Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας : Ἐκτενής (Ἱκεσία

)
Ἡ ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τελείωσε ἀφοῦ πρῶτα μᾶς φώτισε τήν σκέψη καί μᾶς
θέρμανε τήν καρδιά. Τό θείο καί ἱερό Εὐαγγέλιο τοποθετεῖται καί πάλι πάνω στήν Ἁγία
Τράπεζα. Ὁ διάκονος ἤ ὁ λειτουργός θά μᾶς ἐπαναφέρει πάλι στήν προσευχή, στήν δέηση,
στήν ικεσία. Εἶναι τό σημεῖο τῆς Θείας Λειτουργίας ὅπου ὀνομάζεται «Ἐκτενής», δηλ.
ἐκτεταμένη, μεγάλη ἱκεσία. Χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς δεήσεως εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ «Εἴπωμεν
πάντες ἐξ ὅλης της ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἡμῶν εἴπωμεν», δηλ. (ἄς ποῦμε
ὅλοι μέσα ἀπό ὅλη μας τήν ψυχή καί μέ ὅλη τήν δύναμη τοῦ νοῦ μας ἄς ποῦμε).
«Ἄς ποῦμε», δηλαδή ἡ συμμετοχή μας στή θεία λειτουργία δέν μπορεῖ νά εἶναι μόνο
παθητική, νά ἀκοῦμε ἤ νά βλέπουμε μόνο, πρέπει νά εἶναι καί ἐνεργητική, πολύ ἐνεργητική, καί
γι’ αὐτό μᾶς ζητεῖται νά «εἴπωμεν» μέ ὅλο τόν συναισθηματικό μας κόσμο, μέ ὅλη τήν
θερμότητα τῆς ψυχῆς μας ἀφενός, ἀφετέρου δέ μέ ὅλη τήν διάνοια, μέ ὅλη μας τήν νοητική
δύναμη.
«Εἴπωμεν» λοιπόν. Ἀλλά τί ; «Κύριε παντοκράτωρ ὁ Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν,
δεόμεθά Σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον», δηλ. (Κύριε, Σύ πού ἐξουσιάζεις ἀπόλυτα τά
πάντα, Σύ πού εἶσαι ὁ Θεός τῶν πατέρων μας, Σέ παρακαλοῦμε θερμά, ἄκουσε τήν δέησή μας
καί δώσ’ μας τό ἔλεος Σου). Ὁ λαός παίρνει θέση στήν προτροπή πού τοῦ γίνεται καί ψάλλει
(μέ τούς ἱεροψάλτες) τρεῖς φορές τό «Κύριε ἐλέησον» καί ἀφήνει ἔτσι νά φανεῖ ἡ πλήρης
ἐμπιστοσύνη καί ἡ ἐπανάπαυσή του στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ διάκονος ἤ ὁ λειτουργός θά συνεχίσει : «Ἐλέησον ἡμᾶς
ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεος Σου…», «ἔτι δεόμεθα ὑπέρ
τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν»... «Ἔτι
δεόμεθα ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου…». Ὅσο ὁ διάκονος
προχωρεῖ στά αἰτήματα ὁ λειτουργός στέκεται μπροστά στήν
Ἁγία Τράπεζα καί μέ εἰδικές εὐχές παρακαλεῖ κι’ αὐτός νά δεχθεῖ
ὁ Θεός τίς δεήσεις, νά ἐλεήσει τόν λαό καί νά στείλει τούς
οἰκτιρμούς Του. Καλό εἶναι νά σημειώσουμε ὅτι στά παλιά
χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἐκκλησιαζόμενοι
συμμετεῖχαν πολύ θερμά, ὁλόψυχα.
Αὐτό φαίνεται ἀπό
πληροφορίες πού ἔχουμε ὅτι στό σημεῖο αὐτό γονάτιζαν μέχρι
ἐπαφῆς μέ τό ἔδαφος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, πού δείχνει
ἔνταση, προσευχήθηκε καί ὁ Κύριος μας τό μοναδικό ἐκεῖνο βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης στήν
Γεσθημανή. Αὐτό τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας ἤθελαν κι’ ἐκεῖνοι (οἱ πρῶτοι χριστιανοί) νά
μιμηθοῦν, καθότι σέ λίγο θά ξεκινήσει ἡ μεγαλύτερη ἱεροπραξία τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ Θεία
Εὐχαριστία. Αἰσθάνονταν τόσο ἁμαρτωλοί ἀκόμη καί νά ἀντιφωνήσουν πρός τόν διάκονο γι’
αὐτό ἔβαζαν μπροστά τά παιδιά πού ἦταν στήν Ἐκκλησία καί πού σέ σύγκριση μέ τούς
μεγάλους εἶναι ἀθῶα καί ἀγνά, νά ψέλνουν μετά ἀπό κάθε αἴτηση τρεῖς φορές τό «Κύριε
ἐλέησον». Μέ τόσο σεβασμό καί τόση συναίσθηση προσεύχονταν ἀλλά καί μέ τόση ἔνταση,

1

γι’ αὐτό καί στόν χαρακτηρισμό «Ἐκτενής» ἀποδίδεται καί ἡ ἔννοια τῆς θερμότητας τῆς
ψυχῆς.
Θριαμβεύουσα καί Στρατευομένη Ἐκκλησία ἀποτελοῦν τό ἀδιάσπαστο καί ἄρρηκτο σῶμα
της. Καί ἡ μέν Στρατευομένη εἶναι αὐτή πού βρισκόμεθα ἐμεῖς οἱ ζώντες χριστιανοί, ἡ δέ
Θριαμβεύουσα εἶναι αὐτή ὅπου κατέχει τίς ψυχές τῶν Ὀρθοδόξων ἀποδημούντων (σωσμένων)
μελῶν της. Καί ἔρχεται ἡ ὥρα ὅπου θά προσευχηθούμε γι’ αὐτούς πού ἀνήκουν πλέον στήν
Θριαμβεύουσα, στούς οὐρανούς. «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τῶν μακαρίων καί ἀειμνήστων
κτητόρων τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης καί ὑπέρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων
πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσέβως κειμένων καί ἀπανταχού
ὀρθοδόξων», δηλ. (ἀκόμη σέ παρακαλοῦμε Κύριε γιά ἐκείνους τούς μακαρίους καί
ἀλησμονήτους ἀνθρώπους, πού ἔχτισαν αὐτόν τόν ἅγιο οἶκο μέσα στόν ὁποῖο γίνεται αὐτή τήν
ὥρα ἡ Θεία Λειτουργία. Σέ παρακαλοῦμε καί γιά ὅλους τούς πατέρες καί ἀδελφούς μας πού
ἀπό παλιά ἔχουν ἀναπαυθεί, καθώς καί γιά τούς ὀρθοδόξους τῶν ὁποίων τά σώματα
βρίσκονται τοποθετημένα εἶτε ἐδῶ ἤ σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο μέρος τῆς γῆς).
Μᾶς συγκινεῖ ἀσφαλῶς πολύ τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας πού παρακολουθεῖ τούς πιστούς
καί ὅταν αὐτοί δέν ζοῦν πλέον. Μᾶς συγκινοῦν ὅμως καί τά εὐγενικά καί εὐγνώμονα
αἰσθήματά Της γιά τούς κτήτορες τοῦ ναοῦ. Πραγματικά εἶναι ἀξιομνημόνευτοι ὅσοι
συνετέλεσαν στό νά κτιστούν, νά ἀνοικοδομηθούν, νά ἀνακαινιστούν οἱ Ἱεροί Ναοί μέ
ὁποιονδήποτε τρόπο∙ εἶτε χαρίζοντας γῆ, ἤ προσφέροντας χρήματα, ἤ καταβάλλοντας
προσωπική ἐργασία, ἤ μέ ὁποιονδήποτε ἄλλο τρόπο ἐνίσχυσαν τό ἔργο Της. Ἐσαεί θά
μνημονεύονται ἀπό τόν ἐκάστοτε λειτουργούντα στίς δεήσεις του πρός τόν Θεό καί θά Τόν
παρακαλεῖ νά τούς ἀναπαύσει κοντά Του καί ταυτόχρονα νά ἐμπνέει καί σέ ἄλλους χριστιανούς
ὁ Θεός τέτοιους εὐγενείς πόθους, ὥστε νά αὐξάνουν «τά κατοικητήρια» τοῦ Θεοῦ καί νά
ὀμορφαίνει καί νά ἁγιάζεται ἡ γῆ μας.
Στήν συνέχεια τό ἐνδιαφέρον μας στρέφεται μέ ἀγάπη σέ ὅλους τούς εὐσεβείς καί
ὀρθοδόξους χριστιανούς πού κατοικοῦν εἶτε μόνιμα ἤ γιά λίγο καιρό (παροικούντες) στήν πόλη
καί στήν συγκεκριμένη ἐνορία. Γι’ αὐτούς ζητᾶμε ζωή, εἰρήνη, ὑγεία, σωτηρία, προστατευτική
ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, συγχώρεση καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους,
ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν
ἁμαρτιῶν τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ τῶν παροικούντων ἐν τῇ πόλῃ καί ἐνορία ταύτῃ».
Καί ἀκοῦμε τό τελευταίο μας αἴτημα : «Ἔτι δεόμεθα «ὑπέρ τῶν καρποφορούντων καί
καλλιεργούντων ἐν τῷ ἁγίῳ καί πανσέπτῳ ναῷ τούτῳ, κοπιώντων, ψαλλόντων, καί
ὑπέρ τοῦ περιεστώτος λαοῦ, τοῦ ἀπεκδεχομένου τοῦ παρά Σου μέγα καί πλούσιο
ἔλεος», δηλ. (ἀκόμη Κύριε σέ παρακαλοῦμε γιά ὅσους προσφέρουν δῶρα στό ναό καί γιά
ἐκείνους πού ἐργάζονται ἔργα καλά μέ εὐλάβεια καί ἀφοσίωση, μέσα στόν Ἅγιο καί
πανσέβαστο Ναό Σου. Γιά ἐκείνους πού κοπιάζουν γιά τήν καλύτερη τοῦ Ναοῦ ἐμφάνιση, ἀλλά
καί γιά ἐκείνους πού ψάλλουν μέσα σ’ αὐτόν καί μᾶς ἀνεβάζουν πνευματικά. Σέ παρακαλοῦμε
καί γιά τόν λαό αὐτό πού μᾶς περιβάλλει καί πού περιμένει μέ πόθο καί ἐλπίδα τό μέγα καί
πλούσιο ἔλεος Σου πού μόνο Σύ ἔχεις καί παρέχεις).
Μέ ὅλα αὐτά τά αἰτήματα ὁ λειτουργός στά λίγα λόγια πού ἔχει πεῖ ἀφενός μέν δικαιολογεῖ
γιατί ζητάμε ὅλα τά παραπάνω ἀπό τόν Θεό καί ἀφετέρου θά δοξολογήσει τόν Θεό πού πάντα
μέ ἀγάπη ἀνταποκρίνεται στίς ἀνάγκες τῶν παιδιῶν του :
«Ὅτι (διότι) ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις (εἶσαι) καί Σοι (σέ Σένα) τήν
δόξα ἀναπέμπομεν (ἀποδίδουμε) τῷ Πατρί καί τῷ Ὑιῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νύν καί
ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων».
Τό «Ἀμήν» πού θά ἀκολουθήσει ἄς βγεῖ μέσα ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας καί ἄς δείχνει
πάντα τό βαθμό καί τήν ἔνταση τῆς προσωπικῆς μας συμμετοχῆς στήν προσευχή τῆς
Ἐκκλησίας μας, οὕτως ὥστε τά ἀποτελέσματα νά εἶναι ἁγιαστικά καί σωτήρια.
Μέ ἀγάπη…

2

π.Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

Λειτουργική ἐμπειρία στό μέτωπο ! (Ἀληθινό περιστατικό)
Μέρες εἶχαν νά κοιμηθοῦν. Ἄν λογιζόταν γιά ὕπνος, ὁ λιγοστός χρόνος πού ξάπλωναν
καταγῆς ντυμένοι ὅπως ἦταν, γιά νά ξυπνήσουν σέ λίγη ὥρα ἀπό τό φοβερό κρύο πού τούς
πάγωνε τήν καρδιά καί νιώθαν πώς πεθαίναν. Δέν ἦταν πολλοί. Καμιά δεκαπενταριά ἄνδρες σ’
αὐτό τό ὕψωμα τοῦ Ἑφταχωρίου πού ὑποστήριζε, ὑποτίθεται, τά μετόπισθεν. Γιατί τίς
τέσσερις τελευταῖες μέρες εἶχε ἑνοποιηθεῖ σχεδόν μέ τήν πρώτη γραμμή. Δέν ἦταν οὔτε
εὔκολα τά πράγματα, οὔτε ἐλπιδοφόρα. Οἱ Ἰταλοί ἔρχονταν σωρηδόν. Εἶχαν ἀπίστευτη
ὑπεροχή. Ἡ πρώτη γραμμή μέ πενιχρότατα μέσα, ἀρκετές ἀπώλειες καί περισσή αὐτοθυσία,
κράτησε τόσες μέρες τήν ἐπιδρομή δύο Ἰταλικῶν μεραρχιῶν. Τῆς «Φεράρας» καί τοῦ
«Κένταυρου». Τώρα μέ νύχια καί δόντια προσπαθοῦσε νά κρατήσει τίς θέσεις της ἀπέναντι
στήν πανίσχυρη καί πάνοπλη περίφημη ᾽Ιταλική Μεραρχία Ἀλπινιστῶν «Τζούλια». Ἕντεκα
χιλιάδες στρατιῶτες ἀπέναντι σέ δύο χιλιάδες δικούς μας κι αὐτούς ἐξαντλημένους,
πεινασμένους καί σχεδόν ἀόπλους, εἶναι μεγέθη πού δέν συγκρίνονται. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς τίς
τελευταῖες μέρες, μαζί μέ τούς ἀγαπημένους καί πολύπαθους συντρόφους τους ’χάναν καί
ἔδαφος. Κάποια ὑψώματα δῶθε-κεῖθε καί ἡ ἀμυντική γραμμή κάνοντας «κοιλιές», τραβιόταν
ὅλο καί πιό πίσω. Γι’ αὐτό καί ἡ θέση τους, πού ἦταν θέση στά μετόπισθεν, εἶχε φθάσει νά
ἀγγίζει τήν πρώτη γραμμή.
Δέν μιλοῦσε κανείς κεῖνο τό πρωινό.
Βλέφαρα πού μέ δυσκολία κρατιόνταν
ἀνοιχτά λόγῳ τῆς παρατεταμένης ἀγρυπνίας,
ἄφηναν τή ματιά νά πλανηθεῖ μακριά στό
πουθενά, ὅσο νά μπορέσει ἡ σκέψη,
κρατώντας ἕνα ἀδιατάρακτο πλάνο, νά
ταξιδέψει σέ μέρη δικά της, ἀγαπημένα.
Δέν ὑπῆρχε κουράγιο τώρα, ἀνθρώπινη
περιέργεια ὅπως τίς πρῶτες μέρες, νά σπάσει
αὐτήν τήν περίεργη σιωπή, νά στραφεῖ στό
διπλανό της, νά ρωτήσει τί σκέφτεσαι;
Τόσες μέρες τά ᾽χαν πεῖ ὅλα ὁ ἕνας στόν
ἄλλο. Γιά τίς δουλειές τους πού ἄφησαν στή μέση. Γιά τούς γονεῖς τους πού μέ ἐλπίδα,
περηφάνεια καί φόβο τούς ξεπροβόδισαν. Γιά τά ἀγαπημένα τους πρόσωπα πού ξενυχτοῦσαν
πλάι τους, μέ τό στημόνι τῆς ἀγωνίας νά ὑφαίνει σκουρόχρωμο τό ὑφαντό τῆς ψυχῆς τους. Γιά
τά σχέδιά τους πού θά ξεκινοῦσαν μ’ ὄρεξη μόλις ὁ πόλεμος τελείωνε.
Στιγμές-στιγμές τ’ ἀργό ἀνοιγόκλειμα τῶν ματιῶν ἔπαιρνε τό βλέμμα ἀλλοῦ καί ἄλλαζε τήν
εἰκόνα πού συνόδευε τίς νέες τους σκέψεις. Τίποτα δέν ἀκουγόταν. Οὔτε κι ὁ ἀσύρματος τοῦ
Κώστα, πού ἀπό καιρό σέ καιρό ἔσπαγε τή νεκρική σιωπή γιά νά μεταδώσει ἕνα
κρυπτογραφημένο μήνυμα πιό σπάνια καί πιό συχνά ἐκεῖνα τ’ ἀτέλειωτα παρατεταμένα ἤ μή
«μπίπ» τοῦ κώδικα μόρς. Τώρα σιγοῦσε κι αὐτός. Ἦταν διαταγή. Ἀπό χθές τό βράδυ μέχρι
νεοτέρας. Σιγή ἀσυρμάτων. Γιατί ἐπρόκειτο ἡ ἰταλική ἀεροπορία νά χτυπήσει γιά ἐκκαθάριση
τή γραμμή ἀμύνης καί δέν ἔπρεπε νά στοχοποιηθοῦν οἱ θέσεις τῶν στρατιωτῶν ἀπ’ τόν
ἐντοπισμό τῶν ἀσυρμάτων.
Μιά ἀπραξία λοιπόν πού ὅμως δέν σ’ ἄφηνε νά κοιμηθεῖς, νά χαλαρώσεις, νά ξεκουραστεῖς,
γιατί φοβόσουν ὅτι ἀπό στιγμή σέ στιγμή κάποιο ἀεροπορικό βλῆμα μπορεῖ νά σέ περνοῦσε
στήν αἰωνιότητα. Κι ὁ φόβος πάντα συμμαχοῦσε μέ τό κρύο τοῦτες τίς ὧρες, κάνοντας
ἀδύνατο νά κοιμηθεῖ κανείς.
Σιωπή, ἐξάντληση, φόβος κι ἀγωνία.

3

–Κάτσε κάτω, μήν κουνιέσαι. Γίνεσαι στόχος. Ψιθύρισε ὁ Βαγγέλης ἀπ’ τήν Καρδίτσα στόν
Ἀλέξανδρο πού σηκώθηκε ὄρθιος καί τράβηξε μπροστά.
Δέν ἔδωσε σημασία ἐκεῖνος. Σάν νά μήν ἄκουσε. Προχώρησε ἴσια ἐμπρός. Ἔφτασε τόν
ἀσυρματιστή καί ἔκατσε δίπλα του.
–Κυριακή σήμερα, τοῦ ᾽πε.
Ὁ ἄλλος δέν μιλοῦσε. Οὔτε κάν τόν κοίταξε.
–Τέτοια ὥρα στήν Ἀθήνα, στόν Μητροπολιτικό Ναό τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία.
Ἀνέκφραστος ὁ ἀσυρματιστής. Ἔδειχνε σάν νά μήν ἀκούει τίποτα ἀπ’ τόν μονόλογο τοῦ
Ἀλέξανδρου. Ὡστόσο τόν ἄκουγε. Τό ’ξερε ὁ Ἀλέξανδρος, γι’ αὐτό καί συνέχισε.
–Δέν πιάνεις λίγο στόν ἀσύρματο τό Ἐθνικό πρόγραμμα ν’ ἀκούσουμε ὅλοι μας τή
Λειτουργία; Τώρα γύρισε ἀπότομα. Τόν κοίταξε πιό φοβισμένος ἴσια στά μάτια.
–Εἶσαι καλά; Τρελάθηκες; τόν ρώτησε καί τά μάτια του ἔβγαζαν σπίθες. Ἀπό φόβο; Ἀπό
ὀργή μπροστά στό παράλογο αἴτημα;
Ἦταν πιστός ὁ Ἀλέξανδρος. Τόν ἤξερε καλά. Ἦταν θεολόγος. Χαριτωμένο παιδί. Ἀλλά ὁ
πόλεμος δέν ἀφήνει περιθώρια γιά συναισθηματισμούς καί συμπάθειες.
–Λίγο. Μόνο γιά λίγο, ἐπέμενε ὁ Ἀλέξανδρος, μέ ἕνα ὕφος τόσο παρακλητικό καί συνάμα
τόσο πιεστικό. Θά φωνάξω καί τούς ὑπόλοιπους. Θά γονατίσουμε ὅλοι γύρω ἀπ’ τόν
ἀσύρματο… Λίγο… Νά πάρουμε τήν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. Τή χάρη τῆς Λειτουργίας. Τό μόνο
πού ’χουμε ἀνάγκη ἐδῶ πάνω…
–Εἶσαι καλά; ἐπέμενε πάλι ὁ ἄλλος, παρόλο πού ἐσωτερικά εἶχε ἤδη ἐξασθενήσει κάθε
ἀντίδρασή του. Τό κατάλαβε ὁ Ἀλέξανδρος. Δέν χρειαζόταν νά ἐπιμείνει ἄλλο.
–Παιδιά, ἐλᾶτε ὅλοι ἐδῶ γύρω. Γύρω ἀπ’ τόν ἀσύρματο. Γονατίστε. Θά ἀκούσουμε γιά

λίγο τή θεία Λειτουργία ἀπ’ τήν Ἀθήνα. Νά πάρουμε δύναμη. Νά μᾶς εὐλογήσει ὁ
Χριστός καί ἡ Παναγία.

Παράξενο, ἀλλά σηκώθηκαν ὅλοι. Σιγά-σιγά ἦρθαν καί γονάτισαν γύρω ἀπ’ τόν ἀσύρματο.
Ἀμίλητοι ὅπως πρίν, ἀλλά μ’ ἐμπιστοσύνη στήν «ἀποκοτιά» τοῦ Ἀλέξανδρου.
Δέν χρειαζόταν ἄλλη παρότρυνση ὁ Κώστας.
–Μόνο γιά μιά στιγμή, εἶπε σιγανά στόν Ἀλέξανδρο καί περίμενε νά τακτοποιηθεῖ
γονατιστός καί ὁ τελευταῖος στρατιώτης.
Ἔγινε σιγή μερικῶν δευτερολέπτων καί κατόπιν ὁ ἀσυρματιστής ἄνοιξε τόν ἀσύρματο.
Ἀκούστηκε ἕνα μικρό σύρσιμο στίς διάφορες συχνότητες τοῦ ἀσύρματου καί μετά πάλι μιά
ἐλαχιστότατη σιγή, πού τή διέκοψε ἡ εὐκρινέστατη φωνή τοῦ ἱερέα.
–… «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός
καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν».
Καί… ἀμέσως ὁ Κώστας ἔκλεισε τόν διακόπτη.
(πηγή : απόσπασμα από Περιοδικό της χφδ «η Δράση μας»)

Ἐπιμέλεια : Ἀγγελή Βίκυ , Φιλόλογος

4