ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ
ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΠΡΑΖΟΡΩΦ, Αντρέι Σεργκέγεβιτς.
ΝΑΤΑΣΣΑ, Νατάλια Ιβάνοβνα, µνηστή του, ύστερα γυναίκα του
ΟΛΓΑ
ΜΑΣΣΑ
ΕΙΡΗΝΑ, αδελφές του
ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ, Φιόντορ Ηλίτς, Καθηγητής Γυµνασίoυ, σύζυγος της Μάσσας
ΒΕΡΣΙΝΙΝ, Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς, αντισυνταγµατάρχης, διοικητής Πυροβολαρχίας
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, Νικολάι Λβόβιτς, βαρόνος, υπολοχαγός
ΣΑΛΙΟΝΙΥ, Βασίλη Βασίλιεβιτς, λοχαγός επιτελείου
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ, Ιβάν Ροµάνιτς, στρατιωτικός γιατρός
ΦΕΝΤΟΤΙΚ, Αλεξέι Πετρόβιτς, ανθυπολοχαγός
ΡΟΝΤΕ, Βλαντίµιρ Κάρλοβιτς, ανθυπολοχαγός
ΦΕΡΑΠΟΝΤ, γερο-φύλακας, στην έδρα του Επαρχιακού Συµβουλίου
ΑΝΦΙΣΣΑ, η παραµάνα, γριά ογδόντα χρονών
Το έργο διαδραµατίζεται σε µια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας γύρω στα 1900

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Στo σπίτι των Πραζόρωφ. Ένα µεγάλο σαλόνι µε κολόνες. Στο βάθος, ανάµεσα από τις κολόνες,
φαίνεται µια άλλη µεγάλη σάλα. Μεσημέρι. Μέρα ηλιόλουστη. Στη µέσα σάλα ετοιµάζουν το τραπέζι
για πρόγευµα. Η Όλγα, µε µπλε σκούρα στολή καθηγήτριας του Γυµνασίου, διορθώνει σχολικά
τετράδια, πότε καθιστή και πότε όρθια. Η Μάσσα, µε µαύρο φόρεµα και το καπέλο στα γόνατά της,
κάθεται και διαβάζει ένα βιβλίο. Η Ειρήνα, µε άσπρο φόρεµα, στέκει παρέκει βυθισμένη σε σκέψεις.
ΟΛΓΑ: Ο πατέρας πέθανε πριν ένα χρόνο, ακριβώς σαν σήµερα στις πέντε του Mάη, τη µέρα της
γιορτής σου, Ειρήνα. Εκανε κρύο πολύ τότε, έριχνε χιόνι. Εγώ ένιωθα πως δε θα μπορούσα να το
βαστάξω... Κι εσύ είχες λιποθυµήσει κι ήσουνα χλωµή, σαν πεθαµένη. Όµως να, πέρασε ένας
χρόνος, και το ξαναθυµόµαστε πια χωρίς πόνο. Εσύ φόρεσες τ' άσπρα σου και το προσωπάκι σου
λάµπει. (το ρολόι χτυπάει δώδεκα) Και τότε χτυπούσε το ρολόι. (Παύση) Θυµάµαι όταν σηκώσανε

τον πατέρα... έπαιζε µουσική, και στο νεκροταφείο πέφτανε κανονιές. Ήτανε στρατηγός και
διοικητής Ταξιαρχίας. Κι όµως δεν ήρθε πολύς κόσµος στην κηδεία. Έβρεχε πολύ. Μια βαριά
βροχή και...
ΕΙΡΗΝΑ: Τι τα ξαναθυµόµαστε ολ' αυτά; (Ο Βαρόνος του Τούζεµπαχ, ο Τσεµπουτίκιν κι ο
Σαλιόνιυ παρουσιάζονται στη µέσα σάλα, κοντά στο τραπέζι)
ΟΛΓΑ: Σήµερα κάνει ζέστη. Μπορούµε να 'χουµε τα παράθυρα ανοιχτά. Κι όµως οι σημύδες
ακόµα δε βγάλανε φύλλα. Ο πατέρας είχε αναλάβει εδώ την διοίκηση της Ταξιαρχίας, πριν έντεκα
χρόνια, και ήρθαµε δω τότε όλοι µαζί απ' τη Μόσχα. Θυµάµαι καλά, τέτοια επoχή στη Μόσχα, στις
αρχές του Mάη, όλα ήταν ανθισµένα. Έκανε ζέστη και όλα ήταν λουσµένα στου ήλιoυ το φως.
Πέρασαν έντεκα χρόνια από τότε, κι όµως τα θυμάμαι αυτά σαν να φύγαµε χθες! Ω! Θεέ µου!
Ξύπνησα σήµερα το πρωί κι αντίκρισα όλο αυτό το φως, είδα την άνοιξη, κι η χαρά πληµµύρισε
την καρδιά µου! Κι ένιωσα µια τέτοια λαχτάρα να ξαναγυρίσω στο σπίτι µας!
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Αµ δε!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κουταµάρες βέβαια! (Η Μάσσα διαβάζοντας αφηρηµένη το βιβλίο σιγοσφυρίζει
ένα τραγούδι.)
ΟΛΓΑ: Μη σφυρίζεις, Μάσσα! Πώς µπορείς; (Παύση) Με το να 'µαι όλη µέρα στο σχολείο κι
ύστερα να τρέχω για ιδιαίτερα µαθήµατα ως αργά το βράδυ, έχω διαρκώς πονοκέφαλο και κάνω
τέτοιες σκεψεις σαν να 'χω πια γερασει. Κι αλήθεια, σ' αυτα τα τέσσερα χρόνια που δουλεύω στο
Γυµνάσιο, κάθε µέρα που περνάει νιώθω στάλα στάλα τα νιάτα µου και τις δυνάµεις µου να
σβήνoυν. Και µέσα µου µεγαλώνει και δυναµώνει µονάχα ένα όνειρο...
ΕΙΡΗΝΑ: Να γυρίσουµε στη Μόσχα! Να πoυλήσoυµε το σπίτι, να δώσουµ' ένα τέλος σ' όλα εδώ
πέρα και δρόµο για τη Μόσχα!
ΟΛΓΑ: Ναι! Όσο πιο γρήγoρα στη Μόσχα!(Ο Τσεµπουτίκιν κι ο Τούζεµπαχ γελούν)
ΕΙΡΗΝΑ: Ο αδελφός µας σίγουρα θα γίνει καθηγητής, μα δε θα μείνει εδώ µε κανέναν τρόπο... Η
µόνη δυσκολία είναι η καηµένη η Μάσσα. Η Μάσσα θα ' ρχεται κάθε χρόνο και θα περνά το
καλοκαίρι στη Μόσχα. (Η Μάσσα σιγοσφυρίζει ένα σκοπό.)
ΕΙΡΗΝΑ: Πρώτα ο θεός, όλα θα πάνε καλά! (Κοιτάζει έξω από το παράθυρo) Τι ωραία µέρα
σήµερα! Δεν ξέρω γιατί είµαι τόσο χαρούμενη! Το πρωί θυµήθηκα πως ήταν η γιoρτή µου κι
ένιωσα τέτοια χαρά... Θυµήθηκα τα παιδικά µου χρόνια, τότε που ζούσε ακόµα η µαµά, κι έκανα
τόσες σκέψεις, τόσες ωραίες σκέψεις!
ΟΛΓΑ: Aλήθεια, σήµερα λάµπεις! Φαίνεσαι πιο όµορφη από κάθε άλλη φορά. Κι η Μάσσα είναι
όµορφη. Ο Αντρέι µας θα 'ταν κι αυτός χαριτωµένος, µα πάχυνε πoλύ κι αυτό δεν του πάει. Εγώ
πάλι γέρασα, αδυνάτισα πολύ... Ίσως γι' αυτό µ' εκνευρίζουν τα κορίτσια στο σχολειό. Σήµερα
όµως που είµαι ελεύθερη, κι είμαι στο σπίτι µου, το κεφάλι µου δεν πονάει και νιώθω σαν να είμαι
πιο νέα από χτες! Είµαι είκοσι οχτώ χρονών µονάχα. Όλα πάνει καλά, όλα δόξα τω θεώ - κι όµως,
θαρρώ πως αν ήµoυν παντρεµένη και καθόµουν όλη µέρα σπίτι µου, θα 'ταν ακόµα καλύτερα.
(Παύση) Θ' αγαπούσα τον άντρα µου.
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, στον Σαλιόνιυ: Λέτε τόσες κουταµάρες. Βαριέται κανείς να σας ακούει.
(Μπαίνοντας στο σαλόνι) Ξέχασα να σας το πω: σήµερα θα σας κανει επίσκεψη ο Βερσίνιν, ο νέος
διοικητής της Πυροβολαρχίας µας. (Κάθεται στο πιάνο)
ΟΛΓΑ: Ωραία, µε πoλλή ευχαρίστηση!
ΕΙΡΗΝΑ: Είναι γέρος;
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Όχι, όχι και τόσο. Σαράντα-σαράντα πέντε το πολύ. (Παίζει σιγανά πιάνο.)
Φαίνεται σοβαρός άνθρωπος. Δεν είναι κουτός, αυτό είναι βέβαιο. Μόνο που λέει πολλά...
ΕΙΡΗΝΑ:Α! Είναι ενδιαφέρον άνθρωπος;
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ναι, αρκετά. Μόνο που έχει γυναίκα, πεθερά και δύο κοριτσάκια. Είναι
παντρεµένος για δεύτερη φορά. Κάνει επισκέψεις και λέει παντού πως έχει γυναίκα και δυο
κοριτσάκια. Θα σας το πει κι εσάς, χωρίς άλλο. Η γυναίκα του µοιάζει σαν μισότρελη, µε µακριά
πλεξούδα. Μεγαλοπιάνεται, φιλοσοφεί, και κάθε τόσο αποπειράται ν' αυτoκτoνήσει, ίσως για να
πικράνει τον άντρα της. Εγώ µια τέτοια γυναίκα θα την είχα παρατήσει από καιρό, όµως αυτός την
υποφέρει και µοναχά παραπονιέται.
ΣΑΛΙΟΝΙΥ, µπαίνοντας στο σαλόνι µε τον Τσεµπουτίκιν: Με το ένα χέρι σηκώνω µόνο είκοσι

πέντε οκάδες, µε τα δυο χέρια µπορώ να σηκώσω ογδόντα-ενενήντα οκάδες. Απ' αυτό λοιπόν
συμπεραίνω ότι δυο άντρες δεν είναι µόνο δυο φορές δυνατότεροι από έναν, αλλά. τρεις φορές και
ακόµα περισσότερο...
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ, διαβάζοντας την εφηµερίδα καθώς έρχεται: “Δια την πτώσιν των τριχών... Δύο
γραµµάρια. ναφθαλίνης εντός φιάλης οινοπνεύµατος! Αναµειγνύετε καλώς! Εντριβαί
καθημερινώς!” (Το γράφει στο σηµειωµατάριό του) Στάσου να το γράψουµε. Μπα, όχι, δε βαριέσαι!
Δεν έχει σηµασία! (Στον Σαλιόνιυ) Λοιπόν, όπως σου έλεγα, από το φελλό του µπουκαλιού περνάτε
ένα µικρό γυάλινο σωληνάκι. Παίρνετε, λοιπόν, κατόπιν μία πρέζα απ' αυτήν την κοινή στύψη και...
ΕΙΡΗΝΑ: Ιβάν Ροµάνιτς, χρυσέ µου Ιβάν Ροµάνιτς!
ΤΣΕΠOYTIKIN: Τι 'ναι µικρούλα µου, τι 'ναι χαρά µου!
ΕΙΡΗΝΑ: Πέστε µου, γιατί είµαι σήµερα τόσο ευτυχισµένη; Σαν να πετάω, κι από πάνω µου
απλώνεται ο απέραντος γαλάζιος ουρανός και κάτι µεγάλα άσπρα πουλιά που πετάνε! Γιατί αυτό;
ΤΣΕΠOYTIKIN, της φιλάει τα δυο της χέρια τρυφερά: Άσπρο μου περιστεράκι!
ΕΙΡΗΝΑ: Όταν ξύπνησα σήµερα το πρωί, σηκώθηκα και πλύθηκα και ξαφνικά µου φάνηκε σαν να
βλεπα τον κόσµο ολοκάθαρα, σαν να 'ξερα πώς πρέπει κανένας να ζει. Χρυσέ µου Ιβάν Ροµάνιτς
τα ξέρω όλα! Ο άνθρωπος, όποιος και να 'ναι, πρέπει να δουλεύει, να µοχθεί µε τον ιδρώτα του
προσώπου του. Και µες στη δουλειά βρίσκεται το νόηµα, ο σκοπός της ζωής του, η χαρά του! Τι
ευχαρίστηση να 'ναι κανένας εργάτης, να σηκώνεται τα χαράματα και να σπάζει πέτρες στο δρόµο,
ή ένας βοσκ6ς ή ένας δάσκαλος που διδάσκει τα παιδιά ή ένας μηχανοδηγός στα τρένα! Ω θεέ µου,
τι είναι ο άνθρωπος! Καλύτερα να 'ναι κανείς ένα βόδι, ένα ταπεινό άλογο και να δουλεύει, παρά
µια γυναίκα που ξυπνά στις δώδεκα το µεσηµέρι, πίνει τον καφέ στο κρεβάτι της και χάνει δυο
ώρες στο ντύσιµό της... Ω, τι τροµερό που είναι! Σαν ένας, που όταν κάνει ζέστη ποθεί το νερό,
έτσι κι εγώ ποθώ να δουλέψω! Κι αν δε σηκωθώ αύριο πρωί πρωί να πιάσω δουλειά, να µη µε
ξαναπείς φίλη σου Ιβάν Ροµάνιτς!
ΤΣΕΠΟΥΤΙΚΙΝ, τρυφερά: Δε θα σε ξαναπώ, δε θα σε ξαναπώ!
ΟΛΓΑ: Ο πατέρας µας έµαθε να ξυπνάµε στις εφτά το πρωί. Τώρα η Ειρήνα ξυπνάει στις εφτά,
αλλά κάθεται στο κρεβάτι της τουλάχιστο ως τις εννιά κι όλο σκέφτεται... Κι έχει µια έκφραση
τόσο σοβαρή!(Γελάει)
ΕΙΡΗΝΑ: Συνήθισες να µε βλέπεις σαν κοριτσάκι, γι' αυτό σου φαίνεται παράξενο όταν µε βλέπεις
σοβαρή. Είµαι είκοσι χρονών!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ο πόθος για εργασία! Ω, θεέ µου, πόσο καλά το καταλαβαίνω αυτό! Δε δούλεψα
ποτέ στη ζωή µου. Γεννήθηκα στην παγερή, την αργόσχολη Πετρούπολη σε µια οικογένεια που δεν
ήξερε τι θα πει δουλειά, δε σκοτιζόταν για τίποτα. Θυμάμαι, όταν γύριζα στο σπίτι από το στρατό,
ένας λακές µου 'βγαζε τις µπότες κι εγώ νευρίαζα εκείνη τη στιγµή, ενώ η μητέρα μου με κοίταζε
µε λατρεία κι απορούσε όταν οι άλλοι δεν έκαναν το ίδιο. Με προφυλάγανε από κάθε δουλειά.
Αµφιβάλλω αν τελικά κατάφεραν να µε προφυλάξουν, αµφιβάλλω! Η ώρα έφτασε! Μια
χιονοστιβάδα κυλά κι έρχεται κατά πάνω µας, µια δυνατή ανεµοµπόρα πλησιάζει... Είναι κιόλας
κοντά µας κι όπου να 'ναι θα σαρώσει από την κοινωνία µας την τεµπελιά, την αδιαφορία, την
αποστροφή µαφς προς την εργασία και τη σάπια πλήξη µας! Εγώ θα. Δουλέψω! Και σε καµιά
εικοσιπενταριά - τριάντα. χρόνια., όλοι οι άνθρωποι θα δουλεύουν, όλοι!
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Εγώ δε θα. δουλέψω!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Εσείς δε λογαριάζεστε
ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Σε εικοσιπέντε χρόνια. εσείς δε θα. υπάρχετε, δόξα. τω θεώ. Σε δυο-τρία χρόνια ή
εσείς θα τινάξετε τα.πέταλα, αγγελούδι µου, ή εγώ θα. χάσω την υποµονή µου και θα.σας φυτέψω
καµιά σφαίρα. στο κεφάλι. (Βγάζει ένα µπουκαλάκι µε άρωµα από την τσέπη του και ραντίζει το
στήθος και τα χέρια του)
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ, γελά: Κι εγώ, µα.την αλήθεια, δεν έκανα ποτέ µου τίποτα. Δεν κούνησα ούτε
το δαχτυλάκι µου από τότε που τέλειωσα το Πανεπιστήµιο. Δε διάβασα. µήτε ένα. βιβλίο - διαβάζω
µονάχα. εφηµερίδες... (Τραβά µια άλλη εφηµερίδα από την τσέπη του) Ορίστε! Ξέρω παραδείγµατος
χάριν από τις εφηµερίδες, πως υπήρξε κάποιος διάσημoς Ντοµπρολιούµπωφ. Αλλά τι έγραψε, αυτό
δεν το ξέρω... Μόνο ο θεός το ξέρει... (Ακούγεται ένας χτύπος κάτω από το πάτωµα)Ορίστε... Με
φωνάζουν από κάτω. Κάποιος θα. ήρθε σπίτι µου. Θα. γυρίσω αµέσως... Μιά στιγµούλα... (Βγαίνει

. Να τον ευxαριστήσεις. είναι τροµερό. µα δεν ντρεπόσαστε. δακρυσµένη: Εγώ σε καταλαβαίνω.) ΑΝΦΙΣΣΑ: Από δω. (Στην Ειρήνα) Αγαπηµένο µου µικρό µου κοριτσάκι.. Γιατί... σε ξέρω από τότε που ήσουνα µωρουδάκι. Μάσσα ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Όταν ένας άντρας φιλοσοφεί. πήγαινε µαζί της. (Στην Ειρήνα) Από τη Νοµαρχία.. αυτό τον Μιχαήλ Ιβάνιτς ή Ποπάπιτς. ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Τίποτα.. γελά: Δε σας το 'λεγα! ΜΑΣΣΑ: Ιβάν Ροµάνιτς. σκεπάζει µε τα χέρια της το πρόσωπό της: Ένα σαµοβάρι! Μη χειρότερα! (Πηγαίνει µέσα στο τραπέζι) ΕΙΡΗΝΑ: Καλέ µου Ιβάν Ροµάνιτς. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ε..βιαστικός χαϊδεύοντας το γένι του) ΕΙΡΗΝΑ: Κάτι σκαρφίστηκε πάλι! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ναι. Σήµερα είµαστε µονάχα εµείς κι εµείς. ΜΑΣΣΑ: Πολύ καλά έκανες. στην Όλγα.κουταµάρα! ΜΑΣΣΑ: Πλάι στην ακροποταµιά. κι είναι τόση ησυχία σαν να 'µαστε στην έρημο. πιο δυνατά: Να τον ευxαριστήσεις από µέρους µου! ΟΛΓΑ: Xρυσή µου νταντά. Αλλά όταν µια γυναίκα ή δυο γυναίκες φιλοσοφούνε. Φωνές. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Αγαπηµένες µου. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. δυσαρεστηµένη: Αχ. δωσ' του λίγη τούρτα. πράσινη βελανιδιά. ΜΑΣΣΑ: Τι θες να πεις µ' αυτό. είναι χρυσή. ολοµόναχος στον κόσµο. Δεν υπάρχει τίποτα καλό µέσα µου. (Σηκώνεται σιγοτραγουδώντας) ΟΛΓΑ: Σήµερα. Κι αν δεν ήσασταν εσείς θα 'χα πεθάνει εδώ και χρόνια. καλές µου. ό. Είµαι πια γέρος. από τον Μιχαήλ Ιβάνιτς Πρωτοπόπωφ. ακούς τέλος πάντων µια φιλοσοφία ή µια σοφιστεία. (Φιλάει την Ειρήνα) Ακόµα µια φορά σου εύχοµαι χρόνια πολλά κι ευτυχισµένα. Γινότανε φασαρία. Τον καιρό που ζούσε ο µακαρίτης ο πατέρας. βγήκε µε πολύ επίσημο ύφος. Φεραπόντ. τροµερέ άνθρωπε. είχαµε πάντα στις γιορτές τριάντα-σαράντα αξιωµατικούς. Κάθε φορά κάνει και µια. Πέρασε.. Πάνω στη βελανιδιά.. είσαστε η µόνη µου χαρά. φέρνοντας µια τούρτα. δεν είσαι πολύ χαρούµενη. αλυσίδα. Ένας ψίθυρος έκπληξης και δυσαρέσκειας) ΟΛΓΑ. Δε θα 'πρεπε να τον καλέσετε! ΕΙΡΗΝΑ: Μα δεν τον προσκάλεσα. εκτός απ' αυτή την αγάπη µου για σας. θυµωµένη: Πάψε να κλαψουρίζεις! (Μπαίνουν η Ανφίσσα και ο Φεραπόντ. φέξε µου και γλίστρισα. ΕΙΡΗΝΑ: Ευχαριστώ. ΕΙΡΗΝΑ: Τι ενοχλητικός που είναι! ΟΛΓ Α: Ναι. Σίγουρα θα σας φέρει σε λίγο κανένα.. είµαι στις κακές µου.. θα σου δώσει τούρτα. “Κιχ δεν πρόκανε να πει γιατί η αρκούδα του 'χε πια ριχτεί!” (Παύση) ΜΑΣΣA. Φεύγω. ΟΛΓΑ... Δεν έχω κέφι σήµερα.. έλα µαζί µου! (Βγαίνει µε τον Φεραπόντ) ΜΑΣΣΑ: Δεν τον χωνεύω αυτό τον Πρωτοπόπωφ. Φεραπόντ Σπυρίντονιτς. ΕΙΡΗΝΑ: Μα γιατί τέτοια πολυέξοδα δώρα! . Μια τούρτα. Κρεµαστή! Κι η αλυσίδα. τα παπούτσια σου είναι καθαρά. (Παίρνει την τούρτα) ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Τι. ένας άχρηστος γεροντάκος. (Η Μάσσα σιγοτραγουδώντας βάζει το καπέλο της) Πού θα πας? ΕΙΡΗΝΑ: Τι παράξενο! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Έχετε γιoρτή στο σπίτι κι εσείς φεύγετε. Σε κρατούσα στα χέρια µου/ Αγαπούσα την καλή σου µητερούλα. ΕΙΡHNA. Αντίο χρυσό µου.δώρο. τον ακολουθεί ορντινάτσα του κρατώντας ένα ασηµένιο σαµοβάρι.. τι ειν' αυτά.. Θα 'ρθω το βράδυ. (Μπαίνει ο Τσεµπουτίκιν. ΑΝΦΙΣΣΑ: Έλα µαζί µου.τι πολυτιµότερο έχω στον κόσµο. Μάσσα. Μη σε πειράζουν αυτά που λέω! (Γελά µεσ' απ τα δάκρυά της) Θα τα πούµε άλλη φορά! Για την ώρα αντίο χρυσό µου!Φεύγω! ΕΙΡΗΝΑ. Σε λίγο θα γίνω εξήντα χρονών. ΜΑΣΣΑ: Δεν πειράζει. καλέ µου άνθρωπε. µα γιατί...

ΕΙΡΗΝΑ: Έντεκα χρόνια. πόσο γρήγορα περνά! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ο Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς είναι από τη Μόσχα. ήµoυν νέος ακόμη.. Δε σας θυµάµαι πολύ καλά. γελάει: Ναι. Θυµάσαι. αγαπούλα µου. Είναι η πατρίδα µας. Τον πατέρα σας όµως τον θυµάµαι πολύ καλά. Όλια! (φωνάζει προς την τραπεζαρία) Όλια.) Ακούς εκεί! Πολυέξοδα δώρα! (Ο στρατιώτης πάει το σαµοβάρι στην τραπεζαρία) ΑΝΦΙΣΣΑ.) Από δω ο συνταγματάρχης Βερσίνιν. Θυµάµαι τρεις αδελφές. θα µε πάρουνε κι εµένα τα κλάµατα! ΜΑΣΣΑ: Μου πέρασε. Μας κάνετε µεγάλη ευχαρίστηση! ΒΕΡΣΙΝΙΝ. σας λέγανε όλοι ταγµατάρχη για να σας πειράζουν. και. εµείς ετοιµαζόµαστε τώρα να πάµε εκεί! ΕΙΡΗΝΑ: Ελπίζουµε να 'µασατε εκεί κατά το φθινόπωρο. µπορώ να τον δω σαν να 'ναι ζωντανός. ξένος. αλλά ο πατέρας σας. Και σε ποια οδό µένατε. Φαίνεστε µεγάλος. αλλά δεν ξέρω γιατί. ΤΟΥZEMΠAX: Θα είναι ο Βερσίνιν! (Μπαίνει ο Βερσίνιν) Ο συνταγµατάρχης Βερσίνιν! ΒΕΡΣΙΝΙΝ. Ανήψουσκα. ναι. είµαι πια σαράντα τριώ χρονών! Είναι πολύς καιρός που φύγατε από τη Μόσχα. Καθώς βλέπετε. και είστε από τη Μόσχα. ε. θυµωµένος και δακρυσµένος: Πολυέξοδα δώρα! Ε. Εγώ ήµoυν αξιωµατικός στο ίδιο σύνταγµα. τρεις αδελφές! Θυµάµαι τρία κοριτσάκια. Μα γιατί κλαις Μάσσα. να τον δεχτείς και να του φερθείς ευγενικά (Καθώς βγαίνει) Κι είναι κιόλας ώρα του πρωινού! Δόξοι σοι ο θεός. είχε τρία µικρά κοριτσάκια. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. Στη Στάραγια Μπασµάναγια (Γελούν κι οι δυο τους ευτυχισµένες) ΜΑΣΣΑ: Φαντάσου να δούµε. ήµoυν ερωτευµένος. Άρχισα την υπηρεσία μου εκεί. Παιδιά µου. ΕΙΡΗΝΑ: Από τη Μόσχα.. Τι έκπληξη! ΟΛΓΑ: Ξέρετε. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μα στη Στάραγια Μπασµάναγια. τα θυµάµαι πολύ καλά! Τα είχα δει με τα μάτια μου! Πώς περνά ο καιρός! Άι! Άι! Άι. 'Ήσασταν εκείνο τον καιρό ανθυπολοχαγός κι είχατε ερωτευτεί κάποια κοπέλα. ήρθα. πόσο µεγαλώσατε! (Μέσα από δάκρυα) Πώς µεγαλώσατε! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. όταν µε λέγανε ερωτοχτυπηµένο ταγµατάρχη. ο συνταγµατάρχης Πραζόρωφ. διασχίζοντας τη σκηνή: Αγαπηµένες µου ήρθε κάποιος συνταγµατάρχης. να λοιπόν.. που µιλούσαµε συχνά για κάποιον ερωτοχτυπηµένο συνταγµατάρχη. χωρίς να το περιµένουµε. ΟΛΓΑ: Θαρρούσα πως τους θυµάµαι όλους και τώρα µονοµιάς! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Λέγοµαι Αλεξάντρ lγνάτιεβιτς. Πόσο µεγαλώσατε! Άι! Άι! Άι! ΕΙΡΗΝΑ: Σας παρακαλώ καθίστε. (Στη Μάσσα) Το πρόσωπό σας µου φαίνεται τώρα πως το θυµάµαι ΜΑΣΣΑ: Εγώ δε σας θυµάµαι. ΕΙΡΗΝΑ: Αλεξάντρ lγνάτιεβιτς. ναι! Τώρα θυµήθηκα! Όλια. Είστε από τη Μόσχα. Ο πατέρας σας υπηpετoύσε εκεί. Στη Μόσχα ερχόµουν ταχτικά σπίτι σας. (Ζωηρά) Α.ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. Τώρα άλλαξα! ΟΛΓΑ: Μα δεν έχετε ούτε µια άσπρη τρίχα. Εκεί γεννηθήκαµε. Όλια.. δεν είµαστε καλά! (Στο στρατιώτη) Πήγαινέ το εσύ µέσα το σαµοβάρι.... Ω. Είναι από τη Μόσχα. πόσο χαίροµαι! Μα είσαστε θαρρώ. ΒΕΡΣΙΝΙΝ. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. έλα επιτέλους! (Η Όλγα έρχεται µέσα από τη σάλα. Σπούδασα στη Μόσχα. Αν κλείσω τώρα τα µάτια µου. ΕΙΡΗΝΑ: Όλια. ένα συντοπίτη µας. τι παράξενη που είσαι! (Μέσα από δάκρυα) Να. (Περιγελαστικά.. διοικητής του Πυροβολικού. αλλά δεν είστε γέρος. Κι εσείς η Μάσσα. στη Μάσσα και την Ειρήνα: Έχω την τιμή να παρουσιαστώ: Βερσίνιν! Χαίροµαι πάρα πολύ που επιτέλους βρίσκομαι στο σπίτι σας. Υπηρέτησα εκεί κάµποσα χρόνια και τώρα τελευταία µου ανέθεσαν τη διοίκηση Πυροβολαρχίας εδώ. . η μικρότερη! ΟΛΓΑ: Είστε από τη Μόσχα. εσείς πρέπει να είστε η Όλγα Σεργκεγεβνα. Δε θυμάμαι τα πρόσωπά σας. έβγαλε κιόλας το µαντύα του κι έρχεται µέσα. µε ζωηρότητα: Πόσο χαίροµαι. ακριβώς! Ο ερωτοχτυπηµένος ταγµατάρχης! Έτσι είναι! ΜΑΣΣΑ: Μόνο που τότε δεν είχατε µουστάκι.. Κι εσείς η Ειρήνα. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Α. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Κι όµως.

Και κανείς δεν ξέρει γιατί είναι τόσο µακριά. όχι τόσο αγνή. Σήµερα δεν υπάρχουν βασανιστήρια. δυσάρεστη.. πολύ σηµαντικό. αυτό είν' όλο! (Ενα βιολί παίζει πίσω από τη σκηνή) ΜΑΣΣΑ: Ο Αντρέι παίζει. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Ήτανε σπουδαία γυναίκα. Το ίδιο µπορεί να συµβεί και µε την τωρινή µας ζωή. Δε γίνεται διαφορετικά. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. Με τον καιρό µπορεί να φανεί παράξενη. Έχετε δω ένα τόσο θαυµάσιο.. Στο δρόµο υπάρχει ένα σκοτεινό γιοφύρι και το νερό που τρέχει από κάτω βουίζει.. Πάει για καθηγητής.. (Παύση) Εδώ όµως.. Σαν περνάει κανείς µονάχος από κει τον πιάνει µελαγχολία. µα πώς ντύνεται! Τα φορέµατά της δεν είναι µόνο ακαλαίσθητα και παλιάς µόδας.. ΟΛΓΑ: Στο Νόβο-Ντέβιτσκι ΜΑΣΣΑ: Θα το πιστέψετε. τι πλατύ. Το µόνο παράξενο είναι ότι ο σταθµός του σιδηροδρόµου απέχει περί τα είκοσι βέρστια. Κι έχει κάτι µαγουλάκια χλωµά σαν ξεπληµένα!Ο Αντρέι δεν είναι . Δάσος. δεν υπάρχουν εκτελέσεις και επιδροµές. Έχετε και σηµύδες.. Θα ' ρθει κι εκείνη σήµερα σπίτι µας χωρίς άλλο. άρχισα κιόλας να ξεχνώ το πρόσωπό της. Αυτό που µας φαίνεται σήµερα σπουδαίο. όχι φρόνιµη.. Βαρόνε. µε µια ψιλή φωνή: Κουκ-κουκ-κουκ!Του Βαρόνου µην του δώσεις κρέας και ψωµί. ΟΛΓΑ: Ναι. βέβαια. κι ασ' τονε µονάχα να φιλοσοφεί! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Βασίλη Βασίλιεβιτς. Αυτή είναι η µοίρα µας. θεός σχωρέσ' την. ΟΛΓΑ: Τώρα σας θυµάµαι κι εγώ! Ναι. Και µιας και είναι µακριά... Έτσι θα πάψουν να µας θυµούνται κι εµάς. και τι ποταπό και γελοίο... Κάνει κρύο εδώ κι έχει και κουνούπια.. δε θα 'τανε τόσο µακριά. Μήπως οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κολόµβου. είναι απλούστατα ελεεινά! Φοράει μία αλλόκοτη παρδαλή κίτρινη φούστα. (Όλοι τον κοιτάζουν) Διότι αν ο σταθµός ήτανε κοντά. υγιεινό ρούσικο κλίµα. Ο πατέρας ήτανε στρατιωτικός. θα πει πως δεν είναι κοντά!(Μια αµήχανη σιωπή) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Του αρέσουν τ' αστεία του Βασίλη Bασίλιεβιτς. Θα µας ξεχάσουν ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. µπορεί ακόµα και αµαρτωλή! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ποιος ξέρει. ΕΙΡΗΝΑ: Είναι ο επιστήµoνας ης οικογένειας. σας παρακαλώ να µ' αφήσετε ήσυχο! (Πηγαίνει σε µιαν άλλη καρέκλα) Αυτό επιτέλους. σοβαρό. µε ψιλή φωνή: Κουκ-κουκ-κουκ! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. ΕΙΡΉΝΑ: Με µια δεσποινίδα από δω. αγνές σηµύδες! Τις αγαπώ περισσότερο απ' όλα τ' άλλα δέντρα! Είναι ευχάριστο να ζει κανείς εδώ. ναι. στο στρατώνα. ΜΑΣΣΑ: Ήτανε η επιθυµία του πατέρα.. αλλά ο γιος του διάλεξε την καριέρα του επιστήµoνα. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μα πώς αυτό. δε θεωρηθήκανε άχρηστες και γελοίες στην εποχή του ενώ τα ανόητα γραψίµατα µερικών τσαρλατάνων τα περνούσαω για µεγάλες αλήθειες. πως η εποχή µας θα θεωρηθεί µεγάλη και υψηλή. µε µια φράντζα απαίσια κι ένα κόκκινο µπλουζάκι. ΕΙΡΗΝΑ: Η µητέρσ είναι θαµµένη στη Μόσχα... Ωραίες. καταντάει ενοχλητικό! ΣΑΛΙΟΝΙΥ. τι µεγαλόπρεπο ποτάµι! Ένα υπέροχο ποτάμι. θυµάµαι! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ήξερα και τη μητέρα σας. ΜΑΣΣΑ: Αχ. θα 'ρθει καιρός που θα ξεχαστεί ή θα μας φαίνεται ασήµαντο. δέστε τι µικρός που είµαι! Για να παρηγοριέµαι λοιπόν λέω πως η ζωή είναι µεγάλη και τρανή. (Παύση) Και το περίεργο είναι ότι εµείς είναι αδύνατο να ξέρουµε από τώρα τι θα λογαριάζει αργότερα σπουδαίο και υψηλό. Ίσως η εποχή µας να θεωρηθεί µια από τις µεγαλύτερες και να τη θυµούνται µε σεβασµό. Από κει πήγαινα στην Κράσναγια. ΟΛΓΑ: Σήµερα τον κοροϊδεύαµε. θα µας ξεχάσουν.. κι όµως πόσα βάσανα τραβάει ο κόσµος! ΣΑΛΙΟΝΙΥ. ναι. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Είπατε πριν. στον Βερσίνιν: Η δυστυχία που υπάρχει σήµερα -και υπάρχει πάρα πολύφανερώνει ωστόσο ότι κοινωνία µας έχει φτάσει σ' ένα υψηλό ηθικό επίπεδο που.. Κι όµως οι άνθρωποι είναι τόσο µικροί! (Σηκώνεται) Για. αλλά κάνει κρύο. λόγου χάριν. ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Εγώ ξέρω το γιατί. ποταµό. Φαίνεται πως είναι λιγάκι ερωτευµένος. ο αδελφός µας.ΟΛΓΑ: Κι εµείς εκεί µέναµε! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Έναν καιρό έµενα στην οδό Νυµέσκαγια. που τη θεωρούµε τόσο σπουδαία.

. χτυπάει τα χέρια της: Μπράβο! Μπράβο! Μπις! Ο Αντριούσσα είναι ερωτοχτυπηµένος! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. Γερµανικά. Αντρέι Σεργκέιτς.. Γαλλικά. ΕΙΡΗΝΑ: Και την κορνίζα πάνω στο πιάνο εκείνος την έφτιαξε! (Ο Αντρέι τινάζει τα χέρια του εκνευρισµένος και πάει να φύγει) ΟΛΓΑ: Είναι επιστήµoνας. Η Eιρήνα µάλιστα ξέρει και Ιταλικά! Αλλά πόσο ακριβά τα πληρώσαµε όλ' αυτά! ΜΑΣΣΑ: Σ' αυτή την πόλη το να ξέρει κανείς τρεις γλώσσες είναι περιττή πολυτέλεια! Κι ούτε καν πολυτέλεια . έλα! ΑΝΤΡΕΪ: Aφήστε µε σας παρακαλώ! ΜΑΣΣΑ: Τι άξεστος που είσαι! Και τον Αλεξάντρ lγνάτιεβιτς τον φωνάζανε κάποτε ερωτοχτυπηµένο ταγµατάρχη. Δε χωρεί αµφιβολία πως εσείς. Ο πατέρας µας. ΑΝΤΡΕΪ: Ναι. Πάντα θέλει να µας το σκάει! Έλα δω! (Η Μάσσα και η Ειρήνα τον πιάνουν απ' τα χέρια και γελώντας το ξαναφέρνουν πίσω) ΜΑΣΣΑ: Έλα. ΑΝΤΡΕΪ: Πραζόρωφ (σκουπίζει το ιδρωµένο πρόσωπό του) είστε ο νέος διοικητής της Πυροβολαρχίας µας. Είναι γελοίο και κουτό. έρχεται πίσω από τον Αντρέι και τον πιανει από τη µέση: Ο πλάστης για τον έρωτα έπλασε την καρδιά μας! (Γελάει. Πάχυνα τόσο πολύ µέσα σ' ένα χρόνο. ναι. έλα δω μια στιγµή.. Θέλει να µας πικάρει και µας κοροϊδεύει! Έµαθα χθες γι' αυτήν πως παντρεύεται τον Πρωτοπόπωφ. Ξέρουµε ένα σωρό πράγµατα που είναι άχρηστα! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μα τι λέτε. όχι. ΒΕΡΣΙΝΙΝ.. µη φεύγεις. καθόλου! ΜΑΣΣΑ: Κι εγώ θα 'θελα να βγάλω εσένα ερωτοχτυπηµένο βιoλιστή! ΕΙΡΗΝΑ: Ή ερωτοχτυπηµένο καθηγητή! ΟΛΓΑ: Είναι ερωτοχτυπηµένος! Ο Αντριούσσα είναι ερωτοχτυπηµένος! ΕΙΡΗΝΑ. τον πρόεδρο του Επαρχιακού Συµβουλίου. χρυσέ µου. Αντρέι. µόνοι σας. (Μπαίνει ο Αντρέι) ΟΛΓΑ: Από δω ο αδερφός µου. το κάνει έτσι.ένα περιττό εξάρτημα.. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ώστε ξέρετε Αγγλικά. να µεταφράσω ένα βιβλίο απ' τα Αγγλικά .. (Στην πλαϊνή πόρτα. Διάβαζα ως τις τέσσερις.... Σκεφτόµουν το ένα πράµα. όσο θα µείνω εδώ το καλοκαίρι. Όσο να 'ναι. έτσι όπως θα κυλά η ζωή. γι' αστείο. ύστερα ξάπλωσα μα που να µε πάρει ο ύπνος. (Γελάει) Ξέρετε ένα σωρό πράγµατα που είναι άχρηστα. Κι εδώ ξέρετε ξηµερώνει πολύ νωρίς.. Ο ήλιος μπαίνει απ' όλες τις µεριές στην κάµαρά µου. όµως εκείνος δε θύµωνε! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Α. φτάνει! Φτάνει! (Σκουπίζει το πρόσωπό του) Δεν έκλεισα µάτι όλη τη νύχτα και σήµερα δεν είµαι στις χαρές µου. Χάρη στον πατέρα µας. Θα δείχνει πολύ καλά. Έπειτα κάθεται και διαβάζει την εφηµερίδα που βγάζει από την τσέπη του) ΑΝΤΡΕΪ: Ελάτε.. δε θα µπορέσετε να κατακτήσετε την αμόρφωτη µάζα που σας περιστοιχίζει.. ο Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς είναι από τη Μόσχα! ΑΝΤΡΕΪ: Αλήθεια. θ' . ΕΙΡHNA: Κοιτάξτε µια ωραία κορνίζα που µου χάρισε ο Αντρέι. παίζει βιολί και µπορεί και σκαρώνει διάφορα πραµατάκια! Είναι πολυτεχνίτης.υπάρχουν µόνο τρεις άνθρωποι σαν και σας. Τώρα οι αδελφές µου δεν πρόκειται να σας αφήσουν σε ησυχία! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μα κι εγώ ενόχλησα αρκετά τις αδελφές σας τόση ώρα. (Δείχνει ένα κάδρο) Την έφτιαξε µόνος του. άρχισα να χοντραίνω µετά το θάνατό του. σαν να λυτρώθηκα απ' το άγχος της µελέτης. που οι έξυπνοι και μορφωμένοι άνθρωποι να 'ναι άχρηστοι. Λίγο λίγο. κοιτάζοντας το κάδρο και µην ξέροντας τι να πει: Ναι. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Βερσίνιν.ερωτευµένος µαζί της.. Θέλω. θεός σχωρέσ' την ψυχή του. Δε νοµίζω πως µπορεί να υπάρξει ένας τόπος τόσο πληκτικός και µελαγχολικός. ΟΛΓΑ: Φαντάσου. Είναι κάτι πoλύ. σκεφτόμουν το άλλο. Τα συγχαρητήριά µου. Ας υποθέσουµε ότι ανάμεσα στις εκατό χιλιάόες κατοίκους που ζούνε σ' αυτήν την πόλη -που φυσικά είναι όλοι τους απαίδευτοι και καθυστερηµένοι. σαν ένα έκτο δάκτυλο. φωνάζει) Αντρέι.. έχει κάποιο γούστο! Α μπα. µας τρέλαινε στο διάβασµα. δεν μπορώ να το παραδεχτώ. µα πρέπει να ομολογήσω. εγώ και οι αδελφές µου ξέρουµε Αγγλικά. όπως λένε.

(δίνει ένα βιβλίο) Την ιστορία του Γυµνασίου µας από πεντικονταετίας γpαµµένη από µένα. πρoσχέδιo. έχει χρέος να την προαισθάνεται. βηµατίζει στη σκηνή: Συχνά σκέφτοµαι. Τα χαλιά. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ναι. Ή δωσ' το καλύτερα στο Συνταγµατάρχη... κύριοι. θα μου επιτρέψεις να σου πω τα χρόνια πολλά για την oνoµαστική σου εορτή και µε όλη µου την καρδιά να σου ευχηθώ καλήν υγεία και ό. όχι! (Μπαίνει ο Κουλίγκιν µε επίσηµη στολή καθηγητή) ΚΟΥΛΙΓKIN. (στην Ειρήνα) Μέσα σ' αυτό το βιβλίο θα βρεις τον κατάλογο των απόφοιτων του Γυµνασίου µας κατά τη διάρκεια τελευταίας πεντικονταετίας. Παρακαλώ δεχτείτε το Συνταγµατάρχα µου. Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια η ζωή επί της γης θα είναι αφάνταστα µεγαλειώδης! Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από µια τέτοια ζωή και µόλο που ακόµα δεν υπάρχει. πλησιάζει την Ειρήνα: Aγαπητή µου αδελφή. Περσική σκόνη ή ναφθαλίνη. έστω κι από µακριά.. Aλιώς σας βεβαιώνω. αλλ' αν ήτανε να ξανάφτιαχνα τη ζωή μου δε θα παντρευόµουνα. Kαληµέρα σας κύριοι. ένα ντιβάνι και σόµπες που καπνίζουνε. δεν το 'ξερα και δε σας ευχήθηκα. quod potui. που έχετε! (Κοιτάζει γύρω) Και τι ωραίο σπίτι! Σας ζηλεύω! Εγώ σ' όλη µου τη ζωή βoλοδέρνω σε διάφoρα. κανείς ήταν. ηµέρα αναπαύσεως. Κι έπειτα να σου προσφέρω ως δώρο αυτό εδώ το βιβλιαράκι. να την περιµένει. Αυτό που µου έλειπε πάντα στη ζωή µου ήτανε ακριβώς τέτοια λoυλoύδια. αν µια ζωή που την έζησε πια. (Προχωρεί με την Όλγα στην τραπεζαρία) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Σήµερα. θα δηµιoυργούσε ένα διαφoρετικό περιβάλλον για τη νέα ζωή του. συγκινήθηκε αυτός ο Γερµαναράς. Ο πα. Α. καθένας από µας. πρέπει να προετοιµαζόµαστε. Θα. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ευχαριστώ. µε πολύ φως και µε πολλά-πολλά λoυλoύδια. υποκλίνεται: Μα µου φαίνεται πως έπεσα πάνω σε γιορτή! Με συγχωρείτε. µιλήσω Γερµανικά. όχι. προσπαθούσε πρώτ' απ' όλα να μην επαναλάβει τον παλιό του εαυτό. Ύστερα από σας μπορεί να βγουν άλλοι έξι. (Στο Βερσίνιν) Κουλίγκιν. θα 'πρεπε να τα γράψει κανείς! (Ο Αντρέι έχει ξεγλιστρήσει χωρίς να τον καταλάβουν) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Λέτε πως ύστερ' από πολλά χρόνια η ζωή θα γίνει ωραία και µεγαλειώδης. πρέπει να δoυλεύoυµε! ΒΕΡΣΙΝΙΝ. ΜΑΣΣΑ. είναι ηµέρα αργίας. Μου χαρίσατε ένα παρόµοιο βιβλίο το Πάσχα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. (Τρίβει τα χέρια του) Αχ! Τι να γίνει. (Παύση) ΒΕΡΣΙΝΙΝ. στην τιµή µου. σπιτάκια µε δυo καρέκλες.. καθηγητής του ενταύθα Γυµνασίου.. Ω! Τι πολλά λoυλoύδια. ήταν η oριστική της μορφή. Οι Ρωµαίοι ήταν υγιείς .τι καλύτερο έχετε. γινόταν αν ξανάρχιζε κανείς τη ζωή του. και τα λοιπά και τα λοιπά. βγάζει το καπέλο της: Θα. Η γυναίκα µου είναι πολύ ::. δoυλέψoυµε! Χωρίς άλλο θα σκέφτεστε τώρα πως πάει. Δε θα σβήσετε χωρίς ν' αφήσετε πίσω σας ίχνη. Γι' αυτό πρέπει να βλέπει και να ξέρει περισσότερα από όσα έβλεπαν και ήξεραν ο πατέρας του και ο παππούς του. όπως θα λέγαµε ένα. Η ίδια η ζωή θα σας ρουφήξει αλλά θα 'χει πάρει από σας ό. γελάει: Αδύνατον! Τότε δωσ' το µου πίσω. σηκώνεται: Ναι.:νΊj . Δηλαδή. όχι! ΕΙΡΗΝΑ: Θα προγευµατίσετε µαζί µας! Σας παρακαλώ! ΟΛΓΑ: Σας παρακαλούµε! ΒΕΡΣΙΝΙΝ.. (Ετοιµάζεται να φύγει) Xάρηκα πάρα πολύ που έκανα τη γνωριµία σας! ΟΛΓΑ: Μα τι.αναγκαστείτε κι εσείς να υπoχωρήσετε και να χαθείτε µέσα στο απέραντο πλήθoς. µ' ένα στεναγµό: Όλ' αυτά αλήθεια. πρέπει να. Όµως για να συµµετέχουµε σ' αυτήν τώρα. όχι. (Γελάει) Κι εσείς παραπονιέστε πως ξέρετε ένα σωρό πράγµατα που είναι άχρηστα. μία γυναίκα και δυο κοριτσάκια. είµαι Ρώσος κι ούτε καν μπορώ να. Φαντάζοµαι τότε. που το 'γραψα γιατί δεν είχα τίποτα καλύτερο να ωστόσο µπορείς να το διαβάσεις. να προετοιµάζεται γι' αυτήν.. και µάλιστα συνειδητά. θα. ωσότου τέτοιοι σαν εσάς αποτελέσουνε τη πλειοψηφία. ενώ η δεύτερη ζωή θα. µείνω στο πρόγευµα! ΕΙΡΗΝΑ. φεύγετε. Ας αναπαυθούµε λοιπόν και ας χαρούµε. Ένα ασήµαντo µικρό βιβλιαράκι. Αυτό είναι σωστό.τι αλλο µπορεί να επιθυµήσει µια κοπέλα της ηλικίας σου. ο καθένας µας συµφωνα µε την ηλικία του και τη θέση του. Feci. είχε ένα σπίτι σαν κι αυτό. ύστερα δώδεκα και πλήθoς άλλοι.τέρας µου ήταν oρθόδoξoς. :::θ. πρέπει να µαζευτούν και να φυλαχτούν ως το χειµώνα. faciantmeliora potentes! (Φιλάει τη Μάσσα) ΕΙΡΗΝΑ: Μα. τι θα. Καµιά µέρα που θα πλήττετε μπορείτε να το διαβάσετε. να την ονειρεύεται.

κουκ. Λέει τόσες βλακείες! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Είναι παράξενος άνθρωπος. µάλιστα. αγαπητή µου Όλγα! Χθες εργαζόμουν από το πρωί ώς το βράδυ. Τώρα όµως δεν είναι το ίδιο. Έω δυο χρόνια να µεθύσω! (Νευρικά) Κι έπειτα. Ο Διευθυντής µας λέει ότι το σπουδαιότερο πρά. σήµερα στις τέσσερις το απόγευµα θα πάµε στο σπίτι του Γυµνασιάρχη. Συνταγματάρχα µου! Είμαι δάσκαλος και µέλος της οικογενείας. έπειτα το δικό του) Το ρολόι σας πηγαίνει επτά λεπτά. πάρα πολύ ευγενική.γµα στη ζωή. ανυπόµονα: Αντρέι.χάσω όλο το βράδυ στου Γυµνασιάρχη! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Εγώ στη θέση σας δε θα πήγαινα. Και οι κουρτίνες πρέπει να φυλαχτούν µαζί µε τα χαλιά. καλό µου κορίτσι. ΜΑΣΣΑ: Ναι. την ακολουθεί: Ελάτε. ΤΣΙΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μην πας ψυχούλα µου. αγαπητή µου. πιότερο όµως τον λυπάµαι. Όταν είµαστε οι δυο µας µόνοι. µην πας! Είναι µια ζωή ελεεινή. (Βάζει τα χέρια του γύρω στη µέση της Μάσσας. κουκ. κουκ! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Φτάνει. στον Τσεµπουτίκιν. ο σύζυγος της Μάσσας. έχουµε και τούρτα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Αχ. Αυτός ο Σαλιόνιυ σας δε µ' αρέσει καθόλου. µου λέει. αλλά έτσι που να µην την ακούει ο άντρας της) Πάλι . αβάσταχτη! (Προχωρεί στη σάλα) ΤΣΙΠΟΥΤΙΚΙΝ. Σήμερα όµως αισθάνoµαι τόσο ευτυχισµένος! (Προχωρεί στο τραπέζι µέσα στη σάλα) Ω! Aγαπητή µου! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. η γυναικουλα µου µε αγαπά. Χτες. ΕΙΡΗΝΑ: Τίποτα. Μου φαίνεται πως είναι υποχονδριακός. σοβαρά: Μόνο το νου σας. µας στου Γυµνασιάρχη. κουκ! ΚΟΥΛIΓΚΙΝ. τελειώνει. ευγενική προσωπικότις! 'Ενας θαυµάσιος άνθρωπος. ΜΑΣΣΑ: Έχει δεν έχει σηµασία. “Ναι”. Και στην καθηµερινή µας ζωή το ίδιο συµβαίνει. Είναι αλήθεια πολύ ευγενική. βάζει την εφηµερίδα στην τσέπη του και χαϊδεύει το γένι του: Και τούρτα! Περίφημα! ΜΑΣΣA. Η ζωή τους κυλούσε µέσα σε ορισµένα. Μονάχα άσε µε ήσυχη. Είχαν το mens sana in corpore sano. Φιόντoρ Ηλίτς.καλούπια.που να πάρει ο διάολος -πάλι πρέπει να. Σήµερα είµαι χαρουµενος. τη συνεδρίαση µου λέει: “Κουρά. σε παρακαλώ! (Ξεµακραίνει) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Έπειτα θα περάσουµε τη βραδιά. ΜΑΣΣΑ: Εγώ δε θα 'ρθω! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. έχω θαυµάσιο κέφι! Μάσσα. Ό. ΜΑΣΣΑ: Θα τα πουµε αργότερα. παρ' όλη τη λεπτή κατάσταση της υγείας του. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Θα πιω λίγη απ' αυτή τη σκούρα βότκα.στηκα. Παρακουράστηκα. ΟΛΓΑ.τι χάνει τη φόρµα του. εύθυµα: Εις υγείαν σας. Bασίλη Βασίλιεβιτς. Παντρεύτηκε στα δεκα οχτώ της χρόνια. τον φοβάµαι. µετά. “κουράστηκα!” (Ήχοι βιολιού πίσω από τη σκηνή) ΟΛΓΑ: Περάστε στο τραπέζι σας παρακαλώ. κουράστηκα!” (Κοιτάζει το ρολόι του τοίχου. Εγώ τον λυπάµαι και τον αντιπαθώ.θα 'ρθω. πίσω από τη σκηνή: Έρχοµαι!(Μπαίνει και πηγαίνει στο τραπέζι) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Τι σκέφτεστε. ελάτε! ΣΑΛΙΟΝIY. λυπηµένος: Μάσσα. προσπαθεί πριν απ' όλα να είναι κοινωνικός. Aφήστε µε ήσυχo! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Κουκ. τότε που νόµιζε πως αυτός ήταν ο εξυπνότερος άνθρωπος. τι σηµασία έχει. πηγαίνοντας στη σάλα: Κουκ. Όλγα. γελώντας) Η Μάσσα µου µε αγαπά. Διοργανώνεται εκεί ένας περίπατος των εκπαιδευτικών µετά των οικογενειών των. Σας κάνει κακό να πίνετε! ΤΣΕΜΠOYTIKIN: Έλα τώρα! Αυτό ανήκει πια στο παρελθόν. Είναι ο ευγενικότερος αλλά όχι κι ο εξυπνότερος.µπροστά. (Στην Όλγα) Είµαι τόσο ευτυχισµένος εδώ µαζί σας! (Δεν απομένει κανείς στο σαλόνι εκτός από την Ειρήνα και τον Τούζεμπαχ) ΕΙΡΗΝΑ: Η Μάσσα δεν έχει κέφι σήµερα. Αυτός ο άνθρωπος. είναι πολύ . σήµερα δε θα πιείτε! Τ' ακούτε. έλα επιτέλους! ΑΝΤΡΕΪ..να µην τoλµήσετε να πιείτε! Να μην τoλμήσετε! (Θυµωµένη. είναι η φόρµα. Απλούστατα. Εις υγείαν.διότι ήξεραν πώς να εργάζονται και ήξεραν και πώς ν' αναπαύονται. Υπέροχη. γιατί. (Θυµωµένη) Πολυ καλά.

να πάνε κάτω τα φαρµάκια! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Μάσσα. Λοιπόν κύριοι. Ειρήνα. Αλλά µέσα σε κόσµο γίνεται αγροίκος. είναι µάλλον σκοτωµένο χρώµα. ναι κάθισαν κιόλας να πγογευµατίσουν! ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Στάσου µια στιγµή! (Τραβά µια φωτογραφία) Μί:ι:. έρχεται στη σάλα: Ω. Τους υποδέχονται µε µεγάλη φασαρία) . χρυσή µου Ειρήνα Σεργκέγεβνα. δεν είναι ωραίο! ΝΑΤΑΣΣΑ: Γιατί. (Τραβά κι άλλη φωτογραφία) Δύο! Και τώρα εντάξει! (Παίρνουν το καλάθι και προχωρούν στη σάλα. Κάθoνται όλοι για να προγευµατίσουν. Καληµέρα Βαρόνε! ΟΛΓΑ. θέλω να πιω ένα ποτηράκι κρασί. Αφήστε πρώτα να καθίσουν στο τραπέζι. Ναι.έξυπνος και τρυφερός. χτυπώντας το πιάτο µε το πιρούνι της: Κυρίες και κύριοι. μη µου µιλάτε γι' αγάπη! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. Και µόνο γιατί είστε ωραία και η ζωή µου φαίνεται ωραία! Τι σκέφτεστε. χωρίς να την ακούσει: Έχω µέσα µου τέτοια δίψα για τη ζωή. το βράδυ θα ' ρθείτε. Φέρνει γρουσουζιά. ΟΛΓΑ: Κουταµάρες. κλαψιάρικα: Αλήθεια. θυµωµένος: Πάψτε λοιπόν! Δεν το βαρεθήκατε πια αυτό! (Ο Φεντότικ και ο Ροντέ µπαίνουν κρατώντας ένα µεγάλο καλάθι λουλούδια) ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Ω. Μας έπνιξε.. Στο σαλόνι δεν απόµεινε κανείς) ΚΟΥΛΙΓKIN: Σου εύχοµαι έναν καλό γαµπρό. Άργησα. να τη χαίρεστε! Έχετε τόσο κόσµο! Ντρέποµαι φοβερά. έτοιµος για καβγά. µε κλαψιάρικη φωνή: Πουφ! πουφ! Αηδία! ΟΛΓΑ: Στο δείπνο θα 'χουµε γαλοπούλα ψητή και μηλόπιτα. ελπίζω σύντοµα ν' ακούμε και τους δικούς σας αρραβώνες! ΚΟΥΛIΓKIN: Η Νατάλια Ιβάνοβνα τον βρήκε κιόλας το γαµπρό! ΜΑΣΣΑ. ΕΙΡΗΝΑ: Σας παρακαλώ! ΝΑΤΑΣΣΑ: Εδώ δεν κάνουν τσιριµόνιες. ΣΑΛΙΟΝΥ: Από κατσαρίδες! ΕΙΡΗΝΑ. αλλά τι κι αν φαίνεται ωραία! Η ζωή για µας τις τρεις αδελφές δε στάθηκε ως τώρα ωραία. Πόσα χρόνια έχουµε µπροστά µας! Μια ατέλειωη σειρά από µέρες γεµάτες από την αγάπη µου για σας! ΕΙΡΗΝΑ: Νικολάι Λβόβιτς. για τον αγώνα. Μα ξέρετε δεν είναι πράσινη. πρέπει να δουλέψω! Ο λόγος που είµαστε µελαγχολικοί και βλέπουµε τη ζωή τόσο σκοτεινή. (Βλέπει την Ειρήνα) Ω. είµαι σπίτι όλη µέρα και θα 'µαι και το βράδυ. Δακρύζουν τα µάτια µου και δεν κάνει. Αφήστε µε να µείνω κοντά σας. χρόνια πολλά! (Της δίνει ένα ζωηρό και παρατεταµένο φιλί) Έχετε βλέπω πολλούς επισκέπτες. (Παύση) Είστε είκοσι χρονών. κάθισαν κιόλας να προγευµατίσουν! ΡΟΝΤΕ. Γεννηθήκαµε από ανθρώπους που περιφρονούσανε τη δουλειά (Μπαίνει η Νατάλια Ιβάνοβνα. Μη φεύγετε. (Ρίχνει µια ματιά στον καθρέφτη) Τα µαλλιά µου δεν είναι άσχηµα. να κι η Νατάλια Ιβάνοβνα! Καλώς ήρθατε χρυσή µου! (Τη φιλάει) ΝΑΤΑΣΣΑ: Χρόνια πολλά. Δόξα τω θεώ. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Εµένα θα µου επιτρέψετε να ξανάρθω.. (Χαµηλόφωνα και µε ταραχή) Βάλατε πράσινη ζώνη! Χρυσή µου. Και αυτή η δίψα µέσα στην ψυχή µου έσµιξε µε την αγάπη µου για σας. ΕΙΡΗΝΑ: Λέτε πως η ζωή είναι ωραία. µιλάει δυνατά µε παραφθορά του ρ: Να πγογευµατίσουν. είναι γιατί δεν ξέρουµε τι θα πει δουλειά. (Ακολουθεί την Όλγα στη σάλα. Φοράει ένα ροζ φόρεµα µε πράσινη ζώνη) ΝΑΤΑΣΣΑ: Κάθισαν κιόλας στο τραπέζι. Ειρήνα! Καιρός είναι να σκεφτείς και την παντρειά! ΤΣΙΠΟΥΤΙΚΙΝ: Νατάλια Ιβάνοβνα. Μα την αλήθεια ντρέποµαι.Στάσου ακόµα. ΟΛΓΑ: Όχι. εγώ δεν είµαι ακόµα τριάντα. αλλά δεν ταιριάζει µε το φόρεµά σου! Χτυπάει πολύ άσκηµα! ΝΑΤΑΣΣΑ. Α. θα σου βάλω µηδέν για τη διαγωγή σου! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Νόστιµο αυτό το ποτό! Από τι είναι καµωµένο. Τι σκέφτεστε. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Ο πλάστης για τον έρωτα έπλασε την καρδιά µας! ΑΝΤΡΕΪ. για τη δουλειά. έτσι. όπως τα λουλούδια πνίγονται από τ' αγριόχορτα. (Σκουπίζει γρήγορα τα δάκρυά της και χαµογελάει) Πρέπει να δουλέψω. έχουµε µονάχα τους ανθρώπους µας.

Σε βεβαιώνω πως αστειεύονται. Αυτή η φράση από το πρωί με κυνηγάει! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Δεκατρείς στο τραπέζι! ΡΟΝΤΕ: Δε φαντάζοµαι να δίνετε σηµασία σε τέτοιες πγολήψεις..ΡΟΝΤΕ. Προσέχε! (Της παίρνει φωτογραφία) Σήµερα είστε υπέροχη! (Βγάζει απ' την τσέπη του µια σβούρα) Να και µια σβούρα! Βγάζει έναν ήχο καταπληκτικό! ΕΙΡΗΝΑ: Α. τίποτα δεν καταλαβαίνω! Γλυκιά µου. Η Νατάσσα /βάνοβνα µπαίνει Αµπα του σπιτιού. Δε φαντάζοµαι να . (Γέλια) ΤΣΙΠΟΥΤΙΚΙΝ: Εγώ είµαι ένας γερο-κολασµένος. Δεν µπόρεσα να µάθω ποιος το άναψε. ΑΝΤΡΕΪ. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Αφου είναι δεκατρείς στο τραπέζι. µπαίνει µ' ένα βιβλίο στο χέρι: Τι τρέχει Νατάσσα. γίνε γυναίκα µου! Σ' αγαπώ. Αλλά γιατί η Νατάλια Ιβάνοβνα κοκκίνισε. νιάτα. δυνατά: Χγόνια πολλά! Σας εύχοµαι ό. σε παρακαλώ. εκδγoµή µε τα παιδιά του Γυµνασίου. αλυσίδα κρεµαστή κι η αλυσίδα είναι χρυσή! (Παραπονιάρικα) Μα γιατί το λέω αυτό. δε µας βλέπουν.οχτώ η ώρα. δεν πρέπει να στενοχωριέσαι! Πίστεψέ µε. σηµαίνει ότι κάποιος από µας είναι ερωτευµένος! Μήπως κατά τύχη είστε εσείς Ιβάν Ροµάνιτς. Δεν πειράζει. δεν το κάνουν από κακία. πίστεψέ µε! Είμαι τόσο ευτυχισµένος. Διαβάζεις.. Σ' αγαπώ τόσο όσο ποτέ µου δεν αγάπησα!(Ένα φιλί) (Δυο αξιωµατικοί µπαίνουν και βλέποντας το ζευγάρι να φιλιέται σταµατούν κατάπληκτοι) ΑΥΛΑΙΑ ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ Ίδια σκηνή. Έλα δω στο παράθυρο. Πρέπει κανείς να ξαγρυπνάει και να προσέχει µπας και συµβεί κανένα κακό. (Προχωρεί σε µια άλλη πόρτα. Πάνω στη βελανιδιά. ωγαιότατος! Ήµουν το πγωί. καλόκαρδοι άνθρωποι και όλοι τους µας αγαπούν κι εµένα και σένα. Είναι απόκριες. Η ψυχή µου είναι γεµάτη αγάπη και χαρά. Eιρήνα Σεργκέγεβνα. σε ικετεύω.. ΝΑΤΑΣΣΑ: Κοίταζα να δω µήπως αφήσανε κανένα φως αναµµένο. Από το δρόµο πίσω από τη σκηνή ακούγονται απόµακροι ήχοι φυσαρµόνικας. ρώτησα. (Ακουµπά το κερί) Τι ώρα είναι. Η σκηνή χωρίς φως. Έτσι. πράσινη βελανιδιά. γλυκιά µου. Η Νατάσσα φεύγει τρέχοντας από την τραπεζαρία κι έρχεται στο σαλόνι. µη δίνεις σηµασία! Περίµενε µια στιγµή!! Στάσου σε παρακαλώ! ΝΑΤΑΣΣΑ: Ντρέποµαι. χαριτωµένα. τι ωραία! ΜΑΣΣΑ: Πλάι στην ακροποταµιά.. (Σκεπάζει µε τα χέρια της το πρόσωπό της) ΑΝΤΡΕΪ: Αγαπηµένη µου. δε µας βλέπουν! Γιατί. γιατί σ' αγαπώ! Πότε σε πρωτοαγάπησα. Βράδυ .. Το ξέρω. Ω. κοιτάζει το ρολόι του: Οχτώ και τέταρτο . ωραία νιάτα! Αγαπηµένη μου. ακριβή µου. δεν είναι σωστό που σηκώθηκα απ' το τραπέζι όµως δεν µπορώ πια. Ο Αντρέι τρέχει πίσω της) ΑΝΤΡΕΪ: Έλα. Προχωρεί και κρατάει µπροστά στην πόρτα της κάµαρας του Αντρέι ΝΑΤΑΣΣΑ: Αντριούσσα! Τι κάνεις. την ανοίγει. Χτες τα µεσάνυχτα περνούσα από την τραπεζαρία και είδα εκεί ένα κερί αναµµένο. Δεν ξέρω τι λόγο έχουνε να παίζουνε μαζί µου. Δεν µπορώ.τι ποθείτε! Ο καιγός είναι θαυµάσιος σήµεγα. οι υπηρέτες δεν έχουνε το νου τους. Τους παγαδίοω µαθήματα γυµναστικής! ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Mην κινηθείτε. Όχι. είναι όλοι τους ευγενικοί.. Αγαπηµένη µου. µη συγχύζεσαι. κοιτάζει µέσα και ξανακλείνει) Μπας κι αφήσανε κανένα φως. κρατώντας ένα κερί αναµµένο. αγνή µου ψυχή. όπως και στην πρώτη πράξη. (Δυνατά γέλια. ΑΝΤΡΕΪ. από δω δε µας βλέπουν!(Κοιτάζει τριγύρω) ΝΑΤΑΣΣΑ: Είµαι τόσο ασυνήθιστη στον καλό κόσµο! ΑΝΤΡΕΪ: Ω. γλυκιά µου.

Ο αφέντης έχει δουλειά. γιατί άργησες να. Φοβάµαι πως ο µπέµπης µας δεν είναι καθόλου καλα! Γιατί είναι έτσι παγωµένος. 'ρθω και θα. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ο Πρόεδρος σας στέλνει ένα.. Και λέγανε πως απόψε κατά τις δέκα θα 'ρθουν οι µασκαράδες. καταλαβαίνουνε πάρα πολύ.. Πoλύ καλά. «καληµέρα χρυσό μου. χρυσή μου Eιρήνα.. Η Όλγα στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο κι η Eιρήνα στο Τηλεγραφείο. ε. γιατί άργησες τόσο.. Η κάμαρα της Ειρήνας -να πούµε. δε µ' αρέσουν οι ταβέρνες αλλά µε πόση ευχαρίστηση θα καθόµουνα τώρα στο µεγάλο ζαχαροπλαστείο του Τεστώβ στη Μόσχα. τι παράξενη που είναι η ζωή. Πρέπει να το πω. Είναι τόσο καλές. Δεν πίνω.τι χρειάζεται για το παιδί..ΝΑΤΑΣΣΑ: Η Όλγα και η Eιρήνα δεν ήρθαν ακόµα. (Νοµίζοντας πως κάτι τον ρώτησε ο Αντρέι) Ε. Χτες. ε. ΑΝΤΡΕΪ: Αν άκουγες καλά δε θα σου µιλούσα. Έτσι λοιπόν. Αντριούσσα. η κάµαρά του είναι πολύ ψυχρή. καηµένε µου γεροντάκο. δουλέψω. Για την ώρα. που κάθε βράδυ ονειρευόµουν πως είµαι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιo της Μόσχας. ΑΝΤΡΕΪ: Τίποτα. Μπαίνει ο Φεραπόντ. εγώ ήρθα. Αυτές είναι νοικοκυρές εδώ µέσα! ΝΑΤΑΣΣΑ: Ναι.... Φοράει ένα παλιό παλτό µε το γιακά σηκωµένο και κουκούλα που σκεπάζει τ' αυτιά του) ΑΝΤΡΕΪ: Kαλησπέρα...είναι ό. ΝΑΤΑΣΣΑ: Ναι. πριν σκοτεινιάσει. είναι να γίνω ένα µέλος του Σuµβουλίου. βιβλίο και κάτι χαρτιά εδώ. Θα 'πρεπε να τον βάλουµε σε κανένα άλλο δωµάτιο ώσπου να ζεσταθεί λιγάκι ο καιρός. 'ρθεις. γιατί δε µιλάς. Ορίστε. γεροντάκο µου. τι τρέχει. ναι. Δεν έχει υγρασία και ο ήλιος τη φωτίζει όλη µέρα. της λέω.. Πώς αλλάζει και µας ξεγελά! Σήµερα βαριόμουν -δεν είχα τίποτα να κάνω. δισταχτικά: Αυτό θα το πουν οι αδελφές µου. Ε. Δεν έχουµε συνεδρίαση. είχε πυρετό και σήµερα είναι ολότελα παγωµένος. «Καληµέρα µπεµπούλη µου» του λέω. Ω. θα το πω και σ' αυτές. ΝΑΤΑΣΣΑ: Όπως και να 'ναι. Νατάσσα. χασµουριέται: Πες του να. Τα παιδιά καταλαβαίνουνε. καλέ µου γεροντάκο! . όµως η γυναίκα µου δε µε καταλαβαίνει.µπω.. Μα. µέλος του Επαρχιακού µας Συμβουλίου! Εγώ. δυνατότερα: Λέω. Τις αδελφές µου τις φοβάµαι. Εγώ. Καλύτερα να µην έρθουν. δεν έχω τίποτα να πω.. θα τους πεις µην αφήσoυνε τους µασκαράδες να µπούνε. θεέ µoυ! Είµαι ο ειδικός Γραμματέας του Επαρχιακού Συµβουλίου. ναι! Ο Φεραπόντ ήρθε από το Συµβούλιο και σε ζητάει. λοιπόν. εκείνη µπορεί να µένει µε την Ολγα στην κάµαρά της. Εγώ ανησυχω. Δεν ακούω καλά. ΑΝΤΡΕΪ. (Σταµατάει) Ο µπέµπης είναι παγωµένος. Φοβάµαι πολύ. Δε γύρισαν. Ο γιατρός είπε να τρως µονάχα γιαούρτι. Έχω ανάγκη να κουβεντιάσω µε κάποιον. Έτσι κι αλλιώς λείπει όλη µέρα από το σπίτι και κοιµάται το βράδυ. Κοντεύει εννιά η ώρα ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ε. Κι αυτός µου χαµογέλασε. µια και έχετε εσείς δουλειά εγώ δε βιάζοµαι. ΑΝΤΡΕΪ: Δεν ξέρω τι να σου πω. (Παύση) Αντριούσσα. ΑΝΤΡΕΪ. ΑΝΤΡΕΪ. λοιπόν. (Αναστενάζει) Σήμερα το πρωί λέω στην αδελφή σου: Πρόσεχε τον εαυτό σου. (Πάει να βγει) Παράγγειλα γιαούρτι για το δείπνο. Πόσο φοβάµαι! ΑΝΤΡΕΪ: Μη φοβάσαι.. κύριε. αλλά δε µ' αφήνανε να. Θα τους µιλήσω. µα που να µ' ακούσει! Οχτώ και τέταρτο είπες. εγώ ωστόσο θα. Σκεφτόµουν. θα µε προσβάλουν. σωστά. Α. Κι έπειτα. Είµαι ο ειδικός Γραµµατέας. στα χέρια µου τούτο το βιβλίο -είναι παλιές σημειώσεις απ' το Πανεπιστήµιoκαι µε πήραν τα γέλια. Πήρα. Ο Αντρέι σκύβει στο κερί που άφησε εκείνη κάπου εκεί αναµµένο και διαβάζει. Κάτι ήθελα να σου πω. Αντριούσσα. Μα. 'ρθει µέσα (Η Νατάσσα βγαίνει. Φοβάµαι πως θα µε κοροϊδέψουν. Και το περισσότερο που µπορώ να ελπίζω. (Του δίνει το βιβλίο κι ένα φάκελο) ΑΝΤΡΕΪ: Ευχαριστώ. ΑΝΤΡΕΪ: Τίποτα. Το παιδί είναι µια χαρά. Κοντεύει εννιά! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Α. (Ξεφυλλίζει το βιβλίο) Αύριο είναι Παρασκευή. αλλιώς δε θ' αδυνατήσεις. καλύτερα να προσέχουµε τη δίαιτά του. Μα θαρρώ πως τους καλέσανε! ΝΑΤΑΣΣΑ: Ο µπέµπης µας ξύπνησε σήµερα το πρωί. µου είπανε. Στο σπίτι πλήττω! (Παύση) Αχ. ένας διάσηµoς επιστήµονας που γι' αυτόν όλη η Ρωσία είναι περήφανη! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Δεν ξέρω. µε κοίταξε και ξαφνικά έσκασε ένα γελάκι.. Φαίνεται πως µε γνώρισε. όλο δουλεύουν. Πρόεδρος είναι ο Πρωτοπόπωφ. Οι καηµενούλες.

.πενήντα έφαγε. βασανίζεται µε τ' άλογά του. (Παύση) Δεν ξέρω.. θα σας πει πως βασανίζεται µε τη γυναίκα του. (Διαβάζει) Πέρνα αύριο το πρωί να πας κάτι έγγραφα. ρίχνει µια µατιά στο ρολόι: Σε λίγο θα το φέρουν. κι όµως δεν αισθάνεσαι ξένος.. ΦΕΡΑΠΟΝΤ. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. γιατί ήτανε δάσκαλος. Με παντρέψανε όταν ήµουν δεκαοχτώ χρονών. Κι εµένα η χυδαιότητα µ' αναστατώνει και µε πληγώνει. λέει.. βέβαια. ΑΝΤΡΕΪ: Μπορείς να πηγαίνεις... Αλλά εκτός από τη συνήθεια. Βέβαια η συνήθεια κάνει πολλά. (Παύση) Ο ίδιος πάλι εργολάβος έλεγε -µπορεί και να 'λεγε ψέµατα. λέει. Παραδείγµατος χάριν. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ε. έτσι.. αν τη βλέπατε σήµερα! Είναι ένα ελεεινό πλάσµα! Αρρχίσαμε τον καβγά στις εφτά το πρωί και στις εννιά βρόντηξα την πόρτα πίσω µου κι έφυγα! (Παύση) Δε µιλώ γι' αυτά ποτέ. Τουλάχιστο σ' αυτή την πόλη. Δεν υπάρχει διαφορά. ένα σκοινί τεζαρισµένο από τη µια άκρη της Μόσχας ως την άλλη ΑΝΤΡΕΪ: Και γιατί...αλλά γενικά. βασανίζεται µε τα χτήµατά του.. Περίεργο. τους ξέρεις όλους. Πήγαινε... δεν πήγα. Λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας το φουγάρο βούιζε. γιατί. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ίσως. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Διψώ. οι πιο ευγενικοί και αξιόλογοι άνθρωποι. Ω.πως υπάρχει.. Ο εργολάβος το 'λεγε ΑΝΤΡΕΪ: Κουταµάρες. Έξω από σας δεν έχω κανέναν. κι εγώ µόλις είχα τελειώσει το Γυμνάσιο. για πολύν καιρό δεν µπορούσαµε να συνηθίσουµε σπίτι µας χωρίς ορντινάτσα. Όλοι τους είναι το ίδιο. Δεν έφαγα το µεσηµέρι κι απ' το πρωί είμαι νηστικός. (Παύση) ΜΑΣΣΑ: Τι θόρυβο που κάνει η σόµπα. (Ο Φεραπόντ βγαινει) Γεια σου. δεν ξέρεις κανέναν και κανείς δε σε ξέρει. κύριε. (Παύση) Να φύγω τώρα. εξώπορτας) Μάλιστα. καµιά σαρανταριά και φαίνεται πως το κακάρωσε.. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ναι. βασανίζει η συνείδησή µου γιατί τους έδωσα µια τέτοια μητέρα. Κανέναν στον κόσµο... ανάµεσα στους πολίτες. ΜΑΣΣΑ: Και δε µιλώ για τον άντρα µου -εκείνον τον έχω συνηθίσει. Κείνο τον καιρό µου φαινότανε τροµερά σοφός. Μου φαίνεται ωστόσο πως δεν έχει να δείχνει αν είναι πολίτες ή στρατιωτικοί. σαράντα έφαγε . Ίσως να µη γίνεται αυτό σ' άλλα µέρη.. περιποιητικός. Θα 'θελα λίγο τσάι ΜΑΣΣΑ. είναι στρατιωτικοί. Αν ακούσετε εδώ έναν οποιονδήποτε άνθρωπο της µορφωµένης τάξης. τους συναδέλφους του άντρα µου.... Ξένος και ολοµόναχος. έφυγε.. κακότροποι. σε ξέρουνε όλοι κ όµως είσαι ξένος. Μπαίνουν η Μάσσα και ο Βερσίνιν. Γιατί αυτό. ΜΑΣΣΑ: Γιατί. (Της φιλάει το χέρι) Μη θυµώνετε µαζί µου.... Δουλειά κι αυτή! (Τεντώνεται και πάε σουρνάµενος στην κάµαρά του) (Πίσω από τη σκηνή ακούγεται η παραµάνα που νανουρίζει το παιδί για να κοιµηθεί. µια υπηρέτρια ανάβει τη λάµπα και τα κερlα στην τραπεζαρία) ΜΑΣΣΑ: Δεν ξέρω. υπάρχουνε τόσοι χυδαίοι. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Γιατί τα παιδιά του και η γυναίκα του τον βασανίζουν τόσο πολύ.. αγροίκοι. µόνο σε σας λέω τα παράπονά µου. Τώρα όµως δεν είναι το ίδιο. Γεια σου. αλλά γιατί στη ζωή του να πέφτει πάντα τόσο χαµηλά. να µην είναι όσο πρέπει ευγενικός. δυστυχώς. Ενώ εδώ. είτε πολίτη είτε στρατιωτικό. Η κόρη µου δεν είναι και τόσο καλά κι όταν κοριτσάκια µου είναι άρρωστα µε πιάνει τροµερή ανησυχία. .ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ένας εργολάβος έλεγε µια µέρα στη Νοµαρχία πως στη Μόσχα κάτι έµποροι τρώγανε.. Ένας από δαύτους έφαγε.. Κι όταν τυχαίνει να βρίσκοµαι ανάµεσα σε δασκάλους.. υποφέρω φοβερά. τηγανίτες. νοµίζω πως είναι κι ένα αίσθηµα δικαιοσύνης που µε κάνει να µιλάω έτσι. (Διαβάζει) Πήγες ποτέ σου στη Μόσχα. Υποφέρω όταν βλέπω έναν άνθρωπο να µην είναι όσο πρέπει λεπτός. στην πόλη µας όµως οι 7:ΙΟ καθώς πρέπει. λέει. Φοβόµουνα τον άντρα μου. ύστερα από παύση: Όχι. (Παύση) Α. Δε µ' αξίωσε ο Θεός. δεν το καλοθυµάµα ΑΝΤΡΕΪ: Στη Μόσχα. Ο Ρώσος έχει πάντα µια ιδιαίτερη κλίση στις υψηλές ιδέες. χωρίς κανένα ενδιαφέρον.. Να.. (Ήχος από κουδού.. Τώρα. κάθεσαι σε µια απέραντη αίθουσα εστιατορίου.. ύστερα από το θάνατο του πατέρα. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Δεν ξέρω. Καταλαβαίνω. πως βασανίζεται µε το σπίτι του. µυαλωµένος και σπουδαίος. ΜΑΣΣΑ: Σήµερα είστε µάλλον στις κακές σας. Όσο αυτοί κουβεντιάζουν. Και γιατί τα παιδιά του και η γυναίκα του να βασανίζονται τόσο πολύ απ' αυτόν.

. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Τι παράξενο. (Της φιλάει το χέρι) Είστε θαυµάσια. αδιάφορη: Τι να κάνουµε. δε µ' αρέσει. θεέ µου.τι ονειρευόµουνα. χωρίς κανένα λόγο. Και της ήταν αδύνατο να θυμηθεί τη διεύθυνσή του.. λοιπόν.. δε µ' αρέσει η δουλειά του Τηλεγραφείου.. που µόλις σηκώθηκε από τον ύπνο -είχε πλαγιάσει µετά το γεύµα.. κι είναι ακόµα Φλεβάρης. Ο γιατρός κι ο Αντρέι πήγαν χθες στη λέσχη κι έχασαν πάλι στα χαρτιά. σκοτεινά κι όµως εγώ βλέπω το φως στα µάτια σας! ΜΑΣΣΑ.. αγαπώ... Mάης.. Σας παρακαλώ.'. Πρέπει κάτι να κάνουµε γι' αυτό το ζήτημα... ΜΑΣΣA: Ναι ΕΙΡΗΝΑ. Κουράστηκα! ΤΟΥZEMΠAX.. αυτό. .. Αλεξάντρ Ιγνατήεβιτς. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Είναι από τη χτενισιά. τα βλέπω στα όνειρά µου! Θαυµάσια. χαρούµενος) Εσείς είστε. Κάποιος έρχεται! Πείτε τίποτ' άλλο. κάθε βράδυ ονειρεύομαι τη Mόσχα! Με πιάνει τρέλα. Θα το κάνω αυτό δέκα. Σας συνοδεύω κάθε βράδυ ΕΙΡHNA: Είµαι τόσο κουρασµένη. ό.. Κι εγώ της φέρθηκα ελεεινά. (Σφυρίζει) Και ξανάνιωσες. Τις κινήσεις σας. κάθεται σε µια πολυθρόνα: Πρέπει να ξεκουραστώ. (Με σιγανή φωνή) Αν και µπορείτε να το ξαναπείτε. γελάει: Όχι.έρχεται µέσα στην τραπεζαρία χαίδεύοντας το γένι του. µόλο που φοβάµαι. σχεδόν µισός χρόνος! ΜΑΣΣΑ: Φτάνει να µη µάθει η Nατάσσα τις χασούρες του! ΕΙΡΗΝΑ: Moυ φαίνεται πως δεν πoλυσκοτίζεται.. µην το ξαναπείτε. µε τα οποία σας ενοχλώ...όπως τώρα ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Είστε προληπτική... ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Και κάθε µέρα θα 'ρχοµαι στο Τηλεγραφείο για να σας συνοδεύω στο σπίτι.. το Δεκέµβριο έχασε λεφτά. γελάει σιγά: Όταν µου µιλάτε έτσι..τι ποθούσα. Όχι. ΕΙΡΗΝΑ.. (Σκεπάζει µε τα χέρια το πρόσωπό της) Το ίδιο µου κάνει. µ' ένα χαµόγελο: Όταν γυρίζετε από το γραφείο μου φαίνεστε τόσο νέα και τόσο δυστυχισµένη. 'Ητανε τόσο κουτό... Θαυµάσια! Υπέροχη! Ε. είκοσι χρόνια ώσπου να µε διώξετε. πηγαίνει σε µια άλλη καρέκλα: Εδώ είναι φωτεινό. δεν ξέρω γιατί γελάω. αγαπώ.. (Παύση) ΕΙΡΗΝΑ: Κουράστηκα. Με λένε βαρόνο Τούζεμπαχ-Κρούε-Αλτσάουερ.. Moυ παν πως ο Αντρέι έχασε διακόσια ρούβλια! ΜΑΣΣΑ.. πως ο γιος της πέθανε σήµερα. Το στειλε. Καλησπέρα σας! ΕΙΡΗΝΑ: Επιτέλους είµαι στο σπίτι! (Στη Μάσσα) Μια γυναίκα ήρθε προ ολίγου να τηλεγραφήσει στον αδελφό της στο Σαράτωβ.. Ω. µια υπέροχη γυναίκα. ασύγκριτη γυναίκα! ΜΑΣΣΑ.. Aπρίλης. Φαίνεται πως το ξέχασε. ΜΑΣΣΑ: Αδυνάτισες. Εγώ δε µπορώ. Τοτε ίσως να φύγουµε απ' αυτό τον τόπο. Koυράστηκα! (Ο Τούζεµπαχ χτυπάει το πάτωµα) ΕΙΡΗΝΑ: Σε λίγο θα 'ρθει. Μοιάζεις στο πρόσωπο σαν αγοράκι. ΜΑΣΣΑ. ΕΙΡΗΝΑ: Πριν δυο βδοµάδες έχασε λεφτά. (Ο Τσεµπουτίκιν. Κάθεται κοντά στο τραπέζί και βγάζει από την τσέπη του µια εφηµερίδα) ΜΑΣΣΑ: Ορίστε. (Στον Τούζεµπαχ) Xτυπήστε του εσείς. Είναι µια δουλειά χωρίς ποίηση. αυτό ίσα ίσα είναι που της λείπει. Όµως είµαι Ρώσος και ορθόδοξος σαν κι εσάς. Δε µου 'µεινε τίποτα γερµανικό µέσα µου. «Δεν έχω καιρό για χάσιµο!» της φώναζα.. Θα 'ρθουν απόψε οι µασκαράδες. χωρίς νόηµα (Ένας χτύπος στο πάτωµα) Θα 'ναι ο γιατρός που χτυπάει. (Η Ειρήνα και ο Τούζεµπαχ µπαίνουν απ' την τραπεζαρία) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Έχω ένα τριπλό επίθετo. Αγαπώ τα µάτια σας. Και να κλαίει όλη την ώρα. αγαπητέ µου. αυτή δεν είναι για μένα.. (Βλέποντας τη Μάσσα και τον Βερσίνιν. Εκτός ίσως απ' την υπoµoνή και τη επιµoνή. χωρίς διεύθυνση στο Σαράτωβ. ΜΑΣΣΑ: Ναι... ΕΙΡΗΝΑ: Πρέπει να βρω καµιάν άλλη δουλειά. (Γελάει) Θα πάµε εκεί τον Iούνιο.. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Αγαπώ.ε. Θρονιάστηκε! Πλήρωσε το νοίκι του. Mάρτης. Παύση) ΕΙΡΗΝΑ: Γιατί είστε τόσο σιωπηλός. Ό. Το ίδιο µου κάνει. Μακάρι να προκόψει και να τα χάσει όλα. γελάει: Τι επίσηµα που κάθεται! (Όλοι γελούν. Τώρα και οχτώ µήνες δεν έχει δώσει ούτε καπίκι.

ολότελα άδεια. Κι αν εγώ είµαι ευτυχισµένος. όσο περισσότερο ζω. ζωή θα προβάλει. µια ευτυχισμένη. είναι φανερό πως δεν καταλαβαινόµαστε! Μα πώς να σας πείσω. νenez ici. όπως ήτανε πάντα. θα 'χουν αλλάξει τη µόδα στα σακάκια τους. κι όµως ξέρω τόσο λίγα. ΜΑΣΣΑ: Δεν ξέρω. ανοίγει τα χέρια του γελώντας: Ε...το ξέρω καλά. ω. φτάνει µονάχα να πετάνε. αυτή είναι µια κληρονοµιά για τους µακρινους απογόνους µας.ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Δεν ξέρω. Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια. Ύστερα από διακόσια-τρακόσια χρόνια ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Λοιπόν. Κι όµως.. Διαβάζω πάρα πoλύ. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Σπούδασα στην ίδια σχoλή που σπουδάσατε κι εσείς. Σήμερα όλη µέρα γελάω. αλλιώς είναι όλα . ε. τόσα περισσότερα θέλω να µαθαίνω. το πιο ουσιαστικό το ξέρω . Τι νόηµα υπάρχει σ' αυτό. θα εξακολουθουν πάντα να πετάνε. (Παύση) Αν εγώ δεν τη γνωρίσω. ναι. Θέλω τσάι. Μένει αµετάβλητη. Για τι ζήτηµα. δύσκολη. όμως δεν ξέρω να διαλέγω τα βιβλία µου και συχνά διαβάζω πράγματα που δε χρειάζονται. κάθεται κοντά του στο τραπέζι) Δεν µπορώ να κάνω χωρίς εσένα! (Η Ειρήνα απλώνει τα χαρτιά για πασιέντσα) ΒΕΡΣININ: Λοιπόν. (Η Μάσσα γελάει σιγανά) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. γι' αυτήν δουλεύουμε. Τα αποδημητικά πουλιά. µπορεί και σε χίλια χρόνια -ο χρόνος δεν έχει σηµασία. ΜΑΣΣΑ: Θαρρώ πως ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει και ν' αναζητά κάποια πίστη. όµως γι' αυτήν ζούµε σήμερα. να δουλέψουµε! Όσο για την ευτυχία. λόγου χάρη. γι' αυτήν υποφέρουµε -τη δηµιουργούµε! Και μονάχα σ' αυτό βρίσκεται ο σκοπός της ύπαρξής µας και η ευτυχία µας. (Στον Βερσίνιν) 'Οχι µόνον έπειτα από διακόσια-τριακόσια χρόνια. για αυτό που θα 'ρθει ύστερα από µας. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Όχι! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. δίχως να ξέρουνε το που και το γιατί πετάνε και θα πετάνε. τουλάχιστο θα τη γνωρίσουν οι απόγονοι των απογόνων µου. Η ζωή δεν αλλάζει. τους οποίους εµείς δεν ξέρουµε και ούτε θα τους µάθουµε ποτέ. δεν ξέρω. θα φοβάται το θάνατο και δε θα τον επιθυµεί. τη δείχνει µε το δάχτυλο: Γελάτε. ΜΑΣΣΑ: Κι όµως η ζωή έχει κάποιο νόηµα! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Nόηµα. ακολουθώντας δικους της νόµους. γιατί γεννιούνται τα παιδιά. (Η Ειρήνα πηγαίνει. «Αχ. (Ο Φεντότικ και ο Ροντέ παρουσιάζονται µέσα στη σάλα. Ας oνειρoπoλήσoυµε. τι δύσκολη που είναι η ζωή!» Και ακριβώς όπως τώρα. οι γερανοί. ύστερ' από µας. ΒΕΡΣININ. ναι. Ακόµα και σε χίλια χρόνια ο άνθρωπος θ' αναστενάζει όπως και τώρα. γιατί υπάρχουν άστρα στον ουρανό! Πρέπει κανείς να ξέρει γιατί ζει. Ορίστε: χιονίζει. Κάθονται και σιγοτραγουδούν παίζοντας κιθάρα) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ώστε. θ' ανακαλύψουν ίσως την έκτη αίσθηση και θα την καλλιεργήσoυν. Να ζεις και να µην ξέρεις γιατί πετούν οι γερανοί. και µάλιστα άρχισαν κιόλας ν' αλλάζουν µπρος στα μάτια µας. δεν µπορεί να υπάρξει και δε θα υπάρξει ποτέ. κατά τη γνώμη σας. Κι οποιεσδήποτε σκέψεις ανώτερες ή κατώτερες κι αν στριφογυρίζουν στα κεφάλια τους. οι άνθρωποι θα πετούν με αερόστατο. 'Εχουµε χρέος µονάχα να δουλέψουµε. γεµάτη µυστήριo και ευτυχία. όσοι φιλόσοφοι κι αν ξεφυτρώσουν ανάµεσά τους. τόσο λίγα! Μου φαίνεται ωστόσο πως το πιο σπουδαίο. πετάνε κι όλο πετάνε. Δίνω τη µισή µου ζωή για ένα φλιτζάνι τσάι.. Πόσο θα 'θελα να σας αποδείξω πως ευτυχία δεν υπάρχει για µας.. κοντευω να γεράσω. Από το πρωί δεν έφαγα τίποτα ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Eιρήνα Σεργκέγεβνα! ΕΙΡΗΝΑ: Τι τρέχει. Εγώ νοµίζω πως όλα πάνω στη γη πρόκειται ν' αλλάξουν. λοιπόν. δεν πήγα στη Στpατιωτική Ακαδηµία. η ζωή θα είναι ακριβώς η ίδια. δεν πρέπει ούτε να ονειρευόµαστε την ευτυχία. Τα µαλλιά µου ασπρίζουν.µια νέα. σιγά σιγά. αλλά κι έπειτα από ένα εκατοµµύριο χρόνια. ΒΕΡΣININ. ύστερ' από λιγόλεπτο στοχασµό: Ε. όμως η ζωή θα µένει πάντα ίδια. αλλιώς η ζωή του είναι άδεια. Ας φιλοσοφούν αυτοί όσο θέλουνε. ας φιλoσoφήσουμε λιγάκι ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ελάτε. αν αγαπάτε! (Η Μάσσα γελάει σιγά) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Γιατί γελάτε. Εµείς φυσικά δε θα την προφτάσουµε αυτή τη ζωή.. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Έλα δω. Για τι ζήτηµα θα µιλήσoυµε. λόγου χάρη. µια και δε µας φέρνουν τσάι.

σας αγόρασα τούτα τα χρωµατιστά µολύβια. Μπαίνει ο Σαλιόνιυ και αφού χαιρετήσει τους άλλους κάθεται στο τραπέζι) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μα τι αέρας που φυσάει! ΜΑΣΣΑ: Ναι.. όχι. που πριν.. πρέπει να το γράψω στο τεφτέρι αυτό (Γράφει) Ο Μπαλζάκ παντρεύτηκε στο Μπερντίτσεβ. Ορίστε και µια ξύστρα. ΜΑΣΣΑ: Ναι. «καληµέρα..κουταµάρες. σκεπάζοντας το πρόσωπό της µε τα χέρια της: Ω! βάναυσε. µπεµπούλι µου» του είπα. νταντά. Η ιλαρά κάνει θραύση στην περιφέρεια» ΑΝΦΙΣΣΑ. Σε λίγο µπαίνει η Νατάσσα και ετοιµάζει το τραπέζι. να πέσω πτώµα στο κρεβάτι µου και ν' αποκοιµηθώ αµέσως. Το 'χει γράψει µέσα στη φυλακή. υπέβαλα την παραίτησή µου. (Διαβάζει πάλι την εφηµερίδα του) ΕΙΡΗΝΑ. απλώνοντας τα χαρτιά για πασιέντσα. ΕΙΡΗΝΑ: Συνηθίσατε να µε µεταχειρίζεστε σαν να 'µαι κοριτσάκι. Θα δουλέψω... ΕΙΡΗΝΑ: Θα βγει η πασιέντσα. Όµως µεγάλωσα πια! (Παίρνει τα µολύβια και την ξύστρα χαρούµενα) Τι ωραία που είναι! ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Αγόρασα και για τον εαυτό µου αυτό το σουγιά. ΡΟΝΤΕ. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ο κύβος ερίφθει! Ξέρετε Μαρία Σεργκέγεβνα. Βλέπετε το οχτώ είναι πάνω απ' το δύο µπαστούνι! (Γελάει) Αυτό σηµαίνει πως δε θα πάτε στη Μόσχα! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. χρυσό µου. θα το 'ψηνα στο τηγάνι και θα το 'τρωγα.. (Παύση) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Έπειτα. (Παίρνει το φλιτζάνι του και κάθεται σε µια γωνιά) ΝAΤΑΣΣΑ. Βαρέθηκα το χειµώνα. διαβάζει από την εφηµερίδα: «Τσι-τσι-καρ. Εδώ µία τρίτη. δε θα µ' ένοιαζε καθόλου τι καιρό κάνει. κύριοι» ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κι εγώ λέω: Είναι δύσκολο να συνεννοηθεί κανείς μαζί σας. Βέβαια τώρα που είναι ελεύθερος... έτσι που να γυρίσω σπίτι μου κατάκοπος το βράδυ. εδώ άλλη λεπίδα. ΕΙΡΗΝΑ: Νταντά! ΑΝΦΙΣΣΑ: Έρχοµαι! ΝΑΤΑΣΣΑ. έλα χρυσή µου πιεις το τσάι σου. ονειροπόλα: Ο Μπαλζάκ παντρεύτηκε στο Μπερντίτσεβ. ΜΑΣΣΑ: Ο Γκόγκολ λέει κάπου: «Βαριά η ζωή σ' αυτό τον κόσμο. χαμένος καιρός. Α µπα. Με τι ευχαρίστηση λοιπόν και ενθουσιασµό περιγράφει τα πουλιά που βλέπει µέσα από το παράθυρο της φυλακής του. έτσι άκουσα. Αυτό είναι για τ' αυτιά. κύριοι! Άει στο καλό! ΤΣΙΠΟΥΤΙΚΙΝ. Δε µ' αρέσουν οι πολίτες ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Δε βαριέστε. δεν έρχοµαι κει. (Πηγαίνοντας προς τη σάλα) Οι εργάτες τώρα θα κοιµούνται βαθιά! ΦΕΝΤΟΤΙΚ. Θαρρείς πως σας τα λέω αυτά γιατί είµαι µητέρα. ανάγωγε άνθρωπε! ΜΑΣΣΑ: Σαν είναι κανείς ευτυχισµένος δεν τον ενδιαφέρει αν είναι χειµώνας ή καλοκαίρι. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Εγώ. (Στον Βερσίνιν) Κοπιάστε.. µ' έναν παράξενο τρόπο. στον Σαλιόνιυ: Τα µωρά καταλαβαίνουνε πολύ καλά: «Καληµέρα. (Απλώνει τα χαρτιά) (Φέρνουν µέσα το σαµοβάρι. κι αυτό εδώ είναι ψαλίδι.. εξoχότατε. σας βεβαιώνω. Θα πάµε στη Μόσχα! ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Όχι δε θα βγει. προχωράει στη Μάσσα: Μάσσα. πόσο χγονών είστε. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Τις προάλλες διάβαζα το ηµερολόγιο ενός Γάλλου υπουργού. έστω και για µια µέρα στη ζωή µου. δυνατά: Γιατγέ.. Ο υπουργός αυτός είχε καταδικαστεί για την υπόθεση του Παναµά. Μου φαίνεται πως αν ζούσα στη Μόσχα. ΜΑΣΣΑ: Φερ' το δω. τα . Εξάλλου τι σηµασία έχει. Και δεν το βρίσκω καθόλου σωστό. (Σηκώνεται) Και σαν στρατιωτικός δεν είµαι ωραίος. διαβάζοντας την εφηµερίδα: Ο Μπαλζάκ παντρεύτηκε στο Μπερντίτσεβ. στην Ειρήνα: Τώρα που περνούσα από το χαρτοπωλείο Πίτσικωφ. Και τούτο δω για να καθαρίζουνε τα νύχια. όταν ήταν υπουργός.. Είναι ένα καταπληκτικό παιδί! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Αν αυτό το παιδί ήτανε δικό µου. Η Ανφίσσα στέκει κοντά στο σαμοβάρι. Κι εκείνος µε κοίταξε έτσι. Έχω ξεχάσει πώς είναι το καλοκαίρι. Τριάντα Μο.. Συγχωρέστε µε. Κοιτάξτε.. (Γέλια) ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Θα σας δείξω µια άλλη πασιέντσα. λυπάται κανείς που φεύγουν τα νιάτα. (Η Ειρήνα σιγοτραγουδάει) Aλήθεια. Από δω µια λεπίδα. ξεχνώ τ' όνοµά σας. ποτές δεν τα 'χε προσέξει.

(Η φωνή του Αντρέι: «Ανφίσσα!») ΑΝΦΙΣΣΑ. παίρνει ένα κουτί από το τραπέζι: Πού είναι λοιπόν τα σοκολατάκια. δεν ξέρω γιατί.. Kι εγώ του έφερα το τσάι του. αναστενάζει: Χρυσή µου Μάσσα.. γιατί µεταχειρίζεσαι τέτοιες εκφράσεις.) Πάντα αυτές οι ιστορίες. Κατά τον ίδιο τρόπο. άσε µ' ήσυχη! ΑΝΦΙΣΣΑ: Μα γιατί θυµώνεις χρυσή µου. ΝΑΤΑΣΣΑ: 11 parait que mon Bobik deja ne dort pas. θυµωµένη: Παράτα µε. άνθρωπος καλέ! ΜΑΣΣΑ.. Και αυτό µπορώ να σας το αποδείξω! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Συχνά φουρκίζοµαι µαζί σας. εννοείτε να µε προκαλείτε.. ποιος δεν είναι παράξενος. πίστεψέ με. Και σίγουρα θα παίξω κάθε λογής σαχλαµάρες. Όµως παρ' όλα αυτά είµαι πιο τίµιος.. Εγώ δεν τσακώθηκα μαζί σας! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Με κάνετε να νιώθω σαν να υπάρχει κάτι µεταξύ μας. βέβαια. γιατί σαν είµαστε παρέα.. πιο ευγενικός από πολλούς πολλούς άλλους. και τι σκέφτεστε κανείς δεν µπορεί να καταλάβει. δε θα σας ενδιαφέρει κι εσάς η Μόσχα όταν θα ζείτε εκεί. ΜΑΣΣΑ: Είστε εξήντα χρονώ κι όλο σαχλαµαρίζετε σαν σχολιαρόπαιδο! ΝΑΤΑΣΣΑ. Ας πιούµε λίγο κονιάκ. θυµωµένη: Κάντε µου τόπο! (Σπρώχνει τα χαρτιά στο τραπέζι) Πιάσατε όλο τραπέζι µε τα χαρτιά σας! Πιέστε το τσάι σας! ΕΙΡΗΝΑ: Tι κακιά που είσαι. Έχετε παράξενο χαρακτήρα. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. όπως ο καθένας. (Παύση) ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Λοιπόν. Είναι φοβερά δυσάρεστα ολ' αυτά. προσφέροντας τσάι: Ένα γράµµα για σας κυριε. Θα την ποθούµε µονάχα! ΤOYZEMΠAX. (Φιλάει το χέρι της Μάσσας) Γλυκιά µου. ΕΙΡΗΝΑ: Τα 'φαγε ο Σαλιόνιυ! ΤΟΥZEMΠAX: Όλα.. γίνοµαι µελαγχολικός και λέω κάθε λογής σαχλαµάρες. (Προχωρεί µε το φλιτζάνι της στο τραπέζι) Σε βαρέθηκα. απόψε θα µεθύσω. Με συγχωρείτε.. Θα φύγω χωρίς να µε καταλάβουν. ΒΕΡΣΙΝΙΝ.. Με σησες! Δεν αφήνεις κανένα στην ησυχία του.τι κι αν γίνει. Ό. Αλέκο! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Mα τι σχέση έχει εδώ πέρ ο Αλέκος. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Για µένα. Πρέπει να πάω κοντά του. υπέροχη γυναίκα! Θα φύγω από δω χωρίς να με δούνε. είναι ξυπνητός. (Σηκώνεται ταραγµένος. είμαι πολύ εντάξει. (Παίρνει το γράµµα) Από την κόρη µου. (Βγαίνει) ΜΑΣΣΑ. ΜΑΣΣΑ: Σπίτι του. Όταν όµως βρίσκοµαι µε κόσµο. (Βγαίνει) ΑΝΦΙΣΣΑ: Πού πηγαίνετε.. χαµηλόφωνα: Η γυναίκα µου πήρε πάλι δηλητήριο.πουλιά δεν τον ενδιαφέρουν περισσότερο από πρώτα. mais vous avez des manieres un peu prossieres! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. πρέπει να τ' οµολογήσετε! ΣΑΛΙΟΝΙΥ. Ας πιούµε! . µε ένα καραφάκι κονιάκ στο χέρι: Εσείς όλο κάθεστε µονάχος. Και όµως εγώ. Δεν υπάρχει ευτυχία για µας κι ούτε θα υπάρξει.. πρέπει να φύγω αµέσως. θα ήσουν πολύ γοητευηκή µέσα στα σαλόνια αν δεν είχες αυτήν την κακή συνήθεια να µιλάς έτσι. ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Μα γιατί να τα ξαναφτιάξουµε. Τι να γίνει. Δώστε μου το. Με τέτοιο παρουσιαστικό. Δε θα πιω το τσάι µου. λοιπόν. Μάσσα! ΜΑΣΣΑ: Αν είµαι κακιά µη µου μιλάτε! Πάψτε να µε πειράζετε! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. να τα ξαναφτιάξουµε. Δεν είναι και πολύ καλά σήμερα. στην τραπεζαρία κοντά στο τραπέζι. (Βγαίνει) ΕΙΡΗΝΑ: Πού πήγε ο Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς. (Πίνουν) Απόψε θα υποχρεωθώ πάλι να παίζω πιάνο όλη νύχτα. (διαβάζει) Ναι. Je vοus prie. τον µιµείτaι: «Ανφίσσα!» Κάθεται κεί µέσα. γελώντας: Μην την πειράζετε. Σκέφτεστε. Ελάτε. Marie. Είναι τίποτα µυστικό. πνίγοντας ένα γέλιο: Δώστε µου. προχωρεί προς τον Σαλιόνιυ. Μαρία Σεργκέγεβνα. Κάτι δυσάρεστο συνέβη πάλι µε τη γυναίκα του. Πρέπει να φύγω. σας συµπαθώ. σαν είµαι µόνος µε κάποιον. µην την πειράζετε. χρυσή µου. τετ-α-τετ.. µε συγχωρείτε. µιλάει µε στόµφο: Είµαι ένας παράξενος. ΜΑΣΣA: Τι τρέχει. pardonnez moi.. Θαρρώ πως εκεί είναι το κονιάκ. Μη χολοσκάς.. ΑΝΦΙΣΣΑ.

σε αµηχανία: Οι µασκαράδες δε θα ' ρθουν. αν αυτά που σας λέω σας χτυπούν στα νεύρα.~ . Βαρόνε. ΑΝΤΡΕΪ.. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. αυτή η ίδια είναι! (Χτυπάει µε το χέρι της το µέτωπό της) Να! Εδώ! Mικρoαστή! (Ο Αντρέι προχωρεί προς την πόρτα δεξιά στην κάµαρά του κι ο Τσεµπουτίκιν . χορεύει: Και µε την κοπελιά σου! (Γέλια) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. χορεύει µόνη της βαλς: Ο Βαρόνος είναι µεθυσµένος! Ο Βαρόνος είναι µεθυσµένος! Ο Βαρόνος είναι µεθυσµένος! (Μπαίνει η Νατάσσα) ΝΑΤΑΣΣΑ. Ο Τσεµπουτίκιν ακουµπάει στον ώµο του Τούζεµπαχ και κάτι ψιθυρίζει) ΕΙΡΗΝΑ: Τι τρέχει. εγώ δεν ξέρω. Καληνύχτα σας! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Καληνύχτα σας. θα 'ρθω κι εγώ µαζί σου στη Μόσχα. Είναι ώρα να φεύγουµε ΕΙΡΗΝΑ: Μα για σταθείτε. Κρεμμυδόσουπα και κρέας “τσεχαρτµά” ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Η “τσερεµσά” δεν είναι κρέας. φιλάει τον Αντρέι: Να πάρει ο διάολος! Ελάτε να πιούµε! Αντριούσσα. Θα καθίσω να παίξω! Αστείος άνθρωπος αυτός ο Σαλιόνιυ. Και οι µασκαράδες. ΤΣEMΠOYTIKIN: Είναι ώρα να φεύγουµε. τα φαγητά τους ήτανε γνήσια καυκασιανά. Αλλά έχω ξέρετε το χαρακτήρα του Λέρµοντωφ. άγγελέ µου. ξέχνα τα όνειρά σου! (Την ώρα που αυτοί µιλούν. Η “τσερεµσά” βρωµάει σαν σκόρδο! ΑΝΤΡΕΪ. δεν πα' να 'ναι και τρία! Τόσο το καλύτερο! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Η Μόσχα έχει δυο Πανεπιστήµια! (Μουρµουρίζει και ξεφυσάει) Η Μόσχα έχει δυο Πανεπιστήµια: το παλιό και το καινούργιο.. Aλήθεια. Ειρήνα. ΕΙΡΗΝΑ: Μας υποσχέθηκαν πως θα 'ρθουν κατά τις εννιά... αρχίστε. δε µου πέφτει λόγος ΕΙΡΗΝΑ. Στην παντoτινή µας φιλία. (Βγάζει ένα µπουκαλάκι µε µυρωδιά και ραντίζει τα χέρια του) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Θα υποβάλλω παραίτηση! Μπάστα! Το σκέφτοµαι εδώ και πέντε χρόνια. Κάτι σαν το δικό µας κρεµµύδι. είναι χορταρικό.::ι. Αντριούσσα. Θα δουλέψω! ΣΑΛΙΟΝIΥ. παρακλητικά: Φτάνει πια κύριοι. (Κάθεται στο πιάνο και παίζει ένα βαλς) ΜΑΣΣΑ. προχωρώντας στο σαλόνι µε την Ειρήνα: Λοιπόν που λες. Στη Μόσχα υπάρχουν δυο Πανεπιστήµια.. Ξέρεις. δεν είχα ποτέ µου τίποτα. στον Τσεµπουτίκιν: Ιβάν Ροµάνιτς! (Λέει κάτι στ' αυτί του Τσεµπουτίκιν κι ύστερα βγαίνει σιγοπερπατώντας. χορεύει και τραγουδάει: Με την τριανταφuλλιά σου.. του µοιάζω κιόλας καθώς λένε. ρητορικά: Μη χολοσκάς Αλέκο! Ξέχνα.. µπορώ να σωπάσω! Μπορώ ακόµα να πάω και σε άλλο δωµάτιο! (Βγαίνει από µια πόρτα) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Μπράβο! Μπράβο! (Γελάει) Φίλοι µου.. κι επιτέλους τ' αποφάσισα. σας παρακαλώ! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Πότε θα 'ρθουν οι µασκαράδες. αγκαλιάζει τον Αντρέι και τραγουδάει: Μπαλκόνι µου καφασωτόη. ο Αντρέι έρχεται µ' ένα βιβλίο και κάθεται κοντά στο αναµµένο κερί) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Θα δουλέψω! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. Δηλαδή σε λίγο θα 'ναι δω. η “τσεχαρτµά” δεν είναι κρεµµύδι είναι αρνί κοκκινιστό! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Εγώ σας λέω πως η “τσερεµσά” είναι κρεµµύδι! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Κι εγώ σου λέω πως η “τσεχαρτµά” είναι αρνί κοκκινιστό! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Κι εγώ σου λέω πως η “τσερεµσά” είναι κρεµµύδι! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μα τι κάθοµαι τώρα και τσακώνοµαι µαζί σας! Εσείς ούτε στον Καύκασο πήγατε ποτέ ούτε φάγατε ποτέ σας “τσεχαρτµά”! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Δεν έφαγα ποτέ μου γιατί δεν µπορώ να την υποφέρω.ΣΑΛIONIY: Ας πιούµε! (Πίνει) Εναντίον σας.. ΑΝΤΡΕΪ... ελάτε να πιούµε σταυρωτά. η Νατάσσα λέει πως ο µπέμπης είναι λιγάκι αδιάθετος . Δεν είναι η πρώτη φορά! Πριν µας διώξουν πρέπει να φεύγουµε. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. κουνάει τους ώµους της: Ο µπέμπης είναι αδιάθετος! ΜΑΣΣΑ: Τι να γίνει. Κι αν δεν έχετε όρεξη να µ' ακούτε. ΑΝΤΡΕΪ: Στη Μόσχα υπάρχει ένα µόνο Πανεπιστήµιo ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Κι εγώ σας λέω πως υπάρχουν δυο! ΑΝΤΡΕΪ: Ε.. (Στην Ειρήνα) Δεν είναι άρρωστος ο µπέµπης. στο Πανεπιστήµιo! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Σε ποιο. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Όχι. (Με σιγανή φωνή) Αλήθεια.

ΑΝΤΡΕΪ: Πρέπει να βιαστούµε. φυσικά. ΑΝΦΙΣΣΑ. σε αµηχανία: Δεν είναι κανένας εδώ. ΑΝΤΡΕΪ: Δεν πρέπει να παντρεύεται κανείς.. η µοναξιά είνα. (Η Ανφίσσα βγαίνει. Δε θα υπάρξουν! Παίρνω όρκο σ' ό. Είναι εκνευρισµένη.. . φοβερό πράγµα. ΕΙΡΗΝΑ: Πάνε σπίτια τους ΣΑΛIONIY: Παράξενο! Είσαστε µόνη εδώ. τι σηµασία έχει. σας αγαπώ βαθιά. Θα του φέρω αύριο ένα παιχνιδάκι! ΡΟΝΤΕ. Αλλά δε βαριέσαι. µε το καπέλο και παλτό κι ο Τσεµπουτίκιν) ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Δεν πρόφτασα να παντρευτώ. είστε αγνή. Μονάχα εσείς µπορείτε να µε νιώσετε. ΕΙΡΗΝΑ: Ναι. αφού το παιδί είναι άρρωστο.. που ήταν παντρεµένη. Δεν πρέπει. Η Ειρήνα πηγαινοέρχεται στην κάµαρα συλλογισµένη. εκεί µπορούµε να µιλήσoυµε. µικρό µου κοριτσάκι (Φιλεί την Ειρήνα) Πρέπει να πας να πλαγιάσεις νωρίς. έχω δύσπνοια ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Τι µε ρωτάς. (Φωνές από «Γεια σας». Βασίλη Βασίλιεβιτς! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Πρώτη φορά µιλώ έτσι για τον έρωτά µου! Νιώθω να µη βρίσκοµαι στη γη. δυνατά: Κι εγώ σήµεγα πήγα έναν υπνάκο µετά το φαγητό. ΑΝΤΡΕΪ: Πάµε από την κουζίνα. προχωρεί. βέβαια. Θα κάτσω µονάχα και θα κοιτάζω. καλό µου παιδί.. «Καληνύχτα σας». Σας αγαπώ. δεν το 'ξερα πως είστε δω. Πω! Πω! ΜΑΣΣΑ: Πάµε στο δρόµο. ΕΙΡΗΝΑ: Ο µπέµπης κοιµάται. γιατί η ζωή µου πέρασε σαν αστραπή και γιατί ήµoυνα σφόδρα ερωτευµένος µε τη µητέρα σου. και τέλος περνάει στην πόρτα που µπάζει στην κάµαρα του άντρα της) ΝΑΤΑΣΣΑ: Ο Αντρέι είναι µέσα.. Όμως εσείς δεν είστε σαν τους άλλους. ύστερα µια άλλη.. Δεν αισθάνοµαι καλά! Τι να κάνω Ιβάν Ροµανιτς.. Στη σάλα µέσα απoχαιρετιούνται) ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Τι κρίµα! Είχα σκοπό να περάσουµε τη βραδιά µας εδώ.τι έχω ιερό.. Έχουµε µπόλικο καιρό ΑΝΤΡΕΪ: Φοβάµαι µήπως µε σταµατήσει η γυναίκα µου. Δε θυµάµαι τίποτα.τον ακολουθεί. εσείς βλέπετε την αλήθεια. ανώτερη. Ακούγονται απ' έξω φωνές και γέλια) ΕΙΡΗΝΑ. Αλλά τι γίνεται µε τη µοναξιά. Πηγαίνετε! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Δεν µπορώ να ζήσω χωρίς εσάς. καλό µου παιδί. απέραντα! ΕΙΡΗΝΑ: Καληνύχτα. Πού πήγανε. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Α! ΑΝΤΡΕΪ: Απόψε δε θα παίξω. Με συγχωρείτε Βασίλη Βασίλιεβιτς.. Πρέπει να τον αφήσουµε να διαβάσει. Κι ακόµα είναι εννέα η ώγα. ευτυχία µου! Τι υπέροχα. Όσο και να φιλοσοφείς. Όλοι βγαίνουν. Ο γάµος είναι το πιο ανιαρό πράµα! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Έτσι είναι. Θα δούµε τι θα φτιάξουµε. µπαίνει: Τι είναι. πες τους πως δεν είναι κανένας στο σπίτι. έπειτα ξαναχτυπάει. ασυλλόγιστα πριν λίγη ώρα. αλλά. ΣΑΛΙΟΝΠ: Δε µ' ενδιαφέρει! Xαίρετε! (Βγαίνει) ΝΑΤΑΣΣΑ: Είσαι κουρασµένη! Φτωχό µου. µα σε κάποιο άλλον πλανήτη! (Τρίβει το µέτωπό του) Αλλά δε βαριέσαι! Με το στανιό δε µπορεί ν' αγαπηθεί κανείς. Θα σκοτώσω κάθε αντεραστή!Ω. Η Ανφίσσα και η υπηρέτρια συγυρίζουν το τραπέζι και σβήνουν τα φώτα.. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Τι ανάγκη να βιαστείς. Πολύ σωστά. (Παύση) Καληνύχτα! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Φέρθηκα άπρεπα. Μπαίνει ο Σαλιόνιυ) ΣΑΛΙΟΝΙΥ. µικρέ µου. (Βγαίνουν) (Χτυπάει ένα κουδούνι. εξαίσιο πλάσµα! (Η Νατάσσα περνά κρατώντας ένα κερί. γιατί νόµιζα πως θα χογεύω όλη νύχτα. ψυχρά: Πάψτε. ανοίγει µιο πόρτα και κοιτάζει µέσα. Μπαίνουν σιγά ο Αντρέι. Aκούγεται η φωνή της παραµάνας που νανουρίζει.. Ας µας συγχωρέσουν. Δεν ξέρω. (Τρέχει από πίσω) Λατρεία µου! (Μέσα από δάκρυα) Ω. τι εξαίσια µάτια! Τέτοια µάτια δεν τα 'χω ξαναδεί σε γυναίκα! ΕΙΡΗΝΑ. ψιθυριστά: 'Ηρθαν οι µασκαράδες! (Το κουδούνι χτυπάει) ΕΙΡΗΝΑ: Kαλή µου νταντά. Και είµαι µε τη νυχτικιά µου. Ακούγεται το εύθυµο γέλιο του Τούζεµπαχ. Αλλά δεν πρέπει να υπάρχουν κι ευτυχισµένοι αντεραστές.

ήθελα κάτι να σου πω. Πάω να πλαγιάσω. Γλυκιά µου.. Το κεφάλι µου. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ.. Η διευθύντριά µας είναι άρρωστη κι έπρεπε να πάρω τη θέση της. Αλήθεια χρυσό µου. εσύ. ΕΙΡΗΝΑ: Αφήστε τις ερωτήσεις! Κουράστηκα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Αχ.. (Βγαίνει) ΕΙΡΗΝΑ. Τώρα είναι καλά. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ωραία.. Δηλαδή πρέπει να φεύγουµε. µου φαίνεται πως η κάµαρα του µπέµπη είναι ψυχρή κι έχει υγρασία. Ησύχασα τώρα. Και η κάµαρά σου είναι τόσο καλή για το παιδί. σαν να µην καταλαβαίνει: Πού.τι ποθείται. (Στην υπηρέτρια) Πες του πως έρχοµαι. Ο fallacem hominum spem! Αιτιατική µετ' επιφωνήµατoς. δεν έµεινε κανένας. τότε λοιπόν φεύγω µόνος. (Ακούγεται µια τρόικα.. δεν έρχεστε να πάµε πουθενά µαζί! Δεν µπορώ να µείνω σπίτι. που απόµεινε ολοµόναχη. (Βγαίνει.. (Κουδούνι) Άκου! Τώρα θα 'ναι η Όλια. (Βγαίνει µε τον Κουλίγκιν σφυρίζοντας) ΟΛΓΑ: Το κεφάλι µου πονάει! Αχ. µε γούνινο παλτό και καλπάκι. µόνη: Φύγανε όλοι. είσαι δικός µου.. το κεφάλι µου! (κάθεται) Ο Αντρέι έχασε χτες στα χαρτιά διακόσια ρούβλια. Είµαι ευχαριστημένος. πώς πονάει το κεφάλι µου! Αντρέι έχocσε στα χαρτιά. µα πότε λείπεις εσύ και πότε εγώ δεν έχω καιρό. Πού πήγε. κι εγώ κουράστηκα µ' αυτή τη συνεδρίαση ΒΕΡΣΙΝIN: Η γυναίκα µου βάλθηκε πάλι να µε τροµάξει. Το κεφάλι µου πονάει. θεέ μου.. Αχ.. Η γυναίκα µου πήγε σπίτι. καλούλα µου.. Πόσο άργησε! (Μπαίνει η Καµαριέρα. Φιόντορ Ηλίτς.. τι ευχάριστο! Αύριο ελεύθερη. Ξέρεις. έρχεται από τη σάλα. περίµεναν όλοι τους µασκαράδες. πλησιάζει τη Νατάσσα και της ψιθυρίζε κάτι στ' αυτί) ΝΑΤΑΣΣΑ: Ο Πρωτοπόπωφ! Τι παράξενος άνθρωπος! Ήρθε ο Πρωτοπόπωφ και θέλει λέει να πάω µια βόλτα µαζί του µε τρόικα! (Γελάει) Τι παράξενοι που είναι οι άντρες! (Κουδούνι) Κάποιος ήρθε. Όλη η πόλη µιλάει γι' αυτό.. θα µπορούσες να µετακοµίσεις προσωρινά στην κάµαρα της Όλιας. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Είµαι κουρασµένος. Η καµαριέρα βγαίνει γρήγορα.. (Βγαίνει) ΕΙΡΗΝΑ. (Η φυσαρµόνικα παίζει στο δρόµο. Πάµε. Ποιόν περιµένει. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Έφυγε κι η Μάσσα. µικρή ναζιάρα! ΟΛΓΑ: Μόλις τέλειωσε η συνεδρίαση.. Είναι τόσο χαριτωµένο µωρουδάκι! Του 'λεγα σήµερα: «Μπέµπη µου. (Προχωρεί) Αύριο είµαι ελεύθερη! Ω. Και ο Πρωτοπόπωφ περιµένει κάτω µε την τρόικα. το κεφάλι µου. η καµαριέρα την ακολουθεί: Θα γυρίσω σε µια ώρα. Μπαίνουν ο Κουλίγκιν.. µα δεν κοιµάται ήσυχα. η Όλγα και ο Βερσίνιν) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Μπα! Τι έκπληξη! Και λέγανε πως απόψε θα 'χαμε βεγγέρα! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Τι παράξενο! Όταν έφυγα πριν από µισή ώρα.. Πολύ λυπάμαι! Επιτρέψτε µου να σας ευχηθώ ό. Μου είναι εντελώς αδύνατο. Η παραµάνα νανουρίζει) ΝΑΤΑΣΣΑ..ΝΑΤΑΣΣΑ: Κοιµάται. μ' απελπισία: Στη Μόσχα! Στη Μόσχα! Στη Μόσχα! ΑΥΛΑΙΑ ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ .. Η Ειρήνα κάθεται συλλογισµένη. Πήγε πριν λίγo να φαρµακωθεί. Είµαι τόσο κουρασµένη. ΕΙΡΗΝΑ: Μου φαίνεται.. (Σηκώνεται) Κουράστηκα. που σταµατά στην πόρτα του σπιτιού) ΝΑΤΑΣΣΑ: Θα µπορούσες εσύ να µείνεις για λίγον καιρό στην κάµαρα της Όλιας και να βάλουµε τον µπέµπη στη δικιά σου. Aύριο όλη µέρα και µεθαύριο ανάπαυση! Όνειρα γλυκά! (Προχωρεί) Είχα όρεξη για τσάι.. µεθαύριο ελεύθερη! Το κεφάλι µου πονάει. ΕΙΡΗΝA: Έφυγαν όλοι. φιλάει το χέρι της Ειρήνας: Καληνύχτα . Λογάριαζα να περάσω τη βραδιά µε ευχάριστη συντροφιά. ΕΙΡΗΝΑ. Θα πάω μία βολτίτσα µονάχα. Λες να πάω για κανένα τεταρτάκι. δικός µου!» Κι εκείνος µε κοίταζε έτσι µε τα γλυκά του τα µατάκια! (Το κουδούνι χτυπάει) Η Όλια θα 'ναι. Όλη η πόλη µιλάει γι' αυτό! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ναι. Δε θα ' ρθω.

τι µπορώ. Είναι ήσυχα εδώ. «Δεν ξέρουµε πού είναι ο µπαµπάς». Η Μάσσα είναι ξαπλωµένη στον καναπέ ντυµένη όπως πάντα στα µαύρα. Αδύνατο να µείνει κανείς µαζί του. Είναι φανερό πως µέσα στο σπίτι κανείς δεν πλάγιασε ακόµα. δεν πρέπει να τους αφήσουµε να πάνε σπίτι τους. Ακούγεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία που περνά έξω απ' το σπίτι) ΟΛΓΑ: Τι φοβερό! Τι φρίκη. πάρε αυτό το ρούχο. Αχ. Εµάς δε µας χρειάζεται τίποτα. (Της πετάει τα ρούχα στην αγκαλιά της) Στην οικογένεια του Βερσίνιν πήρανε µια τέτοια λαχτάρα. Κι αυτή τη ζακέτα.» Άκου λόγια! Κι ένα σωρό άλλοι µαζεµένoι στην αυλή. Κι αυτό. βγάζοντας διάφορα ρούχα από µια ντουλάπα: Nα. δεν αντέχω να τα σηκώνω µόνη µου όλα τούτα. (Τη βάζει να καθίσει) Έλα. Του καηµένου του Φεντότικ του κάηκαν όλα. ΟΛΓΑ. Και πού θα πάω εγώ η δόλια. γέρνει το κεφάλι της στο στήθος της Όλγας: Γλυκιά µου. χρυσή µου... φοβερά µεθυσµένος. είσαι κουρασµένη. κοιµούνται.. «Κοπιάστε απάνω».. όποιος και να 'ναι (Από την ανοιχτή πόρτα διακρίνεται ένα παράθυρο κόκκινο από τις φλόγες. Είµαι πια ογδόντα χρονώ-oγδόντα ένα! ΟΛΓΑ: Κάτσε καλή µου νταντά! Φτωχούλα µου.. τους λέω..Η κρεβατοκάµαρα της Όλγας και της Ειρήνας. πήγαινε τώρα. Η πάροδος Κιρσανωφ κάηκε απ' την µιαν άκρη της ως στην άλλη. έτσι φαίνεται. Κουράσηκε η φτωχιά. Δεξιά κι αριστερά κρεβάτια µε παραβάν. νταντά. εγώ δουλεύω.. «δεν κάνει να κάθεστε δω πέρα» Κι εκείνες όλο κλαίνε. Οι κακόµοιροι. οι κακόµοιροι! Το σπίτι τους παραλίγο να πιάσει φωτιά! Ας ξενυχτήσουν εδώ απόψε.. νταντά. δεν µπορώ να σταθώ στα πόδια µου. Τι λέτε. ΝΑΤΑΣΣΑ: Ναι.. θαρρώ πως τα µαλλιά µου είν' αχτένιστα! (κοιτάζει τον καθρέφτη) Λένε πως πάχυνα. θεέ µου! (Μπαίνει ο Φεραπόντ) Να.... σαν να µη συµβαίνει τίποτα.. πάρε αυτά. Δεν πρέπει ν' αφήσoυµε τους Βερσίνιν να γυρίσουνε σπίτι τους... ξεκουράσου καλή µου. Ο µπέμπης και η µπεμπούλα µου. Ύψιστε κύριε! Τι ήταν αυτό. να κι αυτό. Έχουµε τόσον κόσµο! Όπου και να πάει κανείς το σπίτι είναι γεµάτο. δωσ' τα όλα! Koυράστηκα. χωρίς να την ακούει: Απ' αυτήν την κάµαρα δε φαίνεται η πυρκαγιά.. βοηθείας για τους πυροπαθείς. Η γυναίκα του Βερσίνιν µπορεί να πλαγιάσει κι αυτή στην τραπεζαρία ΑΝΦΙΣΣΑ. Μια πυρκαγιά έχει ανάψει στην πόλη εδώ και κάµποση ώρα. . Και στα 1812 έτσι καιγόταν κι η Μόσχα! Θεέ και Κύριε! Κι οι Φραντσέζοι τότε τα χρειαστήκανε! ΟΛΓΑ: Έλα.. Κι όλοι τους είναι µισόγυμνοι! ΟΛΓΑ. Τα κορίτσια το Καλοτίλιν είναι κάτω. Κι ο γιατρός είναι µεθυσµένος. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Στους ορισµούς σας! (Βγαίνει) ΟΛΓΑ: Χρυσή µου νταντά. δωσ' τους κι αυτά! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Στους ορισµούς σας. η Σόφοτσκα. Ο Φεντότικ µπορεί να κοιμηθεί κι αυτός στου Βαρόνου ή να πλαγιάσει στο σαλόνι µας. Τρεις η ώρα τη νύχτα. Μα αρχίζω πια να γερνάω. Δεν είν' αλήθεια... φώναξε κάλλιο τον Φεραπόντ. Τίποτα δεν τ' απόµεινε! ΑΝΦΙΣΣΑ: Όλια χρυσή µου. (Στην Ανφίσσα. Μπαίνουν η Όλγα και η Ανφίσσα ΑΝΦΙΣΣΑ: Κάθονται τώρα κάτω από τη σκάλα. Nα κι αυτή τη φούστα. Και στην πόλη σέρνεται η γρίπη -φοβούµαι τόσο μην κολλήσουν τα παιδιά! ΟΛΓΑ. Πήγαινέ τα κάτω. λες και το κάνει επίτηδες.. αποκαµωµένη: Όλια χρυσή µου. µη με διώξετε! ΟΛΓΑ: Τι κουταµάρες είν' αυτές. Είναι το καθήκον των πλουσίων... Πάρε και τούτο. καθόλoυ! Η Μάσσα κοιµάται. «Κι αν κάηκε στην πυρκαγιά. Τι χλωµή που είσαι! (Μπαίνει η Νατάσσα) ΝΑΤΑΣΣΑ: Κάτω λένε πως πρέπει αµέσως να οργανώσουµε µια ~-:τιτpoπ+... χρυσή µου παραµάνα.. Να. Πού. Δωσ' τους τα. Δεν είναι άσχηµη ιδέα! Πρέπει όσο µπορεί κανείς να βοηθάει τους φτωχούς. να τους τα µοιράσεις όλα. Όλοι σας µπορείτε να µου πείτε: «Ξεφορτώσου µας». Πίσω από τη σκηνή χτυπάει το καµπανάκι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Κανείς δε σε διώχνει! ΑΝΦΙΣΣΑ. κάνω ό. χτυπάει το κουδούνι: Ποιος ν' ακούσει τώρα! (Πάει στην πόρτα) Ας έρθει λοιπόν κάποιος απάνω. Τα κοριτσάκια θα πλαγιάσουν στη τραπεζαρία κι ο Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς κάτω στου Βαρόνου. µου λένε.. στη σκάλα. µη µε διώξετε.

έκπληκτη: Τι θα πει να κάθεται. Φτωχούλα μου! Η Διευθύντριά µας κουράστηκε! Αλήθεια. Είναι τροµερό! (Μπαίνει ο Κουλίγκιν) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Πού είναι η Μάσσα. σταµατάει. αγαπητή µου. θα παντρευόµoυν εσένα. ολοένα θα τσακωνόµαστε. (Το καµπανάκι της Πυροσβεστικής χτυπάει πίσω από τη σκηνή) ΟΛΓΑ: Τούτη τη νύχτα γέρασα δέκα χρόνια! ΝΑΤΑΣΣΑ: Πρέπει να συνεννοηθούµε. Δεν ήθελα να σε πικράνω. αν σε µετακοµίσεις στο κάτω διαµέρισµα. Δε θυµάµαι τίποτα! Απολύτως τίποτα! (Η Όλγα κι η Νατάσσα βγαίνουν από τη σκηνή χωρίς εκείνος να τις καταλάβει) Ας πάνε όλοι στο διάολο. εγώ κοιτάζω το νοικοκυριό. Εσύ την κακοµαθαίνεις! Εµένα µ' αρέσει η -<-r. σαστισµένη: Με συγχωρείς. Κι εγώ. (Αφουγκράζεται) ΟΛΓΑ: Τι ειν' αυτό. Είναι στουπί στο µεθύσι. αγαπητή µου. στο σπίτι! Οι περιττοί να λείπουν από δω µέσα! (Της χαϊδεύει το µάγουλο) Καλέ εσύ είσαι κουρασµένη. παίρνει το µαξιλάρι της και βγαίνει τροµερά θυµωµένη) ΟΛΓΑ: Πρέπει να µε νιώσεις. έρχεται.. Είσαι τόσο καλή! Α! Είµαι πτώµα από την κoύραση. έχουµε καµαριέρα. δεν ξέρω τίποτα! Όσα ήξερα τα ξέχασα όλα. (Σηκώνεται) Νάτος. Με συγχωρείς. (Τεντώνεται) Κάηκε μονάχα ένα τετράγωνο. Είναι πάνω από τις δυνάµεις µου. η παλιοστρίγγλα. . έπειτα πηγαίνει στο λαβοµάνο και πλένει τα χέρια του) ΤΣEMΠOYΤIKIN.. ΟΛΓΑ: Την έχουµε κοντά µας τριάντα χρόνια! ΝΑΤΑΣΣΑ: Τώρα όµως δεν µπορεί πια να δουλέψει. (Η Μάσσα σηκώνεται. µαγείρισσα. Κι όµως φυσούσε ένας αέρας. Μα κι εσύ πρέπει να το παραδεχτείς.. πως αυτή η γριά θα µπορούσε να 'µενε στο χωριό της. Προχωρεί µέσα στην κάµαρα. Στην αρχή έλεγε κανείς πως όλη η πόλη θα γινόταν παρανάλωµα του πυρός. εγώ στο σπίτι. Είναι ανίκανη για δουλειά! 'Η θα κοιµάται ή θα κάθεται! ΟΛΓΑ: Ωραία. Λες και το κocνει επίτηδες. ΟΛΓΑ. Κι όταν εγώ λέω κάτι για τους υπηρέτες. Όλιουτσκα. Όλια. Έχω νταντά. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Δυστυχώς θα 'ναι ο γιατρός που το 'ριξε πάλι στο πιοτό. κοιτάζει γύρω. αυτός είναι.ψυχρά) Πώς τολµάς εσύ να κάθεσαι µπροστά µου. ξέρω γιατί το λέω. όταν µεγαλώσει η Σόφοτσκα µου κι αρχίσει να πηγαίνει στο Γυµνάσιο. Εσύ έχεις τα µαθήµατά σου. Πονάει η ψυχή µου! ΝΑΤΑΣΣΑ. Αυτό δεν µπορώ να το υποφέρω! Τέτοια συµπεριφορά µε πνίγει εµένα. σκυθρωπά: Nα τους πάρει όλους ο διάολος! Ο διάολος! Θαρρούνε πως είµαι γιατρός. (Γελά) Τι άνθρωπος αλήθεια! Εγώ θα κρυφτώ εδώ! (Πηγαίνει στην ντουλάπα και κρύβεται στη γωνιά) Βρε το µασκαρά το γιατρό! ΟΛΓΑ: Δυο χρόνια είχε να µεθύσει και τώρα τον έπιασε. αλλά τέτοια συµπεριφορά απέναντί της δεν την αντέχω. Να. Την περασµένη Τετάρτη... ένας άπρεπος λόγος.. Εµείς µπορεί ν' ανατραφήκαµε αλλιώτικα. συγχώρεσέ µε. Εσύ 'σαι στο Γυμνάσιο. Δεν το καταλαβαίνεις. (Κάθεται) Είµαι κατάκοπος. αυτό είναι βέβαιο. Όλια. Παύση) Τι την κρατάς εδώ αυτήν την παλιόγρια. ασ' τηνε να κάθεται! ΝΑΤΑΣΣΑ. µα κι εγώ δεν καταλαβαίνω! ΝΑΤΑΣΣΑ: Τι µας χρειάζεται εδώ. Ή εγώ δεν καταλαβαίνω ή εσύ δε θέλεις να καταλάβεις. όχι µεθυσµένα. θαρρώ πως έρχεται κατά δω. Όλια. συγχώρεσέ µε! (Τη φιλάει) ΟΛΓΑ: Η παραµικρή αγένεια. πως ξέρω να γιατρεύω όλες τις αρρώστιες. µε κάνει ν' αρρωσταίνω! Με κάνει ίσα ίσα να χάνω το ηθικό µου! ΝΑΤΑΣΣΑ: Συγχώρεσέ µε. σκέφτοµαι συχνά πως αν δεν ήταν η Μάσσα. (Χτυπάει το πόδι της) Aυτή η παλιόγρια θα ξεκουµπιστεί από το σπίτι αύριo κιόλας! Και σου απαγορεύω να µε νευριάζεις! Στο απocγορεύω! (Νιώθοντας πως παραπήρε φόρα) Aλήθεια. Τι τη θέλουµε αυτή τη γριά. Σήκω απάνω! Ξεκουµπίσου από δω! (Η Ανφίσσα βγαίνει. χρυσή µου. (Τραβιέται µε τη Νατάσσα στο βάθος της κάµαρας. μπαίνει ο Τσεµπουτίκιν. Η πυρκαγιά λένε πως άρχισε να κοπάζει. Είναι χωριάτισσα.. παραµάνα. Είναι ώρα πια να πάµε σπίτι. ΟΛΓΑ: Θ' αρνηθώ! Δεν µπορώ. Περπατά σταθερά. µε κάνει άνω-κάτω! ΝΑΤΑΣΣΑ: Συχνά λέω πράµατα που δεν πρέπει. Τι µας χρειάζεται. (Πίνει νερό) Φέρθηκες τόσο βάναυσα στην νταντά πριν από λίγο. Τον ακούτε. Όλια. πρέπει να πάει στο χωριό. ταραγµένη: Συγχώρεσέ µε Όλια. αυτό είν' αλήθεια. θα σε φοβάµαι! ΟΛΓΑ: Δε θα γίνω ποτέ Διευθύντρια! ΝΑΤΑΣΣΑ: Θα σε εκλέξουν. Αφού είναι υπηρέτρια! (Μεσ' από τα δάκρυα) Δε σε καταλαβαίνω. Εγώ ξέρω γιατί το λέω! Aυτή η παλιοκλέφτρα. µα την αλήθεια.. Όλια.

Τη Μάσσα εννοώ. ξέρετε. Φυσικά αυτό δεν τον αφορά.. δεν πάτε καλύτερα να κοιμηθείτε.. Ευχαριστώ. ας ήτανε να µην υπάρχω! (Παύει να κλαίει.. Τα θυµήθηκα όλα κι ένιωσα τόση αηδία. άλλοι στην Τσιτά. Όλοι είναι ξαφνιασµένοι και στεναχωρηµένοι) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. γελάει: Τα κoπανήσατε λοιπόν πάλι. Τι προστυχιά! Τι εξευτελισµός! Ήρθε στο νου µου κείνη η γυναίκα που την πέθανα την Τετάρτη. Ιβάν Ροµάνιτς! (Τον χτυπάει στον ώµο) Μπράβο! In νίnο veritas. (Κλαίει) Αχ. Φτάνει να θέλουµε. µα τίποτα δικό τους κι όµως καµωνόµουνα σαν να τους είχα διαβάσει. Και κείνος ο φίλος σας ο Σαλιόνιυ.. Σπουδαία παλικάρια! (Τρίβει µ' ευχαρίστηση τα χέρια του) Χρυσά παιδιά! Λεβεντόπαιδα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. κατά τη γνώµη µου. Έχει να παίξει τρία χρόνια. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Εδώ δεν υπάρχει κανένας που να νιώθει από μουσική. Πέθανε. Κανείς δεν ξέρει τίποτα. (Παύση) Χτες άκουσα εντελώς τυχαία µιαν είδηση. Μπορεί να σας φαίνεται πως το 'σπασα.. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κι εγώ άκουσα να το λένε. παίζει περίφηµα! ΕΙΡΗΝΑ: Το 'χει ξεχάσει. Θα φύγουµε! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. φίλοι µου. Ε. (Κοντά στην .ωτός εκεί πέρα.. Αρχισε να χαράζει ΕΙΡΗΝΑ: Κάθονται όλοι στην τραπεζαρία. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κοντεύει τέσσερις. τι κι αν ήταν της µητέρας. πως η Μαρία Σεργκέγεβνα παίζει υπέροχα -έχει πραγµατικό ταλέντο µπορώ να πω. παρά µονάχα καµώνοµαι πως έχω χέρια. Μπορεί βέβαια να είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο.. κεφάλι. πως τάχα η Ταξιαρχία µας πρόκειται να µετατεθεί. Την αγαπώ πάρα πολύ. ωστόσο. Όµως εγώ καταλαβαίνω και σας βεβαιώνω στο λόγο της τιμής µου. Η Μαρία Σεργκέγεβνα. Αλλά. Και πέθανε από δικό µου λάθος. πολύ έξυπνος. (Ο Τσεµπουτίκιν παίρνει ένα ρολόι από πορσελάνη και το περιεργάζεται) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Έγινα χάλια στην πυρκαγιά. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι. θα του θέσω υπ' όψιν του αυτό το ζήτηµα. Μπορεί και να μην το 'σπασα. µπορεί και τέσσερα. Βαρόνε. Ούτε ψυχή. έχει ωστόσο κάτι περίεργες αντιλήψεις. τρώγω.. Ο Τούζεµπαχ φοράει µια µοντέρνα καινούργια πολιτική φορεσιά) ΕΙΡΗΝΑ: Ας κάτσουµε δω. Σκυθρωπά) Άει στο διάολο! Προχτές στη λέσχη γινότανε κουβέντα για τον Σαίξπηρ. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Δεν πειράζει. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Δεν είναι δύσκολο να γίνει. παίζει θαυµάσιο πιάνο! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ναι. Τίποτα δεν ξέρω.. Μπορεί να µας φαίνεται πως υπάχουµε ενώ στην πραγµατικότητα δεν υπάρχουµε καθόλου. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Έχετε δίκιο. (Στον Τσεµπουτίκιν) Γιατρέ.. ο Βερσίνιν κι ο Τούζεµπαχ. θα σας βάλω µηδέν για τη διαγωγή σας! ΕΙΡΗΝΑ: Ήτανε το ρολόι της µακαρίτισσας της µητέρας ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μπορεί.. Άλλοι λένε στο Πόλαντ.έκανα θεραπεία σε κάποια γυναίκα στο Ζάσεπ. πόδια. Δι έχω διαβάσει τίποτα. σιχαµάρα. Όλο µoυντζoύρες.. Κανείς δεν το 'χει στο νου του να φύγει. µα τώρα δε θυµάµαι τίποτα. µαζεύει τα κοµµάτια: Σπάσατε ένα τέτοιο πολύτιμο αντικείµενο! Α! Ιβάν Ροµάνιτς. ναι. αν δε σας ταράζει. πραγµατικά ένας άνθρωπoς εξαίρετος. (Χτενίζει το γένι του) ΚΟΥΛIΓKIN. µα κανένας δε σε νιώθει! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. τίποτα! Μπορεί να µην είµαι καν άνθρωπος. έλεγαν οι Αρχαίοι! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Όλοι µε παρακαλούν να οργανώσουµε µια συναυλία υπέρ των πυροπαθών ΕΙΡΗΝΑ: Ουφ.. µολονότι ο Διευθυντής µας είναι ένας θαυµάσιος άνθρωπος.. ποιος θα κάτσει τώρα να. Τι να γίνει. πάει κοντά τους: Τι ώρα έχετε. λοιπόν.. Πριν είκοσι πέντε χρόνια κάτι ήξερα. βέβαια. Μάλιστα. Μα θα 'ταν άραγε σωστό να πάρει µέρος σε µια συναυλία. Είναι υπέροχη! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Να µπορείς να παίζεις τόσο όµορφα και να ξέρεις ότι κανένας. ολόκληρη η πόλη θα καιγόταν. Τότε θα ερηµωθεί ολότελα η πόλη! ΕΙΡΗΝΑ: Κι εµείς. αναστενάζει: Ναι. (Παύση) Εγώ δεν ξέρω τίποτ' απ' αυτά τα πράγµατα.. για τον Βολταίρο.. του πέφτει το ρολόι και σπάζει: Θρύψαλα (Παύση.. Εδώ δε θα 'ρθει κανένας ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Αν δεν ήταν οι στρατιώτες. κοιµούµαι. Πήγα λoιπόν και τα κοπάνησα! (Μπαίνουν η Ειρήνα. Μπορεί κιόλας να µην υπάρχω διόλου και µονάχα φαντάζοµαι πως περπατάω. κάθεται .

Τη σχέψη µου δε θα φωνάξω. (Βγάζει το µπουκαλάκι µε το άρωµα κι αρωµατίζεται) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Τραµ-ταµ-ταµ! ΜΑΣΣΑ: Τραµ-ταµ! ΒΕΡΣΙΝΙΝ. ρα! ΒΕΡΣΙΝΙΝ:Τρα. Βασίλη Βασίλιεβιτς. πρέπει να φεύγουµε. Κι όταν περάσει ακόµα λίγος καιρός -άλλα διακόσια-τριακόσια χρόνια. (Παύση) Όταν άρχισε η πυρκαγιά. Γρήγoρα θα πιάσω δουλειά στο εργοστάσιο κεραµοποιοίας. Όµως τα δυο κοριτσάκια µου στεκόντουσαν στο κατώφλι ολοµόναχα. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Αλήθεια. τι ωραία που θα 'ναι τότε η ζωή! Μπορείτε να τη φανταστείτε. ό. Κάηκαν όλα. δεν καταλαβαίνω. τα! (Γελάει. Όχι. Και το λεύκωµα που ήθελα να σας κάνω δώρο. σκέφτηκα. γελάει: Όλα. τα. αγωνία.. γελάει. (Γελά) Τι παράξενα που είναι όλα µα την αλήθεια. σας παρακαλώ.. Κι όµως. εκτός κινδύνου. εσείς όµως δε βλέπετε τίποτα. ταµ! ΜΑΣΣΑ: Τρα. στην ουσία. τις πάπιες για να µην τροµάξω! (Στον Τούζεµπαχ) Κουκ-κουκ-κουκ! (Βγαίνει µαζί µε τον Βερσίνιν και τον Φεντότικ) ΕΙΡΗΝΑ: Μας γιόµισε µυρουδιές αυτός ο Σαλιονιύ! (Έκπληκτη) Μπα! Ο Βαρόνος απoκoιµήκε! Βαρόνε! Βαρόνε! Βαρόνε! ΤOYZEMΠAX. Κάθεστε δω χάµω και δε βλέπετε τίποτα. όλο και περισσότεροι. Το εργοστάσιο κεραµοποιοίας. ΦΕΝΤΟΤΙΚ. µα την αλήθεια. Πώς πάει η πυρκαγιά.. Τώρα εδώ στην πόλη µας υπάρχουν µονάχα τρεις σαν κι εσάς. πριν από πολλά χρόνια. κι ο δρόµος ήταν κατακόκκινος από τις φλόγες της πυρκαγιάς και γινόταν όλη εκείνη η τρoµερή αναστάτωση. κοιτάζω.. πόση διαφορά υπάρχει ανάµεσα σ' αυτό που γίνεται τώρα και σ' αυτό που γινόταν άλλοτε. η φωτογραφική µηχανή κάηκε. σκέφτηκα πως κάτι παρόµοιο θα συνέβαινε κι άλλοτε. Και θα 'ρθει καιρός που όλα θ' αλλάξουν όπως εσείς θέλετε! Οι άνθρωποι θα ζουν µε τον τρόπο που εσείς θέλετε! Κι έπειτα θα γεράσετε κι εσείς. ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Λένε πως κοντεύει να σβήσει. τρέχανε δω και κει. όλα. άρχισα να τρέχω κι ολοένα σκεφτόµουν το ίδιο πράµα: Τι άλλο ακόµα τους είναι γραφτό να τραβήξoυν σε τούτο τον κόσµο.οι άνθρωποι θα βλέπουν τη σηµερινή ζωή µας µε φρίκη και µ' ειρωνεία! Όλα τα τωρινά θα τους φαίνονται στραβά. χορεύει: Στάχτη! Στάχτη! Ό. µε τα νυχτικά τους. ξυπνώντας: Κουράσηκα µα την αλήθεια. 'Εγινε κιόλας η σχετική . και τα προσωπάκια των παιδιών µου γεµάτα φρίκη. αφόρητα.. θα ξεπεραστείτε. (Η Μάσσα µπαίνει µ' ένα µαξιλάρι και κάθεται στον καναπέ) Κι όταν τα κοριτσάκια µου στέκονταν εκεί στην εξώπορτα µε τα νυχτικά τους. είναι δοσµένοι!» (Γελάει) ΜΑΣΣΑ: Τραµ. ρα. τι άλλο ακόµα θα περάσουν αυτά τα παιδιά στο διάβα της ζωής τους. Καµπανάκι) Όταν έφτασα εδώ βρήκα τη µάνα τους να στριγγλίζει µανιασμένη. (Παύση. Εγώ γιατί δεν µπορώ. Έχω κέφι αυτή τη στιγµή. το σπίτι µας στέκει σώο και αβλαβές. όλο και περισσότεροι. ενώ η Νατάσσα φλερτάρει µε τον Πρωτοπόπωφ! (Σιγοτραγουδεί) «Aυτή η µέρα είναι για σένα» (Βγαίνει) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μάλιστα.τι είχα! Δε µ' απόµεινε τίποτα! Η κιθάρα µου κάηκε. όταν άξαφνα έκανε επιδροµές ο εχθρός κι άρχιζε να λεηλατεί και να καίει. να ζήσω! (Τραγουδάει) «Στην αγάτ: νιοί και γέροι είναι δοσµένοι. όλα µου τα γράµµατα. άβολα και παράξενα. Μάτωσε η καρδιά µου όταν είδα τα µουτράκια τους. ικεσία και δεν ξέρω τι άλλο. Τ' άρπαξα στην αγκαλιά µου. το 'ριξα πάλι στη φιλοσοφία! Επιτρέψτε µου να εξακoλoυθήσω. που θα 'ναι καλύτεροι από σας! (Γελά) Απόψε έχω διαβολεµένο κέφι! Λαχταρώ να ζήσω. είναι δοσµένοι. Στον Σαλιόνιυ: Πάµε στο σαλόνι ΣΑΛΙΟΝΥ: Πολύ καλά! Αυτό το σηµειώνουµε. Πλησιάζω. Η Νατάσσα φλερτάρει µε τον Πρωτοπόπωφ. γιατί ο Βαρόνος µπορεί να µένει κι εγώ δεν µπορώ. όχι. μπαίνει ο Φεντότικ) ΦΕΝΤΟΤΙΚ. Αλλά στις ερχόµενες γενιές θα 'ναι περισσότεροι. Οι άνθρωποι ανάστατα άλογα. ταµ. Α. και θα γεννηθούν άλλοι άνθρωποι.πόρτα) Τι µε κοιτάτε. Η µητέρα τους δε φαινότανε πουθενά. Θεέ µου. Έχω τρoµερή επιθυµία να µιλώ για το µέλλον. σκυλιά. (Παύση) Σαν να κοιµούνται όλοι! Λέω λοιπόν. τι υπέροχη ζωή που θα 'ναι τότε.. τι θαυµάσια ζωή! (Γελά) Με συγχωρείτε. έτρεξα γρήγορα στο σπίτι. Δεν παραµιλώ. φύγετε! Δεν µπορείτε να µείνετε εδώ! ΣΑΛΙΟΝΥ: Ο Βαρόνος πώς µένει.τι είχα και δεν είχα έγιναν στάχτη! (Γέλια) ΕΙΡΗΝΑ: Μα ειν' αστείο αυτό. ταµ! ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ταµ. κάηκε κι αυτό! (Μπαίνει ο Σαλιόνιυ) ΕΙΡΗΝΑ: Α.

Πού. Ένας Άγιος! Omnia mea mecum porto. πηγαίνετε! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. κι η γυναίκα του άρπαξε όλα τα λεφτά. γοητευτική. (Υστερικά) Ω. γελάει: Α. ΕΙΡΗΝΑ. κλαίγοντας: Πού. σας είπα να πηγαίνετε! Επιτέλους! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Φεύγω. Τι το θέλεις. δεν µπορώ! (Η Όλγα µπαίνει. αλήθεια. κι όµως νιώθω σαν να παντρευτήκαµε χτες. δεν αντέχω άλλο. Φεύγω. ποτέ δε θα ξαναγυρίσουµε στη Μόσχα. η ζωή φεύγει και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει. ανήκει και στους τέσσερίς µας! Κι όφειλε να τι ξέρει αυτό. Έχει καρφωθεί στο µυαλό µου! Δεν µπορώ. και χθες καυχιότανε πως πέτυχε να γίνει µέλος του Επαρχιακού µας Συµβουλίου. Πού είναι. ευχαριστηµένος! (Βγαίνει) ΕΙΡΗΝΑ: Αλήθεια. όλοι τρέξανε στην πυρκαγιά. αµέσως. είστε δω. Ω. Είµαι ένας τίµιος άνθρωπος. Δίνω και ιδιωτικά µαθήµατα. θεέ µου! Τα ξέχασα όλα. Αν μου δίνατε το δικαίωµα να θυσιάσω και τη ζωή µου για σας! ΜΑΣΣΑ: Nικoλάι Λβόβιτς. Είναι κάτι αφόρητο. τροµερό. Κάθε µέρα ξεχνάω κι από κάτι. κοιµάσαι. βαρέθηκα. ποτέ δε θα γυρίσουµε! ΟΛΓΑ: Aγάπη µου. Όλη η πόλη µιλάει γι' αυτόν και τον κοροϊδεύουν κι ο µόνος που δε βλέπει και δεν ξέρει τίποτα ο ίδιος. είµαι αγανακτισµένη! (Ξαπλώνει) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Δεν είµαστε φτωχοί. Ασ' τον να πάει στι καλό! ΜΑΣΣΑ: Όπως και να 'ναι. Πλάγιασε µισή ωρίτσα. ακριβή µου. καθώς λένε ΜΑΣΣΑ: Εγώ δε θέλω τίποτα. πάµε να δουλέψουµε µαζί! ΜΑΣΣΑ: Νικολάι Λβόβιτς. Μου φαίνεται πως η χλωµάδα σας φωτίζει το σκοτάδι. Δε θυµάµαι πια πώς λένε Ιταλικά το παράθυρο. αποβλακώθηκε πλάι σ' αυτήν τη γυναίκα. τη φιλάει: Είσαι κουρασµένη. είµαι στο Γυµνάσιο. amamus. αγαπούλα µου. Τι έχεις. ευχαριστηµένος. Έρχεται η αυγή. Πηγαίνετε να πλαγιάσετε. είναι κoυρασµένη. Aγαπηµένη µου γυναικούλα. Πού πήγαν όλα. είναι τροµερό. amant! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. ελάτε μαζί µου. Κοιµήσου. δε σας είδα! (Φιλάει το χέρι της Ειρήνας) Χαίρετε. Το νιώθω. θεέ μου. γελάει: Μα ναι. δεν αντέχω άλλο! Δεν αντέχω! ΟΛΓΑ. (Βγαίνει) ΜΑΣΣΑ. χρυσή µου! . τρυφερά) Είστε τόσο χλωµή. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Aγαπηµένη µου Μάσσα! Γλυκιά µου Μάσσα! ΕΙΡΗΝΑ: Φένηα. βαρέθηκα! (Ανασηκώνεται και µιλά καθιστή) Και είναι και κάτι που δεν µπορεί να µου φύγει απ' το µυαλό. ωραία. σ' αγαπώ! ΜΑΣΣΑ. Όµως η αδικία µε κάνει ν' αγανακτώ! (Παύση) Πήγαινε Φιόντορ. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ε. Ορίστε. Όλα τα ξεχνάω. amat. πώς χάλασε ο Αντρέι µας! Πόσο γέρασε . Στην τιµή µου! Είσαι µια θαυµάσια γυναίκα. Είστε θλιµµένη.συζήτηση. Εγώ θα µείνω και θα σε περιµένω. Σας κοιτάζω τώρα και θυμάµαι πριν από καιρό. αuτός κάθεται κλεισµένος στην κάµαρά του και καρφί δεν του καίγεται. ευχαριστηµένος! ΜΑΣΣΑ: Βαρέθηκα. κι εµείς ποτέ. πρέπει να µιλήσω. (Στην Ειρήνα. το ταβάνι. αν είναι άντρας καθώς πρέπει. που χαρούμενη και γεµάτη ζωή µιλούσατε για τη χαρά ης δουλειάς. όλα! Όλα µπερδεύονται µέσα στο µυαλό µου. αρχίζει να χαράζει. διώξτε µε. (Προχωρεί) Ειµ' ευχαριστηµένος. τροµαγµένη: Τι τρέχει. Για τον Αντρέι θέλω να πω. ανικανoπoίητη από τη ζωή. δεν µπορώ. τροµερό! (Κλαίει) Δεν µπορώ. Πηγαίνει στο τραπεζάκι της και το τακτοποιεί) ΕΙΡΗΝΑ. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Θα φύγω. amas. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Μα τι σκοτίζεσαι τώρα γι' αυτό. Άλλο δεν κάνει παρά να γρατζουνάει το βιολί του. Μάσσα.. κι όµως το σπίτι αυτό δεν ανήκει µονάχα σ' αυτόν. Εγώ δουλεύω. Κάποτε πάλευε να γίνει καθηγητής. θυµωµένη: Αmο. (Φιλάει το χέρι της) Τα µάτια σας είναι δακρυσµένα. Ο Αντριούσσα είναι καταχρεωµένος. ΜΑΣΣΑ: Καλύτερα να πας στο σπίτι. Αυτός έγινε µέλος κι ο Πρωτοπόπωφ πρόεδρος. είναι καταπληκτική! Είσαι γυναίκα µου εφτά χρόνια. µoναδική µου. Άφησέ την ν' αναπαυτεί. την ηµέρα της γιoρτής σας. ευχαριστηµένος. ξαπλώνει: Φιόντορ. Και η ευτυχισµένη ζωή που ονειρευόµουνα τότε! Πού είναι. Είµαι ευχαριστηµένος.. κλαίει δυνατά: Διώξτε µε. Έβαλε τούτο το σπίτι υπoθήκη στην Τράπεζα. amatis. Ω.

φτάνει! Ήµουν υπάλληλoς στο Τηλεγραφείο. Αγαπώ τον Βερσίνιν! ΟΛΓΑ. Θα γίνω σαν τον τρελό τον Γκόγκολ. Όλια. ζητάνε να τους επιτρέψετε να περνάνε µέσα από τον κήπο για να πάνε στο ποταµι. (Μπαίνει ο Αντρέι και πίσω του ο Φεραπόντ) ΑΝΤΡΕΪ.. Αντρέι Σεργκέιτς! ΑΝΤPEΪ: Πρώτα πρώτα. Δεν µπορώ πια να σωπάσω! (Παύση) Αγαπώ. από την πραγµατική ζωή. δεν είµαι ο Αντρέι Σεργκέιτς αλλά η Εξοχότητά σας! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Οι πυροσβέστες. αγαπώ. Αγαπώ αυτό τον άνθρωπο. µα είναι τόσο τίµιος. στην είσοδο ανυπόµονα: Μα σας το 'πα δέκα φορές. ώσπου χάνεται _i'7x στην άβυσσο. καλές µου αδελφές. Πώς µπορούσα να του πω. Εξοχότατε. πρέπει να κάνουνε βόλτα και να γυρνάνε γύρω . Με κάνεις και υποφέρω.. Αυτό είναι το ριζικό µου! Κι αυτός µ' αγαπά! Είναι τροµαχτικά όλ' αυτά. σου µιλώ σαν αδελφή. Δεν µπορώ να δουλέψω. φτάνει να ήτανε τίµιος άνθρωπος. Είναι κακό αυτό. . είµαι τόσο δυστυχισµένη. Κι όµως. τόσο αγνός. δεν κλαίω πια! Αρκετά! Αρκετά! . Τον αγάπησα για τη φωνή του. είσαι κoυτή. Κι ο καιρός περνάει. αγαπηµένες µου αδελφές.αυτή είναι η μοίρα µου.τι κουταµάρες κι αν λες δεν τις ακούω! ΜΑΣΣΑ: Αχ. ησυχάζει: Ω. δουλεύω τόσα χρόνια. είναι άλλο πράµα. Αγαπηµένες µου. ό. Είµαι τόσο απελπισµένη. Η πιο κoυτή στην οικογένειά µας είσαι συ! Σε παρακαλώ. Έπειτα άρχισα να τον λυπάµαι. περάσε. αµέσως. τόσο φυσικά! Όταν όµως αγαπάει κανείς ο ίδιος.. Πώς θα περάσουµε τη ζωή µας. Εγώ τουλάχιστον έτσι νοµίζω. αλλά εσείς πρέπει να τα µάθετε όλα. τώρα δουλεύω στη Νοµαρχία. αν το 'φερνε ο θεός να σε παντρευτεί θα 'µουνα τόσο ευτυχισµένη. -.(Η Νατάσσα µ' ένα κερί στο χέρι µπαίνει από την πόρτα δεξιά και περνάει στην πόρτα αριστερά χωρίς να µιλήσει) ΜΑΣΣΑ. λες κι έχει βάλει αυτή την πυρκαγιά! ΟΛΓΑ: Μάσσα. αλλά για να εκπληρώσει κι έναν προορισµό. καµιά ικανoπoίηση. για τα λόγια του. Τον αγαπώ! . κουταµάρες! ΟΛΓΑ. Όταν ο βαρόνος Νικολάι Λβόβιτς παράτησε το στρατό κι ήρθε δω µε τα πολιτικά του. ΟΛΓΑ: Άκουσε χρυσή µου. πώς δε σκoτώθηκα. ασχήµυνα. σας τα εξoµoλoγήθηκα όλα και τώρα θα σωπάσω. Να. Σιωπή. Δεν παντρεύεται κανείς µόνο από αγάπη. Όταν χλευάζει κανείς ένα ροµάντζο του φαίνονται όλα τόσα γνώριµα. αγαπηµένη μου. για την κακοτυχιά του. αγκαλιάζει την αδελφή της: Αγαπηµένη.-~-::oτα. δεν το καταλαβαίνω. Φτάνει πια. το μυαλό µου στέγνωσε. είσαι κoυτή. Πώς ζω ακόµα. µου φάνηκε τόσο άσχηµος που µε πήραν τα κλάµατα. Θα παντρευόµουν ακόµα κι ένα γέρο! ΕΙΡΗΝΑ: Όλο περίµενα πως θα γυρίζαµε στη Μόσχα κι εκεί θα συναντούσα τον άνθρωπο που θα µου ταίριαζε. Μισώ και περιφρονώ κάθε δουλειά που µου δίνουν να κάνω.<!ρω σαν την άδικη κατάρα. σαν φίλη. Τι να σας το κρύβω. Με ρώτησε: Γιατί κλαίτε.. Θα το oµoλoγήσω σε σας και ποτέ σε κανέναν άλλον.. ανακάθεται: Πάει κι έρχεται. (Σιγανά) Είναι το µυστικό µου. (Πιάνει το κεφάλι της) Στην αρχή µου φάνηκε παράξενος. Θα σας το πω τώρα. τι θ' απογίνουµε. Δε σε καταλαβαίνω! ΦΕΡΑΠΟΝΤ. θυµωµένος: Τι θέλεις λοιπόν. Αλλιώς. δεν κλαίω! Πάει. να ξέρεις. Ξεµακραίνει. Σιωπή. κι όσο περνάει ~ .τι κι αν λες δε σ' ακούω. (Η Ειρήνα σιγοκλαίει) Κι έπειτα εσύ τον σέβεσαι και τον εκτιµάς τόσο πολύ! Είναι αλήθεια πως δεν είναι όµορφος. γέρασα και τίποτα. Και θα παντρευόµουνα χωρίς ν' αγαπήσω όποιον κι αν µε ζητούσε. τρέχει πίσω από το παραβάν: Πάψε! Δε σ' ακούω! Δε σ' ακούω! ΜΑΣΣΑ: Μα τι να κάνω. Κι έπειτα τον αγάπησα. ξεµακραίνει. τότε βλέπει πως δεν ζέρει τίποτα και πως πρέπει µοναχός του ο καθένας να βρίσκει τη λύση για τον εαυτό του. Θα πάψω να δουλεύω. ΟΛΓΑ: Μην κλαις. Μα φαίνεται πως ήταν όλα κουταµάρες. γλυκιά µου αδελφούλα. ό. πίσω απ' το παραβάν: Δε σ' ακούω. µην κλαις. λέει. ολότελα άλλο πράµα. Αν θέλεις άκουσε τη συµβoυλή µου: Παντρέψου τον Βαρόνο. Η ψυχή µου βασανίζεται. αδυνάτησα.ιρός τόσο νιώθει κανείς να ξεµακραίνει από την ωραία. ΕΙΡΗΝΑ: Δεν κλαίω. για τα δυο του κοριτσάκια! ΟΛΓΑ. συγχώρα µε! (Παύση) ΜΑΣΣΑ: Θέλω να σας εξοµολογηθώ το κρίµα µου. δεν είναι. Αυτό. Τον είδατε πριν από λίγο. Τον ονειρευόµουνα και τον αγαπούσα. τα καταλαβαίνω όλα. κοριτσάκι µοu.ΕΙΡΗΝΑ. κοίτα. (Πιάνει την Ειρήνα από το χέρι και την τραβά κοντά της) Ω.. Κοντεύω είκοσι τεσσάρων χρονών.

έπειτα σταµατάει) Όταν την παντρευόµουνα. ΟΛΓΑ: Ασ' τα Αντριούσσα. µην τα πιστεύετε! (Βγαίνει) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. Aυτή τη στιγµή! Πρώτο: κάτι έχετε εναντίον της Νατάσσας. απ' έξω: Τρα-ταµ-ταµ! ΜΑΣΣΑ. µην πιστεύετε αυτά που σας λέω. Η Ειρήνα πάει πίσω από το δικό της παραβάν. ειλικρινής κι ευγενική. ανήσυχος: Πού είναι η Μάσσα. Αντριούσσα. από καιρό τα παράτησα! Αλλά το µόνο που µπορώ να πω για να δικαιολογηθώ είναι ότι εσείς. Όλοι ευτυχισµένοι. µια για πάντα. εδώ που τα λέµε. Να πάρει η oργή. Όµως.ΑΝΤΡΕΪ: Καλά. Πέστε το καθαρά! Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΒΕΡΣΙΝΙΝ. αν θέλετε να ξέρετε! (Παύση) Τρίτο: Έχω να σας πω ότι έβαλα το σπίτι υπoθήκη χωρίς τη συγκατάθεσή σας. πολύ συγχυσµένος: Μην ταράζεστε! Εγώ σας ρωτάω µ' απόλυτη ψυχραιµία: Τι έχετε εναντίον µου. είµαι µέλος του Επαρχιακού Συµβουλίου. από την πόρτα. Αναγκάστηκα όµως να το κάνω αυτό γιατί είχα χρέη. ποιος χτυπάει το πάτωµα. (Βγαίνει) ΟΛΓΑ: Aλήθεια. Εσύ έχεις ένα. (Πάει πίσω από το παραβάν της) Είναι ώρα να κοιµηθούµε. Όλια. µακριά. Μόνο ας πάµε στη Μόσχα! Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσµο από τη Μόσχα! Ας πάµε. Αγαπώ και σέβοµαι τη γυναίκα µου. Λοιπόν. χρυσή µου. Θεωρώ την υπηρεσία αυτή τόσο ιερή και τόσο υψηλή. Του 'πα και µια κουταµάρα: «Η Εξοχότητά σας!» (Παύση) Γιατί δε µιλάς Όλια. καλά! (Ο Φεραπόντ βγαίνει) Με σκότισαν! Πού είναι η Όλια. Πήγαινε. κι αυτό το παρατηρώ από την πρώτη µέρα που παντρεύτηκα. ΕΙΡΗΝΑ: Και τότε θα µείνουµε µονάχες. είναι καλός άνθρωπος. ας εξηγηθούµε καθαρά και ξάστερα. Ο θεός µαζί σου. Θα τον παντρευτώ. είναι ένας ευγενικός και τίµιος άνθρωπος κι όλες οι αντιρρήσεις σας είναι απλώς καπρίτσια. Δεν είναι δω η Μάσσα. Η Νατάσσα είναι ένας θαυµάσιος άνθρωπος. (Κλαίει) Αγαπηµένες µου. Τη σέβoµαι και απαιτώ και από τους άλλους να τη σέβονται. Ωραία. Όλια! Ας πάµε! ΑΥΛΑΙΑ . (Πάει πίσω από το παραβάν και φιλά την Ειρήνα) Να κοιµηθείς ήσυχα! Καληνύχτα Aντρέι. ΟΛΓΑ: Είναι διαδόσεις. Τριάντα πέντε χιλιάδες. Είναι ένα µικρό κλειδάκι. κι εσύ Eιρήνα. (Βγαίνει) ΑΝΤΡΕΪ: Δε µ' ακούνε. Τι έχετε µαζί µου. Δεν είναι δω η Μάσσα. της γυναίκας µου. Περίεργο! (Βγαίνει) (Το καµπανάκι της πυροσβεστικής χτυπάει κάτω στο δρόµο. Όλια! ΟΛΓΑ: Ναι. και να µε συµπαθάτε! (Παύση) Δεύτερο: Μου φαίνεται πως τα 'χετε µαζί µου. (Παύση) Είναι καιρός να παρατήσετε αυτές τις βλακείες και τα µούτρα χωρίς λόγο! Είσαι δω Μάσσα. (Ταραγµένη) Τι µαρτυρική νύχτα! ΑΝΤΡΕΊ. τον εκτιµώ. Δεν παίζω πια χαρτιά. θεέ µου. γιατί δεν έγινα καθηγητής και δεν ασχολούµαι µε την επιστήµη. σέβοµαι τον Βαρόνο. (Η 'Ολγα βγάζει και του δίνει το κλειδί χωρίς να µιλήσει. Πες τους. Την παίρνουνε από δω την Ταξιαρχία! Τη µεταφέρουνε κάπου αλλού. Τι. καλές µου αδελφές. Τίµια. νόµιζα πως θα 'µαστε ευτυχισµένοι. πίσω από το παραβάν: Όλια. ανήσυχος: Πού είναι η Μάσσα. Είµαι στην υπηρεσία του Ζέµπτσβο. ας τ' αφήσoυµε γι' αύριο. δέχοµαι να τον παντρευτώ. Είναι µεθυσµένος ΕΙΡΗΝΑ: Τι φoβερή νύχτα! (Παύση) Όλια! (Προβάλλει το κεφάλι της από το παραβάν) Τα 'µαθες. από την πόρτα. Σ' αυτό βέβαια φταίω. το καταλαβαίνετε. σηκώνεται. Παράξενο. έχετε µια σύνταξη. είναι πολύ κουρασµένες. έχασα το δικό µου. Aυτή είναι η γνώµη µου. σαν κοπέλες ελεύθερες. ΕΙΡΗΝΑ: Kαλή µου. Ενώ εγώ δεν έχω καν ένα εισόδηµα. Το ξαναλέω. (Η Όλγα βγαίνει από το παραβάν) Ήρθα να σου ζητήσω το κλειδί της ντουλάπας. (Παύση) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ. Η Νατάσσα είναι ένας υπέροχος και τίµιος άνθρωπος! (Περπατάει πάνωκάτω στη σκηνή σιωπηλός. ΑΝΤΡΕΪ: Θα σας τα πω πρώτα και µετά θα φύγω. και παρακαλώ να µε συγχωρέσετε. Είµαι µέλος του Επαρχιακού Συµβουλίου κι είµαι περήφανoς γι' αυτό. ΟΛΓΑ: Θα 'ναι ο Ιβάν Ροµάνιτς. Θα τα πούµε αύριο. ο γιατρός. παύση) Τι φoβερή πυρκαγιά! Τώρα άρχισε να σβήνει. όσο και την υπηρεσία στην επιστήµη. Με φούρκισε αυτός ο Φεραπόντ. Δυνατά: Τρα-τα-τα! (Στην Όλγα) Kαληνύχτα Όλια. Η σκηνή µένει αδειανή) ΕΙΡΗΝΑ. Θα τα πούµε αύριο.

συγκινηµένος: Ω. Φορεί στρατιωτικό πηλήκιο και κρατεί µπαστούνι. «Κοχάνε!» (Γελάει) ΦΕΝΤΟΤΙΚ.. µ' επήραν τα κλάµατα! ΕΙΡΗΝΑ: Κάποτε θ' ανταµωθούµε. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Η Μάσσα είναι στον κήπo ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Πρέπει να την απoχαιρετήσoυµε. στάσου! ΤΟΤΖΕΜΠΑΧ: Ο θεός να σώσει πάλι να συναντηθούµε. κάθεται σε µια πολυθρόνα στον κήπο. ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Πότε. Ακόµα µια. Ποτέ πια δε θα ξαναϊδωθούµε! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ποιος ξέρει. ΡΟΝΤΕ. Χαίρετε για πάντα. Θα περιµένουµε γράµµα σας. Στο καλό. (Καθώς φεύγουν κι οι δυο τους κοιτάζουν πίσω) ΡΟΝΤΕ. Στην αντίπερα όχθη του ποταµού φαίνεται το δάσος. Σ' ένα χρόνο αποστρατεύοµαι. Η Ειρήνα. Αύριο φεύγω κι εγώ. κοιτάζει το ρολόι του: Έχουµε ακόµα κάπου µια ώρα καιρό. οι άλλοι τρεις φεύγουν αύριο και ύστερα γαλήνη και ησυχία θ' απλωθεί σ' αυτή την πόλη! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Και τρoµερή πλήξη επίσης! ΡΟΝΤΕ: Μα πού είναι η Μαγία Σεγγκέγεβνα. (Κάθεται στο τελευταίο σκαλοπάτι της βεράντας) ΤΣEMΠOYΤIKIN: Εµένα ξέχασαν να µ' απoχαιρετήσoυν ΕΙΡΗΝΑ: Κι εσείς. που σ' όλη την πράξη φαίνεται καλός και καταδεχτικός. Στα δεξιά της σκηνής βεράντα του σπιτιού. Να µας γράφετε. φωνάζει: Στο καλό! Στο καλό! (ο Ροντέ και ο Φεντότικ συναντούν τη Μάσσα στο βάθος και την αποχαιρετούν. ΡΟΝΤΕ: Χαίγετε! Πγέπει να φεύγουµε.. Ένας µακρύς δρόµος µε δενδροστοιχία από έλατα.είναι φανερό πως πίνανε σαµπάνια πριν από λίγο. μια µέρα μου µένει ακόµα. φωνάζει: Άουου! ΚOYΛΙΓΚΙΝ. Μα τότε ζήτηµα να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. που κατεβαίνουν τα σκαλοπάτια έτοιµοι να φύγουν.ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ Γέρικος κήπος στο σπίτι των Πραζόρωφ. πού τον είχατε το νου σας. Από την Πυροβολαρχία µας µονάχα ο Σαλιόνιυ θα πάει µε µαούνα. Σε δέκα-δεκαπέντε χρόνια. αγαπητέ µου φίλε. Εκείνη προχωρεί µαζί τους ώσπου χάνονται) ΕΙΡΗΝΑ: Έφυγαν. χαµογελά) Ορίστε. την τελευταία! ΡΟΝΤΕ. Περνούν πέντε στρατιώτες µε γρήγορο βήµα. Ο Τσεµπουτίκιν. Και οι δυο αξιωµατικοί φορούν στολή εκστρατείας ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. Μεσηµέρι . ΕΙΡΗΝΑ: Kαλή αντάµωση! ΦΕΝΤΟΤΙΚ: Όχι καλή αντάµωση. Βέβαια. ο Κουλίγκιν µε παράσηµο στο στήθος και χωρίς µουστάκι. στον Κουλίγκιν: Ένα µικρό ενθύµιο για σας! Ένα σηµειωµατάριο µε µολυβάκι. Θα χαιρετιστούµε ψυχρά! (Τραβά µια φωτογραφία) Σταθείτε µια στιγµή.δώδεκα η ώρα. αγκαλιάζει τον Τούζεµπαχ: Δε θα ξαναϊδωθούµε ποτέ πια!(Φιλεί το χέρι της Ειρήνας) Σας ευχαγιστώ για όλα. Στο βάθος διακρίνεται το ποτάµι. φιλάει τον Φεντότικ: Είστε πολύ καλός! Περάσαµε τόσο ωραία µαζί. Θα τραβήξoυµε από δω ίσια πέρα στο ποτάµι. (Σκουπίζει τα µάτια του. κι εγώ ξεχνώ καµιά φορά.για όλα! ΦΕΝΤΟΤΙΚ. (Αγκαλιάζει γρήγορα τον Τούζεµπαχ και τον Κουλίγκιν και φιλάει το χέρι της Ειρήνας) Πεγάσαµε υπέγοχα εδώ! ΦΕΝΤΟΤΙΚ. µα στάσου. ο Τούζεµπαχ στέκονται στη βεράντα και αποχαιρετούν τον Φεντότικ και τον Ροντέ. Τρεις λόχοι της Πυροβολαρχίας φύγανε σήµεεα. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Ε. σαν να περιµένει να τον καλέσουν. Κάθε τόσο διάφοροι διαβάτες περνούν μέσα από τον κήπο και τραβούν πέρα προς το ποτάµι. ρίχνει µια µατιά γύρω στον κήπο: Αντίο δέντγα! (Φωνάζει) Άουουου! (Παύση) Αντίο ηχώ! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Καθόλου παράξενο να παντρευτείτε κει κάτω στην Πολωνία. Εµείς οι άλλοι θα φύγουµε παρατεταγµένοι. Η Πολωνέζα γυναίκα σας θα σας σφίγγει στην αγκαλιά της και θα σας λέει: «Κοχάνε». Ένα τραπέζι και πάνω σ' αυτό ποτήρια και μπουκάλες . Αλλά θα τους ξαναδώ πολύ σύντοµα. Θα ξαναγυρίσω . αλλιώς θα βάλω τα κλάµατα. (Φιλάει τον Ροντέ) Ακόµα µια φορά.

είναι πιο µαλακός. ΕΙΡΗΝΑ: Ναι. Θα γίνω ήσυχος. ο Σαλιόνιυ άρχισε να ενοχλεί τον Βαρόνο. αλλά. Μικροπράγµατα. Καθώς πρέπει. (Στην Ειρήνα) Μόνο που ο δικός σου χαρακτήρας.. είµαι τόσο ανήσυχη! Χτές ήσασταν κι εσείς εκεί στη Λεωφόρο. χρυσό μου παιδί. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Τι έγινε. την αγαπώ τη Μάσσα! (Μια φωνή από το βάθος του κήπου. ΤΣΕΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μα ναι. Θα φύγεις µακριά κι εγώ πια πού να σε φτάσω. Όλ' αυτά είναι κουταμάρες! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Κάποτε ένας καθηγητής της Θεολογίας έγραψε στο τετράδιο εκθέσεων ενός µαθητού τη λέξη: “Κουταμάρες!” Ο µαθητής λοιπόν τη διάβαζε “κουκαμάρες” και νόμιζε πως ήτανε καµιά λέξη λατινική. (διαβάζει εφηµερίδα) Δεν έχει σηµασία! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Όλη η ιστορία είναι πως ο Σαλιονιύ και ο Βαρόνος συναντήθηκαν χτες στη Λεωφόρο.. Αλλά κι η Μάσσα έχει πολύ καλό χαρακτήρα. Πρέπει να την αλλάξεις. ώσπου εκείνος δε βάσταζε και είπε κάτι προσβλητικό. (Βάζει στην τσέπη του µια εφηµερίδα και βγάζει µια άλλη) Θα ξανάρθω εδώ κοντά σας και θ' αλλάξω τη ζωή µου ριζικά. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Δεν ξέρω.. Την αγαπώ πάρα πολύ! Ευγνωµονώ τη µοίρα µου. το νιώθω. µα αυτόν τον απέβαλαν από την πέµπτη τάξη γιατί του ήταν αδύνατο να χωνέψει το ut consecutivum. έχεις ανάγκη ν' αλλάξεις τη ζωή σου. σαν αποδηµητικό πουλί που γέρασε και δεν µπορεί πια να πετάξει. µε τρυφερότητα: Καλό µου κοριτσάκι. Ένας χρόνος µου µένει ακόµα να πάρω τη σύνταξή µου. Δεν µπορώ να τον βλέπω! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Γιατί. πετάξτε µε την βοήθεια του θεού! (Παύση) Κρίµα που ξυρίσατε το µουστάκι σας Φιοντόρ! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Δε σταµατάτε. Ειρήνα.εδώ και θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής µου κοντά σας. Είναι κι αυτή τύπος μελαγχολικός.. στο βάθος φαίνεται ο Αντρέι που τσουλάει ένα μωρουδιακό αµαξάκι) ΕΙΡΗΝΑ: Χρυσέ µου. ΤΣΕΠΟΥΤΙΚΙΝ: Θα σας έλεγα τώρα σαν τι µοιάζουν τα μούτρα σας. Η Eιρήνα είναι ωραία κοπέλα. Την αγαπώ. Εγώ ειµ' ευχαριστηµέvος είτε με μουστάκι είτε µε χωρίς µουστάκι είµαι το ίδιο ευχαριστημένος! (Κάθεται. Τίποτα. Είμαστε συµµαθητές στο Γυµνάσιο. Υπάρχει εδώ κάποιος Κοζυριώφ -υπάλληλος στην Εφορία. το ξέρω.. Είναι του συρµού -modus viventi! Ο Γυµνασιάρχης µας ξούρισε το µουστάκι του! Το ίδιο έκανα κι εγώ.. Έμεινα πίσω. Καθένας µε το ριζικό του.. ΤΣΕΠΟΥΤΙΚΙΝ. (Παύση) Σε λίγο θα 'ρθει τ' αμάξι για τα πράγµατά µου. µόλις έγινα Eπιθεωρητής. Η ζωή εδώ πέρα θ' αρχίσει πάλι να κυλάει όπως πρώτα. ανατριχιάζει: Το καθετί σήμερα µε τροµάζει.. Αύριο ο Βαρόνος κι εγώ θα παντρευτούµε. Θεοφοβούµενος. βλέπετε. Ο θεός να µε βoηθήσει! Τότε που πέρασα στις εξετάσεις για το πτυχίο της δασκάλας. Τέλος πάντων. και από μεθαύριο εγώ θα πιάσω σουλειά στο σχολείο! Μια νέα ζωή αρχίζει. όσα κι αν λένε. Όλο ιδέες και ελάχιστη σοβαρότητα. Πέστε µου. Ιβάν Ροµάνιτς.. στα παρασκήνια: Φωνή: Άουου! Άουου!) ΕΙΡΗΝΑ. (Παύση) Τα πράγµατά µου είναι έτοιµα. Ό. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Μα πάψτε επιτέλους! Ω. αλλά δε µ' ενδιαφέρει. Τώρα είναι σε µεγάλη φτώχεια. τι έγινε. άρρωστος. η Μάσσα είναι µια πιστή και καλή γυναίκα. Μοιάζει λιγάκι µε τη Μάσσα. Δεν αρέσει σε κανέναν. Θα φύγoυµε αµέσως για το εργοστάσιο κεραµοποιίας. και κάθε φορά που τον συναντώ του . µα την αλήθεια! (Με µια κίνηση του χεριού του φεύγει και µπαίνει στο σπίτι) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Και µπροστά στο θέατρο. χρυσέ µου Ιβάν Ροµάνιτς. Είναι ευνόητο. Πετάξτε εσείς καλές µου. ένιωθα τόσο ευτυχισµένο τον κόσμο µου που έκλαιγα από χαρά. µπροστά στο θέατρο. λέω γω! (Αναστενάζει) Σήμερα λοιπόν φεύγουν οι στρατιωτικοί. (Σιγοτραγουδάει) Ταραμπαµπούµ-µπι-α! Ταραµπαµπούµµπα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ο Ιβάν Ροµάνιτς είναι αδιόρθωτος! Αδιόρθωτος! ΤΣΕΠΟΥΤΙΚΙΝ: Εσείς θα 'πρεπε να µ' αναλάβετε.. Δε µου πάει. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Όλ' αυτά είναι πολύ ωραία αλλά δε µου φαίνονται σοβαρά. δεν µπορώ! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Τι να γίνει. (Γελάει) Πολύ αστείο! Ο Σαλιόνιυ θαρρώ ειν' ερωτευµένος µε την Eιρήνα και πως γι' αυτό µισεί τον Βαρόνο.τι κι αν λένε. Το απόγευµα θα στείλω τις βαλίτσες µου... σου εύχοµαι µ' όλη µου την καρδιά να ευτυχήσεις. Τότε σίγουρα θα διορθωνόµουν! ΕΙΡΗΝΑ: Ο Φιόντορ ξούρισε το µουστάκι του.

(Βλέποντας τον Αντρέι που τσουλάει τ' αµαξάκι) Ορίστε. Ξανάσανα. Θα γίνει στις δώδεκα και µισή στο δάσος. (Το κουρντίζει. η δεύτερη και η πέµπτη Πυροβολαρχία φεύγουνε στη µία. Είναι απίστευτο. (Παύση) Εγώ φεύγω αύριο. Όλα είναι θέληµα θεού. Κάποτε χιλιάδες άνθρωποι σηκώνανε µια καμπάνα. Έτσι ξαφνικά.. εγώ είµαι έξυπνος άνθρωπος. Στο βάθος ο Αντρέι τσoυλάει το αµαξάκι) ΜAΣΣA: Ορίστε. Κέρδισα µάλιστα και το παράσηµo του Στανισλάβσκι δευτέρου βαθµού και διδάσκω σήµερα στους άλλους το ut consecutivum. εκεί πέρα από το ποτάµι. (Ακούγεται από µέσα που παίζουν στο πιάνο την «Προσευχή τη Παρθένου») ΕΙΡΗΝΑ: Παίζουν την «Προσευχή της Παρθένου».. µε δόσεις. ευτυχής. Να δουλέψω. γράφει µάλιστα και στίχους! Ας αφήσουµε όµως τ' αστεία. (Παύση) Αγαπούσατε τη µητέρα μου... σαν κάποιο µυστήριο να κρέμεται από πάνω µου. (Κοιτάζει το ρολόι του) Το ρολόι µου είναι παλιό. η Μάρθα. κι έπειτα.. Όµως η ευτυχία δε βρίσκετε σ' αυτό. δεν έχω τι να κάνω και µισώ την κάµαρα που κάθοµαι. Ο διάολος ξέρει. Μόνο που κάτι έγινε χτες ... ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. Τι να κάνεις. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μπα! Τίποτα. (Δείχνει το στήθος της) Εδώ µέσα βράζω.. Το ίδιο κι ο Αντρέι. Ο Πρωτοπόπωφ κάθεται µέσα στη σάλα. Τώρα. Αν ξέρατε πόσο βαρύ είναι για µένα να ζω εδώ µονάχη. (Κοιτάζει το ρολόι του) Είναι ώρα μου φαίνεται. πόσο καλός είναι. (Παύση) Kάτι έγινε χτες κοντά στο θέατρο. ΜAΣΣA. Θα νεκρωθεί. Ήρθε πάλι σήµερα.. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Δεν ξέρω. για το χωροφύλακά της: Ήρθε ο άνθρωπός µου.τι γίνει. Εµένα πάντως µ' ευνόησε η τύχη. Πιφ-παφ! (Γελάει) Ο Σαλιόνιυ φαντάζεται πως είναι ο Λέρµοντωφ. αυτή είναι η τρίτη .και ξάφνου έπεσε και τσακίστηκε. Κι ένιωσα ξαφνικά σαν να 'κανε φτερά η ψυχή µου. βέβαια.. έγινα χαρούµενη και µου' ρθε πάλι η όρεξη να δουλέψω.λέω: «Γειά σου. Ο Σαλιόνιυ άρχισε να πειράζει τον Βαρόνο και κείνος έχασε την υπoµoνή του και τον έβρισε. Πλήττω. κάθεται: Τίποτα. Τέτοια ειν' η µοίρα µου. «πολύ σωστά -ut consecutivum» και βήχει. κάθεται δω και τρώει την ώρα του! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Ε. Το πήρα πια απόφαση. κακός. Από αυτό το βράδυ δε θ' ακούω πια αυτή τη µουσική. ο Αντρέι µας! Ο αδελφούλης µας! Πάνε όλες μας οι ελπίδες. σιγά σιγά σκληραίνεις. ΑΝΤΡΕΪ: Για πάντα. ΑΝΤΡΕΪ: Μα πότε επιτέλους θα ησυχάσουνε µέσα στο σπίτι. Το καλοσκέφτηκα και πήρα την απόφαση. αλήθεια. Κάνουνε τόση φασαρία! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Πολύ σύντοµα. Δε βαριέσαι! (Ακούγεται από µακριά να παίζουν άρπα και βιολί) ΑΝΤΡΕΪ: Η πόλη θ' αδειάσει. έχει ένα σωρό δουλειές κι εγώ µένω µόνη. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Η Διευθύντριά µας δεν ήρθε ακόμη. Θυσιάσανε γι' αυτήν κόπους και λεφτά . Ο Νικολάι Λβόβιτς µου ξανάκανε πρόταση. αυτή ειν' η αλήθεια. (Παύση) Ναι. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Κουταµάρες! Κουταµάρες! ΝΑΤΑΣΣΑ. «Ναι». κι ύστερα τη χάνεις. Ανοησίες. ας γίνει ό. Μπορεί να γυρίσω σε κανένα χρόνο. χωρίς λόγο κι αφορµή. Όλοι µιλούν γι' αυτό και µόνο εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τώρα που 'γινε Διευθύντρια περνάει όλη τη µέρα της στο Γυµνάσιο. Μήτε θα ξαναδώ τον Πρωτοπόπωφ. από το παράθυρο: Η Διευθύντρια! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Α. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Πολύ! ΜAΣΣA: Κι αυτή σας αγαπούσε.. ύστερ' από παύση: Αυτό δεν το θυµάµαι ΜAΣΣA: Ήρθε ο άνθρωπός µου. όπως τη χάνω εγώ. Είµαι.. διαβάζει την εφηµερίδα και σιγοτραγουδά: Τάρα-µπα-µπουµ-µπι-α! Πήγα στην µπουµ-µπι-α! (Η Μάσσα πλησιάζει. (Παύση) Έτσι ρωτούσε κάποτε κι η µαγείρισσά µας. Το ρολόι χτυπάει) Η πρώτη. Το αποτέλεσµα ήταν να καλέσει ο Σαλιόνιυ τον Βαρόνο σε µονοµαχία. εξυπνότερος από πολλούς άλλους. ΕΙΡΗΝΑ: Όχι. Έστειλαν να τη φωνάξουν. γίνεσαι βάναυσος. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Όχι ακόµα ΜΑΣΣΑ: Όταν παίρνεις την ευτυχία κοµµάτι-κοµµάτι. µε ξυπνητήρι. αφού δεν είναι το γραφτό µου να πάω στη Μόσχα. χωρίς την Όλια. µου λέει αυτός. ut consecutivum». ήρθε η Διευθύντρισ! Πάµε µέσα. (Μπαίνει στο σπίτι µαζί µε την Ειρήνα) ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. Είναι καλός άνθρωπος.

(Μπαίνει ο Φεραπόντ κρατώντας έγγραφα) ΑΝΤΡΕΪ: Η γυναίκα µου είναι γυναίκα µου. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. η Ειρήνα παντρεύεται. Γι' αυτό θα σου δώσω µια συµβουλή. σάµπως µες στην αντάρα γαλήνη τον προσµένει”. Ασ' τους! Δε βαριέσαι! (Πέρα από τον κήπο κάποιος φωνάζει: «Άουου. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Α! τίποτα! ΣΑΛΙΟΝΠ: Πώς αισθάνεσαι. τόσο καλύτερα για σένα. Και δεν µπορώ να καταλάβω γιατί την αγαπώ ή τουλάχιστο γιατί την αγαπούσα! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. ΜΑΣΣΑ: Πώς µπορούν όλη µέρα να λένε. Εσείς όµως δε θα 'πρεπε να το επιτρέψετε. Εµείς δεν υπάρχουµε. (ραντίζει τα χέρια του) Σήμερα άδειασα 6 µπουκαλάκια και ακόµα µυρίζουν. Βάλε το καπελάκι σου. Αγαπηµένα µου. εγώ φεύγω αύριo. µε νιώθεις. αυτό είναι αλήθεια. ΜΑΣΣΑ: Και του Βαρόνου. Θα του ρίξω µονάχα όπως θα 'ριχνα σε µια µπεκάτσα. άουου!») Καλά. (Αναστενάζει) Αχ. γιατί η αρκούδα του 'χε πια ριχτεί!” (Προχωρεί µε το Γιατρό) Τι βογγάς έτσι. Θυµάστε το στίχο. εσείς φεύγετε. περίµενε! Αυτός που φωνάζει είναι ο Σκβαρτσώφ. Δε θα του κάνω και τίποτα. ΜΑΣΣΑ: Ποιανού. και ρίζε πέτρα πίσω σου. ΤΣΕΜΠΟΤΤΙΚΙΝ: Ο Βαρόνος βέβαια είναι καλός άνθρωπος -αλλά ένας Βαρόνος περισσότερο. καλή αν θέλετε. ΤΣΕΜΠΟΤΤΙΚΙΝ: Του Σαλιόνιυ. έστω και με την ιδιότητα του γιατρού. (Προχωρεί προς τη δεντροστοιχία) Φεύγουν κιόλας τ' αποδημητικά πουλιά. “Κι αυτός µανιασµένος στην µπόρα παραδέρνει. ο µάρτυρας. νευριασµένος: Άσε µε ήσυχo. αχ! ΣΑΛΙΟΝΙΥ: “Αλλάχ δεν πρόκανε να πει. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Τι του Βαρόνου. που τα χάνω. Τίποτα δεν υπάρχει στον κόσµο. κάνε όπως θέλεις.. ευγενική.. που απ ' τη µια στιγµή στην άλλη µπορεί να χιονίσει και να πρέπει ν' ακούει κι όλες αυτές τις φλυαρίες (Σταµατάει) Δεν πάω στο σπίτι µου είναι αφόρητα εκεί µέσα. Μια φορά ανθρώπινο πλάσµα δεν είναι. (Παύση) Μάλιστα. να τον σκοτώσει. είναι απλούστατα ανήθικο. Τα χέρια µου ξέρετε μυρίζουν πτωµαΐνη. Πάλι. Σας µιλώ σαν σε φίλο... να τα υπογράφετε! (Αποσύρεται στο βάθος της . Και θ' αποµείνω εγώ στο σπίτι ολοµόναχος. πες του πως θα γυρίσω σε λιγάκι. Όταν έρθει ο Βερσίνιν φωνάξτε µε. αγκαθωτού ζώου. γιατρέ µου. τόσο χυδαία. ή ακόµη. Είναι µέσα στη βάρκα. Ίσως να μην ξαναϊδωθούµε ποτέ πια. Πάρε το µπαστούνι σου και φύγε. τυφλού. γιατί η αρκούδα του 'χε πια ριχτεί!” (Βγαίνει µε τον Σαλιόνιυ) (Ακούγονται φωνές: «Άουου. Φύγε. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Και η γυναίκα σου. τράβα µακριά. Είναι δώδεκα και µισή.. (Ψάχνει µε το βλέµµα της) Κύκνοι ειν' αυτοί ή αγριόπαπιες. (Χαιρετάει τον Αντρέι) ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Αµέσως.. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Όχι. αλλά καµιά φορά µου φαίνεται τόσο φτηνή. αχ. έτσι φαίνεται µονάχα! Δεν υπάρχει τίποτα ανήθικο. Είστε ο μόνος άνθρωπος που µπορώ να του ανοίξω την καρδιά µου! Αγαπώ τη Νατάσσα. Δε βαριέσαι! (Ο Σαλιόνιυ περνάει από το βάθος µε δυο αξιωµατικούς. το να παίρνει κανείς µέρος σε µονοµαχία ή και να παρίσταται σ' αυτήν. ΑΝΤΡΕΪ. Παράτα µε σε παρακαλώ! (Προχωράει µε το αµαξάκι) ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Μα γι' αυτό είναι τα χαρτιά κύριε.. Αντριούσσα. θυµωµένος: Σαν λαδωµένος πoντικός ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Άδικα γέρο χολοσκάς. Σας βαρέθηκα όλους! (Στον Αντρέι) Αν µε ζητήσει κανείς. Τίµια.. όµως υπάρχει κάτι µέσα της που την κατεβάζει στο επίπεδο ενός µικρού. άουου» Μπαίνουν ο Αντρέι κι ο Φεραπόντ) ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Τα χαρτιά για να υπογράψετε.μονομαχία του. ευτυχισµένα µου πουλιά! (Βγαίνει) ΑΝΤΡΕΪ: Το σπίτι µας θ' αδειάσει. Οι αξιωµατικοί φεύγουν) ΣΑΛΙΟΝΙΥ: Γιατρέ. “Αλλάχ δεν πρόκανε να πει. (Παύση) ΑΝΤΡΕΪ: Κατά τη γνώµη µου. να λένε! (Προχωρεί) Ζει κανείς σ' ένα τέτοιο κλίµα. σηκώνεται: Άκουσε παιδί µου. ένας λιγότερο τι σημασία έχει. Κι όσο µακρύτερα πας. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Μάλιστα. Οι αξιωµατικοί φεύγουν. Μπορει να τον πληγώσει τον Βαρόνο. Βλέποντας τον Τσεµπουτίκιν κοντοστέκεται. είναι ώρα. (Παύση) ΜΑΣΣΑ: Τα 'χω χαµένα.

Πού πήγαν τα περασµένα µου. Αντίο. αγάπη µου (Της φιλάει τα χέρια) Κείνα τα χαρτιά σου που µου 'δωκες το 'χω στο γραφείο µου. Κάθε µέρα µου φαίνεσαι και πιο όµορφη. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. ΕΙΡΗΝΑ: Τι είναι. Θα γίνω γυναίκα σου. είναι ώρα. µέρα και νύχτα. θα γυρίσω αµέσως. (Παύση) Τι συνέβη χτες κοντά στο θέατρο. κι αλήθεια πόσο όµορφη θα 'πρεπε να 'ναι η ζωή πλάι σ' αυτά. άουου!) Πρέπει να πηγαίνω. για πρώτη φορά στη ζωή µου. τα θεωρείς ασήμαντα. ΕΙΡΗΝΑ: Πού θα πας. (Παύση) Φαίνεσαι ανήσυχoς. µε µια κίνηση ανvποµονησίας: Σε µια ώρα θα γυρίσω. όµως προχωρείς και νιώθεις πως δεν έχεις τη δύναμη να τα σταματήσεις. Πες τους σε παρακαλώ να µου ετοιµάσουν. ΕΙΡΗΝΑ: Αυτό δεν εξαρτάται από µένα. (Της φιλάει το χέρι) Γλυκιά μου! (Την κοιτάζει στο πρόσωπο) Πέντε χρόνια τώρα σ' αγαπώ κι ακόµα δεν µπορώ vα σε συνηθίσω. Μάσσα!») ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Θαρρώ πως είναι ο µόνος άνθρωπος µέσα στην πόλη που χαίρεται γιατί φεύγουν οι αξιωµατικοί. κάτω από το ηµερολόγιο ΕΙΡΗΝΑ: Θα 'ρθω κι εγώ µαζί σου! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. θα παίρνω µέρος ακόµσ στη ζωή. χωρίς ιδιαίτερο λόγο.. αλλά αγάπη δεν µπορώ να δώσω. Κι όµως σαλεύει κι αυτό µε τον αέρα. ΤΟYZEMΠAX: Πρέπει vα πεταχτώ στην πόλη. Κι όλα αυτά µου φαίνονται πως µε κοιτάζουν µε περιέργεια και προσδοκία. πως κι αν πεθάνω. Μπαίνουν. Mα ας µη µιλάµε πια γι' αυτό. Κοίταξε αυτό εκεί το δέντρο. ΤΟΥZEMΠAX: Δεν κοιµήθηκα όλη νύχτα. πόσο ονειρεύτηκα τον έρωτα! Τον ονειρεύοµαι χρόνια. είναι έγγραφα του Δηµοσίου. Γιατί µόλις αρχίζουµε να ζούµε.. Θα 'µαι πάλι κοντά σου. κοιτάζει το ρολόι του: Αγάπη µου. έπειτα προχωρεί προς το βάθος της σκηνής και κάθεται στην κούνια. αυτές τις σηµύδες αυτά τα έλατα. γιατί σήµερα είσαι τόσο αφηρηµένος. άουου. που θα . ξεράθηκε. (Φεύγει γρήγορα. (Παύση) Τώρα η πόλη µας θα ερηµωθεί. Moνάχα αυτό το ρµένο κλειδί ταράζει την ψυχή µου και µου κόβει τον ύπνο! (Παύση) Πες µου κάτι! (Παύση) Πες µου κάτι! ΕΙΡΗΝΑ: Τι. δυστυχισµένοι. τα χαρτιά αυτά δεν είναι δικά µου. πού πήγαν ολ' αυτά. Όµως η ψυχή µου είναι σαμ ένα πολύτιµο πιάνο κλειδωµένο που το κλειδί του χάθηκε. γινόµαστε πληκτικοί. ΕΙΡΗΝΑ: Είναι πολύ φυσικό. Η Ειρήνα στέκει συλλογισµένη. Μπαίνει ο Αντρέι µε το αµαξάκι. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. όπως τ' άλλα. ο καιρός που το παρόν και το µέλλον ήταν φωτισµένα µε την ελπίδα. Κανένας πρωτοπόρος στο παρελθόν ή το παρόν. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ. Στο βάθος της σκηνής σταµατά και στρέφεται) Ειρήνα. µην ξέροντας τι να πει: Δεν ήπια καφέ το πρωί. (Κλαίει) Ποτέ στη ζωή µου δεν αγάπησα! Ω. θα γίνουµε πλούσιοι. τι υπέροχα µαλλιά! Αύριο θα σε πάρω µακριά. Τούτη η πόλη υπάρχει εδώ και διακόσια χρόνια. οκνηροί. Γελάς µ' αυτά στην αρχή. ταραγµένος: Όχι. ζωηρός. πόσα µικροπράγµατα παίρνουν καµιά φορά στη ζωή µας τεράστια σηµασία -έτσι. Δεν τα 'βγαλα 'γω από το µυαλό µου! ΑΝΤΡΕΪ: Αχ. η Ειρήνα κι ο Τούζεµπαχ µε ψάθινο καπέλο. ψυχροί. θα σου είµαι πιστή και υπάκουη. θα δουλέψουµε µαζί. µε τον έναν ή µε τον άλλον τρόπο. Ο Φεραπόντ τον πλησιάζει) ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Αντρέι Σεργκέιτς. τα όνειρά µου θα πραγµατοποιηθούν. Και δε βρίσκεις ούτε έναν που να µην είναι ίδιος µε τους άλλους. φτάνει! (Παύση) ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Πόσες ανοησίες. Έτσι µου φαίνεται κι εµένα. ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ό. έξυπνος.τι να 'ναι! ΕΙΡΗΝΑ: Έλα τώρα.σκηνής. αδιάφοροι. υπάρχει κάτι.. Κανένας άνθρωπος έστω και στο ελάχιστο αξιόλογος. Τι ωραία δέντρα. Δε µ' αγαπάς. Ο καιρός που είχα ωραία όνειρα.. Ν' αποχαιρετήσω τους συναδέλφους µου. (Μια Φωνή από µακριά: Άουου.. άχρηστοι. Θα γίνειις ευτυχισµένη! Υπάρχει όµως κάτι. Στη ζωή µου δε βρέθηκε τίποτα φοβερό που να µε τροµάξει. Είµαι ευτυχισµένος! Νιώθω σαν να βλέπω αυτά τα πεύκα. ο καιρός που ήµουνα νέος.. κανένας καλλιτέχνης. Έχει εκατό χιλιάδες κατοίκους. ΕΙΡΗΝΑ: Δε µου λες την αλήθεια! Νικολάι. Τι. Ο Κουλίγκιν περνάει από τη µιαν άκρη της σκηνής στην άλλη φωνάζοντας «Άου. Τι όµορφα. κανένας επιστήµονας. όχι! (Φεύγει βιαστικά. Τι να κάνω. µεγάλες σκέψεις. κανένας άγιος. Τι να σου πω.

αδελφούλα µου! ΝΑΤΑΣΣΑ. (Στον Φεραπόντ. Από το σπίτι βγαίνουν ο Βερσίνιν με την Όλγα και την Ανφίσσα. Μετά. Κι αυτή η ακατανίκητη. βαραίνει πάνω στα παιδιά τους. να 'ξερες τι ζωή που κάνω τώρα. Θα ξυπνήσεις το µωρό µε τις φωνάρες σου! Il ne faut pas faire de bruit. άι. είχανε να φάνε. (Παίρνει τ' αµάξι) ΑΝΤΡΕΪ. παιδάκι µου. δώσε κάτι στους ανθρώπους ΑΝΦΙΣΣΑ. Το σπίτι είναι µεγάλο. σας εύχοµαι ό. Στέκουν για µια στιγµή ακούγοντας σιωπηλά. Πάω να τη φωνάξω . δίνει λεφτά στους µουσικούς: Σύρτε στο καλό κι ο θεός µαζί σας. ένας άντρας και µια κοπέλα.τι ποθείτε. τους καβγάδες και τα δικαστήρια. λυτρωµένους από την οκνηρία. όταν σκέφτοµαι το µέλλον. και καταντούνε κι αυτά πλάσµατα αξιολύπητα. Ο Φεραπόντ τσουλά τ' αµαξάκι στο βάθος του κήπου) ΝΑΤΑΣΣΑ. Θα τα κοιτάξω και θα υπογράψω αυτά που θέλουν υπoγραφή. εσύ είσαι. ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Ε. καλές µου αδελφές! (Μεσ' από τα δάκρυά του) Μάσσα. πάρε συ το αμάξι από τον κύριο! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Μάλιστα κυρία. Θα παίζανε µουσική εδώ κι εκεί. τα παιδιά µου. Έφερα τα χαρτιά να τα υπογράψετε ΑΝΤΡΕΪ: Με παρασκότισες! ΦΕΡΑΠΟΝΤ. (Στην Ειρήνα. χαϊδεύει το παιδί που έχει µέσα στην κάµαρα: Ο μπέμπης µου! Ο άταχτος ο µπέμπης µου! Ο κακός ο µπέμπης µου! ΑΝΤΡΕΪ. Δεν πρέπει να κάνεις θόρυβο. να τα πάρεις και να τα πας στη Νοµαρχία. σε αµηχανία: Μα αφού µιλούσα σιγά. την απάτη! Λυτρωµένους από την ταπεινή και παρασιτική ζωή! ΦΕΡΑΠΟΝΤ: Έλεγε λοιπόν πως ξαπαγιάσανε δυο χιλιάδες ψυχές. Και ποια είναι αυτή εδώ. Στην Πετρούπολη έγινε.τι ποθείτε! Πού είναι η Μαρία Σεργκέγεβνα. τη βλακεία. τα χαρτιά. µ' ένα ξέσπασµα τρυφερότητας: Αγαπηµένες µου. µπαίνουν και παίζουν βιολί και άρπα. τον απογευµατινό ύπνο. στο παράθυρο: Ποιος φωνάζει έτσι καλέ. κοιτάζει το ρολόι του: Σε λίγο ξεκινάµε. Ανφίσσα. Και για να µην αποβλακώνονται από την πλήξη. στη Μόσχα έγινε -δε θυµάµαι καλά. ποικίλλουνε η ζωή τους µε βρωµερά κουτσοµπολιά. Όλγα Σεργκέγεβνα. πίνουνε. χυδαία επιρροή. πώς τη λένε τη μαµάκα σου. άι. µιλώντας από µέσα: Μπέμπη µου. τι χαρά που αισθάνοµαι! Νιώθω ανάλαφρος. σε δηµόσιο χτίριο. Έτσι το 'θελε ο θεός τώρα στα γερατειά µου. (Γη φιλάει) Άι. Οι γυναίκες απατούνε τους άντρες τους και οι σύζυγοι λένε ψέµατα και καµώνονται τάχα πως δε βλέπουν και δεν ακούνε τίποτα. Περνούν από µέσα πεζοί και καβαλάρηδες. την καλοπέραση. Περνάω µια χαρά! Μένω στο Γυµνάσιο καλέ. Όµως. κι εµένανε µου δώκανε µια ολάκερη κάµαρα κι ένα κρεβάτι -κι όλα µ' έξοδα του κράτους. Μονάχα τρώνε. πιο ευτυχισµένη γυναίκα από µένα δεν υπάρχει στο κόσµο! ΒΕΡΣΙΝΙΝ. πες µου! Aυτή είναι η θεία Όλια. Ξυπνώ καµιά φορά τη νύχτα και λέω: Παναγιά µου. καλοί µου άνθρωποι.. Χριστέ µου. του δίνει τα έγγραφα: Ο Δικαστικός Κλητήρας έλεγε τώρα δα πως το κρύο στην Πετρούπολη έφτασε τους διακόσιους βαθµούς ΑΝΤΡΕΪ: Το παρόν είναι µισητό. Vous etes un ours! (Θυµωµένη) Αν έχεις όρεξη να φωνάζεις.) Καληµέρα. Έπειτα γεννιούνται άλλοι κι αυτοί πάλι τρώνε. Eιρήνoυσκα. ελεύθερος! Σαν να βλέπω εκεί µακριά να λάµπει ένα φως! Βλέπω την ελευθερία! Βλέπω τον εαυτό µου.µπορούσε να εµπνεύσει τη ζήλια ή το πάθος να τον µιµηθούνε. (Μπαίνει στο σπίτι διαβάζοντας χαρτιά. κοιµούνται και ύστερα πεθαίνουν. Είσαι αρκούο:χ.. ΝΑΤΑΣΣΑ. δώσε το αμαξάκι µε το µωρό σε κάποιον άλλον! Φεραπόντ. η Σοφία κoιµήθηκε. ό. τώρα. Εγώ η αμαρτωλή δεν έζησα ποτές µου τόσο καλά όπως τώρα. Η Ειρήνα πλησιάζει) ΟΛΓΑ: Ο κήπoς µας είναι σαν δηµόσιος δρόµος. πίνουνε. κοιτάζει τα έγγραφα: Πολύ καλά. Sophie est dormee deja. λέει. Είναι ώρα να φεύγω. κάπου µέσα στον κήπo. σβήνει µέσα τους η θεία φλόγα. µωρό µου. µπέμπη µου: «Καληµέρα θεία Όλια! » (Δυο πλανόδιοι µουσικοί. Όλοι τα 'χουνε χαµένα. ΕΙΡΗΝΑ: Εδώ είναι. όλα ίδια κι απαράλλαχτα. κοιµούνται. ΑΝΤΡΕΪ. χρυσούλι µου. νεκρά. το πιοτό. µε τη βότκα.. σαν τους πατέρες και τις μητέρες τους. µαζί µε τη χpυσή µου την Όλιενκα. Νταντά. θυµωµένος) Τι θέλεις. (Οι µουσικοί προσκυνούν και φεύγουν) Οι κακόµοιροι. Πες στη θεία.. (Παύση) Λοιπόν.

ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Μάλλον όχι. καταχτήσεις. ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Τι άλλο να σας πω πριν φύγω.. σκουπίζει τα µάτια της: Μα τι κάνει αυτή η Μάσσα... Δωσ' της λίγο νερό. επιδροµές. και κάποτε βέβαια θα τον βρει... Τώρα όλ' αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. (Η Μάσσα κλαίει µε λυγµούς) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Γράφε µου. λοιπόν. ΟΛΓΑ: Νάτη. Άφησαν όµως πίσω τους ένα τεράστιο κενό.... Και πάλι σας ευχαριστώ για όλα. Να µε θυµόσαστε µε συµπάθεια.. αν τύχει και χρειαστούν τίποτα. Κι η αλυσίδα είναι χρυσή! Θα τρελαθώ! Πλάι στην ακροποταµιά πράσινη βαλανιδιά.. Μάσσα. Πρέπει να φύγω. (Φωνάζει) Μάσσεγκα! (Προχωρεί µε την Ειρήνα στο βάθος του κήπου) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Όλα έχουν ένα τέλος.. µάρτυς µου η Όλια! Θα 'ρχίσουµε πάλι την παλιά µας ζωή. συγκρατώντας τους λυγµούς της: Πλάι στην ακροποταµιά πράσινη βαλανιδιά. αν τους συµβεί τίποτα. μην κλαις. Μείνετε ήσυχος! (Παύση) Απ' αύριo δε θα υπά. (Παύση) Τίποτα δε µας έρχεται όπως το θέλουµε.. τον κοιτάζει στο πρόσωπο: Αντίο. ΟΛΓΑ. όµως να που έγινα. (Κοιτάζει το ρολόι του) Ω. µην κλαις αγαπηµένη µου. (Παύση) Η γυναίκα µου και οι δυο µου κορούλες θα µείνουν εδώ για δυο µήνες ακόµα. Γιατί µε κυνηγούν αυτές οι λέξεις. ΟΛΓΑ: Και δε θα ξαναϊδωθούµε καµιά φορά... µα είναι ώρα να φεύγω. Εγώ δεν ήθελα να γίνω Διευθύντρια... (Πολύ συγκινηµένος φιλά το χέρι της Ολγας. Σε πολλούς από µας φαίνεται µαύρη κι απελπιστική. Είναι καλή. Έτρωγα κι άκουγα.... (Μπαίνει η Ειρήνα) .. (Γελάει) Η ζωή είναι δύσκολη. Φεύγω. Μάσσα. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Ναι. (Κοιτάζει γύρω στον κήπο) Σας συνήθισα τόσο πολύ. όµως η ψυχή µου ήτανε δω. πάρτε την... Ό. ούτε έναν υπαινιγµό! ΜΑΣΣΑ... θα µου 'φύγει το µυαλό! (Πίνει νερό) Μια ζωή χαµένη! Δε θέλω πια τίποτα.. Να µε συµπαθάτε αν σας ενόχλησα σε τίποτα.. κι εµείς τώρα χωριζόµαστε! (Κοιτάζει το ρολόι του) Μας έκαναν µια δεξίωση στο Δηµαρχείο.. Το δέντρο πρασινίζει. Να. ο Δήμαρχος έβγαλε λόγο. Όλα θα γίνουν µια ανάµνηση και φυσικά για µας είναι σαν ν' αρχίζει µια καινούργια ζωή. µετά χαράς. Δε βαριέσαι! Τι θα πει αυτό. ησύχασε Μάσσα! Ησύχασε. Η ανθρωπότητα ψάχνει µε πάθος να βρει τον τρόπο να το καλύψει. κοντά σας. πλάι στην ακροποταµιά.... (Η Όλγα τραβιέται παρέκει για να τους αφήσει ελεύτερους ν' αποχαιρετιστούν) ΜΑΣΣΑ. αλυσίδα κρεµαστή.. Είναι πράγµατα που πέρασαν... καλή µου. νοµίζω πως αν η εκπαίδευση ήτανε συνδυασµένη µε την παραγωγή και η παραγωγή µε την εκπαίδευση. πιο ανάλαφρη! Είναι φανερό πως δεν είναι µακριά ο καιρός που η ζωή θα 'ναι γιοµάτη από ευτυχία! (Κοιτάζει το ρολόι του) Είναι ώρα να φεύγω! Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι είχαν το νου τους στους πολέµους.. Για τι άλλο να φιλοσoφήσω..... Γιατί αργεί.τι κι αν έγινε.ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Σας παρακαλώ.. Άργησα... Κι η αλυσίδα η κρεµαστή.... Έπειτα πάλι αγκαλιάζει τη Μάσσα και φεύγει γρήγορα) ΟΛΓΑ: Έλα.. Να.. ας µπορούσε µονάχα να τον βρει γρήγορα! (Παύση) Ξέρετε. ΟΛΓΑ: Πως. Θα ησυχάσω τώρα. Συγχωρέστε µε γι' αυτό. (φιλιούνται µε πάθος) ΟΛΓΑ: Ελάτε. Ήπιαµε σαµπάνια.. Δεν παραπονιούµαι για τίποτα Δε θα σου πω ούτε έναν κακό λόγο. δεν υπάρχει τίποτα να το γεµίσει. φτάνει. Σας παρακαλώ. Αχ. έρχεται! (Μπαίνει η Μάσσα) ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Ήρθα να σας αποχαιρετήσω.. Όλια Σεργκέγεβνα.. Και φαίνεται πως δεν ήταν γραφτό να πάµε στη Μόσχα... Η ώρα πέρασε. χρυσή µου Μάσσα! Είσαι η γυναίκα µου κι είµαι ευτυχισµένος... Η γάτα είναι πρασινωπή. Γεµίζανε την ύπαρξή τους µε εκστρατείες. BΕΡΣΙΝΙΝ: Λοιπόν.... άφησέ την να κλάψει.. Δε θα 'κούσεις από µένα ούτε µια λέξη. Ου.... Οι σκέψεις µου µπερδεύονται.. (Ακούγεται από µακριά ένας πυροβολισµός) ΜΑΣΣΑ: Πλάι στην ακροποταµιά πράσινη βαλανιδιά.. Μη µε ξεχνάς. άφησέ την. ΟΛΓΑ: Έλα. Βιάζοµαι ΑΝΦΙΣΣΑ: Πάω κι εγώ να ψάξω. ΜΑΣΣΑ: Δεν κλαίω πια.. δεν κλαίει πια..ρχει στην πόλη µας ουτ' ένας στρατιωτικός... Αλλά πρέπει να παραδεχτούµε πως όσο περνάει ο καιρός γίνεται και πιο καθαρή.. Λέω πολλά καµιά φορά... που για την ώρα. αν είναι εύκολο. πως. Πάνω στη βαλανιδιά. (Μπαίνει ο Κουλίγκιν συγκινηµένος και σε αµηχανία) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Δεν πειράζει..

Δουλειά κι αυτή. ΤΣΕΜΠΟΥΤIKIN: Όλγα. ποιος την κρατάει! (Πίσω από τη σκηνή η Στρατιωτική Μουσική παίζει ένα εµβατήριο. σας το πω! (Της ψιθυρίζει κάτι στ' αυτί) ΟΛΓΑ. Ας είναι. Εκείνος γελώντας βγάζει το µούσι και τα µουστάκια) Αχ. (Μπαίνει στο σπίτι) ΟΛΓΑ: Ναι.φέρω αµέσως. Να.. (Αναστενάζει) Πρώτα πρώτα. Σεργκέγεβνα.. αλήθεια. Όλοι ακούνε σιωπηλοί) ΟΛΓΑ: Φεύγουνε! (Μπαίνει ο Τσεµπουτίκιν) ΜΑΣΣΑ: Φεύγουν οι άνθρωποί µας. Και µη θαρρείς πως ειν' εύκολο για µένα να σ' αποχωριστώ. καλέ! Με τροµάξατε! (Στην Ειρήνα) Σ' έχω συνηθίσει. Εσύ πρέπει να. (Μπαίνει στο σπίτι και µιλάει στην υπηρέτρια) Τι γυρεύει αυτό το πιρούνι πάνω στην καρέκλα. Σε ρωτάω! (Φωνάζει) Σκασµός! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Τώρα. (Με φούρκα) Δε βαριέσαι! Δεν έχει σημασία. από αύριο θα 'µαι πια µoναχή µου εδω πέρα. Μάσσα! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Μα πολύ του µοιάζω! (Μπαίνει η Νατάσσα) ΝΑΤΑΣΣΑ. Αχ. Καλό τους ταξίδι. γελάει: Ναι. για δέστε με! (Βάζει το µούσι και το µουστάκι) Δε µοιάζω µε τον καθηγητή των Γερµανικών. ΜΑΣΣΑ. ταραγµένη: Δεν είναι δυνατόν! ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Ναι.. ΕΙΡΗΝΑ: Τι είναι. τι χαριτωµένο κοριτσάκι! Χάρµα! Σήµερα µε κοίταζε έτσι µε τα γλυκά της τα µατάκια και μου λέει: “Μαµµµάα”! ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Σπουδαίο παιδί. τι συµβαίνει. Είναι τόσο άσχηµο το βράδυ. Αύριο φεύγω κι εγώ ξέρεις. γούστο που το 'χουν! ΜΑΣΣΑ: Aλήθεια. θα. Έλα. (Στην Ειρήνα) Χρυσή µου. (Στον άντρα της) Πάµε σπίτι. πήρα απ' ένα παλιόπαιδο της τρίτης τάξης τούτα τα µουστάκια και τα γένια. µπορούµε κι εµείς να. Είνα. ΟΛΓΑ..! ΟΛΓΑ: Τι είναι.. τι κρίµα! Μείνε τουλάχιστο καµιά βδοµάδα ακόµα! (Βλέποντας τον Κουλίγκιν ξεφωνίζει τροµαγµένη. Τι σκοτούρες µ' αυτα παιδιά! (Στην Ειρήνα) Αύριο φεύγεις κι εσύ... Θα. Τα παλιόπαιδα. πήγα. πάµε σπίτια.... κλαίει σιγανά: Το 'ξερα. που να. κάθεται στο παγκάκι του κήπου στο βάθος της σκηνής: Δεν µπορώ πια! Κουράστηκα! (Bγάζει από την τσέπη του µια εφηµερίδα) Δεν παν' να κλαίνε! (Σιγοτραγουδάει) Ταρα-µπαµπούµ-µπι-α! Δε βαριέσαι! . µας. ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ. ΤΣΕΜΠΟΥTIKIN: Τίποτα. ησύχασε. αλλά µονοµιάς πάλι συγκρατεί τον εαυτό της) Δεν ξαναπατάω πια το πόδι µου µέσα σ' αυτό το σπίτι. Kουράστηκα. στο σπίτι.. φοράς φωτεινά χρώµατα! Κι έπειτα.ι /-χφός. Όχι. αγαπηµένη µου. Είμαι τσακισµένος.πω ούτε λέξη. αυτή η ζώνη που φοράς όε σου πάει καθόλου! Είναι κακόγουστη. µοσκοβολάει ο τόπος! (Αυστηρά) Τι γυρεύει το πιρούνι πάνω στην καρέκλα. είσαι ίδιος ο Γερµανός µας! ΟΛΓΑ. (Παύση) Τι. (Γελά) Ψέµατα. αυτό ειν' αλήθεια! ΝΑΤΑΣΣΑ: Έτσι λοιπόν.! Θεέ µου! Εγώ δεν ξέρω πώς να. µέσα. ούτε τώρα ούτε ποτέ. ΕΙΡΗΝΑ: Καλά. Πού είναι η κάπα. πολλά πολλά λουλουδάκια. Να..και στην κάµαρα τη δική του θα βάλουµε τη µικρή μου τη Σόφοτσκα... ολόγυρα. ας κάτσουµε εδώ µαζί κι ας µη λέµε τίποτα. ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Τα. καλό µου κορίτσι.! ΜΑΣΣΑ: Τι συµβαίνει.. Πες µου το γρήγoρα.. λοιπόν.ΟΛΓΑ: Ηρέµησε. Θα πω να βάλουν τον Αντρέι με το βιολί του στην κάµαρά σου -ας γρατζουνάει εκεί µέσα όσο θέλει. Μάσσα. τώρα. Δε θέλω πια να. εκείνα τα έλατα κι έπειτα αυτό εδώ το σφεντάµι. Eιρήνα. Πάµε µέσα. τους πω να. (Η Μάσσα κλαίει) ΕΙΡΗΝΑ: Φτάνει.. ε. κι ο Αντρέι Σεργκέγεβιτς θα βγει με τον µπέµπη περίπατο µε τ' αµαξάκι. αγκαλιάζει την Ειρήνα: Τι τρoµερή µέρα. (Παύση) ΚΟΥΛΙΓΚΙΝ: Χτες. Δεν ξέρω πώς να. Στην υπηρέτρια: Τι.σου το πω. το 'ξερα. θυµωµένη: Δεν πάω εκεί µέσα! Άφησέ µε µονάχη! (Κλαίει. τι γλυκό. Για τ' όνοµα του θεού! (Κλαίει) ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Πριν λίγο στη µονοµαχία σκοτώθηκε ο Βαρόνος! ΕΙΡΗΝΑ. µου φυτέψουν λουλουδάκια. ο κύριος Πρωτoπόπωφ θα κάτσει µε τη Σόφοτσκα. σου τα. θα τους πω να κόψουν.και το καπέλο μoυ.

θα δουλεύω! ΟΛΓΑ. αγαπηµένες µου αδελφές. Θα είµαι δασκάλα στο σχολειό. αγκαλιάζει και τις δυο της αδελφές: Η µoυσική παίζει χαρούµενα.. σιγοτραγουδώντας: Ταραµπαµπούµ-µπι-α! (Διαβάζει την εφηµερίδα του) Δε βαριέσαι! Δε βαριέσαι! ΟΛΓΑ: Αν ξέραµε µονάχα! Αν ξέραµε µονάχα! ΤΕΛΟΣ .. ακούστε αυτή η µoυσική! Όλοι φεύγουν από κοντά µας. Θα ξεχάσουν τα πρόσωπά µας. γιατί αυτός ο πόνος. και οι άνθρωποι θα θυµούνται µε καλοσύνη και θα ευλογούν όλους εµάς που ζήσαµε πριν απ' αυτούς. Ω. ακουµπά το κεφάλι της στο στήθος της Όλγας: Θα 'ρθει καιρός που όλοι θα ξέρουµε γιατί γίνονται όλ' αυτά. Και θα µας ξεχάσουν. τις φωνές µας. Ένας έφυγε κιόλας. Αλλά εγώ θα δουλεύω.. Τώρα είναι φθινόπωρο. Ο Κουλίγκιν βγαίνει από το σπίτι χαρούµενος και γελαστός φέρνοντας το καπέλο και την κάπα της Μάσσας. τόσο χαρούµενα και φαίνεται πως λίγο ακόµα και θα ξέρουµε γιατί ζoύµε.. και νιώθει κανείς πως θέλει να ζήσεισει! Θεέ µου! Θα 'ρθει ο καιρός που θα φύγουµε κι εµείς για πάντα. Πρέπει να ζήσουµε! Πρέπει να ζήσουµε! ΕΙΡΗΝΑ.(Οι τρεις αδελφές στέκονται αγκαλιασµένες) ΜΑΣΣΑ: Ω. Όµως τα βάσανά µας θα γίνουν χαρά για κείνους που θα 'ρθουν ύστερ' από µας. Ω. η ζωή µας δεν τέλειωσε ακόµη. δίνει τόσο θάρρος. Η ειρήνη και η ευτυχία θα βασιλέψουν στον κόσµο. Θα µείνουµε µόνες να ξαναρχίσουµε τη ζωή µας. πόσες είµαστε. έφυγε για πάντα. Δε θα υπάρχουν πια µυστήρια. αν ξέραµε µονάχα.. Μόνο να δουλέψουµε! Aύριο θα φύγω µόνη. αν ξέραµε µονάχα! (Η Μουσική σβήνει σιγά σιγά. Ο Αντρέι σπρώχνει το αµαξάκι και µέσα σ' αυτό κινείται ο µπέµπης) TΣEMΠΟΥΤΙΚΙΝ.. πρέπει να δουλέψουµε. γιατί υποφέρουµε. γρήγoρα θα 'ρθει ο χειµώνας να τα σκεπάσει όλα με χιόνι. Τώρα όµως πρέπει να ζήσoυµε. Θα ζήσoυµε! Η µoυσική παίζει τόσο εύθυµα. Θ' αφιερώσω όλη µου τη ζωή σε κείνους που θα τους είναι χρήσιµη.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful