No need to argue anymore

Αδιόρθωτα τα μάτια κι οι καρδιές, κι ύστερα φωνές, κι ύστερα κραυγές, κι ύστερα σιωπές.
Χωρίζονται τα αγγίγματα, ξεχνιούνται οι μυρωδιές, μεταναστεύουν οι τόποι, μπαίνουν οι
αγκαλιές σε ντουλάπες με μυρωδικά λήθης, ξαπλώνουν τα όνειρα στο πάτωμα, επιστρέφουν
οι υποσχέσεις άκαρπες, απότιστες θαρρείς από τα θέλω του χρόνου. Χαμηλώνουν τα
βλέμματα μπροστά στα μονά σερβίτσια, δειλιάζει η αναπνοή να φυσήξει μοναχικό καπνό,
κρέμονται οι μπλούζες χωρίς ταίρι, λιποτακτούν τα διπλά σεντόνια μπροστά στην θέα ενός
μόνο σώματος. Το σπίτι σκοτεινιάζει χωρίς την αταξία των δύο, η βεράντα κλέβει ήχους από
τον δρόμο, οι βρύσες στάζουν μία σταγόνα την φορά και ο καναπές γίνεται όλο και
μεγαλύτερος για να αντέξει ένα μόνο κουλουριασμένο σώμα.
Και κάπως έτσι πάλι, πάλι από την αρχή, πάλι με μια τελεία πίσω και έναν κύκλο μπροστά,
πάλι χωρίς γιατί, χωρίς εξηγήσεις, πάλι με κουμπιά και φερμουάρ κατεστραμμένα, πάλι να
ψάχνεις όσα είχες μπροστά σου αλλά έπρεπε να έρθει μια φυγή για να στα δείξει, πάλι
κούτες, βαλίτσες, φορτηγά, πάλι να κρατηθούν όρθιες οι μνήμες, να μην λυγίσουν οι χαρές,
να ζήσουν μέρες δόξας τα ημερολόγια που έμεναν κενά, γιατί τελικά είναι απλό, γιατί τελικά
την χαρά σου την λες με ένα βλέμμα, στις λύπες χρειάζονται οι λέξεις.
Κρατιέσαι στους καινούριους τοίχους, ασκείς πίεση με τα χέρια σου πάνω τους για να μάθουν
μέχρι πού μπορούν να σε κλείσουν, βάζεις ένα μόνο λουλούδι στην βεράντα και το
εκπαιδεύεις να ανθίζει απότιστο, ανάβεις ένα μόνο φως το βράδυ και το εκπαιδεύεις να
απλώνεται στο πιο πηχτό σκοτάδι. Έτσι γίνεται πάντα λες, έτσι γίνεσαι πάντα λες, κι ύστερα
κοιτάς στον καθρέφτη ένα πρόσωπο που είχες να δεις καιρό, κι ύστερα κοιτάς γύρω σου και
δεν υπάρχει το πρόσωπο που έβλεπες για καιρό.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις μισάνοιχτες κούτες, τα όρθια στρώματα και τα πεταμένα
χαρτόνια μαθαίνεις να πιστεύεις σε αυτό που γνωρίζεις καλύτερα, ότι ο μόνος δρόμος που
γνωρίζουν τα πόδια σου, είναι αυτός που ανοίγεται μπροστά σου.

να μην αφήσουμε τους μήνες να ακολουθήσουν τον χρόνο. Να με βάλεις μπροστά. Να φύγουμε. Να μεταμορφωθώ σε ό. Να σε έχω δίπλα.τι δεν μπορώ να αντέξω. κυνηγώντας τα απίθανα. Να κατέβουμε στο νησί. βιαστικούς περαστικούς. να μην αφήσουμε τον διάλογο να οδηγήσει τον νου. τα ρούχα ασιδέρωτα. Να αφήσεις το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ για να μην με παρκάρεις. Να σταματήσεις να ντρέπεσαι για όσα δεν μπόρεσες. Να ζήσουμε χωρίς σενάριο. έρωτες που ξεθυμαίνουνστην δεύτερη σκηνή. Να μεταμορφωθείς σε ό. να μείνει η συνήθεια μόνη της. Να περπατήσουμε δίπλα σε ποτάμια ορμητικά. Να σταματήσω να φοβάμαι για όσα δεν χώρεσα. Να κοιτάξουμε την αιωνιότητα στα μάτια και να της δώσουμε τροφή. Να μην αφήσουμε τον φόβο να κρατήσει. Να φύγουμε. τα πιάτα στον νεροχύτη.Να φύγουμε Να φύγουμε. Να μην αφήσουμε το τέλος να νικήσει. Να φύγουμε. το παιδί νηστικό. Γιατί δρόμο δεν θα ξαναχαράξουμε ποτέ.τι δεν μπορείς να γίνεις. αγάπες που δεν φτάνουν ούτε στα μισά μιας ταινίας. ανυπόφορους γείτονες. Να κάνουμε ένα πείραμα ακριβό. Να κρατήσεις την αναπνοή σου μέχρι να ξαναβρείς καινούριο αέρα. Μην φοβάσαι αν θα χαθούμε στον δρόμο. . Να κολυμπήσουμε σε λίμνες ερμητικές. Να κρατήσω τις γροθιές μου μέχρι να ξαναβρώ καινούριο τοίχο. Να ξεπεράσουμε τα καθημερινά ζώντας τα αιώνια. χωρίς ζωές να την ταΐζουν. Να μείνει η πολυθρόνα μόνη της. Να βρούμε μια γειτονιά χωρίς αυτοκίνητα. Να αντισταθούμε στα βέβαια. να μην αφήσουμε τα σύνορα να ορίσουν τον τόπο. Να ξεχαστείς από τις δουλειές για να μην με ξεχάσεις. χωρίς τα σώματα να την βουλιάζουν. Να αφήσουμε το σπίτι έρημο. Να πάμε βόλτα με την βάρκα σε θαλάσσιες σπηλιές.

το κρεβάτι. να δικαιολογώ αφορμές. να ανοίγω αγκαλιές για να προσγειωθούν οι άλλοι. με σηκώνουν. πάντα εγώ. κάποια στιγμή όλοι εκεί. κλείνω το μάτι στα σκουπίδια. ανοίγουμε παράθυρα. όσα αντέχω με όσα με ανέχονται. χαμογελάω στα πεζοδρόμια. σχεδιάζω γέφυρες. το μάτι αγναντεύει κλουβιά. Είμαι καλά. τον συγχωρώ κι εγώ. το σώμα ψάχνει γωνίες. περπατώ με το κεφάλι σκυφτό. έρχονται οι φίλοι μου. δένομαι σε όσα τρέχουν κατά πάνω του. ξεχνάω ονόματα. δεν είμαι αυτό που νομίζεις. δεν ξέρω πως είναι να μην σε αφήνουν γυμνό. οι αντοχές μειώνονται. τώρα χαϊδεύω. οι θόρυβοι μειώνονται. Κερνάω τα χρόνια φιλανθρωπίες. ύστερα τον μισώ. να χτίζω σπίτια. έτοιμος να τα ξεχάσει όλα. μόνο εγώ. ανοίγουμε φωνές. που δεν έμαθα ποτέ γιατί στέκεται εκεί αμέτοχος. έτοιμος να ρίξει σκιά και να με κρύψει. είμαι ανήμπορος. φτιάχνω καράβια. αφήνομαι σε όσα με τραβούν από τον τοίχο. είμαι άρρωστος. δίνω χρόνο σε όσους τους τελειώνει. Ορμάω σε σχέσεις χωρίς αύριο. το χέρι ζωγραφίζει κουτιά. τώρα συγχωρώ. σκεπάζω αλήθειες. δεν ανήκω στον χώρο. δίνω σκεπή σε όσους τους πλακώνει. πάντα εγώ. μου τα δίνουν όλα. ανακατεύω φιλίες. ο θυμός. το μπάνιο. ο ήλιος με συγχωρεί. είναι ο χρόνος που δεν θέλει να γυρίσει. η κουζίνα. έκλαιγα όλο το βράδυ. σαρκάζω σώματα. είμαι δυνατός. τους τα δίνω όλα. του συγχωρώ που έβλεπε. ΥΓ: Αλλά δεν έφυγα ποτέ. ρίχνω τοίχους. Βραδιάζει και το σπίτι άδειο. μαγειρεύω. ούτε και θα φύγω. τρώνε τα πιάτα μου. όχι από ανάγκη. Μια φορά με σκέπασες. εγώ το αίμα. Σηκώνω το βλέμμα. δεν πιστεύω στον χρόνο. τον μισώ που δεν μίλησε. δεν είμαι αυτό που νομίζω. το μυαλό φτιάχνει κύκλους. Δεν είναι οι άνθρωποι που δεν γυρίζουν πίσω. έρχονται χαμόγελα. Κοίτα με. να συμβιβάζω αιτίες. όσα φοβάμαι με όσα με τρέμουν. η άρνηση. κάποια στιγμή κι εγώ. όχι από επιλογή. Εδώ που είμαι δεν μου μένουν και πολλά. ούτε φταίνε οι περιστάσεις. βοηθάω όσους δεν αντέχουν. καταργώ αποστάσεις. σπάνε τα πιάτα μου. δυσκολεύομαι. εγώ για εσένα κι εσύ απέναντι. ξεμπροστιάζω αμήχανους έρωτες. Είμαι εδώ και είμαι μόνος μου. τους αφήνω. τώρα καταλαβαίνω. ποτέ δεν έφταιξαν οι άλλοι. συμφιλιώνω όσα δεν μπορώ με όσα με κρατάνε. ανοίγω την πόρτα μου να φύγω και κλείνω μέσα τον αέρα. να ψάχνω έρωτες. ούτε οι άλλοι. εγώ το στρώμα. δεν ξέρω πως είναι να σε σκεπάζουν. . όσα ελπίζω με όσα με δέχονται. μόνο εγώ. αμήχανος. Μαθαίνω να με νοιάζομαι.Ανάπαυλα Απόγευμα. τους κρατάω. Τώρα ξέρω.

πίνουμε καφέ στα σκαλιά/κλείνω εισιτήρια. πρέπει να μείνουμε μόνοι/θα νικήσουμε. και είμαι ανεπαρκής/και είμαι κυκλοθυμικός. και ψάχνω τρόπους/και χάνω ευκαιρίες. Και είναι τα βράχια φαγωμένα από κύματα που δεν σηκώθηκαν ποτέ. σαν σπίτι που έχτισες πάνω στα βράχια. περιμένω τη νύχτα/φοβάμαι τη νύχτα. γυρνάμε σπίτι/έφυγες πάλι. με αγκαλιάζεις/δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. σε γδύνω/γελάω. που μπερδεύονται οι χρόνοι και μοιάζει το μέλλον να κουβαλά το πιο μακρινό του παρελθόν. σε φιλάω στο ασανσέρ/σου μιλάω στο τηλέφωνο. i need someone a person to talk to/βήμα βήμα νιώθω πως θα γυρίσεις. Και είναι αυτό το τίποτα τόσο γεμάτο νοήματα που νιώθει η γλώσσα βαριά και το μυαλό κουρασμένο. περπατάμε στην άδεια Αθήνα/το βλέμμα άδειο. οι δρόμοι για εμάς/οι δρόμοι επάνω μου. βρίσκω παλιές κασέτες για το αυτοκίνητο/μου γράφεις cd. η πόλη για εμάς/η πόλη δική σου. και βρίσκω τα χέρια σου/και χάνω τα χέρια σου. χαϊδεύω το δέρμα σου/μου λείπει η πλάτη σου. σε φιλάω στον λαιμό/ακούω την αναπνοή σου. κάνουμε έρωτα/σε κλείνω. οι σκιές για εμάς/οι σκιές δικές μου. σε ρίχνω στον καναπέ/σου λέω χαζομάρες. μου δείχνεις τους ζωγραφισμένους τοίχους/κάνω λάθη στην δουλειά. Και είναι αυτό το ποτέ τόσο αντικριστά τοποθετημένο στο πάντα. . Βήμα βήμα Είμαστε μαζί/είμαστε μακριά. Και είναι αυτό το πουθενά ο πιο οικείος προορισμός. και είμαι αδέξιος/και είμαι μελό. ξημερώνει Κυριακή/ξημερώνει Δευτέρα. Για το παρελθόν δεν θα σου πω. σου τρίβω τα πόδια/ονειρεύομαι τα δάχτυλά σου. φωνάζουμε στο Κiss off/ψιθυρίζω παλιές μελωδίες. τα πρωινά για εμάς/τα πρωινά εναντίον μου. ραγίζει όποιος θυμάται Είναι κάποιες μέρες που δεν θες να πεις τίποτα. Και είναι η σιωπή καθρέφτης μιας συζήτησης που πάλι δεν θα οδηγούσε πουθενά. Κουράστηκαν πια οι μνήμες και παραδόθηκαν αμαχητί στο τίποτα.Της σιωπής Όποιος ξεχνάει χάνεται. με βγάζεις φωτογραφίες/θα παραιτηθώ.

την πράσινη τσάντα σου κρεμασμένη στον καλόγερο. χαμογελούν τα βλέμματα όταν κατανοούνται. Κρατιέται ο ένας από την δυσκολία του άλλου. να σε κρατάω τις Τρίτες. πόσα λεφτά σου έμειναν στο πορτοφόλι. Και πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αυτά τα χρόνια αν δεν είχαν την μπλε σου μπλούζα πεταμένη στην καρέκλα. και όταν δεν έχω δικό μου χαμόγελο παίρνω το δικό σου. να σε ταΐζω τα Σάββατα. τι γεύση έχει ο καφές σου στο θερμός. πόσα είναι αυτά που μπορούν να μας απομακρύνουν σε μια στιγμή. Και τον ξέρω και τον φόβο σου και τις ανασφάλειές μου και την δυσκολία σου και την θλίψη μου και τα αστεία σου και τα παιχνίδια μου και τις επιθέσεις σου και τις άμυνές μου. πόσα έχεις να αντιμετωπίσεις στην δουλειά. Και πως τελικά. πόσα έχω να ετοιμάσω μέχρι να έρθεις. τι μπαίνει στη τσάντα σου το πρωί. μόνο με το χέρι σου μέσα στο δικό μου θα μπορέσουμε να περπατήσουμε σε αυτού του κόσμου την πιο νευρικιά διαδρομή. και είμαι πλάι σου και αρχίζω και μιλάω στα χρόνια και τους χαμογελώ. τι βγάζω από την τσάντα μου το μεσημέρι. να σε περιμένω τις Παρασκευές. έστω κι αν ξυπνούν ανήσυχες. Και σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι που μπορώ να σε έχω εδώ και να σε σκεπάζω τα βράδια που κοιμάσαι μπροστά στην τηλεόραση και να σου δείχνω τις Κυριακές.Και πάμε στου κόσμου την πιο νευρικιά διαδρομή Δεν σκέφτομαι πια τι προβλήματα έχεις. σε πόσα ρούχα δεν χωράω πια. τι έχω κι εγώ. να σου γκρινιάζω για τις Δευτέρες. πόσες λέξεις μπορούν να ρίξουν γέφυρες για να μας ενώσουν. ηρεμούν οι σκέψεις πάνω σε μαξιλάρια μαλακά και κοιμούνται ήσυχες. τι γεύση παίρνουν τα μακαρόνια στο τάπερ. . Και κάπως έτσι περνούν τα χρόνια και είσαι πλάι μου. να σε χαϊδεύω τις Πέμπτες. τα μαύρα σου παπούτσια αναποδογυρισμένα στο πάτωμα. υποχωρεί η πίεση στο στήθος μπροστά στην ώθηση που σου προστάζουν όσα έρχονται και κάποια στιγμή ζεσταίνονται τα χέρια με το πρώτο άγγιγμα. να σε νανουρίζω τις Τετάρτες. τι κουβαλάμε κάθε μέρα.

Να ακούω στο ραδιόφωνο τον Παπάζογλου και να σκέφτομαι ότι κάπου εκεί πάνω τον έχεις βρει και σου τραγουδάει το Μπαγλαμαδάκι. Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες άγγιγμα. Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες απάντηση.Πες μου τώρα Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες πρωινό. Να έχω γεμίσει το τραπέζι με ένα σωρό άχρηστα μηχανήματα αλλά με κανένα πια να μην μπορώ να σου μιλήσω. Να ανοίγω τα μάτια ψάχνοντας το βλέμμα σου και μόνο ομίχλη να έχει γεμίσει το δωμάτιο. Κι εσύ να γέρνεις το κεφάλι προς τα πίσω και να αφήνεσαι στην μουσική σιγοτραγουδώντας τους στίχους. Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες επικοινωνία. (Σε ονειρεύτηκα πάλι χθες. Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες μουσική. Και σήμερα αρνήθηκα να ξυπνήσω) . Πες μου τώρα αν εσύ αυτό το λες βόλτα. Να περπατάω στα πεζοδρόμια με το κεφάλι σκυφτό για να φτάσω στην πόρτα σου και το κουδούνι να μην έχει όνομα. Να ξυπνάει η μνήμη της επαφής μόνο όταν θυμάμαι πόσο σφιχτά κρατούσες το χέρι μου για να περάσουμε στην άλλη μεριά του δρόμου. κάποτε τραγουδούσε. που μόνο σιωπή θέλω πια να βγαίνει από το στόμα μου. Να χαμογελάω με όσα προσπαθούν να αντικαταστήσουν την σιωπή. Κανείς εδώ δεν τραγουδά. αλλά όχι.

το στόμα του αντιδρά. Ούτε που δεν μπορώ να σε ξαναβρώ. Ξημερώνει. δοσμένη σε μια ακριβή νεότητα. Του αρκεί. Δεν είναι η εικόνα σου που καθημερινά με συναντά. Βγαίνει έξω. μιλάω σαν κι εσένα. Σηκώνεται μηχανικά. ακόμα σκοτάδι και τα πόδια λυγίζουν. ίδια και απαράλλαχτη. δεν έχουν μάθει ακόμα τα πόδια ότι μόνο στα σκοτεινά περπατιέται η φυγή. Σαν εσένα Δεν είναι που μου λείπεις. τα μάτια του προτάσσουν την δυσκολία τους απέναντι στις σκιές ενώ το χέρι του ψάχνει στα τυφλά τον διακόπτη.Το χρώμα της μέρας Ξυπνάει. To Have and to Hold . Προχωράει προς την κουζίνα. δεν ξέρουν ακόμα τα μάτια ότι πάντα στα τυφλά ψάχνουν τα χέρια. δεν ξέρει ακόμα ο κόσμος ότι μέσα από τα σκοτάδια ξημερώνουν οι αλλαγές. δεν χωράει το σώμα του στα ρούχα όπως βίαια μπαίνει μέσα τους. Έξω νύχτα. δεν ξέρει το στόμα ότι πάντα στιγμιαία ήταν η απόλαυση. Έτσι όπως απλώνεται το φως ακολουθώντας τα συμπαγή τετράγωνα κύματα της πόλης. Πίνει δυο γουλιές καφέ ενώ ντύνεται βιαστικά. το βλέμμα του κρύβεται πίσω από μια τόση δα γυάλινη χαραμάδα. Είναι που καταλαβαίνω ότι αφού δεν μπορώ να μιλήσω με εσένα. βράζει νερό για καφέ στιγμιαίο. δεν έχει αποφασίσει ακόμα ο κόσμος να ξημερώσει αλλαγές. Το χρώμα της μέρας πάντα του αρκεί. δεν ξέρει ακόμα το σώμα ότι πάντα βίαια παλεύουμε απέναντι σε όσα δεν έχουμε επιλέξει. Ούτε η πόρτα του σπιτιού που δεν θα μου ανοίξεις ξανά.

αλλά το γεγονός ότι δεν είναι απαραίτητο να το πεις”.Ίδιοι Είμαστε ξένοι και είμαστε ίδιοι και συναντιόμαστε σε μέρη άγνωστα και είμαστε άγνωστοι σε μέρη γνώριμα και είσαι δίπλα μου στον δρόμο χωρίς να το ξέρω και είμαι δίπλα σου στο λεωφορείο χωρίς να με δεις και ακούω τα cd που παίζεις και τραγουδάς τα ρεφρέν που ψιθυρίζω και διαβάζω τα βιβλία που θες να πετάξεις και γελάς με τα αστεία που με κόβουν σαν μαχαίρια και βλέπω τα συνθήματα που γράφεις στους τοίχους και απαγγέλλεις τους στίχους που ξεχνάω και ξαναζώ τις καταστροφές σου και ανασταίνεις τα συντρίμμια μου και πίνεις το ποτό μου που είναι παλιομοδίτικο και καπνίζω τα τσιγάρα σου που μου χαλάνε τον λαιμό και τρως τα φαγητά μου που είναι άνοστα και φοράω τα ρούχα που δεν σου κάνουν και περπατάς στα παπούτσια μου που έχουν χαλάσει και σε περιμένω να περάσεις στο στοπ και με τρακάρεις στην διασταύρωση και σου σκάω τα λάστιχα και μου σπας τους καθρέφτες και σε σπρώχνω για να περάσω την ουρά και στέκεσαι μπροστά μου όταν θέλω να φύγω και σου δίνω κέρματα και μου δίνεις χαμόγελα και δεν σε καταλαβαίνω και δεν με ακούς και θέλω να σε βοηθήσω και με φοβάσαι και μιλάω την γλώσσα σου και μαθαίνεις την δική μου. “Οι σιωπές είναι οι πραγματικές συζητήσεις ανάμεσα σε φίλους. . Είμαστε ίδιοι και είμαστε ξένοι και δεν ξεχωρίζει τίποτα πια. Αυτό που μετράει δεν είναι τι θα πεις.

στα σημαντικά. τις μουσικές που ταυτίζονται με την ως τώρα διαδρομή μας. τα ασήμαντα. για εσένα. Άφησέ με τώρα να σου πω για τα άλλα. εκβιαστικά. αυτά που τελικά θα ξαναχτίσουμε. άφησέ με να σου πω για εκείνα τα λίγα. τα ημερολόγια που φτιάξαμε από παλιά χαρτιά για να τα γεμίσουμε με νέες μνήμες. τις επιστροφές που πάντα μοιάζουν πιο σύντομες. αυτά που θα γίνουμε. θα ξαναβάψουμε και θα τα κάνουμε οικεία. . Κι ύστερα γύρνα πάλι στα πολλά. βλέμμα. σε όσα αποφασίζονται βιαστικά. τα ξέρεις πια. σε όσα καταστρέφονται με μία παράγραφο νόμου ή μια πρόταση τροπολογίας. την κατηφόρα για τις νότιες παραλίες. σε εσένα. σε αυτά που καθορίζουν το παρόν και το μέλλον μας συλλογικά. τις μουσικές που ακούμε στην διαδρομή. Άφησέ με όμως πρώτα να σου πω για τις μέρες μας. Έστω και αναγκαστικά. τον ελληνικό καφέ στο χάρτινο ποτήρι από ένα ξεχασμένο καφενείο. την μαρμελάδα που φτιάχνεις κάθε φορά και με διαφορετικό φρούτο. κάθε λεπτό. με εσένα. τις νύχτες που πάντα μοιάζουν πιο μικρές. τις δικές μας μέρες. συνήθως λυπημένο. αυτά που είμαστε. τα βλέπεις καθημερινά. στους φίλους σου.Μαζί Δεν θέλω να σου ξαναπώ για όσα συμβαίνουν γύρω μας. τις κουρτίνες που τραβάω για να μπει φως. τις κουρτίνες που τραβάς για να μην μας δουν. την στάση στην κορυφή του βουνού για να δούμε το νησί. Και ύστερα για όλα τα πρωινά που μας ξυπνάει ο σκύλος γλύφοντάς μας τις πατούσες. Άφησέ με να σου πω για τα ερείπια. τις βόλτες με το αυτοκίνητο ανεβαίνοντας το βουνό. στους περαστικούς που προλαβαίνεις να ρίξεις ένα γρήγορο. τα top ten αγαπημένων συγκροτημάτων και συγγραφέων που δεν έχουν κανένα νόημα. που ανακαλύπτω τώρα εγώ.

έχουμε λυτρωθεί με ένα μόνο άγγιγμα. που μου αρκεί να ακούω τα βήματά σου μέσα στο σπίτι. το συνωμοτικό βλέμμα σου που μπορούμε ακόμα και τώρα να νιώθουμε χαρά. τα ευχαριστώ σου και τα χαμόγελά μου. τις ώρες που δεν μιλάω.Και μετά για εκείνα τα απογεύματα που περπατάμε στα χαλασμένα πλακόστρωτα και θέλω να σε στριμώξω σε κάθε στενό. το συνομωτικό βλέμμα μου που ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει αυτό που έχουμε και μοιάζει να το ζούμε μόνο εμείς. αφού δεν ψάχνουμε πια τα βράδια για να μας λυτρώσουν. και ύστερα τα σχέδια που κάνουμε για το βράδυ και τα απορρίπτουμε όλα. κι ύστερα ψάξε εσύ άλλον τρόπο για να αντέξουμε το σήμερα. . Άφησέ με να σου πω για τις μέρες μαζί σου.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful