ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Διήγημα

Προτίθεμαι να ιδρύσω ένα μουσείο. Ένα μουσείο διαφορετικό, ιδιωτικού
αποκλειστικά ενδιαφέροντος, χωρίς ιστορικό υπόβαθρο, χωρίς πολιτιστικό ενδιαφέρον ή
τουλάχιστον συγκλονιστικό περιεχόμενο.
Με εκθέματα μικρά, ανάξια ιδιαίτερης
προσοχής, αμφιβόλου αισθητικής, άνευ χρηματικής αξίας, ευτελή εν γένει αλλά
προσωπικά, πολύ προσωπικά - αν αυτό στις μέρες μας σημαίνει κάτι.
Eξ ιδίων, κυρίως, λόγων ορμώμενος προχωρώ σε μια περιληπτική παρουσίαση
μερικών εκθεμάτων, υλοποιώντας το μουσείο στη σκέψη, γιατί ο άνθρωπος πρώτα τον ίδιο
τον εαυτό του πρέπει να πείθει γι αυτό που πρέπει να κάνει.
Η σειρά που ακολουθώ είναι εντελώς τυχαία με μόνη καθοδήγηση κάποια μη
προσδιορίσιμα αισθήματα.
Ένα βιβλιάριο καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, διαστάσεων 10
Χ 15 εκ., χρώματος μπλε. Εκδόθηκε στην Πάτρα στις 21 Σεπτεμβρίου του 1967. Στο
εξώφυλλο φέρει σκίτσο εμφανίζον δύο μισόγυμνους τραμπούκους με ρόπαλα χοντρά
να ακουμπούν νωχελικά με το ένα χέρι πάνω στο εθνόσημο με το βασιλικό στέμμα.
Είναι στο όνομά μου. Στη σελίδα «Κίνησις του λογαριασμού» υπάρχουν μόνο δύο
εγγραφές:
Η πρώτη: 21 Σεπ. 1967, Κατάθεσις ΔΡΑΧ. Τριακοσίων - 300
Η δεύτερη: 5 Σεπ. 1974, Απόδοσις ΔΡΑΧ. Τριακοσίων - 300. Πίστωσις Μηδέν.
Πρόκειται για ένα απλό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Πόσα χρήματα έχεις μαζί σου; ρώτησε ψυχρά ο μπάτσος στον έλεγχο διαβατηρίων,
το νόμιμο συνάλλαγμα και οχτακόσιες δραχμές είπα, μόνο πεντακόσες δραχμές
επιτρέπεται, συνέχισε, το ξέρω...., μ' έκοψε, να πάς να καταθέσεις τις τρακόσες στο
Ταμιευτήριο, μα τις έχω να κάνω μερικά ψώνια για το ταξίδι..., άκουσες τι σου είπα, αν δεν
φέρεις το βιβλιάριο δεν παίρνεις το διαβατήριο. Είπε και τόκλεισε σε ένα συρτάρι.
Δώδεκα και μισή είχε ξεκινήσει το πούλμαν από την Αθήνα.
Ελάχιστα λεπτά πριν είχα πάρει το πολύτιμο διαβατήριο στα χέρια μετά από μια
βδομάδα αγωνίας, ύστερα το λιγοστό συνάλλαγμα, μετά το εισιτήριο. Απόγευμα φτάσαμε
στην Πάτρα. Το καράβι για Μπρίντιζι έφευγε το βράδυ. Ήθελα να ήμουν ήδη μίλια
μακριά, σε χώρες χωρίς ένοπλους στρατιώτες στους δρόμους, στρατοδικεία και
βασανιστήρια αλλά βρισκόμουν σε μιαν άγνωστη πόλη ψάχνοντας απελπισμένα για
Ταμιευτήριο. Να, εκεί είναι, τρέχω να προλάβω, τα ρολά κατεβασμένα, δεν είναι δυνατόν,
έκλεισε, μέσα ένας υπάλληλος, κάνει τους τελευταίους λογαριασμούς, τον παρακαλώ
θερμά, ήταν νέος, σχεδόν σαν και μένα, από την Αθήνα. Δίστασε αλλά τόφτιαξε. Νομίζω
ότι κατάλαβε. Καλό ταξίδι, είπε.
Το διαβατήριο το κατάπιε, αργότερα, ένας παρισινός υπόνομος αλλά το βιβλιάριο
του Ταμιευτηρίου το κράτησα καθώς και την φωτογραφία με τα τανκς μπροστά στην Πύλη
του Αδριανού. Για να έχουμε τουλάχιστον καθαρούς λογαριασμούς μια μέρα, σκέφτηκα.
Όταν γύρισα, εφτά χρόνια μετά, πήγα να εισπράξω τα χρήματά μου. Μου έδωσαν
όσα ακριβώς είχα καταθέσει το 1967! Ούτε δραχμή παραπάνω. Τόκοι, μηδέν! Υπόλοιπο,
μηδέν.
Οι λογαριασμοί με την πατρίδα έκλεισαν.
Μικρή εμαγιέ πινακίδα διαστάσεων 8,5 εκ. ύψος και 3,5 εκ. πλάτος). Οι
γωνίες είναι στρογγυλεμένες και στα δύο πλέον απομακρυσμένα άκρα φέρει οπές για

τις βίδες στερέωσης. Στην μπροστινή λευκή επιφάνεια υπάρχει το σκίτσο γκρουμ
παλαιού ξενοδοχείου με τη γνωστή στολή και το κλασσικό στρογγυλό καπελάκι, που
κρατά πινακίδα η οποία αναγράφει « Laisser le groοm fermer la porte».
Αυτή την πινακίδα την έκλεψα. Ήταν μεσημέρι, ο Θόδωρος φύλαγε τσίλιες κι εγώ
την ξεβίδωνα. Ήταν στερεωμένη πάνω από το πόμολο της πόρτας του κεντρικού
διαδρόμου του ισογείου του παλαιού κτιρίου της Alliance Francaise στο Παρίσι. Ομολογώ
ότι δεν θα είχα προχωρήσει ποτέ σ αυτήν την επιλήψιμη πράξη αν δεν ήμουν απόλυτα
πεπεισμένος ότι η πινακίδα δεν εξυπηρετούσε πλέον καμιά ανάγκη σ αυτό το χτίριο που
στέγαζε τώρα τις χυδαίες αίθουσες διδασκαλίας εκμάθησης γαλλικών για ξένους.
Μόνον εγώ, είπα, μπορώ να εκτιμήσω την συναισθηματική αξία αυτού του
περιφρονημένου αντικειμένου. Η κυρία με το μακρύ μαύρο πανωφόρι με το γούνινο γιακά
που μόλις κατέβηκε από την άμαξα στην είσοδο του πολυτελούς παρισινού ξενοδοχείου,
ανήκει αποκλειστικά στον δικό μου φαντασιακό κόσμο. Μόλις έφθασε από μια μακρινή
χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, είναι εμφανώς καταβεβλημένη, σίγουρα αναστατωμένη,
εξαιρετικά γοητευτική. Ενίοτε το θλιμμένο βλέμμα της χάνεται στο άπειρο, στις αχανείς
χιονισμένες εκτάσεις της απολεσθείσας πατρίδας, αλλά ελπίζει. Εδώ, δίπλα στο Σηκουάνα,
ίσως μπορέσει να αρχίσει μια νέα ζωή. Είναι νέα ακόμη. Ο τόπος προσφέρεται για κάτι
τέτοιο. Αυτοί οι υγροί τοίχοι των αιωνόβιων κτιρίων, τα ανήλιαγα σοκάκια με την
ματωμένη ιστορία, αυτά τα μουντά χρώματα που σε κυκλώνουν από παντού και φαίνεται
να σε συνθλίβουν μπορούν να αναδείξουν σπουδαία πάθη.
Αφού να φαντασθείτε ότι κι εγώ, εδώ έδωσα την πρώτη μάχη για την κατάκτηση
της καρδιάς και όχι μόνο, της όμορφης Ουγγαρέζας πρόσφυγος. Φυγάδας του 1956 από
την πατρίδα της, ζούσε έκτοτε μονίμως στον Καναδά και αναπολούσε με νοσταλγία το
χαμένο αρχοντικό με τον παραμυθένιο κήπο, τους υπηρέτες, τις γκουβερνάντες και τα
γαλλικά που δεν πρόλαβε να μάθει εκεί. Μισούσε με πάθος τον κομμουνισμό άλλά είχε
υπέροχο στήθος. Ο αντίπαλός μου, Ούγγρος πολιτικός φυγάδας κι αυτός, αλλά του 1968,
είχε, ο ανόητος, το θράσος ή την αφέλεια να πιστεύει ότι η καλλονή θα προτιμούσε αυτόν
λόγω εθνικής συγγένειας! Ο άμοιρος, ήταν νέος και δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την
αστική τάξη! Το μόνο του κατόρθωμα ήταν να πηδήξει από το τραίνο που τον μετέφερε
για διακοπές στη Γιουγκοσλαβία ενώ αυτό διέσχιζε την Ιταλία. Είναι αλήθεια όμως ότι δεν
απογοητεύτηκε στο τέλος.
Εδώ ακόμη ήταν που με ερωτεύτηκε παράφορα κι η ξανθιά Ελβετίδα από το
γερμανικό καντόνι που χάθηκε ξαφνικά από τη ζωή μου τη πρώτη μέρα του Μάη του 1968.
Συναντηθήκαμε στην Alliance και πήγαμε στο δωμάτιό μου, μια τρύπα στο 16ο. Έφυγε το
βράδυ. Πήρε τον τελευταίο συρμό του Μετρό. Μόλις είχε ξεσπάσει η εξέγερση, την άλλη
μέρα παρέλυσαν οι συγκοινωνίες όλες Οι λίγες σταγόνες αίμα που βρήκα στο σεντόνι την
άλλη μέρα το πρωί ξεχάστηκαν γρήγορα. Αυτά συμβαίνουν στο Παρίσι.
Ένα εισιτήριο του παρισινού Μετρό, παλαιού τύπου, κιτρίνου χρώματος,
κάπως ξεβαμμένο, με μία τρύπα μεγέθους κεφαλής πινέζας στην δεξιά άκρη.
Δεν είχα κανένα λόγο να το φυλάξω. Απλώς έμεινε ξεχασμένο, παριστάνοντας το
σελιδοδείχτη σε ένα παλιό βιβλίο και με γέμισε μεγάλη χαρά μόλις το αντίκρισα
εικοσιπέντε χρόνια μετά. Έχετε γεια, σεβαστές μου κυρίες με τις γαλάζιες ποδίτσες,
ευτραφείς και χαμογελαστές poinsoneuses. Θα σας θυμάμαι πάντα καθισμένες στα μικρά
σας κουβούκλια στις εισόδους των σταθμών, με το βαρύ εργαλείο πάντα στο χέρι και κρακ
να ακυρώνετε το ακριβό μου εισιτήριο κάνοντάς του εκείνη τη βάρβαρη τρυπούλα. Και επί
πλέον να λέτε με περισσή ευγένεια «Merci Monsieur!».

Tώρα βέβαια εσείς θα βρίσκεστε πάρα πάρα πολύ μακριά αλλά εγώ θα σας
θυμάμαι πάντα όπως και τον σκοπό του τραγουδιού που σας αφιέρωσε ο Ζάκ Μπρέλ «J'
fait des trous, j' fait des trous, toujours des petites trous...». Και ιδιαίτερα θα θυμάμαι
εκείνη την αντιπαθητικούλα στο σταθμό του Μπαρμπές Ροσεσουάρ που όταν το πήρε στα
χέρια της κάτι υποψιάστηκε. Το γύριζε από δω, το γύριζε από κει, «ύποπτο φαίνεται»
μονολογούσε, εγώ ψυχρός κι επιτιμητικός για να μην καταλάβει από το ύφος μου τη
βρωμιά, την κοίταζα αφ υψηλού. Τέλος, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την πλαστότητά
του, το τρύπησε και μου το επέστρεψε κουνώντας αργά αριστερά και δεξιά το κεφάλι, μη
θέλοντας να χωνέψει η γυναίκα ότι μπορεί να ήταν και γνήσιο. Αλλά από κείνη την ημέρα
έπαψα να φτιάχνω πλαστά εισιτήρια.
Τώρα πως έμεινε αυτό...Αλλά μπορεί και να μην είναι από τα πλαστά, πως να το
καταλάβω;
Αμβλύ όργανο από μέταλλο και ξύλο, συνολικού μήκους 9 εκατοστών. Είδος μικρού
σκαρπέλου. Αυτοσχέδιο. Κατασκευάστηκε το 1974 στο Λονδίνο από τον Δημήτρη.
Εργαλείο πολύ χρήσιμο στην κατασκευή των ανάγλυφων σφραγίδων στα πλαστά
διαβατήρια τον καιρό της διχτατορίας.
Το τραίνο αδιάφορα και με μεγάλη ταχύτητα διασχίζει τις εύφορες πεδιάδες της
Βόρειας Γαλλίας, τα φώτα στο κουπέ σβήνουν, οι σύντροφοι γέρνουν, κλείνουν τα μάτια
και κοιμούνται. Η ώρα περνά βασανιστικά, μαύρο σκοτάδι έξω, παραισθήσεις εντός,
βλέπω παντού αχτίδες φωτός, δε γίνεται, είμαστε πια στη Γερμανία, τόσες ώρες
πέρασαν… Το τρένο συνεχίζει να τρέχει αλλά έτσι απροειδοποίητα σταματά. Φασαρία,
φωνές απροσδιόριστες και δύο γερμανοί αστυνομικοί στην πόρτα του κουπέ ζητούν
διαβατήρια. Τους τα δίνουμε. Ο ένας φεύγει, ο άλλος τα κοιτά. Επιστρέφει τα δύο.
Κρατώντας το δικό μου στο χέρι πάει να βρει τον άλλο. Στιγμιαίο κενό εξουσίας.
Σε κλάσματα δευτερόλεπτου οι σύντροφοι κατεβάζουν τις βαλίτσες, τις ανοίγουν,
κινήσεις συνδυασμένες χωρίς λόγια, βγάζουν τα επαναστατικά φυλλάδια, τα πετούν στις
θέσεις, ρίχνουν πάνω τους τα παλτά και ξανακάθονται. Επιστρέφουν οι αστυνομικοί,
συνεχίζουν να κοιτούν το διαβατήριό μου, ψάχνουν επιπόλαια τις βαλίτσες, τους λένε
εντάξει, εσύ έλα κάτω.
Πατώ σε χοντρά χαλίκια και κλείνω την γκαμπαρντίνα. Το σκοτάδι πυκνό και κρύο.
Απέναντι από το φωτισμένο τραίνο ένα ισόγειο χτίριο με τζάμια. Με βάζουν να κάτσω σε
ένα ξύλινο καναπέ κι αυτοί προχωρούν στο βάθος. Κάθονται, ψάχνουν το διαβατήριο, η
αγωνία μεγαλώνει. Καθυστερούν. Έξω το τραίνο αρχίζει να κινείται. Σκέφτομαι, κάποια
μανούβρα κάνει, δε φεύγει, αλλά το τρένο δεν επιστρέφει, χάνεται μαζί με τις ελπίδες.
Σχεδόν αθόρυβα, σαν οπτασία.
Μέσα στο γραφείο οι γερμανοί αστυνομικοί όλο να ξεφυλλίζουν το διαβατήριο και να
σχολιάζουν. Δεν έχω πλέον και καμιά αμφιβολία, έχουν ανακαλύψει την πλαστότητά του.
Το μόνο που μου απομένει να φανταστώ είναι η επόμενη κίνησή τους. Στο βάθος του
ορίζοντα έβλεπα κάποια φυλακή στην Ελλάδα, τόση αισιοδοξία!
Και να, οι γερμανοί αστυνομικοί σηκώνονται, έρχονται κατά πάνω μου, μου δίνουν το
διαβατήριο, στη Γερμανία δεν μπορείτε να μπείτε, μπορείτε να πηγαίνετε. Είναι η μόνη
εκδοχή που δεν είχα φανταστεί. Σκέφτομαι ότι τα γαλλικά τους μπορεί να μην είναι τόσο
καλά, ότι εγώ τα ξέχασα, ότι... αλλά τα πρόσωπά τους δεν είναι εχθρικά. Μου ανοίγουν
μάλιστα και την πόρτα γιατί δεν κάνω καμία κίνηση. Παγίδα είναι ή όνειρο; Διατηρώ
πάντα την πολυτέλεια να βασανίζω το μυαλό μου με σύνθετα προβλήματα.

Βγαίνω. Και που θα πάω τώρα; Το μόνο που διακρίνω μέσα στο σκοτάδι είναι οι ράγες
που χάνονται σε δύο αντιθετικές κατευθύνσεις. Τίποτα άλλο. Τουλάχιστον μπορείτε να
μου πείτε προς τα που είναι η Γαλλία; ρωτάω δήθεν αδιάφορα και με κάποιο ίχνος
περιπαιχτικής διάθεσης, μα είσαστε στη Γαλλία, απαντούν αυτοί ειρωνικά ή με γερμανική
ευγένεια, ευχαριστώ! Νοιώθω πραγματική ευχαρίστηση, δεν ξέρω αν το κατάλαβαν, αλλά
και κάπου εξαπατημένος. Μα να μην πατήσω γερμανικό έδαφος; Αργότερα κατάλαβα τι
είχε φταίξει: είχα ξεχάσει να προσθέσω μια βίζα για τη Γερμανία. Είχα γίνει όμως εξπέρ
στα πλαστά διαβατήρια.
Ζωγραφιά με κηρομπογιές στο πίσω μέρος μιας πολυγραφημένης
προκήρυξης. Διαστάσεις 14,5 Χ 16,2 εκ. Τίτλος του έργου «Προς τον Κρόνο».
Υπογραφή Μήτσος 8/1/87.
Μου τη χάρισε ο Μήτσος. Από πίσω έχει το εξής χειρόγραφο σημείωμα:
«Αυτή η βυζάρα Νικόλα είναι σκάφος απ΄ ότι βλέπεις. Μπορείς να
θεωρήσης τον εαυτό σου έναν από τους 5 πρωτοπόρους αυτούς
ταξιδιώτες.
Μπορείς επίσης να θεωρήσης αυτό τον Μαστό σαν το έμβλημα
κάποιας άγνωστης εξουσίας. Όπως και νάχει για πάρτυ σου είναι.
Δες ετούτη την μικρή αφιέρωση σαν ετεροχρονισμένη
εορταστική κάρτα. Χρόνια πολλά λοιπόν… να ζήσω…
σ Μήτσος»
Δεν ήξερε που γεννήθηκε. Πιθανολογούσε ότι οι γονείς του ήταν Πομάκοι,
προφανώς φτωχοί, χωρίς μοίρα, που τον άφησαν μια μέρα στο Δημοτικό Βρεφοκομείο.
Κάποια οικογένεια τον υιοθέτησε, τον ανάθρεψε αλλά αυτός πάντα το δρόμο έβλεπε.
Ψηλός, λεπτός, με αδρά χαρακτηριστικά, δυνατά μπράτσα, έκανε τις πιο σκληρές
δουλειές. Ίσως να το επεδίωκε. Δεν αγόραζε σχεδόν τίποτα για τον εαυτό του, εκτός από
φαγητό, έβρισκε ότι άλλο χρειαζόταν στα σκουπίδια. Τα Σάββατα, χάλαγε το βδομαδιάτικο
αγοράζοντας λιχουδιές για τους συντρόφους. Αψηφούσε πάντα το κρύο, γύριζε μόνο μ΄
ένα κοντομάνικο πουκάμισο και τραγουδούσε ασταμάτητα Καζαντζίδη. Αν και βρισκόταν
πάντα με πολύ κόσμο έλεγε ότι δεν τον καταλάβαινε κανείς. «Μόνο οι πουτάνες με
καταλαβαίνουν» έλεγε.
Λίγα χρόνια αργότερα, σε ηλικία 26 χρόνων έπαθε εγκεφαλικό. Συνήλθε. Μόνο η
ομιλία δεν επανήλθε. Αρνήθηκε να ακολουθήσει κάποιο πρόγραμμα αποκατάστασης της
ικανότητας του λόγου. Εκφραζόταν ζωγραφίζοντας. Με υλικά που έβρισκε στα σκουπίδια.
Εφτά μικρά κοχύλια διαφόρων σχημάτων. Τα πέντε άσπρα και τα δύο μαύρα.
Το ένα σπασμένο. Πρόκειται για συνηθισμένα κοχύλια που βρίσκεις σε οποιαδήποτε
ελληνική παραλία.
Μου τα έδωσε χωρίς να συνοδέψει τη χειρονομία της με κάποια λέξη. Ούτε γώ
ρώτησα. Ήξερα. Ένοιωθα. Πρέπει να ήταν από τον τόπο της, από τη μεγάλη, έρημη
παραλία αντίκρυ στο Λιβυκό πέλαγος που συνήθιζε να τρέχει ξυπόλητη, εκεί που ένοιωθε
επιτέλους ελεύθερη κι ήταν αυτό που επιθυμούσε όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Εκεί
που παρακολουθούσε το πέταγμα του γλάρου μακριά την απέραντη θάλασσα κι
ονειρευόταν να φύγει μαζί του. Εκεί που σκέφθηκε πολλές φορές το θάνατο. Εκεί που
έκλαψε πολύ και φώναζε τ όνομά μου.

Δεν είπε τίποτα δίνοντας τα κοχύλια γιατί ήξερε ότι μπορούσα να τα διαβάσω . Το
είχε νοιώσει από κείνη, την πρώτη στιγμή, στο τρένο που διέσχιζε ξημερώματα το
χειμωνιάτικο ομιχλώδες τοπίο στην κοιλάδα του Νέστου κι εγώ έτρεχα από παράθυρο σε
παράθυρο φωτογραφίζοντάς το, διαλυμένος μέσα σ αυτό. Καταλάβαινε χωρίς να λέω
τίποτα όπως κι εγώ καταλάβαινα χωρίς να λέει λέξη. Κάτι σαν την τέλεια αρμονία.
Περπατούσαμε νύχτα, λίγο πριν το ξημέρωμα, στο καλντερίμι της Τρίπολης κι
εκείνη προσπαθούσε να συντονίσει το βήμα της με το δικό μου. Για πρώτη και τελευταία
φορά. Γέλαγε. Σαν ανέμελο παιχνίδι έμοιαζε. Πίσω, ένα άθλιο ξενοδοχείο πέμπτης
κατηγορίας. Η πόλη έρημη. Σε λίγο θα έφεγγε. Αυτή θάφευγε προς το νότο και γώ προς το
βορά. Αυτή στη θάλασσα κι εγώ στα κοχύλια της μνήμης. Οριστικά.
Τυποποιημένο δημόσιο έγγραφο διαστάσεων 15Χ21,5 εκ. Εκδότης το Ειδικό Ληξιαρχείο
Αθηνών. Φέρει Κινητόν Ένσημα χρώματος λαδί των 50 Δρ., και γαλάζια σφραγίδα της
Ελληνικής Δημοκρατίας με το εθνόσημο στη μέση αλλά χωρίς ροπαλοφόρους τραμπούκους.
Είναι το μόνο δημόσιο έγγραφο που μου δόθηκε χωρίς να το ζητήσω.
Μπροστά στο αρμόδιο γκισέ, παρακαλώ τον υπάλληλο, κύριε, αναζητώ τα ίχνη των
νεκρών αδελφών μου, μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε, γεννήθηκαν στην Αθήνα, ο
ένας το 1944 και ο άλλος το 1945, πέθαναν αμέσως μετά τη γέννα.
O υπάλληλος, ευγενικός αλλά όχι διαχυτικός και πολύ περισσότερο καθόλου
συγκινημένος, όπως περίμενα, ψάχνει. Ποιο μήνα; ρωτάει, αλλά δεν ξέρω, ούτε η μάνα
μου θυμάται, πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, συνέβησαν τόσα, δύσκολες εποχές... Παρ
όλα αυτά ψάχνει στις πυκνογραμμένες αράδες του χοντρού βιβλίου. Στις σελίδες του 1944
κάτι βρίσκει, εδώ είναι γραμμένο το παιδί, ταραχή, αλλά στο 1945 τίποτα! Κανένα παιδί μ
αυτό το όνομα. Ψάχνει πάλι προσεχτικά, επιμένω, τον κοιτώ με αγωνία που ξεφυλλίζει το
χοντρό βιβλίο, δεν είναι και τόσες πολλές οι γεννήσεις τη χρονιά εκείνη, το χέρι του
κατρακυλά στις αράδες, όχι. Είναι κατηγορηματικός.
Με προτρέπει να απευθυνθώ στο Ληξιαρχείο. Διασχίζω την Αθηνάς. Πέμπτος όροφος,
δεξιά, κάτι λεπτά βιβλία εδώ, ένας εξυπηρετικός υπάλληλος, στο '44 ναι, στο '45 όχι, μόνο
το ένα παιδί βρήκαμε, ένα χαρτάκι με ένα νούμερο, στο απέναντι γκισέ για αντίγραφο της
ληξιαρχικής πράξης γέννησης που εγώ δεν ζήτησα…
Υπακούω σα μαγνητισμένος. Πάλι ένα χοντρό βιβλίο από το ράφι, 1944 στη ράχη, πιο
λεπτό όμως από τα επόμενα, οι σελίδες ανοίγουν, σταματούν, σκύβω, τα γράμματα με τον
κοντυλοφόρο αλλοιωμένα από το χρόνο, ξεθωριασμένα στις άκρες, χρώμα σέπια σχεδόν,
ένα κατεβατό και στο τέλος η υπογραφή του πατέρα μου, μισό αιώνα πριν... Ήταν σαν να
τον έβλεπα σε παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία με τα μαλλιά καλοχτενισμένα, κολλημένα
με μπριγιαντίνη, με τους άλλους μάγκες της γειτονιάς δίπλα στις γραμμές του τραίνου στις
Τρεις Γέφυρες... Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια απ΄ την υπογραφή.
Δεν έχει δηλωθεί ο θάνατος, πώς θα δώσουμε το χαρτί; ρωτάει ο υπάλληλος το
συνάδελφό του, όχι δεν μπορούμε λέει αυτός, να το δώσουμε και να γράψουμε νεκρός
σύμφωνα με δήλωσή τους, δίνει τη λύση ο τρίτος και μου το φτιάχνουν. Ένα
τυποποιημένο έγγραφο, μισή σελίδα για μια ατελή ζωή. Ο υπάλληλος μου το δίνει και
διακρίνω στο βλέμμα του ίχνη συμπόνιας. Στη θέση του ονόματος είχαν γράψει τη λέξη:
αγόρι. Δεν είχε δηλωθεί η βάπτιση. Μόνον εγώ ήξερα ότι είχε το δικό μου όνομα…
Λεπτό λευκό χαρτονάκι, διαστάσεων 11 Χ 8 εκ., τυπωμένο από τη μια πλευρά
σε καλλιτεχνικό τυπογραφείο. Τα γράμματα αρμονικά ριγμένα στην επιφάνειά του.

SALLE PAPASIAN
6, RUE FOUAD 1 ER - ALEXANDRIE - EGYPTE
Dimanche le 31 Mai 1931 a 10 h. a.m.
AUDITION DE PIANO
PAR
Mlle Christine Xanthopoulos
PRIX D' ENTREE P.T. 10
( Taxe non comprise )
To βρήκα μέσα στις σελίδες ενός παλιού γαλλικού μυθιστορήματος αγορασμένου
δραχμές τριακόσιες από έναν αχρείο υπαίθριο βιβλιοπώλη στην πλατεία Βικτορίας. Δεν
υπήρχε κανένας λόγος να κρατήσω αυτή τη κάρτα. Ούτε ο τόπος ούτε η εποχή μου λέγαν
τίποτα εκτός, ίσως, απ τις θολές μνήμες των στίχων του Αλεξανδρινού. Αλλά δεν ξέρω
γιατί, έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα μου εκθέματα. Ίσως γιατί δεν θα με καλέσουν ποτέ
στην audition πιάνου μιας δεσποινίδος της «καλής κοινωνίας», ίσως γιατί παρέμεινα ένας
αμετανόητος βάρβαρος - από αυτούς που είναι εκτός - και επιθυμούνε πάντα... ένα λάφυρο
από τους εντός.
Ένα κομματάκι φλοιού απολιθωμένου δέντρου, μήκους μόλις δύο εκατοστών
και ηλικίας δέκα εκατομμυρίων ετών.
Το πιο μικρό κομμάτι της συλλογής. Το βρήκα περπατώντας ένα καλοκαίρι στο
απολιθωμένο δάσος της Λέσβου. Τόκλεισα στη χούφτα μου και τόκρυψα στη τσέπη. Το
πίεζα κι ένοιωθα τη σκληράδα του να πονά τα δάχτυλα. Το κοίταζα κι οι γλυκές ραβδώσεις
του μου γελούσαν σαρκαστικά. Είχε νικήσει το χρόνο! Είχε αποκτήσει την αιωνιότητα.
Ήταν βράδυ, περασμένες δύο, το ταξί έτρεχε στην Γ' Σεπτεμβρίου, τόβγαλα από
την τσέπη μου και της το χάρισα. Όχι, είπε, είναι δικό σου, δε γίνεται, επέμεινα, όχι, δεν
καταλάβαινε ότι θα γινόταν ακόμα πιο δικό μου αν το κράταγε αυτή, μόνο ότι αγαπώ πολύ
χαρίζω είπα, να το μοιράσουμε στη μέση είπε, όχι, μην το κάνεις, προσπάθησε να το
σπάσει, γύρω η έρημη πόλη έφευγε, πόνεσα, πίεσε, μόνο δύο ψήγματα κατάφερε να
αποσπάσει, να αυτά θα κρατήσω είπε, πήρα το υπόλοιπο, λίγο πιο κάτω κατέβηκα μαζί με
τη θρυμματισμένη αιωνιότητα.
Ένοιωθα ότι είχα πλέον γεράσει.
Δύο καρέ από την ταινία "ΠΟΤΕΜΚΙΝ " του Σεργκέι Αιζενστάιν.
Δεν το ήθελα, κόπηκαν την ώρα της προβολής. Τα υπόλοιπα τα χάρισα στο νεαρό
βοηθό σκηνοθέτη. Τα έπιασε λες και ήταν το πιο πολύτιμο πετράδι στον κόσμο. Εισέπραξα
το πιο βαθύ ευχαριστώ που άκουσα ποτέ. Καλό σου δρόμο, φίλε, στον κόσμο των εικόνων.
Καλύτερο απ τον δικό μου στον κόσμο των πραγμάτων.
Περιέγραψα ήδη δέκα εκθέματα. Σε αυτά μπορώ να προσθέσω ακόμα: ένα
κομματάκι σμύριγδα από τα ορυχεία της Νάξου, ένα κομματάκι σκουριασμένο
συρματόπλεγμα από τη Μακρόνησο, τρία χειρόγραφα ποιήματα της Sousane Blaise, ένα
θραύσμα ψημένης γης από τον Επικούρειο Απόλλωνα, δύο κομματάκια "γαλένα" από τα
Μεταλλεία του Λαυρίου, μια σελίδα ημερολογίου του 1932 και πολλά άλλα. Αστεία,

αστεία μπορεί να γίνει ένα αξιοπρεπές μουσείο. Θα έχω όμως αρκετά κενά κι αυτό με
προβληματίζει.
Δεν θα μπορέσω ποτέ να εκθέσω, για παράδειγμα, λίγο χώμα από το ρέμα στα
Πατήσια που έπαιζα παιδί, μια χούφτα καύτρα από τις φωτιές του Αη Γιάννη, λίγη βροχή
από την καλοκαιρινή μπόρα στην παραλία της Νέας Μάκρης, μερικές αχτίνες από το
χειμωνιάτικο ηλιοβασίλεμα στον κόλπο του Οιτύλου, την αίσθηση της....
Γι αυτό, ίσως να μη φτιάξω ποτέ το μουσείο μου.
-----------------------------------------------------------------------------Το κείμενο αυτό σε μια πρώτη μορφή δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11-12 του
περιοδικού «Αλφειός».