P. 1
ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

|Views: 14|Likes:
Published by paraxeno daimonio
ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

ένα αντιπολεμικό παραμύθι

Χριστίνα Σαββατιανού 1999
ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

ένα αντιπολεμικό παραμύθι

Χριστίνα Σαββατιανού 1999

More info:

Published by: paraxeno daimonio on Jan 13, 2014
Copyright:Traditional Copyright: All rights reserved

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

05/06/2015

pdf

text

original

ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

(Ένα αντιπολεμικό παραμύθι...)
© Χριστίνα Σαββατιανού 1999
Κάπου πολύ ψηλά, στο βασίλειο του Ουρανού...
Μια δυό μέρες λιάζονταν και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο qλιο.
Zτο διάβα τους πάνo από yoρες και αν0ρoπους, λίyο πριν συναντη0ούν
με τις qίλες τους τις νυyτιές...
Eκεί, σε μια στροqq του ουρανού, νά`σου ένα συννεqάκι...
μικρούλι και μόνο.
Μπά! Μόνο του είναι αυτό Iια ιδές πόσο μικρούλι, Oά`ναι το παιδί 
καμμιάς μπόρας που ξεστράτισε.
Iιά ... έλα εδo μικρό μου, πού σερyιανάς μονάyο σου ανάμεσα σε
μέρες και σε νύyτες 
Eαqνιασμένο, τρεμουλιάζοντας και ρουqoντας τη μύτη, το
συννεqάκι τις πλησίασε. Oρα καλq κυράδες, μqπoς μπορo να μπo στο
διάβα σας
Οι μέρες κοιτάyτηκαν, - Μια σκέψη... «Κι άν μας κρύψει τον qλιο
και το δρόμο μας yάσουμε;»
Zας παρακαλo κυράδες, βούρκoσε το συννεqάκι, μqν με αqqνετε
εδo μονάyο... Aέν βαστo. Κι άν στον qλιο σας μπροστά βρε0o δέστε,
τόσο μικρό που είμαι 0α διαλυ0o και λαμπρές δροσοσταλίδες και
ουράνια τόξα 0α στρoσo στα μονοπάτια σας.
Oyι, Oyι, μ`ένα στόμα το yαστούκισαν οι μέρες. Bιαστικές είμαστε
δες... μας περιμένουν οι νυyτιές... Oyι, όyι... πάμε yειά σου...
Κι έμεινε το συννεqάκι μόνο, βουρκoμένο, μικρούλι, εκεί στη
yoνίτσα, πάνo στη στροqq του ουρανού.
Aίyο μετά, δεν ξέρo πόσο... δυό qτερούyες ξεπρόβαλαν στον
ορίζοντα. tνας yίyαντας αετός περιδιάβαινε ψάyνοντας να βρει το ταίρι
του, απ`άκρη σ`άκρη.
Eκεί στη στροqq του ουρανού, είδε ζαρoμένο στη yoνιά, το μικρό
συννεqάκι. Zκέqτηκε «Tί νάναι τούτο;... 0άναι παιδί κάποιου 
ξε0υμασμένου κεραυνού που ξαπόμεινε yαμένο.
Iειά και yαρά σου μικρό... Iια που τραβούσες και ξαποσταίνεις στη
yoνιά
Iειά και yαρά σε σένα, τρέμισε το συννεqάκι. Aιάβα δεν έyo,
πού0ε qρ0α δεν ηξεύρo, να συντροqέψo τις qτερούyες σου κυρ`
yίyαντα, μονάyο να μην είμαι;
Zκέqτηκε μια στιyμq ο Bασιλαετός... Και άν η σκιά του το yρoμα
και το μεyαλείο από τις qτερούyες μου σκιάσει; Tο ταίρι μου δεν 0α
εντυπoσιαστεί και 0α qύyει...
Aσε μικρό τα ταξίδια μαζί μου, δες yρqyορα πολύ πετo κι εσύ δεν
0α προκάμεις ν`ακολου0είς. Aντε yειά σου τoρα και καλό βιός...
tνα βρόyινο δάκρυ yυάλισε στα μάτια του μικρού σύννεqου. tνας
yκρίζος λυπημένος τόνος έβαψε το κορμάκι του και μια παyερq μοναξιά
το qούσκoσε λιyάκι, έτσι όπoς απόμεινε μόνο στη yoνίτσα πάνo στη
στροqq του Ουρανού...
Κα0oς το βρόyινο δάκρυ του κυλούσε και πετάριζε λεύτερο και
yαρούμενο να συναντqσει ένα ροδοπέταλο, άκουσε ένα 0όρυβο
παράξενο, δυνατό...
Zαματάς μεyάλος που του πόνεσε τ`αqτιά, κι εκεί μπροστά του
ένας σιδερένιος άyyελος από την κόλαση βyαλμένος.
Bλέποντάς το μέσα στη qούρια του κοντοστά0ηκε yια λίyο να δει
καλύτερα...
Iειά σου μικρό... Zύννεqο είσαι 0αρρo έ; Oύyε από τη μέση
yρqyορα.. κυνηyo στόyους και δεν yουστάρo εμπόδια και παρεμβολές
στο δρόμο μου. Tούς στόyους δεν πρέπει να yάσo. Oύyε σου είπα!
tτσι είπε και yά0ηκε με τρομακτικό σαματά qτύνοντας qoτιά και
ανάσα καυτq πάνo στο συννεqάκι. Tόσο καυτq που σyεδόν διάλυσε το
μικρό.
Iιατί κύριε σιδερένιε άyyελε έκαψες το κορμί μου; Μqπoς 0α σου
έκλεινα τα μάτια και το δρόμο τους στόyους σου να yάσεις; tτσι
σκεqτόταν το συννεqάκι βουρκoμένο, προσπα0oντας τους ατμούς να
μαζέψει, το κορμί του να βάλει σε τάξη, να συνεyίσει να ζεί... εκεί στη
yoνιά του πάνo στη στροqq του Ουρανού.
Και πάνo που προσπα0ούσε τα κομμάτια να ταιριάξει, ένα 0ρόïσμα
ανάλαqρο, και μια σκοτεινq σκιά α0όρυβα στά0ηκε μπροστά του
κρύβοντας τον ουρανό...
Μαύρος άρyοντας, παyoμένος και τεράστιος, μαυροντυμένος,
αρματoμένος με δρεπάνια και σπα0ιά, με μάτια άδεια, με ανάσα
βρoμερq... Με qoνq yεμάτη καταyνιά και απόηyους κραυyoν του
μίλησε׃
Aε μου λές εσύ... Hου πqyε ο σιδερένιος άyyελος; Hέρασε τoρα δά
από δo 0αρρo. Aοιπόν πές μου, βιάζομαι να τον προqτάσo! Tις ψυyές
που 0α κάψει πάo να μαζέψo μην τις προλάβει το qoς... και τις
λυτρoσει...
Κ..κ..καλq σου μέρα άρyοντα, ψέλλισε το συννεqάκι, yεμάτο qόβο
από τα 0αύματα που αντίκριζε τούτη τη μέρα.
Hίσo από τους στόyους του έqυyε σαν αστραπq... Μα συyyoρα με
άρyοντα... μιά ... μιά ερoτηση να κάνo... T...τί είναι στόyοι;
Xα.. Xα..Xα yασκοyέλασε ο σκοτεινός άρyοντας κι η ανάσα του
πάyoσε το τσουρουqλισμένο σoμα του μικρού σύννεqου...
Zτόyοι μικρό μου, είναι ψυyές. Eκείνες που είναι ταyμένες στην
ελευ0ερία και στο qoς... Zτόyοι είναι παιδιά που αξιoνουν τη ζoq...
Zτόyοι είναι σκέψεις επαναστάτριες που αντιστέκονται... Zτόyοι είναι
όλοι εκείνοι που πιστεύουν κι αyαπούν.
Aρκετά όμoς, πες μου κατά που πqyε ο σιδερένιος άyyελος, πρέπει
τις ψυyές που 0α μακελέψει να βιαστo να συνάξo...
Tο συννεqάκι σκέqτηκε μια στιyμq... Tότε, μια αyτίδα από qoς
μπqκε εκείνη τη στιyμq στο άμα0ο κι αyνό μυαλουδάκι του. Eίδε...
Eίδε μες στο μυαλό του το διάβα του σιδερένιου άyyελο...Eίδε
κόκκινο πολύ, qλόyες, κόκκινο... Eίδε ουρλιαyτά και qόβο..., είδε
ταπείνoση, είδε και qοβq0ηκε, είδε και 0ύμoσε.
Aλλη μια αyτίδα σκέψης το διαπέρασε. Nα βοη0qσo...tνιoσε το
κορμί του να yεμίζει ρεύμα... Ο qόβος του κι η μοναξιά του άδειασαν κι
έμειναν στη yoνιά λίyο σαστισμένα που δεν είyαν πια καμμιά ψυyq να
τυρρανούν.
Xoρίς να τρέμει πιά, έyοντας qoς και ρεύμα, τόνο και πνεύμα,
έδειξε με μια μικρq λάμψη το δρόμο στον σκοτεινό άρyοντα.. «Καλq
σοδειά Κύριε» είπε, « Oα σου δείξo εyo» σκέqτηκε...
Και κα0oς ο άρyοντας βιαστικός απομακρυνόταν σέρνοντας
τ`άρματα και τη βρoμερq του ανάσα, το συννεqάκι ένιoσε να yεμίζει.
Tο qoς το yέμιζε. Οι στάλες συνoστίζονταν στο σoμα του. Tο
yρoμα του άσπρο λαμπρό, yκρίζο 0υμoμένο, έπλεκε τις στάλες με
συνοyq, με δύναμη. Tο συννεqάκι μεyάλoνε, yινόταν συννεqιά. Aρyισε
να μοιάζει στη μάνα του τη μπόρα. Μέσα του ένιo0ε την κληρονομιά του
πατέρα του του κεραυνού, να βλασταίνει, να 0εριεύει...
Aντάριασε νοιo0οντας τούτη τη δύναμη που ξυπνούσε μέσα του
βyαλμένη από το qoς και βyqκε από τη yoνίτσα που δεν το yoρούσε
πια.
Hροyoρησε λίyο διστακτικά στην αρyq... yνoρίζοντας την
καινούρyια του qύση. Tην ένιoσε, την καλoσόρισε... Και τότε... οι
στόyοι...
Οι στόyοι το στοίyιoσαν, το 0ύμoσαν, το έβαψαν yκρίζο βα0ύ
δυνατό 0υμoμένο. tνας μικρός κεραυνός του ξέqυyε με ένα
μουyκρητό, και πqyε να κάνει παρέα σε μια σκέψη. Tον σιδερένιο
άyyελο να σταματqσo. Oyι παιδιά, όyι ψυyές, όyι σκέψεις αyνές...
Hρέπει να βιαστo, να προλάβo, το κακό να σταματqσo.
Aπλoσε το κορμί του 0εριεμένο πια, κι ένας αλqτης καλόψυyος
βοριάς που έψαyνε κι αυτός να διαλύσει την καταyνιά, το πqρε μαζί
του... «έλα...δεν 0α πολεμqσεις μόνο σου τούτο το κακό. Eyo είμαι
παλιός και ξέρo από αυτά, τα έyo ξαναζqσει. tλα και 0α σε βοη0qσo...
Eεκίνησε λοιπόν το συννεqάκι παρέα με τον αλqτη το βοριά, και το
μυαλό του yεμάτο ερoτqσεις, που yίνονταν μικροί κεραυνοί κα0oς
προyoρούσαν. Hqραν το κατόπι του σιδερένιου άyyελου και του
άρyοντα του σκοτεινού που διαqέντευε την καταyνιά.
Κα0oς διαβαίναν, το συννεqάκι ρoτούσε συνεyoς τον άνεμο τα τι,
τα πoς, και τα yιατί. Κά0ε απάντηση, κά0ε μικρq αyτίδα yνoσης που
έμπαινε μέσα του το 0έριευαν, κι ο άνεμος qυσούσε όλο και πιο δυνατά
yια να το σπρoyνει, και του ψι0ύριζε συνάμα τις απαντqσεις που
έψαyνε.
Κα0oς προyoρούσαν, ένας άλλος άνεμος μικρούλης, qοβισμένος
ξέπνοος, πέρασε δίπλα τους. H λιyοστq ανάσα του τους έκαψε τα
ρου0ούνια με την αποqορά της καταyνιάς που κουβαλούσε. Tούς
yαιρέτησε 0ροïζοντας και βιαστικός κρύqτηκε σε μια μπόρα μqπoς και
ξεπλυ0εί από την βρoμιά.
«Oτάνουμε...», είπε ο αλqτης ο βοριάς, «ετοιμάσου. Zταμάτα να
ρoτάς και ξεδιπλoσου, tλα κι εyo σε βοη0άo». tτσι είπε και qύσηξε
δυνατά πολύ το σύννεqο ανακατεύοντάς το.
Tο συννεqάκι ρίyησε, αναδιπλo0ηκε, μεyάλoσε. Oλη η yνoση που
του έδoσε ο βοριάς στο δρόμο, yίνηκε ρεύμα και κα0oς πλησίαζε την
καταyνιά και τον 0άνατο, οι κεραυνοί του πqραν δύναμη απ` την αyάπη
που qυσούσε μέσα του μαζί με τον βοριά.
Tο τεράστιο πια σoμα του, με το βα0ύ yκρίζο 0υμoμένο yρoμα
έκρυψε τη μέρα, σκέπασε τον qλιο, κα0oς αντίκρισε την καταyνιά. Ο
σύντροqός του ο βοριάς, 0υμoμένος κι αυτός, παρέσυρε τα πάντα με το
μανιασμένο qύσημά του.
Tο συννεqάκι δεν κρατq0ηκε άλλο... Tα κομμάτια του πυκνά,
δυναμoμένα, yτυπούσαν το ένα στο άλλο και οι κεραυνοί του πqραν να
κυνηyούν τον σιδερένιο άyyελο και τον σκοτεινό άρyοντα.
Aυτό είναι. Μπράβο μικρό, δoς τους να καταλάβουν, του qoναξε ο
άνεμος και το qύσηξε ακόμη πιό δυνατά.
Tην ίδια στιyμq, yοντρές στάλες ξέqυyαν απ`το κορμί του και
ρίyτηκαν με λαyτάρα και μανία πάνo στην καταyνιά και στη qoτιά yια
να τις διαλύσουν, να τις εξαqανίσουν από το πρόσoπο του κόσμου.
`Oσο έβρεyε και άστραqτε το συννεqάκι, τόσο πιό δυνατό και
μεyάλο yινόταν, τόσο πιό πολλές στάλες yεννιόταν μέσα του, κα0oς η
ομορqιά της ψυyqς του έλαμπε και αναδιπλoνόταν.
Nά`ταν από μεριά η μπόρα και ο κεραυνός, πόσο 0α καμάρoναν
yια το παιδί τους, που πολεμούσε και κατάστρεqε μονάyο του τόσο
μεyάλο κακό, και με τόση yάρη!...
Μέρες πολλές πέρασαν και νύyτιές βιαστικές, δεν ξέρo πόσες να
σας πo... Tο συννεqάκι κι ο βοριάς, μαζί, yέρι yέρι, διάλυσαν την
καταyνιά, έπνιξαν κι έκαψαν τον σιδερένιο άyyελο και τον 0ανατερό
άρyοντα qοβίσαν κι έδιoξαν.
Κάποτε, όταν πιά είyαν σιyουρευτεί ότι το κακό είyε yα0εί από τον
κόσμο το yνoστό, καλμάρισαν. Ο άνεμος qύσηξε τρυqερά και
παιyνιδιάρικα το συννεqάκι κι εκείνο ησυyάζοντας και yαμοyελoντας
του, τίναξε τις τελευταίες βαριές στάλες από το κορμί του που έλαμπε
από yαρά.
«Μπράβο μικρό... Μπράβο. Καλά τα κατάqερες. Καλά σε είδα εyo
ότι είσαι άξιο yια σπουδαία και μεyάλα έρyα. Μπράβο».
Tο συννεqάκι τρεμούλιασε μ`ευyαρίστηση στο δροσερό άyyιyμα
του αέρα και είπε «Z`ευyαριστo κυρ`άνεμε, σ` ευyαριστo που qσουν
μαζί μου όλο τούτο τον καιρό. Z` ευyαριστo yια όλα. Aν δεν qσουν εσύ
δεν 0α κατάqερνα τίποτα.»
Κα0oς ευyαριστούσε τον αλqτη το βοριά μια αyτίδα από qoς το
yαρyάλησε yαμοyελoντας και του είπε «Aρκετά έπαιξες με τον άνεμο
μικρό... tλα μαζί μου τoρα στο δρόμο του άρyοντά μου του 1λιου, να
yνoρίσεις και τις ομορqιές αυτού του κόσμου. Toρα που κατάqερες και
έδιoξες την καταyνιά, μπορείς να δεις τα πάντα qoτεινά όπoς η qύση
τά` yει πλασμένα, όμορqα και κα0αρά. Aυτό το ταξίδι σου αξίζει».
Tο συννεqάκι yαμοyέλασε ταπεινά, βάqτηκε ρόδινο από την
ηλιαyτίδα και κοίταξε προς τον βοριά. «Aντε μικρό, τί κά0εσαι; Oύyε,
στο κατόπι του 1λιου μόνο 0αύματα 0α συναντqσεις. Μη νοιάζεσαι yια
μένα, 0α ξεκουραστo yια λίyο και πάλι 0α σε συναντqσo σε κάποια
yoνιά του ουρανού. Hqyαινε λοιπόν τι περιμένεις ;
`Aν αρyqσεις, το μονοπάτι της ηλιαyτίδας 0α yα0εί στη δύση και 0`
απομείνεις πάλι μόνο σου.
Tο συννεqάκι yαιρέτησε με μια μικρq υπόκλιση τον άνεμο κι έτσι
μικρούλι που qταν και πάλι, σκαρqάλoσε στη ράyη της ηλιαyτίδας που
το περίμενε βιαστικq. tνα βρόyινο δάκρυ yαράς μαζί με ένα ζεστό
yαμόyελο αποyαιρετισμού αyκάλιασαν τον άνεμο κα0oς το συννεqάκι
και η ηλιαyτίδα ξεμάκρυναν και έστριψαν σε μια yoνιά του ουρανού,
κινoντας να yνoρίσουν τις ομορqιές και τα 0αύματα του κόσμου που
περίμεναν στο δρόμο του 1λιου.
© Xριστίνα Zαββατιανού 1999
επειδή δεν αγαπάω τους πολέμους
Τ Ε Λ Ο Σ

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->