You are on page 1of 31

1

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Αρ. Προσφυγής 46368/06)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
9 Ιουλίου 2009

Η απόφαση αυτή θα καταστεί οριστική υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο
άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί αναθεώρηση στο συντακτικό.

Απόδοση από τη Γαλλική: Μιχαήλ Αγγελόπουλος, mangelopoulos@hotmail.com,
www.edo-peiraias.blogspot.com. Το αρχικό κείμενο ακολουθεί στο τέλος.

2

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Στην υπόθεση Ζεϊμπέκ κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), αφού
συνεδρίασε σε σώμα που αποτελείται από τους:
Nina Vajić, (κα) Πρόεδρο,
Χρήστο Ροζάκη,
Anatoly Kovler,
Elisabeth Steiner
Khanlar Hajiyev,
Giorgio Malinverni,
Γιώργος Νικολάου, δικαστές,
και Søren Nielsen, γραμματέα τμήματος,
Αφού συσκέφθηκε για την υπόθεση αυτή στην αίθουσα συμβουλίου στις 18
Ιουνίου 2009,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση που εγκρίθηκε την ίδια ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Στην απαρχή της υπόθεσης βρίσκεται μια προσφυγή (αρ. 46368/06) κατά της
Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία μια υπήκοος του κράτους αυτού, η κα
Μπεντριέ Ζεϊμπέκ (εφεξής "η προσφεύγουσα"), προσέφυγε στο Δικαστήριο στις
14 Νοεμβρίου 2006 σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία
των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ("η Σύμβαση").
2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από την κα Ι. Κούρτοβικ, δικηγόρο στην
Αθήνα. Η Ελληνική Κυβέρνηση ("Κυβέρνηση") εκπροσωπείται από εκπροσώπους
του αντιπροσώπου της, κο M. Γ. Κανελλόπουλο, σύμβουλο του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους, και κα Σ. Τρεκλή, ελέγκτρια του Νομικού Συμβουλίου
του Κράτους.
3. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης και του
άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της
Σύμβασης.

3

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
4. Στις 22 Μαΐου 2008, ο πρώτος πρόεδρος του τμήματος αποφάσισε να
κοινοποιήσει το αίτημά της προς την Κυβέρνηση.
Όπως επιτρέπεται από το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφασίστηκε περαιτέρω
ότι το Σώμα θα αποφανθεί κατά τον ίδιο χρόνο σχετικά με το παραδεκτό και το
βάσιμο.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
5. Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1951, ζει στην Ξάνθη και είναι άνεργος.
6. Το 1973, η προσφεύγουσα, Ελληνίδα πολίτης της μουσουλμανικής πίστης,
παντρεύτηκε τον Χουσεΐν Ζεϊμπέκ, επίσης Έλληνα πολίτη της μουσουλμανικής
πίστης.
Το 1974, 1975, 1977 και 1982, γέννησε τέσσερα παιδιά, τους Οζούρ, Φατμέ, Αϊζέλ
και Ιλκάι.
Κατά τη γέννηση του τέταρτου παιδιού, έγινε μητέρα πολύτεκνης οικογένειας,
κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1910/1944.
7. Τον Ιανουάριο του 1984, η προσφεύγουσα, συνοδευόμενη από την οικογένειά
της, επισκέφθηκε τον πατέρα της στην Κωνσταντινούπολη.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους εκεί, ο άντρας της έχασε το διαβατήριό του
και απευθύνθηκε στο Ελληνικό προξενείο για να αποκτήσει ένα επίσημο έγγραφο
που θα του επέτρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Λίγους μήνες αργότερα, το προξενείο ενημέρωσε τον σύζυγο της προσφεύγουσας
ότι είχε χάσει την ελληνική υπηκοότητα με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών.
Ωστόσο, το αντίγραφο της απόφασης δεν του είχε κοινοποιηθεί.
Στις 30 Μαΐου 1985, η προσφεύγουσα και τα παιδιά της, η οποία είχε Ελληνικό
διαβατήριο, επέστρεψε στην Ελλάδα.
Ο σύζυγός της τους ακολούθησε ένα μήνα αργότερα, διασχίζοντας τα σύνορα
παρανόμως.
8. Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε στη συνέχεια ότι, με απόφαση της 22ας
Νοεμβρίου 1984, ο υπουργός Εσωτερικών είχε στερήσει από όλα τα μέλη της

4

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
οικογένειας Ζεϊμπέκ την Ελληνική υπηκοότητα σε εφαρμογή του άρθρου 19 του
κώδικα υπηκοότητας που ίσχυε εκείνο το χρόνο (βλέπε παρακάτω το σχετικό
εθνικό δίκαιο).
Η απόφαση ανέφερε ότι όλα τα μέλη της οικογένειας είχαν εγκαταλείψει το
Ελληνικό έδαφος και είχαν εγκατασταθεί, με το κέντρο της οικογενειακής τους
ζωής, κοινωνικής και οικονομικής, στο εξωτερικό, αφού ρευστοποίησαν στις 30
Δεκεμβρίου 1983, την κινητή και ακίνητη περιουσία τους.
Από αυτό προέκυπτε η πρόθεσή τους να μην επιστρέψουν πλέον στην Ελλάδα.
9. Την 1η Σεπτεμβρίου 1995, η οικογένεια Ζεϊμπέκ προσέφυγε στο Συμβούλιο της
Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση της απόφασης στέρησης της υπηκοότητάς
τους.
Ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση δεν τους είχε κοινοποιηθεί, ότι τα πραγματικά
περιστατικά βάσει των οποίων λήφθηκε ήταν εσφαλμένα, ότι η απόφαση δεν ήταν
επαρκώς αιτιολογημένη και ότι κανένα μέλος της οικογένειας δεν είχε
προηγουμένως κληθεί σε ακρόαση.
10. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1996, το Συμβούλιο της Επικρατείας
προσφυγή απαράδεκτη.

έκρινε την

Σημείωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1984, με
βάση μια έκθεση της αστυνομίας της Ξάνθης, σύμφωνα με την οποία η οικογένεια
Ζεϊμπέκ είχε ρευστοποιήσει όλη της την περιουσία στις 30 Δεκεμβρίου 1983 και
άφησε την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1984.
Με αίτησή της την 10η Νοεμβρίου 1990, η οικογένεια είχε ζητήσει να
επανακτήσει την ελληνική υπηκοότητα αναφερόμενη στην απόφαση της 22ας
Νοεμβρίου 1984, γεγονός που απεδείκνυε ότι στις 10 Νοεμβρίου 1990, είχε ήδη
ενημερωθεί για την απόφαση.
Καθώς όμως δεν προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας παρά τη 1η
Σεπτεμβρίου η αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως χρονικά απαράδεκτη.
11. Στις 25 Οκτωβρίου 1996, η οικογένεια Ζεϊμπέκ κατέθεσε προσφυγή (Αρ.
34372/97) προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Επικαλούνταν διάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της.
Στις 21 Μαΐου 1997, η Επιτροπή κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη για τον λόγο
ότι δεν είχαν εξαντληθεί τα εγχώρια ένδικα μέσα, καθώς δεν υπήρχε συμμόρφωση
προς τις διαδικαστικές απαιτήσεις για την παραπομπή στο Συμβούλιο της
Επικρατείας.

5

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
12. Το 1998, το άρθρο 19 του κώδικα για την υπηκοότητα καταργήθηκε.
Η Διοίκηση ζήτησε τότε από τα μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας, τα οποία
στερήθηκαν της ελληνικής υπηκοότητας να υποβάλουν αίτηση για
πολιτογράφηση.
Αυτό έκανε η προσφεύγουσα και η οικογένειά της, στις 4 Νοεμβρίου 1999.
13. Με απόφαση της 23ης Μαΐου 2000, η Ελληνική υπηκοότητα επανακτήθηκε
από την προσφεύγουσα και τρία από τα τέσσερα τέκνα της, αλλά όχι από τον
σύζυγό της (γιατί το ποινικό του μητρώο δεν ήταν λευκό, ως αποτέλεσμα
παράβασης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) και μία από τις κόρες της (Ιλκάι), η
οποία ήταν ανήλικη, παντρεύτηκε και, επομένως, θεωρείται ότι τελεί υπό την
κηδεμονία του συζύγου της, ώστε να μην μπορεί να αποκτήσει την Ελληνική
υπηκοότητα με τη μητέρα της.
Ωστόσο, η απόρριψη δεν κοινοποιήθηκε στην Ιλκάι από την υπηρεσία.
14. Στις 4 Ιανουαρίου 2001, η Ιλκάι υπέβαλε νέο αίτημα για την απόδοση της
υπηκοότητας.
Στις 9 Ιουλίου 2003, η αρμόδια αρχή την πληροφόρησε ότι για να προχωρήσει
στην πολιτογράφηση ήταν υποχρεωμένη, μεταξύ άλλων εγγράφων, να καταθέσει
παράβολο 1.467,53 ευρώ.
Το 2003, η Ιλκάι προσέφυγε στο Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος γνωμοδότησε
στις 2 Φεβρουαρίου 2004 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πρόβλημα
σχετικά με τη νομιμότητα της διαδικασίας που εφαρμόστηκε στην Ιλκάι αλλά και
στην απαίτηση για την καταβολή παραβόλου.
15. Στις 19 Δεκεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα επεδίωξε με αίτησή της σε
ασφαλιστικό ταμείο τη χορήγηση σύνταξης για πολύτεκνες οικογένειες, σύμφωνα
με το άρθρο 63 του Ν. 1892/1990, άρθρο 18 § 9 του νόμου 2008/1992 και του
άρθρου 3 παράγραφος 4 του νόμου 2163/1993 (με τις διατάξεις του οποίου για να
θεμελιωθεί δικαίωμα χορήγησης παροχών τα παιδιά θα πρέπει να έχουν την
Ελληνική υπηκοότητα).
16. Με πράξη της 22ας Νοεμβρίου 2002, ο διευθυντής του τμήματος των
οικογενειακών επιδομάτων απέρριψε την αίτησή της.
Σημείωσε ότι τα τέσσερα παιδιά της προσφεύγουσας δεν είχαν όλα την Ελληνική
υπηκοότητα και ότι, κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το νόμο
δεν είχαν εκπληρωθεί.

6

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
17. Η προσφεύγουσα άσκησε ένσταση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του
τμήματος εκδίκασης των οικογενειακών επιδομάτων.
Στις 22 Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση για τους ίδιους
λόγους.
18. Την 1η Ιουνίου 2004, η καταγγέλλουσα προσέφυγε στο Συμβούλιο της
Επικρατείας.
Ισχυρίστηκε ότι δικαιούται σύνταξη από το γεγονός ότι είχε την ιδιότητα μητέρας
πολύτεκνης οικογένειας σύμφωνα με την έννοια του Ν. 860/1979, κατά τη στιγμή
της γέννησης του τέταρτου παιδιού της και ότι ήταν Ελληνίδα πολίτης.
Πρόσθεσε ότι δεν είχε χάσει την ιδιότητα αυτή, παρά την απώλεια της
υπηκοότητάς της επειδή αυτή η ιδιότητα ήταν δια βίου.
Ισχυρίστηκε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Συντάγματος (που
προστατεύει την οικογένεια και μητρότητα), 8 και 14 της Σύμβασης και 1 του
Πρωτοκόλλου Αρ. 1.
19. Στις 22 Μαΐου 2006, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή.
Θεώρησε ότι το άρθρο 21 του Συντάγματος σχετικά με τις πολυμελείς οικογένειες
δεν μπορεί να ισχύσει παρά κάτω από το πρίσμα της ανάγκης να προστατευθεί και
προαχθεί το Ελληνικό Έθνος και δεν αφορά οικογένειες αλλοδαπών που έχουν
εγκατασταθεί ή διαμένουν στην Ελλάδα και ότι οι χορηγήσεις σύμφωνα με το
άρθρο 63 του νόμου 1892/1990 είναι σχεδιασμένες ως ένα κίνητρο για τους
Έλληνες πολίτες να σχηματίσουν πολυμελείς οικογένειες για να αντιμετωπιστεί το
σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα της χώρας.
Η χορήγηση αυτών των επιδομάτων με βάση το κριτήριο της υπηκοότητας των
τέκνων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ των μητέρων με παιδιά με
Ελληνική υπηκοότητα και μητέρες με παιδιά που δεν πληρούν το κριτήριο αυτό.
Επιπλέον, το άρθρο 3 § 4 του νόμου 2163/1993 δεν ήταν αντίθετο με τα άρθρα 8
και 12 της Σύμβασης, δεδομένου ότι εισάγει μια αντικειμενική προϋπόθεση για τη
χορήγηση στις μητέρες πολύτεκνων οικογενειών, αλλά δεν θέτει εμπόδια στην
οικογενειακή ζωή ή στη δημιουργία οικογένειας.
Ούτε υπήρξε διάκριση λόγω θρησκείας, δεδομένου ότι η χορήγηση του επιδόματος
δεν εξαρτάται από τη θρησκεία του ενδιαφερομένου αλλά από τον αριθμό και την
εθνικότητα των παιδιών.
Τέλος, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθμ. 1, διότι η
προσφεύγουσα δεν πληρούσε ποτέ τις προϋποθέσεις για την χορήγηση της

7

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
σύνταξης: Η οικογένειά της είχε πράγματι χάσει την ελληνική υπηκοότητα το
1984, ενώ τα εν λόγω κονδύλια είχαν καθοριστεί από το Ν. 1892/1990.
20. Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, ο Υπουργός Εσωτερικών ανακαλεί
την απόφαση με την οποία η Ιλκάι είχε στερηθεί την Ελληνική υπηκοότητα.

II. ΣΧΕΤΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

21. Το άρθρο 19 του κώδικα υπηκοότητας, που καταργήθηκε το 1998 από το
άρθρο 14 του Ν. 2623/1998, υπό την προϋπόθεση ότι:
"Κάθε πρόσωπο αλλοδαπής προέλευσης που εγκατέλειψε την ελληνική
επικράτεια, χωρίς πρόθεση να επανεγκατασταθεί, μπορεί να κηρυχθεί ως
έχων χάσει την ελληνική υπηκοότητα (...)"
22. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κώδικα ελληνικής υπηκοότητας, τα παιδιά
αλλοδαπού ή αλλοδαπής πολιτογραφημένων γίνονται Έλληνες, χωρίς άλλη
διατύπωση, αν κατά τη στιγμή της πολιτογράφησης, είναι άγαμα και ανήλικα.
Το άρθρο 21 § 2 του Συντάγματος ορίζει:
"(...) Οι πολύτεκνες οικογένειες έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το
κράτος. "
23. Το άρθρο 63 του Ν.1892/1990 προβλέπει ορισμένα μέτρα για την
αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η Ελλάδα.
Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:
"(...)
3. Η μητέρα που, θεωρείται μητέρα πολύτεκνης οικογένειας, σύμφωνα με
το Ν. 1910/1944, όπως τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ μέχρι σήμερα,
λαμβάνουν μηνιαία αποζημίωση δέκα χιλιάδων δραχμών για κάθε άγαμο
παιδί κάτω από την ηλικία των είκοσι τριών ετών.
4. Η μητέρα που δεν έχει πλέον το δικαίωμα της αποζημίωσης που
προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο λαμβάνει σύνταξη ζωής που
ισούται με το τετραπλάσιο των μισθών του ανειδίκευτου εργάτη.
Οι μητέρες που θεωρούνται μητέρες πολύτεκνων οικογενειών σύμφωνα με
την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1910/44 και (...), εφόσον έχουν την
Ελληνική υπηκοότητα ή είναι πρόσφυγες Ελληνικής καταγωγής,

8

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και έχουν ή είχαν τουλάχιστον τέσσερα
παιδιά εν ζωή (...) δικαιούνται συντάξεως ζωής στο πλαίσιο της παρούσας
παραγράφου."
24. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1910/1944:
1. Θεωρούνται γονείς πολύτεκνων οικογενειών, με την έννοια του
παρόντος νόμου, όσοι έχουν τουλάχιστον τέσσερα παιδιά εν ζωή, νόμιμα ή
νομιμοποιημένα ή αναγνωρισμένα από το νόμο, αν και, όσον αφορά τις
γυναίκες, είναι ελεύθερες ή διαζευγμένες ή εν χηρεία και συντηρούνται
από έναν από τους γονείς, και όσον αφορά τους άντρες, είναι ανήλικοι (...).
"
25. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 860/1979:
"Η ιδιότητα του γονέα πολύτεκνης οικογένειας που υπάρχει ή αποκτήθηκε
με την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου είναι δια βίου. "
26. Με την απόφαση Αριθμ. 2654/2000, του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε
ότι η χορήγηση της σύνταξης ζωής για τις μητέρες πολύτεκνων οικογενειών,
Ελληνίδων υπηκόων και νόμιμων μονίμων κατοίκων στην Ελλάδα, δεν εξαρτάται
από την εθνικότητα των παιδιών τους.
27. Με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2000 (αριθ. 1095/2001), το Συμβούλιο της
Επικρατείας έκρινε ότι το άρθρο 21 του Συντάγματος περιλαμβάνει έμμεσα έναν
περιορισμό της ευχέρειας του νομοθέτη να θέτει αξιολογικούς περιορισμούς όσον
αφορά την πρόβλεψη του συστήματος ειδικής μέριμνας για τις πολύτεκνες
οικογένειες και ως εκ τούτου κάτι τέτοιο δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας συγκεκριμένα ανέφερε εξής:
"Λαμβάνοντας υπόψη τη σαφή διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής
διάταξης [άρθρο 21 § 2] και του σκοπού της [για την αντιμετώπιση του
δημογραφικού προβλήματος της χώρας], που αποτελεί στόχο γενικού
συμφέροντος, η ρύθμιση της ειδικής παροχής που χορηγείται από το
Κράτος με εξαίρεση ορισμένων οικογενειών δεν είναι συνταγματικά
ανεκτή."
28. Με γνώμη της 11ης Απριλίου 2002 (αριθ. 213/2002), το Νομικό Συμβούλιο
του Κράτους δήλωσε ότι η ιδιότητα της πολύτεκνης οικογένειας δεν εξαφανίζεται
ακόμη και αν υιοθετηθεί ένα από τα τέσσερα παιδιά.

9

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΔΙΚΑΙΟ
Ι. Επί της φερόμενης παραβίασης του άρθρου 8, λαμβανομένου υπόψη μόνου
αλλά και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης.
29. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι, από τις αποφάσεις τους, η
Διοίκηση και το Συμβούλιο της Επικρατείας είχαν στην πραγματικότητα διασπάσει
την οικογένειά της, για λόγους διακρίσεων λόγω θρησκείας ή / και εθνικότητας,
θεωρώντας ότι το τέταρτο παιδί της δεν έχει την Ελληνική υπηκοότητα.
Επικαλείται το άρθρο 8 της Σύμβασης λαμβανόμενο μόνο αλλά και σε συνδυασμό
με το άρθρο 14.
Τα άρθρα αυτά προβλέπουν:
Άρθρο 8
1.
Καθένας έχει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής
ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν μπορεί να υπάρξει παρέμβαση στην άσκηση αυτού του
δικαιώματος από δημόσια αρχή παρά μόνο αν αυτή η παρέμβαση
προβλέπεται από νόμο και αποτελεί απαραίτητο μέτρο, σε μια
δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, για τη δημόσια
ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την υπεράσπιση της
τάξεως, την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της
ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των
άλλων."
Άρθρο 14
"Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στη
Σύμβαση (...) θα πρέπει να διασφαλίζονται, χωρίς διακρίσεις για
οποιοδήποτε λόγο όπως το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη
θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες απόψεις, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής,
σύνδεσης με μια εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή άλλης
κατάστασης. "
30. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άρνηση των αρχών να χορηγήσουν στην
προσφεύγουσα την αιτούμενη επιχορήγηση δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος
σεβασμού της οικογενειακής ζωής της, καθώς αυτή η άρνηση δεν προκαλεί ρήξη
των δεσμών που ενώνουν την οικογένειά της.

10

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι κατά τη εποχή της διατύπωσης του
αιτήματος, η κόρη της προσφεύγουσας, Ιλκάι, είχε παντρευτεί και είχε
δημιουργήσει δική της οικογένεια, έτσι ώστε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να
επικαλεστεί την ύπαρξη μιας "οικογένειας" συμπεριλαμβανομένης και της Ιλκάι.
31. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μη αναγνώριση από τις αρχές των
μητρικών δεσμών που την ενώνουν με την κόρη της Ιλκάι και της ιδιότητάς της
τελευταίας ως μέλος της οικογένειας, όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με τη
χορήγηση των συντάξεων, ερμηνεύει λανθασμένα την έννοια της "οικογένειας"
στην περίπτωσή της.
Στην πραγματικότητα, η οικογένειά της απολαμβάνει περιορισμένα δικαιώματα σε
σύγκριση με άλλες οικογένειες, για τον απλό λόγο ότι ένα από τα παιδιά δεν είχε
την Ελληνική υπηκοότητα, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα από
τα άλλα παιδιά στην οικογένεια από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και της
εκπαίδευσης.
Η Ιλκάι ζούσε με την υπόλοιπη οικογένεια μέχρι το γάμο της και από τότε έχει
διατηρήσει τις ίδιες συνδέσεις όπως τα άλλα παιδιά.
32. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η άρνηση των αρχών να χορηγήσουν στην
προσφεύγουσα σύνταξη δεν αποσκοπούσε στο να διασπάσει την οικογενειακή ζωή
της και δεν είχε αυτό το αποτέλεσμα.
Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη μιας οικογένειας σχετικά
με την κόρη της Ιλκάι.
Αυτή, αν και ανήλικη, ήταν παντρεμένη, είχε ιδρύσει το δικό της νοικοκυριό και
ως εκ τούτου, δεν ήταν μέρος της οικογένειας της προσφεύγουσας.
Τίποτα από το φάκελο δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη επιπλέον στοιχείων εξάρτησης
άλλων εκτός από τις συνηθισμένες σχέσεις επίδρασης όπως το γεγονός, για
παράδειγμα, ότι η οικογένεια της Ιλκάι ήταν υπό την επίβλεψη της οικογένειας της
προσφεύγουσας (βλ., κατ' αναλογία, Kolosovskiy κατά Λετονίας (Δεκέμβριος),
Αριθμ. 50183/99, 29 Ιανουαρίου 2004).
Επιπλέον, η άρνηση χορήγησης της σύνταξης δεν είχε ως αποτέλεσμα τη
προσβολή των κανονικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων που ζουν σε ξεχωριστά
νοικοκυριά.
Κατά συνέπεια, η εξέταση της καταγγελίας δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε ένδειξη
παραβίασης των διατάξεων που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα.
33. Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με το
άρθρο 35 § § 3 και 4 της Σύμβασης.

11

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

II. Επί της φερόμενης παραβίασης του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθμ. 1,
λαμβανόμενο μόνο και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης
34. Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι στερήθηκε σύνταξης παρόλο που είναι
μητέρα πολύτεκνης οικογένειας.
Επικαλείται το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1 λαμβανόμενο μόνο, και σε
συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης που αναφέρει:
"Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας
του.
Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια
χρήση και όπως προβλέπεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του
διεθνούς δικαίου.
Οι ανωτέρω διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα ενός Κράτους για την
επιβολή της νομοθεσίας που κρίνει αναγκαία για τη ρύθμιση της χρήσης
της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή για την εξασφάλιση
της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή πρόστιμα."

Α. Επί του παραδεκτού
35. Πρώτον, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να
επικαλεστεί την ύπαρξη ενός "αγαθού", κατά την έννοια του άρθρου 1 του
Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1.
Η σύνταξη μητέρας πολυμελούς οικογένειας δεν είναι ένα κοινωνικό επίδομα ή
αμοιβή σε σχέση με την παροχή της εργασίας, αλλά μια πληρωμή παροχής
κινήτρου, όπως προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό, προκειμένου να
αντιμετωπιστεί το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.
36. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αν και η σύνταξη δεν είναι προφανής
ανταμοιβή, αντιπροσωπεύει ένα είδος ανταμοιβής για τις μητέρες των πολυμελών
οικογενειών για το πολύτιμο έργο, έστω και άνευ αποδοχών, που παρέχουν ως
μητέρες και που τις υποχρεώνει να μείνουν έξω από την αγορά εργασίας.
37. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαίωμα σε σύνταξη δεν είναι εγγυημένο
από τη Σύμβαση.

12

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Ωστόσο, υπενθυμίζει επίσης ότι σύμφωνα με τη νομολογία του, το δικαίωμα σε
σύνταξη με βάση την απασχόληση, μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να θεωρηθεί
ως δικαίωμα ιδιοκτησίας.
Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που έχουν καταβληθεί εισφορές
(Gaygusuz κατά Αυστρίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, Συλλογή Αποφάσεων 1996-IV, §
§ 39-41).
Αυτό μπορεί επίσης να συμβεί στην περίπτωση που η ευρύτερη δέσμευση για την
πληρωμή με όρους μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της σύμβασης εργασίας, όπως
στην περίπτωση των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.
38. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το 1982, τη στιγμή της γέννησης του τετάρτου
παιδιού της προσφεύγουσας, Ιλκάι, εκείνη και όλα τα μέλη της οικογένειάς της
είχαν την Ελληνική υπηκοότητα.
Σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 1 του Ν. 1910/1944 και του
άρθρου 2 του Ν. 860/1979), η προσφεύγουσα είχε την ιδιότητα της μητέρας
πολύτεκνης οικογένειας, και, κατά συνέπεια, είναι επιλέξιμη για τη σύνταξη.
Η επακόλουθη άρση της Ελληνικής υπηκοότητας για όλα τα μέλη της οικογένειας
της προσφεύγουσας, υπό τους όρους που το Δικαστήριο θα εξετάσει ως προς την
αιτιολόγηση, δεν στερεί την προσφεύγουσα από την ιδιότητά της.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι η Κυβέρνηση παραδέχεται ότι η
προσφεύγουσα μπορεί να καταθέσει τώρα νέα αίτηση για τη σύνταξη, καθώς
πληροί όλες τις προϋποθέσεις (σκέψη κατωτέρω).
39. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται από
το άρθρο 63 του Ν. 1892/1990 είναι «σύνταξη για ζωή», η οποία αποκλείει κάθε
σύγχυση με τη διάθεση κάθε είδους.
40. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομοθεσία και τις περιστάσεις της
προσφεύγουσας, το Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει αποκτήσει το δικαίωμα που
αποτελεί «αγαθό», κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1.
41. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη
κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης.
Επίσης, σημειώνει ότι δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου.
Κατά συνέπεια, πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

Β. Επί της ουσίας

13

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
42. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν η προσφεύγουσα διέθετε ένα
"αγαθό", ο νομοθέτης είχε υποβάλει τη χορήγηση σύνταξης σε ορισμένα κριτήρια.
Επίσης, οι αρμόδιες αρχές έκριναν ότι κατά την ημερομηνία της αίτησης, η
προσφεύγουσα δεν πληρούσε όλα τα απαιτούμενα κριτήρια, μεταξύ άλλων, ότι η
Ιλκάι ήταν ήδη παντρεμένη.
Η Κυβέρνηση προσθέτει ότι καθώς η απόφαση να αρθεί η υπηκοότητα της Ιλκάι
έχει ανακληθεί, η προσφεύγουσα μπορεί να υποβάλει μια νέα αίτηση για την
σύνταξη, αφού τώρα πληροί όλες τις απαιτήσεις στο πλαίσιο αυτό.
43. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η ανάκληση της υπηκοότητας στα μέλη της
οικογένειάς της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κώδικα υπηκοότητας, ήταν
συνάρτηση με τις σχετικές καταγγελίες της όσον αφορά το άρθρο 1 του
Πρωτοκόλλου Αρ. 1.
Υποστηρίζει ότι αποτελεί μέρος των 46.638 Μουσουλμάνων, που ζουν κυρίως στη
Θράκη, των οποίων η εθνικότητα άρθηκε μεταξύ των ετών 1955 και 1996.
Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν ενημερωθεί για το γεγονός της διαδικασίας
άρσης της υπηκοότητάς τους, και μόνο επ’ ευκαιρία έκδοσης διαβατηρίου ή
πιστοποιητικού γέννησης λάμβαναν γνώση της συγκεκριμένης απόφασης.
Η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν πολυτέλεια μη διαθέσιμη στους
αγρότες της Θράκης που δεν έχουν επαρκείς πόρους για να την εκμεταλλευτούν.
Ορισμένες προσφυγές ενώπιον αυτού του δικαστηρίου είχαν απορριφθεί ως
απαράδεκτες λόγω χρόνου, διότι παρήλθε η περίοδος των εξήντα ημερών από τη
δημοσίευση της απόφασης.
44. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι αρχές αρνήθηκαν να της χορηγήσουν το
ευεργέτημα της συντάξεως με την πρόφαση της απώλειας της Ελληνικής
υπηκοότητας από την κόρη της, αλλά ο πραγματικός λόγος της άρνησης είναι ότι
και οι δύο μουσουλμάνοι στην πίστη.
45. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η άρνηση να χορηγηθεί σύνταξη πολύτεκνης
μητέρας στην προσφεύγουσα αποτελεί προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και
ότι αυτή δεν αντιστοιχεί σε μια απαλλοτρίωση ή ένα ρυθμιστικό μέτρο της χρήσης
των αγαθών και θα πρέπει να εξεταστεί από την γωνία την πρώτης πρότασης της
πρώτης παραγράφου του άρθρου 1.
Έτσι θα πρέπει να καθοριστεί αν μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων για
το γενικό συμφέρον της κοινωνίας και τις απαιτήσεις που συνδέονται με την
προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου.

14

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
46. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο διαχωρισμός αυτός συνιστά
διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 14, εφόσον πρόκειται για «έλλειψη
αντικειμενικής και λογικής αιτιολογίας», δηλαδή εάν δεν επιδιώκει «νόμιμο
σκοπό» ή αν δεν υπάρχει «εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των
χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού.»
Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέλη διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως για
να διαπιστώσουν αν και σε ποιο βαθμό οι διαφορές μεταξύ ανάλογων
καταστάσεων σε άλλα πλαίσια δικαιολογούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Εν τούτοις, μόνο μία πολύ ισχυρή εκτίμηση μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να
αξιολογήσει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της Σύμβασης μιας διαφορετικής
μεταχείρισης που βασίζεται αποκλειστικά στην εθνικότητα (Gaygusuz κατά
Αυστρίας ανωτέρω, § 42).
47. Το Δικαστήριο έχει ήδη σημειώσει ότι την ημερομηνία της γέννησης της Ιλκάι,
τα μέλη της οικογένειας της προσφεύγουσας έχουν την Ελληνική υπηκοότητα.
Η προσφεύγουσα επομένως θεωρείται ως μητέρα πολύτεκνης οικογένειας.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 860/1979, η ιδιότητα διατηρείται δια βίου, όπως το
Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαίωσε, έστω και αν ορισμένα από τα παιδιά
είχαν πάψει να είναι μέρος της οικογένειας.
Επιπλέον, στην απόφαση αριθμ. 2654/2000, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε
ότι η χορήγηση της σύνταξης για τις μητέρες πολύτεκνων οικογενειών Ελληνικής
υπηκοότητας που κατοικούν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα, δε σχετίζεται με την
εθνικότητα των παιδιών τους.
48. Το Δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι, με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1984
που ελήφθη από το Υπουργείο Εσωτερικών, η οικογένεια της προσφεύγουσας
στερήθηκε την ελληνική υπηκοότητα με την ευκαιρία του ταξιδιού που είχε γίνει
στην Τουρκία.
Η απόφαση αυτή, η οποία δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στην προσφεύγουσα, ή
οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της, ανέφερε ότι βασίζεται σε μια έκθεση
της αστυνομίας με την οποία η οικογένεια είχε οριστικά εγκαταλείψει το έδαφος
για να εγκατασταθεί στην Τουρκία.
Είχε ληφθεί βάσει του άρθρου 19 του κώδικα υπηκοότητας, η οποία αφορούσε
"κάθε πρόσωπο αλλοδαπής προέλευσης", που εφαρμόζονταν συστηματικά και επί
μακρό χρονικό διάστημα σε Έλληνες πολίτες της μουσουλμανικής πίστης, όπως
της οικογένειας της προσφεύγουσας.

15

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Μετά τη κατάργηση του παρόντος άρθρου, το 1998, στην ίδια και τρία από τα
παιδιά της αποκαταστάθηκε η Ελληνική υπηκοότητα, το Μάιο του 2000, εκτός
από την Ιλκάι που ήταν ανήλικη και παντρεμένη, και συνεπώς θεωρήθηκε ότι
βρίσκεται υπό την κηδεμονία του συζύγου της.
49. Αν και είναι αλήθεια, όπως τονίζεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας με
την απόφασή της 22ας Μαΐου 2006, ότι η οικογένεια έχασε την Ελληνική
υπηκοότητα το 1984, ενώ η εν λόγω σύνταξη θεσπίστηκε με το Ν. 1892/1990,
αποκαταστάθηκε η υπηκοότητα της προσφεύγουσας το Μάιο του 2000.
Επεδίωξε τη σύνταξη το Δεκέμβριο του 2001 και οι αρχές την αρνήθηκαν το
Νοέμβριο του 2002.
Άρα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι την ημερομηνία αυτή όχι μόνο ο Ν.
1982/1990 ήταν ήδη σε ισχύ, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε επίσης
εκδώσει τις αποφάσεις με αριθμ. 2654/2000 και αριθμ. 1095/2001, οι οποίες ήταν
κατ' αρχήν υπέρ της προσφεύγουσας.
Αναδεικνύεται από αυτές ότι ενώ η προσφεύγουσα και κάποια μέλη της
οικογένειάς της είχαν αποκατασταθεί ως προς την υπηκοότητά τους, αυτή, δεν έχει
αποκατασταθεί σε όλα τα δικαιώματα που απορρέουν σχετικά, όπως για όλες τις
ελληνικές πολυμελείς οικογένειες.
Η αποκατάσταση θα σήμαινε την αναγνώριση της προσφεύγουσας ως μητέρας
πολύτεκνης οικογένειας και στα οφέλη που συνδέονται με αυτό, ως εάν η
ανάκληση της υπηκοότητας, ποτέ δεν συνέβη.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορούμε να παραδεχτούμε, όπως υποστηρίζει η
Κυβέρνηση, ότι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της προσφεύγουσας
δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της νομοθεσίας επειδή η Ιλκάι δεν είχε την ελληνική
υπηκοότητα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαδικασία αυτή στην οποία είχε
υποχρεωθεί για την ανάκτηση της υπηκοότητας ήταν παράνομη, σύμφωνα με τα
συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή (παράγραφος 14 ανωτέρω).
50. Στο πλαίσιο αυτό, και λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που διατυπώνει
τόσο το Σύνταγμα όσο και το νομοθετικό σώμα, με την ύπαρξη ειδικής διάταξης,
για την προστασία της πολυμελούς οικογένειας, με έκπληξη το Δικαστήριο
διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας συσχετίζει τη χορήγηση αυτής της
θεσπιζόμενης προστασίας από το Σύνταγμα με την «ανάγκη διατήρησης και
προαγωγής του Ελληνικού Έθνους», ένα κριτήριο που στηρίζεται όχι στην
Ελληνική υπηκοότητα αλλά στην Ελληνική εθνότητα.
51. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα έχει υποστεί διακριτική
μεταχείριση που δεν στηρίζεται σε καμία «αντικειμενική και εύλογη αιτιολογία»,

16

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
και μια δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη
ρήξη της επίτευξης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων για το γενικό συμφέρον
της κοινωνίας και τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία των
θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου.
52. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1
λαμβανομένου υπόψη μόνου και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης.

III. ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ
53. Επικαλούμενη το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα καταγγέλλει
την παραβίαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, επειδή το Συμβούλιο της
Επικρατείας αποφάνθηκε μεροληπτικά σε βάρος της.
54. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προσφεύγουσα δεν παρέχει κανένα επιχείρημα
προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, και ότι σε καμία περίπτωση, δεν είναι
σαφές από τα πρακτικά ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας παραβίασε την
υποχρέωση αμεροληψίας έναντι της προσφεύγουσας.
Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη βάσει του άρθρου 35 § § 3
και 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

55. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρχε παραβίαση της Σύμβασης ή των
Πρωτοκόλλων της και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού
Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά ατελώς την αποκατάσταση
των συνεπειών αυτής της παραβίασης, το Δικαστήριο χορηγεί στο
θιγόμενο μέρος, αν είναι απαραίτητο, επαρκή ικανοποίηση.»

Α. Βλάβη
56. Για υλικές ζημιές, η προσφεύγουσα ζητεί ένα ποσό που αντιστοιχεί στην
απώλεια της σύνταξής της από το 2001 έως το 2007 και το εκτιμά σε 8.455 ευρώ.
Για την ηθική βλάβη, απαιτεί 40.000 ευρώ.

17

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
57. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το αίτημα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της
βλάβης ιδιοκτησίας είναι υποθετικό και τόνισε ότι είναι ελεύθερη να υποβάλει νέα
αίτηση για τη λήψη της σύνταξης.
Όσο για την ηθική βλάβη, πιστεύει ότι η διαπίστωση της παραβίασης και μόνο
συνιστά επαρκή ικανοποίηση.
58. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το ποσό που ζητήθηκε για υλικές ζημίες
υπολογίζεται από την προσφεύγουσα για κάθε έτος από το 2001 έως το 2007,
σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1892/1990, σύμφωνα με τις οποίες η σύνταξη
πολύτεκνων οικογενειών είναι ισοδύναμη με τέσσερις φορές τη μηνιαία αμοιβή
του ανειδίκευτου εργάτη.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι η Κυβέρνηση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη
μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί η προσφεύγουσα ούτε το ποσό στο οποίο
καταλήγει.
Με δεδομένο το γεγονός ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου
αριθ. 1, το Δικαστήριο παραχωρεί το ποσό που ζητείται σε αυτό το κεφάλαιο.
59. Τέλος, αποφασίζοντας δικαίως το Δικαστήριο παραχωρεί στην προσφεύγουσα
5.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

Β. Κόστος
60. Για τις δαπάνες και έξοδα, συμπεριλαμβανομένης της εύλογης αμοιβής
δικηγόρου, η προσφεύγουσα ζητεί 1.230 ευρώ για τη διαδικασία ενώπιον του
Συμβουλίου Επικρατείας και 3.000 ευρώ για εκείνη ενώπιον του Δικαστηρίου.
61. Η Κυβέρνηση, ενώ θεωρεί ότι το ποσό έχει υπερεκτιμηθεί, δηλώνει ότι
τίθεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
62. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η κατανομή των εξόδων και
δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 41 προϋποθέτει ότι έχει εξακριβωθεί η αλήθειά
τους, η αναγκαιότητά τους και, επιπρόσθετα, ο λογικός χαρακτήρας του ύψους
τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας (εύλογη ικανοποίηση) [GC], Αριθμ. 31107/96, § 54,
ΕΣΔΑ 2000-XI).
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα υποβάλει ένα τιμολόγιο για το
δικόγραφο που είχε να υποβάλει προς το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσφεύγουσα έχει υποστεί δαπάνες για την
εισαγωγή και τη συνέχιση της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά

18

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
επισημαίνει ότι αυτή δεν παρέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο όπως απαιτείται
από το άρθρο 60 § 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
Δίκαια κρίνοντας, όπως απαιτείται από το άρθρο 41 της Σύμβασης, το Δικαστήριο,
ορίζει το κόστος για την προσφεύγουσα σε 2.500 ευρώ, καθώς και κάθε ποσό που
μπορεί να απαιτηθεί από αυτήν ως φορολογική υποχρέωση.
C. Τόκοι
63. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να βασίσει το επιτόκιο των τόκων στο επιτόκιο
της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ,

1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή ως προς την αιτίαση σύμφωνα με το άρθρο
1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1 λαμβανόμενο μόνο και σε συνδυασμό με το άρθρο
14 της Σύμβασης και απαράδεκτη για το υπόλοιπο μέρος.
2. Αναγνωρίζει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθμ. 1
λαμβανόμενο μόνο και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης.
3. Αποφασίζει
α) ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα εντός
τριών μηνών από την ημέρα που η απόφαση καθίσταται οριστική σύμφωνα με το
άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα ακόλουθα ποσά:
i. 8.455 ευρώ (οκτώ χιλιάδες τετρακόσια πενήντα πέντε ευρώ), καθώς και κάθε
ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος για υλικές ζημίες.
ii. 5.000 (πέντε χιλιάδες ευρώ), καθώς και κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως
φόρος, για την ηθική βλάβη.
iii. 2.500 ευρώ (δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ), καθώς και κάθε ποσό που μπορεί
να οφείλεται ως φόρος για έξοδα και δαπάνες.
β) μέχρι τη λήξη της περιόδου αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα
αυξηθούν με ένα απλό τόκο με επιτόκιο ίσο με αυτό διευκόλυνσης οριακής

19

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που εφαρμόζεται κατά τη
διάρκεια αυτής της περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
4. Απορρίπτει την αίτηση για ικανοποίηση για το υπόλοιπο μέρος.
Έγινε στη γαλλική γλώσσα, και κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 9 Ιουλίου 2009,
σύμφωνα με το άρθρο 77 § § 2 και 3 του κανονισμού.

Søren Nielsen
Ο Γραμματέας

Nina Vajić
Ο Πρόεδρος

20

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

PREMIÈRE SECTION

AFFAIRE ZEÏBEK c. GRÈCE
(Requête no 46368/06)

ARRÊT

STRASBOURG
9 juillet 2009

Cet arrêt deviendra définitif dans les conditions définies à
l'article 44 § 2 de la Convention. Il peut subir des retouches de
forme.

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

En l'affaire Zeïbek c. Grèce,
La Cour européenne des droits de l'homme (première section), siégeant en une
chambre composée de :
Nina Vajić, présidente,
Christos Rozakis,
Anatoly Kovler,
Elisabeth Steiner,
Khanlar Hajiyev,
Giorgio Malinverni,
George Nicolaou, juges,
et de Søren Nielsen, greffier de section,
Après en avoir délibéré en chambre du conseil le 18 juin 2009,
Rend l'arrêt que voici, adopté à cette date :

PROCÉDURE
1. A l'origine de l'affaire se trouve une requête (no 46368/06) dirigée contre la
République hellénique et dont une ressortissante de cet Etat, Mme Bedrie Zeïbek (« la
requérante »), a saisi la Cour le 14 novembre 2006 en vertu de l'article 34 de la
Convention de sauvegarde des droits de l'homme et des libertés fondamentales (« la
Convention »).
2. La requérante est représentée par Me I. Kourtovik, avocate à Athènes. Le
gouvernement grec (« le Gouvernement ») est représenté par les délégués de son
agent, M. G. Kanellopoulos, conseiller auprès du Conseil juridique de l'Etat, et Mme S.
Trekli, auditrice auprès du Conseil juridique de l'Etat.
3. La requérante allègue une violation de l'article 8 de la Convention et de
l'article 1 du Protocole no 1, combinés avec l'article 14 de la Convention.
4. Le 22 mai 2008, la présidente de la première section a décidé de communiquer
la requête au Gouvernement. Comme le permet l'article 29 § 3 de la Convention, il a
en outre été décidé que la Chambre se prononcerait en même temps sur la recevabilité
et le fond.

EN FAIT
I. LES CIRCONSTANCES DE L'ESPÈCE
5. La requérante est née en 1951, réside à Xanthi et est au chômage.
6. En 1973, la requérante, citoyenne grecque de confession musulmane, épousa
Hussein Zeibek, également citoyen grec de confession musulmane. En 1974, 1975,
1977 et 1982, la requérante donna naissance à quatre enfants, Ozour, Fatme, Aisel et
Ilkai. A la naissance du quatrième enfant, elle devint mère de famille nombreuse au
sens de l'article 1 de la loi no 1910/1944.

21

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
7. En janvier 1984, la requérante, accompagnée de sa famille, rendit visite à son
père, à Istanbul. Pendant leur séjour, le mari de la requérante perdit son passeport et
s'adressa au consulat grec afin d'obtenir un document officiel lui permettant de
retourner en Grèce. Quelques mois plus tard, le consulat informa le mari de la
requérante qu'il avait perdu sa nationalité grecque par une décision du ministre de
l'Intérieur. Toutefois, la copie de la décision ne lui fut pas notifiée. Le 30 mai 1985, la
requérante et ses enfants, qui possédaient des passeports grecs, revinrent en Grèce.
Son mari les suivit un mois plus tard, en traversant illégalement la frontière.
8. La requérante fut alors informée que, par une décision du 22 novembre 1984, le
ministre de l'Intérieur avait privé tous les membres de la famille Zeïbek de leur
nationalité grecque, en application de l'article 19 du code de la nationalité en vigueur
à l'époque (voir ci-dessous le droit interne pertinent). La décision indiquait que tous
les membres de la famille avaient quitté le territoire grec et avaient installé le centre
de leur vie familiale, sociale et économique à l'étranger, après avoir liquidé, le
30 décembre 1983, leur patrimoine mobilier et immobilier. Il en ressortait leur
intention de ne plus revenir en Grèce.
9. Le 1er septembre 1995, la famille Zeïbek saisit le Conseil d'Etat d'un recours en
annulation de la décision leur retirant la nationalité. Elle soutenait que la décision ne
leur avait jamais été notifiée, que les faits sur la base desquels elle avait été prise
étaient incorrects, que la décision n'était pas suffisamment motivée et qu'aucun
membre de la famille n'avait été préalablement entendu.
10. Le 11 septembre 1996, le Conseil d'Etat déclara le recours irrecevable. Il
releva que la décision attaquée avait été rendue le 22 novembre 1984 sur la base d'un
rapport de police de Xanthi, selon lequel la famille Zeïbek avait vendu tous ses biens
le 30 décembre 1983 et quitté la Grèce en janvier 1984. Par une requête du 10
novembre 1990, la famille avait demandé de récupérer la nationalité grecque en se
fondant sur la décision du 22 novembre 1984, ce qui prouvait qu'au
10 novembre 1990 elle avait déjà pris connaissance de la décision. Toutefois, comme
elle n'avait saisi le Conseil d'Etat que le 1er septembre 1995, le recours devait être
rejeté comme tardif.
11. Le 25 octobre 1996, la famille Zeïbek introduisit une requête (no 34372/97)
devant la Commission européenne des droits de l'homme. Elle invoquait plusieurs
violations de la Convention et de ses Protocoles.
Le 21 mai 1997, la Commission déclara la requête irrecevable, au motif,
notamment, qu'elle n'avait pas épuisé les voies de recours internes faute de s'être
conformée aux exigences procédurales pour la saisine du Conseil d'Etat.
12. En 1998, l'article 19 du code de la nationalité fut supprimé. L'administration
invita alors les membres de la communauté musulmane, qui avaient été privés de leur
nationalité grecque, à postuler pour leur naturalisation ; ce que firent la requérante et
sa famille le 4 novembre 1999.
13. Par une décision du 23 mai 2000, la nationalité grecque fut restituée à la
requérante et à trois de ses quatre enfants, mais pas à son mari (en raison du fait que
son casier judiciaire n'était pas vierge suite à des infractions au code de la route) et à
l'une de ses filles (Ilkaï), qui était à la fois mineure, mariée et considérée ainsi comme
étant sous la tutelle de son mari ; elle ne pouvait donc acquérir la nationalité grecque
par le biais de sa mère. Toutefois, nulle décision de rejet ne fut portée à la
connaissance d'Ilkaï par le service compétent.
14. Le 4 janvier 2001, Ilkaï introduisit une nouvelle demande de restitution de la
nationalité. Le 9 juillet 2003, l'administration compétente l'informa que pour procéder
à la naturalisation, elle devait déposer, entre autres justificatifs, un timbre fiscal de

22

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
1 467,53 euros. En 2003, Ilkaï saisit le médiateur qui, par un avis du 2 février 2004,
conclut qu'il existait un problème de légalité concernant tant la procédure appliquée à
Ilkaï que l'exigence de payer un timbre fiscal.
15. Le 19 décembre 2001, la requérante sollicita auprès d'un organisme de sécurité
sociale une retraite à vie en tant que mère de famille nombreuse, conformément aux
dispositions de l'article 63 de la loi 1892/1990, de l'article 18 § 9 de la loi 2008/1992
et de l'article 3 § 4 de la loi 2163/1993 (aux termes duquel pour fonder un droit à
l'octroi des allocations, les enfants doivent avoir la nationalité grecque).
16. Par un acte du 22 novembre 2002, le directeur du département des allocations
familiales rejeta sa demande. Il releva que les quatre enfants de la requérante n'étaient
pas tous de nationalité grecque et que, par conséquent, les conditions exigées par la loi
ne se trouvaient pas réunies.
17. La requérante forma un recours contre cette décision devant la commission du
contentieux du département des allocations familiales. Le 22 octobre 2003, cette
commission rejeta le recours pour les mêmes motifs.
18. Le 1er juin 2004, la requérante saisit le Conseil d'Etat. Elle soutenait qu'elle
avait droit à une retraite à vie du fait qu'elle avait acquis la qualité de mère de famille
nombreuse, au sens de la loi 860/1979, au moment de la naissance de son quatrième
enfant et qu'elle était citoyenne grecque. Elle ajoutait qu'elle n'avait pas perdu cette
qualité en dépit de la perte de la nationalité, car cette qualité était pérenne. Elle
alléguait une violation des articles 21 de la Constitution (qui protège la famille et la
maternité), 8 et 14 de la Convention et 1 du Protocole no 1.
19. Le 22 mai 2006, le Conseil d'Etat rejeta le recours. Il considéra que l'article 21
de la Constitution concernant les familles nombreuses ne peut jouer qu'en vue de la
nécessité de préserver et promouvoir la nation grecque et ne concerne pas les familles
d'étrangers domiciliées ou résidant en Grèce, et que les allocations prévues par
l'article 63 de la loi 1892/1990 sont conçues comme une incitation des citoyens grecs
à fonder des familles nombreuses afin de faire face au grave problème démographique
du pays. L'octroi de ces allocations sur la base du critère de la nationalité des enfants
ne méconnaît pas le principe d'égalité entre les mères ayant des enfants de nationalité
grecque et les mères n'ayant pas d'enfants répondant à ce critère. En outre,
l'article 3 § 4 de la loi 2163/1993 n'était pas contraire aux articles 8 et 12 de la
Convention car il introduit une condition objective pour l'octroi de l'allocation aux
mères de famille nombreuses mais ne dresse pas d'obstacle à la vie familiale ou à la
création d'une famille. Il n'y avait pas non plus de discrimination fondée sur la
religion car l'octroi de l'allocation dépendait non pas de la religion de l'intéressée mais
du nombre et de la nationalité des enfants. Enfin, il n'y avait pas de violation de
l'article 1 du Protocole no 1, car la requérante n'avait jamais réuni les conditions pour
l'octroi de la retraite à vie : la famille de celle-ci avait en fait perdu la nationalité
grecque en 1984 alors que ces allocations avait été établies par la loi 1892/1990.
20. Par une décision du 25 janvier 2007, le ministre de l'Intérieur révoqua la
décision par laquelle Ilkaï avait été privée de sa nationalité grecque.
II. LE DROIT ET LA PRATIQUE INTERNES PERTINENTS
21. L'article 19 du code de la nationalité, annulé en 1998 par l'article 14 de la loi no
2623/1998, disposait :
« Toute personne d'origine étrangère qui quitte le territoire grec sans avoir l'intention de s'y
rétablir peut être déclarée comme ayant perdu la nationalité grecque (...) »

23

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
22. Selon l'article 11 du code de la nationalité hellénique, les enfants d'un étranger
ou d'une étrangère naturalisés deviennent grecs, sans autre formalité, si, au moment de
la naturalisation, ils sont mineurs et célibataires.
L'article 21 § 2 de la Constitution dispose :
« Les familles nombreuses (...) ont droit à un soin particulier de la part de l'Etat. »

23. L'article 63 de la loi no 1892/1990 prévoit certaines mesures pour faire face au
problème démographique auquel la Grèce se trouve confrontée. Les dispositions
pertinentes se lisent ainsi :
« (...)
3. La mère, qui est considérée comme mère de famille nombreuse, conformément à la loi no
1910/1944, modifiée et en vigueur jusqu'à aujourd'hui, perçoit une allocation mensuelle de dix
mille drachmes pour chaque enfant célibataire ayant moins de vingt-trois ans.
4. La mère qui n'a plus droit à l'allocation prévue au paragraphe précédent perçoit une pension
de retraite à vie équivalente à quatre fois le salaire d'un ouvrier non qualifié. Les mères qui sont
considérées comme mères de famille nombreuse, au sens de l'article 1 de la loi 1910/44 (...), et à
condition d'avoir la nationalité grecque ou d'être réfugiées d'origine grecque, de résider en Grèce
en permanence et d'avoir ou d'avoir eu au moins quatre enfant en vie (...) ont droit à la pension à
vie prévue à ce paragraphe. »

24. Selon l'article 1 de la loi 1910/1944 :
« 1. Sont considérés comme parents de famille nombreuse, au sens de la présente loi, ceux qui
ont au moins quatre enfants en vie, légitimes ou légitimés ou reconnus selon la loi, et tant que
ceux de sexe féminin sont célibataires ou divorcés ou en veuvage et entretenus par l'un des parents
et ceux de sexe masculin sont mineurs (...). »

25. Selon l'article 2 de la loi no 860/1979 :
« La qualité de parent de famille nombreuse existante ou acquise à l'entrée en vigueur de la
présente loi est pérenne. »

26. Par un arrêt no 2654/2000, le Conseil d'Etat jugea que l'octroi d'une pension de
retraite à vie aux mères de famille nombreuse, de nationalité grecque et qui résident
de manière permanente et légale en Grèce, ne dépend pas de la nationalité de leurs
enfants.
27. Par un arrêt du 28 novembre 2000 (no 1095/2001), le Conseil d'Etat a jugé que
l'article 21 de la Constitution inclut implicitement une limitation à l'intention du
législateur, selon laquelle toute restriction d'évaluation de la prévoyance spéciale
accordée aux familles nombreuses n'est pas constitutionnellement tolérable. Le
Conseil d'Etat précisa ce qui suit :
« Compte tenu de la formulation claire de cette disposition constitutionnelle [article 21 § 2] et
du but de celle-ci [faire face au problème démographique du pays], qui constitue un but d'intérêt
général, la réglementation excluant certaines familles nombreuses de la prévoyance spéciale
accordée par l'Etat n'est pas constitutionnellement tolérable. »

28. Par un avis du 11 avril 2002 (no 213/2002), le Conseil juridique de l'Etat a
affirmé que la qualité de famille nombreuse ne disparaît pas même en cas d'adoption
postérieure de l'un des quatre enfants.

24

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
EN DROIT
I. SUR LA VIOLATION ALLÉGUÉE DE L'ARTICLE 8, PRIS ISOLEMENT ET
COMBINÉ AVEC L'ARTICLE 14 DE LA CONVENTION
29. La requérante se plaint de ce que, par leurs décisions, l'administration et le
Conseil d'Etat ont en réalité scindé sa famille par des motifs discriminatoires fondés
sur la religion et/ou la nationalité, en considérant que le quatrième enfant de celle-ci
n'avait pas la nationalité grecque. Elle invoque l'article 8 de la Convention pris
isolément et en combinaison avec l'article 14 de celle-ci.
Ces articles disposent :
Article 8
« 1. Toute personne a droit au respect de sa vie privée et familiale, de son domicile et de sa
correspondance.
2. Il ne peut y avoir ingérence d'une autorité publique dans l'exercice de ce droit que pour
autant que cette ingérence est prévue par la loi et qu'elle constitue une mesure qui, dans une
société démocratique, est nécessaire à la sécurité nationale, à la sûreté publique, au bien-être
économique du pays, à la défense de l'ordre et à la prévention des infractions pénales, à la
protection de la santé ou de la morale, ou à la protection des droits et libertés d'autrui. »
Article 14
« La jouissance des droits et libertés reconnus dans la (...) Convention doit être assurée, sans
distinction aucune, fondée notamment sur le sexe, la race, la couleur, la langue, la religion, les
opinions politiques ou toutes autres opinions, l'origine nationale ou sociale, l'appartenance à une
minorité nationale, la fortune, la naissance ou toute autre situation. »

30. Le Gouvernement soutient que le refus des autorités d'accorder à la requérante
l'allocation demandée ne porte pas atteinte au noyau même du droit au respect de la
vie familiale de celle-ci, car cela n'entraîne pas la fracture des liens qui unissent sa
famille. A cet égard, il souligne qu'à l'époque de la formulation de la demande, la fille
de la requérante, Ilkaï, était mariée et avait créé sa propre famille, de sorte que la
requérante ne peut pas invoquer l'existence d'une « vie familiale » avec Ilkaï.
31. La requérante soutient que la non-reconnaissance par les autorités des liens
maternels qui l'unissent à sa fille Ilkaï et de sa qualité de membre de la famille, aux
fins l'application des dispositions concernant l'octroi de la pension, la notion de
« famille » a été méconnue dans son cas. En fait, sa famille bénéficie de droits réduits
par rapport à d'autres familles pour la simple raison que l'un des enfants ne possédait
pas la nationalité grecque, en dépit du fait qu'il ne se différencie nullement des autres
enfants de la famille de par ses conditions de vie familiale et d'éducation. Ilkaï a vécu
avec le reste de la famille jusqu'à son mariage et a maintenu depuis lors les mêmes
liens que les autres enfants.
32. La Cour estime que le refus des autorités d'accorder à la requérante la pension
de retraite ne visait pas à briser la vie familiale de celle-ci et n'a pas eu cet effet. La
requérante ne peut pas invoquer l'existence d'une vie familiale à propos de sa fille
Ilkaï. Celle-ci, quoique mineure, était mariée, avait fondé son propre ménage et ne
faisait donc plus partie du noyau familial de la requérante. Rien dans le dossier ne
démontre l'existence d'éléments supplémentaires de dépendance autres que les liens
affectifs normaux, tels que le fait, par exemple, que la famille d'Ilkaï était à la charge
de la famille de la requérante (voir, mutatis mutandis, Kolosovskiy c. Lettonie, (déc.),
no 50183/99, 29 janvier 2004). De plus, le refus d'accorder cette pension n'a pas non
plus eu pour effet de porter atteinte aux liens normaux existant entre des personnes

25

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
vivant dans des foyers séparés. En conséquence, l'examen du grief ne révèle aucune
apparence d'atteinte aux dispositions invoquées.
33. Il s'ensuit que ce grief doit être déclaré irrecevable, en application de l'article
35 §§ 3 et 4 de la Convention.
II. SUR LA VIOLATION ALLÉGUÉE DE L'ARTICLE 1 DU PROTOCOLE No 1
PRIS ISOLEMENT ET COMBINÉ AVEC L'ARTICLE 14 DE LA
CONVENTION
34. La requérante se plaint d'avoir été privée d'une pension de retraite en tant que
mère de famille nombreuse. Elle invoque l'article 1 du Protocole no 1 pris isolément et
en combinaison avec l'article 14 de la Convention précité :
« Toute personne physique ou morale a droit au respect de ses biens. Nul ne peut être privé de sa
propriété que pour cause d'utilité publique et dans les conditions prévues par la loi et les principes
généraux du droit international.
Les dispositions précédentes ne portent pas atteinte au droit que possèdent les Etats de mettre en
vigueur les lois qu'ils jugent nécessaires pour réglementer l'usage des biens conformément à
l'intérêt général ou pour assurer le paiement des impôts ou d'autres contributions ou des
amendes. »

A. Sur la recevabilité
35. En premier lieu, le Gouvernement soutient que la requérante ne peut se
prévaloir de l'existence d'un « bien » au sens de l'article 1 du Protocole no 1. La
pension de mère de famille nombreuse ne constitue pas une allocation sociale ou une
rémunération en relation avec une prestation de travail, mais une incitation, sous
forme pécuniaire prévue dans le budget de l'Etat, pour faire face au problème
démographique aigu de la Grèce.
36. La requérante soutient que si la pension de retraite n'a pas un caractère évident
de rétribution, elle constitue cependant une sorte de rétribution pour les mères de
familles nombreuses pour le travail précieux, quoique non rémunéré, qu'elles
fournissent en tant que mères et qui les oblige à rester hors du marché du travail.
37. La Cour observe que le droit à pension n'est pas garanti comme tel par la
Convention. Toutefois, elle rappelle également que selon sa jurisprudence, le droit à
pension fondé sur l'emploi peut, dans certaines circonstances, être assimilé à un droit
de propriété. Ce peut être le cas lorsque des cotisations particulières ont été versées
(Gaygusuz c. Autriche, 16 septembre 1996, Recueil des arrêts et décisions 1996-IV,
§§ 39-41). Cela peut également être le cas lorsque l'engagement plus général a été pris
de verser une pension à des conditions qui peuvent être considérées comme faisant
partie du contrat de travail, comme dans le cas des pensions de retraite des
fonctionnaires.
38. La Cour note qu'en 1982, au moment de la naissance de son quatrième enfant,
Ilkaï, la requérante et tous les membres de sa famille avaient la nationalité grecque.
En vertu des dispositions législatives alors en vigueur (article 1 de la loi no 1910/1944
et article 2 de la loi no 860/1979), la requérante avait la qualité de mère de famille
nombreuse et pouvait donc prétendre à la pension de retraite à vie. Le retrait ultérieur
de la nationalité grecque à tous les membres de la famille de la requérante, dans des
conditions que la Cour examinera sous l'angle de la justification de l'ingérence, n'a pas
fait perdre à celle-ci cette qualité. La Cour relève d'ailleurs que le Gouvernement
admet que la requérante peut désormais introduire une nouvelle demande en vue

26

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
d'obtenir la pension, puisqu'elle remplit toutes les conditions requises (paragraphe cidessous).
39. Enfin, la Cour note aussi que les termes employés par l'article 63 de la
loi no 1892/1990 sont « pension de retraite à vie » ce qui exclut toute confusion avec
une allocation quelconque.
40. Compte tenu du droit interne pertinent et de la situation de la requérante, la
Cour considère que celle-ci a acquis un droit qui constituait un « bien » au sens de
l'article 1 du Protocole no 1.
41. La Cour constate par ailleurs que le présent grief n'est pas manifestement mal
fondé au sens de l'article 35 § 3 de la Convention. Elle relève en outre que celui-ci ne
se heurte à aucun autre motif d'irrecevabilité. Il convient donc de le déclarer
recevable.
B. Sur le fond
42. Le Gouvernement soutient qu'à supposer même que la requérante disposait
d'un « bien », le législateur avait soumis l'octroi de cette pension à certains critères.
Or, les autorités compétentes ont estimé qu'à la date de sa demande, la requérante ne
remplissait pas tous les critères requis, en raison notamment du fait qu'Ilkaï était déjà
mariée. Le Gouvernement ajoute que, la décision retirant la nationalité à Ilkaï ayant
été révoquée, la requérante peut déposer une nouvelle demande pour obtenir la
pension, puisqu'elle remplit désormais toutes les conditions requises à cet égard.
43. La requérante souligne que le retrait de la nationalité aux membres de sa
famille, en application de l'article 19 du code de la nationalité, a eu une incidence sur
ses griefs sous l'angle de l'article 1 du Protocole no 1. Elle affirme faire partie de
46 638 musulmans, vivant pour la plupart en Thrace, dont la nationalité a été retirée
entre 1955 et 1996. La plupart d'entre eux n'ont pas été informés du fait qu'une
procédure était engagée pour leur retirer la nationalité, et ce n'est qu'à l'occasion d'une
demande de passeport ou d'un certificat de naissance qu'ils ont eu connaissance de la
décision de retrait elle-même. Le recours au Conseil d'Etat constituait un « luxe »
inaccessible à ces paysans de Thrace qui n'avaient pas de moyens suffisants pour le
saisir. Quelques recours en annulation tentés devant cette juridiction ont été rejetés
comme tardifs, au motif que le délai de soixante jours à compter de la publication de
la décision était révolu.
44. La requérante prétend que les autorités ont refusé de lui accorder le bénéfice
de la pension au prétexte de la perte de la nationalité grecque de sa fille, mais la
véritable raison du refus réside dans le fait qu'elles sont toutes deux de confession
musulmane.
45. La Cour estime que le refus d'accorder à la requérante une pension de retraite
en tant que mère de famille nombreuse constituait une atteinte à son droit de propriété
et que celle-ci ne correspondait ni à une expropriation ni à une mesure de
réglementation de l'usage des biens ; elle doit donc être examinée sous l'angle de la
première phrase du premier alinéa de l'article 1. Aussi convient-il de déterminer si un
juste équilibre a été ménagé entre les exigences relatives à l'intérêt général de la
société et les impératifs liés à la protection des droits fondamentaux de l'individu.
46. Selon la jurisprudence de la Cour, une distinction est discriminatoire au sens
de l'article 14, si elle « manque de justification objective et raisonnable », c'est-à-dire
si elle ne poursuit pas un « but légitime » ou s'il n'y a pas de « rapport raisonnable de
proportionnalité entre les moyens employés et le but visé ». Par ailleurs, les Etats
contractants jouissent d'une certaine marge d'appréciation pour déterminer si et dans

27

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
quelle mesure des différences entre situations analogues à d'autres égards justifient
des distinctions de traitement. Toutefois, seules des considérations très fortes peuvent
amener la Cour à estimer compatible avec la Convention une différence de traitement
exclusivement fondée sur la nationalité (Gaygusuz c. Autriche précité, § 42).
47. La Cour a déjà relevé qu'à la date de la naissance d'Ilkaï, les membres de la
famille de la requérante avaient la nationalité grecque. La requérante était donc
considérée comme une mère de famille nombreuse. Selon l'article 2 de la loi no
860/1979, cette qualité est en principe conservée à vie, ce que le Conseil juridique de
l'Etat a par ailleurs confirmé, même au cas où certains des enfants auraient cessé de
faire partie de la famille. De plus, par un arrêt no 2654/2000, le Conseil d'Etat a jugé
que l'octroi d'une pension de retraite à vie aux mères de famille nombreuse, de
nationalité grecque et résidant de manière permanente et légale en Grèce, n'était pas
conditionné par la nationalité de leurs enfants.
48. La Cour note, en outre, que, par une décision du 22 novembre 1984 prise par
le Ministère de l'intérieur, la famille de la requérante a été privée de la nationalité
grecque à l'occasion d'un voyage qu'elle avait effectué en Turquie. Cette décision, qui
n'a jamais été notifiée à la requérante, ni à aucun autre membre de sa famille, précisait
se fonder sur un rapport de police selon lequel la famille de la requérante avait
définitivement quitté le territoire pour s'installer en Turquie. Elle a été prise en vertu
de l'article 19 du code de la nationalité, qui visait « toute personne d'origine
étrangère », et a été systématiquement appliqué pendant une longue période aux
ressortissants grecs de confession musulmane, comme la famille de la requérante.
Suite à la suppression de cet article en 1998, la requérante et trois de ses enfants se
sont vus restituer la nationalité grecque en mai 2000, à l'exception d'Ilkaï qui était à la
fois mineure et mariée, et considérée ainsi comme étant sous la tutelle de son mari.
49. S'il est vrai, comme l'a souligné le Conseil d'Etat dans son arrêt du
22 mai 2006, que la famille de la requérante a perdu la nationalité grecque en 1984
alors que cette pension avait été établie par la loi no 1892/1990, la requérante a été
rétablie dans sa nationalité en mai 2000. Elle a sollicité la pension en décembre 2001
et les autorités l'ont refusée en novembre 2002. Or, la Cour constate qu'à cette
dernière date non seulement la loi no 1982/1990 était déjà en vigueur, mais le Conseil
d'Etat avait aussi rendu ses arrêts no 2654/2000 et no 1095/2001, qui étaient en
principe favorables à la requérante. Il en ressort que si la requérante et certains
membres de sa famille ont été rétablis dans leur nationalité, celle-ci n'a pas été rétablie
dans tous les droits qui en découlaient, comme pour toutes les familles nombreuses
grecques. Ce rétablissement aurait impliqué la reconnaissance à la requérante de la
qualité de mère de famille nombreuse et des avantages y relatifs, comme si ce retrait
de nationalité n'avait jamais eu lieu. A supposer même qu'on puisse admettre, comme
le soutient le Gouvernement, qu'à la date de la demande de la requérante celle-ci ne
remplissait pas les conditions légales en raison du fait qu'Ilkaï ne possédait pas la
nationalité grecque, la Cour relève que la procédure que celle-ci a dû engager pour la
récupérer était entachée d'illégalité selon les conclusions du médiateur (paragraphe 14
ci-dessus).
50. Dans ce contexte, et eu égard à l'importance qu'accordent tant la Constitution,
par l'existence d'une disposition spécifique, que le législateur, à la protection des
familles nombreuses, la Cour s'étonne que dans son arrêt, dans le cas de la requérante,
le Conseil d'Etat associe l'octroi de cette protection accordée par la Constitution à « la
nécessité de préserver et promouvoir la nation grecque », un critère fondé non pas sur
la nationalité grecque mais sur l'origine nationale.

28

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
51. La Cour estime que la requérante a subi une différence de traitement qui ne
reposait sur aucune « justification objective et raisonnable », ainsi qu'une charge
excessive et disproportionnée qui a eu pour effet de rompre le juste équilibre devant
être ménagé entre les exigences relatives à l'intérêt général de la société et les
impératifs liés à la protection des droits fondamentaux de l'individu.
52. Partant, il y a eu violation de l'article 1 du Protocole no 1 pris isolément et
combiné avec l'article 14 de la Convention.
III. SUR LES AUTRES VIOLATIONS ALLÉGUÉES
53. Invoquant l'article 6 § 1 de la Convention, la requérante se plaint d'une
violation de son droit à un procès équitable car le Conseil d'Etat a fait preuve de
partialité à son égard.
54. La Cour note que la requérante n'apporte aucun argument à l'appui de ce grief
et que, de toute manière, il ne ressort pas du dossier que le Conseil d'Etat a manqué à
son devoir d'impartialité vis-à-vis de la requérante. Il s'ensuit que ce grief doit être dès
lors déclaré irrecevable, en application de l'article 35 §§ 3 et 4 de la Convention
IV. SUR L'APPLICATION DE L'ARTICLE 41 DE LA CONVENTION
55. Aux termes de l'article 41 de la Convention,
« Si la Cour déclare qu'il y a eu violation de la Convention ou de ses Protocoles, et si le droit
interne de la Haute Partie contractante ne permet d'effacer qu'imparfaitement les conséquences de
cette violation, la Cour accorde à la partie lésée, s'il y a lieu, une satisfaction équitable. »

A. Dommage
56. Pour le dommage matériel, la requérante demande une somme qu'elle corrèle à
la perte de sa pension de retraite de 2001 à 2007 et qu'elle évalue à 8 455 euros
(EUR). Pour le dommage moral, elle réclame 40 000 EUR.
57. Le Gouvernement considère que la prétention de la requérante au titre du
dommage matériel est hypothétique et souligne qu'il lui est loisible de déposer une
nouvelle demande pour percevoir la pension de retraite. Quant au dommage moral, il
estime que le constat de violation constitue une satisfaction équitable suffisante.
58. La Cour note que le montant réclamé au titre du dommage matériel est calculé
par la requérante pour chaque année, de 2001 à 2007, selon les dispositions de la loi
no 1892/1990 selon lesquelles la pension de retraite des mères de famille nombreuse
est l'équivalent de quatre fois le salaire mensuel d'un ouvrier non qualifié. La Cour
note de surcroît que le Gouvernement ne met pas en cause le mode de calcul utilisé
par la requérante ni le montant de la somme qu'elle en obtient. Vu le constat de
violation de l'article 1 du Protocole no 1, la Cour alloue le montant demandé à ce titre.
59. Enfin, statuant en équité, la Cour accorde à la requérante 5 000 EUR pour le
dommage moral.
B. Frais et dépens
60. Pour les frais et dépens, notamment pour les honoraires d'avocat, la requérante
demande 1 230 EUR pour la procédure devant le Conseil d'Etat et 3 000 EUR pour
celle devant la Cour.

29

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
61. Le Gouvernement, tout en estimant cette somme exagérée, déclare s'en
remettre à la sagesse de la Cour.
62. Selon la jurisprudence constante de la Cour, l'allocation de frais et dépens au
titre de l'article 41 présuppose que se trouvent établis leur réalité, leur nécessité et, de
plus, le caractère raisonnable de leur taux (Iatridis c. Grèce (satisfaction équitable)
[GC], no 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI). La Cour note que la requérante soumet une
facture pour la note d'honoraires qu'elle a dû débourser devant le Conseil d'Etat. Elle
ne doute pas que la requérante ait dû supporter des frais pour introduire et poursuivre
sa requête devant la Cour, mais elle relève que celle-ci ne fournit aucun justificatif
comme l'exige l'article 60 § 2 du règlement de la Cour. Statuant en équité, comme le
veut l'article 41 de la Convention, la Cour accorde, pour les frais et dépens, à la
requérante 2 500 EUR, plus tout montant pouvant être dû par celle-ci au titre de
l'impôt.
C. Intérêts moratoires
63. La Cour juge approprié de calquer le taux des intérêts moratoires sur le taux
d'intérêt de la facilité de prêt marginal de la Banque centrale européenne majoré de
trois points de pourcentage.

PAR CES MOTIFS, LA COUR, À L'UNANIMITÉ,
1. Déclare la requête recevable quant au grief tiré de l'article 1 du Protocole no 1 pris
isolément et combiné avec l'article 14 de la Convention et irrecevable pour le
surplus ;
2. Dit qu'il y a eu violation de l'article 1 du Protocole no 1 pris isolément et combiné
avec l'article 14 de la Convention ;
3. Dit
a) que l'Etat défendeur doit verser à la requérante, dans les trois mois à compter
du jour où l'arrêt sera devenu définitif conformément à l'article 44 § 2 de la
Convention, les sommes suivantes :
i. 8 455 EUR (huit mille quatre cent cinquante-cinq euros), plus tout montant
pouvant être dû à titre d'impôt, pour le dommage matériel ;
ii. 5 000 EUR (cinq mille euros), plus tout montant pouvant être dû à titre
d'impôt, pour le dommage moral ;
iii. 2 500 EUR (deux mille cinq cents euros), plus tout montant pouvant être
dû à titre d'impôt par la requérante, pour les frais et dépens ;
b) qu'à compter de l'expiration dudit délai et jusqu'au versement, ces montants
seront à majorer d'un intérêt simple à un taux égal à celui de la facilité de prêt
marginal de la Banque centrale européenne applicable pendant cette période,
augmenté de trois points de pourcentage ;

30

31

ΖΕΪΜΠΕΚ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
4. Rejette la demande de satisfaction équitable pour le surplus.
Fait en français, puis communiqué par écrit le 9 juillet 2009, en application de
l'article 77 §§ 2 et 3 du règlement.

Søren Nielsen
Greffier

Nina Vajić
Présidente