Η ψίχα της μεταλαβιάς

Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Ο Γιώργος Κλήμεντος, δεκαετίες δύο αμφισβητίας, προδομένος
ως είθισται, βγαίνει καλοντυμένος απ την πολυκατοικία του,
σήμερα πρωί !εγ"λης #έμπτης, να π"ει στην εκκλησία να
κοινωνήσει$
%εκαεφτ" &ρνια έ&ει να πατήσει σ' εκκλησία$ #αρηγορι" μως
πουθεν" δεν βρήκε ( λα του τα στηρίγματα κατέρρευσαν$
!νος απμεινε και πικραμένος$ Κι είπε φέτος, έστω &ωρίς
νηστεία, να π"ει στον )γιο *ερ"ποντα να μεταλ"βει$
Καθώς περν"ει πε+οδρμια και παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
σκί+εται, αίφνης, το εντς του καταπέτασμα και μέσα απ
ατμούς επο&ών ,εδιακρίνει το *εδωρο Κλήμεντο, του παππού
του$
-ιγ" σιγ" τον βλέπει ολοκ"θαρα$ %ύο μέτρα "ντρακλας ο
παππούς και στέκεται, πριν απ είκοσι τσα &ρνια, έ,ω απ' το
&αγι"τι$ .πιε τον καφέ του στο κου+ιν"κι και βγήκε με το
&"ραμα να π"ει να δει τι γίνονται τα μελίσσια$
-τέκεται για λίγο στα πέτρινα σκαλι", κοιτ"+ει τη στα&τι"
καμπούρα του απέναντι βουνού, τραβ"ει δυο απανωτές,
τελευταίες ρουφη,ιές απ' το σέρτικο /!ετσ"γγος0 του, ύστερα
φτύνει τη γπα$ 1η σβήνει καλ" και τη σφεντονί+ει στ'
αγρι&ορτα της αυλής$
1α τελευταία πέντε &ρνια του 1ρ&ονται λα στραβ"(ίσως γιατί
στη μεταλαβι" της !εγ"λης #έμπτης δεν του 1πεφτε καθλου
2ί&α λειτουργίας$ Κρασ"κι μνο και κ"τι 2ι&ουλ"κια που η
γλώσσα δεν τα πι"νει$ 1ο )ίμα μνο, &ι το -ώμα$ Γι' αυτ του
έρ&ονταν λα αν"ποδα3 ο αδερφς του έπαθε φύσημα, το σκυλί
του, τη 4+α, τη φαρκ"κωσαν οι &ωροφύλακες, τ' αμπέλι
παραδομένο στις αρρώστιες, τα μελίσσια ,ερ"$ !νο τα καπν"
έβγα+αν κ"τι, ίσα ίσα για να θρέφει την οικογένεια$
)λλ" φέτος στη μετ"λη2η του 1τυ&ε ένα μεγ"λο κομμ"τι 2ί&ας,
σαν μικρή μπουκι"$ Κατ"πιες το κρασ"κι και την 2ί&α την
κρ"τησε κ"τω απ' τη γλώσσα του, πως κρατούσαν παλιτερα οι
καταδιωγμένοι το τελευταίο τους φλουρί$ 5γήκε απ την
εκκλησία και τρ"βη,ε έ,ω απ το &ωρι, προς την #"νω 5ρύση,
εκεί που εί&ε αραδιασμένα, φρεσκοβαμμένα γαλ"+ια, τα μελίσσια
του$
6τ"νοντας δι"λε,ε την πιο καινούργια κυ2έλη, "νοι,ε το καπ"κι
της και κλλησε στο απμεσα μέρος την 2ί&α της μεταλαβι"ς με
λίγο σ"λιο, σαν μαστί&α$ 7στερα ,αν"βαλε το καπ"κι στη θέση
του, κι έφυγε, κατηφρισε προς το &ωρι$
1ραβ"ει, λοιπν, ανεβαίνει σήμερα πρωί πρωί κατ" κει, μετ" απ
δύο μήνες, να δει τι έγινε$ !έσα του νιώθει βέβαιος για την καλή
σοδει", αλλ" και μια περίεργα ταρα&ή που δεν μπορεί να
ε,ηγήσει$
Καθώς πλησι"+ει, η αγωνία του μεγαλώνει$ 1α&αίνει το βήμα
τουτ, σ&εδν τρέ&ει$ 6τ"νει λα&ανιασμένος στα μελίσσια,
στέκεται π"νω απ' την κυ2έλη που εί&ε β"λει την 2ί&α,
βαριανασαίνοντας$ Οι μέλισσες τ+ιτ+ινί+ουν γύρω του, αλλ" δεν
τον πειρ"+ουν$ -κύβει, σηκώνει το καπ"κι και &ώνει τις
&ερούκλες του να τραβή,ει την κερήθρα$
)υτ μως που πι"νει είναι περίεργο και βαρύ, με σ&ήμα
παρ",ενο$ 1α δ"κτυλ" του κολλούν στο μέλι, δεν βολεύονται$
5"+ει τα &έρια του πιο βαθι" και αδρ"&νει αυτ το ανε,ήγητο
πρ"μα, το τραβ"ει μεμι"ς προς τα έ,εω, το βγ"+ει, το απιθώνει
στη διπλανή κυ2έλη και τι να δει8
!ια κορνα, μια βασιλική κορνα απ κερήθρα λαμποκοπ"ει
μπροστ" του στον πρωιν ήλιο$ !ια αυτοκρατορική, βυ+αντινή
κορνα απ κερήθρα και μέλι αστραφτοκοπ"ει περήφανη,
τρομερή, αλλκοτη, π"νω στην κυ2έλη$
-τέκεται "ναυδος$ 1α πδια του, αυτ" τα πδια που δεν
τρέμισαν μπροστ" σε σφαγές και φονικ", αρ&ί+ουν να τρέμουν,
να λυγί+ουν ασυναίσθητα$
Κ"θεται αργ" αργ" &"μω, μέσα στα &ώματα, ανίκανος να πει μια
λέ,η, κοιτ"+οντας έκθαμβος την κορνα, το αυτοκρατορικ
στέμμα$
!ένει έτσι ώρα πολλή, κατ"&αμα, αποσβολωμένος,
θαυμ"+οντας$
7στερα σηκώνεται +αλισμένος, σταυροκοπιέται, πι"νει απαλ"
την κορνα απ τη β"ση της και αρ&ί+ει να προ&ωρ"ει αργ", με
προσο&ή, μήπως σκοντ"2ει και πέσει$
Κατεβαίνει σιγ" τη ρεματι", ύστερα κβει αριστερ", περν"ει το
γεφυρ"κι, γυρί+ει πίσω απ' το σ&ολείο ( Γιώργος Κλήμεντος
βλέπει τώρα τον παππού του να περπατ"ει προσεκτικ" αν"μεσα
στα δέντρα και να μικραίνει πλησι"+οντας προς την εκκλησία
του &ωριού, τον )γιο -ωτήρα, για να δεί,ει την κορνα στον
παπα(Γερ"σιμο$
)λλ" είναι ο ίδιος που πλησι"+ει στο να του )γίου *ερ"ποντα
με "δεια &έρια, ενώ ο παππούς του &"νεται μες στους ατμούς
της μνήμης, στα αλλκοτα φυλλώματα των παραισθήσεων
αυτής της !εγ"λης #έμπτης που ο Γιώργος Κλήμεντος π"ει,
μετ" απ δεκαεφτ" &ρνια, να μεταλ"βει +ητώντας
απεγνωσμένα την παρηγορία$
!παίνει στην εκκλησία, στέκεται στην ουρ", και βλέπει$
.λεκτρικ" καντήλια, μεγ"φωνα στους τοί&ους, βιομη&ανικοί
πολυέλαιοι$ Οι αγιογραφίες, οι τοι&ογραφίες με &ρώματα
&αρωπ"(καθλου ευσέβεια και δέος δεν του εμπνέουν$ #εριμένει
υπομονετικ" και κ"ποτε έρ&εται η σειρ" του$ Ο παπ"ς προτείνει
το κουταλ"κι με τη μεταλαβι"$
Ο Κλημέντος ανοίγει το στμα του, παίρνει την κοινωνία$ !ια
γουλι" στυφ κρασί &ωρίς καθλου 2ί&α ( μνο κ"τι ελ"&ιστα
2ι&ουλ"κια που δεν τα πι"νει η γλώσσα του, που σο κι αν
πασκί+ει, σο κι αν αγωνί+εται, σο κι αν στριφογυρί+ει, δεν τα
πι"νει$

μήπως σκοντάψει και πέσει. τρομερή. ανίκανος να πει μια λέξη. όσο κι αν αγωνίζεται. Κάθεται αργά αργά χάμω. Ηλεκτρικά καντήλια. το τραβάει μεμιάς προς τα έξεω. βυζαντινή κορόνα από κερήθρα και μέλι αστραφτοκοπάει περήφανη. περνάει το γεφυράκι. δεν βολεύονται. το απιθώνει στη διπλανή κυψέλη και τι να δει. στέκεται στην ουρά. μέσα στα χώματα. ύστερα κόβει αριστερά. Σκύβει. Μια κορόνα. μια βασιλική κορόνα από κερήθρα λαμποκοπάει μπροστά του στον πρωινό ήλιο. που όσο κι αν πασκίζει. Αλλά είναι ο ίδιος που πλησιάζει στο ναό του Αγίου Θεράποντα με άδεια χέρια. αρχίζουν να τρέμουν. για να δείξει την κορόνα στον παπα-Γεράσιμο. κατάχαμα. Κατεβαίνει σιγά τη ρεματιά. το βγάζει. αποσβολωμένος. Τα πόδια του. Στέκεται άναυδος. Υστερα σηκώνεται ζαλισμένος.μόνο κάτι ελάχιστα ψιχουλάκια που δεν τα πιάνει η γλώσσα του. Τα δάκτυλά του κολλούν στο μέλι. . Μπαίνει στην εκκλησία. βιομηχανικοί πολυέλαιοι. Οι μέλισσες τζιτζινίζουν γύρω του. πάνω στην κυψέλη. σταυροκοπιέται. να μεταλάβει ζητώντας απεγνωσμένα την παρηγορία.Γιώργος Κλήμεντος βλέπει τώρα τον παππού του να περπατάει προσεκτικά ανάμεσα στα δέντρα και να μικραίνει πλησιάζοντας προς την εκκλησία του χωριού. σηκώνει το καπάκι και χώνει τις χερούκλες του να τραβήξει την κερήθρα. βαριανασαίνοντας. και βλέπει. γυρίζει πίσω απ' το σχολείο . ενώ ο παππούς του χάνεται μες στους ατμούς της μνήμης. Οι αγιογραφίες. με προσοχή. το αυτοκρατορικό στέμμα. οι τοιχογραφίες με χρώματα χαρωπά-καθόλου ευσέβεια και δέος δεν του εμπνέουν. αλλόκοτη. να λυγίζουν ασυναίσθητα. μεγάφωνα στους τοίχους. Ο Κλημέντος ανοίγει το στόμα του. αυτά τα πόδια που δεν τρέμισαν μπροστά σε σφαγές και φονικά. θαυμάζοντας. Μια αυτοκρατορική. όσο κι αν στριφογυρίζει. Ο παπάς προτείνει το κουταλάκι με τη μεταλαβιά. κοιτάζοντας έκθαμβος την κορόνα. στα αλλόκοτα φυλλώματα των παραισθήσεων αυτής της Μεγάλης Πέμπτης που ο Γιώργος Κλήμεντος πάει. με σχήμα παράξενο. πιάνει απαλά την κορόνα από τη βάση της και αρχίζει να προχωράει αργά. αλλά δεν τον πειράζουν. παίρνει την κοινωνία. Βάζει τα χέρια του πιο βαθιά και αδράχνει αυτό το ανεξήγητο πράμα. Περιμένει υπομονετικά και κάποτε έρχεται η σειρά του. δεν τα πιάνει. τον Αγιο Σωτήρα. Μια γουλιά στυφό κρασί χωρίς καθόλου ψίχα . μετά από δεκαεφτά χρόνια.στέκεται πάνω απ' την κυψέλη όπου είχε βάλει την ψίχα. Μένει έτσι ώρα πολλή. Αυτό όμως που πιάνει είναι περίεργο και βαρύ.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful