You are on page 1of 27

Η Εξέλιξη της Σοβιετικής Επιχειρησιακής

Στρατιωτικής Σκέψης
του Υπτγου ε.α Πολυχρόνη Ναλμπάντη

Πρόλογος
Η παρουσίαση και η ανάλυση ολόκληρης της εξελικτικής πορείας της
Σοβιετικής επιχειρησιακής στρατιωτικής σκέψης και δράσης απαιτεί μια
μεγάλη έκταση γραφής, που σαφώς υπερβαίνει τα όρια της παρούσας
ανάλυσης.
Όμως είναι ουσιαστικό αυτή την περίοδο να «συγκρουστούμε» με
αυτή τη σημαντική εννοιολογική ανακάλυψη, τη «Βαθιά Μάχη» / «Deep
Battle», δεδομένου ότι απετέλεσε τη γνωστική επανάσταση στη σύγχρονη
στρατιωτική σκέψη και παρείχε τα θεμελιώδη εργαλεία για τις
επιχειρησιακές θεωρίες, που αργότερα αναπτύχθηκαν στη Ρωσία και σε όλο
τον κόσμο γενικότερα.
Η σημασία της συγκεκριμένης επανάστασης στη στρατιωτική σκέψη
έγκειται πρώτα απ' όλα στο γεγονός ότι απετέλεσε μετασχηματισμό από ένα
παράδειγμα βασισμένο στη συνείδηση του τακτικού επιπέδου στην
αντίστοιχη του επιχειρησιακού. Επιπλέον, αυτή η επανάσταση παρήγαγε το
θεωρητικό πλαίσιο για τη συγκρότηση και τον επιχειρησιακό
προσανατολισμό του Κόκκινου Στρατού κατά τη διάρκεια των περιόδων
των μεγάλων επιθέσεων στα έτη, που ακολούθησαν τον Εμφύλιο Πόλεμο,
αλλά και το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Μάλιστα, όταν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις βίωσαν
την
εννοιολογική κρίση της δεκαετίας του '70, απόρροια του Πολέμου στο
Βιετνάμ - γεγονός που τις οδήγησε
να προωθήσουν τη δική τους
γνωστική επανάσταση - η σοβιετική επιχειρησιακή θεωρία απετέλεσε το
παράδειγμα, το υπόδειγμα αλλά και την απειλή, που έπρεπε να
αντιμετωπιστεί.
Θα εξετάσουμε λοιπόν μια από τις πιό αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις
στην ιστορία της παγκόσμιας στρατιωτικής και επιστημονικής σκέψης. Το
διαχρονικό πλαίσιο που καθορίζεται εδώ, θα επιτρέψει την καλύτερη
κατανόηση των γενικών πτυχών σχετικά με την ανάπτυξη της
συγκεκριμένης επιχειρησιακής θεωρίας.

1

Τα φιλοσοφικά στοιχεία και τα ουσιαστικά της χαρακτηριστικά θα
εξεταστούν σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: την ιδέα του
επιχειρησιακού «κλονισμού» και του επιθετικού ελιγμού, την αρχή του
βάθους και της κλιμάκωσης, την έννοια του επιχειρησιακού συντονισμού,
τις αρχές των επιχειρησιακών διαταγών και του ελέγχου, αλλά και την
αλληλεπίδραση ανάμεσα στην τριβή και τον ελιγμό.

Από τις επιτυχημένες επιχειρήσεις, στην Ομάδα του
Επιχειρησιακού Σχεδιασμού
Η διαδικασία, η οποία οδηγήσε στη δημιουργία της θεωρίας των
επιχειρήσεων σε βάθος [Operatsiia Glubokaia], σχετίζεται με την έναρξη
της γενικότερης εννοιολογικής επανάστασης, που συμπίπτει με τη χρονική
περίοδο έναρξης του ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της επανάστασης, το παράδειγμα της
ολοκληρωτικής καταστροφής στη μάχη, που είχε εξουσιάσει τη
στρατιωτική σκέψη για διάστημα περισσότερο από έναν αιώνα,
αντικαταστάθηκε από το στοιχείο του επιθετικού επιχειρησιακού
ελιγμού!
Κατά συνέπεια, εκτός από το εγγενές χαρακτηριστικό της ως
μοναδικής καινοτόμας σκέψης, η θεωρία των επιχειρήσεων σε βάθος
αντικατοπτρίζει
τη
σημαντική
εννοιολογική
αλλαγή,
που
έχει
πραγματοποιηθεί στη σύγχρονη μορφή αγώνα/πολέμου, δηλαδή - την
αναγνώριση ενός ενδιάμεσου επιπέδου μεταξύ της στρατηγικής και της
τακτικής στην εφαρμογή της σκέψης στο στρατιωτικό χώρο.
Επιπλέον, με τη διαμόρφωση της θεωρητικής βάσης της σοβιετικής
στρατιωτικής σκέψης και των γνωστικών οδηγιών, που την ακολούθησαν
για περισσότερο από 60 έτη, τα συμπεράσματα και τα επιτεύγματα του
Σχολείου της επιχειρησιακής σκέψης στη δεκαετία του '20 και τη δεκαετία
του '30, διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του
επιχειρησιακού ελιγμού μεταξύ 1942 και 1990.
Επομένως, οποιαδήποτε προσπάθεια να ερμηνευθούν οι πρόσφατες
παραλλαγές της σοβιετικής (ρωσικής) επιχειρησιακής θεωρίας χωρίς
λεπτομερή κατανόηση της εννοιολογικής της προέλευσης, αναπόφευκτα
θα οδηγήσει σε λάθη.
Η στρατιωτική σκέψη κυρίως στο 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου
διέκρινε δύο επίπεδα επιχειρήσεων, το στρατηγικό και το τακτικό.
Σύμφωνα με τον Baron de Jomini, το στρατηγικό επίπεδο είναι η τέχνη
του πολέμου επάνω στο χάρτη και περιλαμβάνει ολόκληρο το θέατρο

2

επιχειρήσεων, ενώ η υψηλή τακτική είναι η τέχνη της τοποθέτησης των
στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης, ανάλογα με τη μορφολογία του
εδάφους, φέρνοντας αυτά σε δράση, και η τέχνη της μάχης στο έδαφος, σε
αντιδιαστολή με το σχεδιασμό επί χάρτου.
Παράλληλα, ο Helmuth von Moltke τόνιζε ότι στο στρατηγικό
επίπεδο γίνεται η εφαρμογή του κοινού νου για τη διεξαγωγή του πολέμου.
Αυτό που χρειάζεται στην τακτική είναι να γίνονται οι πιο απλές και
σταθερές κινήσεις στον κατάλληλο χρόνο. Έτσι, ο πόλεμος γίνεται τέχνη,
μια τέχνη που υπηρετείται από πολλές επιστήμες. Στον πόλεμο, όπως και
στην τέχνη, δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Και στις δύο περιπτώσεις, το
ταλέντο δεν αντικαθίσταται από τους κανόνες.
Επίσης, ο Αρχιδούκας Κάρολος δήλωνε, ότι η στρατηγική είναι
επιστήμη και η τακτική τέχνη. Πίστευε, ότι η «επιστήμη της υπέρτατης
διοίκησης» θα «έκρινε την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων», ενώ η
τέχνη ήταν η εκτέλεση των στρατηγικών σχεδίων.
Ο Clausewitz πάντως διακήρυττε ότι η «Στρατηγική είναι η χρήση
της μάχης για τους σκοπούς του πολέμου». Και πράγματι το στρατηγικό
επίπεδο ήταν αυτό, που έδινε στον τακτικό τα μέσα για να συγκρουσθεί
και την πιθανότητα να νικήσει διαμέσου της ηγεσίας και της συγκέντρωσης
του στρατού στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, ο σχεδιασμός στο στρατηγικό
επίπεδο αφορούσε την τακτική επιτυχία κάθε μάχης και έχτιζε επάνω σε
αυτή. Συνεπώς, η στρατηγική ελέγχει τα μέσα, που απαιτεί η τακτική, ώστε
να είναι έτοιμη στο σωστό χρόνο και τόπο και ο στρατηγικός στόχος
καθορίζει την προσχεδιασμένη απόφαση για εμπλοκή σε μάχη. Η μορφή
εκτέλεσής της καθορίζεται από την τακτική. Η πρώτη δίνει τις
κατευθυντήριες οδηγίες ενώ η δεύτερη δίνει τις διαταγές.
Ετσι λοιπόν, αυτή η σημαντική εννοιολογική ανακάλυψη, ως
αποτέλεσμα της άρνησης των παραδοσιακών θεωριών του πολέμου,
κατέληξε στα μέσα της δεκαετίας του 1930, στη θεωρία των
Επιχειρήσεων σε Βάθος / Deep Operations - ένα δόγμα, που οδήγησε
στην
καθιέρωση
των
αερομεταφερόμενων
και
μηχανοκίνητων
επιχειρησιακών σχηματισμών, στην υιοθέτηση σε μεγάλη κλίμακα του
ελιγμού και την επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης.
Δυστυχώς τα θεωρητικά επιτεύγματα τερματίστηκαν απότομα στα
τέλη του 1937, με τη φυσική εξολόθρευση των μελών του Επιχειρησιακού
Σχολείου [περίπου 4.000 αξιωματικοί εκτελέσθηκαν από τον Stalin στο
πλαίσιο των γνωστών εκκαθαρίσεων]. Παράλληλα, επιβλήθηκε η
απαγόρευση οποιασδήποτε θεωρητικής δραστηριότητας, σχετικά με τα
επιχειρησιακά θέματα, η διάλυση των επιχειρησιακών σχηματισμών, αλλά

3

και μια έμμονη και έντονη προσπάθεια ακύρωσης του σχετικού θεωρητικού
υπόβαθρου.

Ο εμφύλιος πόλεμος και η επώαση της σκέψης του
στρατιωτικού συστήματος
Η σοβιετική στρατιωτική ιστοριογραφία, που καθοδηγείται κατά
μεγάλο μέρος της από την επαγγελματική προσέγγιση, έχει δει την εξέλιξη
της επιχειρησιακής τέχνης ως συνεχή και δυναμική διαδικασία, που
προήλθε από την πολιτική, τη διανοητική, τον κονωνικό μετασχηματισμό
και τις στρατιωτικές αλλαγές, οι οποίες γεννήθηκαν από την επανάσταση
των Μπολσεβίκων.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν κατά συνέπεια η ανάγκη μιας ιστορικής
αλλαγής, μοναδικής αντιπροσωπευτικής εμπειρίας, η οποία όμως
διαφοροποιήθηκε από τις δεκάδες δυτικές στρατιωτικές παραδόσεις. Η
έννοια της αλλαγής και της κριτικής προσέγγισης «προκαλείται» από την
επιχειρησιακή εμπειρία του Εμφυλίου Πολέμου, η οποία λειτούργησε ως
βάση για την ανάπτυξη - οικοδόμηση ρυθμίσεων σε ένα επιστημονικό
πλαίσιο μέσα στο οποίο πλήθος γνώσεων και στρατιωτικών θεωριών
διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν.
Σύμφωνα με τη θεωρία της επιστημονικής εξέλιξης, η επιχειρησιακή
εμπειρία, που συσσωρεύτηκε από το 1917 μέχρι το 1921, υποκινούμενη
από τη θεωρητική τάση, που αμφισβητούσε την εγκυρότητα των
επικρατούντων θεωριών του Πολέμου, δημιούργησε μία σημαντική κρίση
συνείδησης, που ήταν σημαντική για το σχηματισμό μιας νέας
εναλλακτικής θεωρίας ή ιδεολογίας.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, η ευμετάβλητη και η
δυναμική φύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων προήλθε, σε μεγάλο
βαθμό, από τη σχέση μεταξύ της δύναμης και του γεωγραφικού χώρου. Η
σύρραξη, που εκδηλώθηκε ταυτόχρονα στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, τον
Καύκασο, την Ασιατική Ρωσία και τη Σιβηρία, επέβαλλε πολλαπλά μέτωπα
επιχειρήσεων. Ο Ρωσικός Στρατός ήταν ο μεγαλύτερος στρατιωτικός
οργανισμός, που διεξήγαγε επιχειρήσεις σε μέτωπα μήκους από 700 ως
1.800 χιλιομέτρων και με αντικειμενικούς σκοπούς/ΑΝΣΚ σε βάθη 600 ως
3.000 χιλιομέτρων.
Το φαινόμενο αυτό αναίρεσε ολοκληρωτικά στα μάτια της σοβιετικής
επαναστατικής διοίκησης τη γραμμική μορφή, ως μοτίβο επιχειρησιακού
ελιγμού, και ενθάρρυνε τους διοικητές των θεάτρων επιχειρήσεων να
αναζητήσουν το αποφασιστικό αποτέλεσμα/νίκη μέσω «έντονων» ελιγμών
και σημαντικών βαθιών (deep) δραστηριότητων/επιχειρήσεων.

4

Όμως, στη Δυτική Ευρώπη, η υποταγή/συνθηκολόγηση της
επιχειρησιακής κινητικότητας στις γραμμικές τακτικές και στην ισχύ πυρός
των όπλων, επέφεραν παράλυση στον ελιγμό, όπως χαρακτηριστικά
εκφράστηκε στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, οι Ρώσοι
κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, αναγνώρισαν την επιχειρησιακή
δυναμική μεγάλου αριθμού έφιππων στρατευμάτων, τα οποία συγκρότησαν
και χρησιμοποίησαν.
Δημιουργώντας μικρούς ηγήτορες και στρατιές ιππικού, μια ιδέα που
ποτέ μέχρι τότε δεν είχε εμφανιστεί στη δυτικοευρωπαϊκή στρατιωτική
σκέψη, κατάφεραν να εκτελέσουν «στιχοειδείς/κιονοειδής ελιγμούς»,
[columnar maneuver], διεισδύοντας σε βάθος και επιτυγχάνοντας
σημαντικά επιχειρησιακά και στρατηγικά επιτεύγματα.
Ο συνδυασμός μετώπων/τομέων, που διεξήγαγαν επιχειρήσεις ως
ανεξάρτητες διοικήσεις από τη μια μεριά και η συγκέντρωση του
στρατηγικού ελέγχου στο πολιτικό πεδίο, από την άλλη, εκπαίδευσε τους
ανώτερους/ανώτατους αξιωματικούς σε ένα δημιουργικό συναγωνισμό στις
επιχειρησιακές προκλήσεις και παράλληλα τόνισε την ύψιστη σημασία του
ενδιάμεσου επιπέδου ανάμεσα στη στρατηγική και την τακτική.
Η απουσία του στρατιωτικού συντηρητισμού στα ανώτατα κλιμάκια
της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού ήταν ακόμη ένα χαρακτηριστικό, που
συνεισέφερε στη διαμόρφωση νέων επιχειρησιακών τρόπων δράσης στον
Εμφύλιο Πόλεμο. Το παλιό στρατιωτικό κατεστημένο είχε αλλάξει και οι
νέοι διοικητές του κάθε Τομέα, που ήταν υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή των
επιχειρήσεων, ενσάρκωναν την επαναστατική νοοτροπία, που τότε σάρωνε
τη Ρωσία. Σ΄αυτή την πραγματικότητα, αξιωματικοί όπως οι M.N.
Tukhachevsky, και V.M. Primakov παρακινήθηκαν όχι μόνο να δουν τα
παραδοσιακά τους στρατιωτικά μοτίβα σκέψης με σκεπτικισμό, αλλά και
προχωρήσουν και να αναπτύξουν διαφορετικές λύσεις, για να
αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις των επιχειρήσεων.
Η κατεστημένη στρατιωτική θεωρία εμφανιζόταν ανεπαρκής στις
κρίσιμες συνθήκες του Εμφυλίου Πολέμου. Οι έντονες απειλές κατά αυτής
καθ’ αυτής της ύπαρξης του κομμουνιστικού καθεστώτος και η έλλειψη
οικονομικών και στρατιωτικών πηγών, ανάγκασε την ηγεσία των
Μπολσεβίκων, να στρατιωτικοποιήσει ολόκληρο το σοβιετικό έθνος και για
να αντιμετωπίσει τη μια κρίση μετά την άλλη, μετασχημάτιζε και άλλαζε
άμεσα τη συγκέντρωση των προσπαθειών του.
Αρχικά, οι επαναστατικές δυνάμεις του αναδυόμενου καθεστώτος
αποτελούσαν έναν ετερογενή οργανισμό διοικούμενο από ερασιτέχνες.
Μόνο η στρατολόγηση ειδικών στρατιωτικών [voin spets] μπορούσε να

5

παρέχει
άμεσες
λύσεις
στα
πιο
επείγοντα
προβλήματα,
που
δημιουργούνταν κατά τη διεξαγωγή της μάχης. Όμως, παρόλη την έλλειψη
επίσημης στρατιωτικής θεωρίας και επαγγελματικής παράδοσης, η ανώτατη
ηγεσία του Κόκκινου Στρατού κατάφερε να διαγνώσει τα πρωτεύοντα
προβλήματα σωστά και, χαλιναγωγώντας την επιχειρησιακή λογική και
ακολουθώντας μια συστημική προσέγγιση, να παράσχει τις κατάλληλες
λύσεις.
Παράλληλα, η μηχανιστική προσέγγιση του πολέμου, που
επικρατούσε στη Δύση, έκανε τους Ευρωπαίους στρατιωτικούς να
αντιλαμβάνονται το στοιχείο του βάθους ως ένα επιφανειακό στοιχείο του
περιορισμένου πεδίου μάχης.
Από τον παραλογισμό αυτό αναπτύχθηκε μια τάση να αξιοποιηθεί το
στοιχείο του βάθους, μόνο όταν μια στρατιωτική δύναμη απαιτούσε τον
εγκλωβισμό ή τον υπερφαλαγγισμό μιας αντίπαλης τακτικής δύναμης
αναπτυγμένης σε γραμμική διάταξη. Η προσέγγιση αυτή, με τα άκαρπα
αποτελέσματά της, είχε εκδηλωθεί στις εναρκτήριες φάσεις του 1 ου
Παγκοσμίου Πολέμου, όπου όμως οι επιχειρησιακοί ελιγμοί σε βάθος
παρέμεναν ξένοι στη δυτική στρατιωτική σκέψη για πολλά χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, η ρωσική στρατιωτική κουλτούρα,
συνδυάζοντας ανατολικές και δυτικές ιδέες και επηρεασμένη από
ολοκρατικές τάσεις, ανέπτυξε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση για το
στοιχείο του βάθους. Η εμπειρία του 1812, από την εισβολή του
Ναπολέοντα, υποκίνησε φιλοσόφους του πολέμου, όπως ο Tolstoy, να
αντιληφθούν το βάθος ως μια ιδέα που περιλαμβάνει και την ολοκρατική
φύση του πολιτικο - στρατηγικού σκοπού και τις λογικές πλευρές του
στρατιωτικού ελιγμού!
Έτσι, η αυξανόμενη συναίσθηση της ιδέας του βάθους μεγάλωσε,
αλλά και έφερε στο προσκήνιο τις αρχικές αμφιβολίες, που αφορούσαν την
εγκυρότητα των παραδοσιακών σκέψεων, οι οποίες είχαν ως σκοπό να
καταστρέψουν τον αντίπαλο στρατό σε μια μόνο γραμμική εμπλοκή. Η
υπάρχουσα πολικότητα μεταξύ του «μηχανιστικού» επιπέδου του πολέμου
και του αφηρημένου τομέα της τακτικής του διεξαγωγής, αποκάλυψε
ολόκληρο το φάσμα της στρατιωτικής επιχείρησης. Αυτό επέφερε την
ανάγκη δημιουργίας ενός νέου επιπέδου, που θα συμπλήρωνε το κενό
μεταξύ της στρατηγικής και τακτικής στην ιεραρχική δομή του
στρατιωτικού συστήματος.
Το νέο επίπεδο είχε συλληφθεί εννοιολογικά αφενός ως μέσο για να
γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στο θεωρητικό και το «μηχανιστικό» επίπεδο
του πολέμου και αφετέρου για να δημιουργηθούν οι συνθήκες για τη
συγκέντρωση των πολυάριθμων στρατηγικών γεγονότων σε μια

6

διευθυνόμενη λογική και συνεχόμενη αλληλουχία. Με άλλα λόγια, η
κατανόηση του παράγοντα του βάθους στον πόλεμο, ο οποίος οξύνθηκε
από τις στρατηγικές περιστάσεις του Εμφυλίου Πολέμου, επέφερε, για
πρώτη φορά στην ιστορία του πολέμου, την εφαρμογή μιας προσέγγισής
του ως «συστήματος» και έτσι αποκαλύφθηκε το επιχειρησιακό επίπεδο του
πολέμου. Επίσης, η ένταξη του μετώπου και των μετόπισθεν ως στοιχεία,
που αλληλεπιδρούν μέσα στο πλαίσιο ενός ενιαίου στρατηγικού
σχεδιασμού, επέφερε τη θεωρία του βάθους, που εφαρμόστηκε στην
πορεία του Εμφυλίου Πολέμου.
Παρόλα αυτά, η πλήρης αξιοποίηση της έννοιας του βάθους δεν
έλαβε χώρα στο στάδιο αυτό, όπου οι Ρώσοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει τα
θετικά του στοιχεία στο πλαίσιο του επιχειρησιακού επιθετικού ελιγμού,
αλλά και τη σημασία του ως παράγοντα για την καταστροφή των εχθρικών
δυνάμεων. Μια παράμετρος ήταν ότι, το μέγεθος της δραστηριότητας και η
πίεση χρόνου, άμεσα συνδυασμένη με την επιβίωσή του, εμπόδισε το
νεαρό Κόκκινο Στρατό να διεξάγει ενδελεχή έρευνα για το επιχειρησιακό
επίπεδο των στρατιωτικών δυνάμεων. Ένας άλλος λόγος ήταν η
δυσαναλογία μεταξύ των «γραμμικών» [κυρίως των δυνάμεων πεζικού]
και των «στιχοειδών» [δυνάμεων ιππικού – πυροβολικού και μηχανικού]
στοιχείων, που συγκροτούσαν τον Κόκκινο Στρατό την εποχή εκείνη.
Συνεπώς, η αρχική επιχειρησιακή ικανότητα του Κόκκινου Στρατού ήταν
περιορισμένη και εστιαζόταν αποκλειστικά στους αμυντικούς ελιγμούς.
Παράλληλα όμως, έχουμε μια καινοτόμο επινόηση από τους Ρώσους
κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και αφορά στην εξακρίβωση της
αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην φθορά και τον ελιγμό. Κατάφεραν να
αναπτύξουν τόσο ένα εννοιολογικό εργαλείο όσο και πρακτικές εφαρμογές,
που τους επέτρεψαν να ανταπεξέλθουν στο πρόβλημα της φθοράς/τριβής
μέσα από μια συστηματική προσέγγιση. Το ζήτημα της «attritional»
[φθοράς/τριβής] φύσης του πολέμου ήταν βαθιά ριζωμένο στην Ευρωπαϊκή
στρατιωτική νοοτροπία πολλά χρόνια πριν τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι
δυτικοί στρατοί απέτυχαν να αναπτύξουν λειτουργική και επιχειρησιακή
μεθοδολογία, ικανή να χειριστεί το θέμα ορθολογικά. Επομένως,
παραδοσιακά, το φαινόμενο της φθοράς/τριβής είχε χαρακτηριστεί ως
«διάταγμα από τον ουρανό» και ως «το άριστο μέσο» για να
ανταπεξέλθουν στις συνέπειες του, ήταν η επικέντρωση στη «μαγική»
φόρμουλα της αναλογίας του 3:1 μεταξύ των επιτιθέμενων δυνάμεων
έναντι των αμυνόμενων.
Οι Ρώσοι αντιλήφθηκαν τον ελιγμό ως στοιχείο της αλληλεπίδρασης
ανάμεσα στην άμυνα και την κρούση/διάρρηξη και όρισαν αυτή την
καινοτομία ως μια επιχειρησιακή απόφαση, λόγω του τεράστιου στιχοειδούς
στοιχείου της κρούσης, συγκροτώντας κατάλληλες δυνάμεις με σκοπό να
χειριστούν αποτελεσματικά το πρόβλημα της φθοράς/τριβής. Η ρωσική

7

πρωτοτυπία της δομής του στοιχείου της κρούσης [επίθεσης] ήταν μια
τεράστια «στιχοειδής» [columnar] διάταξη, που προσέδιδε διπλά
πλεονεκτήματα: από τη μια πλευρά μείωνε το ρυθμό της φθοράς, που ο
αμυνόμενος μπορούσε να προκαλέσει στον επιτιθέμενο και από την άλλη
πλευρά δημιουργούσε την ευκαιρία για αποφασιστική συγκέντρωση
δυνάμεων και πόρων σε επιλεγμένο σημείο. Μέσα από αυτή την εστιασμένη
συγκέντρωση, οι Ρώσοι επεχείρησαν να διασπάσουν/διαρρήξουν την
αμυντική διάταξη της εχθρικής δύναμης στο σημείο της διείσδυσης και να
περιορίσουν την ικανότητά της ώστε να επιφέρει φθορά στην επιτιθέμενη
δύναμη.
Επιπλέον, υιοθέτησαν έναν Ειδικό Σχηματισμό, τη Στρατιά
Κρούσης (Shock Army), με την οποία σκόπευαν να εξισορροπήσουν εκ
των προτέρων τη λογική φθορά, που προκαλούνταν από τον εχθρό, καθώς
και να εκτελέσουν επιτυχημένες τακτικές και επιχειρησιακές δράσεις. Η
συγκέντρωση στρατευμάτων και μέσων εντός του πεδίου μάχης με αιφνίδια
ομαδοποίηση
δυνάμεων
[Udarnaia
Gruppa]
σχεδιάστηκε
και
ενεργοποιήθηκε με συγκεκριμένες παραμέτρους. Αυτές εκφράζονταν με
σαφείς αριθμητικούς όρους και σχέσεις μεταξύ των ποσοτικών και
ποιοτικών χαρακτηριστικών των μέσων και του εδάφους και οι οποίοι
διατυπώθηκαν μετά από συστηματικές αναλύσεις δεδομένων, που
συλλέχτηκαν από διάφορες συμπλοκές και μάχες. Έτσι λοιπόν,
εφαρμόζοντας αυτόν το σχεδιασμό, οι Ρώσοι ανακάλυψαν ένα
επιστημονικό εργαλείο για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων, ώστε να τους
βοηθήσει στις προσπάθειες τους να ξεπεράσουν τον παραλογισμό του
τακτικού παράγοντα της φθοράς/τριβής.

Πριν από τη «Βαθιά Μάχη»
Η «Βαθιά Mάχη» / «Deep Battle» είναι μια στρατιωτική θεωρία, που
αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του 1920 και 1930.
Η ρωσική στρατιωτική σκέψη και νοοτροπία λίγο είχε αλλάξει κατά
τη διάρκεια των τριών αιώνων, πριν από τη δεκαετία του 1920.
Η Ρωσική Αυτοκρατορία είχε συμβαδίσει θεωρητικά με τους εχθρούς
και τους συμμάχους της και απέδωσε ικανοποιητικά στις μεγάλες
συγκρούσεις, που είχε εμπλακεί στην πορεία της προς τον 19ο αιώνα.
Ωστόσο,
παρά
τις
μερικές
αξιοσημείωτες
νίκες
στους
Ναπολεόντειους και Ρωσο-Τουρκικούς πολέμους, οι σημαντικές της ήττες
στον Πόλεμο της Κριμαίας, τον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο, τον Α’ Παγκόσμιο
Πόλεμο, αλλά και μια σειρά από ήττες κατά τον Σοβιετικό-Πολωνικό

8

πόλεμο, υπογράμμισαν την κατωτερότητα των ρωσικών μεθοδολογιών
στην οργάνωση και τη στρατιωτική εκπαίδευση.
Μετά τη Ρωσική Επανάσταση, το νέο καθεστώς των
Μπολσεβίκων προσπάθησε να δημιουργήσει ένα εντελώς νέο στρατιωτικό
σύστημα, το οποίο αντανακλούσε το επαναστατικό τους πνεύμα. Ο νέος
Κόκκινος Στρατός [Red Army] ήταν ένα μείγμα παλαιών και νέων
μεθόδων τακτικής, που επαναπαύονταν στα τεράστια αποθέματα του
ανθρώπινου δυναμικού της χώρας. Ωστόσο, το 1929 άρχισε το σοβιετικό
πρόγραμμα για την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, το οποίο αναβάθμισε
το τεχνολογικό επίπεδο των σοβιετικών βιομηχανιών όπλων σε αντίστοιχο
των άλλων ευρωπαϊκών εθνών. Μόλις αυτό επιτεύχθηκε, οι Σοβιετικοί
έστρεψαν την προσοχή τους στην επίλυση του προβλήματος της
στρατιωτικής επιχειρησιακής κινητικότητας.
Οι κύριοι υποστηρικτές αυτής της εξέλιξης ήταν οι Alexander
Andreyevich Svechin,
Mikhail Frunze και Mikhail Nikolayevich
Tukhachevsky. Προωθούσαν την ανάπτυξη στρατιωτικών επιστημονικών
κοινωνιών και επέλεγαν ταλαντούχους αξιωματικούς, για να συγκροτήσουν
ομάδες εργασίας, για την ανάπτυξη της νέας στρατιωτικής σκέψης. Πολλοί
από αυτούς τους αξιωματικούς εισήλθαν στη Σοβιετική Στρατιωτική
Ακαδημία κατά τη διάρκεια της θητείας του Tukhachevsky ως Διοικητή
αυτής, την περίοδο 1921-1922. Άλλοι, που εμφανίστηκαν αργότερα,
συμπεριλαμβανομένων του Nikolai Efimovich Varfolomeev αλλά, και του
Vladimir Triandafillov, συνέβαλαν εξαιρετικά σημαντικά στην αξιοποίηση
της τεχνολογίας στις επιθετικές επιχειρήσεις βάθους.

Οι ρίζες της Βαθιάς Μάχης
Ως επακόλουθο των πολέμων με την Ιαπωνία και Πολωνία, αρκετοί
ανώτεροι Σοβιετικοί Διοικητές έκαναν έκκληση για τη σχεδίαση ενός νέου
ενιαίου στρατιωτικού δόγματος. Μεταξύ αυτών προεξέχων ήταν ο Mikhail
Frunze. Το κάλεσμα αυτό προκάλεσε και τελικά οδήγησε στην εκδήλωση
της αντίθεσης του Leon Trotsky. Οι απόψεις όμως του Frunze βρήκαν
«ευήκοον ους» στους αξιωματικούς, που είχαν βιώσει την κακή διοίκηση
και έλεγχο των σοβιετικών δυνάμεων στη σύγκρουση με την Πολωνία. Η
εξέλιξη των γεγονότων εκείνων προκάλεσε και την αντικατάσταση του
Trotsky από τον Frunze, τον Ιανουάριο του 1925, αλλά και προσδιόρισε ότι
η φύση του νέου δόγματος θα ήταν πολιτική. Η Σοβιετική Ένωση ήταν η
συγχώνευση των στρατιωτικών με το πολιτικό ιδεατό των Μπολσεβίκων.
Αυτό, τελικά, θα καθόριζε και τη φύση του πολέμου για τη Σοβιετική
Ένωση. Θεωρούσαν τα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης ως τον πιο πιθανό
εχθρό τους και συνεπώς έπρεπε να αμυνθούν εναντίον τους, όπως και στο
παρελθόν, και εκτιμούσαν ότι μια τέτοια σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη.

9

Η
φύση
του
ζητήματα/ερωτήματα:

πολέμου

αυτού

έθεσε

τέσσερα

βασικά

 Ο επόμενος πόλεμος θα κερδιζόταν με μία αποφασιστική εκστρατεία
ή θα ήταν ένας μακροχρόνιος αγώνας τριβής;
 Ο Κόκκινος Στρατός θα ήταν κυρίως επιθετικός ή αμυντικός;
 Η φύση της μάχης θα είναι ρευστή ή στατική;
 Οι μηχανοκίνητες δυνάμεις ή το πεζικό θα ήταν το πιο σημαντικό
στοιχείο;
Η «Βαθιά Μάχη» / «Deep Battle» αναπτύχθηκε ως θεωρητικό
σχήμα από σειρά σημαντικών και διακεκριμένων στρατιωτικών
θεωρητικών - συγγραφέων, όπως οι Vladimir Triandafillov και Mikhail
Tukhachevsky, που προσπάθησαν να δημιουργήσουν
μια νέα
στρατιωτική στρατηγική με τη δική της εξειδικευμένη επιχειρησιακή
τέχνη και τακτική.
Η έννοια των επιχειρήσεων βάθους ήταν μια εθνική σοβιετική
στρατηγική,
προσαρμοσμένη
στην
οικονομική,
πολιτιστική
και
γεωπολιτική θέση της Σοβιετικής Ένωσης. Στον απόηχο αρκετών
αποτυχιών ή ηττών στο Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο
και τον Σοβιετικο - Πολωνικό πόλεμο, το Σοβιετικό Γενικό Αρχηγείο
[Stavka], επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη νέων μεθόδων για τη διεξαγωγή
του πολέμου. Η νέα αυτή προσέγγιση στην στρατιωτική στρατηγική
και τακτική εισήγαγε ένα νέο ενδιάμεσο επίπεδο στη στρατιωτική
τέχνη: το επιχειρησιακό.
Η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη χώρα που επισήμως διέκρινε το
συγκεκριμένο τρίτο επίπεδο της στρατιωτικής σκέψης, το επιχειρησιακό,
και το οποίο κατέλαβε τη θέση του μεταξύ της στρατηγικής και τακτικής.
Χρησιμοποιώντας τα πρότυπα αυτά, οι Σοβιετικοί ανέπτυξαν την έννοια της
Βαθιάς μάχης, η οποία από 1936 είχε γίνει μέρος των Κανονισμών
Εκστρατείας του Κόκκινου Στρατού.
Οι Επιχειρήσεις Βάθους είχαν δύο φάσεις: την τακτική μάχη,
ακολουθούμενη από την εκμετάλλευση της τακτικής επιτυχίας, που
είναι γνωστή ως η διεξαγωγή επιχειρήσεων βάθους.
Η Βαθιά μάχη προέβλεπε τη διάρρηξη/διάσπαση της προωθημένης
άμυνας του εχθρού ή των τακτικών ζωνών, με σκοπό την εκμετάλλευση
από φρέσκιες, αδιάθετες, επιχειρησιακές εφεδρικές δυνάμεις, για να
αξιοποιήσουν με τη διάρρηξη/διάσπαση, το στρατηγικό βάθος του μετώπου
του εχθρού.

10

Ο στόχος της επιχείρησης βάθους ήταν να επιβάλει μια αποφασιστική
στρατηγική ήττα στον εχθρό και να καταστήσει την άμυνα των έμπροσθέν
του δυσχερέστερη ή και αδύνατη. Σε αντίθεση με άλλα δόγματα, η βαθιά
μάχη τόνισε τη χρήση των συνδυασμένων όπλων (πεζικόμηχανοποιημένο πεζικό-τεθωρακισμένα-πυροβολικό-αεροπορία) σε όλα τα
επίπεδα: το στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό.
Η συζήτηση αυτή εξελίχθηκε σε δημόσια διαφωνία μεταξύ αυτών,
όπως ο Alexander Svechin, ο οποίος υποστήριζε μια στρατηγική της τριβής,
και των διαφωνούντων, όπως ο Tukhachevsky, που πίστευαν ότι μια
στρατηγική με ελιγμό ήταν απαραίτητη για την αποφασιστική καταστροφή
των δυνάμεων του εχθρού.
Η δεύτερη άποψη υποκινήθηκε εν μέρει και από την κατάσταση της
οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης: η χώρα δεν ήταν ακόμη βιομηχανική
και, συνεπώς, ήταν οικονομικά πολύ αδύναμη για να πολεμήσει έναν
μακράς χρονικής διάρκειας πόλεμο φθοράς/τριβής. Τελικά ο Svechin
αποδέχθηκε τη θέση αυτή και υιοθέτησε την εκτίμηση ότι οι πρώτες
επιθετικές επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι ταχείες και ισχυρές, αλλά
αποφάσισε, ότι τελικά, αυτό θα κατέληγε σε έναν πόλεμο θέσεων και
φθοράς/τριβής. Θα απαιτούσε, συνεπώς, μια ισχυρή οικονομία και ένα
πολιτικώς κατηχημένο πληθυσμό, προκειμένου να υπερνικηθεί ο εχθρός.
Το δόγμα, που σχεδιάζονταν
προσανατολισμένο στην επίθεση.

από

τους

Σοβιετικούς,

ήταν

Η παραμέληση της άμυνας από τον Tukhachevsky, ώθησε τον
Κόκκινο Στρατό να στραφεί προς την αποφασιστική μάχη και τη λατρεία
της επιθετικής νοοτροπίας, τάσεις, που σε συνδυασμό με άλλους
παράγοντες, προκάλεσαν τεράστια προβλήματα το 1941. Σε αντίθεση με
τον Tukhachevsky, ο Svechin καθόριζε ότι ο επόμενος πόλεμος θα
μπορούσε να κερδηθεί μόνο με την τριβή, όχι από μια ή περισσότερες
αποφασιστικές μάχες. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι απαιτούνταν μια θεωρία
εναλλασσόμενων αμυντικών και επιθετικών ενεργειών. Στο πλαίσιο αυτό,
αναγνώρισε τη θεωρητική διάκριση της επιχειρησιακής τέχνης, που
βρίσκεται μεταξύ τακτικής και στρατηγικής. Κατά την άποψή του, οι
άμεσες τακτικές μάχες (τακτικό επίπεδο), για την επίτευξη
αντικειμενικών σκοπών σε όλο το εύρος του θεάτρου επιχειρήσεων,
έπρεπε να είναι είτε άμεσα ή έμμεσα συντονισμένες και
ολοκληρωμένες
(επιχειρησιακό
επίπεδο),
προκειμένου
να
επιτευχθεί ο τελικός στρατηγικός σκοπός (στρατηγικό επίπεδο) της
Stavka. Αυτή η αντίληψη απετέλεσε το λεπτομερές προσχέδιο για τη
Σοβιετική Βαθιά μάχη.

11

Το 1929, ο Vladimir Triandafillov και Tukhachevsky συνεργάστηκαν
για να δημιουργηθεί ένα συνεκτικό σύστημα αρχών, σύμφωνα με την
σκέψη του Svechin. Ο Tukhachevsky ανέλαβε να επεξεργαστεί τις αρχές
της τακτικής και τις επιχειρησιακές φάσεις της Βαθιάς Μάχης. Ως
αποτέλεσμα των προσπαθειών του και αποδοχής της μεθοδολογίας του, ο
Κόκκινος Στρατός συνέταξε το 1933, το εγχειρίδιο Προσωρινών Οδηγιών
Οργάνωσης της Βαθιάς Μάχης. Ήταν η πρώτη φορά που η «Βαθιά Μάχη»
αναφερόταν στην επίσημη βιβλιογραφία του Κόκκινου Στρατού.
Η θεωρία της Βαθιάς Μάχης του Tukhachevsky έχει πέντε στοιχεία:
α.
Οι τακτικές Μονάδες είναι τα μέσα για την υποστήριξη των
επιχειρησιακών ελιγμών.
β.
Η εφαρμογή της πίεσης κατά μήκος όλου του μετώπου
απαγορεύει στον εχθρό να έχει την ικανότητα ελιγμού ως απάντηση σε μια
διείσδυση.
γ.
Όσο επιτυγχάνεται μεγαλύτερο βάθος και ταχύτητα με τις
επιχειρησιακές δυνάμεις, τόσο αυξάνεται η φονικότητα και το σοκ στα
οποία υπόκεινται οι εχθρικές δυνάμεις.
δ.
Η ισχύς πυρός και οι ελιγμοί στο έδαφος μπορούν να
χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά, για να αυξηθεί το βάθος κρούσης, καθώς
αναπτύσσεται η οπλική τεχνολογία.
ε.
Το βάθος του πεδίου της μάχης πρέπει να θεωρείται ως ένα
συνεχές. Ο διοικητής πρέπει να σχεδιάζει, σε συνάρτηση με τον χώρο και
τον χρόνο, όχι μόνο την πρώτη του μάχη, αλλά και την επίτευξη του
τελικού αντικειμενικού σκοπού [«τελική μάχη»].
Τα υπομνήματα του 1927 και 1930, γραμμένα από τον
Tukhachevsky, οδήγησαν σε ένα γενικό εκσυγχρονισμό μέσω μιας
συστηματικής διαδικασίας επανεξοπλισμού και αναδιοργάνωσης. Τον
Ιανουάριο 1930 εκπονήθηκε από αυτόν μια μελέτη σχετικά με την
αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων με βάση την ανάπτυξη της
τεχνολογίας και τις δυνατότητες της στρατιωτικής βιομηχανικής
παραγωγής. Η κεντρική ιδέα της μελέτης ήταν μια ποσοτική και ποιοτική
αύξηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των διαφόρων Κλάδων και
Υπηρεσιών, οι οποίες θα επηρέαζαν με τη συγκρότησή τους την εμφάνιση
των νέων μορφών επιχειρησιακής τέχνης. Πρότεινε την ανάπτυξη και την
αύξηση των μεγεθών του μηχανοποιημένου πεζικού, του πυροβολικού, των
τεθωρακισμένων, των αερομεταφερόμενων δυνάμεων και της αεροπορίας.
Ωστόσο, ο Στάλιν και Voroshilov δεν υποστήριξαν το πρόγραμμα και
αντιστάθηκαν σθεναρά στις μεταρρυθμίσεις. Ο Στάλιν δήλωνε ότι η έγκριση

12

του προγράμματος θα μπορούσε να προκαλέσει τη μετάβαση από τη
«σοσιαλιστική ανάπτυξη» στον «Κόκκινο Μιλιταρισμό».
Αυτός είναι ο κύριος λόγος, που η πρόσφατη ιστοριογραφία έχει
αποδώσει υπερβολική έμφαση στις τεχνολογικές πτυχές της διαφωνίας.
Ωστόσο, μια εξέταση των αντιρρήσεων του Stalin για τις απόψεις του
Tukhachevsky και ειδικότερα για τα υπομνήματά του, αποκαλύπτει ότι
στην καρδιά της διαφωνίας υπάρχουν κίνητρα πολύ βαθύτερα από αυτά
που προτείνονται από το τεχνολογικό ή το οργανωτικό επιχείρημα. Καλά
εξοικειωμένος με τον Tukhachevsky και τη Σχολή του, ο Stalin εκτίμησε
ότι τα θεωρητικά και οργανωτικά τους κριτήρια δεν ήταν τίποτα
άλλο παρά μία προσχηματική κάλυψη («πρόσοψη») για την
ανάπτυξη μιας Κόκκινης στρατιωτικής ελίτ. Ήταν εμφανές σε αυτόν
ότι οι προτάσεις του 1927 αντανακλούσαν σχεδόν μια πλήρως
αποκρυσταλλωμένη επιχειρησιακή αντίληψη, σχηματισμένη από μια ελίτ
στρατιωτικών διανοουμένων. Επίσης, διαισθάνθηκε ότι οι εντατικές
προσπάθειες, που καταβάλλονταν από τον Tukhachevsky και τους
συναδέλφους του για τη δημιουργία μιας νέας στρατιωτικής θεωρίας, θα
μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν και στην εμφάνιση – θεμελίωση της
υπεροχής των στρατιωτικών, την οποία θεώρησε ως πιθανή πολιτική
απειλή.
Για αυτό ο Stalin απαγόρευσε τις διαλέξεις σχετικά με τη στρατηγική
και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, ενώ τα μέλη των στρατιωτικών σχολών
έκαναν πολλές προσπάθειες για να αποτρέψουν τον Tukhachevsky να
παρουσιάσει τις ιδέες του δημοσίως.
Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι οι αληθινές ρίζες της διαφωνίας
ανάμεσα στην ομάδα του Voroshilov και τη σχολή του Tukhachevsky, που
επικεντρώνονταν στην ανάπτυξη των νέων επιχειρησιακών ιδεών και τα
δήθεν επιχειρήματα σχετικά με την προτίμηση της μηχανοποίησης ή της
διατήρησης του ιππικού, λειτουργούσαν ως πρόσχημα, που όμως
«πυροδοτούνταν» από τους αντιπροσώπους του Stalin. Έτσι ακόμη και
μετά την αναγνώριση από τον Stalin των επιχειρησιακών πλεονεκτημάτων
της μηχανοποίησης και της επίσημης έγκρισης συγκρότησης τεσσάρων
ανεξαρτήτων Σωμάτων Στρατού, ούτε ο Voroshilov, αλλά και ούτε ο
Biennia έπαψαν να ραδιουργούν εναντίον του Tukhachevsky, αλλά
και ούτε άλλαξαν τον τρόπο και το περιεχόμενο των επιθέσεων τους
εναντίον του, μέχρι που αυτός εκτελέστηκε το 1937.
Κατά τη διάρκεια του 1930, η «αναγέννηση» της Γερμανίας, στην
εποχή του Τρίτου Ράιχ, είδε τις γερμανικές καινοτομίες στο τακτικό πεδίο.
Η μεθοδολογία, που χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς κατά τον
Β Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ευρύτερα γνωστή ως «Blitzkrieg». Υπάρχει μια

13

διαδεδομένη παρερμηνεία, ότι ο Αστραπιαίος Πόλεμος/Blitzkrieg, ο
οποίος για ορισμένους δεν είναι αποδεκτός ως ένα συνεκτικό στρατιωτικό
δόγμα, ήταν παρόμοιος με το σοβιετικό δόγμα των επιχειρήσεων βάθους.
Ωστόσο, οι ιστορικοί συναινούν στο ότι η σοβιετική μέθοδος
αντιπροσώπευε μια ολοκληρωμένη στρατιωτική στρατηγική, που βασίζεται
σε σαφές σύνολο αρχών και συνεπώς δεν έχει ομοιότητα με το
«Blitzkrieg». Μερικοί δε, επισημαίνουν ότι το Σοβιετικό δόγμα είχε επίσης
«αποκρυσταλλωθεί» πολύ νωρίτερα από το αντίστοιχο γερμανικό, που
όμως εστίαζε σε τακτικές-επιχειρησιακές μεθόδους.

Οι αρχές της Βαθιάς Μάχης και η Επιχειρησιακή Σκέψη έως το 1985
Η έννοια των Eπιχειρήσεων Bάθους [Glubokaya Operatsiya]
αναδύθηκε το 1936 και περιγράφεται στο πλαίσιο των κανονισμών του
ιδίου έτους, σχετικά με τη «Βαθιά Μάχη», όπου οι εμπλεκόμενοι
σχηματισμοί δεν ήταν μεγαλύτεροι του Σώματος Στρατού.
Η Βαθιά Μάχη περιλάμβανε ταυτόχρονους ελιγμούς πολλών
σχηματισμών του Μετώπου (Ομάδας Στρατιών), του Σοβιετικού Στρατού. Η
νίκη δεν θα εξασφαλιζόταν με μια μοναδική επιχείρηση, αλλά από
πολλαπλές επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να διεξάγονται
παράλληλα ή διαδοχικά και θα προκαλούσαν μια καταστροφική αποτυχία
στο αμυντικό σύστημα του εχθρού. Κάθε επιχείρηση αποσκοπεί στο να
αποσπάσει την προσοχή του εχθρού και να κρατήσει τον αμυνόμενο σε
εικασία σχετικά με το πού είναι η κύρια προσπάθεια και ο κύριος στόχος
[ΑΝΣΚ] που έχει προσδιοριστεί.
Με αυτό τον τρόπο, εμποδίζει τον εχθρό στην αποστολή ισχυρών
κινητών εφεδρειών, που αυτός διατηρεί στον τομέα. Έτσι ο Κόκκινος
στρατός θα μπορούσε να υπερβεί τεράστιες περιοχές πριν ο αμυνόμενος
αποκτήσει την ικανότητα ανάκαμψης, ενώ η διεξαγωγή των επιχειρήσεων
ήταν απογοητευτική για έναν αντίπαλο, που προσπαθούσε να διεξάγει μια
κινητή άμυνα. Ο ΑΝΣΚ των Μονάδων/Σχηματισμών ήταν η διεξαγωγή
επιθετικών ενεργειών, έως ότου αυτοί ήταν σε θέση να προχωρήσουν.
Ωστόσο, εξαρτιόνταν από τον κύριο και αποφασιστικό στρατηγικό στόχο,
που καθορίζονταν από τη Stavka.
Κάθε μία από τις επιχειρήσεις κατά μήκος του μετώπου θα είχε
δευτερεύοντες στρατηγικούς ΑΝΣΚ και κάθε μία επιχείρηση θα είχε μια
κυρία κατεύθυνση προς τον ΑΝΣΚ. Ο στρατηγικός στόχος, ή η αποστολή,
ήταν να εξασφαλιστεί ο πρωταρχικός στρατηγικός ΑΝΣΚ. Συνήθως,
απετελούντο από ένα γεωγραφικό στόχο και από την καταστροφή ενός

14

ποσοστού των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων. Επίσης, οι στρατηγικές
αποστολές της κάθε επιχείρησης εκτελούνταν σε ένα θέατρο επιχειρήσεων.
Συνήθως, διέθετε αρκετές Στρατιές Κρούσης, που προσκολούνταν σε αυτό,
και οι οποίες συνέκλιναν προς στο στόχο, τον περικύκλωναν και επετίθεντο
σε αυτόν.
Η έννοια της Βαθιάς μάχης δεν ήταν μόνο επιθετική. Η θεωρία έλαβε
υπόψη της όλες τις μορφές του πολέμου και αποφάσισε ότι τόσο η επίθεση
όσο και η άμυνα θα έπρεπε να μελετηθούν και να ενσωματωθούν σε
αυτήν. Η αμυντική της φάση εμπλέκεται στον εντοπισμό των κρίσιμων
στρατηγικών στόχων και στην εξασφάλισή τους από επιθέσεις από όλες τις
κατευθύνσεις. Όπως και με τις επιθετικές επιχειρήσεις, η περιοχή στόχος
έπρεπε να εντοπιστεί και να διαιρεθεί σε επιχειρησιακές και τακτικές ζώνες.
Στην άμυνα, οι τακτικές ζώνες, μπροστά από τον ΑΝΣΚ θα ήταν
οχυρωμένες, αλλά και υποστηριζόμενες με ισχυρό πυροβολικό και με
δυνάμεις πεζικού. Το εξωτερικό και προωθημένο Πρόσθιο Όριο
Τοποθεσία/ΠΟΤ της αμυντικής τοποθεσίας θα ήταν ισχυρά ναρκοθετημένο,
ώστε να δημιουργεί μια πολύ ισχυρή στατική αμυντική ζώνη/περιοχή. Οι
τακτικές ζώνες είχαν διάφορες διαδοχικές γραμμές άμυνας, συνήθως 12
χιλιόμετρα από τον κύριο ΑΝΣΚ. Τέλος, στη ζώνη, από 1 έως 3 χιλιόμετρα
από τον κύριο ΑΝΣΚ, οι Στρατιές Κρούσης, οι οποίες περιέχουν και το
μεγαλύτερο μέρος των σοβιετικών σχηματισμών μάχης, έπρεπε να
τοποθετούνταν.
Ο στόχος της άμυνας στην έννοια του βάθους ήταν να απορροφήσει
την μαχητική ισχύ της ελίτ των εχθρικών δυνάμεων, προκαλώντας τους
εξάντληση και εξουθένωση. Μόλις ο εχθρός είχε βαλτώσει στη σοβιετική
άμυνα, οι εφεδρείες χρησιμοποιούνταν. Όντας τοποθετημένες πίσω από τις
τακτικές ζώνες, οι φρέσκιες κινητές δυνάμεις αποτελούμενες από
μηχανοκίνητο πεζικό, πεζικό, τεθωρακισμένες δυνάμεις, ισχυρό πυροβολικό
και τακτική αεροπορική υποστήριξη, θα ξεκινούσαν την καταστροφή του
εχθρού με μια αντεπίθεση, είτε καταστρέφοντας αυτόν στο πλευρό του, ή
οδηγώντας τον έξω από τη σοβιετική τακτική ζώνη ή και σε εχθρό που
κατέχει έδαφος, στο μέτρο του δυνατού.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, νέα σοβιετικά όπλα είχαν
εφευρεθεί και κατασκευασθεί. Βελτιώσεις στην ταχύτητα και το εύρος της
επίθεσης των όπλων συμπίπτουν με εκείνες των αμυντικών τους
ομολόγων. Νέα άρματα μάχης (Τ-34), πυροβολικό, αεροσκάφη και
μηχανοκίνητα οχήματα διατίθενται σε μεγάλες ποσότητες για να
συγκροτήσουν
Μεραρχίες
και
Σώματα
Στρατού,
καθώς
και
μηχανοποιημένες και μηχανοκίνητες Μεραρχίες. Οι εξελίξεις αυτές
οδήγησαν τους σχεδιαστές του Κόκκινου Στρατού στην προσπάθεια
επίλυσης του προβλήματος της διατήρησης του επιχειρησιακού τους
ρυθμού με τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνολογιών.

15

Οι δυνάμεις, που χρησιμοποιούνται κατά την επιχειρησιακή φάση της
επίθεσης/διάρρηξης-διάσπασης, ήταν πολύ μεγαλύτερες. Ο Κόκκινος
Στρατός πρότεινε το συνδυασμό των προσπαθειών των δυνάμεων του
στρατού
ξηράς,
της
αεροπορίας,
των
αερομεταφερόμενων
και
αεροποβατικών δυνάμεων, ώστε να ξεκινήσει ένα "ταυτόχρονο χτύπημα σε
όλο το βάθος της άμυνας του εχθρού", [δηλαδή είχαμε την εφαρμογή μιας
άτυπης διακλαδικότητας], και τέλος να περικυκλώσουν και να
καταστρέψουν τις εχθρικές Μονάδες-Σχηματισμούς του μετώπου (στην
τακτική έμπροσθεν ζώνη, με την κατάληψη του επιχειρησιακού βάθους στο
πίσω μέρος της), και να συνεχίσουν την εκμετάλλευση στο επιχειρησιακό
και στρατηγικό βάθος του αμυνόμενου εχθρού.
Η κεντρική δύναμη των επιχειρήσεων βάθους ήταν η Στρατιά
Κρούσης, ενεργώντας είτε σε συνεργασία με κάποια άλλη ή ανεξάρτητα ως
μέρος της επιχείρησης του Τομέα.
Ο Triandafilov δημιούργησε το σχεδιάγραμμα της κατανομής ισχύος
για τις επιχειρήσεις βάθους στο βιβλίο του «Character of Operations of
Modern Armies», το οποίο διατηρήθηκε σε χρήση καθόλη τη δεκαετία του
1930. Επίσης, στον Triandafilov αποδίδεται η σύνθεση της Στρατιάς
Κρούσης, περίπου 12 έως 18 μεραρχίες τυφεκιοφόρων, σε 4-5 Σώματα
Στρατού. Οι σχηματισμοί αυτοί συμπληρώθηκαν με 16 - 20 συντάγματα
πυροβολικού και 8 - 12 επιλαρχίες αρμάτων. Μέχρι το θάνατό του το 1931,
σε αεροπορικό δυστύχημα, ο Triandafilov είχε υποβάλει διάφορες
προτάσεις για τη δύναμη, η οποία συμπεριελάμβανε και την κατανομή των
αεροπορικών μονάδων στους σχηματισμούς του μετώπου. Αυτές
αποτελούντον από 2-3 σμηναρχίες βομβαρδιστικών αεροσκαφών και 6-8
μοίρες μαχητικών αεροσκαφών.

16

Σχεδιαγραμμα: Deep Battle

17

Ο διάδοχος του Triandafilov, ο Nikolai Efimovich Varfolomeev,
ασχολείτο λιγότερο με την ανάπτυξη των ποσοτικών δεικτών της βαθιάς
μάχης, αλλά περισσότερο με τη μηχανική της αποστολής της Στρατιάς
Κρούσης. Ο Varfolomeev θεωρεί αυτή ως «την έναρξη ενός συνεχούς,
βαθύ και καταστροφικού πλήγματος» κατά μήκος του κεντρικού άξονα της
επίθεσης. Πίστευε ότι η Στρατιά Κρούσης χρειάζεται τέτοια ισχύ πυρός και
κινητικότητα, για να καταστρέψει τον εχθρό, μαζί με την τακτική εχθρική
άμυνα, τις επιχειρησιακές του εφεδρείες, όσο και να καταστρέψει και να
καταλάβει γεωγραφικούς στόχους ή θέσεις σε αρμονία με άλλους
επιχειρησιακώς
ανεξάρτητους
σχηματισμούς,
αλλά
στρατηγικά
συνεργαζόμενους, στις επιθέσεις.
Ο Varfolomeev επεδίωξε να οργανώσει τις Στρατιές Κρούσης σε δύο
κλιμάκια. Το πρώτο ήταν το τακτικό κλιμάκιο, που θα επέφερε τη διάσπαση
και το ρήγμα, αποτελούμενο από μερικά Σώματα Στρατού τυφεκιοφόρων.
Επίσης, θα υποστηρίζονταν από σειρά εφεδρικών μεραρχιών δεύτερης
γραμμής, ώστε να διατηρηθεί ο αμείωτος ο ρυθμός της επίθεσης, καθώς
και η πίεση της ορμής των στον εχθρό. Οι δυνάμεις αυτές θα προσέβαλλαν
σε εύρος 15 ως 20 χιλιόμετρων εντός της εχθρικής τακτικής άμυνας με
σκοπό την εμπλοκή των προωθημένων και των εφεδρικών του δυνάμεων.
Μόλις αυτές είχαν ηττηθεί, ο Κόκκινος Στρατός του Τομέα ήταν
έτοιμος να απελευθερώσει φρέσκιες, και μη εμπλεκόμενες εφεδρικές
επιχειρησιακές δυνάμεις, για να περάσει μέσα από τις κατακτημένες
τακτικές ζώνες και να εκμεταλλευτεί σε βάθος τις εχθρικές επιχειρησιακές
ζώνες.
Το πρώτο κλιμάκιο, χρησιμοποιούσε μεγάλη ισχύ πυρός
(πυροβολικού-αεροπορίας) και μάζα, για να διαρρήξει το πλέγμα της
εχθρικής αμυντικής γραμμής, το δε δεύτερο κλιμάκιο των επιχειρησιακών
εφεδρειών χρησιμοποιούσε σε συνδυασμό τη δύναμη πυρός, την
κινητικότητα και τον ελιγμό, κάτι που απουσίαζε από το πρώτο. Οι
επιχειρησιακές μονάδες ήταν σε μεγάλο βαθμό βαρείς, μηχανοκίνητες,
αυτοκινούμενες
δυνάμεις
πεζικού,
ιππικού,
τεθωρακισμένων
και
αεροπορίας. Οι δυνάμεις αυτές επιδίωκαν να περικυκλώσουν τις εχθρικές
τακτικές δυνάμεις, καθώς αυτές δεν ήταν εμπεπλεγμένες κατά μήκος των
πλευρών του σημείου διάρρηξης. Άλλες, πίεζαν για να καταλάβουν τις
επιχειρησιακές ζώνες και να καταστρέψουν τις εχθρικές εφεδρείες, καθώς
αυτές μετακινούνταν δια μέσω των νώτων των με σκοπό τη δημιουργία
μιας νέας γραμμής άμυνας, ενώ παράλληλα οι επικοινωνίες, οι αποθήκες
ανεφοδιασμού και η περιοχή διοικητικής μέριμνας του εχθρού ήταν οι
αρχικοί στόχοι (ΑΝΣΚ) για τις σοβιετικές δυνάμεις. Η τακτική των
επιχειρησιακών ζωνών απομόνωνε και απαγόρευε τις εχθρικές ενισχύσεις

18

να κινηθούν και να ενισχύσουν το εχθρικό μέτωπο άμυνας και τελικά αυτό
ήταν ανυπεράσπιστο. Μια τέτοια μέθοδος προκαλούσε επιχειρησιακή
παράλυση στον αμυνόμενο.
Στην επίσημη βιβλιογραφία, ο Varfolomeev δήλωσε ότι οι δυνάμεις
πίεσης προς το εχθρικό επιχειρησιακό βάθος πρέπει να προελαύνουν 20-25
χιλιόμετρα την ημέρα. Όμως οι δυνάμεις, που επιχειρούν εναντίον των
πλευρών των εχθρικών τακτικών δυνάμεων θα έπρεπε να προελαύνουν
45-50 χιλιόμετρα την ημέρα, με την τεχνολογία εκείνης της εποχής, για να
αποτρέψουν τη διαφυγή του εχθρού!
Τέλος, επισημαίνουμε πάλι, ότι η μόνη ομοιότητα μεταξύ των δύο
δογμάτων Blitzkrieg και Deep Battle ήταν η έμφασή τους στον πόλεμο
κινήσεων και την επιθετική στάση, ενώ τα δύο δόγματα είναι αισθητά
διαφορετικά μεταξύ τους. Το Γερμανικό δόγμα Blitzkrieg υπογράμμιζε τη
σημασία του μοναδικού κέντρου βαρύτητας ως ένα από τα μέσα για την
ταχεία ήττα του εχθρού, το Σοβιετικό της Deep Battle τόνιζε την ανάγκη
πολλαπλών σημείων διάρρηξης και στη συνέχεια ταχύτατα την
εκμετάλλευση αυτών με τις εφεδρείες. Η διαφορά στο δόγμα μπορεί να
εξηγηθεί από τις στρατηγικές συνθήκες, που ίσχυαν για την ΕΣΣΔ και τη
Γερμανία στο χρόνο.

Η Γερμανία είχε μικρό πληθυσμό, αλλά καλά εκπαιδευμένο στρατό,
οι δε Σοβιετικοί είχαν μεγάλο πληθυσμό, αλλά ο στρατός τους ήταν
ανεπαρκώς εκπαιδευμένος και εξοπλισμένος. Ως εκ τούτου, ο Blitzkrieg
εστίαζε τη δράση σε επιθέσεις εναντίον στενού μετώπου 1-4
χιλιομέτρων, όπου η ποιότητα θα μπορούσε να είναι αποφασιστική και η
Deep Battle τόνισε το ευρύτερο μέτωπο όπου οι επιθέσεις ήταν
ποσοτικές και θα μπορούσαν να επιφέρουν αποτελέσματα. Υπάρχουν
όμως και ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές, που επισημαίνουν ότι το δόγμα
Blitzkrieg αναπτύχθηκε από τη Σοβιετική θεωρεία της Deep Battle, όταν το
Γερμανικό Γενικό Επιτελείο επεξεργάστηκε τις παρατηρήσεις των επιτελών
του κατά τη διάρκεια επισκέψεών τους στην τότε ΕΣΣΔ, στη δεκαετία του
'20 και '30.
Μεταγενέστερα, υπό την ηγεσία του Stalin, η Σοβιετική Ένωση
οραματιζόταν τον επόμενο πόλεμο ως μια επανάληψη του 2ου Παγκοσμίου
Πολέμου, με παρατεταμένες χερσαίες εκστρατείες κατά τις οποίες οι
δυνάμεις ξηράς και τα συμβατικά όπλα θα κυριαρχούσαν.
Από πολλές απόψεις, η θέση αυτή αντανακλά τη στασιμότητα και
ακινησία της σοβιετικής πολιτικής κατά τα τελευταία χρόνια ενός
γερασμένου ηγέτη της.

19

Το καλοκαίρι του 1942, στη μέση των τρομερών ηττών και των
δυσκολιών του πολέμου, ο Κόκκινος Στρατός επενέκτησε την επιχειρησιακή
του συνείδηση. Η βαθιά επιχειρησιακή θεωρία αναβιώθηκε και η γρήγορη
εφαρμογή υπό μορφή επιχειρησιακών και οργανωτικών σχεδίων συνέπεσε
με τις ανάγκες της Σοβιετικής Ένωσης. Παρείχε σ’ αυτόν το πλεονεκτημα
για την ήττα της Wehrmacht και κατέστρεψε όλες τις έννοιες του
αστραπιαίου πολέμου
Ενώ η καταστολή της επιχειρησιακής σκέψης της δεκαετίας του '30
παρακινήθηκε από τις προσωπικές ιδεοληψίες του Stalin, η θεωρητική της
ανάπτυξη οργανώθηκε ορθολογικά από τον Khrushchev, κατά τη διάρκεια
των ετών 1954-64
Υπό την ηγεσία του Krushchev, όπως και σε πολλούς άλλους
τομείς, μια ριζική αλλαγή συνέβη, σχετικά με το νέο πόλεμο, που πλέον
γινόταν αντιληπτός ως ένας μεγάλος πυρηνικός πόλεμος, με την κυριαρχία
των Στρατηγικών Πυραυλικών Δυνάμεων/ Strategic Rocket Forces.
Ο Georgii Malenkov (1954) και ο Nikita Khrushchev (1956)
δήλωσαν ότι ο πόλεμος δεν ήταν πλέον αναπόφευκτος ανάμεσα στον
Καπιταλισμό και το Σοσιαλισμό. Και ο πόλεμος, εάν ξεσπούσε, δεν θα ήταν
πλέον μια παρατεταμένη συμβατική σύγκρουση μεταξύ των χερσαίων
δυνάμεων στην Ευρώπη. Αντ 'αυτού, ο πόλεμος θα ήταν το αποτέλεσμα
της αναπόφευκτης κλιμάκωσης ενός συμβατικού πολέμου σε πυρηνικό και
ο οποίος θα κυριαρχείτο από μια σύντομη, έντονη μαζική ανταλλαγή
πυρηνικών όπλων, εκτοξευόμενα από πυραύλους, υποβρύχια και
αεροσκάφη. Η διάρκεια της συμβατικής φάσης ήταν αβέβαιη, ανάλογα με
τις συγκεκριμένες συνθήκες, που ίσχυαν κατά την εποχή του πολέμου.
Όπως διεκήρυττε ο Μαρξισμός-Λενινισμός «ο πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει
ως συμβατικός και το μόνο, που σταδιακά μπορεί να εξελιχθεί, είναι σε
πυρηνικό». Ήταν δηλαδή, η εποχή της υιοθέτησης του αμερικανικού
δόγματος της αμοιβαία επιβεβαιωμένης καταστροφής - «Mutual Assured
Destruction [M.A.D.]», τη δεκαετία του 1950.
Στη συνέχεια, ο Στρατάρχης V. D. Sokolovskii, [The Sokolovskii
Era, 1962-68], τόνιζε ότι η εμφάνιση πυραύλων με πυρηνικές
κεφαλές άλλαξε ραγδαία τη φύση του πολέμου. Το καταστρεπτικό
δυναμικό του σύγχρονου πολέμου με πυρηνικούς πυραύλους δεν
συγκρίνεται με τους προηγούμενους πολέμους. Η μαζική χρήση των
πυρηνικών πυραυλικών συστημάτων κάνει δυνατή την αχρήστευση,
μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, μιας χώρας ή και πολλών, ακόμα
και αυτών με σχετικά μεγάλη έκταση, καλά αναπτυγμένων
οικονομιών και πληθυσμών πολλών δεκάδων εκατομμυρίων
ανθρώπων. Συνεπώς υπάρχει μια τεράστια «χωρική» αύξηση του
σύγχρονου πολέμου. Μια σχεδόν απεριόριστη δυνατότητα χρήσης

20

πυρηνικών όπλων δίνει στον πόλεμο απεριόριστη έκταση, έτσι ώστε
τα όρια μεταξύ του μετώπου και των νώτων να έχουν σβηστεί,
προκαλώντας αλλαγές στα δόγματα του θεάτρου επιχειρήσεων.
«Η στρατιωτική στρατηγική κάτω από τις συνθήκες του σύγχρονου
πολέμου έγινε η στρατηγική των πυρηνικών προσβολών σε συνδυασμό με
επιχειρήσεις των άλλων Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, έτσι ώστε να
επιτευχθεί ταυτόχρονη νίκη και καταστροφή του εχθρικού οικονομικού
δυναμικού και των δυνάμεων σε όλο το βάθος της εχθρικής επικράτειας,
για την επίτευξη των ΑΝΣΚ του πολέμου μέσα σε ελάχιστο χρονικό
διάστημα».
Οι στρατηγικοί ελιγμοί στον Α΄και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
πραγματοποιούνταν με τη μετακίνηση μεγάλων Σχηματισμών/Μονάδων
μέσω του σιδηροδρόμου και των αυτοκινήτων από το ένα μέτωπο στο
άλλο. Η υψηλή τρωτότητα των επικοινωνιών και η έλλειψη του αναγκαίου
χρόνου για τέτοιες αλλαγές καθιστούσε αυτούς τους ελιγμούς δύσκολους
στην πραγματοποίησή τους και σε μερικές περιπτώσεις μη σκόπιμους.
Συνεπώς, οι στρατηγικοί ελιγμοί υπό συνθήκες πυρηνικού πολέμου
περιγράφονται ως η μεταφορά της κυρίας/δευτερεύουσας προσπάθειας από
τη μια στρατηγική κατεύθυνση σε άλλον ΑΝΣΚ μέσω της χρήσης
πυρηνικών όπλων. Οι ελιγμοί, με την παλιά έννοια, μπορούν να
εκτελεστούν από τους υπόλοιπους Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, και
κυρίως στο επιχειρησιακό επίπεδο. Οι πυρηνικοί πύραυλοι επέφεραν
ουσιαστικές αλλαγές στην αντίληψη της στρατηγικής ανάπτυξης των
Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή τον έλεγχο, την επιστράτευση, τη
συγκέντρωση και την ανάπτυξη των δυνάμεων στο πεδίο της μάχης
σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο. Σήμερα τα περισσότερα από
αυτά τα μέτρα λαμβάνονται από πριν και επομένως σημαντικό ρόλο παίζει
η αυξημένη στρατιωτική προετοιμασία των Ενόπλων Δυνάμεων. Η
τελειότητα των μέσων μετακίνησης-εκτόξευσης των πυρηνικών όπλων, το
μεγάλο βεληνεκές τους και η ικανότητά τους να αλλάζουν ταχύτατα την
κατεύθυνση της πυρηνικής επίθεσης από τον ένα στόχο στον άλλον έχουν
αλλάξει δραστικά την έννοια του στρατηγικού / επιχειρησιακού ελιγμού.
Έχουμε λοιπόν την εμφάνιση μιας νέας Σχολής με στρατιωτική
σκέψη, προσανατολισμένης στον ελιγμό, που αναπαρήγαγε την ανάπτυξη
της επιχειρησιακής θεωρίας, η οποία εμφανίστηκε εκ πρώτης όψεως ως
αποκατάσταση του Tukhachevsky και των συναδέλφων του, και η οποία
διήρκησε σε ολοκληρη τη δεκαετία του '80. Από την αρχή χαρακτηρίστηκε
από μια εμφατική προσπάθεια να αναζωογονηθεί η θεωρία των
επιχειρήσεων σε βάθος με την πραγματική τους μορφή, γιατί ήταν κάπως
κρυμμένη από τις τροποποιήσεις, που εισήχθησαν σε αυτήν κατά τη
διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ ο μεγάλος αριθμός σκέψεων

21

που προκλήθηκε από αυτήν την αναγέννηση πρόσφερε ποικίλους νέους
όρους και εννοιολογικές παραλλαγές, η ουσία της ενέμεινε στις αρχές που
καθορίστηκαν στην αρχική θεωρία. Κατά συνέπεια, μπορεί νόμιμα να
υποστηριχτεί ότι η διαδικασία ήταν εξελικτική.
Υπό την ηγεσία του συντηρητικού Brezhnev, η αντίληψη περί του
πολέμου απεικονίζεται ως μια πιθανή συμβατική σύγκρουση είτε κατά την
έναρξή του ή προς στο τέλος του. Η άποψη αυτή, επίσης, εξέφραζε τον
ευρύ γραφειοκρατικό πλουραλισμό, ο οποίος χαρακτηρίζει την εποχή του.
Και, κατά τα τελευταία του δύο χρόνια, υπήρξαν δειλά ενδείξεις για μια
ανανεωμένη έμφαση στον πυρηνικό χαρακτήρα ενός μελλοντικού πολέμου.
Συνολικά, λοιπόν, φαίνεται ότι η σοβιετική στρατιωτική θεωρία έχει υποστεί
σημαντικές αλλαγές κατά την άποψή του μείζονος πολέμου ως απάντηση
σε μια ποικιλία εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων.
Παράλληλα, οι αλλαγές στα στρατιωτικά δόγματα της Δύσης είχαν
αντίκτυπο στη Σοβιετική σκέψη. Ξεκινώντας από το 1961, οι Ηνωμένες
Πολιτείες είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από τη μαζική ανταπόδοση
[Massive Retaliation] πυρηνικών προσβολών και να υιοθετούν την
ευέλικτη αντίδραση [Flexible Response]. Αναπόφευκτα, η Δύση
απομακρύνθηκε από την αποκλειστική και μαζική χρήση πυρηνικών όπλων
προς μια επιλεκτική τους χρήση, και αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στη
στρατηγική και επιχειρησιακή σκέψη της Σοβιετικής Ένωσης, με το
ενδιαφέρον να επικεντρώνεται σε μια συμβατική λύση.
Στις πιο πρόσφατες περιόδους, μια πιθανή νέα τάση στη σοβιετική
σκέψη, ήταν στην έμφαση της αναπόφευκτης και αναγκαίας χρήσης
πυρηνικών όπλων, ώστε να εξασφαλιστεί η επιτυχία των σοβιετικών
δυνάμεων, που είχαν εμπλακεί στο θέατρο πολέμου. Οι σοβιετικοί
στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες φαίνεται να αναγνώριζαν ότι οι αμυντικές
ικανότητες είχαν αναπτυχθεί σε τέτοια επίπεδα, ώστε τα καθαρά συμβατικά
μέσα, πιθανά να ήταν ανεπαρκή για να επιτευχθεί νίκη.
Όμως, ο Αρχηγός του Σοβιετικού Επιτελείου, Nikolai Ogarkov,
δήλωνε το 1982: «Αυτή τη στιγμή, όπως είναι γνωστό, υπάρχει ραγδαία
ανάπτυξη διαφοροποιημένων μέσων αντιμετώπισης των αρμάτων μάχης,
συμπεριλαμβανομένων των αερομεταφερόμενων αντιαρματικών όπλων.
Επιπλέον, [τα όπλα αυτά] έχουν ήδη επιτύχει τέτοια ποιοτικά και ποσοτικά
επίπεδα, που αυτό απαιτεί επειγόντως προσεκτική μελέτη των τάσεων και
τις συνέπειες της ανάπτυξής τους. Είναι επικίνδυνο να αγνοούμε αυτή την
τάση». Ο Ogarkov διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των
σοβιετικών συμβατικών δυνάμεων, και κυρίως ήταν ο υποστηρικτής των
προηγμένων τεχνολογιών του συμβατικού υλικού. Τέλος, διακήρυξε τον
όρο της «Military Technical Revolution», [MTR], τη δεκαετία του

22

1970, ο οποίος αργότερα αναφέρεται πλέον από τις ΗΠΑ ως «Revolution
in Military Affairs», [RMA].
Επίσης, η διατύπωση της έννοιας Επιχειρησιακή Ομάδα Ελιγμών
[Gruppa Manevrennaia Operativnaia / ή Группа Маневренная
Оперативная], στις αρχές της δεκαετίας του '80 από τον Ogarkov,
προήλθε από την πραγματοποίηση των στρατηγικών αλλαγών στην
αμυντική στάση του ΝΑΤΟ και την
αναγνώριση της σημασίας της
εφαρμογής μιας νέας στρατηγικης/επιχειρησιακής προσέγγισης στον τομέα
των επιχειρήσεων από τον αμερικανικό Στρατό [Air-Land Battle].
Επιπλέον, η ανάγκη να εφαρμοσθεί μια συνολική λύση, που να ταιριάζει και
με τους δύο περιορισμούς, που επιβλήθηκαν από την επιχειρησιακή διάταξη
του ΝΑΤΟ και των επιχειρησιακών ευκαιριών, που παρουσιάστηκαν στην
έμπροσθεν και αδύναμη άμυνά του, προέτρεψε τους Ρώσους να
καλλιεργήσουν μια διαφορετική μέθοδο, για να πετύχουν το επιχειρησιακό
σοκ.
Εκτιμώντας
ότι
η
παραδοσιακή
σοβιετική
μέθοδος
του
επιχειρησιακού ελιγμού επιδίωκε να εξουδετερώσει τον αντίπαλο μέσω του
επιχειρησιακού
σχεδιασμού
των
επιχειρήσεων
με
διαδοχικές
προσβολές/κρούσεις, με διασπάση-διάρρηξη-διείσδυση και με συνδυσμό
της εκμετάλλευσης σε βάθος, η Σχολή σκέψης του Ogarkov σκόπευε να
φθάσει στο ίδιο αποτέλεσμα με την υιοθέτηση μιας προσέγγισης
αποκλεισμού. Με άλλα λόγια, με γρήγορη
διείσδυση, με ομάδες
τεθωρακισμένων Μεραρχιών στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, πριν αυτό
ολοκληρώσει την αναδιάταξη των δυνάμεών του, ο Ogarkov προορίστηκε
να μελετά ένα βαθύ και δυναμικό κέντρο βάρους του εχθρού, που θα
επέφερε και αμυντικές αλλαγές, παράλληλα με τη μετωπική δράση της
εκμετάλλευσης, που θα ασκούνταν από την κύρια δύναμη και θα
δημιουργούσε έτσι τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της επίδρασης
κλονισμού, στο αρχικό στάδιο της εκστρατείας/επιχείρησης.

23

Η συνοπτική αυτή περιγραφή του σχεδίου του Ogarkov ενισχύει το
επιχείρημα, ότι η ουσία της επιχειρησιακής θεωρίας, που διαμορφώθηκε
στα έτη του μεσοπολέμου, παραμένει έγκυρη ακόμα και σήμερα. Οι
αλλαγές στην ορολογία είναι τουλάχιστον μια προσπάθεια ερμηνείας των
τρεχουσών καταστάσεων, σύμφωνα με τις καθολικές αρχές της αρχικής
θεωρίας. Επίσης, το φαινόμενο των εννοιολογικών παραλλαγών απεικονίζει
μια τάση για να ρυθμιστούν οι αρχές της επάνω στην τρέχουσα στρατηγική
πραγματικότητα με τη διατύπωση συγκεκριμένων επιχειρησιακών
μεθόδων. Εν συντομία, οποιαδήποτε προσπάθεια να εξηγηθεί η έννοια
«Επιχειρησιακή Ομάδα Ελιγμών και η Κινητή Ομάδα», χωρίς πλήρως να
καταλάβει τις ιδέες του επιχειρησιακού κλονισμού, είναι παραπλανητική,
επειδή διαστρεβλώνει τη σημασια αυτών των εννοιών.

Επίλογος

24

Από την ανάπτυξη και την εξέλιξη της Σοβιετικής στρατιωτικής
σκέψης προήλθε ο σχεδιασμός των επιχειρήσεων, που πλέον σχεδιάζονται,
διεξάγονται
και
διευθύνονται
σε
τρία
επίπεδα
(στρατηγικό,
επιχειρησιακό, τακτικό). Διευθύνονται σε στρατηγικό επίπεδο και
σχεδιάζονται - διεξάγονται - εκτελούνται σε επιχειρησιακό και σε τακτικό
επίπεδο.
Στο Στρατηγικό Επίπεδο οι ΕΔ αναπτύσσονται και εμπλέκονται
εντός του Θεάτρου Πολέμου στα πλαίσια των ευρύτερων πολιτικών
κατευθύνσεων / οδηγιών σε συνδυασμό με τα άλλα διπλωματικά ή
οικονομικά μέσα, που εφαρμόζονται στην περίοδο διεξαγωγής διακλαδικών
επιχειρήσεων, προκειμένου να επιτευχθούν οι Στρατηγικοί Αντικειμενικοί
Σκοποί της χώρας.
Στο Επιχειρησιακό Επίπεδο οι δυνάμεις αναπτύσσονται και
χρησιμοποιούνται προς επίτευξη των στρατηγικών ΑΝΣΚ, σε ένα
καθορισμένο θέατρο επιχειρήσεων ή σε μια περιοχή διακλαδικών
επιχειρήσεων εντός του θεάτρου πολέμου. Με αυτό τον τρόπο, στο
επιχειρησιακό επίπεδο, οι τακτικές επιτυχίες κατά τις επιχειρήσεις
συμβάλουν στην επίτευξη των στρατηγικών ΑΝΣΚ.
Στο Τακτικό Επίπεδο σχεδιάζονται και εκτελούνται τακτικές
ενέργειες προς επίτευξη τακτικών ΑΝΣΚ από τακτικούς Σχηματισμούς και
Μονάδες, σύμφωνα με την ανατεθείσα αποστολή και οι δυνάμεις
εμπλέκονται για την εκπλήρωση των αποστολών τους, εντός μιας
καθορισμένης περιοχής επιχειρήσεων. Η επιτυχής εκτέλεση των αποστολών
τους επιφέρει την επίτευξη στρατιωτικών αντικειμενικών σκοπών.
Για τους Σοβιετικούς, η Βαθιά μάχη έχει μια ξεχωριστή
σημασία, διότι αυτή προήλθε μέσα από την ανασυγκρότηση και την
κυριαρχία του Κόκκινου Στρατού στο πεδίο της μάχης. Η Σοβιετική βαθιά
μάχη είναι η διάσπαση του μετώπου και η διείσδυση στην εχθρική αμυντική
τοποθεσία με σκοπό να επιτρέψει σε μια άλλη δύναμη να ελιχθεί και να
αποκτήσει
πρόσβαση
στο
επιχειρησιακό/στρατηγικό
βάθος.
Ο
Tukhachevskiy διεκήρυττε τη διάσπαση και τη βαθιά μάχη, διότι η
επιχειρησιακή περικύκλωση ήταν αδύνατη χωρίς αυτά. Η
σοβιετική
στρατιωτική δύναμη προσανατολιζόταν και αναζητούσε την εκμηδένιση της
εχθρικής δύναμης ως ΑΝΣΚ όλων των μαχών. Σε κάθε εξέταση της βαθιάς
μάχης πρέπει να κρατήσουμε τη σοβιετική προοπτική στο μυαλό.
Η έννοια των Επιχειρήσεων Βάθους ήταν μια εθνική στρατηγική,
προσαρμοσμένη στην πολιτική, οικονομική και γεωπολιτική θέση της
Σοβιετικής Ένωσης. Αργότερα, με σαφήνεια, οι Σοβιετικοί στρατιωτικοί
ηγέτες θεωρούσαν αυτές ως το βασικό στρατιωτικό δόγμα, μετά από
επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις και αφορούσε τη
φύση των
σύγχρονων πολέμων, τον τρόπο διεξαγωγής των, αλλά και την
αντιμετώπιση της ιμπεριαλιστικής απειλής εναντίον της ΕΣΣΔ.
Ο Πολυχρόνης Ναλμπάντης είναι Αντιπρόεδρος στο Ιnstitute for Security & Defence
Analysis/ISDA. Πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του

25

ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ και MPhil του KING’S COLLEGE/LONDON
UNIVERSITY. Επίσης, κάτοχος Διπλώματος Μεταπτυχιακού Σεμιναρίου του Centre d’ Etudes
Diplomatiques et Strategiques και του University of Aberdeen σε “Strategic Analysis and
Conflict Crisis Management”.
Διετέλεσε Διοικητής της Σχολής Τεθωρακισμένων/ΣΤΘ, Διοικητής Επιλαρχίας Μέσων
Αρμάτων/ΕΜΑ και Διοικητής Επιλαρχίας Αναγνωρίσεως/ΕΑΝΕΘ. Επίσης, Διευθυντής στη
Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Άμυνας (ΔΙΠΕΑ) / ΕΠΥΕΘΑ - ΥΠΕΘΑ, (Σχεδιασμός της
Πολιτικής Εθνικής Άμυνας – ΠΕΑ 2005 / Στρατηγικό Δόγμα Ελλάδας Αμυντικό-Αποτρεπτικό)
και Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Στρατηγικών Μελετών/ΕΠΥΕΘΑ, (Σχεδιασμός της
Αμυντικής Στρατηγικής Αναθεώρησης 2001 (ΑΣΑ 2001)/Διακλαδικότητα στις Ελληνικές ΕΔ).

Βιβλιογραφία
Benjamin Lambeth, How to Think about Soviet Military Doctrine, (Santa Monica, California:
Rand, 1978)
Frederick Kagan, “The Development of Soviet Operational Art: Deep Battle” US Army,
Parameters, Spring 1997
FM 100-2-1: THE SOVIET ARMY: Operations and Tactics, (Headquarters Department of the
Army Washington, DC, 1984).
Harrison, Richard W, The Russian Way of War: Operational Art 1904–1940 , (Lawrence,
Kan.: University Press of Kansas, 2001).
Habeck, Mary. Storm of Steel, The Development of Armor Doctrine in Germany and the
Soviet Union, 1919–1939, (Cornell University Press, 2003).
Glantz, David M., Col (rtd.), Soviet military operational art: in pursuit of deep battle ,
(Frank Cass, London, 1991).
Lawrence Freedman, ΠΟΛΕΜΟΣ,
Γράμματα, Αθήνα, 2001)

Μετάφραση:

Πολυχρόνης

Ναλμπάντης,

(Ελληνικά

Marshal V. D. Sokolovskii, Soviet Military Strategy, translated by Herbert Dinerstein, Leon
Gourι, and Thomas Wolfe (Engl)
Michael Sterling, Soviet Reactions to NATO’S Emerging Technologies for Deep Attack,
RAND, 1985
Naveh, Shimon, In Pursuit of Military Excellence; The Evolution of Operational Theory,
(London: Francass,1997).
Peter J. Vlakancic, Marshal Tukhachevsky and the Deep Battle: An Analysis of Operational
Level Soviet Tank and Mechanized Doctrine, 1935-1945 - The Land Warfare Papers (No.
14)
Richard E. Simpkin, Deep battle: The Brainchild of Marshal Tukhachevskii, (London;
Washington: Brassey's Defence, 1987).

26

Richard E. Simpkin, Race to the Swift: Thoughts on 21st Century Warfare, B.T. Batsford,
1998
Roman Kolkowicz, "U.S. and Soviet Approaches to Military Strategy: Theory vs.
Experience," (Orbis, Summer 1981).
Semenov A., Brief Description of the Development of Soviet Operational Art. (Moscow:
Military Publishing House of the Ministry of Defense of the USSR, 1960),

27