ σύννεφα. τί καιρὸ θ’ ἀπαντήσουν μπροστά τους. Κι ὥσπου . γιὰ τὰ πλοῖα στὴ θάλασσα. μέσα στὸν ἥλιο καὶ τὴ γαλήνη. γιὰ νὰ πέσουν ἐπάνω τους. ποὺ εἶναι μεγάλος κίνδυνος. .

«Ὅταν τελειώσω μελέτη καὶ γραφή» Τὰ πράσινά της φύλλα . ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ Ἕνα παιδὶ διαβάζει κι ἀπὸ τὸ παραθύρι μιὰ ἀχτίδα ἥλιου μπαίνει καὶ τὸ γλυκοκοιτάζει. Θὰ τὸ πιστέψετε λοιπόν. σὰ νὰ ἦταν ὁ ἴδιος μέσα στὸ φάκελο. Καὶ γελάει. ὅταν συλλογίζεται τοὺς παιδιάτικους φόβους του. μικρούλη μου. ὕστερα ἀπὸ δώδεκα χρόνια.ἔφτασε σὲ δυὸ ὧρες μέσα. μὰ λέει.ἔτρεμε. Καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἀεροπόρους μας. Σήμερα. 8. ἔξω νὰ παίξωμε μαζί!». « Ἔλα. τὸ δάσος πρασινίζει» Καὶ τὸ παιδὶ κοιτάζει μ’ ἀγάπη τὸ πουλί. ὁ Χρηστάκης πετάει! Ἔγινε ἀεροπόρος κι αὐτὸς σὰν τὸ θεῖο του. Μὰ τὸ παιδὶ τῆς γνέφει: «Μελέτη ἔχω πολλή!» Τοῦ γλυκοψιθυρίζει κι ἕνα μικρὸ πουλάκι: « Ἔξω οὐρανὸς γαλάζιος.136 νὰ φτάση τὸ γράμμα.

Καὶ ὅποιος γελάστηκε μιὰ φορὰ καὶ πῆγε. δὲν εἶναι πιὰ στυφά». τὰ μῆλα δοκιμάζει. Τὸ ἔλεγαν «Καταραμένο Χωριό». τὰ βλέπεις.Σ’ αὐτὸ τὸ καταραμένο χωριὸ θὰ πᾶς. Τὸ καταραμένο χωριό. «Ὅταν θὰ μελετήσω. ὅλοι ὅσοι τὸ ἤξεραν αὐτὸ τὸ χωριό. Στὸν κῆπο κατεβαίνει. καθὼς . Καὶ ὃμως ἦταν ἕνα ὡραῖο χωριό. ΤΟ ΧΩΡΙΟ 9. Ὅταν κανένας ξένος ἤθελε νὰ πάη νὰ περάση ἐκεῖ τὸ καλοκαίρι του. δὲν ξαναπῆγε πιά. «Ἐτέλειωσα!» φωνάζει «Τώρα μπορῶ νὰ παίξω». θαρθῶ» λέει στὴ μηλιά. χτισμένο στὴν πλαγιὰ ἑνὸς καταπράσινου βουνοῦ. Τὰ σπιτάκια του. ποὺ γλυκοκελαηδεῖ καὶ χαίρεται στὸν ἥλιο τὸ φρόνιμο παιδί! Μυρτιώτισσα. ἀκούει καὶ τὸ πουλάκι. τοῦ ἔλεγαν: . ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάη! Καὶ κανένας δὲν πήγαινε.137 νά! κι ἡ μηλιὰ σαλεύει: « Ἔλα νὰ δοκιμάσης τὰ ζουμερά μου μῆλα· κοκκίνισαν.

φαίνονταν ἀπὸ μακριὰ σὰν κοπάδι ἀπὸ λευκόμαλλα πρόβατα. κάτι κακὸ καὶ ἀνάποδο θὰ εἶχε. Καὶ οἱ ἀρρώστιες. ἔφευγαν πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα τους. γιατὶ . Ἡ ἀκαθαρσία τοὺς ἔτρωγε. Τὰ σπίτια του. ποὺ ἔχει κακὴ καὶ διεστραμμένη ψυχή. Ὅλα τὰ καλὰ τὰ εἶχε δώσει ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸ τὸ χωριό. Μαζὶ μὲ τὰ καλά του. Ἀλλὰ τοὺς ἔλειπε τὸ φιλότιμο. Ὅσοι γελάστηκαν καὶ πῆγαν ἐκεῖ νὰ ξεκαλοκαιριάσουν. ἔδινε ἄφθονη βοσκή. Κέρδιζαν ἀρκετὰ ἀπὸ τὶς ἐσοδειές τους. οὔτε τὰ χρήματα ἔλειπαν ἀπὺ τοὺς χωριάτες νὰ τὰ περιποιηθοῦν. σὰν τὰ λεμόνια καὶ τὰ παιδιὰ ἀρρωστιάρικα καὶ ζαρωμένα. ὅπως ἔλεγαν ὅλοι οἱ ξένοι. Τὰ περιβόλια τοῦ ἔδιναν πλούσιο καρπό. Καὶ εἶχε πολλά. Εὐλογημένο ἔπρεπε νὰ τὸ λένε τέτοιο χωριό. Κρύα. Τὰ πρόβατα καὶ τὰ γίδια χάριζαν ἄφθονο καὶ ὡραῖο γάλα. Γιὰ νὰ τοῦ βγῆ ὅμως τὸ κακὸ ὄνομα. ὄχι καταραμένο. Ἔμοιαζε μὲ τὸν ὄμορφο ἄνθρωπο. Οἱ ἄνθρωποι ἦταν χλομοί. γάργαρα νερὰ τὸ δρόσιζαν. οἱ μύγες καὶ τὰ κουνούπια εἶχαν πανηγύρι. κάτι ἐλεεινὲς χαμοκέλες. ποὺ εἶχαν περάσει ἀπ’ ἐκεῖ. παχὺ καὶ πλούσιο. Τί σταφύλια τὸ καλοκαίοι καὶ τί μῆλα τὸ χειμώνα! Ἦταν μὲ τὸ ὄνομα τὰ σταφύλια του καὶ τὰ μῆλα του. Καὶ στὶς στάνες τους οἱ τσοπάνηδες ἔβγαζαν τὸ καλύτερο βούτυρο καὶ ἔπηζαν τὸ ἐκλεχτότερο τυρί. Οὔτε τὸ νερὸ ἔλειπε ἀπὸ τὸν τόπο νὰ τὰ καθαρίσουν. ποὺ τὶς γεννάει ἡ ἀκαθαρσία.138 σκαρφάλωναν ἁνάμεσα στὶς πρασινάδες. Οἱ ψύλλοι χόρευαν ὃλο τὸ χρόνο καὶ τὸ καλοκαίρι· οἱ κορέοι. Καὶ τὸ χῶμα τῶν βουνῶν του. δὲν ἀπολείπανε. ἦταν βρώμικα καὶ ἀπεριποίητα. δὲν τοῦ βγῆκε ἄδικα. ἀκόμη καὶ στὴν Ἀθήνα.

ἔφερναν ἕνα πράσινο φύλλο. Κι ὅταν ἔμεναν. Μὰ μήπως ἦταν κι αὐτοὶ καλύτεροι. Ὅλα τους τὰ πράματα τὰ πουλοῦσαν ἀκριβότερα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. τὰ ἔβλεπαν καὶ τὰ καμάρωναν. τοὺς ἔδιωχναν. ἔβαζαν τὰ σκυλιά τους νὰ κυνηγοῦν τοὺς περαστικούς. Τὰ μαγαζιὰ γιὰ δυὸ αὐγὰ τηγανητὰ καὶ λίγο τυρὶ ζητοῦσαν τὴ μάνα τους καὶ τὸν πατέρα τους. Γιὰ νὰ νοικιάσουν δυὸ παλιοκαμαροῦλες. ὃπως λένε ἀλλοῦ . ἔριχναν καρφιὰ στὸ δημόσιο δρόμο. ποὺ ἔμεναν στὸ καταραμένο χωριό. καὶ ἤθελαν νὰ τὸ πουλήσουν γιὰ τριαντάφυλλο. Ἅμα ἔπεφτε ξένος στὰ χέρια τους. κοίταζαν νὰ τὸν γδύσουν. ἔπρεπε νὰ τὸ πληρώση. Περιγελοῦσαν τοὺς ξένους. ποὺ λέει ὁ λόγος. Ὅταν δὲν εἶχαν λουλούδι. ἀντὶ νὰ τραβἡξουν τοὺς ξένους μὲ τὸν καλό τους τρόπο. σὰν τὶς μύγες στὸ ψοφίμι. ἀρρώσταιναν. ἔπεφταν ἐπάνω μικροὶ καὶ μεγάλοι. θέλοντας καὶ μή. ζητοῦσαν περισσότερα κι ἀπὸ τὰ καλύτερα ξενοδοχεῖα. ἀντὶ νὰ τὰ μαλώσουν. οἱ χωριάτες ἔβριζαν καὶ βλαστημοῦσαν ὁ ἓνας τὸν ἄλλον. Ἔφερναν ἕνα λουλουδάκι τοῦ κάμπου καὶ ζητοῦσαν νὰ πληρωθοῦν. Καὶ τί νὰ ἰδοῦν οἱ ξένοι καὶ τὶς λίγες ὧρες. Γιὰ νὰ κρατήσουν καμιὰ συντροφιὰ ἀπὸ περαστικοὺς ξένους στὸ χωριό τους. γιὰ νὰ τρυποῦν τὰ λάστιχα τῶν αὐτοκινήτων κι ἔτσι. Τὰ παιδιά τους ἦταν κι αὐτὰ κακομοιριασμένα καὶ πρόστυχα. ὥσπου νὰ τὰ διορθώσουν. Οἱ μεγάλοιγιὰ τὸ παραμικρότερο θέλημα γύρευαν τάλληρα.139 ἀντὶ νὰ βροῦν τὴν ὑγεία τους. Καὶ οἱ γονεῖς τους. νὰ μένουν οἱ ξένοι. πετροβολοῦσαν τὰ περαστικὰ αὐτοκίνητα. Τὰ παιδιὰ ζητιάνευαν. δίχως νὰ τὸ καταλάβουν. Μὰ καὶ οἱ χωριάτες. Ἕνα ποτήρι νερὸ νὰ ζητοῦσε κανείς.

ποὺ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὰ λεφτά. ὅσοι ἔχουν τὸν τρόπο . μποροῦσε νὰ εἶναι εὐλογημένο. ἡ Κυβέρνηση τοὺς ἔκαμε καὶ δρόμους καὶ σχολεῖα καὶ ὅλα τὰ καλά. Κι ὅμως αὐτὸ ἦταν καταραμένο. . τί κακὸ εἶναι τοῦτο. Καὶ τὸ ἔλεγαν ὅλοι: «τὸ καταραμένο χωριό». Κι ὅσο πᾶμε καὶ χειρότερα. γιατὶ ἔλεγε σωστὰ καὶ φρόνιμα λόγια. Τὸ εὐλογημένο χωριό.φταν στὰ καλὰ καθούμενα καὶ πιστόλια βροντοῦσαν.Δὲν εἶναι κρίμα κι ἄδικο. ὅπως ἔτρεχαν στ’ ἄλλα χωριά. ὁ γεροντότερος ἀπ’ ὅλους. Νὰ τρέχουν ἀπὸ παντοῦ οἱ ξένοι. οἱ γεροντότεροι τοῦ καταραμένου χωριοῦ εἶχαν μαζευτῆ στὸ καφενεῖο τῆς μικρῆς πλατείας. Καὶ μαζεύουν «παρὰ μὲ τὴν οὐρά». καὶ ν’ ἀφήνουν τὰ λεφτά τους. Οἱ φιλονικίες δὲν ἀπόλειπαν.τοὺς εἶπε . Τὴν Παρασκευὴ μαζεύονταν ὅλοι στὰ δυὸ καφενεδάκια τοῦ χωριοῦ. ποὺ λέει ὁ λόγος. Κρίμα στ’ ὡραῖο χωριό! Μὲ τὰ τόσα καλά. Ἀλλοῦ πῆγαν ξένοι κι ἔχτισαν σπίτια. ἀνθρωπιὰ καὶ καλοσύνη. Ὁ μπαρμπα. ποὺ τὸν ἄκουγαν ὅλοι.«καλημέρα». ποὺ ἔβρισκαν πάστρα. Καὶ μὲ τὸ νὰ πηγαίνουν οἱ ξένοι. Ἐδῶ κι οἱ δικοί μας ἀκόμη. σὰ νὰ εἴμαστε λωβιάρηδες. Μιὰ Παρασκευὴ πρωί. 10. Ἔτσι ὅλοι τὸ ἤξεραν. ὅλα τὰ περίγυρα χωριὰ γεμίζουν ἀπὸ ξένους κάθε καλοκαίρι. Μαχαίρια ἄστρα. Μονάχα ἐμεῖς ζοῦμε κρυφὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Εἶχε χάσει καὶ τ’ ὄνομά του. ἔπαιζαν χαρτιὰ καὶ μάλωναν γιὰ τὰ πολιτικά. Κι ἀκοῦνε κι ἕναν καλὸ λόγο.Μηνάς. ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός. περιποίηση.νὰ μὴ ζυγώνη κανένας στὸ χωριό μας. σηκώθηκε καὶ τοὺς μίλησε.

χῶμα καρπερό. τότε ὁ μπαρμπα- . εἶπε. τὸν ἀποπῆρε θυμωμένος ὁ μπαρμπα. Δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τὰ ζῶα. Γιὰ. . Εἴμαστε βρωμιάρηδες.Μηνά. .Δὲν εἶναι ἡ μοῖρα μας... κουμπάρε! Τὸ κεφάλι σου νὰ φοβερίζης! Τὸν ἀποπῆραν καὶ οἱ ἄλλοι.Ἡ μοῖρα μας εἶναι. τὸν ἑαυτό μας. νερὰ κρούσταλλα. . παραδόπιστοι! Τὰ σπίτια μας εἶναι ἀχούρια.. εἶπαν μερικοί. νὰ μὴ σώσουν ποτέ τους νὰ ἔρθουν στὸ χωριό μας! . Οἱ ξένοι δὲν ἔχουν τὴν ἀνάγκη μας.. Ὁ ἄνθρωπος κάνει μοναχός του τὴ μοῖρα του.Μηνάς. μᾶς ἔδωσε ὡραῖον τόπο. Ἀέρα καθαρό.. Τί. Τί θέλεις νὰ κάμωμε. .. Βρίσκουν κι ἀλλοῦ νὰ πᾶνε. Θὰ μπορούσαμε κι ἐμεῖς νὰ κάμωμε τὸ χωριό μας Παράδεισο. Θέλουν καθαριότητα κι ἀνθρωπιά. τοὺς εἶπε ὁ φρόνιμος μπαρμπαΜηνάς. κοιτάζομε νὰ τοῦ πάρωμε καὶ τὸ πουκάμισό του. Δόξα νάχη ὁ Θεός. πετάχτηκε κι εἶπε κάποιος.Ὄχι γιὰ τοὺς ξένους. βλάστημοι. Κι ἂν ξεπέση καμιὰ φορὰ καὶ κανένας ξένος ὡς ἐδῶ. νὰ κρυβώμαστε μεταξύ μας.Σωστὰ τὰ λέει ὁ μπαρμπα.Μηνὰς καὶ χτύπησε τὸ ραβδί του στὸ χῶμα. οἱ ἄνθρωποι σήμερα εἶναι ἀλλιῶς μαθημένοι. γιὰ τὰ παιδιά μας! Γιατὶ πρῶτα ἐμεῖς ὑποφέρουμε ἀπὸ τὰ χάλια μας. Μᾶς πνίγει ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι καὶ μᾶς δέρνουν οἱ ἀρρώστιες ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία μας. ..Τὰ λόγια εἶναι φτώχεια. πουλοῦν τὰ σπίτια τους καὶ φεύγουν. Νὰ μὴ φοβερίζης λοιπὸν τοὺς ξένους. Καὶ τὸ κάναμε Κόλαση. Ἤ θὰ γίνωμε ἄνθρωποι ἢ θὰ μᾶς πάρη ἡ κατάρα.. μπαρμπα.141 τους. Ποιός νὰ μᾶς ζυγώση.Γιὰ τοὺς ξένους θὰ κοιτάζωμε τώρα.. Καὶ εἶναι παρακαλετοὶ παντοῦ. Σὰν δὲν τοὺς ἀρέσουμε.

.Χαλᾶνε τὸ χωριό μας. νὰ καθαρίζουν τοὺς δρόμους. Κι ὁ μπαρμπα. Νὰ τὸ κάμωμε ν’ ἀστράφτη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μέρα οἱ χωριάτες ἄρχισαν ν’ ἀσβεστώνουν τὰ σπίτια τους. Δὲν εἶναι πιὰ νὰ ζήση κανεὶς ἐδῶ πέρα! Καὶ εἶχαν δίκιο. Ἀπὸ αὔριο πρέπει ὁ καθένας μας καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ κοιτάξωμε γιὰ τὸ χωριό μας. ποὺ τοὺς εἶχαν περιορίσει καὶ δὲν ἔβοσκαν πιὰ μέσα στοὺς δρόμους. Μέσα σε δυὸ μῆνες τὸ χωριὸ εἶχε γίνει ἀγνώρισο. Ἄστραφτε ἀπὸ τὴν καθαριότητα. ἄρχισε νὰ τοῦ βγαίνη τὸ καλό. Τὰ λόγια τοῦ μπαρμπα. Καὶ μὲ τὴν καθαριότητα ἔλειψε κι ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι.Μηνᾶ ἔπιασαν τόπο. νὰ φέρνουν χώματα καὶ νὰ σκεπάζουν ὅλα τὰ βαλτόνερα. νὰ μαζεύουν τὶς κοπριὲς καὶ τὰ σκουπίδια καὶ νὰ τὰ κουβαλοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Ζύγωνε καὶ τὸ καλοκαίρι. «Κι ἐδῶ. Οἱ ἄνθρωποί του τὸ εἶχαν χαλάσει. λὲς καὶ περίμενε χαρὲς καὶ ξεφαντώματα. . ἕπειτα περισ.142 Μηνάς. Ὅλοι τώρα ἦταν εὐχαριστημένοι.σότεροι. γύριζε παντοῦ. Γιατὶ καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ ἦταν τ’ ὀμορφότερο ἀπὸ τ’ ἄλλα. Ἔφυγαν οἱ κακές του ἡμέρες καὶ ἦρθαν οἱ καλές. μὲ τὸ ραβδί του καὶ παράστεκε στὴ δουλειά. νὰ συμμαζεύουν τοὺς χοίρους τους. δὲν ἦταν καθόλου εὐχαριστημένοι.Μηνάς. Μονάχα οἱ χοῖροι. .. ὅπως τοῦ εἰχε βγῆ τὸ κακὸ ὄνομα. Ὅλο τὸ χωριὸ δούλευε νὰ συγυριστῆ. Καὶ ν’ ἀλλάξωμε κι ἐμεῖς κεφάλι. Εἶχε στρώσει στὴ δουλειὰ καὶ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. ποὺ γύριζαν ἐλεύθεροι στοὺς δρόμους. Τώρα. ἔλεγαν. παιδιά μου κι ἐκεῖ παλικάρια μου». Οἱ ξένοι ἄρχισαν νὰ ἔρχωνται στὴν ἀρχὴ ὀλιγοστοί. μὲ ὅλα τὰ γεράματα.

χαιρετοῦν ὅλους τοὺς γενναίους. Χαιρετοῦν Ἐκεῖνον. μὲ ἀτρόμητη καρδιά. Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ Εἰκοσιπέντε Μαρτίου! Ἡ ἐθνική μας γιορτή! Μπροστὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Ἄγνωστου Στρατιώτη γίνεται ἡ παρέλαση τοῦ στρατοῦ μας. γιὰ τὴν Πατρίδα. μὲ τὰ κεφάλια ὀρθά. ποὺ θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν Ἑλλάδα. τὰ τύμπανα. οἱ τσολιάδες. μὲ τὶς σάλπιγγες. Περνάει τὸ εὐζωνικό. μὲ τὰ κορμιὰ στητά. Περνάει τὸ πεζικό. μὲ τοὺς ἱππεῖς καμαρωτοὺς ἐπάνω στὰ ἄλογα. Τὰ σχολεἶα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Περνοῦν ψηλὰ στὸν οὐρανὸ τ’ ἀεροπλάνα. μὲ τὰ μέτωπα ψηλά. μὲ μιὰ καρδιά. ποὺ θὰ βγοῦν αὔριο ἀξιωματικοί. ποὺ ἔπεσε ἀγνώριστος γιὰ τὴν πατρίδα. καθὼς περνοῦν. μὲ τὴ μουσική του μπροστά... Περνάει τὸ ἱππικό. Περνοῦν οἱ στρατιωτικὲς σχολές. τὰ ἅρματα μάχης καὶ τὰ μεγάλα ἀντιαεροπορικὰ κανόνια. μὲ τὶς ἄσπρες φουστανέλες. ἐπάνω στ’ ἄλογά τους. Περνάει τὸ πυροβολικὸ μὲ τὰ κανόνια. Ἀτέλειωτο εἶναι τὸ πέρασμά του. οἱ φαντάροι. Περνάει ἡ λεβεντιά. μὲ τὰ νέα παιδιά.143 11. τῆς θάλασσας καὶ τοῦ ἀέρα. Περνάει ἡ ἑλληνικὴ λεβεντιά. μὲ περήφανη ματιά. Περνοῦν τὰ τάνκς. Οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ ὑψωμένα τὰ γυμνὰ σπαθιά. ποὺ σκίζουν τὸν ἀέρα βουίζοντας. χαμηλώνουν τὰ σπαθιά τους. Κι ὁ στρατὸς περνάει. Περνάει ἡ Σημαία. σὰν τεράστια πουλιά. Μὲ μιὰ ψυχή. Περνάει ἡ ῾Ελλάδα μας ! Μιὰ μέρα ἡ Πατρίδα μας θὰ καλέση τὰ παιδιά της . σὰν ἕνας ἄνθρωπος.

Θὰ τρέξουν ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες. ὅλα αὐτὰ τὰ λεβέντικα νιάτα. ποὺ τοὺς προσκαλεῖ τὸ μεγάλο χρέος. . Καὶ θὰ βαδίσουν ἐκεῖ.κάτω άπὸ τὶς σημαῖες. Καὶ τότε τὰ παιδιά της. Καὶ θὰ στήσουν σὰν ἀσπίδα τὰ στήθια τους μπροστά της. Ἄλλοι θὰ σκοτωθοῦν. Μὰ ἡ Ἑλλάδα θὰ ζῆ αἰώνια. ἄλλοι θὰ γυρίσουν δοξασμένοι. θὰ τρέξουν στὴ φωνή της μὲ ἀρχηγὸ τὸ Βασιλιά μας. ἄλλοι θὰ πληγωθοῦν.

κρουσταλλένιο. φιλικὰ τὴν χαιρετᾶ καὶ στὸν ἴσκιο ἐκεῖ κοντά της ξεκουράζεται ὁ διαβάτης. Η ΠΗΓΗ Στὸ χωριό μας μιὰ πηγὴ ἀναβρύζει ἀπὸ τὴ γῆ· φέρνει ἀστείρευτο νερό. δροσερό. Ἱ. δροσερὸ κι ὁ διαβάτης εὐλογεῖ τὴ φιλόξενη πηγή. Πολέμης. κρουσταλλένιο. Κι ὁ διαβάτης σταματᾶ.145 12. τὴ στολίζουν καὶ τὴν κρύβουν. Καὶ τοῦ δίνει αὐτὴ νερό. Καὶ μὲ χάρη περισσὴ πολυτρίχια καὶ κισσοὶ γύρω στὰ νερά της σκύβουν. .

Τὴ βασάνιζε καὶ τὴν ἄφηνε νηστική. Ἡ κίσσα τότε ἔφυγε κρυφὰ καὶ πήγαινε στὸ δάσος κι ἔτρωγε βαλανίδια. Ὁ πατέρας της τότε πῆρε ἄλλη γυναίκα. Κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ὑποφέρη τὴν τυραννισμένη αὐτὴ ζωή. Ἡ κίσσα. Ἡ κίσσα ἦταν ἄλλοτε ἕνα ὄμορφο κορίτσι. ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΑ α’. παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τὴν κάμη πουλί. . Ἡ μητριὰ ὅμως αὐτὴ τῆς κίσσας ἔτυχε νὰ εἶναι πολὺ κακὴ καὶ κακομεταχειριζόταν τὴν κίσσα. Ἀπὸ τότε γυρίζει στὸ δάσος καὶ τρώει βαλανίδια.146 13. Γιὰ δυστυχία της ὅμως πέθανε ἡ μητέρα της καὶ ἔμεινε ὀρφανή. γιατὶ ἀδυνάτισε πολὺ ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ τὰ βάσανα. ποὺ τῆς ἔκανε ἡ μητριά της. γιὰ νὰ μὴν πεθάνη ἀπὸ τὴν πεῖνα. Δὲν παχαίνει ὅμως ποτέ. Τὴ μάλωνε καὶ τὴν ἔδερνε συχνὰ μὲ τὴν παραμικρὴ ἀφορμή. πολὺ ἔξυπνο καὶ νοικοκυρεμένο. Ὁ Θεὸς τὴ λυπήθηκε καὶ τὴν ἔκαμε κίσσα.

μὰ τὸ ἄλογο δὲ βρέθηκε πουθενά. τίποτε! Κάθισε λοιπὸν σ’ ἕνα δάσος νηστικὸς καὶ κατακουρασμένος κι ἀδιάκοπα σφύριζε. Ὁ Θεὸς τέλος τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν ἔκαμε πουλί. Ὁ τσοπανάκος. θὰ ξαναγίνη ἄνθρωπος. ποὺ ἔχασε. Ἔτρεχε ἀκούραστος σ’ ὅλα τὰ μέρη. Ὁ τσοπανάκος καταλυπημένος πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύριζε σὲ δάση καὶ σὲ βουνὰ νὰ βρῆ τὸ ἄλογο. γιὰ νὰ τὸν ἀκούση τὸ ἄλογο. Τὸν λένε καὶ σφυριχτάρη. τοῦ ξανασφύριζε. τοῦ σφύριζε. Πετᾶ ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο καὶ ἀπὸ βράχο σὲ βράχο καὶ ὅλο σφυρίζει στὸ χαμένο ἄλογο. Μιὰ μέρα ὅμως ὁ τσοπανάκος ἔχασε ἕνα ἄλογο. Τοῦ φώναζε. . Ὅταν βρῆ τὸ ἄλογο. Ὁ κύριός του τὸν ἔδειρε ἀλύπητα καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάη νὰ βρῆ τὸ ἄλογο καὶ ἂν δὲν τὸ βρῆ. Ὁ τσοπανάκος πρῶτα ἦταν ἄνθρωπος καὶ κάποιος πλούσιος τὸν εἶχε πάρει νὰ φυλάη τ’ ἄλογά του. Τὸ πουλὶ αὐτὸ ἐξακολουθεῖ καὶ τώρα ἀκόμη νὰ ψάχνη γιὰ τὸ ἄλογο.147 β’. νὰ μὴ γυρίση ποτέ.

Ἄστραφτε. Ἐκεῖ ἐπάνω εἶχαν χτίσει τὴ φωλιά τους δυὸ καρδερίνες. . Οἱ γονεῖς τους ὅλη τὴν ἡμέρα πετοῦσαν χαρούμενοι ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ τοὺς ἔφερναν φαγητὸ νὰ φᾶνε. Μᾶς εἶχε κάμει ἐντύπωση τὸ μικρὸ αὐτὸ πουλάκι. ποὺ τρυποῦσε τὰ φύλλα τῆς μουριᾶς κι ἔσπαζε τὰ βλαστάρια της. ἔλεγε. Μποροῦσε νὰ κρυφτῆ σὲ καμιὰ κουφάλα νὰ γλιτώση. Πάλι βγῆκε λαμπρὸς ὁ ἥλιος ἀπὸ τὰ σύννεφα. Μιὰ ἡμέρα ὅμως σηκώθηκε φοβερὴ καταιγίδα.148 14. ποὺ ἦταν ἀκόμη γυμνά. Ἡ καλὴ μητέρα ὅμως δὲν τὸ κουνοῦσε ἀπὸ τὴ θέση της. ἅπλωσε τὶς φτεροῦγες της καὶ σκέπασε καλὰ τὰ μικρά της. ἀλλὰ δὲν τόκαμε αὐτό. Ἄνοιγαν τὰ στοματάκια τους κι οἱ γονεῖς τους ἔβαζαν μέσα τὴν τροφή. Ἡ θύελλα ὅμως ὅσο πήγαινε καὶ δυνάμωνε. «Τσίου. . ΜΗΤΡΙΚΗ ΣΤΟΡΓΗ Ὁ Λάμπρος διηγιόταν στὰ παιδιὰ τὴν ἱστορία μιᾶς καρδερίνας. Σὲ λίγες ἡμέρες ἔσκασαν τ᾽αὐγὰ καὶ βγῆκαν τὰ καρδερινάκια. Χοντρὸ χαλάζι σὰ φουντούκι ἄρχισε νὰ πέφτη. Ποῦ ν’ ἀφήση τὰ παιδιά της! Σὲ λίγο ἡ κακοκαιρία πέρασε.Στὸν κῆπο. Μόλις ἄρχισαν νὰ πέφτουν οἱ μικρὲς σταγόνες. ποὺ τὴν παρακολούθησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια.τσίου!» ἔκαναν τὰ μικρά. ἡ μητέρα κάθισε στὴ φωλιά της. ἔχομε μιὰ μεγάλη μουριά. βροντοῦσε καὶ φυσοῦσε.

κρυφὰ ἀπὸ τὸν ἄντρα της καὶ τὸ κράτησε πάνω σὲ μιὰ θαυματουργὴ φωτιά. Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ α’. νὰ τὸν κάμη κι αὐτὸν ἀθάνατο. Ἄνοιγαν τὰ στοματάκια τους καὶ ζητοῦσαν νὰ φᾶνε. Βάζω μιὰ σκάλα κι ἀνεβαίνω στὴ μουριά. Ὅταν ἔπαψε ἡ θύελλα. Ὅταν ὁ Ἀχιλλέας ἦταν ἀκόμη βρέφος. ὅ. Ἡ γέννηση καὶ ἡ ἀνατροφή του. ὁ Πηλέας καὶ ἔτρεξε φοβισμένος καὶ τῆς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδὶ μὲ ἄγριες φωνές. Μιὰ νύχτα λοιπὸν πῆρε τὸ παιδάκι. Στὸ τρέξιμο μάλιστα δὲν τὸν ἔφτανε κανείς· γι αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι τὸν ἔλεγαν «ταχύποδα». Βρῆκα τὰ μικρὰ στὴ φωλίτσα τους ζωντανὰ καὶ γερά. θέλησε ἡ μητέρα του. Ὁ Ἀχιλλέας ἀπὸ τότε ἔμεινε ἄτρωτος. Ἦταν τ῾ ὀμορφότερο καὶ γενναιότερο παλικάρι τῆς Ἑλλάδας. Ἕνα κουκὶ χαλάζι τὴν εἶχε ἀφήσει στὸν τόπο! 15. ποὺ ἦταν ἀθάνατη. πὼς ἡ Θέτιδα ἤθελε νὰ τὸ θανατώση. γιά νὰ καῆ. εἶχα τὴν περιέργεια νὰ ἰδῶ τί ἀπόγινε. Νόμιζε.Κοίταζα ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸ τζάμι στὸ δέντρο. ποὺ ἦταν θεὰ τῆς θάλασσας.τι θνητὸ εἶχε μέσα του καὶ νὰ γίνη ἀθάνατο παιδί! Ἔξαφνα ὅμως τὴν εἶδε ὀ ἄντρας της. Ἡ μητέρα ὅμως ἦταν νεκρή. Κανένα ὅπλο δηλαδὴ δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ τὸν πληγώση καὶ νὰ τὸν . Δὲν τὸ κουνοῦσε ἀπὸ τὴ φωλιά του. Ὁ Ἀχιλλέας ἦταν γιὸς τοῦ βασιλιᾶ Πηλέα καὶ τῆς Θέτιδας.

σοφίστηκε ἕνα σχέδιο: Ἦρθε ἀπὸ τὴ θάλασσα κρυφὰ στ’ ἀνάκτορα τοῦ ἄντρα της. τὸ Χείρωνα. ὅτι ἂν ὁ Ἀχιλλέας πάη στὸν Τρωικὸ πόλεμο. γιὰ νὰ τὸν ἀναθρέψη. θὰ δοξαστῆ.νατὸς καὶ τόσο ἀτρόμητος. Τὸν παρακάλεσε ἡ θεὰ νὰ κρατήση στὸ παλάτι του τὸν Ἀχιλλέα μαζὶ μὲ τὰ κορίτσια του. β’. ὁ πατέρας του τὸν παράδωσε σ’ ἕνα σοφὸ Κένταυρο. Ἐκεῖ ἔμενε ἕνας βασιλιὰς φίλος της. Μόλις ἡ μητέρα του ἄκουσε αὐτὴ τὴν προφητεία. ὅτι εἶναι ἀγόρι. Γιατὶ ἦταν ὄμορφος σὰν τὰ ὀμορφότερα κορίτσια. Πῶς ἀνακαλύφτηκε ὁ Ἀχιλλέας. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀχιλλέας ἔγινε τόσο δυ. σὰ νὰ ἦταν κι αὐτὸς κορίτσι. Ἐκεῖ ἔμενε πολὺν καιρὸ ὁ Ἀχιλλέας. Ὅταν μεγάλωσε ὁ Ἀχιλλέας. Ἐκεῖνος τὸν δίδαξε ὅλες τὶς ἀνδρικὲς τέχνες καὶ τὸν ἔθρεψε μὲ μυαλὰ ἀπὸ ἀρκοῦδες καὶ μὲ κρέας λιονταριῶν καὶ ἀγριοχοίρων. τρόμαξε πολύ· γιατὶ ἕνας ἄλλος μάνἶης εἶχε προφητέψει πάλι. Γιὰ νὰ γλιτώση λοιπὸν τὸ παιδί της ἀπὸ τὸ θάνατο ἡ Θέτιδα. χωρὶς νὰ ξέρη κανεὶς τὸ καταφύγιό του καὶ χωρὶς νὰ καταλάβη κανεὶς ἀπ’ ὃσους τὸν ἔβλεπαν. ποὺ ὁ μάντης Κάλχας εἶπε: .150 θανατώση. Μόνον ἡ μιά του φτέρνα. μποροῦσε νὰ πληγωθῆ. φόρεσε στὸν Ἀχιλλέα γυναίκεια φορέματα καὶ τὸν πῆγε σ’ ἕνα νησί. . ἀπ’ ὅπου τὸν εἶχε κρατήσει ἡ μητέρα του ἐπάνω στὴ φωτιὰ καὶ δὲν τὴν εἶχαν ἐγγίσει οἱ φλόγες.«Ἡ Τροία δὲν μπορεῖ νὰ κυριευτῆ ποτὲ χωρὶς τὸνἈχιλλέα». στὴ Σκύρο. ἀλλ’ ὅμως θὰ σκοτωθῆ ἐκεῖ.

ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰθάκης. ζητοῦσαν νὰ βροῦν τὸν Ἀχιλλέα. Τὰ κορίτσια τρόμαξαν κι ἔτρεξαν νὰ κρυφτοῦν μέσα στ’ ἀνάκτορα. στὴ Σκύρο. γύριζε ὅλες τὶς πολιτεῖες ζητώντας σ’ ὅλα τὰ παλάτια νὰ βρῆ ἀνάμεσα στὶς βασιλοποῦλεςὅπως τοῦ εἶχαν εἰπωμένο. Τί ἔκαμε λοιπόν! Ντύθηκε πραματευτής. σὰ γυρολόγος. ἄδικα θὰ πήγαιναν στὴν Τροία. Ὁ Ἀχιλλέας ὅμως ἅρπαξε τὸ ξίφος. ἀγρίεψε καὶ ὥρμησε νὰ ἐπιτεθῆ. πὼς . Ὁ πανοῦργος ὅμως ᾽Οδυσσέας. ἀνάλαβε νὰ τὸν ἀνακαλύψη. Ἔγνεψε στοὺς συντρόφους του καὶ τότε ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἄρχισε νὰ σαλπίζη πολεμικὸ ἐμβατήριο.151 Οἱ Ἕλληνες. τὸ πῆρε στὰ χέρια του. Ἔτσι. Ἀπὸ πόλη σὲ πόλη ἔφτασε τέλος καὶ στὸ νησί. ποὺ ἄστραφταν. πῆρε μαζί του διάφορα ὑφάσματα καὶ κεντήματα. ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἀχιλλέας. ποὺ λαμποκοποῦσε. πέπλους ὡραίους καὶ διαλεχτὲς γυναίκειες ζῶνες κι ἄλλα στολίδια καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ διάφορα πολεμικὰ ὅπλα. ὅτι ἂν δὲν ἔρθη μαζί τους ὁ Ἀχιλλέας. Μαζὶ μ’ αὐτὲς ἔτρεξε κι ὁ Ἀχιλλέας. Οἱ βασιλοποῦλες κοίταζαν μὲ περιέργεια τὰ διάφορα στολίδια καὶ τὰ ὑφάσματα.τὸν ᾽Αχιλλέα. γιατὶ νόμισε. Μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν βροῦν πουθενά. τὸ ἔβγαλε ἀπὸ τὴ θήκη του. Ὁ Ἀχιλλέας ὅμως δὲν πρόσεχε στὰ γυναίκεια ἐμπορεύματα. γιὰ νὰ διαλέξουν. Ὁ Ὀδυσσέας κατάλαβε. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ διαλαλῆ ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι τὰ ἐμπορεύματά του. τὸ κοίταξε μὲ περιέργεια καὶ ρώτησε τὸν Ὀδυσσέα πόσο τὸ πουλεῖ αὐτὸ τὸ σπαθί. ποὺ ἔμαθαν ἀπὸ τὸ μάντη. ποὺ βρισκόταν ὁ Ἀχιλλέας. Ἔτρεξαν τότε ὅλες οἱ βασιλοποῦλες νὰ ἰδοῦν τί πουλοῦσε ὁ ἔμπορος. ἀλλὰ μόλις εἶδε ἕνα σπαθί.

Ὁ Ἀχιλλέας ξαφνίστηκε καὶ τὸν ρωτᾶ: . Ὁ πονηρὸς Ὀδυσσέας χαμογέλασε τότε καὶ φώναξε: .Ποῦ ξέρεις. .Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ὀδυσσέας καὶ γιὰ σένα ἦρθα ἐδῶ. ποιός εἶσαι σύ. ἄφησέ τα αὐτά! Πέταξε τὰ γυναίκεια φορέματα κι ἀκολούθησέ με. Καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅλη τὴν ἱστορία γιὰ τὸν πόλεμο τῆς Τροίας. . ὅτι εἶμαι ὁ ῎Αχιλλέας.152 ἔρχονται ἐχθροί.Ἀχιλλέα.

πῆρε καὶ τὸν πιστό του φίλο Πάτροκλο κι ἔφτασε στὴν Αὐλίδα. Τοῦ ἔδωσε λοιπὸν τὴν ἄδεια νὰ πάη στὸν πόλεμο. πῆρε τὸ στρατό του. ὁ Ἀχιλλέας ἀπάντησε: . νάχουμε οἰκονομία στὸ νοίκι καὶ νὰ βοηθῆ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. . Δὲν εἶμαι κορίτσι. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶπε πώς. Κι ὁ καρβουνιάρης τοῦ ἔλεγε: . νὰ φορῆ γυναίκεια φορέματα καὶ νὰ μὴ θέλη νὰ πάη στὸν πόλεμο. Εἶναι μεγάλη ντροπή! . θὰ σκοτωθῆ. ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΣ ΚΑΙ ΛΕΥΚΑΝΤΗΣ Ἕνας λευκαντὴς πῆγε καὶ κάθισε στὴ γειτονιὰ ἑνὸς καρβουνιάρη. ποὺ θὰ πᾶνε ὅλα τὰ Ἑλληνόπουλα καὶ ὅλοι οἱ ἥρωες καὶ βασιλιάδες τῆς Ἑλλάδας. γιὰ νὰ πᾶνε μὲ τὰ πλοῖα τους στὴν Τροία νὰ πολεμήσουν. τὸν Πηλέα. Ὁ Ἀχιλλέας ἑτοιμάστηκε.153 . παρὰ νὰ ζῶ χίλια χρόνια ἄγνωστος καὶ καταφρονεμένος. ὅπου ἦταν συγκεντρωμένοι καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες. Θὰ πάω. ἂν πάη στὸν πόλεμο. 16.Πατέρα μου. καημένε. ὅτι ὁ γιός του εἶχε δίκιο. τοὺς γενναίους Μυρμιδόνες. Γύρισε στὴν πατρίδα του καὶ εἶπε τὴν ἀπόφασή του στὸν πατέρα του.Δὲν ἔρχεσαι. Ὁ Πηλέας δὲν εἶπε τίποτε. τοῦ εἶπε ὁ Ὀδυσσέας. Καὶ κράτησε τὸ λόγο του. Ἤξερε κι ὁ ἴδιος. καλύτερα νὰ πεθάνω νέος καὶ δοξασμένος γιὰ τὴν πατρίδα μου. νὰ καθίσωμε μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο.Εἶναι ντροπὴ σ’ ἕναν Ἀχιλλέα.Θὰ πάω κι ἐγώ! Εἱπε ὁ Ἀχιλλέας.

1. ΤΙ ΛΕΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ α’. Ξύλα φύλαγε γιὰ τὸ Μάρτη. Ὁ Μάρτης ὁ πεντάγνωμος πέντε φορὲς ἐχιόνισε.154 Κι ὁ λευκαντὴς τοῦ ἀποκρίθηκε: . 17. 1. 5. νὰ λευκαίνω τὰ πανιὰ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος κι ἐσὺ ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ μοῦ τὰ μουντζουρώνης μὲ τὴν καρβουνόσκονη. καὶ πάλι τὸ μετάνοιωσε. Καὶ δὲν πῆγε νὰ καθίση μαζί του. 3. θεριστὴς χαιρόταν. Ἀπρίλης μὲ τὰ λούλουδα καὶ Μάης μὲ τὰ ρόδα. . 2. Μάρτης γδάρτης καὶ κακὸς παλουκοκαύτης 4. ἐγὼ δὲν τρελάθηκα ἀκόμη. ποὺ δὲν ἐξαναχιόνισε. Μάρτης ἔβρεχε.Εἶσαι μὲ τὰ σωστά σου γείτονα. Ἀπὸ Μάρτη καλοκαίρι κι ἀπὸ Αὔγουστο χειμώνα. ποὺ ἔχεις ἐπάνω σου. νὰ μὴν κάψης τὰ παλούκια. β’. Ἀπρίλης. Μάρτης.

Ἀπ’ ὅλα τὰ γλυκύτερα. 5. Ὁ Μάης ρίχνει τὴ δροσιὰ κι ὁ Ἀπρίλης τὰ λουλούδια. Μάης μὲ λουλούδια. Μάης ἄβρεχος. Ἄν κάμη ὁ Ἀπρίλης δυὸ νερὰ κι ὁ Μάης ἄλλο ἕνα. 6. ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 1. μὲ χαρὲς καὶ μὲ τραγούδια. 1. γ’. 2. Ὁ ψεύτης καὶ ὁ κλέφτης τὸν πρῶτο χρόνο χαίρονται. 2. Ὑστερνή μου γνώση. γλυκύτερη εἶν’ ἡ μάνα.155 2. Ἡ καλὴ μέρα φαίνεται ἀπὸ τὴν αὐγή. Ὅποιος ἀνακατεύεται μὲ τὰ πίτουρα. . 18. ἔχει τὸ Θεὸ βοήθεια 3. Μάης. πόχει πολλὰ σπαρμένα. τὸν τρῶν οἱ κότες. 4. 7. 3. Σπίτι μου σπιτάκι μου καὶ παλιοκαλυβάκι μου. Ὅποιος λέει τὴν ἀλήθεια. μοῦστος ἄμετρος. χαράστονε τὸ γεωργό. νὰ σὲ εἶχα πρῶτα.

.

.

.

Καὶ τὸ φῶς παντοῦ γελᾶ κι ἀναγάλλετ’ ὅλη ἡ γῆ κι ὁ Θεὸς ἀπὸ ψηλὰ τοὺς καρπούς του εὐλογεῖ. τρέμ’ ἡ Πούλια. Τὰ γοργόφτερα πουλιὰ νὰ ξυπνήσουν δὲν ἀργοῦνε. Ἡ δροσιὰ δειλὴ δειλὴ στ’ ἁνθολούλουδα σταλάζει καὶ γαβγίζει τὸ σκυλὶ καὶ τὸ πρόβατο βελάζει. μὲ γλυκύτατη λαλιὰ τὸ Θεὸ δοξολογοῦνε. Ι. ΑΝΑΤΟΛΗ Στὴ φωνὴ τοῦ πετεινοῦ κρύβονται τὰ νυχτοπούλια καὶ στὰ βάθη τ’ οὐρανοῦ σβήνουν τ’ ἄστρα. .159 1. Πολέμης.

160 2. ποὺ τὸ προτίμησα. Λουκάκη εἶχε ἀλλάξει σπίτι ἐκεῖνο τὸ Σεπτέμβρη. ποὺ ἔχουν τὰ καινούργια σπίτια καὶ δὲν τοῦ ἔλειπε φυσικὰ καὶ τὸ λουτρό. Πῶς νὰ κάμη κανένας λουτρὸ μὲ σκάφες καὶ μὲ λεκάνες. Τὸ φῶς ροδολάμπει στὶς ράχες κι ἀγάλι φωτίζονται οἱ κάμποι. εἶχε ὅλες τὶς εὐκολίες. . Καὶ μύρια πουλάκια χαρούμεν’ ἀρχίζουν γλυκὰ τραγουδάκια στὸ φῶς νὰ τονίζουν. Τόσα χρόνια στ’ ἄλλα σπίτια. καὶ χώρια νὰ κουβαλοῦν τὰ ζεστὰ καὶ τὰ κρύα νερὰ μὲ τὶς στάμνες καὶ τοὺς κουβάδες. τραβούσαμε χίλια βάσανα.ἔλεγε ἡ κ. ποὺ καθόμαστε. Η ΑΥΓΗ Ἡ Αὐγούλα χαράζει· τ’ ἀμέτρητα ἀστέρια ἡ νύχτα συνάζει στὰ δυό της τὰ χέρια. ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ Ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. γιὰ νὰ καθαριστοῦμε. Λουκάκηεἶναι τὸ λουτρό του. Γινόταν ἄνω κάτω τὸ σπίτι καὶ πάλι σωστὸ λουτρὸ δὲν μπορούσαμε . 3. γελᾶ τ’ ἀκρογιάλι. Τὸ νέο τους σπίτι ἦταν καινούργιο.Ἕνας λόγος.

Οἱ ὑπηρέτες ξεσκόνιζαν κάθε ἔπιπλο. γιὰ νὰ ἔρθουν πιὰ μιὰ καὶ καλή. γιὰ νὰ ζεσταίνη ἀμέσως νερό. Δὲν τοῦ λείπει τίποτε. Ἕνα μεγάλο φορτηγὸ αὐτοκίνητο. Ὅταν πῆγαν νὰ ἐπισκεφτοῦν τὸ σπίτι. ἂν τύχη βροχὴ καὶ γιὰ νὰ μὴ σκονίζωνται τὰ ἔπιπλα. Ἡ κ. Τώρα ἦταν μιὰ εὐκαιρία νὰ καθαριστοῦν ἀπ᾽ὅλες τὶς μεριὲς καὶ νὰ μὴν πᾶνε ἀκάθαρτα στὸ νέο .Καλά. . ντουλάπες. μὴν ἀνησυχεῖτε. καναπέδες.. Ἑπὶ τέλους θὰ ζήσωμε τώρα κι ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι. ποὺ εἶχε στὰ κρυφά του μέρη καὶ ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ καθαριστοῦν πρωτύτερα. τὸ δωμάτιο τοῦ λουτροῦ ἦταν κλειστό. δὲν εἶναι καμιὰ ἀνάγκη νὰ τὸ ἰδοῦμε.. τὴν πρώτη τοῦ μηνός. Ὁ λουτήρας του εἶναι ὅλος ἀπὸ χοντρὴ πορσελάνη. σκεπασμένο.. ἔχει θερμοσίφωνα. ποὺ φόρτωναν. Κι οἱ ἄνθρωποί του ἄρχισαν νὰ κουβαλοῦν μὲ προσοχὴ τὰ ἔπιπλα. Πρωὶ πρωί. μὲ τὴ μετακόμιση. . τραπέζια.Ὅσο γιὰ τὸ λουτρό. ποὺ κατοικοῦσε ἐκεῖ. γιὰ νὰ μὴ βρέχεται. ἄρχισαν νὰ μετακομίζουν. εἶπε ἡ κ. πρὶν τὸ φορτώσουν. ἀφοῦ μᾶς τὸ λέτε.161 νὰ κάμωμε. Εἶναι τέλειο. Λουκάκη καθόταν ἀπὸ πάνω καὶ ἔδινε ὁδηγίες στοὺς ἀνθρώπους καὶ μετροῦσε τὰ πράματα. Ὕπόθεσαν. μπουφέδες. ἔκανε τὸ λουτρό του καὶ δὲν ἐπέμειναν νὰ τὸ ἰδοῦν. τοὺς εἶπε ὁ μεσίτης. Λουκάκη στὸ μεσίτη. σταμάτησε μπροστὰ στὴ θύρα τῶν Λουκάκηδων. ὅλα τὰ πράματα τοῦ σπιτιοῦ τέλος πάντων. γιὰ τὸ ζεστὸ καὶ τὸ κρύο καὶ ὅλα τὰ χρήσιμα. δυὸ κρουνούς. ἀπὸ τὶς ἀράχνες καὶ τὶς σκόνες. Κρεβάτια. ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔχουν γιὰ τὶς μετακομίσεις.. Κι ἔφυγαν. ὅτι κάποιος ἀπὸ τὴν οἰκογένεια.

βάζα. Στὸ νέο σπίτι . . Κάδρα. ποὺ τοὺς φαινόταν σὰν παιγνίδι. χαρούμενα γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴ φασαρία.Προσοχὴ παιδιά! Τοὺς ἔλεγε. Τὰ παιδιά. Προσοχὴ νὰ μὴ σπάση τίποτε! Κάτω στὴ θύρα ὁ ἄνθρωπος τοῦ αὐτοκινήτου τὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ τὰ τοποθετοῦσε μὲ τάξη μέσα στὸ ἁμάξι του.162 σπίτι. ὁ Γιῶργος. γυαλικὰ καὶ ἄλλα ἐλαφρὰ πράματα. Ὅλο τὸ πρωὶ αὐτὴ ἡ δουλειὰ γινόταν. ποὺ τοὺς εδινε ἡ μητέρα τους. ἀνεβοκατέβαιναν τὶς σκάλες καὶ κουβαλοῦσαν κι αὐτὰ διάφορα μικροπράματα. ἡ Σοφία καὶ ἡ Καλλιόπη.

Μὰ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς ἄλλης οἰκογένειας δὲν ἦταν καθαρώτερα ἀπὸ τὰ ἔπιπλα..Τὸ βλέπω. ἡ Σταμάτα. . σὰ νὰ εἶχαν χρόνια νὰ καθαριστοῦν. Χωρὶς ἄλλο ἡ ἄλλη κυρία δὲν ἦταν νοικοκυρὰ σὰν τὴν κ.Πῶς μποροῦσαν καὶ ζοῦσαν μέσα σὲ τόση ἀκαθαρσία αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἔλεγες. Ποῦ τὰ δικά μας. ἦταν κατασκονισμένα καὶ βρώμικα. Καὶ λυποῦμαι. τοῦ εἶχε εἰπεῖ. παραλάβαινε τὰ πράματα.. Ποιός ξέρει ἀπὸ πότε ἔχουν νὰ ἰδοῦν νερὸ τὰ κορμάκια τους. Λουκάκη μὲ τὰ παιδιά.τι τὸ πῆρα. Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ.Κρίμα στὸ λουτρό. ἔλεγε ἡ παλιὰ ὑπηρέτρια τῆς κ. τῆς εἶχε εἰπῆ ἐκεῖνος. Ἡ μόνη δυσκολία ἦταν. ὅτι στὸν ἴδιον καιρὸ μετακομίζονταν καὶ τὰ ἔπιπλα τῆς ἄλλης οἰκογένειας. . Δὲν ἔχει τὶς εὐκολίες. ποὺ χάνω τέτοιους νοικάρηδες. Ἀλλὰ τί νὰ γίνη! Αὐτὰ ἔχουν οἱ μετακομίσεις. Αὐτὸ τοὺς ἔφερνε ἀρκετὲς δυσκολίες. ποὺ εἶναι σὰν τὰ τριαντάφυλλα! Τὸ ἀπόγευμα. κυρία μου. . Δὲν πιστεύω νάχετε παράπονο. .163 μιὰ ἄλλη παλιὰ καὶ πιστὴ ὑπηρέτριά τους. ἀφοῦ κλείδωσε τὸ παλιὸ σπίτι καὶ παράδωσε τὰ κλειδιὰ στὸ νοικοκύρη. ἡ μετακόμιση εἶχε τελειώσει. ποὺ ἔχουν τὰ καινούργια σπίτια. Ἀλλὰ ἔχετε κι ἐσεῖς τὸ δίκιο σας. τὸ βλέπω. Ἔφτασε καὶ ἡ κ. . ποὺ εἴχανε!. Γι’ αὐτὸ εἶναι κι ἔτσι κιτρινιάρικα. Λουκάκη. Λουκάκη. Τὰ ἔπιπλα τῆς ἄλλης οἰκογένειας δὲν ἦταν σὰν τὰ δικά τους. ποὺ ἐπιστατοῦσε στὴν παραλαβή. ἀλλὰ τί βγαίνει. Τὸ σπίτι μου εἶναι παλιό. πὼς εἶχαν χρόνια καὶ χρόνια νὰ πλυθοῦν. Ἦταν καλύτερα καὶ πολυτελέστερα. ἀργά. ἔλεγε ἡ Σταμάτα.Σᾶς τὸ παραδίνω πιὸ καθαρὸ ἀπ’ ὅ.

. Κατὰλάθος θὰ πῆραν τὸ κλειδί.Ὄχι.φώναξαν τὰ παιδιά. κυρία. πήγαινε νὰ ἑτοιμάσης τὸ λουτρό. εἶπε στὴ Σταμάτα: . Τὰ παιδιὰ εἶχαν περιέργεια νὰ ἰδοῦν τὸ λουτρό. Κρίμα ὅμως. τῆς εἶπε ἡ Σταμάτα. μὲ τὰ ζεστὰ καὶ τὰ κρύα νερὰ καὶ μὲ τὴ μηχανή του. κυρία. ἡ πόρτα ἄνοιξε.Μήπως ξέχασαν κανέναν μέσα στὸ νερό. Θὰ τοὺς κάνωμε τὸ λουτρό τους. Ἔφυγαν ὅλοι καὶ πῆραν τὸ κλειδί.. Λουκάκη στὴν πόρτα. Λουκάκη.Κλειστό. .Τὸ λουτρὸ εἶναι κλειστό. νὰ ἰδοῦν τὸ ὡραῖο λουτρό τους. ποὺ ἔδωσε ἡ κ. ποὺ δούλευε μὲ γκάζι. Μπορεῖ καὶ νὰ πνίγηκε ὁ δυστυχισμένος. Μπῆκαν μέσα. . . Πρῶτα τὸ λουτρὸ τῶν παιδιῶν. ἔκαμε ἡ κυρία.. εἶπε ἡ μικρὴ Καλλιόπη. Ἔμειναν ὅλοι μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτό. Κι ἔπειτα φροντίζομε μὲ τὴν ἡσυχία μας γιὰ τὴν τακτοποίηση. ἂν ἀλήθεια ἦταν κλειδωμένο. Ἄς πᾶμε νὰ ἰδοῦμε ὡς τόσο.Σταμάτα. Τὰ παιδιὰ εἶναι κατασκονισμένα καὶ κουρασμένα. . εἶναι κανένας μέσα καὶ κάνει τὸ μπάνιο του.Κάποιος εἶναι μέσα στὸ λουτρό. Πρέπει νὰ στείλωμε νὰ τοὺς τὸ ζητήσωμε.164 Ὅταν ἔφτασε στὸ καινούργιο σπίτι ἡ κ. νὰ φᾶνε καὶ νὰ τὰ βάλωμε νὰ πλαγιάσουν.. Καθὼς εἶχε . Πῶς κλειστό. Δὲν εἶχαν ἰδῆ ἀκόμα πραγματικὸ λουτρὸ στ’ ἄλλα τους τὰ σπίτια.Μὴ λὲς ἀνοησίες. Κι ἀλήθεια τὸ λουτρὸ φαινόταν γεμάτο. γιὰ νὰ δοκιμάση.. Ὁ καημένος θὰ μουσκέψη μέσα στὸ νερὸ τόσες ὧρες. ποὺ ἦταν κλειστό! Μὲ μιὰ σπρωξιὰ ὅμως. τὴ μάλωσε ἡ μητέρα της. Πῆγαν ὃλοι μαζί. Τὰ παιδιὰ χώθηκαν βιαστικά. πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο. .

ἕνας ὡραῖος χτιστὸς λουτήρας.Λουκάκη ἄναψε τὸ ἠλεκτρικό. Γι’ αὐτὸ δὲ μοῦ ἀφῆκαν τὸ κλειδί. . εἶπε ἡ Σταμάτα. Ἡ κ.αὐτῆς εἶναι κιτρινιάρικα καὶ ζαρωμένα.Δὲν πρόφτασαν φαίνεται νὰ πάρουν τὰ κρομμύδια καὶ τὰ σκόρδα τους καὶ θὰ στείλουν αὔριο νὰ τὰ πάρουν. ἦταν γεμάτος ἀπὸ κρομμύδια. Ἐγὼ τὰ παιδιά μου τάχω καλύτερα ἀπὸ τὰ κρομμύδια αὐτῆς τῆς κυρίας. σκόρδα.Δὲ θὰ περιμένωμε καθόλου.Καλέ. Φρόντιζε περισσότερο γιὰ τὰ κρομμύδια της παρὰ γιὰ τὰ παιδιά της. αὐτὸ ποὺ τοὺς φάνηκε στὴν ἀρχὴ σὰν κορμὶ ἀνθρώπου. Θὰ περιμένωμε αὔριο γιὰ τὸ λουτρό. ποὺ ἦταν γιὰ νὰ κρεμοῦν τὰ προσόψια καὶ τὰ σεντόνια τοῦ λουτροῦ. Ἡ Σταμάτα σηκώνοντας τὶς ἀρμαθιὲς μὲ τὰ κρομμύδια καὶ τὰ σκόρδα.λάνη. . νὰ ἑτοιμαστῆ ἀμέσως τὸ λουτρό. Νὰ τὰ σηκώσετε ὃλ’ αὐτὰ καὶ νὰ τ’ ἀδειάσετε στὴν καμαρούλα δίπλα... δὲν μποροῦσαν νὰ διακρίνουν καλά. κρέμονταν ἄλλες ἀρμαθιὲς ἀπὸ κρομμύδια καὶ σκόρδα. Ἀχρείαστο ἦταν φαίνεται! . ἔλεγε: . Μὰ καὶ στὰ κρομμύδια τους ἔκαναν λουτρὸ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ τὸ εἶχαν κάμει κελάρι τὸ λουτρό τους. Λουκάκη χαμογέλασε. κυρία. ἀπὸ χοντρὴ ἄσπρη πορσε.Ἀμ’ γι’ αὐτὸ τὰ παιδιά μας εἶναι σὰν τὰ τριαντάφυλλα. εἶπε ἡ κυρία. πατάτες κι ἕνα σακὶ γεμάτο πίτυρα στὴ γωνιά. Καὶ γι’ αὐτὸ τὰ παιδιὰ τῆς κυρᾶς. Καὶ ἀφοῦ καθαρίσουν καλά. Γύρω στοὺς τοίχους ἀπὸ τὶς κρεμάστρες.165 σκοτεινιάσει ὅμως. Τώρα τί θέλετε νὰ γίνη. . Καὶ τί εἶδαν! Ὁ λουτήρας. Τὰ παιδιὰ κοίταζαν μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτό. Ἡ κ.

Ο ΠΕΥΚΟΣ Ἕνας πεῦκος μὲς στὸν κάμπο γέρασε ὁ φτωχός. Μὰ βαστάει σὰν παλικάρι. . Στέκει ἐκεῖ πρωὶ καὶ βράδυ μοναχός. ἔπαθε πολλά.166 4. Ἔχασε μεγάλους κλώνους. Ἄκουσε τὰ καριοφίλια. Παπαντωνίου. εἶδε ἀρματολούς. ὅσο κι ἂν γερνᾶ κι ἀγναντεύει πέρα ὡς πέρα τὰ βουνά. Ζῆ διακόσια τόσα χρόνια στρογγυλά. Πέρασε πολέμους. Ζ. κεραυνούς. μπόρες.

λέει ὁ Γιῶργος μπαίνοντας στὸ σπίτι λαχανιασμένος.Μὰ δὲν τὸ ξέρεις. 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ .Μητέρα. ρωτᾶ καὶ πάλι ὁ μικρὸς Γεῶργος.Γιατί. μητέρα. . μητέρα. Γιατί. . Τὰ μπαλκόνια καὶ τὰ παράθυρα ὅλης τῆς Ἑλλάδος θὰ εἶναι αὔριο σημαιοστολισμένα. σήμερα ὅλα τὰ σπίτια καὶ τὰ καταστήματα γέμισαν ἀπὸ σημαῖες.167 5. Σὲ λίγο θὰ φέρη κι ὁ πατέρας σου μιὰ Σημαία νὰ τὴν κρεμάσωμε στὴν ταράτσα μας. πὼς αὔριο ἔχομε μιὰ μεγάλη γιορτή. . Οἱ δρόμοι φαίνονται σὰ δάση γαλανόλευκα.

168 . Θὰ τὴ θυμούμαστε μ’ εὐγνωμοσύνη καὶ κάθε χρόνο θὰ τὴ γιορτάζωμε ἀκόμη καλύτερα. πετάγεται ὁ μεγαλύτερος ἀδερφός.Ἐγὼ τὸ ξέρω μητέρα. Ἦρθε ἕνας Ἀρχηγός. αὐτὸ εἶναι. Τί θέλει ἐδῶ αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν γυναικῶν.Βέβαια. γιὰ νὰ δοξάσετε τὴν Πατρίδα μας. ὅταν μεγαλώσετε. . Γιατὶ μαζεύτηκε ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος. λέει ἡ μητέρα. Ὅλοι αὐτοί.Πές του λοιπὸν ἐσύ.Σὰν αὔριο. Τάκη. λέγει ὁ Τάκης. Ἡ 4η Αὐγούστου ἄλλαξε τὴν ὄψη τῆς ῾Ελλάδας. Ἐσεῖς μάλιστα τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ γιορτάζετε μὲ μεγαλύτερη χαρά. . 6. Ἀπ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα θὰ μαζευτοῦν παιδιὰ τῆς Νεολαίας καὶ ἀντιπρόσωποι ἀπ’ ὅλες τὶς γωνίες. ὁ Μεταξὰς καὶ εἶπε: Ἔξω ὅλοι ἐκεῖνοι. γιὰ νὰ χαιρετήσουν τὸν Ἀρχηγό μας. ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ Στὸ μόλο τοῦ λιμανιοῦ εἶναι σήμερα μιὰ ἐξαιρετικὴ κίνηση. ὁ Τάκης. ποὺ στέκονται στὸ μόλο. Γι’ αὐτὸ αὔριο θὰ γίνη μεγάλο πανηγύρι στὴν Ἀθήνα. χαιρετοῦν ἕνα βαποράκι. πραγματικοὶ Ἕλληνες σὰν τοὺς προγόνους μας. . λέει ἡ μητέρα. Μα. γιατὶ ὁ Ἀρχηγός μας ἐσᾶς ἀγαπάει περισσότερο καὶ θέλει νὰ γίνετε. Θὰ κάμω τὰ παιδιά της πραγματικὰ Ἑλληνόπουλα. Στὸ πρόσωπό τους ἔχουν μιὰ ἔκφραση πόλου καὶ κάποια λυπητερὴ σκέψη. Τί συμβαίνει. ποὺ φεύγει. δηλ. ποὺ δὲν ξέρουν τί θὰ εἰπῆ νὰ κάμουν καλὸ στὴν Πατρίδα τους! Τώρα θὰ κυβερνήσω ἐγὼ καὶ θὰ βάλω κάθε πράμα στὴ θέση του. ποὺ θέλουν . στὶς 4 Αὐγούστου1936. ἔγινε ἕνα μεγάλο θαῦμα.ζὶ μὲ τὸ Βασιλιά μας θὰ κάμω τὴν Ἑλλάδα μεγάλη.

169

νὰ τὴν κρύψουν. Καὶ ὅμως γελοῦν καὶ διαρκῶς χαιρετοῦν
ἐκείνους, ποὺ εἶναι ἐπάνω στὸ καράβι.
Εἶναι οἱ μητέρες καὶ οἱ πατέρες καὶ οἱ συγγενεῖς
τῶν παιδιῶν, ποὺ ταξιδεύουν μὲ τὸ καράβι. Εἶναι στὸ
καράβι τὰ παιδιὰ τῶν σχολείων, ποὺ πηγαίνουν στὶς
κατασκηνώσεις, νὰ περάσουν τὸ καλοκαίρι τους.
Εἶναι τὰ παιδιὰ τῆς Νεολαίας, ποὺ τὸ Νέο Κράτος τὰ
στέλνει ν’ ἀναπνεύσουν καθαρὸν ἀέρα, νὰ παίξουν, νὰ
κολυμπήσουν, νὰ γυμναστοῦν, νὰ διασκεδάσουν στὴν
ἐξοχή. Στὰ πρόσωπά τους εἶναι ζωγραφισμένη ἡ χαρά.
Ἀπὸ τὸ μεγάλο τους ἐνθουσιασμὸ γελοῦν, φωνάζουν,
χαιρετοῦν, ζητωκραυγάζουν.
Ἔχουν στὰ μάτια τους τὴ λάμψη τῆς χαρᾶς. Τὸ
ὄνειρο, ποὺ εἶχαν τόσον καιρό, ἐπὶ τέλους σήμερα
πραγματοποιήθηκε. Πέρασαν μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ ἀπὸ
μελέτη, ἐργασία, προσπάθειες, γιὰ νὰ γίνουν καλύτεροι
καὶ στὸ σχολεῖο καὶ στὶς φάλαγγες τῆς Νεολαίας. Ὅλοι
τους οἱ κόποι δὲν εἶναι τίποτε μπροστὰ στὴ μεγάλη
εὐτυχία αὐτῆς τῆς στιγμῆς.
Θὰ φτάσουν στὴν παραλία, τὴν πευκόφυτη, θ’
ἀπολαύσουν τὸν ἀνοιχτὸ ἑλληνικὸ οὐρανό, θὰ παίξουν μὲ
τὴ φιλενάδα τους τὴν ἑλληνικὴ θάλασσα, θὰ γνωρίσουν
ἀπὸ κοντὰ τὴν ὄμορφη πατρίδα τους.
Τὸ διαπεραστικὸ σφύριγμα τοῦ ἀτμοπλοίου δίνει τὸ
σύνθημα γιὰ τὴν ἀναχώρηση. Ἀκούεται ὁ θόρυβος τῆς
ἁλυσίδας, ποὺ σηκώνει τὴν βαριὰν ἄγκυρα. Τὸ νερὸ τῆς
θάλασσας συνταράζεται μὲ βία ἀπὸ τὰ χτυπήματα τοῦ
ἕλικα καὶ ἀφρίζει. Τότε ὑψώνεται μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀπὸ τὸ πλοῖο:
- Ζήτω ἡ Νεολαία! Ζήτω! Σηκώνονται ἀμέτρητα χέρια

170

στὴν παραλία, γιὰ νὰ χαιρετήσουν καὶ ἀπαντοῦν ἄλλοι
χαιρετισμοὶ καὶ ἄλλες ζητωκραυγὲς ἀπὸ τὸ βαπόρι.
Τὸ πλοῖο σιγὰ σιγὰ σκίζει τὴ θάλασσα καὶ βγαίνει
στ’ ἀνοιχτά. Σὲ λίγο δὲ διακρίνονται πιὰ τὰ ἀγαπημένα
πρόσωπα, ἀλλὰ ἀκούεται ἀκόμη ἕνα γλυκὸ τραγούδι
πνιγμένο ἀπὸ τὴν ἀπόσταση, ὁ ὕμνος τῆς Νεολαίας...

7. O ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Στὴ γλυκιά μας τὴν πατρίδα
τὴν τρανὴ κι ἱστορικὴ
σὺ ἀπόμεινες Ἐλπίδα,
Νεολαία Ἑλληνική.
Τὴν ὁλόθερμη ψυχή της
ἐθνικὴ φωτίζει αὐγὴ
κι ὁ μεγάλος Κυβερνήτης
πάντα ἐμπρὸς τὴν ὁδηγεῖ.
Ἐμπρὸς γιὰ μιὰ Ἑλλάδα νέα.

171

Ἐμπρὸς μ’ ἑλληνικὴ καρδιά.
Ἐμπρὸς περήφανα, γενναῖα
ναί, τῆς Ἑλλάδος τὰ παιδιά.
Ἐμπρὸς ἡ δόξα ἡ παλιά μας
νὰ ξαναζήση εἰναι καιρὸς
μὲ τὸ μεγάλο Βασιλιά μας
Ἐμπρός, πάντοτε ἐμπρός!

Σ. Μεταξάς.

8. ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή.
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποὺ μὲ βιὰ μετράει τὴ γῆ.
Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν ῾Ελλήνων τὰ ἱερὰ
καὶ σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη
χαῖρε, ὦ, χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Δ.Σολωμός.

9. O ΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ

Στὸ γειτονικὸ σπίτι κάθεται ἕνας ὑποδηματοποιός.
Κάνει καινούργια ὑποδήματα καὶ μπαλώνει τὰ παλιά.
Ὅταν χρειαστῆ ὅμως ὁ ἴδιος ἐνδύματα νὰ φορέση,
πηγαίνει στὸ ράφτη.
Ὁ ράφτης φτιάνει ροῦχα γιὰ τοὺς ἄλλους. Ὅταν
χρειαστῆ ὅμως ποκάμισα, πάει στὴν ἀσπρορουχοὺ καὶ

172

τοῦ τὰ ράβει.
Ἡ ἀσπρορουχοὺ ράβει ἀσπρόρουχα, μὰ δὲν ἔχει καιρὸ νὰ
πλύνη τὰ δικά της. Καὶ γι’ αὐτὸ φωνάζει τὴν πλύστρα.
Ἡ πλύστρα πλένει πολὺ ὡραῖα. Γιὰ νὰ πλύνη ὅμως,
χρειάζεται καινούργιο καζάνι τῆς μπουγάδας, ἐπειδὴ τῆς
τρύπησε τὸ παλιό. Καὶ πάει στὸ χαλκωματά.
Ὁ χαλκωματάς, ἐπειδὴ πᾶνε καλὰ οἱ δουλειές του,
θέλει νὰ μεγαλώση τὸ ἐργοστάσιό του. Καὶ φωνάζει τὸ
χτίστη νὰ του τὸ χτίση.
Ὁ χτίστης χτίζει καλὰ καὶ γερὰ τοὺς τοίχους. Ἀλλὰ
πότε πότε θέλει νὰ πιῆ καὶ κανένα καφεδάκι. Καὶ
πηγαίνει στὸ καφενεῖο.
Ὁ καφετζῆς δὲν μπορεῖ νὰ χορταίνη μὲ καφέδες. Θέλει
νὰ φάη καὶ ψητὸ μὲ πατάτες. Καὶ πηγαίνει στό γειτονικὸ
μαγειρειὸ καὶ γευματίζει.
Ὁ μάγειρος εἶναι ἀγράμματος ἄνθρωπος, θέλει ὅμως
νὰ μάθουν γράμματα τὰ παιδιά του, νὰ μὴ μείνουν
ἀγράμματα σὰν κι αὐτόν. Ἄλλὰ πῶς νὰ τοὺς μάθη
γράμματα, ἀφοῦ δὲν ξέρει κι ὁ ἴδιος. Γι’ αὐτὸ στέλνει
τὰ παιδιά του στὸ σχολεῖο, γιὰ νὰ τὰ μάθη γράμματα ὁ
δάσκαλος.
Αὐτὴ ἡ ἱστορία ὅμως δὲν ἔχει τελειωμό. Γιατὶ δὲ
βρίσκεται ἄνθρωπος στὸν κόσμο, ποὺ νὰ μὴν ἔχη ἀνάγκη
ἀπὸ ἄλλον ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ὑποδηματοποιὸς τῆς
γειτονιᾶς μας, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἀσπρορουχού,τὴν ἀσπρορουχού, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν πλύστρα,
-τὴν πλύστρα, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἀπ’ τὸ χαλκωματά,- τὸ
χαλκωματά, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ χτίστη,- τὸ χτίστη,
ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν καφετζή,- τὸν καφετζή, ποὺ εἶχε
ἀνάγκη ἀπὸ τὸ μάγειρο,- τὸ μάγειρο, ποὺ εἶχε ἀνάγκη

173 ἀπὸτὸ δάσκαλο. ἔλεγε στοὺς μαθητευομένους του: . . Η ΦΩΝΑΚΛΟΥ ΟΡΝΙΘΑ Μιὰ κότα κακαρίζει ἀπ’ τὴν αὐγὴ κι’ ἀνήσυχα γυρίζει μὲς στὴν αὐλή.Βοηθᾶτε με νὰ σᾶς βοηθῶ.« Θέση! » φωνάζει θέση! Θὰ κάμω αὐγό!» .. » Μὲς στὸ κοτέτσι μπῆκε..« Ξέρω κι εγώ. 10. Τὸ στάβλο τὸν εὑρῆκε πολὺ στενό. ποῦ σ’ ἀρέσει.» . Σὰ σκοτεινό. . παιδιά! Ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτό.« Κυρά μου.

πρὶν ξεκουφάνης!» Ζ.» . Ἐβγῆκα γελασμένη. μὰ δὲν μποροῦσε ν’ ἁρπάξη κανένα νὰ τὸ φάη.174 Τὸ πλυσταριὸ μεγάλο καὶ πληχτικό. .» κο-κο-κο-κο-κο».« Ξέρω κι ἐγώ. Σὲ μιὰ ἐλιὰ ἡ κότα μας φωλιάζει χωρὶς μιλιά. δὲν εἶχ’ αὐγό. ΒΟΔΙΑ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ Τρία βόδια ἔβοσκαν μαζὶ στὸ ἴδιο λιβάδι. Παπαντωνίου 11.«Κρίμα στὰ σημερνά σου ξεφωνητὰ καὶ στὰ ταρναριστά του καμαρωτά! Τ’ αὐγό σου νάχης πρῶτα καὶ νὰ τὸ κάνης.«Τόπο δὲν ἔχετε ἄλλο. Γιατὶ καὶ μὲ τὰ τρία μαζὶ δὲ θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ...... καημένη. . Βραδιάζει. . Ἕνα λιοντάρι τὰ παραμόνευε. Βασίλεψε. τὸν κόσμο.« Δὲ γέννησες. κυρὰ κότα.

ποὺ θὰ ἔπεφτε ἐπάνω στὸ ἕνα. Δὲν ἔχει πιὰ καράβι νὰ ταξιδέψη. Ἔχασε τοὺς συντρόφους του. Μῆνες παλεύει μὲ τ᾽ ἄγρια κύματα καὶ παραδέρνει σὲ ξένους τόπους. ὅπου τὸν εἶχε ρίξει ἡ μοῖρα του. τότε ρίχτηκε χωριστὰ στὸ καθένα. Μὰ νέες φουρτοῦνες τὸν περιμένουν. ῾Η τρικυμία. Μὰ ὁ πόθος του γιὰ τὴν πατρίδα εἶναι μεγάλος. ποὺ τοὺς ἅρπαξε ἡ θάλασσα. . Τώρα φεύγει γιὰ καινούργια ταξίδια ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς. Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ α’. γιὰ νὰ χυμήξη χωριστὰ στὸ καθένα.175 βγάλη πέρα. Τὴν ὥρα. Τ’ ἀγριεμένα κύματα τοῦ κάνουν κομμάτια τὸ ἀδύνατο σκαφάκι του. Κάποτε θ’ ἀντικρίση ἕναν ἀγαπημένο καπνὸ ν’ ἀνεβαίνη ἀπὸ τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ του. ἀνάμεσα σὲ ξένους καὶ ἄγνωστους ἀνθρώπους. ὅσο ἦταν ὅλα μαζί. Καὶ ἀφοῦ μάλωσαν καὶ χωρίστηκαν. Τοὺς ἔβαλε λοιπὸν λόγια καὶ μάλωσαν μεταξύ τους. τὴν ᾽Ιθάκη. ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ πειράξη. Σκέφτηκε τότε νὰ τὰ κάμη νὰ χωρίσουν. τὰ ἄλλα δύο θὰ τὸ χτυποῦσαν μὲ τὰ κέρατά τους. ὅταν χωρίστηκαν τὰ ἔφαγε καὶ τὰ τρία. ποὺ ἔφυγε ἀπ’ τὴν Τροία. δὲν ἔχει συντρόφους μαζί του νὰ τὸν βοηθήσουν. Σκαρώνει μόνος του μιὰ σχεδία μὲ κορμοὺς δέντρων καὶ ξεκινάει πάλι. 12. Μῆνες εἶναι. μὰ δὲν ἔχασε τὴν πίστη του στοὺς θεούς. Τὰ βάσανα τοῦ ᾽Οδυσσέα δὲν εἶχαν τελειώσει ἀκόμη. μονιασμένα καὶ ἀγαπημένα. γιὰ νὰ γυρίση στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα. Κι ἔτσι τὸ λιοντάρι.

τὰ κύματα τὸν σέρνουν πρὸς τὰ βραχόσπαρτα ἀκρογιάλια. ὁ Ὀδυσσέας καὶ πασκίζει νὰ σωθῆ μὲ τὸ κολύμπι. Μὰ πῶς νὰ φτάση ὡς ἐκεῖ.176 Ἕνα θεόρατο κύμα τὸν ἁρπάζει. Κολυμπάει καὶ φτάνει. Τὸ κύμα δὲν τὴ δέρνει. παραδέρνει στὴ μανιασμένη θάλασσα. Κρατημένος ἀπὸ ἕνα σανίδι. Μακριά του ἀντικρίζει τὰ βουνὰ τοῦ νησιοῦ τῶν Φαιάκων.« Ὁ Ὀδυσσέας καὶ ἡ Ναυσικᾶ. β’. ποὺ κρατεῖ. . ποὺ εἶναι φυτρωμένα στὴν ὄχθη τῆς ποταμιᾶς· στοιβάζει ξερὰ φύλλα γιὰ στρῶμα καὶ πέφτει ἀνάμεσά τους. νὰ βρῆ κάποια ἀπάνεμη ἀμμουδιὰ ν’ ἀράξη. Σώθηκε! Χώνεται κάτω ἀπὸ δυὸ χαμόδεντρα. Ἀφήνει τότε τὸ σανίδι. Κάπου ἐκεῖ ξεχωρίζει μιὰν ἀκροποταμιά. ἀποκοιμήθηκε βαθιά. Οἱ ἄνεμοι δὲ φυσοῦν ἐκεῖ. Σκοτωμένος ἀπὸ τὴν κούραση. Σὲ λίγο θὰ τὸν τσακίσουν ἐπάνω στ’ ἄγρια βράχια.

ποὺ ἔπαιζαν. εἶδε ἔξαφνα τὰ κορίτσια. ἔφαγαν στὴν ἀκροποτᾳμιὰ καὶ τώρα ἔπαιζαν μὲ τὴ σφαῖρα ἀναμεταξύ τους. κρυμμένος μέσα στὰ χαμόδεντρα. νὰ λευκάνουν τὰ ροῦχα τοῦ παλατιοῦ καὶ τὰ πλούσια προικιά της. ἡ ὄμορφη Ναυσικᾶ. εἶχαν λουστῆ στὸ ποτάμι. ἄκουσε γυναίκειες φωνὲς καὶ γέλια κοριτσιῶν τριγύρω του. Δὲν εἶχε πέσει μέσα σὲ κακοὺς καὶ ἄγριους ἀνθρώπους. Τοῦ φάνηκε σὰν ὄνειρο. Ἡμέρεψε ἡ ψυχή του.177 Ὅταν ξύπνησε τὴν αὐγή. Ἀποφάσισε νὰ φανερωθῆ καὶ νὰ μιλήση. Ἦταν ἡ βασιλοπούλα. Ὁ Ὀδυσσέας. ἀλείφτηκαν μὲ λάδι. Σκέπασε μὲ κλαριὰ τὴ γύμνια του καὶ προχώρησε ταπεινὰ πρὸς τὸ . Αὐτὸ ἔδωσε θάρρος στὴν ψυχή του. ποὺ εἶχε κατεβῆ μὲ τὶς δοῦλες της στὸ ποτάμι. Τὰ κορίτσια εἶχαν τελειώσει τὴν πλύση. ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῶν Φαιάκων.

Τοῦ φανέρωσε. ποὺ στεκόταν ἡ Ναυσικᾶ.178 μέρος. Ἐγὼ λοιπὸν θὰ προχωρῶ . ποὺ πλυμένος καὶ συγυρισμένος τώρα φάνταζε σὰ βασιλιάς: . βασιλοπούλα. Κι ἐδῶ μὲ ρίχνει τώρα ἡ μοῖρα μου. Καὶ στάθηκε. ποῦ πέφτει ἡ χώρα σας καὶ δός μου κανένα κουρέλι νὰ ντυθῶ. Μὰ ἡ Ναυσικᾶ κατάλαβε. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ζέψουν τὸ ἁμάξι καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ ποτάμι. Μὰ δὲν ταιριάζει νὰ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι.«Προσπέφτω στὰ πόδια σου. ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κίνησα ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς. τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ μ’ έναν ἄντρα ξένο καὶ ἄγνωστο. ἀπὸ τὰ μέρη ποὺ θὰ περάσουμε.«Ἄκουσε ξενε Ἤθελα να σε πάρω μαζί μου μέσα στὸ ἁμάξι. ἂν ἔχης μαζί σου! Καὶ οἱ θεοὶ ἂς σοῦ χαρίσουν ὅ. Ἔπειτα φώναξε τὶς δοῦλες της. τρομαγμένες σκόρπισαν ὁλόγυρα καὶ χάθηκαν. ἡ Ναυσικᾶ εἶπε στὸν Ὀδυσσέα. τὶς μάλωσε. Οἱ δοῦλες. πὼς εἶναι κόρη τοῦ βασιλιᾶ τοῦ τόπου. Δεῖξε μου. νὰ τοῦ φέρουν νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ καὶ νὰ τὸν περιποιηθοῦν. πὼς θὰ τοῦ δείξη τὸ δρόμο. πὼς δὲν ἦταν κακὸς ἄνθρωπος. Ξένος εἶμαι καὶ κανένα δὲ γνωρίζω στὸν τόπο σας. Στάθηκε κι ὁ Ὀδυσσέας ἀπὸ μακριὰ καὶ τῆς εἶπε εὐγενικὰ καὶ γλυκομίλητα: . ποὺ φοβήθηκαν κι ἔφυγαν καὶ παράγγειλε νὰ δώσουν μιὰ λαμπρὴ φορεσιὰ στὸν ξένο νὰ φορέση. ὅπως τοῦ ἄξιζε. Φαινόταν τόσο εὐγενικὸς καὶ τόσο δυστυχισμένος. Λυπήσου με! Εἴκοσι μέρες παλεύω μὲ τὰ κύματα. Καὶ ἔτσι ἔγινε.τι ζητεῖ ἡ ψυχή σου!» Ἡ Ναυσικᾶ τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ εἶπε καλὰ καὶ συμπονετικὰ λόγια. τοῦ μεγαλόψυχου Ἀλκινόου καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε. γιὰ νὰ φτάση στὸ φιλόξενο παλάτι τοῦ πατέρα της.

Γιατί. Καὶ πρόσπεσε πρῶτα στὰ πόδια τῆς βασίλισσας. Ὁ Ὀδυσσέας ἔκαμε. Κι ὅταν ζυγώσωμε στὸ παλάτι τοῦ πατέρα μου. νὰ σὲ φέρη στὴ γλυκιά σου πατρίδα». γ’. ἡ Ναυσικᾶ τράβηξε μπροστὰ μὲ τὶς δοῦλες κι ὁ Ὀδυσσέας σταμάτησε μιὰ στιγμὴ νὰ προσευχηθῆ στοὺς θεοὺς καὶ νὰ πάρη ὕστερα μόνος του τὸ δρόμο. γρήγορα θὰ σοῦ δώσουν γοργὸ καράβι. Γιατί. στάζοντας κρασὶ ἀπὸ τὰ . ποὺ τὶς ζώνει ὁλόγυρα καταπράσινο λιβάδι. Ἀπ᾽ ἐκεῖ κι ἕνα παιδὶ νὰ ρωτήσης. ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ἡ βασιλοπούλα. γιὰ νὰ τὴν προφτάσουν πίσω οἱ δοῦλες καὶ ὁ Ὀδυσσέας. Ὅταν ἔφτασε στὸ λαμπρὸ παλάτι καὶ πέρασε τὸ κατώφλι. Ἀπ’ ἐκεῖ τράβα ἴσια στὸ παλάτι τῶν γονιῶν μου. ποὺ ἦταν μαζεμένοι μέσα στὴ λαμπροστόλιστη σάλα. γύρω ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Ἀλκίνοο καὶ τὴ βασίλισσα Ἀρήτη κι ἔκαναν σπονδὲς στὸ θεὸ τὸν Ἑρμῆ.179 μπροστὰ κι ἐσὺ θ’ ἀκολουθῆς πίσω μὲ τὶς δοῦλες. ἂν κι ἐκείνη σὲ συμπονέση. τῆς μητέρας μου καὶ παρακάλεσέ την. σὰν φτάσης στὸ δάσος τῆς Ἀθηνᾶς. Εἶπε καὶ χτύπησε μὲ τὸ λαμπρὸ μαστίγιο τὰ μουλάρια· κι ἐκεῖνα ἄφησαν τὸ ρέμα τοῦ ποταμοῦ καὶ πῆραν δρόμο κι ἔτρεχαν μὲ τάξη. ἐκεῖ κοντὰ εἶναι τοῦ πατέρα μου ἡ γῆ καὶ τ’ ἀνθοπεριβόλια του. Σὰν ἔφτασαν στὸ δοξασμένο δάσος τῆς Ἀθηνᾶς. Οἱ πόρτες εἶναι πάντα ἀνοιχτὲς γιὰ τοὺς ξένους. Ὁ Ὀδυσσέας στ’ Ἀνάκτορα τοῦ Ἀλκινόου. προχώρησε μέσα καὶ βρέθηκε μπροστὰ στοὺς προεστοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντες τοῦ τόπου. μὲ τὶς ψηλὲς λεῦκες καὶ τὰ τρεχούμενα νερά. θὰ μᾶς ἀφήσης. Κι ἐκείνη σάλευε ἀγάλια τὸ λουρὶ τοῦ μαστιγιοῦ της. θὰ σοῦ δείξη τὸ δρόμο.

ἔτσι νὰ σᾶς χαρίζουν ὅλα τὰ καλὰ οἱ θεοί. Ἐκεῖνος. ἀγγίζοντας μὲ σεβασμὸ τὰ γόνατά της καὶ τῆς εἶπε: . γιατὶ ἦταν ὄμορφος καὶ δυνατὸς ἄντρας καὶ φαινόταν εὐγενικὸς στὴ θωριά του. νὰ μὲ στείλετε στὴν πατρίδα μου. τράβηξε ὁλόισα πρὸς τὴ βασίλισσα τὴν Ἀρήτη.180 ποτήρια τους. ὅπως ἦταν τότε ἡ συνήθεια. προσπέφτω σ’ ἐσένα καὶ τὸν ἄντρα σου καὶ ὅλους ἐδῶ τοὺς ὁμοτράπεζους. θυγατέρα τοῦ ἰσόθεου Ρηξήνορα. . τὴν προσκύνησε. γιατὶ χρόνια πολλὰ παραδέρνω ἔρημος μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς μου». Καὶ σᾶς παρακαλῶ. σύμφωνα μὲ τὴ συμβουλὴ τῆς Ναυσικᾶς. Ὅλοι γύρισαν καὶ τὸν κοίταξαν μὲ θαυμασμό. ἐγὼ ὁ πολύπαθος.« Ἀρήτη.

σήκωσε τὸ γιό του. Ὁ Ἀλκίνοος τότε τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι. νὰ στρώσουν μπροστά του ὡραῖο τραπέζι καὶ νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάη καὶ νὰ πιῆ ἀπ’ ὅλα τὰ καλά. ὅπως ἔγιναν. ποὺ γνώρισε τὰ ὡραῖα ροῦχα. ἀφοῦ ἐλεγε. χωρὶς νὰ κρύψη τίποτε. Τοῦ ὑποσχέθηκε. πὼς τὰ κύματα τὸν εἶχαν πετάξει θαλασσοπαρμένον στὸ ἀκρογιάλι. Ὁ φρόνιμος Ὀδυσσέας δὲν τῆς ἔκρυψε τὴν ἀλήθεια. Καὶ ὕστερα ἀνιστόρησε πῶς τὸν συνέτυχε τότε ἡ καλή τους θυγατέρα καὶ τὸν ἔντυσε μὲ τὰ ὡραῖα αὐτὰ ροῦχα καὶ τούδειξε τὸ δρόμο νὰ φτάση στὸ παλάτι. πὼς ἕνας ἄνθρωπος. Κι ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν κι ἔφυγαν οἱ καλεσμένοι. ποὺ τὰ εἶχε ράψει ἡ ἴδια μὲ τὰ χέρια της. τὸν ἀγαπητὸ τὸ Λαοδάμα. ἀπόμεινε μόνος του ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸ βασιλιὰ καὶ τὴ βασίλισσα. πὼς θὰ τὸν στείλη στὴν πατρίδα του καὶ πρόσταξε τὶς δοῦλες νὰ τοῦ στρώσουν νὰ κοιμηθῆ σὲ . ἐπάνω στὶς στάχτες τῆς γωνιᾶς. ποὺ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια. ἦταν τίμιος καὶ περήφανος ἄντρας. ποὺ καθόταν πλάι του κι ἔβαλε τὸν ξένο νὰ καθίση στὴ θέση του. πῶς ἔπεσε ἐπάνω στὸ μακρινὸ νησὶ τῆς Ὠγυγίας. Τότε ἡ Ἀρήτη. Ἔπειτα παράγγειλε νὰ τοῦ φέρουν νὰ πλυθῆ. πῶς τὸν κράτησε ἐκεῖ σιμά της ὀχτὼ χρόνια ἡ Καλυψὼ καὶ πῶς φεύγοντας ἀπ’ ἐκεῖ ναυάγησε πάλι καὶ τὰ κύματα τὸν ἔριξαν στὸ νησὶ τῶν Φαιάκων. ἡ βασίλισσα. τὸ χιτώνα καὶ τὴ χλαμύδα. γύρισε καὶ τὸν ρώτησε ποῦ τὰ βρῆκε καὶ τὰ φόρεσε αὐτὰ τὰ ροῦχα. πῶς ἔχασε τοὺς συντρόφους του. Ὅλα τὰ εἶπε ἀληθινά. Ὁ Ἀλκίνοος κατάλαβε τότε.181 Καὶ λέγοντας αὐτὰ κάθισε ταπεινὰ κατάχαμα. ποὺ φοροῦσε ὁ Ὀδυσσέας. Ἄρχισε πρῶτα νὰ τῆς ἀνιστορἦ πῶς ἕνα ἀστροπελέκι τοῦ βούλιαξε τὸ πλοῖο του.

Ὁ Ἀλκίνοος πρόσταξε τότε ν῾ ἀρματώσουν ἕνα καράβι μὲ πενηνταδυὸ παλικάρια. καὶ τὸν ἔφερε στὴν Ἀγορά. ὅταν ἀποφᾶνε.ποιὸν δικό του ἔχασε ὁ καημένος στὸν πόλεμο τῆς Τροίας καὶ κλαίει!» Καὶ γιὰ νὰ συνέλθη ἀπὸ τὴ λύπη του ὁ ξένος. Κι ὁ Δημόδοκος. ποὺ ὅπως ἔλεγαν. Ἔτσι κι ἔγινε. Οἱ ἀγῶνες τῶν Φαιάκων. γιὰ νὰ κρύψη τὰ δάκρυά του. Κι ὁ Ὀδυσσέας σήκωσε τὴ χλαμύδα του καὶ σκέπασε τὸ πρόσωπό του. δίχως νὰ ξέρη ποιὸν ἔχει μπροστά του.182 βασιλικὸ τορνευτὸ κρεβάτι. Καὶ νὰ ἔρθη μαζὶ κι ὁ τραγουδιστὴς ὁ Δημόδοκος μὲ τὴ λύρα του καὶ νὰ τοὺς τραγουδήση. Μονάχα ὁ Ἀλκίνοος εἶχε δεῖ τὰ δάκρυά του καὶ εἶχε ἀκούσει τοὺς κρυφούς του ἀναστεναγμούς. ἄρχισε κι ὁ Δημόδοκος τὸ τραγούδι. ποὺ ἦταν ἐπάνω στὸ λιμάνι. δ’. ἔδωκε διαταγὴ νὰ κατεβοῦν ὅλοι μαζὶ νὰ κάμουν ἀγῶνες. νὰ ἰδῆ κι ὁ ξένος καὶ νάχη νὰ . τὸν Ὀδυσσέα. Κάθισαν σὲ δυὸ σκαλιστὰ λιθάρια καὶ σὲ λίγο μαζεύτηκαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ προεστοὶ καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ πολὺς λαός. νὰ ἰδῆ τὰ πλοῖα. Τὴν αὐγή. Μὰ δὲν εἶπε τίποτε. γιὰ νὰ στείλουν τὸν Ὀδυσσέα στὴν πατρίδα του. «Ποιὸς ξέρεισυλλογίστηκε. ὁ Ἀλκίνοος πῆρε τὸν ξένο του. Καὶ ὅταν ἔφαγαν κι ἤπιαν. τραγουδοῦσε γιὰ τὸν πόλεμο τῆς Τροίας καὶ τὴν παλικαριὰ τῶν Ἀχαιῶν. πῆρε πάλι τὸν Ὀδυσσέα στὸ παλάτι του καὶ παράγγειλε νὰ μαζευτοῦν ἐκεῖ καὶ οἱ προεστοὶ τοῦ τόπου νὰ φᾶνε καὶ νὰ πιοῦνε γιὰ τὸ κατευόδιο τοῦ ξένου. νὰ ἰδοῦν τὸν ξένο τους. Κι ὥσπου νὰ ἑτοιμαστῆ τὸ καράβι. ἔμοιαζε σὰ θεὸς στὸ ἀνάστημα καὶ στὴν ὀμορφιά. ὅταν ξύπνησαν μὲ τὸ καλό.

μὲ ὅσα βάσανα κι ἂν ἔχω περάσει σὲ πολέμους καὶ φουρτοῦνες. Καὶ τὸν κάλεσε εὐγενικὰ ὁ ἴδιος. μίλησε ἄσκημα στὸν Ὀδυσσέα: .Ἄσκημα μίλησες. μὰ τὸ μυαλό σου εἶναι ἐλαφρό. εἶπε ὁ Ὀδυσσέας. Χαρῆτε ἐσεῖς. ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ὀμορφότερο. Κι ἐσένα. παιδί μου. . παιδιά μου. Οἱ θεοὶ δὲ δίνουν ὅλα τὰ καλὰ σ’ ἕναν ἄνθρωπο. θὰ μπῶ στοὺς ἀγῶνες. ποὺ εἶχε νικήσει στὴν πάλη καὶ εἶχαν φουσκώσει τὰ μυαλά του.. πὼς δὲν εἶμαι ὅπως νομίζεις. ἂν θέλη κι αὐτὸς νὰ λάβη μέρος σὲ κανένα ἀγώνισμα. Κι ὁ Ὀδυσσέας κοίταζε. Μαζεύτηκε τότε ὅλη ἡ λεβεντιὰ τοῦ νησιοῦ στὸν τόπο τῶν ἀγώνων καὶ ἄρχισαν οἱ καλύτεροι ἀγωνιστὲς νὰ παραβγαίνουν στὸ τρέξιμο καὶ στὸ λιθάρι καὶ στὴν πυγμαχία. τοὺς ἀγῶνες! Ἐμένα στεῖλτε με στὴνπατρίδα μου! Αὐτὸ σᾶς γυρεύω μόνο. Τότε κάποιος Εὐρύαλος. ποὺ δίκαια πειράχτηκε ἀπὸ τὴν αὐθάδεια τοῦ νέου. Οὔτε θωριά. σούδωσαν οἱ θεοὶ ὄμορφο κορμί. παιδί μου καὶ μοῦ φαίνεσαι σὰν ἐπιπόλαιος. Γιατὶ . ποὺ φαινόταν γερὸς καὶ δυνατός.Δὲ φαίνεσαι γιὰ ἀθλητής. Λοιπὸν μάθε.183 λέη στὸν τόπο του. οὔτε μιλιὰ καὶ γλῶσσα. Μὰ ἔτσι εἶναι. μοῦ φαίνεται. παρὰ στοὺς εὐγενικοὺς ἀγῶνες Ὁ Ὀδυσσέας.Δὲν εἶμαι ἐγὼ γιὰ ἀγῶνες τώρα. εἶπε νὰ ρωτήσουν καὶ τὸν ξένο. Γι’ αὐτό.. Πολλὰ ἔπαθα καὶ πολλὲς ἔννοιες ἔχω στὸ κεφάλι μου. ὁ γιὸς τοῦ Ἀλκινόου. τὸν κοίταξε λοξὰ καὶ τοῦ εἶπε: . Κάποιος ἔμπορος ταξιδευτὴς θὰ εἶσαι καὶ θάχης τὸ νοῦ σου περισσότερο. τοῦ εἶπε. στὶς πραμάτειες σου καὶ στὰ κέρδη σου. οὔτε μυαλά. Καὶ τότε ὁ Λαοδάμας.

Ὅλοι σώπασαν καὶ κοίταζαν μὲ θαυμασμὸ τὸν ξένο. Καὶ πρῶτος ἀπ᾽ . ὅπως ρίχνει ἄλλος τὴ σαίτα.Φτάστε με τώρα!.. Καὶ σὰν τελείωσαν οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια. .. παιδί μου. Καὶ τότε ὁ Ἀλκίνοος πρόσταξε ν’ ἀρχίσουν τὰ τραγούδια καὶ οἱ χοροί. γιὰ νὰ εὐχαριστηθῆ ὁ ξένος. ὅλοι ἔφεραν πλούσια δῶρα στὸν Ὁδυσσέα. τὸ πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὰ λιθάρια καὶ τὸ πέταξε μακρύτερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. ὅπως ἦταν. εἶπε καὶ ξαναρίχνω πάλι. γιὰ νὰ τοὺς θυμᾶται. Ὅλοι σάστισαν. Κι ὕστερα ὁποιανοῦ τὸ λέει ἡ καρδιά του. ἅρπαξε. ἂς ἔρθη νὰ παραβγοῦμε καὶ στὴν πυγμὴ καὶ στὸ πάλεμα καὶ στὸ τρέξιμο καὶ σὲ ὅ.184 πολὺ μὲ πλήγωσε ὁ λόγος σου. Καὶ χωρὶς νὰ γυμνωθῆ καθόλου ὁ Ὀδυσσέας.τι θέλει! Καὶ τὸ κοντάρι τὸ ρίχνω ἐγώ.

«Γειά σου. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ξεκινήση ὁ Ὀδυσσέας γιὰ τὴν ποθητή του πατρίδα.185 ὅλους ὁ Εὐρύαλος. Κι ὕστερα ἀρχίζει νὰ τραγουδῆ ὁ Δημόδοκος μὲ τὴ λύρα του τὶς δόξες τῶν ἡρώων. Κι ἀφοῦ μαζευτοῦν καὶ τ’ ἄλλα πλού. Ὁ Ὀδυσσέας φανερώνεται. Ἄρχισαν πάλι νὰ μοιράζουν φαγητὰ καὶ γλυκὸ κρασί. Τὸ καράβι τὸν περιμένει ἕτοιμο στὸ λιμάνι. ποὺ τοῦ ἔδωσαν οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ τῶν Φαιάκων καὶ τὰ καμαρώση ὁ Ὀδυσσέας. ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ τὸν πικρὸ λόγο καὶ εἶχε μετανιώσει τώρα. Κι ἂς δώσουν οἱ ἀθάνατοι θεοὶ νὰ φτάσης γρήγορα στὸν τόπο σου καὶ ν᾽ ἀνταμώσης τὴ γυναίκα σου καὶ τοὺς δικούς σου!» Κι ὁ γνωστικὸς Ὀδυσσέας τὸν συγχώρεσε: . τὸ χάρισμα τοῦ νέου. ε’. Ὁ Ἀλκίνοος παραγγέλνει στὴ γυναίκα του νὰ ἑτοιμάση γιὰ τὸν ξένο τους ἕνα κιβώτιο μὲ τὰ καλύτερα ροῦχα καὶ στρωσίδια. πατέρα ξενικέ! Κι ἂν σοῦ εἶπα βαρὺ λόγο. παιδί μου! Καὶ οἱ θεοὶ νὰ σοῦ χαρίζουν ὅ. Ἦρθε τέλος ἡ στιγμὴ νὰ φανερώση τώρα κι ὁ Ὀδυσσέας ποιὸς εἶναι. Εἶπε καὶ κρέμασε στὸν ὦμο τὸ ἀσημοκάρφωτο σπαθί. ἄς τὸν πάρουν οἱ ἄνεμοι. μὲ φιλντισένιο θηκάρι καὶ τοῦ εἶπε: . γιὰ νὰ τὸν θυμᾶται σὲ ὅλη του τὴ ζωή.Λέει στὸ Δημόδοκο νὰ τραγουδήση τώρα γιὰ τὸ Δούρειο ἵππο.«Γειά σου κι ἐσύ. ὅταν θὰ κάνη μ’ αὐτὸ σπονδὲς στοὺς θεούς. Καὶ ὅταν ἀκούη τ’ ὄνομά του ἀπὸ τὰ . τότε θὰ τοῦ χαρίση κι αὐτὸς ἕνα ὁλόχρυσο ποτήρι.σια δῶρα.τι ποθεῖ ἡ καρδιά σου». τοῦ χάρισε ἕνα ἀργυρόδετο σπαθί.

Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ὀδυσσέας.186 χείλη τοῦ τραγουδιστῆ. Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸν Ἀλκίνοο. Πῶς τὸν ἔριξε πρῶτα ἡ μοῖρα του στὴν Ἴσμαρο καὶ τοὺς κακοὺς Κίκονες. πῶς ἔφτασε ὕστερα στὴ χώρα τῶν Λωτοφάγων καὶ ὕστερα στὰ μέρη. Ὁ Ἀλκίνοος προστάζει νὰ πάψη ὁ τραγουδιστής. ποὺ τόσο τὸν καλοδέχτηκαν. θυμᾶται τὰ παλιὰ καὶ δακρύζει πάλι. ὁ γιὸς τοῦ Λαέρτη. ἀφοῦ πέρασε τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη. ὥσπου νὰ φτάση ἀπὸ τὴν Τροία στὸ φιλόξενο νησὶ τῶν Φαιάκων.Γιατί κλαῖς. τοῦ χαρίζει τ’ ὄνομά του: . Ὅλοι κοιτάζουν ξαφνισμένοι τὸν ξακουσμένο ἥρωα. Πρὶν φύγη ἀπὸ τὸ νησί. Ὁ Ὀδυσσέας δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῆ πιά. μήπως στὰ τείχη της ἔπεσε πολεμώντας κανένας στενὸς συγγενής σου ἢ καρδιακός σου φίλος καὶ τὸν κλαῖς. Ἔτσι τὸ θέλει ἡ τάξη.. ποὺ κατοικοῦν οἱ ἄνομοι Κύκλωπες καὶ κατόπι στὴ χώρα τῶν Λαιστρυγόνων καὶ ἔπειτα στὸ νησὶ τῆς Κίρκης καὶ τέλος. ξένε. Καὶ ρωτᾶ τώρα τὸν Ὀδυσσέα: . ὅταν ἀκοῦς τῆς Τροίας τὴν καταστροφή. ἀφοῦ τὰ τραγούδια του κακοκαρδίζουν τὸν ξένο. πῶς ἔφτασε στὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς καὶ τί τράβηξε ἀπὸ κεῖ μέσα στὰ ἀγριεμένα κύματα. Αὐτὸς εἶναι λοιπὸν ὁ τρανὸς Ὀδυσσέας. Μὰ αὐτὰ τὰ εἶχε ἀνιστορήσει καὶ πρωτύτερα στοὺς . Καὶ ὁ Ὀδυσσέας ἀνιστορεῖ τώρα στὴν ἀράδα τί εἶδε καὶ τί ἔπαθε τόσα χρόνια. γιὰ νὰ βρεθῆ θαλασσοδαρμένος στὸ νησὶ τῶν Φαιάκων.. ἀπὸ τὴν Ἰθάκη. ποὺ ἡ δόξα του ἔχει ἀνεβῆ ὡς τὰ οὐράνια. ἀρχίζει. πρέπει νὰ φανερωθῆ ποιὸς εἶναι.

Κι ἐκεῖνοι τὸν ἀποχαιρετοῦν καὶ τὸν προβοδίζουν. Ὁ Ὀδυσσέας εὐχαρίστησε τοὺς καλούς του φίλους γιὰ τὴ λαμπρὴ φιλοξενία.187 καλούς του φίλους. Καὶ . γιὰ νὰ γυρίση στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα. τοὺς εὐχήθηκε ὅλα τὰ καλὰ καὶ τοὺς ἄφησε ὑγεία. πόσα βάσανα εἶχε τραβήξει στοὺς ξένους τόπους. ἀκούοντας. Ὁ Ἀλκίνοος τοῦ δίνει ἕναν κήρυκα νὰ τὸν φέρη τιμητικὰ στὸ γιαλὸ καὶ στὸ γοργὸ καράβι. Μιὰ καὶ ἦρθες στὸ νησί μου καὶ στὸ παλάτι μου. Καὶ γρήγορα θὰ φτάσης στὸν τόπο σου καὶ τοὺς δικούς σου.Τὰ βάσανά σου τελειώνουν ἐδῶ. Καὶ ὁ Ἀλκίνοος τοῦ εἶπε: . Τὸ καράβι σὲ περιμένει στὸ λιμάνι. δὲ θὰ περιπλανη·θῆς πιά. Καὶ σταμάτησε ἐδῶ. ᾽Ὀδυσσέα. σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες. Ὅλοι κοίταζαν μὲ θαυμασμὸ τὸν πολύπαθο ἥρωα.

Οἱ ναῦτες λύνουν τὰ σκοινιὰ ἀπὸ τὶς δέστρες. . ΚΑΡΑΒΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΦΤΕΡΑ Καράβι ἀνοίγει τὰ φτερά. Βραδιάζει. Τὰ κουπιὰ βουτοῦνε ὅλα μαζὶ στὴ θάλασσα. θ’ ἀντικρίση τ’ ἀγαπημένα βουνὰ τῆς Ἰθάκης. τὴν ἄγκυρα σηκώνει. Ὁ Ὀδυσσέας ξαπλωμένος στὸ κάσαρο τῆς πρύμης ἔχει ἀποκοιμηθῆ γλυκά. Σὲ λίγο βρίσκεται στὸ καράβι. Εἶναι ἡ ὥρα νὰ σαλπάρουν. Ὁ Ὀδυσσέας ξεκινάει. Ἕνας καπνὸς θὰ ξεχωρίζη μακριὰ στὸν οὐρανό.«Καράβι. Τὸ καράβι σκίζει σὰ γοργόφτερο πουλὶ τὸ κύμα. Μὴν τὰ πιστέψης! Ἄπιστες εὐχές. Ὅταν ξυπνήση. θ’ άκούσης «καλῶς ὃρισες» ἀπὸ χιλιάδες χείλια. ποὺ ἀγέρας παίρνει καὶ τὶς σκορπᾶ στὸ δρόμο του καὶ πίσω δὲν τὶς φέρνει! . Καραβοκύρης στέκεται κρατώντας τὸ τιμόνι. Πόσα χρόνια τὸν πόθησε ἡ ψυχή του! Θὰ εἶναι ὁ καπνός ποὺ θ’ ἀνεβαίνη ἀπὸ τὴ στέγη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ. στὰ ταξίδια σου θὰ βρῆς λιμάνια χίλια. φορτωμένες μὲ τὰ πλούσια δῶρα καὶ τὰ φαγώσιμα τοῦ ταξιδιοῦ. 13.188 ἡ Ἀρήτη προστάζει τὶς δοῦλες της νὰ τὸν συνοδέψουν.

1. 1. 14. Ἰ. 2. Ἀπὸ τὸ θέρο ὡς τὶς ἐλιὲς δὲν ἀπολείπουν οἱ δουλειές. Ἰούλιος. Ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ Θεριστῆ τοῦ δρεπανιοῦ μας ἡ γιορτή. τὴ μόνη εὐχή. εὐτυχία ὅλον τὸ χρόνο. Ἰούνιος. Ποὺ μοχτάει τὸ χειμώνα. δὲν εἶν’ καλοκαιράκι. Κάψες τὸν Ἁλωνάρη.189 Τὸ μόνο «καλῶς ὅρισες». Πολέμης. ποὺ πιάνει. θὰ τὴν ἀκούσης στὸ φτωχὸ τοῦ τόπου σου λιμάνι». Μὴ σὲ γελάση ὁ βάθρακας ἤ τὸ χελιδονάκι· ἂν δὲ λαλήση ὁ τζίτζικας. 3. χαίρεται τὸν Ἁλωνάρη. β’. ΤΙ ΛΕΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ α’. 2. .

διπλὸ φτάνει καὶ περισσεύει. τ’ Αὐγούστου τὸ φεγγάρι. μαγειρεύουν. νὰ σὲ εἶχα πρῶτα. Αὔγουστε. 1. ὁπόχει νὰ τρυγήση. καλέ μου μήνα. Αὔγουστος. . Τὸν Αὔγουστο τὸν χαίρεται. 3. πέφτει μέσα αὐτὸς ὁ ἴδιος. Τοῦ φτωχοῦ τὸ σκοινὶ μονὸ δὲ φτάνει. νάσουν τρεῖς βολὲς τὸ χρόνο! 2.190 γ’. Ὑστερνή μου γνώση. 4. Τόνα χέρι νίβει τ’ ἄλλο καὶ τὰ δυὸ τὸ πρόσωπο. Τῶν φρονίμων τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν. Καλὸς ὁ ἣλιος τοῦ Μαγιοῦ. ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 1. 4. 5. 15. 3. Ὅποιος σκάφτει λάκκο σ’ ἄλλον. 2. Κάθε πράμα στὸν καιρό του κι ὁ κολιὸς τὸν Αὔγουστο. 6 Ἡ ὁμόνοια φτιάνει σπίτι καὶ ἡ διχόνοια τὸ χαλάει.

Βόηθα με νὰ σὲ βοηθῶ. πέφτει καὶ σὲ πλακώνει. Ἀκόμη δὲν τὸν εἴδαμε. ν’ ἀνεβοῦμε τὸ γκρεμό. 8. . Γιάννη τὸν ἐβγάλαμε.191 7. 9. Ἄν δὲν παινέσης τὸ σπίτι σου.

γιὰ νὰ δροσιστοῦν κι αὐτοὶ καὶ νὰ δώσουν μιὰ εὐχὴ στὶς ψυχὲς τῶν πεθαμένων τοῦ νοικοκύρη. ἔχοντας κι ἕνα παιδὶ γιὰ βοηθό.οὐλλάχ». Μὰ ἐμεῖς θέλαμε νὰ εἶναι δροσερὸ καὶ παγωμένο. Τὸ κυνηγητὸ καὶ τὸ κρυφτὸ μᾶς ἀπορροφοῦσαν τόσο. φεύγοντας . σεμπὶλ» τοῦ νυχτοφύλακα. ποὺ ἀξένοιαστα τὸ καλοκαίρι ἔτρεχα παίζοντας καὶ γελώντας μὲ τοὺς μικροὺς φίλους μου. Ἔκανε μνημόσυνο γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν πεθαμένων συγγενῶν του. ποὺ μᾶς πρόσφερνε τὸ δροσερό νεράκι. ἐπρόσφερνε πρόθυμα νερὸ καλό.192 « ΣΕΜΠΙΛ . ἐκτελώντας χρέη νερουλᾶ. σεμπὶλ . σ’ ὅλους τοὺς διαβάτες.«Σεμπὶλ . καθαρὸ καὶ παγωμένο.σεμπίλ. Τί ὡραῖο ἔθιμο! Ὅσοι ἔπιναν.ΟΥΛΛΑΧ » (διὰ παράκλησιν Θεοῦ). Τὸ ἄκουσμα τῆς φωνῆς αὐτῆς ἠλέκτριζε ὅλα τὰ παιδιά. ἐξακολουθοῦσε νὰ διαλαλῆ καὶ διαρκῶς κατέφθαναν καινούργιοι διαβάτες. Ὁ νυχτοφύλακας. Καὶ μόνο κάπου κάπου νοιώθαμε τὴ δίψα στὰ ξεραμένα χείλια μας. ποὺ πολλὲς φορὲς ξεχνούσαμε καὶ τὸ φαγί. χωρὶς καμιὰ πληρωμή. . Τρέχαμε ἀκράτητα γιὰ νὰ πιοῦμε καὶ νὰ δροσιστοῦμε ὄχι σὲ καμιὰ πηγή. πρόσχαρος καὶ γελαστός. Νερὸ εἶχε ἄφθονο στὴν πολιτεία μας. Ἴσαμε τώρα θαρρῶ. μὰ μπροστὰ σ’ ἕνα βαρέλι εὐεργετικό. Ἤμουν μικρὸ παιδάκι. πὼς ἀκούω τὴν εὐχάριστη κραυγὴ «σεμπίλ. Ὁ καυτερὸς ἥλιος μᾶς ἔψηνε ὁλημερίς.

Οἱ προύχοντες τῶν χωριῶν διορίζουν ἕνα ἀρχηγὸ τῆς γιορτῆς «γιαϊλᾶ. γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσουν καὶ γιὰ κρεβατοκάμαρες. πολλὰ χωριὰ μαζὶ κάνουν κοινὴ συγκέντρωση σὲ μιὰ τοποθεσία ἐξοχική. ποὺ θὰ διευθύνη ὅλη τὴ γιορτή. Ἅμα τελειώσουν οἱ ἀγῶνες.ρεϊσῆ». Τὶς ἄλλες μέρες γίνονται ἀγῶνες πάλης «γκιουλοῦς». ὅσες μέρες διαρκέση ἡ πανήγυρη. Χρυσὴ δουλειὰ κάνουν μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ὅσοι . Οἱ χωρικοὶ ἔρχονται μὲ τὶς βοδάμαξές τους. Τὴν πρώτη μέρα θὰ γίνουν οἱ θυσίες τῶν ζώων καὶ τὰ κρέατα τῶν σφαχτῶν θὰ μοιραστοῦν ἐκεῖ σ’ ὅλους τοὺς γνωστοὺς καὶ φίλους. ποὺ νὰ εἶναι ἀνάμεσα στὰ χωριὰ τῆς περιφερείας. Τέτοιες γιορτὲς γίνονται ἢ κατὰ τὴν ἄνοιξη. ὕστερα ἀπὸ τὸ πούλημα τῶν σιταριῶν καὶ σταφυλιῶν. Σ’ αὐτὲς οἱ Μουσουλμάνοι ἔχουν μεγάλη ἀγάπη καὶ οἱ παλαιστὲς (πεχλιβὰν) θεωροῦνται ὑπεράνθρωποι καὶ ἄξιοι θαυμασμοῦ. σκεπασμένες μὲ πανί. «ΓΙΑΪΛΑ ΒΕ ΤΕΚΕ ΜΠΑΪΡΑΜΛΑΡΗ» (Γιορτὲς τῆς ἐξοχῆς καὶ τοῦ πράσινου). Ὕστερα ἀπὸ τὴ συγκομιδὴ καὶ ἅμα τελειώσουν οἱ γεωργικὲς ἐργασίες. ὓστερα ἀπὸ τὸ πούλημα τῶν καπνῶν. γίνεται ἐκ τοῦ προχείρου ἀγοραπωλησία ζώων (χαϊβὰν παζαρῆ).193 ἔλεγαν «ὀλενλερὶν τζανλαρινῆ Ἀλλὰχ ραχμὲτ ἐϊλεσὶν» (ὁ Θεὸς ἂς ἀναπαύση τὶς ψυχὲς τῶν πεθαμένων). ἢ τὸ φθινόπωρο.

. οἱ λεμπλεμπιτζῆδες. οἱ σποριατζῆδες καὶ ἄλλοι. . Οἱ ὑποψήφιοι τυμπανισταὶ παρουσιάζονται μπροστὰ σὲ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν Ἰμάμη. . καταφθάνουν διάφοροι σκοινοβάτες. μὲ συνοδεία ὀργανοπαιχτῶν ἀθιγγάνων καὶ διαφόρων μουσικῶν ἀμανετζήδων. γιὰ νὰ παραδοθῆ τὸ τύμπανο στὸν τελευταῖο πλειοδότη. τὸ Μουχτάρη καὶ ἄλλους τσορμπατζῆδες τοῦ χωριοῦ καὶ ἀρχίζουν οἱ προσφορὲς γιὰ τὸ νοίκιασμα τοῦ ταβουλιοῦ. Κάποτε. Κι ἔτσι μέσα σὲ γέλια καὶ χαρὲς περνοῦν οἱ 3-5 μέρες τοῦ «γιαϊλᾶ μπαϊράμ». ξεκρεμοῦν τὸ τύμπανο μὲ τὰ λουριὰ καὶ τὰ ἐξαρτήματά του καὶ τὸ φέρνουν στὴν πλατεῖα. φίλοι τοῦ τυμπάνου. φωνάζει ὁ Ἀλῆς. γιὰ τὸν ἱερὸ μῆνα τοῦ Ραμαζανιοῦ.194 πουλοῦν ζαχαρωτά. Κι ἔτσι συνεχίζεται ὁ πλειστηριασμὸς μὲ ὅλες τὶς . γίνονται καὶ δεήσεις ἀπὸ τοὺς ἰμάμηδες τῶν γειτονικῶν χωριῶν πρὸς τὸ Θεό. ὕστερα ἀπὸ τὸ πρωινὸ ναμάζι. ζητοῦν νὰ γίνουν τυμπανοκροῦσται τοῦ χωριοῦ. Ἄν ἡ γιορτὴ γίνη τὴν ἄνοιξη. φωνάζει ὁ Χασάν. φωνάζει ὁ Ἐκρέμ. ἂν μάθουν ἐγκαίρως τὴ γιορτή. γιὰ βροχή. ΤΟ ΝΟΙΚΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΥΜΠΑΝΟΥ Ἕνα μῆνα πρὶν ἀπὸ τὸ Μπαϊράμι ἀρκετοὶ νέοι. Τὴν Παρασκευή. Θὰ γίνη πλειστηριασμός.600 ἀπὸ μένα.300 δραχμὲς ἀπὸ μένα.500 δραχμὲς ἀπὸ μένα. θηριοδαμαστὲς καὶ σαλτιμπάγκοι. οἱ σερμπετζῆδες.

γιὰ ν’ ἀποκτήση κανεὶς τὸ ἀξίωμα τοῦ τυμπανοκρούστου. νταχὰ τσὸκ καποὺμ βὰρ γκεζιλετζέκ». τραγουδοῦν οἱ τυμπανοκροῦσται. καπνό. φροῦτα. Ὁ τυμπανοκρούστης εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἡμέρας ὅλο τὸν ἱερὸ μῆνα τοῦ Ραμαζανιοῦ. Ὥστε χρειάζεται ἀγῶνας καὶ χρηματικὴ θυσία. Ὁ τυμπανοκρούστης καὶ οἱ βοηθοί του γυρίζουν τὰ σπίτια δυὸ φορές. Λεφτά. ἔχοντας τὸ γενικὸ πρόσταγμα σ’ ὅλους τοὺς κατοίκους. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ τὶς μέρες τοῦ Μπαϊραμιοῦ. . τὸ φαΐ.195 διατυπώσεις του. Μιὰ στὶς 15 τοῦ Ραμαζανιοῦ καὶ δεύτερη φορὰ στὸ Μπαϊράμι. αὐγά. ὅ. τὸν ὕπνο. Μὰ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ τὰ δικαιώματα ἔχει καὶ φιλοδωρήματα ὄχι λίγα. Κάποτε τυχαίνει νὰ φύγουν μὲ ἄδεια χέρια· τότε γιὰ νὰ φανερώσουν τὴν στενοχώρια τους τραγουδοῦν «μπαξισῆ βερετζέκσινιζ ζὰν ἐττίμ. καὶ ζητοῦν μὲ στιχάκια τὸ φιλοδώρημα «σεκερὶμ βὰρ ἐζιλετζὲκ ἄλ τουλμπεντὲν σουζουλετζέκ. γιατὶ ἀξίζει τὸν κόπο. Ἡ κάθε οἰκογένεια φιλοτιμεῖται κάτι νὰ προσφέρη στὸ νταβουλτζῆ-μπασῆ. γιατὶ ἔχω ἀνόμη πολλὲς πόρτες). ποὺ θὰ τὴν περάσω ἀπὸ κόκκινο τουρμπάνι. γλυκίσματα. Μὲ τὸ χτύπημα τοῦ τυμπάνου. ἀφοῦ κι αὐτὸς ἐκτελεῖ ὑπηρεσία στὴ θρησκεία. γκίνε βέρμεδινιζ» (Νόμισα πὼς θὰ δώσετε τὸ δῶρο μου· πάλι δὲν τὸ δώσατε).τι ἔχει ὁ καθένας. κρέατα. γιὰ τὴν προσευχή. ὥσπου κατακυρώνεται στὸν τελευταῖο πλειοδότη. Ἡ συγκομιδὴ ἀπὸ τὰ μπαξίσια δὲν εἶναι λίγη. μπιζὶμ μπαξισῆ γκιοντέριν. στεῖλτε τὸ δῶρο μας. Καὶ βέβαια. ( Ἔχω ζάχαρη γιὰ κοπάνισμα. τὸ ξύπνημα καὶ κάθε ἄλλη κίνηση. σιτάρι.

ποὺ τὰ δίνουν στὶς πόλεις γιὰ τὸν τυμπανιστή. ἂν εἶναι καλὸς ὁ καιρός. Ὅλες εἶναι πρόθυμες νὰ δώσουν κάτι: πληγοῦρι. τὸν τυμπανιστὴ συνοδεύει ὁ βοηθός του. ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (Γιεδὴ. παίρνει ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ σχολείου καὶ ψάλλοντας πηγαίνουν στὸν τόπο τῆς συγκεντρώσεως. παίζοντας καὶ γελώντας. Ἐκεῖ βγάζουν λόγο. τὰ μαντήλια. ὁ Χότζας καὶ ἡ ὀργανωτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ὅλοι κάθονται σταυροπόδι καὶ τρῶνε ἀπὸ . ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ τύμπανο ἀκολουθοῦν τὰ παιδιὰ φωνάζοντας. κρομμύδια κ. κρατώντας τρεἶς βέργες. καλαμένιες. Εἶναι γιορτή.196 Στὶς πόλεις τῆς Θράκης. Ὁ Χότζας καὶ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ. στὴν ὁποία μετέχουν μόνο γυναῖκες. φασόλια. ἀλεῦρι. Στὶς βέργες αὐτὲς θὰ δεθοῦν σὰν σημαιοῦλες. Τὴν ὡρισμένη μέρα μαζεύονται καὶ ἀρχίζουν τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὰ φαγητά. Πρὶν ἀπὸ πολλὲς μέρες ἀρχίζουν οἱ ἑτοιμασίες. λίγη ὥρα πρὶν ἀπὸ τὸ μεσημέρι. Τὴ μέρα ποὺ γίνεται ἡ συγκέντρωση τῶν γυναικῶν στὴν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ. Μιὰ ἐπιτροπὴ ἀπὸ γυναῖκες γυρίζει καὶ μαζεύει ἀπό ὅλα τὰ σπίτια τρόφιμα εἰδῶν εἰδῶν. ἀπὸ κεῖνες ποὺ μεταχειρίζονται οἱ ψαράδες. πολὺ ψηλές.κιζλὰρ ἀσῆ). Κάποτε. οἱ ἄντρες μαζεύονται ἀλλοῦ. τοὺς καφέδες. ἄ. μαζεύονται καὶ σὲ ἐξοχικὸ μέρος. ζάχαρη. ποὺ ἔχει νερό. Ἐννοεῖται. τραχανᾶ. τὰ ἀϊράνια (γιαοῦρτι ἀραιωμένο). τὰ γλυκίσματα.

μὲ χαρὰ καί εὐθυμία. τύφο. Τὸ βράδυ διαλύονται ὁ μαθητικὸς καὶ ὁ γυναικεῖος κόσμος. τὰ φαγιά τους. Ὁ τυμπανιστὴς πρωὶ πρωὶ. Ἀφοῦ χορτάσουν καὶ σηκωθοῦν ἀπὸ τὸ κοινὸ τραπέζι. ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΜΠΑΪΡΑΜΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΡΟΜΟΥ ΑΝΤΡΩΝ Σὲ πολλὰ χωριὰ τῆς Θράκης τὶς ἡμέρες τοῦ Μπαϊραμιοῦ οἱ ἄντρες γιορτάζουν ὃλοι μαζί. πὼς τὸ μεσημέρι θὰ γίνη κοινὸ τραπέζι σὲ ὡρισμένο μέρος.197 κοινὰ πιάτα μὲ χαρὰ καὶ εὐθυμία. Ὁ μπεξῆς τοῦ χωριοῦ ἢ ὁ κεχαγιᾶς τὰ παρατάσσει σὲ γραμμὴ καὶ ὅλοι οἱ νοικοκύρηδες ἀδερφωμένοι καὶ ἔχοντας στὴ μέση τὸ χότζα καὶ τὸ μουχτάρη. Ὅλοι οἱ νοικοκύρηδες τότε φέρνουν μέσα σὲ σαχανάκια χάλκινα. Στὸ τέλος ὁ Χότζας ἀπαγγέλλει δέηση στὸν Ὕψιστο γιὰ νὰ προφυλάξη τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀπὸ εὐλογιά. τὸν εἰδοποιεῖ. Σ’ αὐτὸν παίρνουν μέρος οἱ νέοι τοῦ χωριοῦ. ἱλαρὰ καὶ ἄλλες κολλητικὲς ἀρρώστιες. Ἕνας νέος κρατώντας στὸ χέρι σαχάνι κλειστὸ στέκεται μακριὰ σὲ ἀπόσταση 10-15 μέτρων καὶ πίσω του ὅσοι θὰ . φωνάζουν τοὺς φτωχοὺς γιὰ νὰ γευτοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὰ φαγιὰ ποὺ ἔμειναν. Στὸ τέλος γίνεται ἀγώνας δρόμου. τρῶνε ὅλοι ἀπὸ τὰ φαγιὰ μέσα σὲ γενικὴ χαρά. Ὅσοι εἶναι ἀστεῖοι διηγοῦνται στὴν παρέα διάφορα ἀστεῖα παραμύθια ἤ ἄλλα ἀνέκδοτα. χτυπώντας τὸ νταβοῦλι στέκεται σὲ κάθε πόρτα καὶ καλώντας τὸ νοικοκύρη.

ἀνάμεσα στὰ κοιλώματα καὶ βαθουλώματα τῶν βουνῶν βρίσκονται τὰ χωριὰ κι οἱ ἀγροικίες τῶν Ἀγριάνων. Μὲ τὸ σύνθημα τοῦ μουχτάρη τρέχει ἐκεῖνος ποὺ κρατᾶ τὸ σαχάνι καὶ ἀπὸ πίσω του οἱ ἄλλοι. γιὰ νὰ μαζέψουν ἕνα φόρτωμα ξύλα. Οἱ ἄντρες εἶναι μικρόσωμοι καὶ γρήγοροι στὸ περπάτημα. . Λαὸς πολεμικὸς καὶ ἀνδρεῖος. ποὺ μὲ ἕνα ξερὸ κομμάτι μπομπότας. Τὸ βράδυ ὅλη ἡ παρέα γυρίζει στὸ χωριὸ μὲ γέλια καὶ τραγούδια. Ὅποιος ἀπὸ τοὺς τελευταίους φτάση πρῶτος τὸ νέο μὲ τὸ σαχάνι καὶ τὸ ἁρπάξη ἀνακηρύσσεται νικητὴς στὸ τρέξιμο. Γιατὶ σημαίνει βλάκες. Εἶναι δὲ τόσο ἔξυπνοι. Εἶναι τόσο καρτερικὲς καὶ ὑπομονητικές. ἔχοντας μπροστὰ τὸ νικητὴ τοῦ δρόμου. προχωροῦν 2-3 καὶ 4 ὧρες κάποτε μέσα στὰ δάση. Οἱ γυναῖκες τους εἶναι πάρα πολὺ ἐργατικές. ποὺ τοὺς τὴν ἐπέβαλαν ξένοι ἐπιδρομεῖς πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια. Ἀγαποῦν τὴν ῾Ελλάδα εἰλικρινά. Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΡΙΑΝΩΝ (ΠΟΜΑΚΩΝ) Πάνω στὴν ὀροσειρὰ τῆς Ροδόπης. Οἱ ἴδιοι δὲν ἀνέχονται τὴ δεύτερη ἐπωνυμία. Οἱ ἴδιοι χαίρονται καὶ τὸ ἔχουν καμάρι γιατὶ εἶναι Ἀγριάνες.198 τρέξουν. ποὺ σὲ λίγον καιρὸ μαθαίνουν νὰ μιλοῦν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα καλύτερα ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα. Τὰ παιδιά τους εἶναι πολὺ γερὰ καὶ ροδοκόκκινα. ποὺ τοὺς ἀποκαλοῦν Πομάκους.

ὁ τσορμπατζῆς τοῦ χωριοῦ μὲ τοὺς πολλοὺς ἐργάτες του. Ὁ Ἀλὴ. Τὸ ἀδειανὸ βαρέλι τοῦ Μεχμὲτ ἔκανε δυνατὸ κρότο στὸ κάθε κύλισμά του. Τὸ βράδυ . ὥσπου τοὺς ξύπνησε ἀπὸ τὴ συλλογή τους ἡ ἄγρια φωνὴ τοῦ ἐπιστάτη. ἔχοντας τὰ ψώνια ποὺ ἀγόρασαν μὲ τὴν ἀξία τῶν ξύλων. γιὰ ποιά αἰτία νὰ γίνεται ἔτσι. μετὰ τὸ μεσημέρι κατεβαίνουν στὴν πόλη. Ὁ Μεχμὲτ κι ὁ Κιαζὶμ ἀνταμώθηκαν στὸ δρόμο κυλώντας ὁ ἕνας τὸ ἄδειο κι ὁ ἄλλος τὸ γεμᾶτο βαρέλι. ΤΟ ΑΔΕΙΑΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΜΑΤΟ ΒΑΡΕΛΙ Ἕνα χωριὸ τῆς Κομοτινῆς. γιατὶ ἦταν βαρὺ καὶ δὲν ἔβγαζε κρότο πολύ. Ὁ τρυγητὸς εἶχε τελειώσει καὶ ὁ μοῦστος ἔβραζε μέσα στὰ πελώρια βαρέλια. Οἱ δυὸ φίλοι σταμάτησαν γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ ρωτοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. ἔβαζε τὸ κρασὶ μέσα σὲ βαρέλια. Κάμποση ὥρα σκέφθηκαν. τὸ καλὸ νερὸ καὶ τὸ γλυκὸ κλῖμα. ἔχει πολλὰ ἀμπέλια καὶ εἶναι ὀνομαστὸ γιὰ τὸ καλὸ κρασί του.199 Πολλὲς φορὲς τὴν ἴδια μέρα. γιατὶ τοὺς τρέφει ὁ καθαρὸς ἀέρας.ἀγάς. Κι ἔτσι ἔβλεπε κανένας ἄλλα βαρέλια γεμᾶτα νὰ φεύγουν ἀπὸ τὴν κρασαποθήκη κι ἄλλα νάρχωνται ἄδεια γιὰ νὰ γεμίσουν. Μὰ δὲν μπόρεσαν νὰ δώσουν καμιὰ ἐξήγηση. Εἶναι ὅλοι τους ζωηροὶ μὲ κορμιὰ γερά. γιὰ νὰ πουλήσουν τὰ ξύλα καὶ τὸ βράδυ ξαναγυρίζουν στὸ χωριό. Ἦταν Νοέμβρης. Τὸ γεμᾶτο βαρέλι τοῦ Κιαζὶμ κουνιόταν σιγὰ σιγά.

λίγα νὰ λέτε καὶ πολλὰ ν’ ἀκοῦτε.Ὁ κόσμος. καλὴ ὥρα βαρέλι. Γι’ αὐτὸ καὶ σεῖς. . Μὰ οἱ γνωστικοὶ καὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι. Ὅσοι ἄνθρωποι εἶναι ἄμυαλοι. γιὰ νὰ γίνετε φρόνιμοι ἄνθρωποι. ποὺ τοὺς ἀγαποῦσε σὰν παιδιά του. μοιάζουν μὲ τὸ γεμᾶτο βαρέλι. νὰ τοὺς ἐξηγήση. ἔτσι εἶναι φτιασμένος. Ὁ Ἀλὴ-ἀγὰς χαμογέλασε μὲ καλοσύνη καὶ τοὺς εἶπε: . παιδιά μου. ποὺ κυλᾶ ἀργὰ-ἀργὰ καὶ δὲν κάνει θόρυβο.200 ρώτησαν δειλὰ δειλὰ τὸν ᾽Αλὴ-ἀγά. ὅλο φωνάζουν καὶ λένε ἀνοησίες. παιδιά μου. σὰν τὸ ἀδειανό.

. . .8 α’. . . . . . . . . . . Ὁ φίλος μου (Ντὲ Ἀμίτσις. Ἡ προσευχὴ τῶν παιδιῶν (ποίημα Γ. .7 2. . . Φθινόπωρο (ποίημα Γ. . . . . . . . . Ἐλπίδα στὸ Θεὸ (ποίημα Γ. Τὸ κοπάδι (ποίημα Ἄ. Σχολικὲς ἱστορίες. . διασκευὴ). . . . . . 14.18 6. . . . Μιὰ εὐγενικὴ ψυχη (Ντὲ ᾽Αμίτσις. . 24 9. . . Στὸ νησὶ. . .34 ΙΙΙ. . . 15 δ’. . . . . . . Οἱ θυγατέρες τοῦ Ἥλιου. .201 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Α’. διασκευὴ). 8. . Ἕνα ἀξέχαστο μάθημα. 20 7. . 21 ΙΙ. . . . . . 9 3. . Οἰκογενειακὲς ἱστορίες. . . . . . . Ι6 5. Τὸ φθινόπωρο. Πολέμη) . Ὁ ψαρὰς (ποίημα Ἰ. . Σελὶς 1. .45 ΙV. Στὸ βουνὸ. Δροσίνη). . . . ΚΥΚΛΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1. . . Ἡ προσευχὴ τῶν παιδιῶν. . . . . . . . Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν μύθων Σελὶς . . . . .39 15. Στὴνπόλη. . Βιζυηνοῦ). . . . . . . . . . . . . . . Βρέχει. . . .14 γ’. . . . Βιζυηνοῦ). Τὰ ταξιδιάρικα πουλιὰ καὶ ὁ σπουργίτης. . . 12 4. . . Κατακουζηνοῦ). . . . . . . Στὸν κάμπο. Ἱστορίες γιὰ τὰ ζῶα. . .30 12. . . . . . .29 11. . . . 32 13. . . Τὸ ἀλέτρι (ποίημα Ἰ. . . 11 β’. . . . . Τὸ πρῶτο μάθημα. Πολέμη). . . . 27 10.

. . . . . . . . Ἔρχομα. . . . . . . . .52 21. . 79 ΙΙΙ Θρησκευτικὲς ἱστορίες. . Οἱ θεοί τοῦ ᾽Ολύμπου. . . . Ὁ σιδηρουργὸς . . . . . . ὁ σκύλος τοῦ Ὀδυσσέα . 94 . . . 13. . . . . . 45 17. . Ἱστορίες γιὰ τὰ ζῶα. .57 3. . . . . . . . . . Παροιμίες . . . . . . Ὁ Δανιὴλ ἀνάμεσα στὰ λιοντάρια. . . . . . 20 Τί λένε γιὰ τοὺς μῆνες τοῦ φθινοπώρου. . Κοινωνικὲς ἀρετὲς καὶ κακίες 7. . . . . . . . . . . . . . . . 9. . . . . . . Ὁ πονόδοντος τῆς Ἀννούλας .57 2. 49 19. . . . . Οἰκογενειακὲς ἱστορίες 1.78 ΙΙ. . . ΚΥΚΛΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ Ι. . Παπαντωνίου) . . . 18. . Τὸ παντοπωλεῖο τῆς κυρα Γιαννούλας . . . Καρυωτάκη . . . . . . Χιόνι (ποίημα Κ. 50 IV. . . Ἀλεποὺ καὶ σταφύλι. Ὁ μοῦτσος .202 47 16. . . Λόγια τοῦ λαοῦ. . 8. Ἡ φωτιὰ καὶ τὸ νερὸ. . .85 10. Ἀσχολίες καὶ ἐπαγγέλματα. . . Ὁ περήφανος καπνὸς (ποίημα Ἰ Πολέμη). Ὁ Ἄργος. . . . . Ὁ σιδερὰς (ποίημα Τ. . . . . . . 82 ΙV. . 58 Β’. . Ἡ γριὰ καὶ τ’ αὐτοκίνητα. 66 5. Τὰ χιονιταράκια καὶ ὁ καλὸς κυνηγὸς. Οἱ φίλοι μας. 90 V. . . . Ἀγροτικὸ (ποίημα Ζ. .89 12. Ἄγρα). . . 87 Σελὶς 11. . . . . . . . . . Μία περίεργη μηχανὴ.62 4.92 14. .71 6.

Ὁ Φαέθοντας · · · · · · · · · · · 103 19. Πολέμη . . .123 6. . . . Ἔρχεται ἡ Ἄνοιξη . . Τί λένε νιὰ τοὺς μῆνες τοῦ χειμώνα . . . Ὁ Χρηστάκης πετάει . . . . . . Ἀπὸ τὴν ἀρχαία μυθολογία. Τὸ πατρικὸ σπίτι (ποίημα Ἰ. . Λόγια τοῦ λαοῦ. . . . 124 7. . . . Ὁ ψαρὰς καὶ τὸ ψαράκι . Παροιμίες . . ἡ θερμάστρα καί ἡ σκούπα . . . Τὸ εὐλογημένο χωριὸ . . . . .108 21. . . . . . . . Πολέμη) . . 116 ΙΙ. Δροσίνη) . 101 17. . . .107 VΙΙΙ. Ἱστορίες τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς πόλης. 18.97 VI. .109 Γ. . . . . . . Οἱ πειρασμοὶ (ποίημα Μυρτιώτισσας) . Τὰ παράξενα φροῦτα . Τὸ καταραμένο χωριὸ . .113 2. . Ἡ παγωνιέρα. . .) . .136 ΙΙΙ. . Τὸ πατρικὸ σπίτι . . . .203 15. .116 4. Τὸ παιδὶ καὶ ὁ Ἥλιος (ποίημα Μ. . . Ἀπὸ τὴ Φύση. . . . 140 . . . ΚΥΚΛΟΣ ΑΝΟΙΞΗ Ι. . . . Τζίτζικας καὶ μυρμήγκι (διάλογος Ἰ. . . . . . . . Ἡ φουρτούνα . . . . . . . . 20. . . . . . 3. 1. . . . Β. . . 132 8. Μύθοι 16. .102 VII. .137 10. . 9. Οἰκογενειακὲς ἱστορίες. . . Ἀνοιξιάτικη αὐγὴ (ποίημα Γ. .121 5.

. Μητρικὴ στοργὴ . . . .153 VΙ Λόγια του λαοῦ.166 Σελὶς ΙΙΙ. . Ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο . . . . . . Ἱστορίες γιὰ τὰ ζῶα. . Πολέμη) . . . . . . . . 5 4η Αὐγούστου . . . .148 V. Ἡ αὐγὴ (ποίημα) . . γιὰ τοὺς μῆνες τῆς ἄνοιξης . . Κατασκηνώσεις . . Ἡ πηγὴ (ποίημα Ἰ. . Ὁ Ἀχιλλέας .143 IV. . . . . . . .160 4. . . . . . . . . 3. 146 14. Ἀπὸ τη φύση. . . Καρβουνιάρης καὶ λευκαντὴς . . . . . Ἀνατολὴ (ποίημα Ἰ. 160 ΙΙ. Ἱστορίες γιὰ τὰ ζῶα. Σολωμοῦ) .170 8. . . Πολέμη) . . . Παραδόσεις γιὰ τὰ ζῶα . Κοινωνικὲς ἱστορίες. . . . . . Ἀπὸ τὴ μυθολογία. Ὁ στρατὸς περνάει . . Τί λένε. . . . . . . . . Παροιμίες . . . . Τὸ λουτρὸ . .154 18. . . . . . . . . . . 167 6. . . . .149 16.171 9. . . Ὁ πεῦκος (ποίημα Ζ. 12. .204 11. . . . .145 13. . 17. . ΚΥΚΛΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ Ι. Οἰκογενειακὲς ἱστορίες. Μεταξᾶ) . . . . 1. Παπαντωνίου) . . . . . 15. . . . . . Ὕμνος τῆς Εθνικῆς Νεολαίας (ποίημα Σ. .168 7. . Ἐθνικὸς ὕμνος (ποίημα Δ. .159 2.155 Δ’. . . 171 ΙV. . .

. . . . Ἕνα ἀξέχαστο μάθημα 3. .Παροιμίες . . . . Τὸ νοίκιασμα τοῦ τυμπάνου . . . . .189 15. Θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικὲς ἱστορίες. Πολέμη) . . . .198 22. . . Ἡ ζωὴ τῶν Ἀγριάνων (Πομάκων) . . . Ἡ φωνακλοὺ ὄρνιθα (ποίημα Ζ. 12. . . Τὸ κοινὸ τραπέζι τοῦ Μπαϊραμιοῦ καὶ ἀγῶνες δρόμου ἀνδρῶν . .190 VΙΙ. . . . . . Ἀπὸ τὴν ἀρχαία μυθολογία. .199 Σημείωμα Α. . Βρέχει . . Λόγια τοῦ λαοῦ. . .205 10. . . Τί λένε γιὰ τοὺς μῆνες τοῦ καλοκαιριοῦ .κιζλὰρ ἀσὴ) . «Σεμπίλ. . . . . 1. . . . 16. 14. . Παπαμιχαὴλ καὶ Καλλιόπης Μητάκι.197 21.188 VΙ. Παπαντωνίου) . . .174 V. . Το κοινὸ τραπέζι τῶν γυναικῶν. . . . . . 175 13. . Βόδια καὶ λιοντάρι . . . . Τὰ κάτωθι ἀναγνώσματα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ βραβευθέντος ἀναγνωστικοῦ Μαρίας Ἰ. 196 20. «Γιαϊλὰ βὲ Τεκὲ μπαϊραμλαρὴ» (γιορτὲς τῆς ἐξοχῆς καὶ τοῦ πράσινου) . . . . .194 19. . Καράβι ἀνοίγει τὰ φτερὰ (ποίημα Ἰ. . . Τὸ φθινόπωρο 2. .1 92 17. . . Τὸ ἀδειανὸ καὶ τὸ γεμᾶτο βαρέλι . . . . (Γιεδὴ.193 18. .Οὐλὰχ» (διὰ παράκλησιν Θεοῦ) . .173 11. Ὁ Ὀδυσσέας στὸ νησὶ τῶν Φαιάκων . .

Μηνᾶν Μηναΐδην. Τὸ κοινὸ τραπέζι τῶν γυναικῶν (Γιεδὴ. «Γιαϊλὰ βὲ Τεκὲ μπαϊραμλαρὴ» (Γιορτὲς τῆς ἐξοχῆς καὶ τοῦ πράσινου) 3. Τὸ νοίκιασμα τοῦ τυμπάνου 4.Δημ. ἐπιθεωρητὴν τῶν μουσουλμανικῶν σχολείων. Οἱ πειρασμοὶ (ποίημα Μυρτιώτισσας).Ἀθῆναι. Τὰ ἀναγνώσματα: 1. Ἔρχομαι 5. Ἡ εἰκονογράφησις τοῦ βιβλίου ἐγένετο ἀπὸ τὸν ζωγράφον κ. Τὸ ἀδειανὸ καὶ τὸ γεμᾶτο βαρέλι. Τὸ κοινὸ τραπέζι τοῦ Μπαϊραμιοῦ καὶ ἀγῶνες δρόμου ἀνδρῶν 6. Π. . Νίκον Καστανάκην. «Σεμπὶλ Οὐλὰχ (διὰ παράκλησιν Θεοῦ) 2. ὀφείλονται εἰς τὸν κ.κ. : Ν.206 4. Ἅπασα ἡ λοιπὴ ὕλη ἐλήφθη ἐκ τοῦ τυχόντος Α’ Βραβείου Ἀναγνωστικοῦ « Ἕλληνόπουλα» τῶν κ.Νιρβάνα . Β. Ἀνάδοχος ἐκτυπώσεως καὶ βιβλιοδεσίας Τιλπέρογλου Μιλτιάδου 7 . Γ. Ἡ ζωὴ τῶν Ἀγριάνων (Πομάκων) 7. Ζήση.κιζλὰρ ἀσὴ) 5.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful