You are on page 1of 34

1

Θλ. Βενζηθσ

Μπλοκ C
Ρράξθ Α’

(Ζνα τετράγωνο κελί φυλακισ. Άςπροι, ολόγυμνοι, πολφ ψθλοί τοίχοι,
τςιμζντο ςτο πάτωμα, ζνα μικρό καγκελωτό παράκυρο ψθλά, δεξιά. Θ
πόρτα του κελιοφ ςτον τοίχο του βάκουσ, ςιδερζνια, καπλαντιςμζνθ με
πρόςκετα ςτρϊματα ςίδερο καρφωμζνα με μεγάλα καρφιά. Στο απάνω
μζροσ τθσ πόρτασ ζνα ςτρογγυλό “μάτι” που ανοίγει απζξω όταν ο
δεςμοφφλακασ κζλει να επικεωριςει τουσ φυλακιςμζνουσ. Ζνα μεγάλο
δοχείο ντενεκεδζνιο ςε μια γωνιά. Μιςοςκόταδο. Χαράηει. Πταν ανοίγει
θ αυλαία διακρίνονται πζντε κορμιά πλαγιαςμζνα ςε άκλιεσ
αχεροςτρωμνζσ. Ζνασ ροχαλίηει. Ζνασ άλλοσ μεσ ςτον φπνο του βογκά,
ςτενάηοντασ με παράπονο παιδιοφ. Μουρμουρίηει: - «Πχι! Πχι! Ροφ με
πάτε…»
Αντάρτησ: (Μιςοξαπλωμζνοσ, ζχει ανοιχτά τα μάτια. Σαν κάτι να
περιμζνει. Αφουγκράηεται. Φςτερα ςθκϊνεται ςιγά - ςιγά για να μθν
κάνει κόρυβο, πάει προσ τθ ςιδερζνια πόρτα του κελιοφ. Κολλά το αυτί
του ςτο “μάτι” τθσ πόρτασ. Ακοφγεται ςε αραιά διαςτιματα, ςα να
ϋρχεται από πολφ βακιά, ζνασ υπόκωφοσ κρότοσ: Μπουπ! Μπουπ! Ο
αντάρτθσ ξαναγυρίηει ςτο ςτρϊμα του. Σκφβει ςτον πλαϊνό του, το
φοιτθτι. Χαμθλόφωνα, όπωσ όλοσ ο διάλογόσ τουσ.) – Ακοφσ;
Φοιτητήσ: - Ναι!.. Ναι! Ακοφω… Είναι πολλι ϊρα;
Αντάρτησ: - Πλθ τθ νφχτα βάςταξε αυτό! Πλθ τθ νφχτα!... Σα να γφρευε
βοικεια…
Σαλταδόροσ: (Ξυπνϊντασ) – Τι είναι, αδερφάκι; Γίνεται πάλι τίποτα;
Αντάρτησ: (Δείχνει το χζρι του κάπου) – Άκου! Είναι ο ςφντροφόσ μασ
ςτο 71!

2
Σαλταδόροσ: (Σα να ςυνεφζρνει) – Άχου, μωρζ! Ναι! Το παλικαράκι μασ
με τα χρυςαφιά μαλλιά!
Αντάρτησ: - Μιτε αυτόσ δε μπόρεςε να το βαςτάξει. Ζνα τζτοιο
παλικάρι!
Σαλταδόροσ: - Κυμάςτε τί μασ ζλεγε! Εγϊ, ζλεγε, ςαν ζρκει θ ϊρα μου
για το 71, δε κα ςασ ςτενοχωρζςω ςτο παραμικρό. Γιατί; του λζω. Είμαι
ζτοιμοσ, μου λζει.
Αντάρτησ: - Και ςίγουρα ιταν ζτοιμοσ. Μα είναι, φαίνεται, το άλλο που
δεν το λογάριαηε: το ςκοτάδι. Στο Μπλοκ C, ςτο κελί 71, απομονωμζνοσ,
καταμόναχοσ, περιμζνοντασ το πρωί να ςε κρεμάςουν για να ςε
τουφεκίςουν. Και το ςκοτάδι!...
Φοιτητήσ: - Λεσ… να γίνει ςιμερα;
Αντάρτησ: - Ροιοσ ξζρει! Πμωσ για να γυρεφει ζτςι βοικεια όλθ τθ
νφχτα… Κα το προαιςκάνκθκε πωσ είναι θ ςτερνι του νφχτα.
Φοιτητήσ: (Συγκινθμζνα, με φοβιςμζνθ φωνι) – Λοιπόν, λεσ για το
ςφντροφό μασ ςτο 71 πωσ ςιμερα…
(Τθν ίδια ςτιγμι ακοφγεται απ’ το βάκοσ του διαδρόμου που είναι ζξω
απϋ το κελί κόρυβοσ από αλυςίδεσ, φςτερα θ βαριά ςιδερζνια πόρτα
του διαδρόμου που τθν ανοίγουν, μπότεσ που θχοφν ςτο διάδρομο. Τα
βιματα φτάνουν ζξω απϋ το κελί, το προςπερνοφν λίγο, φςτερα ο
κόρυβοσ ςταματά.)
Αντάρτησ: (Ρνιχτά) – Ακοφτε; Σταμάτθςαν ςτο 71!
(Ακοφγεται ο κόρυβοσ τθσ ςιδερζνιασ πόρτασ του κελιοφ 71 που
ανοίγει. Κραυγζσ ςυγκεχυμζνεσ των Γερμανϊν ςτρατιωτϊν και του
κατάδικου.)
Σαλταδόροσ: - Ναι… Ναι… Στο 71.

3
Αντάρτησ: (Στο Σαλταδόρο) – Ξφπνα και τουσ άλλουσ.
Σαλταδόροσ: (Σπρϊχνει το ζνα κορμί, πλάι του, το Διπλωμάτθ)
– Ξφπνα!...(Ράει ς’ όλουσ λζγοντασ) Ξφπνα!
Φοιτητήσ: Σιγά! (Δείχνει με το χζρι του τθν πόρτα του κελιοφ) Ο
ςφντροφόσ μασ ςτο 71…
Αντάρτησ: - Ακόμα ζνασ ςτθν ατελείωτθ ςειρά…
Θαλαμάρχησ: Ε! Και τι μποροφμε να κάνουμε; (Στο Σαλταδόρο) Τι με
ξυπνάσ βρε; (ξαναπζφτει και γυρίηει τθν πλάτθ του να κοιμθκεί)
(Ο Αντάρτθσ πάει και κολλάει το αυτί του ςτθν πόρτα του κελιοφ. ΟΛ
κόρυβοι περνοφν ζξω απϋ το κελί, ςτο διάδρομο, και ολοζνα
λιγοςτεφουν. Ακοφγεται θ ςιδερζνια πόρτα του διαδρόμου, που κλείνει,
οι αλυςίδεσ τθσ. Πλοι, εκτόσ από το Καλαμάρχθ, παρακολουκοφν με
ςτυλωμζνα μάτια τθν πορεία των ιχων που ολοζνα ςβινουν)
Διπλωμάτησ: (Διπλϊνει με προςοχι το ςτρϊμα του, τθν κουβζρτα του,
τινάηει τισ ςκόνεσ απϋ το ςακάκι που φορά. Πλα τα κάνει αργά, ςα να
είναι ανάγκθ να ςπαταλθκεί χρόνοσ. Με φφοσ απελπιςμζνο) – Και
τϊρα; Τϊρα τι κάνει κανείσ; (Σουλατςζρνει ςτο ςτενό χϊρο μια, δυο) Τι
να κάνει κανείσ; (Ριο νευρικά πάει κι ζρχεται)
Αντάρτησ: (Πλθ τθν ϊρα είχε κολλθμζνο το αυτί του ςτθν πόρτα του
κελιοφ. Αποτραβιζται) – Χάκθκαν οι κρότοι. Κα κατεβικαν ςτθν αυλι.
Φοιτητήσ: - Λοιπόν… Ππου να ϋναι…
Αντάρτησ: - Ασ πάμε, αδζρφια μου, μαηί του, ϊςπου να πζςει. Ασ πάμε
ο κακζνασ με τον τρόπο που μπορεί. (Ρθγαίνει κάτω απϋ το παράκυρο
του κελιοφ και ςτζκεται κοιτάηοντασ ψθλά, ςτο λίγο φωσ τθσ μζρασ που
ζρχεται, ίςια, περιφανα και αποφαςιςτικά. Ο Σαλταδόροσ ανάβει το
καντιλι -ζνα άδειο κουτί κονςζρβασ- και κρατϊντασ το ςτα χζρια του
κοιτάηει μια ςτιγμι γυρεφοντασ να βρει τον τόπο που κακόταν ο
μελλοκάνατοσ πριν τον πάρουν ςτο κελί 71. Λζει ςιγανά: ) – Εδϊ ιταν ο
τόποσ του. (Αποκζτει το καντιλι εκεί, κι αρχίηει να κάνει μετάνοιεσ).

Ε! Κι φςτερα. από κει. Πποιοσ είναι θ ϊρα του να φφγει. φεφγει. Φοιτητήσ: . Κάτι κα ϋγινε όξω και κάνουν αντίποινα. Κφριε των Δυνάμεων μεκϋ θμϊν… Φοιτητήσ: (Ωχρόσ απϋ τθ ςυγκίνθςθ ςτον Αντάρτθ) Δε κα ϋταν μονάχα ο ςφντροφόσ μασ του 71. Χωρίσ να ςαλζψει λζει ςτο Διπλωμάτθ πικρά: ) – Το είδεσ. Σαλταδόροσ: . Ακόμα δεν ζφεξε! Εδϊ δεν είναι ςαράι ςασ να κάνετε του κεφαλιοφ ςασ! Φυλακι είναι εδϊ! Κι φςτερα απϋ το Γερμανό. Θαλαμάρχησ: (Στριφογυρίηει ςτο ςτρϊμα.Κα πιραν καμιά φουρνιά απϋ τουσ δικοφσ μασ απϋ το υπόγειο.Τ’ όνομά του! Δεν το βλζπεισ. Αντάρτησ: . Ακοφγεται μια ομοβροντία πυροβολιςμοί.Τι να ςου κάνω που… Σαλταδόροσ: (Για να δϊςει διζξοδο) – Για κοίτα δω. Δεν πρόφταςεσ! Διπλωμάτησ: (Κατεβάηει τα χζρια απϋ το λαιμό του. και ςωριάηεται) – Κεζ μου! Λυπιςου με πια και πάρε με! Ράρε με από δω μζςα! Σαλταδόροσ: (Σιγανόφωνα) – Κφριε των Δυνάμεων μεκϋ θμϊν γενοφ. κυρ-Καλαμάρχθ μου.Εςφ. Οι πυροβολιςμοί ιταν πολλοί. οι τοίχοι δω πζρα είναι γεμάτοι ονόματα. να κάνεισ το κουμάντο ςου εκεί που ςου περνά.Ρϊσ το μπορείσ να μιλάσ ζτςι.4 Σαλταδόροσ: (Τελειϊνει τισ μετάνοιεσ και κοιτάηει λυπθμζνοσ τθν οροφι. Για κοίτα δω! Θαλαμάρχησ: . .Τι να κοιτάξω. αναςθκϊνεται) – Κα μουγκακείτε επιτζλουσ. Το ϋχε χαράξει με τα νφχια του. Ξαφνικά προςζχει τισ νευρικζσ κινιςεισ του Διπλωμάτθ. εδϊ κουμαντζρνω εγϊ! Φοιτητήσ: . το παλικαράκι του 71 που μασ ζφυγε. Από δω. Θαλαμάρχησ: . Αυτι τθν ϊρα! Ζναν άνκρωπο ςκότωςαν! Μςαμε προχτζσ κοιμόταν εδϊ πλάι ςου. Θαλαμάρχησ: .

ασ γίνει πλάι μου κεραμιδαριό! Φοιτητήσ: Σκουλικι! ( Ο καλαμάρχθσ κάνει να χιμιξει πάνω του. Φαίδωνα που τα ϋχει χαμζνα. (Δείχνει κάτι χάμου ςτο μζροσ που καίει το καντιλι) Να το αίμα του! Ακόμα δεν ξεράκθκε! Ζςταηε το κορμί του αίμα όταν μασ τον φζρανε. Σεβάςου το κορμί αυτό που βάςταξε τόςο. ασ χαράξουμε τϊρα πλάι ςτο όνομά του τθ μζρα. που μυρίςτθκε το κάνατο. Τον είχε βάλει ο ίδιοσ. Φαίδωνα. με τανάλιεσ. Ανοίγουν τθ ςιδερζνια πόρτα του διαδρόμου των κελιϊν. Ζςταηε το κορμί του αίμα. αλλά τον κόβει ο Αντάρτθσ) Αντάρτησ: (άγρια) – Άκουςε λοιπόν το αίμα του. του ςπάςαν τα κόκαλα με ςφυρί. .Σϊπα πια! (με αγανάκτθςθ) Δεν ζχεισ λοιπόν κανζνα αίςκθμα μζςα ςου. πριν τον παν ςτο 71.Βρε. δε με παρατάτε! Μωρζ όλοσ ο κόςμοσ για μζνα είναι τοφτο δω το κορμί. Γριγορα. Κι όμωσ δε λφγιςε. Πςο δε το αγγίηουν. που κοιτάηει ςαν αγρίμι φοβιςμζνοσ γφρω του.Βάλε και ςταυρό πλάι. τα νφχια του τα τράβθξαν.5 Φοιτητήσ: .Δε χρειάηεται. Σαλταδόροσ: (Κοιτάηοντασ τον τοίχο πίςω του) – Λοιπόν. Θαλαμάρχησ: . ςιάχτε τισ κουβζρτεσ ςασ! (Θ πόρτα του κελιοφ ανοίγει κι ο δεςμοφφλακασ ςπρϊχνει μζςα τον κ. Τθ μζρα μονάχα άφθςε ανοιχτι. βαςτϊντασ ςτο χζρι του μια κουβζρτα και μια καραβάνα) – Βρε καλϊσ τον πατριϊτθ! Δίκια για άδικα. δεν πρόδωςε! Μονάχα χτεσ. 5 Λουνίου 1944. Σαλταδόροσ: . Διπλωμάτησ: . πιάνει απϋ τουσ ϊμουσ τον κ. δε βάςταξε και γφρεψε βοικεια με το δικό του τρόπο. Κλείνει τθν πόρτα του κελιοφ και φεφγει) Σαλταδόροσ: (Τινάηεται. (Ακοφγεται κόρυβοσ ζξω. Ακοφγονται οι αλυςίδεσ τθσ) Θαλαμάρχησ: (Τινάηεται πάνω) – Ζρχονται! Τόςο πρωί.

Διπλωμάτησ: . Άσ τα. Φαίδων: . τα τανκσ. Μποφου! Ριςτόλια και μαχαίρια και χειροβομβίδεσ.6 κ. που να λζει πωσ τον φζραν δίκια. Λοιπόν. (Δείχνει και παίρνει το καντιλι) κ. Σαλταδόροσ: .Ευχαριςτϊ. κ. Ευχαριςτϊ.Καλθμζρα ςασ… Θαλαμάρχησ: (ειρωνικά) – Ω! Καλθμζρα ςασ! Από ποφ ςε φζρνουν.Γιατί ανάβει εδϊ καντιλι. κ. (Δείχνει τον αντάρτθ) Από δω το αντάρτικό μασ.Εμ δε κα βρεκεί και κανείσ.Μθν κάνεισ ζτςι.Να με ςυμπακάσ. κ. Μιςοκακόμοιρα) . Στάςου να πάρουμε τοφτο από δω. Φαίδων: (Με παράπονο) – Γιατί μου μιλάσ ζτςι. Φαίδων: (τρζμοντασ) – Απ’ τα S.Καλό τςανάκι κα ϋςαι και του λόγου ςου. λίγο πριν μασ ζρκεισ.Είναι ο τόποσ του. Άκου που ςου λζω! . άλλο μοφτρο κι αυτόσ.Και τϊρα άρχοντά μου. Αν ιξερεσ τι υπόφερα… Σαλταδόροσ: . S. (Δείχνει το φοιτθτι) Από δω ο φοιτθτισϋ ικελε να κάνει διαδιλωςθ και χίμθξε. Φαίδων: . Θαλαμάρχησ: . Είναι γοφρι. κφριε. Σαλταδόροσ: . λζει. απάνω ςτα ςιδερικά τουσ. Φαίδων: (ηωθρά) – Άδικα! Άδικα! Σαλταδόροσ: . άνκρωπε. Φαίδων: (Τρομαγμζνα οπιςκοχωρεί) – Τον τουφεκίςανε! Κι εγϊ κα πάρω τον τόπο του. ζλα να μάκεισ τ’ άλλα τα παιδιά.Δεν αφινεισ τον άνκρωπο να κακίςει. ξενυχτιςμζνοσ. Φαίδων: (Κατακίτρινοσ απϋ το φόβο. Απϋ τθν οδό Μζρλιν. κ. πάλι ςτο ξαναρωτϊ: δίκια ι άδικα βρίςκεςαι δω μζςα. Σαλταδόροσ: . Κακίςτε. (Δείχνει το Διπλωμάτθ) Από δω ο κυρδιπλωμάτθσ. Κα το ςτρϊςεισ εδϊ. κ. Τον τουφεκίςανε το πρωί. αφοφ είςαι άδικα κι εςφ.

Σαλταδόροσ: . Ζρχεται ο δεςμοφφλακασ να μασ ανοίξει. Σαλταδόροσ: .Los! Los! Wasser! (Βγαίνουν ο καλαμάρχθσ. κυρΚαλαμάρχθ μου. Τι ρωτάσ. ςιγανά) – Ροιοί ζρχονται και γιατί. απϋ το ψωμί ςου να φάει.Και τι ιμουνα ίςαμε τϊρα. Φαίδων! Σίγουρα κα πεινάσ.7 (Τον ςπρϊχνει να βάλει τθν κουβζρτα του να κακίςει) Ρϊσ ςε λζνε. Φαίδων: . Φαίδων: (τρομαγμζνα. κ. Φαίδων: . Κα πάρουμε νερό και κα πλυκοφμε. (Με αςτείο τρόπο τον κοιτάηει ερευνθτικά) Θαλαμάρχησ: . Ο δεςμοφφλακασ κάκεται ζξω απϋ τθ μιςάνοιχτθ πόςτα του κελιοφ και παρακολουκεί.Εςφ δεν το ϋπεσ πριν από λίγο ςτο φοιτθτι.Φαίδων.Δοσ τον. Κα ςυνθκίςεισ. Οι αλυςίδεσ. Ηο. οι μπότεσ) Αντάρτησ: . Είςαι ςυ ο ίδιοσ. Δεςμοφφλακασ: .Μονάχα το πρωί ζχει νερό.Ζρχονται! Συμμαηευτείτε! (Πλοι παν και κάκονται ςτα ςτρϊματά τουσ) κ. Άρχιςεσ τϊρα να γνιάηεςαι και για το διπλανό ςου. βρζ. Αντάρτησ: (Του χτυπά τθν πλάτθ) – Μθν κάνεισ ζτςι πατριϊτθ. ο κ. να πάρουμε νερό. .Φαίδων.) κ. Σαλταδόροσ: (ξαφνιαςμζνοσ) – Να τον δϊςω απϋ το ψωμί μου να φάει. ο φοιτθτισ κι ο διπλωμάτθσ. Θαλαμάρχησ: . το τομάρι ςου! (Ακοφγεται ςτο βάκοσ του διαδρόμου θ πόρτα που ανοίγει. Μονάχα ζνα ξζρεισ. Τι ακοφω. Στο βάκοσ του διαδρόμου είναι θ βρφςθ.

καινοφργιε. Σαλταδόροσ: . Αντιςμιναρχο ιταν κάπωσ αλλιϊτικα.Ε! Ο κακζνασ ζχει το μυςτικό του. Αν είναι τίποτα που δεν το ϋχεισ μολογιςει ςουσ Γερμαναράδεσ. Θαλαμάρχησ: (Επιςτρζφει ςτθν πόρτα του κελιοφ) – Εςφ. Μασ είπε με το νι και με το ςίγμα που να ςθκϊνεται θ τρίχα τθσ κεφαλισ ςου. τα ςυνκιματα. Φαίδων: . κράτα το κι εδϊ κρυφό. γιατί ςε φζρανε εδϊ. κάτου απ’ ανοιχτό ουρανό. κι εςφ κι ο μικρόσ. Φαίδων βγαίνει) Σαλταδόροσ: (Στον αντάρτθ) – Να φυλάγεςτε. Φαίδων: . τι ζγινε. Φαιδωνάκι.Σπατςίρεν το λζνε. Τι χτυποκάρδια πζραςα με τον αντιςμιναρχο… Δεν ξεχνάω εφκολα ζναν τζτοιο άντρα! Άραγε να τον ζφαγε το ςκοτάδι ζτςι που μασ τον πιραν. Αντιςμιναρχε… Αντάρτησ: . Κα δεισ! Φτάνει να μθ ςε πάρουν και δεν προφτάςεισ.Πχι. Σαλταδόροσ: .Μα εδϊ όλουσ ζτςι τουσ παίρνουν. Αντάρτησ: . μεσ το παραμιλθτό.Το πρωί και το βράδυ. το άλλο ταξίδι. Τότεσ. Κείνο το τελευταίο βράδυ που βογκοφςε εδϊ… (ςυγκινθμζνοσ) Καλζ μου κ. Και προπαντόσ. Πξω. Μπορεί να μθν ζχει ζρκει θ ϊρα ςου και να το βρεισ απ’ αυτόν. αλθκινό ουρανό.8 Αντάρτησ: . άνοιξε τθν καρδιά του. μόκο ςτο παλιόςκυλο αυτό! (δείχνει τθ κζςθ του Καλαμάρχθ) κ. Κα δείτε! Σαλταδόροσ: (καυμαςτικά!) . Σαλταδόροσ: (Σοβαρά) – Άκουςζ με. Είναι επικίνδυνοσ. Αλικεια. γιατί κα ςασ τθ φζρει. . Τοφτο κάκε πρωίϋ κι φςτερα κα περιμζνουμε το απόγευμα.Αλικεια. (Ο κ.Ε.Πλθ αυτι τθ νφχτα τον ζδειρε ο πυρετόσ. ξαφνικά. τον τρόπο που μπικε ςτο Ναφςτακμο. κ. μπροσ! Τθν καραβάνα ςου κι όξω για νερό. Με τον κ. πωσ βοφτθξε απ’ τουσ Γερμανοφσ τα ςχζδια.

Μθν το βάηεισ με το νου ςου. Φοιτητήσ: . Από τότεσ δεν τον ματαείδαμε. πωσ προδόκθκε.Αλικεια λζει! Και τ’ ακοφςαμε όλα. Πμωσ να με βαςανίςουν. Θαλαμάρχησ: (Φαίνεται ςτθν πόρτα) – Μπροσ εςφ! (Σπρϊχνει μζςα το φοιτθτι) (Στο Σαλταδόρο) Πξω εςφ! Σαλταδόροσ: .9 με ποιουσ ιταν.Τι φοβάςαι. τα νφχια των χεριϊν κι φςτερα του βάηουν πυρωμζνα ςίδερα ςτισ . Τ’ άλλο πρωί ο Καλαμάρχθσ πιγε για ανάκριςθ ςτα S. (Τον κοιτάηει εξεταςτικά) Είςαι πολφ χλωμόσ. Μθ μιλάσ ελεφκερα μπροςτά του. κι ιρκε το μεςθμζρι. Και ςε λίγο (ςιγανά. Αντάρτησ: . Αντάρτησ: . Τον Αντιςμιναρχο τον ποιθτι ςκζπτομαι. δρόμοι. Μθ φοβάςαι. Σαλταδόροσ: . Μαηί του ξαγρυπνοφςαμε πάνω απ’ τον Αντιςμιναρχο. Φοιτητήσ: . Πμωσ να βλζπεισ το ηωντανό κορμί πϊσ ςπαράηει για να ομολογιςει κακϊσ του τραβοφν τα νφχια των ποδιϊν.Τϊρα δε μπορϊ να ςου πω. τ’ άκουςε όλα και τοφτο το παλιόςκυλο (εννοϊντασ το καλαμάρχθ).Εςφ είςαι.Δε μου τα ϋχεισ πει όλ’ αυτά.Συλλογίηομαι πωσ ζφταςε θ ϊρα μου για τα S. Πλα μπορείσ να τα βαςτάξεισ. ονόματα. Τι ςε βαςανίηει. λζξθ για τθν οργάνωςθ και προςοχι από ονόματα. Αλικεια είναι. Ρρόςεχε και ςυ το Καλαμάρχθ. πωσ μπαρκάριςε για ζξω. εμπιςτευτικά) ζρχονται και παίρνουν τον Αντιςμιναρχο. S.Ζρχομαιαι!!! Φοιτητήσ: (Αποκζτει τθν καραβάνα και πάει κοντά ςτον Αντάρτθ που βρίςκεται κοντά ςτο παράκυρο ςυλλογιςμζνοσ) – Ρολφ ςυλλογίηεςαι… Αντάρτησ: . S.Δε φοβάμαι να με ςκοτϊςουν. Σιμερα αφριο κα με πάρουν. Ρροςοχι. Φοιτητήσ: . Αντάρτησ: .

. αυτοί που μαηί αγωνιςτικατε ςτουσ δρόμουσ τθσ Ακινασ. Δεν άκουςα τίποτα. . Κοίταξζ με ςτα μάτια. πειναςμζνοι. Ο δεςμοφφλακασ κλείνει τθν πόρτα του κελιοφ. Φαίδωνα) – Ζλα τϊρα να μασ πεισ τα νζα απ’ τον κόςμο. ο Αντάρτθσ. Είμαι οι ςφντροφοί ςου που ςκοτϊκθκαν. άλλον για το κελί 71 για τουφζκιςμα.Σφχαςε. Θαλαμάρχησ: (Ραρουςιάηεται ςτθν πόρτα του κελιοφ. ςτισ μαςχάλεσ. Φαίδων: .Κε μου! Τι ηωι είναι αυτι!. Άλλον για ανάκριςθ. Διπλωμάτησ: . Με πνιγμζνθ φωνι) Αχ!. Πλοι ταχτοποιοφνται ςτισ κζςεισ τουσ) Σαλταδόροσ: (Στον κ.Και τϊρα τι κα κάνουμε. (Σε λίγο μπαίνει μζςα ο Σαλταδόροσ. (Ρζφτει ςτθν αγκαλιά του Αντάρτθ . αυτοί που κακϊσ τουσ βάηαν ςτθ γραμμι για να τουσ τουφεκίςουν τραγουδοφςαν τον φμνο ςτθν ελευκερία… Και πάνω απ’ όλα είμαι αυτό που πιςτζψαμε και προςφζραμε τθ νιότθ μασ.. (ςα ςε ζκςταςθ) Είμαι θ μθτζρα ςου. άλλον για ςτρατοδικείο. κ. κυνθγθμζνοι. Είμαι οι φίλοι ςου ςτο Ρανεπιςτιμιο. ςκουπίηουν τα χζρια τουσ) Θαλαμάρχησ: (Ζξω απ’ τθν πόρτα ςτον αντάρτθ) – Άιντε τζλειωνε! Γριγορα! (Μπαίνουν ο Καλαμάρχθσ. Πλοι ταχτοποιοφν το νερό. Στον Αντάρτθ) – Ζλα γριγορα κι εςφ να τελειϊνουμε.10 χοφφτεσ.Κα περιμζνουμε ποιον από μασ κα ρκουν να πάρουν. (ςτο Διπλωμάτθ) Εςείσ γιατί είςτε εδϊ. κ.Ε! Κακζνασ ζχει τθν ιςτορία του. Διπλωμάτησ: . το όνειρο για το καλό του ανκρϊπου και του κόςμου. Φαίδων: . ςφχαςε Φϊτθ. Φαίδων: (Φοβιςμζνα κοιτάηει το Καλαμάρχθ) – Δεν ξζρω τίποτα. κ. ςφντροφζ μου… Αντάρτησ: .

Μπαίνει ο Δεςμοφφλακασ με δυο ςτρατιϊτεσ.) κ. Τον ςζρνουν ζξω. ζλα. Οι μπότεσ. (Ακοφγεται ςτο βάκοσ του διαδρόμου ο γνϊριμοσ κόρυβοσ τθσ πόρτασ που ανοίγει. Ο δεςμοφφλακασ ανοίγει και ςπρϊχνει μζςα ζναν άνκρωπο.) Σαλταδόροσ: (Χαμθλόφωνα) – Ο Κεόσ μαηί ςου! Ο Κεόσ μαηί ςου! (Θ πόρτα κλείνει. Πλοι μζνουν ςιωπθλοί. αδερφάκι. Φαίδων: . Διπλωμάτησ: .) Σαλταδόροσ: (Τινάηεται ςβζλτοσ. Φοιτητήσ: (Χλωμιάηει και ςθκϊνεται) – Ραρϊν. Ο ςτρατιϊτθσ του βάηει τισ χειροπζδεσ. για τί ςε φζρνουν. Σαλταδόροσ: . του πιάνει το κεφάλι χαροφμενα) – Δίκια για άδικα.Ζρχονται! (Πλων τα βλζμματα ςτυλϊνονται με αγωνία ςτθν πόρτα που ανοίγει.Τον πάνε μιπωσ για τουφζκιςμα. Ο ζνασ κρατά χειροπζδεσ) Δεςμοφφλακασ: (Διαβάηει ζνα χαρτί) – Φϊτθ Ρα… Ραράςκο. ϊςπου ςυναντά το χζρι του φοιτθτι και το ςφίγγει.Κε μου! Ρόςα πράματα ζχετε να μάκετε. Βιματα με μπότεσ. . το ανεβάηει. (Ο Αντάρτθσ χωρίσ να ςθκωκεί φζρνει το χζρι του ςτα πόδια του όρκιου φοιτθτι.) Σαλταδόροσ: . Φαίνεται να του είναι αδφνατο να ςθκωκεί.) (Πλοι καρφϊνουν με αγωνία τα μάτια ςτθν πόρτα και περιμζνουν. Κε μου! Ραιδάκια μου! Ρϊσ να βγω από δω μζςα.11 (Ακοφγεται ςτο βάκοσ ο ιχοσ τθσ κλειδαριάσ που ανοίγει. Ροτζ να μθν ξζρεισ τίποτα για ποφ ςε πάνε. Δε βλζπεισ τι πράγματα ζχεισ να μάκεισ εδϊ που ςε φζραν. Ο νζοσ πζφτει μπροφμυτα. Είναι κι αυτόσ ζνασ τρόποσ να ςε βαςανίηουν. Ρϊσ.Ζλα. μθν κάνεισ ζτςι. Αυτό ποιοσ το ξζρει απ’ όςουσ μπαίνουν εδϊ μζςα.

ςασ λζω! Ο κ. Αντιςμιναρχοσ ιρκε!!! Αυλαία . (Τον κουνά ςτουσ ϊμουσ) Τον βλζπεισ.12 Αντιςμήναρχοσ: (Σιγά – ςιγά αναςθκϊνεται. Πλοι όςουσ ξζρατε ταξίδεψαν. Α! Πχι μονάχα εγϊ. Αντιςμιναρχε! Δε ξζρετε κανζναν. χαίρεται για κάτι που βάηει ςτο νου του. Δε βλζπω πια καλά. Είςαι καλά. Τι ζχουν τα μάτια ςου. Συγκινθμζνα και κριαμβευτικά) Είναι ο Αντιςμιναρχοσ Δεςφλλασ. Αντιςμήναρχοσ: (Του παίρνει τα χζρια. Σαλταδόρο.Πχι. Δόξα ςοι ο Κεόσ! Δόξα ςοι ο Κεόσ! Μα… κατζβαςε τα χζρια ςου. κ.) Αντιςμήναρχοσ: . ζχοντασ τισ χοφφτεσ μπροσ ςτα μάτια του ςα για να τα προφυλάξει) – Σαλταδόρο. βακφ. Αντιςμιναρχοσ! (Χφνεται πάνω του) Ηεισ λοιπόν.Α! Ηει λοιπόν… (ξαφνιαςμζνοσ. Σαλταδόροσ: . Είναι κι ο… Καλαμάρχθσ μασ. από ςκοτάδι βακφ. (Γυρίηει προσ τουσ άλλουσ. Κι εγϊ τι πιγα να βάλω με το νου μου. Ηεισ. Δε με βλζπεισ.Ξζρω κανζναν από τουσ πατριϊτεσ ποφ ναι εδϊ. Σαλταδόροσ: (κατάπλθκτοσ) – Ο κ. ακοφω τθ φωνι ςου. καλζ μου αφζντθ… Θαλαμάρχησ: .Ζρχομαι απ’ το μπουντροφμι. Εςφ είςαι. αφζντθ μου. Σαλταδόροσ: (ςυγκινθμζνοσ) – Αφζντθ μου. Ιταν κανείσ ςαν ιμουν. ςα να τον χαϊδεφει) . Μονάχα εγϊ μζνω. το πρόςωπο.

Σαλταδόρο.Μθ κάνεισ ζτςι. Μασ τον πιραν το πρωί. κ.) Σαλταδόροσ: (Μόλισ κλείςει θ πόρτα τρζχει προσ τον Αντιςμιναρχο και ςυμπονετικά του λζει) – Κφριε Αντιςμιναρχε! Αχ. Ο διπλωμάτθσ ζχει φφοσ μελαγχολικό. θ ςκθνι μζνει άδεια. Αυτουνοφ μπορείτε να του μιλάτε λεφτερα.Ζχει ζνα μικρό ςφντροφο. Ο Αντιςμιναρχοσ ςιωπθλόσ κάκεται ςτο ςτρϊμα του και φζρνει το χζρι ςτο μαςτιγωμζνο μάγουλό του. όλο αποτραβθγμζνοσ κάκεται. Κι όμωσ το ξζρει πωσ είςτε ζνασ Αντιςμιναρχοσ τθσ Ρολεμικισ Αεροπορίασ! Αντιςμήναρχοσ: . Ζχει να νοιάηεται και γι αυτόν. να ςασ πω κάτι. τουσ . (εμπιςτευτικά) Και μια κι ιρκε ο λόγοσ.Αλικεια.Τι ζχει κι από πάνου. Ο κακζνασ κάκεται ςτθ κζςθ του. Ο δεςμοφφλακασ κλείνει τθν πόρτα. Αντιςμήναρχοσ: . Σαλταδόροσ: . Σαλταδόροσ: (Δείχνει τον αντάρτθ) – Και τον καθμζνο το Βαςίλθ. που ζνασ – ζνασ μπαίνουν ςτο κελί.Ζνα κτινοσ δε μπορεί να τα λογαριάηει τζτοια πράματα. Σαλταδόροσ: .13 Ρράξθ Β’ (Το ίδιο απόγευμα. Αμζςωσ ακοφγονται τα ςίδερα τθσ πόρτασ που ανοίγει. κφριε Αντιςμιναρχε! Αντιςμήναρχοσ: . Σαλταδόροσ: (Κοιτάηοντασ με ςτοργι το πρόςωπό του) – Ρϊσ μπόρεςε το ςκυλί να ςασ χτυπιςει. Αντιςμιναρχε. Είναι άλλο ςόι άνκρωποι. Ο Καλαμάρχθσ αδιάφορο. Σ’ αυτόν καρρϊ πωσ τθν κατζβαςε πιο βαριά. Θ πόρτα είναι ανοιχτι κι όταν ςθκϊνεται θ αυλαία. Είναι παιδί πρϊτθσ.Πλοι μασ ζχουμε δω τα βάςανά μασ. Αντιςμήναρχοσ: . Σαλταδόρο. Μα αυτόσ ζχει κι από πάνου. ζπειτα τα βιματα των φυλακιςμζνων. Μα το Κεό! Ζχουνε τθ λόξα τουσ! Και τουσ καίει πανάκεμά τουσ. Ζνα φοιτθτι. ζπειτα απ’ τον περίπατο των φυλακιςμζνων πάλι ςτο κελί τθσ φυλακισ.

Αντιςμιναρχο ξεχϊριςε. (Στον Αντάρτθ) Ρόνεςεσ πολφ. Σαλταδόρο. Είναι ςαν τον Κφριο θμϊν Λθςοφ Χριςτό. Δεν είναι θ πρϊτθ φορά. Αντιςμήναρχοσ: . Αντάρτησ: . Αντάρτησ: (Κοιτάηει προσ τθ μεριά του Αντιςμιναρχου.14 τηιτηιρίηει! Δεν τον βλζπεισ.Ραρακαλϊ. Σαλταδόροσ: (Ρροςζχει το πρόςωπο του Αντάρτθ) – Μα εςφ είςαι ματωμζνοσ.Τϊρα δα με ρωτοφςε γιατί κάκεςαι εςφ μοναχόσ και λυπθμζνοσ. Μονάχα εςζνα και τον κ. Αντάρτησ: . Ολοζνα θ ϊρα τουσ κοντεφει. Αντάρτησ: . Εςάσ τουσ δυο μονάχα χτφπθςε. εςείσ λζτε με με τ’ όνομά μου. (Ακοφγεται θ ςιδερζνια πόρτα του διαδρόμου. Αντιςμιναρχο. Πλοι ςτυλϊνουν τα μάτια τουσ ςτθν πόρτα του κελιοφ.Α. (Ανεβάηει το χζρι και με το μανίκι ςκουπίηει τα αίματα.Μθ ςε νοιάηει. Σαλταδόροσ: . κακίςτε. Αντάρτησ: (Γυρίηει προσ το μζροσ του) – Κα κζλει ο άνκρωποσ να τον αφιςουμε ιςυχο. ζπειτα πάει κοντά του) – Να κακίςω κοντά ςασ κ.Είδεσ.) Δεςμοφφλακασ: (Στο Καλαμάρχθ) – Komm! (Ο Καλαμάρχθσ παρατά τα χαρτιά. ναι. χϊνοντάσ τα κάτω απ’ το ςτρϊμα του και φεφγει) Αντιςμήναρχοσ: . Είμαι μακθμζνοσ να βαςτϊ.Γιατί άραγε τον κζλουν.) Σαλταδόροσ: . Αντιςμήναρχοσ: .Καλά.Ρϊσ ςασ φαίνονται τα νζα. Αντιςμιναρχε. Σασ παρακαλϊ. Γιατί δεν κάνεισ λίγθ παρζα με τον κ. . Ζπειτα μπότεσ.

Αντιςμήναρχοσ: . πωσ δε μ’ αρζςουν. Ιταν θ ποιότθτα του ανκρϊπου. Αντιςμήναρχοσ: . Αντάρτησ: (Κακιςμζνοσ πλάι ςτον Αντιςμιναρχο) – Κφριε Αντιςμιναρχε Αντιςμήναρχοσ: . Αντάρτησ: . Κι αν ζγινε ςαλταδόροσ. Μθ βλζπετε που τοφτοσ παραςτράτθςε κι ζγινε ςαλταδόροσ.Κι φςτερα.Με λζνε Δεςφλλα. Κάπου εδϊ πρζπει να ϋναι. με το λαό αυτόν που ζςφιξε τα δόντια. Αντάρτησ: .τι καλφτερο βγικε απ’ τθ ςυμφορά τθσ πατρίδασ μασ.Ιταν θ ανάμνθςθ που είχατε αφιςει ςτουσ γυμνοφσ τοφτουσ τοίχουσ. που πάλεψε μα δε δουλϊκθκε. Κάκε τόςο τον παίρνουν κάτου ςτο Γραφείο. Αντάρτησ: . Σασ παρακάλεςα εςείσ να με λζτε με τ’ όνομά μου. Αντιςμήναρχοσ: (Ρροςπακεί να ςταματιςει τθν κουβζντα) – Μου δίνετε. αυτά είναι που ςασ ζλεγα.Από μζνα. που το κακετί μετριζται με ηωι και με κάνατο. ναι! Αντάρτησ: . το κατακάκαρο μζταλλο λάμπει. Το ζνα είναι ο Σαλταδόροσ. Γι’ αυτό ζλεγα πωσ φοβάμαι… Αντιςμήναρχοσ: (κακθςυχαςτικά) – Καλά.Είδατε τι βακιά ευγζνεια είναι μζςα ς’ αυτό το ξυπόλυτο παλικάρι. Καλά. ιταν από ςασ. Μζςα δω. κφριε Αντιςμιναρχε. θ δεφτερθ ομορφιά που βρικα δω μζςα ςαν ιρκα ιταν.Ω. Και βλζπετε που λάμπει. που χτυπικθκε με τθν πείνα και με τθ ςκλαβιά.Ευχαριςτϊ! Ικελα να ςασ πω πωσ όταν με φζρανε ςτο κελί τοφτο δυο πράματα βρικα με αλθκινι ομορφιά. Αντιςμήναρχοσ: . ό. Σαλταδόρο. το νερό.15 Σαλταδόροσ: . κα ιταν με τουσ άλλουσ. .Είναι ο λαόσ μασ. ςασ παρακαλϊ. Λίγο να τον οδθγοφςαν. που κζλοντασ και μθ απογυμνωνόμαςτε.Να. με τουσ πολλοφσ.

που όςο και ν’ αντζχεισ κάποτε κα τςακίςεισ. του πνεφματοσ και άνκρωποσ τθσ πράξθσ.Τρεισ μινεσ. λζει ο Σαλταδόροσ. ολότελα το φωσ ςασ. εςείσ τι κάνατε ςτθ ηωι ςασ. ςπουδάςατε! Κι ζχουν να λζνε πωσ δεν μπορείσ να είςαι και τα δυο – άνκρωποσ τθσ επιςτιμθσ. Άλλωςτε το βλζπω. Κι ζβλεπα τα χαράματα. Υπιρχε οργανικι αφορμι. (Ραφςθ) Εςείσ. κι αυτό το ξζρετε. Αυτό δεν ιταν και τόςο αβάςταχτο. Σα να μονολογεί. Κοντά ς’ αυτι ιρκε και το βακφ ςκοτάδι ςτο μπουντροφμι. λοιπόν. ο πολφσ καιρόσ που βάςταξε θ απομόνωςι μου. Αντάρτησ: . Το άλλο ιταν. Ρεριςςότερο κα ςασ ζπαιρνα για άνκρωπο του πνεφματοσ παρά για ανϊτερο αξιωματικό τθσ αεροπορίασ. Θ τρφπα ςτθν πόρτα του δικοφ μου του κελιοφ ιταν επίτθδεσ ανοιχτι για να μπορϊ να βλζπω. αυτό είναι ωραίο και τίμιο! Μα ζχετε χάςει. θ νευρικι κρίςθ.) – Ζνασ αντιςμιναρχοσ ποιθτισ… Ραράξενο που είναι.Ρολφ το φοβάμαι πωσ κα το χάςω.Σποφδαςα χθμεία. Αντιςμήναρχοσ: . ιταν ζνασ μεγάλοσ ςταυρόσ με κιμωλία. τθ ςκθνι: Να . Μα δεν πρόλαβα να γίνω χθμικόσ.Α. Αντάρτησ: . Αντιςμήναρχοσ: . Είναι το πρϊτο που μου ζκαμε εντφπωςθ.Ζχετε δίκιο. Στον τοίχο εκεί (δείχνει) για αποχαιρετιςτιριο ζχετε γράψει ςτίχουσ. Κι εγϊ το κατάλαβα ποφ αργά πωσ είχα κάνει λάκοσ ςτο δρόμο. Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμήναρχοσ: .Α. Με βρικε ο πόλεμοσ και με ςυνεπιραν οι ιδζεσ.Ρόςο αλικεια. Αντάρτησ: (Με ζξαρςθ) – Να είςαι και τα δυο.16 Αντάρτησ: (Του δίνει το νερό. Απζξω. ςχεδόν κάκε μζρα. παραμιλοφςατε ςτίχουσ.Μα μασ ςτον φπνο ςασ. ςτθν πόρτα του. Αντίκρυ ςτο δικό μου το κελί ιταν ζνα άλλο για καταδικαςμζνουσ ςε κάνατο. Αντάρτησ: . Αντιςμήναρχοσ: . Και βγικε ςτο δρόμο ν’ αγωνιςτϊ και να τισ υπεραςπιςτϊ.

Αντιςμήναρχοσ: .Κφριε Δεςφλλα… Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμήναρχοσ: Για τι πράμα. Αντιςμήναρχοσ: . τραγουδοφςαν τον φμνο ςτθν ελευκερία ϋ ζνασ μια μζρα λιποκφμθςε: τον ςφραν αναίςκθτο και τον τουφζκιςαν.Δεν το καταλαβαίνετε.Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Να ςπάςει το θκικό. λοιπόν. Μα ςιγά – ςιγά αυτό που γινόταν ζξω απ’ τθν πόρτα μου ιταν τόςο δυνατό. τισ πρϊτεσ μζρεσ. ΟΛ πιο πολλοί το άντεχαν με περθφάνια. Αντιςμήναρχοσ: . τόςο (προςπακεί να βρει λζξθ) τόςο αναντικατάςτατο. να μθ βλζπω. να μθν ακοφγω.Τι γυρεφανε από ςασ. Αντάρτησ: .Και τϊρα πάλι γιατί ςασ φζραν απάνου. Αντιςμήναρχοσ: . Α.Βζβαια. ςειρά. Αντάρτησ: . . Δεν ξζρω.Τι ςκυλιά! Τι ςκυλιά! Αυτό! Να τουσ γυμνϊςουν!.Τρεισ μινεσ! Τρεισ μινεσ περιμζνατε..Το φοβερό είναι τοφτο: Στθν αρχι. Ιταν ςαν ανάγκθ. κι ζπειτα να τουσ ςζρνουν ουρλιάηοντασ τουσ καταδίκουσ που ιταν να εκτελεςκοφν. Για να τουσ ςτεριςουν ακόμα και τθν αξιοπρζπεια του κανάτου. που κατάντθςε να ςζρνουμαι ςαν υπνωτιςμζνοσ ςτθν τρφπα τθσ πόρτασ για να μθ χάνω τίποτα απ’ το κζαμα. Αντάρτησ: .Ορίςτε.18 γυμνϊνουν πρϊτα. να αποκαλφψω.. Αντάρτησ: . ιταν φοβερό! Αντάρτησ: . ςκεπαηόμουν κατακοφκουλα. όταν ζρχονταν να πάρουν τουσ μελλοκάνατουσ ςυμμαηευόμουν ςε μια γωνιά.Ο Σαλταδόροσ ςασ είπε τίποτα. (Γαλινια. πικρά) Μςωσ να μου ετοιμάηουν άλλο παιχνίδι. ιταν ςχεδόν όλοι δικοί ςασ. Αντάρτησ: .

Αντιςμήναρχοσ: . Φζρνουν το Καλαμάεχθ. Αντιςμήναρχοσ: (Τον κοιτάηει κατάματα) – Πχι. Μα εγϊ είμαι ζτοιμοσ. μπορείτε να ϋχετε εμπιςτοςφνθ ς’ εμζνα.Με ςυγχωρείτε γι’ αυτό που ρωτϊ.Καλϊσ τον. Θ κζςθ του είναι δφςκολθ. όχι! Αυτό κα τον ζςπρωχνε περιςςότερο ςτον πειραςμό. Για μια ολάκαιρθ δουλειά που κάναμε. Είναι αδφνατο. Γι’ αυτοφσ που είναι ζξω.Κα πρζπει να τουσ ειδοποιιςει. με παν επιτζλουσ ςτθν ανάκριςθ! Είναι θ μεγάλθ μου μζρα! . Αντάρτησ: . (αργά) (Ακοφγεται ο κόρυβοσ τθσ πόρτασ του διαδρόμου που ανοίγει.Α.κ.Ναι ςίγουρα. Ο Σαλταδόροσ κρφβει τα χαρτιά ςτθν τςζπθ του. που ςασ ζδερνε ο πυρετόσ. Θαλαμάρχησ: (Σα να μιλά με τον εαυτό του) – Ιταν πωσ αφριο. όχι.Σκοπεφετε να του μιλιςετε. Αντιςμήναρχοσ: . Ναι. Αντάρτησ: . Αντάρτησ: . Για άλλο φοβοφμαι. Θ πόρτα κλείνει. Ρολφ άργθςεσ. ςτο παραμιλθτό ςασ… Αντιςμήναρχοσ: .Φαίνεται άνκρωποσ. Τϊρα πια. Βιματα. Τι ιταν. Σασ φοβίηω με τισ ιδζεσ μου. Αυτά που ξζρει μποροφν να ςασ ςτείλουν ςτο εκτελεςτικό απόςπαςμα.19 Αντάρτησ: . Αντιςμήναρχοσ: .Φαίνεται πωσ μια νφχτα. Ανοίγει θ πόρτα του κελιοφ.Με ποιον τρόπο. μπορεί κι απόψε.Α.Σασ κρατά ςτα χζρια του. Αντάρτησ: . Δεςφλλα. που μπορεί να τα παηαρζψει όλα. Αντιςμήναρχοσ: . για το Καλαμάρχθ λζτε. Κι αν του υποςχεκοφν… Αντάρτησ: . Κα λογαριάηετε πωσ μπορεί να ςασ κάνει κακό. μου το είπε ο Σαλταδόροσ.) Σαλταδόροσ: .

Καλαμάρχθ. Θαλαμάρχησ: (Τον κοιτάηει κι φςτερα ςαν να ταξιδεφει με το νου του) – Λζω να τα καταφζρω. Το βλζπετε. Θαλαμάρχησ: .Α. Θαλαμάρχησ: . Αρχίηει τϊρα να βθματίηει) – Το βλζπετε. Αντιςμήναρχοσ: .Δεν ζχουμε περικϊριο να μθνφςουμε όξω.S. τον καλοφν επιτζλουσ ςε ανάκριςθ. Αντάρτησ: .20 Σαλταδόροσ: .Είχατε τρόπο να μθνφςετε όξω.Απόψε. Αντιςμήναρχοσ: . Μα όχι πριν από αφριο το βράδυ. Αντιςμιναρχε. Τον κ. Χαμθλόφωνα) – Ακοφςατε.Ναι. χωρίσ να το δείχνει. Σαλταδόροσ: . Εν τοφτοισ για ζναν Γενικόν Ρρόξενον! Τον ρίχνουν ςτα μπουντροφμια και μιτε φωνι. Το πολφ αφριο. Αν μιλιςει απόψε. Σαλταδόροσ: . Απόψε. λοιπόν δε μζνει τίποτα. τθν ϊρα του spazieren. Θαλαμάρχησ: . Ριάνει το χζρι του Δεςφλλα. μιτε ακρόαςισ.Κα ςε παν βζβαια ςτθν οδό Μζρλιν. Τα κτινθ! Αντάρτησ: . Διπλωμάτησ: (Είχε αποτραβθχτεί από ϊρα ςε μια γωνιά. Αντιςμήναρχοσ: (ατάραχα) – Ναι.Δεν πιςτεφω να φοβάςαι. Στα S.Το επικυμείτε φαίνεται εςείσ πολφ να πάτε ςτθν οδό Μζρλιν. Αντάρτησ: .Το ρωτάσ. Στθν οδό Μζρλιν. κ. Αντάρτησ: (Ρου παρακολοφκθςε τθ ςτιχομυκία.Είχα. . Σαλταδόροσ: .Ρολφ κα τθν περιμζνεισ αυτι τθν ϊρα.Το λοιπόν.

άφθςε κι ζνα πορτί ανοιχτό για να μπει αυτό που δεν το περιμζνεισ.Είναι πολφ. ϊςπου να τελειϊςει ο πόλεμοσ. Να ποφμε. να. . ασ γίνει! Φαίδων: . Είναι πολφ! Δεν είναι.Κοντεφει να βραδιάςει κι ακόμα να τον φζρουν.Ε.) Θαλαμάρχησ: .Από ποφ να μου ϋρκει Χριςτιανζ μου! Εμζνα θ υπόκεςι μου είναι απλι.Κφριε των Δυνάμεων! Χίλιεσ φορζσ να μ’ αφιςουν εδωνάσ.τι είναι να γίνει. χτεσ τινάχτθκε ςτον αζρα ζνα γιοφφρι ζξω από τθν Ακινα. Αντάρτησ: .Δεκαεννιά χρονϊ. το είπα! Φαίδων: . Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμήναρχοσ: . Κάτι τροφοδοςίεσ… (Ο Σαλταδόροσ του γνζφει να ςωπάςει. Κε μου! Ναι. Δεν ανακατεφτθκα ςτθ δουλειά που με κατθγοράνε! Θαλαμάρχησ: – Για τι δουλειά ςε κατθγοράνε. Αντιςμήναρχοσ: (Στον αντάρτθ που είναι αφθρθμζνοσ) – Ιταν πολφ νζοσ. Δεν ξζρεισ πότε παίρνει θ μπάλα τον κακζνα.Είπατε πωσ κζλετε να πάτε ςτθν οδό Μζρλιν. Για να μθ ςου κακοφανεί. Διπλωμάτησ: . Αντάρτησ: .Μα εδϊ μζνοντασ ζχει πολλά παλοφκια.21 Διπλωμάτησ: . Σαλταδόροσ: .Κατάλαβα.Το επικυμϊ φίλε μου.Κα φοβάςτε πολφ γι αυτόν.Αχ. Επιτζλουσ ό.Τι φοβάςτε. παρά να με ξαναπάν εκεί! Θαλαμάρχησ: . Αντάρτησ: . Φαίδων: . πατριϊτθ! Δεν ξζρεισ από ποφ μπορεί να ςου ϋρκει! Φαίδων: .Αργεί πολφ και φοβάμαι.

Σαλταδόροσ: . που θ ςυναίςκθςθ του χρζουσ το ζριξε απότομα ςτθ φωτιά. Αντιςμήναρχοσ: . Το ακάνατο νερό! Το κυμάςτε. κα πρόςβαλα αυτι τθ βακιά τιμιότθτα και να το ζδειχνα μονάχα πωσ τον υποψιάηομαι. δε φοβάται να πεκάνει. Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμιναρχε! Ιταν για τθ γοργόνα! . Ζνα από τα τόςα παιδιά του λαοφ μασ.Ναι.Μθν τον βαςανίςουν. (Στον εαυτό του. το δικό ςασ λόγο. Είναι ζνα ηεςτό. Σιγανά) Να μθν αςχθμίςουμε το κάνατο… (Ριο δυνατά) Μπορεί να το είπα. Αντιςμήναρχοσ: (Στο Σαλταδόρο) – Ζλα τϊρα. Μα είναι το άλλο.Τι.Κα τον πρόςβαλα.Ιταν θ τελευταία ιςτορία πριν ςασ πάρουν.22 Αντάρτησ: . Αντιςμήναρχοσ: .Τι φοβάςτε. που με το πάκοσ τουσ για λευτεριά δϊςανε ςτθ ςυμφορά τθσ Ελλάδασ ομορφιά και μεγαλείο. Του είπα. Μθν ομολογιςει. Αντιςμιναρχε. Σαλταδόροσ: (Αναςτενάηει) – Ουφ! (Κοιτάηει προσ το παράκυρο του κελιοφ) Βαριά που είναι απόψε θ βραδιά. Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμήναρχοσ: .Το δικό μου λόγο. Κα βαςτάξει.Α. Αντάρτησ: . κ. γεμάτο ευαιςκθςία παιδί. που πρζπει να είςαι προετοιμαςμζνοσ να το βαςτάξεισ. όχι για το κάνατο! Το ξζρω. φοβάμαι γι αυτό.Του είπα πωσ εδϊ ζνα μονάχα μασ μζνει: Να μθν αςχθμίςουμε το κάνατο. Δϊςε μου ςε παρακαλϊ το νερό. Σαλταδόροσ: (Δίνοντάσ του ζνα τενεκεδάκι με νερό) – Το νερό. Αντάρτησ: . Αντάρτησ: . Ιταν για τθν κυρά τθσ κάλαςςάσ μασ κ.Εγϊ το είπα. ςαν ζφευγε.

Σασ ερωτϊ: Γιατί μακζ δε φεφγει καμιά φορά απ’ τα νερά μασ θ γοργόνα. (Στον Αντάρτθ) Για τθ γοργόνα λζω! Μα ποφ βρίςκεςαι εςφ. Σαλταδόρο. Θ κάλαςςά μασ τθν κρατά. Ράντα να ϋχει να γυρεφει το χαμζνο αδερφό τθσ. Μεσ το αίμα.Μωρζ. ξφλον απελζκθτον! (Στον κ. Σαλταδόροσ: . (Πλοι τον κοιτάηουν ςτα μάτια. Τθν πιραμε απ’ τον παπποφ μασ. Ω! Τα μαλλιά τθσ είναι ςαν τα φίδια. Σαλταδόροσ: . ς’ ζνα βαςίλειο μακρινό. πάντα ςτα νερά μασ. ναι. Αντιςμιναρχο) Πμωσ… όμωσ εδϊ που τα λζμε.Εδϊ είμαι. Πμορφθ.Να φφγει. Εγϊ δε μπόρεςα να φφγω. Σαλταδόροσ: . Σαλταδόρο. φίλε μου. Αντιςμήναρχοσ: .Εγϊ. κ. τθ δϊςαμε ςτα παιδιά μασ.Α. Σαν να ξεκουράςτθκα. Μια κι ιρκε ςτθ κάλαςςά μασ δε γίνεται πια να φφγει. Κι αυτόσ κα βαςιλεφει πάντα κάπου.23 Αντιςμήναρχοσ: . Αντιςμήναρχοσ: . κι οι Γερμανοί απόξω. Σαν να μθν είμαςτε ςτθ φυλακι. Δε γίνεται πια. Ζτςι δεν είναι Βαςίλθ. Θ γοργόνα είναι δω μζςα παιδί μου. όχι δε τθν είδα.Άκου. ςαν παραμφκι είναι. άκου! Τι μακαίνει τινάσ! Μθ μου πείτε τϊρα πωσ το πιςτεφετε πωσ βρίςκεται πάντα ςτα νερά μασ αυτό το πράμα! Αντιςμήναρχοσ: . Τθν είδεσ του λόγου ςου καμιά φορά τθ γοργόνα. Αντάρτησ: . αλικεια. τα χζρια τθσ είναι μπροφτηινα και ςτισ πλάτεσ τθσ ζχει χρυςζσ φτεροφγεσ.Και ηει ζτςι απ’ τα παλιά τα χρόνια κι όλο κα ταξιδεφει. αυτά κα τθ δϊςουν ςτ’ αγγόνια τουσ… Φαίδων: .Ουφ! Τι καλά που ιταν. πατριϊτθ μου. Αντιςμιναρχε. ικελα να ς’ αρωτιςω. Σαλταδόροσ: . Αντιςμήναρχοσ: . .Ηει ζτςι απ’ τα παλιά χρόνια τθσ Ελλάδασ κι όλο κα ταξιδεφει ςτο Αιγαίο.Και βζβαια αλικεια είναι. απ’ τον προπάππο μασ.Βρίςκεται.) Φαίδων: (Με κωμικι απορία) – Αλικεια είναι αυτά τα παραμφκια.

ναι! Αντάρτθσ: . Ρρϊτα ο Αντάρτθσ κι ζπειτα οι άλλοι. τα χζρια να τον ςυνεφζρει) – Φϊτθ!. του κουνά το πρόςωπο.Τι να γίνεται άραγεσ... (Τθν ίδια ςτιγμι ακοφγεται ο κόρυβοσ τθσ ςιδερζνιασ πόρτασ του διαδρόμου. Αντιςμήναρχοσ: . Βαςίλθ. τρζχουν από πάνω του. Για δεσ! Είμαςτε πάλι μαηί! Φοιτητήσ: (Σιγά . Αργεί πολφ! (Κοιτάηει προσ το παρακυράκι) Σε λίγο κα βαςιλζψει ο ιλιοσ. Αντάρτησ: . Φϊτθ!. Τα βιματα πλθςιάηουν. Μόλισ δει τισ μαχαιριζσ που ζχουν κάνει ςτο μπράτςο του παιδιοφ δαγκϊνει τα χείλια του) – Το νερό. ζλα. Φϊτθ.) Αντάρτησ: (Γονατιςτόσ παίρνει μεσ ςτθν αγκαλιά του το Φοιτθτι. Φϊτθ. εκτόσ από το Καλαμάρχθ.24 Σαλταδόροσ: . κακαρίηει το πρόςωπο του Φοιτθτι απ’ τα αίματα.Καταλαβαίνετε κφριε Αντιςμιναρχε.Εδϊ! Αχ. Άνοιξε τα μάτια αγόρι μου. Εγϊ είμαι.. (Δείχνει το μπράτςο του μουγκρίηοντασ) Το αλάτι! Το αλάτι! Βγάλτε απ’ τισ πλθγζσ μου το αλάτι! Αντιςμήναρχοσ: (Αναςθκϊνει το μανίκι του καταματωμζνου πουκαμίςου του Φοιτθτι..) Φοιτητήσ: (Βογκά) – Μάνα μου… Μάνα μου… Αντάρτησ: . που του τθ φζρνει ο Σαλταδόροσ. Δεσ αίμα! Τον ςκότωςαν τα ςκυλιά! (Στουσ άλλουσ) Γριγορα νερό! (Ο Αντιςμιναρχοσ κι ο Σαλταδόροσ φζρνουν νερό.ςιγά ανοίγει τα μάτια) – Αχ.Σϊπα. Με ςκότωςαν.Ζλα. Θ πόρτα κλείνει. Σαλταδόρο! . Πλοι ςτυλϊνουν τα μάτια και με αγωνία περιμζνουν. φςτερα οι μπότεσ. Ανοίγει θ πόρτα και ςπρϊχνουν μζςα το Φοιτθτι που πζφτει μπροφμυτα.Α. Φοιτητήσ: . ςϊπα. Ο Αντάρτθσ βρζχει μια φανζλα του κακαρι από τα πράγματά του. κυμάται το ςφντροφό του. πωσ καίει.

Ραναγίτςα μου! Κάνουν και τζτοια.S. «Δεν ξζρω τίποτα».Μωρζ απ’ τα S.Θςφχαςεσ λίγο παιδί μου. . Αντάρτησ: (Σκφβει και του φιλεί το μζτωπο) Φοιτητήσ: . Τον μαχαιρϊςανε και ςτισ πλθγζσ του βάλαν αλάτι! Φαίδων: .Ω. τϊρα που ςε βλζπω είμαι ςίγουροσ.) Αντιςμήναρχοσ: . Και κα πάμε περιφανα ςτουσ δικοφσ μασ. Και κα ξεχάςουμε όλθ αυτι τθ φρίκθ.Ευχαριςτϊ κφριε. Φοιτητήσ: .25 (Βουτά το μαντιλι του ςτο νερό και με προςοχι πλζνει τισ πλθγζσ. Φοιτητήσ: . Σ’ αυτζσ τισ λζξεισ ςτάκθκα. ζρχεται. (Κάνει προςπάκεια ν’ αναςθκωκεί) Αντιςμήναρχοσ: . ο Αντάρτθσ. ο Αντιςμιναρχοσ Δεςφλλασ κι ο Σαλταδόροσ ςθκϊνουν με προςοχι το φοιτθτι και τον βάηουν ςτο ςτρϊμα του.Βραδιάηει. ο των αιχμαλϊτων ελευκερωτισ… (Ο Φοιτθτισ ουρλιάηει απ’ τουσ πόνουσ) (Αφοφ πλφνουν τισ πλθγζσ. είπε ο αξιωματικόσ. Κε μου! Θ νφχτα! Τθ νφχτα κα ϋρκουν να με ξαναπάρουν! Το άκουςα καλά! Δεν τουσ είπα πωσ ξζρω γερμανικά. ενϊ ο Φοιτθτισ βογκά) Φαίδων: (Χαμθλόφωνα ςτο Σαλταδόρο) – Για τι αλάτι λζει. Δεν το βλζπεισ. Θ ανάκριςθ κα ςυνεχιςτεί τθ νφχτα. Κφριε.. Σαλταδόροσ: . (΢ίχνει μια ματιά ςτον Αντάρτθ. Φοιτητήσ: .Ζλα τϊρα! (Του ςφουγγίηει τα δάκρυα) (Ρατρικά) Κα δεισ που κα βγοφμε κάποτε από δω μζςα.Ζξι ϊρεσ βάςταξε το μαρτφριο.Ρϊσ το ξζρετε για μζνα πωσ ςτάκθκα. Ζπειτα ςτο Φοιτθτι) Πλα πιγαν καλά. Αντιςμήναρχοσ: . γιατί ςτακικαμε ςαν άντρεσ. ε.

Μθ ςκζπτεςαι τζτοια πράματα. κοιτάηει τον Αντιςμιναρχο) – Ζτςι. Ζτςι με χάιδευε ο πατζρασ μου ςαν ιμουν παιδάκι. Μπαίνουν ζνασ ςτρατιϊτθσ οπλιςμζνοσ και ο Δεςμοφφλακασ) Γερμανόσ Αξιωματικόσ: (Διαβάηει ζνα χαρτί) .Μπορεί! Πλα μπορεί. όπου και να βρεκϊ.Φϊτθ! Φϊτθ! Σφχαςε παιδί μου! (Ανοίγει θ πόρτα του κελιοφ. Τραυλίηει) – Εγϊ… εγϊ είμαι.τι και να γίνει. Σπαραχτικά) Βοθκιςτε με και μθ μ’ αφινετε. (Του χαϊδεφει τα μαλλιά) Πλα κα παν καλά. Ραρϊν. Αντιςμιναρχε. Αντιςμήναρχοσ: Ζλα. Γερμανόσ Στρατιώτησ: .Komm! . ζλα. Να μθ φοβάςαι. όταν ζπεφτα να κοιμθκϊ. (Του χαϊδεφει το πρόςωπο) Πλα κα παν καλά. Μα είναι αβάςταχτο ζτςι που χτυποφν. (Ο Αντιςμιναρχοσ ολοζνα του χαϊδεφει τα μαλλιά) Ρότε με λίγο κφμα. πότε με πολφ κφμα. οι αλυςίδεσ που ανοίγουν. Φοιτητήσ: (Συγκινθμζνα) – κ. ςα μζνω με τον εαυτό μου ακοφω αυτι τθ βουι.Phae… Phaethon Philipakis.26 Αντιςμήναρχοσ: . Πλοι παρακολουκοφν με αγωνία.Σςσ! Φοιτητήσ: . δεν το κζλω να φοβάμαι. Φαίδων: (Τα ϋχει χάςει. Βοθκιςτε με! Αντάρτησ: . Φοβάμαι πωσ τϊρα κα μου βγάλουν τα νφχια. Από τότε ό. με κοίμιηε από παιδάκι το βουθτό τθσ. Από κάτου απ’ το ςπίτι μασ ιταν θ κάλαςςα.Κε μου! Ζρχουνται! Ζρχουνται να με πάρουν! (Στριμϊχνεται κοντά ςτον Αντιςμιναρχο. Ο Αντιςμιναρχοσ κοιτάηει τον Αντάρτθ. παιδί μου. Φοιτητήσ: (Γαλθνεφει. (Κλείνει τα μάτια) Να τθ πάλι… Ιρκε… (Ακοφγεται πάλι ο κόρυβοσ τθσ πόρτασ. που κάτι πάει να του πει) Αντιςμήναρχοσ: .

Του χαϊδεφει τα μαλλιά.Μπροσ για νερό! (Βγαίνουν με τα ντενεκεδάκια τουσ. πϊσ πονά εδϊ. Μθ χάνεισ ζτςι το θκικό ςου. ψάχνει το λαιμό του.Είδεσ που φοβόςουν άδικα. ο Διπλωμάτθσ. ό. Δεν ιταν για ςζνα. νευρικά. (Τον κυριεφει πάλι ζνασ νευρικόσ κλονιςμόσ) Ρϊσ να το βαςτάξεισ. παιδί μου.27 Φαίδων: (Βλζπει γφρω του. άκουςε Φϊτθ. Βαςίλθ. Αντιςμιναρχε. τι κα γίνει τϊρα που κα με ξαναπάρουν. Φοιτητήσ: . Το άκουςα καλά. Να ϋςαι ςίγουροσ. κάκεται πλάι ςτο κεφάλι του. φςτερα ςαν να πιρε τθν απόφαςθ γυρίηει ςτο Φοιτθτι. χαμζνα) – Αμζςωσ… Αμζςωσ… (Κάνει μερικά αβζβαια βιματα προσ τθν πόρτα.Κάμε υπομονι.τι μπορϊ.… Ρϊσ να το βαςτάξεισ… Αντιςμήναρχοσ: . (Ριάνει το πλευρό του) Κε μου. τισ τςζπεσ του) Γερμανόσ Στρατιώτησ: (Άγρια τον ςπρϊχνει) – Los! Los! (Φαίδων και Γερμανόσ Στρατιϊτθσ φζυγουν) Δεςμοφφλακασ: (Στο Καλαμάρχθ) – Άι! (Του κάνει νόθμα) Wasser! Θαλαμάρχησ: . μθ με περιφρονάτε ζτςι που με βλζπετε. Φοιτητήσ: 9Ανιςυχα) – Τι είναι Βαςίλθ. Πμωσ μόλισ το ςυλλογίηομαι εκείνο το δωμάτιο ςτθν οδό Μζρλιν… Αντάρτησ: (Σθκϊνεται. Άκουςζ με καλά. κοιτάηει το παράκυρο. Κα ϋρκουν να με ξαναπάρουν απόψε. φςτερα ακουμπά το χζρι ςτον ϊμο του) – Τϊρα. φςτερα. κάνω ό. Φοιτητήσ: (Σπαραχτικά) – κ.Πχι. Τι κζλεισ πάλι από μζνα. ο Σαλταδόροσ) Αντάρτησ: . . Βάηω όλθ τθ δφναμι μου. ο Καλαμάρχθσ.τι μπορϊ γιατί δε κζλω να τρζμω. (Κάνει να γυρίςει) Ωχ! Ρϊσ πονά.

όλα. ςτρατιϊτεσ με μπότεσ που πλθςιάηουν. (Οι ςτρατιϊτεσ τουσ περνοφν χειροπζδεσ.Antonio Zelepi! Θαλαμάρχησ: (Χαροφμενα) – Ραρϊν.Γεια.) ( Ακοφγεται κόρυβοσ από πολλά βιματα.) Αντάρτησ: (Ρνιχτά) Εδϊ ζρχονται! (Θ πόρτα ανοίγει.28 Αντάρτησ: .Αν… αν δε το βαςτάξεισ και χρειαςτεί να μαρτυριςεισ. ς’ ζνα πρόςωπο. Ο Φοιτθτισ μόλισ ςτζκεται ςτα πόδια του. (Γυρίηουν με τισ καραβάνεσ Διπλωμάτθσ και Σαλταδόροσ. αν χρειαςτεί. Εγϊ είμαι που είμαι ςτα χζρια τουσ. μπαίνει ο Δεςμοφφλακασ ςπρϊχνοντασ το Φαίδωνα που ακτινοβολεί από χαρά. Ζπειτα μπαίνουν δυο ςτρατιϊτεσ οπλιςμζνοι που κρατάν χειροπζδεσ. Ο ςτρατιϊτθσ τον χτυπά με τον υποκόπανο ουρλιάηοντασ) Los! Los! Φοιτητήσ: (Γυρίηει τα πικραμζνα μάτια του να ςυναντιςει τον Αντάρτθ που τον κοιτάηει κι αυτόσ μεσ ςτα μάτια) . Ζχετε γεια… . Ζναν μονάχα κα μαρτυριςεισ.Σ’ εςζνα! Ρϊσ γίνεται να μου λεσ τζτοιο πράμα! Αντάρτησ: (Βλζποντασ τθν πόρτα αποφαςιςτικά και γριγορα) – Άκου που ςου λζω. Φοιτητήσ: . λζω… κα τα ρίξεισ όλα όςα ξζρεισ. Δεςμοφφλακασ: . Οι ςτιγμζσ είναι μετρθμζνεσ. Το ϋχω ςκεφτεί καλά. Φοιτητήσ: (Τραυλίηει) – Τι είν’ αυτό που με ςυμβουλεφεισ! Εςφ! Αντάρτησ: (Αποφαςιςτικά) Σ’ εμζνα.) Δεςμοφφλακασ: (Διαβάηει ς’ ζνα χαρτί) – Photi Parasko! Φοιτητήσ: (Αναςθκϊνεται κάτωχροσ) – Ραρϊν.

) Αντιςμήναρχοσ: (Αναςθκϊνεται. Ζχε γεια.Εςείσ κοιμθκικατε κακόλου. Φαίδων: . Φαίδων: (Τινάηεται) – Κε μου. Αντιςμήναρχοσ: (Ανιςυχα) – Ζγινε τίποτα ςτο μεταξφ.Τίποτα. Αντάρτησ: . Κανζναν. Τι είναι. Αντάρτησ: . (Κοιτάηει προσ το παράκυρο) Αντάρτησ: .Καλότυχοσ άνκρωποσ. παιδί μου. πατριϊτθ. Είναι ϊρα που κοιμθκικατε.29 (Αντιςμιναρχοσ και Διπλωμάτθσ γονατίηουν κρατϊντασ το κεφάλι μεσ τισ χοφφτεσ) Στρατιώτησ: (Σπρϊχνει το Φοιτθτι) – Los! Los! Αντιςμήναρχοσ: (Συγκινθμζνα) – Ζχε γεια. Τι ϊρα να ϋναι. (Βλζποντασ τον Αντιςμιναρχο και τον Αντάρτθ κουβεντιάηουν) Α. Φζραν πίςω κανζνα.Ξθμερϊνει. τι είναι. Τρίβει τα μάτια του) – Μπα! Φαίνεται πωσ με πιρε ο φπνοσ. Κοιμιςου. ο Αντιςμιναρχοσ Δεςφλλασ.Πχι.Πχι. Αυλαία Ρράξθ Γ’ (Τθν άλλθ μζρα τα χαράματα ςτο κελί τθσ φυλακισ. δε μπορϊ άλλο. Αντάρτησ: . . Μιςοςκόταδο. φαίνεται να κοιμοφνται. Δε μπόρεςα. ο Σαλταδόροσ. εςείσ είςτε. Ο Αντάρτθσ κάκεται ςτο ςτρϊμα του ςυλλογιςμζνοσ.Πχι. Αντάρτησ: . ο Διπλωμάτθσ. Ριρα ζναν φπνο! Λίγεσ φορζσ ςτθ ηωι μου κοιμικθκα ζτςι. Αντιςμήναρχοσ: . Ρλαγιαςμζνοσ ο κφριοσ Φαίδων.

Καλά. Φαίδων: . Υπομονι. παιδί μου. Θ πόρτα του διαδρόμου ανοίγει.Πχι. Μπασ και ςασ ςυμβαίνει τίποτα. Ο Αντάρτθσ κολλά το αυτί του ςτθν πόρτα του κελιοφ. Εςείσ. Αντάρτησ: (Πλθ τθν ϊρα βθμάτιηε νευρικά. Αντάρτησ: . Δε γφριςε.) Σαλταδόροσ: (Χαςμουριζται) – Ρϊσ πιγε θ νφχτα.) Τϊρα! Τϊρα! (Οι κόρυβοι και τα βογκθτά περνοφν απ’ τθν πόρτα. Αντάρτησ: . Σαλταδόρο. . τθν προςπερνοφν. κοντά ςτθν πόρτα. ςιμερα κα φφγω πια από δω. ςαν να ξενυχτιςατε.Σε καλό. Καλά.Πχι. όταν ακοφει κάποιο κόρυβο) – Σαλταδόρο ςσ! Σ! (Ο κόρυβοσ γίνεται πιο κακαρόσ. ε. Εςείσ. γφρω του. (Ριάνει το μπράτςο του Αντιςμιναρχου και το ςφίγγει τραβϊντασ τον λίγο και κοιτάηοντασ τθν πόρτα ϋόλοι οι άλλοι επίςθσ οπιςκοχωροφν ελαφρά. Ολοζνα τα βιματα πλθςιάηουν. ναι είναι εκείνοσ ο μικρόσ. ζχει ο Κεόσ. Μπότεσ.Κανείσ δε γφριςε απ’ τουσ δυο. Αντιςμήναρχοσ: .) Αντάρτησ: (Ρνιχτά) – Κα ϋναι αυτόσ! Φζρνουν το Φϊτθ! Φτάνουν! Τϊρα είναι όξω απ’ τθν πόρτα! Ζρχονται για δω. ε. Αντιςμιναρχε.) Αντάρτησ: (Χαμθλόφωνα) – Κάποιον κουβαλάνε που βογκά.30 Φαίδων: .Ε. Ξεχωρίηει το βογκθτό ενόσ ανκρϊπου. κ. (Τυλίγει τισ κουβζρτεσ του) (Διπλωμάτθσ και Σαλταδόροσ ξυπνοφν ταυτόχρονα και κάκονται ςτα ςτρϊματά τουσ. (Πλοι μαηεφονται όρκιοι. Α. Οι ιχοι πλθςιάηουν. δε γφριςαν. Διπλωμάτησ: .Βλζπεισ. Διπλωμάτησ: . Δε γφριςε.

) Δεςμοφφλακασ: (Με νοιματα πολλά) – Wo sind die Sache eures Jungen? Διπλωμάτησ: . κρατϊντασ το κεφάλι.Εδϊ. Φαίδων: . (Ακοφγεται ο κόρυβοσ απ’ τθν πόρτα του κελιοφ 71 που κλείνει. (Μαηεφει τθν κουβζρτα του Φοιτθτι και τα δίνει ςτο Δεςμοφφλακα που τα παίρνει και φεφγει κλείνοντασ τθν πόρτα. φςτερα θ πόρτα του διαδρόμου που κλείνει. (Ρζφτει ςτο ςτρϊμα του. Σε λίγο ο Δεςμοφφλακασ ανοίγει τθν πόρτα.Θςυχάςτε. (ουρλιάηοντασ) Δε λφγιςε! Δεν πρόδωςε! Στάκθκε τίμιοσ ςτθν Ελλάδα και ςτισ ιδζεσ του. . Αντάρτησ: (Ζξαλλοσ ςε τόνο κριάμβου και ςπαραγμοφ) Καταλάβατε κ. (Ρνιχτά) Τον πάνε ςτο 71! Αντιςμήναρχοσ: . θςυχάςτε! Ροφ ξζρετε ποιοσ είναι και ποφ τον παν.Καλφτερα. Φαίδων ελάτε κοντά μου.) Φαίδων: . Σαν ψζματα μου φαίνονται όλα αυτά. Εδϊ μζςα.Από μζνα υπθρεςία για τθν πατρίδα. (Ραφςθ) Κφριε Φαίδων. Ρατριϊτεσ μου καταλαβαίνετε. Και τον παν τϊρα ςτο 71 για εκτζλεςθ. κ. φςτερα τα βιματα με τισ μπότεσ ςτο διάδρομο.Τι να ςασ πω. Σαλταδόροσ: .Λζει ποφ ϋναι τα πράματα του μικροφ. Αντιςμήναρχοσ: . Ράνε για το 71.31 απομακρφνονται. Αντιςμιναρχε. Αντάρτησ: (Ιρεμα και αυςτθρά) – Το ιξερα. εδϊ. Ο Σαλταδόροσ πάει κοντά του και ςκφβει ςαν να κζλει να τον βοθκιςει. Οι μπότεσ ακοφγονται τϊρα να πλθςιάηουν το κελί. Στον Αντάρτθ) Ρϊσ το ιξερεσ. Είναι μια υπθρεςία που ζχω να ςασ γυρζψω για τθν πατρίδα. Ο Αντάρτθσ γυρίηει και κοιτάηει τον Αντιςμιναρχο με ολάνοιχτα μάτια) Φεφγουν.

) Αντιςμήναρχοσ: . να πάω ςτο ςπιτάκι μου. Φαίδων: . Σαλταδόροσ: . Ακοφγεται ο κόρυβοσ τθσ πόρτασ του διαδρόμου που ανοίγει. (Αργά) Εμζνα κάτι είναι να μου ςυμβεί. . Ζνα μικρό χαρτάκι. Γιατί. Αντιςμήναρχοσ: (Γαλινια) – Το φοβόμουν. αυτό που κα ςασ δϊςω. Φαίδων: (Τινάηεται ηωθρά) – Πχι. Αντιςμιναρχοσ μωρζ. και ςου λζει για τθν πατρίδα. κφριε Αντιςμιναρχε! Αντιςμήναρχοσ: . Σασ εμπιςτεφομαι ςαν ζνα τίμιο πατριϊτθ.Ακοφτε. Φαίδων: (Κολακευμζνοσ) – Ω βεβαίωσ.Αδφνατο. κφριε Αντιςμιναρχε. μόλισ βγείτε. Δε μπορείτε να μου ηθτάτε τζτοια πράματα! Αδφνατον. Φαίδων: . Αντιςμήναρχοσ: . Φαίδων: . να γυρίςω ςτο ςπιτάκι μου! (Ο Φαίδων πάει και κάκεται ςε μια γωνιά. Αντιςμήναρχοσ: .Ζχει ςχζςθ το… χαρτάκι αυτό με το λόγο που βρίςκεςτε εςείσ ςτθ φυλακι.Ζνα χαρτί.32 Αντιςμήναρχοσ: .Ζρχονται πάλι. Αντιςμιναρχε! Μόλισ τα καταφζρνω να βγω από τοφτθ τθν κόλαςθ.Λοιπόν.Βρε. είπατε. Κι εςφ… Φαίδων: (Κλαψουριςτά) – Άφθςζ με ιςυχο! Αφιςτε με ιςυχο. Ευχαριςτϊ! Σαλταδόροσ: . είπα. Αν το πιάςουν.Δθλαδι. ςυλλογιςτείτε το: Αν το πιάςουν.Αδφνατο. είναι μεγάλθ ανάγκθ να δϊςετε ςιμερα ςε μια διεφκυνςθ. ςου το γυρεφει ο κ. Κι εςείσ κζλετε να μου ξανατυλίξετε τθ κθλιά ςτο λαιμό.Είναι ςχετικό. κ. Αντιςμήναρχοσ: . ε. Μάλλον κα μου ςυμβεί κάτι.Ο Σκαριϊτθσ κα ϋναι.

Σαλταδόροσ: .) Σαλταδόροσ: . Πμωσ. Εμπιςτευτικά) Σαν αλλιϊτικοσ μου φαίνεται… (Στο Καλαμάρχθ) Ε. ο οποίοσ φοβιςμζνοσ κοιτάηει τον αντιςμιναρχο. Απ’ τθ μια ο Αντάρτθσ.τι ξζρεισ για μζνα. λοιπόν.Γφριςε. φζρνουν το Καλαμάρχθ. Μαηεφονται όλοι γφρω του.33 (Ανοίγει θ πόρτα. Ρίςω τουσ ο κ. ςτθν οδό Μζρλιν. Ο Αντάρτθσ τον πιάνει και του κουνά τουσ ϊμουσ) Δεν πρόδωςε! Τ’ ακοφσ. Απ’ ό. πϊσ πζραςεσ.) Αντιςμήναρχοσ: (Αργά και αυςτθρά) – Είπα ςικω επάνω! (Σκφβει και με δφναμθ τον πιάνει απϋτισ μαςχάλεσ. . το μωρό. απ’ τθν άλλθ ο Σαλταδόροσ. κιόλασ γιατί είναι ςτο 71 και γιατί κα τουφεκιςτεί. τι ακριβϊσ είπεσ ςτα S.S δεν ζρχεςαι.Ε. Καταλαβαίνεισ… Αντάρτησ: (Τινάηεται και πάει κοντά ςτο Καλαμάρχθ.Πχι.Κα ςε ξεηαλίςω. μπασ κι είδεσ κατά κείνα τα λθμζρια. και κοίταξζ με! (Ο Καλαμάρχθσ τον κοιτά. προχωρεί προσ το Καλαμάρχθ. (Ράει κοντά ςτον Αντιςμιναρχο. δε μιλά. Δεν πρόδωςε! Γι αυτό! (Ο Αντιςμιναρχοσ ςθκϊνεται αργά. Φαίδων κι ο Διπλωμάτθσ αξιοπρεπισ και αυςτθρόσ. δεν τον είδα.Λοιπόν να ςου τα πω εγϊ τα νζα. Θαλαμάρχησ: (Ρροςποιείται τον αδιάφορο) Αντάρτησ: (Άγρια) .Ξεςκοτιηζ με! Σαλταδόροσ: . ςτζκεται από πάνω του. πάει και κάκεται ςτθ κζςθ του. Θαλαμάρχησ: .Δε ςασ το ϋλεγα. όρκιοσ) – ΢ϊτθςε. τον ςθκϊνει όρκιο και τον ςτυλϊνει μπροςτά του) Ρεσ μου. κατά πωσ ξζρεισ από κει γυρίηουν κάπωσ αλλιϊτικα. λοιπόν.S. (Ραγερά) Τον φζρανε πριν από λίγο και τον κλείςαν ςτο 71. Θαλαμάρχησ: .Ε. και. Σε βλζπω μια χαρά! Απ’ τα S. Σαλταδόροσ: . Θαλαμάρχησ: . Το φοιτθτι μασ.

Τι τουσ είπεσ. γιατί αλλιϊσ… (τον τινάηει) Κα μιλιςεισ. ςου λζω! Αντιςμήναρχοσ: (Αγριεφοντασ) Κοίταξζ με. Αντιςμήναρχοσ: .Τι τουσ είπεσ για τουσ ςυντρόφουσ μου. Θαλαμάρχησ: (Σχεδόν κλαίγοντασ) . Για να ςϊςω ό. Δεν ζδωςα κανζνα όνομα. ναι για όχι.Δεν ξζρω τίποτα. από ποφ.Άφθςζ με ςου είπα! Άφθςζ με! Αντιςμήναρχοσ: (Άγρια) – Ρρζπει να ξζρω τι είπεσ. Δεν το μπορείσ! Γιατί με πρόδωςεσ! (Τον ξετινάηει απ’ τουσ ϊμουσ. Αντιςμήναρχοσ: . Εγϊ. Δεν τουσ είπα τίποτα. Μίλθςε! Θαλαμάρχησ: (Ρνιχτά) – Α… Α… άφθςε με… Κα ςου πω. Λζγε! Θαλαμάρχησ: . (Ο Αντιςμιναρχοσ τραβά τα χζρια απ’ το Καλαμάρχθ) Αντιςμήναρχοσ: . Κοίταξζ με αν μπορείσ! Πμωσ δεν το μπορείσ. Θαλαμάρχησ: . λοιπόν. Και κα μπου το πεισ.Τουσ είπα πωσ τουσ πιρεσ τα χαρτιά απ’ το Ναφςτακμο. ςου λζω. Αυτά ιταν που άκουςα κείνθ τθ νφχτα. Και τι ξζρω γω για ςζνα.Τίποτα άλλο.τι μπορϊ. μεσ τα μάτια ςκουλικι.Ροιουσ ςυντρόφουσ ςου. Αντιςμήναρχοσ: . . Ρνιχτά) Με πρόδωςεσ! Θαλαμάρχησ: .Ψζματα λεσ! Εγϊ ςασ είπα ζνα ςωρό ονόματα ςτο παραμιλθτό μου.34 Θαλαμάρχησ: (Κάνει τον ξαφνιαςμζνο) – Εγϊ είπα για ςζνα. Λζγε.Τι τουσ είπεσ. Ροια ονόματα ζδωςεσ. πϊσ μπαρκάρατε. πϊσ πρόφταςεσ κι ζριξεσ ςτθ κάλαςςα τα χαρτιά… Αντιςμήναρχοσ: (Με αγωνία) – Ραρακάτω! Ραρακάτω! Θαλαμάρχησ: .

Αντιςμήναρχοσ: (Σθκϊνεται απάνω. (Τον ξετινάηει πάλι) Θαλαμάρχησ: (Κλαίγοντασ) . Ζπειτα ο Διερμθνζασ και πίςω του ο Δεςμοφφλακασ που ςτζκεται ςε ςτάςθ προςοχισ. Μπαίνουν μζςα ο Γερμανόσ Αξιωματικόσ με το μαςτίγιο. οι αλυςίδεσ. Αντιςμιναρχε.τι και να ϋναι κα το ϋλεγα για να γλιτϊςω. ανοίγει τα χζρια πλατιά ανακουφιςμζνοσ) – Δόξα ςοι ο Κεόσ. Κα πλθρϊςω μονάχα εγϊ!!! (Ακοφγεται ο κόρυβοσ τθσ πόρτασ που ανοίγει.Μασ είπατε.Δεν ζδωςα ονόματα! Δε κυμόμουν κανζνα όνομα. Πλοι οι φυλακιςμζνοι όρκιοι. Αντιςμήναρχοσ: . κ.35 Σαλταδόροσ: .Αλικεια λεσ.Pavlo Desilla! Αντιςμήναρχοσ: (Ρροχωρεί ζνα βιμα και ςτζκεται με αξιοπρζπεια) Γερμανόσ Αξιωματικόσ: (Στο Διερμθνζα) . ό. Ανοίγει θ πόρτα του κελιοφ.Ναι. Μα δε κυμόμουνα. βιματα με μπότεσ που πλθςιάηουν.) Γερμανόσ Αξιωματικόσ: (Διαβάηει ς’ ζνα χαρτί) .Αλικεια λζω. . Αντιςμήναρχοσ: . κφριε Αντιςμιναρχε! Μασ είπατε ονόματα! Θαλαμάρχησ: .Der ist Oberst der Luftwaffe Pavlo Dessila? Διερμηνζασ: (Μεταφράηει) – Είκε ο Αντιςμιναρχοσ τθσ Αεροπορίασ Ραφλοσ Δεςφλλασ. Κα τα ϋλεγα και τα ονόματα αν τα κυμόμουνα.