Οι επτά Σαμουράι

(Shichinin no samurai)
Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa
Διεύθυνση φωτογραφίας: Asakazu Nakai
Σενάριο: Akira Kurosawa, Hideo Oguni
Μουσική: Fumio Hayasaka
Πρωταγωνιστούν: Takashi Shimura, Toshiro Mifune, Yoshio Inaba, Seiji Miyaguchi,
Minoru Chiaki
Διάρκεια: 190’
__________________________________________________________________
Επτά Σαμουράι για έναν... «Αυτοκράτορα»
Ο Kurosawa, έλεγε ότι ήταν η ταινία που αγαπούσε περισσότερο από οποιαδήποτε
άλλη είχε σκηνοθετήσει στην μακρόχρονη πορεία του στον κινηματογράφο: Οι
«Επτά Σαμουράι» γυρίστηκαν το 1954, όταν ο Ιάπωνας σκηνοθέτης ήταν
σαραντα τεσσάρων ετών. Είχε προηγηθεί η βράβευση του στο Φεστιβάλ της
Βενετίας το 1951 για την ταινία «Rashomon». Ο Kurosawa καταξιώθηκε ως
μεγάλος δημιουργός και απολάμβανε, όσο κανείς άλλος Ιάπωνας σκηνοθέτης, την
εκτίμηση του δυτικού κόσμου. Με το παρωνύμιο «ο αυτοκράτορας» (λόγω του
λυγερού παραστήματος του) και τη σιγουριά της επιτυχίας και της παγκόσμιας
αναγνώρισης, ο Kurosawa, έγραψε και σκηνοθέτησε το επικό δράμα «Οι Επτά
Σαμουράι», την παραγωγή του οποίου ανέλαβαν τα Toho Studios. Ήταν η πιο
ακριβή παραγωγή που είχε δει μέχρι τότε ο ασιατικός κινηματογράφος. Ο
Kurosawa γύρισε σχεδόν όλες τις σκηνές της ταινίας, η διάρκεια της οποίας
ξεπερνούσε τις τρείς ώρες, σε εξωτερικούς χώρους. Για την τελική σκηνή της
μάχης, χρησιμοποίησε τρεις κάμερες, έτσι ώστε η δράση να είναι συνεχής. Η
εταιρία προσπάθησε να τον πείσει να κάνει εσωτερικά γυρίσματα, για να μειωθεί
το κόστος, εκείνος όμως αρνήθηκε πεισματικά. Το αποτέλεσμα ήταν μία jidai-geki
(ταινία εποχής) απαράμιλλης αισθητικής και μεγάλης κινηματογραφικής αξίας. Η
ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα στο
Φεστιβάλ της Βενετίας.
«Βρείτε πεινασμένους Σαμουράι»
Όπως πολλές παραγωγές της περιόδου, η υπόθεση της ταινίας τοποθετήται στον
ταραγμένο 16ο αιώνα, όπου οι damyo (τοπικοί πολέμαρχοι) μάχονται μεταξύ τους
για την κυριαρχία της γης. Στο καθεστώς αυτό, του εμφυλίου πολέμου, έντονος
είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις κοινωνικές κάστες, κάτι που αποτελεί και
ένα από τα κεντρικά σημεία αναφοράς του σκηνοθέτη στους «Επτά Σαμουράι». Οι
συνθήκες που επικρατούν, ευνούουν την δράση παράνομων ομάδων που
λεηλατούν χωριά και σκορπούν το θάνατο στο διαβα τους. Μια τέτοια συμμορία
ληστών, απειλεί την ήρεμη ζωή ενός χωριού της Ιαπωνίας και οι κάτοικοι του,
πανικόβλητοι ζητούν την συμβουλή του γηραιότερου της κοινότητας. Ο σοφός
γέροντας τους συμβουλεύει να βρουν Σαμουράι για να προστατέψουν το χωριό.
Χωρίς χρήματα, παρά μόνο ρύζι, οι χωρικοί ταξιδεύουν στην πόλη και
αντιμετωπίζουν την απόρριψη από τους πρώτους πολεμιστές που συναντούν.
Τυχαία, γίνονται μάρτυρες της απαγωγής ενός μικρού κοριτσιού από έναν ληστή.
Ένας Σαμουράι, ο Καμπέι, κόβει τα μαλλιά του και μεταμφιέζεται σε κληρικό για
να ελευθερώσει το παιδί. Οι χωρικοί τον ακολουθούν και του ζητούν να αναλάβει
την προστασία του χωριού τους. Του εξηγούν ότι δεν διαθέτουν χρήματα αλλά
μπορούν να του παρέχουν μόνο τροφή. Με μοναδική αμοιβή του τρεις κούπες ρύζι
την ημέρα, ο Καμπέι δέχεται να προστατέψει το χωριό και μαζί με τον νεαρό
μαθητή του Κατσουχίρο, αναζητούν τα υπόλοιπα μέλη της επταμελούς ομάδας.
Σύντομα, δίπλα τους θα συνταχτούν ένας παλιός σύντροφος του Καμπέι, ο
Σιχιρόσι, ένας σοφός πολεμιστής, ο Γκορομπέι, ο εύθυμος Χειάκι και ο

δεξιοτέχνης ξιφομάχος, Κιούζο. Την θέση του έβδομου Σαμουράι, θα πάρει ένας
φλύαρος πολεμιστής, ο οποίος τους ακολουθεί με πείσμα μέχρι το χωριό. Όταν η
ομάδα φτάνει εκεί, οι χωρικοί κρύβονται στα σπίτια τους, φοβισμένοι. Με ένα
έξυπνο τέχνασμα, ο πολεμιστής, του οποίου δεν μαθαίνουμε ποτέ το πραγματικό
όνομα, καταφέρνει να τους συγκεντρώσει στην πλατεία του χωριού. Αμέσως,
κερδίζει την συμπάθεια και την αναγνώριση των άλλων Σαμουράι, που τον
καλοσωρίζουν στην ομάδα τους. Ο Καμπέι τον ονομάζει Κικουτζίρο και μαζί του
φροντίζει για την άμυνα και τον πολεμικό εξοπλισμό του χωριού. Σύντομα θα
έρθει η ώρα της τελικής αναμέτρησης.
__________________________________________________________________
Ξέρετε ότι…
Ο Seiji Miyaguchi, o ηθοποιός που υποδύθηκε τον δεξιοτέχνη ξιφομάχο Κιούζο, δεν
είχε πιάσει ποτέ σπαθί στη ζωή του; Χάρη στο μοντάζ και τις κατάλληλες γωνίες
λήψης των σκηνών, δόθηκε η εντύπωση ότι ο Miyaguchi ήταν… βιρτουόζος!
__________________________________________________________________
Πως γεννήθηκαν οι επτά Σαμουράι
Αρχική ιδέα του Kurosawa ήταν να γυρίσει μια ταινία για την ημέρα ενός
Σαμουράι, ξεκινώντας από το πρωί, όταν εκείνος ξυπνά στο κρεβάτι του. Το φιλμ
είχε σκοπό να παρουσιάσει τις καθημερινές δραστηριότητες ενός πολεμιστή και
τις αρχές που διέπουν τον τρόπο ζωής του. Βασικός άξονας της ιστορίας, θα
ήταν μια ευγενική πράξη με κατάληξη τόσο άσχημη, ώστε ο Σαμουράι θα έπρεπε
να κάνει χαρακίρι για να σώσει την τιμή του. Μετά από πολλές έρευνες, ο
Kurosawa αποφάσισε να εγκαταλήψει τα σχέδια του, θεωρόντας ότι δεν υπάρχει
αρκετό ιστορικό υλικό για να ολοκληρώσει την ταινία. Όμως, την ίδια περίοδο,
άκουσε μια ιστορία για κάποιους αγρότες που προσέλαβαν μια ομάδα Σαμουράι
για να σώσουν το χωριό τους και γρήγορα γεννήθηκαν στο μυαλό του οι «Επτά
Σαμουράι». Γράφωντας το σενάριο της ταινίας μαζί με τους Shinobu Hashimoto
και Hideo Oguni, δημιούργησε ένα αναλυτικό προφίλ για κάθε ομιλούντα
χαρακτήρα. Αυτό περιελάμβανε στοιχεία για τη ζωή και τις συνήθειες τους, τα
ρούχα που φορούσαν και τον τρόπο συμπεριφοράς τους. Κανείς Ιάπωνας
σκηνοθέτης δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με κάτι τέτοιο στο παρελθόν.
****ΒΟΧ****
Το λεξικό των Σαμουράι
Samurai: Στρατιώτης στην υπηρεσία τοπικού άρχοντα
Ronin: O Σαμουράι χωρίς αφέντη, συχνά ο ανάξιος Σαμουράι
Sohei: Μοναχικός πολεμιστής
Bushido: Ο πολεμικός κώδικας του Σαμουράι
Daimyo: O τοπικός άρχοντας και κύριος της γης ()
Shogun: Ανώτατος πολεμικός ηγέτης
Hakamoto: Μέλος της προσωπικής φρουράς του Shogun
Sensei: Δάσκαλος
Seppuku: Τρόπος αυτοκτονίας με τρύπημα της κοιλιάς με σπαθί (Χαρακίρι)
Katana: Το μακρύ σπαθί του Σαμουράι
Wakizashi: Το κοντό σπαθί του Σαμουράι
Hakama: Το παντελόνι του Σαμουράι
Jutsu: τέχνη
Do: δρόμος
Batto-jutsu: H τέχνη του τραβήγματος του σπαθιού
Bo-jutsu: Η μάχη με τα μεγάλα στρογγυλά ξύλα
Ken-jutsu: Η τέχνη του σπαθιού

Ken: Αρχαίο σπαθί με λάμα που έκοβε και από τις δύο πλευρές
Chokuto: Ίσιο σπαθί που χρησιμοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της ιαπωνικής
ιστορίας
Naginata: Μακρύ ξύλινο όπλο με μία στρογγυλή λεπίδα στη μία άκρη
Giri: Το καθήκον του σαμουράι
Zanshin: Η προαίσθηση του Σάμουραι
Gunpai: Πολεμική διασκέδαση
Kampaku: Επαρχία
Shugo: Στρατός από φύλακες που προστάτευαν τις επαρχίες της Ιαπωνίας
Kyu-jutsu: Ιαπωνικό ιππικό
Nakago: Κομμάτι μετάλλου που συνδέει τη λεπίδα του ξίφους με τη λαβή.
Mei: Το όνομα του σπαθιού
Muramasa: Ο κατασκευαστής σπαθιού
Hagakure: Το ιερό βιβλίο με τους κανόνες του Bushido
*****************
__________________________________________________________________
Bραβεία και Υποψηφιότητες
1957 – Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου
Oscar Σκηνογραφίας, ασπρόμαυρη ταινία (So Matsuyama - Υποψήφιος)
Oscar Ενδυματολογίας, ασπρόμαυρη ταινία (Kohei Ezaki - Υποψήφιος)
1956 – Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου
BAFTA Καλύτερης Ταινίας
BAFTA Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας (Toshiro Mifune – Υποψήφιος)
BAFTA Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας (Takashi Shimura – Υποψήφιος)
1954 – Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας
Αργυρός Λέοντας (Akira Kurosawa)
Χρυσός Λέοντας (Akira Kurosawa – Υποψήφιος)
__________________________________________________________________
Ο σκηνοθέτης
Akira Kurosawa
«Σήμερα χάσαμε κατά κάποιο τρόπο, το διαβατήριο για την Ιαπωνία»
Με αυτά τα λόγια, αναφέρθηκε στον θάνατο του Akira Kurosawa, ο αντιπρόεδρος
της Ιταλικής κυβέρνησης, όταν πληροφορήθηκε για τον θάνατο του. Ο μεγάλος
δημιουργός άνοιξε τις πόρτες του Ιαπωνικού κινηματογράφου στον δυτικό κόσμο
και τα έργα του υπήρξαν πηγή έμπνευσης για πολλούς Αμερικανούς και
Ευρωπαίους δημιουργούς.
O Akira Kurosawa γεννήθηκε στο Τόκυο, ο νεότερος από τα επτά παιδιά της
οικογένειας των Isamu και Shima Kurosawa. Σπούδασε σε ιδιωτικό σχολείο και
έδειξε από μικρή ηλικία το ενδιαφέρον του για τις τέχνες. Στην ηλικία των 18
ετών απέτυχε στις εισητήριες εξετάσεις της σχολής καλών τεχνών, όμως
συνέχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και να συμμετέχει σε εκθέσεις. Στην
ηλικία των 26 ετών, προσλήφθηκε ως βοηθός σκηνοθέτη και εργάστηκε δίπλα
στον Kajiro Yamamoto. Το ντεμπούτο του πίσω από την κάμερα έκανε το 1943 με
την ταινία Sanshiro Sugata (Judo Saga είναι ο αγγλικός τίτλος), η οποία

περιγράφει την μάχη για κυριαρχία των οπαδών του Judo και του Jujitsu. Η ταινία
εντυπωσίασε τόσο πολύ τα ηγετικά στελέχη του Ιαπωνικού στρατού, οι οποίοι
τον ενθάρυναν να γυρίσει και μια συνέχεια, το «Judo Saga, Μέρος 2».
Το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, βρήκε την καριέρα του Kurosawa να
απογειώνεται. Η ταινία «Rashomon» (1951), έγινε η πρώτη μεταπολεμική
ιαπωνική παραγωγή που διακρίθηκε στην τελετή των βραβείων Oscar και
βραβεύτηκε με τον Χρυσό Λέοντα του φεστιβάλ της Βενετίας ενώ ταυτόχρονα
έκανε γνωστό τον Toshiro Mifune έξω από τη χώρα του. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι
δημιουργοί άρχισαν να δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την δουλειά του
Kurosawa, με αφορμή την επική ταινία «Επτά Σαμουράι», η οποία είναι μέχρι και
σήμερα η πιο γνωστή ταινία του Ιάπωνα σκηνοθέτη. Εμπνευσμένος από το
«Yojimbo», o Sergio Leone σκηνοθέτησε το γουέστερν «Για μια χούφτα
δολλάρια», ενώ o John Sturges γύρισε την αμερικάνικη έκδοση των «Επτά
Σαμουράι» με τίλο «Και οι επτά ήταν υπέροχοι». Το 1964, γυρίστηκε το remake
της ταινίας του Kurosawa «Rashomon», με τίτλο «The outrage».
Την ίδια περίοδο, ο Kurosawa παρουσίασε το θρίλερ «Sanjuro» και το επικό
μελόδραμα «Red Beard». Το 1969, ο Kurosawa εγκατέλειψε τα σχέδια του για τη
δημιουργία της ταινίας «Tora Tora Tora», μετά από διάστημα ανεπιτυχούς
συνεργασίας δύο χρόνων με την 20th Century Fox. Στο μεταξύ, οι Ιάπωνες άρχισαν
να βλέπουν το έργο του με διστακτικότητα. Κατηγορήθηκε πως ήταν πολύ
«δυτικός» ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που κατέκριναν τις αναφορές του στο έργο
του Shakespeare, του Dostoyevsky και του Dashiel Hammet. Στην άλλη πλευρά
του Ατλαντικού, οι κριτικές μιλούσαν για έναν «ξεπερασμένο και υπερβολικά
μελοδραματικό» Kurosawa.
To 1971, o Kurosawa επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Ξεπερνώντας την κατάθλιψη,
από την οποία υπέφερε, ο σκηνοθέτης έφτασε σε ένα ανώτερο επίπεδο
δημιουργικότητας. Το 1975, κέρδισε ξανά τον θαυμασμό των κριτικών, με την
ταινία “Dersu Urzala”, η οποία γυρίστηκε εξολοκλήρου στην Ρωσία. Το 1980
κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών με την ταινία
«Kagemusha». To 1985, η κινηματογραφική απόδωση του «Βασιλιά Λιρ» με τίτλο
«Ran» απέφερε στον σκηνοθέτη την πρώτη του υποψηφιότητα για το Oscar
σκηνοθεσίας. Το 1990, ο Kurosawa τιμήθηκε από την Αμερικανική Ακαδημία για
την προσφορά του στο χώρο του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Ο θάνατος του Akira Kurosawa συνέπεσε με την περίοδο διεξαγωγής του
Φεστιβάλ της Βενετίας, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1998. Ο διευθυντής του
Φεστιβάλ, Φελίτσε Λαουνταντίο, ανήγγειλε τον θάνατο του λέγοντας ότι χάσαμε
έναν δημιουργό «όχι μιας μακρινής κουλτούρας, αλλά έναν δικό μας, πολύ
κοντινό σκηνοθέτη».
Επιλογές Φιλμογραφίας
Ο δάσκαλος (1993)
Ran (1985)
Kagemusha (1980)
Dersu Uzala (1975)
Yojimbo (1961)
The hidden fortress (1958)
O θρόνος του αίματος (1957)
Ο καταδικασμένος (1952)
Ο ηλίθιος (1951)
Rashomon (1951)
Μεθυσμένος άγγελος (1948)
No regrets for our youth (1946)
Judo Saga (1943)

_______________________________________________________________
-Ξέρετε ότι...
Μεγάλη φιλοδοξία του Akira Kurosawa ήταν να κάνει μια ταινία αφιερωμένη στη
ζωή του μεγάλου ζωγράφου Vincent Van Gogh, όπως παραδέχτηκε σε συνέντευξη
του την άνοιξη του 1993.
_______________________________________________________________
Toshiro Mifune
O Toshiro Mifune έγινε γνωστός στο δυτικό κοινό από τον ρόλο του κλέφτη στην
ταινία του Akira Kurosawa, “Rashomon”. Η δύναμη και η ζωντάνια με την οποία
ερμήνευσε το ρόλο του, του απέφεραν πολύ γρήγορα την διεθνή αναγνώριση.
Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Toshiro Mifune, έμελλε να είναι ο πιο γνωστός
Ιάπωνας ηθοποιός στον κόσμο.
Ο Mifune γεννήθηκε στην πόλη Tsingtao της Κίνας, από Ιάπωνες γονείς. Το 1945,
μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, όπου υπηρέτησε ως φωτογράφος,
απευθήνθηκε στα Toho Studios για εργασία. Όπως λέει ο μύθος, τυχαία έλαβε
μέρος σε δοκιμαστικά για ηθοποιούς και ερμήνευσε με τέτοια ωμή οργή τον
ρόλο, ώστε ο Kurosawa τον προσέλαβε αμέσως. «Χρειάστηκε μόνο μια του
ενέργεια, για να εκφράσει αυτό που οι ηθοποιοί λένε συνήθως με τρεις
ξεχωριστές κινήσεις» έγραψε χρόνια αργότερα ο Kurosawa στην αυτοβιογραφία
του. «Παρουσιάστηκε ευθύς και επιβλητικός, και ο συγχρονισμός του ήταν ο
καλύτερος που έχω δει σε Γιαπωνέζο ηθοποιό. Και όμως, παρόλη την επιβολή του,
είχε τρομερές ευαισθησίες. Αντιδρούσε τόσο γρήγορα στις παρατηρήσεις μου...
αν του έλεγα ένα πράγμα, εκείνος καταλάβαινε δέκα».
Ο Mifune εργάστηκε σχεδόν με όλους τους Ιάπωνες σκηνοθέτες της εποχής, όμως
ήταν η πολύχρονη συνεργασία του με τον Kurosawa που στιγμάτισε την καριέρα
του στο χώρο της υποκριτικής. Με την ταινία του 1948, «Μεθυσμένος άγγελος»,
όπου ο Mifune ερμήνευε έναν νεαρό γκάνγκστερ, ξεκίνησε μια συνεργασία 17
χρόνων, στο διάστημα των οποίων, οι δύο άντρες γύρισαν μαζί περισσότερες από
15 ταινίες. Η μεγαλοπρεπής παρουσία του Mifune στην μεγάλη οθόνη, ταίριαζε
απόλυτα με τους χαρακτήρες των επικών ταινιών του Kurosawa. O χωρικός που
έγινε πολεμιστής, στους «Επτά Σαμουράι» (1954), ο πάμπτωχος αλήτης στο
«Yojimbo» (1961) και τη συνέχεια του, το «Sanjuro» (1962) αλλά και η τραγική
φιγούρα του αυτοκράτορα? Στον «Θρόνο του αίματος», είναι μερικοί από τους
ρόλους που τον έκαναν διάσημο στο ευρύ κοινό.
Μετά την ταινία «Red beard» (1965), ο Mifune βρέθηκε σε ρίξη με τον Kurosawa.
Ο ηθοποιός ίδρυσε την δική του εταιρία παραγωγής και κατόπιν, συνεργάστηκε
με δυτικούς σκηνοθέτες. Χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία του στην ταινία του
John Boorman “Hell in the Pacific” (1969).
Ο Toshiro Mifune πέθανε το 1997 από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 77 ετών.
«Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα έφευγε πριν από μένα» είχε πει στην κηδεία του ο
87χρονος Akira Kurosawa.
Επιλογές Φιλμογραφίας
Taketori Monogatari (1987)
Shogun (1980)
1941 (1979)
Oginsaga (1978)
Zatoichi εναντίον Yojimbo (1970)
Δυο λιοντάρια στον Ειρηνικό (1968)
Red beard (1965)
High and low (1962)
Yojimbo (1961)
The hidden fortress (1958)
Ο θρόνος του αίματος (1957)
Samurai 1: Musashi Miyamoto (1955)
The life of Oharu (1952)

Rashomon (1951)
Ο ηλίθιος (1951)
Stray dog (1949)
Μεθυσμένος άγγελος (1948)
__________________________________________________________________
***BOX***
Ξέρετε ότι...
Όσοι τυχεροί αναγνώστες, είχαν την ευκαιρία να δουν την ταινία, όταν
προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους, τον Ιούνιο του 1956, έχασαν
σχεδόν μια ώρα από την κανονική διάρκεια της! Η Ιαπωνική έκδοση έχει διάρκεια
203 λεπτά. Το DVD που κρατάτε στα χέρια σας είναι η αγγλική DVD έκδοση της
Bfi (190 λεπτά). Από την Criterion είχε κυκλοφορήσει παλιότερα η
αποκατεστημένη κόπια της ταινίας με διάρκεια 207 λεπτά, η οποία πλέον έχει
αποσυρθεί από την αγορά.
**********
__________________________________________________________________
Οι Σαμουράι και η ιστορία τους
Οι Σαμουράι ήταν τάξη πολεμιστών της φεουδαρχικής Ιαπωνίας. Στην περίοδο
της αποκεντρωμένης φεουδαρχίας, (μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα) ήταν
συνήθως καλλιεργητές που συνόδευαν τον τοπικό άρχοντα στη μάχη και
πληρώνονταν με ρύζι. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε στρατιωτική κάστα.
Μέχρι και τις αρχές του 6ου αιώνα, ανώτατος πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης
στην Ιαπωνία θεωρούνταν ο «Μέγας άρχων». Την άσκηση της κυβερνητικής
εξουσίας είχαν εδώ και τρεις αιώνες, οι απόγονοι της φατρίας των Yamato. Αυτοί
διεξήγαγαν στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κίνα και την Κορέα, με συνέπεια την
εξασθένηση των αμυντικών δυνάμεων της χώρας. Όταν ο τελευταίος «Μέγας
Άρχων» πέθανε, τον διαδέχτηκε ο Jimmu Tenno, ο οποίος έγινε ο πρώτος
αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Το όνομα του ήταν Iware-Biko αλλά ήταν επίσης
γνωστός ως Kamu-Yamato. Ο Jimmu Tenno οργάνωσε στρατό που αποτελούνταν
από χωρικούς, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν στην ιππασία, στο κοντάρι, τα σπαθιά, το
τόξο και τους καταπέλτες. Από τις πεδιάδες του Kanto, όπου εκτρέφονταν τα πιο
δυνατά άλογα της χώρας, έγιναν γνωστοί οι ατρόμητοι «Πολεμιστές του Κάντο»,
οι οποίοι πολεμούσαν εχθρικές φυλές στα βόρεια σύνορα της χώρας. Μέχρι το
τέλος του όγδοου αιώνα, οι πολεμιστές του Κάντο αποτελούσαν το πρότυπο του
Ιάπωνα πολεμιστή. Αυτοί οι περήφανοι άντρες, που ίππευαν άλογα και
πολεμούσαν με κοντάρι και σπαθί, ονομάστηκαν «Σαμπουράι» (από τη λέξη
«σαμπούρο» που σημαίνει υπηρετώ) και ανέλαβαν την προστασία του
αυτοκράτορα.
Από τον ένατο αιώνα, οι πολεμιστές στην Ιαπωνία χωρίζονταν σε Samurai
(ιππότες-υπηρέτες) και Bushi (πολεμιστές). Οι Bushi ορκίζονταν πλήρη υπακοή
στον αφέντη τους (Daimyo) και προστάτευαν τη γη του με απώτερο σκοπό να
τους απονεμηθεί ο τίτλος του Σαμουράι και να αποκτήσουν δικαιώματα
ιδιοκτησίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που γίνονταν Σαμουράι αυτοβούλως ενώ άλλοι
ήταν μισθοφόροι. Οι Σαμουράι είχαν το προνόμιο να φέρουν δύο ξίφη και
δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους κοινούς θνητούς.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, εσωτερικοί πόλεμοι για την κατοχή της γης,
χώρισαν τους Σαμουράι σε τρεις φατρίες, τους Minamoto, Fujiwara και Taira.
Κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του βασιλιά, ο Minamoto Yoritomo, δημιούργησε
έναν στρατό από Shugo (φύλακες που προστάτευαν τις επαρχίες της χώρας) και

ανακυρήχτηκε ο πρώτος Shogun της Ιαπωνίας. Τα μέλη της προσωπικής φρουράς
του Shogun ονομάζονταν «Hakamoto».
Το 1200 οι Μογγόλοι εισέβαλαν στην Ιαπωνία. Μετά από χρόνια αντίστασης, οι
Σαμουράι κατάφεραν να διώξουν τους εισβολείς από τη χώρα, χρησιμοποιώντας
ένα είδος μάχης που είχε ως κύριο όπλο το σπαθί. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν
περισσότερο το τόξο. Η Ken-Jutsu (τέχνη του σπαθιού) διδάχτηκε αργότερα από
φωτισμένους sensei (δασκάλους). Μετά το 1603, και για τα επόμενα 200 χρόνια
που οι απόγονοι της φατρίας Tokugawa κυβερνούσε την Ιαπωνία ακολούθησε
μακρόχρονη περίοδος ειρήνης. Οι Σαμουράι απέκτησαν παρασητικό χαρακτήρα.
Το 1873, ο αυτοκράτορας Mutsuhito αφαίρεσε από τους Σαμουράι το προνόμιο
του πολέμου και δημιούργησε έναν νέο στρατό ανοιχτό σε όλους. Οι Σαμουράι
έχασαν την ιδιαίτερη θέση τους και καταργήθηκαν ως τάξη όταν τρία χρόνια
αργότερα απαγορεύτηκε με νόμο σε όλους τους κατοίκους της Ιαπωνίας να
φορούν σπαθί.
Κατά τον 19ο αιώνα, οι απόγονοι των Σαμουράι διέπρεψαν στις τέχνες και στο
εμπόριο και αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα της ανάπτυξης του καπιταλισμού
στην ιαπωνία.
__________________________________________________________________
- Ξέρετε ότι…
Οι Σαμουράι χρησιμοποιούσαν δύο είδη ξίφους, ένα για τη μάχη και ένα για τον
αποκεφαλισμό των εχθρών τους; Το κοντό σπαθί είχε μήκος από 12 έως 24 ίντσες
και λεγόταν “Shoto-Wakizashi” ενώ το μακρύ ήταν μεγαλύτερο από 24 ίντσες και
ονομαζόταν “Daito – Katana”.
-Ξέρετε ότι...
Σε περίοδο μακροχρόνιας ειρήνης στο βασίλειο, οι Σαμουράι ζούσαν σύμφωνα με
τις «δεκατρείς οδηγίες για τη ζωή εν καιρώ ειρήνης» του Tokugawa Ieyasu.
- Ξέρετε ότι...
Το βιβλίο των 5 σφαιρών (Gorin No Sho) είναι το πιο γνωστό γραπτό έργο για την
ιαπωνική τέχνη της ξιφομαχίας. Συγγραφέας του ο Miyamoto Musashi, ένας από
τους διασημότερους Σαμουράι. Ο Musashi είχε ιδρύσει την σχολή των δύο
ουρανών όπου δίδασκε για πολλά χρόνια. Στα 60 του χρόνια έγραψε το «βιβλίο
των 5 σφαιρών» και τη συλλογή «Τα 35 άρθρα για την τέχνη της ξιφομαχίας».
__________________________________________________________________
Ο κώδικας του Πολεμιστή
«Να είστε πάντα έτοιμοι, να φοράτε πάντα την πανοπλία σας. Να υπερασπίζεστε
τους φτωχούς και να βοηθάτε αυτούς που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον
εαυτό τους. Μην κάνετε τίποτα που μπορεί να πειράξει ή να προσβάλλει. Για ό,τι
κάνετε προσπαθήστε να κερδίσετε τιμή και καλή φήμη. Μην αθετείτε την
υπόσχεσή σας. Υπερασπιστείτε την τιμή της πατρίδας σας. Καλύτερα να
πεθάνετε τίμιοι, παρά να ζείτε αδιάντροπα.»
Ο τρόπος ζωής του Σαμουράι, βασίζεται στο Bushido, τον κώδικα του πολεμιστή.
Το πρόθεμα “Bushi” σημαίνει «πολεμιστής», ενώ “Do” είναι η τέχνη. Βασισμένο
στο Ζεν και στις αρχές της φιλοσοφίας του Κομφούκιου, ο κώδικας των σαμουράι
στηρίζεται στις αξίες της εντιμότητας, της τιμής, του θάρρους και της
υποταγής. To Bushido έχει τις ρίζες του στον σιντοϊσμό (Shinto), μία αρχαία
θρησκεία, η οποία βασίζεται στη λατρεία των προγόνων και τη θεοποίηση των
δυνάμεων της φύσης. Το Shinto γεννήθηκε στην Ιαπωνία τον 6ο αιώνα και
στηρίχτηκε στις θεμελιώδεις αρχές του Βουδισμού. Πρόκειται περισσότερο για
σύνολο κανόνων, μια φιλοσοφική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης και του
κόσμου που την περιβάλλει, ενώ δύσκολα μπορεί να το συγκρίνει κανείς με

κάποιον τύπο λατρείας. Η κοσμοθεωρία του Shinto χαρακτηρίζεται από ένα
καθεστώς πλήρους αυτοτέλειας, με την έννοια ότι όσοι το ακολουθούν,
αποδεσμεύονται από όλα τα γήινα πράγματα, εξαγνίζονται και αναγενούνται σε
μοναδικές οντότητες, ή αλλιώς «Καμί». «Καμί» είναι οτιδήποτε ολοκληρώνει το
σκοπό του και ολοκληρώνεται μέσα από αυτόν. Με τον δυτικό τρόπο σκέψης, θα
μπορούσαμε να παραλληλίσουμε το «Καμί» με μια Θεότητα, ένα ελεύθερο και
αιώνιο πνέυμα. Τα «Καμί» που βαδίζουν το Shinto (και αυτά μπορεί να είναι ακόμη
και δέντρα, ποτάμια και βουνά), μπορούν να είναι «Απόλυτοι δημιουργοί» (το
ανώτερο Καμί) ή να χωρίζονται σε «Θεία ζεύγη». Η έννοια του ζεύγους
προσεγγίζει την εικόνα δύο αντιθέτων που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως το
σταθερό και το μεταβαλόμενο, η γη και το νερό. Κάθε άνθρωπος μπορεί να
ακολουθήσει το Shinto, σαν τρόπο ζωής και σκέψης. Όμως, για τον πολεμιστή, το
“Shinto” είναι η θεϊκή άτραπος, είναι το «Bushido», όπως αναφέρεται στο βιβλίο
του Νταϊντόγι Γιουζάν «Σχόλια πάνω στο μπουσίντο». Το Bushido αναπτύχθηκε
τον 9ο αιώνα και οι κανόνες του περιέχονται στο περίφημο «Hagakure: Το βιβλίο
του Σάμουραι» που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1716.
_____________________________________________________
- Ξέρετε ότι...
Ένας γνώστης μιας πολεμικής τέχνης δεν μπορεί να πολεμίσει έναν Σαμουράι. Οι
γνώστες των πολεμικών τεχνών όπως αϊκίντο, ζίου-ζίτσου, ιάι ζίτσου, κέντο κ.α.,
μπορεί να κατέχουν την τεχνική (Zitsu) αλλά δεν βαδίζουν τον δρόμο του
πολεμιστή (Do).
_____________________________________________________

****ΒΟΧ****
Ο κώδικας Bushido
Δεν έχω γονείς. Ο Ουρανός και η Γη είναι οι γονείς μου.
Δεν έχω Θεία δύναμη. Η υπακοή είναι τα μέσα μου.
Δεν έχω μαγική δύναμη. Η εσωτερική δύναμη είναι η μαγεία μου.
Δεν έχω ζωή ούτε θάνατο. Το αιώνιο είναι η ζωή και ο θάνατός μου.
Δεν έχω σώμα. Η ανδρεία είναι το σώμα μου.
Δεν έχω μάτια. Η αστραπή είναι τα μάτια μου.
Δεν έχω αυτιά. Η ευαισθησία είναι τα αυτιά μου.
Δεν έχω μέλη. Η ταχύτητα είναι τα άκρα μου.
Δεν έχω σκοπούς. Η ευκαιρία είναι οι σκοποί μου.
Δεν έχω θαύματα. Το (πεπρωμένο) Δάρμα είναι το θαύμα μου.
Δεν έχω αρχές. Οι αρχές μου είναι η προσαρμοστικότητα σε όλα τα πράγματα.
Δεν έχω φίλους. Ο Νους είναι ο φίλος μου.
Δεν έχω εχθρούς. Η αφροσύνη είναι ο εχθρός μου.
Δεν έχω πανοπλία. Η βούληση και η δικαιοσύνη είναι η πανοπλία μου.

Δεν έχω κάστρα. Το ατάραχο πνεύμα είναι το κάστρο μου.
Δεν έχω σπαθί. Το όνειρο του πνεύματος είναι το σπαθί μου.
****************
__________________________________________________________________
Οι Επτά Σαμουράι του μέλλοντος: Seven Samurai 20XX
Η επική ταινία του Ακίρα Κουροσάβα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη
δημιουργία ενός τρισδιάστατου παιχνιδιού δράσης τρίτου προσώπου με τον τίτλο
«Seven Samurai 20XX». Το σενάριο του παιχνιδιού, μικρή σχέση έχει με την
υπόθεση της ταινίας του Ιάπωνα σκηνοθέτη. Στο μακρινό μέλλον, η ανθρώπινη
ζωή απειλείται από την εξέγερση των μηχανών. Το τελευταίο χωριό ανθρώπων
κινδυνεύει. Ο παίκτης παίρνει το ρόλο του νεαρού Σαμουράι Νατόε (δεν
γνωρίζουμε αν είναι απόγονος του Καμπέι, του Σιχιρόσι ή κάποιου από τους
ήρωες της ταινίας), ο οποίος αναλαμβάνει να συγκροτήσει μια επταμελή ομάδα
ικανών πολεμιστών και να την οδηγήσει στη μάχη εναντίων ενός στρατού
μηχανικών τεράτων. Κι αν νομίζετε ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του Ακίρα
Κουροσάβα με αυτή την ιδέα, σας πληροφορούμε ότι το παιχνίδι κυκλοφορεί με
την συνεργασία των Kurosawa Productions και του γιου του δημιουργού, Hisao.
Στην ανάπτυξη του παιχνιδιού, την οποία έχουν αναλάβει τα Sammy Studios,
συμμετείχε ο διάσημος καλλιτέχνης Moebius (Μπλούμπερυ, Άλιεν, Το πέμπτο
στοιχείο). Τα γραφικά του «Seven Samurai 20XX» εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν
τέσσερα single-player modes ενώ κάθε παίκτης μπορεί να επιλέξει πάνω από 40
νέους χαρακτήρες, με μοναδικές κινήσεις και στυλ μάχης. Από τα όπλα που έχετε
στη διάθεση σας δεν λείπουν τα Κατάνα, οι πρωταγωνιστές των παραδοσιακών
σκηνών μάχης με ξίφη. Τα cinematics στην αρχή του παιχνιδιού κόβουν την
ανάσα και προειδεάζουν για αυτό που θα επακολουθήσει!
Το μουσικό θέμα της αρχής και των τίτλων τέλους της ταινίας έχει γράψει ο
βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Ryuichi Sakamoto (Ο τελευταίος
αυτοκράτορας). Τέλος, την μετάφραση των διαλόγων στην αγγλική γλώσσα έχει
κάνει ο γνωστός μεταφραστής ιαπωνικών ταινιών Marc Handler (Cowboy Bepop,
Metropolis).
__________________________________________________________________
Cine-Quiz
Εσύ... πόσο Κουροσάβα είσαι;
Είχες από μικρός κλίση στη ζωγραφική, γνωρίζεις όλα τα έργα του Σαίξπιρ απέξω
κι ανακατωτά και ο χαρακτηρισμός που σου ταιριάζει είναι «Αυτοκράτορας»;
Απάντησε στις ερωτήσεις που ακολουθούν και ανακάλυψε πόσο... Κουροσάβα
είσαι!
1. Είχες από μικρός κλίση στη ζωγραφική, όμως είσαι πλεόν 26 ετών και το
επάγγελμα του ζωγράφου δεν αποδίδει χρήματα. Τι κάνεις;
(α) Συνεχίζω να ζωγραφίζω και να τρώω τα λεφτά του μπαμπά μου.
(β) Αλλάζω επαγκελματική κατεύθυνση και πιάνω δουλειά σε εταιρία
κινηματογραφικών παραγωγών.
2. Είσαι πλέον ένας από τους πιο γνωστούς σκηνοθέτες στην Ιαπωνία. Οι
φίλοι σου, απευθύνονται σε ‘σένα με το παρωνύμιο:
(α) «Αυτοκράτορας»
(β) «Αγία Τριάδα»

3. Στα επόμενα σχέδια σου είναι η σύγχρονη κινηματογραφική μεταφορά
ενός γνωστού έργου του Σαίξπιρ. Η ταινία διαδραματίζεται:
(α) Στην Φεουδαρχική Ιαπωνία
(β) Στα Καμένα Βούρλα
4. Δεν βρίσκεις χρηματοδότη για την νέα σου ταινία. Δέχεσαι να
πρωταγωνιστήσεις σε τηλεοπτική διαφήμιση έναντι μεγάλου ποσού;
(α) Και βέβαια! Αν μου δινόταν η ευκαιρία θα εργαζόμουν στην τηλεόραση
και σαν σκηνοθέτης!
(β) Ούτε συζήτηση! Για ποιον με περάσατε;
5. Μόλις διάβασες τις απογοητευτικές κριτικές για την νέα σου ταινία.
Αποφασίζεις να αυτοκτονήσεις, χρησιμοποιώντας:
(α) Κατάνα για να κάνω χαρακίρι
(β) Ξυράφι για να κόψω τις φλέβες μου
Βαθμολογία
1.
2.
3.
4.
5.

α-0
α-1
α-1
α-1
α-0

β-1
β-0
β-0
β-0
β-1

Από 3 Βαθμούς και πάνω
Είσαι... Κουροσάβα!
Συγχαρητήρια! Έχεις μια λαμπρή σταδιοδρομία μπροστά σου! Έναν Αργυρό
Φοίνικα, κανά δυο βραβεία στο Βερολίνο και μια... απόπειρα αυτοκτονίας! Μην
στεναχωριέσαι όμως! Θα πάρεις σύντομα τα πάνω σου και θα σκάσουν από το
κακό τους όλοι οι κριτικοί που σε έλεγαν «οπισθοδρομικό» και «ξεπερασμένο»!
Από 0 έως 2 Βαθμούς
Μην το πάρεις κατάκαρδα αλλά...
...δεν είσαι Κουροσάβα. όμως διακρίνουμε ότι έχεις προοπτικές στο χώρο της
κινηματογραφικής βιομηχανίας. Σου συνιστούμε να τρώς περισσότερο Sushi.
Λένε ότι βοηθάει...
__________________________________________________________________
Αφιέρωμα: Οι Σαμουράι στη μεγάλη οθόνη
«Οι ιαπωνικές ταινίες αρχίζουν να γίνονται μελιστάλαχτες στη γεύση, όπως το
ρύζι με το πράσινο τσάι. Πιστεύω ότι πρέπει να έχουμε μεγαλύτερη ποικιλία,
τόσο στο φαγητό, όσο και τις ταινίες μας. Έτσι σκέφτηκα να κάνω αυτό το έργο
τόσο διασκεδαστικό ώστε να μπορείτε να τρώτε όταν το βλέπετε» είχε πει
κάποτε σε μια συνέντευξη για τους «Επτά Σαμουράι» του ο Akira Kurosawa. Ο
σκηνοθέτης έφερε στο προσκύνιο μια νέα κατηγορία ταινιών, αυτή των
Chambara, της ταινίας με σπαθιά, όπως είναι η ακριβής μετάφραση της λέξης.
Ως Chambara χαρακτηρίζονταν στην αρχή τα ιαπωνικά B-Western, όμως
αργότερα, ο όρος επικράτησε για όλες τις ταινίες με ήρωες τους Σαμουράι.
Σήμερα οι chambara αποτελούν το πιο δημοφιλές ιαπωνικό κινηματογραφικό
είδος στην Αμερική. Ο Ιαπωνικός κινηματογράφος, με τις αισθητικές
ιδιαιτερότητες του, που οφείλει στον πνευματικό πολιτισμό της χώρας, έγινε
αντικείμενο λατρείας από μερίδα του δυτικού κόσμου που γοητεύτηκε από την
γιαπωνέζικη κουλτούρα.

Πριν τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην Ιαπωνία, άρχιζε να ανθίζει το είδος
τον Jidai-geki και σκηνοθέτες όπως ο Mansaku Itami, ο Daisuke Ito, ο Sadao
Yamanaka και ο Hiroshi Inagaki μετέφεραν τους Σαμουράι και την φιλοσοφία τους
στη μεγάλη οθόνη. Ξεχωριστές προσωπικότητες, όπως ο Kenji Mizoguchi, έδωσαν
εξαιρετικά δείγματα κινηματογραφικής γραφής. Κλασσική θεωρείται η ταινία «Οι
47 Ρόνιν», η οποία παρουσιάζει τη δράση 47 πολεμιστών στην ιαπωνική κοινωνία
της περιόδου Tokugawa. Παρόμοια θεματολογία είχαν και άλλες ταινίες (Kakita
Akanishi, Ninjo Kami Fusen).
Μετά την ήττα της Ιαπωνίας και με την επικράτηση του στρατιωτικού πνεύματος
στην πολιτική ζωή της χώρας, σταμάτησε η παραγωγή των Jidai-geki. Στην αρχή,
έγινε προπαγανδιστική προσπάθεια να υποβαθμιστούν στοιχεία της κουλτούρας
της χώρας, όπως οι Σαμουράι και το Μπουσίντο, κυρίως από δυτικούς
κινηματογραφιστές. Στην συνέχεια, απαγορεύτηκε η εμφάνιση πολεμιστών με
ξίφη στις ιαπωνικές ταινίες, από φόβο δημιουργίας επισοδείων και έξαρσης του
πολεμικού κλίματος. Μια δεκαετία σχεδόν αργότερα, η χώρα άρχισε να
επανέρχεται σε κανονικούς ρυθμούς ζωής και οι καλλιτέχνες απέκτησαν ξανά
ελευθερία λόγου και έκφρασης. Ο Akira Kurosawa παρουσίασε το Rashomon, μια
ταινία που βραβεύτηκε με τον Χρυσό Λέοντα του φεστιβάλ της Βενετίας και
άνοιξε τις πόρτες της δύσης στον Ιάπωνα δημιουργό. Οι επικές ταινίες δράσης,
όπως οι Επτά Σαμουράι (ταινία ορόσημο του Ιαπωνικού κινηματογράφου),
Yojimbo, Sanjuro, The hidden Fortress, απέκτησαν φανατικό κοινό στη Δύση. Οι
γενναίοι και έντιμοι πολεμιστές που ακολουθούσαν τον δικό τους κώδικα τιμής,
αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για δεκάδες spaghetti westerns , με ήρωες, όχι
Σαμουράι, αλλά αμερικανούς πιστολάδες (Και οι επτά ήταν υπέροχοι, Για μια
χούφτα δολλάρια)! Στις δεκαετίες του 1960-1970, το είδος των chambara
γνώρισε περίοδο ακμής. Σκηνοθέτες όπως ο Hiroshi Inagaki και ο Masaki
Kobayashi, σκηνοθέτησαν λαϊκές ταινίες με θέμα τη ζωή γνωστών πολεμιστών.
Οι γιαπωνέζικοι θρύλοι του τυφλού Σαμουράι Ζατόιτσι και του δεινού ξιφομάχου
Miyamoto Musashi έγιναν δημοφιλή θεάματα και απέκτησαν φανατικό κοινό, τόσο
στην Ιαπωνία όσο και στο εξωτερικό.
Την δεκαετία του 1980, οι chambara έδωσαν τη θέση τους στις Yakuza, ένα είδος
αστυνομικής ταινίας. Η διάδοση της κινεζικής παράδοσης μέσα από ταινίες όπως
οι «Τίγρης και δράκος» και «Hero» στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές
του 2000, αποτέλεσαν αφορμή για τον Ιαπωνικό κινηματογράφο να θυμηθεί τις
ρίζες του πολιτισμού της χώρας. Ο «Ζατοίτσι» του σπουδαίου κινηματογραφιστή
Takeshi Kitano αλλά και το «The twilight Samurai» (μεγάλη εισπρακτική επιτυχία
στην Ιαπωνία) είναι οι ταινίες που επανέφεραν, πολύ πρόσφατα, το είδος των
ταινιών με Σαμουράι, στην μεγάλη οθόνη.
** Οι 47 Ρόνιν
Σκηνοθεσία: Kenji Mizoguchi
Πρωταγωνιστούν: Chojuro Kawarazaki, Yoshizaburo Arashi, Manpoyo Mimasu,
Kanemon Nakamura, Utaemon Ichikawa
Η ταινία «Οι 47 Ρόνιν» βασίζεται στο θεατρικό έργο «Genroku chushingura» του
Ιάπωνα συγγραφέα Seika Mayama. Ο Kenji Mizoguchi το μετέφερε στην μεγάλη
οθόνη σε δύο μέρη. Το πρώτο γυρίστηκε το 1941 και το δεύτερο με τον τίτλο «Η
εκδίκηση των 47 Ρόνιν», το 1942. Η υπόθεση της διλογίας εξελίσσεται κατά την
διάρκεια της περιόδου Tokugawa (1603-1868). Όπως συμβαίνει κάθε τέλος του
χρόνου, οι απεσταλμένοι της αυλής του Κιότο, κάνουν μια εθιμοτυπική επίσκεψη
στο παλάτι του Edo (σημερινό Τόκυο). Ο Τακουμίνοκάμι Ασάνο, υποδέχεται τους
επισκέπτες στη θέση του Shogun. Τελετάρχης είναι ο Kουζονοσούκε Kίρα, ο
οποίος συμπεριφέρεται στον Aσάνο με υπεροπτικό τρόπο και δεν τον ενημερώνει
για το πρωτόκολλο της τελετής. Tην τρίτη ημέρα της επίσκεψης, ο Aσάνο,
τραβάει σπαθί εναντίον του Κίρα, γεγονός που είναι αυστηρά απαγορευμένο μέσα
στα σύνορα του κάστρου του Έντο και θεωρείται άμεση προσβολή στο πρόσωπο
του Shogun. Tα περιουσιακά στοιχεία του Ασάνο κατάσχονται και ο ίδιος

αναγκάζεται να κάνει χαρακίρι. 47 Σαμουράι, πιστοί στον Aσάνο, ορκίζονται
εκδίκηση και δύο χρόνια αργότερα, τον Iανουάριο του 1703, εισβάλλουν στην
κατοικία του Kίρα και τον σκοτώνουν.
** Ζατόιτσι: Ο τυφλός Σαμουράι
Σκηνοθεσία: Takeshi Kitano
Πρωταγωνιστούν: Takeshi Kitano, Tadanobu Asano, Yuko Daike, Akira Emoto, Taka
Gatarukanaru
Στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα, ένας τυφλός χειροπρακτικός φτάνει σε ένα
απομονωμένο χωριό και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας μοναχικής γυναίκας.
Σύντομα γνωρίζεται με τον αργόσχολο ανηψιό της και μαζί επιδίδονται
συστηματικά σε τυχερά παιχνίδια. Όταν δεν παίζει στον τζόγο, ο τυφλός άνδρας
πίνει σάκε στην ταβέρνα του χωριού. Εκεί μαθαίνει για την συμμορία ενός
επικίνδυνου εγκληματία, του Γκίνζο και γνωρίζει τον ικανό ρόνιν που δουλεύει γι’
αυτόν. Ένα τυχαίο περιστατικό, θα τον φέρει κοντά με δυο γκέισες, οι οποίες
θέλουν να εκδικηθούν τον φόνο των γονιών τους από τα μέλη της αδίστακτης
συμμορίας. Τότε, ο τυφλός χειροπρακτικός, θα αποκαλύψει την αληθινή του
ταυτότητα: Πίσω από την ταπεινή του εμφάνιση, κρύβεται ο Ζατόιτσι, ο θρυλικός
Σαμουράι και δεξιοτέχνης του ξίφους!
Ένας φόρος τιμής στον ιαπωνικό κινηματογράφο, είναι η ταινία του Takeshi
Kitano, με ήρωα, τον τυφλό Σαμουράι Ζατόιτσι, έναν ήρωα της λαϊκής
παράδοσης της χώρας του ανατέλωντος ηλίου. Τον πασίγνωστο μύθος του
Ζατόιτσι, έχουν αφηγηθεί οι ιάπωνες κινηματογραφιστές σε πάνω από είκοσι
ταινίες, ενώ ο ίδιος, ήταν κεντρικό πρόσωπο μιας τηλεοπτικής σειράς του 1960
με πρωταγωνιστή τον Sintaro Katsu. O Kitano, διστακτικός στην αρχή, ανέλαβε
τελικά τη σκηνοθεσία αλλά και τη συγγραφή του σεναρίου, ενώ πρωταγωνίστησε
ο ίδιος στον ρόλο του μεγάλου ξιφομάχου. Η ταινία διακρίνεται για τις
εξαιρετικές χορογραφίες μάχης αλλά και το λακωνικό σενάριο, το οποίο περιέχει
αρκετές δώσεις κυνικού χιούμορ. Την διεύθυνση φωτογραφίας, έχει αναλάβει ο
συνεργάτης του Kitano, Katsumi Yanagishima, τον οποίο θυμώμαστε από το
αριστουργηματικό “Dolls” (Κούκλες). Εμπνευσμένος δημιουργός ο Kitano, δίνει
τέλος στην ιστορία του κάτω από τους παραδοσιακούς ρυθμούς μιας τοπικής
γιορτής, με τους βασικούς χαρακτήρες να χορεύουν σε ένα τεράστιο
παλκοσένικο. Όχι άδικα, η ταινία κέρδισε το 2003 τον Αργυρό Λέοντα του
Φεστιβάλ της Βενετίας και το βραβείο κοινού του Διεθνούς Φεστιβάλ του
Τορόντο. Από πολλούς, ο Takeshi Kitano θεωρείται ο σημαντικότερος σκηνοθέτης
της σύγχρονης Ιαπωνίας μετά τον Ακίρα Κουροσάβα.
**Ο τελευταίος Σαμουράι
Σκηνοθεσία: Edward Zwick
Πρωταγωνιστούν: Tom Cruise, Ken Watanabe, William Atherton, Chad Lindberg,
Ray Godshall Sr.
«Είδα τους 7 Σαμουράι του Akira Kurosawa σε ηλικία 17 ετών και από τότε την
έχω δει πάρα πολλές φορές. Ήταν αυτή που με ενέπνευσε να γίνω σκηνοθέτης»
είχε πεί ο Edward Zwick σε παλιότερη συνέντευξη του. Ο δημιουργός των ταινιών
«Glory: Ο δρόμος προς τη δόξα» και «Θρύλοι του πάθους» γοητεύτηκε από την
Ιαπωνική κουλτούρα και χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 2002, ανέλαβε την
παραγωγή και τη σκηνοθεσία του επικού δράματος «Ο τελευταίος Σαμουράι».
Ο Nathan Algren, αξιωματικός του Αμερικάνικου στρατού και βετεράνος του
Εμφυλίου πολέμου, γίνεται αλκοολικός, μετά τη συμμετοχή του στην γενοκτονία
των Ινδιάνων. Όταν αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας του
προτείνουν να εκπαιδεύσει τον νεοσυσταθέντα αυτοκρατορικό στρατό, δέχεται
χωρίς ενδοιασμούς. Στην ασιατική χώρα, φτάνουν τα πρώτα όπλα νέας
τεχνολογίας και ο Algren εκπαιδεύει τους στρατιώτες να τα χρησιμοποιούν. Στην

πρώτη μάχη τους, εναντίων των Σαμουράι, ο αμερικανός πιάνεται αιχμάλωτος. Ο
αρχηγός των περήφανων πολεμιστών θα τον μυήσει στην φιλοσοφία τους.
600 Ιάπωνες, 40 Νεοζηλανδοί και άλλα τριακόσια άτομα διαφόρων εθνικοτήτων
συγκρότησαν τον αυτοκρατορικό στρατό της ταινίας. Κάθε ένας από αυτούς
έμαθε να ρίχνει με τουφέκι ή τόξο και να ξιφομαχεί. 50 άλογα ακροβατικών
επιδείξεων και υποβάθρου εκπαιδεύτηκαν από ομάδα έμπειρων εκπαιδευτών για
να αποτελέσουν τους πιστούς συντρόφους των Σαμουράι. Περισσότεροι από 200
τεχνίτες εργάστηκαν για να κατασκευάσουν τα κτίρια και τους ορυζώνες του
γραφικού χωριού. 150 κερασιές δημιουργήθηκαν με μετακινούμενα κλαδιά για να
αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές του χρόνου. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα
εντυπωσιακά νούμερα της μεγάλης χολιγουντιανής παραγωγής. Τον
πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Tom Cruise, ο οποίος εκπαιδεύτηκε στην
ξιφομαχία από τον Nick Powell (δάσκαλο του Rushell Crowe στον «Μονομάχο» και
του Mel Gibson στο «Braveheart») και έμαθε Ιαπωνικά για τις ανάγκες της
ταινίας. Την παράσταση κλέβει ο Ken Watanabe, εκπληκτικός στον ρόλο του
αρχηγού των Σαμουράι, Katsumoto και υποψήφιος το 2004 για το βραβείο
δεύτερου ανδρικού ρόλου. Το σενάριο έχει γράψει ο John Logan (Ο μονομάχος)
ενώ η αριστουργηματική μουσική ανήκει στον βραβευμένο Hans Zimmer.
** Ghost Dog: Ο τρόπος του Σαμουράι
Ghost Dog: The way of the Samurai
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Πρωταγωνιστούν: Forest Whitaker, John Tormey, Cliff Gorman, Dennis Liu, Frank
Minucci
Στο κοινωνικό δράμα «Ghost Dog: Ο τρόπος του Σαμουράι», πρωταγωνιστεί ο
Forest Whitaker στον ρόλο ενός πληρωμένου εκτελεστή, πιστού στον κώδικα των
Σάμουραι: «...Οταν αποφασίσεις να σκοτωσεις καποιον, δεν ωφελει να επιλεξεις
το χρονοβορο πλαγιο δρομο. Ο μονος τροπος ειναι να προχωρησεις ευθεια. Ο
τροπος των σαμουραι ειναι εκεινος της αμεσοτητας. Και ειναι καλυτερο να
χτυπησεις με ορμη. Ο σαμουραι γινεται σαν εκδικητικο φαντασμα και δειχνει
μεγαλη αποφασιστικοτητα. Εστω κι αν του κοψουν το κεφαλι δεν πρεπει να
πεθανει. Αυτη ειναι η πεμπτουσια του τροπου των σαμουραι». Ο «Ghost Dog»
διαβάζει το Hagakure, το βιβλίο των Σαμουράι και ακολουθεί τον θείο δρόμο της
εντιμότητας, της τιμής, του θάρρους και της υποταγής.
Παρά την ιδιατερότητα του σεναρίου και την έλλειψη μεγάλων ονομάτων από το
καστ της, η ταινία απέσπασε το 1999 το βραβείο Σεζάρ Καλύτερης Ξένης
Ταινίας, ενώ ήταν υποψήφια και για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών
την ίδια χρονιά. Για τις τιμητικές διακρίσεις που έλαβε το «Ghost Dog: The way
of the Samurai», ευθύνεται ο Jim Jarmusch, ο μεγάλος δημιουργός του «Νεκρού»,
ο οποίος, έδωσε το προσωπικό του στυλ στην ταινία, αναδυκνείοντας την
ωριμότητα του. Η σκληρότητα του δρόμου και οι αυστηροί κώδικες της μαφίας
είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν περισσότερο την ταινία. Η ταινία ανέδειξε
το ταλέντο του Forest Whitaker και τον καταξίωσε ως έναν από τους πιο
προικισμένους αφροαμερικανούς ηθοποιούς της γενιάς του.
**Shogun
Σκηνοθεσία: Jerry London
Πρωταγωνιστούν: Richard Chamberlain, Toshiro Mifune, Yoko Shimada
Βασισμένη στην επιτυχημένη τηλεοπτική μίνι-σειράς του 1980, η ταινία Shogun,
αφηγήται τις περιπέτειες ενός βρετανού ναυτικού στην Ιαπωνία.
Στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, ένα Ολλανδικό πλοίο ταξιδεύει στον
Ειρηνικό ωκεανό, προσπαθώντας να ξεφύγει από εχθρικά Ισπανικά πλεούμενα.
Μια καταιγίδα παρασύρει το πλοίο και τον βρετανό κυβερνήτη του, John

Blackthorne, στις ακτές της Ιαπωνίας. Η Ιαπωνία είναι μια φεουδαρχική χώρα
όπου βασιλεύουν οι πολιτικές πλεκτάνες και η βιαιότητα. Δύο μεγάλοι
φεουδάρχες, ο βάρβαρος Ishido και ο πανούργος Toranaga, μάχονται για τον
τίτλο του Shogun, του αρχιστράτηγου και δεύτερου άρχοντα της χώρας. Καθώς
ο Blackthorne αρχίζει να εξοικιώνεται με τον τρόπο ζωής και των πολιτισμό των
κατοίκων, αναπτύσει έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική κατάσταση της χώρας
και συμμετέχει ενεργά σε όσα συμβαίνουν. Σϋντομα, ο βρετανός κυβερνήτης θα
γίνει ένα πιόνι στη διαμάχη μεταξύ των δύο αντρών, αποκτώντας την δική του
δύναμη και αξία.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του James Clavell, το Chogun είναι μια επική
ταινία που γυρίστηκε σε φυσικούς χώρους της Ιαπωνίας με εκπληκτική
φωτογραφία. Στον ρόλο του Blackthorne, πρωταγωνιστεί ο χαρισματικός Richard
Chamberlain ενώ τον αυστηρό Toranaga υποδύεται ο Toshiro Mifune. Η Yoko
Shimada έχει το ρόλο της μεταφράστριας και ερωμένης του Blackthorne,
Μαρικο.
**Ουγκέτσου Μονογκατάρι
Σκηνοθεσία: Kenji Mizoguchi
Πρωταγωνιστούν: Machiko Kyo, Masayuki Mori, Kinuyo Tanaka, Mitsuko Mito
Ο Αντρέι Ταρκόφσκι τον θεωρούσε ιδιοφυία και καλλιτέχνη του αναστήματος του
Μπουνιουέλ, του Μπρεσόν και του Ντοβζένκο. Ο λόγος για τον Kenji Mizoguchi,
έναν από τους πιο σπουδαίους Ιάπωνες εκπροσώπους της έβδομης τέχνης, ο
οποίος άν και πέθανε στην ηλικία των 58 ετών, άφησε πίσω του περισσότερες
από εκατό ταινίες μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Μία από αυτές, και η
γνωστότερη ίσως του σκηνοθέτη, είναι η ταινία «Ουγκέτσου Μονογκατάρι». Άλλο
ένα φιλμ του Kenji Mizoguchi που βασίζεται σε λογοτεχνικό έργο,
επιβεβαιόνοντας την μακρόχρονη σχέση του Ιάπωνα δημιουργού με τη
λογοτεχνία. Το σενάριο του «Ουγκέτσου Μονογκατάρι» βασίζεται στην συλλογή
διηγημάτων «Ugetsu Monogatari: Tales of Moonlight and rain» του Akinari Ueda
και στο διήγημα «Το κόσμημα» του guy De Maupassant. Η ταινία γυρίστηκε το
1953 και αφηγήται την ιστορία του φτωχού αγγειοπλάστη Γκενζούρο και του
γαμπρού του Τομπέι. Οι δύο άντρες κατοικούν σε ένα χωριό της μεσαιωνικής
Ιαπωνίας την περίοδο των Εμφυλίων πολέμων και ονειρεύονται πλούτη και δόξα.
Μαζί με τις συζήγους τους, ξεκινούν να πουλήσουν την πραμάτεια τους αλλά με
τον φόβο των ληστών, αποφασίζουν να συνεχίσουν μόνοι τους. Ο Γκενζούρο θα
γοητευτεί από μια πανέμορφη αλλά μυστηριώδη πριγκίπισσα και ο Τομπέι θα γίνει
Σαμουράι, λέγοντας ότι δήθεν σκότωσε έναν στρατηγό του αντίπαλου στρατού.
Οι γυναίκες τους θα βρουν τραγικό θάνατο ενώ οι ίδιο θα γυρίσουν
μετανοιωμένοι στο σπίτι τους. Το ταξίδι τους θα τους οδηγήσει στη κατανόηση
της αληθινής ευτυχίας και θα τους μυήσει στις αληθινές έννοιες του καλού και
του κακού.
Στο σινεμά του Mizoguchi κάθε τι είναι υποκείμενο στην ενέργεια δυνάμεων που
εξουδετερώνονται αμοιβαία: Η φωτιά και το νερό, το ερωτικό πάθος και ο
θάνατος, τα φαντάσματα και τα ζωντανά πρόσωπα. Αγνές οι προθέσεις του
σκηνοθέτη, ο οποίος χρησιμοποιεί την αλληγορική διήγηση για να δείξει την
προτεραιότητα της ανθρώπινης ζωής. O Akira Kurosawa είχε πει για τον πρώορο
θάνατο του Kenji Mizoguchi: «Καλοί άνθρωποι, σύντομη ζωή».
**The twilight Samurai
Σκηνοθεσία: Yoji Yamada
Πρωταγωνιστούν: Hiroyuki Sanada, Rie Miyazawa, Nenji Kobayashi, Ren Osugi,
Mitsuru Fukikoshi

Όπως και η «Ουγκέτσου Μονογκατάρι» έτσι και ο «Σαμουράι του λυκόφωτος»
εστιάζει στην παρουσίαση του δρόμου του πολεμιστή, των κανόνων και των
ιδεών δηλαδή που διέπουν τη ζωή ενός γενναίου και υπερήφανου πολεμιστή. Το
σενάριο της ταινίας του Yoji Yamada, θέλει έναν φτωχό Σαμουράι του 19ου αιώνα
να προσπαθεί να προστατέψει μια κακοποιημένη γυναίκα. Kατά την διάρκεια της
δύσκολης περιόδου Tokugawa εξελίσσεται η υπόθεση της ταινίας. Ο Seibei είναι
ένας φτωχός Σαμουράι, ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος για να συντηρήσει την
οικογένεια του. Την ώρα που οι συνάδελφοι του ξοδεύουν το μισθό τους σε σάκε,
εκείνος βρίσκεται στο σπίτι του και φροντίζει τις δυο μικρές του κόρες. Μια
μέρα, μαθαίνει πως η αδερφή του φίλου του Rin-no-Jo, εγκατέλειψε τον άντρα της
που την κακοποιούσε και επέστρεψε στο πατρικό τους σπίτι. Ο Seibei γνωρίζει τη
γοητευτική γυναίκα και την ερωτεύεται. Όταν νικήσει τον σύζηγο της σε
μονομαχία, ο ταπεινός samurai διστάζει να την παντρευτεί εξαιτίας της άσχημης
οικονομικής του κατάστασης. Όμως η κοπέλα δεν θα είναι μόνη για πολύ καιρό...
Τον κεντρικό ήρωα ερμηνεύει ο Hiroyuki Sanada, γνωστός από τις ταινίες
«Ringu» και «Ο τελευταίος Σαμουράι». Η ταινία ήταν υποψήφια για το Oscar
καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2003.