Απευθυνόμενοι προς τους διανοουμένους ορθοδόξους "Ελληνας, έχομεν

ύπ' όψιν εκείνους έξ αυτών, οίτινες δέν έπαυσαν νά πιστεύωσιν εις τά
ιδεώδη της θρησκείας καί της Πατρίδος. Σούτους προτιθέμεθα νά
διαφωτίσωμεν περί της σπουδαίας σημασίας, ην ενέχει τό ζήτημα τού
Εκκλησιαστικού ήμεολογίου διά τήν όρθοδοξίαν καί τήν Έθνικήν
ιδεολογίαν. "Εκαστον "Εθνος έχει καί ίδιον τρόπον του σκέπτεσθαι, τού
αισθάνεσθαι καί τού ένεργείν καί ούτω δημιουργείται κατά γενικόν
κανόνα τό διασκεπτικόν, τό θυμικόν καί τό βουλητικόν εκάστου έθνους.
Προς δημιουργίαν δέ τών τριών τούτων δυνάμεων τών εθνών, ήτοι της
σκέψεως, τής συναισθήσεως καί της βουλήσεως, συντελούν λόγοι
κλιματολογικοί,

κληρονομικοί,

ιστορικοί,

παιδαγωγικοί.

Διό καί έκαστον "Εθνος αναλόγως τού κλίματος τής γενεαλογίας, τής
ίστορίας καί τής παιδαγωγικής του, άνάλογον δημιουργεί θέσιν εν τή
εθνική σταδιοδρομία αυτού. "Εκαστον δέ "Εθνος σταδιεύον τόν δίαυλον
τής εθνικής ζωής, αναλόγως τών εμφύτων καί επίκτητων προσόντων καί
ιδιοτήτων του, άναλογον δημιουργεί καί τόν ίδιον πολιτισμόν. Καί ούτω
έχομεν τους διαφόρους πολιτισμούς τών Εθνών, ους δυνάμεθα κατά τους
θεμελιώδεις χαρακτήρας αυτών νά συμπτύξωμεν εις δύο· τόν Άνατολικόν
καί τόν Δυτικόν πολιτισμόν. Καί τόν μέν Άνατολικόν πολιτισμόν
έδημιούργησαν τά "Εθνη τής Ανατολής, τόν δέ Δυτικόν τά "Εθνη τής
Δύσεως. Σήν συνισταμένην τού μέν Ανατολικού πολιτισμού άπετέλεσεν ή
Ελληνική διάνοια καί ιδεολογία, τού δέ Δυτικού ή Ρωμαϊκή διάνοια καί
νομολογία.
Ό Ανατολικός πολιτισμός, λόγω τής ευκρασίας τού κλίματος, τής
πατριαρχικής γενεαλογίας καί τής ιστορικής καταγωγής, ως βάσιν έχει
τήν ήθικήν ιδέαν τού άτομου καί τής οικογενείας καί τήν προσέγγισιν τού
ανθρωπίνου προς τό θείον. Ένώ ό Δυτικός λόγω τής δυσκρατίας τού
κλίματος, τής φεουδαρχικής γενεαλογίας καί τής ιστορικής μεγαλομανίας
του, ως βάσιν έχει τήν πολιτικήν ιδέαν τού άτομου, τήν Κρατικήν
δεσποτείαν καί τήν προσαρμογήν τού θείου προς τό άνθρώπινον.

Σούτου ένεκα, ότε έλθόντος τού πληρώματος τού χρόνου, κατήλθεν ο
Χριστός εις τόν κόσμον, ή Ανατολή έχρησίμευσεν ώς τόπος τής Γεννήσεως
Αυτού, ώς έχουσα πλησιεστέραν τήν συγγένειαν προς τό θείον, προς ό
ήλθεν ο Χριστός νά συμφιλίωση καί νά προσάρμοση τό άνθρώπινον, έφ' ώ
Θεός ων καί άνθρωπίνην προσέλαβε μοφήν καί ύπόστασιν. Ούτω ή
θρησκεία τού Χριστού σκοπόν έχουσα νά αναβίβαση τόν άνθρωπον εκ τής
γής προς τόν Ούρανόν καί νά συμφιλίωση αυτόν μέ τόν Θεόν καί
άπαλλάττουσα τού τυραννικού ζυγού τής αμαρτίας καί τού κακού, νά
άνυψώση αυτόν εις τάς ιδεώδεις σφαίρας τής αθανασίας καί τού αγαθού,
ένεκολπώθη τόν Άνατολικόν καί δή τόν Έλληνικόν πολιτισμόν, όστις
υπέρ

πάντα

άλλον

έφθασε

πλησιέστερον

προς

τόν

Θεόν.

Διό καί ή θεία Πρόνοια, ήτις πόρρωθεν προκαταβάλλει τάς άφορμάς τών
μεγάλων κοσμοϊστορικών γεγονότων, πρίν ή κατέλθη ό Χριστός εις τόν
κόσμον, προελείανε τό έδαφος τής υποδοχής Αυτού διά τής έπικρατήσεως
εν τή Ανατολή, ένθα έμελλε νά γεννηθή διά τής Ελληνικής γλώττης καί
τού Ελληνικού πολιτισμού όν έσπειρε κατά τήν προσφυά έκφρασιν τού
Πλουτάρχου, καθ' άπασαν τήν έώαν ό δορυκτήτωρ Μέγας Αλέξανδρος.
"Οντως μόνον ή λιγυρά καί εύστροφος Ελληνική διάλεκτος καί ή εμβριθής
καί φιλοσοφική διάνοια τού "Ελληνος καί ή εύπτερος καί μεγαλόπνους
ελληνική φαντασία, ήδύνατο νά άντιληφθή πληρέστερον τό θείον καί
ιδεώδες πνεύμα τής Χριστιανίκης θρησκείας καί νά διατύπωση τά
ύπερφυή καί θεσπέσια Δόγματα καί τάς μυστηριώδεις αυτής διδασκαλίας.
Καθ' όσον ό κόσμος κατά τήν έποχήν τής γεννήσεως τού Χριστού έκυλίετο
εις τόν βόρβορον τών παθών καί τής άκολαοίας καί αν ούτος υπό τήν
έπήρειαν τών ακολάστων καί έγωϊστικών παθών δέν έξωμοιώθη τελείως
προς τήν τάξιν τών αλόγων κτηνών, τούτο οφείλεται εις τόν Έλληνικόν
πολιτισμόν, όστις οσάκις ή ανθρωπότητα εκινδύνευε νά άποκτηνωθή καί
άποθηριωθή, συνεκράτει αυτήν εις τά όρια τού ανθρωπισμού καί τού
ιδεαλισμού διά μιας ενέσεως καί ενός εμβολιασμού τού ιδεώδους
Ελληνικού ορρού. Σούτου ένεκα ό Χριστιανισμός ώς θείος εμβολιασμός
τής ανθρωπίνου ψυχής, ίνα μεταγγισθή καί επικρατήση εις αυτήν, έπρεπε
νά εύρη ου μόνον πρόσφορον έδαφος, άλλα καί τά κατάλληλα όργανα καί
μέσα προς μετάγγισιν αυτού εις πάντα τά "Εθνη, τά καθήμενα εν χώρα
καί σκιά θανάτου. Καί ώς τοιαύτα έχρησίμευσαν ή Ελληνική γλώσσα καί
Ελληνική διάνοια. Διό καί ότε προσήλθον εις τόν Χριστόν οί πρώτοι
"Ελληνες έν Ιερουσαλήμ, άνεφώνησεν ό Κύριος «νύν έδοξάσθη ό υίός τού
άνθρωπου», προσημαίνων τήν διά τού Ελληνικού πνεύματος καί τής

λιγυράς καί ήδυφθόγγου Ελληνικής γλώσσης, άνάπτυξιν καί διάδοσιν τής
χριστιανικής θρησκείας καί τήν θαυματουργικήν έπικράτησιν αυτής άνά
τά πέρατα τής γής. Ούτω ό Χριστιανισμός διατυπωθείς διά τής αθανάτου
καί λιγυράς Ελληνικής γλώττης καί αναπτυχθείς διά τού φιλοσοφικού
ιδεώδους τού ελληνικού πνεύματος, προσηρμόσθη τόσον μετ' αυτού καί
έξοικειώθη, ώστε απετέλεσαν ένα ιδιάζοντα τύπον πολιτισμού, τόν
Έλληνοχριστιανικόν λεγόμενον πολιτισμόν, έξ ου έξεμαιεύθη καί
έκυοφορήθη

ή

μεγάλη

Ελληνική

Βυζαντινή

Αυτοκρατορία.

Ό

Χριστιανισμός ενώ εις τήν Άνατολήν εύρεν οικείον καί φιλικόν τό έδαφος,
διότι έπεκράτει έν αύτη τό συγγενές προς τό θείον έλληνικόν πνεύμα, εις
τήν Δύσιν τουναντίον εύρε τό έδαφος ού μόνον δυσμενές, άλλα καί
πολέμιον. Είναι γνωστοί έκ τής Έκκλησιαστικής ιστορίας οί διωγμοί, ούς
ήγειραν κατά τού Χριστιανισμού οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες έν τή Δύσει καί
έν αύτη ακόμη τή Ανατολή, άλλα καί ή έπαίσχυντος ήττα, ην υπέστησαν
ούτοι ύπό τής θείας δυνάμεως αυτού καί ην ώμολόγησεν ό τελευταίος
διώκτης αυτού ό Ιουλιανός ό Παραβάτης άναφωνήσας όταν εδέχθη τό
πάρθιον βέλος εις τήν καρδίαν «νενίκηκάς με Ναζωραίε». Καί όταν
επεκράτησε διά τής θείας δυνάμεως του έν τή Δύσει ό Χριστιανισμός,
άνελθών εις τους θρόνους τών Καισάρων καί περιβληθείς τήν άλουργή
πορφύραν τών Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, δέν κατώρθωσε νά διαπεράση
τήν τετανώδη ψυχήν τής δύσεως καί νά μεταγγίση εις τους κόλπους αυτής
τόν χυμόν τής θείας ιδιότητος αυτού, όπως εις τήν ψυχήν τής Ανατολής.
Διό καί ή Δύσις αντελήφθη ώς Εκκλησία βεβαίως καί όχι ώς άτομον,
άντελήφθη τόν χριστιανισμόν μάλλον ύπό τήν παιδαγωγικήν καί
νομοκρατικήν αυτού ιδιότητα, παρά ύπό τήν θείαν καί έξαγιαστικήν
αυτού δύναμιν καί άποστολήν. Σούτου ένεκα εις τήν Δύσιν, ό ανώτατος
θρησκευτικός Αρχηγός καί Ποντίφηξ τής Καθολικής εκκλησίας ό Πάπας,
ήτο καί Αρχηγός τής Πολιτείας καί διεχειρίζετο άπολυταρχικώς τήν τε
θρησκευτικήν καί τήν πολιτικήν έξουσίαν. Ένώ εις τήν Άνατολήν ένθα
έπεκράτησεν ή θεία καί ηθική ιδιότης τής χριστιανικής θρησκείας, ό
Αρχηγός τής Εκκλησίας είχε καθαρώς πνευματικήν καί ήθικήν έξουσίαν
ακολουθών τό Εύαγγελικόν παράγγελμα· «'Απόδοτε τά τού Καίσαρος τω
Καίσαρι καί τά τού Θεού τω Θεώ». (Ματθ. 22 21). Εις τήν βασικήν ταύτην
διαφοράν

τής

αντιλήψεως

τής

χριστιανικής

θρησκείας

ύπό

τής

Ανατολικής καί τής Δυτικής Εκκλησίας, οφείλεται ή έπικράτησις εις
ταύτην μέν τού πνεύματος τής αίρέσεως καί τής κακοδοξίας, εις έκείνην
δέ τού πνεύματος τής συντηρητικότητος καί τής ορθοδοξίας. "Ωστε ή

αίρεσις καί ή κακοδοξία έν τή Δυτική Εκκλησία ώς αρχήν καί πηγήν έχει
τήν ιδιάζουσαν άντίληψιν αυτής περί τού Χριστιανισμού ώς θρησκείας
προωρισμένης νά συμμορφώση τάς ιδέας τού θείου προς τάς ιδέας τού
ανθρωπίνου περιεχομένου αυτής καί νά ύποτάξη αύταρχικώς τάς
ανθρωπίνους ψυχάς καί τά σώματα ύπό τήν άπολυταρχικήν κυριαρχίαν
τού ανωτάτου Ποντίφικος τής Εκκλησίας καί τού ανωτάτου "Αρχοντος τής
Πολιτείας τού Πάπα. Ένώ ή συντηρητικότης καί ή ορθοδοξία έν τή
Ανατολική Εκκλησία ώς αρχήν καί βάσιν έχει νά προσαρμόση τάς ιδέας
τού άνθρωπου προς τάς ιδέας τού Θεού, καί νά ύποτάξη έκουσίως καί
ελευθέρως τήν άνθρωπίνην ψυχήν καί τό σώμα ύπό τήν κυριαρχίαν τού
θείου καί ύπερκοσμίου πνεύματος τού Χριστού. Εντεύθεν συμβαίνει εις
μέν τήν Δυτικήν Έκκλησίαν τό Έκκλησιαστικόν πολίτευμα νά ή
άπολυταρχικόν καί Δεσποτικόν, εις δέ τήν 'Ανατολικήν Έκκλησίαν
φιλελεύθερον καί ΢υνταγματικόν. "Ωστε ό λόγος τής συντηρητικότητος
καί τής ορθοδοξίας τής 'Ανατολικής Εκκλησίας, άφ' ενός καί τής αιρέσεως
καί τής κακοδοξίας τής Δυτικής Εκκλησίας, άφ' ετέρου, ό απορρέων κατ'
αρχήν

έξ

αυτής

τής

διαφόρου

άντιλήψεως

τού

πνεύματος

τού

Χριστιανισμού ύφ' έκατέρας τών Έκκλησιών, κέκτηται πολύ μεγάλην
σημασίαν καί σπουδαιότητα καθ' όσον έκ τής υπεροχής ταύτης ή εκείνης
τής απόψεως εξαρτάται ή έπικράτησις τής θείας, ή τής άνθρωπίνου
ιδιότητος τής χριστιανικής θρησκείας έν τω κόσμω. Σούτου ένεκα ή μέν
εκκλησία

τής

Δύσεως

προσπαθεί

πάντοτε

νά

προσαρμόζη

τάς

θρησκευτικάς διατάξεις καί τάς εκκλησιαστικάς παραδόσεις, εις ας
άπεκρυσταλλώθη τό ακραιφνώς όρθόδοξον καί θείον πνεύμα τής
Χριστιανικής θρησκείας. Ούτος είναι καί ό λόγος δι' δν ή μέν Εκκλησία τής
Δύσεως θεωρείται καί λέγεται προοδευτική, ή δέ εκκλησία τής Ανατολής
συντηρητική καί εφεκτική.
Βεβαίως άπό απόψεως κοινωνικής κρίνοντες τήν θρησκείαν έχει δίκαιον
νά χαρακτηρίζη έκείνην μεν ως προοδευτικήν καί συγχρονισμένην,
ταύτην δε ως συντηρητικήν καί άσυγχρόνιστον. 'Αλλ' όταν τις Λάβη ύπ'
όψιν τήν θείαν υπόστασιν καί ιδιότητα τής χριστιανικής θρησκείας, τήν
μή έπιδεχομένην καμμίαν έξέλιξιν ώς φέρουσαν τήν σφραγίδα τής θείας
τελειότητας, απαλλάσσει τότε τήν όρθόδοξον Άνατολικήν Έκκλησίαν τής
αδίκου μομφής τής στασιμότητος καί αποδίδει εις Αυτήν τόν τίτλον τής
θείας Άποστολικότητος. Διότι όσον μία Χριστιανική Εκκλησία προσεγγίζει
προς

τήν

αρχαιότητα

καί

Άποστολικότητα,

τόσον

ευρίσκεται

πλησιέστερον προς τήν θείαν αυτής άλήθειαν, ήτις αποτελεί τήν ακριβή

στάθμην καί τήν λυδίαν λίθον τής ορθοδοξίας Αυτής. Σούτου οϋτως
έχοντος άπό θρησκευτικής απόψεως προοδευτικοί πρέπει νά λογιζώμεθα
ήμείς οι ορθόδοξοι, οίτινες εμμένοντες πιστοί προς τάς αρχαίας
Άποστολικάς καί ΢υνοδικάς Διατάξεις καί τάς σεπτάς εκκλησιαστικός
παραδόσεις, ευρισκόμεθα έγγύτερον προς τήν θείαν άλήθειαν τής
θρησκείας, ή οί Δυτικοί οίτινες άκολουθούντες τήν προοδευτικήν έξέλιξιν
άπεμακρύνθησαν του θείου πνεύματος του χριστιανισμού, εισαγαγόντες
νέα ανθρώπινα Δόγματα, ώς τό άλάθητον τού πάπα καί τήν άσπιλον
σύλληψιν τής Αγίας ΄Αννης κατά τήν γέννησιν τής Θεοτόκου καί νέας
ανθρωπίνους παραδόσεις ώς τά άζυμα, τάς όστιας καί διαφόρους άλλας
καινοτομίας. Όθεν εκ τής έπικρατήσεως έν τω χριστιανικώ κόσμω τής
ορθοδόξου Ανατολικής εκκλησίας ή τής Δυτικής τής κακοδόξου καί
Αιρετικής, θά έξαρτηθή ή έπικράτησις ή του θείου καί ύπερκοσμίου ή του
ανθρωπίνου καί κοσμικού περιεχομένου τής χριστιανικής θρησκείας. Σό
μέν πρώτον εγγυάται ή συντηρητικότης καί τό ακραιφνώς όρθόδοξον καί
θείον πνεύμα τής Ανατολικής Εκκλησίας, τό δέ δεύτερον προμνηστεύεται
τό συγχρονισμένον καί έξελικτικόν άλλ' αιρετικόν καί κακόδοξον πνεύμα
τής Δυτικής Εκκλησίας. Κατά ταύτα καί οι διανοούμενοι "Ελληνες δέν
πρέπει νά θεωρηθώσι καί έκλαμβάνωσιν ώς οπισθοδρομικούς καί
άσυγχρονίστους τους Κληρικούς εκείνους εξ ημών, οίτινες έχονται
στερρώς τών έκκλησιαστικών παραδόσεων καί της ορθοδοξίας καί
τουναντίον ώς προοδευτικούς καί συγχρονισμένους εκείνους, οίτινες μή
πιστεύοντες κατά βάθος εις τήν θείαν ύπόστασιν τής Εκκλησίας καί μή
αισθανόμενοι ποσώς τόν άνώτερον παλμόν τής ορθοδοξίας, προσπαθούν
διά διαφόρων καινοτομιών νά συγχρονίσωσι καί νά προσαρμόσωσι τάς
θρησκευτικάς διατάξεις τής Εκκλησίας προς τάς προοδευτικάς δήθεν
αντιλήψεις τής κοινωνίας έπί μειώσει τού θείου κύρους τής ορθοδοξίας.
Διότι κατά τήν όρθήν άντίληψιν υπό έποψιν θρησκευτικήν προάγουσι τήν
Έκκλησίαν καί λέγονται προοδευτικοί, ουχί οί διά μιας καινότομίας υπό
τό πρόσχημα τής εξυπηρετήσεως τής κοινωνίας άπομακρυνόμενοι τής
αληθείας καί τής ορθοδοξίας, άλλ' οί έχόμενοι ταύτης στερρώς καί
προσαρμόζοντες τάς σκέψεις καί τάς ενεργείας αυτών προς τό όρθόδοξον
πνεύμα τών Αποστολικών καί ΢υνοδικών Διαταγών. Σό πνεύμα τής
θρησκείας καί τής ορθοδοξίας διετύπωσαν οί θείοι Απόστολοι εις τάς
Αποστολικάς αυτών διαταγάς καί ανέπτυξαν είτα οί "Αγιοι Θεοφόροι
Πατέρες καί άπεκρυστάλλωσεν τό ακραιφνές πνεύμα τής ορθοδοξίας διά
Δογματικών ΢υμβόλων καί τών θείων καί ίερών κανόνων, ους έθέσπισαν

εις διαφόρους ΢υνόδους Σοπικάς καί Οικουμενικός, καταθωρακίσαντες
τήν άπαραμείωτον τήρησιν τούτων δι' άρών. αναθεμάτων καί αφορισμών.
Οί θεόπνευστοι Απόστολοι καί οί

πνευματέμφοροι Πατέρες τής

Εκκλησίας άπηγόρευσαν έπί ποινή αφορισμού καί άναθέματος πάσαν
άλλοίωσιν καί τροποποίησιν τών Δογματικών καί λειτουργικών τής
Εκκλησίας παραδόσεων, διότι αύται ώς έμπνευσθείσαι υπό τού 'Αγίου
Πνεύματος είναι θείαι καί τέλειαι καί επομένως ανεπίδεκτοι οιασδήποτε
μεταβολής καί τροποποιήσεως υπό τού ανθρωπίνου πνεύματος. Καί
τούτο, διότι πάσα άλλοίωσις καί τροποποίησις ύπό τού ανθρωπίνου
πνεύματος είς τά κατά θείαν έμπνευσιν θεσπιθέντα καί νομοθετηθέντα
ύπό τών αγίων καί θεοφόρων πατέρων εις τάς 7 Οικουμενικάς ΢υνόδους,
αποβαίνει πάντοτε προς μείωσιν του θείου κύρους τής θρησκείας, καθ'
όσον δέν δύναται ποτέ τό άνθρώπινον πνεύμα νά επινόηση τι τελειότερον
εκείνου όπερ έθεσπίσθη καί ένομοθετήθη κατ έμπνευσιν τού παναγίου
πνεύματος.
Διό καί ή Ζη 'Αγία καί Οικουμενική ΢ύνοδος, ιδού πώς θωρακίζει τάς
εκκλησιαστικάς παραδόσεις.«Μή καινοτομίαν καί άφαίρεσιν ποιήσασθαι
τής ευσεβούς έν ύμίν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα έν τή
Καθολική Εκκλησία, ούτε προσθήκην, ούτε μείωσιν επιδέχεται. Μεγίστη
γάρ τόν προστιθέντα καί τόν άφαιρούντα τιμωρία δεσμοί. Έπικατάρατος
γάρ φησίν, ός μετατίθησιν όρια πατέρων αυτού», καί άλλαχού, «ήμείς τους
θεσμούς

τών

Πατέρων

φυλάττομεν.

Ήμείς

τους

προστιθέντας

ή

άφαιρούντας εκ τής Καθολικής Εκκλησίας άναθεματίζομεν»· καί άλλαχού
ή αυτή ΢ύνοδος λέγει: «ήμείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι καί
παρά τού ενός πνεύματος λαβόντες χάριν άκαινοτομήτως καί άμειώτως
πάντα τά τής Εκκλησίας έφυλάξαμεν». (Ζη Οικουμενική Σύνοδος). "Οθεν
κατόπιν πάντων τούτων έρωτώμεν τους διανοουμένους "Ελληνας τους
πιστεύοντας καί σεβόμενους τάς σεπτάς παραδόσεις τής ορθοδόξου
Εκκλησίας, ποιοί εκ τών Κληρικών είναι πιστοί καί προοδευτικοί εκείνοι,
οίτινες

προσπαθούσι

παραδόσεις

καί

νά

νά

ύποκαταστήσωσι

προσαρμόσωσι

ταύτας

τάς

εκκλησιαστικός

προς

τάς

εκάστοτε

μεταβαλλόμενος κοινωνικάς αντιλήψεις έπί ζημία τής θεοπνευστίας καί
τής θείας αυθεντίας αυτών, ή εκείνοι οίτινες σέβονται ταύτας ώς
θεοπνεύστους καί διατηρούσιν άκαινοτομήτους καί άπαραμειώτους, ίνα
μή θίξωσι τήν θείαν αύθεντίαν αυτών;.....
Διό καί οι ίεράρχαι εκείνοι καί πατριάρχαι ακόμη, οίτινες έκ πόθου
ηθέλησαν νά προσεγγίσωσι τήν ορθόδοξον Άνατολικήν Έκκλησίαν προς

τήν Αίρετικήν καί κακόδοξον Δυτικήν, άπεμπολούσι τάς ορθοδόξους
παραδόσεις φορώνται ού μόνον ώς μή έχοντες όρθόδοξον συνείδησιν,
άλλα καί ώς μή αισθανόμενοι τόν άνώτερον παλμόν τού Ελληνικού
πολιτισμού, όστις πάλλει, εις τήν καρδίαν τής ορθοδοξίας. Κατά ταύτα
πάς, όστις προδίδει τήν όρθοδοξίαν, προδίδει καί τήν έθνικήν ιδεολογίαν.
΢υνεπώς καί ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όστις ελαφρά τή
συνειδήσει εισήγαγεν έν τή Όρθοδόξω θεία λατρεία τής Αύτοκεφάλου
Ελληνικής Εκκλησίας τό Γρηγοριανόν έορτολόγιον, όπερ έχαρακτήρισαν
πανορθόδοξοι ΢ύνοδοι ώς μίαν καινοτομίαν τής Πρεσβυτέρας Ρώμης, ως
παγκόσμιον σκάνδαλον καί ώς αύθαίρετον καταπάτησιν τών θείων καί
ίερών Κανόνων καί τών ορθοδόξων εκκλησιαστικών παραδόσεων, ίνα
προσεγγίση τήν όρθόδοξον Άνατολικήν Έκκλησίαν προς τήν Αίρετικήν
καί κακόδοξον Δυτικήν Έκκλησίαν, δικαίως αποκαλείται άπεμπολητής ού
μόνον τής Όρθοδοξίας άλλα καί τής εθνικής ημών ιδεολογίας, τής
συνυφασμένης μετά τής ιδέας τής Όρθοδοξίας. Ποσάκις όντως έπί
Βυζαντινής εποχής, ώς καί κατά τόν χρόνον τής στυγερός καί άτεράμνου
Σουρκικής δουλείας, ή Καθολική Έκκλησία τής Δύσεως διά τών πολιτικών
οργάνων Αυτής, δέν έπεβουλεύθη τήν έθνικήν ημών ιδεολογίαν καί
κληρονομίαν καί δέν ήγειρεν ολόκληρους ΢ταυροφορίας, δι' ων κατέλαβε
καί αυτήν ακόμη τήν βασιλίδα τών πόλεων, τό εύριζον τούτο έθνικόν
άγαλίαμα καί κατεσπίλωσε τήν άγνήν καί άμωμον Ιδέαν τής όρθοδοξίας
ύπ' αυτούς τους ούρανίους θόλους τού πανσέπτου ναού τής Αγίας
΢οφίας;
Κατόπιν πάντων τούτων έρωτώμεν τους λογίους καί διανοουμένους
όρθοδόξους "Ελληνας· ποιοι εξυπηρετούν τήν έθνικήν ενότητα καί
ιδεολογίαν, οι Ιεράρχαι εκείνοι, οίτινες διά τού Παπικού εορτολογίου, ού
μόνον διέσπασαν τήν καθόλου ενότητα τών Όρθοδόξων Εκκλησιών, άλλα
καί διήρεσαν τους ορθοδόξους χριστιανούς εις δύο ημερολογιακός
μερίδας, ή ήμείς οίτινες προσπαθούμεν νά άρωμεν τό αίτιον τής
διαιρέσεως διά τής επαναφοράς τού πατρίου καί ορθοδόξου εορτολογίου
καί προς άναστήλωσιν τού ορθοδόξου χριστεπωνύμου πληρώματος τής
Ελληνικής Εκκλησίας; 'Άς μή παρασύρωνται οί διανοούμενοι καί λόγιοι
"Ελληνες

άπό

τάς

ψευδείς

καί

ασυνείδητους

διακηρύσεις

του

Μακαριωτάτου, ότι τό Έκκλησιαστικόν ήμερολόγιον δέν έχει καμμίαν
σχέσιν μέ τήν όρθοδοξίαν καί τήν έθνικήν ιδεολογίαν, διότι ό ίδιος, ώς
θεολόγος καί ιστορικός ώμολόγησεν ότι τούτο έχει τόσω σοβαράν
έκκλησιαστικήν σημασίαν, ώστε ή μονομερής τούτου μεταβολή αποτελεί

λόγον Έκκλησιαστικού ΢χίσματος καί ζημιοί σπουδαίως καί τά Εθνικά
συμφέροντα. Καί προς περισσοτέραν πίστωσιν τών λεγομένων ύφ' ημών
παραθέτομεν τήν γνωμοδότησιν τής προς μελέτην τού Εκκλησιαστικού
ημερολογίου διορισθείσης ειδικής Επιτροπής, ης Μέλος ετύγχανε καί ό
τότε θεολόγος Καθηγητής τού Εθνικού Πανεπιστημίου, καί νύν
Μακαριώτατος

Αρχιεπίσκοπος

Αθηνών

κ.

Χρυσόστομος

Παπαδόπουλος. «Λαβόντες ύπ' όψιν, ότι ή Εκκλησία τής Έλλάδος ώς καί αί
λοιπαί ορθόδοξοι Αυτοκέφαλοι Έκκλησίαι, αν καί ανεξάρτητοι εσωτερικώς
είναι όμως στενώς συνδεδεμένοι προς άλλήλας καί ηνωμέναι διά τής Αρχής
τής πνευματικής ενότητας τής Εκκλησίας, άποτελούσαι μίαν καί μόνην τήν
όρθόδοξον Έκκλησίαν καί συνεπώς ουδεμία τούτων δύναται νά χωρισθή τών
λοιπών καί άποδεχθή νέον ήμερολόγιον χωρίς νά καταστή Σχισματική
απέναντι τών άλλων. "Οθεν καί ή Εκκλησία τής Έλλάδος, όπως μετάβάλη
τό Έκκλησιαστικόν ήμερολόγιον είναι άπαραίτητον καί οφείλει, ίνα μή
άποσχισθή τών λοιπών όρθοδόξων Εκκλησιών καί τούθ' όπερ ού μόνον τήν
ενότητα καί άρμονίαν τής ορθοδόξου Εκκλησίας θέλει καταστρέψει καί τήν
δύναμιν αυτής μειώσει, άλλα καί άπό Εθνικής απόψεως είναι άσύμφορον καί
έπιζήμιον». ΢υνεπεία δέ τής γνωμοδοτήσεως ταύτης εξεδόθη καί έπί
Βασιλέως Γεωργίου τού Βου καί τό Βασιλικόν Διάταγμα τής 18ης
Ιανουαρίου 1923, δι' ου αναγνωρίζεται μέν τό νέον ήμερολόγιον διά τήν
Πολιτείαν, άλλα διά τήν Έκκλησίαν αναγνωρίζεται τό ανέκαθεν
καθιερωμένον Ίουλιανόν ήμερολόγιον.
Σούτων, ούτως εχόντων επαφίεται είς τήν εύθυδικίαν των λογίων καί
διανοουμένων Ελλήνων νά κρίνωσι, άφ' ενός μέν τήν στάσιν καί τήν
πολιτείαν τού Μακαριωτάτου, όστις άνευ ουδεμιάς σπουδαίας ανάγκης
καί σοβαρού έκκλησιαστικού καί εθνικού λόγου εισήγαγε τό παπικόν
έορτολόγιον έν τή Εκκλησία προς σκανδαλισμόν καί διαίρεσιν τών
Όρθοδόξων Ελλήνων, άνοίξας ούτω μίαν πυορροούσαν πληγήν εις τήν
καρδίαν τής Ελληνικής Έκκλησίας καί άφ' έτερου τήν στάσιν καί τήν
πολιτείαν ημών, οίτινες άγωνιζόμεθα, ϊνα άρωμεν τό αίτιον τού
σκανδάλου καί τής διαιρέσεως, έπαναφέροντες τό όρθόδοξον έορτολόγιον
προς άναστήλωσιν τής όρθοδοξίας καί ένωσιν παντός τού ορθοδόξου
Χριστεπωνύμου πληρώματος τής Εκκλησίας.
Έν εϊδει επιλόγου προβάλλομεν εις τόν Μακαριώτατον Άρχιεπίσκοπον τά
έξης ερωτήματα:

Α) Διατί αί μετά την πρώτην Οικουμενικήν ΢ύνοδον τήν καθορίσασαν τήν
έορτήν του Πάσχα τήν πρώτην Κυριακήν μετά τήν έαρινήν πανσέληνον,
ληφθείσης ώς βάσεως της ισημερίας του Ιουλιανού ημερολογίου, αί λοιπαί
εξ Οικουμενικαί ΢ύνοδοι δέν προέβησαν εις τήν διόρθωσιν δήθεν τού
λάθους τού Ιουλιανού ημερολογίου μολονότι οί Πατέρες έγίνωσκον τήν
πλημέλειαν τούτου;

Β) Διατί καί μετά ταύτα, όταν ό Πάπας έπειράθη νά έπιβάλη τό
Γρηγοριανόν ήμερολόγιον καί εις τήν Όρθόδοξον Έκκλησίαν, αϊ
πανορθόδοξοι ΢ύνοδοι αί συνελθούσαι έν Κων/πόλει (1583, 1587, 1593) έπί
Οικουμενικού Πατριαρχάρχου Ιερεμίου τού Β’ κατεδίκασαν αυτό,
χαρακτηρίσασαι ώς μίαν καινοτομίαν της πρεσβυτέρας Ρώμης ώς
παγκόσμιον σκάνδαλον καί ώς αύθαίρετον καταπάτησιν των θείων καί
ιερών Κανόνων; (Ιστορία Μελετίου 16ου αιώνος. Σόμ. 3, σ. 402, παρ. 9),
(Έκκλ. Ίστορ. Φιλ. Βαφειάδου 1453-1908 τόμ. Γ’ σελ. 124-125), (Σόμος
αγάπης Δοσιθέου σελ. 538), (Κανονικαί Διατάξεις Μ. Χαρτ. Μ. Γεδεών,
σελ. 34), (Ιστορία περί Ιεροσολύμων Χρυσ. Παπαδοπούλου τού νύν
Αρχιεπισκόπου τού Μακαριωτάτου περί ημερολογίου «Έκκλησ. Κήρυξ
Αθηνών» έτος Η’ σελίδες 129, 134, 135, 173, 175, 189, 190, 230), (Πραγματεία
Αρχιεπισκόπου Αθηνών περί της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας Μεγάλης
Έλλην. Έγκυκλοπ. Μακρή τόμ. Γ’ σελ. 562).

Γ) Διατί o αυτός Μακαριώτατος απεφάνθη ώς θεολόγος καί ιστορικός εις
τήν έκθεσιν της προς μελέτην τού ημερολογιακού ζητήματος
καταρτισθείσης ύπό τού υπουργείου τών Θρησκευμάτων επιτροπής, ότι ή
μονομερής άποδοχή νέου ημερολογίου ύπό της Εκκλησίας τής Ελλάδος
αποτελεί λόγον ΢χίσματος καί ζημιοϊ σπουδαίως καί τά εθνικά
συμφέροντα;

Δ) Διατί έπί Οικ. Πατριάρχου Ιωακείμ τού Γ’ άπασαι αί ορθόδοξοι
Έκκλησίαι απέκρουσαν τό Γρηγοριανόν ήμερολόγιον ώς άντορθόδοξον
και αντίκανονικόν πρωτοστατούντος του Οικουμενικού Πατριαρχείου;

Ε) Διατί ό Αρχιεπίσκοπος εις την έορτήν του Πάσχα έρχεται μαζί μας να
έορτάση και περιμένει ημάς δύο Κυριακάς, ίνα άνοίξη μαζί μας το
Σριώδιον και δεν ξεύρει ποιον Εύαγγέλιον και ποιον Άπόστολον να
ανάγνωση κατά τάς δύο ταύτας Κυριακάς, διότι δεν προβλέπει περί
τούτων ό Πασχάλιος Κανών;
΢Σ) Διατί ό Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος απέκρυψε από την ΢ύνοδον
της Ιεραρχίας την διαμαρτυρίαν, ην άπηύθυνεν εις Αυτόν ως έμπνευστήν
και πρωτεργάτην της ημερολογιακής καινοτομίας, ό αείμνηστος
Πατριάρχης ‘Αλεξαν)ρείας Φώτιος, χαρακτηρίσας αυτήν ως Δογματικώς
και Κανονικώς άποκρουστέαν και άπόβλητον;

Ζ) Διατί και με ποιον δικαίωμα ό Μακαριώτατος προέβη εις την
έξαφάνισιν της νηστείας των Αγίων Άποστόλων, τούθ’ όπερ γίνεται όταν
το Πάσχα κατά το νέον ήμερολόγιον συμπίπτη κατά Μάϊον όπως εφέτος;

Η) Διατί ό Μακαριώτατος και οι οπαδοί του έχωρίσθησαν, παρά την ρητήν
άπαγόρευσιν των θείων και ιερών Κανόνων (56ος της 6ης Οικ., 19ος της
έν Γάγγρα και 17ος της έν Λαοδικεία) διά της αποδοχής του νέου
ήμερολογίου άπό τους Όρθοδόξους και συνεορτάζουσι μετά των
έτεροδόξων τάς έορτάς του Αγίου Δωδεκαημέρου και πάσας τάς
ακίνητους τοιαύτας των Αγίων Άποστόλων και της Θεομήτορος;

Θ) Διατί παρέβη ό Μακαριώτατος Αποστολικός και ΢υνοδικός Διατάξεις,
έπενεγκών διά του νέου ημερολογίου μίαν σύγχυσιν εις τον ύπό του
Πασχαλίου Κανόνος καθορισθέντα ένιαύσιον Κύκλον των Κυριακών,
ούτως ώστε να άγνοή ό ιερεύς όποιον Εύαγγέλιον να ανάγνωση κατά τάς
Κυριακάς αϊτινες άφηρέθησαν διά του νέου ημερολογίου μέχρι της
ανοίξεως του Σριωδίου, να διαγραφή εκκλησιαστικός ακολουθίας και
άλλας να άναβάλη;

Ι) Διατί ό Μακαριώτατος να μη δείξη μίαν άλληλεγγύην, ένα σεβασμόν
προς την γνώμην των λοιπών ορθοδόξων Εκκλησιών και δή των κατ’
Άνατολάς Πατριαρχών και έξαιρέτως του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων,
όπερ άπεξένωσε τόσων νεοημερολογιτών προσκυνητών κατά τάς Αγίας

ημέρας των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, καθ’ ας έβαπτίζοντο οί
προσκυνηταί μετά του Σιμίου ΢ταυρού εις τον Ίορδάνην ποταμόν;

ΙΑ) Διατί ό Μακαριώτατος περιεφρόνησε την άπόφασιν της Ιεραρχίας,
όπως θέση εις έφαρμογήν το νέον ήμερολόγιον, αφού συνεννοηθή
πρώτον μετά των λοιπών Όρθοδόξων Εκκλησιών και έν έτος άργότερον
άπό της λήψεως της αποφάσεως προς διαφώτισιν και προπαρασκευήν του
Όρθοδόξου Ελληνικού λαού;

ΙΒ) Και τελευταϊον διατί ό Μακαριώτατος δεν έσεβάσθη την ύπό την
προεδρίαν Αυτού ληφθεϊσαν άπόφασιν της ΢υνόδου της Ιεραρχίας, ήτις
κατεδίκασέ την χρήσιν δύο ημερολογίων ύπό Κανονικών Ιερέων, ως
πλήττουσαν εις τά καίρια την θρησκευτικήν και έθνικήν ενότητα του
ορθοδόξου λαού άποφανθεϊσα περί τούτου ως εξής: «Ή παραδοχή δύο
τυχόν ημερολογίων έστω και αν το έν έξ αυτών θεωρηθή ήμερολόγιον
οικονομίας και ανοχής, αποτελεί πλήγμα καιριώτατον κατά της
θρησκευτικής και εθνικής ενότητας του λαού. Δεν είνε δυνατόν ή αυτή
εορτή να έορτάζηται δίς εντός δεκατριών ήμερων ύπό των αυτών
λειτουργών, έφ’ όσον ούτοι ως χριστιανοί και Μέλη της Ελληνικής
ορθοδόξου Εκκλησίας είναι υποχρεωμένοι να μετέχουν ψυχικώς άπαξ εις
τά της εορτής. Κατά δε την δευτέραν τυχόν επανάληψιν της αυτής εορτής
και πανηγύρεως θα έκινδύνευον να λαμβάνουν μέρος μηχανικώς άνευ
σεβασμού προς τά τελούμενα, άνευ εσωτερικού θρησκευτικού
ψυχισμού. (Βλέπε έγγραφον της τελευταίας ΢υνόδου της Ιεραρχίας προς
τον Πρόεδρον της τότε Κυβερνήσεως).

Ό πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος