You are on page 1of 12

ΕΝΩΠΙΩΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΝΑΚΟΠΗ
Άρθρου 217 ν. 2717/1999 (Κ.Δ.Δ.)
................

ΚΑΤΑ
1. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της
Δ.Ο.Υ. ................, ο οποίος κατοικοεδρεύει στο .................
2. Της με αριθμό ................ πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της
Δ.Ο.Υ. ................ (γραμμές χρηματικού καταλόγου ................), συνολικού
ποσού ................ ευρώ που αφορά σε δύο (2) πρόστιμα Κ.Β.Σ. εξ ευρώ ................
και ................ έκαστο.
3. Της με αριθμό ................ ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
................, την οποία έλαβα μέσω ταχυδρομείου στις 06.09.2011.
4. Κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης.
-----------------------------------
Στις 06.09.2011 έλαβα, δι’ απλής επιστολής, την ανωτέρω υπ’ αρ. ................
ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ................ δια της οποίας
επληροφορήθην το πρώτον ότι βεβαιώθηκε κατ’ εμού, στις 16.08.2011, συνολικό
ποσό ................ ευρώ (με αρ. ταμ. βεβαίωσης ................ – στις γραμμές χρηματικού
καταλόγου ................) το οποίο αφορά σε δύο (2) πρόστιμα του Κ.Β.Σ. εξ ευρώ ................
και ................ έκαστο των οποίων την βεβαίωση, πολλώ μάλλον την ύπαρξη, αγνοούσα
μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία. Προκειμένου να εξακριβώσω περί τίνος επρόκειτο
κατέφυγα στην ως άνω Δ.Ο.Υ. ................ και ζήτησα πλήρη αντίγραφα των υπηρεσιακών
εγγράφων που αφορούν σε αυτή την υπόθεση τα οποία και μου εχορηγήθηκαν στις
26.09.2011.
Από την επισκόπηση των χορηγηθέντων εγγράφων προέκυψε ότι στις 04.11.2010
και 31.12.2010 μου επεδόθεi δήθεν, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, η υπ’ αρ. ................
απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ................, με συνημμένη
έκθεση ελέγχου δια της οποίας μου επεβλήθει πρόστιμο συνολικού ποσού 14.480 ευρώ
2

λόγω λήψης κατά τη χρήση ................ πλαστών και εικονικών στοιχείων ήτοι
ενός τιμολογίου αξίας 1.160 ευρώ με εκδότη ................ και ενός τιμολογίου
αξίας ................ ευρώ με εκδότη ................ ................. Ακόμη διαπίστωσα ότι
στις 23.03.2011 μου επεδόθη δήθεν η υπ’ αρ. ................ απόφαση επιβολής
προστίμου, με συνημμένη έκθεση ελέγχου, του αυτού ως άνω Προϊσταμένου
της Δ.Ο.Υ., δια της οποίας μου επεβλήθει έτερο πρόστιμο συνολικού ποσού
................ ευρώ λόγω λήψης κατά τη χρήση ................ πλαστών και εικονικών
στοιχείων ήτοι ενός τιμολογίου με εκδότη ................, χωρίς να αναφέρει το
ύψος αυτου, και ενός τιμολογίου με εκδότη ................ ................. Των
ανωτέρω πράξεων επιβολής προστίμου, έκθεσης ελέγχου και δήθεν
επιδόσεων αυτών σε εμένα, ρητά δηλώνω και θα αποδείξω ότι έλαβα
γνώση στις 26.09.2011, ότε και εζήτησα αντίγραφα αυτών.
-/-
Τις ως άνω πράξεις (πράξη ταμειακής βεβαίωσης των δύο προστίμων
και ατομική ειδοποίηση χρεών) ανακόπτω εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο σας
και ζητώ την ακύρωση τους, για τους εξής νόμιμους και βάσιμους λόγους
καθώς και για όσους τυχόν προσθέσω αργότερα, νόμιμα και εμπρόθεσμα:

ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΚΟΠΗΣ
Α. Μη οριστικοποίηση νόμιμου τίτλου – παράνομο ταμειακής βεβαίωσης
Στην παρ. 1. του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ο
οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄
97/17.05.1999) και η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του
ανωτέρω κυρωτικού νόμου, άρχισε δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του,
ορίζεται ότι: « Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του
Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις
οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε
προσφυγή», στην δε παρ. 1 του άρθρου 66 του ιδίου Κώδικα ότι: « Η
προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει: Α. Σε
περίπτωση ρητής πράξης: (α) Για εκείνους τους οποίους αφορά : ι. από την
κατά νόμο επίδοσης τους σε αυτούς ή ιι. Σε κάθε άλλη περίπτωση από τότε,
3

από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένα γνώση πλήρη γνώση του
περιεχομένου της (β)…..», ενώ στο άρθρο 69 του ιδίου Κώδικα ορίζονται τα
εξής «1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της δεν
αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, 2. Κατ εξαίρεση, αν
με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε
φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου
δημοσίου δικαίου ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της
φορολογικής νομοθεσίας , η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής
καθώς και η άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης». Εξάλλου
στην παρ. του άρθρου 217 του ιδίου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Ανακοπή
χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της
διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης
του εσόδου, β) ..., γ) ...,δ) ... και ε) ...», ενώ κατά το άρθρο 224 αυτού : «1. Το
δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα
όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά
της, 2. ..., 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την
ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της
νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της
ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων
έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η
βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ' αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει
τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς
δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για
την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να
προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής
βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να
αποδεικνύονται αμέσως», τέλος, στο άρθρο 225 του Κώδικα ορίζεται ότι: «Το
δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της
προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην
τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της
ανακοπής.»
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι κατά πράξεως
4

επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν. 2523/1997 χωρεί, κατ’


άρθρο 63 παρ. 1 Κ.Δ.Δ., η άσκηση προσφυγής ενώπιον του κατά τόπον
αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας 60 ημερών, η οποία
αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αποφάσεως επιβολής προστίμου,
η πρόβλεψη δε προσφυγής έχει ως συνέπεια ότι με την κατ’ άρθρο 217 Κ.Δ.Δ.
ανακοπή, η οποία ασκείται κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης του φόρου,
δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος νομικός και ουσιαστικός του κύρους
της αποφάσεως επιβολής προστίμου της οικείας Δ.Ο.Υ., η οποία αποτελεί τον
τίτλο βάσει του οποίου έλαβε χώρα η βεβαίωση. Ενόψει των δικονομικών
ρυθμίσεων των ανωτέρω διατάξεων γίνεται δεκτό ότι δεν αρχίζει η προθεσμία
για την άσκηση προσφυγής, ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση του
επιβληθέντος προστίμου του Κ.Β.Σ., η πράξη επιβολής του οποίου
αποτελεί τον νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής, εάν προηγουμένως δεν έχει
κοινοποιηθεί εγκύρως στον υπόχρεο η πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του
Προϊσταμένου της οικείας Δ.Ο.Υ. (ΣτΕ 2281/2000 Ολομ., ΣτΕ 933/2009,
1107/2007, ΣτΕ 3947/2005, ΣτΕ 1620/2005, ΣτΕ 1572/2005, ΣτΕ 3529/2004,
179/2010). Επομένως συνάγεται ότι για να βεβαιωθεί εν στενή εννοία
οφειλόμενο ποσό προστίμου Κ.Β.Σ., πρέπει να υφίσταται οριστικός
προσδιορισμός της φορολογικής ενοχής, στηριζόμενος, είτε σε πράξη
διοικητικής επίλυσης της διαφοράς είτε σε οριστική απόφαση διοικητικού
δικαστηρίου είτε σε πράξη προσδιορισμού φόρου ή απόφασης επιβολής
προστίμου, που έχει καταστεί οριστική διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία
άσκησης κατ’ αυτής. Συνεπώς αν δεν επιδόθηκε στον υπόχρεο (ή επιδόθηκε
μη νόμιμα σε αυτόν) η σχετική καταλογιστική πράξη δεν υφίσταται νόμιμος
τίτλος και η έκδοση της εν στενή εννοία βεβαίωσης είναι για τον λόγο
αυτό άκυρη, διαφορετικά στερείται ο καθ’ ού η πράξη του δικαιώματος
παροχής δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 1489/2008, ΔΔΙΚΗ 2010/1044, ΣτΕ
1760/2008 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΔΕφ Αθ 1341/2009 NOMOS, 12802/2004 ΔΠΡ ΑΘ
NOMOS, ΔΠΡ ΑΘ 190/2002, 1043/2002, 6129/2002 Δελτίο Νομολογία
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, Τσόγκας σε Χρυσανθάκη, Εφαρμογές
Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικαίου, σ. 547 και 560).
5

Ακυρότητα επιδόσεων πράξεων επιβολής προστίμου


Εν προκειμένω αμφότερες οι πράξεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ.
επεδόθησαν ακύρως σε εμένα, ενώ σημειώνεται ότι η πλημμέλεια των
αποδεικτικών επίδοσης ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Ειδικότερα:
1. Η υπ’ αρ. ................ απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. μετά της
συνημμένης εκθέσεως ελέγχου έγινε απόπειρα να επιδοθεί στις
................ στην διεύθυνση ‘’................΄΄ στην οποία όμως δεν ευρίσκετο πια
η οικία μου, δεδομένου ότι ήδη από 07.10.2010 είχα μετοικήσει σε νέο
μίσθιο διαμέρισμα στην ................ επί της οδού ................, όπου και
διαμένω μέχρι και σήμερα. Την μετοίκηση μου δήλωσα στην οικεία
Δ.Ο.Υ., με την υπ’ αρ. ................ δήλωση μεταβολής ατομικών
στοιχείων φυσικού προσώπου, την 01.12.2010 όταν και είχα πλέον
το χρόνο δεδομένου ότι εργάζομαι πολλές ώρες καθημερινά και το
Σάββατο και ιδίως τα πρωινά, με αποτέλεσμα να μην έχω την ευχέρεια
να πηγαίνω με ευκολία στις δημόσιες υπηρεσίες. Σε κάθε περίπτωση
πάντως η εν λόγω επίδοση είναι άκυρη, αν όχι ανυπόστατη, καθώς
αν και φέρει σχετική σημείωση ότι η υπάλληλος που έκανε την επίδοση
διαπίστωσε ότι τυγχάνω άγνωστη σε εκείνη τη διεύθυνση από
πληροφορίες των περιοίκων, δεν προκύπτει από πουθενά ότι εν
συνεχεία η επίδοση έγινε κατ’ άρθρο 54 παρ. 2 Κ.Δ.Δ. στον Δήμαρχο
της τελευταίας γνωστής κατοικίας και κατ’ ουσίαν η επίδοση της
πράξεως και της εκθέσεως ελέγχου δεν συντελέσθηκε.
Επιπροσθέτως επί του αποδεικτικού επιδόσεως δεν γίνεται μνεία για το
ποιές ενέργειες έγιναν προκειμένου να διακριβωθεί ότι ήμουν
αγνώστου διαμονή ενώ η στερεότυπη σημείωση ΄΄από πληροφορίες
περιοίκων΄΄ δεν επαρκεί για να αποδειχθεί ότι το επιδίδον όργανο
έδειξε την δέουσα επιμέλεια που απαιτείται, όπως αναλύεται και
κατωτέρω υπό 2.
2. Η ως άνω αποτυχία επίδοσης φαίνεται ότι έγινε αντιληπτή και από την
φορολογική Αρχή καθώς στις 31.12.2010 επεχειρήθει η εκ νέου
επίδοση της υπ’ αρ. ................ αποφάσεως επιβολής προστίμου μετά
6

της συνημμένης εκθέσεως ελέγχου. Από το χορηγηθέν σε εμένα στις


26.09.2011 αντίγραφο αποδεικτικού επίδοσης προκύπτει ότι το
αρμόδιο όργανο μετέβει εκ νέου στην προηγούμενη κατοικία μου, ήτοι
................
επί της οδού ενώ, όπως εξετέθει ανωτέρω, είχα ήδη από
01.12.2010 αρμοδίως δηλώσει στην οικεία Δ.Ο.Υ. ότι πλέον ήμουν
κάτοικος ................ στην οδό ................ και είχε γίνει η σχετική
καταχώρηση στο Τμήμα Μητρώου και στο ηλεκτρονικό σύστημα taxis
το οποίο τηρείται σε όλες τις Δ.Ο.Υ. Επομένως μη νόμιμα φέρομαι στο
................
εν λόγω αποδεικτικό επίδοσης κάτοικος . Επιπλέον χωρίς να
γίνεται σχετική σημείωση για το πώς και αν διαπιστώθηκε ότι ήμουν εκ
νέου αγνώστου διαμονής, τα εν λόγω έγγραφα επεδόθησαν στον
΄΄΄Δημαρχο΄΄ χωρίς να αναφέρεται ποιος ΄΄Δήμαρχος΄΄ ήταν αυτός.
Εξάλλου, η έρευνα από μέρους του επιδίδοντος οργάνου μπορεί και
πρέπει να γίνει με συλλογή πληροφοριών από τους γείτονες, τους
συγγενείς, την αστυνομική Αρχή, με αναζήτηση του τηλεφωνικού
αριθμού στον τηλεφωνικό κατάλογο κ.λ.π. και πρέπει δε να
σημειώνεται στο αποδεικτικό επίδοσης η παράθεση των ενεργειών οι
οποίες έγιναν από τον επιδίδοντα, και ότι παρά την έρευνα αυτή δεν
ευρέθει ο τόπος διαμονής (ΣτΕ 718/2011 NOMOS, ΣτΕ 2253/2009
ΝΟΜΟS, Στε 2148/2008, Στε 1021/1994 επταμ., ΣτΕ 3156/2005, Στε
2230/1995, 3229/1984, Δ.Φ.Ν., 1985, σ. 469, ΣτΕ 2771/1982,
2721/1981, Χατζητζανής: Φορολογική Δικονομία, σελ. 207, ΔΠρ Αθ
12802/2004 NOMOS). Τα ανωτέρω ισχύουν πολλώ μάλλον εν
προκειμένω καθώς η δήθεν πρώτη διαπίστωση ότι ήμουν αγνώστου
διαμονής στις 04.11.2010 και η συνακόλουθη επίδοση στον Δήμαρχο
στις 31.12.2010 απέχουν χρονικά δύο σχεδόν μήνες, οπότε
επιβαλλόταν ο εκ νέου έλεγχος εκ μέρους της Διοίκησης. Στην
περίπτωση μου όμως καμία από τις ανωτέρω ενέργειες δεν
έπρεπε να γίνει, παρά μόνο να ελέγξει η υπηρεσία και το επιδιδόν
όργανο τη διεύθυνση μου στο Τμήμα Μητρώου ή στο taxis, όπως
την είχα εγκαίρως δηλώσει, και καθώς δεν το έκαναν η επίδοση
αυτή είναι ομοίως άκυρη. Η ακυρότητα όμως της επίδοσης ενισχύεται
7

και από το γεγονός ότι η τελευταία (επίδοση) συντελείται με την


επίδοση στον Δήμαρχο (όποιος και αν είναι εν προκειμένω) ως
αγνώστου διαμονής (αρθρ. 54 παρ. 2), στιγμή κατά την οποία όμως
δεν ήμουν αγνώστου διαμονής αλλά η Αρχή ήξερε πολύ καλά που
διέμενα.
3. Η δε υπ’ αρ. ................ απόφαση επιβολής προστίμου με συνημμένη
την έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με το αντίγραφο του αποδεικτικού
επίδοσης που ζήτησα και έλαβα από την Δ.Ο.Υ. ................, επεδόθη
στις 23.03.2011 ομοίως στην προηγούμενη διεύθυνση μου
ήτοι ................ και όπισθεν αυτής υπάρχει σημείωση ότι το επιδίδον
όργανο διεπίστωσε δήθεν από περίοικους ότι ήμουν άγνωστης
διαμονής και εξ αυτού του λόγου επέδωσε στον Δήμαρχο ................. Αν
όμως είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια όφειλε να είχε διαπιστώσει,
όπως ανωτέρω αναλυτικά εκτίθεται, ότι κατοικούσα σε άλλη διεύθυνση
η οποία είχε δηλωθεί στην υπηρεσία του πολύ πριν την εν λόγω
επίδοση και κατά συνέπεια η τελευταία είναι άκυρη καθώς η
κατοικία μου ήταν γνωστή και όφειλε η αρμόδια Δ.Ο.Υ. να με
αναζητήσει εκεί προκειμένου να λάβω γνώση της αποφάσεως
που με αφορούσε. Η γνώση της υπηρεσίας για την διεύθυνση
κατοικίας μου και η αμέλεια των οργάνων της προκύπτει και από το
γεγονός ότι παρέλαβα ταχυδρομικώς στις 05.01.2011 στην κατοικία
μου (................) ατομική ειδοποίηση χρεών με την οποία εκαλούμην να
καταβάλλω ποσό ................ ευρώ για περαίωση, την οποία οφειλή μου
βέβαια έσπευσα να καταβάλλω. Η φορολογική Αρχή δηλαδή ενώ με
είχε αναζητήσει προ τριών μηνών στην ορθή διεύθυνση εκ των
υστέρων απέστειλε την απόφαση επιβολής προστίμων στην
προηγούμενη κατοικία μου.
Η καταφανής ακυρότητα των προς εμέ επιδόσεων των αποφάσεων
επιβολής προστίμου, οι οποίες αποτελούν, κατά τα προεκτεθέντα, τον
νόμιμο τίτλο προκειμένου να χωρήσει εγκύρως αναγκαστική εκτέλεση
κατ’ εμού, συνεπάγεται την μη οριστικοποίηση των υπό κρίση
αποφάσεων επιβολής προστίμου (................) και κατά συνέπεια ακύρως
8

βεβαιώθηκαν τα συγκεκριμένα πρόστιμα εις βάρος μου και


συνακόλουθα η ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση και ατομική
ειδοποίηση χρεών πρέπει να ακυρωθούν.
Β. Παραβίαση δικαιώματος δικαστικής προστασίας κατά παράβαση α.
20 παρ. 2 Σ. και α. 6 παρ. 1 Κ.Δ.Διαδ.
Στην παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι : « Το
δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για
κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή
συμφερόντων του.» Επιπροσθέτως ο Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζει
στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι: « 1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή
μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου,
οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του,
εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς
ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα ακρόασης,
προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση
κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε πλήρεις ημέρες πριν από
την ημέρα ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των
σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της
προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του
ενδιαφερομένου , πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής
πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό
διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου…»
Η συμμόρφωση της φορολογικής Αρχής με τις ανωτέρω υποχρεώσεις
αποτελεί πρόκριμα νομιμότητας της σχετικής διαδικασίας και δεν μπορεί να
αναπληρωθεί από την δυνατότητα που παρέχεται στον επιτηδευματία να
ζητήσει την διοικητική επίλυση. Τούτο δε διότι, κατά το γράμμα και το σκοπό,
της συνταγματικής διατάξεως, το θεσπιζόμενο δικαίωμα του διοικουμένου
συνίσταται ακριβώς στην ΄΄προηγούμενη΄΄ ακρόαση του από την αρμόδια
Αρχή (ΣτΕ 2370/2007 Ολομ., ΔΕΦ Αθ 1294/2009 NOMOS, ΔΠρ Αθ
5805/2008).
Συνακόλουθα η αποτυχία, κατά τα ανωτέρω, της φορολογικής Αρχής να
με ενημερώσει για τις εις βάρος μου αποφάσεις επιβολής προστίμου με
9

έπληξε διττά καθώς, από την μία πλευρά, μου αποστέρησε τη δυνατότητα
να ασκήσω εμπροθέσμως προσφυγή κατ’ αυτών και να ζητήσω την αναστολή
εκτέλεσης τους προκειμένου να εμποδίσω την ταμειακή τους βεβαίωση, όπως
και δεσμεύομαι να κάνω άλλωστε καθώς η 60κονθήμερη προθεσμία ξεκίνησε
από 26.09.2011 ότε και έλαβα γνώση των πράξεων, και από την άλλη είχε
ως αποτέλεσμα να απολέσω επίσης τη δυνατότητα να προβώ σε διοικητική
επίλυση της διαφοράς, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα να κληθώ να
καταβάλλω το βεβαιωθέν και ανακοπτόμενο ποσό μειωμένο κατά 2/3 (α. 9
παρ. ν. 2523/1997). Η συνέπεια μου άλλωστε προς την φορολογική Αρχή
αποδεικνύεται από την άμεση καταβολή των οφειλών μου προς αυτή όταν και
όποτε ενημερώθηκα προς τούτο.
Η παράλειψη αυτή της διοίκησης παραβίασε τις προαναφερθείσες
διατάξεις και με έπληξε ανεπανόρθωτα καθώς συνεπάγεται την απώλεια ενός
σταδίου δικαστικής προστασίας αλλά και την ανεπανόρθωτη οικονομική μου
βλάβη λόγω μη ενδεχόμενης υπαγωγής μου στην ευνοϊκή ρύθμιση
εμπρόθεσμης καταβολής (ΕλΣυν 634/2010, ΘΠΔΔ, Μαρινάκης –
Πανταζόπουλος, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Ερμηνεία, αρθρο 220 Κ.Δ.Δ.), η
δε παράνομη ταμειακή βεβαίωση εκκινεί τη διαδικασία αναγκαστικής
εκτέλεσης η οποία ενδέχεται να μου προκαλέσει σημαντικά προβλήματα
οικονομικής φύσεως αλλά και να με πλήξει ηθικά ενώ σε καμία περίπτωση δεν
ευθύνομαι γι αυτό και προσπαθώ να είμαι καθ’ όλα συνεπής.
Γ. Έλλειψη αιτιολογίας και απαιτούμενων κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 Ν.Δ.
356/1974 στοιχείων της ειδοποίησης.
Η ανακοπτόμενη ειδοποίηση δεν αναφέρει τίποτε σχετικό με το είδος –
προέλευση των οφειλόμενων ποσών και με βάση ποιο νόμιμο τίτλο εχώρησε
η ταμειακή τους βεβαίωση. Δυνάμει της ειδοποίησης αυτής δηλαδή δεν
καθίσταται δυνατόν να λάβω γνώση ποια περίοδο και ποιες παραβάσεις
αφορούν τα συγκεκριμένα πρόστιμα ενώ δεν προσδιορίζεται με ποιο τρόπο
έγινε ο υπολογισμός τους. Περαιτέρω η αποστολή προτυπωμένων εγγράφων
δεν συνάδει με την Αρχή της χρηστής διοίκησης η οποία επιβάλλει η
επικοινωνία του πολίτη με το Δημόσιο να είναι προσωποποιημένη και να
ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά κάθε περίπτωσης. Κατά
10

συνέπεια είναι ακυρωτέα η ατομική ειδοποίηση λόγω ανυπαρξίας οιασδήποτε


αιτιολογίας
Εν συνεχεία από το άρθρο 4 παρ. 1 Ν.Δ. 356/1974 που φέρει τον
τίτλο «Ατομική ειδοποίηση», ορίζεται ότι: «άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το
Δημόσιο Ταμείο ως δημοσίου εσόδου υποχρεούται, επί πειθαρχική αυτού
ευθύνη, να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομική ειδοποίησιν δυνάμενος και
να κοινοποιήσει ταύτη περιέχουσαν, τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το
ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμό και την
χρονολογία τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογία πληρωμής του
χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωση καταβολής εις δόσεις....». Ακόμη στο
άρθρο 75 του ιδίου Ν.Δ., υπό τον τίτλο «Παραλείψεις και ακυρότητες πράξεων
εκτελέσεως», ορίζεται ότι: «1. Παράλειψη ή ακυρότης των πράξεων
εκτελέσεως δύναται να προταθεί υπό του οφειλέτου αν αυτή αποδεικνύεται εξ
αυτών των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν
βλάβη μη δυνάμενη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος».
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Η
ατομική ειδοποίηση πρέπει να περιέχει ακριβή προσδιορισμό της επίδικης
απαίτησης, έτσι ώστε ο οφειλέτης να λαμβάνει ασφαλή γνώση για το είδος του
χρέους, το ύψος του (κατά κεφάλαιο και τόκους), το οικονομικό έτος στο οποίο
αφορά, τον αριθμό και την χρονολογία βεβαίωσης αυτού. Η δε έλλειψη ενός ή
περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα στοιχεία, μπορεί, κατόπιν άσκησης
ανακοπής, να οδηγήσει στην ακύρωση της ατομικής ειδοποίησης, εφόσον ο
αιτών επικαλεστεί τη συνδρομή βλάβης των ουσιαστικών ή δικονομικών του
δικαιωμάτων, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της
ακυρότητας της ατομικής ειδοποίησης. Τέτοια βλάβη θεωρείται ότι υφίσταται
όταν στην ατομική ειδοποίηση αναγράφεται μόνο το ύψος της οφειλής, χωρίς
περαιτέρω αναφορά στο είδος και την αιτία της, αφού έτσι μεν, στερείται ο
ανακόπτων του δικαιώματος να αμυνθεί κατά της επικείμενης εκτέλεσης,
ισχυριζόμενος και στη συνέχεια αποδεικνύοντας την τυχόν μερική ή ολική
απόσβεση της απαίτησης και την ανακρίβεια των κονδυλίων, αφετέρου δε,
καθίσταται ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος. Στη περίπτωση δε αυτή η
νομικά πλημμελής ατομική ειδοποίηση είναι ακυρωτέα (Ελ.Συν. 47/2010
11

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Τα ανωτέρω ισχύουν και εν προκειμένω και κατ’ αποτέλεσμα αδυνατώ
καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αμυνθώ αποστερούμενος το δικαίωμα μου αυτό σε
αυτή τη φάση της διοικητικής εκτέλεσης κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.
2 του Συντάγματος δηλαδή του κατοχυρωμένου δικαιώματος της
προηγούμενης ακρόασης (Α. Γέροντας – Α. Ψάλτης, ΚΕΔΕ, σ. 101, 1998) ενώ
παράλληλα φέρομαι ως οφειλέτρια του Δημοσίου χωρίς να ευθύνομαι γι αυτό.

Δ. Μη κλήση για εισφορά απόψεων προ της ταμειακής βεβαίωσης


Η παράλειψη της φορολογικής Αρχής να με καλέσει προκειμένου να
εισφέρω τις απόψεις μου πριν από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση
αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης όπως αυτό
προστατεύεται στο Σύνταγμα και στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αν είχα
κληθεί προηγουμένως, τότε είναι βέβαιο ότι θα είχα επισημάνει στο αντίδικο
τις ελλείψεις των ανωτέρω επιδόσεων αλλά και θα είχα ενημερωθεί για τις
δήθεν παραβάσεις μου προκειμένου να δώσω τις κατάλληλες εξηγήσεις και
μετά από αυτές η Διοίκηση θα μπορούσε αν τις έκρινε επαρκείς να μην προβεί
σε καμία περαιτέρω ενέργεια και εάν όχι να ενεργήσει τα δέοντα προκειμένου
να βεβαιωθεί νομότυπα η οποιαδήποτε οφειλή μου. Με τον τρόπο αυτό
πραγματώνεται η έννοια της χρηστής διοίκησης και αποφεύγονται άσκοποι
δικαστικοί αγώνες και έξοδα, ενώ ο διοικούμενος δεν φέρεται προ
τετελεσμένων γεγονότων χάνοντας παράλληλα ενδεχομένως και στάδια
δικαστικής προστασίας.
-/-
Επειδή, εκτός των σχετικών εγγράφων, για την απόδειξη των
ισχυρισμών μου όσον αφορά στην ακριβή ημερομηνία μετοικήσεως μου από
................
την (................) στην οδό ................ (................) και την μη γνώση εκ
μέρους μου των αποφάσεων επιβολής προστίμου κρίνεται σκόπιμο να
εξεταστεί ως μάρτυρας ο ................, ................, οικογενειακός φίλος,
κάτοικος ................, οδός ................, ή/και η ................, ................,
οικογενειακή φίλη, κάτοικος ................, δι' αμφότερους δε βεβαιώνεται ότι δεν
συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού ή απαλλαγής μάρτυρα, κατά τα οριζόμενα
12

στο άρθρο 183 Κ.Δ.Δ., και προς τούτο υποβάλλω σχετικό αίτημα στο
δικαστήριο Σας.
Επειδή κατά των συμπροσβαλλόμενων και συναφών πράξεων
βεβαίωσης (ευρεία και στενή έννοια) του συνολικού ποσού των
καταλογισθέντων προστίμων, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση μου στις
06.09.2011 με απλό ταχυδρομείο, νομίμως χωρεί η παρούσα ανακοπή μου,
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 επ. Κ.Δ.Δ.
Επειδή αρνούμαι όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς και ενστάσεις της
φορολογικής Αρχής.
Επειδή η παρούσα ανακοπή είναι νόμιμη, βάσιμη, αληθής και
εμπρόθεσμη.
Επειδή το Δικαστήριο Σας είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για
την εκδίκαση της ανακοπής αυτής.
Επειδή κατέβαλα το νόμιμο παράβολο για το παραδεκτό της άσκησης
της παρούσας ανακοπής.
Επειδή επιφυλάσσομαι να προσθέσω νόμιμα και εμπρόθεσμα και
άλλους λόγους ανακοπής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ
Να εξετασθούν οι προταθέντες μάρτυρες μου για την διευκρίνιση των
ανωτέρω κρισίμων ζητημάτων.
Να γίνει δεκτή η παρούσα ανακοπή μου.
Να ακυρωθούν ή να μεταρρυθμιστούν οι ανακοπτόμενες πράξεις και
παραλείψεις και
Να καταδικασθεί το Δημόσιο στην δικαστική μου δαπάνη και αμοιβή
του πληρεξουσίου δικηγόρου μου, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω
παραλείψεων της φορολογικής αρχής.
Αθήνα, ................
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος