ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΟΜΕΑΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ
Β’ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΚΗΣ
ΠΑΝΕΠ. ΕΤΟΣ 2008-09

Αριθμός Διατριβής 1943

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΚΟΡΑΝΗ
Ιατρού-Ουρολόγου

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009

2.ΦΙΔΑΝΗ. 202. παρ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΚΗΣ. ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ Ε. ΚΟΚΚΑΣ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Η ΕΠΤΑΜΕΛΗΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Δ. ΣΑΡΔΕΛΛΗ.ΦΙΔΑΝΗ. ΜΗΡΤΣΟΥ . ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Β. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. 8).Η ΤΡΙΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Δ. ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ Ε. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ Χ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Ε. ΜΗΡΤΣΟΥ . ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Β. παρ. άρθρ. αρθρ. (Νόμος 5343/32. και Ν. . ΚΟΥΒΕΛΑΣ.Ι. ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Β. ΚΟΥΒΕΛΑΣ.Ι. ΛΕΚΤΟΡΑΣ " Η έγκρισις της διδακτορικής διατριβής υπό της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δεν υποδηλοί αποδοχήν των γνωμών του συγγραφέως". ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Γ.50. 1268/82.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΤΟΜΠΡΟΣ .

.

Στους γονείς και τους δασκάλους μου .

.

.............................. 30 6...1................................... ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ .............................................................................7.......... Οργανικές ασθένειες ..5...................1.......................5.....Αλληλεπίδραση γονότυπου-φαινότυπου ........................................................................................................... ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ...............................9....................................5...........5............................... Μελέτες σε διδύμους ............... 17 4..................... 25 6............................Αυτοσωματικός κυρίαρχος τρόπος κληρονομικότητας.................... Λειτουργική ακράτεια...................... 19 4..........................6............................... 21 5........................ Μελέτες σε υιοθετημένα παιδιά....Εναλλαγές στην έκκριση βαζοπρεσίνης ......................................1....................................7 3....6................... 21 4.......................... Μελέτες οικογενειών...1...........................................................................2....................... ΤΥΠΟΙ ΑΚΡΑΤΕΙΑΣ................... 28 6................................................................... 12 4...........3........................2....... Aυτοσωματικός υπολειπόμενος τρόπος κληρονομικότητας.......... Συνδετικές αναλύσεις ...............1...........2......6.7 3.................................. 18 4.................................................... ΟΡΙΣΜΟΙ......... 16 4..............................................................................1......................................1...................... 27 6..... 17 4................2....... Διαταραχές ύπνου ......................................... 26 6...................4..................................................... 30 ...........1..................4....... 16 4............... 19 4..............................................3....................................................7 3.............................................................. 12 4......................................6 3.....................................ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................................................ 10 4..1 ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1................................ Συνύπαρξη διαφορετικών τρόπων κληρονομικότητας .......5....................... 29 6..........................................................6................... Mοριακή γενετική της νυχτερινής ενούρησης ........................................5 2..................................................................... 23 6...........................3.........................8............ Αναλύσεις διαχωρισμού/απομόνωσης (τρόποι κληρονομικότητας) ........................ Άπνοια ...........................................5................................................................................. Επιδημιολογικές μελέτες ................. 27 6........1..........................................................1.....1...........................................................................1..................... Ψυχολογικοί Παράγοντες ........................................ Αιτιολογία........ 14 4. Μειωμένη κυστική χωρητικότητα και παθολογική ουροδυναμική...... 28 6........... Ενούρηση ..............1.. ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗ.....................................3.....................................................................Γενετικοί Παράγοντες ..............4............... 25 6............ Πολυγονιδιακή μέθοδος κληρονομικότητας.. Υποψήφια γονίδια......................................1............................ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ..... 16 4.....................................................................................................3...................................... Οργανική ακράτεια ................1.............................. 14 4.............. 25 6...............................6..........................................................2................... Νυχτερινή πολυουρία ..... Καθυστέρηση ωρίμανσης....................................................................................................................

.... 55 7...............1..................... 68 10... 71 .............. Δυσκοιλιότητα.............................. 61 8....................................... 68 10.............................. 70 10..4...............................................7...................................................................................................................... 46 7..........................2................ 31 6........2.................................................... 35 6................................................................1................................................. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ...1...........................6.........1.................................................................2....................................3.......................... 61 8................................................................................................................ Ύπνος / αφύπνιση και λειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) .................... 39 7..1........................................ 59 8.............6................ Υοσκυαμίνη .. 46 7..................... ΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ........... 32 6......................................... ... Χλωροτρόπσιο (Τrospium chloride) .............................. 44 7..............................................................................1........................3.5......................... Γενετική.....................1..................3................................ Προπιβερίνη ..................................................................................2..................2................11.................. Ενδαγγειακές ουσίες .....................1............... 67 10. Λήψη τροφών και υγρών..................................3.. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ .......................................................................................................................................... 56 7................ Εναλλακτικές θεραπευτικές μέθοδοι ......4......................................2........................... Αντιχολινεργικά................................................ Άλλες ουσίες............. Ιστορικό .................................. Ιμιπραμίνη .................................2........................................ Φαρμακογενετική........................... Νυχτερινή παραγωγή ούρων και ορμόνες ........ Τολτεροδίνη................................... 47 7........................................................................... Μηχανισμός δράσης των αντιχολινεργικών .........1...... 45 7........ Εργαστηριακός Έλεγχος ...................................................................10...... 71 10.................... 31 6.....................................3.. Συναγερμός Ενούρησης............. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ ............................................................................................. Ψυχολογία . Κυστική Λειτουργία......... 36 6.....................1...................................................................................................... 51 7....1.............................................................1........................................................ Δεσμοπρεσσίνη.....3........................................... Έλεγχος της κύστης ...... Αντιχολινεργικές ουσίες............................................................................................................................................................... Μηχανισμός δράσης δεσμοπρεσσίνης ....... Νεότερα Δεδομένα ..................................................5....................... 44 7.......................................1 Ομάδες .......2...................3............ 48 7..2........................................................................................4........................ 62 ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 9............... Ιστορικό και Εργαστηριακός Έλεγχος.......................2.......5..................................................4.......1............................................................... 58 7....................................2.................... 31 6..... Άλλες ουσίες............................................ 53 7........................................6........... Οξυβουτινίνη .... 55 7...............................................1................... Αντιενουρητικά ................. 37 7.......................... 36 6... 49 7................. 48 7............................ 47 7.................................................................2........2..............2.............

....................2......................3........................................... 99 14......... 87 11..... 73 10..................................................3...............................3................ Ουροδυναμικός Έλεγχος ...........4..............4.................. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ...3.........................................................................2............................................................. ΠΕΡΙΛΗΨΗ..................................5............ Εργαστηριακός Έλεγχος ..... 100 15.......................... 76 10.................................................................................................... Ιμιπραμίνη .................................... Μετά τη Θεραπεία .................... Ουροδυναμικός Έλεγχος ..... Επεισόδια Ενούρησης.......................................................3....................................................................................3....................................................2................ Χώροι διεξαγωγής έρευνας ........................................................................... 96 13......... 91 12.......................................................................................................................................................................................................................... 85 11......... 79 11.............. Στατιστική ανάλυση ........................................................................................ ΣΥΖΗΤΗΣΗ.. 78 11...................1...................... Δημογραφικά Χαρακτηριστικά....7................................................................................4........... Φαρμακευτική Θεραπεία .................................................................................. Ασκήσεις Κύστεως ............................................3................................................................... 102 .........................................................................................................2...................... Δημογραφικά Χαρακτηριστικά......................... 74 10....................................................3.......................................................................... 94 12....................... 82 11....1....2. 84 11............. 90 11............2........... 76 10.............. 87 11.................................... 95 12.....1........ 74 10................. Προ της Θεραπείας ........................................................................................... ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ................................ Μετά τη Θεραπεία ...... ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ............................................................................................... Συμβάματα Ενούρησης . 71 10...........................1....10.... 94 12................................ 79 11.............6.................................... Προ της Θεραπείας ...............................2. 75 10...... Στατιστική ανάλυση .................................................................. Νορτρυπτιλίνη ............................. Ουροδυναμικός Έλεγχος ...........................................6...........

.

η ενούρηση πρέπει να εξετάζετε στο γενικό πλαίσιο των διαταραχών ούρησης. το Ketham’s Fasciculus Medicinae: ‘‘Ενούρηση είναι η ακούσια εκροή ούρων κατά τον ύπνο’’. ενώ οι Ψυχίατροι και οι Ψυχολόγοι αντιμετώπισαν το πρόβλημα από συμπεριφοριολογική άποψη. μόνο κατά τον αιώνα που διανύουμε δόθηκε προσοχή στο πρόβλημα της νυκτερινής ενούρησης. όμως μόνο πολύ σπάνια αναφέρεται στην αρχαία βιβλιογραφία. διάφοροι χειρισμοί από χειροπρακτικούς. Μόνο όταν η νυκτερινή απώλεια ούρων διατηρούνταν και κατά την ενήλικο ζωή. αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω από τη θέση αυτή.ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η νυκτερινή ενούρηση. Στο πρώτο δημοφιλές σύγγραμμα Παιδιατρικής. Στην Ομότιμη Καθηγήτρια Φαρμακολογίας κ. παρά ως ιατρικό πρόβλημα η νόσος. το 1897. είτε ως κύρια επιλογή. Στην ερευνά μας χορηγήσαμε τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. οι ουρολόγοι διερευνούσαν επιθετικά για ανατομική εξήγηση της νυκτερινής ενούρησης. είναι γνωστή από την αρχαιότητα. προτάθηκαν διαιτολογικές προσεγγίσεις. Πρώτη επίσημη αναφορά γίνεται το 1491 σε ένα από τα πρώτα τυπωμένα ιατρικά βιβλία. Κλείνοντας. Σύμφωνα με τη μοντέρνα ουρολογική άποψη. Στις αρχές του αιώνα. συνέβαλλαν στην περάτωση και την αρτιότερη παρουσία της εργασίας. Βασιλική Μήρτσου εκφράζω τη βαθειά μου ευγνωμοσύνη και εκτίμηση για την επιλογή της στο πρόσωπό μου ως 1 . καθώς και οδηγίες για την αντιμετώπισή της. ως φαινόμενο. είτε σε συνδυασμό με ασκήσεις κύστεως και ελπίζουμε ότι θα συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση της ασθένειας με μια θεραπευτική αντιμετώπιση που προσφέρει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. του Nikolas Rosen von Rosenstein το 1764. εκείνους που με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι. Στο κλασικό σύγγραμμα Παιδιατρικής του Holt. Πρώτος ο Burns το 1937 έγραψε ότι η νευρωσική φύση των ενουρητικών παιδιών είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της ενούρησης. γίνεται διαχωρισμός της ακράτειας ούρων ανατομικής και νευρογενούς αιτιολογίας και αναφέρονται οι διάφοροι τύποι της ενούρησης. οι προφανείς κοινωνικοί λόγοι πίεζαν για θεραπευτική παρέμβαση. Οι διάφοροι κλάδοι της κλινικής Ιατρικής αντιμετώπισαν τη νυχτερινή ενούρηση από τη δική τους σκοπιά. στις 360 σελίδες του δεν γίνεται καμία αναφορά στην ενούρηση. Τότε θεωρούνταν περισσότερο ως οικονομικό πρόβλημα. Όμως.

της διατριβής μου. μοιράστηκε όλες τις αγωνίες μου. με υπομονή και φιλική διάθεση με στήριξε στην εκτέλεσή της. Θερμά ευχαριστώ επίσης για τη διευκόλυνση του έργου μου. Κούβελα Δημήτρη που από την αρχή έως το τέλος με συμπαραστάθηκε. Στέλλα Λάσκαρη. Νοσοκομείου Παπαγεωργίου μέλος της τριμελούς. που ακούραστα στάθηκε δίπλα μου όλο το χρονικό διάστημα και χάρη στην πλατειά του κατάρτιση στο αντικείμενο της μελέτης μας. Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή μου κ. και ήταν καταλυτική η συμβολή του και καθοριστική για την ολοκλήρωση της διατριβής μου. με καθοδήγησε με την άρτια επιστημονική του κατάρτιση. Ευάγγελο Ιωαννίδη Δ/ντή Πανεπιστημιακής Ουρολογικής Κλινικής. Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Επίκουρο καθηγητή Υγιεινής και Κοινωνικής Ιατρικής κ.υποψηφίου Διδάκτορα του Εργαστηρίου της. Θεόδωρο Δαρβαβέση που πρώτος. Ιδιαίτερα θα ήθελα να ευχαριστήσω εγκάρδια τον επιβλέποντα Αναπληρωτή Καθηγητή Φαρμακολογίας κ. Χρύσα Πουρζιτάκη και την κ. 2 . από τα φοιτητικά μου χρόνια με παρότρυνε να γίνω κάτοχος διδακτορικής διατριβής. την κ. καθώς και την εμπιστοσύνη της κατά τη διάρκεια της εκπόνησης.

ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ .

.

Ο κλινικός φαινότυπος της ενούρησης είναι ετερογενής και η αιτιολογία του πολυπαραγοντική. περιλαμβάνοντας βιολογικούς. που παρουσίαζαν νυχτερινή ενούρηση σε πρωταρχικό στάδιο. κατέδειξαν ότι ένα υψηλό ποσοστό συγγενών των ασθενών. κυμαίνεται στο 1-2% με αυτόματο ποσοστό ίασης γύρω στο 15% το χρόνο1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενούρηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της παιδικής ηλικίας. εμφάνιζαν το ίδιο φαινόμενο. εντόπισαν χρωμοσωμικές περιοχές. γενετικούς. ως σημεία που σχετίζονται με την έκφραση γονιδίων που ευθύνονται για τη νυχτερινή ενούρηση. Αντιθέτως.1. επηρεάζοντας περίπου το 10% των επτάχρονων παιδιών. Το ποσοστό των εφήβων που παρουσιάζουν το φαινόμενο της νυχτερινής ενούρησης. ποσοστό 23% των επτάχρονων παιδιών παρουσιάζουν το φαινόμενο κατά τη διάρκεια της ημέρας2.13-20 5 . οι μοριακές γενετικές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν. περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες. σχετικά με τους μικροδορυφορικούς δείκτες της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR). Οι πρώτες επίσημες γενετικές μελέτες της δεκαετίας του ’50 και του ’60.3-12 Στη δεκαετία του ’90.

η οποία ορίζεται ως η νυχτερινή ούρηση χωρίς καθημερινά προβλήματα ούρησης και με απουσία μεγάλης χρονικής περιόδου εγκράτειας (χωρίς επεισόδια ενούρησης). Ποσοστό 80% ως 85% των παιδιών παρουσιάζουν μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση22. Σχήμα 1. τουλάχιστον μια φορά εβδομαδιαίως. Νυχτερινή ενούρηση είναι η ακούσια ούρηση κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου. επειδή προσδιορίζουν την κατάλληλη προσέγγιση και θεραπεία που πρέπει να εφαρμοστεί. η οποία ορίζεται ως η υποτροπιάζουσα κατάσταση η οποία ακολουθεί μια περίοδο εγκράτειας 6 μηνών. Ασθεν Ασθεν είς είς με με δυσλειτουργικές δυσλειτουργικές κεν κεν ώσεις Νυχτε Νυχτε ριν ριν ήή εν εν ούρηση ούρηση Οργαν Οργαν ική ική ακρά ακράτεια τεια 6 . Η νυχτερινή ενούρηση μπορεί να ταξινομηθεί α) στην πρωτογενή μονόσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση. αν και κατά διαστήματα έχει προταθεί ο διαχωρισμός σε 1. ΟΡΙΣΜΟΙ Ακράτεια θεωρείται η διαφυγή τουλάχιστον 1 ml ούρων.2. σε παιδιά ηλικίας από 5 ετών και άνω21. οριζόμενη ως η πρωταρχική νυχτερινή ενούρηση η οποία συνοδεύεται και από ημερήσια προβλήματα και γ) στην δευτερογενή νυχτερινή ενούρηση. η οποία συμβαίνει έπειτα από την ηλικία του προβλεπόμενου ελέγχου της κύστης. Το σχήμα 1 απεικονίζει το επικαλυπτόμενο φάσμα της ακράτειας ούρων ανάμεσα σε παιδιά. β) στην πρωτογενή μη μονό-συμπτωματική νυχτερινή ενούρηση. Οι διακρίσεις αυτές είναι σημαντικές κάθε φορά που αξιολογείται η κατάσταση κάποιου ασθενή. 3 και 12 μήνες.

Περιγράφει την ενούρηση. τα οποία όμως έχουν φυσιολογικό έλεγχο των κενώσεων κατά τη διάρκεια της ημέρας και δεν παρατηρούνται άλλες διαταραχές. μόνο το 1% των εφήβων παρουσιάζουν πρόβλημα νυχτερινής ενούρησης25.3. ως τη φαρμακοθεραπεία.Ν.Ν.1. ο χαρακτήρας επείγοντος και η ακράτεια. Η Μ.Ε. γεγονός που σημαίνει ότι η πλειοψηφία των ασθενών έχει έναν ή περισσότερους πρώτου βαθμού συγγενείς.56 έτη).23 Ως μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση (Μ. ορίζεται η ενούρηση που συμβαίνει σε παιδιά άνω των 6 ετών. Λειτουργική ακράτεια Οι παιδοουρολόγοι είναι εξοικειωμένοι με τους ασθενείς που εμφανίζουν δυσουρία ή με τους μη-νευροπαθείς ασθενείς με λειτουργική ακράτεια. των παθολογικών μηχανισμών ύπνου/αφύπνισης ή σε κάποιον συνδυασμό των παραπάνω. 25 26 27 και έχει αυτογενή ρυθμό ίασης 15-18% Επομένως. σε μικρότερη ηλικία (2.). περιορισμός της λήψης υγρών και ειδικών συναγερμών) και επιτήρηση. τη διακοπή του φυσιολογικού κιρκάδιου ρυθμού έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης.Ν. η οποία μπορεί να σχετίζεται και με συμπτώματα. με το ίδιο πρόβλημα και απαιτεί ελάχιστη ή και καθόλου διαγνωστική αξιολόγηση. Συνήθως οι θεραπευτικές παρεμβάσεις κυμαίνονται μεταξύ αλλαγών στη συμπεριφορά (π.Ε. Η ημερήσια ενούρηση παρατηρείται λιγότερο συχνά και ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα κάποιων παραγόντων ή μέρος μιας σειράς συμπτωμάτων. Η νυχτερινή ενούρηση επηρεάζει το 15% περίπου των παιδιών ηλικίας 5 ετών24 25 26 28 29 ετησίως. όπως είναι η αυξημένη συχνότητα. Όμως οι κοινωνικές και πολιτιστικές διαφορές οδηγούν σε ορισμένες αποκλίσεις. Ενούρηση Η πλειοψηφία των παιδιών εκπαιδεύονται στη χρήση της τουαλέτας μέχρι την ηλικία των 3 ετών. Η δευτερογενής ενούρηση είναι η εμφάνιση νυχτερινής ούρησης. έπειτα από ένα συνεχές διάστημα ύφεσης διάρκειας 6 μηνών.χ. ή τις διαταραχές στην 7 .25 έτη) απ’ ότι τα άρρενα άτομα (2. Οι διαταραχές αυτές ταξινομούνται με βάση τις παθολογικές ουρήσεις. όπως επίσης και με τους ασθενείς που εμφανίζουν το σύνδρομο επείγουσας ανάγκης. φαίνεται ότι οφείλεται στην καθυστέρηση της λειτουργικής ωρίμανσης της κύστης.Ε. είναι σε αρκετές περιπτώσεις οικογενής νόσος. Τα θήλεα εκπαιδεύονται σε γενικές γραμμές. 3.2. μέχρι την ηλικία των 15 ετών. ΤΥΠΟΙ ΑΚΡΑΤΕΙΑΣ 3. Η αιτιολογία της Μ.

η οποία εκλαμβάνεται ως ακατανίκητη επιθυμία κένωσης. Το σύνδρομο επείγουσας ανάγκης. βάζοντας το παιδί να αφαιρέσει όλα τα ρούχα από τη μέση και κάτω και να ουρήσει αντικρίζοντας το πίσω μέρος της τουαλέτας.. Μια από τις πιο συνηθισμένες διαταραχές είναι το σύνδρομο οκνηρής κύστης. πραγματοποιείται εξαιτίας της ενεργοποίησης του πυελικού χώρου. ότι η υποτονία του σφιγκτήρα που παρατηρείται σε αυτή τη διαταραχή. κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η νευρική ακράτεια (ή enuresis risoria). είναι παρόμοια με την καταπληξία που συναντάται στη ναρκοληψία και αυτό αποτελεί τη βάση για την επιτυχημένη φαρμακοθεραπεία της νευρικής ακράτειας. Ακράτεια και/ή ενούρηση σπανίως εμφανίζονται. νεαρά θήλεα άτομα περιγράφουν μια μικρή διαφυγή ούρων μερικά λεπτά αργότερα μετά την ούρηση. Η κλινική εξέταση έχει συνήθως φυσιολογικά ευρήματα και το σύνδρομο τις περισσότερες φορές αυτοπεριορίζεται.24 Συχνά. Η δυσλειτουργική κένωση είναι μια ανωμαλία. είναι μια διαταραχή της διαδικασίας αποθήκευσης των ούρων και οφείλεται σε νευρολογική παρόρμηση.30 Οι πιο σοβαρές διαταραχές που σχετίζονται με τον έλεγχο των ούρων. Σε αυτές τις 8 .αποθήκευση ούρων και αφορούν παιδιά. είναι η μεγάλης ποσότητας και απροσδόκητη κένωση της κύστης. νευρολογικώς και ανατομικώς φυσιολογικά. αλλά ενδέχεται να παρατηρηθούν εξαιτίας της σφοδρότητας της επείγουσας ανάγκης. στην οποία η πράξη της ούρησης οφείλεται στην υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός και η staccato (ασυνεχής-κοφτή) κένωση. αλλά η άποψη αυτή είναι λανθασμένη. που συμβαίνει κατά τη διάρκεια επεισοδίων γέλιου. Η θεωρία αναφέρει. σε κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση και σε λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια. Ορισμένοι εκλαμβάνουν και τις δυο καταστάσεις ως λειτουργική ακράτεια. Το συμβάν αυτό είναι γνωστό και ως διαφυγή ούρων στον κόλπο. Αυτό τυπικά συμβαίνει εξαιτίας της αντικανονικής στάσης του σώματος και μπορεί εύκολα να αποκατασταθεί. οι οποίες συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας. μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένα ποσοστά εμφάνισης λοιμώξεων των ουροφόρων οδών. η οποία δεν σχετίζεται με το αίσθημα επείγουσας ανάγκης. σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαταραχές. Το αυξημένο. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από κενώσεις της κύστεως κάθε 10-20 λεπτά. με διεγερτική φαρμακευτική αγωγή. αίσθημα επείγουσας ανάγκης και η συχνότητα αποτελούν ενδείξεις του συνδρόμου επείγουσας συχνότητας. Το φυσιολογικό όμως πρότυπο (ή προφίλ) κένωσης διατηρείται. αν και η πλειοψηφία των μελετών είναι επιδημιολογικές και ταυτοχρόνως ελάχιστες αναφέρουν τις θεραπευτικές παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται.

μια ή δυο φορές ημερησίως και δεν έχουν ποτέ έντονη επιθυμία ούρησης.21 Οι κύστεις τους είναι μεγάλης χωρητικότητας και με μειωμένα αντανακλαστικά. με αυξημένη δραστηριότητα του ουρηθρικού σφιγκτήρα.31 Οι ασθενείς χρειάζεται να καταβάλλουν προσπάθεια ή να καταφεύγουν σε ειδικές στάσεις. Οι κύστες των παιδιών αυτών. κάθισμα οκλαδόν. Αυτό οδηγεί σε πολύ υψηλές 9 . κατά τη διάρκεια της κένωσης. Η εκπαίδευση στην ούρηση και η διαχείριση της δυσκοιλιότητας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη θεραπεία αυτών των ασθενών. οι οποίες χαρακτηρίζονται από κάμψεις της οσφύος. οι ασθενείς ουρούν σπανίως. είναι οι συχνές λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και η κυστεοουρητηρική παλινδρόμιση (33-50% των ασθενών)33 που είναι δυνατόν να καταλήξουν σε νεφρικές ουλές και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. γεγονός που οδηγεί σε υπεραναπλήρωση μέσω της εξωτερικής ενεργοποίησης του σφιγκτήρα. υπερτονία του εξωστήρα μυός και ανώριμη κύστη. Η επείγουσα ανάγκη για ούρηση αντισταθμίζεται από την εκούσια σύσπαση των μυών του πυελικού χώρου.περιπτώσεις. με σκοπό να ουρήσουν. Στην πλειοψηφία τους οι φαρμακευτικές θεραπείες για την ακράτεια ούρων. είναι εκείνοι με ‘μη-νευρογενή’ νευρογενή κύστη ή με το σύνδρομο του Hinman. ώσπου η παρόρμηση μετριάζεται ή παρατηρείται ακράτεια. Απολήγει δε σε μία επίκτητη αυξημένη αντίσταση εξώθησης. Οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν τα πιο σοβαρά προβλήματα δυσουρίας. Οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις της ουροφόρου οδού και η δυσκοιλιότητα συναντώνται πολύ συχνά σε αυτούς τους ασθενείς.overactive bladder). κάθισμα στις φτέρνες ή στάση αναμονής. Οι γονείς συνήθως περιγράφουν ελιγμούς του σώματος των παιδιών τους.. εστιάζουν απευθείας (κυρίως) σε αυτή τη διαταραχή λόγω της σοβαρότητας που έχει στους παιδιατρικούς ασθενείς. τείνουν να είναι πολύ ισχυρές. Ο κίνδυνος από τις παρατηρούμενες αυξημένες πιέσεις της κύστης. Με επιτυχία έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης οι ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων. υπερδραστηριότητα κύστης. καθώς τείνουν να έχουν στην πλειοψηφία τους δυσλειτουργικές κενώσεις. Χαρακτηρίζεται από την ανικανότητα αναστολής της ανάκλασης του εξωστήρα μυ και των παρεπόμενων συσπάσεων. με υπερτροφία του εξωστήρα μυός.31 33 34 Αυτή η ομάδα συμπτωμάτων είναι επίσης γνωστή ως αστάθεια κύστης. Είναι μια επίκτητη διαταραχή χωρίς να συνυπάρχουν νευρολογικές ή αποφρακτικές δυσλειτουργίες. Τα ουροδυναμικά ευρήματα δείχνουν ανεμπόδιστες αυτόβουλες συσπάσεις του εξωστήρα μυός. είναι αυτοί που διαθέτουν υπερδραστήρια κύστη (OAB ..32 Μέχρι τώρα η πιο κοινή ομάδα ασθενών με σύνδρομο επείγουσας ανάγκης.

προκαλώντας διαφυγή ούρων. είναι παρόμοιο με το σύνδρομο Hinman. με γνωστή ή πιθανολογούμενη αιτιολογία. 3. Οργανική ακράτεια Η οργανική ακράτεια αναφέρεται σε μια ευρεία ταξινόμηση. (π.35.35 Το σύνδρομο Ochoa είναι γενετικό που μεταφέρεται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο χαρακτήρα. που παρατηρείται σε αυτό το σύνδρομο. Ως αιτίες της οργανικής ακράτειας θεωρούνται επιπρόσθετα οι ανατομικές ανωμαλίες όπως είναι ο έκτοπος ουρητήρας ή η οπίσθια ουρηθρική βαλβίδα. αυτές οι νευρογενείς κύστες συναντώνται κυρίως σε ασθενείς με μυελοδυσπλασία (π. σε παρατεταμένη κένωση. σαν χαμόγελο. με ορθοπρωκτικές δυσπλασίες ή έπειτα από τραυματισμό του νωτιαίου μυελού. Στους παιδιατρικούς ασθενείς. Η ακράτεια λόγω άγχους τυπικά δεν συναντάται σε νευρολογικώς φυσιολογικά παιδιά. εγκεφαλική παράλυση).πιέσεις πλήρωσης και κένωσης. οι οποίες είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός και ακράτεια. Η κατάσταση αποδίδεται στη μεταφορά πιέσεων στην πυελική χώρα. το οποίο γειτνιάζει με το VI κρανιακό νεύρο και το μεσεγκεφαλικό κέντρο της γέφυρας. σε νεφρικές ουλές και τελικώς νεφρογενή υπέρταση. εκπαίδευση της ουροδόχου κύστης και φαρμακοθεραπεία. με διαταραχές στο Κ. όπως και στην περίπτωση των ουρολοιμώξεων και της υπερασβεστιουρίας.36 Τέλος.Ν. Μια παραλλαγή. κατά τη διάρκεια αυτών των επεισοδίων. το σύνδρομο Ochoa ή και ουροπροσωπικό σύνδρομο έχει εντοπιστεί σε περίπου 200 παιδιά. αλλά αντιμετωπίζονται με τεχνικές βιοανάδρασης. Για την αρχική εκτίμηση της κατάστασης. ψυχοθεραπεία. εκτός από το γεγονός ότι υπάρχει μια ειδική έκφραση του προσώπου.36 Θεωρείται ότι ο μορφασμός αυτός οφείλεται σε βλάβη του δικτυωτού σχηματισμού του εγκεφαλικού στελέχους.χ. ακράτεια. Καθώς υπάρχουν ενδείξεις χαλάρωσης του ουρηθρικού σφιγκτήρα. αλλά συνήθως σε εφήβους που ασχολούνται με τον αθλητισμό. δισχιδής ράχη). η χορήγηση συμπαθομιμητικών ουσιών όπως επίσης και η 10 . εκείνων των διαταραχών οι οποίες καταλήγουν σε διαφυγή ούρων. τόσο το σύνδρομο Ochoa όσο και το Hinman μπορούν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τη γενική υγεία. επιβάλλεται να εξεταστούν οι αιτίες της διέγερσης της κύστης.3. Το μεσεγκεφαλικό κέντρο της γέφυρας εμπλέκεται στο συντονισμό της δραστηριότητας μεταξύ της κύστης και του εξωτερικού ουρηθρικού σφιγκτήρα και μπορεί να οδηγήσει στη δυσλειτουργική κένωση. επίσχεση ούρων.Σ.χ.

γεγονός το οποίο οδηγεί σε διαφορετικούς τύπους ταξινόμησης. στα παιδιά. 38 11 . Οι παραπάνω διαχωρισμοί δεν χρησιμοποιούνται ομοιόμορφα.37 Οι χειρουργικές επεμβάσεις. παρορμητική ακράτεια και δυσλειτουργική κένωση. είναι επίσης μια πιθανή αιτία πρόκλησης ακράτειας λόγω stress. ακράτεια λόγω stress και το σύνδρομο της οκνηρής κύστης. Μόνο τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί προτάσεις για την τυποποίηση των διαχωρισμών γεγονός αλληλένδετο με την αξιοπιστία των γονιδιακών μελετών.συμπεριφορική θεραπεία μπορούν να υποδειχθούν ως τρόποι αντιμετώπισης. οι οποίες εξαρτώνται από τον ακριβή προσδιορισμό του φαινότυπου. Τα τυπικά σύνδρομα της ημερήσιας λειτουργικής ακράτειας περιλαμβάνουν αναβολές κενώσεων. Επιπρόσθετα σπάνιες μορφές περιλαμβάνουν νευρική ακράτεια.

και επηρεάζει με υψηλούς δείκτες τους γονείς. Οι δυο αυτοί παράγοντες είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε μεροληπτικές αντιλήψεις και να επηρεάσουν αποφασιστικά την αξιοπιστία των επίσημων γενετικών δεδομένων. Μελέτες οικογενειών Εμπειρικές μελέτες σε οικογένειες. των οποίων τα ποσοστά κυμαίνονται σε 39% για τους πατέρες και σε 23% για τις μητέρες.7 Τουλάχιστον ένας από τους 18 γονείς είχαν ενούρηση (ποσοστό 72%) και επίσης και οι δυο γονείς εμφάνισαν περιστατικό ενούρησης σε 5 από τις 22 οικογένειες (ποσοστό 20%). ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ 4. έχουν αποδείξει ότι η νυχτερινή ενούρηση είναι μια πολύ κοινή διαταραχή. Το 1930. αλλά δεν εδραιώνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. ανάμεσα σε συγγενείς ενός ατόμου που νοσεί. Συνολικά. είχαν ιστορικό νυχτερινής ενούρησης. αξιολογούν την πιθανότητα ύπαρξης ανάλογων διαταραχών. Δεύτερον. Παρά όμως τους περιορισμούς αυτούς.43 Σε μελέτη 100 παιδιών με νυχτερινή ενούρηση στο Ισραήλ. οι 23 από τους 50 γονείς (46%) είχαν παρουσιάσει στο παρελθόν και αυτοί ενούρηση. Πρώτον.42 Στη μελέτη του Bakwin όπου συμμετείχαν 25 οικογένειες συναδέλφων ιατρών και στην οποία τουλάχιστον ένα παιδί παρουσίασε νυχτερινή ενούρηση. το 40% των αδερφών είχαν νυχτερινή ενούρηση.41 Ο Hallgren αναφέρει παρόμοιες περιπτώσεις γονέων. που κατά την παιδική τους ηλικία παρουσίασαν νυχτερινή ενούρηση.40 Η συγκεκριμένη πληροφορία είναι απαραίτητη για τη γενετική. το ποσοστό 12 . ο Frary απέδειξε ότι το 32% των πατέρων και το 23% των μητέρων των παιδιών με ενούρηση. η ενούρηση είναι ακόμα και σήμερα μια κατάσταση που στιγματίζει τους ασθενείς.39. υπολογίζοντας επιπλέον τους ρυθμούς επανεμφάνισης/υποτροπής. Ο παράγοντας κινδύνου για ένα παιδί να εμφανίσει ενούρηση κυμαίνεται μεταξύ 43-44% αν ένας από τους δυο γονείς παρουσίασε στο παρελθόν ενούρηση και 77% αν εμφάνισαν και οι δυο γονείς. όλες οι μελέτες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα σε οικογένειες.4. σε πολλές χώρες. Ο φαινότυπος της νυχτερινής ενούρησης επικράτησε μέσα από το ιστορικό των ιδίων των ατόμων ή των συγγενών τους.1. εξαιτίας των υψηλών ποσοστών αυτόματης ύφεσης. τα αδέρφια και άλλους συγγενείς. Οι μελέτες σε οικογένειες που αφορούν στη νυχτερινή ενούρηση αντιμετωπίζουν δυο βασικές μεθοδολογικές δυσκολίες. οι περισσότεροι ενήλικες δεν αντιμετωπίζουν πλέον πρόβλημα ενούρησης.

13 . ο φαινότυπος συχνά δεν είναι ομοιόμορφος. το οποίο περιλάμβανε το 22. που διεξήχθη από την ερευνητική ομάδα του Bailey απέδειξε ότι η πρωτογενής νυχτερινή ενούρηση κληρονομείται ανεξαρτήτως από τη διαταραχή έλλειψης προσοχής λόγω υπερδραστηριότητας (attention deficit hyperactivity disorder . το 23. αν και οι δυο αυτές διαταραχές εμφανίζουν υψηλή συν-νοσηρότητα.5% των αδερφών. ο von Gontard εντόπισε θετικό οικογενειακό ιστορικό στα 67 από αυτά (63. οι μελέτες για την ενούρηση στις οικογένειες.44. Άλλες επίσημες γενετικές μέθοδοι. καθώς διαφορετικά μέλη εμφανίζουν τον ίδιο ή διαφορετικό τύπο ενούρησης.46 Η οικογενειακή μελέτη 126 νοσούντων και 338 συγγενών πρώτου βαθμού. όπως είναι οι μελέτες σε διδύμους.2%). σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Κατά συνέπεια.48 Ο ρυθμός των νοσούντων γονέων έφτανε το 43% στην πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση και το 38% στην πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση σε συνδυασμό με την ADHD. Με εξαίρεση ένα υψηλότερο ποσοστό μητέρων. η μεικτή ή η ημερήσια ενούρηση μπορεί να συνυπάρχει στην ίδια οικογένεια. όλες οι πρωτογενείς μονοσυμπτωματικές περιπτώσεις δεν διέφεραν σημαντικά από τις πρωτογενείς μη-μονοσυμπτωματικές. ότι οι γενετικοί παράγοντες και η προδιάθεση επικρατούν στην αιτιολογία της νυχτερινής ενούρησης. Επίσης. ένα μέλος μπορεί να νοσήσει εμφανίζοντας δυο διαφορετικά συμπτώματα. Καθώς η ADHD και άλλες νευρολογικές διαταραχές εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς με ενούρηση.9% των μητέρων και το 16. είναι πιο αξιόπιστες και ακριβείς.συγγενών πρώτου βαθμού που είχαν στο ιστορικό τους περιστατικό ενούρησης κυμαινόταν από 73% έως 83%. δείχνουν ξεκάθαρα.ADHD). οι περιβαλλοντικές επιρροές και η πολυπαραγοντική αιτιολογία πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν. Στο ποσοστό αυτό συμπεριελαμβανόταν οι τους θείοι και τα ξαδέρφια. μέσα στις οικογένειες. Ο ρυθμός αυτός ήταν σημαντικά υψηλότερος από των ρυθμό νοσούντων γονέων με ADHD (11%) και την ομάδα ελέγχου (6%).2% των πατέρων.47 Επιπλέον.49 Συνοψίζοντας. όπως είναι η έντονη ακράτεια και η νυχτερινή ενούρηση συγχρόνως ή αναδρομικώς.46 Δεν εντοπίστηκαν όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των νοσούντων συγγενών. χωρίς όμως να αποδεικνύουν. οι μελέτες σε υιοθετημένα παιδιά και οι μελέτες σε θετά παιδιά. όσον αφορά στη νυχτερινή ενούρηση. σε σχέση με την πρωτογενή ή δευτερογενή νυχτερινή ενούρηση.45 Σε πληθυσμό 106 παιδιών με νυχτερινή ενούρηση.

3. ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για υποτροπή (δευτερογενής νυχτερινή ενούρηση). ενώ άλλα εμφανίζουν προδιάθεση για υποτροπή όταν εκτίθενται σε έντονο στρες.56 φορές υψηλότερος. 4. ενώ οι διζυγωτικοί δίδυμοι (ΔΖ) μοιράζονται ένα ποσοστό της τάξεως 14 . από εκείνα που έμειναν στεγνά πριν την ηλικία των 5 ετών.2. Συνεπώς. είχαν 3. ως προς την εξέταση του βαθμού στον οποίο οι γενετικοί παράγοντες συμβάλλουν στην αιτία της ενούρησης. Αν 4 ή παραπάνω συμβάματα καταγράφονταν κάθε χρόνο. οι επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι οι γενετικοί παράγοντες σχετίζονται περισσότερο με τη μακρόχρονη κατάκτηση εγκράτειας στην πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση και λειτουργούν ως προδιαθετικοί παράγοντες απέναντι στην υποτροπή της δευτερογενούς νυχτερινής ενούρησης.4.52 Αν και οι δυο γονείς είχαν ιστορικό. Σε παιδιά με τουλάχιστον δυο συγγενείς πρώτου βαθμού που είχαν ιστορικό νυχτερινής ενούρησης.51 Σε Φιλανδική διασταυρούμενη επιδημιολογική μελέτη 3. ο κίνδυνος ενούρησης ήταν 5 με 7 φορές υψηλότερος αν ένας γονέας είχε ιστορικό ενούρησης. ήταν 2. η ανάπτυξη του νυχτερινού ελέγχου της κύστης καθυστέρησε 1. Διατυπώθηκε η υπόθεση ότι κοινοί γενετικοί παράγοντες είναι αυτοί που σχετίζονται με το αν κάποια παιδιά μένουν στεγνά σε μεγαλύτερη ηλικία.51 Ο δεύτερος παράγοντας κινδύνου ήταν ο αριθμός των συμβαμάτων ενούρησης που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ζωής και που προηγήθηκαν της υποτροπής. Μελέτες σε διδύμους Οι μελέτες σε δίδυμα αδέρφια εμφανίζουν αποτελεσματικότερες στρατηγικές έρευνας. Συμπερασματικώς. Επιδημιολογικές μελέτες Μια επιδημιολογική μελέτη 1.39 φορές υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής. Οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι (ΜΖ) μοιράζονται όμοια γονίδια.5 έτος. Στην ίδια μελέτη.206 επτάχρονων παιδιών. αλλά ως ένα φάσμα διαταραχών με κοινή γενετική βάση. η πρωτογενής και η δευτερογενής νυχτερινή ενούρηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικές οντότητες. η καθυστέρηση στην επίτευξη εγκράτειας. τότε η αναλογία κινδύνου ήταν 11.3 συγκρινόμενη με υγιείς οικογένειες.092 παιδιών στη Νέα Ζηλανδία50 απέδειξε ότι το οικογενειακό ιστορικό νυχτερινής ενούρησης αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα πρόβλεψης για την ηλικία που θα επιλυθεί το πρόβλημα. Παιδιά που κατάφεραν έλεγχο της κύστης μετά την ηλικία των 5 ετών. ο κίνδυνος δευτερογενούς νυχτερινής ενούρησης.

τότε ο ρυθμός ταύτισης θα προσεγγίσει το 100% στους ΜΖ διδύμους. υπήρχαν διαφορές σχετιζόμενες με το φύλο. στην οποία αποδίδεται η γενετική επιρροή ήταν 67% στους άρρενες και 70% στα θήλεα. ο ρυθμός ταύτισης στα ζεύγη ΜΖ διδύμων θα πρέπει να είναι υψηλότερος από αυτόν στους ΔΖ. με 338 ζεύγη διδύμων αντίστοιχου φύλου. Η διαφορά μεταξύ των δυο ομάδων ήταν στατιστικώς σημαντική. τα οποία ήταν όλα αρνητικά για ενούρηση (ρυθμός ταύτισης 0%).19 για τους ΔΖ.3%) ταυτίστηκαν και 4 (66. η ενούρηση προσδιορίστηκε με ελάχιστη ηλικία αυτή των 4 ετών. Στην πρώτη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε διδύμους από τον Hallgren. Αν μια νόσος επηρεάζεται ελάχιστα από περιβαλλοντικούς παράγοντες. με συχνότητα τουλάχιστον μια ή δυο φορές το μήνα. συγκρινόμενα με 15 από 42 (36%) ΔΖ ζεύγη διδύμων. Σε μελέτη 79 ζευγών διδύμων του ιδίου φύλου και ηλικίας 3 ετών (προτού δηλαδή μπορέσει να διαγνωστεί η ενούρηση).220 άτομα. Συγκρίνοντας το βαθμό ταύτισης των ΜΖ και ΔΖ δίδυμων ζευγών. με 11. για διαταραχές μονήρους γονιδίου πλήρους διείσδησης.46 για τους ΜΖ διδύμους και 0. τα 2 (33.8%) ΜΖ ζεύγη ταυτίστηκαν και 4 (18. καθώς ο ρυθμός ταύτισης μεταξύ ΜΖ και ΔΖ διδύμων ήταν σημαντικά διαφορετικός στους άρρενες αλλά όχι στα θήλεα. Εντούτοις. Για τους ΔΖ διδύμους. Τα ευρήματα αυτά απέδειξαν ότι ο ρυθμός ταύτισης των ΜΖ διδύμων ήταν διπλάσια υψηλός απ’ ότι στους ΔΖ. τα 21 από τα 30 (79%) ζεύγη ΜΖ διδύμων με ενούρηση συγκρίθηκαν με 10 ΔΖ ζεύγη. Συνολικά.του 50% των γονιδίων τους. ο μέγιστος ρυθμός ταύτισης είναι 50% για κάθε αυτοχρωμοσωματικό κυρίαρχο γονίδιο πλήρους διείσδησης και 25% για κάθε αυτοσωμικό υπολειπόμενο γονίδιο πλήρους διείσδησης. ημερήσια ή βραδινή. ρυθμός ταύτισης ήταν 0.2%) δεν ταυτίστηκαν για ενούρηση. από 100% Τέτοιου στους τύπου ΜΖ ευρήματα διδύμους).9 Σε άλλη μελέτη του Bakwin. Όσον αφορά στις γενετικώς προκαθορισμένες διαταραχές. αν και αυτό επιτυγχάνεται μικρότερος σπανίως.54 Από τα 6 ζεύγη ΔΖ διδύμων. τα 18 από τα 22 (81. Στη μεγάλη Φιλανδική έρευνα διδύμων. (δηλαδή ρυθμός μεταφράζονται ως ταύτισης γενετικώς προκαθορισμένη επιβάρυνση για κάποια διαταραχή. για την παιδική 15 . 36 από τα 53 (68%) ζεύγη ΜΖ διδύμων ταυτίστηκαν για ενούρηση.53 Η ενούρηση ήταν το ίδιο συχνή στους ΜΖ και ΔΖ δίδυμους.55 Η αναλογία της συνολικής φαινοτυπικής διακύμανσης. μπορεί να εξεταστεί η σχετική επίδραση των γενετικών παραγόντων στο να εκφράσουν το φαινότυπο της ενούρησης. η οποία όμως εκδηλώνεται μόνο με πρόσθετη περιβαλλοντική επιρροή. γεγονός που υπογραμμίζει ισχυρή γενετική αιτιολογία.7%) δεν ταυτίστηκαν.

τους συγκεκριμένους τρόπους κληρονομικότητας. μέσω στατιστικών αναλύσεων σε γενεαλογικά δέντρα. σε παιδιά άνω των 7 ετών. τα οποία εμφάνισαν επεισόδια ενούρησης. δεν υπάρχουν μελέτες για την ενούρηση σε υιοθετημένα παιδιά. βασισμένο σε μια μελέτη η οποία περιλάμβανε 81 οικογένειες. Η σχετιζόμενη με το φύλο κληρονομικότητα αποκλείστηκε. τα 135 από τα 296 (45. παρά στις οικογένειες των παιδιών που δεν είχαν ενούρηση. Σε άλλη μελέτη 430 οικογενειών στη Δανία.6 4.6%) μέλη είχαν στο παρελθόν εμφανίσει ενούρηση. γεγονός που σημαίνει ότι 1 γονέας ήταν κυρίαρχος ομοζυγώτης ή και οι δυο γονείς ήταν ετεροζυγώτες για ενούρηση. Αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τις αναλύσεις σύνδεσης.1. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικά υψηλότερη επικράτηση της ενούρησης στους συγγενείς 89 παιδιών της κοινότητας.5. η ερευνητική ομάδα του Eiberg εντόπισε 11 οικογένειες με πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση τύπου 1. Στις υπόλοιπες 70 οικογένειες.5.56 Στις 11 οικογένειες όλα τα αδέρφια είχαν επεισόδιο ενούρησης. οι οποίες απαιτούν τη διατύπωση υπόθεσης αναφορικά με τον τρόπο γενετικής μεταβίβασης. γεγονός που ερμηνεύτηκε ως απλός αυτοσωματικός κυρίαρχος τρόπος κληρονομικότητας της νυχτερινής ενούρησης. Μελέτες σε υιοθετημένα παιδιά Δυστυχώς. Αναλύσεις διαχωρισμού/απομόνωσης (τρόποι κληρονομικότητας) Οι αναλύσεις διαχωρισμού/απομόνωσης επιχειρούν να ανακαλύψουν. αναλύθηκαν παιδιά που έχουν ανατραφεί μακριά από την οικογένειά τους σε μια εβραϊκή κοινότητα στο Ισραήλ. 4. Σε μία μελέτη.ενούρηση (οριζόμενη ως η διαφυγή ούρων μετά την ηλικία των 4 ετών).Αυτοσωματικός κυρίαρχος τρόπος κληρονομικότητας Ο Oransky πρότεινε έναν αυτοσωματικό κυρίαρχο τρόπο κληρονομικότητας της νυχτερινής ενούρησης. η οποία όμως διαμορφώνεται και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. οι μελέτες στους διδύμους τεκμηριώνουν περισσότερο τη γενετική αιτιολογία της νυχτερινής ενούρησης.14 Η πρωτογενής νυχτερινή ενούρηση τύπου 1 προσδιορίστηκε ως 3 ή περισσότερα επεισόδια ενούρησης την εβδομάδα.4. Συνοψίζοντας. 4. τα οποία 16 . σε τουλάχιστον 2 γενεές.

είχαν παρουσιάσει ενούρηση. Aυτοσωματικός υπολειπόμενος τρόπος κληρονομικότητας Μελέτες ερευνητών προτείνουν έναν υπολειπόμενο τρόπο κληρονομικότητας της νυχτερινής ενούρησης με 50% διείσδυση στα θήλεα. τα αποτελέσματά του μπορούν επίσης να ερμηνευθούν ως μια επιπλέον πιθανή εξήγηση για την κληρονομικότητα της νυχτερινής ενούρησης. β) ο ένας γονέας νοσούσε (ομάδα 2) και γ) κανένας γονέας δεν νοσούσε (ομάδα 3).5. Το εύρημα αυτό ήταν πολύ σημαντικότερο από το αναμενόμενο ποσοστό του 25%. το οποίο τροποποιείται από το εξωτερικό περιβάλλον και την πολυγένεση.5. Οι γονείς αυτοί είχαν συνολικά 82 παιδιά. Τα 12 θήλεα και 9 στους 10 άρρενες –φορείς.57 Ο Frary ανέλυσε γενεαλογικά δέντρα σε 221 οικογένειες και 239 από τα 787 υποκείμενα είχαν επεισόδιο ή επεισόδια ενούρησης. από την περίοδο της γέννησής τους. Στην ομάδα 3. Η αναλογία αρρένων και θηλέων που είχαν προσβληθεί ήταν 17: 22. Πολυγονιδιακή μέθοδος κληρονομικότητας Ο Hallgren αναφέρει ότι ο τρόπος κληρονόμησης της νυχτερινής ενούρησης δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια. υποδεικνύει έναν αυτοσωματικό τρόπο κληρονομικότητας.2. 4. Τα αποτελέσματα ερμηνεύτηκαν ως επιβεβαίωση της αυτοσωματικής υπολειπόμενης κληρονομικότητας της ενούρησης. Τα αποτελέσματα που έδωσαν οι ομάδες 1 και 2.δεν είχαν εμφανίσει ποτέ ξανά επεισόδιο ενούρησης. για το λόγο ότι υπάρχει έλλειψη ομοιογενούς αιτιολογίας και έλλειψη μιας σαφούς κλινικής διαφοροποίησης.41 Οι οικογένειες χωρίστηκαν στις εξής κατηγορίες: α) και οι δυο γονείς νοσούσαν (ομάδα 1). μεταξύ των διαφορετικών τύπων ενούρησης. 17 . το 36% των μελών είχαν παρουσιάσει ενούρηση (112 οικογένειες). Η υπόθεση ήταν ότι η ενούρηση καθορίζεται από ένα μοναδικό υπολειπόμενο υποκατάστατο γονίδιο.3. ενώ 43 όχι.42 Αν και υπέθεσε ότι η νυχτερινή ενούρηση απεικονίζει την επίδραση ενός κυρίαρχου βασικού γονιδίου. ήταν σύμφωνα με τον αρχικό τρόπο κληρονομικότητας που διατυπώθηκε. καθώς και τα 6 αδέρφια (100%) της ομάδας 1 (2 οικογένειες) και το 53% (38 οικογένειες) των αδερφών της ομάδας 2 είχαν ενούρηση. Η κατανομή της ενούρησης στο γενεαλογικό δέντρο των 11 οικογενειών. με υψηλό βαθμό διεισδυτικότητας (πάνω από 90%). 4. 39 από τα οποία παρουσίασαν ενούρηση.

49 18 .5. συμπεριλαμβανομένων των πρωτογενών και δευτερογενών μορφών.4% με αυτοσωματική υπολειπόμενη κληρονομικότητα (Πίνακας Ι). οι οποίες ενδέχεται να απεικονίζουν φαινοτυπικές μιμήσεις. Στην παρούσα μελέτη.4.3% με χαμηλή διεισδυτικότητα και 4. ο ρυθμός σποραδικών περιπτώσεων ήταν 44% σε μη επιλεγμένες ομάδες ασθενών με ενούρηση. εφόσον εξεταστούν μόνο οι πρώτου βαθμού συγγενείς. αποτελεί την πιο κοινή εξήγηση για πολλά γενεαλογικά δέντρα και ακολουθούν η αυτοσωματική κυρίαρχη κληρονομικότητα χαμηλής διεισδυτικότητας και η αυτοσωματική υπολειπόμενη κληρονομικότητα.59 Τα δεδομένα αναλύθηκαν ξανά με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης του Arnell. όπως επίσης και των μορφών που συνδυάζουν την ημερήσια με τη νυχτερινή ενούρηση. με βάση μια τυπική γενετική ανάλυση 392 οικογενειών που έχουν μέλη με νυχτερινή ενούρηση. στα 159 από τα 167 παιδιά με προβλήματα ημερήσιας ή νυχτερινής ενούρησης.58 Ενώ η πλειοψηφία των οικογενειών ακολουθούν τον αυτοσωματικό κυρίαρχο τρόπο κληρονομικότητας (43%). Η εικόνα αυτή της πιθανής μεταβίβασης ήταν παρόμοια σε όλους τους τύπους ενούρησης.60 Ο αυτοσωματικός κυρίαρχος τρόπος κληρονομικότητας με υψηλή διεισδυτικότητα. και το 33% μπορούν να θεωρηθούν πραγματικές σποραδικές περιπτώσεις χωρίς νοσούντες συγγενείς (ούτε καν μακρινούς). Ο συνολικός πραγματικός ρυθμός διασποράς ήταν 28. η μειοψηφία ήταν συμβατή με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο (9%). η πολυσύνθετη γενετική ετερογένεια είναι έκδηλη ακόμα και στις αναλύσεις διαχωρισμού. Συνύπαρξη διαφορετικών τρόπων κληρονομικότητας Η ερευνητική ομάδα του Arnell πρώτη ανέφερε ότι όλοι οι τρόποι κληρονομικότητας μπορούν να συμβούν σε διαφορετικές οικογένειες.58 Συνολικά το 44% των περιπτώσεων ήταν συμβατά με τον αυτοσωματικό κυρίαρχο τρόπο κληρονομικότητας με υψηλή διεισδυτικότητα.3%. Επιπλέον. Το 1/3 των περιπτώσεων είναι σποραδικές εξαιτίας των περιβαλλοντικών επιρροών. Δεν υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ του τρόπου κληρονομικότητας και κάποιου συγκεκριμένου φαινότυπου. 23. Εν κατακλείδι. Στην πραγματικότητα. όλες οι υπό-μορφές ενούρησης φαίνεται να έχουν παρόμοιο γενετικό κίνδυνο. τα οικογενειακά ιστορικά και τα γενεαλογικά δέντρα λήφθηκαν μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις με τις μητέρες και/ή τους πατέρες και όχι μόνο μέσα από ερωτηματολόγια.4.

61 Από το 1955 ως σήμερα.58 Η ερευνητική ομάδα του Eiberg πραγματοποίησε μελέτη σύνδεσης σε 11 πολυάριθμες οικογένειες με νυχτερινή ενούρηση. 22. σε ένα τυπικό σχήμα πολυμορφισμών.6. καθώς η μελέτη σύνδεσης εμφάνισε θετικά lod scores για τους μικροδορυφορικούς δείκτες D 13S 291 και D 13S 263 (Z= 19 . τόσο συχνότερα κληρονομούνται μαζί ο δείκτης και το γονίδιο που νοσεί. Όσο πλησιέστερα είναι ο δείκτης στη θέση του προσβεβλημένου γονιδίου. καθορίζουν τη σχετική θέση μεταξύ γνωστών δεικτών του DNA (μικροδορυφορικοί δείκτες) και τη θέση του ατελούς – ελαττωματικού γονιδίου.14 Υπήρχαν ενδείξεις ότι για τη νυχτερινή ενούρηση ήταν επιφορτισμένο το χρωμόσωμα 13q σε 5 από αυτές τις οικογένειες.1. μπορούν να οδηγήσουν στην ίδια διαταραχή. είναι 1.4. Όλα τα σημεία προσδιορίστηκαν σε μεγάλα γενεαλογικά δέντρα με πολυάριθμα οικογενειακά μέλη και περιλαμβάνουν τα χρωμοσώματα 8. σε χρωμοσωμικό διάστημα μεταξύ 2 αμφίπλευρων δεικτών. το χρωμοσωμικό διάστημα ή ακόμα η θέση του γονιδίου που συνδέεται με αυτό. ενισχύεται με την PCR και μπορεί να γίνει ορατό μέσω διάφορων μεθόδων. οι μελέτες σύνδεσης έχουν προσδιορίσει διαφορετικά σημεία ή χρωμοσωμικά διαστήματα. μέσω της μοριακής γενετικής ανάλυσης. Η σύνδεση θεωρείται ότι δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν εφόσον το lodscore είναι μικρότερο από 2.000:1 (103). ακολουθώντας τη μέθοδο της κυρίαρχης αυτοσωματικής κληρονομικότητας. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως ετερογένεια θέσης (locus heterogeneity) και σημαίνει ότι τα γονίδια σε διαφορετικά χρωμοσώματα. ο επόμενος στόχος ήταν να προσδιοριστεί το χρωμόσωμα. η πιθανότητα να κληρονομηθεί μια διαταραχή με τους συγκεκριμένους δείκτες DNA υπολογίζεται μέσα από πολυσύνθετους μαθηματικούς τύπους και εκφράζεται με τον επονομαζόμενο λογάριθμο πιθανών αποτελεσμάτων (lod-score).6. Το DNA των συγκεκριμένων δεικτών. Οι συνδετικές αναλύσεις. Ένα lod-score πάνω από 3 θεωρείται σημαντικό και αυτό σημαίνει ότι η πιθανότητα να βρίσκεται το προσβεβλημένο γονίδιο. σε 4 χρωμοσώματα. Συνδετικές αναλύσεις Καθώς. η κυριαρχία της αυτοσωματικής κληρονομικότητας μπορεί να εικαστεί σε πολλές από τις οικογένειες με νυχτερινή ενούρηση. τα οποία σχετίζονται με τη νυχτερινή ενούρηση. υψηλής διεισδυτικότητας (πάνω από 90%). 2414 και το χρωμόσωμα 12. Στις συνδετικές μελέτες. Mοριακή γενετική της νυχτερινής ενούρησης 4. 13.

12. Επομένως. 2. Ο Schaumburg εξέτασε πολυμελείς οικογένειες από τα νησιά Faroe και τη Δανία και εντόπισαν ετερογενείς κλινικούς φαινοτύπους και 20 . πραγματοποιήθηκε σε 42 από 167 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση (πρωτογενής σε 27.90. βρέθηκε πιθανή σε 27 παιδιά από 23 οικογένειες.51.77 resp. 11) μεταξύ των δεικτών D 22S 446 και D 22S 343. τη Σουηδία και τη Γερμανία με συνδιαστικό lod score 3. με τη νυχτερινή ενούρηση.40 Η νυχτερινή ενούρηση προσδιορίστηκε στο χρωμόσωμα 22 (22q.19. όπως ήταν αναμενόμενο. το τελικό βήμα ήταν να αντιγραφούν τα ευρήματα αυτά σε πολύμελείς οικογένειες. όπως για παράδειγμα. αναγνωρίστηκε μια θέση στον δείκτη D 12S80 του χρωμοσώματος 12q. Συνολικά. με έναν από τους μικροδορυφορικούς δείκτες.14. με άλλες διαστάσεις του φαινότυπου. ότι δεν κατέστη πιθανό να βρεθεί κάποια συγκεκριμένη θέση για την πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση. αλλά σε 15 παιδιά δεν υπήρξε ανάλογη συσχέτιση.15 Σε 16 επιλεγμένες οικογένειες δεύτερης ως τρίτης γενιάς με κυρίαρχη αυτοσωματική κληρονομικότητα και μειωμένη διεισδυτικότητα.9).40 Αφού εξακριβώθηκε η συσχέτιση των σημείων. ο Eiberg δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει κάποια σύνδεση με τους δείκτες του χρωμοσώματος 12q σε καμία από τις οικογένειες.19. σε ένα μεγάλο Δανικό γενεαλογικό δέντρο. Ο Eiberg επίσης περιγράφει θετικά lod scores για το D 8S 264 στο χρωμόσωμα 8q σε 12 οικογένειες. αλλά για κάθε μεμονωμένη οικογένεια το lod score δεν ήταν σημαντικό.20 Η θετική σύνδεση της νυχτερινής ενούρησης. Αντίθετα. 13 και 22. το επόμενο βήμα ήταν να εξεταστεί η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του γονότυπου και του φαινότυπου. Σε αυτές τις ολιγομελείς οικογένειες τα lod scores μπορούν να προστεθούν σε κάποιο συνολικό αποτέλεσμα. βρέθηκε μόνο σε 3 οικογένειες. με πολλαπλού σημείου lod score 4. την κιρκάδια παραγωγή ούρων. στις πολυμελείς οικογένειες.62 Στο διάστημα που μεσολάβησε. Η συνδετική ανάλυση που περιλαμβάνει όλους τους γνωστούς δείκτες στα χρωμοσώματα 8. δεν υπήρχε ξεκάθαρη συσχέτιση με κανέναν τύπο ενούρησης ή με κάποιο από τα εξακριβωμένα φαινοτυπικά σημεία.15. σε 6 οικογένειες με θετικό lod score (Zmax= 4. εξετάστηκαν 44 οικογένειες από τη Δανία. για τις οποίες η πρωτογενής νυχτερινή ενούρηση δεν συνδέθηκε με το χρωμόσωμα 13q.2)58 Η θετική σύνδεση των δεικτών με το χρωμόσωμα 13. υποδηλώνοντας γενετική ετερογένεια.3. Συγκεκριμένα. προσδιορίστηκε και μια τέταρτη θέση από τον Eiberg. δευτερογενής σε 4 και σε συνδυασμό με ημερήσια ενούρηση σε 11 παιδιά). το οποίο περιλάμβανε 4 γενεές. επιβεβαιώνοντας τη σύνδεση με το χρωμόσωμα 22. Αυτό σημαίνει.

14. στην ίδια οικογένεια. καθώς απαιτούν μεγάλο αριθμό ατόμων για να επιτύχουν ικανή στατιστική αξία.2. το γονίδιο του καναλιού ύδατος της Ακουαπορίνης.τα εξόνια (exons) της GNAZ (G πρωτεΐνη. Ακόμα και τα τελικά προϊόντα 21 . Άλλες μέθοδοι για τη μελέτη πολύπλοκων ασθενειών.63 Αναφορικά με την παραγωγή ούρων κατά τη διάρκεια της νύχτας ή τις παραμέτρους κυστικής λειτουργίας. Κατά την παρούσα περίοδο πραγματοποιούνται συνδετικές αναλύσεις σε αυτές τις οικογένειες. Καθώς η ενούρηση σε ορισμένες μεμονωμένες οικογένειες που συμμετείχαν στη μελέτη. το χρωμοσωμικό επίπεδο. τα 4 διαφορετικά επίπεδα στην ανάλυση της σχέσης γονότυπου και φαινότυπου είναι το DNA επίπεδο (γονίδιο).14 Άλλα παρόμοια υποψήφια γονίδια προς αποκλεισμό είναι το GUCY 1B2 (β2 υπομονάδα της ανθρώπινης γουανυλοκυκλάσης) (χρωμόσωμα 13)16. Υποψήφια γονίδια Το πρώτο γονίδιο υποψήφιο προς αποκλεισμό ήταν το γονίδιο αργινίνης βαζοπρεσίνης στο χρωμόσωμα 20p 13.67 Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι ενεργοί σε όλα τα επίπεδα και αυτό σημαίνει ότι μόνο τα ένζυμα και οι δομικές πρωτεΐνες εκφράζουν απευθείας τις γενετικές επιρροές. με κυρίαρχο αυτοσωμικό χαρακτήρα.3.Αλληλεπίδραση γονότυπου-φαινότυπου Όπως συνοψίστηκε από τον Propping.18 4.65 4. οι επιπλέον θέσεις/σημεία θα πρέπει να εικαστούν.64 Σε γενικές γραμμές. Οι κλασικές μελέτες σύνδεσης (οι οποίες απαιτούν ένα μοντέλο μεταβίβασης). δεν συνδέθηκε με κάποιον από τους ήδη γνωστούς δείκτες. δεν έχουν διεξαχθεί. α – z πολυπεπτίδιο) (χρωμόσωμα 22)40. οι μοριακές γενετικές μελέτες έχουν δείξει αναμφίβολα ότι η νυχτερινή ενούρηση είναι μια πολύπλοκη διαταραχή με σημεία ετερογένειας και χωρίς σαφή συσχέτιση γονότυπου-φαινότυπου. στις οποίες όμως απουσιάζει η υπόθεση αναφορικά με τη μεταβίβαση.2 (AQP2)13 και το ένζυμο αποικοδόμησης της TRH. που είναι ο συμπεριφορικός φαινότυπος. το επίπεδο γονιδιακών προϊόντων και το επίπεδο του σωματικού φαινότυπου.ταυτόχρονη παρουσία πρωτογενούς και δευτερογενούς ενούρησης. δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας που έχουν προσβληθεί και σε αυτά που δεν έχουν προσβληθεί. καθώς και μονοσυμπτωματική ενούρηση και επιπρόσθετα ημερήσια προβλήματα.66 Σε αυτό το σημείο μπορεί να προστεθεί και ένα πέμπτο επίπεδο.39. έχουν διεξαχθεί μόνο σε υψηλής επιλεξιμότητας υποομάδες οικογενειών πολλών γενεών.6.6.

ενώ αντίθετα. όπως στην περίπτωση της νυχτερινής ενούρησης. όπως είναι τα βιοχημικά ή τα νευροφυσιολογικά γνωρίσματα. η μελέτη της αλληλεπίδρασης φαινότυπου-γονότυπου απαιτεί λεπτομερή αξιολόγηση και υπόταξινόμηση του φαινότυπου68 καθώς και προσδιορισμό ενός ενδιάμεσου φαινότυπου ή άλλου χαρακτηριστικού.του μεταβολισμού. ενδέχεται να ελέγχουν παρόμοιους φαινοτύπους ασθενειών (ετερογένεια θέσης). επηρεάζονται γενετικώς με έμμεσο τρόπο. πλησιέστερου στον γονότυπο. μπορούν να οδηγήσουν σε διαστρέβλωση στην 1:1 σχέση γονότυπου-φαινότυπου. Το αποτέλεσμα αυτό ίσως εξηγεί το λόγο.40 Καθώς ο κλινικός φαινότυπος της ενούρησης είναι επιρρεπής σε σημαντικές περιβαλλοντικές επιρροές. που διαφορετικοί τύποι ενούρησης συνυπάρχουν σε πολλές οικογένειες.17 Διαφορετικές θέσεις γονιδίων. μεταλλάξεις σε όμοιες θέσεις γονιδίων μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικούς φαινοτύπους και αλληλόμορφη ετερογένεια.48 22 . Διαφορετικοί μηχανισμοί.

αλλά όχι γενετικούς παράγοντες. Παρόλα αυτά.2% αντίστοιχα. ακολουθούν τις δικές τους μεθόδους μετάδοσης. Η ενούρηση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η γενετική αιτιολογία της αστάθειας του εξωστήρα μυ αναφέρεται από τους Birch και Miller. Σε κλινική μελέτη. όλα τα υπόλοιπα που παρουσίασαν ημερήσια ενούρηση είχαν ταυτόχρονα και νυχτερινή ενούρηση. για περισσότερες από 3 γενεές. Αν και η δυσλειτουργία στην κένωση. εκτός από 7 παιδιά. έχει εξεταστεί μόνο σε μελέτες παρατήρησης οικογενειών και τα αποτελέσματα δεν έχουν αξιολογηθεί ούτε στις μελέτες διδύμων. ενώ άλλες δεν παρουσιάζουν γενετικούς κινδύνους και προκαλούνται κυρίως από περιβαλλοντικούς παράγοντες. θεωρείται ότι είναι μια συμπεριφορική διαταραχή. Πιο συγκεκριμένα.5.70 Η απομόνωση της συγκεκριμένης δυσλειτουρ- 23 . Η ακράτεια ούρων που οφείλεται σε σταθερή αναβολή της ούρησης. εντόπισε δυσλειτουργική κένωση στο 75% των μητέρων των θήλεων που αντιμετώπιζαν το συγκεκριμένο πρόβλημα. παρά ως ένα γενετικό χαρακτηριστικό. ο Hjälmås69 εντόπισε μια γενετική προδιάθεση στη δομή της καθυστερημένης ανάπτυξης στο συντονισμό μεταξύ σφιγκτήρα και εξωστήρα μυός. είναι συνήθως επίκτητο σύμπτωμα. οι οποίοι περιέγραψαν μια οικογένεια 12 ενηλίκων με ουροδυναμικώς αποδεδειγμένη αστάθεια του εξωστήρα μυός. Οι μοριακές γενετικές αναλύσεις που έχουν διεξαχθεί αφορούν μόνο στην παρορμητική ακράτεια. με συνδυασμό ημερήσιας/νυχτερινής ή μόνο νυχτερινής ενούρησης ήταν 60. ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗ Η νυχτερινή ενούρηση τις περισσότερες φορές συνυπάρχει με την ημερήσια και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα ενδεχόμενης παθοφυσιολογικής διασύνδεσης των δύο διαταραχών. επηρεαζόμενη από περιβαλλοντικούς και ψυχολογικούς. ορισμένες συγκεκριμένες υπομορφές ημερήσιας ενούρησης. Ο υψηλός αυτός ρυθμός ενδέχεται να οφείλεται στο γεγονός ότι.7% και 63. αλλά δεν παρέχονται με λεπτομέρεια άλλες πληροφορίες για τις οικογένειες. η οποία οδηγεί σε παρορμητική ημερήσια ενούρηση. ο ρυθμός των νοσούντων συγγενών πρώτου ή δεύτερου βαθμού. Αυτή η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στο σύνδρομο οκνηρής κύστης και είναι πιθανότερο να θεωρηθεί ως ένα επίκτητο. Η παρορμητική ακράτεια χαρακτηρίζεται από την αστάθεια του εξωστήρα μυός. η οποία χαρακτηρίζεται περισσότερο ως παράδοξη σύσπαση παρά ως χάλαση του σφιγκτήρα κατά την κένωση.

Σε μελέτη που διεξήχθη.30 Σε άλλη μελέτη αποτελούμενη από 6 ανήλικους άρρενες και 3 θήλεα. 13 και 22. με τους δείκτες νυχτερινής ενούρησης στα χρωμοσώματα 8.69 Προς έκπληξη. 24 . δεν είναι γνωστές. Z= 1. Οι ειδικότερες σχέσεις μεταξύ των στοιχείων ημερήσιας και νυχτερινής ενούρησης. εξέταση του συνολικού γονιδιώματός τους με 500 δείκτες. lod score Z= 2. 7).71 Εν κατακλείδι. πραγματοποιήθηκε σε όλους τους ενήλικες ασθενείς μιας πολυμελούς οικογένειας Δανών. ενώ τα υπόλοιπα 7 μέλη της είχαν ιστορικό πρωτογενούς νυχτερινής ενούρησης. η αστάθεια του εξωστήρα μυός συνυπήρχε με την πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση σε 5 ασθενείς. Στην πρώτη μοριακή γενετική μελέτη παρορμητικής ακράτειας.39. Την οικογένεια αποτελούσαν 53 άτομα από 4 γενεές. Στην παραπάνω οικογένεια. μπορεί να αναφερθεί θετική σύνδεση με 2 διαφορετικούς δείκτες στα χρωμοσώματα 12 (D 12S 86.14. 4 από τα 7 παιδιά (2 άρρενες και 5 θήλεα) είχαν θετικό οικογενειακό ιστορικό και 3 είχαν τουλάχιστον 1 συγγενή με το ίδιο πρόβλημα. ανεξάρτητους από εκείνους της νυχτερινής ενούρησης. με φαινότυπο παρορμητικής ακράτειας και νυχτερινής ενούρησης. όλοι οι πάσχοντες συγγενείς ήταν γυναίκες. Αντιθέτως. 5 μητέρες και 1 γιαγιά εμφάνισαν το ίδιο επεισόδιο. ένα φαινόμενο τυπικό σε περιπτώσεις μεταβίβασης κληρονομικών χαρακτηριστικών από το μιτοχονδριακό DNA.64 Καμία σύνδεση δεν βρέθηκε όμως. ορισμένες υπομορφές ημερήσιας ενούρησης φέρουν υποκρύπτοντες γενετικούς μηχανισμούς. 12. Η ακράτεια από προσπάθεια είναι μια σπάνια κατάσταση. 7) και 4 (D 4S 403. η οποία χαρακτηρίζεται από πλήρη κένωση της κύστης και η οποία σχετίζεται με αιφνίδια συμπτώματα μόνο κατά τη διάρκεια του γέλιου.γίας τεκμηριώνει ευκολότερα την αυτοσωματική μέθοδο κληρονομικότητας.

Αιτιολογία Η αιτιολογία της νυχτερινής ενούρησης δεν είναι επαρκώς κατανοητή και πιθανώς έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία. 6. η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι η νυχτερινή ενούρηση είναι μια ετερογενής οντότητα και μπορεί να προκαλείται από έναν η περισσότερους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς. η ηλικία διαχωρισμού του γονέα από το παιδί 25 . η επίγνωση για το ποιοι ακριβώς συνεισφέρουν στην εμφάνιση της ενούρησης. τότε το ποσοστό μειωνόταν στο 44%. οι οποίοι επιπλέον μπορούν να οδηγήσουν σε έναν φαινότυπο ποικίλης σοβαρότητας και βαθμών των σχετιζόμενων συμπτωμάτων. βοηθά στην ακριβή εκτίμηση της κατάστασης και στην απευθείας θεραπευτική προσέγγιση αναλόγως με τις ανάγκες του κάθε παιδιού. ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ Η βασικότερη τάση της σύγχρονης έρευνας για την ενούρηση είναι η διαφορική προσέγγιση. το ποσοστό πιθανότητας να εμφανίσει και το παιδί ήταν 77%. παράγοντες ύπνου. Ακόμα και η επονομαζόμενη «μονοσυμπτωματική» νυχτερινή ενούρηση (ΜΝΕ). Γενετικοί Παράγοντες Υπάρχουν αρκετά ισχυρά στοιχεία. όπου για παράδειγμα η μια υποομάδα παράγει μεγάλη ποσότητα νυχτερινών ούρων και η άλλη παρουσιάζει ανεπαρκούς λειτουργικότητας χωρητικότητα της κύστης. κληρονομικής βάσης για τη νυχτερινή ενούρηση. παθολογική ουροδυναμική.1.1. σε συνδυασμό με ανικανότητα αφύπνισης όταν αυτό συμβαίνει. Όμως η ενιαία αντίληψη με τις κλινικές επιπτώσεις. αποτελεί μια ετερογενή ομάδα.1. ψυχολογικούς παράγοντες.72 Αρκετές θεωρίες έχουν διατυπωθεί προκειμένου να εξηγήσουν το φαινόμενο της ενούρησης και οι περισσότερες από αυτές περιλαμβάνουν γενετικούς παράγοντες. ως κυρίαρχη αιτία. Ο Bakwin έδειξε ότι όταν και οι δυο γονείς είχαν ιστορικό ενούρησης. μόνο το 15% των παιδιών τους εμφάνιζαν το πρόβλημα.43 Αν ο ένας μόνο γονέας είχε ιστορικό ενούρησης.6. εναλλαγές στην έκκριση βαζοπρεσίνης.52 Στην περίπτωση που κανένας από τους δυο γονείς δεν είχε εμφανίσει ενούρηση. Επιπλέον. οργανικές νόσους και καθυστέρηση στην ωρίμανση. 6. Ενώ αρκετοί από αυτούς τους παράγοντες δεν επηρεάζουν όλα τα παιδιά. είναι ότι η νυχτερινή ενούρηση προκαλείται λόγω αποτυχημένου συνδυασμού μεταξύ νυχτερινής παραγωγής ούρων και λειτουργικής χωρητικότητας κύστης.

όταν αυτοί συγκρίνονται με τους διζυγωτικούς (36%). Όταν πραγματοποιήθηκε νυχτερινή ουροδυναμική μελέτη .14 Μεταγενέστερες μελέτες έδειξαν επίσης σύνδεση με τα χρωμοσώματα 12q και 22. Τα παιδιά με νυκτερινή ενούρηση δεν είχαν πραγματικά μειωμένη χωρητικότητα κύστης. ότι παιδιά με μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση εμφάνιζαν κυστική αστάθεια στο 16% των ημερήσιων κυστεογραμμάτων. Αντίθετα από τους 26 . Άλλες μελέτες έδειξαν.50 Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε δίδυμα αδέρφια υποστηρίζουν επίσης τη γενετική βάση της ενούρησης. Τα νεογνά διαθέτουν χωρητικότητα κύστης περίπου 30 – 60 ml. η νυχτερινή κυστική αστάθεια θεωρήθηκε το ίδιο πιθανή να οδηγήσει σε ενούρηση. Παρόλα αυτά. στη χρωμοσωμική περιοχή 13q. ότι όταν η μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση απομονώνεται από τους άλλους τύπους της ενούρησης.40. παρά την περιορισμένης λειτουργικότητας.1.53 Έχει βρεθεί ότι αρκετά χρωμοσώματα συνδέονται γενετικώς. όσο και σε αφύπνιση με σκοπό την ούρηση.11. υπάρχει μικρή πιθανότητα να βρεθεί μικρό μέγεθος κύστης. η χωρητικότητα της κύστης τους αυξάνει.78 Ο ρόλος της κυστικής αστάθειας ως αιτιολογικός παράγοντας της νυχτερινής ενούρησης έχει και αυτός ερευνηθεί. με τη νυχτερινή ενούρηση.58 Παρά τις γνωστές όμως πλέον συνδέσεις.μπορεί να αποτελέσει προγνωστικό παράγοντα για το πότε ένα παιδί θα λύσει το πρόβλημα της ενούρησης.8. υπό συνθήκες γενικής αναισθησίας.1oz-30ml).75 Η μειωμένη κυστική χωρητικότητα θεωρείται ότι έχει αιτιολογικό ρόλο στην ενούρηση. Ο ρυθμός ταύτισης είναι πολύ υψηλότερος στους μονοζυγωτικούς δίδυμους (68%). Μειωμένη κυστική χωρητικότητα και παθολογική ουροδυναμική Καθώς τα παιδιά αναπτύσσονται. η περίπτωση κυστικής αστάθειας αυξήθηκε σχεδόν κατά 50%. χωρητικότητα κύστης.74 Αντίστοιχα.73 Η κυστική χωρητικότητα των ενηλίκων είναι περίπου 360-480 ml. ποσοστό παρόμοιο με αυτό που εμφάνιζαν οι ασθενείς της ομάδας ελέγχου. Δανοί ερευνητές ανέφεραν πρώτοι την ύπαρξη ενός άγνωστου γονιδίου (ENUR 1). . δεν έχει προσδιοριστεί κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο. Μελέτες ουροδυναμικής από τους Norgaard και συν. 79 έδειξαν. 6. η κυστική χωρητικότητα στα παιδιά μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια του ακόλουθου τύπου: ηλικία (σε έτη) + 2 = χωρητικότητα κύστης (σε ουγγιές.76 Οι Troup και Hodgson77 μέτρησαν τη χωρητικότητα της κύστης ενουρητικών ασθενών έναντι ομάδας ελέγχου. Με τη χρήση της συνδετικής ανάλυσης.2. το οποίο να ευθύνεται αποκλειστικά για τη νυχτερινή ενούρηση.

σε προηγούμενες μελέτες. σε διάστημα 2 ωρών ουρηθρικής απόφραξης. αποδείχθηκε ότι η βαζοπρεσίνη απελευθερώνεται με κιρκάδιο ρυθμό και με αυξημένο ρυθμό κατά τη διάρκεια της νύχτας.Εναλλαγές στην έκκριση βαζοπρεσίνης Το 1975. κατά τη διάρκεια της νύχτας.82 Εντούτοις.84 Επιπλέον. ότι παιδιά με ενούρηση κοιμούνται πιο βαθιά και είναι δυσκολότερο να αφυπνιστούν. ότι ένα επεισόδιο ενούρησης έχει τη δυνατότητα να μειώσει στο ελάχιστο το ερέθισμα για έκκριση βαζοπρεσίνης. δεν εντόπισαν σημαντικές διαφορές στη νυχτερινή έκκριση βαζοπρεσίνης ή στην νυχτερινή παραγωγή ούρων.1.80 6. Οι πλέον πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η έκκριση βαζοπρεσίνης ενδέχεται να επηρεάζεται από τη χάλαση της κύστης. και πιθανώς αιτιολογεί τις χαμηλές συγκεντρώσεις βαζοπρεσίνης που εντοπίστηκαν στους ενουρητικούς ασθενείς. οι συγκεντρώσεις βαζοπρεσίνης είναι υψηλότερες από όταν ήταν κενή. Άλλοι ερευνητές.3. που πραγματοποιήθηκε σε ζώα και ο οποίος ανέφερε αυξημένη δραστηριότητα των κυττάρων του υποθαλάμου. δεν παρατηρείται η φυσιολογική κιρκάδια αύξηση της νυχτερινής βαζοπρεσίνης. Διαταραχές ύπνου Πολλοί γονείς αναφέρουν. Η παρατήρηση αυτή έχει 27 . Η ερευνητική ομάδα του Steffens83 μελέτησαν 55 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση και βρήκαν ότι μόνο το 25% εξ αυτών εμφάνιζαν σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων νυχτερινής βαζοπρεσίνης. ανάμεσα σε παιδιά με ή χωρίς νυκτερινή ενούρηση. η θεωρία ότι η νυχτερινή ενούρηση είναι αποτέλεσμα ανάλογης έλλειψης βαζοπρεσίνης. Δέκα χρόνια αργότερα. 6. οι ασθενείς με πολυσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση εμφανίζουν υψηλότερο ρυθμό παθολογικής κυστικής λειτουργίας.ασθενείς με μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση.81 Η αυξημένη αυτή παραγωγή ευθύνεται για τη μείωση στη νυχτερινή παραγωγή ούρων. τα οποία παράγουν βαζοπρεσίνη.4.1. Όταν τα ούρα παροχετεύονται από την κύστη. μια ομάδα Δανών ερευνητών απέδειξε ότι παιδιά με νυχτερινή ενούρηση δεν εμφάνιζαν φυσιολογική αύξηση έκκρισης βαζοπρεσίνης. σε σύγκριση με άλλα παιδιά. είναι αμφισβητήσιμη. σε σύγκριση με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου. κενώνοντας την κύστη. όταν η κύστη είναι πλήρης κατά τη διάρκεια κυστεομετρίας. Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται και από την έρευνα του Ohne85. Το εύρημα αυτό υποδεικνύει.

δεν υποστηρίζουν την άποψη ότι τα ενουρητικά παιδιά κοιμούνται πιο βαθιά σε σύγκριση με τους μη ενουρητικούς συνομηλίκους τους.79.88 H ερευνητική ομάδα του Norgaard79 αναφέρει ότι τη στιγμή που συμβαίνει το ενουρητικό επεισόδιο.86 Ελεγχόμενες μελέτες που εστιάζουν σε θέματα ύπνου. ότι τα παιδιά με ενούρηση αντιμετωπίζουν δυσλειτουργίες στον ύπνο και στην αφύπνιση. μια πρόσφατη μελέτη ανέφερε ότι παιδιά με ενούρηση αφυπνίσθηκαν πιο δύσκολα συγκριτικά με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου.91 Αν και δεν προτείνεται η αφαίρεση των αδένων και των αμυγδαλών σε όλα τα παιδιά. η αδενοειδεκτομή ή και τα δυο έχουν αναφερθεί ότι μειώνουν τη νυχτερινή ενούρηση στο 76% των περιπτώσεων. έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή έκκρισης της ρενίνης γεγονός που οδηγεί σε μειωμένη συγκέντρωση αλδοστερόνης και αυξημένη διούρηση. καταλήγοντας σε νυχτερινή πολυουρία (υπερβολική παραγωγή ούρων). Η αμυγδαλεκτομή. 6.5. η θεραπεία να επικεντρώνεται στον περιορισμό της παραγωγής ούρων τη νύχτα. 28 . στο παιδί που κοιμάται.4.89.87 Παρόλα αυτά. ωστόσο είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που συμβάλει στην εμφάνιση ενούρησης για όσα παιδιά έχουν διαγνωσμένη άπνοια. Νυχτερινή πολυουρία Σε φυσιολογικές περιπτώσεις παρατηρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Εντούτοις.90 Θεωρείται ότι ο όγκος των ούρων και η απέκκριση νατρίου αυξάνονται τη νύχτα στα ενουρητικά παιδιά. όταν εκτέθηκαν στο ίδιο ακουστικό ερέθισμα. Ο πυελικός χώρος είναι ενεργός κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής κένωσης. Άπνοια Ορισμένες μελέτες. κατά τη διάρκεια της νυχτερινής ενούρησης και πρότειναν. Η απελευθέρωση αυτή. έχουν εντοπίσει σύνδεση μεταξύ της νυχτερινής ενούρησης και του αποφρακτικού συνδρόμου άπνοιας (obstructive sleep apnoea syndrome – OSAS).6.3.1. τα επιφανειακά ηλεκτρόδια δεν αναγνωρίζουν την φυσιολογική δραστηριότητα του πυελικού χώρου.1. ως θεραπεία της ενούρησης. μελέτες έχουν δείξει ότι η ενούρηση μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο του ύπνου. παρά στη ρύθμιση του ύπνου. Στις περιπτώσεις όμως αυτές δεν καταγράφηκε καμία δραστηριοποίηση.90 Τα επεισόδια άπνοιας καταλήγουν σε αυξημένη απελευθέρωση του κολπικού νατριουρητικού παράγοντα (πεπτιδίου).οδηγήσει στην αμφιλεγόμενη υπόθεση. 6.

ερευνήθηκε από τον Bailey και τους συνεργάτες του48 χρησιμοποιώντας το μοντέλο οικογενειακής μελέτης.92 Όμως έχει βρεθεί.1. απ’ ότι τα φυσιολογικά παιδιά. με τη νυχτερινή ενούρηση. Ψυχολογικοί Παράγοντες Ο ψυχολογικός συντελεστής. Ασθενείς που εμφανίζουν και τις δυο αυτές διαταραχές. Η δευτερογενής ενούρηση έχει κυρίως αποδοθεί στο ψυχολογικό stress. έχει υπάρξει στο επίκεντρο πολλών ερευνών. Ορισμένοι ερευνητές αναφέρουν ότι η ενούρηση ενδέχεται να οδηγήσει σε 29 .αυξημένη παραγωγή της αντιδιουρητικής ορμόνης αργινίνης-βαζοπρεσίνης.93 6. εμφανίζουν αυξημένη παράγωγή ούρων κατά τη διάρκεια της νύχτας.98 Ο Robson99 αναφέρει ότι τα παιδιά με ADHD είχαν 2. Η έρευνά τους καταλήγει λέγοντας.7. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι παιδιά με ενούρηση. αποδείχθηκε εξίσου αποτελεσματική στα διαταραγμένα. οι Young και Morgan95 βρήκαν ότι η θεραπεία.94 Επιπλέον. ίσως είναι ιδανικοί υποψήφιοι για φαρμακοθεραπεία με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Η ερευνητική ομάδαα του Fergusson51 διαπίστωσε ότι παιδιά τα οποία αντιμετώπισαν τέσσερα ή περισσότερα αγχογόνα περιστατικά σε ένα χρόνο. η οποία καταλήγει σε αυξημένη συγκέντρωση ούρων με μειωμένη παραγωγή.97 Έρευνα αναφέρει την ύπαρξη νυχτερινής ενούρησης. Η πιθανότητα να συγκληρονομούνται αυτές οι διαταραχές.96 Μερικοί ερευνητές έχουν διαπιστώσει μια συσχέτιση μεταξύ της διαταραχής έλλειψης προσοχής λόγω υπερδραστηριότητας-ADHD και της νυχτερινής ενούρησης. όταν συγκρίνονται με μη ενουρητικά παιδιά. ως παράγοντας πρόκλησης της νυχτερινής ενούρησης. δεν διαφέρουν καθόλου στο θέμα των ψυχολογικών διαταραχών. όπως είναι η γέννηση ενός αδερφού ή το διαζύγιο των γονέων. Τα στοιχεία όμως άλλων μελετών δεν υποστηρίζουν τα ευρήματα αυτά. είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δευτερογενούς ενούρησης. όσο και στα μη διαταραγμένα παιδιά. με συσκευή αφύπνισης.42. σε άνω του 30% των αγοριών με ADHD. Η διαταραχή έλλειψης προσοχής λόγω υπερδραστηριότητας αποτελεί ένα συνηθισμένο πρόβλημα της παιδικής ηλικίας και υπάρχουν στοιχεία που συνδέουν τα παιδιά με ADHD. ότι η μορφή κληρονομικότητας που παρατήρησαν ενισχύει την ανεξάρτητη μετάδοση της πρωτογενούς νυχτερινής ενούρησης και της ADHD. ότι ορισμένα ενουρητικά παιδιά στερούνται αυτόν τον κιρκάδιο ρυθμό έκκρισης βαζοπρεσίνης και ως αποτέλεσμα αυτού.7 περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ενούρηση.

Όμως η θεραπεία της λοίμωξης σπανίως θεραπεύει και την ενούρηση25. Οι Stromgren και Thomsen96 διαπίστωσαν ότι ασθενείς με πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση.συναισθηματική διαταραχή. είχαν στην πραγματικότητα χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι παιδιά που υποβάλλονται σε θεραπεία για την ενούρηση. Η μικροβιοουρία έχει ίσως μεγαλύτερο αιτιολογικό ρόλο. ενώ οι ασθενείς με μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση διέφεραν λιγότερο. μόνο στο 1% των περιπτώσεων. κατά τη διάρκεια της νύχτας. ο έκτοπος ουρητήρας. εμφανίζουν καθυστέρηση στην απόκτηση αυτής της δεξιότητας. καταλήγουν να βελτιώνουν τη διάθεση και την αυτοεικόνα τους. που καλό είναι να ληφθεί υπόψη.100. Οι πρώτες μελέτες επίσης υποστηρίζουν τη θεωρία της εξελικτικής καθυστέρησης12. στα παιδιά με δευτερογενή ενούρηση.102 Η παθολογία του νωτιαίου μυελού. που επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη στις περιπτώσεις παιδιών με ενούρηση. η δυσκοιλιότητα.8. αποτελεί φυσιολογικό μέρος ανάπτυξης και ότι παιδιά με ενούρηση.1.1. είναι ότι παιδιά με ενούρηση παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη του νευρικού τους συστήματος.9. Η μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση οφείλεται σε πραγματική οργανική αιτιολογία. ο Jarvelin24 βρήκε ότι παιδιά με ενούρηση εμφάνιζαν κινητική αδεξιότητα.103 Οι συγκεκριμένες έρευνες αναφέρουν πως η επίτευξη της ικανότητας ελέγχου της ούρησης. Καθυστέρηση ωρίμανσης Η τελευταία υπόθεση για την αιτιολογία της νυχτερινής ενούρησης. παρά αιτία της ενούρησης. Οργανικές ασθένειες Κάθε φορά που αξιολογείται η κατάσταση ενός παιδιού που εμφανίζει νυχτερινή ενούρηση. οι οπίσθιες ουρηθρικές βαλβίδες. Επιπλέον. είναι η λοίμωξη της ουροφόρου οδού. η οργανική ασθένεια θα πρέπει να αποκλείεται. ότι η λοίμωξη της ουροφόρου οδού αποτελεί περισσότερο αποτέλεσμα. Σε μεγάλη μελέτη πληθυσμού. η μελέτη εντόπισε ότι τα παιδιά που εμφανίζουν νυχτερινή ενούρηση ήταν μικροτέρου αναστήματος.101 6. Οι ασθενείς με πολυσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση διέφεραν περισσότερο από τον πληθυσμό της ομάδας ελέγχου.25 Μια πιθανή αιτιολογία. 6. δυσλειτουργία στην αντίληψη και ανωμαλίες στο λόγο. Η παρατήρηση αυτή ίσως υποδηλώνει. Άλλα παιδιά υστερούν σε 30 . αποτελούν μεταξύ άλλων καταστάσεις. η οποία ίσως είναι και η πιο ολοκληρωμένη από όλες όσες έχουν παρουσιαστεί. ο άποιος και ο σακχαρώδης διαβήτης.

να ενθαρρυνθεί το παιδί να διακόψει τη λήψη κάποιων υγρών ή τροφών που λαμβάνει τις απογευματινές ώρες.1. οι χυμοί φρούτων και η καφεΐνη.10. Επιπροσθέτως. ώστε να φανεί ποιες από αυτές ευθύνονται για την ενούρηση. 6. εμφάνισης νυχτερινής ενούρησης για το 1/3 των παιδιών. 6.104 Στην καθημερινή πρακτική ίσως είναι βοηθητικό. συγκριτικά με τις απαλλαγμένες επεισοδίων110 υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η νυχτερινή πολυουρία θα πρέπει να αξιολογείται μόνο τις νύχτες που συμβαίνει το γεγονός. Λήψη τροφών και υγρών Αρκετές μελέτες αναφέρουν ότι υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των τροφών.διαφορετικά σημεία ανάπτυξης. στρέφεται απευθείας στους μηχανισμούς.107. Παρά τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.2. αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.106 Πιστεύεται ότι το πλήρες έντερο ασκεί πίεση στην κύστη. θα αποφασίσει ποιες από αυτές χρειάζεται να διακόψει. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα. θεωρούνται οι κύριοι υπαίτιοι.1.10. οι καθυστερήσεις αυτές βελτιώνονται στο μέλλον. ότι η εκτεταμένη νυχτερινή παραγωγή ούρων είναι σημαντικός παθοφυσιολογικός παράγοντας για τη ΜΝΕ. Με τον τρόπο αυτό από μόνο του.109 Οι πρόσφατες αποδείξεις ότι ο όγκος νυχτερινών ούρων είναι σημαντικά μεγαλύτερος τις νύχτες με επεισόδια νυκτερινής ενούρησης.χ. Το αντικείμενο πολλών σύγχρονων ερευνητικών προγραμμάτων. δεν υπάρχει αποσαφήνιση της νυχτερινής πολυουρίας που να μπορεί να εφαρμοστεί στην κλινική πρακτική. μειώνοντας τη χωρητικότητά της και προκαλώντας ασταθείς συσπάσεις. εντούτοις μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πλήρης ομοφωνία αναφορικά με τη βέλτιστη μέθοδο μέτρησης αυτής της μεταβλητής (π.108 6. Νυχτερινή παραγωγή ούρων και ορμόνες Αν και ένας σημαντικός αριθμός μελετών έχει τεκμηριώσει το γεγονός. ζύγισμα πάνας ή επαναλαμβανόμενες κενώσεις). συγκεκριμένων τύπων υγρών και της νυχτερινής ενούρησης.102. Δυσκοιλιότητα Η δυσκοιλιότητα θεωρείται σημαντικός αιτιολογικός παράγοντας.11. είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι η νυχτερινή παραγωγή ούρων ποικίλει σημαντικά από βράδυ σε βράδυ. που υφίστανται στο παρασκήνιο της αυξημένης 31 .105.

δημιουργούν σύναψη με τα κύτταρα του μεταγαγγλιονικού νεύρου. Η ανάπτυξη του εκούσιου ελέγχου και η νευρολογική ωρίμανση. Η κινητική νεύρωση της κύστης προέρχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και είναι κατά κύριο λόγο παρασυμπαθητική. Η σύνθετη αισθητική και κινητική νεύρωση της κύστης και του ουρηθρικού σφιγκτήρα. Τα πυελικά νεύρα (προγαγγλιονικές ίνες του φυγόκεντρου νεύρου). μεταφοράς.3. έχουν ερευνηθεί και άλλοι μηχανισμοί όπως η διαλελυμένη ουσία και η απέκκριση προσταγλανδινών114. Τα κύτταρα του παρασυμπαθητικού νεύρου. εμφανίζονται στις μεσοπλάγιες (intermediolateral) κυτταρικές στήλες των ιερών σπονδύλων 2 έως 4 και ενώνονται με την κύστη. αποθήκευσης και αποβολής των ούρων. όπως τα πυελικά νεύρα. μπορούν να κάνουν την άρτια εκμάθηση αυτής της διαδικασίας. Η ελάχιστα κατανοητή διαδικασία ανάπτυξης του ελέγχου της ούρησης. Η μη οσμωτική απελευθέρωση AVP εξετάστηκε και στις δυο περιπτώσεις ασθενών. με όμοιες συνέπειες για την παθολογική λειτουργία της ακουαπορίνης2113. Έλεγχος της κύστης Το ουροποιητικό σύστημα στα παιδιά και στους ενήλικες. 6. μπορούν να είναι η δυσλειτουργία του κιρκάδιου ρυθμού ή αιτίες σχετιζόμενες με κάποιον τρόπο με τον ύπνο. Η μελατονίνη εμπλέκεται στους δυο μηχανισμούς ύπνου/αφύπνισης και ελέγχου του κιρκάδιου συστήματος. αλλά δεν έγινε δυνατόν να προσδιοριστεί κάποιος παθοφυσιολογικός ρόλος για τη νυχτερινή έκκριση μελατονίνης. στο πυελικό πλέγμα και στην ίδια την κύστη (Σχήμα 2).νυχτερινής παραγωγής ούρων στη ΜΝΕ. Επομένως. αλλά καμία διαταραχή δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί σε καμία από τις ομάδες. εξαιτίας της ανεπαρκούς έκκρισης αργινίνης βαζοπρεσίνης (AVP)111. Η κινητική ένωση στη 32 . αυτών που ανταποκρίθηκαν στη δεσμοπρεσίνη και αυτών που δεν ανταποκρίθηκαν.115 Αναφορικά με την κατανόηση του ορμονικού υπόβαθρου πίσω από την κιρκάδια ανεπάρκεια της AVP έκκρισης στη ΜΝΕ.116 Άλλες πιθανές αιτίες νυχτερινής AVP ανεπάρκειας. αυξάνει το επίπεδο πολυπλοκότητας στα παιδιά. καθώς και η απέκκριση ασβεστίου.112. μέσω χρήσης τσίκλας νικοτίνης. όπως βρέθηκε από την απέκκριση ούρων του μεταβολίτη 6-υδροξύθειϊκή-μελατονίνη (6-hydroxy-melatonin-sulphate). είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Ο ρόλος της κιρκάδιας έκκρισης μελατονίνης μελετήθηκε από τον Kirchlechner117. έχει αναφερθεί μικρή πρόοδος κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. εκτός από την αυξημένη απέκκριση ελεύθερου ύδατος. μια πρόκληση για τα παιδιά. μοιράζονται κοινές λειτουργίες της παραγωγής.

Η αισθητική νεύρωση της ουροδόχου κύστεως προέρχεται τόσο από το παρασυμπαθητικό (πληρότητα και αίσθημα άλγους) όσο και από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (άλγος. αφή και αίσθηση θερμοκρασίας). Οι μηχανισμοί που ελέγχουν την ούρηση. το οποίο φέρει και αυτό σωματοαισθητικά κεντρομόλα νεύρα. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. τα οποία αναφύονται στα τμήματα του θωρακικού και οσφυϊκού νωτιαίου νεύρου Τ 10-L 2.βάση. Ο ουρηθρικός σφιγκτήρας απαρτίζεται από ένα στοιχείο λείου μυός και από ένα τμήμα γραμμωτού σκελετικού μυός. από τα νωτιαία τμήματα Θ10 έως Ο2 (Σχήμα 3). απαιτούν συντονισμό της κύστης και του ουρηθρικού σφιγκτήρα. όπως τα νεύρα του υπογάστριου (προ-γαγγλιονικά φυγόκεντρα νεύρα). γίνεται διαμέσου των συμπαθητικών νεύρων. είναι μια νωτιαία αντανά- 33 . Η φυσιολογική διαδικασία της κένωσης (ούρηση). Η κινητική νεύρωση του γραμμωτού σφιγκτήρα είναι προέρχεται από το αιδοιικό πλέγμα προερχόμενο από τον πυρήνα του Onuf (Ι2 έως Ι4). Κεντρομόλα Κεντρομόλα νεύρα νεύρα Γέφυρα Γέφυρα και και εγκεφαλι εγκεφαλικός κός φλοι φλοιός ός Από Από Προς Προς TT10 10-L2 L2 Απαγωγά Απαγωγά νεύρα νεύρα S2 S2--S4 S4 Συμπαθητι Συμπαθητική κή αλυσί αλυσίδα δα Trigone Trigone Πυελι Πυελικό κό γάγγλι γάγγλιοο Συμπαθητικό Συμπαθητικό Παρασυμπαθητικό Παρασυμπαθητικό Σχήμα 2. ο οποίος κατά κανόνα αναφέρεται ως γραμμωτός ή εξωτερικός ουρηθρικός σφιγκτήρας. νευρώνει τον λείο ουρηθρικό σφιγκτήρα και τον αυχένα της κύστης διαμέσου του υπογάστριου νεύρου. το σώμα και τους περιφερικούς ουρητήρες της κύστης (trigone).

Οι ακούσιες συσπάσεις της κύστης συνήθως πραγματοποιούνται μέσω της ενεργοποίησης των υποδοχέων του λείου μυός στην κύστη. Συνέπεια όλων αυτών είναι να αποτραπεί η ακράτεια. όπου η παρασυμπαθητική διέγερση της κύστης συντονισμένη με τις συμπαθητικές και σωματικές αντανακλάσεις του αιδοιικού νεύρου. έχουν απομονωθεί. επιτρέπει τη σύσπαση της κύστης και τη χάλαση του ουρηθρικού σφιγκτήρα. ενώ το συμπαθητικό νευρικό σύστημα αυξάνει την αντίσταση εξόδου στον αυχένα της κύστης αναστέλλοντας την παρασυμπαθητική ενεργοποίηση. Πέντε υποομάδες των μουσκαρινικών υποδοχέων (Μ1 έως Μ 5). Οι μουσκα- 34 . από το μεσολόβιο σωμάτιο/τυλώδες σώμα και το εγκεφαλικό στέλεχος. με τους Μ2 υποδοχείς να επικρατούν. από τις κεντρομόλες Α-δ αισθητήριες ίνες ή τις χωρίς μυελίνη C αισθητήριες ίνες. Onuf Onuf nucleus nucleus S2 S2--S4 S4 TT10 10--L2 L2 Συμπαθητι Συμπαθητι κή κή αλυσί αλυσί δα δα Συμπαθητικό Συμπαθητικό Γραμμωτός Γραμμωτός σφι σφι γκτήρας γκτήρας Σωματικό Σωματικό Σχήμα 3. από κέντρα στο μετωπιαίο λοβό. Έχει αποδειχθεί με πειραματικό τρόπο. Η διαδικασία ενισχύεται και αναστέλλεται από τον βρεγματικό λοβό. ότι οι λιγότερο κοινοί Μ3 υποδοχείς είναι άμεσα υπεύθυνοι για τη σύσπαση της κύστης. ο εγκεφαλικός φλοιός διεγείρει ανασταλτικώς την κύστη. είναι οι παρασυμπαθητικοί μεταγαγγλιακοί μουσκαρινικοί υποδοχείς.κλαση. Οι Μ2 και Μ3 έχουν εντοπιστεί στην κύστη. Ο συνηθισμένος στόχος της συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής. Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής πλήρωσης. Αυτός ο συνδυασμός αποτελεί τη βάση της κύριας φαρμακοθεραπείας για την ακράτεια.

τα οποία πραγματοποιούνται στη διάρκεια των τελευταίων ημερών της εβδομάδας και φαίνεται ότι δυο Σαββατοκύριακα είναι απαραίτητα. αιτιολογώντας την παρουσία ανεπιθύμητων δράσεων που σχετίζονται με τη χορήγηση αντιχολινεργικής φαρμακευτικής αγωγής.ρινικοί υποδοχείς είναι και αυτοί παρόντες σε άλλους ιστούς όπως είναι ο εγκέφαλος. αλλά ο τύπος. Κυστική Λειτουργία Η μελέτη της λειτουργίας της κύστης στη ΜΝΕ βρίσκεται στο επίκεντρο για πολλά χρόνια.109 Η συσχέτιση που έχει ήδη παρατηρηθεί ανάμεσα στη μειωμένη λειτουργική χωρητικότητα κύστης και τη φυσιολογική νυχτερινή παραγωγή ούρων.4. τουλάχιστον σε μια υποομάδα. οι εξωκρινείς αδένες (σιαλογόνοι αδένες) και ο λείος μυς.118 Στη ΜΝΕ οι περισσότερες ενδείξεις εστιάζουν στην ανεπάρκεια του αποθέματος της κυστικής λειτουργίας. Αν και οι περιπτώσεις σημαντικών ανατομικών και λειτουργικών ανωμαλιών της κύστης είναι λίγες στην πρωτογενή ΜΝΕ. αποτελεί δείγμα υποκρύπτουσας παθολογίας το οποίο χρήζει περαιτέρω ουρολογικής διερεύνησης. 35 . με τη φυσιολογική χωρητικότητα κύστης και τη νυχτερινή πολυουρία τεκμηριώθηκε από την μελέτη του Neveus. η επικράτηση και η κλινική σημασία της κυστικής δυσλειτουργίας είναι ακόμα ασαφείς.τι οι υπόλοιπες ομάδες ασθενών. απ’ ό. φαίνεται ότι η νυχτερινή ενούρηση. ειδικά στην αρχή της ενήλικης ζωής. Το γεγονός αυτό βρίσκεται σε συμφωνία τόσο με την κλινική εμπειρία όσο και με τα πρόσφατα ευρήματα και υπογραμμίζει τη χρησιμότητα ανάλογωνμεταβλητών για την πρόγνωση της θεραπευτικής ανταπόκρισης. Η εκτίμηση αυτής της μεταβλητής συνήθως αποκτάται μέσα από τα διαγράμματα συχνότητας-όγκου.119 Στη μελέτη αυτή ερευνήθηκε η χωρητικότητα της νυχτερινής συγκέντρωσης ούρων και η λειτουργική χωρητικότητα της κύστης και αποδείχθηκε ότι οι ανταποκρινόμενοι στη δεσμοπρεσσίνη ασθενείς παρήγαγαν μεγαλύτερες ποσότητες λιγότερο συμπυκνωμένων ούρων. για να αναπαραχθούν τα διαγράμματα με αποδεκτή ακρίβεια. οι οφθαλμοί. η καρδιά. εξακολουθεί να είναι ο τρέχων αντικειμενικός στόχος της αντιχολινεργικής θεραπείας και αρκετές από τις νέες μελέτες φαρμάκων αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση της εκλεκτικότητας των υποδοχέων. Ο ανταγωνισμός των μουσκαρινικών υποδοχέων. 6. ενώ οι μη ανταποκρινόμενοι στη δεσμοπρεσσίνη είχαν μειωμένη λειτουργική χωρητικότητα κύστης. και η λειτουργική χωρητικότητα της κύστης αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή όταν πρόκειται να επιλεγεί κάποια θεραπευτική μέθοδος.

123 Ο καρδιακός ρυθμός αυξανόταν κατά τη διάρκεια της ενούρησης τη νύχτα. αναφέρει σημαντική βελτίωση της βραχύχρονης μνήμης έπειτα από τη θεραπεία με δεσμοπρεσσίνη και οι συγγραφείς μεταφράζουν τα αποτελέσματα αυτά. Άλλα ενδιαφέροντα ερευνητικά πεδία για τη λειτουργία του Κ.126 Ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων γονιδίων που μπορούν να προκαλέσουν νυχτερινή ενούρηση. ως ένδειξη επίδρασης της δεσμοπρεσσίνης στο Κ. είναι η κατανόηση του κληρονομικού υπόβαθρου της ασθένειας. ο οποίος έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο την τελευταία δεκαετία.6.Ν. οφείλεται στην αδυναμία εύρεσης και τεκμηρίωσης των ανωμαλιών που σχετίζονται με το πρότυπο ύπνου και αφύπνισης στα ενουρητικά παιδιά. Αυτό μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με τα αποτελέσματα μιας άλλης μελέτης. Γενετική Ένας τομέας της έρευνας για την ενούρηση. συσχετίστηκε η ημερήσια και νυχτερινή ακράτεια ούρων με έναν ασυνήθιστο χρωμοσωμικό δείκτη.Σ. Προκειμένου να επεξηγηθεί περισσότερο η γενετική και κλινική ετερογένεια της ασθένειας.Ν. όπως είναι οι ανταποκρινόμενοι ή μη στη δεσμοπρεσσίνη. παρουσιάστηκαν με τη χρήση ισχυρού φάσματος ανάλυσης του καρδιακού ρυθμού.5.Σ. ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη παρασυμπαθητικής δραστηριότητας και το αιφνίδιο αντανακλαστικό του βλεφαρισμού (startle blink reflex). τον 4p 16. σε μελέτη που διεξήχθη σε οικογένεια Δανών τεσσάρων γενεών.124 6. στη ΜΝΕ. που παρουσιάστηκε από την ίδια ομάδα ερευνητών121 και στην οποία δεν απεδείχθη καμία επίδραση της δεσμοπρεσσίνης στην αφύπνιση. τα αποτελέσματα είναι αμφιλεγόμενα. που χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη λειτουργίας του εγκεφαλικού στελέχους. Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει αποδειχθεί κάποια συσχέτιση μεταξύ κληρονομικότητας και διάφορων κλινικών ομάδων. είναι να ερευνηθεί η πιθανή επίδραση της θεραπείας με δεσμοπρεσσίνη. Ένας έμμεσος τρόπος αποσαφήνισης του ρόλου του ύπνου ή της αφύπνισης. Ο Muller120.6. είναι υπό μελέτη 36 . Ύπνος/αφύπνιση και λειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) Η σημαντική διαμάχη που υπάρχει για το θέμα αυτό. ενάντια στο γεγονός ότι δεν ξυπνούν όταν η χωρητικότητα της κύστης υπερβεί τα φυσιολογικά όρια. Ακόμα όμως και στην περίπτωση αυτή. Ο Gontard125 μελέτησε διεξοδικά τα επίκαιρα δεδομένα που αφορούν στο συγκεκριμένο τομέα. καθώς επίσης και σε αντίθεση με τα ευρήματα που υποστηρίζουν ότι η θεραπεία με δεσμοπρεσσίνη δε μεταβάλλει το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΚΓ) του ύπνου ή τα επεισόδια της νυχτερινής ενούρησης122.

υπάρχουν ορισμένες επικρίσεις σχετικά με τον τρόπο που συνδέεται η ενούρηση με την έννοια της προσωπικότητας. ότι ο παράγοντας ηλικία επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη συμπεριφορά των ασθενών. Αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία των ερευνών που επικεντρώνονται στην ψυχολογία και την ψυχιατρική. Ψυχολογία Εφόσον όλα τα παραπάνω ευρήματα εστιάζουν σε μια σωματική ερμηνεία της ενούρησης. Οι πρόσφατες απόψεις υποστηρίζουν ότι η συναισθηματική κατάσταση και η προσωπικότητα ενός παιδιού με ενούρηση. ενώ αντίθετα τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας ενδιαφέρονται περισσότερο να βελτιώσουν τις κοινωνικές και συναισθηματικές διαστάσεις της ενούρησης. η τρέχουσα βιβλιογραφία τονίζει ότι η νυχτερινή ενούρηση αποτελεί το τρίτο σοβαρότερο επεισόδιο που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα παιδί. έχει απορριφθεί. η προηγούμενη διαδεδομένη θεώρηση της ενούρησης. που σχετίζεται με ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα. 6. Ένα 37 . Βασιζόμενοι στην άριστη ανασκόπηση του Butler. Στις ερμηνευτικές μελέτες πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Κατά συνέπεια. απέναντι στο φαινόμενο της ενούρησης. Παρόλα αυτά. οι ψυχολογικές και ψυχιατρικές διαστάσεις της νυχτερινής ενούρησης που αφορούν την πρωταρχική διερεύνηση της αιτίας της. έχουν αντικατασταθεί από την αποδοχή του γεγονότος ότι η νυχτερινή ενούρηση υποδηλώνει ψυχολογικό και κοινωνικό αδιέξοδο. δεν αποτέλεσε ποτέ “αποδεκτό σύμπτωμα της ασθένειας”. ανάλογη με εκείνη που εμφανίζεται στις χρόνιες αναπηρίες και σε άλλες χρόνιες ασθένειες.7.και ενδέχεται να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την παθοφυσιολογία της ενούρησης. επικεντρώνονται στις άμεσες συνέπειες της ενούρησης. αλλά περισσότερο αποτελούν δευτερεύοντα συμπτώματα. προκαλεί χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το αδιέξοδο αυτό. Ο Butler127 συγκέντρωσε τα δεδομένα που αφορούν στην ψυχολογική επίπτωση της νυχτερινής ενούρησης και ξεκίνησε τη μελέτη του δίνοντας έμφαση σε σημαντικά ζητήματα. δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. αποδέχονται πλέον ότι οι ψυχολογικές και ψυχιατρικές διαστάσεις της ενούρησης δεν είναι αιτιολογικές. Η δυσλειτουργία της κατώτερης ουροφόρου οδού τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. όπως ότι οι μεγάλες διακυμάνσεις στην ορολογία της ενούρησης παρεμποδίζουν οποιαδήποτε σύγκριση και συλλογή δεδομένων από διάφορες μελέτες. Ο Butler τονίζει στη μελέτη του ότι τα νεαρότερα παιδιά.

38 . καθώς και την έννοια της ημερήσιας και νυχτερινής ακράτειας.από τα πλεονεκτήματα της επισκόπησης του Butler. είναι ότι υπογραμμίζει τις αδυναμίες των άλλων μελετών σχετικά με την έννοια της ενούρησης.

οι οποίοι δεν επηρεάζονται από τη θεραπευτική μεθοδολογία. το πρότυπο αναφοράς των ασθενών έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. στο πρωτοβάθμιο επίπεδο υγείας και το γεγονός αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. αλλά επίσης όταν αξιολογούνται θεραπευτικές δοκιμασίες. η αποτυχία της θεραπείας με δεσμοπρεσσίνη συναντάται πολύ συχνότερα σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργική χωρητικότητα κύστης. Στον Πίνακα ΙΙ συνοψίζονται τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτών των ουσιών.129 Στα περισσότερα ερευνητικά κέντρα. Για παράδειγμα. Ο Πίνακας Ι παρουσιάζει συνοπτικά τις φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ενούρησης. καθώς και ορισμένες υποδείξεις για τη συνταγογράφηση και χορήγηση αυτών των ουσιών στα παιδιά. έχει φέρει στην επιφάνεια τους προφανείς κινδύνους που υπάρχουν όταν μελετάται η ενούρηση. με σκοπό να επικεντρωθεί η θεραπεία της ενούρησης απευθείας στον παθοφυσιολογικό μηχανισμό. Η παρατήρηση αυτή έχει οδηγήσει στη χρήση διαγνωστικών εργαλείων. Η αποτυχία μιας θεραπευτικής αγωγής οφείλεται στο γεγονός.7. υπάρχουν αρκετά στοιχεία που υποστηρίζουν το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα των περισσοτέρων. όπως είναι το ημερολόγιο κενώσεων και η καταγραφή της νυχτερινής παραγωγής ούρων. ότι επιλέγονται ασθενείς με παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ Όσον αφορά στη θεραπεία της ενούρησης. 39 . Αιτία είναι η συνεχώς αυξανόμενη χρήση της θεραπείας με δεσμοπρεσσίνη. αν όχι όλων των θεραπειών. όχι μόνο όταν αξιολογούνται μελέτες που σχετίζονται με την παθοφυσιολογία. εξαρτάται από τον υποκείμενο παθοφυσιολογικό μηχανισμό.128 Η ισχυρή σχέση μεταξύ ανταπόκρισης της θεραπείας και παθοφυσιολογίας.

40 .

41 .

42 .

Το 50% των ασθενών ανταποκρίνονται στη θεραπεία Πιθανότητα proarrhythmic. δυσκαταποσία. Διατίθεται μόνο στην Ευρώπη Προπιβερίνη 34.133.142-153 Δεσμοπρεσίνη Καλώς τεκμηριωμένη Πιθανότητα αποπληξίας συμπτωματική θεραπεία. 23 30 157 . Ενδέχεται να αυξάνει την οφθαλμική πίεση και εμφάνισε κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες στο καρδιαγγειακό. Δεν διασχίζει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό Παρόμοια με το χλωρίδιο της οξυβουτινίνης.29. πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στο ΚΝΣ Χλωροτρόπσιο Ασφαλές και δραστικό.130-135 Οξυβουτινίνη Η μορφή παρατεταμένης απελευθέρωσης.130. Το διαδερμικό έμπλαστρο ενδέχεται να μειώνει σημαντικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες Εκλεκτική για τους σιαλογόνους αδένες in vivo. απώλεια κοπράνων καλώς ανεκτική και πολύ δραστική ως μαλακτικό κοπράνων ή ως υπακτικό 43 10. ξηροστομία. ανησυχία. Ουσία Πλεονεκτήματα Μειονεκτήματα Αναφορές 34. αν και ίσως έχει καλύτερη ανεκτικότητα Ανεπαρκής βιοδιαθεσιμότητα. έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη δραστικότητα απ’ ότι άλλες σπασμολυτικές ουσίες. σε σκύλους Ανάγκη για περαιτέρω μελέτη 139. αναπνευστική καταστολή και σπασμοί Δε χρησιμοποιείται συχνά Δοξαζοσίνη Δραστική και ασφαλής.72. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στο ΚΝΣ Τολτεροδίνη Σχετικώς εκλεκτική στην κύστη. Ορισμένες σειρές αναφέρουν βελτιωμένη ανεκτικότητα Μη-εκλεκτική προς τις υπό-ομάδες των μουσκαρινικών υποδοχέων Υοσκυαμίνη Καλή ανεκτικότητα και τεκμηριωμένη χρήση Δυσκοιλιότητα. υπέρταση και ταχυκαρδία (ενδέχεται να παρατηρηθούν) PEG-3350 (πολυαιθυλενογλυκόλη 3350) Μη απορροφήσιμη.140 138.135-137 138 Μη εκλεκτική.141 26.154-156 11.Πίνακας ΙΙ.112. αν δεν κατακρατηθούν ασφαλής τα υγρά Ιμιπραμίνη Χρησιμοποιείται από το 1960. για τη θεραπεία της ακράτειας. Χορηγείται πριν την κατάκλιση Έλλειψη κλινικών μελετών Μεθυλφενιδάτη Πλήρης αποκατάσταση της ενούρησης η οποία σχετίζεται με τη νευρική ακράτεια Μειωμένη όρεξη. Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των ουσιών που χρησιμοποιούνται κατά την παρούσα περίοδο.

Τα αντιχολινεργικά φάρμακα.Π.1. Λόγω του εντοπισμού των μουσκαρινικών υποδοχέων σε άλλα όργανα όπως οι σιελογόνοι αδένες και η γαστρεντερική οδός. Οι περισσότερες φαρμακευτικές παρεμβάσεις παραμένον περιορισμένες ως τη στιγμή που η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα επιβεβαιωθούν στους ενήλικες. Άλλες ουσίες όπως είναι η υοσκυαμίνη. όπως η οξυβουτινίνη. Αντιχολινεργικά Η πλειοψηφία των αρχικών παρεμβάσεων για την υπερδραστήρια κύστη στους παιδιατρικούς ασθενείς. Τα νέα αντιχολινεργικά. προς το παρόν.1. έχουν εντοπισθεί οι υποδοχείς Μ2 και Μ3. δεν χορηγούνται σε παιδιά κάτω των 12 ετών. όπως είναι η οξυβουτινίνη έχουν αντιμουσκαρινικές. οι οποίοι διεγείρονται από την ακετυλοχολίνη. Συνεπώς. Μέσα στο λείο μυ της κύστης. όλα τα παιδιά που λαμβάνουν αντιχολινεργικά. συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας για την υπερδραστηριότητα της κύστης. αντισπασμωδικές και τοπικώς αναισθητικές ιδιότητες. 44 . πρέπει να παρακολουθούνται στενά όχι μονό για ενδείξεις επίσχεσης ούρων. έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών όπως η ξηροστομία και η δυσκοιλιότητα. πιθανώς να μειώνουν τις ανεπιθύμητες δράσεις.Α. το το χλωροτρόπσιο (trospium chloride) και η προπιβερίνη.136 Η οξυβουτινίνη και η τολτεροδίνη είναι οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες ουσίες στις Η. Μηχανισμός δράσης των αντιχολινεργικών Η ενεργοποίηση της κατώτερης ουροφόρου οδού. οι οποίες βοηθούν στη χαλάρωση του εξωστήρα μυ και επομένως υποβοηθούν την αύξηση της κυστικής χωρητικότητας.7. εμπλέκει στοιχεία τόσο από το κεντρικό όσο και από το περιφερικό νευρικό σύστημα. ουσίες που περιέχουν αντιχολινεργικές ιδιότητες. Γενικώς. χρησιμοποιούνται συχνότερα στην Ευρώπη. περιλαμβάνει τριτογενείς αμίνες. αλλά και για δυσκοιλιότητα ενώ θα πρέπει να συνιστάται η καλή στοματική υγιεινή. με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς να ελέγχουν την ικανότητα συστολής του εξωστήρα μυός.135 Οι ουσίες όμως αυτές.1.42 Ως αποτέλεσμα. 7. όπως η τολτεροδίνη θεωρούνται πιο εκλεκτικοί για τους μουσκαρινικούς υποδοχείς στην κύστη από τους σιαλογόνους αδένες και εξαιτίας αυτού. υπάρχει έλλειψη τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών οι οποίες να συγκρίνουν τις διάφορες φαρμακευτικές θεραπείες για την παιδιατρική ακράτεια.

IR) και παρατεταμένης απελευθέρωσης (Extended Release .τι στην κύστη. ενώ ταυτοχρόνως αποφεύγεται και η πρώτη δίοδος από το ήπαρ.160 Διατίθεται σε δισκία άμεσης (Immediate Release .158 Η αρχική συνιστώμενη δόση είναι 5mg την ώρα της κατάκλισης. Σε μελέτες.1. σε μορφή βάμματος. μπορούν να αποφευχθούν μέσω του διαδερμικού συστήματος διατήρησης της απελευθέρωσης. Η χρήση της για τη θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης έχει μελετηθεί εκτενώς. Το προσφάτως ανεπτυγμένο έμπλαστρο έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει μεγαλύτερη συμμόρφωση. στις απαιτητικές ομάδες πληθυσμού και ενδέχεται να προλαμβάνει ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζουν τα από του στόματος παρασκευάσματα. Οι υψηλές είτε χαμηλές συγκεντρώσεις της ουσίας στο πλάσμα. Διαθέτει υψηλή συγγένεια προς τους μουσκαρινικούς υποδοχείς και ιδιαίτερα με τους υποτύπους Μ1 και Μ3. σε ορθικά και κολπικά υπόθετα και σε διαδερμικό έμπλαστρο. η οξυβουτινίνη δεν εμφάνισε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τα πλασματικά φάρμακα.159 Ο Kachur134 απέδειξε ότι η συγκέντρωση φαρμάκου που είναι απαραίτητη για να μπορέσει να λειτουργήσει ως χαλαρωτικό του λείου μυός. 45 . η κεφαλαλγία. είναι 500 φορές μεγαλύτερη από αυτή που χρειάζεται. καθώς και η αναπαραγωγή του ενεργού μεταβολίτη.2. για να εκδηλωθούν τα αντιχολινεργικά αποτελέσματα. η δυσκαταποσία. σύνδεσης με ραδιενεργό υποκαταστάτη στον υποδοχέα η οξυβουτινίνη φάνηκε να έχει μεγαλύτερη συγγένεια προς τους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Η πιο σοβαρή από όλες είναι η ξηροστομία. η ταχυκαρδία. η ερυθρότητα.ER). η θολότητα της όρασης. στην παρωτίδα απ’ ό.7. Στις ανεπιθύμητες δράσεις της οξυβουτινίνης περιλαμβάνονται η ξηροστομία. Ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση. Η οξυβουτινίνη μεταβολίζεται σε μια σύνθεση με παρόμοια δραστικότητα και εκλεκτικότητα. η ανορεξία. η δυσκοιλιότητα. Οξυβουτινίνη Η οξυβουτινίνη υπήρξε ένα από τα πρώτα αντιχολινεργικά που χρησιμοποιήθηκαν για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης. τη Ν-διαιθυλ-οξυβουτινίνη. με δυνατότητα αύξησης στα 10mg για τα μεγαλύτερα ηλικιακά παιδιά.132 Όμως η οξυβουτινίνη αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματική για τους ασθενείς με πολυσυμπτωματική ενούρηση ή με παθολογική ουροδυναμική. η οποία οδηγεί τις περισσότερες φορές και στη μη συμμόρφωση. η ξηροφθαλμία. η ναυτία και η υπνηλία.158 Έχει επίσης σπασμολυτική δράση (εξαιτίας του ανταγωνισμού των καναλιών ασβεστίου) και δρα ως αναισθητικό της κύστης.

162.1.133 Σε μελέτη συγκρίθηκε η ανεκτικότητα και δραστικότητα της οξυβουτινίνης ER. η χρήση της ήταν πιο συχνή. η δυσκοιλιότητα και η ξηροστομία εξακολουθούν να αποτελούν ανεπιθύμητη ενέργεια της συγκεκριμένης θεραπείας. στους μουσκαρινικούς υποδοχείς από την οξυβουτινίνη και επιπλέον δεν έχει συγκεκριμένη χημική συγγένεια με κάποιες υποομάδες υποδοχέων.Α.Ν. η πλειοψηφία αυτών των αναφορών υποστηρίζει ότι η τολτεροδίνη εμφανίζει καλύτερη ανεκτικότητα. Εντούτοις. για τις περιπτώσεις των ασθενών που δεν εμφανίζουν βελτίωση ή δεν έχουν ανεκτικότητα με τις νέες αυτές ουσίες. σε συνδυασμό με βελτιωμένη ανεκτικότητα.160. και στην Ευρώπη το 1998161. Υοσκυαμίνη Η υοσκυαμίνη είναι ένα αντιχολινεργικό και αντισπασμωδικό συστατικό των αλκαλοειδών της atropa belladonna και έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης στους παιδιατρικούς ασθενείς. όσον αφορά τον έλεγχο της ημερήσιας ακράτειας και τη συχνότητά της. είναι καλό για δοκιμάζεται η χορήγηση της υοσκυαμίνης διότι παρόλο που είναι λιγότερο δραστική στους έχει ταυτοχρόνως λιγότερο έντονες ανεπιθύμητες δράσεις.137.7. Πριν διατεθούν στην αγορά η οξυβουτινίνη και η τολτεροδίνη.137 Η τολτεροδίνη διατίθεται σε δισκία IR και μακράς-δράσης (LA-long acting). διασχίζει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. γεγονός που σημαίνει ότι είναι δυνατό να προκαλέσει ανεπιθύμητες δράσεις στο Κ.3. Τολτεροδίνη Η τολτεροδίνη κυκλοφόρησε στις Η.4. χρησιμοποιώντας διάφορους σχηματισμούς.Σ. ειδικά στην περίπτωση της ξηροστομίας.163 Επίσης η υοσκυαμίνη αναστέλλει την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα μειώνοντας την έκκριση των γαστρικών οξέων και των φαρυγγικών. Επιπρόσθετα.34 Επιπλέον. τραχειακών και βρογχικών εκκρίσεων και ως εκ τούτου. οι κλινικές ανεπιθύμητες δράσεις ανάμεσα σε αυτές τις τρεις ομάδες θεραπείας δεν παρουσίασαν σημαντικές διαφορές. Οι πιο 46 . με την υπόσχεση να αυξήσει την καταστολή των συσπάσεων της κύστης.1.Π. μεταξύ της οξυβουτινίνης και της τολτεροδίνης. Όμως. με την τολτεροδίνη IR και LA σε 132 παιδιά με ημερήσια ακράτεια και συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης. Έχει αποδειχθεί ότι έχει λιγότερο ισχυρή δράση. Βρέθηκε ότι η οξυβουτινίνη ER και η τολτεροδίνη LA ήταν στατιστικώς πιο δραστικές από την τολτεροδίνη IR και ότι η οξυβουτινίνη ER ήταν στατιστικώς δραστικότερη από τις δυο μορφές της τολτεροδίνης. 7. Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι υπάρχει παρόμοια κλινική δραστικότητα.

Ο Otto-Unger138 ανέφερε μειωμένη συχνότητα ούρησης και υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός. Ο Ulshofer140 ανέφερε ότι οι ενήλικες που λάμβαναν 15mg χλωροτρόπσιο τρεις φορές ημερησίως. Χλωροτρόπσιο (Τrospium chloride) Το χλωροτρόπσιο είναι μια αντιχολινεργική φαρμακευτική ουσία η οποία διατίθεται κατά την παρούσα περίοδο μόνο στην Ευρώπη. χωρίς δοκιμές ειδικά εστιασμένες σε παιδιατρικούς ασθενείς.1. εμφάνισαν αυξημένη μέση τιμή χωρητικότητας κύστης. από τη χρήση της προπιβερίνης σε αντίθεση με το πλασματικό φάρμακο.6. Η δόση που χρησιμοποιήθηκε στη 47 .160 Έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με την οξυβουτινίνη και συγκεκριμένα απευθείας χάλαση και τοπική αναισθητική δράση στην κύστη. είναι ένας αντιχολινεργικός παράγοντας που αναπτύχθηκε το 1981.163 7. το χλωροτρόπσιο σε ποσότητα 20 mg χορηγούμενο δυο φορές την ημέρα αυξάνει τη χωρητικότητα της κύστης του ασθενούς.5. η θολή όραση και η μειωμένη εφίδρωση. Η προπιβερίνη διαθέτει υψηλή συγγένεια προς τους περιφερικούς Μ1 και Μ3 και μικρότερη προς τους Μ2 υποδοχείς. σε σύγκριση με το πλασματικό φάρμακο και χωρίς καμία ανεπιθύμητη δράση στο Κ.Σ. Στα αποτελέσματα ανέφερε ρυθμό ίασης 45%. η προπιβερίνη.160 Ο Cardozo139 έδειξε ότι συγκρινόμενο με το πλασματικό φάρμακο.Σ.Ν. σε 26 φυσιολογικά σε ανάπτυξη παιδιά ηλικίας 5-11 ετών.Ν. η ξηροστομία. Προπιβερίνη Το τελευταίο φάρμακο αυτής της ομάδας. Παρά όμως τα στοιχεία. αλλά με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. η συγκεκριμένη ουσία έχει αξιολογηθεί σε έναν πολύ μικρό αριθμό ενήλικων ασθενών. προκαλεί λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στο Κ.συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η υπνηλία. ρυθμό βελτίωσης 45% και ποσοστό ασθενών της τάξης του 10%. έκανε σύγκριση ενός πλασματικού φαρμάκου με 0. Ο Nentwich141 σε διπλή τυφλή κλινική δοκιμασία 88 παιδιών με ενούρηση και ακράτεια.1. 7.2mg/kg προπιβερίνης δυο φορές ημερησίως. που δεν εμφάνισαν καμία αντίδραση στην ουσία. όπως φαίνεται και από στοιχεία ασθενών με δευτεροπαθείς υπερδραστήριες κύστεις μετά από τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης. Καθώς είναι λιγότερο λιπόφιλη από την οξυβουτινίνη και επομένως δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.160 Το χλωροτρόπσιο έχει αποδειχθεί ότι είναι τόσο αποτελεσματικό όσο και η οξυβουτινίνη. ο ίλιγγος.

ως ουσία που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν. Τόσο η δεσμοπρεσσίνη όσο και η αντιδιουρητική ορμόνη δρουν σε συγκεκριμένους υποδοχείς.7-0. σε ποσοστό 10% έως 91%. Η αποτελεσματικότητα δεν βελτιώθηκε ιδιαίτερα με την υψηλότερη δόση και οι ανεπιθύμητες δράσεις αναφέρθηκαν μόνο στην ομάδα που έλαβε την υψηλή δόση. με τα νέας γενιάς LA αντιχολινεργικά.8mg/kg/ημέρα σε μια επιπλέον ομάδα 26 παιδιών. Οι διαθέσιμες ουσίες αφορούν κυρίως την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. μέχρι να επιλυθεί το πρόβλημα (15-18% ετήσιος ρυθμός ίασης). 7.Α. Ο Moffatt144 εξέτασε 18 τυχαιοποιημένες μελέτες. αλλά μόνο το 25% των ασθενών παρέμειναν τελείως στεγνοί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Επίσης. στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και στα αθροιστικά σωληνάρια των νεφρών.164 Αποτελεί τη θεραπεία επιλογής για παιδιά με πιθανή νυχτερινή πολυουρία. προέρχονται από την τροποποίηση της συμπεριφοράς και οι αντί-ενουρητικοί συναγερμοί. Η δεσμοπρεσσίνη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της 8-αργινίνης βαζοπρεσίνης που δρα μειώνοντας το ρυθμό της παραγωγής ούρων κατά τη διάρκεια της νύχτας.1.146 Η δεσμοπρεσσίνη εγκρίθηκε από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των Η. ήταν 0. Τα καλύτερα αποτελέσματα. για την παιδική ακράτεια. ότι αν και η δεσμοπρεσσίνη είναι σημαντικά δραστικότερη από τα πλασματικά φάρμακα για τον έλεγχο της ενούρησης.2. η βασική 48 .3% υποτροπίασε μετά τη διακοπή της θεραπείας. το 1990. σε ενουρητικά παιδιά δημοσιεύτηκαν στα τέλη του 1970. Σε όλες εντοπίστηκε μείωση της συχνότητας ενούρησης.4mg/kg/ημέρα για τους πρώτους 3 μήνες και αυξήθηκε στα 0. Είναι αναγκαίο όμως να γίνουν περαιτέρω τυχαιοποιημένες μελέτες σύγκρισης της προπιβερίνης. Δεσμοπρεσσίνη. ώστε να προκαλέσουν τελική απορρόφηση ύδατος και συγκέντρωση ούρων. για τη θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης με δεσμοπρεσσίνη. σε 3 μελέτες που συμμετείχαν 123 ασθενείς. εφόσον λαμβάνεται πριν από την κατάκλιση.Π. από άποψη μακροχρόνιας επίλυσης.συγκεκριμένη μελέτη. Αντιενουρητικά Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεραπευτική ουσία για την αντιμετώπιση της νυχτερινής ενούρησης. προτού χαρακτηρισθεί ως θεραπεία πρώτης γραμμής.29 Οι πρώτες ελεγχόμενες μελέτες.28 7. το 94.2.

2. Συντίθεται στον υποθάλαμο και αποθηκεύεται στην οπίσθια υπόφυση. Η δεσμοπρεσίνη διαφέρει ελαφρώς από την ενδογενή βαζοπρεσίνη. για λιγότερες από 3 νύχτες την εβδομάδα. η βαζοπρεσίνη δρα απευθείας στους νεφρούς. με επακόλουθο τη μείωση της παραγωγής ούρων. Τέτοιες αλλαγές είναι πιθανό να συμβούν στη διάρκεια του ύπνου.2. συγκεκριμένα στον V1. το τελευταίο κυρίως γεύμα να λαμβάνεται 2 ώρες 49 . με σκοπό να ρυθμίσει την απορρόφηση και απέκκριση του ύδατος. καταλήγοντας σε αύξηση της βαζοπρεσίνης.χρήση της εστιάζει κυρίως στον έλεγχο των συμπτωμάτων και όχι στη θεραπεία. καταλήγοντας σε αγγειοσυστολή και τον V2. Μηχανισμός δράσης δεσμοπρεσσίνης Υπό φυσιολογικές συνθήκες. περιλαμβάνουν τη νυχτερινή πολυουρία. μόνο ένα ενουρητικό επεισόδιο ανά νύχτα και φυσιολογική ημερήσια χωρητικότητα κύστης. ο οποίος εμπλέκει το ανιόν άκρο της αγκύλης του Henle και των αθροιστικών σωληναρίων του νεφρού. Η βαζοπρεσίνη δρα σε συγκεκριμένους υποδοχείς. δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την πίεση του αίματος. βασισμένη σε πρότυπα συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων. ο όγκος και η πίεση του αίματος θεωρείται ότι διεγείρουν την έκκριση βαζοπρεσίνης. προκαλώντας αντιδιουρητική δράση. στο ότι δεν έχει καμία επίδραση στους V1 υποδοχείς και επομένως.166 Προτείνεται επομένως. Όταν ο V2 υποδοχέας διεγείρεται. έναντι 19% των ασθενών με πολυσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση. έχει ισχυρή δραστικότητα στους νεφρικούς V2 υποδοχείς. ο οποίος εμπλέκει τον λείο μυ των αγγείων του αίματος.145 Ο Husmann εντόπισε ότι ασθενείς με μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση είχαν καλύτερη ανταπόκριση στη δεσμοπρεσίνη. Οι προβλέψεις ανταπόκρισης στη δεσμοπρεσσίνη. Η έκκριση ρυθμίζεται μέσω αλλαγών στην οσμωμοριακότητα του πλάσματος και στον όγκο του εξωκυττάριου υγρού.80 Το 68% των ασθενών αυτών εμφάνισαν ικανότητα ελέγχου της ούρησης όσο διάστημα έκαναν θεραπεία.165 Η απορρόφηση της από του στόματος δεσμοπρεσσίνης πραγματοποιείται κυρίως στο δωδεκαδάκτυλο και το τη νήστιδα και μειώνεται όταν λαμβάνεται με τροφή.129 7. Εντούτοις. Επίσης. σημειώνεται μια αυξημένη μετατόπιση του ύδατος προς την κυκλοφορία το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη αύξηση της συγκέντρωσης και τη μείωση του όγκου των παραγόμενων ούρων.

Η δεσμοπρεσίνη είναι διαθέσιμη σε ενδορρινική και από του στόματος μορφή. Το από του στόματος παρασκεύασμα διατίθεται σε ταμπλέτες 0. άλλοι ερευνητές προτείνουν την έναρξη της θεραπείας με το μέγιστο των δόσεων (0. όμως εξαιτίας του πιθανού κινδύνου εμφάνισής τους. Η ενδορρινική απορρόφηση μειώνεται κάθε φορά που ένας ασθενής έχει λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού με καταρροή ή αλλεργική ρινίτιδα.147.148. οι ταμπλέτες μπορούν να θρυμματιστούν και να χορηγηθούν μαζί με την τροφή. ειδικά για τους ασθενείς που δεν ανταποκρίνεται στη μονοθεραπεία με συναγερμό ενούρησης ή με οξυβουτινίνη. ενώ ταυτόχρονα μειώνει το ερέθισμα της αφύπνισης. Εναλλακτικώς. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ναυτία και το κοιλιακό άλγος.143 Συνεπώς είναι επιθυμητό να διασφαλίζεται. Στις κλινικές δοκιμασίες δεν έχουν αναφερθεί υπονατριαιμικές κρίσεις. Μελέτες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια χορήγηση καταλήγει σε επιτάχυνση του αυτόματου ρυθμού ίασης.6mg ή 40μg). οι παραπάνω ερευνητές συνιστούν την από του στόματος χορήγηση της ουσίας. κατά τη διάρκεια της νύχτας.167. Η δόση έναρξης για το ρινικό ψεκαστήρα είναι 20 μg (ένας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι) και μπορεί να φθάσει μέχρι 40 μg. έχουν ανάλογη δραστικότητα.166 Επίσης έχει αναφερθεί ότι η δεσμοπρεσσίνη αναστέλλει τις συσπάσεις της κύστης και αυξάνει το REM στάδιο του ύπνου.2mg ως 0. τουλάχιστον 1 ώρα πριν και 8 ώρες μετά τη χορήγηση της ουσίας. Μελέτες έδειξαν ότι η ενδορρινική και η από του στόματος χορήγηση δεσμοπρεσσίνης172. είναι απαραίτητο να συστήνεται ο περιορισμός της λήψης υγρών.168.150 50 .29 Η οξεία δηλητηρίαση από ύδωρ (υπονατριαιμία) είναι εξαιρετικά σπάνια και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνει σε άτομα που δεν περιορίζουν τη λήψη υγρών. αλλά κάθε 3 μήνες περίπου απαιτείται διακοπή της θεραπείας για να ελέγχεται η ανταπόκριση και να εξετάζεται αν η συνέχιση της θεραπείας είναι απαραίτητη.25.169.6mg. ότι το παιδί περιορίζει τη λήψη υγρών.142.26.173 Στην περίπτωση όμως που ένας ασθενής δυσκολεύεται με την κατάποση.170 Η δεσμοπρεσσίνη μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των 5 ετών.171 Οι παράγοντες αυτοί είναι πιθανώς χρήσιμο να λαμβάνονται υπόψη.πριν από την κατάκλιση και πριν από τη χορήγηση της επόμενης δόσης. με σπάνιες και ήσσονος σημασίας ανεπιθύμητες δράσεις. όταν μελετάται το ενδεχόμενο συνδυασμένης θεραπείας. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για όσο διάστημα απαιτείται ο έλεγχος των συμπτωμάτων. Εντούτοις.2mg και η δόση έναρξης μπορεί να είναι από 0. Η κλινική εμπειρία έχει δείξει ότι η δεσμοπρεσίνη είναι ασφαλής και καλώς ανεκτή.

74 Αναστέλλει την επαναπρόσληψη σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (νορεπινεφρίνη) στο Κ.Σε πολυκεντρική κλινική μελέτη. Ιμιπραμίνη Η ιμιπραμίνη είναι ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. από έναν Αυστραλό ψυχίατρο155. έδειξαν μακροπρόθεσμο ρυθμό ίασης της τάξεως του 25%.4.2. Όμως. ώσπου να επιτευχθεί ποσοστιαία μείωση 50% στον αριθμό των υγρών νυχτών. 7. η δεσμοπρεσσίνη παραμένει η σημαντικότερη θεραπεία για τον συμπτωματικό έλεγχο των ασθενών με νυχτερινή ενούρηση. στα παιδιά με μονοσυμπτωματική πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση. κατά τη διάρκεια λήψης της ιμιπραμίνης. ειδικά όταν η διακοπή γίνεται απότομα. χωρίς θεραπεία.. Πιστεύεται όμως ότι δρα μέσω αντιχολινεργικών και αντισπασμωδικών επιδράσεων στον εξωστήρα μυ. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της δεν είναι γνωστός. 399 παιδιών ηλικίας 6-12 ετών.156 Το ετήσιο ποσοστό ίασης είναι παρόμοιο με εκείνο της παρακολούθησης.Ν. υπάρχει υψηλός κίνδυνος υποτροπής όταν η λήψη ιμιπραμίνης διακόπτεται.160 Προσφάτως. Η συνιστώμενη δόση έναρξης. Το μεγαλύτερο ποσοστό ίασης ήταν 23%. που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μονοσυμπτωματικής νυχτερινής ενούρησης28 από το 1960. η οποία προσδιορίστηκε μέσα από επισκέψεις διάρκειας τριών μηνών καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας. έχει προταθεί ότι η ιμιπραμίνη ενδέχεται να αυξάνει τις συγκεντρώσεις της αντιδιουριτικής ορμόνης. είναι 25mg για παιδιά ηλικίας από 5 ως 8 ετών 51 . ώστε να αυξηθεί η αντίσταση εξόδου. προκαλώντας αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των νευροδιαβιβαστών στην ιερή νωτιαία χορδή. Το 80% των παιδιών παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση στην εμφάνιση των ενουρητικών επεισοδίων.112 Έρευνες έχουν δείξει ότι η υδροχλωρική ιμιπραμίνη. συνδέεται με ποσοστό ίασης 36% στους 6 μήνες και 16% στο ένα έτος. έπειτα από θεραπεία ενός έτους. Τότε περιγράφηκε για πρώτη φορά η επίδρασή της στην ενούρηση.Σ. χορηγήθηκε ενδορρινικώς δεσμοπρεσσίνη σε αυξανόμενες δόσεις. προκειμένου να αυξήσει την αποθήκευση ούρων. αν όχι το σύνολο.28 Μέρος. Η μελέτη απέδειξε την ασφάλεια της δεσμοπρεσσίνης. του ποσοστού ίασης οφείλεται στην φυσιολογική επίλυση της ενούρησης. καθώς και μέσω συμπαθητικομιμητικής δράσης της στην έξοδο της κύστης.170 Υπάρχει όμως ευρεία διακύμανση στους αναφερόμενους ρυθμούς θεραπείας.174 Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση χορήγησης δεσμοπρεσσίνης. Αναλύσεις δεδομένων που συλλέχθηκαν από 8 ελεγχόμενες διπλές-τυφλές μελέτες.

154 Η έκθεση όμως αφορά περιορισμένη μελέτη. Τα πρώτα αποτελέσματα γίνονται εμφανή μέσα στην πρώτη εβδομάδα θεραπείας. τότε οι δόσεις είναι 0. Στην περίπτωση υπολογισμού των δόσεων με βάση το βάρος. Πρόσφατα. σε διάστημα 3 έως 4 εβδομάδων. άγχος ή νευρικότητα. Ο Tahmaz130 αναφέρει ότι η συνδυασμένη θεραπεία με οξυβουτινίνη και ιμιπραμίνη ήταν αποτελεσματικότερη κλινικώς. Η θεραπεία διαρκεί συνήθως 3 έως 6 μήνες και στη συνέχεια η διακοπή πρέπει να γίνει σταδιακά.2 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα αντιμετώπισης της ενούρησης. αναφέρθηκε στη βιβλιογραφία βλάβη στο DNA παιδιών που λάμβαναν ιμιπραμίνη για τη θεραπεία της ενούρησης. αναπνευστικά προβλήματα και καρδιακές αρρυθμίες. Οι ανεπιθύμητες δράσεις από τη θεραπεία με ιμιπραμίνη είναι σπάνιες.176 Αυξημένο ενδιαφέρον υπάρχει και ως προς τη χρήση και άλλων αντικαταθλιπτικών ουσιών. για τη θεραπεία της ενούρησης. εξαιτίας του χαμηλού θεραπευτικού δείκτη. Η ιμιπραμίνη πρέπει να λαμβάνεται 1 ώρα πριν από την κατάκλιση και η διάρκεια δράσης είναι 8 έως 1 2 ώρες. Άλλη μελέτη εντόπισε επίσης.5 mg/kg/ημέρα. κώμα.τι η μονοθεραπεία. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα φαρμάκου που ανήκει σε αυτή την κατηγορία είναι η φλουβοξαμίνη. προτού εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητα και η ρύθμιση των δόσεων. Η λήψη υπερβολικής δόσης μπορεί να οδηγήσει σε κρίση (seizure). Σπανίως επιλέγεται ως φάρμακο πρώτης εκλογής για τη θεραπεία της ενούρησης και κάθε φορά που γίνεται συνταγογράφηση ιμιπραμίνης. σε αντίθεση με το πλασματικό φάρμακο175 η χρήση αυτής της ουσίας είναι πολύ περιορισμένη εξαιτίας των πιθανών θανατηφόρων ανεπιθύμητων δράσεων. με έναν αντιχολινεργικό παράγοντα και ένα αντικαταθλιπτικό αποδείχθηκε πιο δραστική από τη χρήση μόνο μιας εκ των δυο ουσιών. αλλά σε γενικές γραμμές περιλαμβάνουν αλλαγές στη διάθεση. η οποία δεν έχει επιβεβαιωθεί από άλλες έρευνες. και γαστρεντερικές διαταραχές. πρέπει να δίνονται προειδοποιήσεις στους γονείς. Η τοξικότητα λόγω υπερδοσολογίας είναι ένας πιθανός κίνδυνος. σχετιζόμενος με τη λήψη ιμιπραμίνης και η χρήση της έχει μειωθεί σημαντικά. για την πιθανή τοξικότητα λόγω υπερβολικής δόσης. Οι αρχικές μελέτες όμως αναφέρουν. διαταραχές ύπνου. ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις που υπάρχουν μικρά παιδιά στο σπίτι. Παρά την 4. ξηροστομία. ότι 52 .9 ως 1. ότι η συνδυασμένη θεραπεία για τη μονοσυμπτωματική νυχτερινή ενούρηση. υπόταση. απ’ ό. αλλά συνιστάται να συνεχίζεται η χορήγηση του φαρμάκου για τουλάχιστον 2 εβδομάδες.και 50mg για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους έφηβους. όπως είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης.

τα οποία δεν ανταποκρίθηκαν σε καμία προηγούμενη θεραπεία. η θεραπεία κατέληγε σε πλήρη αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. το τρίγωνο και τη βάση της. που να αναφέρεται στην παιδιατρική βιβλιογραφία. προκειμένου να θεραπεύσουν επτά παιδιά με νευρική ακράτεια. Οι Sher και Reinberg30 χρησιμοποίησαν μία διεγερτική ουσία. Οι ασθενείς αυτοί εμφάνισαν βελτίωση στην κένωση της κύστης. η οποία έχει παρόμοια αιτιολογία με την καταπληξία που συναντάται σε ναρκοληπτικούς ασθενείς. τα οποία επανεμφανίζονταν έπειτα από διακοπή της θεραπείας. μυελοδυσπλασία). ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των α-αδρενεργικών υποδοχέων. κεφαλαλγίας και ρινίτιδας ελαχιστοποιούνται με τη χορήγηση της ουσίας. για τη θεραπεία παιδιών με ανεπαρκή κένωση της κύστης. έχουν αξιοποιηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ενήλικες και οι νεότερες δοκιμές σε παιδιατρικούς ασθενείς έχουν θετικά αποτελέσματα. θεωρείται πως τα δυο αυτά σύνδρομα μοιράζονται μια κοινή παθοφυσιολογική βάση.η συγκεκριμένη κατηγορία ουσιών είναι αναποτελεσματική για τη θεραπεία της ενούρησης. Λόγω της μυϊκής υποτονίας που προκαλείται από το γέλιο και σχετίζεται και με τις δυο καταστάσεις. Οι α-αδρενεργικοί υποδοχείς εντοπίζονται στην κύστη και στον αυχένα της κύστης.5. τη μεθυλφαινιδάτη.αδρενεργικοί υποδοχείς βρίσκονται στον θόλο της κύστης. Η φαινοξυβενζαμίνη. 53 . αλλά δεν υπάρχει κάποια σύγκριση των παραπάνω ουσών. ζάλης. οι α1Α. έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλες ουσίες για τη θεραπεία της ακράτειας. Άλλες ουσίες Παρά την επιτυχία της αντιχολινεργικής θεραπείας. ενισχύουν την ακούσια κένωση. ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των α-αδρενεργικών υποδοχέων έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί.χ.2. Ισχυρά συναισθήματα προκαλούμενα από γέλιο. Ειδικότερα. με ή χωρίς οργανικές διαταραχές (π. Τα χαρακτηριστικά αυτά.177 7. Ο Austin32 χρησιμοποίησε τη δοξαζοσίνη. μειωμένα υπολειπόμενα ούρα μετά την κένωση και βελτιωμένες πιέσεις στην κύστη. ενώ ο αποκλεισμός κατάλήγει σε μειωμένη αντίσταση. και η πραζοσίνη. Αν και η νευρογενής ακράτεια συναντάται σπανίως. Σε όλους τους ασθενείς. πριν από την κατάκλιση. Η δοξαζοσίνη έχει γίνει καλώς ανεκτή από τα παιδιά και τα επεισόδια ορθοστατικής υπότασης. έναν α1-αδρενεργικό ανταγωνιστή. υπάρχει τεκμηριωμένη φαρμακευτική θεραπεία για την επιτυχή αντιμετώπισή της. εξαιτίας έντονων συναισθημάτων.160 Η διέγερση αυτών των υποδοχέων καταλήγει σε αυξημένη αντίσταση εξόδου.

χημικώς αδρανές. Η δυσκοιλιότητα θεραπεύτηκε επιτυχώς στο 52% αυτών των παιδιών. άοσμο. χορηγούμενη είτε σε ημερήσια βάση είτε ανάλογα με τις ανάγκες. υπακτικά και μαλακτικά κοπράνων. έχει αλλάξει σημαντικά την επιτυχή θεραπεία της δυσκοιλιότητας και της ακράτειας ούρων. γεγονός που καταλήγει σε απόφραξη και ενισχύει την αστάθεια του εξωστήρα μυός. 63% αντιμετώπισης της ενούρησης και καμία επανεμφάνιση των λοιμώξεων της ουροφόρου οδού. άχρωμο και αποτελεί θεραπεία για τη χρόνια δυσκοιλιότητα. έπειτα από τη θεραπεία. Η PEG-3350 είναι ένα υδατοδιαλυτό πολυμερές. το ορυκτέλαιο. Το ουροποιογεννητικό σύστημα. Η δυσκοιλιότητα φαίνεται πως είναι σχετικά συνηθισμένο φαινόμενο σε παιδιά με δυσλειτουργίες στην κένωση και με ακράτεια.105. η απώλεια κοπράνων είναι δοσοεξαρτώμενη. Η ουσία αυτή. η λακτουλόζη και η βισακοδύλη. άγευστο. έχει αντικαταστήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα τις προηγούμενες θεραπείες. στους παιδιατρικούς ασθενείς. νευρώνεται από τα ίδια νεύρα που ελέγχουν τη λειτουργία του εντέρου και η γειτνίαση της κύστης με το ορθό επιτρέπει τον επηρεασμό του ενός συστήματος από το άλλο. η μεθυλφαινιδάτη αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη θεραπεία αυτής της κατηγορίας των ασθενών. η σορβιτόλη. Έχει αναφερθεί ότι το διεσταλμένο ορθό στα δυσκοίλια παιδιά πιέζει την κύστη. Η προσφάτως αναπτυγμένη ουσία PEG-3350 (πολυαιθυλενογλυκόλη). Ο Gremse157.Σήμερα. ελάχιστα τοξικό. καθώς επίσης και ότι το 11% βίωσε τουλάχιστον μία λοίμωξη της ουροφόρου οδού. το γάλα μαγνησίας. μη απορροφήσιμο. απέδειξε ότι η PEG-3350 βελτιώνει τον χρόνο των παροδικών κολικών. αλλαγές στο διαιτολόγιο. έχοντας παρόμοια αποτελεσματικότητα με άλλες θεραπείες.107 Ο Loening-Baucke106 μελέτησε 234 παιδιά με δυσκοιλιότητα και εγκόπρηση και βρήκε ότι η δυσκοιλιότητα υπήρχε στο 46% των ασθενών. 54 . καταλήγοντας σε ποσοστό 89% επίλυσης της ημερήσιας ακράτειας. Η παραδοσιακή θεραπεία της δυσκοιλιότητας περιλαμβάνει τροποποίηση της συμπεριφοράς. τα ξερά φύλλα σέννας. Στο παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί κλύσματα με υπερωσμοτικό γάλα μελάσσας (1: 1) και κλύσματα υπέρτονου φωσφορικού άλατος. Γίνεται καλώς ανεκτή από τα παιδιά και η μοναδική ανεπιθύμητη δράση.

ενδέχεται να διαφέρουν μεταξύ των ιστών ή να υπάρχουν σε πολλαπλές δομές. Δρα ως αναστολέας της πρόσληψης χολίνης και επίσης ως ανταγωνιστής των καναλιών ασβεστίου στον λείο μυ.7.179 Η προσέγγιση αυτή εκφράζει τη νέα τάση που επικρατεί στη μελέτη της θεραπείας της ακράτειας. αλλά καθώς ο ρόλος του άλλου κυρίαρχου υποδοχέα της κύστης. ενώ αυξάνει την ωφέλιμη χωρητικότητα της κύστης. περιλαμβάνει ένα μαλακό μπαλόνι.3.1.161 Η τεμιβερίνη είναι μια άλλη νέα αντιχολινεργική ουσία και προς το παρόν βρίσκεται υπό έρευνα στην Ιαπωνία. οδηγώντας σε απόσυρση από τις κλινικές δοκιμές.160 Η οξυβουτινίνη και τα εναντιομερή της εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας. Το νεότερο σύστημα απελευθέρωσης της οξυβουτινίνης που έχει προταθεί. ενώ ταυτοχρόνως προλαμβάνει τις συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. 55 .160 Οι νεότερες έρευνες αξιολογούν τη χρησιμότητα της δαριφενακίνης για τη θεραπεία της υπερδραστήριας κύστης. του Μ2. Η εκλεκτικότητα της δαριφενακίνης προς τους υποδοχείς συνεπάγεται τη μείωση της πιθανότητας πρόκλησης αντιχολινεργικών ανεπιθύμητων δράσεων. Προορίζεται να παρέχει συνεχείς και προβλέψιμες συγκεντρώσεις της ουσίας για αρκετές εβδομάδες.178 Η δαριφενακίνη είναι μια νέα αντιχολινεργική ουσία εκλεκτική για τον Μ3 υποδοχέα που δείχνει να είναι εκλεκτικός προς τον λείο μυ της κύστης και όχι προς τους σιελογόνους αδένες. Μέχρι σήμερα.160 Προηγούμενες προσπάθειες για να αναπτυχθεί μια συνδυασμένη αντιχολινεργική και δεσμευτική ουσία του ασβεστίου όπως η τεροδιλίνη (terodiline). οι μελέτες σε ζώα έχουν αποτύχει να αποδείξουν τις καρδιακές δράσεις της τεμιβερίνης. Ορισμένα πειραματικά δεδομένα αναφέρουν ότι οι Μ3 υποδοχείς. με ελάχιστες ή καθόλου σωματικές επιδράσεις και επομένως μειωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. κατέληξαν σε ανεπιθύμητες προαρρυθμικές καρδιακές δράσεις. Αντιχολινεργικές ουσίες Οι κατασκευαστές φαρμάκων συνεχίζουν να προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν ουροεκλεκτικό ανταγωνιστή των μουσκαρινικών υποδοχέων. το οποίο εισάγεται διουρηθρικώς στην κύστη. δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς μέχρι σήμερα.3. Η δράση αυτή ενισχύει την αποτελεσματικότητα στην καταστολή των μη ανασταλμένων συσπάσεων της κύστης. η ίδια αυτή εκλεκτικότητα μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητά του. Νεότερα Δεδομένα 7.

Η καψαϊκίνη είναι ερεθιστική στο επιθήλιο του ουροποιητικού συστήματος. σε 15 ασθενείς. αφού η λάθος χρήση τους μπορεί να αποβεί επιζήμια για το ουροποιητικό σύστημα ενός παιδιού. τα αποτελέσματα πιθανώς να είναι αρνητικά για το ανώτερο ουροποιητικό σύστημα και 56 . τείνουν να εκτεθούν σε μεγαλύτερες πιθανότητες συστημικών ανεπιθύμητων δράσεων.85). Η μείωση στον μεταβολισμό πρώτης διόδου οφείλεται στο τοπικώς χορηγούμενο σκεύασμα και η μειωμένη παραγωγή του ενεργού μεταβολίτη ευθύνεται για το βελτιωμένο προφίλ των ανεπιθύμητων δράσεων. ανέπτυξε ένα σταθερό διουρηθρικό διάλυμα οξυβουτινίνης. Η χορήγηση φαρμάκων διουρηθρικώς. Στην περίπτωση παιδιού με αδιάγνωστη κυστεουρητηρική παλινδρόμιση. είχαν θετικά αποτελέσματα.7. δυο φορές την ημέρα. Η καψαϊκίνη είναι ένα εκχύλισμα κόκκινης πιπεριάς. το οποίο σύγκριναν με τα παραδοσιακά διασπώμενα resuspended δισκία. με ελάχιστες ανεπιθύμητες δράσεις. η οποία δρα ως νευροτοξίνη στους βανιλλοειδείς υποδοχείς. Οι ασθενείς που χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις αντιχολινεργικών φαρμάκων. ακόμα και για την περίπτωση που χρησιμοποιείται ως τοπικό αναισθητικό όπως η γέλη λιδοκαΐνης. Η ημερήσια χρήση των διουρηθρικών ουσιών για παιδιά νευρολογικώς φυσιολογικά. έπειτα από τον καθετηριασμό της κύστης. ίσως δεν είναι η καλύτερη θεραπευτική επιλογή. Οι πρώτες μελέτες για τα αντιχολινεργικά φάρμακα που εφαρμοζονται στην κύστη. ώστε να καταστείλουν την υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός.180 Ο Buyse181. ίσως είναι η ιδανική μορφή θεραπείας. η οποία μπορεί να προκαλέσει συσπάσεις στην κύστη. Σε 13 από τα 15 παιδιά αναφέρθηκε εξαιρετική συμμόρφωση στη θεραπεία.182 Οι συγκεκριμένοι νευρώνες ευθύνονται εν μέρει για την κεντρομόλα αισθητική πληροφορία. οι ουσίες αυτές χρήζουν προσεκτικότερης αξιολόγησης. Όμως. Άλλες ουσίες που έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε ενήλικες. μειώνει την πιθανότητα συστηματικής απορρόφησης και επιπλέον. έχουν προσαρμοστεί για χρήση και σε παιδιατρικούς ασθενείς.3. αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. με σκοπό να απευαισθητοποιήσει τις κεντρομόλους C-νευρικές ίνες της κύστης. Ενδαγγειακές ουσίες Αποτελεί ένα ταχέως αναπτυσσόμενο πεδίο κλινικής έρευνας και εφαρμογής. ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τον μεταβολισμό της ουσίας.2. αλλά για όσα παιδιά πάσχουν από οργανική δυσλειτουργία που ελέγχεται ήδη με διαλείποντα καθετηριασμό. pH 5.2mg/kg (μέγιστη δόση 5mg) διάλυματος οξυβουτινίνης (5mg/ mL. Χορήγηθηκαν 0.

η οποία προκαλεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συγκεκριμένη θεραπεία έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της σπαστικότητας του γραμμωτού σφιγκτήρα σε οργανικές δυσλειτουργίες. Η μπουτιλινοτοξίνη Α αναστέλλει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης στη νευρομυϊκή σύνδεση. εστιάζεται στη διεξαγωγή ουρολογικών πειραμάτων. με μεγαλύτερη δραστικότητα και λιγότερο ερεθισμό της κύστης. Ως σήμερα δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες δράσεις από τη χορήγηση της μπουτιλινοτοξίνηςΑ στον παιδιατρικό πληθυσμό. Οι κυριότερες ανεπιθύμητες δράσεις στους ενήλικες είναι η προσωρινή συστηματική παράλυση ή η μυϊκή αδυναμία. 57 . οι πιέσεις της κύστης μειώθηκαν κατά 32.τους νεφρούς. αλλά τα δεδομένα αφορούν ενήλικες. Επίσης.161 Τα αποτελέσματα της μπουτιλινοτοξίνης Α μπορούν να διαρκέσουν περίπου 2 μήνες και η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί όταν εξαλειφθούν τα αποτελέσματα. Η ρεσινιφερατοξίνη είναι ανάλογο της καψαϊκίνης.6% αντίστοιχα. για τα παιδιά που πάσχουν από νευρολογικές ασθένειες και από υπερδραστήριο εξωστήρα μυ. παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο βελτιωμένη προστασία του ανώτερου ουροποιητικού.182 Όμως.5% και 121. η χρήση τους δεν υποστηρίζεται ως θεραπεία πρώτης εκλογής στον παιδιατρικό πληθυσμό.183 Ο Schulte-Baukloh184 χρησιμοποίησε 85-300 μονάδες της τοξίνης που χορηγήθηκε με ένεση μέσα σε 30-40 κύστεις 17 παιδιών με υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός που ακολουθούσαν θεραπεία με διαλείποντα καθετηριασμό. καθιστώντας απαραίτητο τον καθετηριασμό. Προς το παρόν. προκαλώντας απευαισθητοποίηση στο σημείο της ένεσης. Η μπουτιλινοτοξίνηςΑ αποτελεί μια δελεαστική εναλλακτική πρόταση στην από του στόματος χορήγηση φαρμάκων ή στην κυστική προσαύξηση. Βρέθηκε ότι ο όγκος της κύστης αυξήθηκε κατά 112% και η χωρητικότητα της κύστης καθώς και η συμμόρφωση αυξήθηκε κατά 56. Η τοπική έγχυση της μπουτιλινοτοξίνης Α έχει ως αποτέλεσμα την ασυστολία της κύστης και την επίσχεση ούρων.6%. το ενδιαφέρον για την μπουτιλινοτοξίνη Α. υπαγορεύοντας προσεκτική εκτίμηση του παιδιού πριν από την εφαρμογή αυτής της θεραπείας. αποτελούν σημαντικά στοιχεία για τις μελλοντικές φαρμακολογικές εξελίξεις και παρεμβάσεις. Η στοχευμένη εκλεκτικότητα στον υποδοχέα και η διουρηθρική εφαρμογή της καψαϊκίνης και της ρεσινιφερατοξίνης. ως αποτέλεσμα της σοβαρής βλάβης που μπορεί να παρατηρηθεί εξαιτίας της χρήσης αυτών των ουσιών.

Ο ενδοκυττάριος χειρισμός έχει λάβει ιδιαίτερη προσοχή. έχουν χρησιμοποιηθεί και ελεγχθεί για τη θεραπεία άλλων ιατρικών δυσλειτουργιών. περιλαμβάνουν αδρενεργικούς υποδοχείς. ενώ οι αναστολείς των προσταγλανδινών ενδέχεται να 58 . Η εστίαση των κεντρομόλων νευρικών οδών από την κύστη. το γονιδιοεξαρτώμενο πεπτίδιο της καλσιτονίνης και το αγγειοδραστικό εντερικό πολυπεπτίδιο. Σε αυτά συγκαταλέγονται οι ταχυκινίνες (ουσία P. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της καψαϊκίνης και της ρεσινιφερατοξίνης περιγράφηκαν ήδη.3. Η ακριβής θέση δράσης δεν έχει ακόμα κατανοηθεί και ο ρόλος της δουλοξετίνης.3.161 Πιστεύεται ότι αναστέλλει τις αντανακλαστικές συσπάσεις της κύστης και τα απαγωγά νεύρικά δυναμικά.185 Οι ειδικοί υποδοχείς για αυτά τα πεπτίδια. μέσω της διέγερσης του οσφυϊερού αυτόνομου πυρήνα. ο οποίος πιθανώς να περιέχει σεροτονινεργικές νευρικές απολήξεις. ταχυκινίνες και κανάλια καλίου και ασβεστίου. αντιπροσωπεύουν μια καινοτόμα περιοχή για την αναστολή της ερεθιστικότητας του εξωστήρα μυός Τα κανάλια ιόντων και οι ενδοκυττάριες οδοί δεύτερου αγγελιοφόρου. νευροκινίνη B). ένας εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης. ενώ η κατανόηση και η μοριακή βιολογία της φυσιολογίας της κύστης εξακολουθεί να ερευνάται. ισοένζυμα φωσφοδιεστεράσης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω των καναλιών ασβεστίου και καλίου. Οι προσταγλανδίνες αυξάνουν τον τόνο του εξωστήρα μυός. Πολυάριθμα πεπτίδια που απελευθερώνονται από τα κεντρομόλα αισθητικά νεύρα. όπως και άλλων ανάλογων ουσιών δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως. Ο συνδυασμός νέων στόχων και έρευνας δίνει ελπίδες για περισσότερη ουροεκλεκτική θεραπεία της ακράτειας ουρών. έχουν απομονωθεί από την κύστη και την ουρήθρα. συμπληρωματικοί στην ερεθιστικότητα του εξωστήρα μυός. Οι στόχοι της μελλοντικής θεραπεία είναι η δημιουργία μιας ουσίας εκλεκτικής προς το ουροποιητικό σύστημα. έχουν επίσης ερευνηθεί για τη θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης.7. είναι μια εφικτή επιλογή για θεραπεία. ενώ ταυτόχρονα ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες ενέργειες. νευροκινίνη A. Η ενεργοποίηση του εξωστήρα μυός απαιτεί εισροή εξωκυττάριου ασβεστίου. Οι αναστολείς της προσταγλανδίνης όπως είναι η ινδομεθακίνη. Άλλοι πιθανοί θεραπευτικοί στόχοι για την αντιμετώπιση της ακράτειας. Άλλες ουσίες Η δουλοξετίνη. βρέθηκε ότι αυξάνει την εξωτερική δραστηριότητα του ουρηθρικού σφιγκτήρα και τη χωρητικότητα της κύστης. καθώς και κινητοποίηση των ενδοκυττάριων αποθεμάτων ασβεστίου.

εντούτοις οι περισσότερες από αυτές τις ουσίες.5 κατά μέσο όρο σε 3. από 19. οι προσταγλανδίνες και το ΝΟ ενδέχεται να ευθύνονται για την εμφάνιση πρωτογενούς ενούρησης. συγκριτικά με 9 από τους 16 (56%) που δεν ανταποκρίθηκαν. για χρήση στους ενουρητικούς ασθενείς. η οποία πραγματοποιήθηκε από 59 . Οι Hogg και Husmann. επιβεβαιώθηκε και από μια πιο διεξοδική αξιολόγηση. οι ουσίες αυτές είχαν θεωρηθεί δραστικές μορφές. μέσω των ούρων. Κατά συνέπεια. βρέθηκε τουλάχιστον ένας πρώτου βαθμού συγγενής με θετικό ιστορικό νυχτερινής ενούρησης. με οικογενειακό ιστορικό νυχτερινής ενούρησης ανταποκρίθηκαν καλώς στη δεσμοπρεσίνη. Η θεραπεία με ινδομεθακίνη. Μάλιστα στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Επίσης. σε 55 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση και ανακοίνωσε ότι υπήρχε θετικό οικογενειακό ιστορικό στους 23 από τους 27 (85%) πλήρως ανταποκρινόμενους ασθενείς. οι αναστολείς των προσταγλανδινών μειώνουν τη διούρηση. Το εύρημα αυτό. επιφέροντας αύξηση στη χωρητικότητα της κύστης. πρώτοι ανέφεραν ότι 52 από τους 57 (ποσοστό 91%) ασθενείς. ο Kirk περιέγραψε ένα ισχυρό γενετικό στοιχείο.186 Τα διεγερτικά έχουν προταθεί στο παρελθόν. βρέθηκε ότι δεν είναι αποτελεσματικές και η χρήση τους σπανίως ενδείκνυται. Επομένως. ότι ασθενείς με πρωτογενή νυχτερινή ενούρηση εμφάνισαν αυξημένη απέκκριση νιτρωδών. οι προσταγλανδίνες αναστέλλουν την επαναπορρόφηση του χλωριδίου και τη δράση της αντιδιουρητικής ορμόνης. ηλικίας 7 ως 12 ετών με αντοχή στη δεσμοπρεσσίνη (55%).6 το μήνα.188 Σε 18 παιδιά. σε σύγκριση με 1 στους 14 (7%) ασθενείς με αρνητικό οικογενειακό ιστορικό ενούρησης.153 Ο Miller μελέτησε τη μακροχρόνια χρήση της ενδορινικώς χορηγούμενης δεσμοπρεσίνης.4. για τη θεραπεία της ενούρησης. Άλλη μελέτη βρήκε. Φαρμακογενετική Οι φαρμακογενετικές μελέτες εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην κληρονομισημότητα της ανταπόκρισης στη δεσμοπρεσίνη και τα αποτελέσματα είναι ως τώρα αντιφατικά.149 Αντίθετα. Ο Husmann80 εντόπισε ότι οι αναστολείς της προσταγλανδίνης ελαττώνουν τον αριθμό των ενουρητικών επεισοδίων κατά τη διάρκεια της νύχτας.131 Αν και υπάρχουν ορισμένοι ειδικοί που αναφέρουν επιτυχή έκβαση στη θεραπεία της ενούρησης. στους ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν στη δεσμοπρεσσίνη. μειώνει σημαντικά την απέκκριση νιτρώδους άλατος και των ενουρητικών επεισοδίων.μειώνουν τον τόνο ηρεμίας της κύστης και να αυξάνουν την ικανότητα ελέγχου της ούρησης.187 7.

όπως και όταν στη μονοσυμπτωματική μορφή υπάρχουν επιπλέον ημερήσια συμπτώματα ή στην αρχική δευτερογενή μορφή.60 60 . αποδείχθηκε ότι το θετικό ιστορικό νυχτερινής ενούρησης έχει την ίδια επικράτηση. ανεξαρτήτως του μεγέθους του προβλήματος.τον Schaumburg.τι ήταν αναμενόμενο αρχικώς. οι φαρμακογενετικές μελέτες ως προς την αντίδραση στη δεσμοπρεσσίνη είναι πιο περίπλοκες απ’ ό. δε διαπιστώθηκε διαφοροποίηση στα οικογενειακά ιστορικά νυχτερινής ενούρησης ανάμεσα στους 43 ασθενείς που ανταποκρίθηκαν και τους 52 που δεν ανταποκρίθηκαν στη δεσμοπρεσσίνη.189 Επιπλέον.190 Καταλήγοντας.152. γεγονός το οποίο μπορεί να οφείλεται στην επιλεκτική της δράση. Σε διπλή-τυφλή μελέτη 95 παιδιών με ΜΝΕ.

ΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 8.195 Ορισμένες μελέτες αναφέρουν αύξηση στη χωρητικότητα της κύστης. καθώς επίσης και μελέτες που εστίαζαν μόνο στην ημερήσια ενούρηση. ως αποτέλεσμα διαφορών στους υπό μελέτη πληθυσμούς. ασκούν μια καθοριστική δράση για την ανταπόκριση στις ενδείξεις πλήρους κύστης. καθώς και στην αποσαφήνιση του αποτελέσματος. μόνο 22 μελέτες μπόρεσαν να θεωρηθούν ότι είχαν ποιοτική επάρκεια.195 Η επαναλαμβανόμενη αφύπνιση. δεν είναι μια νοσολογική οντότητα η οποία ανταποκρίνεται πάντα στις καθιερωμένες θεραπείες και επομένως η μέθοδος αφύπνισης. Στο τέλος. οι 116 ήταν τυχαιοποιημένες. ώστε να ενσωματωθούν στην ανάλυση και 61 .193 Η νυχτερινή ενούρηση.192 Όμως. παραμένει αρκετά ασαφής.194 Ο μηχανισμός με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα αφύπνισης. Επίσης οι δείκτες διακοπής της θεραπείας και υποτροπών είναι αρκετά υψηλοί. δεν συμπεριέλαβε δεδομένα ασθενών στους οποίους η αιτία της νυχτερινής ενούρησης οφειλόταν σε οργανική αιτιολογία. τις ενδείξεις της πλήρους κύστης. μελετώντας τη βιβλιογραφία. να αποδειχθεί αποτελεσματική σε ένα παιδί το οποίο έχει ήδη δυνατότητα αφύπνισης και του οποίου η οικογένεια είναι προετοιμασμένη για μακροχρόνια θεραπεία. έπειτα από επιτυχημένη θεραπεία αφύπνισης (alarm treatment). έπειτα από τη θεραπεία αφύπνισης και μπορούν να κοιμηθούν όλη τη νύχτα. Οι Glazener και Evans197. Συναγερμός Ενούρησης Ο συναγερμός ενούρησης παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον Mower 191 το 1938 και συχνά θεωρείται ως η πρώτη επιλογή. για τη θεραπεία παιδιών με ενούρηση. παρουσίασαν μια περιεκτική ανασκόπηση παρεμβάσεων με θεραπεία συναγερμού για τη νυχτερινή ενούρηση σε παιδιά.1. μαζί με την καταστολή της κένωσης.196 Το γεγονός αυτό. όπως έχει ήδη αναφερθεί. ως 40%.110. διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις στους αναφερόμενους δείκτες επιτυχίας. χωρίς να ξυπνήσουν στο ενδιάμεσο για να ουρήσουν.8. εξηγεί το λόγο για τον οποίο πολλά παιδιά ξεπερνούν το πρόβλημα της ενούρησης. Η συγκεκριμένη ανάλυση. Από τις αρχικώς 952 δυνητικά σχετιζόμενες μελέτες. Είναι πιο πιθανό. αν και πιστεύεται πως είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μπορέσει ένα παιδί να αντιληφθεί. δεν είναι κατάλληλη για όλα τα ενουρητικά παιδιά.

151 Πραγματοποιήθηκαν 20 βελονισμοί σε κάθε βραχίονα και η ομάδα της δεσμοπρεσσίνης. νυχτερινών πολυουρικών ασθενών. 8. Στα πλαίσια της παραδοσιακής κινέζικης ιατρικής. που δείχνουν ότι η αποτελεσματικότητα της θεραπείας στις δημοσιευμένες μελέτες. καθώς όσο πιο πρόσφατη είναι η δημοσίευση. έχει διερευνηθεί σε πολύ μικρό βαθμό όσο αφορά στην αποτελεσματικότητα και τους μηχανισμούς δράσης της. η ευρύτατα διαδεδομένη θεραπεία της ενούρησης. σε υποομάδες της ενούρησης και στην προσαρμοσμένη στον ασθενή θεραπεία με βάση την παθογένεση. μόνο 4 από τις μελέτες δεν συμπεριέλαβαν παιδιά με ημερήσια και νυχτερινή ενούρηση. εξαρτάται από το έτος δημοσίευσης. οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες είναι σπάνιες και πιθανώς πολύ δύσκολες στην εφαρμογή διότι η σύγκριση με ομάδα ελέγχου είναι δύσκολη και η θεραπεία είναι χρονοβόρος. για τη θεραπεία της ενούρησης. Η έρευνα που διεξήχθη από τον Serel198 αφορούσε ένα σχετικά μεγάλο πληθυσμό προς μελέτη. τόσο λιγότερο θεαματικό είναι το αποτέλεσμα.επιπλέον. έχει υποστηριχθεί και η χρήση του βελονισμού με λέιζερ. Δυστυχώς. λάμβανε θεραπεία για 3 μήνες και γινόταν επανεκτίμηση 62 .2. δεν είχαν ακόμα απήχηση στους ερευνητές της βάσης δεδομένων Cochrane. υπάρχουν κάποια στοιχεία. Επιπλέον. αν και οι σύγχρονες έρευνες στοχεύουν απευθείας στην ολοένα αυξανόμενη διεξοδική διάγνωση και στις επαρκώς προσδιορισμένες υποομάδες.192 Η μελέτη καταλήγει σημειώνοντας ότι οι συγκριτικές μελέτες μεταξύ θεραπείας ξυπνητηριύ και θεραπείας με φαρμακευτική αγωγή είναι εγγυημένες. Προκύπτει ότι οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ο βελονισμός με λέιζερ συγκρίθηκε με τη δεσμοπρεσσίνη σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη. Εναλλακτικές θεραπευτικές μέθοδοι Σε πολυάριθμες μελέτες ο παραδοσιακός κινέζικος βελονισμός έχει αναφερθεί ως μέθοδος θεραπείας της ενούρησης. Η ενούρηση εξακολουθεί να θεωρείται απλή ενούρηση. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως θεαματική. Επομένως. όσον αφορά στην επίτευξη εγκράτειας είναι θεαματικό αλλά και καλώς τεκμηριωμένο. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο από το 5% των μελετών που έχουν δημοσιευτεί μέχρι τώρα. που για την πλειοψηφία θεωρείται αποτελεσματική. αναφορικά με τις παρεμβάσεις συναγερμού και τις τυχαιοποιημένες μελέτες της ΜΝΕ. Ο πληθυσμός απεικονιζόταν ξεκάθαρα και το αποτέλεσμα. έχουν επαρκή διάρκεια παρατήρησης και αξίζουν να αναλυθούν.

Το λέιζερ που χρησιμοποιήθηκε ήταν χαμηλής ισχύος και εφαρμόστηκε σε 7 προκαθορισμένες περιοχές του σώματος. Ο μηχανισμός δράσης παραμένει ακόμα άγνωστος. πραγματοποιήθηκαν οι 10 τουλάχιστον από τις 15 συνεδρίες βελονισμού. εξαιτίας της πολύ χαμηλής ενέργειας που χρησιμοποιήθηκε στο λέιζερ.6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της μελέτης. και αξίζει να αναφερθεί ότι οι ασθενείς είχαν χαρακτηριστεί ως νυχτερινοί πολυουρικοί. Το αποτέλεσμα έδειξε ότι ο βελονισμός με λέιζερ ήταν το ίδιο δραστικός όσο και η θεραπεία με δεσμοπρεσσίνη. 63 . Στην ομάδα που έκανε βελονισμό με λέιζερ.

64 .

ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ .

.

Οι φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν. Δρώντας μέσω της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης.α.9. Επιπλέον μελετήθηκε η θεραπεία με ασκήσεις κύστεως καθώς και η δράση των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών σε συνδυασμό με αυτές. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Ένα στα δέκα παιδιά ηλικίας επτά ετών αντιμετωπίζει πρόβλημα ενούρησης ενώ το ποσοστό στην εφηβική ηλικία κυμαίνεται στο 1-2%. Η καινοτομία της παρούσας έρευνας εντοπίζεται επιπλέον στην ταυτόχρονη διερεύνηση της θεραπευτικής παρέμβασης τόσο στην πρωτοπαθή όσο και τη δευτεροπαθή ενούρηση. 67 . οι ασκήσεις κύστεως αποτελούν αντικείμενο κλινικών μελετών και μετα-αναλύσεων που διερευνούν την αποτελεσματικότητά τους όταν εφαρμόζονται χωρίς παράλληλη φαρμακευτική αγωγή. Στη συγκεκριμένη έρευνα τα δύο τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά που επιλέχθηκαν προς μελέτη έχουν παρόμοιο μηχανισμό δράσης αλλά διαφορετική αποτελεσματικότητα. συναγερμούς ενούρησης κ. Στόχος της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ενούρησης και της εφαρμογής ασκήσεων κύστεως καθώς και ο συνδυασμός αυτών. Ταυτοχρόνως. Οι αίτίες της ενούρησης εντοπίζονται σε πολλαπλούς παράγοντες γεγονός που καθιστά περίπλοκη τη θεραπευτική της προσέγγιση. Η ενούρηση αποτελεί συχνό πρόβλημα που επηρεάζει όχι μόνο τη σωματική υγεία ενός παιδιού με τις πολυάριθμες επιπλοκές που προκαλεί αλλά και την ψυχική διότι προκαλεί πλήθος ψυχολογικών προβλημάτων καθώς και δυσκολίες στην ένταξη και κοινωνικοποίησή τους. η ιμιπραμίνη και η νορτρυπτιλίνη έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο για την αντιμετώπιση της μείζονος κατάθλιψης όσο και για τη θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης αλλά και διαταραχές όρεξης. Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά έχουν χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της ενούρησης με κυριότερο πρόβλημα τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν στους παιδιατρικούς ασθενείς με ενούρηση. η οποία περιλαμβάνει μονοθεραπείες είτε και συνδυασμούς φαρμακευτικών ουσιών με ασκήσεις. τα συγκεκριμένα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά έχουν αμφισβητηθεί στο παρελθόν ως προς την αποτελεσματικότητά τους στην νυχτερινή ενούρηση παιδιών και εφήβων.

Στους συγκεκριμένους ασθενείς η ενούρησή χαρακτηρίσθηκε ως δευτεροπαθής. που αντιστοιχεί στον κωδικό που του δόθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας του (βάσει των αρχικών του ονόματός του καθώς και του θεραπευτικού πρωτοκόλλου που ακολούθησε). 75 εκ των οποίων αγόρια και 45 κορίτσια. Σε περιπτώσεις δευτερογενούς ενούρησης ελεγχόταν αν υπήρχαν συμβάματα στο οικογενειακό περιβάλλον που επηρεάζουν την ψυχολογία του παιδιού όπως χωρισμός γονέων. για χρονικό διάστημα 30 ημερών. πριν την έναρξη της θεραπείας τους.10. Οι ασθενείς ήταν ηλικίας 5-17 ετών. θάνατος προσφιλούς προσώπου κα. Γεννηματάς» από το 2000 έως το 2003 και στη συνέχεια στη Β’ Ουρολογική κλινική του Νοσοκομείου «Παπαγεωργίου». Οι ασθενείς χωρίσθηκαν σε 5 ομάδες των 24 ατόμων (Πίνακας ΙΙΙ). Κάθε ασθενής εισήχθη στη μελέτη έχοντας έναν αύξοντα αριθμό. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 10. για χρονικό διάστημα 30 ημερών. Στο δείγμα των ασθενών δεν περιελήφθησαν άτομα στα οποία η ενούρηση ήταν σύμπτωμα νευρογενούς κύστης είτε ασθενείς με συγγενείς ανωμαλίες στην κατώτερη μοίρα του ουροποιητικού οι οποίες θα μπορούσαν να ενοχοποιηθούν για τη νυχτερινή ενούρηση. γέννηση άλλου παιδιού στην οικογένεια. 68 . 1 ώρα περίπου προ του ύπνου. Τα προσωπικά δεδομένα των ασθενών αναλύθηκαν με πλήρη διατήρηση του ιατρικού απορρήτου και ενώ εκείνοι ή/και οι γονείς τους είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους. Στους 78 εκ των ασθενών η ενούρηση χαρακτηρίστηκε πρωτοπαθής ενώ στους 22 υπήρχαν μεσοδιαστήματα από 3 έως 14 μήνες στα οποία δεν εμφάνιζαν συμβάματα απώλειας ούρων το βράδυ.1 Ομάδες Στην έρευνα εντάχθηκαν συνολικώς 120 ασθενείς με νυχτερινή ενούρηση Οι ασθενείς προσήλθαν στο Τμήμα Νευροουρολογίας της Ουρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Γ. 1 ώρα περίπου προ του ύπνου. προσαρμογή σε αλλαγή περιβάλλοντος (αλλαγή σχολείου ή τόπου κατοικίας). Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην κληρονομικότητα της πάθησης (εάν ένας από τους δύο γονείς ή και οι δύο είχαν νυχτερινή ενούρηση και μέχρι ποια ηλικία). Ομάδα Α: Στους ασθενείς χορηγήθηκε ιμιπραμίνη σε δόση 25mg. Ομάδα Β: Στους ασθενείς χορηγήθηκε νορτριπτιλίνης σε δόση 25mg.

Συγκεκριμένα ζητήθηκε από τους ασθενείς να διακόπτουν την ούρησή τους στο αρχικό της στάδιο 1 είτε 2 φορές. Ομάδα Ε: Στους ασθενείς χορηγήθηκε νορτριπτιλίνη σε δόση 25mg. Ο συγκεκριμένος αριθμός συγκρινόταν με τα συμβάματα που καταγράφονταν στο ημερολόγιο που προσκόμιζαν 30 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας. 1 ώρα περίπου προ του ύπνου. Τα αποτελέσματα συνδυάζονταν με τον έλεγχο και των συμβαμάτων ενούρησης στο διάστημα των 30 ημερών. για χρονικό διάστημα 30 ημερών και ταυτοχρόνως υποβλήθηκαν στις ασκήσεις της ομάδας Γ. προκειμένου να υποβοηθηθούν στη θεραπεία που ακολουθούσαν. προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι μύες του πυελικούς εδάφους. 1 ώρα περίπου προ του ύπνου. 69 . περιορίζοντας την παραγωγή ούρων το βράδυ και κατά συνέπεια τα ερεθίσματα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε όλους τους ασθενείς ζητήθηκε να περιορίσουν την λήψη υγρών 2 ώρες προ του ύπνου. Οι ασθενείς υποβάλλονταν σε εργαστηριακό και ουροδυναμικό επανέλεγχο πριν και 60 ημέρες μετά τη χορήγηση της θεραπείας. βάσει ημερολογίου που κατέγραφαν οι ασθενείς και το οικογενειακό τους περιβάλλον. Ομάδα Δ: Στους ασθενείς χορηγήθηκε ιμιπραμίνη σε δόση 25mg. Σε κάθε ασθενή καταγραφόταν σύμφωνα με την κατάθεση των γονέων ο αριθμός (κατά προσέγγιση) των συμβαμάτων ενούρησης στη διάρκεια 30 ημερών στο παρελθόν. Όταν υπήρχε μεγάλη ποσότητα υγρών στην κύστη ζητούνταν από τους ασθενείς να περιορίσουν τη λήψη υγρών 2 ώρες προ του ύπνου.Ομάδα Γ: Στους ασθενείς πραγματοποιήθηκε παράταση των μεσοδιαστημάτων ούρησης κατά τη διάρκεια της ημέρας σε συνδυασμό με διακεκομμένη ούρηση. για χρονικό διάστημα 30 ημερών και ταυτοχρόνως υποβλήθηκαν στις ασκήσεις της ομάδας Γ.

70 .

όπως παθήσεις που επηρεάζουν τη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και ιστορικό βαλβίδων οπισθίας ουρήθρας. Καλλιέργεια ούρων για αποκλεισμό λοίμωξης 3. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην ύπαρξη παθήσεων που συνδέονται με νευροπάθεια της κύστεως. Ιστορικό και Εργαστηριακός Έλεγχος 10. 10. Επιπλέον αναζητήθηκε ιστορικό παθήσεων που πιθανώς να ενοχοποιούνται για τη δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού.2. τα αποτελέσματα των εξετάσεων σε συνδυασμό με άλλα ευρήματα. Γενική εξέταση ούρων. 71 . Ουροδυναμικός Έλεγχος Στόχος του ουροδυναμικού ελέγχου ήταν η μελέτη των πιθανών διαταραχών λειτουργίας της ουροδόχου κύστεως. για ύπαρξη σακχάρου.2. Ουρητήρων και Κύστεως (ΝΟΚ) για έλεγχο λιθίασης στο ουροποιητικό ή ύπαρξη οστικής ανωμαλίας Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η εξέταση χαρακτηρίστηκε ως θετική. της ουρήθρας και του πυελικού εδάφους. η γνώση του φυσιολογικού δίνει τη δυνατότητα προσέγγισης και ανάλυσης του παθολογικού. Ακτινογραφία Νεφρών. μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής αιματουρίας και πυοσφαιρίων 2.2. 10.2.3.10. ουρητηροκήλη και λιθίαση κύστης. Ιστορικό Οι 120 ασθενείς που συμμετείχαν στην έρευνα εμφάνιζαν νυχτερινή ενούρηση πρωτοπαθή είτε δευτεροπαθή που συνδεόταν με τη συμπτωματολογία άλλων παθήσεων που διαταράσσουν τη λειτουργία της φυσιολογικής ούρησης. Ο ουροδυναμικός έλεγχος επιτρέπει την κατανόηση της φυσιολογίας του κατώτερου ουροποιητικού ενώ. όπως συγγενή εκκολπώματα κύστης. από το ιστορικό. Εργαστηριακός Έλεγχος Σε όλους τους ασθενείς πραγματοποιήθηκαν οι κάτωθι εξετάσεις στα πλαίσια του εργαστηριακού ελέγχου των ασθενών: 1. την κλινική εξέταση. λευκώματος.1. συμβάλλουν στην ακριβέστερη διάγνωση της φύσης των λειτουργικών διαταραχών του κατώτερου ουροποιητικού. Κατ’αυτόν τον τρόπο. τον εργαστηριακό έλεγχο. την ακτινολογική απεικόνιση.

ν. ε) Άλλες διαταραχές ελέγχου ουρήσεως κατά την παιδική ηλικία.Altzheimer. όγκοι του νευρικού συστήματος. Πρόκειται για μη επεμβατική διαδικασία που παρέχει σημαντικές πληροφορίες-ενδείξεις για το τελικό αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των κύριων τελικών συντελεστών της ούρησης όπως μυϊκό τοίχωμα κύστεως (συσταλτική ικανότητα). κλπ. αντίθετα. προεγχειρητικώς . Η ουρομετρία επιτυγχάνει ψηφιακή καταγραφή της ροής του ρεύματος των ούρων σε μία ελεύθερη ούρηση. στ) Διαταραχές ουρήσεως στον άνδρα. σκλήρυνση κατά πλάκας). νυκτουρία) ιδιοπαθούς αιτιολογίας (όχι νευρογενούς προέλευσης) ή. ι) Διαταραχές της ούρησης που συνδέονται με υποκείμενες νευρολογικές κατάστάσεις όπως αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. υποδραστήριας (άτονης) κύστης. πριν από σχεδιαζόμενη χειρουργική αποκατάσταση. κακώσεις εγκεφάλου – νωτιαίου μυελού. καθώς και μετά μεγάλες επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα. επιτακτική ούρηση. εκφυλιστικά νοσήματα (ν. ζ) Διερεύνηση υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων η) Καταστάσεις πρόπτωσης του πυελικού εδάφους στις γυναίκες με συνοδά συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό. β) Επιτακτικού τύπου ακράτεια ούρων γ) Ακράτεια ούρων από προσπάθεια στην γυναίκα (αποκλεισμός μικτού τύπου ακράτειας). εκπεφρασμένης ως το πηλίκον του όγκου ανά μονάδα χρόνου (ml/sec).Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε ουροδυναμικό έλεγχο με την πραγματοποίηση ουρομετρίας (Urine Flow Rate) προκειμένου να τεκμηριωθεί το φυσιολογικό προφίλ ούρησής τους. δ) Νυκτερινή ενούρηση κυρίως κατά την παιδική ηλικία.Parkinson. κυστικός αυχένας (εναρμονισμένη και επαρκής διάνοιξη) και ουρήθρα 72 . πιθανόν σχετιζόμενες με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη αδένα. θ) Ακράτεια ούρων μετά από χειρουργικές επεμβάσεις όπως μετά προστατεκτομή είτε για καλοήθη υπερπλασία του προστάτη ή ριζική προστατεκτομή για αδενοκαρκίνωμα προστάτου. Η ουρομετρία εκτός από την νυχτερινή ενούρηση χρησιμοποιείται επιπλέον και σε: α) Καταστάσεις υπερδραστήριας κύστης (συχνουρία.

για την ποιότητα της προκύπτουσας αισθητικότητας (υπερ. Παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την ικανότητα του τοιχώματος της κύστεως (ποιότητα δομικών συστατικών της) να προσαρμόζεται σε αυξανόμενους όγκους ούρων (διατασιμότητα). Οι ασθενείς με υπόνοια αποφρακτικής ούρησης (μέγιστη ροή <15ml/sec) ή χρόνο μέγιστης ροής (time to maximum void) μεγαλύτερο από το 1/3 του χρόνου ολικής ροής εξαιρούνταν του δείγματος έρευνας και αποστέλλονταν για περαιτέρω διερεύνηση (κυστεοσκόπηση.(ακώλυτη βατότητα). καθώς και για τον απαιτούμενο χρόνο εμφάνισης 73 . κυστεογραφία. Αποτελεί εξέταση μαζικού ελέγχου (screening test) των ασθενών. 10. Λόγω του μακρού χρόνου ημιζωής η δόση χορηγούνταν εφάπαξ το βράδυ. Η κυστεομανομέτρηση είναι ψηφιακή καταγραφή των πιέσεων που αναπτύσσονται στην ουροδόχο κύστη κατά την διάρκεια σταδιακής πλήρωσης της με υγρό (φυσιολογικό ορό). (μέγιστη ροή >30) ετίθετο υπόνοια ασταθούς κύστης και γινόταν κυστεομανομέτρηση (CMG). Αν κάποιος ασθενής χαρακτηριζόταν από τα αποτελέσματα της ουρομετρίας ως παθολογικός ως προς το προφίλ της ούρησής τους.ή υποαισθητικότητα) και για τον βαθμό βουλητικού ελέγχου (κεντρικό νευρικό σύστημα) στην λειτουργία του μυός της κύστεως. Οι ασθενείς και το οικογενειακό τους περιβάλλον ενημερώθηκε για τις αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Eκτός από την κατάθλιψη.και α2-αδρενεργικών υποδοχέων και των σεροτονινεργικών υποδοχέων (down regulation) δεν εξηγούν επαρκώς την επίδραση των αντικαταθλιπτικών στις συναισθηματικές διαταραχές.4. O μηχανισμός δράσης των αντικαταθλιπτικών θεωρείται ότι οφείλεται στην επίδρασή τους στα αμινεργικά συστήματα του εγκεφάλου. η ιμιπραμίνη και η νορτριπτυλίνη. των οποίων ενισχύουν τη δράση στο KNΣ. PMSA). ο παραπάνω μηχανισμός καθώς και η μείωση του αριθμού των β1. Αν διαπιστωνόταν αστάθεια ή υπερευαισθησία κύστης ο ασθενής εξαιρούνταν από τη μελέτη ενώ αν η CMG ήταν φυσιολογική συμμετείχε στο τελικό δείγμα. τα δύο συγκεκριμένα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά και στις νυκτερινές ενουρήσεις και τη βουλιμία. Eντούτοις. Συχνή αιτία αποτυχίας της θεραπείας ήταν η ανεπαρκής δοσολογία και ο ανεπαρκής χρόνος θεραπείας. Φαρμακευτική Θεραπεία Η φαρμακευτική θεραπεία που επιλέχθηκε ήταν δύο κύριοι εκπρόσωποι της κατηγορίας των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών. ιδίως της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης.

Επιπρόσθετα. προκαλώντας αυξημένα επίπεδα αυτών των νευροδιαβιβαστών στην ιερή νωτιαία χορδή.θεραπευτικού αποτελέσματος. Από τη μελέτη εξαιρέθηκαν όλοι οι ασθενείς με υπερευαισθησία στις δύο φαρμακευτικές ουσίες και πορφυρία.170 Η δόση ιμιπραμίνης που δόθηκε ήταν 25mg για παιδιά ηλικίας από 5 ως 8 ετών και 50mg για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους έφηβους.Ν. που επίσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μονοσυμπτωματικής νυχτερινής ενούρησης. Η δράση της εντοπίζεται στον εξωστήρα μυ. Η δράση της είναι παρόμοια ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειές της είναι λιγότερες και ασθενέστερες με εκείνες της ιμιπραμίνης. κατά τη διάρκεια λήψης της ιμιπραμίνης. η θρομβοπενία.Σ. αυξάνοντας την αποθήκευση ούρων και μέσω συμπαθητικομιμητικής δράσης της στην έξοδο της κύστης. ώστε να αυξηθεί η αντίσταση εξόδου. λευκοπενία. δόθηκαν οδηγίες ώστε να αποφευχθεί η αλληλεπίδραση των δύο τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών με άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος.1.160. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες των δύο τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών είναι η ξηρότητα στόματος.156 Το 80% των παιδιών παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση στην εμφάνιση των ενουρητικών επεισοδίων. 10. Δόθηκαν οδηγίες ώστε η ιμιπραμίνη να λαμβάνεται 1 ώρα πριν από την κατάκλιση δεδομένου ότι η διάρκεια δράσης της είναι 8 έως 12 ώρες. εξάνθημα.4. Τέλος.2. ναυτία.74 Επιπλέον η ιμιπραμίνη αναστέλλει την επαναπρόσληψη σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (νορεπινεφρίνη) στο Κ. εφιδρώσεις. ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. Ιμιπραμίνη Οι ασθενείς στις ομάδες Α και Δ έλαβαν ιμιπραμίνη ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. αποκλείστηκαν από τη μελέτη οι ασθενείς υπό αντιεπιλητπική είτε αντισυλληπτική αγωγή. μυδρίαση. 10. Νορτρυπτιλίνη Οι ασθενείς στις ομάδες Β και Ε έλαβαν νορτρυπτιλίνη. υπέρχρωση γλώσσας ενώ οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας: η ηωσινοφιλία. η αύξηση της αντιχολινεργικής δράσης τους και η ενίσχυση της κατασταλτικής δράσης τους με εκείνη των αντιισταμινικών. που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μονοσυμπτωματικής νυχτερινής ενούρησης28. υπνηλία. μέσω αντιχολινεργικών και αντισπασμωδικών επιδράσεων.4. Η χορήγηση του φαρμάκου συνεχίστηκε για 30 ημέρες.. Η δόση 74 . έμετοι. ακοκκιοκυτταραιμία.

Ασκήσεις Κύστεως Οι ασθενείς της ομάδας Γ. Η αποτελεσματικότητά τους ως θεραπεία πρώτης εκλογής αποτελεί αντικείμενο μελέτης καθώς διενεργούνται τυχαιοποιημένες μελέτες σε μεγάλο αριθμό ασθενών. Μεταξύ δύο ασκήσεων θα πρέπει να μεσολαβεί χρονικό διάστημα 10 δευτερολέπτων. Η χορήγηση του φαρμάκου συνεχίστηκε για 30 ημέρες.νορτρυπτιλίνης που χορηγήθηκε ήταν 25mg ενώ δόθηκαν οδηγίες ώστε να λαμβάνεται 1 ώρα πριν από την κατάκλιση δεδομένου ότι η διάρκεια δράσης της είναι 8 έως 12 ώρες. Πρόκειται για τους ηβοκοκκυγικούς (pubococcygeus) μύες του και τους μύες του σφιγκτήρα. Στους ασθενείς δόθηκαν σαφείς οδηγίες ώστε να μην πραγματοποιούν τις παραπάνω ασκήσεις με τους μύες των ποδιών ή της κοιλιακής χώρας αλλά μόνο του πυελικού εδάφους. Συνιστώμενος αριθμός επαναλήψεων ήταν οι 30 μέχρι 80 ημερησίως. 10.5. Η χρονική αυτή περίοδος θα αυξηθεί μετά από την πάροδο 7 ημερών στα 10 δευτερόλεπτα. Δ και Ε αντιμετωπίσθηκαν με ασκήσεις κύστεως που στις ομάδες Δ και Ε συνδυάστηκαν με φαρμακευτική θεραπεία. Διεξάγονται με αργή σύσφιξη και ανύψωση των μυών του πυελικού εδάφους ενώ ο ασθενής μετράει μέχρι τον αριθμό πέντε. να ασκούνται ξαπλωμένοι και να αναπνέουν φυσιολογικά. Επιπλέον οι ασκήσεις κύστεως περιλαμβάνουν γρήγορη σύσπαση των μυών του πυελικού εδάφους.199 Αναλυτικότερα. ακολουθούμενη από γρήγορη χάλαση και στη συνέχεια διάλειμμα 30 δευτερολέπτων. Οι ασκήσεις λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας και περιλαμβάνουν μεγάλες χρονικές περιόδους εγκράτειας από την ούρηση σε συνδυασμό με αυξημένη πρόσληψη υγρών καθώς και ασκήσεις διακοπής της εξόδους των ούρων. Οι συγκεκριμένες ασκήσεις αποβλέπουν στην αύξηση της λειτουργικής χωρητικότητας της ουροδόχου κύστεως. Συνήθως οι ασθενείς στην αρχή μπορούν να διατηρήσουν αυτήν τη στάση μετρώντας μόλις 1 έως 2 δευτερόλεπτα.197 Επιπρόσθετα οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε ισομετρική άσκηση τύπου Kegel που περιλαμβάνει τη σύσπαση και χάλαση των μυών που εμπλέκονται στην ούρηση. Το πρόγραμμα ασκήσεων περιελάμβανε 10 επαναλήψεις κάθε άσκησης 2 έως 3 φορές ημερησίως. οι ασκήσεις αποσκοπούν στη βελτίωση της ικανότητας των μυών να συγκρατούν τα ούρα. Στους ασθενείς αλλά και τους γονείς τους διευκρινίσθηκε ότι το ελάχιστο χρονικό διάστημα βελτίωσης των 75 . Η συγκεκριμένη άσκηση αποβλέπει στην αποφυγή ατυχημάτων όταν υπάρχει επιτακτικό αίσθημα ούρησης.

Για την περιγραφή του υλικού χρησιμοποιήθηκαν ο μέσος όρος (mean) για το δείγμα (sample) και η αντίστοιχη δειγματική έκφραση για την τυπική απόκλιση (standard deviation). Ο μέσος όρος (mean) για δείγμα (sample) υπολογίσθηκε σύμφωνα με τη γνωστή μαθηματική διατύπωση : ∑ _ x = x i n Όπου Σ=άθροισμα.συμβαμάτων ήταν οι 3 έως 4 εβδομάδες ασκήσεων. όλων των ποσοτικών μεταβλητών (quantitative variables). McGraw-Hill και STATΑ Intercooled Stata 6. 10. Primer Biostatistics 4. Για τη βιοστατιστική ανάλυση των στοιχείων χρησιμοποιήθηκαν τα προγράμματα στατιστικής ανάλυσης και επεξεργασίας δεδομένων (statistical package) SPSS 16. Από την τυπική απόκλιση υπολογίστηκε το τυπικό σφάλμα (standard error) το οποίο και απεικονίζεται στις γραφικές παραστάσεις κατά υποομάδα περιστατικών. ενώ η αντίστοιχη δειγματική έκφραση για την τυπική απόκλιση (standard deviation) ορίζεται ως εξής : ∑n (x −x) 2 s= i i n−1 Ο τύπος για το τυπικό σφάλμα sx είναι ο παρακάτω: s_ = x 76 s n . έγινε έλεγχος της κανονικότητας των κατανομών (normal distribution).0 for Windows.0 edition (SPSS for Windows). xi=τιμές της μεταβλητής. Στατιστική ανάλυση Τα αποτελέσματα μεταφέρθηκαν σε πακέτο φύλλων εργασίας (spreadsheet) του λογισμικού Microsoft Excel Office for Windows ΧP. Ακολούθως.0 for Windows. n=σύνολο των περιστατικών κατά μεταβλητή. με τη χρήση της μη παραμετρικής δοκιμασίας Kolmogorov-Smirnov.6.

ψ μεταβλητές.Για τον έλεγχο βιοστατιστικών υποθέσεων (hypothesis tests) εφαρμόσθηκε. Η σύγκριση μεταξύ των ομάδων έγινε χρησιμοποιώντας τη δοκιμασία Mann Whitney U. η παραμετρική μέθοδος student t-test για ανεξάρτητα δείγματα (t-test for independent samples ). Όπου βρέθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά έγινε πολλαπλή σύγκριση με Neuman Keulls post hoc analysis. με υπολογισμό της τιμής του t (t value). Ακόμη. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκε με την κατά Friedman ανάλυση διακύμανσης σε συνδυασμό με τις δοκιμασίες signed rank Wilcoxon και Kruskal Wallis. υπολογίσθηκαν οι συντελεστές μεταβλητότητας (correlation coefficients) και ελέγχθηκε η στατιστική σημαντικότητα των συντελεστών r κατά περίπτωση. με βάση την αντίστοιχη διατύπωση : t= r 1− r 2 ⋅ n−2 Επιπρόσθετα. κατά περίπτωση. ανάλογα με τη φύση των συγκρίσεων. ελέγχθηκε η στατιστική σημαντικότητα των συντελεστών r. σύμφωνα με τον τύπο : _ _ x− μ x− μ t= = = s s− x n _ _ x1 − x 2 s2 s2 + n1 n 2 όπου t= τιμή του στατιστικού student t-test και η δοκιμασία χ2. υπολογίσθηκαν οι συντελεστές μεταβλητότητας (correlation coefficients) σύμφωνα με τον τύπο : _ r= _ ∑ ( x − x )( y − y ) _ _ [∑ ( x − x ) ] ⋅ [∑ ( y − y ) ] 2 = 2 ( ∑ x )( ∑ y ) ∑ xy − n (∑ x) ∑ (∑ y ) [∑ x − ] ⋅ [∑ y − n n 2 2 2 2 ] όπου χ. Επιπλέον. Τα αποτελέσματα 77 .

Χώροι διεξαγωγής έρευνας Η καταγραφή του ιστορικού. ως σχετικές τιμές σε σύγκριση τις τιμές στην αρχή του πειράματος (baseline).7.εκφράζονται ως Μέσος όρος±Τυπικό Σφάλμα. 78 . οι ουροδυναμικές μελέτες και ο εργαστηριακός έλεγχος των ασθενών πραγματοποιήθηκαν στην Κλινική Ουροποιητικών Οργάνων του ΑΠΘ στο νοσοκομείο «Γ. όπου υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός. 10. η παρακολούθηση. Γεννηματάς» από το 2000 έως το 2003 και στη συνέχεια στη Β’ Ουρολογική κλινική του ΑΠΘ στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» του Τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Γ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Στη μελέτη εισήχθησαν συνολικώς 120 ασθενείς οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε 5 ομάδες (Α.25% ΣΥΝΟΛΟ 274 100% 79 .75% Αγόρια 75 62.32 Ελάχιστο 5 Μέγιστο 17 Πλήθος 120 Επιπρόσθετα.68±2.Ο.48 έτη. αναλύθηκε η συχνότητα του φύλου στους ασθενείς με νυχτερινή και τα αποτελέσματα που προέκυψαν αναγράφονται στον Πίνακα ΙV.484 Διάμεσος 11 Επικρατούσα τιμή 12 Μέση απόκλιση τετραγώνου 2. (Πίνακας IV) ΦΥΛΟ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΠΟΣΟΣΤΟ Κορίτσια 45 37. Στον Πίνακα ΙΙΙ παρατίθενται τα περιγραφικά στατιστικά της ανάλυσης της ηλικίας των ασθενών με νυχτερινή ενούρηση που εισήχθησαν στη μελέτη.) ήταν τα 12. Β. Δημογραφικά Χαρακτηριστικά Το πρώτο δημογραφικό χαρακτηριστικό των ασθενών που αναλύθηκε ήταν η ηλικία τους.1. Δ και Ε) με 24 ασθενείς σε κάθε ομάδα. 11. Όπως προκύπτει.68 Τυπικό σφάλμα 2. ο μέσος όρος ηλικίας των ασθενών (Μ.11. Ο νεότερος ασθενής ήταν 5 ετών και ο μεγαλύτερος ηλικίας 17 ετών. Έγινε ανάλυση των τιμών με τη δοκιμασία κατά Kolmogorov – Smirnov και αποδείχθηκε ότι η κατανομή τους ήταν κανονική. (Πίνακας ΙΙΙ) ΗΛΙΚΙΑ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ Μέσος Όρος 12.

z P 24.5% 0. προκύπτει ότι η διαφορά στη συχνότητα εμφάνισης ασθενών αγοριών και κοριτσιών με νυχτερινή ενούρηση είναι στατιστικώς σημαντική (Πίνακας V).2202 – 3.001 Στο γράφημα 1 απεικονίζεται γραφικώς η κατανομή του φύλου στο σύνολο των ασθενών. (Πίνακας VI) ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤ.Α.25% Γράφημα 1.0573 0. t P 1. (Πίνακας V) ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤ. με τη δοκιμασία του χ2.Α. Β. με τη δοκιμασία του χ2. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΦΥΛΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ Κορίτσια Αγόρια 37.Συγκρίνοντας. ΣΦΑΛΜΑ 95% Δ.2743-0.441 8. έγινε σύγκριση της ηλικίας ανά φύλο και προέκυψε ότι δεν υπάρχει στατιστικώς σημαντική διαφορά στη μέση ηλικία των αγοριών με τα κορίτσια (Πίνακας VI).439 1. Γ. Κατανομή του φύλου στο σύνολο των ασθενών που συμμετείχαν στη μελέτη.295 <0.066 Οι ασθενείς χωρίστηκαν ισομερώς στις ομάδες Α.75% 62. Δ και Ε ώστε κάθε ομάδα να περιλαμβάνει n=9 ασθενείς κορίτσια και n=15 ασθενείς αγόρια. Στη συνέχεια.04573 -0. τις ποσοστιαίες αναλογίες της συχνότητας του φύλου στο σύνολο των ασθενών. ΑΠΟΚΛΙΣΗ 95% Δ. Στον παρακάτω πίνακα (Πίνακας VII) καταγράφονται τα επιμέρους δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών ανά ομάδα θεραπευτικής παρέμβασης καθώς και ο διαχωρισμός τους με 80 .68% 0.849 0.

7 5 3 15 9 ΣΥΝΟΛΟ (ΟΜΑΔΑ Ε – ΝΟΡΤΡΙΠΤΙΛΙΝΗ + ΑΣΚΗΣΕΙΣ) ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 12.κριτήριο τον τύπο της ενούρησης που εμφάνιζαν (πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ενούρηση). 81 .8 12 4 ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 11. (Πίνακας VΙI) ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΑΝΑ ΟΜΑΔΑ (ΟΜΑΔΑ Α – ΙΜΙΠΡΑΜΙΝΗ) ΗΛΙΚΙΑ ΑΡΡΕΝΕΣ ΘΗΛΕΙΣ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 10.3 3 5 15 9 ΣΥΝΟΛΟ (ΟΜΑΔΑ Β – ΝΟΡΤΡΙΠΤΙΛΙΝΗ) ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 12.4 10 6 ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 11.9 4 4 15 9 ΣΥΝΟΛΟ Σε όλες τις ομάδες έγινε διαχωρισμός μεταξύ των ασθενών που έπασχαν από πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ενούρηση με κριτήρια το ιστορικό και τα συμπτώματα που αποκάλυψε η φυσική τους εξέταση.2 11 5 ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 10.5 4 6 15 9 ΣΥΝΟΛΟ (ΟΜΑΔΑ Γ – ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΚΥΣΤΕΩΣ) ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 10.1 6 2 15 9 ΣΥΝΟΛΟ (ΟΜΑΔΑ Δ – ΙΜΙΠΡΑΜΙΝΗ+ΑΣΚΗΣΕΙΣ) ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 11. Η κατανομή των ασθενών ανά φύλο σε κάθε υποομάδα έγινε ώστε να μην υπάρχει συνολικώς διαφορά στην ομοιογένειά τους.3 11 3 ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 11.6 9 7 ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗ 12.

09 84±3.59 59±3. Προ της Θεραπείας 11. Στον πίνακα VIII παρουσιάζονται τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου στο σύνολο των ασθενών ανά ομάδα.08 81±4.98 82±2. Η ακτινογραφική απεικόνιση του ουροποιητικού βρέθηκε θετική σε ποσοστό ακόμη χαμηλότερο (14-20%).13 79±4.14 Όπως προκύπτει η εξέταση των ούρων βρέθηκε θετική στο 1/3 περίπου των ασθενών (31-40%) ενώ μικρότερο ήταν ποσοστό ασθενών με θετική καλλιέργεια ούρων (16-24%).2. Καλλιέργεια ούρων για αποκλεισμό λοίμωξης 3. Γενική εξέταση ούρων.48 18±1.74 22±2. 11.48 65±4.71 17±1.24 81±2.32 ΟΜΑΔΑ Β 41±2. για ύπαρξη σακχάρου. Τα αποτελέσματα αυτά βρίσκονται σε συμφωνία με τα βιβλιογραφικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο γενικό μέρος της παρούσας μελέτης. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών.Ο.25 78±4.09 19±1.41 84±2. Χρησιμοποιώντας τη δοκιμασία του χ2.2.81 19±3.38 16±2. (Πίνακας VΙIΙ) ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΟΥΡΩΝ ΚΑΛ/ΓΕΙΑ ΟΥΡΩΝ ΝΟΚ (%) ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ Α 35±3. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η εξέταση χαρακτηρίστηκε ως θετική.Επιπλέον η ηλικιακή κατανομή των ασθενών σε κάθε υποομάδα ήταν σύμφωνη με το Μ.16 ΟΜΑΔΑ Δ 42±3.58 20±2.53 ΟΜΑΔΑ Ε 34±3. μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής αιματουρίας και πυοσφαιρίων 2.64 16±2. Ακτινογραφία Νεφρών.49 24±2.58 58±3. λευκώματος.65 21±2. Εργαστηριακός Έλεγχος Οι ασθενείς των πέντε ομάδων υποβλήθηκαν σε εργαστηριακό έλεγχο που περιελάμβανε: 1.67 63±2.1. με τη δοκιμασία 82 .31 76±4.75 ΟΜΑΔΑ Γ 37±2.22 80±4.56 83±2. Ουρητήρων και Κύστεως (ΝΟΚ) για έλεγχο λιθίασης στο ουροποιητικό ή ύπαρξη οστικής ανωμαλίας.72 66±3. έγινε σύγκριση της ηλικίας και της αναλογίας του φύλου μεταξύ των υποομάδων και δεν προέκυψε στατιστικώς σημαντική διαφορά. ηλικίας των ασθενών.

*p<0. Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει και τις τρεις διαγνωστικές δοκιμασίες. 83 .023).05. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Mann Whitney U προκειμένου να βρεθεί στατιστικώς σημαντική διαφορά στις θετικές εργαστηριακές εξετάσεις μεταξύ των ασθενών που εμφάνιζαν πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ενούρηση. Επιπρόσθετα πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να εξεταστεί η συσχέτιση του ποσοστού θετικής εξέτασης και του φύλου με την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνιζαν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων. (% ) ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΩΤΟΠΑΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΟΥΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ 80 70 60 50 40 30 20 10 0 * * ΓΕΝΙΚΗ ΟΥΡΩΝ ΚΑΛ/ΓΕΙΑ ΟΥΡΩΝ ΝΟΚ ΕΞΕΤΑΣΗ Γράφημα 2.048) και ΝΟΚ (p=0. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικού εργαστηριακού ελέγχου στην ομάδα της πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς ενούρησης. Η σύγκριση μεταξύ των δύο υποομάδων ως προς τον εργαστηριακό έλεγχο απεικονίζεται στο γράφημα 2. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν σε ίδιο ποσοστό θετική γενική εξέταση ούρων ενώ είχαν στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά στην εμφάνιση θετικής καλλιέργειας ούρων (p=0.του χ2. δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ των ομάδων αλλά και μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.

Στον πίνακα IX καταγράφονται οι ασθενείς (και τα ποσοστά επί του συνόλου) που εμφάνισαν υπόνοια ασταθούς κύστεως και υποβλήθηκαν σε κυστερομανομέτρηση. Ουροδυναμικός Έλεγχος Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε ουροδυναμικό έλεγχο με την πραγματοποίηση ουρομετρίας (Urine Flow Rate) προκειμένου να τεκμηριωθεί το φυσιολογικό προφίλ ούρησής τους.5% ΟΜΑΔΑ Β 5 20.83% ΟΜΑΔΑ Γ 3 12.2. Οι ασθενείς με υπόνοια αποφρακτικής ούρησης (μέγιστη ροή <15ml/sec) ή χρόνο μέγιστης ροής (time to maximum void) μεγαλύτερο από το 1/3 του χρόνου ολικής ροής εξαιρούνταν από την έρευνα. Αν διαπιστωνόταν αστάθεια ή υπερευαισθησία κύστης ο ασθενής εξαιρούνταν από τη μελέτη ενώ αν η CMG ήταν φυσιολογική συμμετείχε στο τελικό δείγμα. (Πίνακας ΙΧ) ΟΥΡΟΔΥΝΑΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΘΕΤΙΚΗ ΟΥΡΟΜΕΤΡΙΑ (UFR) ΑΣΘΕΝΕΙΣ (%) ΟΜΑΔΑ Α 3 12.83% Όπως προκύπτει.5% έως 20.67% ΟΜΑΔΑ Ε 5 20.5% ΟΜΑΔΑ Δ 4 16. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Mann Whitney U προκειμένου να βρεθεί στατιστικώς σημαντική διαφορά στα αποτελέσματα του ουροδυναμικού ελέγχου μεταξύ των ασθενών που εμφάνιζαν πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ενούρηση.0079). στο σύνολο των ασθενών το ποσοστό που βρέθηκε με υπόνοια ασταθούς κύστεως ήταν από 12. δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ των ομάδων αλλά και μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.2.11.8%. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης θετικής ουρομετρίας (με υπόνοια ασταθούς κύστεως) σε σύγκριση με την ομάδα της πρωτοπαθούς ενούρησης (p=0. με τη δοκιμασία του χ2. Σε υπόνοια ασταθούς κύστεως γινόταν κυστεομανομέτρηση (CMG). Τα αποτελέσματα αυτά βρίσκονται σε συμφωνία με τα βιβλιογραφικά δεδομένα. Η σύγκριση μεταξύ των δύο υποομάδων ως προς τον ουροδυναμικό 84 .

Επεισόδια Ενούρησης Σε κάθε ασθενή καταγραφόταν σύμφωνα με την κατάθεση των γονέων ο αριθμός (κατά προσέγγιση) των συμβαμάτων ενούρησης σε χρονικό διάστημα 30 ημερών στο παρελθόν. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΩΤΟΠΑΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΟΥΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ (% ) ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ ** 50 40 30 20 10 0 ΘΕΤΙΚΗ ΟΥΡΟΜΕΤΡΙΑ Γράφημα 3. Στον Πίνακα Χ παρουσιάζονται αναλυτικά τα αποτελέσματα της καταμέτρησης των ενουρητικών επεισοδίων πριν την εφαρμογή της επιλεγμένης θεραπείας. Η στατιστική ανάλυση των ποσοστών. με τη δοκιμασία του χ2. Το εύρος του αριθμού των συμβαμάτων ενούρησης ήταν από 3 έως 60 περιστατικά εντός 30 ημερών.3.2. 11. Η στατιστική 85 . δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά στα συμβάματα ενούρησης μεταξύ των ομάδων αλλά και μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικού ουρομετρικού ελέγχου στην ομάδα της πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς ενούρησης **p<0.έλεγχο απεικονίζεται στο γράφημα 3. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνιζαν παρόμοια ποσοστά θετικού ουροδυναμικού ελέγχου.01. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Mann Whitney U προκειμένου να βρεθεί στατιστικώς σημαντική διαφορά στον αριθμό ενουρητικών επεισοδίων μεταξύ των ασθενών που εμφάνιζαν πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ενούρηση. Επιπρόσθετα πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να εξεταστεί η συσχέτιση του ποσοστού θετικής εξέτασης και του φύλου με την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης.

ανάλυση αποκάλυψε ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν μεγαλύτερο αριθμό επεισοδίων με οριακή στατιστικώς σημαντική διαφορά σε σύγκριση με την ομάδα της πρωτοπαθούς ενούρησης (p=0. ΟΜΑΔΑ Α 3-60 20±2.09 ΟΜΑΔΑ Δ 5-60 19±1. Προκειμένου να συσχετισθούν οι παράμετροι της θετικής εργαστηριακής εξέτασης με τον αριθμό επεισοδίων ενούρησης χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες Sperman 86 . (Πίνακας Χ) ΣΥΜΒΑΜΑΤΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΕΥΡΟΣ Μ. πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να εξεταστεί η συσχέτιση του αριθμού των επεισοδίων με το φύλου των ασθενών με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση.052).84 ΟΜΑΔΑ Ε 4-60 20±2.Ο.55 Επιπλέον. Η σύγκριση μεταξύ των δύο υποομάδων ως προς τα επεισόδια ενούρησης απεικονίζεται στο γράφημα 4. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνιζαν παρόμοιο αριθμό ενουρητικών επεισοδίων πριν τη θεραπεία.05. Σύγκριση μεταξύ του αριθμού των επεισοδιών ενούρησης στην ομάδα της πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς ενούρησης *p<0.73 ΟΜΑΔΑ Β 5-60 21±2.65 ΟΜΑΔΑ Γ 5-60 19±3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΩΤΟΠΑΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΟΥΣ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗΣ * 40 30 20 10 0 ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ Γράφημα 4.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση συνέχισαν να εμφανίζουν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων και μετά τη θεραπεία.07 Όπως προκύπτει η εξέταση των ούρων βρέθηκε θετική σε μικρότερο ποσοστό των ασθενών μετά τη θεραπεία (11-27%) ενώ μικρότερο ήταν και το ποσοστό ασθενών με θετική καλλιέργεια ούρων (8-17%).20 85±4. Επιπρόσθετα πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να εξεταστεί η συσχέτιση του ποσοστού θετικής εξέτασης με το φύλο και την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης.17 87±3.49 88±3.16 13±1.65 13±1.39 ΟΜΑΔΑ Β 11±1.29 87±4.72 15±1. Προκειμένου να διερευνηθεί εάν υπάρχει στατιστικώς σημαντική διαφορά στις 87 .23 ΟΜΑΔΑ Δ 22±1. με τη δοκιμασία του χ2.01). (Πίνακας ΧΙ) ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΟΥΡΩΝ ΚΑΛ/ΓΕΙΑ ΟΥΡΩΝ ΝΟΚ (%) ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΘΕΤΙΚΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ Α 18±1.71 9±1.65 78±3. Η συσχέτιση του ποσοστού θετικών εργαστηριακών εξετάσεων με τον αριθμό ενουρητικών επεισοδίων αποκάλυψε θετική και ιδιαιτέρως στατιστικώς σημαντική συσχέτιση (p<0.45 7±1.24 73±2.3.78 12±1. Εργαστηριακός Έλεγχος Οι ασθενείς υποβάλλονταν σε εργαστηριακό επανέλεγχο 60 ημέρες μετά τη χορήγηση της θεραπείας με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και ασκήσεις κύστεως. Η ακτινογραφική απεικόνιση του ουροποιητικού βρέθηκε θετική σε ποσοστό επίσης χαμηλότερο (7-13%).81 9±1.3.34 91±3. 11.52 10±1.35 82±4.38 89±4. Μετά τη Θεραπεία 11.89 17±1.32 90±4.79 86±3.15 83±4.56 8±1.02 93±3.61 ΟΜΑΔΑ Γ 27±2.64 89±3.47 ΟΜΑΔΑ Ε 14±3. δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Στον πίνακα ΧI παρουσιάζονται τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου στο σύνολο των ασθενών ανά ομάδα.και Pearson Correlation.91 90±3.1. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών.

05. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικής γενικής ούρων πριν και μετά τη θεραπεία ανάμεσα στις ομάδες. Ομάδα Δ: Ιμιπραμίνη και ασκήσεις. Ομάδα Β: nor-τρυπτιλίνης. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες Mann Whitney U και signed rank Wilcoxon προκειμένου να βρεθεί στατιστικώς σημαντική διαφορά στις θετικές εργαστηριακές εξετάσεις μεταξύ των ομάδων.01 πριν και μετά τη θεραπεία. Τα αποτελέσματα των συγκρίσεων απεικονίζονται στα γραφήματα 5. 88 . **p<0.Ο. Η στατιστική ανάλυση με γραμμική παλινδρόμηση (linear regression). Ομάδα Ε: nor-τρυπτιλίνη και ασκήσεις. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΘΕΤΙΚΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΟΥΡΩΝ (%) ΠΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 50 40 * 30 * 20 * # # ** ** 10 0 Α Β Γ Δ Ε ΟΜΑΔΑ Γράφημα 5. 6 και 7. όπου #p<0.05 ανάμεσα στις ομάδες.εργαστηριακές εξετάσεις προ και μετά της θεραπείας χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Friedman. Ομάδα Γ: Ασκήσεις κύστεως. Ομάδα Α: Ιμιπραμίνη. Τα ποσοστά εκφράζονται ως Μ. αποκάλυψε ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν στατιστικώς σημαντικά ως προς το θετικό ποσοστό εργαστηριακών εξετάσεων για τους ασθενείς και των δύο φύλων με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση. ± τυπικό σφάλμα. όπου *p<0. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι σε όλες τις εργαστηριακές εξετάσεις υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού θετικής εξέτασης για όλες τις ομάδες με μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε οι οποίες διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από τις υπόλοιπες.

± τυπικό σφάλμα. Ομάδα Δ: Ιμιπραμίνη και ασκήσεις. Ομάδα Δ: Ιμιπραμίνη και ασκήσεις. Τα ποσοστά εκφράζονται ως Μ. Ομάδα Γ: Ασκήσεις κύστεως. Ομάδα Α: Ιμιπραμίνη.05 ανάμεσα στις ομάδες. Ομάδα Ε: nor-τρυπτιλίνη και ασκήσεις.01 πριν και μετά τη θεραπεία. ± τυπικό σφάλμα.05 ανάμεσα στις ομάδες. όπου #p<0. Ομάδα Γ: Ασκήσεις κύστεως. όπου *p<0. Ομάδα Β: nor-τρυπτιλίνης. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικής καλλιέργειας ούρων πριν και μετά τη θεραπεία ανάμεσα στις ομάδες. **p<0. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΘΕΤΙΚΗΣ ΝΟΚ (% ) ΠΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 25 20 15 * * * * # 10 ** 5 0 Α Β Γ Δ Ε ΟΜΑΔΑ Γράφημα 7.ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΛ/ΓΕΙΑΣ ΟΥΡΩΝ ΠΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ (%) ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 30 25 20 * * 15 # # ** ** 10 5 0 Α Β Γ Δ Ε ΟΜΑΔΑ Γράφημα 6.05. 89 .05. όπου #p<0. όπου *p<0.01 πριν και μετά τη θεραπεία. **p<0. Ομάδα Β: nor-τρυπτιλίνης. Ομάδα Ε: nor-τρυπτιλίνη και ασκήσεις. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικής ΝΟΚ πριν και μετά τη θεραπεία ανάμεσα στις ομάδες.Ο. Ομάδα Α: Ιμιπραμίνη.Ο. Τα ποσοστά εκφράζονται ως Μ.

Στον πίνακα XΙΙ καταγράφονται οι ασθενείς (και τα ποσοστά επί του συνόλου) με θετικό ουροδυναμικό έλεγχο μετά τη θεραπεία. με τη δοκιμασία του χ2. δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση συνέχισαν να εμφανίζουν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων και μετά τη θεραπεία. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες Mann Whitney U και 90 .11. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού θετικής εξέτασης μετά τη θεραπεία για όλες τις ομάδες με μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε οι οποίες διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από τις υπόλοιπες. Προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη στατιστικώς σημαντικής διαφοράς στην ουρομετρία προ και μετά τη θεραπείας χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Friedman. Επιπρόσθετα πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να εξεταστεί η συσχέτιση του ποσοστού θετικής ουροδυναμικής εξέτασης με το φύλο και την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης.3.3%. Ουροδυναμικός Έλεγχος Μετά την πάροδο 60 ημερών από την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς υποβλήθηκαν εκ νέου σε ουροδυναμικό έλεγχο με την πραγματοποίηση ουρομετρίας (Urine Flow Rate) προκειμένου να τεκμηριωθεί το φυσιολογικό προφίλ ούρησής τους. το προφίλ ούρησης των ασθενών μετά τη θεραπεία βελτιώθηκε σε όλες τις ομάδες. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών. Το ποσοστό στο σύνολο των ασθενών το ποσοστό που βρέθηκε με παθολογικό προφίλ ούρησης καταγράφηκε από 0 έως 8.3% ΟΜΑΔΑ Δ 1 4. (Πίνακας ΧΙΙ) ΟΥΡΟΔΥΝΑΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΘΕΤΙΚΗ ΟΥΡΟΜΕΤΡΙΑ (UFR) ΑΣΘΕΝΕΙΣ (%) ΟΜΑΔΑ Α 1 4.2% ΟΜΑΔΑ Β 0 0% ΟΜΑΔΑ Γ 2 8.2.2% ΟΜΑΔΑ Ε 0 0% Όπως προκύπτει.

δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Ομάδα Γ: Ασκήσεις κύστεως. Ο συγκεκριμένος αριθμός συγκρινόταν με τα συμβάματα που είχαν καταγραφεί κατά προσέγγιση για διάστημα 30 ημερών πριν τη θεραπεία.signed rank Wilcoxon προκειμένου να βρεθεί στατιστικώς σημαντική διαφορά στις θετικές εργαστηριακές εξετάσεις μεταξύ των ομάδων.3. αποκάλυψε ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν στατιστικώς σημαντικά ως προς το θετικό ποσοστό ουρομετρίας για τους ασθενείς με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση. Επιπρόσθετα. Ομάδα Ε: nor-τρυπτιλίνη και ασκήσεις. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών. πραγματοποιήθηκε γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) για να 91 . ο αριθμός των επεισοδίων ενούρησης μετά τη θεραπεία μειώθηκε σε όλες τις ομάδες. **p<0.3. ± τυπικό σφάλμα. Ομάδα Β: nor-τρυπτιλίνης. Η στατιστική ανάλυση με γραμμική παλινδρόμηση (linear regression). 11. Όπως προκύπτει.01 πριν και μετά τη θεραπεία.05 ανάμεσα στις ομάδες. όπου #p<0. Ομάδα Δ: Ιμιπραμίνη και ασκήσεις. Συμβάματα Ενούρησης Τα ενουρητικά επεισόδια μετά την έναρξη της θεραπείας καταγραφόταν από τους ασθενείς και το οικογενειακό τους περιβάλλον για διάστημα 30 ημερών βάσει ημερολογίου. με τη δοκιμασία του χ2. Σύγκριση μεταξύ των ποσοστών θετικού ουροδυναμικού ελέγχου πριν και μετά τη θεραπεία ανάμεσα στις ομάδες. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΘΕΤΙΚΗΣ ΟΥΡΟΜΕΤΡΙΑΣ (%) ΠΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 30 25 20 15 10 * 5 0 Α * ** # Β Γ Δ ** # Ε ΟΜΑΔΑ Γράφημα 8. Τα ποσοστά εκφράζονται ως Μ. όπου *p<0. Ομάδα Α: Ιμιπραμίνη. Τα αποτελέσματα των συγκρίσεων απεικονίζονται στο γράφημα 8. Το εύρος στον αριθμό των ενουρητικών συμβαμάτων κυμαινόταν από 0 έως 19.05.Ο.

Ο. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του αριθμού των συμβαμάτων ενούρησης μετά τη θεραπεία για όλες τις ομάδες με εξαιρετικά στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε.09 0-17 9±2.55 0-13 3±2. 92 .13% 4 ΟΜΑΔΑ Γ 5-60 19±3.34 85±7. Η στατιστική ανάλυση με γραμμική παλινδρόμηση (linear regression) αποκάλυψε ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν στατιστικώς σημαντικά ως τον αριθμό συμβαμάτων ενούρησης για τους ασθενείς με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση.84 0-12 4±1.23% 2 ΟΜΑΔΑ Δ 5-60 19±1. ΟΜΑΔΑ Α 3-60 20±2.89 79±6.38% 4 Προκειμένου να διερευνηθεί εάν υπάρχει διαφορά στη μείωση των ενουρητικών επεισοδίων προ και μετά της θεραπείας χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία Friedman. Τα αποτελέσματα των συγκρίσεων απεικονίζονται στο γράφημα 9. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες Mann Whitney U και signed rank Wilcoxon προκειμένου να βρεθούν οι διαφορές μεταξύ των ομάδων.45% 3 ΟΜΑΔΑ Β 5-60 21±2.Ο.εξεταστεί η συσχέτιση του αριθμού ενουρητικών επεισοδίων με το φύλο την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης. ΕΥΡΟΣ Μ.22 71±7. (Πίνακας ΧΙΙΙ) ΣΥΜΒΑΜΑΤΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΠΟΣΟΣΤΟ ΜΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΜΕΝΟΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ (ΣΕ 30 (ΜΕΙΩΣΗ ΑΣΘΕΝΕΙΣ (ΣΕ 30 ΗΜΕΡΕΣ) ΗΜΕΡΕΣ) ΣΥΜΒΑΜΑΤΩΝ) ΕΥΡΟΣ Μ.65 0-18 6±1.22% 3 ΟΜΑΔΑ Ε 4-60 20±2.38 58±5.73 0-19 9±2.15 55±6. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνισαν παρόμοια βελτίωση και μετά τη θεραπεία.

**p<0. Τα ποσοστά εκφράζονται ως Μ.Ο. Στον πίνακα ΧΙΙΙ καταγράφεται ο αριθμός αυτών των ασθενών. Ομάδα Β: νορτρυπτιλίνης. Προκειμένου να συσχετισθούν οι παράμετροι της θετικής εργαστηριακής εξέτασης με τον αριθμό επεισοδίων ενούρησης χρησιμοποιήθηκαν οι δοκιμασίες Sperman και Pearson Correlation. όπου *p<0. Ομάδα Ε: νορτρυπτιλίνη και ασκήσεις. Ομάδα Γ: Ασκήσεις κύστεως. Σε κάθε ομάδα καταγράφηκαν και κάποιοι ασθενείς οι οποίοι δε συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες της θεραπείας. Σύγκριση μεταξύ του αριθμού επεισοδίων ενούρησης πριν και μετά τη θεραπεία ανάμεσα στις ομάδες. 93 . Ομάδα Δ: Ιμιπραμίνη και ασκήσεις. Με τη χρήση της δοκιμασίας Kruskal Wallis βρέθηκε ότι δεν υπήρχε στατιστικώς σημαντική διαφορά στους ασθενείς που δε συμμορφώθηκαν μεταξύ των ομάδων όπως επίσης ο συγκεκριμένος αριθμός δεν ήταν στατιστικώς σημαντικός στο σύνολο των ασθενών που εμπεριείχε κάθε ομάδα.01 πριν και μετά τη θεραπεία. ± τυπικό σφάλμα.05.01) και μετά τη θεραπεία σε όλες τις ομάδες εκτός από την ομάδα Δ. Ομάδα Α: Ιμιπραμίνη. Η συσχέτιση του ποσοστού θετικών εργαστηριακών εξετάσεων με τον αριθμό ενουρητικών επεισοδίων αποκάλυψε θετική και ιδιαιτέρως στατιστικώς σημαντική συσχέτιση (p<0. όπου #p<0.ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΕΝΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 25 20 15 # * 10 * ** 5 # # ** ** 0 Α Β Γ Δ Ε ΟΜΑΔΑ Γράφημα 9.05 ανάμεσα στις ομάδες.

Στην παρούσα έρευνα διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα της φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ενούρησης και της εφαρμογής ασκήσεων κύστεως καθώς και ο συνδυασμός αυτών.52 Συγκεκριμένα.) ηλικίας τα 12. ΣΥΖΗΤΗΣΗ Η ενούρηση έχει μεγάλη επίπτωση στο σύνολο του παιδικού πληθυσμού επηρεάζοντας τόσο τη σωματική του υγεία όσο και την ομαλή κοινωνικοποίησή τους.28.28. 12.170.42.80. Επιπλέον στις περισσότερες μελέτες για την ενούρηση στα παιδιά ο αριθμός αγοριών είναι στατιστικώς σημαντικά αυξημένος σε σύγκριση με τον αριθμό κοριτσιών. 94 .6.46.52. Και σε αυτήν την παράμετρο της έρευνας τα αποτελέσματά μας συμφωνούν με τα παγκόσμια βιβλιογραφικά δεδομένα. Μετά από τη στατιστική ανάλυση του φύλου των ασθενών βρέθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά στη συχνότητα εμφάνισης ασθενών αγοριών και κοριτσιών με νυχτερινή ενούρηση χωρίς όμως να υπάρχει στατιστικώς σημαντική διαφορά στη μέση ηλικία τους. όσο και με τη διαφορετική ανατομία αλλά και ψυχοσύνθεση μεταξύ των δύο φύλων. Το γεγονός αυτό έχει συσχετισθεί τόσο με διαφορά στην ψυχοσωματική ωρίμανση.28. Η ηλικία αυτή συμφωνεί με τις περισσότερες μελέτες της βιβλιογραφίας4.Ο. Χρησιμοποιήθηκαν δύο τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά με παρόμοιο μηχανισμό δράσης αλλά διαφορετική αποτελεσματικότητα και η θεραπεία με ασκήσεις κύστεως καθώς και ο συνδυασμός τους.7.1. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία 7. 4.68±2.12.6.13. έχει καταγραφεί ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο συνταγογραφείται η συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων στα αγόρια είναι η ενούρηση. ενώ η συνταγογράφηση τρικυκλι- κών αντικαταθλιπτικών στα κορίτσια είναι αυξημένη σε σύγκριση με εκείνη στα αγόρια.13. Δημογραφικά Χαρακτηριστικά Οι ασθενείς είχανε μέσο όρο (Μ.195 ένα στα δέκα παιδιά ηλικίας επτά ετών αντιμετωπίζει πρόβλημα ενούρησης.52 καθώς έχει καταγραφεί η προχωρημένη ηλικία (συνήθως προεφηβική) στην οποία οι γονείς αναζητούν ιατρική βοήθεια και θεραπεία για το πρόβλημα της ενούρησης. ενώ το ποσοστό στους εφήβους κυμαίνεται στο 1-2%. Σε όλες τις ομάδες έγινε διαχωρισμός μεταξύ των ασθενών που έπασχαν από πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ενούρηση.7.48 έτη.

Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης θετικής ουρομετρίας σε σύγκριση με την ομάδα της πρωτοπαθούς ενούρησης. Το εύρημα αυτό πιθανώς να οφείλεται στη διαφορετική αιτιολογία της νόσου.8%. το ποσοστό που βρέθηκε με παθολογικό προφίλ ούρησης ήταν από 12. Τα αποτελέσματα αυτά βρίσκονται σε συμφωνία με τα βιβλιογραφικά δεδομένα ενώ δε βρέθηκε στατιστική διαφορά μεταξύ των ομάδων και μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. 1. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε επιπλέον ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν μεγαλύτερο αριθμό επεισοδίων σε σύγκριση με την ομάδα της πρωτοπαθούς ενούρησης. Προ της Θεραπείας Όσον αφορά στον εργαστηριακό έλεγχο προ της θεραπείας.51. Η συσχέτιση του ποσοστού θετικών εργαστηριακών εξετάσεων με τον αριθμό ενουρητικών επεισοδίων αποκάλυψε θετική και ιδιαιτέρως στατιστικώς σημαντική συσχέτιση. Επιπρόσθετα.51.200 Σε κάθε ασθενή καταγραφόταν σύμφωνα με την κατάθεση των γονέων ο αριθμός των συμβαμάτων ενούρησης σε χρονικό διάστημα 30 ημερών στο παρελθόν.120.26.120. Χρησιμοποιώντας τη στατιστική ανάλυση βρέθηκε ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση είχαν σε ίδιο ποσοστό θετική γενική εξέταση ούρων ενώ είχαν στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά στην εμφάνιση θετικής καλλιέργειας ούρων. σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης. Τα συγκεκριμένα ευρήματα συσχετιζόμενα με εκείνα των εργαστηριακών εξετάσεων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνισαν βεβαρημένη εργαστηριακή εικόνα.200 Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε ουροδυναμικό έλεγχο με την πραγματοποίηση ουρομετρίας (Urine Flow Rate) προκειμένου να τεκμηριωθεί το φυσιολογικό προφίλ ούρησής τους. ενώ η ακτινογραφική απεικόνιση του ουροποιητικού βρέθηκε θετική σε ποσοστό ακόμη χαμηλότερο.13. μικρότερο ήταν το ποσοστό ασθενών με θετική καλλιέργεια ούρων.12.13. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα συνάδουν με παρόμοιας βαρύτητας κλινική εικόνα. Όπως προκύπτει. 1.131. βρέθηκε ότι η εξέταση των ούρων ήταν θετική στο 1/3 περίπου των ασθενών.51.26.5% έως 20.1. Το εύρος του αριθμού των συμβαμάτων ενούρησης βρέθηκε ότι ήταν παρόμοιο μεταξύ των ομάδων αλλά και μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.26.200 95 .13. οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνιζαν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων.2.120. εφόσον η διαφορά μεταξύ πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς ενούρησης ήταν οριακή.131.131.

130.171. ενώ οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση συνέχισαν να εμφανίζουν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων και μετά τη θεραπεία.171. Μετά τη Θεραπεία Οι ασθενείς υποβάλλονταν σε εργαστηριακό επανέλεγχο 60 ημέρες μετά τη χορήγηση της θεραπείας με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και ασκήσεις κύστεως. Επιπρόσθετα εξετάσθηκε η συσχέτιση του ποσοστού θετικής ουροδυναμικής εξέτασης με το φύλο και την ύπαρξη πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς ενούρησης και βρέθηκαν παρόμοια ποσοστά θετικών εργαστηριακών εξετάσεων μετά 96 .176. Οι ομάδες Β και Ε για τις οποίες βρέθηκε η μεγαλύτερη βελτίωση ως προς τις εργαστηριακές εξετάσεις είναι εκείνες που περιλαμβάνανε την ουσία νορτρυπτιλίνη. Το συγκεκριμένο εύρημα συνάδει με τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών που αμφισβητούν τα αποτελέσματα των ασκήσεων κύστεως ως μονοθεραπεία. Η ακτινογραφική απεικόνιση του ουροποιητικού βρέθηκε θετική σε ποσοστό επίσης χαμηλότερο. βρέθηκε ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν στατιστικώς σημαντικά ως προς το θετικό ποσοστό εργαστηριακών εξετάσεων για τους ασθενείς και των δύο φύλων με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση.187 Οι ασθενείς μετά τη θεραπεία υποβλήθηκαν επίσης σε ουροδυναμικό έλεγχο εκ νέου με την πραγματοποίηση ουρομετρίας προκειμένου να τεκμηριωθεί η βελτίωση στο προφίλ ούρησής τους.187 Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι σε όλες τις εργαστηριακές εξετάσεις υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού θετικής εξέτασης για όλες τις ομάδες με μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε οι οποίες διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από τις υπόλοιπες. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι το προφίλ ούρησης των ασθενών μετά τη θεραπεία βελτιώθηκε σε όλες τις ομάδες. Τη μικρότερη βελτίωση εμφάνισε η ομάδα Γ στην οποία δε χορηγήθηκε τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό.176.12. Η μεγαλύτερη μάλιστα μείωση στην εμφάνιση θετικών εξετάσεων εμφανίστηκε στους ασθενείς τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση που συνδύασαν τη φαρμακευτική αγωγή με τις ασκήσεις κύστεως. Η εξέταση των ούρων βρέθηκε θετική σε μικρότερο ποσοστό των ασθενών μετά τη θεραπεία όπως και το ποσοστό ασθενών με θετική καλλιέργεια ούρων. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών.130. Η επιμέρους στατιστική ανάλυση των ποσοστών δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. δεν αποκάλυψε στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.3. Ταυτόχρονα. 27. 27.

156 Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού θετικής εξέτασης μετά τη θεραπεία για όλες τις ομάδες με μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε οι οποίες διέφεραν στατιστικώς σημαντικά από τις υπόλοιπες.83. Σε όλες τις ομάδες ασθενών υπήρξαν παιδιά που δεν είχαν κανένα επεισόδιο ενούρησης κατά τη διάρκεια των 30 ημερών της καταγραφής.τη θεραπεία όπως και πριν από αυτήν.13.13.199 Σύμφωνα με τα παραπάνω αποτελέσματα. αποκάλυψε ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν για τους ασθενείς με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση.120.79.111.98.70. 97 .188 Οι εργαστηριακές εξετάσεις και η ουρομετρία συνδυασμένες με την καλύτερη κλινική εικόνα των ασθενών συσχετίζονται θετικά με ισχυρή στατιστική σημαντικότητα.111.26. Τα συγκεκριμένα ευρήματα οδηγούν στο γενικότερο συμπέρασμα ότι τόσο εργαστηριακώς όσο και ουροδυναμικώς οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νορτρυπτιλίνη βελτιώθηκαν περισσότερο.156 Τα ενουρητικά επεισόδια μετά την έναρξη της θεραπείας καταγραφόταν από τους ασθενείς και το οικογενειακό τους περιβάλλον για διάστημα 30 ημερών βάσει ημερολογίου.93.164. η νορτρυπτιλίνη βελτίωσε εκτός από την εργαστηριακή και ουρομετρική και την κλινική εικόνα των ασθενών. Η γραμμική παλινδρόμηση (linear regression).120.78. οι ασθενείς και των δύο φύλων τόσο με πρωτοπαθή όσο και με δευτεροπαθή ενούρηση εμφάνισαν παρόμοια βελτίωση και μετά τη θεραπεία.132. Το μεγαλύτερο όμως ποσοστό βελτίωσης εμφανίστηκε στην ομάδα της συνδυασμένης θεραπείας με νορτρυπτιλίνη.11.132.171. Το γεγονός αυτό εξηγείται και από τον μικρότερο αριθμό επιπλοκών (φλεγμονές) αλλά και το καλύτερο προφίλ ούρησης εξαιτίας του θεραπευμένου προβλήματος της ενούρησης. 1.51.93. Τα αποτελέσματα της θεραπείας δε διέφεραν στατιστικώς σημαντικά για τους ασθενείς με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ενούρηση.131. Ιδιαίτερη μάλιστα βελτίωση εμφανίστηκε στους ασθενείς της ομάδας Ε ενώ η μικρότερη και πάλι στους ασθενείς της ομάδας Γ που δεν έλαβαν φαρμακευτική θεραπεία.70. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων αποκάλυψε ότι υπήρχε στατιστικώς σημαντική μείωση του αριθμού των συμβαμάτων ενούρησης μετά τη θεραπεία για όλες τις ομάδες με εξαιρετικά στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού στις ομάδες Β και Ε.26. 1.83.51. Ταυτόχρονα.131. επιτυγχάνοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα. Βρέθηκε ο αριθμός των επεισοδίων ενούρησης μετά τη θεραπεία μειώθηκε σε όλες τις ομάδες χωρίς να υπάρχει στατιστική διαφορά μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.

σε συνδυασμό με τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες της νοτρυπτιλίνης σε σχέση με την ιμιπραμίνη ενισχύουν τη θέση της στην αντιμετώπιση της ενούρησης.130.154-156 Συνοψίζοντας. 98 . δηλαδή τον αριθμό των ενουρητικών επεισοδίων θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι ο συνδυασμός ασκήσεων με τα φάρμακα έχει στατιστικώς σημαντική διαφορά συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες κλινικής φαρμακολογίας και τοξικολογίας που έχουν διεξαχθεί τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά η νοτρυπτιλίνη αποτελεί σαφώς ασφαλέστερο φάρμακο από την ιμιπραμίνη.Τα παραπάνω αποτελέσματα αυτά.10.112. Παρόλ’ αυτά. Εξετάζοντας μόνο την παράμετρο της κλινικής εικόνας. τα παιδιά που έλαβαν ιμιπραμίνη εμφάνισαν συνολικώς βελτιωμέη εικόνα αλλά οι ομάδες της νορτρυπτιλίνης υπερέχουν σε όλες τις παραμέτρους. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των τρικυκλικών αντικαθλιπτικών καταδεικνύοντας ως φάρμακο εκλογής λόγω μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας αλλά και λιγότερων ανεπιθύμητων ενεργειών την νοτρυπτιλίνη. όσον αφορά στη βελτίωση των εξεταζόμενων παραμέτρων. Γ και Ε. Στην έρευνά μας τα παιδιά που έλαβαν ιμιπραμίνη δεν εμφάνισαν σε μεγαλύτερο ποσοστό ανεπιθύμητες ενέργειες από εκείνα των ομάδων Β. Βέλτιστο αποτέλεσμα φαίνεται να επιτυγχάνεται όμως όταν η συγκεκριμένη ουσία συνδυαστεί με ασκήσεις κύστεως και συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία.

3. 4. Βάσει ποσοστών επιτυχίας σε όλες τις παραμέτρους η νορτρυπτιλίνη φαίνεται να υπερέχει της ιμιπραμίνης Οι ασκήσεις δείχνουν να έχουν το ίδιο ποσοστό περίπου επιτυχίας με τη φαρμακευτική αγωγή.13. 11. Η μεγαλύτερη βελτίωση ως προς τις εργαστηριακές εξετάσεις είναι εκείνες που περιλαμβάνανε την ουσία νορτρυπτιλίνη σε συνδυασμό με τις ασκήσεις κύστεως. Η ενούρηση είναι συχνότερη στα αγόρια από ό.τι στα κορίτσια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συμπερασματικώς θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι: 1. 10. 9. Ουροδυναμικώς οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νορτρυπτιλίνη και συνδυάστηκε με ασκήσεις κύστεως βελτιώθηκαν περισσότερο. 7. Τη μικρότερη εργαστηριακή βελτίωση εμφάνισε η ομάδα στην οποία δε χορηγήθηκε τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. 8. Ο αριθμός των επεισοδίων ενούρησης μετά τη θεραπεία μειώθηκε σε όλες τις ομάδες με μεγαλύτερο ποσοστό βελτίωσης στην ομάδα της συνδυασμένης θεραπείας ασκήσεων με νορτρυπτιλίνη. 2. Το προφίλ ούρησης των ασθενών μετά τη θεραπεία βελτιώθηκε σε όλες τις ομάδες. Μετά τη θεραπεία τόσο με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όσο και με ασκήσεις κύστεως οι ασθενείς εμφάνισαν εργαστηριακή βελτίωση αλλά και μείωση του ποσοστού παθολογικού προφίλ ούρησης. ενώ η μικρότερη βελτίωση εμφανίστηκε στους ασθενείς που δεν έλαβαν φαρμακευτική θεραπεία. Ο αριθμός των ασθενών που δεν έφερε σε πέρας τη θεραπεία είτε λόγω επιπλοκών στο φάρμακο είτε λόγω αδυναμίας προγραμματισμού είτε μη πειθαρχίας είναι ο ίδιος σε όλες τις ομάδες. 6. 5. Η ηλικία στην οποία προσφεύγουν στον ιατρό οι γονείς των παιδιών με ενούρηση είναι προχωρημένη. 99 . Οι ασθενείς με δευτεροπαθή ενούρηση έχουν στατιστικώς σημαντικά χειρότερη εργαστηριακή και ουροδυναμική εικόνα από εκείνους με πρωτοπαθή ενούρηση ενώ δεν ισχύει το ίδιο για την κλινική τους εικόνα.

Το προφίλ ούρησης των ασθενών μετά τη θεραπεία βελτιώθηκε σε όλες τις ομάδες. με πολλαπλές αιτίες και σύνθετη παθοφυσιολογία. Η παρούσα έρευνα εστιάζει στη διερεύνηση της συνδυασμένης θεραπείας με φάρμακα και ασκήσεις κύστεως όσον αφορά τόσο στην κλινική όσο και την εργαστηριακή βελτίωση των παιδιών με ενούρηση. ενώ η μικρότερη βελτίωση εμφανίστηκε στους ασθενείς που δεν έλαβαν φαρμακευτική θεραπεία. 100 . Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αποτελούν την κύρια κατηγορία φαρμάκων που έχουν χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της ενούρησης. ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η νυχτερινή ενούρηση αποτελεί συχνό πρόβλημα που επηρεάζει μεγάλο αριθμό παιδιών και εφήβων. την ομάδα Γ που πραγματοποιήθηκε παράταση των μεσοδιαστημάτων ούρησης σε συνδυασμό με διακεκομμένη ούρηση. την ομάδα Δ που χορηγήθηκε ιμιπραμίνη ταυτοχρόνως έγιναν ασκήσεις κύστεως και την ομάδα Ε όπου χορηγήθηκε νορτριπτιλίνη σε συνδυασμό με ασκήσεις κύστεως Οι ασθενείς υποβάλλονταν σε εργαστηριακό και ουροδυναμικό επανέλεγχο πριν και 60 ημέρες μετά τη χορήγηση της θεραπείας. 98 με πρωτοπαθή ενούρηση και 22 με δευτεροπαθή. Μετά τη θεραπεία τόσο με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όσο και με ασκήσεις κύστεως οι ασθενείς εμφάνισαν εργαστηριακή βελτίωση αλλά και μείωση του ποσοστού παθολογικού προφίλ ούρησης. βάσει ημερολογίου που κατέγραφαν οι ασθενείς και το οικογενειακό τους περιβάλλον και συγκρίθηκαν με τα επεισόδια ενούρησης που είχαν πριν τη θεραπεία. την ομάδα Β που χορηγήθηκε νορτρυπτιλίνης. Τα αποτελέσματα συνδυάζονταν με τον έλεγχο και των συμβαμάτων ενούρησης στο διάστημα των 30 ημερών. Οι ασθενείς χωρίσθηκαν σε 5 ομάδες των 24 ατόμων. Οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νορτρυπτιλίνη και συνδυάστηκε με ασκήσεις κύστεως βελτιώθηκαν περισσότερο.14. Στην έρευνα εντάχθηκαν 120 παιδιά. Η νορτρυπτιλίνη φαίνεται να υπερέχει της ιμιπραμίνης Οι ασκήσεις δείχνουν να έχουν το ίδιο ποσοστό περίπου επιτυχίας με τη φαρμακευτική αγωγή. την ομάδα Α που χορηγήθηκε ιμιπραμίνη. Η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ενούρησης και της εφαρμογής ασκήσεων κύστεως καθώς και ο συνδυασμός αυτών αποτελεί αντικείμενο πολλών μελετών.

One hundred and twenty children and adolescents 5 to 17 years with primary and secondary nocturnal enuresis were separated in five groups and received a treatment of the above combinations.01). Tricyclic antidepressants have been used for enuresis management the well accepted pharmacological treatment for this disorder. compared with the control period. After a control period of 1 month. The efficacy of the combined therapy in both primary and secondary nocturnal enuresis appears to be greater than for either drug alone.THERAPEUTIC MANAGEMENT OF NOCTURNAL ENURESIS by Theodoros Goranis ABSTRACT Nocturnal enuresis is a common disorder in both childhood and adolescence. xray of urinary tract) were compared between five groups and related with the urine flow rate pattern. each patient was treated for 30 days and then observed for 30 more days. 101 . A dose of 25 mg imipramine or nortriptiline were given to patients 1h before night sleep and/or urinary tract exercise. No significant side effects were observed. while patients had both laboratory and urine pattern improvement in groups that antidepressants were administered in combination with urinary excercises. Efficacy was determined in relation to the number of enuretic incidents during a 30 days period. Nortriptiline had better laboratory and clinical effects combined with imipramine and exercise alone. Also the results of laboratory exams (urine examination and culture. imipramine or nortriptiline combined with urinary tract exercises versus monotherapy with either antidepressant agent or exercise. The mean enuretic incidents decreased from 20 to 9 (P<0. The present study was performed to evaluate and compare the effect a short treatment model consisted of one tricyclic antidepressant agent. and therefore can be a choice of treatment in order to motivate children with nocturnal enuresis.

Hansson. JAMA 1960. Poussaint. J Pediatr 1961. A. A.58. Acta Psychiatr Neurol Scand 1960. von Gontard. 12 Stein Z. 14 Eiberg H BI.126:77–84. 15 Eiberg H. Nat Genet 1995 1995. 17 Wolf U: The genetic contribution to the phenotype. in which the disease cosegregates with chromosome 12q.95. KS. et al: Arousal and nonarousal enuretic events. et al: Micturition habits and incontinence in 7- Urol Nephrol. 6 Kaffman M: Enuresis among kibbutz children. E. 16 Behrends S. 9 Hallgren B: Nocturnal enuresis in twins.63.35. denver. E. Presented at meeting of international children’s continence society. 102 . 3 Ritvo E. Susser.70:777– 781. N. Dev Med 13 Deen PMT. S. Kazmierczak. 1996. Eur J Pediatr 1990. Dahl. Maron. Steenpa. MW: Social factors in the development of sphincter control. J Psychomsom Res 1960. Mohr J: Assignment of dominant inherited nocturnal enuresis (enur 1) to chromosome 13q. JW: Nocturnal enuresis: Comparison of the effect of imipramine 11 Esperanca M GJ: Nocturnal enuresis: Studies in bladder function in normal children and dietary restriction on bladder capacity. D. Muller. F. J Pediatr 1967. Evidence of genetic heterogeneity. abstract a 121. 5 Muellner S: Development of urinary control in children.149. Gerrard.2 water channel gene is not Child Neurol 1967.55. Can Med Assoc J 1969. 8 Starfield B: Functional bladder capacity in enuretic and nonenuretic children.. et al: Assignment of gucy 1b2. 4 Boyd M: The depth of sleep in enuretic school children and in nonenuretic controls. et al: The acquaporin. 7 Bakwin H: Enuresis in children. Ornitz. Hum Genet 1995. Background and treatment. B. EM. BJ.. the gene coding for the beta 2 subunit of human guanylyl cyclase to chromosomal band 13q 14. Gottlieb.3 between markers d 13s 168 and d 13s 155. 10 Esperanca M. Ditman. Can Med Assoc J 1969. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1 Wille S: Primary nocturnal enuresis in children. and enuretics. colorado.10 354– 356.101:65–68. 1999. In: Human genome meeting. Scand J 2 Hellström AL.. and Hollman. Am J Psychiatry 1969.15. suppl 1994. J Med Assoc Israel 1962.172:1256– 1261.: Assignment of dominant inherited nocturnal enuresis to chromosome 13q.9:692–706.156.101:324–327. year-old swedish school entrants. AF. Hanson. Genomics 1999. 1 heidelberg.4:274–279. mutated in families with primary nocturnal enuresis.

Urology 2002. et al: Molecular genetics of nocturnal enuresis: Linkage to a locus on chromosome 22. 19 von Gontard A. Hollmann. 30 Sher PK R. et al: Toilet habits and continence in children: An opportunity sampling in search of normal parameter.11:100107.31:728–736. 21 Hjälmås K: Urinary incontinence in children: Suggestions for definitions and terminology.87.. S. E. H.158:1035-1040. 23 Bloom DA SW.141:1-6. Semin Pediatr Surg 2002. 32 Austin PF HY. 31 Hellerstein S LJ: Voiding dysfunction in pediatric patients.202. H. Dev Med Child Neurol 1989. J Urol 1999 162:1064-1067. E. Hollmann. 1998. 103 . BJU Int 1998. et al:: Molecular genetics of nocturnal enuresis: Clinical and genetic heterogeneity. Pediatr Rev 2001. Ritchey ML. Clin Pediatr 2003.. Eiberg. Y. Turner K. Arch Dis Child 1974. BJU Int 2002. functional expression. 29 Van Kerrebroeck P: Experience with the long term use of desmopressin for nocturnal enuresis in children and adolescents.42 (1):4349. 33 Bauer S: Special considerations of the overactive bladder in children.60 Suppl. 5A:43-49. 22 Lawless MR MD: Nocturnal enuresis: Current concepts. G. Acta Paediatr.265.89:420-425. 20 von Gontard A.18 Schomburg L. A: Enuresis and spontaneous cure rate: Study of 1129 enuretics. Redmond.22:339– 407. J Urol 1997. 27 Cendron M KG: Combination therapy in the treatment of persistent nocturnal enuresis. Turwitt. 26 Skoog S SA. J Urol Suppl 2 1996 156:565-568. Scand J Urol Nephrol Suppl 1992. 24 Jarvelin M: Developmental history and neurological findings in enuretic children.: Α-adrenergic blockade in children with neuropathic and nonneuropathic voiding dysfunction. Scand J Urol Nephrol Suppl 1999. J Urol 1993..149:1087-1090. 25 Forsythe W. genomic structure and chromosomal assignment.: Oral desmopressin: A randomized double-blind placebo controlled study of effectiveness in children with primary nocturnal enuresis.: Successful treatment of giggle incontinence with methylphenidate. Masel JL. et al: Human trhdegrading ectoenzyme cdna cloning. et al. Eiberg. Eur J Biochem 1999. Prescher. 28 Van Gool J: Enuresis and incontinence in children.81:26-28.49:259–263.

34 Reinberg Y CJ. A. Horwood. Gehricke. G. C. and Kaushansky.32. 1973. 50 Fergusson D. 36 Ochoa B. Elian. Eur Urol (Suppl 3) 1998. J Urol 1992.49. AT. Mackeith and s. J Urol 2003. Cologne: University of cologne.. Acta Paediatr 1999. JG. 43 Bakwin H: The genetics of enuresis. J. Ornitz. Russell. E. Shannon. P. In: Bladder control and enuresis. Hollmann. Act Psychiatr Neurol Scand. r.: Urofacial (ochoa) syndrome. Pediatrics 1986. EM. FT: Factors related to the age of attainment of nocturnal bladder control: An 8-year longitudinal study.. 40 Eiberg H: Total genome scan analysis in a single extended family for primary nocturnal enuresis: Evidence for a new locus (enur 3) for primary nocturnal enuresis on chromosome 22q 11. somatic and molecular genetic correlations.33:34– 36. Kolvin. Br J Urol suppl 1998. A genetic study.88:1364–1368. K. Edited by i.78 884– 890. Wolpert J. and immediate release and long acting tolteradine tartrate in children with diurnal urinary incontinence. suppl 1997. 44 Elian M.81. Gorlin RJ. Schaumberg. London: William heinemann medical books. E. 104 . SL: Transmission of primary nocturnal enuresis and attention deficit hyperactivity disorder.77. 37 Nygaard I: Does prolonged high-impact activity contribute to later urinary incontinence? A retrospective cohort study of female olympians.183. Obstet Gynecol 1997. 47 von Gontard A. Meadow.: Nocturnal enuresis: A familial condition. et al: Therapeutic efficacy of extended release oxybutynin chloride. 46 von Gontard A: Enuresis in childhood—psychiatric.. 73-7. Van. 35 Ochoa B: The urofacial (ochoa) syndrome revisited. Hjälmås. Acta Paediatr 1999. 48 Bailey J. Unpublished data.88. S. Gabikian. L. H. 49 Jarvelin MR: Transmission of primary nocturnal enuresis and attention deficit hyperactivity disorder. 1957.90:718-722. Scand J Urol Nephrol. 42 Hallgren B: Enuresis — a clinical and genetic study. BMJ 1991. et al: Standardization and definitions in lower urinary tract dysfunction in children.302. LJ.148:580-583. et al: Dominant inheritance for a gene which mainly causes urge incontinence in a large four generation danish family. R. International children’s continence society. 38 Nygaard JP. J R Soc Med 1984. 45 Elian M: Treating bed wetting. 39 Eiberg H. Am J Dis Child 1935.27:661-666.169:317-319. 1995. Eiberg. 41 Frary G: Enuresis. Am J Med Genet 1987. H. et al: Clinical enuresis phenotypes in familial nocturnal enuresis. Smalley. Rittig.

C. 105 . 113. 51. 54 Abe K. 53 Bakwin H: Enuresis in twins.51 Fergusson D. 1. NP: Enuresis in sevenyear-old children. hereditary nocturnal enuresis.4.10. T. Sleep 1998. Jagervall M.. J Med Genet 1997. et al: Nocturnal enuresis in a nationwide twin cohort. M.. Acta Paediatr Scand 1988. 65 Gorwood P: Genetic association studies in behavioural neuroscience. restlessness. Blaasvaar. H.87. Unpublished data. Vikevainen-Tervonen. et al: Enuresis: Associations of genotype and phenotype. Crusio and r. p. Schaumburg. 60 Arnell H: The genetics of nocturnal enuresis: A simple question of complexity.173. 67 O’Brian GaY. U. p.104. K. Oda. H. 64 Eiberg H. N.24. 1989. E. et al: Dominant inheritance for a gene which mainly causes nocturnal enuresis in two large three generation families from the faroe islands. Schaumburg. New york: Elsevier science bv. Deutsche Zschr P Nervenh 1928.. Unpublished data. I. and Hatta. 55 Hublin C. 62 Eiberg H: Nocturnal enuresis is linked to a specific gene. L. Eiberg. Rittig..77 148–153. L. 58 Arnell H H. 1999. Kapilin.121 222– 225. Stenberg A. In: Handbook of molecular-genetic techniques for brain and behaviour research. 1995. 61 Edwards JH: Exclusion mapping. Acta Genet Med Gemellol (Roma) 1984. motion sickness and enuresis. Horwood. Edited by w. Sovet Psichonevr 1934. Gerlai. H. 57 Petrovskij S: Erblichkeit und enuresis nocturna. Scand J Urol Nephrol Suppl 63 Schaumburg HL. Shannon. Kaprio. 59 von Gontard A. Am J Dis Child 1971. Acta Paediatr 1998.33. FT: Secondary enuresis in a birth cohort of new zealand children. J. In: Psychiatrische genetik. London: Mac keith press.4:53–63.: Why behavioural phenotypes? In: Behavioural phenotypes. Bengtsson B. W. J Med Genet 1987. Paediatr Perinat Epidemiol 1990. et al: Phenotypical characteristics in 1995. Mol Psychiatr 1999. 56 Oransky W: Zur frage der vererbung der enuresis nocturna. Lackgren G.: Behavioural genetics of early childhood: Fears.21. et al: The genetics of primary nocturnal enuresis: Inheritance and suggestion of a second major gene on chromosome 12q.34 360– 365. Berlin: Springer verlag. Moilanen. H. 52 Jarvelin M. LJ. S. Huttenen. 66 Propping P: Das gen-konzept. Partinen. phaenogenetik.

Hansen. Hansen. M. et al: Diurnal variation of plasma vasopressin in man. editors. A: Primary nocturnal enuresis: An urodynamic study spanning three generations. Ohne.141:1156– 1159. W.29. 84 Kawauchi A. Urology 1983. suppl 1995. 8th edition. Boemers. Rittig. 82 Norgaard J. Acta Paediatr 1950.68 Rittig S: Nocturnal enuresis at the molecular level.39:87– 93. Rawashdeh.. Scand J Urol Nephrol 1995. Isenberg E. Alloussi S. 81 George C. Watanabe. H. JH. retik a jr. R. suppl 1995. 71 Elzinga-Plomp A. Philadelphia: Wb saunders. Hodgson. T. J. Eur Urol 1993. Wis Med J 1971. 73 Koff S: Enuresis. T: The possibility of centripetal stimulation from the urinary bladder for vasopressin excretion. A.102 747–752. Wildschiotz. Kitamori. 74 Schmitt B: Nocturnal enuresis: Finding the treatment that fits the child. Nowaczynski. 75 Koff S: Estimating bladder capacity in children.70 171– 173.48 184– 193. Neurourol Urodyn 1989. MN. T. J Kyoto Pref Univ Med 1993. 106 .76. JH: The relationship between desmopressin treatment and voiding pattern in children. JC: Diurnal antidiuretic hormone levels in enuretics. P.41 332– 338.173:9. Messer. Genest. 79 Norgaard J. 77 Troup C.173.21 248. BJU Int 2002. NB: Nocturnal functional bladder capacity in enuretic children. Urology 1996. EB. G: Sleep cystometries in children with nocturnal enuresis. 72 Hvistendahl G.7:70 – 97. S. Messerli. 80 Husmann D: Enuresis. J Urol 1989. Boucher. Contemp Peds 1990. Djurhuus. Kuchel. Scand J Urol Nephrol. K. J Urol 1985.89:917–922. R.8:199– 211. Imada. J Clin Endocrinol Metab 1975. YF. Campbell’s urology. O. N. FH.134:1029–1031. Pedersen. et al: Treatment of enuresis risoria in children by self-administered electric and imaginary shock.24:366– 370. 69 Hjälmås K: Is dysco-ordinated voiding in children a hereditary disorder? Scand J Urol Nephrol. Br J Urol 1995. Ziegler M: Vasopressin deficiency in primary nocturnal enuresis: Results of a controlled prospective study. 83 Steffens J NM. 1998:2055– 2068. In: Walsh p. 76 Hallman N: On the ability of enuretic children to hold urine. Djurhuus. 70 Birch BRaM. Kamperis. 78 Norgaard J: Urodynamics in enuretics i: Reservoir function.

105:427–432. Rapoport. mackeith rc. Krauth.15:488–496. LB. S. 107 . Bladder control and enuresis. 95 Young G. Acta Psychiatr Scand 1990. Dev Med Child Neurol 1973. West. Sleep 1991. G: Obstructive sleep apnea treatment: Peripheral and central effects on plasma renin activity and aldosterone. RN: Nocturnal enuresis in children with upper airway obstruction. Cappelli. Brindo. KA: Elevated sleep arousal thresholds in enuretic boys: 89 Baruzzi A. London: W. Horwood. Br J Urol 1998. JD: Bedwetting and behavioural and/or emotional problems.14:83– 86. Cirignotta.94:662–668. 1973:78– 83. HP. : Enuresis in children with adhd. Thomsen. J Kyoto Pref Univ Med 1995. Leung. Ayuso. editors. JL: Enuresis: Psychopathology. Busby. Brandenberger. Urol Clin North Am 1980. Community Pract 2003. Jackson. de Traversay. Acta Pediatr 1997.year longitudinal study.29:437–451. Krieger. 91 Follenius M. Dieguez. 86 Mikkelson E. J. 94 Hirasing R. S. R. F. 98 Ornitz E.104:393–403. 99 Robson W. Lugaresi. Morgan. C. LJ: Nocturnal enuresis and behaviour problems in conditioning-treated childhood enuresis. South Med J 1997. van Leerdam. 88 Wolfish N. M. 96 Stromgren A. peptide and catecholamines in obstructive sleep apnea syndrome. M. PH: Personality traits in young adults with a history of 97 Fergusson D.90:503–505. sleep stage and drug 87 Graham P: Depth of sleep and enuresis: A critical review. RT. N: Prestimulation-induced startle modulation in attention. Blackhurst. Hanna. Bosch.86:1131–1134. adolescence: A 15. MJ. Riva.81:46–49. E: Atrial natriuretic Clinical implications.81:538–541. 92 Rogers J: Child-centred approach to bedwetting. Sateia. Pediatrics 1994. 90 Weider D. Forza. F. In: Kolvin i. Heinemann. Ruarte.14:211–217. Sleep 1991. A: Monosymptomatic primary enuresis: Differences between patients responding or not responding to oral desmopressin.75:163–165.deficit hyperactivity disorder and nocturnal enuresis.7:361–377. MO. M. GL. 93 Medel R.85 Ohne T: The increase in c-fos expression in vasopressin and oxytocin immunoreactive neurons in the paraventricular and supraoptic nucleus of the hypothalamus following urinary retention. response. Otolaryngol Head Neck Surg 1991. FJM. RT: Rapidity of response to the treatment of enuresis. Bolk-Bennink. Pivic. Psychophysiology 1992. Zucconi. D. meadow sr. AK. Canepa. Acta Pediatr Scand 1997.86:381–384.

Soothill. J Pediatr 1989. 110 Oredsson A.145:435±438. Am J Dis Child 1986.1881. et al: Abnormal diurnal rhythm of plasma vasopressin and urinary output in patients with enuresis.11:1873. 104 Egger J.73:3–8. Pace G.88:932. 114 Natochin YV KA: Nocturnal enuresis: Correction of renal function by desmopressin and diclofenac. 106 Loening-Baucke V: Urinary incontinence and urinary tract infection and their resolution with treatment of chronic constipation of childhood. CH. 102 Tietjen D. Knudsen. Yazbeck. 112 Tomasi P.160:166169. et al: Urinary aquaporin 2 and calciuria correlate with the severity of enuresis in children. R. Vernier. ME.2 excretion in nocturnal enuresis. Siracusano. JF. J Am Soc Nephrol 2000. 111 Rittig S. Moffatt. TM: Changes in nocturnal bladder capacity during treatment with the bell and pad for monosymptomatic nocturnal enuresis. Siggaard. Rigon F. Norgaard. 108 Brading A. 101 Longstaffe S. UB. J: Effect of diet treatment on enuresis in children with migraine or hyperkinetic behavior. Grunebaum. WH: The unstable bladder: Towards a common mechanism. Eur J Endocrinol 2001. Wilson. Am J Physiol 1989.144:234–235. Rittig. Mayo Clin Proc 1996. Monni. J Urol 2001. Gonzalez. J Pediatr 1991. Schuper. JC: Behavioral and self-concept changes after six months of enuresis treatment: A randomized. E: Constipation: A commonly unrecognized cause of enuresis. 105 O’Regan S.100 Moffatt M: Nocturnal enuresis: Psychologic implications of treatment and nontreatment. Eur J Pediatr 1985. et al: Decreased nocturnal urinary antidiuretic hormone excretion in enuresis is increased by imipramine. Mimouni. Clin Pediatr 1992. Br J 109 Hansen M. M. A. production and functional bladder capacity estimated by home recordings in patients with nocturnal enuresis. DA: Nocturnal enuresis: A guide to evaluation and treatment.31:302–307. Varsano. Turner.118 831–837.71:857–862. controlled trial. Husmann. I: Retarded skeletal maturation in children with primary enuresis. 103 Mimouni M. Jorgensen. 115 Valenti G LA. et al. B. Pediatrics 1997. R: The unstable bladder in children.100 228–232.14:42-47. Whalen. S. AM. J Urol 1998.140:260–261.2455. C. 108 . Pediatrics 2000. 107 Fernandes E. F. Schick.937. S. : Urinary aquaporin.166:2452. et al: Intra-individual variability in nighttime urine Urol 1994. JP. Hamberger. 113 Radetti G PC. BJU Int 2001.105:935– 940. Pediatr Nephrol 2000. S.256:F 664F 671.114:697–704. Carter.

2410. 119 Neveus T TT. 117 Kirchlechner V H-EB.: Long-term home studies of water balance in patients with nocturnal enuresis. 109 . Lackgren G.: Bladder capacity and renal concentrating ability in enuresis: Pathogenic implications. Scand J Urol Nephrol 2001. . Djurhuus JC. Tsukayama H.166:2407.165:2022.156:651-655. 126 Eiberg H SH. : Linkage study of a large danish 4-generation family with urge incontinence and nocturnal enuresis.166:2438-2443.34:294. et al. 127 Butler R: Impact of nocturnal enuresis on children and young people. Schmidt F.165:1914-1917. Stenberg A. J Urol 2001. : Melatonin production is similar in children with monosymptomatic nocturnal enuresis or other forms of enuresis/incontinence and in controls. J Urol 1996. Central nervous system involvement in nocturnal enuresis: evidence of general neuromotor delay and specific brainstem dysfunction. 124 Fujiwara J KS.35:117. J Urol 2001.35:350-356.166:2401-2403.302.166:24482451. et al. 121 Eggert P FA. Scand J Urol Nephrol 2001. J Urol 2001. : The influence of small functional bladder capacity and other predictors on the response to desmopressin in the management of monosymptomatic nocturnal enuresis. BJU 2001. J Urol 2001. 123 von Gontard A SD. 118 Sakamoto K BJ: Adult onset nocturnal enuresis. J Urol Nephrol 2001. J Urol 2001. : Evaluation of the autonomic nervous system function in children with primary monosymptomatic nocturnal enuresis: Power spectrum analysis of heart rate variability using 2 4-hour holter electrocardiograms. Kovacs J. Zaontz MR.183:25.121. : Arousability of children being treated with ddavp. : Smokeless nicotinergic stimulation of vasopressin secretion in patients with persisting nocturnal enuresis and controls. 128 Rittig S SH. J Urol 2001. Pukrop R. Scand J Urol Nephrol 1997.35:169-176. .87 69. . Waldhauser F. et al. Chavez-Kattau K. Chavez-Kattau K. J Urol 2001. Pedersen EB. Hollmann E. Von Gontard A. 122 Hunsballe J: Increased delta component in computerized sleep electroencephalographic analysis suggests abnormally deep sleep in primary monosymptomatic nocturnal enuresis.: Central nervous system involvement in nocturnal enuresis: Evidence of general neuromotor delay and specific brainstem dysfunction.166:2432-2434. et al. 125 von Gontard A SH. Seifen S.: The effect of desmopressin on short-term memory in children with primary nocturnal enuresis. Scand J Urol Nephrol 2001. : The genetics of enuresis:A review. . 129 Rushton HG BA. Rittig S. et al.2025. .116 Hunsballe JM RS.26. 120 Muller D FH.

Pediatrics 1988. 144 Moffatt ME HS. 133 Diokno AC AR. et al. double-blind study of the efficacy and tolerability of the extended-release formulations of oxybutynin and tolterodine for overactive bladder: Results of the opera trial. Bodeker RH. et al. Urol Int 2000. . double-blind. Mayo Clinic Proc 2003 78 687-695. Arch Dis Child 1987. Anderstrom C. et al. Bakkaloglu A. 140 Ulshofer B BA. Yildirim I. . 141 Nentwich H: Therapie der enuresis mit einer kinderdrageeform des propiverin.: Prospective. 136 Nilvebrant L: The mechanism of action of tolterodine.: Desmopressin acetate and nocturnal enuresis: How much do we know? .81:801–810. : R and s enantiomers of oxybutynin: Pharmacological effects in guinea pig bladder and intestine. 139 Cardozo L: Efficacy of trospium chloride in patients with detrusor instability: A placebocontrolled.82:104–106. . Ceylan S. et al. a new antimuscarinic agent: As effective but better tolerated than oxybutinin in patients with overactive bladder. . pseudoephedrine and indomethacin in the treatment of primary nocturnal enuresis.11:13–25.54:329-333.92:420–425. Z Urol Nephrol 1985. Eur J Pharmacol 1997. J R Coll Gen Pract 1989. 138 Otto-Unger G: Zur behandlung der instabilen blas´e des kindes mit dem anti cholinergikum propiverinhydrochorid. Reviews in Contemporary Pharmacotherapy 2000.: Combination therapy of imipramine and oxybutynin in children with enuresis nocturna. Clin Drug Invest 2001. : Comparison of intranasal and oral desmopressin for nocturnal enuresis. Sand PK. Burd L. . 143 Bamford MF CG: Dangers of intranasal desmopressin for nocturnal enuresis.62:674–677. : Randomized. Turk J Pediatr 1996.: Efficacy of oxybutynin.78:145-152. 110 .130 Tahmaz L KY. Pediatrics 1993. randomized. 137 Nilvebrant L AK. 142 Fjellestad-Paulsen A WS.65 135–139. Br J Urol 1998. Kinderaerztl Praxis 1986. 134 Kachur JF PJ.: Oxybutynin efficacy in the treatment of primary enuresis.247:867-872. Dayanc M. . 135 Abrams P FR. multicentre clinical trial. double-blind. . Besbas N. Kirshen AJ. placebo controlled study of the efficacy and tolerance of trospium chloride in patients with motor urge incontinence. J Pharmacol Exp Ther 1988. Harris AS. Mattiasson A Tolterodine. Gillberg PG. randomized.: Tolterodine: A new bladder selective antimuscarinic agent. McKendry JB. BJU Int 2000 85 659664.21 563-569. .327:195-207. . Ozen S. 132 Lovering JS TS. Carter JP.38 155–159.39 345–346. 131 Varan B SU. .

Zaontz. 153 Hogg RJaH. Crutchfield A.: Prospective randomized trial using laser acupuncture versus desmopressin in the treatment of nocturnal enuresis. 111 .. Pediatr Int 2002.: Desmopressin in the management of nocturnal enuresis in children: A double-blind study. Gok F. and as an oral solution. B. A. imipramine.205.31 566–569. J Urol 1995. Smith LR: Hyponatremic seizures in a child treated with desmopressin europe.62:970–974. 157 Gremse DA HJ. .: Comparison of polyethylene glycol 3350 and lactulose for treatment of chronic constipation in children. J Urol 1991. . . : Enuresis: Principles of management and result of treatment. J Urol 1995. M. Cort JH. 158 Chapple CR YT. Chess-Williams R. B. and crushed tablets. Studen M. Am J Psychiatry 1960.: Nocturnal enuresis: Experience with long-term use 150 Argenti D ID. to control enuresis. et al: Response to desmopressin as a function of urine osmolality in the treatment of monosymptomatic nocturnal enuresis: A doubleblind prospective study.117: 551. Montealegre A. Clin Pediatr (Phila) 2002 41:225-229.: A pharmacokinetic and pharmacodynamic comparison of of intranasally administered desmopressin. Denli M. Clin Pediatr (Phila) 1992. . Flynn MJ. . Urology 2002 60 82-89. safety. .44 617–621.40:201.145 Terho P: Desmopressin in nocturnal enuresis. desmopressin administered as whole. desmopressin acetate and bed-wetting alarm systems. A rational approach to fluid intake.150:444. S.10:65-83. 151 Radmayr C SA. 160 Wein A: Pharmacological agents for the treatment of urinary incontinence due to overactive bladder.154:745-748. J Urol 1993. 156 Monda JM HD: Primary nocturnal enuresis: A comparison among observation. J Urol 1979.165 1446–1451. 149 Miller K. 147 Hjälmås K BB: Efficacy. Clin Pediatr (Phila) 1993:19–24. and dosing of desmopressin for nocturnal enuresis in 148 Beach PS BR.114:723. J Urol 2001. Surer I. D. : Muscarinic receptor subtypes and management of the overactive bladder. 155 MacLean R: Imipramine hydrochloride (tofranil) and enuresis. Belman. Expert Opin Investig Drugs 2001. J Pediatr 1989. Bartsch G. Baltaci V. chewed. . 146 Birkasova M BO. Pediatrics 1978. and Atkin.154:749.121:794–796. 152 Rushton HG.: The role of family history in predicting response to desmopressin in nocturnal enuresis. Goldberg. Eur Urol 2001. 159 Kass EJ DA. 154 Dundaroz R TT.145:818–820. Heald DL.: DNA damage in children treated with imipramine for primary nocturnal enuresis.

J Urol 1994. 163 Mosby: Mosby’s drug consult [computer program].155:46–48. Laor N. Zahariou A. Craig JC. .323:11671169. Samuel E. J Pediatr 1989. : Treatment of daytime urinary incontinence in children: A systematic review of randomized controlled trials. London. ed 1st edition. WB Saunders. Pediatr Clin North Am 2001. Wolmer L. Shimizu T. Anagnostopoulos D. . Djurhuus JC.118:705–710.44 203–208. 166 Rittig S JA. Churchill BM. Heinemann. Leung AK: Hyponatremia in patients with nocturnal enuresis treated with ddavp. Jensen KT. . Yamashiro Y. 162 Sureshdumar P BW. 1997 174 Blackwell B CJTpone. Norgaard JP. Pedersen EB Desmopressin tablet treatment: Factors influencing gastrointestinal absorption. J Urol 2003 170:196-200. Weizman R.: A dose titration and an open 6-week efficacy and safety study of desmopressin tablets in the management of nocturnal enuresis. Longergan M: Hemodynamic and coagulation responses to 1– desamino (8-d-arginine) vasopressin in patients with congenital nephrogenic diabetes insipidus. . New Engl J Med 1988.: Fluvoxamine is ineffective in nocturnal enuresis.3:827-833. 167 Robson WL NJ. 170 Jalkut MW LS. 172 Matthiesen TB RS. Tasman: Psychiatry. Scand J Urol Nephrol 1997. Eur J Pediatr 1996. Kasselas V. 165 Bichet DG RM.associated hyponatremia: A case report and literature review. 169 Schwab M WD. W. . Philadelphia.161 Garely AD BL: Current pharmacotherapeutic strategies for overactive bladder. . 176 Kaneko K FS.16 662–664.16 327–332.151:460–463. J Fam Pract 1997. Djurhuus JC: Nocturnal enuresis: An approach to treatment based on pathogenesis. 164 Norgaard JP RS. 173 Lucas CP SD: Elimination disorders. . 2003. Kalinderis A: Management of nocturnal enuresis in children with desmopressin and bladder physiotherapy.. 175 Evans J: Evidence based management of nocturnal enuresis.318:881–887. the treatment of enuresis in children and adolescents: An open-label pilot study. Eur J Pediatr 1996. Pediatr Surg Int 1998. Expert Opin Pharmacother 2002. .48 1461–1488.155:959–962. BMJ 2001. Amsterdam.: Enuresis. Hum Psychopharmacol 2001. 1973. 112 .: Hyponatremia and cerebral convulsion due to short term ddavp therapy for control of enuresis nocturna.183 51–52. et al. 168 Bernstein SA WS: Intranasal desmopressin. Ohtomo Y. 171 Yannakoyorgos K IE.13:281–284.: Combined pharmacotherapy for 177 Toren P ES. Ruder H. Pediatr Nephrol 2001.

.: Intravesical application of a stable oxybutynin solution improves therapeutic compliance and acceptance in children with neurogenic bladder dysfunction. Schobert J. Urology 2002 59 325-327. C.8:436. DoH. P. Am J Orthopsychiatry 1938. . 185 Andersson K: Treatment of overactive bladder: Other drug mechanisms. S. S. 183 Beleggia F BE. et al. Urology 2000.166:2435. Urology 2002 60 78-81. Scand J Urol Nephrol 1995. .. et al. Vereecken R. . 194 Evans J: Bedwetting. Rittig.55 51-57. Rasmussen. J. Skoog. .178 Igawa Y: Discussion: Functional role of m 1. 180 Hjälmås K P-GG. 184 Schulte-Baukloh H MT.: Functional daytime incontinence: Pharmacological treatment. J Urol 2001. 179 Gupta S SG.. .: New perspectives on the overactive bladder: Pharmakinetics and bioavailability.: : No relationship between family history of enuresis and response to desmopressin. Scan J Urol Nephrol 1992. . Mori T. Belman. Arch Ital Urol Androl 1997 69 61-63. 191 Mower OH MW: Enuresis: A method for its study and treatment.55 60-64. 186 al-Waili N: Increased urinary nitrite excretion in primary enuresis: Effects of indomethacin treatment on urinary and serum osmolality and electrolytes.: Efficacy of botulinum-a toxin in children with detrusor hyperreflexia due to myelomeningocele: Preliminary results. B. 189 Schaumburg HL. A.160:1084-1087. . et al.55 47-49. 193 DoH: Prodigy clinical recommendation — enuresis — nocturnal. 2002. Urology 2000. BJU Int 2002. 190 Rushton HG. Chiozza M.173:109. J Urol 1998. Imbriani E. .173:49. Urology 2000. 181 Buyse G VC.141:108-116. 182 Fowler C: Intravesical treatment of overactive bladder. 188 Kirk J.: L’impiego della tossina botulinica tipo a nel trattamento della dissinergia detrusore sfintere. 192 Jensen IN KG: Frequency of nightly wetting and the efficiency of alarm treatment on nocturnal enuresis.90 294–301. 113 . London. . et al: Predictors of response to desmopressin in children and adolescents with monosymptomatic nocturnal enuresis. V.35:357–363. Ambulatory Child Health 1997. Rittig. m 2. et a: Micturition habits and bladder capacity in normal children and in patients with desmopressin-resistant enuresis. urinary volumes and nitrite excretion. and Djurhuus. S. Scand J Urol Nephrol 2001. and m 3 muscarinic receptors in overactive bladder. Clin Pediatr (Phila) 1993:10–13. Scand J Urol Nephrol 1995.3:130–136. . 187 Rushton H: Older pharmacologic therapy for nocturnal enuresis [review].

35:40-43. Community Nurse 2000. Scand J Urol Nephrol 1996. G.195 Rogers J: Assessing and treating nocturnal enuresis in children. Koyuncuoglu HR. 198 Serel TA PH. 200 Ornitz EM. A. 199 Kegel A: Stress incontinence of urine in women: Physiologic treatment. et al: Prepulse inhibition of startle and the neurobiology of primary nocturnal enuresis.45. 197 Glazener CM EJ: Alarm interventions for nocturnal enuresis in children [cochrane review]. . Hanna. Journal of the International College of Surgeons 1956. T. 114 . L. Scand J Urol Nephrol 2001. et al. Biol Psychiatr 1999.183:59–60.6:13–14. Russell. . 196 Hansen AF JT: Alarm treatment: Influence on functional bladder capacity..: Acupuncture therapy in the management of persistent primary nocturnal enuresis: Preliminary results. .25:487-499. . Cochrane Database Syst Rev 2001.