ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑ

"ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ!"
ΕΛΛΑΣ 1946-1949
ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΑ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
Δ' ΕΚΔΟΣΗ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το βιβλίο αυτό, παραγγελία του Γαλλικού Εκδοτικού Οίκου Breteuil, θα είχε περιλάβει και άλλο υλικό,
ενδιαφέρον για τους Έλληνες, αν δεν είχε γραφή σε ξένη γλώσσα, για ξένο αναγνωστικό κοινό.
Θυσιάστηκε προπάντων η λεπτομερέστερη ανάλυση των εσωτερικών πολιτικών γεγονότων που
φαίνονται δαιδαλώδη στον ξένον αναγνώστη και δεν προκαλούν το ενδιαφέρον του, ενώ είναι προσιτά
και ενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη. Παρά ταύτα, εκρίθη ότι στην ελληνική του έκδοση, εκτός από
μερικές υποσημειώσεις, το κείμενο που διαβάστηκε στο εξωτερικό έπρεπε να παραμείνη αναλλοίωτο.
Το βιβλίο "ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ" είναι μια συνοπτική πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική
ιστορία της μεγάλης, ένδοξης, αλλά και τρομακτικής δεκαετίας που έζησε η Ελλάς μετά το 1939.
Αρκετές σελίδες είναι αφιερωμένες στις ρίζες που είχαν τα γεγονότα της δεκαετίας στο παρελθόν, όσο
και στις προεκτάσεις που είχαν στο μέλλον. Εδώ κι εκεί, μία η δύο σελίδες αναφέρονται σε επεισόδια
άγνωστα και περιορισμένης σημασίας, που είναι όμως χαρακτηριστικά των φοβερών εκείνων χρόνων.
Παρά τη συνοπτική του μορφή, κατεβλήθη προσπάθεια το βιβλίο να έχη κάποια πληρότητα.
Πραγματική πληρότητα θα είχε μόνο πολύτομο έργο, που μάλιστα θα είχε γραφή έπειτα από την έρευνα
των αρχείων των τότε εχθρικών Κυβερνήσεων. Η έρευνα αυτή επεχειρήθη για τη συγγραφή του ανά
χείρας βιβλίου, αλλά δεν κατέστη δυνατή.
Κατεβλήθη επίσης προσπάθεια ώστε η πολύπλευρη, συνοπτική αυτή ιστορία να γραφή με
αντικειμενικότητα. Τούτο ήταν απαραίτητο -ιδίως για τους νέους- γιατί και από τις δύο πλευρές του
λόφου η αλήθεια κακοποιήθηκε συχνά και πολύ. Αν το "ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ" επέτυχε να είναι
αντικειμενικό, θα το κρίνη ο καλόπιστος αναγνώστης.

Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο στην καθαρεύουσα έγινε από τον δικηγόρο Μιλτιάδη
Σινιόσογλου-Τοσίτσα.
Η απλούστευση του κειμένου στην καθομιλουμένη έγινε από τον Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη.

Copyright 1974 Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα

Επιθυμώ να ευχαριστήσω το Ελληνικόν Αρχηγείον Στρατού (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού) για τα
επίσημα, ιδιαιτέρως χρήσιμα και συχνά ανέκδοτα στοιχεία που έθεσε στη διάθεσή μου.
Ευχαριστώ επίσης τον πρώην αντιπρόσωπο της Ελλάδος στην "Ουνέσκο" κ. Γεώργιο Αβέρωφ, για τη
συμμετοχή τον στη διόρθωση των γαλλικών δοκιμίων της εργασίας αυτής.
Τέλος, επιθυμώ να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τον τέως βουλευτή Θεσπρωτίας κ. Στράτη
Αθανασάκο, για τις μακρές, δύσκολες και γόνιμες έρευνες που διεξήγαγε για να με βοηθήση στη
συγγραφή αυτού του βιβλίου.
ΕΓΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ
Πρώην Υπουργός των Εξωτερικών (1956-1963)
(Σημείωμα από τη γαλλική έκδοση)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΜΕΡΙΚΑ ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Η πεμπτουσία
Η πάλη ήταν τοπική, το παιχνίδι ήταν παγκόσμιο. Η Ελληνική Χερσόνησος υπήρξε πάντοτε
ένα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της Ευρώπης, και, ως εκ τούτου, ολοκλήρου του κόσμου.
Χθες σταυροδρόμι θρησκειών, σήμερα ιδεολογιών, υπήρξε και είναι πάντοτε ένα
σταυροδρόμι φυλών, ηπείρων και μεγάλων ναυτικών οδών.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, η Ιστορία, δια μέσου των αιώνων, χάραξε τη Χερσόνησο με τη
σφραγίδα της, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο όλες οι σημαντικές κρίσεις της ανθρωπότητος
ξέσπασαν επάνω της.
Παρ' όλο τον σχετικώς μικρό γεωγραφικό χώρο της Ελληνικής Χερσονήσου, η μοίρα της
κατ' επανάληψιν επηρέασε, κάποτε μάλιστα με τρόπο αποτελεσματικό, την πορεία της
ανθρωπότητος.
Αυτό δεν αποτελεί υπερβολή.
Πέρασαν ήδη περισσότεροι από είκοσι αιώνες, αφότου η έκβαση των Μηδικών πολέμων
εμπόδισε τον Μεγάλο Βασιλέα να επικρατήση στην ήπειρό μας και επέτρεψε την άνθιση των
δημοκρατικών ιδεών που έσπειρε ο Σόλων στην Αθήνα. Η σήμερα ώριμη και τότε μόλις
σχηματιζόμενη Ευρώπη, ευεργετείται ακόμη από τις ιδέες αυτές.
Πέρασαν ήδη δέκα αιώνες αφότου, στην ευρύτερη περιοχή της Χερσονήσου, το Βυζάντιο
υπεχρέωσε τον Ισλαμισμό να υποχωρήση μπροστά στον Χριστιανισμό.
Πέρασε ήδη μισός αιώνας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Ελλάς, στο πλευρό
των Συμμάχων, επέτρεψε την επιβίωση του γενναίου Σερβικού έθνους, την ελεύθερη
ναυσιπλοία προς τις Ινδίες δια μέσου της Μεσογείου και τη δημιουργία ενός δευτέρου
μετώπου, απειλητικού για τις ισχυρές στρατιές του Κάιζερ και των συμμάχων του.
Τέλος, υπάρχει και μια πιο πρόσφατη και βαθιά κρίση, της οποίας οι συνέπειες βαρύνουν
ακόμη και σήμερα.
Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση, η μεγάλη αυτή

δύναμη και συγχρόνως σημαιοφόρος μιας ισχυρής επαναστατικής ιδεολογίας, είχε
προχωρήσει μέσα στην ευρωπαϊκή γη με γιγαντιαία βήματα. Κατερειπωμένη αλλά ορμητική
και διατηρώντας μεγάλες εφεδρείες, είχε προωθήσει τα σύνορά της, με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο, πολύ πέρα από τα προπολεμικά σύνορα, πέρα από τον Δνείπερο και τον Δούναβη,
ίσαμε τις ακτές της Αδριατικής.
Ο Στάλιν, μέσα σε λίγα χρόνια, πραγματοποιούσε τα όνειρα τα οποία οι Τσάροι του μαύρου
αετού έκαμαν για αιώνες, και τα οποία οι διάδοχοί τους του ερυθρού αστέρος είχαν
ξανακάμει για μερικές δεκαετίες.
Παρ' όλα αυτά, ο Στάλιν, ο μεγάλος αυτός νικητής των Διασκέψεων της Μόσχας και της
Γιάλτας, δεν είχε νικήσει σε όλα τα πεδία: αναγκάσθηκε να παραιτηθή από τις διεκδικήσεις
του στη Μεσόγειο, και να αφήση εκτός της ζώνης της επιρροής του την Ελληνική
Χερσόνησο, την οποία όμως είχε προσπαθήσει να καθυποτάξη κατά τη διάρκεια του
Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Έτσι, αν λόγω της ουδετερότητος της Τουρκίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνη κύριος των
θυρών της Μαύρης Θάλασσας, δηλαδή του Βοσπόρου, είχε χάσει επίσης τη δυνατότητα να
τις ελέγχη: τα νησιά του Αιγαίου, από τα οποία μπορεί να διενεργηθή αποκλεισμός των
Δαρδανελλίων, διέφυγαν από την κυριαρχία του ή και την επιρροή του. Συνέπεια τούτου
ήταν ότι δεν διέθετε σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο ούτε ένα έρεισμα.
Σήμερα, από άποψη ερεισμάτων -με παραλλαγές βέβαια στη μορφή τους- το πρόβλημα της
Μόσχας είναι περισσότερο πρόβλημα επιλογής ερεισμάτων. Το 1945, όμως, η εικόνα ήταν
τελείως διαφορετική, ήταν απολύτως αρνητική: σε μια τέτοια "σκακιέρα", η Χερσόνησος και
τα νησιά της ήταν πράγματι πολύτιμα. Κάτω από σοβιετικό έλεγχο, τα νησιά του Αιγαίου θα
επέτρεπαν ένα παιχνίδι, που οι συνέπειές του θα ήταν πολύπλευρες και πολύ σοβαρές: θα
απομόνωνε την Τουρκία, θα εξυπηρετούσε αλλά και συγχρόνως "θα έδενε" τους νέους
συμμάχους της Βαλκανικής και, ιδίως, θα επέτρεπε από τότε την ευχερή κάθοδο προς τη
Μεσόγειο και την Αφρική. Αν το Παρίσι άξιζε μια λειτουργία για τον Ερρίκο τον Δ', 1 όλα
αυτά άξιζαν για τον Στάλιν ένα αδελφοκτόνο αγώνα. Και μάλιστα όταν ο αγώνας γινόταν εις
βάρος άλλων...
Η πάλη θα ήταν τοπική, το παιχνίδι θα ήταν παγκόσμιο.

Απαρχές και περιβάλλον
Για να αντιληφθή κανείς πως ξέσπασε και πως τόσο επίμονα υπεστηρίχθη ένας

ανταρτοπόλεμος, που κράτησε σαράντα μήνες και προξένησε στην Ελλάδα περισσότερες
καταστροφές και θύματα από ό,τι ο Πόλεμος και η Κατοχή, θα πρέπει να έχη μια ιδέα των
όσων προηγήθησαν.
Σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι έτοιμοι να κάμουν πόλεμο,
απλώς και μόνο για να τον κάμουν (έλξη της περιπέτειας), ή και για να ικανοποιήσουν
συμφέροντα (έλξη της εξουσίας ή των υλικών ωφελημάτων). Οι άνθρωποι αυτοί πιθανόν να
είναι χρήσιμοι για τη διεξαγωγή ενός αγώνος: με κατάλληλο χειρισμό μπορούν να αρχίσουν
την πιο ακαταλόγιστη περιπέτεια, μπορούν να θυσιάσουν και αυτήν ακόμη τη ζωή τους.
Εκείνο που αδυνατούν να κάμουν είναι να διαρκέσουν. Η μακριά περιπέτεια καταπονεί, το
συνεχώς διαφεύγον κέρδος ωθεί στην απόγνωση. Ο καταναγκασμός που πιθανόν θα
επακολουθήση, και συνήθως επακολουθεί, δεν αρκεί.
Για να αρχίση μια περιπέτεια ευρείας εκτάσεως, και ιδίως για να διαρκέση, απαιτούνται οι
κατάλληλες ψυχολογικές συνθήκες. Πρέπει ακόμη τα γεγονότα που προηγούνται να είναι
ευνοϊκά, και ιδίως πρέπει να υπάρχη μια αποφασισμένη και φανατισμένη "δύναμις
κρούσεως".
Στην παρούσα περίπτωση, η "δύναμις κρούσεως" ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος.
Στις σελίδες που ακολουθούν θα διαγράψουμε σε γενικές γραμμές την ιστορία του, από τη
γέννησή του ως την εποχή που έγινε ενεργώς και φανερά επαναστατικό. Η δράση του με τη
μορφή αυτή θα αποτελέση αργότερα το κύριο θέμα του βιβλίου τούτου.
Πριν όμως μιλήσουμε για τη γέννηση και τις πολιτικές ή επαναστατικές δραστηριότητες του
Κ.Κ.Ε., πρέπει να σκιαγραφήσουμε την κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε και
αναπτύχθηκε.
Εκείνοι που γνωρίζουν μόνο τη σημερινή Ελλάδα δεν μπορούν να φαντασθούν πως ήταν η
χώρα την εποχή κατά την οποία άρχισε να σχηματίζεται το Κ.Κ.Ε., δηλαδή αμέσως μετά τον
Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θα μπορούσε να λεχθή ότι και αυτός ακόμη ο χώρος της Ελλάδος ήταν διαφορετικός, γιατί,
μολονότι το έδαφός της ήταν το ίδιο, η αξιοποίησή του ήταν τόσο ριζικά διαφορετική, ώστε
για τους κατοίκους της ήταν ένας εντελώς διαφορετικός χώρος.
Τα απόκρημνα και ψηλά βουνά της, δηλαδή τα δύο τρίτα της Χώρας, δεν είχαν παρά
υποτυπώδες οδικό δίκτυο, κατάλληλο μόνο για ημιονικές επικοινωνίες. Οι πεδιάδες
μαστίζονταν από την ελονοσία, οι αρδεύσεις ήταν πάρα πολύ περιορισμένες, τα μέσα

καλλιέργειας ήταν κατά το πλείστον απηρχαιωμένα και οι σοδειές βρίσκονταν στο έλεος της
ξηρασίας και των πλημμυρών. Οι πεδινοί δρόμοι ήταν ελάχιστοι και σε οικτρά κατάσταση.
Οι σιδηροδρομικές γραμμές -μονής πάντοτε κατευθύνσεως- είχαν το διεθνές πλάτος μόνον
στη γραμμή Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Δυτικής Ευρώπης. Οι θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ
του Πειραιώς και των λίγων αξιολόγων λιμένων ήταν ανεκτές και τακτικές. Όλες όμως οι
άλλες ήταν πάντοτε ελλιπείς και αραιές.
Δεν υπήρχαν ούτε μεγάλες πόλεις ούτε μεγάλες επιχειρήσεις.
Ο πληθυσμός των μόνων αξιόλογων πόλεων, δηλαδή των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης,
δεν υπερέβαινε, για τις δύο μαζί, τις πεντακόσιες χιλιάδες. Εξάλλου, οι ελληνικές
βιομηχανίες που κατά τα δυτικά κριτήρια θα εθεωρούντο μεσαίου μεγέθους μπορούσαν να
μετρηθούν στα δάκτυλα.
Εξίσου μεγάλη ήταν η απόσταση μεταξύ της Ελλάδος και των ανεπτυγμένων Δυτικών
χωρών στον κοινωνικό τομέα και στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Η ληστεία στις σημαντικές οδούς δεν ήταν μεν συνήθης αλλά δεν ήταν και εντελώς
άγνωστη.
Το σύνολο των αναλφάβητων υπερέβαινε πιθανότατα το 40% του πληθυσμού.
Η εργατική τάξη ήταν πρακτικώς ανύπαρκτη. Σχεδόν το σύνολο των εργατών δεν ήταν
κατά κυριολεξία εργάτες: ήταν μικροαστοί, οι οποίοι εργάζονταν στις ελάχιστες,
περιορισμένες και οικογενειακές επιχειρήσεις.
Μεταξύ των ετών 1918 και 1920, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πραγματοποίησε χάριν των
αγροτών μια ευρύτατη αγροτική μεταρρύθμιση, που συμπληρώθηκε αργότερα από δύο
άλλες, από τις οποίες η μία έγινε το 1923. Πρακτικώς, ολόκληρη η καλλιεργήσιμη γη της
Χώρας διενεμήθη στους καλλιεργητάς της. Πρέπει να προστεθή, για να ολοκληρωθή η
εικόνα, ότι, ελλείψει επαρκούς γης, ο μεγαλύτερος αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων
διέθετε ένα ως πέντε εκτάρια (10-50 στρέμματα), ένας αξιόλογος αριθμός πέντε ως είκοσι
εκτάρια, και ότι ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που υπερέβαινε αυτή την έκταση ήταν
σχετικώς ασήμαντος.
Η αστική τάξη ήταν πολύ σημαντική. Περιελάμβανε μόνο μικροαστούς, οι οποίοι ήταν
βαθύτατα εμποτισμένοι -όπως και όσοι ανήκαν στις άλλες τάξεις- από τις ιδέες της
Θρησκείας και της Πατρίδος, της Οικογενείας και της Ιδιοκτησίας.

Ουσιαστικώς, το σύνολο του πληθυσμού απετελείτο από τις κοινωνικές αυτές τάξεις. Η
λιτότης της ζωής τους ήταν γενική και μεγάλη. Στους ορεσίβιους η λιτότης έφθανε στα
ακρότατα δυνατά όρια.
Οι μεγαλοαστοί ήταν ολιγάριθμοι. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες -όπως ελέχθη παραπάνω- είχαν
περιορισθή σε μικρούς σχετικώς κλήρους. Έτσι, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν πια παρά λίγες
εκατοντάδες ευπόρων οικογενειών. Στην ουσία, έκτος από ανθρώπους που εμετρώντο στα
δάκτυλα, πραγματικά πλούσιοι ήταν μόνο όσοι πλούτισαν στο εξωτερικό, και αυτοί είχαν
ένα ιδιαίτερο γόητρο, δεδομένου ότι η παράδοση των μεγάλων εθνικών ευεργετών ήταν
πάντα ζωντανή και συνεχιζόταν. Οι εθνικοί ευεργέται είχαν ιδρύσει πολύ σημαντικά
ιδρύματα, και αυτά εντυπωσίαζαν εξαιρετικά, επειδή η Χώρα ήταν πολύ πτωχή.
Αυτή η διάρθρωση της Χώρας, η οποία ως ένα σημείο θύμιζε τη Δύση των αρχών του 19ου
αιώνος, άλλαξε μεταξύ των ετών 1920 και 1940.
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και η άφιξη ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων
χιλιάδων προσφύγων, διπλασίασε τον πληθυσμό των τριών σημαντικών πόλεων της Χώρας,
δημιούργησε μια πραγματική εργατική-προλεταριακή τάξη, και τελικά δημιούργησε μια
σχετικώς σημαντική βιομηχανία.
Αιφνιδίως, οι συνθήκες άλλαξαν. Η ανισότης των τάξεων άρχισε να γίνεται αισθητή.
Εξάλλου, δύο ειρηνικές δεκαετίες, και κυβερνήσεις που τις ενέπνεε μεταρρυθμιστικό και
δημιουργικό πνεύμα -ιδίως του Βενιζέλου, μεταξύ 1928 και 1932- βελτίωσαν τις συνθήκες
στους τομείς της παραγωγής, των συγκοινωνιών, της βιομηχανίας, της κοινωνικής
ασφαλίσεως, και γενικότερα της κοινωνικής προόδου.
Παρ' όλα αυτά, η Ελλάς, στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν απείχε
πολύ από το σημείο όπου βρισκόταν την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν
δε απολύτως διαφορετική από την Ελλάδα της δεκαετίας 1960-1969.
Για να πει κανείς τα πάντα με λίγες λέξεις και τρεις αριθμούς, το κατά κεφαλήν ετήσιο
εθνικό εισόδημα είναι σήμερα μεγαλύτερο από 1.000 δολλάρια, ενώ το 1940 ήταν
χαμηλότερο από 150 δολλάρια και το 1920 χαμηλότερο από 100 δολλάρια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ Κ.Κ.Ε.

Γέννηση και πρώτα βήματα του Κ.Κ.Ε.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1918, με άλλη μορφή
και με το όνομα "Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα".
Επρόκειτο για ένα ασήμαντο κόμμα, που περιοριζόταν στους ιδρυτάς του και σε λίγους
ακόμη οπαδούς, εμπνεόμενους κυρίως από τον Σοσιαλισμό της Δευτέρας Διεθνούς. Μέσα
όμως

σε

διάστημα

δύο

ετών,

το

Σοσιαλιστικό

Εργατικό

Κόμμα

ακολούθησε

ριζοσπαστικότερο προσανατολισμό.
Η πλήρης επικράτηση της Ρωσικής Επαναστάσεως και η ορμή της Τρίτης Διεθνούς
ενίσχυσαν τη θέση εκείνων που επεδίωκαν τολμηρότερη πορεία, οι οποίοι, ύστερα από
έντονες συζητήσεις, επεβλήθησαν στους άλλους συντρόφους των. Κατά τους πρώτους
μήνες του 1920, στον τίτλο του Κόμματος προσετέθη, σε παρένθεση, η ονομασία
"Κομμουνιστικό", απεφασίσθη η συμμετοχή του στην Κομιντέρν, και ένας νέος και
δυναμικός φοιτητής εξελέγη εκπρόσωπος του μικρού Κόμματος στο μεγάλο Διεθνές
Συνέδριο της "Κομμουνιστικής Διεθνούς", που επρόκειτο να συγκληθή στη Μόσχα.
Το όνομα του φοιτητού αυτού -Δημοσθένης Λυγδόπουλος- αξίζει να μνημονευθή, γιατί θα
έλεγε κανείς ότι η μοίρα τον έταξε σαν δραματικό οιωνό των μεγάλων περιπετειών του
Κ.Κ.Ε.
Πράγματι, στην αρχή πέτυχε απολύτως στην αποστολή του.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, ο Πρόεδρος της Κομιντέρν, ο Ζηνόβιεφ, που είχε διεθνές
κύρος, ανήγγειλε στη Μόσχα, με φανερή μάλιστα ικανοποίηση, ότι το Κ.Κ.Ε. είχε γίνει
ομόφωνα δεκτό ως μέλος της Κομιντέρν.
Αυτό σήμαινε συγχρόνως γέννηση και θεαματική εμφάνιση σε διεθνές επίπεδο.
Η λαμπρή αυτή απαρχή του απεσταλμένου των Αθηνών, είχε ύστερα από λίγες εβδομάδες
τραγικό τέλος.
Συνοδός του Δημοσθένη Λυγδοπούλου ορίσθηκε από το Κέντρο ένας νεαρός Έλληνας που
είχε γεννηθή στη Ρωσία, ονόματι Αλεξάκης, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε ως αντιπρόσωπος της
Κομιντέρν στην Αθήνα. Τους δόθηκαν εμπιστευτικές οδηγίες, άφθονο προπαγανδιστικό
υλικό, και πέντε χιλιάδες χρυσά δολλάρια για τις πρώτες δαπάνες οργανώσεως του μικρού

Κόμματος.
Αλλά η ύλη φθείρεται και χάνεται, και συχνά προκαλεί και την απώλεια και των πιο ισχυρών
ιδεών: στην Οδησσό, οι δύο νεαροί Έλληνες απόστολοι ναύλωσαν ένα μικρό πλοιάριο για
να διασχίσουν τη Μαύρη Θάλασσα· κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, τους δολοφόνησαν
και τους έριξαν στη θάλασσα. Αμφίβολη παρηγοριά απέμεινε η σύλληψη του ουκρανικού
πληρώματος από τις σοβιετικές αρχές και η εν συνεχεία εκτέλεση των μελών του...
Οι ιδέες οδηγούσαν στη ζωή και τη δράση, το χρυσάφι άνοιξε τάφους.
Πάνω στην ανθρώπινη αυτή τραγωδία της νύκτας της 20ής Οκτωβρίου 1920, θα μπορούσε
κανείς να κτίση πολλές υποθέσεις αγνώστων πολιτικών "Χ", γιατί ασφαλώς ο εκλεκτός των
Αθηνών, που στέφθηκε στη Μόσχα, και ο εκλεκτός της Μόσχας, που θα γινόταν
συντονιστής στην Αθήνα, δρώντας μαζί και επί τόπου, θα προίκιζαν από την αρχή το Κόμμα
με μια ισχυρή ηγεσία.
Αυτό λέγεται μόνο και μόνο για να υπομνησθή η σημασία της μοίρας στην πορεία των
ανθρώπων, ή και για να πληροφορηθούν οι αναγνώστες ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα
σχετικά με το θέμα, που ανήκουν στη λεγομένη "μικρή ιστορία". Γιατί κατά τα άλλα δεν
επιτρέπεται να είναι κανείς πολύ αυστηρός όταν κρίνη τους πρώτους αρχηγούς του Κ.Κ.Ε.
Προικισμένοι με πίστη, την πρωταρχική δύναμη κάθε μεγάλης προσπάθειας, αφιερώθηκαν
στην εκπλήρωση ενός καθήκοντος κατ' εξοχήν δύσκολου. Είδαμε πιο πάνω ότι η Ελλάς δεν
ήταν το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθούν οι άγουροι τότε σπόροι του μαρξισμούλενινισμού. Το μικρό Κόμμα που είχε αποφασίσει την εισαγωγή τους στην Ελλάδα, είχε
αναλάβει ένα έργο πάρα πολύ δύσκολο. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, τα πρώτα του βήματα
δεν το οδήγησαν πολύ μακριά.

Οι προσπάθειες οργανώσεως και αναπτύξεως του Κόμματος, όπως και οι μακρές φιλονικίες
ως προς την υπακοή ή όχι στην Κομιντέρν -δηλαδή η επιθυμία της πλειοψηφίας που την
αμφισβητούσε ζωηρά η μειοψηφία- συνιστούν την ιστορία των πρώτων πέντε χρόνων της
ζωής του Κ.Κ.Ε. Αυτά όμως δεν μπορούν να έχουν θέση στη γενική επισκόπηση που θα
κάμουμε εδώ.
Παρ' όλα αυτά, μια σελίδα της ιστορίας αυτής παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον: η δράση του
Κόμματος κατά τη διάρκεια και μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο της Μικράς Ασίας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού (1920-1922), το Κ.Κ.Ε. έκαμε μέσα στο Στρατό -όπου
είχε προσηλυτίσει λίγες εκατοντάδες οπαδών-μια μεγάλη εκστρατεία ηττοπάθειας. Η
εκστρατεία αυτή γινόταν μέσα σ' ένα περιβάλλον που προσφερόταν για την ανάπτυξή της,
γιατί από το 1912 -έκτος από μικρά χρονικά διαστήματα- η Χώρα βρισκόταν σε πόλεμο, η
συντελούμενη προσπάθεια ήταν τεραστία, και πλείστοι όσοι παράγοντες (θέση των
Μεγάλων Δυνάμεων, μεγάλη σε βάθος αναδίπλωση του εχθρού κτλ.) δεν επέτρεπαν να
διαφανούν ευνοϊκές προοπτικές.
Προπαγάνδα εύκολη από πλευράς επιχειρηματολογίας, δύσκολη όμως -αλλά με άριστη
διεξαγωγή- από πλευράς οργανώσεως. Εκ των υστέρων, το Κόμμα τη χαρακτήρισε σαν μια
από τις κύριες αιτίες της στρατιωτικής πανωλεθρίας του 1922.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η προπαγάνδα έπαιξε εντελώς δευτερεύοντα ρόλο μεταξύ
των σημαντικών βαθύτερων αιτίων που προεκάλεσαν την Καταστροφή. Άλλωστε, οι
αρμόδιες αρχές, ήδη από το φθινόπωρο του 1921, έλαβαν ορισμένα μέτρα εναντίον των
ανωτάτων κλιμακίων του Κόμματος και όσων προπαγανδιστών ήταν δυνατόν να
αποκαλυφθούν. Αν όμως τα μέτρα αυτά ήταν κάπως αποτελεσματικά στο μέτωπο, δεν ήταν
ιδιαιτέρως αυστηρά και δεν μείωσαν τις δυνατότητες γενικοτέρας δράσεως του μικρού
Κόμματος. Αυτό φάνηκε αμέσως μετά την Καταστροφή. Όλα τα στελέχη, ενισχυμένα από
εκατοντάδες οπαδών που είχαν επιστρέψει από το μέτωπο, όπου είχαν καλά εκπαιδευθή
στην

παράνομη

δράση,

επεδόθησαν

σε

έντονη

εκστρατεία

προσηλυτισμού

των

προσφύγων.
Τα επιχειρήματα ήταν πειστικά: οι πρόσφυγες δεν ήταν τα θύματα ενός απελευθερωτικού
πολέμου που είχε πάει άσχημα. Απλώς πλήρωναν πολύ ακριβά έναν πόλεμο της ελληνικής
πλουτοκρατίας, πόλεμο που έγινε για να υπηρετήση τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στον οποίο
αντιτασσόταν η γαλλική κεφαλαιοκρατία, που με τη σειρά της είχε εξοπλίσει την Τουρκία
του Κεμάλ Ατατούρκ...
Λησμονούσαν βεβαίως την Τουρκοσοβιετική συνθήκη του 1921, που πρώτη βοήθησε τον
νικητή των Δαρδανελλίων να δημιουργήση τακτικό στρατό... Αλλά η επίμονη προπαγάνδα
δεν σταματούσε μπροστά σε τέτοια μικροπράγματα... Εξάλλου, πολλά θέματά της ήταν
πρόσφορα για εκμετάλλευση, γιατί δρούσε εν μέσω ενός γενικού χάους και μιας τεραστίας
αθλιότητος. Επιχειρήματα ήταν εύκολο να βρεθούν και όλα φαίνονταν ισχυρά.
Εργαζόταν λοιπόν το Κόμμα με τρόπο συνεπή, έξυπνο, επίμονο και πολλές φορές
δηλητηριώδη.2

Και από τις δύο όχθες περίμεναν φαντασμαγορικά αποτελέσματα: ξαφνικά, ο πετρότοπος, ο
ακατάλληλος για τους εισαγόμενους σπόρους, είχε γίνει γι' αυτούς εύφορη γη.
Πράγματι, το φθινόπωρο του 1922 και μέσα σ' ένα μόνο μήνα, πάνω από 1.300.000
πρόσφυγες, γυμνοί και πεινασμένοι, κατέφευγαν σε μια χώρα όπου ζούσαν 5.000.000
αδελφοί τους.
Για να αντιληφθή κανείς τι σήμαινε αυτό, αρκεί να σκεφθή -χωρίς να ληφθή καν υπ' όψιν η
διαφορά που υπήρχε σε φυσικούς πόρους- ότι, κατ' αναλογίαν, αυτό αντιστοιχούσε για τη
Γαλλία με άφιξη 13.000.000 προσφύγων, και για τις Ηνωμένες Πολιτείες 50.000.000.
Μοναδικό ίσως φαινόμενο στην ιστορία της διακινήσεως των πληθυσμών. Ξαφνικά, η
Αθήνα, με την συνεχή προσθήκη πρόχειρων συνοικισμών, ενωνόταν με τον Πειραιά και
μέσα σε λίγους μήνες αποτελούσαν μια πόλη που ξεπερνούσε σαφώς το ένα εκατομμύριο
κατοίκων.
Από το άλλο μέρος, αν ήταν αλήθεια ότι οι άνθρωποι αυτοί κατέφευγαν σε χώρα
κατοικημένη από αδελφούς, είναι εξίσου αληθινό ότι αυτοί οι αδελφοί ήταν πτωχοί,
κουρασμένοι και απογοητευμένοι, και ότι υπεδέχοντο ανθρώπους ξυπόλυτους και
ξεριζωμένους από τις εστίες των, δηλαδή ανθρώπους με το θάνατο στην ψυχή και την
αγωνία και την αβεβαιότητα στο πνεύμα.
Τέλος, ο Στρατός, που για δέκα χρόνια νικούσε -από το 1912 ως το 1922- επέστρεφε
εξουθενωμένος και ταπεινωμένος μετά από μια άνευ προηγουμένου πανωλεθρία, η οποία
δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική καταστροφή. Η ήττα προκαλούσε τη μεγαλύτερη κρίση
της Χώρας από την εποχή της ανεξαρτησίας της, προκαλούσε μια από τις σοβαρότερες
κρίσεις στην τρισχιλιετή ζωή του Ελληνισμού, γιατί περιόριζε ξαφνικά τον γεωγραφικό χώρο
μέσα στον οποίο ο Ελληνισμός ζούσε από την αρχαιότητα. Ήταν μια βαρύτατη εθνική,
κοινωνική και οικονομική κρίση.
Όλα αυτά όμως δεν απέδωσαν σχεδόν τίποτε για το Κ.Κ.Ε. Πράγματι, στα επόμενα χρόνια
απεδείχθη -όπως θα φανή παρακάτω- ότι στην πράξη το μικρό Κόμμα δεν είχε
πραγματοποιήσει κέρδη.
Περίπτωση ίσως μοναδική, και πάντως πολύ ενδιαφέρουσα για τον ερευνητή της Ιστορίας
και τον πολιτικό παρατηρητή. Γιατί στην περίπτωση αυτή ο ιστορικός υλισμός διαψεύδεται
και ηττάται, αντί, όπως θα περίμενε κανείς, να δικαιώνεται και να νικά.
Το υλικό στοιχείο ωθούσε προς την επανάσταση. Το συναισθηματικό στοιχείο συγκρατούσε

στην παράδοση.
Νικητής ανεδείχθη το δεύτερο. Όπως συμβαίνει συνήθως, το άυλο -οι ιδέες- απεδείχθη
ισχυρότερο από την ύλη. Αξίζει να μνημονευθή το κυριότερο αίτιο αυτού του φαινομένου:
τις ιδέες τις υπεστήριζαν δύο άνδρες τους οποίους οι πρόσφυγες αγαπούσαν.
Ο πρώτος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος, με σκοπό την ενσωμάτωση των Ελλήνων
της Ανατολής στη Μητέρα Πατρίδα, είχε επιχειρήσει τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είχε κάμει
τους Έλληνες, και ιδίως τους πρόσφυγες, να ελπίσουν και να ονειρευθούν. Η επικίνδυνη
επιχείρηση είχε τελικά οδηγήσει στην καταστροφή. Αλλά η καταστροφή είχε γίνει υπό την
ηγεσία άλλων, των αντιπάλων του. Σ' αυτόν απέδιδαν τις προθέσεις, στους άλλους τις
καταστροφές. Εκείνον τον αγαπούσαν για τις ελπίδες και τα ωραία όνειρα που τους είχε
προσφέρει.
Ο δεύτερος άνδρας που στήριξε τις "ιδέες" ήταν ένας αξιωματικός, ο Νικόλαος Πλαστήρας,
ο οποίος θα επανεμφανισθή ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια, σε μέρες πολύ κρίσιμες.
Γόνος πτωχής οικογενείας, είχε αποκτήσει μέσα σε μια δεκαετία τη φήμη του ατρόμητου
πολεμιστού. Το 1922 είχε καλύψει με το Σύνταγμά του και με προσωπικό κίνδυνο ένα
συγκρότημα του Στρατού που υποχωρούσε ραγδαία. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα,
ανέτρεψε την Κυβέρνηση, εξετέλεσε χωρίς λογικές δικαιολογίες έξι ηγετικά της στελέχη,
και, επικεφαλής μιας στρατιωτικής Κυβερνήσεως, έκαμε τα αδύνατα δυνατά για να
ανακούφιση εκείνους που πεινούσαν και κρύωναν.
Γνωστός για την πενία του, αγνός, τίμιος και τώρα φυματικός, είχε γίνει για τους πρόσφυγες
το σύμβολο της καρτερίας και της προσωπικής θυσίας.
Η μάζα είναι περισσότερο συναισθηματική από ό,τι πιστεύεται συνήθως. Πάντως, είναι
περισσότερο συναισθηματική παρά λογική. Μόνο που για να οδηγηθή από τα συναισθήματά
της, πρέπει τα συναισθήματα αυτά να είναι συμπυκνωμένα και απλοποιημένα, και κυρίως
πρέπει να εκφράζωνται από τη δραστηριότητα ορισμένων ανθρώπων· όταν τούτο
συμβαίνη, οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να οδηγήσουν τη μάζα εκεί περίπου όπου οι ίδιοι
επιθυμούν. Για το καλό ή για το κακό. Στην Ιστορία το είδαμε πολλές φορές.
Στην περίπτωση μας, ο Βενιζέλος και ο Πλαστήρας -άσχετα αν δικαίως ή αδίκως- ήταν
αυτού του είδους άνθρωποι για τους πρόσφυγες. Θερμοί εθνικισταί και οι δύο, μόνο με το
γεγονός αυτό έφραξαν περισσότερο από κάθε άλλον το δρόμο που είχε ανοιχθή στο Κ.Κ.Ε.
Η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων τους ήταν πιστή, και ολόκληρη σχεδόν

παρέμεινε μέχρι του θανάτου των αφοσιωμένη σ' αυτούς.

Η δύσκολη παιδική ηλικία
Παρ' όλες τις μεγάλες προσπάθειες των λίγων πιστών, τα πρώτα βήματα του Κ.Κ.Ε.
υπήρξαν αποθαρρυντικά. Τα πρώτα χρόνια, σε κανένα από τους τομείς όπου κατεβλήθη
ιδιαίτερη προσπάθεια -πρόσφυγες, συνδικάτα, αγρότες, Στρατός- δεν πέτυχε αξιόλογα
αποτελέσματα.
Στις πρώτες γενικές εκλογές στις οποίες το Κόμμα έλαβε μέρος -1923-, επί 800.000 ψήφων
το Κ.Κ.Ε. έλαβε περίπου 20.000. Αυτό προεκάλεσε φοβερή απογοήτευση, και ήταν
συγχρόνως θεαματική αποκάλυψη. Έσπειρε τη διχόνοια μεταξύ των ηγετών, ώθησε την
Κομιντέρν σε βαθύτερες παρεμβάσεις, και προεκάλεσε νέα προσπάθεια για την οργάνωση
της βάσεως.
Εκείνο, όμως, που φαίνεται ότι απέδωσε μερικά ισχνά αποτελέσματα ήταν οι πολιτικές
συνθήκες της Χώρας. Ο σχετικά στείρος κοινοβουλευτισμός και τα στρατιωτικά
μικροπραξικοπήματα που προηγήθησαν και διεδέχθησαν τη δικτατορία του Στρατηγού
Παγκάλου (Ιούνιος 1925-Αύγουστος 1926) απεγοήτευσαν ένα μέρος των εκλογέων.
Έτσι, στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1926, το Κόμμα έλαβε 42.000 περίπου ψήφους, και
χάρη στο σύστημα της απλής αναλογικής, κατέλαβε στη Βουλή δέκα έδρες επί 286. Ο
αριθμός δεν ήταν μεγάλος, αλλά επέτρεπε μια πρώτη παρουσία. Επρόκειτο όμως για
παρουσία εφήμερη.
Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που οι πρόσφυγες τον αποκαλούσαν "Πατέρα της
Πατρίδος", επανήλθε στην ηγεσία των Φιλελευθέρων, και στις εκλογές της 19ης Αυγούστου
1928 πέτυχε μια συντριπτική νίκη. Το Κ.Κ.Ε., επί περισσοτέρων του ενός εκατομμυρίου
ψήφων, συνεκέντρωσε μόλις 14.000. Κανένας από τους υποψηφίους του δεν εξελέγη.
Και το πράγμα δεν τελείωσε εκεί εξαιτίας της παρανόμου δράσεως του μικρού Κόμματος και
ενός σοβαροτάτου θέματος, που ήγειρε το ίδιο -θα αναφερθή παρακάτω- ο Βενιζέλος
ψήφισε τάχιστα ένα νόμο, ο οποίος επέτρεπε τη δίωξη πλείστων όσων μελών του
Κόμματος.
Ο νόμος αυτός δεν ήταν ιδιαιτέρως αυστηρός ως προς τις προβλεπόμενες ποινές και είχε
αρκετές ομοιότητες με τις νομοθεσίες που είχαν υιοθετήσει άλλες χώρες μετά τον Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σημασία του όμως συνίστατο στο ότι η προβλεπομένη αξιόποινη

πράξη περιγραφόταν αόριστα, και έτσι μπορούσε να τιμωρηθή οποιαδήποτε μορφή
δραστηριότητος κατά της καθεστηκυίας τάξεως.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαιτέρως σκληρά και γίνονταν ακόμη πιο δυσάρεστα από το
γεγονός ότι οι συνεχείς οικογενειακές διενέξεις διασπούσαν τους ηγέτες του Κόμματος για
μια δεκαετία περίπου. Οι διενέξεις έπαιρναν συχνά προσωπικό χαρακτήρα, αλλά διαρκούσαν
ακόμη και όταν τα πρόσωπα άλλαζαν ή συμβιβάζονταν, γιατί η φύση της διαφωνίας
-εκπληκτικής επικαιρότητος ακόμη και σήμερα- ήταν διαφωνία επάνω σε βασικό θέμα:
Απόλυτη πειθαρχία στις εντολές της Κομιντέρν; Αυστηρή υποταγή στην πατρίδα του
Σοσιαλισμού και προστάτιδα του διεθνούς προλεταριάτου, τη Σοβιετική Ένωση; Ή σχετική
ανεξαρτησία και εφαρμογή του μαρξισμού με τακτική προσηρμοσμένη στις τοπικές
συνθήκες, που ήταν πιο γνωστές στα στελέχη που ζούσαν και δρούσαν επί τόπου;
Η πάλη μεταξύ των δύο αυτών τάσεων υπήρξε άγρια και πέρασε από πολλές και
ενδιαφέρουσες φάσεις που υπεχρέωσαν την Κομιντέρν να παρέμβη. Πολλές φορές
παρενέβη άμεσα και απότομα. Έτσι, άλλοτε με νίκες και άλλοτε με συμβιβασμούς, οι
"κονφορμίστες" -οι απολύτως πειθαρχημένοι στη Μόσχα- επικρατούσαν μονίμως. Αλλά οι
παρεμβάσεις αυτές και το σοβαρό θέμα που ήδη ανεφέρθη προκαλούσαν μια πεισματική και
θαρραλέα αντιπολίτευση.
Αυτό είναι τόσο αληθινό, ώστε ένας από τους αρχηγούς -ο Πουλιόπουλος- έφθασε μέχρι
του σημείου να διακηρύξη δημοσίως, το καλοκαίρι του 1927, ότι ορισμένες θεωρίες του
Στάλιν για τον σοσιαλισμό ήταν "αντιμαρξιστικές και αντιλενινιστικές"...
Πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, και θα νόμιζε κανείς ότι ακούει τους συγχρόνους οξείς
διαξιφισμούς, της δεκαετίας δηλαδή 1960-1970. Εξάλλου, αν σκεφθή κανείς ότι ο
Πουλιόπουλος διεγράφη από τα στελέχη του Κόμματος ως "εχθρός του προλεταριάτου", θα
σκεφθή ότι η υπόθεση του μεγάλου μαρξιστού της Γαλλίας, του Γκαρωντύ, δεν είναι και
τόσο νέα...
Αλλά η επικράτηση των "κονφορμιστών" δεν οφείλεται μόνο στην επέμβαση της Κομιντέρν.
Οφείλεται επίσης -κατά μεγάλο μέρος- στην αποφασιστική ανανέωση και την ενίσχυση των
στελεχών του. Πράγματι, από το 1924 περίπου, οι "κουτβιστές" και οι "χατζήδες" άρχισαν
να παίρνουν μέρος στον αγώνα.
"Κουτβιστές" ονομάζονταν όσοι είχαν σπουδάσει στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο των
Ανατολικών Λαών της Μόσχας, που τα αρχικά του στα ρωσικά είναι KUTV. Από το άλλο
μέρος, επειδή παλαιότερα στην Ανατολή όσοι είχαν πάει προσκυνητές στα Ιεροσόλυμα

ονομάζονταν "χατζήδες", το όνομα αυτό δόθηκε και σε όσους είχαν πάει στη Μόσχα με την
ευκαιρία διαφόρων συνεδρίων ή για άλλους λόγους
Οι κουτβιστές και οι χατζήδες είχαν καλύτερη εκπαίδευση κι ένα ειδικό γόητρο, και είχαν
επαφές με το "Κέντρο". Ήταν δηλαδή καλύτερα προετοιμασμένοι για να διεξαγάγουν την
πάλη εναντίον των ισχυρών προσωπικοτήτων που αντετίθεντο στην απόλυτη πειθαρχία.
Απ' όλους αυτούς τους αφοσιωμένους νεοφερμένους, που ήταν συγχρόνως και ικανοί
δημεγέρτες, θα πρέπει να συγκρατηθή το όνομα ενός, γιατί πολύ σύντομα απέκτησε
σοβαρή επιρροή και, είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, στον ανταρτοπόλεμο, έπαιξε έναν από
τους πιο σημαντικούς και ίσως τους πιο ολέθριους ρόλους. Πρόκειται για τον Ζαχαριάδη.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης γεννήθηκε στη Μικρά Ασία το 1902 και ήταν ένας από τους πρώτους
σπουδαστάς της KUTV. Σπούδασε εκεί πολύ νέος, στην ηλικία που φουσκώνουν οι ζύμες
της ψυχής και του πνεύματος. Σπούδασε την εποχή που ζούσε ακόμη ο ιδρυτής της νέας
εποχής, του μεγάλου οράματος και της εξίσου μεγάλης πλάνης, ο Λένιν. Ήταν φυσικό ο
νέος άπατρις να θελήση να γίνη ένας απόστολος. Εξάλλου, προικισμένος με ισχυρή και
ελκυστική προσωπικότητα, με ζωηρό και μαχητικό πνεύμα, μιλώντας απταίστως τα ρωσικά,
διεκρίθη αμέσως στη Μόσχα μεταξύ των άλλων υποψηφίων αποστόλων.
Το 1924, τον έστειλαν στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Απησχολήθη
ειδικώς με την οργάνωση του παρανόμου μηχανισμού, άλλα χωρίς να έχη κανένα ειδικό
τίτλο και χωρίς να εμφανίζεται σαν ένας από τους κυριότερους οργανωτάς. Φαίνεται επίσης
ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διεύθυνση του Κόμματος.
Το 1927, όταν οδηγήθηκε στο δικαστήριο μαζί με μια ομάδα στελεχών, υπεστήριξε
φανατικότερα από κάθε άλλον τις κομμουνιστικές θέσεις, και έδειξε θάρρος και πολλές
ικανότητες.
Μετά από ένα χρόνο φυλακής, ανεκηρύχθη ο εκλεκτός.
Οι αναφορές των απεσταλμένων της Κομιντέρν, όπως και ορισμένων στελεχών του
Κόμματος, δεν έκρυβαν ότι το Κ.Κ.Ε. δεν έκαμε αισθητές προόδους και ότι εξαιτίας αυτού οι
διενέξεις μεταξύ των ηγετών απεθάρρυναν την πάντοτε μικρή αλλά και πάντοτε
αφοσιωμένη βάση. Αντιθέτως. Οι απεσταλμένοι της Κομιντέρν απεκάλυπταν αυτές τις
αλήθειες και συχνά το έκαναν με πολύ ωμές λέξεις.
Τελικά, η Μόσχα απεφάσισε να βάλη τάξη στην ελληνική κομμουνιστική κίνηση. Τα
παρασκήνια αυτής της παρεμβάσεως δεν είναι γνωστά, και όσα είναι γνωστά δεν είναι

απαραίτητο να εκτεθούν εδώ.
Γεγονός πάντως είναι ότι, μετά από διάφορα διαβήματα, τον Σεπτέμβριο του 1931, ένας
πολύ σημαντικός παράγων του Κρεμλίνου, ο Ανατόλ Λουνατσάρσκι, πρώην Επίτροπος
Εκπαιδεύσεως(Υπουργός Παιδείας) της Σοβιετικής Ενώσεως, ήλθε στην Αθήνα, όπου έμεινε
πέντε μέρες. Από τότε, η γραμμή άλλαξε. Έγινε άκαμπτη. Το Κόμμα εκλήθη να
«μπολσεβικοποιηθή», να διώξη όσα στελέχη δίσταζαν, να γίνη ομοιογενές, με μια νέα και
ενωμένη ηγεσία, να σταματήση την ολεθρία «πάλη χωρίς αρχές», και τέλος να αγωνισθή
«για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών και του χωρισμού τους».

ι

Ο Νίκος Ζαχαριάδης ονομάσθηκε «ενιαία ηγεσία», και δύο χρόνια αργότερα «Γενικός
Γραμματέας», και έγινε ο μοναδικός και πανίσχυρος Αρχηγός του Κ.Κ.Ε., ο μικρός Στάλιν
του μικρού ελληνικού κινήματος, ο έμπιστος του ίδιου του μεγάλου Στάλιν και ο
αντιπρόσωπός του στην Ελλάδα.
Γεμάτος αφοσίωση και επιδεξιότητα και με αδυσώπητη σκληρότητα απέναντι σε όσους
συντρόφους του δίσταζαν, προσπάθησε να επιβάλη τις θέσεις της Κομιντέρν, που έχουν
ήδη αναφερθή. Μεταξύ αυτών πρέπει να συγκρατήσουμε δύο: την πρώτη για λόγους
ιστορικοπολιτικού στοχασμού, τη δεύτερη εξαιτίας των σοβαρών συνεπειών της.
Μνημονεύθηκε παραπάνω η «περίοδος της πάλης χωρίς αρχές». Έτσι ονομαζόταν στην
Κομιντέρν και στους κόλπους του Κ.Κ.Ε. η περίοδος 1920-1930, γιατί θεωρούσαν ότι τότε
τα στελέχη εμάχοντο εμπνευσμένα από τον «οπορτουνισμό». Δεν εφαντάζοντο βέβαια τότε
ότι, μισόν αιώνα αργότερα, ύστερα από ένα πενταετή Παγκόσμιο Πόλεμο που συνετάραξε
τον κόσμο, και ύστερα από εκατό μικρούς ή μεγάλους πολέμους ή επαναστάσεις, η
λεγομένη «πάλη χωρίς αρχές» θα είχε γενικευθή σε όλο τον κόσμο και θα ήταν στην
πραγματικότητα η πάλη γύρω από την «αρχή», δηλαδή την αρχή της απόλυτης πειθαρχίας
και μονολιθικότητος του κομμουνιστικού κόσμου.
Η δεύτερη δράση που πρέπει να συγκρατηθή από το αποφασιστικό θέσπισμα της Κομιντέρν
του 1931 είναι περισσότερο σημαντική, γιατί αφορούσε την αυτοδιάθεση και τον «χωρισμό
των λαών». Ό,τι φανερά είχε προηγηθή για μια δεκαετία, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για τη
σημασία των λέξεων: καλούσαν το Κ.Κ.Ε. δημοσίως και εναντίον της λαϊκής θελήσεως, να
πολεμήση για την ανεξαρτησία δύο εθνικών εδαφικών περιοχών. Μια απ' αυτές ήταν η
Μακεδονία. Με τον τρόπο αυτόν επέβαλλαν στο Κόμμα να αγνοήση το κύριο εμπόδιο, που
ήδη έως τότε είχε συναντήσει στον δύσκολο δρόμο του. Επειδή, όμως, αυτό το εμπόδιο
υπήρξε πάρα πολύ σημαντικό για τα πρώτα βήματα και τη μελλοντική πορεία του Κ.Κ.Ε., θα

πρέπει να του αφιερωθή μια ειδική παράγραφος.

Για μια ανεξάρτητη Μακεδονία.
Δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθή κανείς με τον γεωγραφικό χώρο που πρέπει να λέγεται
"Μακεδονία", γιατί συχνά εποίκιλλε, αναλόγως με τη θέληση των κατακτητών, τις
αντιλήψεις των ιστορικών, ή τις ανάγκες των αντιφρονούντων δημοσιολόγων. Κατά πολύ
γενικό τρόπο, μπορεί να λεχθή ότι προς νότον και προς δυσμάς ο χώρος αυτός συνορεύει
με ψηλά βουνά (τον Όλυμπο, και δυτικά την οροσειρά της Πίνδου και των αλβανικών
βουνών) και ότι περιλαμβάνει κυρίως την κυματοειδή πεδιάδα που αρχίζει στον Όλυμπο και
φθάνει ίσαμε πέρα από τα Σκόπια.
Αύτη η μεγάλη και ευφορωτάτη περιοχή, πρόσφορη επί αιώνες για εισβολές από τον βορρά
και την ανατολή, έγινε γι' αυτό το λόγο ένα ασυνήθιστο εθνολογικό μείγμα. Χωριά
απομονωμένα ή ομάδες χωριών, πόλεις ή και συνοικίες, μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες ή
παραφθορές των, ανάλογα με τις γλωσσικές συνθήκες που είχαν επικρατήσει στις διάφορες
εισβολές.
Μιλούσαν ακόμη και ισπανικά, κατάλοιπο της σημαντικής ισραηλιτικής μεταναστεύσεως από
την Ισπανία το 1492.
Η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε, γιατί ήταν η γλώσσα των αυτοχθόνων, του εμπορίου και
της Εκκλησίας. Ακολουθούσε η τουρκική, γιατί ήταν η γλώσσα της Διοικήσεως, του Στρατού
και πολλών αποίκων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες και οι τοπικές διάλεκτοι είχαν
εξαφανισθή.

Υπήρχαν

και

αυτές,

μάλιστα

σε

ορισμένες

περιοχές

κυριαρχούσαν

αναμφισβήτητα.
Όταν, τον 19ο αιώνα, πολλές βαλκανικές χώρες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, η
Μακεδονία εξακολουθούσε να παραμένη υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν φυσικό,
το περίεργο αυτό εθνολογικό κράμα να προκαλέση πολύ σοβαρές κρίσεις. Ο λόγος ήταν
πολύ απλός: κάθε εθνικογλωσσική ομάς επεδίωκε να ενωθή με τη Μητέρα-Πατρίδα. Από τις
δύο πλευρές των συνόρων οι μεν ονειρεύονταν τους δε, τους "αδελφούς".
Η ήδη εντόνως περίπλοκη κατάσταση έγινε πράγματι επικίνδυνη όταν μια από αυτές τις
διεκδικήσεις ικανοποιήθηκε με τελείως δυσανάλογο τρόπο, και αυτό με ζημία των λοιπών
διεκδικήσεων και βλέψεων. Το 1878 η Ρωσία, έχοντας συντρίψει την Τουρκία, δημιούργησε

με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τη "Μεγάλη Βουλγαρία", η οποία περιελάμβανε, μεταξύ
άλλων, ολόκληρη τη Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη.
Αυτό ήταν βέβαια ένα εφήμερο κατασκεύασμα, αφού λίγους μήνες αργότερα η Συνθήκη
του Βερολίνου επανέφερε τη Μακεδονία εντός των ορίων της Τουρκίας.
Αλλά ο κακός σπόρος των υπερφιάλων φιλοδοξιών είχε ήδη φυτρώσει Η προπαγάνδα για
μια Μεγάλη Βουλγαρία ήταν εντονωτάτη, η ατμόσφαιρα δηλητηριάσθηκε, και τελικά
φανατισμένες

ομάδες

κομιτατζήδων

προσπάθησαν

"με

φωτιά

και

τσεκούρι"

να

βουλγαροποιήσουν όλη την εκτεταμένη αυτή περιφέρεια, και ιδίως τα περίχωρα της
Θεσσαλονίκης. Όπως ήταν όμως φυσικό, δεν άργησαν να δημιουργηθούν και αντίθετες
ένοπλες ομάδες, με σκοπό την προστασία των συμπατριωτών τους.
Ακολούθησε φοβερή αιματοχυσία. Υπήρξαν βέβαια και στιγμές ηρεμίας, άλλα για χρόνια ο
ανορθόδοξος και ανηλεής πόλεμος δεν έλεγε να τελειώση.
Σε ολόκληρη τη χερσόνησο, το "μακεδονικό ζήτημα" φλόγιζε τα πάθη, δηλητηρίαζε τις
σχέσεις μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων χωρών, και στις αρχές του αιώνος
απασχολούσε πολύ σοβαρά τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο αγώνας διετήρησε την έντασή του
σχεδόν ως τους Βαλκανικούς πολέμους.
Οι πόλεμοι αυτοί (1912-1913) άλλαξαν τελείως την όψη και εν πολλοίς τη βάση του όλου
ζητήματος.
Η Μακεδονία, η οποία υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αναγκαστικά μια διοικητική
ενότητα, τριχοτομήθηκε. Η Ελλάς και η Σερβία γίνονταν κυρίαρχες των μεγαλυτέρων και
ευφορωτέρων περιοχών της. Και αν η εθνολογική κατάσταση δεν άλλαζε πολύ (πλήθος
Ελλήνων εγκατέλειψαν τότε τη Βουλγαρία), η Διοίκηση άλλαζε απολύτως.
Μια εντελώς νέα κατάσταση άρχισε να δημιουργήται στη Μακεδονία.
Αλλά η πραγματική ριζική αλλαγή επήλθε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου,
όταν διεθνείς συνθήκες επέβαλαν κάτι πρωτοφανές στην Ιστορία: την υποχρεωτική
ανταλλαγή -εκτός ολίγων εξαιρέσεων- των μειονοτήτων. Αυτό σήμαινε ότι κατηργείτο το
εθνολογικό κράμα της Μακεδονίας.
Η εγκατάσταση στη Μακεδονία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά
Ασία και την Ανατολική Θράκη, βοήθησε ώστε να εποικισθή το ελληνικό τμήμα από
ομοιογενή πληθυσμό. Οι στατιστικές που έγιναν εκείνη την εποχή από την Κοινωνία των

Εθνών βεβαιώνουν ότι η μητρική γλώσσα για τα 93% του πληθυσμού της Μακεδονίας ήταν
η ελληνική. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθή ότι πάρα πολλοί κάτοικοι, περιλαμβανόμενοι στα
υπόλοιπα επτά εκατοστά, μιλούσαν διάφορες τοπικές διαλέκτους σλαβικής προελεύσεως,
αλλά ήταν δίγλωσσοι. Οι περισσότεροι από αυτούς, για λόγους θρησκευτικούς, παραδόσεως
και περιβάλλοντος, είχαν κατά πλειοψηφία συνείδηση ελληνική.

Αύτη λοιπόν τη χώρα, την καθιερωμένη ως ελληνική στη λαϊκή φαντασία από την εποχή
του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του σημαιοφόρου του Ελληνισμού ίσαμε τις Ινδίες· αυτή τη
χώρα την τόσο αιματοβαμμένη και επιτέλους ελευθερωμένη· αυτή τη χώρα που τώρα ήταν
το κυριότερο καταφύγιο των προσφύγων, ο πρώτος σιτοβολών της Ελλάδος, και, από
απόψεως πληθυσμού, πιο ελληνική παρά ποτέ· αυτή τη χώρα, το Κ.Κ.Ε. έπαιρνε την εντολή
να τη διεκδικήση από την Ελλάδα, για να γίνη ένα ανεξάρτητο κράτος που θα ήταν
δορυφόρος της Βουλγαρίας.
Αυτό είχε για πολύ καιρό βαθειά επιρροή και στην πορεία του Κ.Κ.Ε., και στις σχέσεις
μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας.
Το όλο ζήτημα γεννήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1921 και κατά ανεπίσημο μάλλον
τρόπο. Ο Αρχηγός της Βουλγαρικής Αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς, που
έγινε στη Μόσχα, ο Κολάρωφ, μίλησε γι' αυτό στον Αρχηγό της Ελληνικής Αντιπροσωπείας,
που ήταν ένας νέος δικηγόρος, ο Γεωργιάδης, ο οποίος ως τότε είχε υποστηρίξει με ζήλο
την απόλυτη πειθαρχία στην Κομιντέρν.
Ο γράφων αυτές τις γραμμές είχε την ευκαιρία να τον γνωρίση αργότερα και έτσι γνωρίζει
τις λεπτομέρειες από πρώτη πηγή. Η επιχειρηματολογία του Κολάρωφ ήταν η ακόλουθη: αν
υποστηριζόταν η δημιουργία μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας, το Κ.Κ. Βουλγαρίας, που ήταν
μάλλον αναιμικό, θα γινόταν ξαφνικά σημαντικό και θα κέρδιζε τις ψήφους των Μακεδόνων
της Βουλγαρίας, που είχαν καταφύγει εκεί πρόσφυγες. Από το άλλο μέρος, το Κ.Κ.Ε., αραιά
στελεχωμένο σ' αυτή την κατ' εξοχήν αγροτική περιοχή, θα κέρδιζε τις ψήφους των
μειονοτήτων και όλων εκείνων που προτιμούσαν μια ανεξάρτητη Μακεδονία. Τέλος, αν ήταν
δυνατό να δημιουργηθή η ανεξάρτητη Μακεδονία, ο κομμουνισμός θα ενέγραφε από τότε
μια πρώτη υποθήκη γι' αυτό το νέο κράτος.
Ο Γεωργιάδης απήντησε με αοριστολογίες, αλλά μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα αντετάχθη
ζωηρά σ' αυτή την ιδέα και μετεπήδησε στο στρατόπεδο των "μη κονφορμιστών", για να το
εγκαταλείψη και αυτό όταν, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα, τον έδιωξαν από το

Κόμμα...
Η βουλγαρική θέση, μολονότι ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα και τις πεποιθήσεις των
Κ.Κ. Ελλάδος και Σερβίας, ανεφέρθη και πάλι και υπεστηρίχθη επισήμως τον επόμενο χρόνο
στη Σόφια, μέσα στους κόλπους της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Η Ελληνική
Αντιπροσωπεία αντετάχθη και πάλι, επικαλούμενη το γεγονός ότι η πρόταση αυτή
δημιουργούσε επικίνδυνα προβλήματα και υιοθετούσε τη "σωβινιστική" πολιτική της
βουλγαρικής αστικής τάξεως.
Μόλις όμως ο Αρχηγός της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, Πετσόπουλος, επέστρεψε στην
Αθήνα, κατηγορήθηκε ο ίδιος από το Κόμμα για μείγμα "σωβινισμού" και "διασπαστικού
κομμουνισμού", και τελικά διεγράφη από τον κατάλογο των στελεχών...
Το Κ.Κ.Ε. φαινόταν να παραπαίη.
Αυτό συνέβαινε γιατί πολλοί ηγέτες του δεν είχαν καταλάβει ότι η πολιτική του Κ.Κ.
Βουλγαρίας ήταν κατά βάθος η πολιτική της Κομιντέρν.
Η αβεβαιότης δεν μπορούσε να διαρκέση: αν το όλο ζήτημα είχε αίσιο τέλος, θα βοηθούσε
πολύ την εξάπλωση του Κομμουνισμού στη Βαλκανική Χερσόνησο. Γι' αυτό, στα τέλη του
1923, στη Μόσχα, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν και η Εκτελεστική Επιτροπή της
Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας ψήφισαν απόφαση κατά την οποία το ζήτημα της
ανεξαρτησίας της Μακεδονίας ήταν "ζήτημα αρχής". Αυτό σήμαινε ότι όλα τα
Κομμουνιστικά Κόμματα ήταν υποχρεωμένα να ακολουθήσουν τη γραμμή που είχε
χαραχθή.
Οι αντιπρόσωποι της Γιουγκοσλαβίας αντετάχθησαν και αρνήθηκαν να αποδεχθούν την
απόφαση. Αντιθέτως, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αντιπροσωπείας -απρόβλεπτη αλλαγή
πορείας- την απεδέχθη, χωρίς φαίνεται να έχη εξουσιοδοτηθή γι' αυτό από το Κόμμα του.
Το τελευταίο αυτό προκύπτει ιδίως από το ότι μόλις επέστρεψε στην Αθήνα η θέση του
έγινε τόσο λεπτή ώστε έσπευσε να εξαφανισθή κάπου στην Αμερική. Εξηφανίσθη μάλιστα
αποκαλύπτοντας την ισχύ των πεποιθήσεών του επί του θέματος της ανεξαρτησίας της
Μακεδονίας με τρόπο που ήταν μεν χρήσιμος γι' αυτόν άλλα όχι και ιδιαιτέρως κομψός και
πρωτότυπος: πήρε μαζί του ολόκληρο το ταμείο του μικρού Κόμματος.
Στο μεταξύ, το Κόμμα ακολουθούσε την τακτική των υπεκφυγών και διεβίβαζε στη Μόσχα
συγκεχυμένες απόψεις. Δεν τολμούσε να λάβη σαφή θέση. Του ήταν άλλωστε αδύνατο να
το κάμη, γιατί και σ' αυτήν ακόμη την τριανδρία που βρισκόταν τότε (1924) επικεφαλής του

Κόμματος, μόνο ένας, ο Μάξιμος, ήταν υπέρ της πλήρους πειθαρχίας στις αποφάσεις της
Διεθνούς. Ζητήθηκε τότε από το Κ.Κ.Ε. να αποστείλη αντιπροσώπους στη Μόσχα, για να
λάβουν μέρος στο Πέμπτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν, και άφηναν σαφώς να γίνη
αντιληπτό ότι θα συζητούσαν το "ζήτημα".
Στο Συνέδριο, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, που δεν ήταν άλλος από τον πιστό
"κονφορμιστή" Μάξιμο, που ανεφέρθη, αντετάχθη με πολύ θάρρος σε όσους υπεστήριξαν
την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Η συζήτηση πήρε σκληρή μορφή. Τόσο οι Έλληνες όσο
και οι Γιουγκοσλάβοι κατηγορήθησαν δριμύτατα από έναν από τους πρώτους Σοβιετικούς
αντιπροσώπους, αλλά ο Μάξιμος αντέκρουσε την επιχειρηματολογία του. Το κύριο
επιχείρημά του ήταν ότι στη Μακεδονία είχαν μόλις εγκατασταθή επτακόσιες χιλιάδες
πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ότι αυτό κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθή, ότι το γεγονός
αυτό είχε αλλάξει την εθνολογική σύνθεση της περιοχής, και ότι εμπόδιζε "τους Έλληνες
εργάτες και αγρότες να αποδεχθούν την πολιτική της αυτονομίας της Μακεδονίας".
Αμέσως όμως μετά από αυτή τη θεμελίωση της αρνήσεως, άγνωστο κάτω από ποιες πιέσεις
ή απειλές, η Ελληνική Αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Αρχηγό της, απεδέχθη όσα είχαν
υποστηρίξει οι Σοβιετικοί και οι Βούλγαροι... Απεδέχθη μάλιστα πολύ περισσότερα, γιατί η
απόφαση του Πέμπτου Παγκοσμίου Συνεδρίου επέβαλε "μια ενότητα εργασίας για το
ζήτημα της Μακεδονίας και της Θράκης".
Περί τα τέλη του ίδιου χρόνου και κατά τη διάρκεια ενός εκτάκτου Συνεδρίου, το Κ.Κ.Ε.,
αγνοώντας τη γνώμη των πιο σημαντικών μελών του, απεφάσιζε σχεδόν ομόφωνα ότι:
"Όσο διαρκούν η διαίρεση και η καταπίεση της Μακεδονίας και της Θράκης, αδυνατούμε να
αποφύγουμε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Γι' αυτό και αγωνιζόμαστε για την ενοποίηση και
την ανεξαρτησία των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και της Θράκης".
Το Κ.Κ.Ε. δεσμευόταν σαφώς και οριστικώς: η απόφαση ήταν υποχρεωτική και καμιά
διαφωνία δεν επιτρεπόταν.
Από πλευράς πίστεως στην "Πατρίδα του Σοσιαλισμού", αυτό ήταν τέλειο.
Από πλευράς αρχών, ήταν αλλόκοτο και παράλογο.
Από πλευράς προόδου του μαρξιστικού κινήματος στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, ήταν
πραγματική παραφροσύνη.
Παρ' όλα αυτά, το Κ.Κ.Ε. παρέμεινε πιστό στις κατευθύνσεις που είχαν χαραχθή στη Μόσχα.
Έκαμε μια μόνο παραχώρηση, και αυτήν προσωρινά· αντιλαμβανόμενο ότι είχε πιθανότητες

να εκλέξη λίγους βουλευτάς στις εκλογές του 1926, δεν περιέλαβε το ζήτημα στο
προεκλογικό του πρόγραμμα. Απλώς το αγνόησε.
Αυτό όμως κανέναν δεν μπορούσε να παραπλανήση. Οι επίσημες αποφάσεις υπήρχαν, η
φρασεολογία τους ήταν απολύτως σαφής, και δεν είχαν ποτέ ανακληθή ή έστω αλλοιωθή.
Ο μαρξισμός-λενινισμός, που δεν κατόρθωνε καν να ριζώση στον τόπο, φαινόταν τώρα
βεβαρημένος με μια εθνική προδοσία, που γινόταν περισσότερο απεχθής από το γεγονός ότι
σκοπός της ήταν να αποσπάση από τη Χώρα δύο από τις πλουσιότερες περιοχές της.
Η αντίδραση υπήρξε έντονη σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού. Οι ασκούντες την εξουσία
έλαβαν κάθε φύσεως μέτρα, μεταξύ των οποίων και την άσκηση ποινικής διώξεως για
εσχάτη προδοσία. Οι πιο γνωστοί κομμουνισταί (Ζαχαριάδης, Μάξιμος, Πουλιόπουλος και
άλλοι) παρεπέμφθησαν στα δικαστήρια και κατεδικάσθη σαν, αν και, πρέπει να σημειωθή, οι
ποινές που τους επεβλήθησαν ήταν μάλλον ελαφρές.
Όλα αυτά, που αναφέρονται εδώ πολύ περιληπτικά, δεν επηρέασαν την επίμονη πολιτική
του Κ.Κ.Ε. για το Μακεδονικό. Αντιθέτως, μετά τη συντριβή του στις εκλογές του 1928, το
Κόμμα, μην έχοντας άλλωστε πλέον τίποτε να χάση και υπό την ηγεσία του Ζαχαριάδη,
έλαβε ακόμη τολμηρότερες θέσεις.
Τον Δεκέμβριο του 1931, το Κόμμα έλαβε επί του "ζητήματος" την πιο σκληρή απόφαση. Η
απόφαση ενεκρίθη ομοφώνως από την Κεντρική Επιτροπή και με αυτήν το Κόμμα διεκήρυξε
τα ακόλουθα:
"Η Ελλάδα είναι μια χώρα "ιμπεριαλιστική" που κατέκτησε δια της βίας ολόκληρες περιοχές
κατοικημένες

από

άλλες

εθνότητες.

Εν

ονόματι

των

πιο

βασικών

αρχών

του

μπολσεβικισμού, το Κ.Κ.Ε. διακηρύσσει για τη Μακεδονία και τη Θράκη την αρχή της
αυτοδιάθεσης μέχρι και του δικαιώματος της αποχώρησης από το Ελληνικό Κράτος και
υποστηρίζει ενεργά τις επαναστατικές προσπάθειες των πληθυσμών των περιοχών αυτών
για την εθνική τους απελευθέρωση".
Το 1934 το Κόμμα επανήλθε στο ίδιο θέμα κατά τρόπο ακόμη επισημότερο. Πράγματι, το
Πέμπτο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. έλαβε σχετικώς μια απόφαση που άρχιζε με τη δήλωση ότι
υιοθετείται από το Κόμμα:
"Η υποστήριξη και ενίσχυση των εθνικοεπαναστατικών οργανώσεων των εθνικών
μειονοτήτων και η στερέωση των δικών του οργανωτικών θέσεων μέσα σ' αυτές, δίπλα
στην καθημερινή του πάλη για όλα τα ζητήματα, και τα πιο ελάχιστα, των εθνικών

μειονοτήτων, που παλεύουν ενάντια στην εθνική, οικονομική και κοινωνική καταπίεση της
αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας και η αναγνώριση στις μειονότητες αυτές του δικαιώματος της
αυτοδιάθεσης μέχρι και του κρατικού αποχωρισμού".
Τα καίρια σημεία αυτών των κειμένων αναδημοσιεύονται εδώ για τρεις κυρίως λόγους:
Πρώτον, γιατί αργότερα, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις, έγινε προσπάθεια να
αμφισβητηθή η ύπαρξή τους. Χρήσιμο λοιπόν είναι να επιβεβαιωθή η αυθεντικό της τους
και να λεχθή ότι βρίσκονται στα επίσημα δημοσιεύματα του Κ.Κ.Ε., από όπου και
αναδημοσιεύονται επί λέξει. Δεύτερον, γιατί εξηγούν εν πολλοίς τη βαθειά και διαρκή λαϊκή
αντίδραση εναντίον του Κ.Κ.Ε. Τρίτον, γιατί αποδεικνύουν την ολοκληρωτική υποταγή του
Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος στις κατευθύνσεις που προήρχοντο από το
εξωτερικό.
Ίσως τεθή η ερώτηση: γιατί η Κομιντέρν καθόριζε αυτές τις κατευθύνσεις τις τόσο ολέθριες
για το Κ.Κ.Ε.;
Μια σχετικώς πλήρης απάντηση θα εκάλυπτε πολύ χώρο. Ας αρκεσθούμε λοιπόν να
επισημάνουμε τα βασικά αίτια που επηρέαζαν τους κατευθύνοντες το κομμουνιστικό κίνημα
μέσα στα διεθνή πλαίσιά του. Κατά τη γνώμη μας, ήταν τα εξής:
Η παρεχομένη βοήθεια στο Κ.Κ. Βουλγαρίας.
Η ελπίδα να παρασυρθούν από την κομμουνιστική ιδεολογία ορισμένες μειονότητες της
Βορείου Ελλάδος και της Νοτίου Σερ βίας, για τις οποίες πίστευαν καλόπιστα ότι ζωηρά
επιθυμούσαν την ίδρυση μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας.
Η διατήρηση ανοικτού ενός ζητήματος που αναμόχλευε τις εχθρότητες μεταξύ τριών
μικρών χωρών και μπορούσε να δημιουργήση έναν τοπικό "ιμπεριαλιστικό" πόλεμο, πάντοτε
χρήσιμο στο κίνημα.
Η ελπίδα ότι, με μια διαφορετική ερμηνεία της προσπάθειας, οι εθνικιστικές βουλγαρικές
οργανώσεις θα βοηθούσαν τη δημιουργία του νέου κράτους.
Τέλος, η ελπίδα ότι το νέο κράτος, μετά τη δημιουργία του, θα το υιοθετούσε ο διεθνής
κομμουνισμός, και θα ήταν πολύ χρήσιμο, γιατί θα βρισκόταν στη μέση μικρών χωρών με
εδραιωμένες εθνικιστικές πεποιθήσεις.
Με αυτές τις προϋποθέσεις, το παιχνίδι άξιζε τον κόπο και τις θυσίες που θα υφίστατο
ενδεχομένως το Κ.Κ.Ε.

Ήρθε όμως η μέρα που η Κομιντέρν αντελήφθη ότι είχε πάρει στραβό δρόμο. Τα χρόνια
περνούσαν, και κανένα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα δεν είχε επιτευχθή. Επιπλέον,
ένα εντελώς απρόβλεπτο και σοβαρότατο θέμα είχε εγερθή και στις τρεις βαλκανικές χώρες:
και αυτοί ακόμη οι πιο προοδευτικοί σοσιαλισταί δεν τολμούσαν να συνεργασθούν με τα
Κομμουνιστικά Κόμματα, που τα θεωρούσαν κόμματα προδοσίας και διαμελισμού της
Πατρίδος. Αυτό ήταν τότε ιδιαιτέρως δυσάρεστο, γιατί είχε αρχίσει η εποχή των λαϊκών
μετώπων, που τα θεωρούσαν αρίστους Δουρείους Ίππους, προσαρμοζόμενους κάθε φορά
στις συνθήκες κάθε χώρας. Έτσι, η αποτυχία της προσπάθειας να αποσχισθή η Μακεδονία
έγινε φανερή από πολλές πλευρές. Και γι' αυτό, απλούστατα, η όλη υπόθεση λησμονήθηκε.
Είχε διατηρηθή ζωντανή δεκατέσσερα χρόνια, από το 1921 έως το 1935. Την ανέστησαν και
την επεκαλέσθησαν και πάλι -σύμπτωση!- δεκατέσσερα χρόνια αργότερα.
Τη λησμόνησαν μετά την πρώτη περίοδο, για να αποκτήσουν μια μικρή εκλογική επιτυχία.
Τη θυμήθηκαν μετά τη δεύτερη περίοδο, για να αποφύγουν μια τρομακτική καταστροφή:
την καταστροφή του συμμοριτοπολέμου, ο οποίος άρχισε το 1946.
Πράγματι, η αποσχιστική πολιτική εγκατελείφθη τον Απρίλιο του 1935 με μια απόφαση της
Εκτελεστικής Επιτροπής του Κόμματος, η οποία υιοθέτησε για όλη την περιοχή την "αρχή
της απόλυτης ισότητας των μειονοτήτων". Επρόκειτο για μια εντελώς άλλη γραμμή.
Από μια γενικότερη σκοπιά, η εκπληκτική αυτή μεταστροφή δείχνει πόσο ο κομμουνιστικός
κόσμος προσαρμόζει την πολιτική του στις περιστάσεις, και πως δεν ενοχλείται πολύ από
κρίσεις συνειδήσεως. Γιατί ας μη λησμονούμε ότι η σταδιοδρομία πολλών από τους
πρώτους και δυναμικούς ιδρυτάς του Κόμματος είχε καταστραφή μόνο και μόνο επειδή
είχαν τολμήσει να συζητήσουν τις κατευθύνσεις που τότε επεβάλλοντο εκ των άνω και
τώρα εγκατελείποντο...
Αλλά ανεξάρτητα από τη γραμμή της Κομιντέρν, το Κ.Κ.Ε. είχε και ειδικούς τοπικούς λόγους
να θέλη να προσαρμοσθή στις περιστάσεις.

Μικρές νίκες και μεγάλη ήττα, 1935-1940
Κάτω από την άγρυπνη ηγεσία του Ζαχαριάδη, και παρά το "εθνικό ζήτημα", το Κ.Κ.Ε. είχε
πραγματοποιήσει κάποια πρόοδο. Προπάντων είχε οργανωθή σε ολόκληρη τη Χώρα. Είχε
καλύψει όλη την Ελλάδα με πλέγμα παρανόμων "γραφείων και πυρήνων", χρησιμοποιώντας
-για πρώτη φορά- πλήθος αμειβομένων και αφοσιωμένων υπαλλήλων. Το Κόμμα είχε κάμει
λαμπρή εργασία προπαγάνδας, είχε επιστρατεύσει νέα και ικανά στελέχη, και κυρίως είχε

μελετήσει και υποστηρίξει όλες τις δικαιολογημένες διεκδικήσεις των εργατικών τάξεων.
Είχε έτσι επιτύχει να βελτίωση κάπως την εκλογική του θέση, είχε λάβει 5% των ψήφων,
δηλαδή 50.000, στις εκλογές του 1932 και του 1933, και μπορούσε δικαιολογημένα πια να
ελπίζη ότι θα πραγματοποιούσε ακόμη μεγαλύτερα κέρδη.
Πράγματι, παρά ορισμένα σημαντικά επιτεύγματα του Βενιζέλου, που βρισκόταν στην
εξουσία από το 1928, η διεθνής οικονομική κρίση του 1930, όπως και άλλοι συντελεσταί,
μείωσαν την αίγλη του "Πατέρα της Πατρίδος", και με μικρή διαφορά ψήφων έχασε τις
εκλογές του 1932 και του 1933. Αργότερα, γνώρισε μια πολύ χειρότερη ήττα. Τον Μάρτιο
του 1935, και μετά την αποτυχία ενός κάθε άλλο παρά δημοφιλούς πραξικοπήματος φίλων
του, ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τη Χώρα και κατέφυγε ως πρόσφυγας στη Γαλλία.3
Δεν είναι ίσως σύμπτωση ότι η εγκατάλειψη από το Κ.Κ.Ε. της πολιτικής της "ανεξαρτησίας"
της Μακεδονίας έγινε ένα μόλις μήνα μετά το πραξικόπημα: εφόσον το πραξικόπημα είχε
αποτύχει, ανεμένοντο νέες εκλογές.
Τα εκλογικά κέρδη του Λαϊκού Μετώπου που είχε δημιουργηθή από το Κ.Κ.Ε. ήταν
μεγαλύτερα από τα αναμενόμενα: 99.000 Ψήφοι, δηλαδή σχεδόν 10% όσων ψήφισαν! Το
διπλάσιο των ψήφων που είχε λάβει στις δυο προηγούμενες εκλογές.
Είναι αλήθεια ότι το κόμμα του Βενιζέλου -το Κόμμα των Φιλελευθέρων- δεν είχε κατέβει
στις εκλογές, ενώ η αποχή των ψηφοφόρων υπήρξε μικρή. Ήταν δηλαδή προφανές ότι
αρκετοί Φιλελεύθεροι ψηφοφόροι, αφού στερήθηκαν τον ηγέτη και το κόμμα τους, είχαν
ψηφίσει υπέρ της Άκρας Αριστεράς. Αλλά αυτό είχε δευτερεύουσα σημασία.
Σημασία είχε το αποτέλεσμα. Το Λαϊκό Μέτωπο, που ο τίτλος του δεν ξεγελούσε κανέναν,
είχε κερδίσει ένα σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων, παρόλο που οι μισοί περίπου από αυτούς
θεωρούσαν -και μάλιστα προσφάτως ακόμη- ότι το Κ.Κ.Ε. ήταν "κόμμα προδοσίας". Η
ατμόσφαιρα άλλαζε, η πρόοδος συνεχιζόταν, η αποποίηση της "ανεξαρτησίας της
Μακεδονίας" απέφερε κέρδη. Η ώρα των μεγάλων ελπίδων, ίσως μάλιστα και η ώρα της
επιτυχίας, φαινόταν να έχη σημάνει.
Κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1935, "πολύ ύδωρ εκύλησεν υπό τας
γέφυρας" των μικρών ποταμών της Ελλάδος.
Η θλιβερή αποχώρηση του μεγάλου Βενιζέλου, τα πάθη που άφησε πίσω του, το γεγονός
ότι το νέο Κοινοβούλιο δεν περιελάμβανε Φιλελευθέρους, δηλαδή αντιπροσώπους του μισού
περίπου εκλογικού σώματος, η κακή οικονομική κατάσταση, όλοι αυτοί οι παράγοντες

προκαλούσαν πολλές ανησυχίες ή δυσαρέσκειες.
Τη Δημοκρατία, που είχε ανακηρυχθή το 1924, τη θεωρούσαν για πολλά χρόνια ως
οριστική, αλλά έχανε τώρα την ορμή της, και πολλοί ήταν πλέον εκείνοι που θεωρούσαν ότι
με Βασιλευομένη Δημοκρατία θα αντιμετωπίζονταν καλύτερα θολές και ασταθείς
καταστάσεις, που οι προσωπικές αντιθέσεις τις έκαναν ακόμη δυσκολώτερες. Αυτή τη
μεταστροφή των πεποιθήσεων την ευνοούσε και η προσωπικότης του εκθρονισμένου
Βασιλέως, αφού ο Γεώργιος ο Β' εθεωρείτο άνθρωπος μετρημένος και ήρεμος, κατάλληλος
για να παίξη τον ρόλο του συμφιλιωτού.
Έτσι, μια ωραία πρωία (Οκτώβριος 1935) οι Αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων απήτησαν την
παραίτηση της κοινοβουλευτικής Κυβερνήσεως που βρισκόταν στην εξουσία, και ανέθεσαν
την πρωθυπουργία στον απόστρατο Στρατηγό Κονδύλη, φανατικό παλαιό δημοκρατικό, ο
οποίος όμως είχε και αυτός αλλάξει στρατόπεδο. Του ανέθεταν την αποστολή της
διενεργείας δημοψηφίσματος, με το οποίο ο λαός θα απεφάσιζε για τη μορφή του
πολιτεύματος.
Ο λαός, με ένα τραγελαφικό δημοψήφισμα, "απεφάνθη" υπέρ της Βασιλευομένης
Δημοκρατίας, και τις τελευταίες μέρες του 1935 ο Γεώργιος ο Β' επέστρεψε στην Ελλάδα.
Επέστρεψε όμως σαν αληθινός συμφιλιωτής.
Ο Κονδύλης, παλαιός στρατιωτικός, θαρραλέος και δυναμικός, πονηρός όμως και άνθρωπος
που αγαπούσε την εξουσία, αντετάχθη σε ορισμένα τολμηρά μέτρα επιεικείας προς τους
επαναστάτες του 1935, μέτρα που ο Βασιλεύς ήθελε να θέση αμέσως σε εφαρμογή. Ο
Γεώργιος ο Β', ο οποίος εν τούτοις όφειλε κατά πολύ τον θρόνο του στον Κονδύλη, του
προσέφερε τότε ένα ωραιότατο μπαστούνι με ασημένια χειρολαβή, τον ευχαρίστησε για τις
υπηρεσίες που του είχε προσφέρει και τον απέλυσε. Και εκλήθη αμέσως ένας Καθηγητής
Πανεπιστημίου, ο Δεμερτζής, στον οποίο ανετέθη η εντολή να σχηματίση Κυβέρνηση, να
εφαρμόση τα μέτρα επιεικείας, να διαλύση τη Βουλή και να προκηρύξη εκλογές.
Οι εκλογές έγιναν την 26η Ιανουαρίου 1936, με το σύστημα της απλής αναλογικής, ώστε να
αντιπροσωπευθούν στο Κοινοβούλιο όλες οι πολιτικοκοινωνικές αντιλήψεις.
Τη φορά αυτή η εκλογική μάχη υπήρξε πολύ σκληρή, και η αποχή μικρότερη από κάθε άλλη
φορά.
Το Κ.Κ.Ε. είχε ελαφρώς μεταμφιεσθή κάτω από τον μανδύα ενός Λαϊκού Μετώπου, αλλά
αυτό δεν παρεπλάνησε κανέναν. Άλλωστε, η παραπλάνηση ήταν ακόμη δυσκολώτερη λόγω

του ότι, επωφελούμενα από την αναλογική, είχαν ιδρυθή δύο μικρά κόμματα, με αρχηγούς
τον

Παναγιώτη

Κανελλόπουλο,

Καθηγητή

της

Κοινωνιολογίας,

και

τον

Ιωάννη

Σοφιανόπουλο, δικηγόρο. Και οι δύο ήταν νέοι, έχαιραν μεγάλης εκτιμήσεως και τα κόμματά
τους απευθύνονταν το ένα στους διανοουμένους, το άλλο στους αγρότες.
Οι εκλογές ήταν καλά οργανωμένες και έγιναν με απόλυτη τάξη και ηρεμία. Αλλά τα
αποτελέσματά τους δεν επρόκειτο να φέρουν την ηρεμία στη Χώρα.
Οι συντηρητικοί, οι οποίοι περιέργως ονομάζονταν Λαϊκοί, έλαβαν 45,5% των ψήφων,
ποσοστό που τους έδωσε 143 έδρες επί συνόλου 300. Οι προοδευτικοί, οι οποίοι περιέργως
ονομάζονταν Φιλελεύθεροι, έλαβαν 44% των ψήφων και κατ' αντιστοιχίαν 141 έδρες. Οι
κομμουνισταί, με τη μορφή του Λαϊκού Μετώπου, 5,75% των ψήφων (δηλαδή 73.500
ψήφους) με 15 έδρες, οι Ενωτικοί (Κανελλόπουλος) καμιά έδρα, το Αγροτικό Κόμμα μια
έδρα.
Τα αποτελέσματα αυτά δημιουργούσαν φοβερό αδιέξοδο.
Πράγματι, οι δύο μεγάλες παρατάξεις εμισούντο από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου
Πολέμου, όταν για ένα χρονικό διάστημα υπήρχαν στην πράξη δύο ελληνικά κράτη, το
κράτος του Βορρά υπό τους "βενιζελικούς" και του Νότου υπό τους "βασιλικούς". Η
αντίθεση των δύο παρατάξεων είχε παραμείνει οξεία και είχε πάρει πάλι τη μορφή του
μίσους όταν έγινε μια γκαγκστερική δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου, απόπειρα
που ήταν και η αιτία του βενιζελικού κινήματος του Μαρτίου 1935. Τώρα, οι δύο παρατάξεις
είχαν ισοψηφίσει. Ο σχηματισμός Κυβερνήσεως ήταν αδύνατος.
Οι πιεστικές παρεμβάσεις του Ανωτάτου Άρχοντος για τη συνεννόηση των μεγάλων
κομμάτων, η καταφανής ανησυχία της κοινής γνώμης, όπως και ορισμένα διαβήματα των
Αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν κατόρθωσαν να λύσουν την κρίση. Το μόνο
αποτέλεσμα που έφεραν οι παρεμβάσεις αυτές ήταν να παραταθή μεν ο βίος της
Κυβερνήσεως Δεμερτζή, αλλά να τεθή επικεφαλής του Υπουργείου Αμύνης ένας ισχυρός
άνδρας: ο εν αποστρατεία Στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς.
Η προσωρινή αυτή Κυβέρνηση συνεκάλεσε το Κοινοβούλιο στις αρχές Μαρτίου του 1936.
Επρόκειτο να συμβή κάτι πολύ θεαματικό. Η ώρα του Κ.Κ.Ε. είχε σημάνει. Αλλά η αντήχηση
της μεγάλης αυτής ώρας του έμοιαζε και με τον ήχο κώδωνος κινδύνου. Ως Πρόεδρος της
Βουλής, με τη δεύτερη ψηφοφορία εξελέγη ο Αρχηγός των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής
Σοφούλης. Επί συνόλου 300 ψήφων, είχε λάβει 158, ενώ διέθετε 141 ψήφους. Η
ψηφοφορία ήταν βέβαια μυστική, αλλά δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι οι

κομμουνισταί βουλευταί είχαν όλοι ψηφίσει υπέρ του Σοφούλη.
Οι περισσότεροι από τους Φιλελευθέρους βουλευτάς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πως
είχε συμβή αυτό. Ήταν αγανακτισμένοι και η αγανάκτησή τους ήταν πραγματική.
Το Λαϊκό Κόμμα, έπειτα από θορυβώδεις αποδοκιμασίες, απεχώρησε από τη Βουλή εις
ένδειξιν διαμαρτυρίας.
Η κοινή γνώμη, κατά τη συντριπτική της πλειοψηφία, ήταν οργισμένη: δεν ήταν δυνατό να
συμμαχήση κανείς με το "κόμμα του χωρισμού της Μακεδονίας". Παρ' όλα αυτά, ο
Βασιλεύς, επιθυμώντας να σεβασθή το Σύνταγμα, ανέθεσε στον Σοφούλη τον σχηματισμό
της νέας Κυβερνήσεως.
Ο Σοφούλης δίστασε. Πρότεινε στους Λαϊκούς να υποστηρίξουν την υπάρχουσα
Κυβέρνηση, με τον όρο ότι η Κυβέρνηση, υπηρεσιακή λόγω της προελεύσεως των μελών
της, θα ήταν πολιτική από το γεγονός ότι θα ήταν για όλες τις πράξεις της υπεύθυνη
ενώπιον της Βουλής. Οι Λαϊκοί συνεφώνησαν. Έτσι, ο Καθηγητής Δεμερτζής και ο
Αντιπρόεδρός του Στρατηγός Μεταξάς παρέμεναν στην εξουσία με τις ευλογίες ολοκλήρου
σχεδόν του Κοινοβουλίου. Αλλά κατ' αυτόν τον τρόπο, ολόκληρη η Βουλή εξετίθετο, εν
αγνοία της, σε μια δικαιολογημένη όσο και οδυνηρή "βεντέτα".
Πράγματι, μόλις ανεκοινώθη η συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων, το Κ.Κ.Ε. έδωσε
στη δημοσιότητα το κείμενο μιας συμφωνίας, υπογεγραμμένης από τον κοινοβουλευτικό
εκπρόσωπό του -τον Σκλάβαινα- και από τον Σοφούλη. Κατά τη συμφωνία αυτή, το Κ.Κ.Ε.
ανελάμβανε την υποχρέωση να υποστηρίξη μια Κυβέρνηση Φιλελευθέρων υπό την
προεδρία του Σοφούλη. Ο Σοφούλης ανελάμβανε την υποχρέωση αφ' ενός να καταργήση
τους αντικομμουνιστικούς νόμους του Βενιζέλου, αφ' έτερου να λάβη διάφορα μέτρα υπέρ
των απορωτέρων τάξεων, τα οποία όμως ήταν τόσο δημαγωγικά, ώστε να είναι εντελώς
ανεφάρμοστα.
Η πρώτη δέσμευση ελευθέρωνε τα χέρια του Κ.Κ.Ε., η δεύτερη έκαμνε άριστα το παιχνίδι
του, ενώ συγχρόνως εξέθετε τους Φιλελευθέρους.
Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί ο Σοφούλης δίστασε να εφαρμόση τη συμφωνία αυτή. Αλλά το
Κ.Κ.Ε. δεν μπορούσε να τη λησμονήση. Όπως δεν λησμόνησε λίγες μέρες αργότερα, σε μια
θυελλώδη συζήτηση στη Βουλή, να αποκαλύψη ότι ανάλογες διαπραγματεύσεις είχαν
αρχίσει και με το Λαϊκό Κόμμα!...4
Με τον τρόπο αυτό το Κ.Κ.Ε. κατέφερε κατά του συνόλου του πολιτικού κόσμου ένα

σκληρότατο κτύπημα. Και θεωρούσε ότι θριάμβευε. Δεν γνώριζε ότι ήταν η παραμονή της
καταστροφής του. Γιατί, αν για να καταλάβη την εξουσία μια δικτατορία χρειάζεται ένα
δικτάτορα, χρειάζεται επίσης και ορισμένες ευνοϊκές συνθήκες που θα της ανοίξουν τον
δρόμο προς την εξουσία. Και ο καλύτερος τρόπος για να ανοιχθή αυτός ο σκοτεινός δρόμος
είναι να απειληθή η ησυχία της καθημερινής ζωής των πολιτών και να κλονισθή η
εμπιστοσύνη προς τους πολιτικούς άνδρες οι οποίοι στελεχώνουν και έτσι υλοποιούν το
δημοκρατικό πολίτευμα.
Στην περίπτωσή μας, τούτο ήταν ακόμη πιο αληθινό, γιατί οι ολιγαρχικές τάσεις
εξεπροσωπούντο από έναν άνθρωπο πολύ ικανό.
Ο Ιωάννης Μεταξάς, που απεφοίτησε πρώτος από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου,
ήταν μόλις λοχαγός όταν ο Βενιζέλος τον επέλεξε μεταξύ όλων των αξιωματικών για να
διαπραγματευθή τις ελληνοσερβικές στρατιωτικές συμφωνίες του 1912. Ήταν μόλις
αντισυνταγματάρχης όταν, το 1915, του ανέθεσε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου
Στρατού. Αυτά τα λίγα είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν τις ικανότητες του ανδρός.
Κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου, ο Πρωθυπουργός Δεμερτζής πέθανε και,
όπως ήταν αρκετά φυσικό, τον διεδέχθη ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως, ο Μεταξάς. Ο
Μεταξάς όμως δεν χαρακτηριζόταν από τη διστακτικότητα του προκατόχου του.
Ενισχυμένος από την υποστήριξη του Στρατού, και ιδίως από το πολύ μειωμένο κύρος του
πολιτικού κόσμου, ενεφανίσθη στη Βουλή, ζήτησε την αναβολή των εργασιών της ως την
30ή Σεπτεμβρίου, και επιπλέον το δικαίωμα να εκδίδη μέχρι τότε νομοθετικά διατάγματα.
Δεκαέξι βουλευταί αντετάχθησαν, 241 συνεφώνησαν.
Το Κοινοβούλιο είχε ανοίξει τον τάφο του.
Το Κ.Κ.Ε. έκανε το παν για να το ενταφιάση και για να βάλη επάνω του μια μεγάλη
ταφόπετρα. Και, σαν να μην ήταν ήδη αρκετά βεβαρημένη η ατμόσφαιρα, έσπευσε να
αναπτύξη μια άγνωστη μέχρι τότε δραστηριότητα.
Στις πολλές θορυβώδεις δημόσιες εκδηλώσεις του και στην παράνομη προσπάθειά του να
δημιουργήση μια μυστική οργάνωση υπαξιωματικών και στρατιωτών, προσέθεσε άλλες δύο
ιδιαιτέρως ανησυχητικές δραστηριότητες: τις συνεχείς απεργίες, και τις διαδηλώσεις στους
δρόμους, διαδηλώσεις που κατέληγαν σε επιθέσεις εναντίον κρατικών κτιρίων. Μεταξύ
τέλους Απριλίου και τέλους Ιουλίου 1936, έγιναν 200 απεργίες...
Όλα αυτά προετοίμαζαν τόσο καλά το δρόμο για την ολιγαρχία, ώστε γεννήθηκε το

ερώτημα μήπως αυτός ακριβώς ήταν ο επιδιωκόμενος σκοπός: μήπως δηλαδή το Κ.Κ.Ε.
επιθυμούσε την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας, βέβαιο ότι μακροχρονίως η δικτατορία
εργαζόταν για λογαριασμό του.
Η εξήγηση αυτή δεν φαίνεται ορθή. Αντιθέτως, φαίνεται μάλλον ότι το Κόμμα δεν
υπελόγισε καλά τη δύναμή του, τον βαθμό της κρατικής αποσυνθέσεως και τις ικανότητες
του αντιπάλου. Ο Ζαχαριάδης, τέκνο της λενινιστικής εποχής, άνθρωπος του Στάλιν και
ανακαινιστής του Κ.Κ.Ε., μετά από ορισμένες νίκες, φαίνεται πως είχε ελπίσει ότι με μια
μαχητική μειοψηφία θα μπορούσε να καταβάλη μια νωθρή και διηρημένη πλειοψηφία. Αυτό
είχε άλλωστε συχνά συμβή σε άλλες χώρες. Όπως και αν έχη το πράγμα, ο Ζαχαριάδης
θέλησε την εποχή εκείνη να προχωρήση ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα: προεκήρυξε γενική
απεργία για την 5η Αυγούστου. Την προεκήρυξε, αλλά δεν πρόλαβε να την κάμη.
Την 4η Αυγούστου, ο Μεταξάς, υποστηριζόμενος από το Στρατό και με την έγκριση του
Βασιλέως, επέβαλε την αναστολή πολλών άρθρων του Συντάγματος.
Ήταν η δικτατορία.
Καμιά αντίδραση δεν προεβλήθη. Το Κ.Κ.Ε. προσπάθησε να εξαφανισθή από το προσκήνιο
και να επιζήση στην παρανομία. Το επέτυχε μόνο εν μέρει, γιατί το νέο καθεστώς δεν
έπαιζε.
Ο Μεταξάς, άνδρας λεπτολόγος, που παρακολουθούσε τα πάντα, είχε εντυπωσιασθή από τις
πρόσφατες κατευθύνσεις του Κ.Κ.Ε., το οποίο, αντιγράφοντας τις αποφάσεις της Κομιντέρν,
προσδιόριζε (Σεπτέμβριος 1935), μεταξύ άλλων, τα εξής: Πρώτον, έπρεπε να εργασθή για
την ανατροπή όλων των μη κομμουνιστικών καθεστώτων, περιλαμβανομένων και των
δημοκρατικών ή "σοσιαλδημοκρατικών" καθεστώτων. Δεύτερον, έπρεπε να ενισχύση το
Κόμμα συμμαχώντας με πολιτικές ή συνδικαλιστικές δυνάμεις. Τρίτον, έπρεπε να μετατρέψη
έναν ενδεχόμενο "ιμπεριαλιστικό πόλεμο" σε εμφύλιο πόλεμο.
Εν όψει αυτών των αποφάσεων και μέσα στη σκοτεινή και απειλητική εσωτερική και διεθνή
ατμόσφαιρα του 1936, ο Μεταξάς κτύπησε γρήγορα, σκληρά και αποτελεσματικά. Ανέθεσε
το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως στον Μανιαδάκη, έναν πιστό του απόστρατο αξιωματικό,
ελάχιστα γνωστό, ο οποίος όμως, όπως απεδείχθη αργότερα, είχε τις απαραίτητες
ικανότητες για να αντιμετώπιση την πονηρία και την καρτερία μιας εξαιρετικής παρανόμου
οργανώσεως.
Εντός των πρώτων είκοσι τεσσάρων ωρών συνελήφθησαν πλείστα ηγετικά στελέχη του

Κ.Κ.Ε. Όσοι κρύφθηκαν, ανεκαλύφθη σαν -ο Ζαχαριάδης σαράντα μέρες αργότερα- και
ετέθησαν υπό αυστηρά φρούρηση. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν συνελήφθησαν και
ακόμη λιγότεροι εκείνοι -όπως ο Σιάντος- που επέτυχαν να διαφύγουν στη Μόσχα. Έτσι, το
Κ.Κ.Ε. εστερήθη όλης της ηγεσίας του.
Αλλά επρόκειτο να έχη και άλλες ατυχίες. Η Ασφάλεια είχε αρκετές πληροφορίες, σ' αυτές
όμως προσετέθησαν πολλές άλλες, πολύ απόρρητες, οι οποίες προήρχοντο από τα μυστικά
αρχεία του Κόμματος που ανεκαλύφθησαν κατά τις πρώτες εβδομάδες της δικτατορικής
διακυβερνήσεως. Ο Μανιαδάκης, αντί να χρησιμοποιήση τις πληροφορίες αυτές για να
συλλάβη όλα τα μαχητικά στελέχη του Κόμματος, αφού έκαμε μερικές συλλήψεις, τις
χρησιμοποίησε με πολύ πιο πονηρό τρόπο. Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και αλλού είχε
δημιουργηθή με πολλή επιμέλεια ένα ευρύ μυστικό δίκτυο του Κ.Κ.Ε. Με πλήρη λοιπόν
γνώση της τακτικής και της συνθέσεως του παρανόμου μηχανισμού (κατευθύνσεις,
διάρθρωση, ονόματα, ειδικότητες των προσώπων κτλ.), άνδρες που επελέγησαν με
προσοχή ώστε να μην είναι αντιληπτό ότι επρόκειτο περί πρακτόρων, εισεχώρησαν σε
πλείστες μυστικές ομάδες και σε πολλούς πυρήνες. Η δραστηριότης τους διηυκολύνετο από
ορισμένα μέλη του Κόμματος, τα οποία, μετά από μακρά φυλάκιση, υπέκυψαν και δέχθηκαν
να παίξουν -εντός ή εκτός των φυλακών- τον ρόλο που ήθελε η Ασφάλεια. Αυτή η
τελευταία προχώρησε τόσο πολύ σ' αυτό το πονηρό παιχνίδι, ώστε κατά κάποιο τρόπο
δημιούργησε το "δικό της" Κομμουνιστικό Κόμμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εξέδιδε και
τη "δική της" κομμουνιστική εφημερίδα. Γιατί δεν άργησε να έλθη η μέρα που κυκλοφόρησε
εφημερίδα ακριβώς όμοια με την παράνομη εφημερίδα του αληθινού Κόμματος, αλλά
εντέχνως διαφορετική ως προς τις εσωτερικές διχόνοιες και τις κατευθύνσεις εργασίας.
Σε μικρό διάστημα επήλθε απόλυτη σύγχυση. Στο δίκτυο του Κόμματος κανείς δεν ήταν
πλέον βέβαιος για οτιδήποτε. Κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν πραγματικό μέλος και ποιος
ήταν πράκτωρ, ποιος παρέμενε πιστός και ποιος πρόδιδε. Πολλές φορές οι μη μεμυημένοι
δεν μπορούσαν να διακρίνουν ποια από τις δύο εφημερίδες ήταν η πλαστή. Και επειδή η
Ασφάλεια συνελάμβανε πότε-πότε μερικά από τα πιο μαχητικά στελέχη, πολλά μέλη του
Κόμματος πίστευαν ότι άλλα μέλη είχαν και αυτά καμφθή και προδώσει. Μερικές φορές οι
υπόνοιες βάρυναν ακόμη και "συντρόφους" με καθιερωμένα ονόματα.
Φυσικά, ούτε οι οπαδοί εξέλιπαν εντελώς, ούτε οι παράνομοι πυρήνες έπαυσαν να
εργάζωνται. Στο σύνολό του όμως το Κόμμα παρέλυσε.
Πέρα από αυτή την τακτική που συνεδύαζε πονηρία και δόλο, επιτηδειότητα και δυναμισμό,
εχρησιμοποιήθη και άλλο τέχνασμα. Είναι ενδιαφέρον να μνημονευθή εδώ, προπάντων

επειδή ορισμένα πολύ σημαντικά και δυναμικά στελέχη πλήρωναν τις συνέπειές του ακόμη
και έως την εποχή της ενόπλου ανταρσίας των ετών 1942-1949.
Σ' εκείνους που βρίσκονταν στις φυλακές ή ήταν εξόριστοι στα νησιά, όπως και σ' εκείνους
που, λόγω του χρωματισμού τους, συναντούσαν δυσκολίες στη σταδιοδρομία τους,
επροτάθη η ακόλουθη συμφωνία: αν υπέγραφαν, και εν συνεχεία δημοσίευαν στις
εφημερίδες του τόπου της κατοικίας τους μια δήλωση αποκηρύξεως του κομμουνισμού, την
αποκληθείσα "δήλωση μετανοίας", θα τους άφηναν ήσυχους. Η πρόταση δεν ίσχυε μόνο για
όσους ήταν στις φυλακές βάσει καταδικαστικών αποφάσεων δικαστηρίων. Η πρόταση ήταν
δελεαστική. Όσο μάλιστα διαρκούσε η δικτατορία και φαινόταν στερεά εγκατεστημένη,
τόσο γινόταν περισσότερο ελκυστική. Απέδωσε απροσδόκητα αποτελέσματα.
Πολλοί βέβαια αρνήθηκαν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας, παρ' όλες τις προειδοποιήσεις
και τις πιέσεις του καθεστώτος, παρ' όλες τις παρακλήσεις των οικογενειών τους, των
οικογενειών που είναι σχεδόν πάντα ο μεγαλύτερος εχθρός των δύσκολων αγώνων. Αλλά
πολύ περισσότεροι ήταν εκείνοι που, κουρασμένοι και απογοητευμένοι, υπέγραψαν. Τελικά,
το 1940, οι "δηλωσίες" ήταν περισσότεροι από 30.000.
Παρ' όλο που όλοι αυτοί δεν ήταν μέλη του Κόμματος, ήταν πολλοί εν σχέσει προς το
σύνολο των Ελλήνων κομμουνιστών. Και αυτό επέφερε την πλήρη σύγχυση. Είχε
πραγματοποιηθή μια θεαματική επίδειξη ελλείψεως πίστεως και συνοχής. Είχε δοθή ένα
κάκιστο παράδειγμα στους νεωτέρους και στους αδυνάτους. Και το πράγμα ήταν ακόμη
χειρότερο επειδή μεταξύ των "δηλωσιών" υπήρχαν ορισμένα στελέχη με πολύ αξιόλογη
δράση. Μεταξύ αυτών πρέπει να μνημονευθή ένας νέος γεωπόνος μέσης σχολής, ο οποίος,
αφού ανέπτυξε μεγάλη δράση (ακόμη και ανάμεσα στους συγκρατουμένους του),
υπέγραψε δήλωση μετανοίας το 1939. Λεγόταν Αθανάσιος Κλάρας, και αργότερα το
ψευδώνυμό του -Άρης Βελουχιώτης- αντήχησε σε πολλά βουνά και σε πολλά φαράγγια της
Ελλάδος.
Το Κ.Κ.Ε. αισθάνθηκε το κτύπημα και αντελήφθη τη σημασία του, γιατί ήταν κτύπημα που
έθιγε την κυρία δύναμη κάθε κινήματος: το ηθικό των μαχητών. Στις φυλακές, στα νησιά
των εξορίστων και στους παρανόμους πυρήνες οι πιστοί εξαπέλυσαν μια βίαιη εκστρατεία
εναντίον των "δηλωσιών". Τους χαρακτήριζαν άνανδρους, απίστους και ενόχους εσχάτης
προδοσίας. Αντιθέτως, στο ευρύ κοινό ορισμένα στελέχη διέδιδαν ότι επρόκειτο για πονηρή
αντίδραση του Κόμματος: η πλειοψηφία των "δηλωσιών", διέδιδαν, ενεργούσε κατ'
εντολήν, ώστε να είναι ελεύθεροι οι αριστεροί και να μπορούν να βοηθούν το κίνημα. Ήταν
μια δικαιολογία, αλλά δεν ήταν ακριβής.

Η ιδιαίτερα αυστηρή θέση που έλαβε έναντι των "δηλωσιών" ο Ζαχαριάδης μόλις
απηλευθερώθη -το 1945- δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί αυτού. Το καθεστώς είχε και
πάλι εκμεταλλευθή την ανθρώπινη αδυναμία, δαπάναις του κινήματος.
Και κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κ.Κ.Ε., το οποίο, μετά από μια πολύ δύσκολη παιδική ηλικία,
είχε συσπειρωθή γύρω από μια ικανή ηγεσία και είχε γνωρίσει περίοδο πραγματικής
πολιτικής

ισχύος,

βρισκόταν

τώρα

-έπειτα

από

μια

σύντομη

δικτατορία-

βαριά

τραυματισμένο, τόσο από πλευράς οργανώσεως όσο και από πλευράς ηθικού δυναμικού.
Δεν επρόκειτο να πεθάνη. Αντιθέτως μάλιστα!
Τα Κομμουνιστικά Κόμματα ήταν τότε -και μέχρις ενός σημείου είναι πάντοτε- οι καλύτεροι
πόλοι έλξεως των κάθε φύσεως δυσαρεστημένων. Και το ελληνικό καθεστώς της εποχής
εκείνης, οσοδήποτε ικανό και αν ήταν, δεν έπαυε να είναι δικτατορικό, και συνεπώς να θίγη
την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ατόμου. Το Κ.Κ.Ε., έστω πληγωμένο και
καταδιωκόμενο, ήταν μοιραίο να προσελκύση μια μέρα αρκετούς από εκείνους - ιδίως
μεταξύ των νέων και των διανοουμένων- που δεν μπορούσαν να ανεχθούν αυτή την ηθικώς
απαράδεκτη κατάσταση.
Αλλά πριν εκμεταλλευθή την κατάσταση και κατορθώση να αποκτήση μια ευρεία λαϊκή
βάση, το αδύνατο και αποδιοργανωμένο Κόμμα έπρεπε να ζήση μια άλλη περίοδο της
ιστορίας της Χώρας: την περίοδο του Ελληνοϊταλικού πολέμου.
Ο πόλεμος αυτός επέδρασε κατά πολλούς τρόπους επί της εξελίξεως των ελληνικών
πραγμάτων. Χρήσιμο λοιπόν είναι να σκιαγραφηθή εδώ το χρονικό του, και να μνημονευθή
και ο ρόλος του Κ.Κ.Ε. κατά τη διεξαγωγή του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' Ο ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Τα προεόρτια
Την 28η Οκτωβρίου 1940, πριν από την αυγή, ο Πρέσβυς της Ιταλίας στην Αθήνα, ο
Γκράτσι, ξύπνησε τον Μεταξά και, στενοχωρημένος, του επέδωσε ένα τελεσίγραφο.
Η Ελλάς κατηγορείτο αδίκως ότι φιλοξενούσε στα χωρικά της ύδατα βρετανικά πολεμικά
πλοία και ότι προκαλούσε επεισόδια εις βάρος της Αλβανίας, που αποτελούσε πλέον τμήμα
της Αυτοκρατορίας, του περίφημου "Ιμπέρο". Για τους λόγους αυτούς η Ιταλική Κυβέρνηση
ζητούσε την έγκριση να καταλάβη τα νησιά της Κρήτης και της Κερκύρας, το λιμάνι του

Πειραιώς και την περιοχή που συνορεύει με τα αλβανικά σύνορα, στην Ήπειρο. Η έκταση
των δύο τελευταίων περιοχών δεν καθοριζόταν σαφώς. Το εγχείρημα έπρεπε να αρχίση
εντός τριών ωρών: το τελεσίγραφο, δηλαδή, δεν άφηνε καν αρκετό χρόνο ώστε να
μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους οι αρμόδιες αρχές και να είναι δυνατό να σταλούν
εν συνεχεία οδηγίες σε τοπικές αρχές και συνοριακές φρουρές...
Η συνομιλία των δύο ανδρών υπήρξε θλιβερή.
Τα Απομνημονεύματα του Γκράτσι, τα οποία τιμούν την ιταλική διπλωματία, αποδεικνύουν,
βάσει επισήμων κειμένων, ότι επί αρκετούς μήνες ο Γκράτσι είχε προσπαθήσει να οδηγήση
τη Ρώμη στο δρόμο της αλήθειας και της λογικής. Είχε εξηγήσει ότι οι κατηγορίες ήταν
απολύτως

ανακριβείς.

Είχε

επιμείνει

επί

της

εντιμότητος

των

προθέσεων

του

Πρωθυπουργού Μεταξά, ο οποίος του ενέπνεε μεγάλο σεβασμό, και ο οποίος -έλεγε ο
Γκράτσι-απέφευγε επιμελώς κάθε πρόκληση, και προσεποιείτο ότι δεν καταλάβαινε
ορισμένες απειλές, για να αποφύγη τον πόλεμο. Και τώρα, ο Ιταλός πρεσβευτής βρισκόταν
στο σπίτι του Έλληνος πρωθυπουργού, υποχρεωμένος να υποστηρίξη τα αντίθετα, με το
τελεσίγραφο ανά χείρας...
Ο Μεταξάς προσεπάθησε να αντικρούση τα επιχειρήματα του τελεσιγράφου. Αλλά ο
συνομιλητής του δεν είχε κανένα περιθώριο συζητήσεως.
- Τότε έχομε πόλεμο, του είπε λυπημένος αλλά σταθερός εκείνος που είχε κάμει το παν για
να αποφύγη τον πόλεμο.
Δεν γνώριζε τη στιγμή εκείνη ότι στην πραγματικότητα ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει: δύο
ώρες νωρίτερα, οκτώ ιταλικές μεραρχίες, η μία των οποίων ήταν εφοδιασμένη με ελαφρά
και μέσα άρματα μάχης, είχαν παραβιάσει τα σύνορα και προχωρούσαν επί ελληνικού
εδάφους.
Από τη δική του σκοπιά, ο Μουσολίνι είχε λόγους να επιτεθή κατά της Ελλάδος.
Ακολουθούσε από αρκετών ετών μια βαλκανική πολιτική. Τον Απρίλιο του 1939 είχε
καταλάβει και προσαρτήσει στο "Ιμπέρο" την Αλβανία. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
είχε ήδη διαρκέσει πέραν του έτους, ο συνεταίρος του του "Χαλύβδινου Άξονος" είχε
πραγματοποιήσει θεαματικές επιτυχίες, και εκείνος είχε παίξει τον ρόλο ενός κομπάρσου,
κομπάρσου άλλοτε μη ερωτώμενου και άλλοτε ούτε καν ενημερουμένου. Τον Σεπτέμβριο
του 1940, γερμανικά στρατεύματα είχαν στρατοπεδεύσει στη Ρουμανία, ο Βασιλεύς
Κάρολος είχε παραιτηθή, και γινόταν λόγος περί μελλοντικής γερμανοβουλγαρικής

στρατιωτικής συνεργασίας. Ο ευτυχής συνεταίρος κυριαρχούσε επί όλης της Δυτικής
Ευρώπης, της γεμάτης γοητεία και πλούτο, και φαινόταν να αμφισβητή στον ατυχή
συνεταίρο και αυτήν ακόμη την πτωχή γειτονιά του: τα Βαλκάνια. Αυτό ήταν απαράδεκτο
για τον Ιταλό δικτάτορα, που ήταν λάτρης του μεγαλείου και πιστός του δόγματος του
ζωτικού χώρου.
Έπρεπε να έχη μια δική του επιτυχία, και αυτή έπρεπε να είναι κεραυνοβόλος.
Η Ελλάς φαινόταν εύκολη λεία. Προφανώς στο Παλάτσο Βενέτσια υπελόγιζαν πολύ επί του
ηθικού παράγοντος. Όσοι Έλληνες αξιωματικοί είχαν αναμειχθή στο Κίνημα του 1935 δεν
είχαν επανέλθει στην ενέργεια και ήταν πολυάριθμοι και άξιοι. Άλλοι αξιωματικοί είχαν εν τω
μεταξύ αποταχθή ως μη εμπνέοντες εμπιστοσύνη στο καθεστώς. Τον Ιούλιο του 1938 είχε,
εξάλλου, εκδηλωθή στην Κρήτη μια ανταρσία κατά του μεταξικού καθεστώτος.
Από το άλλο μέρος, η Γαλλία και η Πολωνία, η Ολλανδία και το Βέλγιο, ασυγκρίτως
καλύτερα εξοπλισμένες από την Ελλάδα, είχαν συντριβή μέσα σε λίγες εβδομάδες. Οι
Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ουδέτερες και ήταν γνωστό ότι η κοινή γνώμη εκεί ήταν
εναντίον κάθε συμμετοχής στον πόλεμο. Τέλος, η Σοβιετική Ένωση, με την υπογραφή του
Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, είχε δηλώσει ότι θα ήταν θεατής. Μόνο η Αγγλία
πολεμούσε. Είχε όμως γνωρίσει μεγάλες αποτυχίες, και το φθινόπωρο του 1940 φαινόταν
εξαντλημένη.
Πέρα από όλα αυτά, ο Ελληνικός Στρατός ήταν πολύ αδύνατος. Η Χώρα ήταν ακόμη
υπανάπτυκτη, τα εφόδιά της πολύ περιορισμένα, και οι προσπάθειες της δικτατορίας για την
προικοδότηση του Στρατού με σύγχρονο πολεμικό υλικό είχαν αποδώσει μικρά πράγματα.
Δεν υπήρχαν ούτε άρματα μάχης, ούτε αντιαρματικό πυροβολικό, ούτε αξιόλογο
αντιαεροπορικό πυροβολικό: για να προστατευθή όλη η Χώρα, συμπεριλαμβανομένων
λιμένων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς,
υπήρχαν λιγότερα από 150 αντιαεροπορικά πυροβόλα.
Ο τακτικός Στρατός απετελείτο από 70.000 άνδρες, εκ των οποίων 5.000 ήταν μόνιμοι
αξιωματικοί. Αυτοί αποτελούσαν τα στελέχη δεκαέξι μεραρχιών, που ήταν έτοιμες να
υποδεχθούν τους άνδρες που θα επιστρατεύονταν. Το Ναυτικό περιελάμβανε ένα παλαιό
θωρακισμένο καταδρομικό, ένα μικρό καταδρομικό, είκοσι τορπιλλοβόλα και αντιτορπιλλικά,
έξι υποβρύχια και μερικά ναρκαλιευτικά. Η Αεροπορία διέθετε εκατόν πενήντα περίπου
αεροπλάνα, τα περισσότερα των οποίων δεν μπορούσαν να παραβληθούν με τα ιταλικά
ούτε ως προς την ταχύτητα ούτε ως προς τη δύναμη πυρός.

Τα χερσαία μεταφορικά μέσα ήταν πολύ φτωχά. Ο Στρατός είχε ελάχιστα φορτηγά
αυτοκίνητα και σε περίπτωση πολέμου υπελόγιζε επί των ιδιωτικών αυτοκινήτων που θα
επέτασσε. Το πεδινό πυροβολικό ήταν ιπποκίνητο. Οι μεταφορές, πέρα από τα σημεία όπου
έφθανε ο σιδηρόδρομος, γίνονταν ως επί το πλείστον με υποζύγια, ημιόνους και άλογα, που
και αυτά, σε περίπτωση πολέμου, θα ήταν προπάντων επιτεταγμένα ζώα ιδιωτών. Με αυτές
τις συνθήκες, η αντιμετώπιση πολέμου εναντίον των "οκτώ εκατομμυρίων λογχών", της
"καλυτέρας αεροπορίας του κόσμου" και ενός στόλου που στη Μεσόγειο ισχυριζόταν ότι
μπορούσε να μετρηθή με τον βρετανικό στόλο, ήταν αντίθετη προς κάθε λογική.
Ο Μουσολίνι το γνώριζε καλά. Γι' αυτό, πριν αρχίση τον πόλεμο, επεδόθη στον εκφοβισμό.
Τους τελευταίους μήνες έκαμε ό,τι μπορούσε για να τρομάξη τον μικρό αντίπαλό του. Το
βιαιότερο όμως κτύπημά του υπήρξε μοιραίο γι' αυτόν.
Το νησί της Τήνου, στις Κυκλάδες, έχει μια εικόνα της Παναγίας που θεωρείται
θαυματουργή. Τη 15η Αυγούστου, εορτή της Παναγίας, προσκυνηταί από όλες τις γωνιές
της Ελλάδος συρρέουν εκεί και συμμετέχουν σ' ένα προσκύνημα εντυπωσιακό, τόσο από
της πλευράς του πλήθους που συγκεντρώνεται όσο και από της πλευράς του θρησκευτικού
αισθήματος των προσκυνητών. Ένα πολεμικό πλοίο, αραγμένο στο λιμάνι, αποδίδει τις
τιμές.
Το 1940, ίσως λόγω της διεθνούς εντάσεως, είχε σταλή εκεί ένα καταδρομικό, το δεύτερο
σε μέγεθος πλοίο του ελληνικού στόλου. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της μεγάλης
θρησκευτικής εορτής, το καταδρομικό αυτό βυθίσθηκε, τορπιλλισμένο από "υποβρύχιο
αγνώστου εθνικότητος". Υπήρχαν νεκροί και τραυματίες.
Περιττό να σημειωθή ότι κανείς δεν επλανήθη ως προς την εθνικότητα του "άνανδρου και
βέβηλου" υποβρυχίου. Αργότερα, άλλωστε, την ημέρα της κηρύξεως του πολέμου, η
εθνικότης του απεκαλύφθη με πειστήρια που δεν επέτρεπαν καμιά αμφιβολία.
Αποφασίζοντας όμως αυτές τις πράξεις εκφοβισμού, ο Μουσολίνι είχε κάμει ένα χονδροειδές
λάθος εκτιμήσεως. Είχε κρίνει βάσει της δικής του ψευδοκαισαρικής προσωπικότητος· αντί
να τρομάξη, είχε προκαλέσει την αγανάκτηση ενός ολοκλήρου λαού, είχε χαλυβδώσει τη
θέλησή του, και τον είχε συσπειρώσει γύρω από τους ηγέτες του, οι οποίοι, ως εκείνη την
εποχή, δεν ήταν δημοφιλείς.
Ο Ναπολέων έλεγε -και ίσως ήταν κατώτερο από την πραγματικότητα- ότι η αναλογία της
αποτελεσματικότητος μεταξύ ηθικού και υλικού ενός στρατού ήταν ένα προς τρία. Ο
Μουσολίνι θέλησε να υπονομεύση το ηθικό των Ελλήνων, αντί όμως αυτού το δυνάμωσε.

Και έκαμε και κάτι άλλο: προειδοποίησε τον αντίπαλό του, και εκείνος προετοιμάσθηκε
νωρίτερα.
Ο Μεταξάς και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο Στρατηγός Παπάγος, είχαν αρχίσει,
μετά την κατάληψη της Αλβανίας, μια αξιόλογη αλλά κρυφή επιστράτευση. Χωρίς θόρυβο,
"δια προσωπικών προσκλήσεων", είχαν καλέσει υπό τα όπλα έναν αριθμό εφέδρων, οι
οποίοι είχαν επανδρώσει πληρέστερα τα τμήματα κοντά στα αλβανικά σύνορα.
Όταν οι προκλήσεις πολλαπλασιάσθηκαν, αυτή η τακτική εφαρμόσθηκε τόσο, ώστε την
ημέρα της κηρύξεως του πολέμου οι τρεις ελληνικές μεραρχίες που εκάλυπταν τα αλβανικά
σύνορα δεν ήταν πλέον εφεδρικές μεραρχίες, αλλά ήταν πλήρεις, είχαν μελετήσει καλά το
έδαφος, ήταν έτοιμες για πόλεμο. Αυτές οι τρεις μεραρχίες κατόρθωσαν να σταματήσουν
την προέλαση των οκτώ ιταλικών μεραρχιών και να επιτρέψουν την επιστράτευση και την
ανάπτυξη των εν εφεδρεία μονάδων.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις
Το ιταλικό σχέδιο επιθέσεως ήταν άριστο στη σύλληψή του. Ο Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα
ήταν ένας από τους μελετητάς του και ο κύριος εκτελεστής του.
Το σχέδιο προέβλεπε δύο παραπλανητικές επιθέσεις, μια παράλληλα προς την Αδριατική
ακτή, μια στο άλλο άκρο του μετώπου, προς τη Θεσσαλονίκη. Και οι δύο θα ήταν αρκετά
ισχυρές (μια μεραρχία, η Σιένα, και δύο συντάγματα ιππικού προς την ακτή, τρεις μεραρχίες
-η Βενέτσια, η Πάρμα, η Πιεμόντε- προς τη Θεσσαλονίκη), ώστε αφ' ενός να δώσουν την
εντύπωση κυρίων επιθέσεων, αφ' ετέρου να μπορούν να αναπτυχθούν μόλις θα κατέρρεε
το κέντρο, ο κύριος στόχος της πρώτης φάσεως.
Στο κέντρο προεβλέποντο δύο επιθέσεις, κάθε μια διαφορετικής μορφής.
Η μια, βαριά, συμπαγής, πυκνή, είχε ανατεθή σε δύο ισχυρές μεραρχίες, τη Φερράρα και τη
μεραρχία των Κενταύρων, οι οποίες είχαν ενισχυθή με άφθονο πυροβολικό, με πολλά
μεταφορικά μέσα και με αρκετά άρματα μάχης. Οι μονάδες αυτές έπρεπε, σε απόσταση 35
περίπου χιλιομέτρων από τα σύνορα, να κτυπήσουν μετωπικά την ισχυρή θέση Καλπάκι
(Καλιμπάκι, κατά τους Ιταλούς) και, αφού το πραγματοποιήσουν, να καταλάβουν την
πρωτεύουσα της Ηπείρου, τα Ιωάννινα, που βρίσκονται 30 χιλιόμετρα νοτιότερα.
Η δεύτερη επίθεση, στο κέντρο και αυτή, ελαφριά, τολμηρή, απρόβλεπτη, θα γινόταν μέσω
της ευρείας οροσειράς της Πίνδου, η οποία εστερείτο οδικών αρτηριών και επί της οποίας

δεν υπήρχαν παρά ελεεινά μονοπάτια, και θα οδηγούσε στην ταχύτερη δυνατή κατάληψη
της κωμοπόλεως του Μετσόβου, ώστε να κόψη τον μοναδικό αμαξιτό δρόμο που τους
τελευταίους μήνες είχε συνδέσει την Ήπειρο με τις αξιόλογες στρατιωτικές βάσεις της
Ανατολικής Ελλάδος. Για την επίθεση αυτή είχε διατεθή η πιο φημισμένη ιταλική μεραρχία
αλπινιστών, η "Τζούλια", ενισχυμένη και με άλλα τμήματα αλπίνων. Επρόκειτο περί 12.000
ανδρών, που τις μεταφορές τους τις εξησφάλιζαν 2.500 ημίονοι. Ο οπλισμός τους ήταν
εξαίρετος και ισχυρός, γιατί διέθετε πολλές μονάδες όλμων και επτά πυροβολαρχίες
ορειβατικού πυροβολικού.
Αυτή η τολμηρότατη προώθηση φαινόταν η πιο εύκολη και η πιο καρποφόρος: εύκολη,
γιατί μόνο δύο τάγματα, και ένα τρίτο που υπήρχε στα μετόπισθεν, φρουρούσαν τη μακριά
οροσειρά που εθεωρείτο σχεδόν απόρθητη λόγω της διαμορφώσεως του εδάφους της.
Καρποφόρος, γιατί η κατάληψη των αυχένων του Μετσόβου, αφ' ενός μεν απομόνωνε το
στρατό της Ηπείρου από τις κυριότερες στρατιωτικές βάσεις της Ανατολικής Ελλάδος, αφ'
έτερου δημιουργούσε τη δυνατότητα καθόδου προς τη Θεσσαλία, πίσω από τον Όλυμπο,
δηλαδή πολύ νοτιότερα της Θεσσαλονίκης.
Οι μονάδες αυτές του ιταλικού στρατού, συμπεριλαμβανομένης της "Τζούλια", είχαν μεταξύ
των ταγμάτων τους και μερικά αλβανικά τάγματα, προσφιλή μεν στον Αντιβασιλέα της
Αλβανίας Τζιακομόνι, αλλά πολύ λίγο εκτιμώμενα από τον τακτικό Ιταλικό Στρατό.
Μια ισχυρή αεροπορία, που ξεκινούσε τόσο από το Μπρίντιζι όσο και από την Αλβανία, θα
υπεστήριζε αυτές τις τέσσερεις επιθέσεις, προπάντων την κεντρική, και θα βομβάρδιζε
πόλεις των μετόπισθεν.
Θα ήταν δύσκολο να συλλάβη κανείς στρατηγικό σχέδιο περισσότερο προσηρμοσμένο στις
συνθήκες του εδάφους: συνεδύαζε τον αιφνιδιασμό, την πονηρή παραπλάνηση, και το πολύ
ισχυρό κτύπημα.
Το βάθος όπου βρίσκονταν οι αντικειμενικοί σκοποί ήταν μικρό, και αν αυτοί
κατελαμβάνοντο γρήγορα, η άμυνα γινόταν εξαιρετικά δυσχερής. Ο Αρχηγός του Ιταλικού
Στρατού στην Αλβανία, ο Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, προέβλεπε ότι θα χρειάζονταν 5-10
ήμερες για να φθάσουν τα στρατεύματά του στα Ιωάννινα και το Μέτσοβο.
Αλλά τόσες ακριβώς μέρες χρειάσθηκαν για να διαψευσθούν τα λαμπρά σχέδια και να
οδηγήσουν στην ήττα. Οι πρώτες εκείνες λίγες ήμερες υπήρξαν πράγματι αποφασιστικές για
την έκβαση του πολέμου.

Από τις δύο περισπαστικές επιθέσεις, η πιο σημαντική, εκείνη προς τη Θεσσαλονίκη,
αναπτυσσόμενη επί εδάφους διακεκομμένου, που φυλαγόταν καλά, προωθήθη ελάχιστα
και, κατ' ουσίαν, υπήρξε απλώς μια βαρειά απειλή. Η άλλη, επί της ακτής, ανεπτύχθη πολύ
περισσότερο από ό,τι το ήλπισε το Ιταλικό Στρατηγείο. Ανεπτύχθη πρακτικώς χωρίς
δυσκολίες. Ανέτρεψε μικρές μονάδες προκαλύψεως και έπειτα δεν συνήντησε παρά μια
σύντομη βολή πυροβολικού δύο ελληνικών αντιτορπιλλικών και τους πυροβολισμούς
υποχωρούντων στρατιωτών, χωροφυλάκων και αγροφυλάκων, με τους οποίους από
ελληνικής πλευράς κατεβάλλετο προσπάθεια να δημιουργηθή η εντύπωση κάποιας
αντιστάσεως. Είναι αλήθεια ότι μια ελληνική ταξιαρχία απεστάλη δια θαλάσσης επί τόπου,
αλλ' αυτό έγινε όταν πλέον το ιταλικό ιππικό βρισκόταν επί του Αχέροντος, δηλαδή, από
απόψεως γεωγραφικού πλάτους, νοτίως των Ιωαννίνων (βλέπε χάρτη υπ' αριθμόν 1).
Αλλά η προέλαση αυτή, αν και ταχύτατη, γινόταν πολύ αργά για τους Ιταλούς, γιατί η μάχη
κρινόταν αλλού.
Στο αντίθετο στρατόπεδο, το ελληνικό, τα πράγματα φαίνονταν ιδιαιτέρως δυσμενή τις
εντελώς πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων.
Ελάχιστοι το γνώριζαν την εποχή εκείνη, και σήμερα ακόμη σπανίως το μνημονεύουν, αλλά
ο Μεταξάς και ο Παπάγος, εμπρός στη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή της Ιταλίας και
στις δυσχέρειες των μεταφορών του Στρατού, είχαν επιλέξει για την οριστική άμυνα άλλη
γραμμή από εκείνη όπου διεξήγετο ο αγών. Η γραμμή αυτή εκάλυπτε τις πιο σημαντικές
περιοχές της Χώρας, ήταν ισχυρή εκ της φύσεώς της, αλλά βρισκόταν δυτικά και πολύ
νοτιότερα των Ιωαννίνων. Τη δυνατότητα διαρκεστέρας αμύνης στο Καλπάκι, πολύ
βορειότερα, μεταξύ Ιωαννίνων και συνόρων, οι δύο ηγέτες την είχαν απλώς λάβει υπ' όψιν,
χωρίς όμως να είναι αποφασισμένοι να υπερασπίσουν το Καλπάκι "μέχρις εσχάτων".
Πάντως, είχαν τοποθετήσει εκεί το μεγαλύτερο μέρος μιας μεραρχίας που πρακτικώς
περιελάμβανε μόνο Ηπειρώτες, οι οποίοι έτσι κυριολεκτικώς θα πολεμούσαν "υπέρ βωμών
και εστιών". Το έδαφος είχε προετοιμασθή κατά τρόπο μάλλον πρωτόγονο, αλλά είχε
μελετηθή πάρα πολύ προσεκτικά. Σε τέτοιο σημείο είχε μελετηθή, ώστε κάθε πιθανή βολή
πυροβολικού ήταν ρυθμισμένη εκ των προτέρων και με απόλυτη ακρίβεια.
Η Μεραρχία Ηπείρου, με ένα έξοχο ηγέτη επί του πεδίου της μάχης, τον Στρατηγό
Κατσιμήτρο, παρεχώρησε στον εχθρό, χωρίς πολλή αντίσταση, περί τα 30 χιλιόμετρα.
Δέχθηκε τη μάχη στο Καλπάκι, και την κρισιμότερη ώρα της, εξουσιοδοτημένη από την
Αθήνα να κρίνη η ίδια και να αποφασίση, η Μεραρχία απεφάσισε να τη συνεχίση "μέχρις

εσχάτων". Από την αρχή διεφάνη ότι δεν επρόκειτο περί μάχης προκαλύψεως: οι
συγκρούσεις υπήρξαν φοβερά σκληρές. Η αντίσταση ήταν εξαιρετικά επίμονη, αλλά και οι
επιθέσεις ήταν θυελλώδεις και επίμονες. Το ελληνικό πυροβολικό έβαλλε με καταπληκτική
ακρίβεια, αλλά το ιταλικό ήταν πολλαπλάσιο και βαρύ. Οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις
διεδέχοντο η μια την άλλη συνεχώς, νύκτα και ημέρα. Το "κλειδί" της τοποθεσίας, ένας
μεγάλος πετρώδης λόφος, ονομαζόμενος Κραμπάλα, κατελήφθη και ανεκατελήφθη τρεις
φορές. Η άμυνα διευκολύνθηκε από τις καταρρακτώδεις βροχές που δυσχέραιναν την
παρέμβαση της ιταλικής αεροπορίας, αλλά η επίθεση είχε μεγάλη υπεροχή σε δύναμη
πυρός, διέθετε άρματα μάχης, που έκαναν μεγάλη εντύπωση, και ήταν πολύ ορμητική. Τις
αιματηρές αυτές ημέρες η θέληση και η ανδρεία των μεν παρεβάλλοντο με τη θέληση και
την ανδρεία των άλλων. Την δεκάτη ημέρα του πολέμου δεν ήταν εύκολο να πει κανείς
ποια θα ήταν η έκβαση της μάχης αυτής, που αποτελούσε την κυρία προσπάθεια των
Ιταλών. Θα μπορούσε να το πει, αν γνώριζε τι συνέβαινε αλλού: στα βαθιά φαράγγια και τις
απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου.
Οι αλπίνοι της "Τζούλια", συντρίβοντας τα ελαφρά τμήματα προκαλύψεως τα οποία
συνήντησαν, έκαμαν μια θεαματική προέλαση. Ούτε τα απόκρημνα μέρη ούτε οι βροχές
εμπόδισαν τον ταχύ βηματισμό τους. Το πρωί της 3ης Νοεμβρίου, οι εμπροσθοφυλακές
τους έφθασαν σ' ένα υψίπεδο, στο άλλο άκρο του οποίου, μετά από εύκολη πορεία τριών
ωρών, θα συναντούσαν τον αντικειμενικό σκοπό τους: τον μοναδικό αμαξιτό δρόμο της
Πίνδου. Η προέλασή τους ήταν τόσο γρήγορη, ώστε, κατά το μεσημέρι, ιταλικά αεροπλάνα,
βλέποντας στο υψίπεδο πεζικό, έριξαν δέματα που περιείχαν γλυκίσματα και μεταξωτά
μαντίλια για να προσφερθούν στους κατοίκους της γειτονικής κωμοπόλεως του Μετσόβου.
Δυστυχώς για την "Τζούλια", τα δώρα αυτά τα συνέλεξαν οι Έλληνες στρατιώται. Μια
ισχυρή μονάς ιππικού είχε μόλις φθάσει εκεί, και οι άνδρες, αφού άφησαν τα άλογά τους
στο δάσος, έσπευσαν πεζοί να καλύψουν την πολύτιμη οδική αρτηρία. Δεν επρόκειτο,
εξάλλου, για τη μοναδική κάλυψή της. Ο Παπάγος και οι επιτελείς του αντελήφθησαν τον
κίνδυνο, και ήδη από τη δεύτερη ημέρα του πολέμου είχαν προωθήσει προς τις ανατολικές
υπώρειες της οροσειράς όλες τις μικρές εφεδρείες τους. Επρόκειτο περί ελαφρών τμημάτων
που διέθεταν λίγο ορειβατικό πυροβολικό, άφθονα όπλα και οπλοπολυβόλα, πολλή ορμή και
άριστες μεταφορές: με τα φορτία τους στους ώμους, οι γυναίκες και οι μη
επιστρατευθέντες

άνδρες

των

χωριών

ολόκληρης

της

περιοχής

ανεφοδίαζαν

τις

στρατιωτικές μονάδες ως τις θέσεις τις πιο προωθημένες και τις πιο απρόσιτες.
Η ωραία ιταλική μεραρχία, η "Τζούλια", βρέθηκε σύντομα κομμένη σε τμήματα χωρισμένα

το ένα από το άλλο από άγρια όρη, όπου έβρεχε σχεδόν συνεχώς. Τα απομονωμένα αυτά
τμήματα προσεβάλλοντο νύκτα και ημέρα από ένα εχθρό πανταχού παρόντα.
Οι αλπίνοι διεξήγαγαν μερικές τολμηρές αντεπιθέσεις, που τους στοίχισαν πολύ ακριβά,
αλλά δεν κατόρθωσαν να αλλάξουν την κατάσταση. Το έδαφος ήταν πολύ δύσκολο. Τα
εφόδια άρχισαν να λείπουν, γιατί οι βάσεις ανεφοδιασμού ήταν πολύ μακριά, η γραμμή είχε
πολύ επιμηκυνθή, τα υποζύγια ήταν ο αγαπητός στόχος των Ελλήνων σκοπευτών. Η άμυνα
εναντίον των συνεχών επιθέσεων ή παρενοχλήσεων των Ελλήνων ήταν αδύνατη. Μέσα σε
λίγες μέρες, περίπου έξι χιλιάδες άνδρες της "Τζούλια", κυκλωμένοι και κατάκοποι,
παρεδόθησαν για να μην πεθάνουν!
Αυτό υπήρξε, πιθανόν, το κρισιμότερο σημείο του Ελληνοϊταλικού πολέμου: η "Τζούλια"
έλαβε τη διαταγή να υποχωρήση το ταχύτερο· έπρεπε να σωθή ό,τι ήταν δυνατό να σωθή.
Και έπρεπε να διασωθή και κάτι άλλο: δεν ήταν γνωστό πόσα ήταν τα ελληνικά
στρατεύματα που βρίσκονταν επί της οροσειράς, και είχε διαπιστωθή ότι αυτά είχαν μια
εξαιρετική ευελιξία. Αν τυχόν λοιπόν τα ελληνικά τμήματα ήταν πολυάριθμα, αν
προχωρούσαν με σύντονες πορείες προς δυσμάς και κατευθύνονταν πίσω από το Καλπάκι,
τότε οι ισχυρότερες μονάδες της ιταλικής στρατιάς της Αλβανίας θα βρίσκονταν
κυκλωμένες.
Η Ρώμη, ανήσυχη, σχεδόν πανικόβλητη, προτίμησε μια πολύ προσεκτική τακτική: διέταξε
τη γενική υποχώρηση. Ο Βισκόντι Πράσκα δεν θέλησε να αναγνωρίση την ήττα του. Τις
κρίσιμες εκείνες ώρες συνέλαβε μάλιστα ένα σχέδιο πράγματι εξαίρετο. Τη 10η Νοεμβρίου
τηλεγράφησε στη Ρώμη και πρότεινε τα τμήματά του, που βρίσκονταν στην ακτή, να
κάμουν στροφή προς ανατολάς, να οδεύσουν προς τα Ιωάννινα, για να "ανοίξουν έτσι τις
πύλες της πόλεως και να προκαλέσουν την κατάρρευση ολοκλήρου του αμυντικού
συστήματος του εχθρού". Ο ελιγμός αυτός θα δημιουργούσε για το ελληνικό Γενικό
Επιτελείο μια κατάσταση απρόβλεπτη και σοβαρή. Αλλά ο ευφυής και τολμηρός αυτός
ελιγμός δεν έγινε. Ο Στρατηγός Σοντού, Υφυπουργός των Στρατιωτικών και Ανώτατος
Διοικητής των εν Αλβανία Δυνάμεων, απήντησε στον Πράσκα με τρόπο παγερό: ο Πράσκα
έπρεπε να προσαρμοσθή στην πραγματικότητα και να εκτελέση τη διαταγή.
Δεν πρόλαβε να το κάμη. Απελύθη την επομένη και η υποχώρηση γενικεύθηκε.
Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε κριθή. Η κινητήρια δύναμη κάθε ανθρωπινής προσπάθειας,
το ηθικό, εξηφανίζετο από το ένα στρατόπεδο και δυνάμωνε τεραστίως στο άλλο.

Για τους Ιταλούς, που νόμιζαν ότι είχαν έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της
Ευρώπης, και οι οποίοι ανέμεναν ένα εύκολο θρίαμβο, η φυγή εμπρός σ' έναν από τους
μικρότερους στρατούς της Ευρώπης γεννούσε κάτι παραπάνω από ντροπή: γεννούσε την
αμφιβολία ως προς την ικανότητα των ηγετών τους, γεννούσε ένα αόριστο αίσθημα
απελπισίας και προδοσίας.
Για τους Έλληνες συνέβαινε κάτι εντελώς διαφορετικό. Είχαν αντιμετωπίσει τον πόλεμο
ήρεμοι, αλλά αποφασισμένοι, γιατί επεβάλλετο να προστατεύσουν τις εστίες τους. Έπρεπε
να κάμουν το καθήκον τους. Έβλεπαν τώρα ότι ήταν οι πρώτοι που νικούσαν τον
"Χαλύβδινο Άξονα". Έγραφαν μια από τις πολύ ωραίες σελίδες της τρισχιλιετούς ιστορίας
τους, και είχαν αυτή τη συναίσθηση. Επρόκειτο περί μέθης. Το ηθικό ήταν τόσο
αναπτερωμένο ώστε, αν ο Ελληνικός Στρατός είχε επαρκή μηχανικά μεταφορικά μέσα, η
ιταλική υποχώρηση θα είχε μετατραπή σε άτακτη φυγή και η Αλβανία θα είχε καταληφθή σε
μεγάλο βάθος μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Αν όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τέτοια, δεν υπήρξαν και ασήμαντα. Στις 20 Νοεμβρίου,
στην Ήπειρο, τα ελληνικά στρατεύματα έφθαναν στα σύνορα μετά από σχετικώς μικρές
μάχες. Η μάχη υπήρξε πολύ σκληρή στο άλλο άκρο του μετώπου, το ανατολικό, εκεί όπου
το σύμπλεγμα των βουνών του Ιβάν και του Μοράβα δημιουργεί ένα τεράστιο και
περίπλοκο φυσικό φρούριο και όπου είχε αρχικά εκδηλωθή η πολύ ισχυρή παραπλανητική
επίθεση προς τη Θεσσαλονίκη. Εκεί οι Ιταλοί αμύνθηκαν με πείσμα. Αλλά την 14η
Νοεμβρίου, οι τρεις ιταλικές μεραρχίες υπέστησαν μια σφοδρά αντεπίθεση, οι σκοποί της
οποίας φάνηκε αμέσως ότι ήταν πολύ φιλόδοξοι. Τρεις ελληνικές μεραρχίες, κυρίως
δυνάμεις πεζικού, επετέθησαν με πρόθεση να ανατρέψουν πλήρως τον εχθρό και να
απειλήσουν ολόκληρη την ανατολική ζώνη της Αλβανίας.
Οι Ιταλοί, έπειτα από λυσσώδη άμυνα, ανεδιπλώθησαν στις αρχικές τους τοποθεσίες, που
ήταν πολύ ισχυρότερες, και ενισχύθησαν επειγόντως από πολλά τμήματα, που η συνολική
δύναμή τους ήταν ανώτερη από τη δύναμη μιας μεραρχίας.
Αλλά η ιταλική γραμμή υπέστη γρήγορα σοβαρά ρήγματα, και οι επιθέσεις των Ελλήνων τα
εξεμεταλλεύοντο. Πολλές φάσεις της μάχης έπαιρναν τη μορφή αγώνος δια της λόγχης, και
οι επί τόπου διοικηταί ανέφεραν στον Στρατηγό Σοντού, που είχε στο μεταξύ διαδεχθή τον
Πράσκα, ότι δεν ήταν δυνατόν να συγκρατηθή η κατάσταση.
Έπειτα από μερικούς δισταγμούς και από πολλή αιματοχυσία και από τα δύο μέρη (ιδίως τη
19η και την 20ή Νοεμβρίου), δόθηκε την 21η διαταγή γενικής υποχωρήσεως στο μέτωπο

αυτό, σε βάθος 50 χιλιομέτρων: θα εγκατέλειπαν τη συνοριακή ορεινή γραμμή, θα
εγκατέλειπαν την πεδιάδα πίσω από αυτήν και θα κατελάμβαναν, πέραν αυτής, άλλη πολύ
ισχυρή οροσειρά. Την επομένη, οι Έλληνες κατελάμβαναν την πόλη της Κορυτσάς,
σημαντική βάση του ιταλικού μετώπου. Τεραστία για την εποχή εκείνη ποσότης λαφύρων,
εν μέρει αχρηστευμένων, έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων.
Αλλά η υπόθεση δεν σταματούσε εκεί. Τέσσερα επίλεκτα τμήματα, υποστηριζόμενα από
άριστο ορειβατικό πυροβολικό, έπαιρναν την εντολή να καταδιώξουν ακατάπαυστα τον
εχθρό στα βουνά που βρίσκονται κατά μήκος των γιουγκοσλαβικών συνόρων. Το εγχείρημα
ήταν πολύ τολμηρό, γιατί οι Ιταλοί ήταν εκεί πολυάριθμοι, αλλά οι Έλληνες, έκτος από το
αναπτερωμένο ηθικό, είχαν και άλλο πλεονέκτημα: ο πληθυσμός της περιοχής ήταν κατά
πλειοψηφίαν ελληνικός, και ορεσίβιοι του τόπου οδήγησαν μερικούς λόχους από μονοπάτια
κατάλληλα μόνο για αίγες. Επιπλέον, είχε χιονίσει, ο ανεφοδιασμός των αμυνομένων ήταν
δύσκολος, και συχνά ήταν δυνατός μόνον με αεροπλάνα. Οι υπερασπισταί απεθαρρύνοντο.
Είχαν πολεμήσει, είχαν κάμει μακρές και κοπιαστικές πορείες για να καταλάβουν στα
μετόπισθεν ασφαλείς θέσεις, και τώρα έβλεπαν τον εχθρό να διεισδύη και σ' αυτές.
Παρ' όλα αυτά, μερικά ιταλικά τμήματα, προπάντων της μεραρχίας Βενέτσια, πολέμησαν με
μεγάλο πείσμα. Αναγκάσθηκαν όμως να σταματήσουν τον αγώνα και πολλά να
παραδοθούν, έπειτα από φοβερά αιματηρούς αγώνες, οι οποίοι διεξήχθησαν μεταξύ της
23ης και της 26ης Νοεμβρίου. Το απόρθητο Πόγραδετς, κοντά στη λίμνη Οχρίδα,
κατελήφθη την 28η από τους επιτιθεμένους. Επρόκειτο περί σπουδαίας προωθήσεως προς
βορράν, γιατί το Πόγραδετς -στο άλλο άκρο του αλβανικού μετώπου, είναι αλήθειαβρίσκεται πολύ ψηλότερα, από απόψεως γεωγραφικού πλάτους, από το μοναδικό καλό
λιμάνι της χώρας, την Αυλώνα.
Στο υπόλοιπο μέτωπο, μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, ο Ελληνικός Στρατός ανελάμβανε
και πάλι την επίθεση. Μερικές τοπικές μάχες αργοπόρησαν απλώς την προέλασή του. Η
κατάσταση γινόταν συνεχώς κρισιμότερη για την ιταλική στρατιά της Αλβανίας, και στις 5
Δεκεμβρίου ο Σοντού τηλεφωνούσε στη Ρώμη ότι έπρεπε να αναζητηθή πολιτική λύση. Η
Ρώμη δεν ακολούθησε τη συμβουλή του, και ο Σοντού σύντομα γνώρισε ο ίδιος τι σήμαινε
να πέση κανείς σε δυσμένεια.
Αλλά ούτε στους άλλους τομείς του μετώπου τα πράγματα παρουσίαζαν βελτίωση για τους
Ιταλούς.
Έτσι, την τελευταία εβδομάδα του 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε καταλάβει σε αλβανικό

έδαφος περιοχή βάθους 30-50 χιλιομέτρων, περιοχή που συμπεριελάμβανε την πόλη του
Αργυροκάστρου και το μικρό λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Το λιμάνι όπου ο φασισμός, σε
πείσμα του θρησκευτικού αισθήματος και προς δόξαν του Ντούτσε, είχε δώσει το όνομα της
κόρης του, κομίσσης Έντα Τσιάνο. Πράγματι, στη Ρώμη αναγκάσθηκαν να αναγγείλουν την
πτώση του "Πόρτο Έντα" και όχι του "Πόρτο Σάντι Κουαράντα"... Μεγάλο πείραγμα της
λεγομένης μικρής ιστορίας.
Εν τω μεταξύ, στη Ρώμη ο Μουσολίνι ήταν έξω φρενών.
Για λόγους πολιτικούς, ή καθαρά προσωπικούς, δεν είχε ενημερώσει για τα σχέδιά του τον
σύντροφό του του "Χαλύβδινου Άξονος". Το έκαμε μόνο την 28η Οκτωβρίου, δηλαδή την
ημέρα που έθετε τα σχέδιά του σε εφαρμογή. Έγινε προς τούτο μια ειδική συνάντηση στη
Φλωρεντία, και ο Ντούτσε βεβαίωσε τον Φύρερ ότι η επιχείρηση, άριστα προετοιμασμένη,
θα κατέληγε στην κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδος εντός ολίγων εβδομάδων.
Και τώρα έβλεπε τον εαυτό του να διαψεύδεται, να ταπεινώνεται, να γελοιοποιήται, και
ίσως μάλιστα να κινδυνεύη στο εσωτερικό μέτωπο. Από εικοσαετίας, ήταν η πρώτη ήττα
του. Και επρόκειτο για ήττα συνταρακτική. Απέδωσε την ευθύνη στους συνεργάτες του και
τους στρατηγούς του, αντικατέστησε μερικούς, και ησχολήθη προσωπικώς με την
αποστολή ενισχύσεων και με ορισμένα από τα σχέδια επιχειρήσεων.
Κατόπιν διαταγής του, η μεραρχία Μπάρι, που είχε επιβιβασθή επί των πλοίων με σκοπό να
καταλάβη την Κέρκυρα, απεστάλη κατ' ευθείαν στην Αλβανία τις πρώτες ημέρες του
πολέμου. Χρησιμοποιώντας δικά του αεροπλάνα, όπως και γερμανικά Γιούγκερς, τα οποία
του έστειλαν μόλις τα ζήτησε, δημιούργησε μια πραγματική αερογέφυρα πάνω από την
Αδριατική. Ήδη κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου είχε κατορθώσει να αναπτύξη σημαντικά
τη στρατιά της Αλβανίας, αλλά πολύ συχνά ηύξανε και τη σύγχυση που επικρατούσε στους
κόλπους της.
Τα ιταλικά συγγράμματα που μιλούν για τις προσωπικές αντιδράσεις του τις πρώτες
εβδομάδες, περιγράφουν έναν άνθρωπο ο οποίος έχανε συχνά τον έλεγχο του εαυτού του.
Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο των διαθέσεων του -αλλά και του χαρακτήρος του- βρίσκεται
σε μια ευφυά παραβολή που έκαμε ο Ιταλός δημοσιολόγος κ. Μάριο Τσέρβι στο βιβλίο του
περί του Ιταλοελληνικού πολέμου- το καλύτερο βιβλίο που γράφτηκε ιταλικά επί του
θέματος. Παρατηρεί ο Τσέρβι ότι ο Μεταξάς στα Απομνημονεύματά του, τα οποία τηρούσε
πολύ τακτικά, μιλώντας για το κρύο που είχε ενσκήψει και για τα χιόνια που υπήρξαν εκείνο
το έτος πρώιμα, γράφει: "Ποιος ξέρει τι τραβούν οι καημένοι οι στρατιώται μας εις το

μέτωπον". Αντιθέτως, ο Μουσολίνι, όταν επληροφορήθη ότι χιόνιζε πολύ στην Αλβανία, είπε
στους συνομιλητάς του: "Εξαίρετο αυτό το χιόνι και αυτό το κρύο. Διευκολύνουν τη
χρησιμοποίηση των όπλων μικρού βεληνεκούς και βελτιώνουν αυτή τη μέτρια ιταλική
φυλή".
Μιλώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, ο Μουσολίνι φαινόταν βέβαια φτηνός ως άνθρωπος. Χωρίς
να το αντιλαμβάνεται όμως, ήταν καλός στρατηγός. Γιατί το πρώιμο και παχύ στρώμα του
χιονιού και ο βαρύς χειμώνας του 1940 τον έσωσαν, ή τουλάχιστον του προσέφεραν τη
σανίδα σωτηρίας μιας ανάπαυλας. Πράγματι, η υποχρεωτική ανάπαυλα λόγω του χιονιού, αν
προστεθή σε άλλους παράγοντες, προεκάλεσε την ανάσχεση της ελληνικής προελάσεως. Ας
σημειωθή ότι ένα από τα θλιβερώτερα αποτελέσματα του βαρυτάτου εκείνου χειμώνα ήταν
ότι συνολικώς, από τις δύο πλευρές, μερικές χιλιάδες ανδρών υπέστησαν κρυοπαγήματα και
ότι πολλοί ακρωτηριάσθηκαν.
Έτσι, ο νέος Αρχιστράτηγος, ο Στρατηγός Καμπαλλέρο, άνθρωπος αμφιβόλου φήμης αλλά
ευφυής και ικανός, μπόρεσε να συγκρατήση το ιταλικό μέτωπο της Αλβανίας, να το βάλη σε
κάποια τάξη και να προετοιμασθή για τους προσεχείς μήνες.

Οι δύο πρώτοι μήνες του πολέμου υπήρξαν αποφασιστικοί και δημιούργησαν μιαν
ατμόσφαιρα που επέζησε αρκετά χρόνια. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, και μολονότι εδώ
γίνεται

μια

περιληπτική

σκιαγράφηση

του

Ελληνοϊταλικού

πολέμου,

τα

κύρια

χαρακτηριστικά της πρώτης φάσεώς του απεδόθησαν με μερικές λεπτομέρειες. Δεν είναι
όμως δυνατό να αποδοθούν κατά τον ίδιο τρόπο όσα επηκολούθησαν. Στις επόμενες
σελίδες, η έκθεση θα περιορισθή στις πιο ουσιαστικές γραμμές των διαδραματισθέντων.
Η ελληνική αντεπίθεση επανελήφθη περί τα μέσα Ιανουαρίου του 1941. Η αντίσταση του
αντιπάλου υπήρξε μεγαλύτερη, αλλά δεν εμπόδισε αξιόλογη προέλαση. Μέσα σε είκοσι
ημέρες ο εχθρός είχε απωθηθή τόσο, ώστε το αλβανικό έδαφος το οποίο είχε καταληφθή
από τους Έλληνες να έχη διπλασιασθή (βλ. το χάρτη).
Αυτό ήταν σημαντικό, όχι όμως και αποφασιστικό. Αφ' ενός δεν είχε σταθή δυνατό να
αναπτυχθή η τολμηρή επίθεση και προέλαση στην περιοχή του Πόγραδετς, και αφ' ετέρου,
στον κεντρικό τομέα, ο Ελληνικός Στρατός είχε σταματήσει εμπρός σ' ένα απότομο
βραχώδες φράγμα. Είχε καταλάβει μερικά προπύργιά του, αλλά τo κύριο από αυτά, το
Τεπελένι, η γενέτειρα του θλιβερώς γνωστού Αλή Πασά, δεν είχε πέσει.

Ο Ελληνικός Στρατός της Ηπείρου είχε τώρα δύναμη 14 μεραρχιών, και για πρώτη φορά
είχε κάποια αεροπορική κάλυψη, πέραν εκείνης που του προσέφερε η μικρή Ελληνική
Αεροπορία. Σε ενίσχυση της τελευταίας, είχαν σπεύσει πέντε ομάδες αεροπλάνων
Μπλενχάιμ και Γκλαντιέτορ της Βρετανικής Αεροπορίας. Εξάλλου, το Ελληνικό Πολεμικό
Ναυτικό εξησφάλιζε στο Στρατό τις ναυτικές μεταφορές του και είχε καταβυθίσει και
ορισμένα μεγάλα ιταλικά μεταγωγικά.
Έτσι, ο Παπάγος, αισθανόμενος ισχυρότερος παρά ποτέ, ήθελε τώρα να παραβίαση τις
βραχώδεις πύλες που του έκλειναν το δρόμο, και να δοκιμάση να καταλάβη την Αυλώνα,
ώστε να καταστήση πράγματι δυσχερή τον ανεφοδιασμό του αντιπάλου.
Δεν παρασυρόταν ούτε από τη δόξα ούτε από μεγαλειώδη σχέδια. Επρόκειτο περί μιας
ανάγκης. Διάφορες ενδείξεις έπειθαν ότι οι Γερμανοί θα ανεμειγνύοντο στην υπόθεση.
Εξάλλου, ήταν γνωστό ότι ο Μουσολίνι ήθελε πάση θυσία να επιτύχη ένα αποτέλεσμα προ
της γερμανικής παρεμβάσεως και ότι ετοίμαζε σε μεγάλη κλίμακα την "εαρινή επίθεση".
Χρήσιμο λοιπόν ήταν να ματαιωθούν οι προετοιμασίες του.
Μετά από μια μικρή ανάπαυλα, η ελληνική επίθεση επανήρχισε στα μέσα Φεβρουαρίου.
Πέτυχε "βελτίωση θέσεων", αλλά όχι το άνοιγμα των πυλών.
Οι απώλειες από τα δύο μέρη υπήρξαν πολύ σοβαρές. Για να δοθή μια εικόνα αυτών, ας
αναφερθή το ακόλουθο παράδειγμα, που αντλούμε από την ιταλική πλευρά: η μεραρχία
"Τζούλια", που είχε εν τω μεταξύ πλήρως ανανεωθή, μόνο κατά τη διάρκεια του
Φεβρουαρίου του 1941 είχε εκτός μάχης 3.700 υπαξιωματικούς και στρατιώτες και 120
αξιωματικούς, επί συνόλου 10.000 ανδρών και 350 αξιωματικών. Το παράδειγμα δίνει το
μέτρο της αντιστάσεως που συνήντησε η επίθεση.
Έπρεπε συνεπώς από ελληνικής πλευράς να αναβληθή η επίθεση για ευθετώτερο χρόνο, και
εν τω μεταξύ να γίνη η δέουσα προετοιμασία για την απόκρουση της επερχόμενης ιταλικής
επιθέσεως.
Αυτή είχε προαναγγελθή φοβερή. Ο Μουσολίνι ήθελε να τηρήση την υπόσχεση που είχε
δώσει. Τη 17η Νοεμβρίου, μετά τις πρώτες αποτυχίες, είχε πράγματι βεβαιώσει επισήμως
ότι "θα σπάσουμε τα πλευρά των Ελλήνων".
Τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου 1941 διέθετε στην Αλβανία 28 μεραρχίες, όλες πλήρως
ετοιμοπόλεμες. Επρόκειτο να τις υποστηρίξουν τριακόσια αεροπλάνα διώξεως και
βομβαρδισμού -αριθμός τεράστιος για την εποχή εκείνη. Για να τονώση το ηθικό των

ανδρών του, ο Ντούτσε πήγε ο ίδιος στην Αλβανία αρκετές ημέρες προ της επιθέσεως και
επιθεώρησε μέγαλο μέρος των εκεί τμημάτων του. Γεγονός μάλλον περίεργο, ο
ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτός υπήρξε μεγάλος και εξέπληξε και τους πιο
επιφυλακτικούς ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
Την 9η Μαρτίου, η ιταλική επίθεση εξεδηλώθη επί όλου του μετώπου. Ο κύριος όμως
αντικειμενικός σκοπός της ήταν να ανοίξη ευρύ ρήγμα στο κέντρο, και χάρη σ' αυτό να
προχωρήσουν

σε

αρκετά

μεγάλο

βάθος

αξιόλογα

τμήματα

στρατού:

διάσπαση,

υπερφαλάγγιση, μερική κύκλωση των ελληνικών θέσεων.
Στις έξι το πρωί της 9ης Μαρτίου, ο Μουσολίνι έφθασε σ' ένα παρατηρητήριο, που
βρισκόταν σε υψόμετρο 800 μέτρων και είχε μπροστά του όλο το κρίσιμο τμήμα του
μετώπου. Άρχισε αμέσως μια προετοιμασία πυροβολικού, "κατά την οποία επί μιάμιση ώρα
ερρίφθησαν 100.000 οβίδες". Με την επιμήκυνση της βολής του πυροβολικού, άρχισε η
επίθεση του πεζικού, "ενώ συνεχή κύματα γερμανικών στούκας επεδίδοντο σε σφοδρούς
βομβαρδισμούς". Όλη την ημέρα, ιταλικά καταδιωκτικά εκάλυπταν τα στούκας. Το ιταλικό
πεζικό, και προ παντός εκείνο που δρούσε υπό τα όμματα του Ντούτσε, επετέθη με σπάνια
επιμονή και τόλμη.
Παρ' όλα αυτά, η μεγάλη αυτή επίθεση απέτυχε.
Διήρκεσε δέκα ημέρες. Ορισμένες ημέρες, π.χ. τη 13η Μαρτίου, υπήρξε ακόμη σφοδρότερη
από την επίθεση της 9ης Μαρτίου. Κατά τους Ιταλούς συγγραφείς, "τριακόσια κανόνια
έβαλλαν

επί

μετώπου

ενός

χιλιομέτρου"

και

συνεχή

κύματα

αεροπλάνων

"σε

υποδειγματικούς σχηματισμούς" βομβάρδιζαν τους αμυνόμενους. Επρόκειτο περί της
επιθέσεως εναντίον της αποφασιστικής θέσεως του κέντρου, του περίφημου βραχώδους
υψώματος 731. Το πείσμα στην επίθεση ήταν όσο και το πείσμα στην άμυνα. Ανάλογο
υπήρξε και το αίμα που χύθηκε από τη μια και από την άλλη πλευρά. "Στους πρόποδες του
λόφου, σε ορισμένα σημεία, έβλεπε κανείς περισσότερα πτώματα Ιταλών παρά βράχους!"
Από το άλλο μέρος, στα Ιωάννινα έφθαναν κάθε βράδυ 1.500 Έλληνες στρατιώτες
τραυματίες. Τα νοσοκομεία της πόλεως ήταν τόσο γεμάτα, ώστε οι τραυματίες, έως ότου
μεταφερθούν σε άλλες πόλεις, ξάπλωναν στις αυλές ή και στους γειτονικούς δρόμους,
παρουσιάζοντας έτσι μια φρικώδη εικόνα του διεξαγόμενου πολέμου.
Η μάχη, μαινόμενη, διήρκεσε 13 ημέρες. Αυτές τις ημέρες σημειώθηκαν μικρές διακυμάνσεις
υπέρ του ενός ή του άλλου, αλλά οι ελληνικές γραμμές δεν διεσπάσθησαν πουθενά.
Ο Μουσολίνι, συνεχώς κοντά στην πρώτη γραμμή, υπήρξε ο πρώτος που προέβλεψε ότι δεν

θα διασπασθή. Νωρίς το απόγευμα της 9ης Μαρτίου, εν τω μέσω γενικής αισιοδοξίας,
βρέθηκε μόνος με τον εξαίρετο Αρχηγό της Ιταλικής Αεροπορίας, τον Φραντζέσκο Πρίκολο,
και του είπε: "Η επίθεση απέτυχε ήδη. Έχω πολεμήσει στα προχώματα και γνωρίζω αυτά τα
πράγματα. Όταν μια επίθεση δεν επιτυγχάνη τις δύο ή τρεις πρώτες ώρες, δεν επιτυγχάνει
πλέον ποτέ".
Αποθαρρημένος. ανεχώρησε από την Αλβανία την 21η Μαρτίου και μίλησε για πρώτη φορά
περί της ανάγκης να κάμη "μια λεπτομερή έκθεση επί της καταστάσεως για την A.M. τον
Βασιλέα". Η βοήθεια του Βασιλέως Βίκτωρος Εμμανουήλ, από τον οποίο είχε αφαιρέσει κάθε
εξουσία αλλ' ο οποίος είχε πολλές παλαιές ρίζες, φαινόταν τώρα απαραίτητη.
Εφεξής όμως, μια άλλη βοήθεια, την οποία ακόμη λιγότερο επιθυμούσε, του ήταν επίσης
απαραίτητη: η βοήθεια του Χίτλερ. Προετοιμαζόταν ήδη.

Η γερμανική εισβολή
Την πρώτη Μαρτίου, μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας υπεγράφη ένα Σύμφωνο που
επέτρεπε στα γερμανικά στρατεύματα να χρησιμοποιήσουν το βουλγαρικό έδαφος. Η
εφαρμογή της συμφωνίας άρχισε αμέσως. Δεν ήταν γνωστό τότε πόσα ακριβώς ήταν τα
στρατεύματα τα οποία εισήλθαν στη Βουλγαρία, αλλά είναι γνωστό σήμερα ότι στις αρχές
Απριλίου υπήρχαν επί των ελληνοβουλγαρικών και των σερβοβουλγαρικών συνόρων
τέσσερεις γερμανικές μεραρχίες αρμάτων μάχης και ένδεκα μηχανοκίνητες. Άλλες μεραρχίες
απειλούσαν τη Γιουγκοσλαβία βορειότερα. Υπήρχαν, τέλος, μερικές μεγάλες μονάδες, που
είτε κατέβαιναν προς νότον είτε έμεναν σε εφεδρεία.
Τους τρεις πρώτους μήνες του πολέμου, η Ελλάς είχε αρνηθή να δεχθή επί του εδάφους
της βρετανικά στρατεύματα σ' ενίσχυση των δικών της, για να μην προσφερθή στον Χίτλερ
η αφορμή την οποία πιθανόν να ζητούσε. Άλλωστε, ήταν γνωστό ότι η Μεγάλη Βρετανία,
σοβαρά απησχολημένη στη Βόρειο Αφρική, δεν μπορούσε να στείλη στην Ελλάδα αξιόλογη
βοήθεια. Ο Τσώρτσιλ ήθελε να το κάμη, ήταν γι' αυτόν θέμα τιμής: να μην αφεθή μόνος και
αβοήθητος ο μικρός σύμμαχος που πολεμούσε ηρωικά με τόσο δυσμενείς συνθήκες. Για τον
Μεταξά όμως και τον Παπάγο δεν ετίθετο ζήτημα τιμής, αλλά ζήτημα τακτικού λάθους, γιατί
θα εξασθένιζε ένα μέτωπο σημαντικό και ήδη αναιμικό, το μέτωπο της Αφρικής, χωρίς να
επανδρώνεται αρκετά το άλλο μέτωπο, της Ελλάδος.
Αλλά ο Μεταξάς πέθανε την 29η Ιανουαρίου. Ένας υπουργός του, ο Κορυζής, άνθρωπος
έντιμος και τραπεζίτης με καλή φήμη, τον διεδέχθη. Εν τω μεταξύ, οι γερμανικές

προετοιμασίες έδειχναν σαφώς ότι ο Χίτλερ δεν αναζητούσε καν αφορμή για να παρέμβη
και ότι είχε καταλήξει σε οριστικές αποφάσεις. Η αποστολή βρετανικών στρατευμάτων έγινε
αποδεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση.
Ο Τσώρτσιλ έκαμε μια προσπάθεια ανώτερη μεν των δυνατοτήτων του, αλλά παρ' όλα αυτά
ανεπαρκή. Στις αρχές Απριλίου υπήρχαν στην Ελλάδα λίγο περισσότεροι των 60.000
συμμάχων. Επρόκειτο για μια μεραρχία Βρετανών, δύο μεραρχίες Αυστραλών, μια μεραρχία
Νεοζηλανδών, και μια ταξιαρχία ελευθέρων Πολωνών.
Τα στρατεύματα αυτά, καλά εξοπλισμένα και βοηθούμενα από τρεις ασθενείς ελληνικές
μεραρχίες, έπρεπε να καλύψουν, προς ανατολάς της οροσειράς της Πίνδου, το μέτωπο προς
τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία. Για την άμυνα της περιοχής εναντίον της Βουλγαρίας,
υπήρχε επίσης η "Γραμμή Μεταξά", η οποία απετελείτο από μικρά φρουριακά συγκροτήματα
που ήλεγχαν τις κυριότερες διαβάσεις.
Μόλις

όμως

απεφασίσθη

η

αποστολή

συμμαχικών

στρατευμάτων

στην

Ελλάδα,

σημειώθηκαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών ως προς τα σχέδια αμύνης.
Οι Βρετανοί ζητούσαν, ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου, την άμεση αποχώρηση μεγάλων
ελληνικών τμημάτων από το αλβανικό μέτωπο. Επί μια εβδομάδα φαίνεται ότι οι Βρετανοί
επίστευσαν ότι παρουσία του Βασιλέως Γεωργίου του Β' και του κ. Άντονυ Ήντεν, τότε
Υπουργού των Εξωτερικών, ο Παπάγος είχε συμφωνήσει να αποσυρθή μέγα μέρος των
στρατευμάτων του απ' εκεί. Το αγγλικό Γενικό Επιτελείο της Μέσης Ανατολής ήθελε να
οργανώση την άμυνα σε μια γραμμή που θ' άρχιζε στο Αιγαίο και, δια του Ολύμπου, θα
συνεχιζόταν επί των ορέων της ΒΔ Μακεδονίας. Επρόκειτο ασφαλώς περί οργανώσεως μιας
ισχυράς γραμμής αμύνης. (Τα πράγματα απέδειξαν εκ των υστέρων -τον Μάρτιο- ότι η
ενδεχομένη αυτή αναδίπλωση των ελληνικών δυνάμεων θα ήταν καταστρεπτική, γιατί θα
γινόταν κατά τη διάρκεια της μεγάλης "εαρινής επιθέσεως" του Μουσολίνι.)
Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, με επικεφαλής τον Παπάγο, σκεπτόταν με διαφορετικό τρόπο:
θα ήταν οπωσδήποτε πολύ δύσκολο να αντισταθή κανείς εναντίον μιας βαρείας γερμανικής
επιθέσεως, τόσο μάλλον που οι Γερμανοί, κύριοι στον αέρα, θα συνέτριβαν τα μετόπισθεν.
Δεύτερον, εάν εγκατελείπετο μέγα τμήμα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και
της Θεσσαλονίκης, θα κατεφέρετο βαρύ πλήγμα κατά του ηθικού των Ελλήνων. Τρίτον, το
αλβανικό μέτωπο, απογυμνωμένο, θα δημιουργούσε κρίσιμα προβλήματα επί της νέας
γραμμής αμύνης, και προ παντός θα απεθάρρυνε τους Γιουγκοσλάβους, που τότε δεν είχαν
ακόμη αποφασίσει να αντισταθούν. Τέλος, η Γιουγκοσλαβία, που διέθετε ένα σχετικώς καλά
εξοπλισμένο στρατό, αποτελούμενο από καλούς μαχητάς, εάν απεφάσιζε να αντισταθή, θα

κρατούσε ορισμένες θέσεις για ένα διάστημα.
Στην πραγματικότητα, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο φαίνεται ότι επιθυμούσε να εξαπολύση
περί την 10η Απριλίου, με το μέγιστο της μαχητικότητάς του, μια γενική επίθεση επί όλου
του αλβανικού μετώπου, ώστε να καταλάβη βορειότερα μια ισχυρή γραμμή κάπου πέραν
του λιμένος της Αυλώνος. Αυτό θα απελευθέρωνε ικανό αριθμό μονάδων και θα επέτρεπε
μιαν άμυνα κατά των Γερμανών πολύ περισσότερο αποτελεσματική.
Η συνεννόηση δεν ήταν εύκολη και, έκτος από τις διαφωνίες, δημιουργήθηκαν και
παρεξηγήσεις μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών. Θα χρειαζόταν πολύς χώρος για να εκτεθούν
λεπτομερώς τα διαδραματισθέντα. Το γεγονός είναι ότι, μετά την αιματηρή εαρινή επίθεση
των Ιταλών, δεν υπήρξε χρόνος ούτε για να εκδηλωθή η γενική επίθεση των Ελλήνων ούτε
για να γίνη η αναδίπλωση επί της γραμμής την οποία είχαν επισημάνει οι Βρετανοί.
Πράγματι, την 6η Απριλίου οι Γερμανοί παρέλυαν το Βελιγράδι με ένα τρομακτικό
αεροπορικό βομβαρδισμό, και με ορμητήριο τη Βουλγαρία, εξορμούσαν με τις θωρακισμένες
και μηχανοκίνητες μεραρχίες τους κατά της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας. Οι
Γιουγκοσλάβοι, διεσπαρμένοι επί των πολύ εκτεταμένων συνόρων τους και συντριβόμενοι
από τη Luftwaffe, δεν προέβαλαν πρακτικώς καμιά αντίσταση, τουλάχιστον στα νότια
διαμερίσματα της χώρας τους, που ενδιέφεραν την άμυνα της Ελλάδος.
Οι Γιουγκοσλάβοι υφίσταντο εκεί δύο κύριες επιθέσεις. Η μια είχε ως αντικειμενικό σκοπό τα
Σκόπια, και απέβλεπε στο να διακόψη κάθε επικοινωνία των νοτίων περιοχών με τις βόρειες,
που ήταν πλουσιότερες και καλύτερα οργανωμένες.
Η άλλη επίθεση, νοτιότερα, είχε ως αντικειμενικό σκοπό την Ελλάδα. Ισχυρά θωρακισμένα
και μηχανοκίνητα τμήματα έπρεπε να διασχίσουν ταχύτατα το μεγαλύτερο μέρος της νοτίου
Γιουγκοσλαβίας και να εισβάλουν στην Ελλάδα από ένα σημείο, το οποίο οι Σύμμαχοι
θεωρούσαν ασφαλές: τη βορειοανατολική γωνία της ελληνικής Μακεδονίας.
Τέσσερα άλλα συγκροτήματα γερμανικών μονάδων εξορμούσαν από τη Βουλγαρία κατ'
ευθείαν εναντίον της Ελλάδος. Δύο, σε σχήμα τανάλιας, προς τη Θεσσαλονίκη, δύο άλλα
προς τα λιμάνια της Θράκης, επί του Αιγαίου Πελάγους.
Ασθενή ελληνικά τμήματα προσεπάθησαν να αμυνθούν, αλλά συνετρίβησαν από τα εχθρικά
άρματα μάχης και σχεδόν διελύθησαν. Μόνο τα μικρά φρούρια της "Γραμμής Μεταξά"
αντεστάθησαν, απομονωμένα, βαρύτατα βομβαρδιζόμενα, και υπό την πίεση πολλών
εμπρηστικών βομβών και φλογοβόλων. Δεν παρεδόθησαν παρά όταν ολόκληρη η Θράκη

είχε καταληφθή. Οι πολιορκηταί της Wehrmacht παρουσίασαν όπλα καθώς εξήρχοντο από
τα σφυροκοπημένα μικρά φρούρια οι λίγοι επιζήσαντες.
Είχε σωθή η τιμή. Κατά τα άλλα, επρόκειτο περί του Blitzkrieg, του κεραυνοβόλου πολέμου,
με όλη την αδηφαγία του.
Την 9η Απριλίου, δηλαδή την τετάρτη ημέρα της επιθέσεως, κατελήφθη η Θεσσαλονίκη, τη
10η τα λιμάνια της Θράκης.
Εν τω μεταξύ, τα μηχανοκίνητα τμήματα που διεξήγαγαν: τη δεύτερη επίθεση που
προανεφέρθη, κατά της Γιουγκοσλαβίας, διέσχιζαν ανενόχλητα ολόκληρη τη νότιο Σερβία,
και, δια των αυχένων της Φλωρίνης, εισέβαλαν στην Ελλάδα. Άφηναν αριστερά και την
ελληνοβρετανική γραμμή αμύνης του Ολύμπου, και διέβαιναν την οροσειρά της Πίνδου από
ανατολών προς δυσμάς. Χρησιμοποιούσαν τη μόνη αμαξιτή οδό που τη διέσχιζε, το δρόμο
του Μετσόβου, ο οποίος, επειδή βρισκόταν βαθιά στα μετόπισθεν, δεν επροστατεύετο
(βλέπε χάρτη υπ' αριθμόν 2).
Με τα πλευρά της ακάλυπτα, και ισχυρά βομβαρδιζόμενη από τη Luftwaffe, η πόλη των
Ιωαννίνων κατελήφθη το πρωί της 21ης Απριλίου. Επρόκειτο περί της κυρίας βάσεως
ανεφοδιασμού του μαχόμενου στην Αλβανία Ελληνικού Στρατού, βάσεως η οποία
βρισκόταν πλέον των εκατό χιλιομέτρων στα μετόπισθεν. Η νικηφόρος στρατιά, η
ισχυρότερη που είχε ποτέ παρατάξει η Ελλάς, βρισκόταν έτσι κυκλωμένη και αποκομμένη
από τις βάσεις της. Έπειτα από μερικές τοπικές μάχες, απειθαρχώντας στις διαταγές του
Βασιλέως Γεωργίου Β' και του Παπάγου, μερικοί στρατηγοί της παρεδόθησαν την 22α
Απριλίου.
Βορείως του Ολύμπου, οι μάχες συνεχίσθηκαν, αλλά ήταν πλέον φανερό ότι κάθε σοβαρή
αντίσταση ήταν αδύνατη.
Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός, επί του οποίου είχαν στηριχθή ορισμένες ελπίδες, παρεδόθη τη
17η Απριλίου.
Η Luftwaffe, αφού αχρήστευσε κατά τις πρώτες ημέρες όλα τα ελληνικά αεροδρόμια, ήταν
κυρία

του

εναερίου

χώρου.

Στα

μετόπισθεν,

πόλεις

και

συγκοινωνιακοί

κόμβοι

εβομβαρδίζοντο συνεχώς. Το λιμάνι του Πειραιώς, λόγω τυχαίου βομβαρδισμού πλοίου που
μετέφερε εκρηκτικές ύλες, είχε αχρηστευθή.
Το ελληνοσυμμαχικό μέτωπο είχε αποκοπή από τις βάσεις του. Δεν απέμενε άλλη λύση από
την ταχεία αναδίπλωση. Έτσι, μπορεί να λεχθή ότι, έκτος από μια σοβαρή σύγκρουση κατά

την οποία συμμαχικές μεραρχίες προέβαλαν πεισματική αντίσταση σε στενό μέτωπο, δεν
έγιναν πλέον παρά αψιμαχίες που εκάλυπταν την υποχώρηση.
Την 21η Απριλίου, οι Γερμανοί υπερφαλάγγιζαν τον Όλυμπο, και την ίδια ημέρα το
βρετανικό Γενικό Επιτελείο έπαιρνε την απόφαση της εκκενώσεως της Ελλάδος. Χάρη στην
παραδειγματική ψυχραιμία των τμημάτων, που κατόρθωσαν να αποφύγουν την κύκλωση,
και

χάρη

στην

τολμηρή

δεξιοτεχνία

του

βρετανικού

ναυτικού,

50.000

άνδρες

επεβιβάσθησαν στα πλοία. Οι άλλοι, σχεδόν όλοι, απέφυγαν τη σύλληψη, χάρη στη βοήθεια
του πληθυσμού, και σιγά-σιγά διέφυγαν στην Αίγυπτο.
Την 27η, τα ναζιστικά στρατεύματα κατελάμβαναν την πρωτεύουσα της Χώρας. Στην
Αθήνα, την ημέρα εκείνη, οι δρόμοι ήταν έρημοι, τα παραθυρόφυλλα κλειστά.
Την επομένη, με αργοπορία έξι μηνών αλλά πολύ ειρηνικότερα από ό,τι είχε προβλέψει η
Ρώμη, η ιταλική μεραρχία Μπάρι κατελάμβανε την Κέρκυρα. Ήλθε εν συνεχεία η σειρά των
άλλων νησιών και της Πελοποννήσου, που ήταν πλέον εύκολη λεία.
Δεν έμενε παρά η Κρήτη. Ο Βασιλεύς Γεώργιος κατέφυγε εκεί.
Ο Παπάγος έκρινε ότι όφειλε να μείνη επί του ηπειρωτικού εδάφους της Χώρας, μεταξύ των
ανδρών που είχε διοικήσει. Είχε την παρηγοριά να ακούση ότι ο Χίτλερ είχε δηλώσει στο
Ράιχσταγκ ότι, για να τιμηθή η ανδρεία, οι Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες δεν θα
συνελαμβάνοντο αιχμάλωτοι.
Ωραία φράση, που δεν εμπόδισε αργότερα να συλληφθούν και να μεταφερθούν στην Ιταλία
και τη Γερμανία πολλοί Έλληνες αξιωματικοί. Για τον ίδιο τον Παπάγο επεφυλάχθη η σκληρή
τιμή του γερμανικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως του Ουράνιεμπουργκ.
Στην Κρήτη, ο Βασιλεύς συνοδευόταν από μια νέα Κυβέρνηση. Ο Κορυζής, πατριώτης
ευαίσθητος και υπερήφανος, είχε αυτοκτονήσει τη 18η Απριλίου. Ο Ανώτατος Άρχων
επέλεξε για να τον διαδεχθή τον Τσουδερό, τραπεζίτη και αυτόν, γνωστό για τους δεσμούς
του με πολιτικούς αντιθέτους προς το καθεστώς του Μεταξά. Χωρίς αμφιβολία, επρόκειτο
περί ενδείξεως: ο Γεώργιος ο Β' αντιλαμβανόταν ότι ούτε μια από τις ωραιότερες σελίδες
της Ελληνικής Ιστορίας, που κατά πολύ οφειλόταν σ' αυτόν και τον Μεταξά, δεν
εξουδετέρωνε το γεγονός ότι είχε στηρίξει μια δικτατορία.
Και είχε να αντιμετωπίση ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Γιατί ήταν αποφασισμένος να
συνεχίση τον αγώνα. Για να το κάμη, του έμενε η Κρήτη.

Η Κρήτη, τάφος τ ων μικρών λεόντ ων
Δυστυχώς, η μεγαλόνησος, μήκους περίπου 250 χιλιομέτρων και πλάτους 30 ως 60, καθώς
βρίσκεται στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν ένα εξαίρετο ορμητήριο για τον
Χαλύβδινο Άξονα. Από το άλλο μέρος, η άμυνά της ήταν πολύ ασθενής. Οι άνδρες της,
επιστρατευμένοι, βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα, και τα παλαιά όπλα που, κατά τις
τοπικές παραδόσεις, κάθε οικογένεια διατηρούσε κρυμμένα, είχαν κατά το πλείστον
κατασχεθή από το καθεστώς. Δεν υπήρχαν στο νησί παρά μερικά μικρά βρετανικά τμήματα,
που είχαν αποβιβασθή εκεί από τον Δεκέμβριο του 1940.
Είναι αλήθεια ότι, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, περισσότεροι
των 40.000 ανδρών, προπάντων Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί, μετεφέρθησαν στην Κρήτη.
Οι περισσότεροι, όμως, από αυτούς δεν μετεφέρθησαν ως οργανωμένες μονάδες. Δεν είχαν
παρά ελαφρά όπλα, συχνά δεν είχαν καθόλου όπλα ή είχαν ελάχιστα πολεμοφόδια. Και,
προπάντων, ήταν κατάκοποι, ηττημένοι, ταλαιπωρημένοι από συνεχείς βομβαρδισμούς, που
τους απεκάλυπταν τη συντριπτική υπεροχή της γερμανικής αεροπορίας, Έφθαναν στη
μεγαλόνησο με τη ζύμη της ήττας στην ψυχή.
Οι Γερμανοί τα γνώριζαν όλα αυτά. Αν πίστευαν ότι η νήσος ήταν εξοπλισμένη, είναι
αμφίβολο αν θα είχαν αναλάβει μια τόσο δύσκολη επιχείρηση. Πάντως, για να την
αναλάβουν διέθεσαν μια δύναμη εξαιρετική, τόσο από απόψεως ποιότητος όσο και από
απόψεως όγκου.
Τα αεροπλάνα τους, δεδομένου ότι απεγειούντο από τα αεροδρόμια της Ελλάδος και της
Δωδεκανήσου, τότε ιταλικής, και δεδομένου του αριθμού τους, ήταν, κατά τους
υπολογισμούς που μπορούν να γίνουν σήμερα, ως 40 προς 1 έναντι των βρετανικών
αεροπλάνων, τα οποία απεγειούντο από την Αίγυπτο και όφειλαν να καλύψουν ένα μέτωπο
που άρχιζε στη Συρία και τελείωνε στην Κρήτη και τη Λιβύη. Πεντακόσια αεροπλάνα
Γιούγκερς και πολλές δεκάδες συρομένων ανεμοπτέρων εξησφάλιζαν τις μεταφορές.
Περισσότερα

των

200

Μέσσερσμιτ,

στούκας

και

άλλα

αεροπλάνα

διώξεως

και

βομβαρδισμού, κάλυπταν τα μεταφορικά αεροπλάνα και θα υπεστήριζαν τις επιχειρήσεις. Ο
αεροπορικός αυτός στόλος, τεράστιος για την εποχή εκείνη, είχε διοικητή αυτόν τον ίδιο
τον περίφημο Ριχτχόφεν.
Τα τμήματα τα οποία επρόκειτο να καταλάβουν την Κρήτη και τα οποία περιελάμβαναν
συνολικά 22.000 άνδρες περίπου, ήταν όλα επίλεκτα· περιελάμβαναν, όπως είναι γνωστό
σήμερα, το άνθος του Γερμανικού Στρατού, τη μοναδική μεραρχία αλεξιπτωτιστών·

περιελάμβαναν, ακόμη, και την πιο φημισμένη μονάδα της Βέρμαχτ, το "Πρώτο Σύνταγμα
Επιθέσεως" (τέσσερα τάγματα), τα οποία απετελούντο από άνδρες πολύ νέους· οι νέοι
αυτοί ήταν διαλεγμένοι με πολλή επιμέλεια, είχαν υποστή έντονη εκπαίδευση πάσης
φύσεως και μορφής· ακόμη και η ιδιωτική ζωή τους ήταν οργανωμένη κατά τρόπο ώστε το
μαχητικό πνεύμα να βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του. Οι άνδρες αυτοί θεωρούσαν
τους εαυτούς των "αήττητους"! Μέχρι τότε ήταν αήττητοι. Και τώρα πήγαιναν, κατά
διαταγή του Φύρερ τους, να καταλάβουν την Κρήτη, για να χρησιμοποιηθή ως αεροπορική
βάση για όλη την Ανατολική Μεσόγειο! Έφθαναν εκεί με τη ζύμη της νίκης στην ψυχή.
Παρ' όλα αυτά, την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως η νίκη τους φάνηκε αμφίβολη. Είναι,
μάλιστα, δυνατό να λεχθή ότι, αν εκείνη την ημέρα και σ' αυτόν τον τόπο, όπου κυρίως
κρίθηκε η τύχη της Κρήτης, δεν είχαν σημειωθή ατυχήματα στη διοίκηση των Συμμάχων, η
νήσος πιθανόν να μην είχε καταληφθή.
Την αυγή της 20ής Μαΐου, μετά από έντονο βομβαρδισμό πόλεων και καίριων σημείων, οι
Γερμανοί προσεγειώθησαν με αλεξίπτωτα και με ανεμόπτερα σε τέσσερα σημεία της
βορείου ακτής της νήσου (βλέπε χάρτη υπ' αριθμόν 3). Τα σημεία αυτά είχαν επιλεγή έτσι
ώστε να παραλύσουν την άμυνα. Η προσγείωση όμως, εκτός από μερικές επιτυχίες, πήγε
άσχημα. Είναι δύσκολο να εκτεθή με λίγες λέξεις η ιστορία αυτής της πρώτης ημέρας.
Εκείνο όμως που μπορεί να λεχθή είναι ότι οι απώλειες υπήρξαν τεράστιες. Οι διοικηταί των
τμημάτων, οι οποίοι έπεφταν πρώτοι από τα αεροπλάνα, εφονεύθησαν σχεδόν όλοι. Οι
περισσότεροι από τους άνδρες τους, είτε εφονεύθησαν είτε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Οι
άνδρες των συμμαχικών τμημάτων που είχαν έλθει από την Ελλάδα, πολεμούσαν με το
θάρρος της απελπισίας... Από το άλλο μέρος, όταν τα "ναζιστικά λιονταράκια"
προσεγειούντο κοντά σε κατοικημένες περιοχές, αντιμετώπιζαν ολόκληρο τον πληθυσμό,
συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των εφήβων, που πολεμούσαν με παλαιά όπλα, με
τσεκούρια και με αξίνες.
Η προσγείωση δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στους δύο ανατολικούς τομείς (κοντά στο
Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο), όπου βρισκόταν το καλύτερο αεροδρόμιο της νήσου, οι πρώτες
ώρες υπήρξαν καταστρεπτικές για τους ναζί. Στο Ρέθυμνο, που το υπερασπίζονταν ελληνικά
και αυστραλιανά τμήματα, οι αλεξιπτωτισταί δεν κατόρθωναν να κρατήσουν παρά μερικά
απομονωμένα σημεία, όπου και ημύνθησαν μέχρι τέλους. Οι περισσότεροι από όσους
προσεγειώθησαν, εφονεύθησαν ή ηναγκάσθησαν να παραδοθούν. Ο συνταγματάρχης που
διοικούσε αυτόν τον τομέα αιχμαλωτίσθηκε.
Σ το Ηράκλειο, την τρίτη ημέρα, είχαν ενταφιασθή 1.300 αλεξιπτωτισταί και είχαν

συλληφθή μερικές εκατοντάδες.
Εν τούτοις, γύρω από το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο, έπειτα από ζωηρές συγκρούσεις τριών
ημερών, επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι τήρησαν μια περίεργη στάση αναμονής. Έτσι, μέχρι
των μοιραίων ημερομηνιών της 26ης και 27ης Μαΐου, στη ΒΑ ακτή της νήσου, οι
αμυνόμενοι Σύμμαχοι, Έλληνες και Βρετανοί, ήταν νικηταί, αλλά δεν εξεμεταλλεύοντο τη
νίκη τους προς δυσμάς. Το πράγμα ήταν ακόμη περισσότερο δυσάρεστο, γιατί προς δυσμάς
κρινόταν η όλη μάχη.
Ο Αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων Κρήτης, των λεγομένων Κρέτοφορς, ο Νεοζηλανδός
Στρατηγός Φρέυμπεργκ, ένας από τους ήρωες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, είχε σωστά
αντιληφθή ότι ο τομεύς που θα ενδιέφερε περισσότερο τους Γερμανούς ήταν ο τομεύς της
πόλεως των Χανίων, επί της ΒΔ ακτής της μεγαλονήσου. Αριστερά της πόλεως υπήρχε ο
καλύτερος κόλπος της Μεσογείου, ο κόλπος της Σούδας, και δεξιά ένα σημαντικό
αεροδρόμιο, του Μάλεμε. Διέθεσε γι' αυτό εκεί τα καλύτερα τμήματά του (Νεοζηλανδούς,
κατά πρώτον λόγο, και Έλληνες, κατά δεύτερον), αλλά, όπως σήμερα κρίνονται τα
πράγματα, κατέτμησε τα τμήματα περισσότερο από ό,τι έπρεπε.
Οι Γερμανοί επετέθησαν κατά της περιοχής των Χανίων με τις καλύτερες δυνάμεις τους. Και
εδώ, κατά τη διάρκεια των προσγειώσεων, οι απώλειες υπήρξαν βαρειές. Μερικές διμοιρίες
έχασαν τα 50% ή και μέχρι του συνόλου των ανδρών τους, και βρέθηκαν απομονωμένες
υπό συνθήκες πολύ δυσχερείς.
Αυτό ίσως εξηγεί, χωρίς βέβαια να τη δικαιολογή, μια πράξη απίστευτης βαρβαρότητος που
έγινε την πρώτη ημέρα και κατά την οποία τα "λιονταράκια" μετετράπησαν σε "ύαινες":
δολοφόνησαν -δεν μπορεί να γίνη λόγος περί εκτελέσεως- είκοσι ασθενείς και τον ιατρό
ενός βρετανικού στρατιωτικού νοσοκομείου της υπαίθρου και υπεχρέωσαν τους άλλους
ασθενείς να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους και να τους χρησιμεύσουν ως ασπίδες.
Προστατευόμενοι απ' αυτή τη ζωντανή αλλά ασθενή ασπίδα, προχώρησαν...
Όσοι ναζί κατόρθωσαν να προσγειωθούν, πολέμησαν όχι μόνο με θάρρος αλλά και με
πολλή τέχνη τους διεσπαρμένους αντιπάλους τους: τους κτύπησαν πυκνώνοντας τις
φάλαγγές τους. Οι περισσότεροι δεν απέβλεψαν παρά μόνο σ' ένα κοινό αντικειμενικό
σκοπό: τις βραχώδεις θέσεις που δέσποζαν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και ήταν το κλειδί
της αμύνης του. Συγκεντρωμένοι κατ' αυτόν τον τρόπο, οι επιτιθέμενοι, παρ' όλες τις
απώλειές τους, ήταν τέσσερεις ή πέντε φορές πολυαριθμότεροι από τους άνδρες του
νεοζηλανδικού τάγματος που υπερασπιζόταν το σημείο εκείνο. Πολύ καλύτερα οπλισμένοι,

και επιτιθέμενοι συνεχώς, κατέστησαν ήδη από το απόγευμα εξαιρετικά δύσκολη τη θέση
των αμυνομένων.
Οι απώλειες των τελευταίων ήταν τρομακτικές και οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς
τους είχαν φονευθή. Δύο τάγματα (νεοζηλανδικά και αυτά, όπως και το υφιστάμενο την
κυρία επίθεση) δεν παρενέβησαν για να ανακουφίσουν τους αμυνόμενους στο κύριο
κεντρικό σημείο, αν και επανειλημμένως τους ζήτησαν βοήθεια. Το βράδυ, ο διοικητής του
νεοζηλανδικού τάγματος που δεχόταν τη μεγαλύτερη πίεση θεώρησε ότι η θέση του
γινόταν εξαιρετικά επικίνδυνη και ανέλαβε μια σφοδρή αντεπίθεση, την οποία κατηύθυνε ο
ίδιος προσωπικά. Η αντεπίθεση όμως απέτυχε, και το νεοζηλανδικό τάγμα εξησθένησε
ακόμη περισσότερο. Τότε, μέσα στο σκοτάδι, το αίμα και την αβεβαιότητα, συνέβη το μικρό
γεγονός με τις μεγάλες συνέπειες: Ο γενναίος Νεοζηλανδός αξιωματικός νόμισε ότι τα δύο
γειτονικά τάγματα δεν του έδωσαν τη βοήθεια που τους είχε ζητήσει γιατί είχαν
εξολοθρευθή. Οι απώλειες και η σιωπή των άλλων ταγμάτων καθιστούσαν λογική αυτή την
ερμηνεία... Ανέλαβε λοιπόν την ευθύνη να ενεργήση αντίθετα προς τις διαταγές που είχε
λάβει, και να αποσυρθή τη νύχτα. Μια σειρά άλλων ατυχών γεγονότων δευτερευούσης
σημασίας έκαμε ακόμη σοβαρότερες τις συνέπειες του λάθους.
Το πρωί της 21ης Μαΐου βρήκε τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστάς αποδεκατισμένους και
κατάκοπους, αλλά κυρίους ενός καλού αεροδρομίου. Το κέρδος ήταν αποφασιστικό, γιατί αν
οι αντεπιθέσεις της επομένης ημέρας εναντίον των λόφων που δέσποζαν του αεροδρομίου
υπήρξαν άγριες και επίμονες, έμειναν και χωρίς αποτέλεσμα. Η πολύτιμη κοιλάδα του
Μάλεμε παρέμεινε στα χέρια των ναζί, και πολλά μεγάλα Γιούγκερς προσγειώνονταν
συνεχώς στο αεροδρόμιο. Μερικά από τα αεροπλάνα αυτά καταστρέφονταν από τις βολές
των Συμμάχων, άλλα όμως, πολύ περισσότερα, έφθαναν και ξανάφευγαν, αφήνοντας επί
τόπου νέες μικρές μονάδες και πολεμοφόδια, και παίρνοντας μαζί τους τους τραυματίες.
Αυτό ήταν ακόμη πολυτιμότερο για τους ναζί, γιατί, αν ήταν κύριοι του αέρος, η Αλβιών
βασίλευε πάντοτε στη θάλασσα. Βομβαρδιζόμενο αγρίως από τα αεροπλάνα του Ριχτχόφεν,
με θυσίες μεγάλες (σε τρεις ημέρες δύο καταδρομικά και τέσσερα αντιτορπιλλικά
βυθίσθηκαν, ένα ντραίντνωτ, δύο καταδρομικά, τέσσερα αντιτορπιλλικά επλήγησαν
σοβαρά), με τους άνδρες του νύκτα και ημέρα επί ποδός πολέμου, με τα πολεμοφόδιά του
σχεδόν εξηντλημένα, το Βρετανικό Ναυτικό είχε κατορθώσει να εμποδίση τις θαλάσσιες
μεταφορές. Οι μονάδες του επετίθεντο εναντίον νηοπομπών ισχυρότατα προστατευομένων,
βύθιζαν μεγάλα μεταγωγικά ή καΐκια υπερφορτωμένα με Γερμανούς αλπινιστάς, και έφευγαν
για να συνεχίσουν αλλού τον αγώνα ή για να καταποντισθούν.

Την αυγή της 23ης, ο στολίσκος αντιτορπιλλικών του Λόρδου Μάουντμπάτεν υπέστη
επίθεση από μερικές δεκάδες βομβαρδιστικών και στούκας. Από τα πέντε νεωτάτου τύπου
πλοία του, που ανέπτυσσαν ταχύτητα 30 μιλίων, βυθίσθηκαν τα τρία· μεταξύ αυτών ήταν
και το πλοίο του διοικητού Μάουντμπάτεν, ο οποίος διεσώθη κολυμπώντας.
Τις ημέρες αυτές του Μαΐου του 1941 το Βρετανικό Ναυτικό κρατήθηκε στο ύψος των
ωραιότερων παραδόσεών του. Υπέστη τρομακτικά κτυπήματα, αλλά τα ανταπέδωσε με
γενναιότητα και ψυχραιμία. Χάρη στο Βρετανικό Ναυτικό, η ωραία ορεινή μεραρχία της
Βέρμαχτ, η οποία επρόκειτο να μεταφερθή δια θαλάσσης και να παίξη σημαντικό ρόλο από
τις πρώτες ημέρες, δε στάθηκε δυνατό να περάση. Αν και ισχυρότατα προστατευόμενη,
ιδίως από την αεροπορία, έχασε στα κύματα του Αιγαίου περισσοτέρους από 5.000 άνδρες.
Αυτό ήταν πολύτιμο για την άμυνα, αλλά δυστυχώς ανεπαρκές. Η θάλασσα δεν ήταν πλέον,
όπως κατά το παρελθόν, το μόνο μέρος όπου οι συγκοινωνίες διεξάγονται χωρίς να
ανοίγωνται και να επισκευάζωνται οι δρόμοι. Υπήρχε τώρα ένα άλλο ανάλογο μέρος, και
μάλιστα πολύ ευρύτερο από κάθε άποψη: η ατμόσφαιρα. Και σ' αυτήν κυριαρχούσαν οι
ναζί.
Εν τω μεταξύ, στη μεγαλόνησο, η μάχη δεν είχε κριθή. Για μερικές ημέρες εμαίνετο και
φαινόταν αναποφάσιστη. Στη ΒΔ ακτή, διεξήγοντο οξύτατοι αγώνες και από τα δύο μέρη.
Σημειώθηκαν μάλιστα και μερικά πολεμικά γεγονότα εντελώς εξαιρετικά, π.χ. η
ανακατάληψη του Γαλατά στις 25 Μαΐου, μετά από μια θυελλώδη αντεπίθεση Νεοζηλανδών,
που είχαν φθάσει στα ανώτατα όρια της ανθρωπινής εξαντλήσεως.
Ένα άλλο από τα γεγονότα αυτά πρέπει επίσης να μνημονευθή. Πρόκειται για την άμυνα
πρώτον, και έπειτα για την ανακατάληψη του χωριού Καστέλλι από ένα ελληνικό τάγμα. Το
είχε συγκροτήσει επί τόπου Νεοζηλανδός ταγματάρχης, ο οποίος επεστράτευσε τους
μαχητάς του και τους όπλισε με παλαιά όπλα των Βαλκανικών Πολέμων και, ελλείψει αυτών,
με μαχαίρια. Αντιμετωπίζοντας φοβερούς μαχητάς, εφοδιασμένους με ασυγκρίτως ανώτερα
όπλα, το μικρό αυτό τάγμα έκαμε, στον περιορισμένο τομέα του, αληθινούς άθλους.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να αναφερθή μια απαισία πράξη, ώστε οι μεταπολεμικές
γενεές να γνωρίζουν ως ποιο σημείο κτηνωδίας μπορεί να φθάση ένα πολεμοχαρές
ολιγαρχικό καθεστώς.
Όταν κατελήφθη το Καστέλλι -αυτό συνέβη όταν έπεσε όλη η νήσος- ο Γερμανός διοικητής
κήρυξε τους εκεί Έλληνες "ελευθέρους σκοπευτάς": ούτως έδοξεν αυτώ! Έκρινε ότι δεν

μπορούσαν να θεωρηθούν αιχμάλωτοι. Συλλαμβανόμενοι, δεν είχαν κανένα δικαίωμα, μόνο
να πεθάνουν! Και όλοι οι άνδρες που υπερήσπισαν το Καστέλλι εξετελέσθησαν !... Αλλά
αυτό δεν ήταν αρκετό για να κατασιγάση τη λύσσα που είχε προκαλέσει η νικηφόρος
αντίσταση επιστρατευμένων στρατιωτών οι οποίοι δεν διέθεταν τα κατάλληλα όπλα. Οι
τελευταίοι είχαν διαπράξει το φοβερό αδίκημα να έχουν πολεμήσει χρησιμοποιώντας
μαχαίρια. Είχαν σημειωθή και περιπτώσεις ακρωτηριασμού Γερμανών στρατιωτών (μια
έρευνα που έγινε αργότερα από Γερμανούς διεπίστωσε πέντε ακρωτηριασμούς), και οι
πράξεις αυτές επέβαλλαν μια ειδική τιμωρία: 200 κάτοικοι του Καστελλιού -κάτοικοι, όχι
στρατιώται, "ελεύθεροι σκοπευταί"- τουφεκίσθηκαν στην πλατεία του χωριού την πρώτη
ημέρα της καταλήψεώς του! Το όνομα αυτής της ύαινας, η οποία εν τούτοις θεωρούσε τον
εαυτό της "πολιτισμένο άνθρωπο", σκόπιμο είναι να αναφερθή εδώ: επρόκειτο περί του
Ταγματάρχου Schaette.
Οι δύο αυτές πράξεις ηρωικής αμύνης και αντεπιθέσεως δεν υπήρξαν οι μόνες. Γι' αυτό ως
τη νύκτα της 25ης προς την 26η κανείς δεν γνώριζε αν ήταν νικητής ή ηττημένος.
Οι διοικηταί των μικρών επί τόπου τμημάτων επέμεναν ότι μια ορμητική αντεπίθεση με όλες
τις διαθέσιμες δυνάμεις θα απηλευθέρωνε τον τομέα Γαλατά-Μάλεμε, τουλάχιστον κατά
μέγα μέρος. Εάν η τοπική αυτή επιτυχία είχε πραγματοποιηθή, φαίνεται σήμερα πιθανό
-τονίζουμε, "πιθανό"- ότι η γερμανική εισβολή στην Κρήτη θα είχε αποτύχει στο σύνολό
της.
Όχι ότι οι Γερμανοί δεν μπορούσαν, επιμένοντας, να τη φέρουν εις πέρας, εφόσον είχαν
πλέον αποκτήσει ένα σοβαρό προπύργιο. Αλλά το εγχείρημα είχε ήδη στοιχίσει πολύ ακριβά.
Είχαν χάσει πολλά αεροπλάνα και πολλά από τα εκλεκτότερα στρατεύματά τους. Και αυτά
επροορίζοντο να παίξουν σημαντικό ρόλο στην επικείμενη επιχείρηση εναντίον της
Σοβιετικής Ρωσίας. Την 25η Μαΐου, λοιπόν, είχε αρχίσει να γεννάται στους Γερμανούς
αμφιβολία, όχι ως προς την έκβαση της κρητικής περιπέτειας, αλλ' ως προς τη διάρκειά της.
Δυστυχώς, φαίνεται ότι στην ανωτάτη ηγεσία της Κρέτοφορς υπήρξε από την αρχή
αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα αμύνης της νήσου. Έτσι, ενώ στον ανατολικό τομέα
-Ρέθυμνο και Ηράκλειο- οι Σύμμαχοι ήταν πάντοτε νικηταί και οι εκεί διοικηταί των
τμημάτων ρωτούσαν την Ανωτάτη Διοίκηση αν έπρεπε να προχωρήσουν προς Χανιά και
Μάλεμε, αντί να διαταχθή η ορθοτάτη αυτή κίνηση, απεφασίσθη η αναδίπλωση στον
βορειοδυτικό τομέα, δηλαδή τον τομέα των Χανίων.
Εγκατελείφθη το κλειδί της αντιστάσεως. Και αυτό δεν υπήρξε μόνο η αρχή του τέλους.

Υπήρξε κάτι περισσότερο, γιατί δυστυχώς η αναδίπλωση έγινε σε μια γραμμή που δεν είχε
προετοιμασθή και δεν είχε καν μελετηθή. Προς μεγάλην απελπισία του Τσώρτσιλ, που από
την αρχή είχε συμβουλεύσει μια πολύ καλύτερη τακτική αμύνης, το βράδυ της 27ης Μαΐου
απεφασίσθη η γενική εκκένωση της Κρήτης.
Η εκκένωση δεν ήταν εύκολη, ούτε ως προς τις κινήσεις στην ξηρά ούτε ως προς τις
επιβιβάσεις στα πλοία και την αναχώρηση δια θαλάσσης. Το ηθικό, που ως τότε ήταν υψηλό
και στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, κατέρρεε τώρα απότομα στο συμμαχικό
στρατόπεδο. Στον ανατολικό τομέα, όπου η κούραση άγγιζε τα όρια της εξουθενώσεως, η
υποχώρηση πήρε σχεδόν τη μορφή της φυγής. Σε αυτόν τον τομέα, η υποχώρηση υπήρξε
δυνατή, προπάντων χάρις στη σωτηρία αντίσταση ενός ελληνικού συντάγματος. Ήταν
φτωχικά εξοπλισμένο και αυτό το σύνταγμα, αλλά απετελείτο από τους μαθητάς της Σχολής
των Ευελπίδων, από χωροφύλακες και από Κρήτες εθελοντές. Ήταν απομονωμένο το
σύνταγμα, και γι' αυτό, από την τρίτη ή τετάρτη ημέρα της γερμανικής εισβολής, νομίσθηκε
ότι οι Γερμανοί το είχαν εξουδετερώσει. Συνέβαινε όμως να μάχεται πάντοτε το σύνταγμα
και να καλύπτη τον μόνο δρόμο που μπορούσαν να ακολουθήσουν οι υποχωρούντες
Νεοζηλανδοί για να φθάσουν στη νότια ακτή. Και τον εκάλυψε τον δρόμο αυτόν ως την
παραμονή της πλήρους εκκενώσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουνίου.
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β' και η Κυβέρνησή του, μόλις κατόρθωσαν να διασχίσουν τα βουνά
που τους χώριζαν από το νότο. Ο Κωνσταντίνος ο Β', ηλικίας τότε ενός έτους, έκαμε το
επικίνδυνο ταξίδι στην αγκαλιά ενός αξιωματικού.
Το Βρετανικό Ναυτικό, θυσιαζόμενο και πάλι, και ενώ αντιμετώπιζε συνεχώς πολλούς
κινδύνους, κατόρθωσε να μεταφέρη στην Αίγυπτο 18.000 άνδρες (βλέπε χάρτη, υπ'
αριθμόν 3, σελ. 85).
Επρόκειτο περί επιτυχίας. Ήταν τότε, δυστυχώς, η περίοδος του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου που το συμμαχικό στρατόπεδο εχαιρέτιζε τις επιτυχημένες υποχωρήσεις...
Η μάχη της Κρήτης είχε χαθή. Δεν γνώριζαν τότε ότι για την Ιστορία, και μέσα σε
γενικότερα πλαίσια, είχε κερδηθή κατά θαυμάσιο τρόπο.
Στη μάχη εκείνη, ο αριθμός των φονευθέντων Γερμανών ήταν ανώτερος των φονευθέντων
σε όλα τα άλλα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από την αρχή των
εχθροπραξιών. Ακόμη σοβαρότερο,

οι απώλειες αυτές αφορούσαν πολύ εκλεκτά

στρατεύματα, στρατεύματα κρούσεως. Η αεροπορία είχε επίσης υποστή πολλές απώλειες.

Αλλά εκείνο που οι Γερμανοί είχαν προ παντός χάσει στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην
Κρήτη, ήταν ο χρόνος: η επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, που είχε προβλεφθή για τη
15η Μαΐου, δεν μπόρεσε να αρχίση παρά την 22α Ιουνίου.
Αν η εισβολή στη Σοβιετική Ένωση είχε αρχίσει σαράντα ημέρες νωρίτερα, ο ρόλος του
"Στρατηγού Χειμώνος" θα ήταν εντελώς άλλος κατά την πολιορκία της Μόσχας και κατά τη
θεαματική κάθοδο προς τον Καύκασο, κάθοδο που απειλούσε τα πετρέλαια της Μέσης
Ανατολής.

Το Κ.Κ.Ε. και ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος.
Η πρώτη αντίδραση του Κόμματος υπήρξε απρόβλεπτη. Στις 30 Οκτωβρίου του 1940, ο
Ζαχαριάδης, από τη φυλακή όπου βρισκόταν τρισήμισι περίπου χρόνια, απηύθυνε μια
επιστολή προς τον Μανιαδάκη. Δημοσιεύθηκε αμέσως σε όλες τις εφημερίδες.
Επρόκειτο για μια ωραία έκκληση υπέρ της αμύνης και κατέληγε ως εξής: "Όλοι στον
αγώνα, καθένας στη θέση του, η νίκη θα ανήκη στην Ελλάδα και στο λαό της. Οι εργάτες
όλου του κόσμου βρίσκονται στο πλευρό μας". Ήταν κείμενο επιδέξιο από την πλευρά του
(η νίκη στο λαό, όχι στη δικτατορία, οι εργάτες όλου του κόσμου), αλλά ήταν συγχρόνως
κείμενο χρήσιμο για τον αγώνα. Ήταν επίσης ευθυγραμμισμένο με τις δηλώσεις όλων των
πολιτικών ηγετών, οι οποίοι αντετίθεντο όλοι στο δικτατορικό καθεστώς. Πράγματι, όλοι οι
πολιτικοί ηγέτες είχαν κηρυχθή υπέρ της ενόπλου αντιστάσεως κατά του εισβολέως.
Η γνησιότης της επιστολής του Ζαχαριάδη αμφισβητήθηκε από τον παράνομο μηχανισμό
του Κόμματος. Απεδόθη στην Ασφάλεια και διεκηρύχθη ότι ήταν πλαστή. Δεν είναι ακριβές.
Με αλλαγή λίγων λέξεων, ανεγνωρίσθη αργότερα ως γνησία από τον ίδιο τον Ζαχαριάδη,
και μετά την απελευθέρωση της Χώρας περιελήφθη στα επίσημα δημοσιεύματα του
Κόμματος.
Είναι δύσκολο, και στα πλαίσια του παρόντος βιβλίου είναι, να εξετάση κανείς τα αίτια που
προεκάλεσαν το γράψιμο της επιστολής και την αμφισβήτηση της γνησιότητός της.
Εκείνο που πρέπει να λεχθή είναι ότι το Κόμμα, αφού ενέκρινε τον αγώνα κατά του
Μουσολίνι, έπειτα τον απεδοκίμασε. Με μια επιστολή του Ζαχαριάδη προς τον Μανιαδάκη
την 26η Νοεμβρίου, -η οποία όμως δεν εδημοσιεύθη- ο Ζαχαριάδης άλλαξε γραμμή. Η
Κεντρική Επιτροπή του παρανόμου Κόμματος τον ακολούθησε στη νέα γραμμή του έπειτα
από λίγες ημέρες, με ένα μανιφέστο που κυκλοφορούσε στις 7 Δεκεμβρίου.

Ο πόλεμος, έλεγαν, προεκλήθη από την κλίκα του Βασιλέως και του Μεταξά, οι οποίοι
ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Δεν είχε καμιά σχέση
με την άμυνα της Χώρας. Αδιάψευστη απόδειξη ήταν το γεγονός ότι ο πόλεμος
συνεχιζόταν, ενώ ο εχθρός είχε υποχρεωθή να υποχωρήση πέραν των ελληνικών συνόρων.
Τώρα πλέον σκότωναν τα παιδιά του λαού και επέμεναν στην εισβολή σε ξένα εδάφη για να
υπηρετήσουν τη βρετανική πλουτοκρατία. Η εισβολή στην Αλβανία ήταν ακόμη
περισσότερο αδικαιολόγητη, καθ' όσον η ασφάλεια της Χώρας μπορούσε να εξασφαλισθή
με τη μεσολάβηση της Σοβιετικής Ενώσεως. Η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε καλές σχέσεις
με τη Γερμανία, η οποία κυριαρχούσε επί του Άξονος και ήταν ουδέτερα έναντι της
ελληνοϊταλικής συγκρούσεως.
Ο Στρατός εκαλείτο να αρνηθή να πολεμήση πέραν των συνόρων. Η επιχειρηματολογία
αυτή ανεπτύχθη σε λίγο και με φυλλάδια που κυκλοφόρησαν στο μέτωπο μεταξύ των
μαχητών. Η τελική πρόσκληση προς αυτούς επαναλαμβανόταν περισσότερο πιεστική.
Μια από τις σχετικές περικοπές του μανιφέστου της 7ης Δεκεμβρίου 1940, κείμενο
επισημότερο από τα προπαγανδιστικά φυλλάδια, έχει επί λέξει ως εξής: "Καλούμε τους
πολεμιστές μας να αρνηθούν να πολεμήσουν πέρ' από τα σύνορα της πατρίδας μας. Τι
ζητάμε στην Αλβανία; Ο Λαός δε θέλει δεύτερο Σαγγάριο! Παίρνοντας αυτή την απόφαση,
οι πολεμιστές μας να υποβάλουν στους αντιπάλους απέναντί τους προτάσεις ειρήνης, δίχως
προσαρτήσεις και αποζημιώσεις".
Φυσικά, η Ασφάλεια έκαμνε ό,τι χρειαζόταν ώστε τα φυλλάδια αυτά να κυκλοφορήσουν
όσο το δυνατό λιγότερο.
Είναι δύσκολο να μάθη κανείς γιατί ο Ζαχαριάδης άλλαξε γραμμή και γιατί αυτή η θέση
υιοθετήθηκε από το Κ.Κ.Ε. Είναι δύσκολο ακόμη και να την εξηγήση κανείς.
Κατά την παγία λενινιστική τακτική, κάθε πόλεμος ήταν χρήσιμος για την ανάπτυξη του
κομμουνιστικού κινήματος. Όσο αιματηρός και όσο διαρκέστερος, τόσο αποδοτικότερος θα
ήταν. Εξάλλου, αυτός ο πόλεμος γινόταν μεταξύ δύο δικτατοριών, και το να ηττηθή η μια, η
αυτόχθων, εσήμαινε να δυναμώση η άλλη, η ξένη, η και διεθνώς περισσότερο σημαντική.
Ποιος λοιπόν ήταν ο λόγος που το Κ.Κ.Ε. απεδοκίμαζε τώρα την άμυνα που αρχικώς είχε
επιδοκιμάσει; Ίσως να είχαν δοθή οδηγίες από το εξωτερικό, ώστε η Σοβιετική Ένωση να
εμφανισθή σε δύο λαούς που πολεμούσαν ως προστάτις της ησυχίας των και της ειρήνης.
Όπως και αν έχη το πράγμα, όταν πολύ αργότερα άρχισε η γερμανική επίθεση κατά της

Σοβιετικής Ενώσεως, αυτή η τακτική και η προτροπή προς τη λιποταξία λησμονήθηκε, και
κατεβλήθη μάλιστα προσπάθεια να αμφισβητηθή η γνησιότης των φυλλαδίων που είχαν
κυκλοφορήσει στο μέτωπο. Μετά τον πόλεμο, όμως, τα κείμενά τους περιελήφθησαν στα
επίσημα δημοσιεύματα του Κόμματος.
Από το άλλο μέρος, ο γράφων τις σελίδες αυτές, απαντώντας σε επερώτηση της ΕΔΑ
(Ενώσεως

Δημοκρατικής

Αριστεράς)

επί

της

εξωτερικής

πολιτικής,

ανέφερε

τα

προαναφερθέντα φυλλάδια και ανέγνωσε περικοπές τους (Πρακτικά της Βουλής των
Ελλήνων της 24ης Φεβρ. 1960). Μεταξύ των βουλευτών της ΕΔΑ υπήρχαν πολλά ηγετικά
στελέχη του παλαιού Κ.Κ.Ε., και δημοσία προεκλήθησαν την ημέρα εκείνη να δηλώσουν αν
αποδοκιμάζουν το περιεχόμενο των φυλλαδίων. Απήντησαν με παγερή σιωπή.
Μπορεί λοιπόν να είναι κανείς βέβαιος ότι η πρόσκληση για λιποταξία εν ώρα μάχης ήταν
γνησία και απέδιδε τη γραμμή του Κόμματος.
Βεβαίως, την εποχή κατά την οποία η πρόσκληση αυτή διετυπώθη δεν είχε κανένα
αποτέλεσμα, τόσο λόγω της πολύ περιορισμένης δημοσιότητος που έλαβε, όσο και λόγω
του υψηλού πατριωτικού φρονήματος των ημερών εκείνων. Αντιθέτως, στο μέτρο που
έγινε γνωστή, ηύξησε την καχυποψία, για να μη λεχθή το μίσος, που προκαλούσε τότε το
Κ.Κ.Ε.
Το Κόμμα, όμως, δεν άλλαξε πάλι γραμμή για το λόγο αυτό. Μόνο που, αποδιοργανωμένο,
διστακτικό, καταδιωκόμενο, δεν μπόρεσε να αναπτύξη σε όλη τη διάρκεια του
Ελληνοϊταλικού πολέμου παρά μια πολύ μικρή προπαγανδιστική δραστηριότητα.
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά κατά τα τέλη Απριλίου, όταν η Ελλάς κατελήφθη από τους
Γερμανούς.
Όσα μέλη του Κόμματος είχαν κατά οιονδήποτε τρόπο συνεργασθή με την Ασφάλεια,
εξηφανίσθησαν από την κυκλοφορία. Οι "δηλωσίες" έμειναν στη σκιά, μη γνωρίζοντας τι να
κάμουν. Οι πιστοί, που είχαν κατορθώσει να δρουν ζώντας στην παρανομία, προσπάθησαν
να αναδιοργανωθούν και ενέτειναν τις προσπάθειές
των.
Πολλοί όμως, και από αυτούς ακόμη τους υψηλά ισταμένους, διέπραξαν ένα σφάλμα, που
θα ήταν απίστευτο αν δεν ήταν βεβαιωμένο από τα επίσημα δημοσιεύματα του Κόμματος:
άρχισαν να υιοθετούν γραμμή ευνοϊκή για τον Άξονα, επειδή πίστευαν ότι η Σοβιετική
Ένωση ήταν φίλη της Γερμανίας.

Η 22α Ιουνίου 1941, με την επίθεση της Γερμανίας κατά της Ρωσίας, έδειξε πόσο είχαν
άδικο και ζημίωσε προσωπικά όσους είχαν εκτεθή κατ' αυτόν τον τρόπο. Αλλά το Κόμμα ως
σύνολο δεν ζημιώθηκε, γιατί όλα αυτά διήρκεσαν πολύ λίγο και δεν πρόφθασαν να
εξελιχθούν. Εξάλλου, ένα νέο και δυναμικό πνεύμα ανανέωνε το Κόμμα. Πολλοί από
εκείνους που κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν στις φυλακές, ήταν τώρα οι φορείς της
ανανεώσεως του Κόμματος.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, αρκετοί από τους κρατουμένους
κομμουνιστάς συνελήφθησαν από τους ναζί και απεστάλησαν σε γερμανικά στρατόπεδα
συγκεντρώσεως. Ο Ζαχαριάδης ήταν μεταξύ αυτών.
Οι περισσότεροι όμως από τους κρατουμένους -μερικές εκατοντάδες- είτε δραπέτευσαν
κατά την κατάρρευση των ελληνοβρετανικών δυνάμεων, είτε -χωρίς να μάθη ποτέ κανείς
τον λόγο- αφέθησαν ελεύθεροι κατόπιν ειδικής εντολής της γερμανικής στρατιωτικής
αστυνομίας. Φαίνεται ότι είχαν εκληφθή ως σοσιαλισταί, εχθροί των κομμουνιστών.
Έσπευσαν όλοι, στην παρανομία, να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ήταν όλοι
πιστοί, σκληροτράχηλοι, και σ' αυτούς ο κομμουνιστικός κόσμος δεν είχε τίποτε να
προσάψη: δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κανενός είδους κατηγορίες, και είχαν όλοι επί χρόνια
υποφέρει χωρίς να καμφθούν.
Το έργο τους διευκολύνθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων: ενώ άρχιζαν τις επαφές τους
με τους συντρόφους τους τους διεσπαρμένους σε όλη τη Χώρα, η Βέρμαχτ παρεβίαζε τα
σοβιετικά σύνορα.
Δεν χωρούσε πλέον κανείς δισταγμός ως προς την ακολουθητέα γραμμή, δεν χρειάζονταν
πλέον επαφές με το εξωτερικό, επαφές που ήταν πολύ δύσκολες, δεν χρειάζονταν καν
οδηγίες.
Τα πιο γνωστά στελέχη συγκεντρώθηκαν τότε και διεκήρυξαν ότι αποτελούν την Κεντρική
Επιτροπή του Κόμματος. Και, συνεδριάζοντας εν ολομελεία, χάραξαν τις νέες κατευθύνσεις
του Κ.Κ.Ε. και όρισαν, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον κάθε Έλληνος κομμουνιστού ήταν να
οργανώση την πάλη για την άμυνα της Σοβιετικής Ενώσεως και την ανατροπή του ξένου
φασιστικού ζυγού. Προσέθεσαν ότι οι κομμουνισταί έπρεπε να εξηγήσουν στο λαό ότι
μόνον μια λαϊκή Κυβέρνηση, αποτελουμένη από εργάτες και αγρότες, μπορούσε να
ελευθερώση τη Χώρα από την εκμετάλλευση των ξένων.
Το κείμενο ήταν σαφές, καθαρό και επίσημο. Το πρόγραμμα όλων όσων επηκολούθησαν

αργότερα είχε διατυπωθή από τις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής. Του λοιπού, με την
κάλυψη ενός κάποιου εθνικισμού ("ξένος ζυγός", "απελευθέρωση της Χώρας" κτλ.), έπρεπε
να γίνη αγώνας για την άμυνα της Σοβιετικής Ενώσεως και για την κατάληψη της εξουσίας.
Κανείς δεν το πρόσεξε. Ούτε οι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδος, ούτε οι πολιτικοί των
συμμάχων χωρών. Έπρεπε η εφαρμογή αυτού του προγράμματος να λάβη τεράστιες
διαστάσεις για να γίνη αντιληπτό περί τίνος επρόκειτο.
Αλλά τότε η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου είχε αρχίσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ': Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (19431944)

Το άνοιγμα της αυλαίας.
Όταν κατελήφθη η Ελλάς, η Χώρα διηρέθη σε τρεις ζώνες κατοχής. Οι Γερμανοί κατέλαβαν
την Αθήνα, την περιοχή της Θεσσαλονίκης, τη συνοριακή ζώνη προς την Τουρκία, την
Κρήτη και τρία μεγάλα νησιά του Αιγαίου. Επρόκειτο περί των πλέον νευραλγικών και
κατοικημένων σημείων.
Μια πλουσία περιοχή μεταξύ Βουλγαρίας και Αιγαίου Πελάγους επρόκειτο να χρησιμοποιηθή
ως δόλωμα: την κατέλαβε ο βουλγαρικός στρατός, και μετά από δύο έτη η έκταση αυτής
της περιοχής εδιπλασιάσθη.
Την υπόλοιπη Ελλάδα, ηπειρωτική ή νησιωτική, την κατέλαβαν τα ιταλικά στρατεύματα.
Δοκιμάσθηκε και κάτι, που όμως σημείωσε τελικά παταγώδη αποτυχία. Οι ιταλικές Αρχές
Κατοχής απευθύνθηκαν σε όσους μιλούσαν τα κουτσοβλαχικά, μια διάλεκτο που είχε πολλές
λατινικές λέξεις (πίεσαν και άλλους που δεν τη μιλούσαν) να δημιουργήσουν -όταν θα
τελείωνε ο πόλεμος- ένα Βλάχικο Πριγκιπάτο, που θα αποτελούσε τη γέφυρα μεταξύ των
δύο Λατίνων αδελφών, της Ιταλίας και της Ρουμανίας. Προς το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε
η "Ρωμαϊκή Λεγεών", η οποία προικίσθηκε με τον "στρατό της" και βοήθησε τις ιταλικές
αρχές στη διοίκηση της Θεσσαλίας.
Η τακτική κάθε κατακτητού ήταν σύμφωνη προς τη νοοτροπία του. Οι ναζί, αδιάφοροι
απέναντι στην καθημερινή ζωή, ήταν καλά οργανωμένοι, και φοβερά αυστηροί απέναντι σε
κάθε αντίδραση, ενεργό ή ενδεχομένη. Οι φασίστες, υπερόπτες, επεδίδοντο σε πολλές
φθηνές ενοχλήσεις και κάποτε έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον για την τύχη του πληθυσμού. Οι

Βούλγαροι -και η Ρωμαϊκή Λεγεών- βάναυσοι, ήταν σκληροί και τυραννικοί σε κάθε κίνησή
τους.
Εκτός από τα κοινά χαρακτηριστικά κάθε κατακτητού, είχαν έναν κοινό ειδικό σκοπό, στον
οποίο απέβλεπαν με πολλή επιμονή: την ανεύρεση των κρυμμένων όπλων.
Κατά τη διάλυση του Ελληνικού Στρατού, περισσότερα από τα δυο τρίτα των ελαφρών
όπλων δεν είχαν παραδοθή και αποτελούσαν σοβαρό ενδεχόμενο κίνδυνο. Το πρόβλημα
αυτό απησχόλησε προ παντός τα ιταλικά στρατεύματα, γιατί εκείνα φρουρούσαν τις
οροσειρές της Ηπείρου, από τις οποίες είχαν περάσει οι άνδρες του αλβανικού μετώπου για
να επιστρέψουν στις εστίες των.
Μόλις η κατάπληξη και η πικρία των πρώτων ημερών πέρασε, η μεγάλη μάζα του
πληθυσμού ασχολήθηκε με την επιβίωσή της. Τα προϊόντα μιας εγκαταλελειμμένης γης
έπρεπε να συγκομισθούν, δεκάδες χιλιάδες σπιτιών -κατεστραμμένων ή σοβαρά πληγέντωνέπρεπε να γίνουν κατοικήσιμα, κάθε λογής προετοιμασία έπρεπε να γίνη για να
αντιμετωπισθή ένας πολύ δύσκολος χειμώνας.
Στα βουνά, η κατάσταση ανηγγέλλετο πολύ πιο δύσκολη, παρά την κλειστή οικονομία που
επικρατούσε εκεί και παρά την απίστευτη λιτότητα των ορεινών πληθυσμών. Εκτός πολλών
άλλων προϊόντων, από τις πεδιάδες προμηθεύονταν το ψωμί, το λάδι και το αλάτι, και αφ'
ενός η επικοινωνία με τις πεδιάδες ήταν δύσκολη, αφ' ετέρου και εκεί ακόμη τα πάντα
σπάνιζαν.
Ο πληθυσμός έπρεπε να επιζήση. Ήταν η κυρία απασχόληση, για να μην πούμε η μόνη.
Στην Αθήνα η κατάσταση ήταν αλλιώτικη. Πλήθος ανθρώπων εκινείτο σε άλλα πεδία.
Ο Στρατηγός Τσολάκογλου -που υπέγραψε την ανακωχή στην Ήπειρο- είχε σχηματίσει
κατοχική Κυβέρνηση, που δεν είχε κανένα λαϊκό έρεισμα.
Αντιθέτως, νέοι αξιωματικοί, οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, που όλοι -πλην
ενός- είχαν αρνηθή να υπηρετήσουν, και πλείστοι άλλοι ακόμη, προσπαθούσαν από νησί σε
νησί να διασχίσουν το Αιγαίο Πέλαγος και, μέσω Τουρκίας, να μεταβούν στην Αίγυπτο.
Έφευγαν συχνά, έφθαναν σπανίως.
Γι' αυτό, πολλοί άρχιζαν να οργανώνονται για να αντισταθούνε στο εσωτερικό.
Οι μυστικές οργανώσεις υπήρξαν πολυάριθμες. Πολλές δεν είχαν σοβαρά μέσα δράσεως,
μερικές δεν είχαν καν σοβαρά προγράμματα. Άλλες, θετικότερες και ρεαλιστικές, που

διέθεταν κάποτε ένα στρατιωτικό ασύρματο, συγκέντρωναν λίγους ανθρώπους και
καθόριζαν διαφόρους καθεμιά σκοπούς: τη διενέργεια προπαγάνδας, την οργάνωση
αποδράσεων προς την Αίγυπτο και μεταδόσεων στρατιωτικών πληροφοριών, την
ανακούφιση των πασχόντων, την προετοιμασία ενόπλου αντιστάσεως στις παραμονές της
συμμαχικής αποβάσεως, που τότε προεβλέπετο προσεχής. Μερικές από τις οργανώσεις
αυτές (όπως π.χ. η "Αλίκη", ο "Όμηρος", ο "Κόδρος" κ.ά.) σημείωσαν τα επόμενα έτη
μεγάλες

επιτυχίες

στον

τομέα

της

κατασκοπείας.

Χάρις

σε

πληροφορίες

τους

κατεβυθίσθησαν μεγάλα μεταγωγικά του εχθρού, και χάρις στην τολμηρή δράση μελών
τους έγιναν σημαντικά σαμποτάζ, που τιμωρήθηκαν με πολλές εκτελέσεις.
Επρόκειτο για μια ευρεία πατριωτική κίνηση με πολλαπλούς σκοπούς. Όλες οι τάξεις του
πληθυσμού των Αθηνών και μερικών άλλων μεγάλων πόλεων έλαβαν μέρος, βοηθούμενες
από αρκετούς αξιωματικούς και από όλο τον κλήρο, επικεφαλής του οποίου βρισκόταν ο
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός.
Καμιά από τις οργανώσεις δεν αντιμετώπισε κατ' αρχάς τη δημιουργία ανταρτικών ομάδων,
αν και -όπως εκ πείρας γνωρίζει ο γράφων- το θέμα συχνά συνεζητήθη. Υπελογίζετο ότι τα
αποτελέσματα δεν θα αντιστάθμιζαν τα αντίποινα που θα υφίστατο ο πληθυσμός της
υπαίθρου, ο οποίος ήδη υπέφερε πολύ.
Καμιά οργάνωση δεν επεδίωξε επίσης να δημιουργήση ευρεία πολιτική ή στρατιωτική
κίνηση υπό ενιαία κεντρική διοίκηση. Άλλωστε, ο πολιτικός κόσμος, ο οποίος διέθετε άνδρες
άξιους να το κάμουν, δεν ανέπτυσσε καμιά δραστηριότητα προς την κατεύθυνση αυτή.
Μετά από πέντε έτη δικτατορίας, ο πολιτικός κόσμος ήταν διεσπαρμένος, αποξενωμένος
από το περιβάλλον και πολύ προσκολλημένος στο παρελθόν. Πολλά από τα μέλη του ήταν
απορροφημένα από τις μυστικές αντιστασιακές οργανώσεις, και περισσότερα ακόμη
ησχολούντο με θέμα δευτερεύον τις κρίσιμες εκείνες ώρες: την αποκήρυξη της
Συνταγματικής Βασιλείας και την επιστροφή στη Δημοκρατία. Το χειρότερο είναι ότι ο
πολιτικός κόσμος δεν γνώριζε και δεν έβλεπε ότι μόνον ένα Κόμμα είχε μεθοδικά αρχίσει
εργασία μακράς πνοής: το Κ.Κ.Ε.
Αυτό ήταν το μόνο που είχε μεγάλη πείρα συνωμοτικής εργασίας. Εξάλλου, με ηγεσία που
δεν ετίθετο ποτέ υπό αμφισβήτηση, μπορούσε καλύτερα να προσαρμοσθή στις νέες
συνθήκες. Τέλος, αυτή η ηγεσία είχε ανανεωθή και διέθετε πλέον άνδρες αξιόλογους, όπως
π.χ. τον Ανδρέα Τζήμα, νέο δυναμικό δικηγόρο, ή τον Γιώργη Σιάντο, τον αποκαλούμενο
"Γέρο", άνθρωπο ώριμο, μετρημένο, αλλά θαρραλέο και επίμονο.

Ο τελευταίος υπήρξε ο κύριος παράγων της ανανεώσεως του Κόμματος και έπαιξε επί πολλά
χρόνια ρόλο σημαντικό. Αξίζει γι' αυτό να δοθούν εδώ μερικά βιογραφικά του στοιχεία.
Γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1890. Εργάτης από ηλικίας 13 ετών, στρατιώτης και αργότερα
λοχίας από το 1910 έως το 1920, υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη του Κόμματος, στους
κόλπους του οποίου κατέλαβε με επιτυχία πολλές καίριες θέσεις. Είχε συλληφθή δύο φορές,
δεν είχε καμφθή, η τελευταία του απόδραση είχε γίνει τον Σεπτέμβριο του 1941, κατά τη
μεταφορά του από μια φυλακή σε άλλη. Είχε καλά σφυρηλατηθή στο αμόνι της σκληρής
δράσεως. Το 1941, μόλις έφθασε στην Αθήνα, ασχολήθηκε αμέσως με την οργάνωση του
Κόμματος, το οποίο αργότερα τον εξέλεξε Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής. Κατ'
ουσίαν υπήρξε ο Αρχηγός του Κ.Κ.Ε. ως την επιστροφή του Ζαχαριάδη στην Ελλάδα, το
1945.
Υπό την ηγεσία του, η Κεντρική Επιτροπή, συνεδριάζοντας εν ολομελεία -Ογδόη Ολομέλειαπροσήρμοσε θαυμάσια το Κόμμα στις συνθήκες της εποχής. Χωρίς να αρνηθή τις βασικές
του αρχές και τον τελικό σκοπό, δηλαδή την κατάληψη της εξουσίας -αυτό σαφώς
καθοριζόταν- το Κόμμα θα αγωνιζόταν τώρα μόνο για τη δημιουργία ενός ευρύτερου
μετώπου εθνικής απελευθερώσεως. Κάθε μνεία επαναστάσεως εργατών και αγροτών θα
απεφεύγετο. Η ενεργός δράση έπρεπε να περιορισθή στην επιβίωση του Έθνους δι' όλων
των μέσων, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου. Ο μαρξισμός και ο λενινισμός
προσωρινώς έπρεπε να λησμονηθούν, και αν ρίχνονταν συνθήματα για να πολεμηθούν και
να υπονομευθούν οι επικίνδυνοι αστοί (π.χ. "οι έφεδροι έκαμαν τον πόλεμο της Αλβανίας, οι
μόνιμοι αξιωματικοί ήταν στα γραφεία"), κατεβάλλετο συγχρόνως και, προ παντός,
προσπάθεια συνεργασίας εντός πλαισίου "εθνικού" με όλους "τους καλούς πατριώτες". Η
γραμμή ήταν ευφυής και κατάλληλη για το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη.
Απέμενε να εφαρμοσθή.
Η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε. δεν έχασε καθόλου καιρό.
Άρχισε με μια αναδιοργάνωση σε όλη τη Χώρα των μυστικών πυρήνων, που ο καθένας είχε
τρία ή πέντε μέλη. Κατόπιν ίδρυσε ένα συνδικαλιστικό ηνωμένο μέτωπο, που το διηύθυνε
μια τριμελής Επιτροπή, η οποία περιελάμβανε μόνο ένα αντιπρόσωπο του Κ.Κ.Ε. Αλλά ο
αντιπρόσωπος αυτός ήταν ο Θέος, πεπειραμένος στον τομέα αυτό, πρώην βουλευτής. Με
την ιδιότητα αυτήν είχε διακριθή για τη μαχητικότητά του. Κυριαρχούμενο από την
προσωπικότητα του Θέου, το Εργατικό Μέτωπο έκαμε γρήγορα αισθητή την παρουσία του.
Υπεστήριξε κάθε πατριωτική εκδήλωση που γινόταν αντίθετα προς τις εντολές του
κατακτητού. Έπαιρνε πρωτοβουλίες χρήσιμες στο προλεταριάτο. Αντετάχθη φανερά στην

πρώτη βίαιη αποστολή Ελλήνων εργατών στη Γερμανία.
Γινόταν πολύ καλή εργασία. Το Κόμμα δημιουργούσε συμπάθειες, αποκτούσε κύρος.
Έπαιρνε άλλο χρώμα. Οι πιστοί προχωρούσαν. Προχωρώντας, ηκολουθούντο από άλλους,
που γίνονταν οπαδοί, γιατί οι άνδρες που ζητούν ένα αγώνα για να ανακουφίσουν την
καταπιεσμένη ψυχή τους γίνονται σύντροφοι.
Επωφελούμενο από αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων και από την αδράνεια των
άλλων Κομμάτων, το Κ.Κ.Ε. δημιούργησε και άλλου είδους ομάδες, που έπαιρναν την ίδια
μορφή με το Εργατικό Μέτωπο.
Η σημαντικότερη από τις ομάδες αυτές υπήρξε εκείνη που έκαμε τον πρώτο Ανταρτοπόλεμο
(1943-1944) και την επανάσταση του Δεκεμβρίου του 1944, και η οποία υπήρξε ο πυρήν
του Συμμοριτοπολέμου του 1946-1949. Πρόκειται για το "Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο",
γνωστό ως ΕΑΜ, και για τον Στρατό του, τον "Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό",
γνωστό ως ΕΛΑΣ. Ας τονισθή, επειδή αυτό κατέλαβε τη θέση επιχειρήματος που
εντυπωσίαζε στην αρχή, ότι στα αρχικά αυτά το "Ε" αντιπροσώπευε τη λέξη Εθνικό, το "Α"
τη λέξη Απελευθερωτικό, - όροι ξένοι προς τον μαρξισμό και προς τον λενινισμό, όροι
καθαρά πατριωτικοί-αστικοί.
Το ΕΑΜ ιδρύθηκε από το Κ.Κ.Ε. τον Ιούνιο του 1941 σε συνεργασία με δύο μικρά
σοσιαλιστικά κόμματα που η λαϊκή βάση τους ήταν πρακτικώς ανύπαρκτη. Αλλά τα δύο
αυτά κόμματα απετέλεσαν την προθήκη την προοριζομένη να δώση στο Μέτωπο μια
εμφάνιση σοβαρή, ενιαία και πατριωτική. Και αυτό επετυγχάνετο ιδίως επειδή τα δύο αυτά
κόμματα δεν εστερούντο ανθρώπων γνωστών και ικανών, όπως π.χ. ο Ηλίας Τσιριμώκος.
Στηριζόμενο σε μια δραστήρια προπαγάνδα, η οποία ήξερε πως να ενθουσιάζη τη νεολαία,
και αφού εισεχώρησε σε πολλούς πυρήνες αντιστάσεως, το ΕΑΜ γνώρισε από την αρχή
μεγάλη επιτυχία.

Η ένοπλη αντίσταση
Αντιθέτως, ο "Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός", ο ΕΛΑΣ, δεν έτυχε καλής,
υποδοχής.
Θεωρητικώς, κατά την προκήρυξη του ΕΑΜ, ιδρύθηκε τη 10η Απριλίου του 1942. Στην
πράξη, την εποχή εκείνη ενεφανίσθη υπό τη μορφή μικρών ενόπλων ομάδων σε τρεις
ορεινές περιοχές, στον Παρνασσό, την Πίνδο, τον Όλυμπο, όπου οι ορεσίβιοι δεν έβλεπαν
ούτε Ιταλούς ούτε Γερμανούς. Αυτό, και το γεγονός ότι οι ορεσίβιοι ζούσαν υπό συνθήκες

απίθανης λιτότητος, και γενικώς πολύ δύσκολες, δεν τους επέτρεπε να αντιληφθούν την
ανάγκη ενός ενόπλου αγώνος, εξαιτίας του οποίου μπορούσαν να χάσουν τα ελάχιστα που
διέθεταν.
Έτσι, αν τα όπλα βρίσκονταν εύκολα, οι μαχηταί επεστρατεύοντο πολύ δύσκολα, τόσο
μάλλον που η περιπέτεια του αγώνος, εξαίρετο στοιχείο έλξεως για τη νεολαία, δεν υπήρχε
καθόλου εκείνη τη στιγμή. Οι διαταγές του Κέντρου ήταν αυστηρές. Έπρεπε να γίνη
εκπαίδευση, να επιβληθή πειθαρχία, και να μη γίνη καμιά επιχείρηση πριν αναπτυχθή
επαρκής δύναμη, ώστε να αποφευχθούν αντίποινα που θα προκαλούσαν την εχθρότητα του
πληθυσμού. Η σπίθα λοιπόν και η αίγλη του αγώνος έλειπαν. Για τους λόγους αυτούς το
φθινόπωρο του 1942, ο πρώτος τομεύς, της Ρούμελης (Παρνασσός), δεν διέθετε παρά 300
περίπου άνδρες, και οι άλλοι δύο από 100 έως 150 άνδρες ο καθένας. Τη διοίκηση αυτών
των ομάδων την είχαν τριμελείς Επιτροπές, υπεύθυνες στις Ανώτερες Επιτροπές των
αντιστοίχων τομέων αυτοί οι τελευταίοι ήταν υπεύθυνοι απέναντι της Κεντρικής Επιτροπής,
που είχε την έδρα της στην Αθήνα.
Στις τριμελείς αυτές διοικήσεις ένα μέλος ήταν αρμόδιο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις,
ένα άλλο μέλος για τα πολιτικά θέματα, ένα τρίτο, "ο Καπετάνιος", ήταν επιφορτισμένος με
τον ανεφοδιασμό και τον συντονισμό όλης της δραστηριότητος της μονάδος του. Ο
Καπετάνιος ήταν συνήθως το ισχυρότερο μέλος της τριμελούς Επιτροπής και στη θέση αυτή
ετοποθετούντο οι ικανότεροι. Συνήθως, ο Καπετάνιος επέβαλλε τη θέλησή του επί των δύο
άλλων μελών της Επιτροπής.
Η πειθαρχία ήταν αυστηρή, η στρατιωτική εκπαίδευση γινόταν καθημερινώς, τα μαθήματα
επίσης. Δεν γινόταν λόγος περί μαρξισμού, περί επαναστάσεως του προλεταριάτου, περί
των αθλιοτήτων του ιμπεριαλισμού, συμμάχου ακόμη της Σοβιετικής Ενώσεως. Φαίνεται,
άλλωστε, ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε καμιά επαφή με τους Σοβιετικούς. Μόνο η
επιρροή τους ήταν παρούσα. Γιατί αν το ΕΑΜ, όπως και ο ΕΛΑΣ, είχαν τα εξωτερικά
γνωρίσματα ενός εθνικού συνασπισμού με σοσιαλιστικές τάσεις, και αν περιελάμβαναν και
μη κομμουνιστάς, στην πράξη ηλέγχοντο πλήρως από τους κομμουνιστάς.
Ο Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ -ο οποίος θα μνημονευθή κατ' επανάληψιν στο μέλλοναναφέρει ότι οι πρώτοι Βρετανοί αξιωματικοί που ήλθαν σε επαφή με τις ομάδες της
Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, δεν συνήντησαν στις τριμελείς Επιτροπές
παρά μόνο μέλη του Κ.Κ.Ε. Είχαν όλοι ψευδώνυμα. Μερικοί -ο Μάρκος Βαφειάδης, μεταξύ
άλλων- υπήρξαν οι μεγάλοι αρχηγοί του Ανταρτοπολέμου του 1946-1949. Άγγλος
αξιωματικός ο οποίος απεστάλη στις αρχές του 1943 στην Αθήνα, για να συναντήση έξι

αντιπροσώπους της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, δεν συναντήθηκε παρά με δύο
πρόσωπα, τον Σιάντο και τον Τζήμα, που και οι δύο ήταν προσωπικότητες του Κ.Κ.Ε. Ένα
άλλο χαρακτηριστικό, κοινό σε όλους τους ηγέτες του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ, που συνήντησαν τότε οι
Βρετανοί αξιωματικοί, είναι ότι όλοι αρνήθηκαν ότι ήταν κομμουνισταί.
Υπήρχε όμως μια εξαίρεση, εκτός από τον Γιώργη Σιάντο που και αυτός δεν το αρνήθηκε
ποτέ. Επρόκειτο για ένα νέο γεωπόνο, καταγόμενο από την περιοχή του Παρνασσού,
δραστηριότατο στέλεχος της παλαιάς εποχής, και "δηλωσία" του 1939: τον Θανάση Κλάρα.
Ο Θανάσης Κλάρας ουδέποτε απέκρυψε ότι ήταν και παρέμενε κομμουνιστής εκ
πεποιθήσεως. Παρά τις ορισμένες αμφισβητήσεις της Άκρας Αριστεράς, φαίνεται βέβαιο ότι
αυτός πρώτος δημιούργησε μια ομάδα στην περιοχή του και βγήκε στο βουνό, ήδη από τον
Φεβρουάριο του 1942. Το ψευδώνυμό του, που μόνο με αυτό ήταν γνωστός, ήταν Άρης
Βελουχιώτης.
Όταν το ΕΑΜ ανήγγειλε τη δημιουργία του Λαϊκού Στρατού, η ομάδα του Άρη υπήρξε ο
πυρήν του πρώτου τομέως (Ρούμελή-Παρνασσός) και ο ίδιος κατέλαβε στην τριμελή
Επιτροπή τη θέση του αρμοδίου για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η προσωπικότης του
όμως τον έκαμε γρήγορα τον μόνο αρχηγό του τομέως. Άλλωστε, αυτός είναι εκείνος που,
εξ ιδίας πρωτοβουλίας κατά τα τέλη του 1942, άναψε τη φλόγα που χρειαζόταν στον ΕΛΑΣ
για να εξελιχθή.
Στην προσωπικότητά του και στο γεγονός του Νοεμβρίου θα επανέλθουμε σε λίγο, γιατί
επιβάλλεται να αναφερθή προηγουμένως ότι εν τω μεταξύ είχαν σχηματισθή και άλλες
ένοπλες ομάδες.
Μια από αυτές, η σημαντικότερη, δημιουργήθηκε λίγο μετά τον ΕΛΑΣ και έπαιξε μέχρι
τέλους έναν από τους πρώτους ρόλους.
Στις αρχές Ιουνίου του 1942 ο απόστρατος Συνταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας,
ενθαρρυνόμενος από Άγγλους πράκτορες, είχε αναχωρήσει από την Αθήνα και είχε πάει
στην Ήπειρο, τον τόπο της καταγωγής του. Θεωρητικώς, εξηρτάτο από το συμβούλιο μιας
οργανώσεως των Αθηνών, γνωστής από τα αρχικά της ως ΕΔΕΣ Ως προς ό,τι αφορούσε την
Ήπειρο όμως, ήταν πράγματι ο μόνος και ανεξάρτητος αρχηγός της κινήσεως. Είχε "βγη στο
βουνό" και μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, είχε σχηματίσει μια
δύναμη 200-250 ανταρτών, αρκετά καλά οπλισμένων και πολύ καλά στελεχωμένων από
αξιωματικούς μονίμους και εφέδρους, δημοκρατικών τάσεων. Επρόκειτο για άνθρωπο
άφοβο, αλλά όχι άψογο. Ήταν χαρτοπαίκτης, γλεντζές, είχε εκτεθή σε διάφορα στρατιωτικά

κινήματα. Ήταν αγαπητός άνθρωπος, αλλά έξω από τον τόπο της καταγωγής του
αντιπροσώπευε το πνεύμα της περιπέτειας. Παρ' όλα αυτά, σε αυτόν πρωτίστως έλαχε ο
κλήρος να δημιουργήση τη σπίθα και την αίγλη που ήταν απαραίτητες για να αναπτυχθή
στην Ελλάδα η ένοπλη αντίσταση κατά του κατακτητού.
Ιδού τα γεγονότα:
Μέχρι το φθινόπωρο του 1942, οι Σύμμαχοι δεν είχαν καθόλου ενδιαφερθή για τα ελληνικά
πράγματα, παρά μόνο για να διοργανώσουν δίκτυο πληροφοριών και δίκτυο αποδράσεως
Βρετανών, που τους είχαν κρύψει διάφοροι ιδιώτες. Αλλά το φθινόπωρο, εν όψει της
συμμαχικής επιθέσεως στη Βόρειο Αφρική, οι συμμαχικές αρχές της Μέσης Ανατολής
απεφάσισαν να έλθουν σε επαφή με τους πρώτους αντάρτες και να ζητήσουν τη συνδρομή
τους για να σαμποτάρουν τη σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε, μέσω Θεσσαλονίκης, τη
Γερμανία με τον Πειραιά. Ένα μέγα μέρος των προμηθειών του "Άφρικα Κορπς" του Ρόμμελ
έφθανε δια της γραμμής αυτής και φορτωνόταν σε μεγάλα αεροπλάνα ή και σε πλοία που
ταξίδευαν σε νηοπομπές.
Το πιο ευπαθές σημείο όλης της σιδηροδρομικής γραμμής βρισκόταν στους πρόποδες του
Παρνασσού, όπου τρεις γέφυρες, η μια μετά την άλλη, γεφύρωναν απότομα, άγρια
φαράγγια. Και οι τρεις γέφυρες εφρουρούντο από ισχυρά ιταλικά τμήματα. Η Ανωτάτη
Διοίκηση των Συμμάχων στη Μέση Ανατολή απεφάσισε λοιπόν να ανατινάξη τη μακρύτερη
από αυτές, τη γέφυρα του Γοργοποτάμου.
Μια ομάδα Βρετανών και Νεοζηλανδών αξιωματικών, υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχου
Ε. Myers, έπεσε με αλεξίπτωτο τον Οκτώβριο του 1942 στην περιοχή των τριών γεφυρών.
Τα μέλη της συναντήθηκαν με αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εκείνοι τους μεταχειρίσθηκαν καλά,
αλλά μολονότι οι Βρετανοί το ζήτησαν και μολονότι απεκάλυψαν το σκοπό της αποστολής
τους, οι αντάρτες δεν τους έφεραν σε καμιά επαφή με οιονδήποτε υπεύθυνο του τομέως. Ο
αρχηγός τους, ο Άρης, δεν βρισκόταν πουθενά. Δεν ήθελε να αγνοήση τις διαταγές των
Αθηνών, και εκτός τούτου, και ο ίδιος προσωπικώς δεν έβλεπε με συμπάθεια την υπόθεση
αυτή. Ήταν απησχολημένος με την εκπαίδευση και την ανάπτυξη των διμοιριών του (κάθε
μία είχε τότε 30 άνδρες), δεν συμπαθούσε καθόλου τους ιμπεριαλιστάς, και δυσφορούσε
για την ανάμειξή τους στην περιοχή του.
Μετά από αναμονή ενός μηνός και έπειτα από μάταιες αναζητήσεις, οι Βρετανοί, βλέποντας
ότι η επιχείρησή τους κινδύνευε να πραγματοποιηθή αργά ή και να μη γίνη καθόλου,
έστειλαν επειγόντως τον Ταγματάρχη C. Μ. Woodhouse στον Ζέρβα, ο οποίος βρισκόταν

στη δυτική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου. Τον συνήντησε μετά από πορεία 150 και
πλέον χιλιομέτρων σε στενά ορεινά μονοπάτια. Ο Ζέρβας δέχθηκε, και έσπευσε προς την
περιοχή των τριών γεφυρών, συνοδευόμενος από τους καλυτέρους άνδρες του.
Τότε ο Άρης απέδειξε ότι είχε ψυχοσύνθεση ηγέτου. Οι διαταγές της Κεντρικής Επιτροπής
ήταν σαφείς και κατηγορηματικές, αλλά δεν θα τις εκτελούσε στην περίπτωση αυτή. Η
επιχείρηση του Γοργοποτάμου, αδιάφορο αν επρόκειτο να επιτύχη ή όχι, δεν έπρεπε να γίνη
από τους Βρετανούς σαμποτέρ και τον ΕΔΕΣ, γιατί θα δυσφημούσε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε όλη
την Ελλάδα. Έσπευσε λοιπόν και αυτός, με δύναμη μεγαλύτερη από του Ζέρβα.
Πολύ μελάνι χρησιμοποιήθηκε, και πολύς φανατισμός επιστρατεύθηκε από τις δύο
παρατάξεις για να αλλοιωθούν οι αντίστοιχοι αριθμοί, προς όφελος της μιας ή της άλλης.
Φαίνεται ότι μια αντικειμενική εκτίμηση των αριθμών καταλήγει σε 150 άνδρες για τον
Ζέρβα, και 200 έως 225 για τον Άρη Βελουχιώτη. Άλλωστε, ο αριθμός των ανταρτών της
μιας ή της άλλης μερίδος έχει εντελώς δευτερεύουσα σημασία: η σύγκρουση με την ιταλική
φρουρά διήρκεσε τόσες ώρες και υπήρξε τόσο πεισματώδης, ώστε εκ των υστέρων
φαίνεται βέβαιο ότι η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να αχθή σε αίσιον πέρας αν μια από τις
δύο ομάδες δεν είχε λάβει μέρος στο εγχείρημα. Ανεξαρτήτως του όγκου τους, ήταν και οι
δύο απαραίτητες.
Οι δύο ομάδες πολέμησαν με πολύ θάρρος, και οι ξένοι δολιοφθορείς είχαν όλο τον καιρό
που χρειάζονταν για να κάμουν καλά την εργασία τους.
Πριν ξημερώση η 25η Νοεμβρίου, η μεγάλη γέφυρα έπεφτε. Και δεν έπεφτε μόνο η
γέφυρα: όλα τα υψηλά βάθρα της είχαν ανατιναχθή. Μια από τις κυριότερες οδούς
ανεφοδιασμού του Ρόμμελ είχε διακοπή και δεν απεκατεστάθη πριν περάσουν έξι
εβδομάδες.
Οι δύο ένοπλες παρατάξεις είχαν πολεμήσει η μία στο πλευρό της άλλης. Ήταν η πρώτη και
η τελευταία φορά. Έπειτα σκοτώνονταν μεταξύ τους.
Μετά από έξι μήνες, οι Βρετανοί τους ζήτησαν πάλι τη βοήθεια τους, για να ανατινάξουν μια
άλλη από τις τρεις γέφυρες, τη γέφυρα του Ασωπού ποταμού. Από ελληνικής πλευράς η
χρησιμότης της επιχειρήσεως φαινόταν ακόμη μεγαλύτερη, γιατί τότε οι Έλληνες
προέβλεπαν ότι επέκειτο η συμμαχική απόβαση στην Ελλάδα. Εκτός τούτου, οι δυνατότητες
των ανταρτών ήταν και αυτές μεγαλύτερες, γιατί εν τω μεταξύ ο αριθμός τους είχε αυξηθή,
ήταν καλύτερα οργανωμένοι, και είχαν και μερικά σύγχρονα όπλα που τους είχαν
προμηθεύσει οι Βρετανοί με ρίψεις αλεξιπτώτων.

Αλλά αυτή τη φορά, οι δύο οργανώσεις αρνήθηκαν τη βοήθειά τους. Οι λόγοι της αρνήσεώς
τους είναι πολύ χαρακτηριστικοί της εξελίξεως της καταστάσεως κατά το εξάμηνο που είχε
διαρρεύσει.
Ο ΕΛΑΣ αρνήθηκε, επικαλούμενος το γεγονός ότι μόλις είχε ανατινάξει μια σήραγγα της
σιδηροδρομικής γραμμής και ότι είχε προκαλέσει στη Βέρμαχτ την απώλεια 300 ανδρών.
Ήταν προφανώς μια δικαιολογία αβάσιμη, γιατί στον πόλεμο δεν αρνείται να εκτελέση
κανείς μια επιχείρηση επειδή εξετέλεσε μιαν άλλη.
Άλλωστε, κατά τους Άγγλους: "Πρώτον, δεν τους είχε ζητηθή η επιχείρηση της σήραγγος, η
οποία είχε διακόψει τη σιδηροδρομική επικοινωνία επί τέσσερεις μόνο μέρες. Δεύτερον,
είχαν κάμει την επιχείρηση της σήραγγος για να δικαιολογηθούν κατά της κατηγορίας ότι
δεν πολεμούσαν εναντίον των δυνάμεων Κατοχής, αλλά εναντίον των άλλων ενόπλων
ομάδων αντιστάσεως. Τρίτον, την είχαν κάμει για να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στη
Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, ώστε να μπορούν να ζητούν περισσότερα σύγχρονα
όπλα".
Αυτή ήταν η γνώμη των Βρετανών ως προς τη δικαιολογία της αρνήσεως του ΕΛΑΣ.
Ο Ζέρβας, από το άλλο μέρος, αρνήθηκε κατηγορηματικώς, με τη δήλωση ότι η γέφυρα του
Ασωπού βρισκόταν γεωγραφικώς στο κέντρο των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, και ότι και μόνο το
να δοκιμάση να φθάση στην περιοχή, σήμαινε αυτοκτονία.
Η γέφυρα του Ασωπού ανατινάχθηκε τη νύκτα της 24ης Ιουνίου, χάρις στο θάρρος έξι
Βρετανών, ο κυριότερος των οποίων ήταν ο Νεοζηλανδός λοχαγός Σκοττ. Η σιδηροδρομική
επικοινωνία διεκόπη επί τέσσερεις μήνες. Εγχείρημα εξαιρετικά χρήσιμο, θαυμαστό,
παράτολμο, σε ένα σημείο ισχυρώς φρουρούμενο από τον εχθρό, και η ένοπλος ελληνική
αντίσταση ήταν απούσα. Απουσία ακόμη πιο αδικαιολόγητη, αφού το πιθανότερο ήταν ότι,
εξαιτίας της απουσίας αυτής, το εγχείρημα θα απετύγχανε.

Η οργανωμένη και αδελφοκτόνος Αντίσταση
Μετά τον Γοργοπόταμο, ο Ζέρβας έγινε δεκτός στον τόπο της καταγωγής του ως ήρωας.
Γινόταν η νέα δόξα της Ηπείρου. Το θορυβώδες παρελθόν του έσβηνε. Έπαιρνε το χρώμα
του αρχηγού. Και άνθρωποι με καλό όνομα μπορούσαν να τον ακολουθήσουν. Οι Βρετανοί
του έστειλαν μια αποστολή με αξιωματικούς τους και άρχισαν να του ρίχνουν με αλεξίπτωτα
όπλα, ρουχισμό και χρυσές λίρες, ώστε κάθε ένοπλος άνδρας του να παίρνη, για τις ανάγκες
της οικογενείας του, μια λίρα μηνιαίως. Η Οργάνωση του Ζέρβα παρουσίαζε το μειονέκτημα

της δράσεως σε μια περιοχή που ενδιέφερε λιγότερο, αλλά ήταν περισσότερο διατεθειμένη
να συμμορφώνεται προς τις εντολές του Συμμαχικού Στρατηγείου
Στο στρατόπεδο του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ ο Γοργοπόταμος είχε επίσης προκαλέσει μια θεαματική
εξέλιξη, και ο Άρης ήταν ο κύριος παράγων της. Γενναίος, καλός οργανωτής, φανατικός στο
έπακρο, δεν του έλειπε ούτε η ευφυία ούτε κάποια παιδεία ούτε -κατά την άποψή του- ένα
πνεύμα δικαιοσύνης. Ήταν η αδυναμία του. Γιατί, εν ονόματι της "δικής του δικαιοσύνης",
σκότωνε με τη μεγαλύτερη ευκολία. Αναφέρουν, και φαίνεται ακριβές, ότι έστειλε στο
εκτελεστικό απόσπασμα έναν αντάρτη του επειδή είχε κλέψει ένα κοτόπουλο!... Αυτό όμως
δεν τον εμπόδισε να είναι ηγέτης. Ένας Ιταλός στρατηγός, που δεν είχε κανένα λόγο να τον
συμπαθή, ο Ινφάντε, είπε το 1945 στον γράφοντα τις σελίδες αυτές: "Από όλους τους
αρχηγούς του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ που γνώρισα, και γνώρισα πολλούς, μόνον ο Άρης μου έκαμε
εντύπωση. Ήταν δυνατός, στοχαστικός, είχε λεπτότητα".
Από τότε, χάρη σ' αυτόν, το γόητρο του ΕΛΑΣ ανήλθε κατακορύφως, και η Επιτροπή του
ΕΑΜ στην Αθήνα αντελήφθη όλη τη σημασία των μικρών ενόπλων ομάδων του. Το ΚΚΕ
αντελήφθη και κάτι άλλο: δεν αρκούσε πλέον το Κόμμα να ελέγχη το ΕΑΜ. Έπρεπε να
καταστρωθούν σχέδια για την επίτευξη του τελικού σκοπού, δηλαδή της καταλήψεως της
εξουσίας, και η εφαρμογή των σχεδίων έπρεπε να ανατεθή μόνο στους πιστούς. Στους
άλλους έπρεπε να προσφέρωνται δικαιολογίες.
Για να γίνη αυτό, τον Δεκέμβριο του 1942 συνήλθε στην Αθήνα ένα έκτακτο Πανελλήνιο
Συνέδριο του Κόμματος. Σύμφωνα με πληροφορίες από καλές πηγές, σύμφωνα με έρευνες
μερικών συγγραφέων, σύμφωνα με αποσπάσματα δηλώσεων ηγετικών στελεχών που
δημοσιεύθηκαν αργότερα στα επίσημα κείμενα του Κόμματος, και τέλος βάσει των όσων
επηκολούθησαν, οι αποφάσεις του εκτάκτου Συνεδρίου όρισαν, μεταξύ άλλων, τρεις
βασικές κατευθύνσεις. Ήταν οι ακόλουθες:
Πρώτον, έπρεπε να μονοπωληθή η αντίσταση με την εξαφάνιση κάθε άλλης ανταρτικής
ομάδος. Δεύτερον, έπρεπε κάπως να ελεγχθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις που είχαν οργανωθή
στην Αίγυπτο από την Ελληνική Βασιλική Κυβέρνηση, δυνάμεις που άρχιζαν να γίνωνται
σημαντικές. Τρίτον, έπρεπε να φθαρή το κύρος του Βασιλέως και της Κυβερνήσεώς του,
ώστε κάθε αντίθεση προς το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ να μπορή να ερμηνευθή ως αντιδημοκρατική και
αντιδραστική.
Οι αποφάσεις αυτές ετέθησαν σε εφαρμογή με μεγάλη επιμέλεια και επιμονή.
Από την άνοιξη ως το καλοκαίρι του 1943, πολλές μικρές ανεξάρτητες ομάδες ανταρτών,

αποτελούμενες συχνά από καλούς ή και φημισμένους αξιωματικούς, εξολοθρεύθηκαν. Αυτό
συνέβη προπάντων στο νότο, στην Πελοπόννησο, όπου οι εθνικισταί και οι βασιλόφρονες
δέσποζαν. Τα μέτρα -η εξολόθρευση- ελαμβάνοντο εγκαίρως.
Ο ΕΔΕΣ υπέστη πολλές επιθέσεις, είτε εναντίον του ως συνόλου είτε εναντίον
απομονωμένων μονάδων του, αλλά κατόρθωσε πάντοτε είτε να αντισταθήείτε να αποσυρθή
και να αποφύγη την εξόντωση.
Η ΕΚΚΑ ήταν η τρίτη σε δύναμη ένοπλη οργάνωση αντιστάσεως. Ήταν δημοκρατικών
τάσεων, και ο στρατιωτικός αρχηγός της, ο Συνταγματάρχης Ψαρρός, ήταν ένας
στρατιώτης χωρίς φόβο και χωρίς ψόγο. Το πεδίο της δράσεώς της ήταν η Ρούμελη, τόπος
καταγωγής του Ψαρρού. Η ομάδα υπέστη δύο τόσο ισχυρές επιθέσεις (πρώτη φορά το
Μάρτιο του 1943) ώστε διελύθη, αλλά κατόρθωσε να επανασυσταθή.
Μια άλλη επίθεση, ανάλογη αλλά προς άλλη κατεύθυνση, είχε απρόβλεπτες όσο και
χρήσιμες συνέπειες για τον ΕΛΑΣ.
Κατά τα τέλη του 1942, ένας ταγματάρχης, ο Κωστόπουλος, οργάνωσε στη Δυτική
Θεσσαλία, στους πρόποδες της Πίνδου, μια ομάδα αντιστάσεως, μικρή αλλά καλά
στελεχωμένη από αξιωματικούς. Η ομάς αυτή κάλεσε από την Αθήνα, για να αναλάβη την
αρχηγία, ένα συνταγματάρχη, ο οποίος έχαιρε καλής φήμης, αλλά που, λόγω της
συμμετοχής του στο βενιζελικό κίνημα του 1935, είχε απομακρυνθή από το Στράτευμα.
Ονομαζόταν Σαράφης. Αυτός, ενθαρρυνθείς από απεσταλμένο της Κυβερνήσεως του
εξωτερικού,5 απεδέχθη την πρόταση, και πήγε στη Θεσσαλία.
Η οικογένεια του γράφοντος διηυκόλυνε το δύσκολο ταξίδι του, κι έτσι, εν πλήρει γνώσει
της αληθείας, μεταδίδονται εδώ οι ιδέες που ενέπνεαν τον Σαράφη όταν έφθανε μεταξύ των
ανταρτών του. Ήταν, πριν απ' όλα, υπέρ του οξύτερου δυνατού αγώνος κατά του
κατακτητού. Αυτό, για να κτυπηθή ανηλεώς ο εχθρός, αλλά και για να μην κατέχη στην
αντίσταση τη μεγαλύτερη θέση ο ΕΛΑΣ, που υπό τον έλεγχο του Κ.Κ.Ε., κόμματος όχι
εθνικού, καταντούσε επικίνδυνος για τη Χώρα. Πίστευε τέλος ότι, όταν θα τελείωνε ο
πόλεμος, έπρεπε να γίνη δημοψήφισμα για το καθεστώς, με την ελπίδα ότι θα κατηργείτο η
Συνταγματική Βασιλεία, την οποία θεωρούσε απαράδεκτη, και ότι θα εγκαθιδρύετο πάλι η
Δημοκρατία..
Αλλά λίγο μετά την άφιξή του στη Θεσσαλία, και έπειτα από μια θερμή υποδοχή, ο Σαράφης
και η μικρή ομάς του κυκλώθηκαν από πολύ υπέρτερες δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

Όσοι άνδρες του δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν ή δεν δέχθηκαν να καταταγούν αμέσως
στον ΕΛΑΣ εκτελέσθηκαν. Ο Σαράφης, αιχμάλωτος, απεστάλη προς νότον, στο Στρατηγείο
του Άρη, όπου για μερικές ημέρες έμεινε φυλακισμένος υπό ταπεινωτικές συνθήκες. Βγήκε
από τη φυλακή του για να αναγγείλη ότι είχε δεχθή την πρόταση που του είχε γίνει: να
αναλάβη τα καθήκοντα του Στρατιωτικού Αρχηγού του ΕΛΑΣ.
Δεν φαίνεται καθόλου ότι τον είχε οδηγήσει στην απόφαση ο φόβος, γιατί ήταν γενναίος
άνδρας. Η σύντομη όμως παραμονή του με την ομάδα Κωστοπούλου, η κύκλωση και οι
εκτελέσεις των ανδρών του, το ταξίδι του στο λημέρι του Άρη Βελουχιώτη, τον είχαν
φαίνεται πείσει ότι οι σκέψεις του είχαν του λοιπού ξεπερασθή: έπρεπε ή να πεθάνη κανείς
ή να πολεμήση στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Προτίμησε τη δεύτερη λύση. Και έδωσε έτσι στον
ΕΛΑΣ εκείνο που του έλειπε: ένα καλό επιτελικό αξιωματικό, ένα όνομα εκτιμώμενο από
μέγα μέρος του τακτικού Στρατού, προθήκη που οδηγούσε στη σκέψη ότι ΕΑΜ / ΕΛΑΣ δεν
σήμαινε κατ' ανάγκην Κ.Κ.Ε.
Η Κεντρική Επιτροπή των Αθηνών δεν έχασε την ευκαιρία. Ένας από τους καλυτέρούς της,
ο Ανδρέας Τζήμας, μέλος πεπειραμένο του Κ.Κ.Ε., έφυγε για το βουνό. Τον Μάιο του 1943
ο ΕΛΑΣ διοικείτο από τριμελή Επιτροπή πρώτης σειράς: Σαράφης-Στρατιωτικός Αρχηγός,
Άρης-Καπετάνιος, Τζήμας-Πολιτικός Επίτροπος.
Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να διαπιστωθούν. Εντός ολίγων μηνών, οι ένοπλες ομάδες
έπαιρναν τη μορφή ενός οργανωμένου στρατού, η μαχητικότης τους ηύξανε, οι αντίπαλες
ομάδες εξαφανίζονταν ή περιόριζαν τη δράση τους σε μικρότερες περιοχές.
Οι επιθέσεις εναντίον τους εκαλύπτοντο με δύο δικαιολογίες: συνήθως με τη δικαιολογία
της συνεργασίας με τον εχθρό, δευτερευόντως με τη δικαιολογία ότι οι άλλες ομάδες είχαν
επιτεθή πρώτες. Οι δικαιολογίες ήταν κάποτε ακριβείς αλλά κατά κανόνα εντελώς αβάσιμες.
Ούτε οι αρετές των άλλων, πιστοποιημένες από πείρα πολλών ετών, ούτε όσα ανέφεραν οι
επί τόπου ξένοι αξιωματικοί, κάνουν πιστευτές αυτές τις κατηγορίες.
Γιατί πρέπει να σημειωθή εδώ ότι η μικρή ομάς των σαμποτέρ του Γοργοποτάμου,
ενισχυμένη από πολλούς ξένους αξιωματικούς, αποτελούσε πλέον την εν Ελλάδι "Βρετανική
Στρατιωτική Αποστολή". Η Β.Σ.Α. είχε τακτική επικοινωνία με το Γενικό Στρατηγείο της
Μέσης Ανατολής και ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του. Τα περισσότερα από τα μέλη της
ήταν απεσπασμένα ως σύνδεσμοι στις μεγαλύτερες ανταρτικές μονάδες. Έβλεπαν λοιπόν
από κοντά τι συνέβαινε, και η κυρία αποστολή τους ήταν πλέον να προλαμβάνουν τις
αδελφοκτόνες συγκρούσεις, και, αν ήταν δυνατό, να συμφιλιώνουν τις τρεις κυριότερες

οργανώσεις, δηλαδή το ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ, τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ.
Το κατόρθωναν κάποτε και μερικώς. Μια φορά μάλιστα -στις 26 Ιουλίου 1943- κατόρθωσαν
να επιτύχουν την υπογραφή ενός συμφώνου συνεργασίας.
Το κατόρθωσαν, επειδή από τη Μέση Ανατολή ζητούσαν επιμόνως να αποδώση ο ελληνικός
ανταρτοπόλεμος το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Δεν εξηγούσε το Συμμαχικό Στρατηγείο
της Μέσης Ανατολής το λόγο αυτής της επιδιώξεως, και έτσι όλοι πίστευαν ότι επέκειτο η
απόβαση στην Ελλάδα. Αυτό δεν ήταν ακριβές, αλλά το Στρατηγείο, αυτό ακριβώς ήθελε να
πιστεύουν οι Γερμανοί, ώστε να διεξαχθή υπό καλύτερες συνθήκες η απόβαση στην Ιταλία.
Και πράγματι, η ένταση της δραστηριότητος της ενόπλου ελληνικής αντιστάσεως (συνέπεσε
και με την ανατίναξη της γεφύρας του Ασωπού) παρεπλάνησε τελείως τους Γερμανούς.
Πρόκειται πιθανώς για τη μεγαλύτερη εξειδικευμένη υπηρεσία που προσέφεραν στους
Συμμάχους οι ελληνικές οργανώσεις αντιστάσεως γιατί ακριβώς προ της αποβάσεως στη
Σικελία δύο ισχυρές μεραρχίες της Βέρμαχτ μετεφέρθησαν εσπευσμένως στην Ελλάδα,
όπου υπήρχαν ήδη τέσσερεις. Και δύο επιπλέον γερμανικές μεραρχίες στο ιταλικό μέτωπο,
μπορούσαν να αλλάξουν εκεί την πορεία των επιχειρήσεων.
Αλλά κάθε νόμισμα έχει και την άλλη όψη του.
Το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ είχε και αυτό πιστέψει ότι τα βρετανικά στρατεύματα θα απελευθέρωναν
προσεχώς τη Χώρα· έπρεπε λοιπόν να απαλλαγή εγκαίρως από τους αντιπάλους του. Έτσι,
ατυχώς, οι αξιωματικοί της Β.Σ.Α. ερμηνεύουν την αναζωπύρωση της επιθετικότητος των
ελασιτών κατά των ομάδων των εθνικιστών που παρετηρήθη την εποχή εκείνη. Την ίδια
ερμηνεία δίνουν και όλες οι ελληνικές πηγές, εκτός από όσες είναι της Άκρας Αριστεράς.
Αλλά, μετά την απόβαση στην Ιταλία, έγινε φανερό ότι η απελευθέρωση της Χώρας
ανεβάλλετο. Από το άλλο μέρος, οι αδελφοσκοτωμοί είχαν στοιχίσει ακριβά, δεν είχαν
επιτύχει αποφασιστικά αποτελέσματα, και δεν είχαν επηρεάσει το ηθικό, τουλάχιστον ως
προς τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ. Αυτοί προπάντων οι παράγοντες επέτρεψαν στη Β.Σ.Α. να
επιτύχη, μετά την απόβαση στην Ιταλία, τη συμφωνία της 26ης Ιουλίου 1943.
Με τη συμφωνία αυτή, οι τρεις οργανώσεις ετίθεντο υπό τις διαταγές ενός κοινού Γενικού
Στρατηγείου, αν και διατηρούσαν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας. Η Β.Σ.Α. θα συμμετείχε σ'
αυτό το Στρατηγείο. Έδρα του θα ήταν η έδρα του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ, το Περτούλι, ένα
ωραιότατο μικρό χωριό, απομονωμένο μέσα σε πυκνά δάση ελάτης, στην ορεινή Δυτική
Θεσσαλία.

Μετά τη σύναψη της συμφωνίας, επηκολούθησε ο μήνας του μέλιτος. Διήρκεσε λίγο.
Οι τρεις οργανώσεις -ιδίως οι δύο πρώτες- ήταν τώρα ισχυρότερες, καλύτερα οργανωμένες,
και εξακολουθούσαν να αναπτύσσωνται. Ο ΕΛΑΣ διέθετε περίπου 18.000 μαχητάς, ο ΕΔΕΣ
5.000, καθώς και έναν αριθμό ανδρών που ησχολούντο με την επιμελητεία και άλλες
υπηρεσίες. Η ΕΚΚΑ, λιγότερο ισχυρή -1.000 μαχηταί περίπου- πλεονεκτούσε κατά το ότι
είχε την καλύτερη και πιο ευυπόληπτη ηγεσία. Ο Καρτάλης, πρώην υπουργός, νεώτατος και
καλλιεργημένος, ήταν ο πολιτικός αρχηγός, ο Ψαρρός, ο στρατιωτικός αρχηγός. Οι
διοικήσεις των τριών οργανώσεων έκαναν ό,τι μπορούσαν για να οργανώσουν μικρούς αλλά
πραγματικούς στρατούς.
Αλλά εν τω μεταξύ μεγάλα διεθνή γεγονότα επηρέαζαν ριζικά τις σκέψεις πολλών
ανθρώπων και μετέτρεπαν τα σχέδια του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ για το άμεσο μέλλον.
Το δεύτερο εξάμηνο του 1942 ήταν η περίοδος των επιτυχιών των Δυτικών Συμμάχων:
μάχη του Ελ Αλαμέιν, προέλαση στη Βόρειο Αφρική, απόβαση στο Μαρόκο και στο Ντακάρ,
με αμερικανική συμμετοχή.
Το πρώτο εξάμηνο του 1943 ήταν η περίοδος των επιτυχιών της Σοβιετικής Ενώσεως:
καταστροφή της στρατιάς του φον Πάουλους στο Στάλινγκραντ, άνοιγμα της τανάλιας του
Λένινγκραντ, επιτυχής αντεπίθεση εναντίον της απειλητικής προελάσεως προς τον Καύκασο,
το ευρύ αυτό ορμητήριο κατά του Περσικού Κόλπου.
Από το άλλο μέρος, στα ελληνικά πλαίσια, είχε επιτευχθή η διείσδυση των αριστερών στα
κυβερνητικά στρατεύματα της Αιγύπτου. Από όλα τα τμήματά τους, ένα μόνο είχε μείνει
αλώβητο: ο Ιερός Λόχος, ο οποίος απετελείτο μόνο από αξιωματικούς που πολεμούσαν ως
στρατιώτες, και ο οποίος κατά την προέλαση της Βορείου Αφρικής βρισκόταν συνεχώς στις
προφυλακές της στρατιάς του Μοντγκόμερυ. Όλα τα άλλα τμήματα προκαλούσαν
ανησυχίες. Την άνοιξη του 1943, δύο ταξιαρχίες είχαν στασιάσει, επιτροπές νέων
αξιωματικών είχαν προσωρινώς αναλάβει τη διοίκησή τους. Η στάση υπήρξε μικράς
διαρκείας και όχι εξαιρετικά οξεία, αλλά διακόσιοι αξιωματικοί του "παλαιού καθεστώτος"
απεμακρύνθησαν και η πειθαρχία διεσαλεύθη. Πολλοί υπουργοί, και μεταξύ αυτών ο
Αντιπρόεδρος

της

Κυβερνήσεως

Παναγιώτης

Κανελλόπουλος,

αναγκάσθηκαν

να

παραιτηθούν, η θέση του Βασιλέως εκλονίσθη.
Υπό το φως όλων αυτών των γεγονότων πρέπει να κριθούν οι προσπάθειες που κατέβαλε ο
ΕΛΑΣ το πρώτο εξάμηνο του 1943 για να απαλλαγή από το ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ. Δεν το
κατόρθωσε όμως, και τότε το ΕΑΜ θέλησε να κερδίση χρόνο. Αυτό εξηγεί πληρέστερα τον

μήνα του μέλιτος του Περτουλίου. Αλλά τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο τα σύννεφα
πύκνωσαν και μαύρισαν, και υπό την επίδραση δύο απροβλέπτων παραγόντων, η καταιγίδα
ξέσπασε.
Τον Αύγουστο, αντιπρόσωποι του Γενικού Στρατηγείου της Αντιστάσεως απεγειώνοντο από
ένα πρόχειρο ορεινό αεροδρόμιο. Πήγαιναν στην Αίγυπτο. Το Συμμαχικό Στρατηγείο της
Μέσης Ανατολής ήθελε να επιχειρήση μια συνεργασία μεταξύ των βασιλικών δυνάμεων του
εξωτερικού και της Αντιστάσεως του εσωτερικού.
Οι συζητήσεις δεν ήταν εύκολες, αλλά η αντιπροσωπεία της Αντιστάσεως υπέβαλε διάφορες
προτάσεις που μπορούσαν και έπρεπε να συζητηθούν. Δεν δόθηκε όμως ο χρόνος γι' αυτό,
γιατί τα μέλη της αντιπροσωπείας που εκπροσωπούσαν το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ (τέσσερα μέλη, που
όλα ανήκαν στο

Κ.Κ.Ε., με τον

Σιάντο και

τον

Τζήμα επικεφαλής)

υπέβαλαν

συμπληρωματικές προτάσεις, απρόβλεπτες για όλους, και που αφορούσαν μόνον τη δική
τους οργάνωση: ο ΕΛΑΣ έπρεπε να αναγνωρισθή ως τμήμα των Ελληνικών Ενόπλων
Δυνάμεων έπρεπε να γίνη ανταλλαγή αξιωματικών που υπηρετούσαν στα τακτικά τμήματα
του εξωτερικού και τα ανταρτικά τμήματα του ΕΛΑΣ. Τέλος, το ΕΑΜ έπρεπε να
αντιπροσωπευθή με τρεις υπουργούς στη Βασιλική Κυβέρνηση.
Φυσικά, κατόπιν αυτών των προτάσεων, οι συνομιλίες δεν απέδωσαν. Οι αντιπρόσωποι της
Άκρας Αριστεράς απεχώρησαν για τα ελληνικά βουνά, αλλά άφησαν πίσω τους μια βαρειά
ατμόσφαιρα καχυποψίας και δυσφορίας.
Παρ' όλα αυτά, η στάση των Βρετανών δεν άλλαξε απέναντι του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ. Κατά τους
Άγγλους συγγραφείς, αυτό οφειλόταν πρωτίστως στο ότι στο Γενικό Συμμαχικό Στρατηγείο
της Μέσης Ανατολής, στα αρμόδια γραφεία, υπηρετούσαν μερικοί αξιωματικοί που
συμπαθούσαν ιδιαιτέρως το αντάρτικο της Άκρας Αριστεράς.
Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Η Β.Σ.Α., η οποία έβλεπε πλέον καθαρά τις προθέσεις του ΕΑΜ,
ήταν και αυτή υπέρ της συνεχίσεως της βοηθείας προς τον ΕΛΑΣ. Αυτό, για τους εξής
κυρίως λόγους: πρώτον, γνώριζε ότι ήταν το κατά πολύ ισχυρότερο ανταρτικό κίνημα της
Ελλάδος. Δεύτερον, ο ΕΛΑΣ κατείχε την πιο ενδιαφέρουσα περιοχή της Χώρας από απόψεως
στρατιωτικών επιχειρήσεων. Τρίτον, είχε και αυτό πολεμήσει κατά του κατακτητού.
Τέταρτον, και κατά τον γράφοντα προ παντός, εφόσον ο ΕΛΑΣ ζητούσε επιμόνως την υλική
βοήθεια των Συμμάχων και εφόσον αυτή η βοήθεια εξηρτάτο από τις εισηγήσεις της Β.Σ.Α.,
τα μέλη της ήλπιζαν ότι με τη συνέχιση της βοηθείας θα μπορούσαν να επηρεάσουν το
ΕΑΜ.

Αλλά ήλθε η ημέρα -και δεν άργησε- που οι αιτήσεις για βοήθεια λιγόστεψαν, για να μη
λεχθή ότι έπαυσαν. Επενεργούσε ο δεύτερος απρόβλεπτος παράγων που μνημονεύθηκε προ
ολίγου. Και τότε άρχισε ο εντατικός αδελφοκτόνος πόλεμος, ο οποίος κατ' ουσίαν, με
διάφορες φάσεις ή διακοπές, διήρκεσε έως το φθινόπωρο του 1949.

Η ισορροπία ανατρέπεται, ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει
Την 8η Σεπτεμβρίου η Ιταλία συνθηκολογούσε. Τα ιταλικά στρατεύματα, αποθαρρυμένα,
όπου και αν βρίσκονταν αφοπλίζονταν από τους Γερμανούς, ή ακόμη -όπως στην
Κεφαλληνία- κατεκρεουργούντο.
Μόνον η μεραρχία "Πινερόλο", που κατείχε την κεντρική Θεσσαλία, ετάχθη αποφασιστικά
υπέρ των Συμμάχων. Άλλα ιταλικά τμήματα ήταν προσκολλημένα σ' αυτήν, είχε εν συνόλω
18.000 άνδρες, διέθετε πλήρη και σύγχρονο οπλισμό, καθώς και είκοσι ορειβατικά
πυροβόλα. Το ηθικό της ήταν βέβαια χαμηλό, αλλά η πειθαρχία διετηρείτο, και ο διοικητής
της, ο Στρατηγός Ινφάντε, ήταν αξιωματικός με ηγετικές ικανότητες.
Προβλέποντας, λίγες εβδομάδες προ της συνθηκολογήσεως, τι επρόκειτο να συμβή, είχε
έλθει σε επαφή με τη Β.Σ.Α. Την ημέρα της συνθηκολογήσεως πρότεινε να θέση τα
στρατεύματά του υπό τις διαταγές των Βρετανών. Εκείνοι δεν απεδέχθησαν την πρόταση,
αλλά δέχθηκαν να μεσολαβήσουν σε διαπραγματεύσεις με το Γενικό Στρατηγείο της
Αντιστάσεως, στο οποίο συμμετείχαν και οι ίδιοι. Μ' αυτόν τον τρόπο, στις 11 Σεπτεμβρίου
υπεγράφη συμφωνία, κατά την οποία η μεραρχία "Πινερόλο", κατανεμημένη σε μικρές
μονάδες, θα συνεργαζόταν με τους αντάρτες και θα έπαιρνε μέρος στις επιχειρήσεις
εναντίον των Γερμανών. Αργότερα, υπό ορισμένες συνθήκες, θα της παρεχωρείτο
ενδεχομένως ένας δικός της τομεύς. Η συμφωνία υπεγράφη από τον Σαράφη, τον Ινφάντε,
τον Woodhouse (που είχε εν τω μεταξύ προαχθή σε συνταγματάρχη και αρχηγό της Β.Σ.Α.)
και από έναν αντιπρόσωπο του Στρατηγείου της Αντιστάσεως.
Μετά την αποτυχία μιας επιχειρήσεως, η οποία ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη και
την οποία είχαν εμπιστευθή στους Ιταλούς (την κατάληψη του μεγάλου αεροδρομίου της
Λαρίσης), τους κατένειμαν -σε πολύ μικρά τμήματα- σε διάφορα χωριά όπου υπήρχαν
ισχυρές φρουρές του ΕΛΑΣ.
Αλλά εκεί, σε όλα τα χωριά, τριάντα τέσσερεις ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας,
την αυγή της 15ης Οκτωβρίου, τα ιταλικά τμήματα κυκλώθηκαν και αφοπλίσθηκαν. Οι
άνδρες τους απεστάλησαν σε ορεινά στρατόπεδα εργασίας. Ο Στρατηγός Ινφάντε,

αιχμάλωτος, απεστάλη στο Περτούλι. Κατόπιν ρητής διαταγής του Γενικού Συμμαχικού
Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, οδηγήθηκε στην Αλβανία, κι από εκεί, με υποβρύχιο, στην
Ιταλία.
Ο ΕΛΑΣ αποκτούσε έτσι έναν οπλισμό που δεν τον είχε ποτέ ονειρευθή, και τον οποίο ήταν
αδύνατο να αποκτήση οποιαδήποτε άλλη ελληνική οργάνωση αντιστάσεως.
Εν τω μεταξύ, ένα άλλο σημαντικό γεγονός γινόταν στην Ελλάδα. Αξιόλογες γερμανικές
δυνάμεις μετεκινούντο προς βορράν. Η κίνηση αυτών των στρατευμάτων, δεδομένης της
πτώσεως της Ιταλίας, θεωρήθηκε από τους Έλληνες ως αρχή της εκκενώσεως της Χώρας.
Είναι τώρα γνωστό ότι οι Γερμανοί αυτό ακριβώς ήθελαν να γίνη πιστευτό. Το ήθελαν, ώστε
οι αλληλομισούμενοι αντάρτες να νομίσουν ότι πρέπει να επωφεληθούν της "αποχωρήσεώς"
τους και να αρχίσουν να αλληλοσκοτώνωνται, για να γίνουν ευκολώτερα θύματα της
οργανωμένης γερμανικής εκκαθαριστικής επιχειρήσεως. Οι Γερμανοί είχαν μόλις χάσει τη
βοήθεια των πολυαρίθμων ιταλικών φρουρών, και οι αντάρτες αποτελούσαν πλέον σοβαρό
κίνδυνο για τις συγκοινωνίες τους. Είχαν λοιπόν αποφασίσει να καταφέρουν κατά του
ανταρτοπολέμου ένα κτύπημα που θα τον συνέτριβε ή τουλάχιστο θα τον εξουδετέρωνε για
ορισμένο χρόνο.
Η Βέρμαχτ απέδιδε σημασία τόσο στον ΕΛΑΣ όσο και στον ΕΔΕΣ. Στον τελευταίο, απέδιδε
μεγάλη σημασία επειδή, αν και λιγότερο ισχυρό συγκρότημα, ήταν μαχητικό και,
προπάντων, κατείχε τη μια από τις δύο οδούς εκκενώσεως της Ελλάδος, που κατέληγε στον
αλβανικό λιμένα της Αυλώνος στην Αδριατική. Η οδός αυτή ήταν ασφαλέστερη για τους
Γερμανούς, επειδή παρέκαμπτε τη Γιουγκοσλαβία, όπου δρούσαν οι επικίνδυνοι παρτιζάνοι
του Τίτο. Γι' αυτό η Βέρμαχτ απεφάσισε να αρχίση με μια ισχυρή επίθεση κατά των
δυνάμεων του ΕΔΕΣ, στην Ήπειρο.
Εξεδηλώθη

την 16η Οκτωβρίου,

από

πέντε σημεία

ανατολικώς

της Άρτης

και

νοτιοανατολικώς των Ιωαννίνων, με επιθέσεις που απέβλεπαν στη διάσπαση των γραμμών
του αντιπάλου και την κύκλωση των τμημάτων του.
Επί δέκα ημέρες, ο ΕΔΕΣ, με επικεφαλής τον ίδιο το Ζέρβα, απέκρουσε τις επιθέσεις των
ναζί, οι οποίοι είχαν απώλειες. Ήταν η πρώτη φορά που ο ΕΔΕΣ απεδέχετο την αληθινή
μάχη, την τελείως διαφορετική από τις ενέδρες και τις σύντομες αψιμαχίες. Και επετύγχανε.
Αλλά έπειτα από λίγες ημέρες έφθασαν επειγόντως επί τόπου πέντε τάγματα της ορεινής
μεραρχίας Εντελβάις, τα οποία διέθεταν και μεγάλο αριθμό ολμοβόλων διαφόρων

διαμετρημάτων, όπως και πολλά ορειβατικά πυροβόλα. Η επίθεση ξανάρχισε σφοδρότερη.
Ο Ζέρβας αντελήφθη τότε ότι αυτή τη φορά η Βέρμαχτ επεδίωκε την πλήρη εξολόθρευσή
του. Αναδιπλώθηκε λοιπόν επειγόντως προς ανατολάς -προς τη μεγάλη οροσειρά- αλλά
αναδιπλώθηκε για να βρεθή ενώπιον μιας επιβλητικής συγκεντρώσεως μονάδων του ΕΛΑΣ...
Αγνοούσε ότι εν τω μεταξύ, στο Περτούλι, είχαν συλληφθή οι αντιπρόσωποί του, και ότι ο
Άρης, επικεφαλής μιας νέας μεραρχίας οπλισμένης με τα όπλα της "Πινερόλο", διέσχιζε
βιαστικά την οροσειρά για να τον συντρίψη. Αγνοούσε ότι ο Σιάντος και ο Σαράφης
αυτοπροσώπως παρακολουθούσαν από πολύ κοντά (από τη Μεσοχώρα και ύστερα από το
Παχτούρι) την επιχείρηση αυτή, που επρόκειτο να τους απαλλάξη από τον σημαντικότερο
αντίπαλό τους.
Οι άνδρες του Ζέρβα αναγκάσθηκαν να πολεμήσουν σε δύο μέτωπα: προς ανατολάς,
εναντίον ανδρών που είχαν το ίδιο αίμα με αυτούς, εναντίον αδελφών· προς δυσμάς,
εναντίον ανδρών που είχαν αίμα βορείων φυλών, εναντίον ξένων. Επί τέσσερεις ημέρες
διεξήχθη μάχη σκληροτάτη, για να φθάση στο αποκορύφωμά της την 30ή Οκτωβρίου, όταν
κυκλωμένοι επάνω σε μια ψηλή βραχώδη ράχη, όλοι οι άνδρες, ανεξαρτήτως βαθμού,
πολέμησαν ως ακροβολισταί τον τελικό αγώνα της απελπισίας και της τιμής.
Αλλά τη νύκτα οι ΕΔΕΣίτες εξαφανίσθηκαν. Χωρισμένοι σε μονάδες των δέκα έως τριάντα
ανδρών, είχαν διαταχθή να ακολουθήσουν τα πιο απρόσιτα μέρη και να πορευθούν χωρίς
διακοπή έως την ανατολή του ηλίου. Οι περισσότεροι δεν έγιναν αντιληπτοί, και την
επομένη ημέρα βρίσκονταν σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων από τις θέσεις των εχθρών,
αδελφών ή ξένων. Ο Ζέρβας -ο οποίος είχε διαφύγει προς νότον- είχε ορίσει στους άνδρες
του συνάντηση μετά από έξι εβδομάδες, σε μια άλλη ορεινή περιοχή, νοτίως των
Ιωαννίνων.
Τα στρατεύματα του Άρη ανεδιπλώθησαν και αυτά και έμειναν ανέπαφα. Άλλα τμήματα του
ΕΛΑΣ είχαν εν τω μεταξύ συντρίψει μερικές μικρές ομάδες αντιστάσεως, από τις οποίες δύοτρεις ήταν μόνον κατά το όνομα αντιστασιακές, δεδομένου ότι, παραλλήλως προς την
πραγματική Αντίσταση, υπήρχαν και ληστοσυμμορίες ή ένοπλες μικροομάδες κεκαλυμμένων
δοσιλόγων.
Αλλά και οι ναζί δεν είχαν χάσει τον καιρό τους. Κτυπούσαν παντού, στα βουνά και στις
πεδιάδες. Συνέτριβαν κάθε αντίσταση, αλλά πάντα σχεδόν οι αντίπαλοί τους δεν
απεδέχοντο τη μάχη, πράγμα φυσικό, δεδομένων των μέσων τους. Αυτό όμως έκαμε να
ξεσπά η οργή τους στα σημεία στηρίξεως των ανταρτών. Πολλοί όμηροι τουφεκίσθηκαν,

περισσότερα από διακόσια χωριά κάηκαν και κατεστράφησαν εντελώς. Στο απρόσιτο
Περτούλι, έδρα του Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, μόνον ένα σπίτι απέμεινε. Ίσως για να θυμίζη
στις μελλοντικές γενιές ότι σ' αυτό είχαν κοιμηθή οι Γερμανοί αξιωματικοί, ενώ οι άνδρες
τους πυρπολούσαν το χαριτωμένο χωριουδάκι.
Αλλά αυτή τη φορά οι οργισμένες φωνές δεν εστρέφοντο κυρίως εναντίον αυτών:
εστρέφοντο εναντίον του ΕΛΑΣ. Και ήταν φωνές τόσο ισχυρότερες καθ' όσον για πρώτη
φορά κατήγοροι του ΕΛΑΣ ήταν οι Σύμμαχοι.
Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός του Λονδίνου, το BBC, στην ελληνική εκπομπή του, την οποία
άκουγαν κρυφά πλείστοι Έλληνες, είχε πολύ βοηθήσει την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ. Η θέρμη και
η συχνότης των επαίνων που διετυπούντο από την πρωτεύουσα της Βρετανικής
Αυτοκρατορίας, είχε πολύ συντελέσει στο να αποκτήση ο ΕΛΑΣ κύρος και στο να
καταταγούν σ' αυτόν μερικές χιλιάδες νέοι που δεν προέρχονταν από την Αριστερά. Τώρα
όμως, το BBC άλλαζε τόνο, μιλούσε για ομάδες ληστών, απεκάλυπτε ότι ο Άρης είχε επιτεθή
και συλλάβει μέλη της Σ.Σ.Α.6 Έφθασε μέχρι του σημείου να καταγγείλη τον Άρη ως
εγκληματία πολέμου.
Ο ίδιος ο Τσώρτσιλ κατήγγειλε τα γεγονότα ενώπιον του Βρετανικού Κοινοβουλίου,
αναφέροντας λεπτομέρειες και αποκαλύπτοντας ότι ένας Άγγλος αξιωματικός είχε
δολοφονηθή.
Αυτό δεν υπήρξε η μόνη αντίθετη όψη του νομίσματος για τον ΕΛΑΣ και για τη γενική
κατάσταση.
Οι Γερμανοί δεν ενδιαφέροντο βεβαίως μόνο για την εξαφάνιση του ΕΔΕΣ. Οι επιχειρήσεις
τους διήρκεσαν τρεις ολόκληρους μήνες ως την καρδιά του χειμώνα, και τα τμήματα του
ΕΛΑΣ, έστω και αρνούμενα τη μάχη, ταλαιπωρήθηκαν φοβερά, υπέστησαν απώλειες, και
συχνά κάποια αποδιοργάνωση.
Εξάλλου, ο ΕΛΑΣ εκλήθη να αντιμετωπίση και έναν άλλον εχθρό, που κατά βάθος ήταν
δημιούργημα των προκλητικών ενεργειών του: τα Τάγματα Ασφαλείας.
Η κατοχική Κυβέρνηση (επρόκειτο περί της τρίτης -Τσολάκογλου, Λογοθετοπούλου, Ράλλη)
τα είχε δημιουργήσει για να αντιμετωπίση τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ. Δημιουργημένα από μια
κατοχική Κυβέρνηση και με την υλική βοήθεια των Γερμανών, δεν ήταν δυνατό να είναι
συμπαθή στο λαό. Παρ' όλα αυτά, όμως, έγιναν συμπαθή όταν ο ΕΛΑΣ εξαπέλυσε έντονο
και ξεκάθαρο εμφύλιο πόλεμο. Επιπλέον, τα Τάγματα περιελάμβαναν και μερικούς λαμπρούς

αξιωματικούς που είχαν κατορθώσει να διασωθούν όταν οι ένοπλες ομάδες τους
αντιστάσεως είχαν συντριβή από τον ΕΛΑΣ. Αργότερα, τα Τάγματα Ασφαλείας έχασαν
εντελώς το κύρος τους και προεκάλεσαν το μίσος του πληθυσμού, γιατί οι ναζί
χρησιμοποίησαν ορισμένα από αυτά, ιδίως στην Αθήνα, κατά τη συγκέντρωση Ελλήνων που
απεστέλλοντο στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία.
Στην αρχή όμως του αδελφοκτόνου αγώνος, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι άνδρες των
Ταγμάτων Ασφαλείας θεωρούσαν ότι ήταν οι προστάτες ενός ταλαιπωρημένου λαού.
Αισθάνονταν ότι ο λαός τους υπεστήριζε. Έβλεπαν ότι είχαν ικανούς ηγέτας και ότι ήταν
καλά οπλισμένοι. Ήταν επιθετικοί. Ο ΕΛΑΣ πλήρωσε ακριβά την ύπαρξή τους, ιδίως στην
Πελοπόννησο και την Αττική.
Ήταν, για το ΕΑΜ, η άλλη όψη του νομίσματος.
Τέλος, αυτή η αρχή του πραγματικού εμφυλίου είχε και μια άλλη δυσμενή πλευρά για τον
Λαϊκό Στρατό.
Ο φόβος και το μίσος που βασίλευαν στη Χώρα καλλιεργούσαν αμφιβολίες και μεμψιμοιρίες
και σ' αυτούς ακόμη τους κόλπους του ΕΛΑΣ. Υπήρχε επίσης στους κόλπους του μια κρυφή
αλλά βαθύτερη δυσχέρεια, λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων που είχαν δύο ισχυροί
άνδρες που κατείχαν θέσεις-κλειδιά.
Από το φθινόπωρο, ο Σιάντος είχε πάει στο βουνό και είχε καταλάβει τη θέση του Τζήμα, ο
οποίος είχε μεταβή με ειδική αποστολή στον Τίτο. Ήταν πολιτικός επίτροπος του Γενικού
Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Ο Άρης ήταν καπετάνιος, ο Σαράφης στρατιωτικός αρχηγός. Ο
Σιάντος ήταν υπέρ των αργών εξελίξεων και της συστηματικής προετοιμασίας, ώστε να
δυναμώση περισσότερο το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ήταν ακόμη, μέχρις ενός σημείου, υπέρ της
συνεργασίας με την Σ.Σ.Α.
Ο Άρης ήταν υπέρ της αντιθέτου γραμμής. Γι' αυτόν, η τακτοποίηση των λογαριασμών
έπρεπε να είναι γρήγορη και ριζική, γιατί αλλιώτικα γινόταν το παιχνίδι των εντοπίων
μοναρχοφασιστών και των ξένων ιμπεριαλιστών.
Η εξέλιξη των γεγονότων μάλλον δικαίωνε τον Σιάντο, πράγμα που ο Άρης δεν το
παραδεχόταν ευχαρίστως. Αλλά "ο Γέρος" δεν είχε ποτέ καμφθή, ενώ ο καπετάνιος ήταν
παλαιός "δηλωσίας". Αυτή ήταν η μεγάλη αδυναμία του. Ήταν, ίσως προπάντων, η πιο
μεγάλη του αδυναμία απέναντι στον εαυτό του και η βαθύτερη, αν και πιθανόν
υποσυνείδητη, αιτία της σκληρότητάς του.

Συνεννοήσεις και ανταρσίες
Οι συνέπειες των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των ναζί και των αδελφοκτόνων
συγκρούσεων έγιναν επαχθέστερες υπό την επίδραση άλλων παραγόντων.
Η απελευθέρωση της Χώρας ήταν πάλι φανερό ότι δεν επέκειτο. Ο χειμώνας άρχιζε,
δραματικός όπως ο φοβερός εκείνος χειμώνας του 1941-1942, γιατί οι Γερμανοί, με
εξηντλημένα τα αποθέματά τους, επέτασσαν τρόφιμα και ζώα, μηχανές και εργαλεία. Οι
Βούλγαροι, επεκτείνοντας την κατοχή τους επί ελληνικού εδάφους, προσπαθούσαν να
βουλγαροποιήσουν την περιοχή: εκατοντάδες ατόμων εξετελούντο, και υπελογίζετο ότι
πλέον των 50.000 Ελλήνων είχαν απαχθή στη Βουλγαρία.
Κυριαρχούσε πάλι ο τρόμος και η μεγάλη αγωνία, η πείνα και το κρύο, σ' αυτή τη χώρα που
ήταν φύσει πτωχή και τώρα κατασπαραγμένη. Όλα αυτά τα δεινά και οι ναζί προεκάλεσαν
εκείνο το οποίο η αλληλεγγύη των Ελλήνων και οι προσπάθειες των αξιωματικών της Σ.Σ.Α.
δεν είχαν κατορθώσει να επιτύχουν: την αποκατάσταση της ειρήνης μεταξύ των τριών
μεγάλων αντιστασιακών οργανώσεων.
Αύτη η ειρήνη -προσωρινή, πρέπει αμέσως να σημειωθή-έγινε σιωπηρά, μόνη της, και οι
τρεις οργανώσεις επωφελήθηκαν ώστε να αναδιοργανωθούν και να δυναμώσουν. Την
εξεμεταλλεύθη πολύ επιδέξια και η Σ.Σ.Α. και κατόρθωσε να συγκεντρώση αντιπροσώπους
τους στην Πλάκα της Ηπείρου, κοντά σ' ένα από τα αγριότερα τοπία. Εκεί, στις 29
Φεβρουαρίου του 1944, υπεγράφη μια νέα συμφωνία μεταξύ ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ.
Η Συμφωνία της Πλάκας απετέλεσε τη βάση όλων των συμφωνιών που επέτρεψαν
αργότερα στην εξόριστη Κυβέρνηση να επιστρέψη στην Ελλάδα. Τότε, εξησφάλισε μιαν
ανάπαυλα και τον ανεφοδιασμό όλης της ενόπλου Αντιστάσεως από τους Συμμάχους.
Με τη Συμφωνία της Πλάκας, οι οργανώσεις ανελάμβαναν την υποχρέωση να μην πολεμούν
μεταξύ τους, να περιορίζωνται στις περιοχές που καθεμιά κατείχε, και να πολεμούν τον
εχθρό από κοινού και χωριστά. Η Συμφωνία περιελάμβανε και άλλους όρους μικρότερης
σημασίας. Είχε τις υπογραφές των αντιπροσώπων των τριών οργανώσεων, του
πρωτεργάτου της Κρις, δηλαδή του Συν ταγματάρχου Woodhouse, και του βοηθού του, του
Αμερικανού αξιωματικού G. Κ. Wines. Ο Κρις υπέγραφε για λογαριασμό "του Ελληνικού
Γενικού Στρατηγείου και της Σ.Σ.Α.", ο Wines για την "Σ.Σ.Α., μέλος των Η.Π.Α."
Τόσα θολά νερά -και τόσο αίμα- είχαν κυλήσει υπό τας γεφύρας, ώστε αυτή τη φορά κανείς
δεν επιτρεπόταν να έχη ψευδαισθήσεις. Εν τούτοις, επειδή με τη Συμφωνία της Πλάκας

καθένας κάτι κέρδιζε, όλοι, χωρίς να είναι βέβαιοι για τίποτε, έτρεφαν μερικές ελπίδες.
Τα γεγονότα, κρινόμενα εκ των υστέρων, γεννούν απορίες και προκαλούν την αυστηρή
κριτική. Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα. Μόνο εκείνοι που έζησαν με κάποιο αίσθημα
ευθύνης κρίσιμες και δυσχερείς ημέρες της Ιστορίας γνωρίζουν πόσο αυτό είναι άδικο. Εκ
των υστέρων, όλα φαίνονται απλά και σαφή. Η εξέλιξη δεν είναι πλέον δυνατή -έχει
ολοκληρωθή. Δίνει την εντύπωση ότι ήταν τόσο σαφώς αιτιολογημένη, ώστε οι εκ των
υστέρων κρίνοντες διερωτώνται πως οι ενδιαφερόμενοι δεν αντελήφθησαν την πραγματική
έννοια των γεγονότων. Αντιθέτως, την ώρα της δράσεως όλα είναι θολά και περίπλοκα, το
αύριο είναι αβέβαιο και άγνωστο, και μπορεί να εξελίχθη προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Αυτό συμβαίνει προ παντός όταν ένας από τους μεγάλους παράγοντες των εξελίξεων
στοχάζεται κατά τρόπο περίπλοκο. Είναι τότε πολύ πιο δύσκολο να καταλάβη κανείς τις
προθέσεις του. Το καταλαβαίνει αργότερα, από τα πρώτα αποτελέσματα, αλλά τότε είναι
συχνά πολύ αργά.
Στις αρχές Μαρτίου 1944, στην ελληνική σκηνή, ο παράγων αυτός ήταν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ,
ισχυρό λόγω της υλικής δυνάμεώς του, λόγω της ιδιόμορφης μυστικοπάθειάς του, λόγω του
μυστικού προγραμματισμού του, λόγω της ολιγάριθμης και συγκεντρωτικής ηγεσίας του,
λόγω της ελευθερίας του στην επιλογή των μέσων ενεργείας, ελευθερίας που είχε διδαχθή
και εφαρμοσθή από τον Λένιν και τον Στάλιν. Οι μεμυημένοι ΕΑΜίτες ήταν τέλος ισχυροί και
από μιας άλλης απόψεως: είχαν μόνον ένα σκοπό, υπηρετούσαν μια θρησκεία.
Αντιθέτως, στους άλλους αντιστασιακούς, πολλοί, χωρίς να παραμελούν τη δική τους
θρησκεία (το δικό τους "πιστεύω"), ήταν συγχρόνως προσηλωμένοι σε αντιλήψεις και σε
έριδες που είχαν προ πολλού ξεπερασθή. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι κάτι εντελώς νέο
συνέβαινε. Πρέπει, άλλωστε, να ομολογηθή ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, δεδομένου ότι η
τακτική του ΕΑΜ, δηλαδή του Κ.Κ.Ε. που το ήλεγχε, ήταν στις αρχές επιδέξια και ασαφής.
Ήρκεσαν όμως λίγες εβδομάδες για να γίνη αντιληπτό ότι την προσωρινή ανάπαυλα θα
διεδέχετο μια τρομερή περίοδος.
Στις 26 Μαρτίου 1944 ανηγγέλλετο η δημιουργία μιας Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής
Απελευθερώσεως - ΠΕΕΑ. Ένας από τους ηγέτας της ΕΚΚΑ, ο Συνταγματάρχης Μπακιρτζής,
αποχωρούσε από την οργάνωσή του για να γίνη Πρόεδρός της. Προσωπικότητες με
προοδευτικές τάσεις και καλό όνομα (όπως π.χ. ο Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου
Σβώλος) γίνονταν μέλη της ΠΕΕΑ ή στελέχη της νέας διοικήσεως.
Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι του λοιπού θα υπήρχε μια "Κυβέρνηση των Βουνών".

Πολλοί διηρωτώντο αν επρόκειτο περί της αρχής μιας πολιτικής λύσεως του μεγάλου
απειλητικού δράματος, ή αν το δράμα περιεπλέκετο. Αν το Κ.Κ.Ε. υποχωρούσε και
συνεργαζόταν με πρόσωπα κύρους, ή αν έστηνε παγίδα. Μέσα στην απελπισία, οι ελπίδες
ήταν ισχυρότερες από τις αμφιβολίες.
Αλλά μετά από δύο ημέρες το Πρακτορείο Τας και το ραδιόφωνο της Μόσχας επετίθεντο
κατά της Κυβερνήσεως του εξωτερικού και έλεγαν ότι δεν αντιπροσώπευε τίποτε, ενώ ως
τότε είχαν υποστηρίξει την εξόριστη Κυβέρνηση. Ο Τίτο επίσης έσπευδε να αναγνώριση
επισήμως την ΠΕΕΑ. Επρόκειτο περί κακών οιωνών. Επηκολούθησαν άλλοι, χειρότεροι.
Στις 31 Μαρτίου, στην Αίγυπτο, αξιωματικοί του Στρατού, του Ναυτικού και της
Αεροπορίας, ζήτησαν από τον Πρωθυπουργό Τσουδερό να παραιτηθή. Ο Τσουδερός
παραιτήθηκε αμέσως, αλλά παρέμεινε στη θέση του μέχρις ότου σχηματισθή Κυβέρνηση
δεκτή από τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Επρόκειτο περί διαβήματος αριστεριζόντων αξιωματικών, ή και απλώς δημοκρατικών, οι
οποίοι δεν είχαν καταλάβει τίποτε, και οι οποίοι, συχνά χωρίς να το θέλουν, ανεμείχθησαν
σε μια αληθινή ανταρσία του Στρατού και του Ναυτικού. Μετά από μερικές ημέρες, πολλοί
αξιωματικοί συνελήφθησαν από τους στρατιώτες τους, άλλοι ερρίφθησαν στη θάλασσα από
τους ναύτες τους.
Αιφνιδιασμένοι

από

αυτή

τη

θύελλα,

ο

Τσουδερός

και

ο

Σοφοκλής

Βενιζέλος

τηλεγραφούσαν στην ΠΕΕΑ και ζητούσαν τη μεσολάβησή της. Ο Γεώργιος ο Β' επέστρεφε
επειγόντως από το Λονδίνο και δήλωνε ότι, μετά την απελευθέρωση της Χώρας, ο λαός θα
αποφαινόταν επί του καθεστώτος της προτιμήσεώς του.
Στις 13 Απριλίου ο Βενιζέλος έπαιρνε την εντολή να σχηματίση τη νέα Κυβέρνηση. Ο
Τσουδερός δεν συμμετείχε. Δέσποζαν σ' αυτήν οι αντίθετοι προς τη δικτατορία Μεταξά, και
ο Ναύαρχος Βούλγαρης, παλαιός δημοκρατικός, άνδρας ισχυρός και άμεμπτος, ετίθετο
επικεφαλής του Ναυτικού. Τέλος, στις 17 του μηνός, ο Βενιζέλος ανήγγειλε ότι
αντιπρόσωποι των τριών αντιστασιακών οργανώσεων έφθαναν στο Κάιρο προς διεξαγωγήν
συνεννοήσεων για τον σχηματισμό Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος.
Δεν πρόφθασε καν να ελπίση κανείς. Η ασυνεννοησία άρχισε πάλι πολύ οξύτερη. Η
ατμόσφαιρα δεν ήταν καθόλου ατμόσφαιρα εθνικής ενότητος.
Την ίδια ημέρα που ο Βενιζέλος ανήγγειλε την άφιξη των αντιπροσώπων της Αντιστάσεως,
ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ κύκλωσαν τον "άψογο και άφοβο στρατιώτη", τον

Συνταγματάρχη Ψαρρό, και μετά από πενθήμερες φοβερές συγκρούσεις, εξολόθρευσαν την
ΕΚΚΑ. Ο ίδιος ο Ψαρρός και μερικοί αξιωματικοί του συνελήφθησαν σ' ένα φαράγγι και
εσφάγησαν με μαχαίρια. Μερικοί από τους ως εκ θαύματος διασωθέντας αξιωματικούς,
έξαλλοι από οργή, έσπευσαν να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας...
Αντιθέτως, οι επιθέσεις που έγιναν τις ίδιες εκείνες ημέρες κατά των τμημάτων του Ζέρβα,
δεν απέδωσαν πολλά πράγματα, γιατί ο ΕΔΕΣ ήταν πολύ ισχυρότερος και κατείχε καλύτερες
θέσεις. Ταυτοχρόνως, στην Αίγυπτο η ανταρσία έπαιρνε διαστάσεις. Πολλά τμήματα του
Στρατού και μονάδες του Ναυτικού διοικούντο πλέον από επιτροπές υπαξιωματικών,
στρατιωτών και ναυτών.
Τη νύκτα της 22ας, ο Ναύαρχος Βούλγαρης ανέθετε σε ομάδες αξιωματικών να
αναρριχηθούν στα επαναστατημένα πλοία, και να τα ανακαταλάβουν. Το κατόρθωσαν,
αφήνοντας στα καταστρώματα και στα κύτη νεκρούς και τραυματίες από τις δύο
παρατάξεις. Στις 24, αγγλικά στρατεύματα αφόπλιζαν μια ελληνική ταξιαρχία, ενώ μια άλλη
ετίθετο υπό επιτήρησιν.
Οι θέσεις γίνονταν σαφείς, τα μίση βαθύτατα.
Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα, έφθασαν στην Αίγυπτο οι αντιπρόσωποι των ελληνικών
βουνών. Μεταξύ αυτών βρισκόταν ο νέος και σπινθηροβόλος Καρτάλης, ο πολιτικός
αρχηγός της ΕΚΚΑ.
Ένας άλλος πολιτικός είχε φθάσει στην Αίγυπτο λίγο νωρίτερα. Δύο φορές πιο ηλικιωμένος
από τον Καρτάλη, τρεις φορές πιο πονηρός, τέσσερεις φορές καλύτερος ρήτωρ: ο Γεώργιος
Παπανδρέου.
Δεν ενέπνεε μεγάλη εμπιστοσύνη, ούτε καν στους βενιζελικούς-δημοκρατικούς από τους
οποίους προήρχετο, γιατί είχε συχνά αλλάξει στρατόπεδο, αλλά ήταν νεοφερμένος, δεν είχε
εκτεθή στις έριδες της Μέσης Ανατολής και ήταν δεξιοτέχνης στις διαπραγματεύσεις. Σ'
αυτόν λοιπόν ανετέθη η προεδρία μιας διασκέψεως, η οποία συνήλθε στο Λίβανο με την
ελπίδα να επιτευχθή, παρ' όλα όσα είχαν συμβή, μια κάποια εθνική ενότης.
Το Κ.Κ.Ε. είχε επιμείνει να αντιπροσωπευθούν στη Διάσκεψη του Λιβάνου το Κόμμα, το
ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΠΕΕΑ χωριστά, και κατ' ανάγκην αυτό είχε γίνει δεκτό. Αλλά έτσι, όλοι
αυτοί οι αντιπρόσωποι, μερικοί των οποίων δεν ήταν κομμουνισταί, βρέθηκαν εκεί, όλοι
μαζί, στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο Καρτάλης υπήρξε τρομερός κατήγορός των,
επικαλούμενος αποδείξεις αδιάψευστες όσο και δραματικές ως προς την εκτέλεση του

εξαιρέτου ανθρώπου που ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός της ΕΚΚΑ, ο Συνταγματάρχης
Ψαρρός. Όλοι οι συμμετέχοντες στη Διάσκεψη υπήρξαν σκληρότατοι έναντι των
αντιπροσώπων της Αριστεράς.
Άνθρωποι όπως οι Καθηγηταί του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Σβώλος και Αγγελόπουλος,
μέλη της ΠΕΕΑ, αντελήφθησαν για πρώτη φορά που ακριβώς βρίσκονταν.
Μετά όμως από τετραήμερες (17-20 Μαΐου) οξύτατες συζητήσεις και με μερικές επιφυλάξεις
των αντιπροσώπων της Άκρας Αριστεράς, η "Συμφωνία του Λιβάνου" έγινε αποδεκτή από
όλους. Ως προς τις ανταρτικές οργανώσεις, η Συμφωνία ήταν κατ' ουσίαν μια επανάληψη
του Συμφώνου της Πλάκας, αλλά δεν περιοριζόταν σ' αυτό: ανέφερε τη "βασιλεία του
τρόμου" που επικρατούσε στην Ελλάδα, μιλούσε για τη στρατιωτική προσπάθεια στην
Αίγυπτο, όπως και για τις πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες "της απελευθερώσεως της
Ελλάδος (...) από μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος".
Στις 24 Μαΐου σχηματιζόταν Κυβέρνηση Παπανδρέου. Συμμετείχαν μερικοί από όσους
έλαβαν μέρος στη Διάσκεψη του Λιβάνου, και πέντε θέσεις έμεναν κενές για να τις
καταλάβουν οι αντιπρόσωποι της Άκρας Αριστεράς. Οι τελευταίοι για να εισέλθουν στην
Κυβέρνηση, ήθελαν να πάρουν "την έγκριση των βουνών", όπου ο Σαράφης και ένα μέλος
του Κ.Κ.Ε. (ο Πορφυρογένης) είχαν πάει για να αναφέρουν όσα είχαν συμβή και
συμφωνηθή στον Λίβανο.
Και επήλθε πάλι το πολιτικό αδιέξοδο.
Τα βουνά της Ελλάδος αμφισβήτησαν εκ νέου την ειλικρίνεια και τη λογική της Μέσης
Ανατολής. Η τελευταία απήντησε στον ίδιο τόνο. Είναι περιττό να μνημονευθούν εδώ οι
λεπτομέρειες του θλιβερού παιχνιδιού, που διήρκεσε δύο μήνες και που ήταν ένα παιχνίδι
πονηρίας, δόλου και κάποτε αίματος. Τίποτε το νέο δεν προσετίθετο στην ατμόσφαιρα που
έχει ήδη περιγραφή.
Ας μνημονευθή, παρ' όλα αυτά, ένα αξιοπρόσεκτο γεγονός: μια σειρά άτυχων γεγονότων
και ασαφών πληροφοριών επέτρεπαν ερμηνείες που πράγματι μπορούσαν να θέσουν εν
αμφιβολία την ειλικρίνεια των Βρετανών και της Κυβερνήσεως του εξωτερικού.
Λόγω διαφόρων ενδείξεων φαίνεται, ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, κάπως βάσιμα, υποψιαζόταν ότι
ήθελαν να το εξολοθρεύσουν. Εντούτοις, αυτό δεν ήταν ακριβές. Πρώτον, επειδή ήταν
απλούστατα πρακτικώς αδύνατο. Δεύτερον, επειδή όλες ανεξαιρέτως οι περιπτώσεις για τις
οποίες μόλις έγινε υπαινιγμός, μπορούσαν να δικαιολογηθούν. Παραδείγματος χάρη, η

σοβαρότερη ένδειξη που επεκαλείτο το ΕΑΜ ήταν ότι τον Ιούλιο, δηλαδή μετά τη Διάσκεψη
του Λιβάνου, ο Ζέρβας είχε επιτεθή κατά του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και το είχε
υποχρεώσει να εγκαταλείψη τις θέσεις του, χωρίς η Σ.Σ.Α. να επέμβη. Η απάντηση,
στηριγμένη σε αποδείξεις που προσεκόμιζαν οι επί τόπου αξιωματικοί της Σ.Σ.Α. και ο ΕΔΕΣ,
ήταν ότι το σύνταγμα αυτό του ΕΛΑΣ είχε εξέλθει των ορίων που είχαν ορισθή με το
Σύμφωνο της Πλάκας και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο παρεμπόδιζε όλες τις επιχειρήσεις που ο
ΕΔΕΣ διεξήγε επί της κεντρικής οδού που οδηγούσε στο λιμάνι της Αυλώνος.
Αλλά όλα αυτά, προφάσεις ή βάσιμοι λόγοι, δεν αποτελούσαν την ουσία του θέματος. Η
ουσία ήταν ότι, ενώ θεαματικές αλλαγές σημειώνονταν στα μέτωπα της Ρωσίας και της
Ιταλίας, όπως και στο εσωτερικό των βαλκανικών χωρών, το ελληνικό πολιτικό αδιέξοδο
έμενε στο νεκρό του σημείο. Η μόνη αλλαγή επήρχετο στον στρατιωτικό τομέα, αλλά είχε
μια γενικότερη σημασία, γιατί δυνάμωνε το κύρος της Κυβερνήσεως Παπανδρέου.
Πράγματι, δύο ελληνικές μοίρες αεροπλάνων πολεμούσαν στην Ιταλία, και μια ορεινή
ταξιαρχία ήταν καθ' όλα έτοιμη να δράση στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Ιταλίας. Η
εκκαθάριση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων είχε αρκετά καλά δημιουργήσει και πάλι την
"ελεύθερη Ελλάδα του εξωτερικού".

Από τη μαγική ράβδο στην τραγική αναμέτρηση
Την εποχή εκείνη, ούτε το κύρος της νέας Κυβερνήσεως, που όλοι οι Σύμμαχοι, πλην των
Σοβιετικών, υπεστήριζαν θερμά, ούτε οι προσπάθειες της Σ.Σ.Α. κατόρθωσαν να βρουν
διέξοδο και να δώσουν λύση στο ελληνικό πολιτικό πρόβλημα. Μια "μαγική ράβδος" έλυσε
το πρόβλημα σε λίγες μέρες και χωρίς συζητήσεις.
Το βράδυ της 25ης Ιουλίου 1944, ένα ρωσικό αεροπλάνο ζητούσε από τον διοικητή μιας
αγγλοαμερικανικής βάσεως της Ιταλίας την άδεια να απογειωθή για να κάμη μια πτήση
νυκτερινής εκπαιδεύσεως. Την ίδια νύκτα, το αεροπλάνο αυτό προσγειωνόταν στο Γενικό
Στρατηγείο του Τίτο: παρελάμβανε δέκα Ρώσους αξιωματικούς υπό τας διαταγάς ενός
συνταγματάρχου ονομαζόμενου Ποπώφ. Δύο από αυτούς ερρίφθησαν με αλεξίπτωτο στη
Μακεδονία, και την αυγή το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο ορεινό αεροδρόμιο του ΕΛΑΣ,
στη Δυτική Θεσσαλία.
Εδώ πρέπει να ανοιχθή μια παρένθεση, για να μνημονευθούν μερικά γεγονότα που
προηγήθησαν και ακολούθησαν την άφιξη της αποστολής Ποπώφ, διαφορετικά ο μη
ενήμερος αναγνώστης δεν θα μπορούσε να αντιληφθή την αλληλουχία των γεγονότων,
ιδίως των γεγονότων κατά τον χειμώνα 1944-45.

Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1944 είχε γίνει στο Λονδίνο και στην Ουάσιγκτον ανταλλαγή
απόψεων μεταξύ Βρετανών, Αμερικανών και Ρώσων, με το σκοπό να έχουν τον κύριο λόγο
μέχρι της τελικής νίκης, οι πρώτοι στην Ελλάδα και οι τελευταίοι στη Ρουμανία. Παρά
μερικούς δισταγμούς εκ μέρους των Αμερικανών και κατά δεύτερο λόγο των Ρώσων,
επετεύχθη

ένα

είδος

συμφωνίας,

πολύ

μυστικής

και

όχι

σαφώς

καθορισμένης,

"δοκιμαστικώς και για τρεις μήνες". Η συμφωνία επραγματοποιήθη πλήρως επί ανωτάτου
επιπέδου τρεις μήνες αργότερα.
Τον Σεπτέμβριο του 1944, τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν εισέλθει στη Βουλγαρία, τη
Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Ο Τσώρτσιλ ήθελε να ξέρη που βρίσκεται και γνώριζε ότι
δεν μπορούσε να χάση χρόνο. Γνώριζε επίσης ότι, αν οι υποχρεώσεις που ανελάμβαναν οι
Σύμμαχοι ήταν έκτακτες και προσωρινές, αυτό δεν εμπόδιζε να υποθηκεύεται κατ' ουσίαν το
μέλλον κατά τρόπο μόνιμο. Την 9η Οκτωβρίου 1944, στη Μόσχα, αφού ρύθμισε με τον
Στάλιν ορισμένα άλλα θέματα, αντιμετώπισε ευθέως το θέμα. Αλλ' ας αφήσουμε τον
Ουίνστον Τσώρτσιλ να διηγηθή ο ίδιος αυτή τη σκηνή, την εκπληκτική από πολλές απόψεις:
"Δήλωσα: Ας τακτοποιήσουμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια. Τα στρατεύματα σας
βρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Έχουμε στις χώρες αυτές συμφέροντα,
αποστολές, πράκτορες. Ας αποφύγουμε να συγκρουσθούμε επί θεμάτων που δεν αξίζουν
τον κόπο. Ως προς ό,τι αφορά τη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία, τι θα λέγατε για μια
υπεροχή κατά 90% υπέρ ημών στην Ελλάδα και για μια ισοτιμία 50% στη Γιουγκοσλαβία;
"Ενώ μετέφραζαν όσα είπα, έγραψα σε μισή κόλλα χαρτί:
Ρουμανία

Ελλάς

Ρωσία

90%

οι άλλοι

10%

Μεγάλη Βρετανία

90%

(με τη συμφωνία των Η.Π.Α.)
Οι άλλοι

10%

Γιουγκοσλαβία

50%

Ουγγαρία

50%

Βουλγαρία

Ρωσία

75%

Οι άλλοι

25%

"Έσπρωξα το χαρτί μπρος στον Στάλιν, που είχε ήδη ακούσει τη μετάφραση. Επεκράτησε
μια μικρή σιγή και κατόπιν πήρε ένα μπλε μολύβι, έκαμε στο χαρτί ένα χονδρό σήμα

συμφωνίας, και κατόπιν το επέστρεψε. Το όλο θέμα τακτοποιήθηκε σε λιγότερο χρόνο από
ό,τι χρειάζεται κανείς για να γράψη τα παραπάνω. Επεκράτησε κατόπιν μια μακριά σιγή. Το
χαρτί με το μπλε σήμα έμενε στο κέντρο του τραπεζιού. Τελικώς είπα: -Δεν θα βρουν λίγο
κυνικό να φαινόμαστε ότι ρυθμίζουμε κατά τρόπο τόσο πρόχειρο αυτά τα προβλήματα, από
τα οποία εξαρτάται η τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων; Ας το κάψουμε αυτό το
χαρτί. -Όχι, κρατήστε το, είπε ο Στάλιν."
Όλα αυτά, δεν ήταν γνωστά τότε -ούτε καν μετά τη νίκη-στους αρχηγούς του Κ.Κ.Ε.
Μερικές ενδείξεις επιτρέπουν την υποψία ότι σε μια μη ακριβώς καθοριζομένη ημερομηνία οι
Σοβιετικοί άφησαν αορίστως να καταλάβη ο Σιάντος ότι είχε παραχωρηθή στους Βρετανούς
μια προνομιούχος θέση στην Ελλάδα· αλλά και αυτό δεν είναι βέβαιο. Εν πάση περιπτώσει,
ούτε αυτός ούτε οι άλλοι ηγέται του Κόμματος γνώριζαν ακριβώς τι συνέβαινε, ούτε
υποψιάσθηκαν ότι το Κ.Κ.Ε. είχε εγκαταλειφθή από την "Πατρίδα του Σοσιαλισμού", την
οποία υπεστήριζε και την οποία υπερασπιζόταν με τόση επιμονή και τόσες θυσίες.
Αν το γνώριζαν, θα είχαν ακολουθήσει άλλη γραμμή; Πώς να απάντηση κανείς;... Εκείνοι
που έζησαν από κοντά τον κομμουνισμό εν πορεία, ξέρουν ότι για ορισμένες κατηγορίες
πιστών, η Μόσχα είχε πάντοτε δίκαιο, οτιδήποτε και αν συνέβαινε.
Επί της εποχής του Στάλιν, κομμουνισταί όπως ο Τίτο ήταν πολύ σπάνιοι...
Αξίζει όμως να διερωτηθή κανείς: γιατί ο Στάλιν είχε υποχωρήσει τόσο εύκολα;
Βεβαίως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι κατηγορηματική. Δεν θα είναι όμως ίσως κανείς
μακριά από την αλήθεια, αν σκεφθή τα ακόλουθα: ο Στάλιν είχε επιτύχει ό,τι ήθελε για
πολλά και μεγάλα θέματα (Πολωνία, Βαλτικές χώρες κτλ.), αλλά όλα αυτά δεν είχαν
οριστικώς ρυθμισθή. Συγχρόνως, η δύναμή του είχε επεκταθή και στα Βαλκάνια, όπου,
μεταξύ άλλων, είχε επιτύχει εκείνο που περισσότερο επιθυμούσε -να έχη τα χέρια ελεύθερα
στη Βουλγαρία, προπύργιο που δέσποζε στον Βόσπορο και στα Δαρδανέλλια.
Έπρεπε λοιπόν κάτι να παραχωρήση, αν ήθελε να διατηρήση καλές σχέσεις με τους
Συμμάχους, που του ήταν ακόμη πολυπλεύρως χρήσιμοι. Φαίνεται, συνεπώς, να θεώρησε
τότε την Ελλάδα ως το καλύτερο αντάλλαγμα που μπορούσε να προσφέρη, δεδομένου ότι
ο Τσώρτσιλ απέδιδε σ' αυτήν μεγάλη σημασία.
Προς υποστήριξη αυτής της σκέψεως, και για να αντιληφθή κανείς πως την εκμεταλλευόταν
ο Στάλιν, ας σημειωθή εδώ μια λεπτομέρεια της Γιάλτας: όταν ο Στάλιν είχε ζητήσει να
υποστηρίξουν οι Τρεις Μεγάλοι τους πολιτικούς αρχηγούς που είχαν λάβει ενεργό μέρος

στον αγώνα κατά του κατακτητού, είχε σπεύσει να καθησύχαση τον Τσώρτσιλ ως προς την
Ελλάδα. Εκεί, είχε βεβαιώσει, "θα ήταν πολύ επικίνδυνο ο Πρωθυπουργός (δηλαδή ο
Τσώρτσιλ) να επιτρέψη σε άλλες δυνάμεις εκτός από τις βρετανικές να εισέλθουν στη
Χώρα".
Επρόκειτο, συνεπώς, περί των μικρών ανταλλαγμάτων τα οποία παραχωρούσε για να λάβη
τα μεγαλύτερα.
Εξάλλου, και αυτά ακόμη δεν ήταν βέβαιο ότι τα παραχωρούσε πραγματικά. Κατά τη λογική
του και τη νοοτροπία του, τα παραχωρούσε για όσον καιρό οι συνθήκες δεν του επέτρεπαν
να αλλάξη στάση.
Η ωμότερη γνωστή απόδειξη αυτής της νοοτροπίας είναι η ακόλουθη: Στον Τίτο, ο οποίος
ηρνείτο επιμόνως να επαναφέρη τον νεαρό Βασιλέα Πέτρο, είχε πει με πολλή ηρεμία: "Δεν
είναι ανάγκη να τον ξαναφέρης για πάντα. Ξαναπάρε τον προσωρινά, και στην πρώτη
ευκαιρία τον μαχαιρώνεις ήσυχα-ήσυχα στην πλάτη" (από το βιβλίο του Dedijer "Tito
parle").
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίσκεψη της αποστολής Ποπώφ στα ελληνικά βουνά φαίνεται
να είχε ως σκοπό την ενημέρωση του Στάλιν από πρώτο χέρι και από αυτόν τον ίδιο τον
τόπο του αγώνος. Λογικό ήταν να θέλη να γνωρίζη: έκαμε καλά αρχίζοντας να υποχωρή;
Έως που έπρεπε να φθάση; Θα μπορούσε, και πότε, "να μαχαιρώση στην πλάτη" αυτό που
είχε ήδη παραχωρήσει ή επρόκειτο να παραχωρήση;
Πριν να κλείση αυτή η παρένθεση, πρέπει να λεχθή ότι οι Βρετανοί πειράχθηκαν και
ανησύχησαν πολύ από αυτή τη σοβιετική επίσκεψη. Ήταν εντελώς απρόβλεπτη. Δεν είχαν
ενημερωθή. Για να οργανωθή, είχε χρησιμοποιηθή ένα τέχνασμα. Έτσι οργανωμένη,
εξήρχετο του πλαισίου των αγγλορωσικών συνεννοήσεων. Τέλος, ίσως από καθαρή
σύμπτωση, έγινε όταν οι αρχηγοί της Σ.Σ.Α. απουσίαζαν στο Κάιρο. Οι Βρετανοί δεν ήξεραν
τι σήμαιναν όλα αυτά. Ήταν πάρα πολύ ανήσυχοι.
Αντιθέτως, το Κ.Κ.Ε. ήταν ενθουσιασμένο. Έως τότε, δεν είχε επαφή με τη Μόσχα παρά
μόνο μέσω του Γενικού Στρατηγείου του Τίτο. Επαφή δύσκολη, που εξάλλου τραυμάτιζε το
φιλότιμο των Ελλήνων κομμουνιστών. Τώρα, οκτώ Ρώσοι αξιωματικοί, υπό τας διαταγάς
ενός συνταγματάρχου, ανελάμβαναν ένα δύσκολο ταξίδι για να τους επισκεφθούν.7 Το
Κ.Κ.Ε. δεχόταν κάποια περιποίηση και επιτέλους θα έπαιρνε σοβιετική βοήθεια, την οποία
πολλές φορές, αλλά εις μάτην, είχε ζητήσει.

Δεν συνέβη τίποτε από όλα αυτά. Στο τέλος, οι Βρετανοί ήταν ευχαριστημένοι και οι άλλοι
ήταν απογοητευμένοι: το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ δέχθηκε ψυχρή μεταχείριση από όλα τα μέλη της
σοβιετικής αποστολής και δεν έλαβε καμιά υπόσχεση υλικής βοηθείας. Τους εδόθησαν,
αντιθέτως, συμβουλές, που πιθανότατα δεν ήταν εκείνες που περίμεναν. Τους εδόθησαν
μάλιστα οι συμβουλές χωρίς καν να μπορούν να τις συζητήσουν. Γιατί ό,τι ουσιαστικό
επρόκειτο να λεχθή, ελέχθη μόνον στον Σιάντο, ο οποίος είχε μακρά συνομιλία, εντελώς
μόνος, με τον Συνταγματάρχη Ποπώφ.
Οι Ρώσοι, από το άλλο μέρος, φαίνεται ότι ανέμεναν να βρεθούν ενώπιον ενός ερυθρού
στρατού αναλόγου με τον στρατό του Τίτο. Απεγοητεύθησαν. Φαίνεται σήμερα βέβαιο ότι η
εισήγησή τους μιλούσε -αδίκως, άλλωστε- "περί μιας συναθροίσεως ενόπλων ανδρών, που
δεν άξιζε τον κόπο να τους βοηθήση κανείς".
Δεν είναι γνωστό τι ελέχθη με την ευκαιρία αυτή στα βουνά της Θεσσαλίας, ούτε ποιες ήταν
αργότερα οι επιπτώσεις των λεχθέντων. Το γεγονός είναι ότι στις 2 Αυγούστου, δηλαδή
μόνον μια εβδομάδα μετά την άφιξη του Συνταγματάρχου Ποπώφ, οι αντιπρόσωποι του
ΕΑΜ / ΕΛΑΣ στο Κάιρο, ήλθαν, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, σε επαφή με την Κυβέρνηση
Παπανδρέου. Η Κυβέρνηση έκαμε συνομιλίες μαζί τους αλλά δεν άλλαξε κατά τίποτε το
πρόγραμμά της, η ουσία του οποίου υπήρχε στη Συμφωνία του Λιβάνου.
Μετά από μερικές διαφωνίες και μερικές έριδες, τη 2α Σεπτεμβρίου έξι αντιπρόσωποι του
ΕΑΜ / ΕΛΑΣ ορκίζονταν μέλη της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος. Δύο από αυτούς, μεταξύ
των οποίων ο Ζέβγος, ο επιλεγόμενος "ο Ήρεμος", αντιπροσώπευαν το Κ.Κ.Ε. Ήταν τα μόνα
μέλη του Κόμματος που εισήρχοντο στην Κυβέρνηση Παπανδρέου.
Η τρομοκρατία, όμως, στην Ελλάδα δεν μειώθηκε. Αντιθέτως, γινόταν περισσότερο
καταθλιπτική στην επαρχία, περισσότερο απειλητική στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα, όλοι
ήταν πεπεισμένοι ότι ο ΕΛΑΣ προετοίμαζε την κατάληψη της πόλεως, ότι θα την
πραγματοποιούσε μόλις θα αναχωρούσαν οι Γερμανοί, και ότι μαζικές εκτελέσεις ήταν
πιθανές. Άλλωστε, στην ύπαιθρο, και ιδίως στην Πελοπόννησο, περιοχή γνωστή για τον
φιλοβασιλισμό της, είχαν ήδη γίνει πολλές εκτελέσεις.
Πάντως, στην Αίγυπτο, και κατόπιν στην Ιταλία, όπου μετεφέρθη αργότερα, ηρεμία
επικρατούσε στους κόλπους της Κυβερνήσεως Παπανδρέου. Το κύρος της είχε σοβαρά
ενισχυθή από δύο γεγονότα διαφορετικής φύσεως. Το ένα ήταν η επανάληψη του αγώνος
από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, και ιδίως η αρίστη δράση της Ορεινής Ελληνικής
Ταξιαρχίας στο ιταλικό μέτωπο: μαχόταν εκεί συνεχώς κατά των Γερμανών, στην πρώτη

γραμμή. Το άλλο, ήταν η υπογραφή στην Καζέρτα (26 Σεπτεμβρίου 1944) μιας συμφωνίας
μεταξύ αφ' ενός της Ανωτάτης Συμμαχικής Διοικήσεως (Στρατηγός Γουίλσον, Πρόσεδρος
Υπουργός Χάρολντ ΜάκΜίλλαν) και αφ' ετέρου του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ (Σαράφης-Ζέρβας).
Με το Σύμφωνο της Καζέρτας ανελαμβάνετο η υποχρέωση να τεθούν υπό τας διαταγάς του
Στρατηγού Σκόμπυ, αντιπροσώπου της Ανωτάτης Συμμαχικής Διοικήσεως, όλες οι δυνάμεις
των ανταρτών, όπως και οι τακτικές δυνάμεις που θα απεβιβάζοντο στην Ελλάδα.
Αναγνωριζόταν ότι κάθε πράξη αντίθετη προς τις διαταγές του Στρατηγού Σκόμπυ, θα
αποτελούσε κολάσιμη παράβαση. Καταδικάζονταν αυστηρά τα Τάγματα Ασφαλείας,
ανελαμβάνετο η υποχρέωση της απηνούς διώξεως των υποχωρούντων γερμανικών
στρατευμάτων. Ο Σαράφης και ο Ζέρβας ανελάμβαναν να επιβάλουν την τάξη στις περιοχές
των, αλλά η Αττική, και ορισμένες άλλες μικρές περιοχές της Χώρας, θα παρέμεναν υπό την
αρμοδιότητα του Στρατηγού Σπηλιωτοπούλου, ο οποίος θα ενεργούσε από κοινού με τη
Βρετανική Διοίκηση. Ορίζονταν, τέλος, μερικές άλλες λεπτομέρειες.
Όλα αυτά ήταν πολύ ωραία για να είναι αληθινά. Κανείς δεν ήλπιζε ότι θα εφαρμοζόταν
αυτό το Σύμφωνο, έστω και αν ήταν επίσημο και σαφώς διατυπωμένο. Το ήλπιζαν ακόμη
λιγότερο στην Ελλάδα. Όχι μόνο οι συμφωνίες που είχε ως τότε συνάψει ο ΕΛΑΣ δεν τον
είχαν ποτέ δεσμεύσει, αλλά είχαν επιπλέον προκαλέσει, αμέσως ή εμμέσως, φοβερά δεινά,8
και σε ορισμένες περιοχές η κατάσταση είχε πολύ χειροτερεύσει. Είχε προπαντός
χειροτερεύσει στην Πελοπόννησο, όπου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε αποστείλει στις
αρχές του θέρους τον Άρη και το σώμα των επιλέκτων του, των λεγομένων
"Μαυροσκούφηδων".
Στην Πελοπόννησο, τα Τάγματα Ασφαλείας, διοικούμενα καλά και βοηθούμενα από τον
πληθυσμό, είχαν κατορθώσει να επιβληθούν σε όλες τις πόλεις, σ' έναν ορισμένο αριθμό
χωριών και στους κυριότερους συγκοινωνιακούς κόμβους. Επρόκειτο -εκτός της Ηπείρουπερί της μόνης περιοχής, που δεν τελούσε υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ.
Ο Άρης εξόρμησε κατά της Πελοποννήσου για να εξολοθρεύση τα Τάγματα Ασφαλείας και
να αποκαταστήση το κύρος και την ισχύ των συντρόφων του. Προχώρησε αργά για να
οργανωθή καλά, και από τις 2 Σεπτεμβρίου ως τις τελευταίες ημέρες του μηνός εκεί νου
(δηλαδή όταν στην Αίγυπτο σχηματιζόταν η Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητος...) επετέθη
κατά των πόλεων και των μεγάλων χωριών της Νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Η Καλαμάτα,
η Πύλος, ο Μελιγαλάς, οι Γαργαλιάνοι και άλλες πόλεις υπήρξαν τα θέατρα σκληρών μαχών
και ακόμη σκληρότερων "κυρώσεων".

Οι ανθρωποσφαγές υπήρξαν άνευ προηγουμένου. Η μεγαλύτερη από όλες ήταν η σφαγή
του Μελιγαλά, που έγινε μεταξύ 12 και 16 Σεπτεμβρίου: 1.450 άνδρες, γυναίκες και παιδιά,
και περί τους 50 αξιωματικούς και άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκτελέσθηκαν, και
ερρίφθησαν σ' ένα μεγάλο πηγάδι, που σκεπάσθηκε με χώμα.9 Τίποτε δεν φαινόταν να
μπορή να σταματήση αυτό το κύμα της τρομοκρατίας. Οι αντιπρόσωποι της Σ.Σ.Α.
παρίσταντο ανίσχυροι θεαταί και περιορίζοντο να αναφέρουν τα γεγονότα στην Ανωτάτη
Διασυμμαχική Διοίκηση της Μέσης Ανατολής. Τελικά, η Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητος,
υπό την προεδρία του Γ. Παπανδρέου, με την έδρα της πάντοτε κοντά στην Καζέρτα, έκαμε
μια δοκιμή: απέστειλε επί τόπου ένα από τα σημαίνοντα μέλη της.
Το απόγευμα της 27ης Σεπτεμβρίου, ημέρας κατά την οποία είχαν γίνει πολλές εκτελέσεις
σε όλη την περιοχή, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απεβιβάσθη στην Καλαμάτα. Ο Άρης
απουσίαζε, γιατί προετοίμαζε την πολιορκία της Τριπόλεως, στο κέντρο της Πελοποννήσου.
Ο Π. Κανελλόπουλος έσπευσε να τον συναντήση στο σταθμό της διοικήσεώς του. Έφθανε
εγκαίρως για να αποτρέψη μεγάλη αιματοχυσία. Και επρόκειτο να είναι μεγάλη η
αιματοχυσία, γιατί από το ένα μέρος ο Άρης και οι "Μαυροσκούφηδες" ήθελαν να
καταλάβουν οπωσδήποτε την Τρίπολη, αλλά, από το άλλο μέρος, ο πληθυσμός της πόλεως
και τα Τάγματα Ασφαλείας, που εκεί διέθεταν και πυροβολικό, είχαν αποφασίσει να
αγωνισθούν μέχρις εσχάτων.
Ο

Κανελλόπουλος,

όμως,

κατόρθωσε

να

ματαιώση

την

αιματηρή

σύγκρουση.

Επικαλούμενος το Σύμφωνο της Καζέρτας, που είχε μεταδοθή δια του BBC, πείθοντας τα
Τάγματα Ασφαλείας να καταθέσουν τα όπλα και να φύγουν για ένα νησί, και εμφανιζόμενος
μέσα στην πόλη δίπλα στον Άρη -πράγμα που του στοίχισε αργότερα πολλές άδικες
κατηγορίες- κατόρθωσε να αποφύγη την αιματοχυσία, που επρόκειτο να είναι η μεγαλύτερη
από όσες είχαν σημειωθή ως τότε στον αδελφοκτόνο αγώνα.
Χάρις στο Σύμφωνο της Καζέρτας, περιορίσθηκε επίσης η αιματοχυσία στην Αθήνα και έγινε
δυνατή, μετά από ένα εικοσαήμερο, η αναίμακτη απόβαση στην Αττική της Κυβερνήσεως
του εξωτερικού.
Κυβερνητικός απεσταλμένος στην περίπτωση αυτή υπήρξε ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, νέος
και λαμπρός Καθηγητής του Δικαίου. Προσγειώθηκε στη Θεσσαλία τις εντελώς πρώτες
ημέρες του Οκτωβρίου μαζί με τον Αντρέα Ζέβγο, ένα από τα σημαντικότερα μέλη του
Κ.Κ.Ε. Έπειτα από συνεχή πορεία αρκετών ημερών, έφθασε στην Αθήνα στις 10 του μηνός.
Στην ατμόσφαιρα μίσους και τρόμου που βασίλευε εκεί, η αποστολή του ήταν και
επικίνδυνη και λεπτή. Παρ' όλα αυτά, απευθυνόμενος πότε στον ΕΛΑΣ μέσω του Ζέβγου,

πότε στους φλογερούς πατριώτες της Αντιστάσεως των Αθηνών μέσω του Αρχιεπισκόπου,
του Στρατηγού Σπηλιωτοπούλου ή του Αρχηγού της Αστυνομίας Έβερτ, που έχαιραν όλοι
της γενικής εκτιμήσεως, απευθυνόμενος κάποτε και απευθείας στον πληθυσμό, ο
Θεμιστοκλής Τσάτσος κατόρθωσε να φέρη σε αίσιο πέρας την αποστολή του, και να
βοηθήση

την

πρωτεύουσα

να

επανεύρη

κάποια

ηρεμία.

Επρόκειτο

περί

προπαρασκευαστικής εργασίας, δύσκολης και πολύτιμης.
Εάν λοιπόν τίποτε δεν άλλαξε για το άμεσο μέλλον, εφόσον όλα εξηρτώντο από την
ισορροπία των δυνάμεων, το Σύμφωνο της Καζέρτας είχε πολύ αλλάξει την κατάσταση της
στιγμής. Είχε περιορίσει τον φοβερό αδελφοκτόνο αγώνα και είχε τελικά επιτρέψει την
αποβίβαση μιας Εθνικής Κυβερνήσεως, την οποία συνόδευσαν συμμαχικά και ελληνικά
στρατεύματα.
Δοθέντος ότι ο ΕΛΑΣ ήταν στην πράξη κύριος όλης της Χώρας, επρόκειτο περί τεραστίας
επιτυχίας των εθνικοφρόνων δημοκρατικών δυνάμεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε': Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ TOΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η αναγγελία της θύελλας
Στις 17 Οκτωβρίου 1944, μέσα σ' ένα παραλήρημα ενθουσιασμού και συγχύσεως, η
Κυβέρνηση ανελάμβανε την εξουσία στην Αθήνα.
Οι αδιάλλακτες κατευθύνσεις, των οποίων ο Άρης Βελουχιώτης ήταν ο μέγας σημαιοφόρος,
φαίνονταν να έχουν εγκαταλειφθή. Έγινε όμως συντομώτατα αντιληπτό ότι είχαν
προσωρινά μόνο τοποθετηθή σε δεύτερη μοίρα, και ότι επρόκειτο περί του τέλους του
"πρώτου γύρου". Ο δεύτερος θα άρχιζε έπειτα από λίγες εβδομάδες και θα ήταν πολύ
αιματηρότερος.
Με την επιστροφή της Κυβερνήσεως, το μόνο ζήτημα που είχε πράγματι αντιμετωπισθή
ήταν εκείνο που είχε εξάψει αρκετά πάθη, αλλά που ήταν εντελώς δευτερεύον: το ζήτημα
της θέσεως του Γεωργίου του Β'. Αντί να επιστρέψη με την Κυβέρνηση, και το καθεστωτικό
ζήτημα να λυθή δια δημοψηφίσματος -αυτή τη λύση προτιμούσε και αυτή την υποχρέωση
είχε αναλάβει- ο Βασιλεύς είχε τελικά δεχθή να παραμείνη στο Λονδίνο μέχρι της
διεξαγωγής δημοψηφίσματος επί του καθεστωτικού ζητήματος της Χώρας.
Βεβαίως, αυτό δεν προσέφερε καμιά λύση στα ουσιαστικά ζητήματα. Και αν η "αναίμακτος

απελευθέρωσις" αποτελούσε αναμφισβήτητη επιτυχία, όλα τα προβλήματα παρέμειναν
φλέγοντα και απειλητικά.
Πριν απ' όλα, ο Στρατιωτικός Αρχηγός, ο Στρατηγός Σκόμπυ, δεν διέθετε παρά πολύ
περιορισμένες δυνάμεις. Για όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, περί τα μέσα Νοεμβρίου, δεν είχε
παρά 20.000 άνδρες περίπου. Για την Αττική, με όλες τις στρατιωτικές και λιμενικές
εγκαταστάσεις της, δεν είχε παρά δύο βρετανικές ταξιαρχίες.
Μερικές ελληνικές μονάδες -επικίνδυνη παραχώρηση του Παπανδρέου προς ορισμένους
υπουργούς της πρώην ΠΕΕΑ- υπήρχαν περισσότερο στη θεωρία παρά στην πράξη. Η
περίφημη Ορεινή Ταξιαρχία, που είχε βαπτισθή "Ταξιαρχία του Ρίμινι", επειδή μετά από
σκληρούς αγώνες κατά των Γερμανών είχε απελευθερώσει το Ρίμινι, είχε μόνο τα ελαφρά
της όπλα, και αντί να κατέχη καίριες θέσεις ήταν περιορισμένη στους στρατώνες της. Ο
θαυμάσιος "Ιερός Λόχος" ήταν διασκορπισμένος στα νησιά. Ένα μηχανοκίνητο τάγμα
Χωροφυλακής βρισκόταν επί οχηματαγωγών πλοίων, κάπου στην Αδριατική. Ο Σκόμπυ
μπορούσε ακόμη να υπολογίζη σε μερικά ελληνικά πολεμικά πλοία, σε δύο σμήνη ελληνικών
και τρία σμήνη αγγλικών αεροπλάνων.
Η αδυναμία του Σκόμπυ γινόταν ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι τα στρατεύματά του
ήταν διασκορπισμένα σε όλη τη Χώρα και ησχολούντο με περίεργα έργα: οι άνδρες του
έκαναν προσωρινώς έργα επιμελητείας και οδοποιίας.
Ο χειμώνας ήταν επί θύραις, και η Χώρα ήταν κατεστραμμένη και απομονωμένη. Τρόφιμα
και φάρμακα, υφάσματα και υποδήματα, όλα έλειπαν. Τα κυριότερα λιμάνια -ο Πειραιεύς
μεταξύ αυτών- είχαν υποστή σοβαρές ζημίες, οι περισσότερες γέφυρες είχαν ανατιναχθή, οι
συγκοινωνίες στο εσωτερικό της Χώρας ήταν ελεεινές. Π.χ., με τον ισθμό της Κορίνθου
κλεισμένο, έπρεπε να κάμη κανείς τον γύρο της Ελλάδος για να μεταβή δια θαλάσσης από
τη δυτική ακτή της Χώρας στην ανατολική.
Γι' αυτό, Βρετανοί και Αμερικανοί, πολύ πριν συσταθή η UNRRΑ, ανέθεσαν σε μια ειδική
οργάνωση, γνωστή από τα αρχικά του ονόματος στα αγγλικά σαν ML (Military Liaison), να
ανακουφίση επειγόντως την τυραννική αθλιότητα. Η ML έκαμε θαύματα: περί τα τέλη
Νοεμβρίου είχε διανείμει σε ολόκληρη την Ελλάδα περισσοτέρους από 100.000 τόνους
τροφίμων. Αυτό μπόρεσε να γίνη μόνον επειδή οι περισσότεροι από τους άνδρες του
Σκόμπυ εγκατεστάθησαν σε πολλές επαρχίες και ασχολήθηκαν με το έργο των
αποθηκεύσεων, μεταφορών και διανομών αυτών των τροφίμων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Χώρα κατείχετο ουσιαστικά από τον ΕΛΑΣ, ο οποίος είχε και

συνείδηση αυτού του γεγονότος.
Ο ΕΔΕΣ ήταν αρκετά ισχυρός, αλλά περιορισμένος στην Ήπειρο και βρισκόταν στις
παραμονές της διαλύσεώς του: οι άνδρες του είχαν ψυχικώς προετοιμασθή για την
αποστράτευση.
Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, και η αποστολή του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ ήταν να
εξασθενίσουν τα γερμανικά στρατεύματα που έφευγαν για να πολεμήσουν σε άλλα μέτωπα.
Οι δύο οργανώσεις εξεπλήρωσαν καλά την αποστολή τους, αλλά το πνεύμα δεν ήταν το ίδιο
στους μεν και στους δε. Οι άνδρες του ΕΔΕΣ σκέπτονταν ότι είχαν κάμει το καθήκον τους,
ότι είχαν πολεμήσει, και ότι μετά την απελευθέρωση έπρεπε να γυρίσουν στα χωριά τους,
να φροντίσουν τα σπίτια τους και τα χωράφια τους. Οι άνδρες του ΕΛΑΣ είχαν
προετοιμασθή για εντελώς άλλο πράγμα: μόλις η Ελλάς θα απελευθερωνόταν από τον ξένο
εισβολέα, θα έπρεπε να την απαλλάξουν και από τους Έλληνες που την εκμεταλλεύονταν
στον οικονομικό τομέα.
Διαφορά νοοτροπίας βασική, η οποία δεν εξετιμήθη ακριβώς, ούτε τότε ούτε αργότερα.
Άλλωστε, ο ΕΛΑΣ αισθανόταν κατά πολύ ισχυρότερος από υλικής απόψεως.
Κατείχε τις πιο σημαντικές περιοχές, ιδίως από την άποψη των στρατιωτικών κέντρων, όπως
ήταν η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Λάρισα. Και αν ακόμη δεν ήταν ακριβές ότι ο ΕΛΑΣ
επεδίωκε τότε πριν απ' όλα να κυριεύση όπλα και πολεμοφόδια (αυτό υποστηρίζουν
ορισμένοι ξένοι συγγραφείς), ήταν φυσικό να πάρη τη μερίδα του λέοντος από το πολεμικό
υλικό που εγκατέλειπαν φεύγοντας οι γερμανικές μεραρχίες.
Αυτός ο συνδυασμός της ενισχύσεως επί του ηθικού και του υλικού τομέως, είναι ίσως
εκείνος που έκαμε το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ τολμηρότερο κατά το τέλος του φθινοπώρου του 1944.
Ο Παπανδρέου απαντούσε στα τολμήματα αυτά προσπαθώντας να κερδίση χρόνο.
Ανθίστατο μερικές φορές, αλλά γενικώς έκανε παραχωρήσεις. Προσποιήθηκε ότι δεν
αντιλαμβανόταν διάφορα επεισόδια, που άλλοι τα θεωρούσαν πολύ επικίνδυνα.
Η τακτική αυτή ήταν ασφαλώς δικαιολογημένη μέχρις ενός σημείου. Γιατί όχι μόνο η
Κυβέρνηση ήταν πολύ αδύνατη, άλλα και η Βρετανική Διοίκηση, παρά την ισχυρή
προσωπικότητα του Σκόμπυ, είχε συχνά αμφιβολίες ως προς το τι έπρεπε να γίνη.
Με την απελευθέρωση, η Σ.Σ.Α. είχε διαλυθή. Είχε μεγάλη πείρα, γνώριζε τις μεθόδους που
εχρησιμοποιούντο, γνώριζε καλά τα πρόσωπα όλων των ομάδων. Αλλά δεν ήταν πλέον
παρούσα ώστε να διατυπώνη τη γνώμη της. Η πείρα που είχε αποκτήσει ήταν άχρηστη: η

πείρα δεν παραχωρείται, αποκτάται κάθε φορά προσωπικώς. Μερικοί Βρετανοί αξιωματικοί
την αποκτούσαν τότε, ήταν συνεπώς φυσικό να διστάζουν ως προς την έννοια ή τη
βαρύτητα αυτού ή εκείνου του επεισοδίου, ως προς την αξία του δοθέντος λόγου ή τη
δικαιολογία που προέβαλλε τούτο ή εκείνο το πρόσωπο. Άλλος ένας παράγων και αυτός,
που δεν ελήφθη αρκετά υπ' όψιν για την ερμηνεία των τραγικών γεγονότων εκείνης της
εποχής.
Αλλά θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να εκτεθούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην
επανάσταση του Δεκεμβρίου του 1944. Ας μνημονεύσουμε λοιπόν μόνον όσα από τα
κυριότερα γεγονότα δεν είναι δεκτικά αμφισβητήσεων, τα οποία και είναι βέβαιο ότι
οδήγησαν στην αιματηρότατη εξέγερση.
Στις 22 Νοεμβρίου, ο Σκόμπυ συναντήθηκε με τον Σαράφη και τον Ζέρβα και τους ζήτησε
να αποστρατευθούν. Ο Ζέρβας δέχθηκε αμέσως, ιδίως επειδή του είχαν εξηγήσει
προηγουμένως ότι αν ηρνείτο ή δίσταζε, θα προσέφερε στον ΕΛΑΣ τη δικαιολογία που
ζητούσε για να μην αποστρατευθή. Αλλά ο Σαράφης, ασυγκρίτως τότε ισχυρότερος,
απέρριψε το αίτημα του Σκόμπυ και ζήτησε για να το δεχθή διαταγή της Κυβερνήσεως,
υπογεγραμμένη μάλιστα από όλους τους υπουργούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που
προέρχονταν από την ΠΕΕΑ.
Επρόκειτο περί αρνήσεως των όσων είχαν συμφωνηθή στην Καζέρτα. Δημιουργήθηκε έτσι
ένα δύσκολο αδιέξοδο. Ο Πρωθυπουργός Παπανδρέου απηύθυνε τότε έκκληση προς τους
υπουργούς του που ήταν μέλη της ΠΕΕΑ αλλά όχι μέλη του Κ.Κ.Ε., και, ζήτησε να τον
βοηθήσουν. Εκείνοι απεδέχθησαν, και εν συνεργασία με τον "ήρεμο" Ζέβγο και τις
βρετανικές στρατιωτικές αρχές, κατόρθωσαν να φθάσουν σε νέα συμφωνία, έπειτα από
σκληρές διαπραγματεύσεις. Η συμφωνία παρεδόθη στις 27 Νοεμβρίου στον Παπανδρέου
από τον Καθηγητή Σβώλο, τον Τσιριμώκο (και οι δύο άλλοτε της ΠΕΕΑ) και τον Ζέβγο. Την
επομένη, με αρκετή δυσκολία, ο Παπανδρέου πέτυχε να δεχθούν τη συμφωνία τα υπόλοιπα
μέλη της Κυβερνήσεώς του, τα οποία προέρχονταν από τη Δεξιά και το Κέντρο, και
ανήγγειλε δια του τύπου τι είχε συμφωνηθή.
Τα ουσιαστικότερα από τα συμφωνηθέντα ήταν τα εξής: θα εδημιουργείτο ένας Εθνικός
Στρατός, η πρώτη μεγάλη μονάς του οποίου θα ήταν μια μεραρχία αποτελουμένη από δύο
ταξιαρχίες, που η κάθε μια θα ήταν ίσης δυνάμεως. Η μια ταξιαρχία θα απαρτιζόταν από την
Ταξιαρχία του Ρίμινι, τον Ιερό Λόχο, τμήματα του ΕΔΕΣ και μερικούς κληρωτούς, η άλλη,
ισοδύναμη, θα περιελάμβανε μόνο τμήματα του ΕΛΑΣ. Αργότερα, θα σχηματίζονταν άλλες
δύο μεραρχίες, στις οποίες θα κατετάσσοντο και αξιωματικοί και άνδρες που είχαν

υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ. Όλοι οι άλλοι αντάρτες, οιασδήποτε οργανώσεως, θα αφοπλίζονταν
και θα αποστρατεύονταν.
Επρόκειτο περί μιας σαφούς ενισχύσεως της θέσεως της Άκρας Αριστεράς. Παρ' όλα αυτά
όμως, την ίδια ημέρα, το απόγευμα της 28ης, σημειώθηκε μια απρόβλεπτη μεταστροφή: ο
Ζέβγος ζητούσε την αποστράτευση της Ταξιαρχίας του Ρίμινι και του Ιερού Λόχου και
αξίωνε να ματαιωθή ο αφοπλισμός των ανταρτών.
Τι είχε συμβή; Ποιος ή τι είχε προκαλέσει αυτή τη ριζική μεταστροφή εντός είκοσι
τεσσάρων ωρών; Η μεταστροφή ήταν τόσο απρόβλεπτη και επικίνδυνη, ώστε την επομένη
ο Σβώλος την χαρακτήρισε ως "αιφνιδία και ανεξήγητη".
Πολλές ερμηνείες εδόθησαν:
- Μυστική συμβουλή της Μόσχας, η οποία, παραμένοντας ουδέτερη, θα έβλεπε ευχαρίστως
το παιχνίδι της να συνεχίζεται από άλλον. Η ερμηνεία δεν πείθει, γιατί όλα δείχνουν ότι τότε
ο Στάλιν ειλικρινώς προσέφερε την Ελλάδα ως αντικείμενο συναλλαγής.
- Είχαν επιβληθή οι αδιάλλακτοι. Σοβαρότερη ερμηνεία, αλλά όχι απολύτως πειστική,
δεδομένου ότι είχαν προηγηθή της συμφωνίας διαπραγματεύσεις, και ότι επί του κειμένου
που είχε δοθή στον Παπανδρέου είχαν όλοι συμφωνήσει.
- Υπεστηρίχθη και μια τρίτη ερμηνεία: ενώπιον της σοβιετικής ουδετερότητος, οι "σκληροί"
του Κ.Κ.Ε. είχαν ζητήσει τη συμβουλή και την ηθική συμπαράσταση του Τίτο,
γνωστοποιώντας συγχρόνως σ' αυτόν ότι οι βρετανικές δυνάμεις που είχαν αποβιβασθή
ήταν ασθενείς και πολύ μικρότερες από εκείνες που ανεμένοντο. Ο Τίτο είχε απαντήσει,
αργά το βράδυ της 27ης, ότι έπρεπε να καταλάβουν την πρωτεύουσα και ότι θα προσέφερε
την ηθική του βοήθεια προς το Κ.Κ.Ε.
Είναι δύσκολο να λάβη κανείς θέση ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθή. Ίσως δεν θα
γνωσθή ποτέ η αλήθεια.
Πάντως, βέβαιο είναι ότι ένα νέο γεγονός, που έγινε τη νύκτα της 27ης προς την 28η
Νοεμβρίου, άλλαξε τις διαθέσεις των ηγετών του Κ.Κ.Ε. Τους έκαμε να σχίσουν μια
συμφωνία που είχε με δυσκολία επιτευχθή και να επιζητήσουν την αναμέτρηση.
Η Κυβέρνηση δεν μπορούσε παρά να απορρίψη τους όρους του Ζέβγου. Αποδοχή τους θα
σήμαινε παράδοση με δεμένα τα χέρια. Το βράδυ της 29ης συνήρχετο το Υπουργικό
Συμβούλιο υπό τον Παπανδρέου, χωρίς να προσκληθούν οι υπουργοί που προήρχοντο από

την ΠΕΕΑ.
Την επομένη, η αστυνομία του ΕΑΜ ηρνείτο να εκτελέση κυβερνητική απόφαση που είχε
ληφθή στις 24 του μηνός, και αφορούσε την αντικατάστασή της από την Εθνοφυλακή: η
Εθνοφυλακή είχε μόλις σχηματισθή και περιελάμβανε άνδρες της κλάσεως του 1936, που
είχαν πολεμήσει στην Αλβανία. Την ίδια ημέρα, τμήματα του ΕΛΑΣ, άριστα οπλισμένα χάρη
στον οπλισμό που είχαν εγκαταλείψει οι Γερμανοί, συνεκεντρώθησαν γύρω από την
πρωτεύουσα. Ολμοβόλα και πυροβόλα κατελάμβαναν θέσεις στους λόφους που δέσποζαν
της πόλεως. Ο Ζέβγος, παρά την προσωνυμία "ο Ήρεμος", δημοσίευσε ένα άρθρο στην
εφημερίδα του Κ.Κ.Ε. στο οποίο, μεταξύ άλλων, έλεγε ότι "πέρασε η ώρα των
διαπραγματεύσεων" και ότι "μόνον τα όπλα μπορούσαν να λύσουν τις διαφορές".
Στις 2 Δεκεμβρίου οι υπουργοί μέλη της ΠΕΕΑ παραιτήθηκαν, και η Κυβέρνηση εξέδιδε
απόφαση δια της οποίας κάθε ανταρτική οργάνωση διαλυόταν. Όλοι οι μόνιμοι αξιωματικοί
όφειλαν να παρουσιασθούν αμέσως στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Συμπεριλαμβάνονταν
στους τελευταίους όσοι υπηρετούσαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Όπλα και πυρομαχικά,
οιασδήποτε φύσεως, έπρεπε να παραδοθούν αμέσως στις Αρχές.
Το Κ.Κ.Ε. απήντησε με μια πρόκληση που φαινόταν σαν να απευθυνόταν εκ μέρους του
ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ -σώματα τα οποία κατ' ούσίαν δεν υφίσταντο και πάντως δεν τα
εκπροσωπούσε μόνο του το Κ.Κ.Ε. Η πρόκληση είχε μεγίστη πρακτική σημασία. Εκαλείτο ο
λαός να προβή σε πάνδημη εκδήλωση στο κέντρο της πρωτευούσης, την 3η Δεκεμβρίου,
και εκαλούντο οι εργάτες να κάμουν γενική απεργία την 4η Δεκεμβρίου.
Η συγκέντρωση της 3ης Δεκεμβρίου έγινε, μολονότι την απηγόρευσε η Κυβέρνηση.
Πυροβολισμοί αντηλλάγησαν μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών. Τα δύο μέρη θρήνησαν
νεκρούς και τραυματίες.
Κατά την Αριστερά, οι αστυνομικοί πυροβόλησαν πρώτοι, για να διαλύσουν το πλήθος.
Κατά τη Δεξιά και τις Αρχές, οι διαδηλωταί πυροβόλησαν πρώτοι, για να διασπάσουν το
φράγμα των αστυνομικών. Στο σημείο που βρίσκονταν τα πράγματα, η αλήθεια επί του
προκειμένου δεν έχει μεγάλη σημασία: και αν ακόμη δεν είχαν ανταλλαγή πυροβολισμοί
εκείνη την ημέρα, κάποιο άλλο σοβαρό επεισόδιο θα συνέβαινε. Η επανάσταση είχε
εξαπολυθή πριν από την 3η Δεκεμβρίου.

Η επανάσταση του Δεκεμβρίου του 1944
Στις 4 Δεκεμβρίου, περίπολοι του ΕΛΑΣ, εν στολή, εισήλθαν στις περιφερειακές συνοικίες

των Αθηνών, άλλες στο κέντρο του Πειραιώς.
Τα ασθενή βρετανικά τμήματα απέφευγαν κάθε σύγκρουση, αλλά το βράδυ ο Σκόμπυ
διέτασσε τον ΕΛΑΣ να αποσύρη όλες τις ομάδες του πριν από τα μεσάνυκτα της 6ης
Δεκεμβρίου.
Την επομένη το πρωί, από το Λονδίνο, ο Τσώρτσιλ του ανέθετε να καταλάβη την
πρωτεύουσα. Το τηλεγράφημά του ήταν σκληρό και σαφές: "Χωρίς αιματοχυσία, αν είναι
δυνατόν, αλλά και με αιματοχυσία, αν αυτό είναι αναπόφευκτο. Μη διστάσετε να
ενεργήσετε ως εάν ευρίσκεσθε σε κατακτηθείσα πόλη στην οποία εξεδηλώθη τοπική
ανταρσία".
Τα βρετανικά στρατεύματα συντάχθηκαν με τα κυβερνητικά, και ο Σκόμπυ διέταξε τις
δυνάμεις του που ήταν διεσπαρμένες στην υπηρεσία της ML, να συγκεντρωθούν στην
Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή τον Βόλο, πράγμα ακατόρθωτο για πολλές από αυτές.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Σκόμπυ κάλεσε τους Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους και
εξήγησε τη στάση του: είχε γίνει ένοπλη παρέμβαση για να επιτευχθή πολιτικό αποτέλεσμα.
Τα τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν στασιάσει. Ο ίδιος είχε ορισθή στρατιωτικός διοικητής κατόπιν
συμφωνίας όλων των μερών, και είχε συνεπώς και το δικαίωμα και το καθήκον να
αποκαταστήση την τάξη.
Αλλά υπό τας διαταγάς του Σκόμπυ υπήρχαν μόνον οι μικρές κυβερνητικές δυνάμεις, ένας
ακαθόριστος αριθμός οργανωμένων ή μη "ελευθέρων σκοπευτών", και υπήρχε η οργάνωση
"Χ" του Συνταγματάρχου Γρίβα (του μέλλοντος Αρχηγού του ανταρτοπολέμου στην
Κύπρο), η οποία ανθίστατο στο Θησείο, στα δυτικά της Ακροπόλεως. Ανθίστατο ακόμη,
ανατολικά της Ακροπόλεως, το "Σύνταγμα Χωροφυλακής". Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία,
γιατί επρόκειτο για συγκρότημα κτιρίων που δέσποζε της οδού προς το Φάληρο. Εντελώς
απομονωμένο, στενά πολιορκημένο, βομβαρδιζόμενο από όλμους και πυροβολικό,
πιεζόμενο νύκτα και ημέρα από τολμηρά εγχειρήματα, το Σύνταγμα αμυνόταν. Οι
πυροβολισμοί που ακούγονταν από εκεί δεν σήμαιναν μόνο τη συνέχιση της αντιστάσεως,
αλλά συντελούσαν στη διατήρηση του ηθικού των πολλών που είχαν ήδη υποκύψει, και
των λίγων που ήταν ακόμη ελεύθεροι και ανθίσταντο.
Έτσι, η Ελλάς δεν υπήρχε παρά στο κέντρο των Αθηνών, σε μια έκταση περίπου τεσσάρων
τετραγωνικών χιλιομέτρων, υπό τη σκιά μιας ανίσχυρης πολιτικής εξουσίας. Εκυβερνάτο
από τον Στρατηγό Σκόμπυ, αν και πρέπει να σημειωθή ότι ο Σκόμπυ, πολιορκημένος, δεν
κυβερνούσε αλλά διηύθυνε μια μάχη φοβερά άνιση.

Πράγματι, η Αττική ήταν πλημμυρισμένη από τμήματα του ΕΛΑΣ. Σ' αυτόν τον πόλεμο των
δρόμων, τον εντελώς ειδικής μορφής, όπου ο αριθμός των μαχητών παίζει έναν από τους
πρώτους ρόλους, ο ΕΛΑΣ είχε πολλά πλεονεκτήματα. Είχε παντού την πρωτοβουλία, έκαμνε
οδοφράγματα εδώ, επετίθετο εκεί, ανατίναζε σπίτια, για να κλείση σταυροδρόμια,
κατελάμβανε δι' επιθέτων μεγάλα κτίρια, αφού τα κύκλωνε, και διέθετε εναντίον αυτών μια
συντριπτική δύναμη πυρός. Οι άνδρες του ΕΛΑΣ πολεμούσαν με ένα πείσμα που λίγοι από
αυτούς έδειξαν εναντίον των Γερμανών.
Πολεμούσαν με το ίδιο πείσμα και από το άλλο μέρος του οδοφράγματος, και συχνά
εξαπέλυαν αντεπιθέσεις. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι κατόρθωναν να παραμένουν
ελεύθεροι σε τέσσερα περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σε όλες τις άλλες συνοικίες της
πόλεως κυριαρχούσε ο τρόμος. Εκτελέσεις κατά εκατοντάδες, εκτοπίσεις κατά χιλιάδες στα
βουνά τα πλησιέστερα προς την Αθήνα. Στις άλλες περιοχές της Χώρας ο τρόμος
κυριαρχούσε επίσης, αλλά εκεί η "επανάσταση" γινόταν λιγότερο αισθητή. Η Ήπειρος,
μακρινή και απομονωμένη, ήταν ελεύθερη. Ο στρατός της, όμως, ήταν κατά το ήμισυ
αποστρατευμένος και το ηθικό του δεν ήταν καλό.
Μερικές νησίδες κατεχόμενες από τους Άγγλους (στο Φάληρο, στην Πάτρα, στο αεροδρόμιο
κοντά στην Αθήνα κτλ.) ήταν ελεύθερες. Στη Μακεδονία είχαν γίνει μερικές φρικτές και
άνανδρες εκτελέσεις (όπως εκείνη του νέου και φωτεινού αντιστασιακού βιομηχάνου
Βάγγου Γκλαβάνη, που έγινε μέσα στη Θεσσαλονίκη), αλλά δεν ήταν δυνατό να γίνη λόγος
περί επαναστάσεως. Η ήρεμη αυτοκυριαρχία του τοπικού στρατιωτικού αρχηγού του ΕΛΑΣ
και του καπετάνιου της Διοικήσεως Μακεδονίας, του Μάρκου Βαφειάδη -όνομα που πρέπει
να συγκρατήσουμε- επενήργησε ώστε να μη σημειωθή εκεί ένοπλη σύγκρουση με τη
βρετανική φρουρά, ή μαζικά αντίποινα εναντίον των αντιτιθεμένων προς την Άκρα
Αριστερά.
Στην υπόλοιπη χώρα, ο ΕΛΑΣ δεν είχε ανάγκη να αγωνισθή. Λίγο-λίγο, όλα τα τμήματά του
συγκεντρώνονταν στην Αττική και στην Ήπειρο. Δέσποζε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μόνο με
την παρουσία και τη δράση των παραστρατιωτικών του οργανώσεων (Ε.Π., ΟΠΛΑ) κανείς
δεν του αμφισβητούσε την εξουσία.
Εκείνοι που τολμούσαν να το κάμουν, εξετελούντο. Άλλωστε, από γενικής απόψεως, η
υπόλοιπη Χώρα λίγο ενδιέφερε. Όλα παίζονταν στην Αθήνα, έδρα της ελληνικής και της
βρετανικής πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας.
Εκεί η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Ο Σκόμπυ, παρά την ήρεμη αντίσταση που προέβαλλε,

ανέφερε την κρισιμότητα της καταστάσεως στους ανωτέρους του και τους πληροφορούσε
ότι, χωρίς σοβαρές ενισχύσεις, τίποτε δεν ήταν δυνατό να γίνη.
Στις 11 Δεκεμβρίου ο Στρατάρχης Αλεξάντερ ήλθε ο ίδιος στην Αθήνα, για να εξετάσει την
κατάσταση επί τόπου. Το τεθωρακισμένο αυτοκίνητο που τον μετέφερε από το αεροδρόμιο
στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας, "την πρωτεύουσα της πρωτευούσης", εβλήθη από
τον εχθρό.
Ο Αλεξάντερ εξετίμησε τα πράγματα, ενέκρινε την απόφαση του Σκόμπυ να συγκεντρώσει
κατά το δυνατόν όλες τις δυνάμεις του στην Αθήνα και διέταξε τη μεταφορά στην Αττική
μιας ολόκληρης βρετανικής μεραρχίας, η οποία εκείνη την ώρα βρισκόταν καθ' οδόν προς το
ιταλικό μέτωπο, που τότε ήταν μάλλον ήρεμο. Η μεραρχία επρόκειτο να αποβιβασθεί με ένα
αντικειμενικό σκοπό: την απελευθέρωση του λιμένος του Πειραιώς και της οδού που τον
συνέδεε με την πρωτεύουσα. Ο Στρατάρχης Αλεξάντερ όριζε ως γενικότερο αντικειμενικό
σκοπό μιας πρώτης φάσεως την απελευθέρωση της Αττικής, εγχείρημα τεράστιο, αν
σκεφθεί κανείς ότι επρόκειτο περί 60 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων πυκνά
κατοικημένων.
Ο ΕΛΑΣ είχε πληροφορηθεί την επίσκεψη του Στρατάρχου Αλεξάντερ και αντέδρασε κατά
τρόπο περίεργο, ίσως επειδή ήθελε να τον κάμει να πιστεύση ότι ο άγων θα μπορούσε να
βρει ειρηνική λύση. Την 12η Δεκεμβρίου απεσταλμένος του ΕΛΑΣ ρώτησε τον Σκόμπυ υπό
ποίους όρους θα δεχόταν να υπογράψει συμφωνία αναστολής εχθροπραξιών. Η απάντηση
του Βρετανού στρατηγού υπήρξε λακωνική: Να εκκενωθεί η Αττική!
Η ανταπάντηση του ΕΛΑΣ υπήρξε κατ' άλλον τρόπο σπαρτιατική: την ίδια ημέρα, λίγες ώρες
αργότερα, μια θυελλώδης επίθεση των τμημάτων του του επέτρεψε να καταλάβει διάφορα
άλλα κτίρια. Η βρετανοελληνική "ελευθέρα ζώνη" περιοριζόταν αισθητά. Κατέβαινε περίπου
στα τρία τετραγωνικά χιλιόμετρα, η ίσως και κάτω από αυτά.
Την επομένη η επίθεση υπήρξε ευρύτερη και σκληρότερη. Μέγας αριθμός ολμοβόλων και
πενήντα περίπου πυροβόλα, όπως και διάφορα μέσα δολιοφθοράς, ετέθησαν σε ενέργεια.
Όλες οι μονάδες του ΕΛΑΣ, χωρίς να περιμένουν τις ενισχύσεις που κατέφθαναν, ανέλαβαν
σφοδρές επιθέσεις. Δεν επραγματοποίησαν όμως μεγάλες προόδους, γιατί όλα τα κτίρια που
ήλεγχαν σταυροδρόμια, τα υπερασπίσθηκαν οι εθνικόφρονες μαχηταί τους με μεγάλο
θάρρος και ακόμη μεγαλύτερο πείσμα. Η ημέρα πάντως εκείνη φαίνεται να υπήρξε η
σκληρότερη και η πιο αιματηρή από όλες όσες είχαν περάσει από την αρχή των
εχθροπραξιών.

Όμοια ήταν η ημέρα και για την Πάτρα και για τον Πειραιά. Στην Πάτρα οι Βρετανοί είχαν
υποστή επίθεση από δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τις δικές τους. Είχαν κατορθώσει να
την αποκρούσουν. Στον Πειραιά, οι Βρετανοί είχαν αντεπιτεθεί και είχαν κατορθώσει να
ανακαταλάβουν την έδρα του Ναυτικού Επιτελείου και ένα μικρό μέρος του λιμένος. Αλλά οι
κίνδυνοι ήταν σοβαροί, και δεν είχαν επιτύχει την απελευθέρωση του κυρίως λιμένος και
του δρόμου που τον συνέδεε με την Αθήνα.
Τέσσερα σμήνη βρετανικών αεροπλάνων είχαν βομβαρδίσει και πολυβολήσει τους άνδρες
του ΕΛΑΣ (ο Παπανδρέου είχε απαγορεύσει να αναμειχθούν ελληνικά αεροπλάνα), αλλά
ούτε αυτό είχε επιτρέψει την ελεύθερη επικοινωνία στην πολύτιμη οδό.
Έπειτα, αιφνιδίως, για λίγες ημέρες επεκράτησε σχετική ησυχία. Αντηλλάσσοντο
πυροβολισμοί. Γίνονταν μικρές αψιμαχίες, ερρίπτοντο μερικοί όλμοι, άλλα δεν σημειώνονταν
αξιόλογες συγκρούσεις. Ηρεμία ανεξήγητη. Αν η επίθεση είχε συνεχισθεί με την ίδια ορμή
και άνευ διακοπής, είναι άγνωστο αν η "ελευθέρα ζώνη", τόσο αδύνατη τότε, θα είχε
κατορθώσει να αντισταθεί. Η ερμηνεία ήταν ακόμη περισσότερο ανεξήγητη, καθ' όσον από
της πλευράς του ΕΛΑΣ τη "μάχη των Αθηνών" τη διηύθυνε ο Στρατηγός Μάντακας, που
ήταν άλλοτε μόνιμος αξιωματικός και ο οποίος ήταν γνωστός ως άξιος και μαχητικός
στρατιώτης.

Επρόκειτο

λοιπόν

πιθανότατα

για

αναστολή

των

μεγάλης

κλίμακος

επιχειρήσεων την οποία επέβαλε ο πολιτικός παράγων, αναστολής που υπήρξε σωτηρία για
τους κυβερνητικούς, δυσμενής, αν όχι ολεθρία, για τους επαναστάτες.
Ίσως οι πολιτικοί υπεύθυνοι είχαν προτιμήσει να αναμείνουν τις εφεδρείες που έφθαναν
από όλα τα μέρη, και από μακρινές ακόμη πόλεις, όπως π.χ. τη Θεσσαλονίκη. Κάποτε,
έφθαναν μάλιστα με φορτηγά αυτοκίνητα που τα είχαν πάρει από τους Βρετανούς. Στον
Βόλο, π.χ., τον οποίον είχαν εκκενώσει οι Βρετανοί, οι ΕΛΑΣίτες βρήκαν εκατό φορτηγά
αυτοκίνητα, ελαφρώς σαμποταρισμένα, τα οποία εύκολα επισκεύασαν.

Εν τω μεταξύ, όμως, σημαντικές ενισχύσεις έφθαναν επίσης και για τον Στρατηγό
Hawkesworth, ο οποίος, υπό τας διαταγάς του Σκόμπυ, διηύθυνε τις επιχειρήσεις. Έφθαναν
από το εσωτερικό, η απεβιβάζοντο από την Ιταλία. Ολόκληρη η μεραρχία που είχε
υποσχεθεί ο Αλεξάντερ, ήταν έτοιμη να εισέλθει στον αγώνα.
Οι πολιτικοί υπεύθυνοι του ΕΛΑΣ φαίνεται ότι δεν το ήξεραν, και ίσως γι' αυτό έκαμαν έναν
άλλον υπολογισμό: Στις 13 Δεκεμβρίου, τη σκληρότερη ημέρα της μάχης, έφθανε στην
Αθήνα από τη Γαλλία, όπου ήταν αυτεξόριστος, ο Στρατηγός Πλαστήρας, ο "πτωχός, αγνός

και γενναίος στρατιώτης", που το 1923 είχε εκθρονίσει τον Γεώργιο Β' και είχε ανακηρύξει
τη Δημοκρατία. Επρόκειτο για νέο παράγοντα και για τις ώρες εκείνες ήταν σημαντικός.
Περίεργη σύμπτωση, αν είναι σύμπτωση, εκείνο που συνέβη αμέσως μετά την άφιξη του
Στρατάρχου Αλεξάντερ, συνέβη και αμέσως μετά την άφιξη του Πλαστήρα. Ο ΕΛΑΣ έστειλε
πάλι μια αποστολή στον Σκόμπυ για να του πει ότι δεχόταν να εκκενώσει την Αθήνα, εάν
εκείνος δεχόταν μερικούς όρους, που δεν ήταν μεν φοβεροί, αλλά φαίνονταν να
υποκρύπτουν πολλές πονηρές
σκέψεις.
Ο Σκόμπυ, ακριβώς επειδή βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, αρνήθηκε να συζήτηση
αυτούς τους όρους.
Η μάχη επανελήφθη ζωηρότερα. Επανελήφθη στα βόρεια της Χώρας και στην Αθήνα.
Στον βορρά, ο Ζέρβας, πολύ πιο αδύνατος τώρα, ήταν πάντα κύριος της Ηπείρου. Θα ήταν
πολύ χρησιμότερο για το ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ να τον αγνοήσει και να συγκεντρώσει όλες του τις
δυνάμεις στην Αθήνα. Αλλά δεν το έκαμε.
Τη 18η Δεκεμβρίου, 15.000 περίπου μαχηταί του ΕΛΑΣ, που αποτελούσαν μερικές από τις
καλύτερες μονάδες του, με επικεφαλής τον Άρη και τον Σαράφη, επετέθησαν κατά του
ΕΔΕΣ από νότου και από ανατολών, και δευτερευόντως, μέσω Αλβανίας, από βορρά.
Ο Ζέρβας δεν πρόφθασε παρά να δώσει επί δέκα ημέρες μερικές μάχες οπισθοφυλακής, που
του στοίχισαν αρκετά ακριβά, και να αποσυρθεί στην Κέρκυρα. Έσωσε έτσι ό,τι του
απέμεινε από το στρατό του και, πονηρός όπως ήταν, έσωσε και τη ζωή των φίλων του που
είχαν μείνει στην Ήπειρο: πήρε μαζί του στην Κέρκυρα 500 από τους πιο σημαίνοντας
αριστερούς των Ιωαννίνων, και διέδωσε ότι θα εκτελούσε δέκα για κάθε ΕΔΕΣίτη που θα
σκοτωνόταν.
Στην Αθήνα, η μάχη ξανάρχιζε σε όλα τα σημεία. Την πρώτη ημέρα, τη 18η, μια επίθεση
εναντίον του αεροδρομίου που χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί, περίπου 15 χιλιόμετρα
βορείως των Αθηνών, στην Κηφισιά, απεκρούσθη, αλλά την επομένη το αεροδρόμιο
κατελήφθη κατόπιν νέας επιθέσεως από τους ΕΛΑΣίτες. Οι ενισχύσεις που έσπευσαν να
αποστείλουν οι Βρετανοί, δεν κατόρθωσαν παρά να απελευθερώσουν 100 άνδρες της R.A.F.
από τους 350 που είχαν αιχμαλωτισθεί.
Την ίδια εκείνη ημέρα, τη 18η Δεκεμβρίου, εκτός άλλων μεγάλων κτιρίων που υπέστησαν

επίθεση, υπέστησαν επίθεση οι Φυλακές Αβέρωφ, όπου είχαν οχυρωθεί κυβερνητικά
τμήματα και όπου εκρατούντο προσωπικότητες, τόσο της Άκρας Αριστεράς όσο και του
κόσμου που είχε συνεργασθεί με τον εχθρό. Ο τελευταίος κατοχικός Πρωθυπουργός
βρισκόταν μεταξύ αυτών. Η επίθεση απεκρούσθη, αλλά την επομένη ημέρα, μερικά τείχη
της φυλακής υπενομεύθησαν, ανετινάχθησαν, και το κτίριο επυρπολήθη. Οι περισσότεροι
από τους υπερασπιστάς του και οι 650 κρατούμενοι κατόρθωσαν να φύγουν, άλλοι όμως
κάηκαν ή φονεύθηκαν, και άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν.
Η τύχη των αιχμαλώτων δημιουργούσε ένα άλλο φοβερό πρόβλημα. Στην καρδιά του
χειμώνα, τους οδηγούσαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως εντελώς πρόσκαιρα και
πρωτόγονα, στα βόρεια της Αττικής. Οδηγούσαν εκεί κατά χιλιάδες και τους ομήρους
άνδρες και γυναίκες, ως επί το πλείστον βασιλόφρονες. Οι περισσότεροι από αυτούς
εξετελούντο. Εκτελέσεις γίνονταν και στα προάστια των Αθηνών.
Εν τω μεταξύ, όμως, οι Βρετανοί ήταν σε θέση να αρχίσουν μια σοβαρή αντεπίθεση. Ο
Σκόμπυ το προανήγγειλε την 20ή Δεκεμβρίου και ειδοποιούσε το κοινό να λάβη
προφυλακτικά μέτρα.
Ο Hawkesworth έριξε όλα του τα στρατεύματα στην αντεπίθεση, χωρίς να κρατήσει καμιά
εφεδρεία. Τα στρατεύματά του απαρτίζονταν από ελληνικά και βρετανικά τμήματα,
συμπεριλαμβανομένης και της νεοαφιχθείσης αγγλικής μεραρχίας, και τα υπεστήριζαν
βρετανικά αεροπλάνα, πυροβολικό και όλμοι και μερικά άρματα μάχης.
Επί πέντε ημέρες έγιναν δύσκολες οδομαχίες. Ορισμένα τμήματα του ΕΛΑΣ πολέμησαν
μέχρι του τελευταίου ανδρός, άλλα όμως εκάμφθησαν. Ο Μάντακας προσπαθούσε να
καλύψει τα κενά με ενισχύσεις που έφθαναν εκείνες τις ημέρες.
Το αίμα έρρεε, η κυβερνητική περιοχή διευρυνόταν συνεχώς, ο ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να
μάχεται, αλλά υποχωρούσε. Το ηθικό των επαναστατών κλονιζόταν λόγω των σημαντικών
απωλειών, λόγω ορισμένων λιποταξιών, και λόγω της ορμής της αντεπιθέσεως.
Το ηθικό τους επηρεαζόταν επίσης από ό,τι συνέβαινε στον πολιτικό τομέα. Αυτό δεν είχε
καθόλου παρατηρηθεί τις πρώτες εβδομάδες της επαναστάσεως. Αντιθέτως.
Τις πρώτες εβδομάδες του "Κόκκινου Δεκέμβρη" των Αθηνών, η πολιτική της Βρετανικής
Κυβερνήσεως είχε δεχθεί σφοδροτάτη κριτική. Η κριτική γινόταν από τη Βρετανική
Αντιπολίτευση, από ορισμένες εφημερίδες διεθνούς κύρους και κυκλοφορίας, από
προσωπικότητες του Συμμαχικού κόσμου, από αυτόν ακόμη τον Υπουργό των Εξωτερικών

των Η.Π.Α., τον Στεττίνιους.
Η αντίληψη ότι επρόκειτο περί αγώνος μεταξύ Μοναρχοφασιστών και Δημοκρατών ήταν της
μόδας. Η αντίληψη ενός αιματηρού εγχειρήματος, δια του οποίου μια μικρή μειοψηφία
ήθελε να καταργήσει τη Δημοκρατία και να επιβάλει στη μεγάλη πλειοψηφία το δικό της
απολυταρχικό καθεστώς, απεκρούετο χωρίς συζήτηση σε όλο τον κόσμο, από όλους σχεδόν
τους καλούς δημοκράτες.
Ο Churchill επεδοκιμάσθη μόνον πολύ αργότερα, όταν έγινε σαφής η ουσία της
συγκρούσεως, και προπάντων όταν διετέθησαν πειστικές αποδείξεις ότι φρικτές δολοφονίες
είχαν διαπραχθεί. Μια από τις αποδείξεις αυτές προσεφέρθη από αποστολή στελεχών του
Εργατικού Κόμματος, η οποία τελούσε υπό την προεδρία του Sir Walter Citrine, που δεν
είχε καμιά συμπάθεια για τον Churchill και είχε κάμει μια λεπτομερεστάτη έρευνα επί τόπου.
Η αναφορά του δεν ήταν σε όλα τα σημεία ευχάριστη για τη Βρετανική Κυβέρνηση, αλλά
μιλούσε περί μεγάλου αριθμού εκτελέσεων και ακρωτηριασμών που είχαν πραγματοποιηθεί
εις βάρος όχι στρατιωτικών αλλά πολιτών, μεταξύ των οποίων υπήρχαν γυναίκες, γέροντες
και εξαίρετοι διανοούμενοι. Αυτά όμως έγιναν γνωστά αργότερα, όταν η ηρεμία
απεκατεστάθη στην πρωτεύουσα.
Τον Δεκέμβριο, ο Churchill μαχόταν προσωπικώς σε πολλά μέτωπα. Αντιμετώπιζε
προπάντων τη φοβερή κατηγορία ότι ο πόλεμος με τη Γερμανία συνεχιζόταν, ότι όλα τα
βρετανικά στρατεύματα χρειάζονταν για τον πόλεμο, και ότι, παρ' όλα αυτά, με δική του
εντολή, μερικά βρετανικά στρατεύματα απησχολούντο σ' έναν εμφύλιο πόλεμο που
διαιρούσε σύμμαχη χώρα. Η ελληνική υπόθεση έπρεπε να τελειώσει γρήγορα και να έχη ένα
καλό τέλος.
Συνοδευόμενος από τον Anthony Eden, τον Harold Macmillan και τον Στρατάρχη
Αλεξάντερ, ο Churchill ήλθε ο ίδιος στην πυρπολουμένη πρωτεύουσα στις 24 Δεκεμβρίου.
Πρέπει να ανοιχθεί εδώ μια μικρή παρένθεση, για να εκτεθεί ένα γεγονός που συζητήθηκε
αρκετά και που είναι εντυπωσιακό από πολλές πλευρές.
Υπεστηρίχθη αργότερα, και σοβαροί συγγραφείς το πίστεψαν, ότι ο Churchill, χωρίς να το
γνωρίζει, είχε προκαλέσει την ήττα του ΕΛΑΣ με μόνη την επίσκεψή του. Ο ΕΛΑΣ, ελέχθη,
είχε υπονομεύσει την έδρα όλων των Αρχών, το ξενοδοχείο της "Μεγάλης Βρετανίας", και
επρόκειτο να το ανατινάξει την ημέρα των Χριστουγέννων. Θα επετίθετο τότε και θα
κατελάμβανε εύκολα το κέντρο της πόλεως, που θα είχε παραλύσει λόγω της εξαφανίσεως
των αρχηγών του. Δεν έγινε όμως η ανατίναξη του ωραίου ξενοδοχείου, ελέχθη, επειδή είχε

καταλύσει εκεί ο Churchill, που είχε αποδεχθεί να συναντηθεί με αντιπροσώπους της
Επαναστάσεως.
Υπάρχει αλήθεια σε όλα αυτά. Αλλά το πιο σημαντικό σημείο είναι ανακριβές.
Πράγματι, την 26η Δεκεμβρίου μια βρετανική περίπολος, εντελώς τυχαία, άνοιξε μια
σιδερένια καταπακτή, σχετικώς κοντά στο ξενοδοχείο, η οποία οδηγούσε σε κεντρική
υπόνομο. Ακριβώς από κάτω είδε ένα ξύλινο κιβώτιο και άκουσε βήματα που χάνονταν με
ταχύ ρυθμό προς το δυτικό μέρος της πόλεως (προς την πλατεία της Ομονοίας) που
κατείχετο από τον ΕΛΑΣ. Άγγλοι στρατιώτες κατέβηκαν αμέσως από την καταπακτή και,
ακολουθώντας την υπόνομο προς την αντίθετη κατεύθυνση, βρήκαν σε απόσταση 150
μέτρων περίπου κάτω από μια από τις κύριες εισόδους του ξενοδοχείου της "Μεγάλης
Βρετανίας" πολλά μικρά κιβώτια με δυναμίτιδα. Τα έβγαλαν γρήγορα από την πλησιέστερη
έξοδο του κεντρικού υπονόμου, και ο διευθυντής του ξενοδοχείου, ένας από τους λίγους
που είχαν τηρηθεί ενήμεροι του γεγονότος, μέτρησε 50-60 κιβώτια και σακίδια.
Τα όσα προηγούνται, και άλλες ακόμη λεπτομέρειες, οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι
ο ΕΛΑΣ υπενόμευσε τη θέση εκείνη ξεκινώντας από ένα μέρος (κοντά στην πλατεία
Ομονοίας) που απείχε από εκεί ένα χιλιόμετρο περίπου. Δεδομένου του μεγάλου βάθους της
υπονόμου, της σημασίας του κτιρίου, και προπάντων του γεγονότος ότι η δυσχερής
μεταφορά των εκρηκτικών εξακολουθούσε ακόμη, φαίνεται βέβαιο ότι την 26η Δεκεμβρίου
κρινόταν ανεπαρκής η δυναμίτις που είχε συγκεντρωθεί. Οι ΕΛΑΣίτες, λοιπόν, δεν
θεωρούσαν ότι ήταν έτοιμοι για να πυροδοτήσουν τη δυναμίτιδα, θα το έκαναν ίσως το ίδιο
βράδυ ή την επομένη.
Αν το είχαν σκεφθεί νωρίτερα και αν ήταν έτοιμοι, δεν θα είχαν περιμένει για την
πυροδότηση τα Χριστούγεννα, ημέρα κατά την οποία η στρατιωτική κατάσταση ήταν
σαφώς χειρότερη για την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της εκρήξεως.
Βεβαίως, ο ΕΛΑΣ έχασε εν προκειμένω μια εξαιρετική ευκαιρία. Αλλά δεν την έχασε λόγω
της επισκέψεως του Βρετανού Πρωθυπουργού. Την έχασε επειδή δεν ήταν έτοιμος, και
επειδή την τελευταία στιγμή, εντελώς κατά τύχη, η τολμηρή όσο και φοβερή προετοιμασία
του απεκαλύφθη.10
Η επίσκεψη του Churchill επηρέασε την τύχη του ΕΛΑΣ, αλλά κατά εντελώς διαφορετικό
τρόπο.
Πρώτον, είχε άμεση επίδραση επί του ηθικού των δύο αντιπάλων: κακή στο ηθικό του ενός,

αρίστη στο ηθικό του άλλου.
Δεύτερον, πέρα από τις οδηγίες που έδωσε ο Churchill προς τους επί τόπου Βρετανούς,
θέλησε να επηρεάσει αποφασιστικά την πολιτική πλευρά του όλου ζητήματος.
Προς τον σκοπό αυτόν οργάνωσε για την 26η Δεκεμβρίου μια διάσκεψη υπό την προεδρία
του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, στην οποία έλαβαν μέρος σημαίνοντες Έλληνες πολιτικοί
άνδρες που αντιπροσώπευαν όλες τις τάσεις, και τρεις αντιπρόσωποι του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ: ο
"Γέρος", δηλαδή ο Σιάντος, ο Μάντακας, και ο Παρτσαλίδης. Έλαβαν επίσης μέρος στη
διάσκεψη ο Churchill και οι συνοδοί του, ο Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Σκόμπυ,
και ο Συνταγματάρχης Ποπώφ.
Ο Churchill, επιδέξιος, άρχισε με τη δήλωση ότι ο Πρόεδρος Roosevelt και ο Στρατάρχης
Στάλιν γνώριζαν την επίσκεψη του στην Αθήνα και την ενέκριναν. Αφού με ελάχιστα λόγια,
και σαν εντός παρενθέσεως, έκαμε αυτή την αποτελεσματική τοποθέτηση της θέσεώς του,
έθεσε το πρόβλημα. Και έπειτα από μια συγκινητική έκκληση, δήλωσε ότι αρμόδιοι να το
λύσουν ήταν οι Έλληνες. Και με όλους τους εκεί παρόντας ξένους, απεχώρησε.
Οι Έλληνες έμειναν μόνοι αλλά εστερούντο επιδεξιότητος, γιατί τα πάθη τους ήταν πολύ
έντονα. Το πνεύμα δεν είναι ποτέ καθαρό, όταν η ψυχή φλέγεται.
Διεξήχθησαν μακρές και οξείες συζητήσεις για το παρελθόν, επειδή μερικοί πολιτικοί άνδρες,
παρ' όλα όσα συνέβησαν, ήταν προσκολλημένοι σ' αυτό. Η Ελλάς κατέρρεε, η Αθήνα
καιγόταν, και εν τούτοις στη διάσκεψη εκείνη συζητήθηκαν ακόμη και οι ευθύνες της
δικτατορίας Μεταξά. Δεν επετεύχθη συμφωνία παρά μόνο σε ένα σημείο -και αυτό με
μερικές επιφυλάξεις: στην ανάγκη να αναλάβει την Αντιβασιλεία ο Αρχιεπίσκοπος
Δαμασκηνός που στην Κατοχή είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος.
Κατά τα άλλα, δεν σημειωνόταν πρόοδος. Μόνον οξεία εριστική συζήτηση γινόταν για το
παρελθόν και για το παρόν, τόσο στις 26 όσο και στις 27 του μηνός.
Ο "Γέρος" πρότεινε τελικά μια λύση για την ειρήνευση της Χώρας. Οι όροι του όμως ήταν
τόσο βαρείς, ώστε πρέπει να διερωτηθή κανείς αν δεν γνώριζε ότι ήταν απαράδεκτοι, ή αν
δεν τους διετύπωσε για να καλυφθεί έναντι πολλών αριστερών που τον κατηγορούσαν ότι
μέχρι τότε είχε πολύ προχωρήσει στην οδό του συμβιβασμού. Οι όροι του ήταν οι
ακόλουθοι: στην Κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν, τα μισά χαρτοφυλάκια θα τα έπαιρναν
αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, Μεταξύ αυτών θα ήταν τα Υπουργεία της Δικαιοσύνης και των
Εσωτερικών (που τότε περιελάμβανε και το Υπουργείο της Ασφαλείας), καθώς και τα

Υφυπουργεία των Στρατιωτικών και των Εξωτερικών. Όλα τα κυβερνητικά στρατεύματα,
συμπεριλαμβανομένης της Εθνοφυλακής και της Χωροφυλακής, θα αποστρατεύονταν. Τον
Απρίλιο θα διεξήγοντο εκλογές Συντακτικής Συνελεύσεως.
Αντί απαντήσεως, οι πολιτικοί άνδρες της Δεξιάς απεχώρησαν αμέσως από τη διάσκεψη.
Ο Πλαστήρας αρνήθηκε να συζητήσει τους όρους αυτούς, αλλά υπήρξε εποικοδομητικός
κατά το δικό του τρόπο.
Ο Σιάντος είχε φερθεί πολύ επιθετικά, συχνά απειλητικά, κάποτε θρασύτατα. Ο Πλαστήρας
του το ανταπέδωσε. Έφθανε μάλιστα την ανταπόδοση σε τόσο οξύ σημείο, ώστε να του
μιλεί κάποτε με εχθρότητα που έπαιρνε τη μορφή μίσους, και αυτό σε γλώσσα χυδαία.
Κάποια στιγμή, εκείνος που επονομαζόταν "ο Μαύρος Καβαλάρης" χτύπησε τη γροθιά του
στο τραπέζι και είπε στον "Γέρο", που ήταν συμπολίτης του από την Καρδίτσα: "Σκασμός,
ζαγάρι! Αν δε σκάσης, θα σου σπάσω τα παΐδια!"11
Καμιά οξεία φράση δεν έμεινε χωρίς ανάλογη απάντηση, και από την ώρα της υποβολής
των προτάσεων του Σιάντου η συζήτηση έγινε εμπρηστική.
Λεπτομέρεια, ίσως. Και η οξύτατη γλώσσα του Πλαστήρα πιθανόν να έχη εντελώς
δευτερεύουσα σημασία. Αναμφισβήτητα όμως, θα έκαμε βαθυτάτη εντύπωση στους
αντιπροσώπους της Άκρας Αριστεράς. Γιατί την οξύτατη αυτή γλώσσα δεν την είχε
χρησιμοποιήσει απέναντί τους ο βασιλόφρων, ο πολιτικός, η ο ξένος: την είχε
χρησιμοποιήσει ο λαός.
Η διάσκεψη δεν κατέληξε σε καμιά απόφαση αλλά είχε αποφασιστικές επιπτώσεις.
Ο Γεώργιος ο Β' ήταν εναντίον της εγκαταστάσεως Αντιβασιλείας, γιατί δυσχέραινε την
προοπτική της επιστροφής του. Ήταν ακόμη περισσότερο εναντίον του Πλαστήρα, ο οποίος
προ είκοσι ετών, πριν προβεί στην εκθρόνιση του Βασιλέως, είχε εκτελέσει έξι διαπρεπείς
βασιλόφρονες. Παρ' όλα αυτά, ο Βασιλεύς Γεώργιος άκουσε τις επίμονες συμβουλές του
Churchill, και στις 30 Δεκεμβρίου αποδεχόταν την Αντιβασιλεία και δήλωνε ότι θα
επέστρεφε στην Ελλάδα μόνον μετά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και εφόσον τούτο θα
κατέληγε υπέρ της Συνταγματικής Βασιλείας.
Την επομένη, ο Αρχιεπίσκοπος ορκιζόταν ως Αντιβασιλεύς, ο Παπανδρέου παρητείτο, και ο
Πλαστήρας σχημάτιζε Κυβέρνηση, στην οποία πλειοψηφούσαν οι δημοκρατικοί Υπουργοί.
Εν τω μεταξύ, η αντεπίθεση του Hawkesworth είχε αναπτυχθεί πολύ.

Το ηθικό των ΕΛΑΣιτών κατέρρεε, οι ενισχύσεις που μετέφεραν από τις επαρχίες δεν
έφθαναν καθόλου για να συμπληρώσουν τα κενά, και τα πυρομαχικά, είτε λόγω σπατάλης
είτε λόγω απωλείας, άρχιζαν να λείπουν.
Στις 29 έγινε η τελευταία αξιόλογη σύγκρουση. Αντιμέτωποι ήταν ελληνοβρετανικές
μονάδες αφ' ενός και αφ' ετέρου η μεραρχία του ΕΛΑΣ που είχε έλθει από τον Παρνασσό.
Μετά από διήμερο αγώνα, η τελευταία αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει όλες τις θέσεις της.
Την 1η Ιανουαρίου του 1945, προσκληθείς επειγόντως, κατέφθασε στην Αθήνα ο Άρης, με
ενισχυμένο κύρος μετά τη νίκη του επί του Ζέρβα, και του ζητήθηκε να δώσει και πάλι στον
ΕΛΑΣ τη μαχητικότητά του. Επεδόθη στο νέο έργο του με τη συνήθη ορμή του. Ήταν όμως
πολύ αργά. Παρά τις προσπάθειές του, παρά τις εκτελέσεις λιποτακτών που έγιναν ενώπιον
των τμημάτων τους, ο Άρης δεν κατόρθωσε παρά να αργοπορήσει τη φυγή.
Στις 6 Ιανουαρίου, έφθασε και ο άλλος θριαμβευτής της μακρινής και ημιάχρηστης μάχης, ο
Σαράφης. Εκείνος απλώς διεπίστωσε την ήττα: στις 5 Ιανουαρίου η Αθήνα επικοινωνούσε
ελεύθερα με το Φάληρο και τον Πειραιά και οι ελληνοβρετανικές προφυλακές βρίσκονταν
40 και πλέον χιλιόμετρα βορείως της πρωτευούσης. Ο ΕΛΑΣ υποχωρούσε, μερικές μονάδες
του τρέπονταν εις φυγήν.
Εν τω μεταξύ, ο Σκόμπυ είχε δεχθεί απεσταλμένους του ΕΑΜ, υπό τον ίδιο τον Ζέβγο, που
υπέβαλαν καλύτερες προτάσεις για να επιτευχθή αναστολή των εχθροπραξιών. Ο Βρετανός
στρατηγός όχι μόνον τις απέρριψε, άλλα απέσυρε τους δικούς του όρους που είχε καθορίσει
περί τα μέσα Δεκεμβρίου. Δικαιολογούσε αυτή τη στάση του από την έλλειψη σεβασμού
προς όλους τους κανόνες του πολέμου, προπάντων εκείνους που αφορούσαν τους ομήρους
-20.000 περίπου- και την εκτέλεση πολλών από αυτούς.
Εν τούτοις, κατόπιν συστάσεων του Αντιβασιλέως, στις 8 Ιανουαρίου καλούσε ο ίδιος
αντιπροσώπους τους αντιπάλους, και στις 11 του μηνός μια συμφωνία υπογραφόταν με τον
Ζέβγο. Πολλά θέματα παρεπέμποντο σε μια διάσκεψη, που καθοριζόταν ότι θα συνέλθει
στις 21 του μηνός, αλλά η παύση των εχθροπραξιών αποφασιζόταν για τις 15. Την
ημερομηνία αυτή τα τμήματα του ΕΛΑΣ έπρεπε να βρίσκονται 150 χιλιόμετρα μακριά από
την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη, η Πελοπόννησος και τα νησιά έπρεπε να εκκενωθούν.
Οι όροι δεν είχαν πλέον παρά θεωρητική σχεδόν αξία.
Αν και μερικά ανταρτικά τμήματα, και προ παντός οι αρχηγοί τους, δεν είχαν χάσει τίποτε
από την ορμή τους και ήθελαν να συνεχίσουν τον αγώνα, ο ΕΛΑΣ δεν ήταν πλέον

-τηρουμένων των αναλογιών- η τρομερή δύναμη που είχε καθυποτάξει όλη τη Χώρα. Η
απειθαρχία ήταν γενική, η πικρία και η απογοήτευση πότιζαν τις ψυχές, τα πνεύματα
θόλωναν από την εγκατάλειψη της Μόσχας, και υπήρχε και κάτι άλλο ακόμη: οι άνδρες που
μέχρι τότε ήταν δεσπόται, έβλεπαν τώρα να τους περιβάλλει το μίσος του πληθυσμού.
Σκόνταφταν σε κάθε βήμα τους, και ήταν υποχρεωμένοι να κρύβονται. Επί τέσσερα χρόνια,
ο πληθυσμός είχε υποφέρει κάθε είδους δεινά, και τώρα -σύμφωνα με κανόνα που ισχύει σε
κάθε τόπο και χρόνο- θυμόταν κυρίως τα τελευταία δεινά.
Με τις συνθήκες αυτές, η αναβίωση της κινήσεως ήταν αδύνατη. Οι υπεύθυνοι το
κατάλαβαν και κατέληξαν σε ένα συμβιβασμό, τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπεγράφη
στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Πριν όμως προχωρήσουν προς τον συμβιβασμό αυτόν, υποθήκευσαν το μέλλον: στις
επαρχίες όπου ο ΕΛΑΣ ήταν πολύ δυνατός, μια μεγάλη επιχείρηση άρχισε ήδη από την 10η
Ιανουαρίου. Όσο μυστικά αυτό ήταν δυνατό, και με τη χρησιμοποίηση μόνο πολύ πιστών
ανδρών, όπλα και πολεμοφόδια προσεκτικά επιλεγόμενα αποστέλλονταν στα βουνά σε
αρκετά μεγάλες ποσότητες. Αλειμμένα με λιπαρές ουσίες, συσκευασμένα σε κιβώτια και σε
βαρέλια, ετοποθετούντο σε σπήλαια ή άλλους κρυψώνες που καλύπτονταν με επιμέλεια.
Ούτε τα βλέμματα των ανθρώπων ούτε τα νερά των καταιγίδων έπρεπε να φθάσουν έως τα
πολύτιμα δέματα.
Αν η μεταγενέστερη ανακάλυψη πολλών από αυτούς τους κρυψώνες, η οι επίσημες
βεβαιώσεις δεν θεωρούνται αρκετές για να είναι βέβαιο ότι έγινε η εν λόγω επιχείρηση, ο
γράφων μπορεί να σημειώσει εδώ ότι σε τέσσερεις πόλεις-κλειδιά ως προς το θέμα αυτό, τη
Λαμία, τη Λάρισα, τα Τρίκκαλα και τα Ιωάννινα, γνώρισε πρόσωπα αναμφισβητήτου
αντικειμενικότητος που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες. Είδαν οι ίδιοι τις αποστολές, χωρίς
βεβαίως να γνωρίζουν τους τόπους των προορισμών τους.
Άλλωστε, το πράγμα δεν είχε περάσει καθόλου απαρατήρητο. Αλλά τότε δεν του είχε
αποδοθεί μεγάλη σημασία. Πολλοί μάλιστα είχαν ακόμη αμφιβολίες ως προς την έκταση των
εν λόγω αποστολών, γιατί τα όπλα που -κατά τη Συμφωνία της Βάρκιζας - είχε παραδώσει ο
ΕΛΑΣ ήταν πολλά, ήταν περισσότερα από ό,τι προέβλεπε η Συμφωνία: είχαν πράγματι
παραδοθεί 40.000 όπλα, 2.000 αυτόματα και πολυβόλα, 160 όλμοι, μερικές δεκάδες
πυροβόλα. Έπρεπε να αρχίσει "ο τρίτος γύρος" για να εκτιμηθεί η σημασία της εκτάσεως
των κρυφών αποστολών όπλων στους ορεινούς κρυψώνες.
Πάντως, εάν μερικοί σκέπτονταν ήδη τον "τρίτο γύρο", που υπήρξε ο αγριότερος από

όλους, "ο δεύτερος γύρος", όπως οι ίδιοι τον ονόμαζαν, είχε κλείσει και είχε πλήρως χαθή.

Μερικές παρατηρήσεις εκ τ ων υστέρων
Το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ είχε έτσι αποτύχει στον έναν από τους δύο λόγους της υπάρξεώς του: την
κατάληψη της εξουσίας.
Πολλοί συγγραφείς, πολλοί πολιτικοί άνδρες από τους πλέον γνωστούς, όπως π.χ. ο
Γεώργιος Παπανδρέου, και πλήθος ατόμων που έζησαν εκείνα τα τραγικά χρόνια,
υπεστήριξαν ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος υπάρξεως του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Η άποψη αυτή, πολύ διαδεδομένη, είχε πολλαπλές και σοβαρές επιπτώσεις επί της εξελίξεως
των ελληνικών πραγμάτων, και πρέπει να συζητηθεί εδώ με λίγα λόγια.
Πρώτον, δεν είναι ακριβής. Πρέπει να γίνη μια διάκριση.
Το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ εκυριαρχείτο και ελεγχόταν από το Κ.Κ.Ε., αλλά αυτό δεν αποτελούσε το
σύνολο του μετώπου. Χιλιάδες ανθρώπων που δεν είχαν καμιά σχέση με το Κ.Κ.Ε. είχαν
προσχωρήσει σ' αυτό. Το είχαν κάμει επειδή ήθελαν να αντισταθούν κατά του εισβολέως,
και το ΕΑΜ ήταν η ευρύτερη και πιο γνωστή αντιστασιακή οργάνωση. Το είχαν κάμει επειδή
πολλοί ήταν απομονωμένοι σε περιοχές που κατείχε ο ΕΛΑΣ και δεν μπορούσαν να κάμουν
διαφορετικά. Βεβαίως, πολλοί από αυτούς ακολούθησαν την κίνηση μέχρι τέλους, οι
περισσότεροι όμως απεχώρησαν, είτε κατά τη διάρκεια διαφόρων κρίσεων που τους ξένισαν
είτε -και προπάντων- τις πρώτες ημέρες του "Κόκκινου Δεκέμβρη".
Κατά συνέπειαν, μια μερίδα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ απέβλεπε στην αντίσταση, και μόνο σ' αυτήν.
Ως προς το Κ.Κ.Ε., καρδιά και εγκέφαλο της οργανώσεως, είναι αναμφισβήτητο ότι είχε ως
κύριο σκοπό την κατάληψη της εξουσίας. Αυτό έχει αποδειχθή από τη σκληρή εξολόθρευση
όλων των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων (και των υγιέστερων ακόμη), από πολλές
επίσημες δηλώσεις και κείμενα ηγετών του Κόμματος, και από αυτήν τέλος τη βασική
πολιτική θεωρία του.
Θα ήταν όμως αβάσιμη η άποψη ότι η αντίσταση κατά του εισβολέως δεν αποτελούσε
επίσης έναν από τους σκοπούς του Κ.Κ.Ε. ως ηγετικού παράγοντος του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ.
Το Κ.Κ.Ε. είχε πάντα τη Σοβιετική Ένωση ως ένα είδος "Μητέρας-Πατρίδας". Υπήρξε πάντα
πιστό σ' αυτήν. Δεν διεφώνησε ποτέ μαζί της. Οι διαφωνίες ήρθαν πολύ αργότερα, τη
δεκαετία 1960-1970, όταν δηλαδή είχαν πλήρως αναπτυχθεί μέσα στους κόλπους του

κομμουνιστικού κόσμου τεράστιες κεντρόφυγες δυνάμεις.
Η Αντίσταση κατά την Κατοχή ήταν χρήσιμη στη Σοβιετική Ένωση, συνεπώς η αντίσταση
βρισκόταν κατ' ανάγκην μεταξύ των σκοπών του Κ.Κ.Ε.
Η δυσκολία του Κ.Κ.Ε. συνίστατο στο ότι οι δύο σκοποί ήταν, μέχρις ενός σημείου,
αντιφατικοί μεταξύ τους: οι οπαδοί όφειλαν να αντισταθούν κατά του κατακτητού, αλλά για
να καταλάβουν την εξουσία έπρεπε και να εξολοθρεύσουν όλους τους άλλους μη
ομοϊδεάτες που πολεμούσαν τον κατακτητή.
Έτσι, το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ δαπανούσε τις δυνάμεις του σ' ένα αδελφοκτόνο αγώνα, και εξάλλου,
αποκαλύπτοντας δια των ενεργειών του τους ευρύτερους σκοπούς του, προκαλούσε μια
βαθειά αντίδραση. Παρ' όλα αυτά, η εξέλιξη της αντιφάσεως είχε αργότερα ένα λογικό
ειρμό: όσο η τύχη των όπλων έκλινε υπέρ των Συμμάχων, όσο η "Πατρίδα του
Σοσιαλισμού"

φαινόταν

εκτός

κινδύνου,

τόσο

ο

αδελφοκτόνος

άγων

γινόταν

σημαντικότερος από τον αγώνα κατά του εισβολέως.
Όπως και αν έχουν τα πράγματα, εκ των υστέρων δυσκολεύεται κανείς να καταλάβει πως
το Κ.Κ.Ε. απέτυχε στην επιδίωξη του βασικού του σκοπού.
Κατά τη διάρκεια του "πρώτου γύρου" (1942-1944), προς το τέλος, το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ ήταν, ή
τουλάχιστο μπορούσε εύκολα να γίνη, ο μοναδικός κύριος της Χώρας, και να αρνηθεί κάθε
συμβιβασμό.
Κατά τη διάρκεια του "δευτέρου γύρου" (Δεκέμβριος 1944) πάλι μπορούσε να επιβληθεί
πλήρως. Μπορούσε να το επιτύχει τις πρώτες ημέρες, και ίσως επίσης μεταξύ 14 και 18
Δεκεμβρίου, προπάντων αν δεν είχε αναλάβει συγχρόνως τη μεγάλη επιχείρηση κατά του
ΕΔΕΣ σε απόσταση 500 χιλιομέτρων από το κύριο πεδίο της μάχης.
Το γεγονός ότι αποτελούσε μειοψηφία, και το γεγονός ότι οι αντίπαλοί του είχαν καρτερία
και θάρρος, δεν εξασθενίζει καθόλου τις δύο απόψεις που μόλις εξετέθησαν: όλες οι
επιτυχείς ένοπλες επαναστάσεις έγιναν από ζωντανές μειοψηφίες που ήξεραν να
εκμεταλλευθούν τις περιστάσεις.

Στο σημείο αυτό πρέπει να ανοιγή μια παρένθεση: γιατί έγινε η επιχείρηση κατά του ΕΔΕΣ,
και γιατί διετέθησαν γι' αυτήν μερικές από τις καλύτερες μονάδες του ΕΛΑΣ και ορισμένοι
από τους αξιότερους ηγέτες του;

Τρεις ερμηνείες δόθηκαν. Η τρίτη είναι η πιο αληθοφανής και ενδιαφέρουσα.
Κατά την πρώτη άποψη, ο ΕΛΑΣ ήθελε να απαλλαγή από τον ΕΔΕΣ για να έχη τα
μετόπισθέν του ασφαλή, και να μη δια τρέχει τον κίνδυνο της καθόδου του Ζέρβα προς την
Αθήνα. Άποψη όχι πειστική: Ο ΕΔΕΣ ήταν αδύνατος, βρισκόταν μακριά, δεν είχε εφόδια.
Δεν μπορούσε να φθάσει στην Αθήνα παρά μόνο δια θαλάσσης. Αυτό όμως ήταν τότε πάρα
πολύ δύσκολο.
Άλλωστε, με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να φθάσει στην Αττική και αν, υφιστάμενος
επίθεση, αποσυρόταν εγκαίρως σ' ένα νησί.
Η δεύτερη άποψη είναι ότι ο Σιάντος δεν ήθελε να μοιρασθεί τον θρίαμβο της καταλήψεως
των Αθηνών με τον Σαράφη και προπάντων με τον Άρη. Άποψη ακόμη λιγότερο πειστική: ο
"Γέρος" δεν έβαζε ποτέ το προσωπικό του συμφέρον -εδώ άλλωστε είναι ζήτημα αν υπήρχε
συμφέρον- πριν από το συμφέρον της ιδεολογίας και του Κόμματος.
Η τρίτη άποψη είναι κάτι περισσότερο από ερμηνεία, γιατί ο καπετάν Ορέστης (αληθινό
όνομα, Ανδρέας Μούντριχας), διοικητής της Β' Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, μεταδίδει μια
πληροφορία που, αν ληφθεί υπ' όψιν, κάνει την ερμηνεία απολύτως βάσιμη.
Όπως ο ίδιος εμπιστεύθηκε σε Αμερικανό συγγραφέα ελληνικής καταγωγής, ο καπετάν
Ορέστης είχε κηρυχθεί εναντίον της διεξαγωγής της επιχειρήσεως κατά του ΕΔΕΣ. Είχε
υποστηρίξει ότι, έτσι απομονωμένος όπως ήταν, ο ΕΔΕΣ ήταν ακίνδυνος, ότι έπρεπε να μην
ασχοληθούν μαζί του, ότι όποιος θα ήταν κύριος των Αθηνών θα ήταν κύριος όλης της
Χώρας. Ο Σιάντος -κατά τον καπετάν Ορέστη- του εξήγησε, μετά τη Συμφωνία της
Βάρκιζας, τους λόγους που τον είχαν κάμει να μην ακολουθήσει τη συμβουλή του. Είχε
λόγους να πιστέψει -του είχε πει- ότι ο Τίτο θα επενέβαινε στη Βόρειο Ελλάδα με ισχυρές
μονάδες Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων και υπό την ηγεσία ενός από τους καλυτέρους
συντρόφους του, του Τέμπο (αληθινό όνομα Svetesar Vukmanovic), επικαλούμενος ως
δικαιολογία την ανάγκη της συντριβής του ΕΔΕΣ, του πιο επικίνδυνου ανταγωνιστού του
ΕΛΑΣ. Από αυτό προέκυπτε η ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως του ΕΔΕΣ, και μάλιστα από
ικανούς αρχηγούς, που, αν παρίστατο ανάγκη, θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τον
δυναμικό Τέμπο.
Είναι μια εξήγηση -αν είναι ακριβής- απολύτως λογική, και πολύ κατατοπιστική επί της
ελλείψεως ενότητος των κομμουνιστικών κινήσεων των διαφόρων χωρών.

Πρέπει να κλείση εδώ η παρένθεση αυτή, για να μνημονευθή μια άλλη ευκαιρία που έχασε
την εποχή εκείνη το Κ.Κ.Ε.
Το Κόμμα μπορούσε πράγματι, αν παρητείτο της τραγικής εξεγέρσεως του Δεκεμβρίου του
1944, να καταλάβει μια θέση εξέχουσα, και ίσως δεσπόζουσα, στην πολιτική ζωή της
Χώρας. Κατά το τέλος του 1944 βρισκόταν στην Κυβέρνηση. Είχε αποκτήσει συμμάχους σε
όλες τις τάξεις του πληθυσμού. Οι πλείστοι από αυτούς, και αν ακόμη διατηρούσαν
αμφιβολίες απέναντί του, ήταν του λοιπού τόσον εκτεθειμένοι ώστε θα συνοδοιπορούσαν
κατ' ανάγκην μαζί του. Εξάλλου, το Κ.Κ.Ε. είχε εισχωρήσει παντού και οι αντίπαλοί του ήταν
αδύνατοι και διηρημένοι. Η πολιτική διαδικασία του προσέφερε πλεονεκτήματα σαφή,
βέβαια, και, με την πάροδο του χρόνου, ίσως αποφασιστικά.
Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως το Κ.Κ.Ε. άφησε να του διαφύγουν όλες αυτές οι
εξαιρετικές ευκαιρίες.
Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι το Κ.Κ.Ε. ακολουθούσε δύο αντίθετες γραμμές και δεν
απεφάσιζε να ακολουθήσει τη μια η την άλλη: κυμαινόταν συνεχώς μεταξύ του αγώνος και
του συμβιβασμού, μεταξύ της γραμμής της δυνάμεως και της γραμμής της πολιτικής.
Χρησιμοποίησε τον αγώνα και τη δύναμη μόνο στον "τρίτο γύρο". Αν είχε νωρίτερα
ακολουθήσει τη μια ή την άλλη γραμμή, είναι πιθανόν ότι ο καταστρεπτικός γι' αυτόν
"τρίτος γύρος" δεν θα χρειαζόταν.
Ο Σιάντος, ο "Γέρος", θεωρήθηκε -και ήταν μέχρις ενός σημείου- ο πρωταγωνιστής της
πολιτικής γραμμής. Μετά το θάνατό του κατηγορήθηκε από το Κόμμα του ως "προδότης",
ως "πράκτωρ των Άγγλων", ως δημιουργός της "στρατηγικής της συνθηκολογήσεως με
τους Βρετανούς [...], της στρατηγικής που επανέφερε το φεουδαρχικό-αστικό καθεστώς".
Εν τούτοις, αυτός ο γιος ενός προλεταρίου, προλετάριος ο ίδιος από την ηλικία των 13
ετών, πείσμων μαχητής από την ηλικία των 16 ετών, υπήρξε ένα από τα πιο πιστά, από τα
πιο πειθαρχικά και από τα πιο τολμηρά μέλη του Κ.Κ.Ε. Πάντα στις προφυλακές, πάντα
προκινδυνεύων ο ίδιος, συνέχισε τον αγώνα και στον "τρίτο γύρο" ως Γενικός Γραμματέας
της Κεντρικής Επιτροπής μέχρι της 20ής Μαΐου 1947, οπότε πέθανε υπό συνθήκες κάπως
μυστηριώδεις. Θλιβερές συνέπειες της πίστεως και της επιμονής στους αγώνες και τις
οδύνες τους.
Πρωταγωνιστής της δυναμικής γραμμής ήταν αναμφισβητήτως ο Άρης Βελουχιώτης. Δεν
τιμωρήθηκε γι' αυτό λιγότερο.

Εκείνος ήταν τόσο βέβαιος ότι είχε δίκαιο, ώστε υπήρξε ο μόνος που δεν αποδέχθηκε τη
Συμφωνία της Βάρκιζας. Όταν υπεγράφη η Συμφωνία, ο ίδιος και μερικές δεκάδες πιστών
του διέσχισαν έφιπποι τα άγρια βουνά που χώριζαν την Αθήνα από την Αλβανία. Πήγαινε
εκεί για να προετοιμάσει μια νέα ανταρσία.
Είναι από πολλές απόψεις ενδιαφέρον να αποδοθούν εδώ οι σκέψεις αυτού του ανδρός με
ένα εντελώς άγνωστο επεισόδιο.
Την προτελευταία νύκτα της μακράς διαδρομής του, διανυκτέρευσε σε ένα χωριό, χαμένο
μέσα σε μεγάλα δάση, κοντά στους αυχένας του Μετσόβου, το οποίο κατά την Κατοχή το
είχαν κάψει οι Γερμανοί δύο φορές. Το χωριό αυτό ονομάζεται Μηλιά. Ο Άρης διάλεξε εκεί
για να κοιμηθεί μια καλή καλύβα που βρισκόταν κοντά στα ερείπια της εκκλησίας. Το
βράδυ, δίπλα στο τζάκι, ένας νέος του χωριού, τότε φοιτητής, σήμερα δικηγόρος στην
Αθήνα, τον ρώτησε ποια ήταν τα αίτια της ήττας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
- Δε σκοτώσαμε αρκετούς, του απήντησε ο Άρης. Ο Άγγλος ενδιαφερόταν για τούτο το
σταυροδρόμι που ονομάζεται Ελλάδα. Αν δεν είχαμε αφήσει όρθιο κανένα από τους φίλους
του, δε θα μπορούσε να ξεμπαρκάρει πουθενά. Οι άλλοι με έλεγαν φονιά: να που μας
κατάντησαν. Πόσες ψυχές έχει το χωριό σας;
- Χίλιους διακόσιους, απήντησε ο νέος.
- Έπρεπε να σκοτώσουμε τους εξακόσιους. Το μοσχάρι πεθαίνει όταν το κεφάλι του
κολυμπήσει στο αίμα. Οι επαναστάσεις πετυχαίνουν όταν τα ποτάμια κοκκινίσουν απ' το
αίμα. Και αξίζει τον κόπο να το χύσης έτσι, όταν η αμοιβή είναι η τελειότητα της
ανθρώπινης κοινωνίας.
Ήταν η γραμμή της πορείας του... και των ψευδαισθήσεών του. Οι ομοϊδεάτες του δεν τον
είχαν ακολουθήσει πλήρως, αλλά θα το έκαμναν μετά από δύο χρόνια. Πράγμα που δεν
εμπόδισε εν τω μεταξύ το Κ.Κ.Ε. να τον προδώσει και να επιφυλάξει και σ' αυτόν ένα
τραγικό θάνατο.
Η ζωή των ανθρώπων είναι φθηνή κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων. Θα το δη κανείς
στις σελίδες που θα ακολουθήσουν, και στις οποίες θα σκιαγραφηθή η ιστορία του
ανταρτοπολέμου στην Ελλάδα κατά τα έτη 1946-1949.

Υστερόγραφο
Στο τέλος αυτού του Πρώτου Μέρους πρέπει να προστεθεί ένα υστερόγραφο που

χρονολογικώς ανήκει στο Δεύτερο Μέρος. Αυτό, επειδή ο αναγνώστης θα προτιμούσε
μάλλον να πληροφορηθεί εδώ ποιο ήταν το τέλος του Άρη Βελουχιώτη.
Ο Άρης πήγε στην Αλβανία γιατί αρνήθηκε να πιστέψει ότι η Μόσχα είχε εγκαταλείψει το
ΕΑΜ / ΕΛΑΣ. Ήθελε να ξεκαθαρίσει το θέμα, και να επιστρέψει για να οργανώσει ένα νέο
επαναστατικό στρατό.
Δεν είναι γνωστό τι έκαμε στην Αλβανία. Είναι γνωστό ότι επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά
από τέσσερεις περίπου μήνες, κατά το τέλος της ανοίξεως του 1945 -η ακριβής ημερομηνία
δεν είναι γνωστή- επί κεφαλής μιας σημαντικής ομάδος ανταρτών. Παρέμεινε στις οροσειρές
της Πίνδου, προχωρώντας όμως προς νότον. Δεν τον κατεδίωκαν.
Και όταν κανείς δεν το περίμενε, στις 18 Ιουνίου, οι Αρχές ανήγγειλαν ότι ισχυρά τμήματα
της Εθνοφυλακής είχαν καταδιώξει τον Άρη, και ότι, στις 16, οι άνδρες του, κυκλωμένοι
κάπου στην ορεινή Δυτική Θεσσαλία, είχαν αναγκασθεί να δεχθούν τη μάχη, που είχε
διαρκέσει έξι ώρες. Υπήρχαν νεκροί, μεταξύ των οποίων ο Άρης και ο υπαρχηγός του
Τζαβέλας, που τα κεφάλια τους είχαν εκτεθεί στην κεντρική πλατεία των Τρικκάλων, ώστε
να μην απομένει η παραμικρή αμφιβολία ότι είχαν πράγματι φονευθεί. Η ομάς του
απετελείτο από 80 άνδρες και μια γυναίκα και διέθετε, εκτός από ατομικά όπλα, 14 βαρέα
πολυβόλα, δύο όλμους και έναν ασύρματο.
Αυτή ήταν η επίσημη ανακοίνωση, και σε πολλά σημεία της ήταν ακριβής.
Αλλά ο άνθρωπος που είχε χύσει τόσο αίμα δεν επέπρωτο να πεθάνει με το όπλο στα χέρια
του. Ο Άρης και ο υπαρχηγός του προδόθηκαν από έναν παλαιό σύντροφό τους, τον οποίο
θεωρούσαν πιστό τους φίλο και που στο σπίτι του είχαν διανυκτερεύσει. Την αυγή είχαν
βγει έφιπποι για να κάμουν αυτοπροσώπως αναγνώριση του εδάφους, προκειμένου η ομάς
να συνεχίση την πορεία της. Δεν πρόφθασαν όμως να προχωρήσουν πολύ. Έπεσαν σε
ενέδρα που, ειδοποιημένος από τον οικοδεσπότη τους, είχε στήσει ένας οπλαρχηγός του
ΕΔΕΣ. Ποιος είναι ο οπλαρχηγός, το γνωρίζουν αρκετά σημαίνοντα μέλη του ΕΔΕΣ. Εκείνος
παρέδωσε τα δύο κεφάλια στη Χωροφυλακή. Η υπόλοιπη ανταρτική ομάς του Άρη,
καταδιώχθηκε την επομένη και τη μεθεπομένη από την Εθνοφυλακή και τη Χωροφυλακή
και διαλύθηκε, αφού άφησε στο πεδίο των αψιμαχιών ελάχιστους νεκρούς και έξι
αιχμαλώτους.
Αυτό υπήρξε το τέλος του ιδρυτού και του πραγματικού Αρχηγού του Στρατού του Κ.Κ.Ε.
που κυριάρχησε σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα επί ένα και πλέον έτος.

Αν ένας από τους συντρόφους του τόλμησε να τον προδώσει, αυτό πιθανότατα οφείλεται
στο ότι δύο μήνες νωρίτερα, τον Απρίλιο του 1945, η ανωτάτη αρχή του Κόμματος, η
Πολιτική Επιτροπή, τον είχε δημοσία κατηγορήσει ως "ντεβιασιονιστή".
Η λέξη δεν είναι νέα. Ούτε οι θλιβερές επιπτώσεις της.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ': ΤΑ ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ

Ο κώδων του κινδύνου κτυπάει μακριά
Όταν διεξήγοντο διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ο Δεύτερος Παγκόσμιος
Πόλεμος δεν είχε ακόμη τελειώσει. Η νίκη διαφαινόταν, αλλά τα πολεμικά όπλα φόνευαν
ακόμη πολλούς ανθρώπους. Δεν ήταν γνωστό ακόμη πότε τα πυροβόλα θα έπαυαν να
βροντούν, προπάντων στον Ειρηνικό Ωκεανό, όπου οι Ιάπωνες έκαναν πολύ δύσκολες τις
προσπάθειες των Αμερικανών για την τελική νίκη. Το χαρούμενο αλλά κατά βάθος
τρομακτικό συνθηματικό τηλεγράφημα που ο Truman έλαβε στο Πότσνταμ -"τα βρέφη
γεννήθηκαν καλά"- δεν είχε ακόμη αποσταλή: η ατομική βόμβα δεν ήταν ακόμη έτοιμη.
Η Μεγάλη Συμμαχία διατηρούσε πάντα αρκετούς ισχυρούς δεσμούς. Η συνεργασία, παρά
μερικές βαθειές διαφωνίες και μερικές ακόμη βαθύτερες απογοητεύσεις, ήταν κατ' αρχήν
καλή και φαινομενικώς αρίστη.
Στη Γιάλτα όμως (4-11 Φεβρουαρίου 1945), όπου το ευρύτερο κοινό νόμιζε επί μακρόν ότι
όλα τα μεταπολεμικά προβλήματα είχαν λυθή, τίποτε δεν είχε βρει την πραγματική του
λύση. Αντίθετα, η αρρώστια και οι αδυναμίες του Roosevelt, από το ένα μέρος, η ισχυρή
θέση, η έλλειψη δισταγμών και η δεξιοτεχνία του Στάλιν, από το άλλο μέρος, είχαν
δημιουργήσει τεράστια προβλήματα.
Αλλά με την εύρεση "φόρμουλας" που ικανοποιούσε τον ισχυρό και πονηρό άνδρα, και που
εξάλλου έσωζε τα προσχήματα, αποφεύγονταν οι σοβαρές έριδες, είχε επιτευχθή μια
ικανοποίηση, διεκηρύσσετο μάλιστα ότι όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
Ευτυχία ρεαλιστού για τον Στάλιν, ευφορία ετοιμοθάνατου ιδεαλιστού για τον Roosevelt,
πολύ αμφίβολη ικανοποίηση για τον Churchill.
Ο πρώτος γνώριζε ότι είχε κερδίσει σε όλα περίπου τα σημεία: με παραχωρήσεις καθαρώς
τυπικές, είχε επιτύχει ό,τι ήθελε στην Πολωνία, για την ανεξαρτησία της οποίας είχε
εξαπολυθή αυτός ο απίστευτος πόλεμος, στην Πολωνία που είχε τόσο αγωνισθή, που είχε
χύσει τόσο αίμα, που είχε πάντα 170.000 μαχητάς επί συμμαχικών εδαφών. Επιπλέον, ο
Στάλιν συμμετείχε στις "ζώνες κατοχής της Γερμανίας", πράγμα που κατ' ουσίαν
προετοίμαζε τον διαμελισμό του Ράιχ. Εξάλλου, εξησφάλιζε ότι τα συμμαχικά στρατεύματα

-τα αμερικανικά προ παντός- θα αποσύρονταν από τις ευρείες περιοχές που είχαν
απελευθερωθή. Τέλος, αποκτούσε πολύ μεγάλα προνόμια στην Άπω Ανατολή, τόσο στην
ηπειρωτική Ασία όσο και στο Αρχιπέλαγος προς δυσμάς και προς βορράν της Ιαπωνίας,
εναντίον της οποίας δεν είχε ακόμη κηρύξει τον πόλεμο. Το έκαμε αργότερα, μετά την
ατομική βόμβα της Χιροσίμα και πριν από την ατομική βόμβα του Ναγκασάκι...
Αν ο πρώτος "γνώριζε", ο δεύτερος, ο Roosevelt, "πίστευε" ότι ήταν ο εμπνευστής και ο
διαιτητής μιας νέας περιόδου ειρήνης και αδελφοσύνης. Ετοιμοθάνατο, τον άφηναν να
πιστεύη και εκμεταλλεύονταν την ευφορία του.
Ο τρίτος "καταλάβαινε", και γι' αυτό μαχόταν με όλη τη δύναμη του χαρακτήρος του και με
όλη τη διεισδυτικότητα του πνεύματός του. Αλλά γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλον ότι η
χώρα του εμφανιζόταν ακόμη ως Μεγάλη Δύναμις, ενώ πράγματι δεν ήταν. Αδυνατώντας να
αντιδράση, υποχωρούσε, και είχε συνείδηση του πράγματος. Με την εξαίρεση της Ελλάδος,
όπου είχε κερδίσει, γνώριζε ότι παντού αλλού είχε το πολύ σώσει τα προσχήματα, ή είχε
εξασφαλίσει δευτερεύοντα σημεία, και πολλά από αυτά, μάλιστα, προσωρινώς. Παρά τις
τότε επίσημες δηλώσεις του, τα γραπτά του της εποχής εκείνης, γνωστά σήμερα,
αποδεικνύουν ότι αυτές ήταν οι πραγματικές του σκέψεις. Ήταν ανήσυχος. Και έγινε πολύ
περισσότερο ανήσυχος τους επόμενους μήνες, λόγω της τροπής των γεγονότων παντού
στην Ευρώπη, όπου προήλαυναν τα σοβιετικά στρατεύματα. Τώρα όμως είχε απέναντί του
συνομιλητή στον οποίο μπορούσε να εξηγήση τις ανησυχίες του.
Στις 12 Απριλίου του 1945 πέθανε ο Roosevelt. Τη θέση του κατέλαβε ο Αντιπρόεδρός του,
ένας επαρχιώτης έμπορος ειδών ρουχισμού και κιγκαλερίας, που είχε διακριθή στον δημόσιο
βίο βάζοντας τάξη σε μερικά καθαρώς εσωτερικά ζητήματα. Δεν είχε πείρα των διεθνών
υποθέσεων. Είχε όμως κοινό νου και δυνατό χαρακτήρα. Ονομαζόταν Harry Truman. Οι
σημαντικότεροι συνεργάτες του -που σχεδόν όλοι ήταν συνεργάτες του Rooseveltκαλλιέργησαν από την πρώτη ημέρα τις ανησυχίες του ως προς τη σοβιετική εξάπλωση.
Ο Churchill τους βοήθησε επανειλημμένως, χρησιμοποιώντας το σαφές και περίλαμπρο
ύφος του. Αξίζει να μνημονευθεί εν προκειμένω το μήνυμά του της 12ης Μαΐου, για το
οποίο, πολύ αργότερα, εξεδήλωνε ο ίδιος μια ιδιαίτερη αδυναμία. Μια έκφραση που έπειτα
καθιερώθηκε παγκοσμίως, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά. Το μήνυμα ήταν το
ακόλουθο:
"Ένα σιδηρούν παραπέτασμα έπεσε στο μέτωπο. Αγνοούμε τι συμβαίνει πίσω του. Φαίνεται
πολύ πιθανόν ότι το σύνολο των περιοχών που βρίσκονται ανατολικώς της γραμμής

Λύμπεκ-Τεργέ στη-Κέρκυρα, θα είναι προσεχώς στα χέρια τους. Πρέπει να προσθέσουμε σ'
αυτές τις περιοχές τις εκτεταμένες περιοχές που κατέκτησαν τα αμερικανικά στρατεύματα
μεταξύ Άιζεναχ και Έλβα, οι οποίες, υποθέτω, θα καταληφθούν υπό των Ρώσων μέσα σε
μερικές εβδομάδες, όταν θα αποσυρθούν τα στρατεύματά σας... Εντός ολίγου θα είναι
εύκολο για τους Ρώσους να προχωρήσουν, αν το θέλουν, έως τις ακτές της Βορείου
Θαλάσσης και της Αδριατικής... Είναι αναμφισβητήτως ζωτικής σημασίας να έλθουμε τώρα
σε μια συνεννόηση με τη Ρωσία ή να δούμε καλά που βρισκόμαστε ως προς αυτήν, πριν να
εξασθενίσουμε θανασίμως τους στρατούς μας ή να τους αναδιπλώσουμε στις ζώνες
κατοχής".
Απευθυνόταν σε κατάλληλο δέκτη για να συνεχίση την πολιτική του. Ο ίδιος δεν εστερείτο
μόνο των μέσων για να την εφαρμόσει αλλά μετά από δύο μήνες έχανε κάθε εξουσία. Όπως
είναι γνωστό, κατά τη διάρκεια της Διασκέψεως του Πότσνταμ ο Churchill έχανε τις πρώτες
μεταπολεμικές εκλογές και αντεκατεστάθη από τον Αρχηγό των Εργατικών, τον Attlee.
Ο Harry Truman παρέλαβε την τσωρτσιλιανή σημαία, και την κράτησε με άλλο ύφος αλλά
με πολύ περισσότερα μέσα. Άλλωστε, στα τεράστια μέσα που διέθετε η χώρα του,
προσετίθετο ένα όπλο που ανέτρεπε τα δεδομένα του πολέμου, και που κανένας άλλος δεν
διέθετε τότε: το ατομικό όπλο, που με δύο βολές (Χιροσίμα -6 Αυγούστου 1945, Ναγκασάκι
-9 Αυγούστου 1945) τελείωνε τον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας.
Οι προστριβές μεταξύ Washington και Μόσχας υπήρξαν πολλές, επικίνδυνες, και συχνά
αφορούσαν βασικά ζητήματα. Μεταξύ των σοβαροτέρων πρέπει να μνημονευθή το θέμα
της Αυστρίας, όπου ο Στάλιν φαινόταν να θέλει να εγκατασταθεί ως κυρίαρχος. Εξίσου
σοβαρό ήταν το θέμα της περιοχής και της πόλεως της Τεργέστης, που είχε κεφαλαιώδη
σημασία για τον ανεφοδιασμό των πολυαρίθμων συμμαχικών φρουρών της Κεντρικής
Ευρώπης, αλλά που ο Τίτο "αποϊτάλιζε" και πρακτικώς προσαρτούσε.
Τα δύο αυτά ζητήματα προεκάλεσαν πολλές προστριβές, το δεύτερο μάλιστα οδήγησε και
σε σημαντική συγκέντρωση στρατευμάτων κοντά στη διεκδικούμενη και αμφισβητούμενη
πόλη. Τελικώς, με πολλές δυσκολίες, επετεύχθη συμβιβαστική λύση.
Την εποχή λοιπόν του Πότσνταμ μπορεί κανείς να πει ότι ήδη το πνεύμα της Μεγάλης
Συμμαχίας δεν υπήρχε πλέον. Παρ' όλα αυτά, δεν είχε επέλθει ρήξη και, παρά τις διάφορες
διαφωνίες, είχε επέλθει συμφωνία επί μερικών δευτερευόντων θεμάτων, και ως προς τη
λειτουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Δεν μπορούσε ακόμη να γίνει λόγος περί
"Ψυχρού Πολέμου".

Οι πρώτες εκδηλώσεις του επρόκειτο να εμφανισθούν μετά από λίγους μήνες.
Εμφανίσθηκαν στον νότο, στο Ιράν και την Τουρκία.
Είναι πολύ χρήσιμο να σκιαγραφηθεί εδώ η ιστορία των εκδηλώσεων αυτών. Απησχόλησαν
όμως και οι δύο για τόσους μήνες τη διεθνή πολιτική, ώστε αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά
μόνον αν η σκιαγράφηση περιορισθεί και απλουστευθεί στο έπακρο.
Κατά το τέλος του 1941, στη χειρότερη για τους Συμμάχους φάση του πολέμου, αγγλικά
και σοβιετικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ιράν (Περσία). Οι δύο Κυβερνήσεις δήλωσαν
αμέσως ότι τα στρατεύματά τους θα αποσύρονταν τους πρώτους έξι μήνες μετά το τέλος
του πολέμου. Η δήλωση αυτή επανελήφθη από τους Τρεις Μεγάλους όταν συναντήθηκαν
στην Τεχεράνη.
Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος και πέρασε το πρώτο εξάμηνο, η Μόσχα, που είχε εν τω
μεταξύ εντόνως υποστηρίξει τοπικά χωριστικά κινήματα, απέσυρε μεν τα στρατεύματά της
από την Τεχεράνη αλλά όχι από την υπόλοιπη χώρα. Δεν τα απέσυρε ούτε μετά τις 2
Μαρτίου 1946, ημερομηνία που, έπειτα από πολλές πιέσεις και διαπραγματεύσεις, είχε
ορισθεί ως τελική προθεσμία της πλήρους εκκενώσεως.
Η Ιρανική Κυβέρνηση, εν τω μεταξύ, είχε δύο φορές απασχολήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας
με την απειλή αυτή κατά της ειρήνης, αλλά το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να λύση το θέμα.
Τα πράγματα χειροτέρευσαν. Οι θορυβώδεις όσο και μεγάλες απεργίες, η ζωηρή
δραστηριότης των διαφόρων αυτονομιστικών ομάδων και η υποστήριξή τους -κρυφή ή και
επίσημη- από τη Μόσχα, οι οξείες απειλές της τελευταίας, που σαφώς απέβλεπαν στην
παραχώρηση εκμεταλλεύσεως πετρελαιοφόρων περιοχών, όλα αυτά δημιουργούσαν
ατμόσφαιρα χάους. Το Ιράν εθεωρείτο τότε πυριτιδαποθήκη, και καπνός φαινόταν να
βγαίνη από τη στέγη της.
Από το άλλο μέρος στο Λονδίνο, αν με το σχηματισμό της Κυβερνήσεως των Εργατικών
"ένα άδειο ταξί σταμάτησε στην Ντάουνινγκ Στρήτ 10 (την κατοικία του Πρωθυπουργού)
και ο άνθρωπος που κατέβηκε από αυτό ήταν ο Attlee!" ή αν "ο Attlee ήταν ένα πρόβατο
ντυμένο

πρόβατο"

(εκφράσεις

του Churchill, κατά

τον

Chastenet), ο

Βρετανός

Πρωθυπουργός, ο Attlee, είχε Υπουργό τον Εξωτερικών το γιο ενός αστυνομικού που είχε
εργασθή ως εργάτης αγροκτήματος και λιμενεργάτης: τον Ernest Bevin. Αυτός ο φανατικός
σοσιαλιστής συνεννοείτο καλύτερα με τον έμπορο ειδών ρουχισμού και κιγκαλερίας παρά με
τον τσάρο του σοσιαλισμού. Το καλοκαίρι του 1946 δεν αρκέσθηκε πλέον στις λέξεις:
έπειτα από μερικά τοπικά επεισόδια, απέστειλε επειγόντως βρετανικά στρατεύματα στην

ιρακινή ακτή που βρίσκεται απέναντι από τις μεγάλες εγκαταστάσεις της εταιρείας
πετρελαιοειδών "Αγγλο-Ιράνιαν", στο Αμπαντάν.
Αν τα κείμενα των διπλωματικών διακοινώσεων δεν το έλεγαν, το ύφος τους και τα
γεγονότα δεν άφηναν πλέον καμιά αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα μιας στρατιωτικής
αγγλοαμερικανικής επεμβάσεως.
Ευτυχώς, δεν χρειάσθηκε.
Τον χειμώνα, ο στρατός του Ιράν, μολονότι πολύ αδύνατος, κατετρόπωσε τους
αυτονομιστάς, που κατέφυγαν πέραν των συνόρων, όπου βρίσκονταν ισχυρές σοβιετικές
δυνάμεις. Εξάλλου, οι σοβιετικές μονάδες απεσύρθησαν από το Ιράν, και η Μόσχα
εγκατέλειψε τις αξιώσεις για παραχωρήσεις πετρελαιοφόρων περιοχών. Το επόμενο
καλοκαίρι διεξήχθησαν γενικές εκλογές και εξελέγη Κοινοβούλιο με σαφή αντισοβιετική
πλειοψηφία.
Η Σοβιετική Ένωση, παρά τις απειλές της, και παρά τις τοπικές στρατιωτικές προετοιμασίες
της, δεν εκινήθη. Αλλά η κατάσταση είχε αχθή στις παραμονές ενός νέου Μεγάλου
Πολέμου!... Και αυτό μεταξύ χωρών που είχαν μόλις πολεμήσει η μια δίπλα στην άλλη επί
τέσσερα χρόνια... Αν όμως ο πόλεμος είχε αποφευχθεί -ίσως λόγω του μονοπωλίου των
ατομικών όπλων- οι οιωνοί προανήγγελλαν τώρα ένα άλλο είδος πολέμου, που θα
ονομαζόταν "ο Ψυχρός Πόλεμος".
Προκειμένου περί "οιωνών", μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο πληθυντικός, έστω και αν
λαμβάνονταν υπ' όψιν μόνον τα πάρα πολύ σοβαρά περιστατικά. Πράγματι, έπειτα από λίγο
καιρό, η στάση της Μόσχας έναντι της Αγκύρας γεννούσε άλλες ανησυχίες.
Οι σχέσεις μεταξύ της Αυτοκρατορίας των Τσάρων και της Αυτοκρατορίας των Σουλτάνων
υπήρξαν επί αιώνες ιδιαιτέρως κακές και προεκάλεσαν πολλούς πολέμους. Η βαθύτερη αιτία
-δεν ήταν η μόνη- ήταν ότι η Αυτοκρατορία του Βορρά, η Ρωσία, είχε ανάγκη ελευθέρας
διεξόδου στις θερμές θάλασσες που περιέβρεχαν την Αυτοκρατορία του Νότου, την
Τουρκία.
Οι δύο Αυτοκρατορίες άλλαξαν ριζικά μεταξύ 1917 και 1922, και ο νέος κυρίαρχος του
Βορρά υπήρξε ο πρώτος που βοήθησε τον νέο κυρίαρχο του Νότου να σταθεροποιήσει
οριστικά την εξουσία του. Έτσι, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών υπήρξαν εξαίρετες
εφόσον διοικούσαν οι πρωταγωνισταί, ο Λένιν και ο Ατατούρκ, και οι διάδοχοί τους, ο
Στάλιν και ο Ινονού.

Η προσπέλαση των θερμών θαλασσών, πρόβλημα που η εξέλιξη των θαλασσίων
μεταφορών διηύρυνε πέραν των πλαισίων των δύο Αυτοκρατοριών, μετά από μια πρώτη
διμερή συνεννόηση, βρήκε το 1936 μια γενικότερη λύση, που είχε θεωρηθή οριστική.
Έπειτα από πολλή μελέτη και διαπραγματεύσεις σε πολλές πρωτεύουσες, υπεγράφη στο
Μοντρέ της Ελβετίας μια πολυμερής συμφωνία, επί των ακολούθων γραμμών, που
γενικότατα διατυπώνονται εδώ: Εν καιρώ ειρήνης, η διέλευση του Βοσπόρου και των
Δαρδανελλίων θα ήταν ελεύθερη για όλα τα εμπορικά πλοία. Ελεύθερη θα ήταν επίσης η
διέλευση των πολεμικών πλοίων των χωρών που είχαν ακτές στη Μαύρη Θάλασσα. Η
Τουρκία, κυρίαρχος των Στενών, θα μπορούσε να απαγορεύσει τη διέλευση πολεμικών
πλοίων εν περιπτώσει πολέμου ή απειλής πολέμου.
Οι σχέσεις των δύο χωρών άρχισαν να ψυχραίνονται μετά τη σύναψη του Συμφώνου
Ρίμπεντροπ-Μολότωφ,

και

προεκλήθησαν

πολλά επεισόδια,

μάλλον

δευτερευούσης

σημασίας, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Ινονού, παρά τα
διάφορα σύμφωνα αμοιβαίας βοηθείας που είχε υπογράψει, κράτησε με πολλή περίσκεψη
τη χώρα του στη θέση του "μη εμπολέμου". Και άλλαζε τη θέση αυτή, λίγο-λίγο, σύμφωνα
με την πορεία των επιχειρήσεων. Αυτό μαρτυρούσε ακόμη περισσότερη περίσκεψη.
Αλλά οποιοδήποτε είδος περισκέψεως είχε μικρή αξία για τον Στάλιν. Μόλις ο ίδιος
αισθάνθηκε τη δική του θέση πολύ ισχυρότερη, άλλαξε και εκείνος στάση έναντι της
Τουρκίας. Για να μνημονευθούν μόνο τα ουσιωδέστερα, σημειώνεται εδώ ότι στη Μόσχα,
όταν έγινε η συμφωνία για την κατανομή επιρροών στα Βαλκάνια, ο Στάλιν ήγειρε το θέμα
των Στενών: οι συμφωνίες του Μοντρέ έπρεπε να αναθεωρηθούν.
Το ήγειρε και πάλι στη Γιάλτα. Μετά από τέσσερεις μήνες, κατά τη διάρκεια απ' ευθείας
συνεννοήσεων με την Τουρκική Κυβέρνηση, η Μόσχα ήγειρε τα ακόλουθα θέματα:
αναθεώρηση του καθεστώτος που είχε ορισθεί στο Μοντρέ, εγκατάσταση μιας σοβιετικής
βάσεως εντός των Δαρδανελλίων, και επιστροφή στη Ρωσία τριών διαμερισμάτων της
κατεχομένων από την Τουρκία από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο κώδων του κινδύνου είχε πάλι σημάνει.
Σήμανε πιο καθαρά όταν ο Γεωργιανός, ο Αρχιστράτηγος Πασών των Ρωσιών, μίλησε για τα
Στενά στην υψηλότερη στάθμη της Συμμαχίας, στο Πότσνταμ: η Τουρκία δεν έπρεπε να
έχει πλέον το δικαίωμα να κλείνει τα Στενά σε οποιανδήποτε περίπτωση, και η Σοβιετική
Ένωση έπρεπε να έχει μια μόνιμη βάση στο Αιγαίο. Στον Churchill καθόρισε τότε ότι η βάση
αυτή έπρεπε να είναι το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως (ανέφερε το τουρκικό όνομα της

πόλεως, "Δεδεαγάτς"), της τελευταίας πόλεως επί ελληνικού εδάφους, προ των
ελληνοτουρκικών συνόρων, στη Θράκη.
Κανείς δεν υπεχώρησε. Αλλά ο Στάλιν επανήρχετο επί των αξιώσεών του, επέμενε επί
διαφόρων επιχειρημάτων του, αγνοούσε συμβιβαστικές προτάσεις που διεβίβαζε η
Washington, και τελικά έστειλε σοβιετικά στρατεύματα κατά μήκος των συνόρων της χώρας
του προς την Τουρκία.
Η κρίση φάνηκε επικείμενη τον Αύγουστο του 1946.
Η Συμφωνία του Μοντρέ προέβλεπε ότι μετά από δέκα χρόνια θα ανανεωνόταν σιωπηρά, αν
κανείς από τους συμβαλλομένους δεν ζητούσε την αναθεώρησή της. Η Σοβιετική Ένωση,
λοιπόν, ζήτησε την αναθεώρηση προ της λήξεως της προθεσμίας, και κοινοποίησε την
αίτησή της στην Washington και το Λονδίνο. Η Μόσχα αποδεχόταν συγχρόνως ένα
συμβιβασμό που είχε προ πολλού προ ταθή από τους Αμερικανούς χωρίς εκείνοι να έχουν
λάβει ποτέ καμιά απάντηση, αλλά προσέθετε μια ρήτρα κάπως ασαφή, αν και ξεκάθαρη
στην ουσία της: η άμυνα των Στενών θα εξασφαλιζόταν από κοινού από την Τουρκία και τη
Σοβιετική Ένωση.
Η Washington δεν άργησε να λάβη επισήμως θέση υπέρ της τουρκικής απόψεως, και αυτό
με διατυπώσεις απολύτως κατηγορηματικές. Και για να μην αφήση καμιά αμφιβολία ως προς
τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχη το πράγμα, έσπευδε να στείλη μια ισχυρή ναυτική
μοίρα και ένα από τα μεγαλύτερα αεροπλανοφόρα της να πλαισιώσουν το μόνο αμερικανικό
θωρηκτό που βρισκόταν τότε στη Μεσόγειο.
Το Λονδίνο και το Παρίσι υπεστήριξαν ζωηρά την τολμηρή ενέργεια του Truman, και ο
Στάλιν δεν εκινήθη. Καθένας αντιλαμβανόταν ότι κατά πάσαν πιθανότητα το μονοπώλιο της
ατομικής βόμβας είχε πάλι δώσει τη λύση.
Αλλά καθένας αντιλαμβανόταν επίσης ότι ο κώδων του κινδύνου είχε πάλι σημάνει το
καλοκαίρι του 1946. Κατά τη διάρκεια ενός έτους, είχε σημάνει στην Αλεξανδρούπολη, στην
Τεχεράνη, στην Κωνσταντινούπολη...
Όταν κανείς σκέπτεται τον ελληνικό ανταρτοπόλεμο, πρέπει πάντοτε να στοχάζεται αυτά τα
γεγονότα, που η έννοιά τους είναι βαθειά και τρομακτική. Γιατί, αφού προετοιμάσθηκε επί
ένα περίπου χρόνο, ο ελληνικός ανταρτοπόλεμος άρχισε στα μέσα του 1946. Όταν ο κώδων
του κινδύνου σήμαινε από την Κασπία Θάλασσα μέχρι του Αιγαίου Πελάγους. Όταν με
πιέσεις και στρατιωτικές προετοιμασίες σε άλλες περιοχές προσπαθούσαν να καταλήξουν

εκεί όπου θα κατέληγε ο ανταρτοπόλεμος, αν είχε επιτύχει. Όταν αλλού είχε μόλις
αποφευχθή ένοπλη αναμέτρηση μεταξύ των δύο μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου...
Δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι σύμπτωση.

Βάρκιζα. Το νέο καθεστ ώς
Θα πίστευε κανείς ότι μετά από την ολοκληρωτική ήττα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ήττα στρατιωτική,
πολιτική και ηθική, η Συμφωνία της Βάρκιζας θα συνήπτετο εύκολα.
Δεν συνέβη όμως αυτό. Χρειάσθηκαν δέκα περίπου ημέρες για να γίνουν δεκτοί οι όροι του
Σιάντου για τη σύγκληση της Διασκέψεως, και πλέον των δέκα ημερών για να επιτευχθή
συμφωνία.
Αυτό ήταν φυσικό, εφόσον η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ δεν έπαιρνε τη θέση του ηττημένου,
αλλά τη θέση του ίσου προς ίσον και γινόταν και θρασεία, ισχυριζόμενη ότι υφίσταται κακή
μεταχείριση. Αποδείξεις περί αυτού υπάρχουν πολλές. Ας μνημονευθή μια, που αφορά την
πρώτη ημέρα της Διασκέψεως: ο Σιάντος ζητούσε τη συμμετοχή του Κ.Κ.Ε. στην
Κυβέρνηση και χορήγηση γενικής αμνηστίας. Θέση διαπραγματεύσεως, ίσως, αλλά,
δεδομένων των συνθηκών της εποχής, η θέση αυτή έδειχνε τη γραμμή την οποία το Κόμμα
θα ακολουθούσε.
Η γραμμή αυτή του απέδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα. Η Συμφωνία είναι ένα μακρό
κείμενο, χιλίων πεντακοσίων περίπου λέξεων, χωρισμένο σε εννέα κεφάλαια, που αφορούν
τα ακόλουθα: την αποκατάσταση των προσωπικών ελευθεριών, την κατάργηση του
Στρατιωτικού Νόμου, την αμνηστία, τους ομήρους, τον Εθνικό Στρατό, την αποστράτευση
του ΕΛΑΣ, την εκκαθάριση των Δημοσίων Υπηρεσιών, την εκκαθάριση των Υπηρεσιών
Ασφαλείας το Δημοψήφισμα επί του καθεστωτικού και τις Εκλογές. Ως προς τις τελευταίες,
συμφωνήθηκε ότι θα γίνονταν μετά το Δημοψήφισμα.
Με τη Συμφωνία αυτή το Κ.Κ.Ε. προέβαινε σε ορισμένες παραχωρήσεις. Η πρώτη ήταν
βασική και αποτελούσε προϋπόθεση της όλης Συμφωνίας: επρόκειτο για την αποστράτευση
του ΕΛΑΣ και την παράδοση των όπλων "κατά τους λεπτομερείς όρους του πρωτοκόλλου
του καταρτισθέντος υπό Επιτροπής εξ ειδικών". (Στην πραγματικότητα, όπως ανεφέρθη
παραπάνω, παρεδόθησαν περισσότερα όπλα από όσα είχε προβλεφθή.)
Μια άλλη παραχώρηση, αναπόφευκτη, αλλ' από μιας απόψεως μάλλον πλεονεκτική για το
Κ.Κ.Ε., ήταν ότι το Κ.Κ.Ε. ανεγνώριζε ως χρήσιμη τη δημιουργία ενός Εθνικού Στρατού.

Χαρακτηρίζεται όμως η παραχώρηση αυτή ως μάλλον ευνοϊκή για το Κόμμα, γιατί "αι
κοινωνικαί και πολιτικαί αντιλήψεις των πολιτών, οι οποίοι θα υπηρετούν εις τον Στρατόν,
θα ήσαν σεβασταί".
Μια τρίτη παραχώρηση είναι τόσο επαίσχυντη και τόσο ανεξήγητη, ώστε το Κόμμα φαίνεται
μάλλον να τη θέλησε για να διωχθούν πολλοί δραστήριοι κομμουνισταί και να διατηρήσουν
τον φανατισμό τους. Πράγματι, η Συμφωνία προέβλεπε ότι στην Αθήνα και τον Πειραιά θα
χρειαζόταν ένταλμα συλλήψεως προκειμένου να συλληφθούν πολίτες, αλλά ότι στην
υπόλοιπη Χώρα, μέχρι της αποκαταστάσεως των Διοικητικών, Δικαστικών και Στρατιωτικών
Αρχών, αυτό μπορούσε να γίνη και χωρίς ένταλμα συλλήψεως. Αλλά προ παντός στην
επαρχία ο κόσμος ζητούσε εκδίκηση, γιατί εκεί ο ένας γνώριζε και συναντούσε τον άλλον.
Με τα συμφωνηθέντα λοιπόν, εκ της φύσεως των πραγμάτων, είχαν μικρότερη προστασία
εκείνοι που τη χρειάζονταν περισσότερο...
Στο ίδιο πλαίσιο των σκέψεων πρέπει να μνημονευθή η ρήτρα περί αμνηστίας, η οποία,
δεδομένης της ατμόσφαιρας της εποχής, επέτρεπε ερμηνείες ολέθριες για όλους εκείνους
που δεν βρίσκονταν επικεφαλής του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Πράγματι, εξηρούντο της αμνηστίας όλοι
όσοι είχαν εις βάρος τους εγκλήματα του Ποινικού Δικαίου, "τα οποία δεν ήσαν απολύτως
απαραίτητα δια την εκτέλεσιν του πολιτικού εγκλήματος".
Και εδώ δεν θα ήταν εύκολο να πη κανείς αν επρόκειτο περί παραχωρήσεως ή περί
εξαίρετου μέτρου για να γίνη ευκολώτερη η δίωξη στοιχείων της Άκρας Αριστεράς από
στοιχεία της Άκρας Δεξιάς. Αλλά παραχώρηση ή όχι, θλιβερή πονηρία ή λάθος απροσεξίας,
το γεγονός είναι ότι κατά τα υπόλοιπα και ως σύνολο η Συμφωνία της Βάρκιζας υπήρξε
ανέλπιστη επιτυχία για το Κ.Κ.Ε.
Είχε υποστή πανωλεθρία σε όλα τα μέτωπα, και τα όπλα που προσπαθούσε να κρύψη δεν
μπορούσαν να το βοηθήσουν εκείνη τη στιγμή. Βεβαίως, οι πιστοί, οι αγνοί, δεν ηρνούντο
το Κόμμα. Αλλά περίπου όλοι κρύβονταν, και περισσότεροι από 3.000 από αυτούς
κατέφυγαν πέρα από τα συνόρα, προπάντων στη Γιουγκοσλαβία. (Μεγαλύτερος αριθμός
παλαιών ανταρτών τους ακολούθησε αργότερα, μετά τις πρώτες συλλήψεις.) Εξαιρουμένων
όμως των πιστών, όλοι οι άλλοι, και οι συνοδοιπόροι, εξαφανίζονταν, σιωπούσαν, ή
μιλούσαν για να τους αποδοκιμάσουν. Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού
κηρύχθηκε εναντίον του Κόμματος, και μέρος του πληθυσμού -αποτελούμενο προπάντων
από εκείνους που οι συγγενείς τους είχαν εκτελεσθή- ζητούσε αυστηρές τιμωρίες, ή ακόμη
κάποτε και έπαιρνε εκδίκηση χωρίς να περιμένη κανενός είδους δίκη. Οι πολιτικοί άνδρες,
εκτός σπανίων εξαιρέσεων, ήταν όλοι εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, γιατί αυτοί αντιλαμβάνονταν

καλύτερα ότι ο τελικός σκοπός της Οργανώσεως ήταν η κατάλυση της Δημοκρατίας.
Ο Αρχηγός του Κέντρου, ο υπέργηρος Σοφούλης, ο πρωταγωνιστής της γνωστής
Συμφωνίας με την Άκρα Αριστερά το 1936, ήταν γνωστός την εποχή εκείνη ως ένας από
τους πιο οξείς επικριτάς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Τέλος, οι Αρχές, αν δεν απετελούντο από εαμίτες
που παρέμεναν πιστοί, είχαν παρασυρθή σε σοβαρό ποσοστό από τη γενική εχθρότητα.
Με δύο λέξεις, τις πρώτες εβδομάδες του 1945, αν είχε κανείς συμμετάσχει στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ,
δύσκολα μπορούσε να ζήση σε ένα χωριό ή σε μικρή πόλη. Έπρεπε να χαθή στην ανωνυμία
της μεγαλουπόλεως.
Ενώ λοιπόν αυτά ήταν τα πραγματικά δεδομένα της καταστάσεως, με τις Συμφωνίες της
Βάρκιζας το Κ.Κ.Ε. αποκτούσε καθεστώς νομίμου πολιτικού κόμματος, με τις εφημερίδες
του να κυκλοφορούν ελεύθερα, με τα μέλη του δεκτά στις Ένοπλες Δυνάμεις και στις
Υπηρεσίες Ασφαλείας (εφόσον, βέβαια, καλύπτονταν από την αμνηστία) και τέλος με την
Κυβέρνηση υποχρεωμένη να εξασφαλίζη "τας ατομικάς ελευθερίας, το δικαίωμα του
συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερίαν του εκφράζεσθαι δια του τύπου... και
ειδικότερον της πλήρους αποκαταστάσεως των ελευθεριών των συνδικαλιστικών ενώσεων".
Ποτέ, ίσως, στην Ιστορία ένας ηττημένος, που είχε τελείως συντριβή, δεν αποκτούσε τόσο
γρήγορα, και παρά το κύμα μίσους και βίας, μια αποκατάσταση τόσο πλήρη.
Τα αίτια της επιτυχίας αυτής του Κ.Κ.Ε. υπήρξαν διάφορα. Το σημαντικότερο,
αναμφισβήτητα, υπήρξε η ισχυρή πίεση που οι Βρετανοί, οι οποίοι ανεφοδίαζαν τη Χώρα,
ήσκησαν επί του Αντιβασιλέως, των μελών της Κυβερνήσεως και των στρατιωτικών. Αυτό
δεν ήταν καθόλου εκπληκτικό. Κατηγορούσαν τότε τους Βρετανούς ότι πολεμούσαν στους
δρόμους της πρωτευούσης μιας φιλικής χώρας, παίρνοντας μέρος σε εμφύλιο πόλεμο, ενώ
τα συμμαχικά στρατεύματα αντιμετώπιζαν τη γερμανική αντεπίθεση στις Αρδέννες.
Η απάντηση στις κατηγορίες αυτές δεν ήταν εύκολη και δεν αρκούσε απλώς να δίνεται
κάποια απάντηση. Έπρεπε να αποδειχθή ότι εάν οι Βρετανοί απησχολούντο, μόνοι αυτοί
από τους Συμμάχους, πέραν του κυρίου μετώπου του πολέμου, τουλάχιστον είχαν
διαφυλάξει τις δημοκρατικές ελευθερίες σε μια φιλική χώρα. Και αυτό ήταν τόσο μάλλον
απαραίτητο που η Βάρκιζα προηγείτο της Γιάλτας λίγες ημέρες. Γι' αυτόν το λόγο, οι πιέσεις
που ησκήθη σαν από τον Βρετανό Πρεσβευτή, και ιδίως από τον Στρατηγό Σκόμπυ, του
οποίου το κύρος στην Αθήνα ήταν τεράστιο, υπήρξαν μεγάλες και επίμονες.
Τα άλλα αίτια είναι δευτερεύοντα. Ο Αρχιεπίσκοπος, ως άνθρωπος της Εκκλησίας, ήταν

υποχρεωμένος να είναι λιγότερο αυστηρός από τον πολιτικό άνδρα. Ο Πλαστήρας, απών
από τη χώρα επί είκοσι έτη (με μικρές διακοπές), επηρεαζόταν από τις συμβουλές φίλων,
παλαιών συμπολεμιστών του, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν συνδεθή με το ΕΑΜ. Ο Σαράφης,
στρατιωτικός εμπειρογνώμων στη Βάρκιζα για το ΕΑΜ, ήταν παλαιός και στενός φίλος του.
Εξάλλου, ο Υπουργός των Εξωτερικών και αρχηγός της κυβερνητικής αντιπροσωπείας στη
Βάρκιζα, ο Σο φιανόπουλος, άνθρωπος ευφυέστατος, είχε δεσμούς από το 1936 με την
Άκρα Αριστερά, δεσμούς που αργότερα, όπως θα δούμε, απεκαλύφθησαν κατά τρόπο πολύ
θεαματικό. Τέλος, εάν πολλοί Έλληνες ζητούσαν εκδίκηση, περισσότεροι, βλέποντας τη
συντριβή του ΕΛΑΣ, δεν απέδιδαν καμιά σημασία στις παραχωρήσεις που θα γίνονταν
απέναντί του και ζητούσαν να τελειώσουν οι διαπραγματεύσεις το ταχύτερο.
Έτσι, το Κ.Κ.Ε., μετά από μια εξέγερση τόσο αιματηρή και μετά από μια ήττα τόσο πλήρη,
απεκατεστάθη απολύτως στα πλαίσια της νομιμότητος. Και μόλις απεκατεστάθη, προέβη σε
ένα θεαματικό χαιρετισμό.
Το βράδυ της 11ης Φεβρουαρίου -συνεδρίαζαν ακόμη στη Γιάλτα- ο Σιάντος δήλωσε προς
τους ξένους ανταποκριτάς: "Από τη στιγμή που οι Σύμμαχοι αποφάσισαν ότι ήταν χρήσιμο
να παραμείνουν βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα, το πράγμα ήταν ωφέλιμο...", και
απέδωσε την εαμοβρετανική σύγκρουση σε παρεξήγηση που έπρεπε να λησμονηθεί...
Χρειαζόταν βέβαια πολύ θάρρος και πολύ αίσθημα πειθαρχίας για να τολμήσει να μιλήσει
κατά τέτοιον τρόπο ο άνθρωπος αυτός, που είχε κατηγορηθεί ότι ακολουθούσε μαλακή
γραμμή. Αλλά, ας επαναληφθεί, συνεδρίαζαν ακόμη στη Γιάλτα, και ο Συνταγματάρχης
Ποπώφ βρισκόταν πάντοτε στην Αθήνα... Ο Στάλιν διέθετε αποστόλους και γνώριζε να τους
χρησιμοποιεί. Άλλωστε, ο Στάλιν, και ανεξαρτήτως της προσωπικής του θέσεως, έπρεπε να
είναι ευτυχής για την αποκατάσταση του Κόμματος.
Οι όροι εν τούτοις της Συμφωνίας της Βάρκιζας και οι προθέσεις πολλών από όσους έπαιζαν
εκείνη την εποχή ηγετικό ρόλο στην Ελλάδα ήταν ένα πράγμα, η εφαρμογή όμως των
προθέσεων στην πράξη ήταν άλλο πράγμα, εντελώς διαφορετικό.
Αυτό γέννησε τις μεγαλύτερες δυσκολίες, και μαζί με άλλους παράγοντες άλλης φύσεως,
επέδρασε βαθύτατα επί της εξελίξεως της όλης καταστάσεως στα επόμενα χρόνια.

Η δύσκολη ανόρθωση, η ανέφικτη συνεννόηση
To 1945 υπήρξε για όλη την Ευρώπη ένας χρόνος ιδιαιτέρως δύσκολος Κατά πασαν όμως
πιθανότητα, για καμιά χώρα, εκτός από τη Γερμανία, δεν υπήρξε τόσο δύσκολος όσο για

την Ελλάδα.
Όλα έλειπαν. Τα τρόφιμα, ο ρουχισμός, τα φάρμακα, τα κατοικίδια ζώα, τα μηχανήματα και
τα μέσα συγκοινωνίας, όλα έλειπαν. Για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, και αυτή η
κατοικία έλειπε: πολλά σημεία σημαντικών οικισμών είχαν βομβαρδισθή και το ένα πέμπτο
περίπου των χωριών είχε καεί. Χωρίς την ανεκτίμητη βοήθεια της UNRRA και την ιδιωτική ή
οργανωμένη βοήθεια των Ελλήνων του εξωτερικού, το 1945 θα ήταν ένα έτος πραγματικού
λιμού. Υπήρξε χρόνος μεγάλων, πολύ μεγάλων ταλαιπωριών.
Πολλοί συγγραφείς το αγνοούν, όταν μιλούν για όσα προηγήθησαν του συμμοριτοπολέμου,
ή όταν κατηγορούν, άλλοτε την ανικανότητα των κυβερνήσεων, άλλοτε την απειθαρχία των
πολιτών, άλλοτε τη βουλιμία των μαυραγοριτών ή των κερδοσκόπων, άλλοτε τέλος τις
απεργίες που προκαλούσε το Κ.Κ.Ε. Όλα αυτά δεν ήταν αίτια, ήταν αποτελέσματα, που εκ
των υστέρων γίνονταν δευτερεύοντα αίτια.
Πολλοί σχολιασταί ιστορικών γεγονότων λησμονούν συχνά μια απλή όσο και βασική
αλήθεια: ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν αποτελούνται από αγγέλους ή από "ρομπότ".
Λησμονούν ότι αποτελούνται από, ανθρώπους, η κινητήριος δύναμη των οποίων είναι η
ενστικτώδης θέληση αφ' ενός να επιζήσουν, αφ' ετέρου να ικανοποιήσουν τα πάθη τους, τα
καλά ή τα κακά πάθη τους.
Η κατάσταση λοιπόν στην Ελλάδα το 1945 έκανε την επιβίωση πολύ δύσκολη. Τα πάθη και
τα μίση ήταν σε έξαψη. Οι αδυναμίες ήταν αναπόφευκτες, η καλή διοίκηση ήταν αδύνατη.
Στην έλλειψη των αγαθών προσετέθη μια καταστροφική οικονομική και νομισματική
κατάσταση.
Τα ταμεία του Κράτους ήταν, φυσικά, άδεια και οι εισπράξεις ασήμαντες.
Το νόμισμα, μετά από την έκδοση κατά την Κατοχή χαρτονομισμάτων, που κάθε ένα
αντιπροσώπευε εκατομμύρια και τελικά δισεκατομμύρια, είχε καταργηθεί. Και μαζί με το
χαρτονόμισμα είχαν εξαφανισθεί και οι υποχρεώσεις που εκφράζονταν με αυτό. Είχε
δημιουργηθή μια νέα δραχμή, αλλά υπετιμάτο και αυτή με ταχύ ρυθμό, γιατί το νόμισμα
είναι παντού και πάντοτε η εικόνα της εθνικής οικονομίας και των προβλέψεων που κάνει
κανείς για την εξέλιξή της.
Η ανόρθωση, εξαιτίας των παραγόντων αυτών, ήταν εξαιρετικά δυσχερής.
Οι απεργίες που συχνά εξαπέλυε το Κ.Κ.Ε. δεν βοηθούσαν βεβαίως την κατάσταση, αλλά

δεν αποτελούσαν τίποτε το εκπληκτικό: η εργατική τάξη υπέφερε από την ανεργία, από τις
κάθε είδους στερήσεις, από τη συνεχή υποτίμηση των ημερομισθίων.
Βεβαίως, το Κ.Κ.Ε. μπορούσε, αν το ήθελε, να λιγοστέψει αισθητά τις απεργίες. Αλλά δεν το
ήθελε, γιατί για τον καθορισμό της στάσεώς του επενεργούσε ο άλλος ανθρώπινος
παράγων: το πάθος.
Το 1945 τα πάθη δεν είχαν καθόλου κατασιγάσει. Άλλωστε, εκτός από τις στερήσεις, και
άλλοι παράγοντες τα ερέθιζαν. Είναι αναμφισβήτητο ότι όσοι είχαν συμμετάσχει στον ΕΛΑΣ
ήταν τότε το αντικείμενο πολλών και διαφόρων διώξεων, νομίμων ή παρανόμων,
δικαιολογημένων ή όχι. Οι διώξεις γίνονταν συχνά από πρόσωπα ή από ιδιωτικές
οργανώσεις, οργανώσεις κάποτε αμφιβόλων προθέσεων, όπως π.χ. από τις ομάδες του
Μαγγανά στην Πελοπόννησο και του Σούρλα στη Θεσσαλία. Γίνονταν επίσης διάφορες
διώξεις από κατώτερα όργανα της Διοικήσεως.
Αυτού του είδους οι διώξεις δεν απήρεσκαν φαίνεται στην ηγεσία του Κόμματος, γιατί
βοηθούσαν το παιχνίδι καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Φανάτιζαν τα μέλη του Κόμματος,
συσπείρωναν γύρω τους έναν ορισμένο αριθμό συνοδοιπόρων "πρωτεξαδέλφων", γέμιζαν
τις φυλακές, αυτά τα λαμπρά Πανεπιστήμια του Κομμουνισμού. Τέλος, προμήθευαν
εξαίρετα επιχειρήματα για τη διεξαγωγή αντεπιθέσεων που η τακτική τους ήταν
ποικιλόμορφη. Το Κόμμα εκμεταλλευόταν με κάθε δυνατό τρόπο την κακή οικονομική
κατάσταση, έστω και χειροτερεύοντάς την. Από το άλλο μέρος, προσπαθούσε να
συγκεντρώνει τις συνδικαλιστικές δυνάμεις σε ένα ευρύ εργατικό μέτωπο, όπου, χωρίς το
Κ.Κ.Ε. να εμφανίζεται πολύ στο προσκήνιο, διηύθυνε από το παρασκήνιο τις βασικές
κινήσεις των συνδικαλιστών. Είναι παντού και πάντοτε το μεγάλο μυστικό της
συνδικαλιστικής κινήσεως, το οποίο οι κυβερνήσεις, γενικώς, δεν λαμβάνουν αρκετά υπ'
όψιν ή και το αγνοούν: να γίνωνται στην αρχή παραχωρήσεις από το Κόμμα σε πολλά
πεδία, αλλά να εξασφαλίζεται η Διοίκηση ή, τουλάχιστο, η αποφασιστική επιρροή επάνω
της. Γιατί η Διοίκηση καθορίζει την πορεία του Συνδικάτου και όχι τα μέλη του.
Εξάλλου, το Κ.Κ.Ε. κατηγορούσε συνεχώς, συχνά εντελώς αβάσιμα, τους εχθρούς του ως
συνεργάτες του κατακτητού. Ένας πρόσφατος νόμος περί δοσιλογισμού ήταν πολύ ευρύς
στις διατυπώσεις της εννοίας της συνεργασίας και ήταν αυστηρός για τους συνεργάτες
πάσης φύσεως, και αυτό διηυκόλυνε αυτού του είδους τις επιθέσεις.
Το Κόμμα ανέφερε επίσης και κατεδίκαζε δημοσία κάθε παράβαση των όρων της Συμφωνίας
της Βάρκιζας. Ελέχθη παραπάνω ότι συχνές υπήρξαν οι παραβάσεις αυτές. Πρέπει όμως να

προστεθεί ότι οι εφημερίδες του Κ.Κ.Ε. δεκαπλασίαζαν τις παραβάσεις αυτές και τις
παρουσίαζαν με λεπτομέρειες εξαιρετικά παραποιημένες και εξογκωμένες. Τον Μάρτιο του
1945, οι αντιπρόσωποι του ΕAM υπέβαλαν μια έντονη έκθεση παραπόνων, συνοδευομένη
από ένα μακρό κατάλογο σχετικών περιπτώσεων, στον Harold Macmillan, τότε Πρόσεδρο
Υπουργό για τη Μεσόγειο.
Για να γίνη ανακεφαλαίωση με ένα γενικό χαρακτηρισμό: ο τόνος του Κ.Κ.Ε. την εποχή
εκείνη δεν ήταν ο τόνος της περισκέψεως και της προσοχής. Ήταν ο τόνος της υπεροψίας
και της προκλήσεως. Κρύβει κανείς καλύτερα την αδυναμία του και εμψυχώνει όσους
διστάζουν, όταν προκαλεί.
Βεβαίως, όλα αυτά δεν απέδιδαν τους επιδιωκομένους καρπούς, γιατί το ακροατήριο είχε
πάρα πολύ αλλάξει. Το Κόμμα ήταν πλέον ο λιγότερο αξιόπιστος συνομιλητής. Η μεγάλη
πλειοψηφία των ατόμων είχε απλοποιήσει τα πράγματα μέχρις υπερβολής, μέχρι μεγάλης
υπερβολής. Αν κανείς ήταν κάποτε μέλος του ΕΑΜ, έστω και αν δεν ήταν μέλος του
Κόμματος, ήταν αυτομάτως τουλάχιστον ύποπτος. Η συνεργασία με τον εχθρό, υπό την
προϋπόθεση ότι δεν είχε γίνει σε υψηλά επίπεδα ή επί σκοπώ μεγάλων κερδών,
εσυγχωρείτο εύκολα, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ακόμη και ανεκτή.
Η ιεραρχία των αξιών είχε ανατραπεί: η απλούστευση και η γενίκευση ήταν κανόνας για την
καθιέρωση της νέας ιεραρχίας. Οι οδύνες, τα δεινά, τα δάκρυα, οι στερήσεις, ο φόβος του
Σιδηρού Παραπετάσματος, είχαν τοποθετήσει στην κοινή συνείδηση το Κ.Κ.Ε. ως το Κακό
υπ' αριθμόν ένα. Οι συμπαθούντες προς αυτό ήταν το Κακό υπ' αριθμόν δύο. Οι αντίπαλοί
τους, αντιπροσώπευαν το πνεύμα του Καλού, μόνο και μόνο επειδή ήταν αντίπαλοί τους.
Ο Churchill και ο Eden, περνώντας από την Αθήνα κατά το ταξίδι της επιστροφής τους από
τη Γιάλτα, δέχθηκαν, μαζί με τον Σκόμπυ, μια υποδοχή που η ελληνική πρωτεύουσα δεν
είχε επιφυλάξει ποτέ σε κανένα.
Ο Γεώργιος ο Β' γινόταν και πάλι δημοφιλής, ως σύμβολο της Τάξεως.
Η πίεση της κοινής γνώμης ήταν τόση, ώστε και αυτοί ακόμη οι σύμμαχοι του Κ.Κ.Ε., τα
παλαιά μέλη του ΕΑΜ, απεμακρύνοντο, και, υπό την ηγεσία του Καθηγητού Σβώλου και του
Τσιριμώκου, δημιουργούσαν τον Απρίλιο ένα νέο κόμμα, την "Ένωση Λαϊκής ΔημοκρατίαςΣοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος ΕΛΔ-ΣΚΕ", χωρίς όμως να αποκτήσουν σοβαρή λαϊκή βάση.
Οι ηγέται του Ελληνικού Κομμουνισμού δεν ανεγνώριζαν, παρ' όλα αυτά, τους εαυτούς των
ηττημένους.

Εκτός της κάπως χαώδους καταστάσεως που ήδη μνημονεύατε, τους βοηθούσε και η
πολιτική κατάσταση. Γιατί, αν ο Αρχιεπίσκοπος-Αντιβασιλεύς κέρδιζε σε κύρος και εθεωρείτο
διαιτητής αντικειμενικός, δυναμικός και χρήσιμος, ο Πλαστήρας απεκαλύπτετο, το λιγότερο
που μπορεί κανείς να πει, ένας πρωθυπουργός πολύ αδύνατος.
Ήταν θαυμάσιος στρατιώτης, δεν ήταν ένας επιτελικός, ενώ η ώρα δεν χρειαζόταν τους
πρώτους αλλά τους δεύτερους. Δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τα μεγάλα προβλήματα που
όφειλε να αντιμετωπίζει, και συχνά, αναμειγνυόμενος, τα χειροτέρευε. Έβλαψε επίσης το
λαϊκό του κύρος χρησιμοποιώντας παλαιούς του φίλους, οι οποίοι, εν τω μεταξύ, είτε είχαν
εκτεθεί με το Κ.Κ.Ε. είτε, επί Κατοχής, με τον εχθρό. Και, όπως ελέχθη, εσυγχωρείτο μεν ο
μικρός δοσίλογος, αλλά κανείς δοσίλογος δεν ήταν ανεκτός στα υψηλά επίπεδα της
Διοικήσεως. Τέλος, ο Πλαστήρας προεκάλεσε αληθινή οργή, όταν συνέβη ένα γεγονός
χαρακτηριστικό της συγχύσεως στην οποία βρίσκονταν τότε τα πράγματα: στα Ηνωμένα
Έθνη, στο Σαν Φρανσίσκο, ο Υπουργός των Εξωτερικών Σοφιανόπουλος ψήφισε εναντίον
της εισδοχής της Αργεντινής, χώρας φιλικά διακείμενης προς την Ελλάδα, την
υποψηφιότητα της οποίας υπεστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία αλλά
πολεμούσε η Σοβιετική Ένωση!
Έτσι, όταν μια πολύ δυσάρεστη επιστολή του, που γράφτηκε το 1941 προς τον Πρεσβευτή
της Ελλάδος στο Βισύ, δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες των Αθηνών,12 ο Αντιβασιλεύς
επωφελήθη για να ζητήσει την παραίτησή του και να τοποθετήσει στη θέση του τον
Ναύαρχο Βούλγαρη (βλ. Κεφάλαιο Δ', σελ. 131-132), άνθρωπο ισχυρό, εξίσου αντιβασιλικό
όσο και αντικομμουνιστή.
Η Δεξιά δεν έμεινε ικανοποιημένη, η Άκρα Αριστερά ακόμη λιγότερο. Ο Βούλγαρης όμως
κατήρτισε καλύτερη Κυβέρνηση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν, όπως θα έλεγαν σήμερα,
αρκετούς "τεχνοκράτες", και διατηρώντας στα Υπουργεία τους εκείνους που εθεωρούντο οι
καλύτεροι Υπουργοί του Πλαστήρα. Οι δυσμενείς συνθήκες δεν άλλαζαν, βέβαια, αλλά
υπήρχε τουλάχιστο μια καλύτερη Κυβέρνηση.
Το Κ.Κ.Ε., που είχε πολεμήσει αγρίως τον Πλαστήρα, επετίθετο τώρα κατά του
Αντιβασιλέως γιατί τον είχε αντικαταστήσει με τον Βούλγαρη.
Η νέα Κυβέρνηση, παρά μερικές επιτυχίες στο εσωτερικό, γνώρισε και αυτή πολλές
δυσκολίες και δεν μπόρεσε να ζήση περισσότερο από πέντε μήνες.
Μερικά μεγάλα προβλήματα περιεπλάκησαν, άλλα δημιουργήθηκαν και προσετέθησαν στα
παλαιά.

Το ένα από αυτά ήταν διεθνούς φύσεως και προκαλούσε την ανησυχία και τη ζωηρή
αντίδραση του πληθυσμού, προ παντός της Άκρας Δεξιάς, η οποία διέθετε πολλές
εφημερίδες και ορισμένες δραστήριες οργανώσεις.
Όταν η Τεργέστη χάθηκε για τον Ανατολικό Συνασπισμό, και τα σύνορα μεταξύ της
Γιουγκοσλαβίας, Αλβανίας και Βουλγαρίας καθορίσθηκαν οριστικά, οι τρεις γείτονες της
Ελλάδος φάνηκαν να στρέφονται εναντίον της. Οι λιμένες της Θράκης, που επί τρία χρόνια
είχαν μείνει στα χέρια των Βουλγάρων, και η Θεσσαλονίκη, φαίνονταν να είναι τα κύρια
αντικείμενα των διεκδικήσεών τους.
Το καλοκαίρι του 1945, οι εφημερίδες του Βελιγραδίου, της Σόφιας και των Τιράνων
εξαπέλυσαν μια έντονη εκστρατεία κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ισχυριζόμενες ότι οι
Αλβανοί μωαμεθανοί της Ηπείρου και οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας ήταν θύματα διώξεων
και βιαιοτήτων. Την 8η Ιουλίου ο Τίτο εκφωνούσε λόγο περισσότερο από αυστηρό.
Χρησιμοποιούσε τη γλώσσα που χρησιμοποιείται όταν ετοιμάζεται εισβολή. Το Κ.Κ.Ε.
αποδεχόταν τις κατηγορίες του με όσα έγραφαν οι εφημερίδες του και με όσα έλεγαν οι
ηγέτες του.
Οι άλλες εφημερίδες απαντούσαν κατηγορώντας τους τρεις ηγέτες των γειτονικών χωρών
ότι είχαν εξολοθρεύσει τις άλλοτε ανθούσες ελληνικές μειονότητες που βρίσκονταν στα
εδάφη τους. Οι εφημερίδες της Άκρας Δεξιάς ζητούσαν την άμεση κατάληψη της Βορείου
Ηπείρου και ορισμένων βουλγαρικών επαρχιών.
Η κατάσταση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων καθιστούσε βεβαίως γελοίο το αίτημα
τούτο, αλλ' αυτό το είδος της πολεμικής δεν κατεπράυνε καθόλου τα πράγματα. Ο Τίτο και
ο μικρός ακόλουθός του, ο Χότζα, φάνηκαν να θίγονται και απέστειλαν στην Ελληνική
Κυβέρνηση σκληρότατες διακοινώσεις, που έδιναν την εντύπωση ότι απέβλεπαν στην
προετοιμασία της κοινής γνώμης τους για μια εισβολή στην Ελλάδα.
Δεν είναι γνωστό πως και γιατί -ίσως χάρη σε διεθνείς μεσολαβήσεις και χάρη στη σταθερή
στάση των Αθηνών- το κακό απεφεύχθη. Πάντως, η ατμόσφαιρα παρέμεινε βαρειά.
Εξάλλου, στο εσωτερικό πεδίο, εκτός από τις δυσκολίες που ήδη μνημονεύθηκαν, η
πολιτική κατάσταση γεννούσε πολλές ανησυχίες,
Μέλη της Κυβερνήσεως υφίσταντο συνεχείς επιθέσεις και προσβολές για τον ένα ή τον άλλο
λόγο. Μέχρι του μηνός Σεπτεμβρίου, πολλοί υπουργοί -ορισμένοι σημαίνοντες- είχαν
παραιτηθή.

Μερικοί πολιτικοί αρχηγοί θεωρούσαν τις εκλογές απαραίτητες για να αποκατασταθεί κάποια
τάξη πραγμάτων. Αλλά οι εκλογές ήταν πρακτικώς αδύνατες: η κατάσταση της Χώρας δεν
φαινόταν να τις επιτρέπει και οι εκλογικοί κατάλογοι δεν είχαν αναθεωρηθή από το 1936.
Τα σαφώς δημοκρατικά κόμματα ζητούσαν τον σχηματισμό μιας καθαρώς πολιτικής
Κυβερνήσεως, αντιπροσωπευτικής όλων των τάσεων εκτός της Άκρας Αριστεράς.
Τέλος, ετίθετο το ζήτημα: έπρεπε να γίνη πρώτα το δημοψήφισμα για το καθεστωτικό; Ή
πρώτα οι εκλογές;
Η Συμφωνία της Βάρκιζας είχε βεβαίως λύσει το ζήτημα, αλλά τώρα οι δημοκρατικοί
αντελαμβάνοντο ότι, εάν προηγείτο το δημοψήφισμα, όπως σαφώς όριζε η Βάρκιζα, ο
Γεώργιος ο Β' θα έπαιρνε μεγάλη πλειοψηφία, όχι ως πρόσωπο ή ως καθεστώς, αλλ' ως
αντικομμουνιστής, ως αντικομμουνιστικό σύμβολο. Αντιθέτως, νόμιζαν ότι οι εκλογές θα
επέτρεπαν μια επιλογή μεταξύ όλων των πολιτικών αποχρώσεων και ότι, μετά την επιλογή
αυτή, οι εκλογείς θα ήταν λιγότερο επηρεασμένοι από τις αντικομμουνιστικές τάσεις τους.
Εξάλλου, υπεστήριζαν ότι το δημοψήφισμα θα εθεωρείτο ισχυρότερο αν είχε οργανωθεί
από μια δημοκρατική Κυβέρνηση.
Το Κ.Κ.Ε. έκλινε υπέρ αυτής της απόψεως, αλλά αντετίθετο σε κάθε ιδέα εκλογών πριν
αποκατασταθεί πλήρως η τάξη. Αυτό, επειδή ήταν βέβαιο ότι θα έπαιρνε πολύ μικρό
ποσοστό των ψήφων, και ίσως επειδή ετοιμαζόταν για άλλο πράγμα.
Μην μπορώντας να αντιμετωπίσει αυτή τη γενική σύγχυση και τον πληθωρισμό που
μεγάλωνε, ο Βούλγαρης παραιτήθηκε την 9η Οκτωβρίου.
Με ένα ιντερμέτζο υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που διήρκεσε από τις 2 ως τις 20
Νοεμβρίου, έπειτα από οξεία διαφωνία που οδήγησε τον Αντιβασιλέα στην παραίτηση -που
ανεκλήθη λίγο αργότερα- και πρωτίστως έπειτα από μια έντονη βρετανική παρέμβαση, ο
Αρχηγός

των

Φιλελευθέρων

Σοφούλης

σχημάτιζε

πολιτική

Κυβέρνηση.

Ο

νέος

Πρωθυπουργός ήταν 85 ετών, αλλά ήταν πάντα ακμαίος και ζωηρός. Η Κυβέρνησή του
περιελάμβανε αντιπροσώπους όλων των κομμάτων, μέχρι της κεντροαριστεράς, και είχε ως
Υπουργό Εξωτερικών τον Σοφιανόπουλο.

Το Κ.Κ.Ε. ορμητικό και επιθετικό
Για να εκτεθεί με κάποια ενότητα η εξέλιξη της εσωτερικής πολιτικής καταστάσεως,
θυσιάσθηκε η χρονολογική συνέχεια του θέματος. Πρέπει όμως τώρα να σημειωθή ότι εν

τω μεταξύ αξιόλογα γεγονότα είχαν γίνει στο στρατόπεδο της Άκρας Αριστεράς.
Όπως διεφάνη, η Άκρα Αριστερά είχε καλά ανθέξει στις επιπτώσεις της μεγάλης
πανωλεθρίας της και είχε γρήγορα ξαναρχίσει τη δράση της. Η ορμή της όμως είχε κάπως
ανακοπή κατά την άνοιξη, γιατί είχε μαθευτεί ότι ζούσε ο Ζαχαριάδης, που μέχρι τότε
πιστευόταν ότι είχε πεθάνει στο Νταχάου.
Τα ηγετικά στελέχη δεν ήθελαν λοιπόν να εκτεθούν χωρίς να γνωρίζουν ποια θα ήταν η
γραμμή πλεύσεως του ανθρώπου του Στάλιν, ο οποίος σύντομα θα έπαιρνε πάλι στα χέρια
του τα ηνία του Κόμματος. Και στις 30 Μαΐου του 1945, ένα βρετανικό πολεμικό αεροπλάνο
απεβίβαζε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνος τον παλαιό Αρχηγό του Κόμματος, περιβεβλημένο
τώρα με την αίγλη της μακράς οδύνης και ξένο προς κάθε ευθύνη για τις αποτυχίες του
1944.
Οι πρώτες δηλώσεις του Ζαχαριάδη, που είδαν το φως στις εφημερίδες του Κ.Κ.Ε., παρά
μερικές προσεκτικές επιφυλάξεις, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ως προς τη γραμμή που θα
ακολουθούσε:
"Ή θα ξαναέχουμε ένα καθεστώς όμοιο αλλά αυστηρότερο από το καθεστώς της
μοναρχοφασιστικής δικτατορίας, έλεγε, ή ο αγώνας του ΕΑΜ για την εθνική απελευθέρωση
θα στεφανωθεί με την εγκαθίδρυση στην Ελλάδα μιας Λαϊκής Δημοκρατίας".
Κείμενο περιεκτικό, σκληρό, σαφές: δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση, δεν υπήρχε
συνεννόηση ή συμβιβασμός.
Οι άνθρωποι του Κέντρου, και προπάντων οι άνθρωποι της Δεξιάς, έχουν συχνά το
απίστευτο ελάττωμα να μη μελετούν, ή και να μη διαβάζουν καν, τα κείμενα της Άκρας
Αριστεράς. Ασχολούνται με τα δικά τους κείμενα, με τις δικές τους έριδες. Ανακαλύπτουν τις
πράξεις των άλλων, αλλά γενικώς είναι τότε πολύ αργά.
Οι πράξεις, εν προκειμένω, υπήρξαν στην αρχή ανάμεικτες: επιφυλακτικές και τολμηρές.
Αναφέρουμε ένα παράδειγμα επιφυλακτικής πράξεως, που έγινε προ της αφίξεως του
Ζαχαριάδη (αρχές Απριλίου 1945), όταν η Ενδεκάτη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής,
για να δώσει απτό δείγμα των φιλειρηνικών της διαθέσεων, δεν εδίστασε να καταδικάσει ως
"ντεβιασιονιστή" εκείνον που υπήρξε η ψυχή του ενόπλου αγώνος του Κόμματος, τον Άρη
Βελουχιώτη. Η αιτιολογία που ανεφέρθη ήταν ότι δεν είχε αποδεχθεί τη Συμφωνία της
Βάρκιζας. Επρόκειτο περί καταδίκης σε θάνατο. Και όπως ελέχθη ήδη, η καταδίκη αυτή δεν
άργησε να φθάσει στην εκτέλεσή της.

Άλλες επιφυλακτικές πράξεις αφορούν τον ίδιο τον Ζαχαριάδη. Π.χ. στην πρώτη Ολομέλεια
μετά την επιστροφή του (Δωδεκάτη Ολομέλεια - τέλη Ιουνίου), ο Ζαχαριάδης, ενώ
καθόρισε διάφορες αδιάλλακτες θέσεις, προέβη σε μια απρόβλεπτα διαλλακτική δήλωση.
Δεδομένης, είπε, της μεγάλης σημασίας της Μεσογείου για τη Βρετανική Αυτοκρατορία
(...Αυτοκρατορία!...), η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος έπρεπε να είναι ρεαλιστική και να
κινήται μεταξύ ενός πόλου ευρωπαιοβαλκανικού, με επίκεντρο τη Σοβιετική Ρωσία, και ενός
πόλου μεσογειακού, με επίκεντρο την Αγγλία.
Εξάλλου, υπό την ηγεσία του Ζαχαριάδη, το Κόμμα έλαβε θέση υπέρ της προσαρτήσεως
στην Ελλάδα της Κύπρου, της Δωδεκανήσου, και (με σοβαρές επιφυλάξεις, επειδή ανήκε
στην Αλβανία, Λαϊκή Δημοκρατία) της Βορείου Ηπείρου. Επρόκειτο όμως περί προσεκτικών
παραχωρήσεων για λόγους τακτικής. Κατά τα άλλα, το σύνολο της δράσεως του Κ.Κ.Ε.
ήταν ένας συνεχής και ιδιαιτέρως έντονος πολιτικός αγών.
Εκτός της συστηματικής προπαγάνδας, που χρησιμοποιούσε κάθε είδους επιχειρήματα και
περί της οποίας ελέχθησαν ήδη λίγα λόγια, μπορεί κανείς να διακρίνη στη δράση του Κ.Κ.Ε.
τρεις κύριες γραμμές, η μία των οποίων, που θα αναπτυχθεί τελευταία, με σαφείς διεθνείς
προεκτάσεις.
Η πρώτη, που εξεδηλώθη με ιδιαίτερη επιμονή, ήταν η γραμμή της συνδικαλιστικής
δραστηριότητος. Για να αποδοθεί αυτή με μια συντομωτάτη περίληψη, πρέπει να σημειωθή
ότι κατ' αρχάς υπήρξε πολύ δύσκολη, και ότι δεν γνώρισε ποτέ πραγματική επιτυχία, που να
έχη μεγάλη πρακτική σημασία. Η προσπάθεια όμως υπήρξε τόσο επίμονη και τόσο επιδέξια,
ώστε, στις αρχές του 1946, το Συμβούλιο της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών που
εξέλεξαν τα συνδικάτα είχε μια πτέρυγα άκρως αριστερά, και ο Γενικός Γραμματεύς του
Συμβουλίου ήταν μέλος του Κόμματος.
Είναι αλήθεια ότι, για λόγους δικονομικούς απολύτως θεμιτούς, η τότε Κυβέρνηση ακύρωσε
τις εκλογές εκείνες και όρισε Προσωρινή Διοίκηση για να διεξαγάγει αυτή νέες εκλογές. Είναι
επίσης αλήθεια ότι καμιά απεργία ή λαϊκή εκδήλωση οργανωμένη από τα αριστερά
συνδικάτα (Εργατικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός-ΕΡΓΑΣ) δεν σημείωσε επιτυχία. Πάντως,
όμως, τα αποτελέσματα των εκλογών που επετεύχθησαν μετά από μια γενική πανωλεθρία,
αποδεικνύουν ότι μια πολιτική Λαϊκού Μετώπου είχε ακολουθηθεί με πολλή δεξιοτεχνία
μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξεως.
Η δεύτερη γραμμή ήταν τολμηρότερη. Επρόκειτο περί της λογικής καταλήξεως της τακτικής
της συνεχούς καταδίκης -ή εξογκώσεως- των διώξεων που υφίσταντο "οι δημοκρατικοί

πολίτες από τους μοναρχοφασίστες". Πράγματι, οι εφημερίδες και τα στελέχη της Αριστεράς
δεν άργησαν να μιλήσουν περί της ανάγκης οργανώσεως των διωκομένων πολιτών ανά τη
Χώρα σε ομάδες αυτοαμύνης. Το Κόμμα υιοθέτησε το "αίτημα" και, υπό την ειρηνική
κάλυψη της αμύνης, οι ομάδες αυτές οργανώθηκαν σε πάρα πολλά χωριά και σε πολλές
συνοικίες πόλεων. Παρά το όνομά τους, όμως, το οποίο επιμόνως προεβάλλετο, οι
αυτοαμυνίτες άρχισαν να γίνονται επιθετικότεροι και να εντείνουν τη δραστηριότητά τους.
Τα άρθρα των αριστερών εφημερίδων, όπως και οι ηγέτες της Αριστεράς, δεν άργησαν να
μιλήσουν για την ανάγκη μιας "ενεργού αμύνης". Τον Αύγουστο του 1945, ο Ζαχαριάδης,
σε λόγο που εξεφώνησε στη Θεσσαλονίκη, μίλησε για αντίποινα χρησιμοποιώντας
συνθήματα των ετών '43-44. "Αν χρειασθή," είπε "το ένδοξο θούριο ("Εμπρός, ΕΛΑΣ, για
την Ελλάδα!") θα αντηχήση και πάλι στα φαράγγια και στις κορφές των βουνών μας."
Δεν επρόκειτο βέβαια για ομιλία με διπλές έννοιες και αποχρώσεις, δεν επρόκειτο καθόλου
για τη γλώσσα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήση ο αντίπαλός του, αν ο Ζαχαριάδης ήταν
ο νικητής... Αλλά λίγοι άνθρωποι πρόσεξαν αυτές τις ενδείξεις, ακόμη λιγότεροι
ανησύχησαν. Γενικώς, εθεωρείτο ότι όλα αυτά ήταν ψευδοαπειλές ενός ηττημένου.
Η τρίτη γραμμή, στην αρχή, διεγράφη απλώς στον ορίζοντα, αλλά χωρίς πολλή αργοπορία
έγινε σαφής και τολμηρή. Απέβλεπε στην απομάκρυνση των βρετανικών στρατευμάτων.
Τα στρατεύματα αυτά δεν ήταν πολυάριθμα αλλά είχαν για το Κ.Κ.Ε. κεφαλαιώδη σημασία:
αποτελούσαν

μια έκδηλη απόδειξη του ενδιαφέροντος που η Μεγάλη Βρετανία

εξακολουθούσε να έχη για την Ελλάδα. Ενεθάρρυναν εμμέσως, με μόνη την παρουσία τους,
τις υπερβολές των φανατικών της Άκρας Δεξιάς. Τέλος, και ίσως προ παντός, παραλλήλως
προς διάφορες βρετανικές στρατιωτικές αποστολές, βοηθούσαν σοβαρά την εκπαίδευση
των νέων ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο Ελληνικός Στρατός της εποχής εκείνης δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον εξαίρετο και
μεγάλο στρατό που είχε πολεμήσει τον Χαλύβδινο Άξονα, όταν ο Άξων βρισκόταν στην
ακμή του, τον Στρατό που το 1941 είχε υπερβεί τον αριθμό των 500.000 ανδρών. Ενώ
όμως αριθμούσε περίπου 30.000 άνδρες την επομένη της Βάρκιζας, αριθμούσε 70.000 κατά
το

τέλος

του

1945.

Ανεφοδιαζόταν

μάλλον

πενιχρά

από

τους

Άγγλους,

αλλά

εκπαιδευόμενος, μαζί με την Αστυνομία, υπό τον συνεχή και ορθολογισμένο έλεγχο των
Άγγλων, άρχιζε να γίνεται μια όχι ασήμαντη δύναμη.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το Κ.Κ.Ε. επεδίωκε την αποχώρηση των Άγγλων. Η πρώιμη
εκδοχή του σημερινού συνθήματος, "Yankee, Go Home!" (Γιάγκηδες, πηγαίνετε στην

πατρίδα σας!), ακουγόταν συνεχώς εντονότερα: "Να φύγουν οι Άγγλοι!" Τα λόγια αυτά
άρχιζαν πλέον να γίνωνται ένα καθημερινό σύνθημα.
Τον Ιούλιο του 1945, σε μια απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος έγινε για
πρώτη φορά λόγος περί "Βρετανικών Αρχών Κατοχής".
Τον Οκτώβριο, στο Ζ' Συνέδριο του Κόμματος, στο οποίο έλαβαν μέρος 300 αντιπρόσωποι
από όλη την Ελλάδα, πολλοί ομιληταί κατεδίκασαν τη "βρετανική κατοχή". Επρόκειτο περί
του Συνεδρίου που επισήμως επιβεβαίωσε ότι ο τελικός σκοπός του Κόμματος ήταν "η νίκη
στην Ελλάδα της Λαϊκής Δημοκρατίας... και η καθιέρωση μιας σοσιαλκομμουνιστικής
κοινωνίας".
Τον Δεκέμβριο, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης έπαιρνε θέση σε άρθρο που δημοσίευε στην επίσημη
ημερησία εφημερίδα του Κόμματος. Μερικά αποσπάσματα από το κείμενο αυτό: "...Το
πρώτο εθνικό αίτημα αυτή την ώρα είναι να φύγουν οι Άγγλοι. Η βρετανική κατοχή ήταν επί
ένα χρόνο το μόνο εμπόδιο για την ανόρθωση της Χώρας... Ο Ελληνικός Λαός αντιμετώπισε
τόσες θύελλες και κατά τα τελευταία δέκα χρόνια έκαμε τόσες θυσίες για τη λευτεριά του (ο
γράφων υπογραμμίζει) ώστε δεν θα καταθέση τα όπλα όσο δεν θα έχη εξασφαλίσει την ειρήνη και
το μέλλον του τόπου του κατά τον τρόπο που το καταλαβαίνει ο Λαός".
Αυτή η γλώσσα έπρεπε να έχη κάποιο αντίκρισμα. Αυτό έγινε ορατό μετά ένα μήνα.

Η πρώτη επίσημη διεθνής προέκταση
Την 21η Ιανουαρίου 1946 έγιναν σε δύο διαφορετικά μέρη -σύμπτωση που προφανώς δεν
ήταν σύμπτωση- δύο ενέργειες διαφορετικές κατά τον τύπο, όμοιες ως προς την ουσία.
Την ημέρα εκείνη η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε. δημοσίευσε στην Αθήνα ένα μανιφέστο
που περιελάμβανε κατάλογο κατηγοριών εναντίον των "βρετανικών στρατευμάτων
κατοχής", τα οποία εθεωρούντο πριν απ' όλα υπεύθυνα για την κατάσταση στη Χώρα. Το
μανιφέστο ζητούσε την άμεση ανάκληση των Βρετανών στρατιωτών από την Ελλάδα, και
κατέληγε με τη δήλωση ότι ένα σώμα εθελοντών δημοκρατών έπρεπε να δημιουργηθή, "για
να καθαρίσει τη Χώρα από τα μοναρχοφασιστικά σκουπίδια και να καταργήσει αυτή (ο
γράφων υπογραμμίζει) την απειλή κατά της ειρήνης".
Την ίδια ημέρα, η Σοβιετική Κυβέρνηση ζητούσε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.
να ασχοληθεί με το "ελληνικό θέμα". Εξηγούσε ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας λόγος που να
δικαιολογεί την παραμονή των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και υπεστήριζε ότι η

παρουσία τους εκεί αποτελούσε "κίνδυνο για τη διεθνή ειρήνη".
Αντιλαμβάνεται κανείς τώρα ότι το "να φύγουν οι Άγγλοι" δεν ήταν ένα τοπικό σύνθημα:
λεγόταν σε άλλες πρωτεύουσες και η ηχώ του ακουγόταν στην Αθήνα.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά από την εποχή του Δεκεμβρίου του 1944 που εδημιουργείτο η
εντύπωση ότι ο κώδων του κινδύνου σήμαινε πάλι σε όλη τη Χώρα.
Η κοινή γνώμη ανησύχησε, η Άκρα Δεξιά βρέθηκε ενισχυμένη και έγινε περισσότερο
θορυβώδης, η Κυβέρνηση, αν και απετελείτο από δημοκρατικούς, είχε δύσκολο βίο, και η
πίεση για την ταχύτερη δυνατή διεξαγωγή των εκλογών ηύξησε πολύ.
Ηύξησε πολύ και η επιθετικότης της Άκρας Αριστεράς. Την πρώτη εκδήλωση, της 21ης
Ιανουαρίου, την ακολούθησαν πολλές άλλες. Επρόκειτο προπάντων για μια συστηματική
εκστρατεία του αριστερού τύπου, αλλά επρόκειτο και για διαβήματα προς τον Οργανισμό
Ηνωμένων Εθνών και τους πρεσβευτάς των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, διαβήματα με τα
οποία ζητούσαν εν ονόματι του λαού την άμεση και πλήρη ανάκληση των Βρετανών
στρατιωτών.
Η διεθνής πλευρά του θέματος εκτυλισσόταν στο ωραίο αρχοντικό Lancaster House του
Λονδίνου, γιατί ο Ο.Η.Ε. δεν διέθετε ακόμη το κομψό γυάλινο ανάκτορο του της Νέας
Υόρκης. Εκεί η συζήτηση διήρκεσε έξι ολόκληρες ημέρες.
Ο Andrei Vyshinsky υπεστήριξε τη σοβιετική θέση. Δεν προσεκόμιζε κανένα νέο στοιχείο
αλλά προσέφερε στην υπηρεσία του θέματος όλο το πάθος και τη δεξιοτεχνία που είχε
επιδείξει στις πασίγνωστες δίκες της Μόσχας, μετά τις οποίες τόσες προσωπικότητες του
Κ.Κ. Ρωσίας είχαν χάσει τη ζωή τους. Προσέφερε επίσης, και προπάντων, το βάρος εκείνου
που αντιπροσώπευε.
Στα ήδη προαναφερθέντα επιχειρήματα του Κ.Κ.Ε., τα οποία όμως παρουσίασε με πολλή
δύναμη και ευφυία, ο Vyshinsky προσέθεσε ότι οι διαμαρτυρίες δεν γίνονταν μόνο από το
Κ.Κ.Ε. αλλά από ολόκληρο το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Εν ονόματι της Σοβιετικής
Κυβερνήσεως, η Σοβιετική Αντιπροσωπεία επέμενε επί της προτάσεώς της, δηλαδή επί της
αμέσου ανακλήσεως των βρετανικών στρατευμάτων.
Η απάντηση, διατυπωμένη από τον άλλοτε λιμενεργάτη του Τάμεση, δεν ήταν λιγότερο
έντονη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, είπε ο Bevin, έπρεπε πριν από όλα να αποφασίσει αν οι
ασθενείς βρετανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Ελλάδα αποτελούσαν πράγματι κίνδυνο
για την ειρήνη. "Ευρισκόμεθα εκεί ως σύμμαχοι και εγγυηταί, διότι μας εκάλεσεν η

Κυβέρνησις της Χώρας. Αν η Ελληνική Κυβέρνησις δεν μας θέλει, δεν θα παραμείνωμεν."
Ήταν ένα επιχείρημα αλλά και μια δέσμευση.
Ένα άλλο επιχείρημα του Bevin περιείχε υπαινιγμό που θα έπρεπε να είναι ένας εφιάλτης για
τον Vyshinsky. Ιδού πως διετυπώθη πολύ απλά, αλλά και με σκληρότατο υπονοούμενο:
Κατά την απελευθέρωση της Χώρας... "μία Κυβέρνησις εξ όλων των Κομμάτων
εσχηματίσθη. Συνεφωνήθη ότι, εφ' όσον δεν υπήρχεν ούτε αστυνομία, ούτε στρατός, ούτε
πολιτική διοίκησις, βρετανικά στρατεύματα έπρεπε να μεταβούν εις την Ελλάδα με την
έγκρισιν του Στρατάρχου Στάλιν".
Και για να καταλήξει, έκαμε μια αντεπίθεση: Μάλιστα! Υπήρχε μια απειλή που στρεφόταν
κατά της ειρήνης του κόσμου. Συνίστατο στην αδιάκοπη προπαγάνδα που έκανε η Μόσχα
και όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα για να συκοφαντηθή ο Βρετανικός Λαός και η
Κυβέρνησή του.
Ο τόνος οξύνθηκε και οι αντιπρόσωποι των άλλων χωρών έλαβαν μέρος στη ζωηρή
συζήτηση. Αλλά το πιο θεαματικό γεγονός της συγκεντρώσεως εκείνης αφορούσε
αποκλειστικά την ελληληνική πλευρά.
Ο Σοφούλης, ο παλαιός δημοκράτης των Αθηνών, είχε στείλει στο Λονδίνο τον Υπουργό
του των Εξωτερικών Σοφιανόπουλο για να βεβαιώσει ότι όλες οι μεταπολεμικές ελληνικές
Κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της δικής του, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία του
Λαού, θεωρούσαν την παρουσία των Άγγλων στρατιωτών στην Ελλάδα ως ασφάλεια για τη
διατήρηση της τάξεως.
Ο Σοφιανόπουλος, όμως, άνθρωπος ενός Λαϊκού Μετώπου προ της δικτατορίας του Μεταξά,
όταν έφθασε στο Λονδίνο, αρνήθηκε να εκτελέση τις οδηγίες που είχε λάβει στην Αθήνα!...
Επέμεινε να προστεθεί ότι η Ελλάς θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση κάθε αποφάσεως
που θα την αφορούσε, την ανεπιφύλακτη και ομόφωνη γνώμη όλων των Συμμάχων της,
δηλαδή και της Σοβιετικής Ενώσεως η οποία ήγειρε το θέμα...
Χωρίς δισταγμό, και ενώ συνεδρίαζε το Συμβούλιο Ασφαλείας, ο γηραιός δημόσιος άνδρας
των Αθηνών απέλυσε τον Υπουργό του των Εξωτερικών!
Η ελληνική θέση υπεστηρίχθη από τον πρεσβευτή της Ελλάδος στο Λονδίνο, τον άλλοτε
βοηθό Γενικού Γραμματέως της Κοινωνίας των Εθνών, Θανάση Αγνίδη: η παρουσία των
βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, έλεγε ο Αγνίδης, στηριζόταν νομικώς και πολιτικώς
επί της Συμφωνίας της Καζέρτας, της 26ης Σεπτεμβρίου 1944, την οποία είχαν δεχθεί όλα

τα πολιτικά Κόμματα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένου του Κ.Κ.Ε. Και ο Αγνίδης, λιτός
και ακριβολόγος, εξήγησε γιατί όλες οι κατηγορίες εστερούντο κάθε βάσεως.
Το αποτέλεσμα των εργασιών του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρξε αρνητικό για τους
Σοβιετικούς: Το Συμβούλιο έλαβε απλώς υπ' όψιν τις συζητήσεις, χωρίς καν να μνημονεύση
την αγγλική υπόσχεση περί ανακλήσεως των στρατευμάτων όταν θα είχαν εκπληρωθεί οι
βρετανικές υποχρεώσεις στην Ελλάδα.
Από της απόψεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δεδομένου ότι το Συμβούλιο
Ασφαλείας έκανε τα πρώτα βήματά του, το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό: μια προσφυγή,
που δεν απέβλεπε στο περιεχόμενό της αλλά σε εντελώς άλλο πράγμα, είχε τεθεί στο
περιθώριο, τα μέλη του Συμβουλίου είχαν καθένα λάβει θέση, δεν είχε διατυπωθεί βέτο, και
δεν είχαν χρησιμοποιηθεί άλλα διαδικαστικά τεχνάσματα για να παρεμποδίσουν τις εργασίες.
Στην Ελλάδα, τα αποτελέσματα της σοβιετικής προσφυγής ήταν σημαντικά ως προς το
σύνολο, όχι ευχάριστα ως προς το Κ.Κ.Ε. Μια δημοκρατική Κυβέρνηση με απόκλιση
κεντροαριστερή είχε βρεθεί στην ανάγκη να λάβη θέση εναντίον του Κ.Κ.Ε., και αυτό
ενώπιον της Διεθνούς Κοινής Γνώμης. Η Δεξιά δικαιωνόταν. Η Ελληνική Κοινή Γνώμη είχε
εντόνως προειδοποιηθεί.
Είχαν επίσης προειδοποιηθεί πολλές πρωτεύουσες: στο Λονδίνο οι Εργατικοί αντιδρούσαν
κατά των συκοφαντών, και ο Στεττίνιους, ο Υπουργός των Εξωτερικών των Η.Π.Α.,
αναγκαζόταν να υποστηρίξη τη βρετανική θέση, απομακρυνόμενος έτσι από τη δυσμενή
ουδετερότητα που είχε τηρήσει επί του θέματος τον Δεκέμβριο του 1944.
Ίσως ο Στάλιν είναι εκείνος που περισσότερο από κάθε άλλον αισθάνθηκε προσωπικά το
βάρος αυτής της αποτυχίας. Πρέπει να λεχθή "ίσως", γιατί δεν μπορεί να είναι κανείς
βέβαιος περί των αντιδράσεών του. Πάντως, γεγονός είναι ότι λίγες μόλις ημέρες μετά από
εκείνη τη Σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξεφώνη σε τον πολύκροτο λόγο του, που θα
μπορούσε να χαρακτηρισθή η πρώτη κήρυξη του "Ψυχρού Πολέμου". Πράγματι, στις 9
Φεβρουαρίου 1946, στη Μόσχα, αφού δογμάτισε επί της αδυναμίας της επιτεύξεως
ειρηνικής διεθνούς εξελίξεως "υπό το σημερινό καθεστώς της καπιταλιστικής οικονομίας",
κάλεσε το λαό του να πραγματοποιήση μια βιομηχανική και στρατιωτική ανάπτυξη από τις
πιο σημαντικές.
Ο αντίκτυπος του λόγου αυτού στον κόσμο ολόκληρο υπήρξε πολύ μεγάλος. Στις Ηνωμένες
Πολιτείες, η ηγεσία, που είχε διαφωτισθή και από μια προφητική και βαθυστόχαστη
προειδοποίηση του συμβούλου της Αμερικανικής Πρεσβείας της Μόσχας,13 κατάλαβε, ίσως

για πρώτη φορά, ότι η παρεμπόδιση των πολλαπλών σοβιετικών διεισδύσεων ήταν για τον
Ελεύθερο Κόσμο ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Στην Αθήνα, τρεις ημέρες μετά το λόγο του Στάλιν, στις 12 Φεβρουαρίου, πρώτη επέτειο
της υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας, η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε., εν ολομελεία,
απεφάσιζε "την οργάνωση ένοπλου αγώνα ενάντια στο μοναρχοφασιστικό όργιο".
Την ημερομηνία αυτή η ελληνική Άκρα Αριστερά τη θεωρεί ως ημερομηνία της ενάρξεως
του Τρίτου Γύρου.
Πρέπει να σημειωθή ότι το Κ.Κ.Ε. είχε, μεταξύ άλλων, και ένα ειδικό λόγο για να μην
αναβάλη τη λήψη αυτής της αποφάσεως: ήταν πλέον εντελώς βέβαιο ότι οι εκλογές θα
διεξήγοντο υπό τον έλεγχο ξένων παρατηρητών. Γνώριζε ότι δεν είχε καμιά πιθανότητα
έστω κάποιας σχετικής επιτυχίας και δεν ήθελε να συμμετάσχη στις εκλογές. Γνώριζε όμως
επίσης το Κ.Κ.Ε. ότι μια Κυβέρνηση που θα στηριζόταν στη θέληση του λαού, παρ' όλες τις
αδυναμίες του κοινοβουλευτισμού, θα είχε πολύ μεγαλύτερο κύρος για να του κλείση το
δρόμο. Έπρεπε λοιπόν να την αδυνατίση από την πρώτη ημέρα της γεννήσεώς της, και
ήταν ανάγκη το Κόμμα να ετοιμασθή εγκαίρως.

Εκλογές μετά από δέκα χρόνια δικτατορίας και πολέμων
Η Κυβέρνηση Σοφούλη δεν είχε εύκολο βίο. Αντιθέτως. Στο σύνολο όμως, πέτυχε.
Αντιμετώπισε μερικά νέα προβλήματα, πραγματοποίησε μερικές προόδους, και κατόρθωσε
να διευρύνη στη Χώρα την έννοια της δημοκρατικής ζωής, ενώ, όπως περιεγράφη, η
κατάσταση ήταν αρχικώς σχεδόν χαώδης.
Πολλοί

παράγοντες

συνετέλεσαν

σ'

αυτό,

αλλά

ασφαλώς

η

προσωπικότης

του

Πρωθυπουργού υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες. Δεδομένου ότι θα
συναντήσουμε και πάλι τον Σοφούλη στις κρισιμότερες ώρες του ανταρτοπολέμου, χρήσιμο
είναι να σκιαγραφηθή εδώ με λίγα λόγια ο γηραιός πολιτικός.
Με την πίπα και το χαμόγελο πάντοτε στα χείλη, αρεσκόμενος στο χιούμορ και τα
λογοπαίγνια, μέτριος ρήτωρ, είχε αρετές απλές αλλά βασικές: ήταν ήρεμος σε ύψιστο
βαθμό, ήταν γενναίος, είχε κοινό νου τετράγωνο, χωρίς να στερήται πονηρίας. Δεν χανόταν
ποτέ στις λεπτομέρειες, που ενοχλούσαν άλλωστε την παροιμιώδη οκνηρία του, αλλά ήξερε
πάντοτε να διακρίνη μέσα στη σύγχυση την ουσία των μεγάλων θεμάτων. Φλογερός
πατριώτης, αντιβασιλικός, ελαφρώς στην αριστερά του Κέντρου, υπήρξε ένας από τους
πιστούς του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ήταν τώρα, σε ηλικία 85 ετών, ο πατριάρχης των

"βενιζελικών", ο Αρχηγός των Φιλελευθέρων.
Άρχισε με τη βελτίωση των οικονομικών. Είχε ως κυρίους οικονομικούς υπουργούς τον
Τσουδερό, που τώρα έκλινε προς τα δεξιά, και τον Καρτάλη, που τώρα έκλινε προς τα
αριστερά. Χάρις σε μια καλύτερη διανομή των ειδών που έστελνε η UNRRA, χάρις σε δάνεια
που χορήγησαν η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, χάρις σε μια ποσότητα
χρυσών λιρών που προμήθευσε η Μεγάλη Βρετανία και επωλούντο στη νέα επίσημη τιμή
τους, (20.000 δραχμές, έναντι 180.000 προηγουμένως), η Κυβέρνηση Σοφούλη κατόρθωσε
να ποδηγέτηση κάπως τον πληθωρισμό και να προκαλέση πάλι κάποιο αίσθημα
εμπιστοσύνης.
Έπειτα, με τη συνεργασία της Παγκοσμίου Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων, έβαλε τάξη
στη συνδικαλιστική κίνηση. Προεκάλεσε βέβαια την οξεία αντίδραση της Άκρας Δεξιάς, γιατί
ο πρώην Γενικός Γραμματεύς της Γ.Σ.Ε.Ε., μέλος του Κ.Κ.Ε., επανεξελέγη στη θέση του.
Δεδομένων όλων όσων είχαν προηγηθή -και όσων προετοιμάζονταν- ανελάμβανε έτσι
μεγάλες ευθύνες, αλλά ο γηραιός πολιτικός, ατάραχος, ήθελε να εξασθενίση τα
επιχειρήματα των αριστερών συνδικαλιστών, ήθελε προπάντων, εν όψει των εκλογών που
θα οργάνωνε, να μη θεωρήται άνθρωπος μεροληπτικός και άδικος.
Για να κατασιγάση τα μίση και τις αντεκδικήσεις, εξήγγειλε εξάλλου μια αρκετά ευρεία
αμνηστία, και, όσο το επέτρεπε ο φανατισμός των κατωτέρων οργάνων, υπήρξε αυστηρός
στη δίωξη όλων των υπερβασιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Δεξιάς. Όταν. π.χ.,
στις 19 Ιανουαρίου του 1946, η πόλη της Καλαμάτας στην Πελοπόννησο, που είχε πολύ
υποφέρει από την τρομοκρατία του ΕΛΑΣ, κατελήφθη από τις ομάδες του Μαγγανά, που
εθεωρείτο κλάδος της Οργανώσεως "Χ", κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο, εδίωξε όλες τις
οργανώσεις, και έλαβε τόσο αυστηρά στρατιωτικά μέτρα ώστε η τάξη στην περιφέρεια της
Καλαμάτας απεκατεστάθη εντός τριών ημερών.
Τέλος, για να αναφερθούν μόνο τα πολύ ουσιώδη, αντεστάθη σε όλες τις πιέσεις που
απέβλεπαν στην αναβολή των εκλογών, και τέλη Ιανουαρίου τις προεκήρυξε για την 31η
Μαρτίου.
Όλα

σχεδόν

τα

κόμματα

είχαν

συμφωνήσει

να

προηγηθούν

οι

εκλογές

του

δημοψηφίσματος. Η κατ' αυτόν τον τρόπο ανατροπή της σχετικής ρήτρας της Συμφωνίας
της Βάρκιζας είχε διευκολυνθή από ένα διάβημα που είχε γίνει προς την κατεύθυνση αυτή
από τις Κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας και της Γαλλίας, κατόπιν
βρετανικής εισηγήσεως.

Πράγματι, στην Αγγλία οι Εργατικοί, που προσπαθούσαν να αναμειγνύωνται όσο το δυνατό
λιγότερο στα ελληνικά πράγματα, βρίσκονταν σε μια περιεργότατη θέση: η διεξαγωγή του
δημοψηφίσματος προ των εκλογών, σύμφωνα με τη ρήτρα της Βάρκιζας, ήταν αντίθετη
προς τις επιθυμίες των δημοκρατικών, και ευνοούσε ασφαλώς την επιστροφή του Γεωργίου
του Β'. Αλλά άρνηση παρεμβάσεως για την αναβολή του δημοψηφίσματος σήμαινε έμμεση
παρέμβαση υπέρ του Βασιλέως, κατηγορία πολύ δυσάρεστη για τους Εργατικούς. Έτσι,
όπως με πολύ πνεύμα ελέχθη, "η πολιτική της μη παρεμβάσεως υπεχρέωνε τους Εργατικούς
να κάνουν μια τελευταία παρέμβαση" και να παρασύρουν τις άλλες Κυβερνήσεις να πιέσουν
τον Αντιβασιλέα και τον Πρωθυπουργό να διεξαγάγουν πρώτα τις εκλογές. Με ακόμη
περισσότερο πνεύμα ελέχθη στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι "η μη παρέμβαση ήταν ένας
μεταφυσικός όρος που δεν διαχωριζόταν από την παρέμβαση".
Αλλά αν το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε εύκολα, άλλα δεν ήταν δυνατό να ρυθμισθούν και
προεκάλεσαν ζωηρές αντιδράσεις. Οι εκλογικοί κατάλογοι είχαν ατελώς μόνον αναθεωρηθή
και εχρονολογούντο από το 1936. Τα κόμματα δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο για να
αναδιοργανωθούν και να επιλέξουν τους υποψηφίους των. Υπήρχε ακόμη πολύ μίσος, και
κάποτε γίνονταν και βιαιότητες.
Όλα τα κόμματα, εκτός των Λαϊκών, δηλαδή της βασιλόφρονος Δεξιάς, ζητούσαν την
αναβολή των εκλογών. Μερικοί απειλούσαν ότι θα απόσχουν. Αρχές Μαρτίου, δέκα
υπουργοί του Σοφούλη είχαν παραιτηθή, και ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Σοφοκλής
Βενιζέλος απεσχίζετο από τους Φιλελευθέρους για να σχηματίση άλλο κόμμα υπό την
ηγεσία του.
Ο Γέρος δεν εκάμφθη. Είναι αλήθεια ότι εκτός από την επιθυμία του να τελειώνη με αυτό το
θέμα και να οδηγήση πάλι τη Χώρα στη συνταγματική τάξη, είχε και έναν άλλο λόγο για να
επιμένη.
Η Κυβέρνηση Βούλγαρη, από της συγκροτήσεώς της, επικαλούμενη τη δήλωση των τριών
Μεγάλων στη Γιάλτα, κατά την οποία θα βοηθούσαν τους συμμάχους των να
αποκαταστήσουν δημοκρατικά πολιτεύματα, είχε προσκαλέσει τις αντίστοιχες Κυβερνήσεις,
καθώς και τη Γαλλική Κυβέρνηση) να αποστείλουν παρατηρητάς που να παρακολουθήσουν
τη διεξαγωγή των εκλογών.
Η Σοβιετική Κυβέρνηση είχε απαντήσει αρνητικώς. Προφανώς δεν ήθελε να πιστοποιήση και
εκείνη την ήττα της Αριστεράς, και προπάντων να δημιουργήσει δυσάρεστο προηγούμενο
για άλλες χώρες του δικού της Συνασπισμού, που την ενδιέφεραν ιδιαιτέρως.

Οι άλλες όμως Κυβερνήσεις είχαν δεχθεί, και τον Δεκέμβριο του 1945 οι αντιπρόσωποί τους
έφθαναν στην Αθήνα κατά εκατοντάδες για να σχηματίσουν την Επιτροπή για την
παρατήρηση των ελληνικών εκλογών, την επιτροπή τη διεθνώς γνωστή από τα αρχικά του
ονόματός της αγγλικά ως AMFOGE. Τον Ιανουάριο είχαν φθάσει όλοι, περί τους 1.200, και
οι τρεις Κυβερνήσεις προειδοποιούσαν ότι οι παρατηρηταί έπρεπε να αναχωρήσουν το
αργότερο στα μέσα Απριλίου.
Μερικοί πολιτικοί ισχυρίζονταν ότι ήταν προτιμότερο να γίνουν καλά προετοιμασμένες
εκλογές σε ατμόσφαιρα ηρεμίας, παρά να υπάρχουν ξένοι παρατηρηταί. Αλλά η πονηρία του
γέροντα Πρωθυπουργού τον οδηγούσε στη σκέψη ότι, για να πεισθεί η Διεθνής Κοινή
Γνώμη ότι οι εκλογές είχαν διεξαχθεί καλά, έπρεπε προπάντων να γίνουν υπό τα όμματα
μεγάλου αριθμού ξένων απεσταλμένων.
Φοβούμενος λοιπόν ότι θα χάση τους παρατηρητάς, προχώρησε, ελπίζοντας ότι θα
αποφύγει την αποχή με μια πονηρία. Όλη η Δεξιά ζητούσε εκλογές με πλειοψηφικό, για να
συνασπισθεί και να συντρίψει όλα τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο Σοφούλης,
επικαλούμενος μερικές δικαιολογίες, επέβαλε την αναλογική, που ευνοούσε όλα τα μικρά
κόμματα. Ευνοούσε βεβαίως έτσι και το δικό του, που είχε εξασθενήσει πολύ λόγω της
αποσχίσεως του Βενιζέλου και λόγω των κατηγοριών ότι η Κυβέρνησή του είχε ευνοήσει
την Αριστερά. Πάντως όμως, με την καθιέρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος,
εξουδετερώθηκαν οι δισταγμοί πολλών κομμάτων.
Το Κ.Κ.Ε. έμεινε μέχρι τέλους σταθερό υπέρ της αποχής.
Ένα σημείο είναι κεφαλαιώδες ως προς αυτές τις εκλογές. Από αυτό εξηρτάτο αργότερα η
κρίση ως προς την αποκατάσταση της νομιμότητος και ως προς τον αντιπροσωπευτικό
χαρακτήρα του νέου Κοινοβουλίου: ποιο ήταν το αληθινό ποσοστό της αποχής;
Η Άκρα Αριστερά υπεστήριξε, εντός και εκτός της Ελλάδος, και συχνά την επίστευσαν, ότι
περίπου το 50% των ψηφοφόρων απέσχε. Αυτό, όμως, είναι απολύτως ανακριβές.
Πριν μνημονευθούν τα συμπεράσματα της AMFOGE, πρέπει να εκτεθούν μερικά γεγονότα
και να μνημονευθούν μερικοί αριθμοί.
Οι εκλογικοί κατάλογοι είχαν συμπληρωθεί με την εγγραφή των νέων εκλογέων. Είχαν όμως
μόνο μερικώς αναθεωρηθή. Οι περισσότεροι από όσους είχαν πεθάνει μεταξύ 1936 και 1945
παρέμειναν εγγεγραμμένοι. Υπό τας συνθήκας που βρισκόταν η Ελλάς τότε, αυτό ήταν
αναπόφευκτο και δεν συντελούσε βεβαίως στην ειλικρινή έκφραση της λαϊκής θελήσεως.

Υπήρχαν έτσι 1.850.000 εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι (τότε οι γυναίκες δεν ψήφιζαν ακόμη),
από τους οποίους πρέπει να αφαιρεθούν άλλοι 100.000 στρατιωτικοί και χωροφύλακες (επί
συνόλου 130.000), οι οποίοι, επειδή δεν βρίσκονταν στην εκλογική τους περιφέρεια, δεν
μπορούσαν, κατά το νόμο της εποχής εκείνης, να ψηφίσουν. Επί συνόλου λοιπόν 1.750.000
εγγεγραμμένων, αριθμό που περιελάμβανε τους περισσοτέρους από όσους πέθαναν την
προηγουμένη δεκαετία, ψήφισαν 1.122.000 άτομα.
Η αποχή συνεπώς του 50% είναι εξοφθάλμως ανακριβής. Εξάλλου, και αν ακόμη η
θνησιμότης των ετών 1936-1945 ήταν η συνήθης (και αλίμονο, δεν ήταν), πολύ απλοί
υπολογισμοί αποδεικνύουν ότι η αποχή, πολιτική και φυσιολογική (ασθενείς, απόντες κ.ά.),
είναι αδύνατο να υπερέβη το 25%.
Η AMFOGE, μετά από μια πολύ λεπτομερή έρευνα των εκλογικών καταλόγων, δήλωσε ότι
το 78% των εγγεγραμμένων ήταν ασφαλώς έγκυρο, το 13% άκυρο (νεκροί), το 9%
αμφίβολο. Υπελόγιζε ότι η αποχή για λόγους πολιτικούς κυμαινόταν "μεταξύ 10 και 20%
κατά μέγιστο όριο, με πιθανότερο ποσοστό 15%.
Πρέπει, εξάλλου, να λεχθή ότι ένα μικρό μέρος της αποχής οφειλόταν στο γεγονός ότι τις
παραμονές των εκλογών η Άκρα Αριστερά τρομοκράτησε μεγάλον αριθμό χωρικών,
προπάντων μεταξύ εκείνων που δεν ψήφιζαν στο χωριό τους αλλά σε άλλο γειτονικό:
μερικές ομάδες ανταρτών είχαν ήδη κάμει την εμφάνισή τους και απειλούσαν εκείνους που
διέσχιζαν ακατοίκητα μέρη για να ψηφίσουν σε γειτονικό χωριό. Για να δοθεί περισσότερο
βάρος στην απειλή, ένα συγκρότημα ανταρτικών ομάδων κατέλαβε την 30ή Μαρτίου,
παραμονή των εκλογών, το Λιτόχωρο, στους πρόποδες του Ολύμπου. Αλλού, ομάδες
ληστών, που για να αποκτήσουν καλύτερη υπόσταση διεκήρυσσαν ότι ανήκουν στην
Αριστερά, τάσσονταν υπέρ της αποχής. Είναι π.χ. η περίπτωση της ληστοσυμμορίας του
Ζαραλή, στην Πίνδο, που δεν είχε ποτέ την παραμικρή σχέση με οποιαδήποτε πολιτική
κίνηση.
Πρέπει ακόμη να σημειωθή ότι οι απέχοντες ανήκαν στην Άκρα Αριστερά κατά πλειονότητα,
αλλά όχι στο σύνολό τους. Πράγματι, μερικά μικρά κόμματα και ορισμένοι ανεξάρτητοι δεν
έλαβαν μέρος στις εκλογές. Συγκεκριμένως, ο Καρτάλης, ο Σβώλος, ο Τσιριμώκος, ο
Τσουδερός, ο παλαιός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου Γεώργιος Καφαντάρης, και
άλλοι.
Γι' αυτό, μπορεί να λεχθή ότι, ως προς ό,τι αφορούσε την πολιτική αποχή, και ειδικότερα
την αποχή του Κ.Κ.Ε., αυτή πλησίαζε περισσότερο προς το 10% παρά προς το 20% που η

AMFOGE ανέφερε ως μέγιστο.
Ως προς τον σεβασμό τον οφειλόμενο προς το εκλογικό αποτέλεσμα, είναι προτιμότερο να
αναφερθεί κανείς στα συμπεράσματα της AMFOGE. Θα ήταν πράγματι εντελώς ανόητο να
σκεφθεί κανείς ότι ένας τόσο μεγάλος αριθμός παρατηρητών, προερχομένων από τρεις
διαφορετικές

χώρες

όπου

είχε

διεξαχθεί

εκστρατεία

κατά

του

ελληνικού

"μοναρχοφασισμού", θα συμφωνούσαν να τον υπηρετήσουν αποκρύπτοντας την αλήθεια.
Η AMFOGE έκαμε μια συστηματική και λεπτομερειακή εργασία, προ, κατά και μετά τις
εκλογές. Κάθε μία εκλογική περιοχή επιθεωρήθηκε από έξι περίπου ομάδες παρατηρητών, οι
οποίοι προέβησαν σε πολλές δειγματοληψίες εκλογικών καταλόγων, ήλεγξαν την
εγκυρότητά τους, και την 31η Μαρτίου παρηκολούθησαν επί τόπου, εντός και εκτός των
εκλογικών τμημάτων, τη διεξαγωγή των εκλογών.
Ιδού το τελικό συμπέρασμα της λεπτομερούς εκθέσεως που η AMFOGE υπέβαλε στις τρεις
Κυβερνήσεις:
"Κατά συνέπειαν, η Αποστολή συμπεραίνει ότι, παρά την παρούσα ένταση των πολιτικών
αισθημάτων στην Ελλάδα, οι συνθήκες ήταν τέτοιες, ώστε εγγυώντο την καλή διεξαγωγή
των εκλογών. Ότι οι εκλογικές διαδικασίες, στο σύνολό τους, ήταν ελεύθερες και δίκαιες,
ότι το γενικό αποτέλεσμα αντιπροσώπευε μια αληθινή και έγκυρη απόφαση του Ελληνικού
Λαού".
Δηλαδή και μια στοιχειώδης μόνον αντικειμενικότης επιβάλλει να αναγνωρισθεί -πρόκειται
περί κεφαλαιώδους σημείου για την κρίση των όσων επηκολούθησαν- ότι στις 31 Μαρτίου
1946 εξεδηλώθη στην Ελλάδα η λαϊκή εντολή ελεύθερα και ικανοποιητικά.
Τα αποτελέσματα των εκλογών, όπως καθένας το προέβλεπε, υπήρξαν ευνοϊκά για τη Δεξιά.
Ήταν τα ακόλουθα:
Κόμματα

Ψήφοι

%

Έδρες

Ενιαίο Εθνικό Μέτωπο

611.000

55,2

204

214.000

19,3

70

159.500

14,4

42

(Συνασπισμός της Δεξιάς)
Εθνική Πολιτική Ένωση
(Συνασπισμός Κέντρου-Κεντροδεξιάς)
Κόμμα Φιλελευθέρων

(Κέντρου-Κεντροαριστεράς)
Εθνικό Κόμμα Ελλάδος

66.000

6

17

58.000

5,1

11

(Δεξιά)
Διάφορα Κόμματα και ανεξάρτητοι

344
Οι κυβερνήσεις που προήλθαν από το νέο Κοινοβούλιο, κατανεμημένο ως ανωτέρω,
αντιμετώπισαν μέχρι του τέλους του 1949 τον ανταρτοπόλεμο. Είναι συνεπώς χρήσιμο να
λεχθούν λίγες λέξεις περί των κομμάτων που αντιπροσωπεύονταν στο Κοινοβούλιο αυτό.
Αρχίζοντας από το τέλος του πίνακος, μπορεί κανείς να αγνοήσει την τελευταία κατηγορία.
Είναι μικρή, περιελάμβανε κυρίως στοιχεία της Άκρας Δεξιάς που δεν έπαιξαν κανένα ρόλο
εκτός από τη δημιουργία ενός ασυνάρτητου θορύβου.
Το Εθνικό Κόμμα, υπό τον Ζέρβα, τον γνωστό Αρχηγό της Αντιστάσεως, ήταν τοπικό: κατ'
ουσίαν, οι βουλευταί του προήρχοντο από την Ήπειρο.
Είναι γνωστοί επίσης οι Φιλελεύθεροι και ο Αρχηγός τους, ο Σοφούλης, ο οποίος, τον
Μάρτιο του 1946, είχε την τιμή, με δύσκολες συνθήκες, να διεξαγάγει καλές εκλογές και να
τις χάση.
Η Εθνική Πολιτική Ένωση περιελάμβανε τρία κόμματα υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο (36
βουλευταί), τον Γεώργιο Παπανδρέου (28 βουλευταί) και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (6
βουλευταί). Την επομένη των εκλογών η Ε.Π.Ε. διελύθη και κατ' αυτόν τον τρόπο τα τρία
κόμματα παρεχώρησαν τη θέση της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως στους Φιλελευθέρους.
Οι μεγάλοι νικηταί των εκλογών ήταν οι Λαϊκοί, που κατέλαβαν τις 171 έδρες από τις 204
του συνασπισμού των.
Οι Λαϊκοί τελούσαν υπό την ηγεσία μιας επιτροπής, αλλά μετά τις εκλογές ένα από τα μέλη
της, ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, έπαιξε τον πρώτο ρόλο και περί τα μέσα Απριλίου εξελέγη
Αρχηγός του Κόμματος.
Ανεψιός ενός ομωνύμου πρώην Πρωθυπουργού, άνθρωπος καλός, έντιμος και απλός, κακός
ρήτωρ, είχε κάμει μια μικρή πολιτική καριέρα, και δεν φαινόταν προορισμένος να γίνη
Αρχηγός ενός μεγάλου Κόμματος. Αλλά από όλους τους κάπως γνωστούς πολιτικούς ήταν ο
μόνος που δεν είχε απαρνηθεί τις αρχές του, ο μόνος που δεν είχε διατυπώσει επιφυλάξεις
ως προς την παραδοχή της Συνταγματικής Βασιλείας, ή την επιστροφή του Γεωργίου Β'. Η

τοποθέτηση αυτή ήταν, το 1946, το καλύτερο συστατικό που μπορούσε να εμφανίσει
κανείς στο Λαό και στους πολιτευομένους για να καταλάβει ηγετική θέση.
Όλες οι προσπάθειες των δημοκρατικών, που απέβλεπαν στη διεξαγωγή των εκλογών προ
του δημοψηφίσματος, είχαν αποδώσει αρνητικά γι' αυτούς αποτελέσματα.
Για τη μάζα, ιδίως στην ύπαιθρο, ο κομμουνισμός δεν ήταν μια ιδεολογία ή μια πολιτική
κίνηση. Ήταν το έγκλημα, η βία, το αίμα. Ειρωνεία της Ιστορίας, ο Άρης Βελουχιώτης, ένας
από τους πιο αγνούς και φανατικούς ιδεολόγους του κομμουνιστικού κινήματος, είχε
συντελέσει περισσότερο από κάθε άλλον για να δημιουργηθή αυτή η πεποίθηση. Έτσι,
αφού

ο

Βασιλεύς

ήταν

το

σύμβολο

των

αντικομμουνιστικών

τάσεων

και

της

αποκαταστάσεως της τάξεως, η πλειοψηφία των εκλογέων ψήφισε στις βουλευτικές εκλογές
πρωτίστως υπέρ των υποψηφίων που ζητούσαν την επιστροφή του Βασιλέως.
Αυτή υπήρξε η περίπτωση για τους Λαϊκούς, για τους συμμάχους των, για το Κόμμα του
Ζέρβα, και για το ήμισυ των βουλευτών της Εθνικής Πολιτικής Ενώσεως. Αν το
δημοψήφισμα για την επιστροφή του Γεωργίου του Β' είχε προηγηθή, τα αποτελέσματα
των εκλογών θα ήταν διαφορετικά. Οι ψηφοφόροι, ικανοποιημένοι και ησυχότεροι ως προς
εκείνο που θεωρούσαν βασικό, θα αισθάνονταν τότε περισσότερο ελεύθεροι να επιλέξουν
κόμματα και υποψηφίους.
Αλλά οι περισσότεροι ψηφοφόροι σκέπτονταν κατ' άλλον τρόπο. Οι συνθήκες ήταν τέτοιες
-ο Vyshinsky και ο Σοφιανόπουλος είχαν προσφάτως κάμει ό,τι μπορούσαν για να τις
επιβαρύνουν- ώστε η επιλογή είχε πολύ απλοποιηθεί. Επρόκειτο για επιλογή μεταξύ
κομμουνισμού και αντικομμουνισμού, μεταξύ Σοβιετικής Ενώσεως και Δυτικών Συμμάχων,
μεταξύ τάξεως και αταξίας, μεταξύ νόμου και τρόμου. Για τη μεγάλη μάζα, ο Γεώργιος ο Β'
ήταν προφανώς το σύμβολο του Καλού.
Δικαίως ή όχι, έτσι ήταν. Και ήταν έτσι σε τέτοιο σημείο, ώστε υπήρξαν και υποψήφιοι
σαφώς χρωματισμένοι δοσίλογοι, συνεργάτες του εχθρού, οι οποίοι κατόρθωσαν να
εκλεγούν βουλευταί, μόνο λόγω της όψιμης προσχωρήσεώς των στο στρατόπεδο των
φανατικών βασιλοφρόνων.
Κυρίως με αυτόν τον τρόπο η Δεξιά μπόρεσε να επιτύχει μια τόσο μεγάλη πλειοψηφία. Με
αυτόν τον τρόπο ο Τσαλδάρης, του οποίου ο φιλοβασιλισμός ουδέποτε διαψεύσθηκε,
εξελέγη Αρχηγός των Λαϊκών και έγινε Πρόεδρος της Κυβερνήσεως που για πρώτη φορά,
μετά δέκα χρόνια, στηριζόταν στη θέληση του Λαού.14

Εάν ο Τσαλδάρης δεν είχε όλα τα προσόντα του ηγέτου, θα φανεί αργότερα ότι είχε βαθύ
το αίσθημα της τιμής και της αυταπαρνήσεως -αρετή απαραίτητη για τον μεγάλο δημόσιο
άνδρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ': "ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ!"

Ο ανταρτοπόλεμος αρχίζει
Σημειώθηκε ήδη ότι η 12η Φεβρουαρίου 1946 θεωρείται από τους Έλληνας κομμουνιστάς
ως η ημέρα που κηρύχθηκε ο ανταρτοπόλεμος. Είναι η ημέρα που έγινε μια τυπική πράξη.
Στην πραγματικότητα, άλλες ημερομηνίες είναι σημαντικότερες, γιατί αφορούν την ουσία
του θέματος.
Η ημερομηνία της 15ης Δεκεμβρίου 1945 είναι ίσως εκείνη κατά την οποία ελήφθησαν οι
βασικές αποφάσεις. Την ημέρα εκείνη, στη βουλγαρική κωμόπολη Πετρίτσι, κοντά στα
ελληνοβουλγαρικά σύνορα, έγινε μια σύσκεψη της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. και
Γιουγκοσλάβων και Βουλγάρων αξιωματικών, αντιπροσώπων των Γενικών Επιτελείων των
δύο χωρών. Εκεί ελήφθη η απόφαση να αναδιοργανωθούν οι Έλληνες αντάρτες σε σώμα
που θα ονομαζόταν "Δημοκρατικός Στρατός", "για να αγωνισθή εναντίον της Κυβερνήσεως
που βρισκόταν στην εξουσία στην Ελλάδα". Οι Γιουγκοσλάβοι υπεσχέθησαν βοήθεια πάσης
φύσεως και ζήτησαν να συντονίσουν όλες τις ενέργειες.
Η αναδιοργάνωση άρχισε με τη δράση παλαιών στελεχών του ΕΛΑΣ καταγόμενων από τις
πόλεις της Ναούσης και του Βόλου, πόλεων που είχαν σημαντικά ποσοστά μαχητικών
οπαδών της Άκρας Αριστεράς. Άλλοι, προερχόμενοι από άλλες περιοχές, προσετέθησαν
αργότερα σε αυτούς, και σύντομα αυτοί οι πρώτοι μεμυημένοι κίνησαν και πάλι σε
ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα την επιμελητεία του ΕΛΑΣ, τη γνωστή, από τα αρχικά του
ονόματος της, ως ΕΤΑ.
Πολύ μυστικά, το πρώτο εξάμηνο του 1946, η νέα ΕΤΑ κατήρτισε πίνακες όλων των
αποθεμάτων όπλων και πολεμοφοδίων, ασχολήθηκε με τη συντήρησή τους, και, για
περισσότερη ασφάλεια, μετέφερε σε ξένο έδαφος όσα από τα αποθέματα αυτά βρίσκονταν
κοντά στα σύνορα.
Κέντρα ανεφοδιασμού δημιουργήθηκαν πέρα από τα ελληνικά σύνορα, και ένα μεγάλο
στρατόπεδο βορείως του Βελιγραδίου, στο Μπούλκες, όπου ήδη εφιλοξενούντο μερικές

χιλιάδες ανταρτών που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία, παρεχωρήθη για την
εκπαίδευση του "Δημοκρατικού Στρατού".
Τον Μάρτιο του 1946, επεσκέφθη για πρώτη φορά το στρατόπεδο του Μπούλκες ο ίδιος ο
Ζαχαριάδης, εξεφώνησε μακρό λόγο και συνομίλησε με τους υποψηφίους στρατιώτες του,
που ήταν όλοι αντάρτες του 1943-1944.
Η ημερομηνία της πραγματικής αρχής των επιχειρήσεων είναι η 30ή Μαρτίου 1946, δηλαδή
η ημέρα της καταλήψεως του Λιτοχώρου.
Γίνεται συχνά λόγος περί δράσεως κομμουνιστικών ενόπλων ομάδων και προ της
ημερομηνίας αυτής. Αυτό είναι ανακριβές.
Δράση ενόπλων ομάδων υπήρχε και παλαιότερα, αλλά τίποτε δεν πείθει ότι οι ομάδες αυτές
επεδίωκαν πολιτικούς σκοπούς: επεδίωκαν να αποκτήσουν τα υπάρχοντα του άλλου. Εκείνη
την εποχή, όταν η δίωξη των παρανομούντων ήταν δύσκολη και όλα έλειπαν, η ληστεία
ανθούσε. Διηυκόλυνε όμως η μεταμφίεσή της με μια δήθεν αφοσίωση προς τη μια ή την
άλλη παράταξη των άκρων. Αρκετοί λήσταρχοι αυτού του είδους θα μπορούσαν να
μνημονευθούν.
Αντιθέτως, η επίθεση κατά του Λιτοχώρου, στις 30 Μαρτίου, έγινε με τέτοιες συνθήκες,
ώστε να βρίσκουμε σ' αυτή την πρώτη πραγματική εκδήλωση του ανταρτοπολέμου.
Δεν υπήρξε άλλωστε η μόνη, με τη διαφορά ότι για μερικούς μήνες δεν επανελήφθη κατά
τον ίδιο τρόπο.
Στις κεντρικές και βόρειες περιοχές της Χώρας, την άνοιξη, και ιδίως το καλοκαίρι, έγιναν
πολλά επεισόδια επί κεντρικών δημοσίων οδών. Μικρές ομάδες παλαιμάχων ελασιτών,
μεταξύ των οποίων σπανίως βρίσκονταν νεοφερμένοι, μάλλον πτωχά οπλισμένες,
σταματούσαν λεωφορεία, έκαμναν προπαγάνδα και απειλούσαν. Έπαιρναν τρόφιμα, αν
υπήρχαν, αλλά κατά τα άλλα δεν ελήστευαν. Κακομεταχειρίζονταν κάποτε ταξιδιώτες, αλλά
δεν σκότωναν ποτέ.
Τα συνθήματα ήταν πάντοτε τα ίδια: "Βγήκαμε στο βουνό για να προστατευθούμε από τους
μοναρχοφασίστες. Αντιδρούμε. Πρέπει να σώσουμε το Λαό από την καταπίεση που υπάρχει,
από τον φασισμό που ξαναεγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Αρχίζει ο τρίτος γύρος. Προσέξτε!
Ελάτε μαζί μας, αυτή τη φορά είμαστε βέβαιοι για τη νίκη".
Μπορούσε ήδη να μιλήσει κανείς για διασάλευση της τάξεως. Όχι για έναν αληθινό

ανταρτοπόλεμο.
Αυτό μπορούσε κανείς να το κάμει μετά το δημοψήφισμα (1η Σεπτεμβρίου 1946), που
κατέληξε στην επιστροφή του Γεωργίου του Β'. Ήταν, πιθανότατα, η απάντηση του Κ.Κ.Ε.
στην έκφραση της λαϊκής θελήσεως, γιατί η περίπτωση του Λιτοχώρου επανελήφθη τότε με
κάπως πυκνότερο ρυθμό.
Η τακτική ήταν παντού η ίδια: σύγχρονη επίθεση, κατά μικρές ομάδες, από διάφορες
κατευθύνσεις. Συντονισμένη προσπάθεια εναντίον του Σταθμού Χωροφυλακής και
εξολόθρευση των ανδρών του. Σφαγή ή και ακρωτηριασμός του επικεφαλής, αν
συνελαμβάνετο. Εκτέλεση μερικών πολιτών, γνωστών ως παραγόντων της Δεξιάς. Ταχεία
απομάκρυνση με συναποκόμιση τροφίμων.
Στις 14 Σεπτεμβρίου έγινε επίθεση κατά του χωριού Αλιάκμων, στα βόρεια διαμερίσματα της
Χώρας.
Στις 19 κατά της Πυρσόγιαννης, πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα, όπου ο διοικητής του
Σταθμού Χωροφυλακής, ο υπομοίραρχος Κούρκουλας -επονομαζόμενος "το Λιοντάρι"εσφάγη έπειτα από τρομερή άμυνα.
Στις 20, επίθεση κατά του χωριού Σούρμενα, κοντά στα γιουγκοσλαβικά σύνορα.
Σοβαρότερη ήταν η επίθεση -24 Σεπτεμβρίου- κατά της Δεσκάτης, κωμοπόλεως που
βρίσκεται μακριά από τα σύνορα, στα διοικητικά όρια Μακεδονίας-Θεσσαλίας.
Αυτή τη φορά επρόκειτο περί πραγματικής στρατιωτικής επιχειρήσεως, την οποία διηύθυνε
ο καπετάν Υψηλάντης (ψευδώνυμο), και στην οποία έλαβε μέρος -ίσως λόγω μη υπάρξεως
επί τόπου επαρκών δυνάμεων- η ληστοσυμμορία του Ζαραλή και, κατά ανταποκριτάς
αθηναϊκών εφημερίδων, μια συμμορία Αλβανών.
Την προηγουμένη νύκτα, κατελήφθησαν επτά μικρά χωριά γύρω από τη Δεσκάτη, και,
αφού εξεμηδενίσθησαν οι λίγοι εκεί χωροφύλακες, κατεστράφησαν τα σύρματα των
τηλεγράφων και των τηλεφώνων. Έτσι απομονωμένη, η κωμόπολη υπέστη επίθεση την
αυγή από διάφορες κατευθύνσεις. Την υπερασπίζονταν οι χωροφύλακές της και ένας
ασθενής λόχος του Στρατού.15
Η σύγκρουση διήρκεσε έως τις 9 το βράδυ, όταν η φρουρά της κωμοπόλεως,
αντιλαμβανόμενη ότι κινδύνευε να εκμηδενισθή, αντεπετέθη, διέσπασε τον κλοιό, και
απεσύρθη στα γύρω υψώματα.

Η φρουρά άφηνε επί τόπου, εκτός από πολλούς "αγνοούμενους" και τραυματίες, 47
νεκρούς. Μεταξύ αυτών υπήρχαν δύο αξιωματικοί, που τα σώματά τους ανευρέθησαν
ακρωτηριασμένα.
Τμήματα Στρατού έφθασαν νωρίς την επομένη, αλλά μόλις πρόφθασαν να έλθουν σε
επαφή με τους επιτεθέντας, οι οποίοι απεσύροντο αφού είχαν αδειάσει τις αποθήκες της
UNRRA και αφού είχαν πάρει μαζί τους ό,τι τρόφιμα διέθετε το μεγάλο χωριό. Οι απώλειες
των επιτεθέντων πρέπει να ήταν σοβαρές. Δεν μνημονεύονται εδώ, γιατί οι αριθμοί δεν
είναι βέβαιοι: για λόγους ψυχολογικούς, οι ανταρτικές ομάδες προσπαθούσαν να μην
αφήνουν νεκρούς και τραυματίες επί του πεδίου της μάχης.
Η επιχείρηση αυτή έγινε, όπως ελέχθη, στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου. Ο Γεώργιος ο Β'
επέστρεφε στην Ελλάδα στις 27.
Δεν ήταν το μόνο θλιβερό πυροτέχνημα που του επεφύλασσε ο "Δημοκρατικός Στρατός"
για να τον υποδεχθεί. Τη νύκτα της 1ης προς την 2α Οκτωβρίου κάηκε και ένα άλλο
πυροτέχνημα, πολύ μεγαλύτερο.
Αυτή τη φορά οι αντάρτες επετέθησαν κατά της Ναούσης, στη Μακεδονία, αρκετά μακριά
από τα γιουγκοσλαβικά σύνορα.
Τα επίσημα ανακοινωθέντα για το εγχείρημα διαφέρουν αισθητά από την περιγραφή των
γεγονότων που έκαμαν οι εφημερίδες της εποχής. Μια εικόνα που να αποδίδει αρκετά καλά
όσα συνέβησαν είναι πιθανότατα η ακόλουθη:
Την 23η ώρα της 1ης Οκτωβρίου, μια "πέμπτη φάλαγξ", αποτελουμένη από εργάτες των
εργοστασίων της πόλεως, έκοψε τα σύρματα του τηλεφώνου και του τηλεγράφου, και με
χρησιμοποίηση άφθονης βενζίνης έβαλε φωτιά στα σπίτια σημαινόντων πολιτών. Όσοι
έβγαιναν από μέσα επυροβολούντο.
Την ίδια περίπου ώρα, ανετινάχθη μια γέφυρα που συνέδεε την πόλη με την πρωτεύουσα
του νομού, ομάδες ανταρτών κύκλωναν ένα λόχο Στρατού στρατοπεδευμένου στα
περίχωρα, και άλλες ομάδες έμπαιναν μέσα στην πόλη. Οι σημαντικότερες επετίθεντο
αμέσως κατά του Σταθμού Χωροφυλακής χρησιμοποιώντας πολυβόλα, χειροβομβίδες και
όλμους.
Οι εφημερίδες των Αθηνών ανήγγειλαν τη μεθεπομένη τα γεγονότα υπό τον τίτλο "νύκτα
τρόμου".

Αλλά εκείνη η νύκτα δεν υπήρξε τόσο τυχερή για τους αντάρτες, όπως η νύκτα της
Δεσκάτης.

Ο

Σταθμός

Χωροφυλακής,

ισχυρότερος

του

συνήθους,

αμύνθηκε

αποτελεσματικά, και ο κυκλωμένος λόχος κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό και να
επιδείξει απρόβλεπτη μαχητικότητα. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 2ας Οκτωβρίου, ενώ ο
λόχος έμπαινε στη Νάουσα, οι χωροφύλακες έβγαιναν από το Σταθμό τους και
αντεπετίθεντο. Μετά από μερικές οδομαχίες, αντάρτες και πέμπτη φάλαγξ έφευγαν
εσπευσμένως προς τους γύρω λόφους. Με την ανατολή του ηλίου, τους κατεδίωκαν -αλλά
χωρίς αποτέλεσμα- τμήματα Στρατού που είχαν αποσταλεί από γειτονικές φρουρές.
Η "πέμπτη φάλαγξ" απετελείτο από εκατό περίπου άτομα. Οι αντάρτες, κατά τις Αρχές,
ήταν "ανώτεροι εις αριθμόν" από τους στρατιώτες και τους χωροφύλακες. Κατά τις
εφημερίδες, ανήρχοντο περίπου σε χίλιους και ανήκαν σε "συγκροτήματα" τεσσάρων
γειτονικών βουνών.
Αν, από μιας απόψεως, η Νάουσα ήταν μια ήττα για τους επιτιθεμένους, και αν δεν
απεκόμισαν "λάφυρα", δηλαδή κυρίως τρόφιμα, από μιας άλλης απόψεως ήταν μεγάλη
επιτυχία: είχαν επιτεθεί, για πρώτη φορά, εναντίον πόλεως και είχαν προξενήσει σημαντικές
ζημιές. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις ήταν πολύπλευρες και τόσο φανερές ώστε δεν
χρειάζονται ιδιαίτερη επισήμανση. Ας σημειωθή όμως μια, που δεν είναι φυσικό να έλθει
αμέσως στη σκέψη: όλες οι μικρές πόλεις, τρομοκρατημένες, επέμειναν να τις προστατεύσει
η Κυβέρνηση με σημαντικές φρουρές. Σχεδόν όλοι οι βουλευταί της ηπειρωτικής Ελλάδος
-ιδίως των βορείων διαμερισμάτων- επί καιρό αντιμετώπιζαν τέτοιες επίμονες αξιώσεις. Και
φυσικά, δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν.
Τώρα πλέον επρόκειτο για πραγματικό κλεφτοπόλεμο.
Οι καταδρομές συνεχίζονταν πότε εδώ, πότε εκεί, αν και πρέπει να λεχθή ότι επί μερικούς
μήνες καμιά δεν είχε τη σημασία των εγχειρημάτων της Δεσκάτης και της Ναούσης.
Δεν ήταν γνωστό κατά την εποχή εκείνη πως όλα αυτά ήταν οργανωμένα και συντονισμένα.
Το ευρύτερο κοινό, δεδομένου ότι η Κυβέρνηση προσπαθούσε να μειώνει τη σημασία των
όσων συνέβαιναν, ανησυχούσε αλλά δεν γνώριζε παρά τα σημαντικότερα γεγονότα. Όσοι
ήταν υπεύθυνοι για τη δημοσία τάξη, ήταν βεβαίως ενήμεροι των πάντων, αλλά εστερούντο
ασφαλών πληροφοριών ως προς τη διεύθυνση και τον συντονισμό των επιχειρήσεων των
ανταρτών. Γνώριζαν τότε μόνον όσα έβλεπαν, ή όσα επληροφορούντο από τους
αιχμαλώτους. Συγκεκριμένως:

Οι ομάδες ήταν μικρές. Περιελάμβαναν 5 ως 10 άνδρες εντελώς στην αρχή, 30 έως 80
αργότερα, σπανίως περισσοτέρους. Επρόκειτο σχεδόν πάντοτε για παλαιούς ελασίτες και
επικεφαλής τους βρίσκονταν αντάρτες που είχαν διακριθή.
Ο οπλισμός τους ήταν σε αρίστη κατάσταση, αλλά ελαφρός: όπλα, μερικά οπλοπολυβόλα,
χειροβομβίδες. Προς το φθινόπωρο, είχαν και μερικούς όλμους μικρού διαμετρήματος.
Κάθε ομάδα είχε συνήθως τη δική της μικρή περιοχή, ζούσε εις βάρος του πληθυσμού της,
και επιπλέον με τα τρόφιμα που της απέφεραν οι καταδρομές της. Πιστευόταν τότε ότι
αυτές ήταν οι μοναδικές πηγές ανεφοδιασμού των.
Αυτές οι μικρές ομάδες ακολουθούσαν την τακτική του "hit and run" ("χτύπα και φύγε").
Ελαφρές όπως ήταν, συνενώνονταν και αποτελούσαν τότε δύναμη ικανή να αναλάβει
σοβαρότερες επιχειρήσεις. Μόλις οι επιχειρήσεις αυτές ολοκληρώνονταν, η δύναμη διεσπάτο
πάλι σε μικρές και διάσπαρτες ομάδες. Η έλλειψη στολής διευκόλυνε την εμφάνισή τους,
όπως και την εξαφάνισή τους.
Η τακτική ήταν εξαίρετη, η εφαρμογή της επίσης. Ανεπτύσσετο σε έκταση και εβελτιώνετο.
Ήταν βέβαιο ότι αυτό δεν γινόταν μόνο του, αφ' εαυτού. Έως το φθινόπωρο όμως κανείς
δεν ήξερε ακριβώς "ποιος και πως" επετίθετο. Έγινε γνωστό λίγους μήνες αργότερα, και
σήμερα είναι ακόμη λεπτομερέστερα γνωστό.
Τον Αύγουστο του 1946, η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε. είχε διορίσει ένα Στρατιωτικό
Αρχηγό και του είχε δώσει ευρείες εξουσίες για κάθε ζήτημα που αφορούσε τον
"Δημοκρατικό Στρατό". Το όνομα του Στρατιωτικού Αρχηγού ήταν Μάρκος Βαφειάδης.
Γεννημένος στη Μικρά Ασία το 1906, κατέφυγε το 1923 στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα
στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε για μερικά χρόνια ως καπνεργάτης στην Καβάλα, αλλά από
την άφιξή του στην Ελλάδα υπήρξε προπάντων ένα δραστήριο μέλος του Κ.Κ.Ε. Συνελήφθη
επανειλημμένως, δραπέτευσε επανειλημμένως, βρέθηκε πάντα στην πρώτη γραμμή των
πιστών. Στην Κατοχή, ήταν Πολιτικός Επίτροπος του ΕΛΑΣ Μακεδονίας, αλλά του άρεσαν
ιδιαιτέρως τα στρατιωτικά θέματα, ησχολείτο με αυτά, έπαιρνε προσωπικά μέρος σε
επιχειρήσεις. Οι μόνιμοι αξιωματικοί του Επιτελείου του ΕΛΑΣ Μακεδονίας, που κατά
κάποιον τρόπο ήταν οι δάσκαλοί του στην τέχνη του πολέμου, μιλούσαν για τη
"στρατιωτική ιδιοφυία" του.
Δεδομένου ότι οι μόνιμοι αξιωματικοί που ήταν άλλοτε μέλη του ΕΛΑΣ δεν ενέπνεαν
εμπιστοσύνη για να ηγηθούν σε τέτοιον αγώνα, και δεδομένου ότι μεταξύ των παλαιών

ελασιτών δεν ξεχώριζε καμιά μορφή όπως ξεχώριζε άλλοτε η μορφή του Άρη Βελουχιώτη, ο
Μάρκος Βαφειάδης φάνηκε ως ο ενδεδειγμένος Αρχηγός των νέων επαναστατικών ομάδων.
Ο "Στρατηγός Μάρκος" (αυτό ήταν πλέον το όνομά του), έδειξε αμέσως ότι ήταν
στρατιωτικός ηγέτης. Μόλις διορίσθηκε στη νέα του θέση, έφυγε για τη Γιουγκοσλαβία,
εγκατεστάθη στο Μπούλκες και προσπάθησε, πριν από όλα, να οργανώσει την επαφή με
όλες τις ένοπλες δυνάμεις του και να επιβάλει σ' αυτές τον έλεγχό του.
Συγχρόνως οργάνωσε τον ανεφοδιασμό (τοπικό ή δια μέσου των συνόρων), δημιούργησε
δίκτυο πληροφοριών συνδεδεμένο με το κέντρο, και επέβαλε την ιδεολογική διδασκαλία
όλων των ανδρών, και ιδίως των επικεφαλής.
Τέλος, ρύθμισε λεπτομερώς τα της διαβάσεως των συνόρων προς τις δύο κατευθύνσεις,
ώστε οι ομάδες του να μπορούν να διέρχονται με άνεση, είτε για ανεφοδιασμό και
ανάπαυση, είτε για τη σωτηρία τους σε περίπτωση κινδύνου.
Καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τώρα πως και ποιος οργάνωσε τις επιχειρήσεις Δεσκάτης και
Ναούσης, επιχειρήσεις πολύ τολμηρές για μικρές διάσπαρτες ομάδες ανταρτών. Φαίνεται,
άλλωστε, ότι, αν ήταν αρεστές στην κομμουνιστική ηγεσία των Αθηνών για να χαιρετηθεί
με αυτές η άφιξη του Βασιλέως, ήταν αρεστές και στον Αρχηγό του Μπούλκες για
διαφορετικό λόγο: να δοκιμάσει την τακτική του σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Για να συνεχίση, να επεκτείνει και να κάμει ακόμη μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ο Μάρκος
χρειαζόταν καλύτερη και ευρύτερη οργάνωση.
Τον βοήθησαν αμέσως σ' αυτό οι τρεις γείτονες της Ελλάδος, και ιδίως η Γιουγκοσλαβία.
Τον βοήθησε πολύ και η Βουλγαρία, αλλά αυτό έγινε μόνον αφού ο δυναμικός Δημητρώφ
επέβαλε πλήρως την εξουσία του.
Οι τρεις γείτονες δεν επέτρεψαν μόνο τη διέλευση των συνόρων τους, τα οποία η Ελλάς
-λόγω του μήκους των- ήταν αδύνατο να φρουρήσει: τη διευκόλυναν. Κέντρα
ανεφοδιασμού και εκπαιδεύσεως δημιουργήθηκαν, μικρές βάσεις εγκατεστάθησαν κοντά
στα σύνορα, μεταφορικά μέσα ετέθησαν στη διάθεση των Ελλήνων επαναστατών. Ο υπ'
αριθμόν 4 χάρτης δείχνει τις κυριότερες από τις βάσεις αυτές.
Όλα αυτά δεν ήταν καθόλου περίεργα.
Η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία και η Αλβανία, έχοντας κοινή ιδεολογία, βρισκόμενες σε
άριστες σχέσεις μεταξύ τους και με τη Σοβιετική Ένωση, είχαν κάθε λόγο να θέλουν να

γειτνιάζουν προς νότον με μια κομμουνιστική χώρα. Επρόκειτο περί θέματος ασφαλείας,
επρόκειτο περί ανοίγματος θυρών προς τη Μεσόγειο, επρόκειτο πιθανότατα -σύμφωνα με
παλαιές θέσεις του Κ.Κ.Ε.- περί προσαρτήσεως ορισμένων παραμεθορίων περιοχών. Τα τρία
κράτη ήταν απολύτως συνεπή στους συλλογισμούς των, τόσο μάλλον που η Ελλάς ήταν
πολύ αδύνατη και περιελάμβανε μια πέμπτη φάλαγγα αποφασισμένη να αγωνισθή.
Αλλά ο "Στρατηγός Μάρκος", μολονότι ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει και μολονότι
έτρεφε βαθύ σεβασμό για τον Τίτο, είχε μια μικρή επιφύλαξη: από όσα είναι γνωστά
σήμερα, φαίνεται σχεδόν βέβαιο ότι δεν ήθελε να εξαρτάται αποκλειστικά από βάσεις που
θα βρίσκονταν πέραν των συνόρων. Διηρωτάτο μήπως γεγονότα που γίνονταν αλλού,
-όπως στην Τεργέστη π.χ.,- μήπως γενικότερα συμφέροντα, μήπως ξένες παρεμβάσεις
καθιστούσαν κάποτε δυσχερή τη χρησιμοποίηση αυτών των βάσεων.
Γι' αυτό, χωρίς να τις παραμελήσει, φρόντισε, επωφελούμενος και από τις ευκολίες που του
παρείχαν από βορρά, να έχη επί ελληνικού εδάφους μερικές βάσεις μάλλον σημαντικές, και
πολλές άλλες δευτερεύουσες. Αυτό του έδινε και μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων.
Η προσπάθειά του αυτή επέτυχε. Πριν αρχίσει ο βαρύς χειμώνας, οι αποθήκες του
τροφίμων, όπλων και πυρομαχικών στα βουνά που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα,
επαρκούσαν για να συντηρηθεί επί πολλούς μήνες ένας στρατός σαφώς μεγαλύτερος από
εκείνον που υπήρχε περί τα μέσα του φθινοπώρου.
Η δυσκολία του συνίστατο σε κάτι άλλο.
Ο "Στρατός" του ήταν μικρός. Όταν ανέλαβε την αρχηγία του, διέθετε 3.000 έως 4.000
άνδρες. Μετά από δύο μήνες, διέθετε 6.000, περί τα τέλη Δεκεμβρίου διέθετε 8.000, και
επιπλέον και άνδρες των βοηθητικών υπηρεσιών που άρχισαν να σχηματίζονται.
Οι αριθμοί δεν είναι εντυπωσιακοί, αλλά εν τούτοις επέτρεπαν την ύπαρξη εκατό έως
διακοσίων ομάδων των 30 έως 80 ανδρών, πράγμα που, με την εφαρμοζόμενη τακτική,
ήταν ικανό να αναστατώνει τη Χώρα.
Αλλά ο σκοπός δεν ήταν αυτός. Έπρεπε να βάλλεται συνεχώς ο αντίπαλος ώστε να
οδηγηθεί σε κάποιου είδους συνθηκολόγηση. Χρειαζόταν, γι' αυτό το σκοπό, μεγαλύτερος
ανταρτικός στρατός.
Αλλά η προσέλευση νέων ανταρτών δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική. Αν δεν υπήρχαν οι
παλαιοί ελασίτες του Μπούλκες, και οι άλλοι σύντροφοί τους μέσα στην Ελλάδα που
κινδύνευαν να συλληφθούν, δεν θα υπήρχε καν αύξηση των ανδρών του "Δημοκρατικού

Στρατού". Οι εθελονταί ήταν σπάνιοι. Η ήττα του Ιανουαρίου του 1945 ήταν πρόσφατη, η
ανάμνηση της εγκαταλείψεως από τη Μόσχα ήταν ζωντανή και τυραννική, και τέλος δεν
ήταν γνωστό -ή δεν γινόταν πιστευτό- ότι στο βουνό υπήρχε μια κάπως σοβαρή οργάνωση.
Υπό τας συνθήκας αυτάς, και οι πιστοί δίσταζαν. Τόσο περισσότερο που αυτοί ζούσαν
κυρίως στις μεγάλες πόλεις: εκεί αφ' ενός διώκονταν λιγότερο, αφ' ετέρου έβλεπαν ότι το
Κράτος άρχιζε να σταθεροποιήται και να οργανώνεται.
Γι' αυτό, ο Μάρκος πολλαπλασίασε τις προσπάθειές του προς όλες τις κατευθύνσεις.
Τον Οκτώβριο, λίγο μετά τη Νάουσα, ανήγγειλε τη δημιουργία στην Ελλάδα ενός Γενικού
Επιτελείου. Βάπτιζε έτσι τους ηγέτες των τοπικών Αρχηγείων που είχε μόλις δημιουργήσει,
τους συνδέσμους του και τους αρχηγούς μερικών βοηθητικών υπηρεσιών. Ο ίδιος
απουσίαζε συχνά στο Μπούλκες, που είχε εξελίχθη σε σημαντικότατο κέντρο, και δύσκολα
θα μπορούσε κανείς να μιλήσει περί υπάρξεως στην Ελλάδα ενός Γενικού Επιτελείου του
Δημοκρατικού Στρατού. Η διακήρυξη όμως ότι είχε δημιουργηθή ένα Γενικό Επιτελείο
ηχούσε καλά και έδινε κύρος.
Έπειτα, χωρίς καθόλου να παραμελήσει τις συνήθεις καταδρομές στα κεντρικά και βόρεια
διαμερίσματα, έκαμε ότι ήταν δυνατό για να δημιουργήσει επαναστατικές ομάδες στην
Πελοπόννησο. Εκεί, στο νότιο άκρο της Χώρας, οποιαδήποτε δράση, έστω και πολύ
περιορισμένη, ήταν πολύτιμη από δύο απόψεις: πρώτον, αντέκρουε εμπράκτως την
κυβερνητική άποψη κατά την οποία ο κλεφτοπόλεμος οργανώθηκε και ανεφοδιάζετο από το
εξωτερικό. Δεύτερον, έπειθε τους πιστούς που δίσταζαν ότι η επανάσταση ήταν
γενικευμένη και ότι η οργάνωσή της επεξετείνετο παντού.
Στην Πελοπόννησο τα πράγματα δεν προχώρησαν τόσο καλά και τόσο γρήγορα όσο αλλού.
Εν τούτοις, όμως, κατά το τέλος του 1946 υπήρχαν στα βουνά της Πελοποννήσου, και ιδίως
στον Ταΰγετο, δεκαπέντε περίπου μικρές ένοπλες ομάδες -αριθμούσαν συνολικά περί τους
300 άνδρες- που με τις σύντομες επιδρομές τους βεβαίωναν την εκεί παρουσία του
Δημοκρατικού Στρατού.
Αυτό αρκούσε για τον απομονωμένο Μοριά. Αλλού ο "Στρατηγός" εμφανιζόταν πολύ
περισσότερο δια των ομάδων του, γιατί ήθελε να επιβληθεί και να αποδείξει ότι ήταν
αρκετά ισχυρός και καλά οργανωμένος ώστε να μπορεί να επιβιώσει, παρά τον τραχύ
χειμώνα των βουνών. Αυτό του ήταν εξάλλου χρήσιμο, για να εφαρμόζει καλύτερα ένα
άλλο σχέδιο: την επιστράτευση ανταρτών μέσω κάποιου καταναγκασμού.

Πράγματι, τους τελευταίους μήνες του 1946, όταν οι ομάδες κατελάμβαναν ένα χωριό για
μερικές ώρες, δεν περιορίζονταν πλέον στην εκτέλεση μερικών πολιτών και την προμήθεια
τροφίμων. Κατά τις βεβαιώσεις των χωρικών, καλούσαν όλους τους παλαιούς ελασίτες, τους
απειλούσαν, και υπεχρέωναν πάντα μερικούς, ιδίως μεταξύ των νεωτέρων, να τους
ακολουθούν.
Τα χωριά της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, απομονωμένα σε ιδιαιτέρως ορεινές
περιοχές, υπέφεραν περισσότερο από αυτού του είδους την επιστράτευση των ενόπλων του
Κ.Κ.Ε., που τον Δεκέμβριο είχαν μετονομασθεί "Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας".
Αύτη ήταν σε γενικές γραμμές η κατάσταση από της πλευράς της ενόπλου κομμουνιστικής
ανταρσίας κατά το τέλος του 1946.
Πριν κλείση η παράγραφος για τη γένεση και τα πρώτα βήματα του Δ.Σ.Ε., αυτής της
μετεμψυχώσεως του ΕΛΑΣ, ενδιαφέρον θα ήταν να μνημονευθή ένα εγχείρημα, από τα
τελευταία του 1946, δευτερευούσης ίσως σημασίας, αλλά χαρακτηριστικό από πολλές
απόψεις.
Στα ακραία νότια όρια της Ηπείρου και της Μακεδονίας, υπάρχει μια μακριά ορεινή χαράδρα,
με λίγες μικρές κοιλάδες και πολλά πυκνά δάση, μέσα στην οποία βρίσκονται επτά χωριά,
που τα δύο τους είναι αρκετά σημαντικά. Η χαράδρα εστερείτο τότε αμαξιτής οδού. Σε
κανένα από τα χωριά δεν υπήρχε χωροφυλακή ή στρατός.
Ένας ονομαστός παλαιός ελασίτης, ο "Καπετάν Βασιλάρας", την είχε καταλάβει προς το
τέλος του θέρους με τρεις δεκάδες ανταρτών του, και ζούσε εκεί ως κύριος της περιοχής.
Για να αμφισβητηθεί η κυριαρχία του και για να ενισχυθεί το ηθικό των κατοίκων, οι αρχές
είχαν σχηματίσει εκεί μια διμοιρία που περιελάμβανε κυρίως άνδρες της περιοχής.
Εδιοικούντο καλά από εντόπιο μόνιμο αξιωματικό, ήταν καλά οπλισμένοι, επιζητούσαν τη
μάχη, αλλά οι αντίπαλοι τους την ηρνούντο πάντοτε. Η περιοχή ζούσε ημέρες αγωνίας, υπό
ένα καθεστώς σχεδόν συγκυριαρχίας. Ένας νέος βουλευτής, ο οποίος συνοδεία ενόπλων
επεσκέφθη τα επτά χωριά τον Οκτώβριο, συνήντησε επανειλημμένως την κυβερνητική
διμοιρία, αλλά δεν αντελήφθη πουθενά την ομάδα των ενόπλων κομμουνιστών.
Ακριβώς προ των Χριστουγέννων, η διμοιρία απεστάλη προσωρινώς αλλού. Την επομένη, ο
διοικητής της πλησιέστερης Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής, του Μετσόβου, υπομοίραρχος
Μούργας, ο επονομαζόμενος "Λύκος", ειδοποιήθη από "ασφαλή πηγήν" ότι ο Βασιλάρας δεν
είχε πλέον παρά είκοσι άνδρες, ότι ησυχότερος μετά την αναχώρηση της διμοιρίας δεν

έπαιρνε μέτρα ασφαλείας, και ότι συχνά οργάνωνε διασκεδάσεις.
Ο "Λύκος" ήταν γνωστός για το θάρρος του και για τη μανία του εναντίον των
κομμουνιστικών ομάδων. Μιαν από αυτές την είχε αντιμετωπίσει στις παρυφές του
Μετσόβου. Είχε συγκρουσθεί μαζί της, είχαν τραυματισθεί ο ίδιος, ένας υπαξιωματικός του
και ένας αξιωματικός του Στρατού, αλλά είχε φονεύσει τέσσερεις αντάρτες και είχε συλλάβει
δύο αιχμαλώτους.
Μόλις έμαθε την αδυναμία του σημαντικότερου αντιπάλου του στην περιοχή της
αρμοδιότητός του, δεν εδίστασε καθόλου: πήρε τους δέκα χωροφύλακές του και είκοσι
εθνοφύλακες που είχαν τεθεί υπό τας διαταγάς του, και με συνεχή πορεία έφθασε την ίδια
νύκτα στα πρώτα σπίτια του χωριού που του είχε υποδειχθεί ως καταφύγιο του εχθρού. 16
Το σχέδιο του ήταν να συνεννοηθεί με τους εθνικόφρονες χωρικούς που γνώριζε καλά και
να επιτεθεί την αυγή.
Δεν πρόφθασε να συναντηθεί παρά με ένα κάτοικο, τον Κώστα Μπαϊρακτάρη.
Ο Βασιλάρας δεν διέθετε είκοσι άνδρες. Είχε περισσοτέρους από εκατό, όλους
αποφασισμένους και καλά οπλισμένους. Επετέθησαν κατά του "Λύκου" από όλες τις
κατευθύνσεις.
Πολλοί εθνοφρουροί κρύφθηκαν.
Το μεσημέρι, οι επιζώντες της μικρής κυβερνητικής δυνάμεως, μεταξύ των οποίων ο
αρχηγός τους, που έφερε δύο τραύματα, ήταν αιχμάλωτοι. Αφού τους απεγύμνωσαν
εντελώς, τους υπεχρέωσαν να παρελάσουν σε τρία χωριά, όπου ο πληθυσμός έλαβε εντολή
να τους ρίχνει πέτρες και να τους βρίζει. Στο τρίτο χωριό, οι εθνοφύλακες αφέθησαν
ελεύθεροι, οι χωροφύλακες τουφεκίσθηκαν και ο "Λύκος" εσφάγη.
Υψίστη ύβρις, που έχει διατηρηθεί ζωντανή με την παράδοση δια μέσου των αιώνων, από
τον καιρό της Αντιγόνης, τα σώματα δεν ενταφιάσθηκαν.
Η Ελλάς γινόταν και πάλι η γη των ανθρωπίνων και θαυμάσιων θεών, που είχαν όμως τη
δίψα της τραγωδίας.
Συμπληρωματικό στοιχείο αυτού του δράματος, χαρακτηριστικό από άλλης απόψεως, ο
λόγος που εξεφώνησε ο καπετάν Βασιλάρας στους κατοίκους των τριών χωριών που είχαν
διαταχθεί να συγκεντρωθούν για να τον ακούσουν.
Οι δημοκρατικές δυνάμεις της Χώρας, είπε, τιμωρούσαν τους μοναρχοφασίστες που

τυραννούσαν το Λαό. Κανείς δεν θα γλίτωνε αυτή τη φορά. Κανείς όμως δημοκράτης δεν
θα θιγόταν αν ήταν λογικός. Μια απόδειξη: δεν είχαν θιγεί οι στρατιώτες που ήταν παιδιά
του Λαού και είχαν υποχρεωτικώς επιστρατευθή. Άλλη απόδειξη: δεν είχαν πειράξει κατά
την περιοδεία του τον νέο βουλευτή, γιατί κατά το δημοψήφισμα είχε ταχθεί υπέρ της
Δημοκρατίας.
Ευφυής ομιλία, που είχε ενισχυθεί με αποδείξεις. Εν τούτοις, δεν είχε λεχθή κάτι· εκείνο που
οι ακροαταί δεν έμαθαν παρά μετά το τέλος του συμμοριτοπολέμου: επί δύο ημέρες ο
καπετάν Βασιλάρας είχε στήσει ο ίδιος ενέδρα περιμένοντας τον βουλευτή στον αυχένα από
όπου ανεμένετο ότι θα περάσει. Εκείνος όμως δεν πέρασε από εκεί, γιατί, με κάθε
μυστικότητα, είχε ειδοποιηθεί από ένα πιστό του βοσκό...

Επί της άλλης όχθης
Στην Κυβέρνηση Τσαλδάρη έλαχε ο κλήρος να αντιμετωπίσει αυτή την εξαιρετικά δύσκολη
και περίπλοκη κατάσταση.
Στην αρχή, ούτε το ευρύ κοινό αλλά ούτε και η Κυβέρνηση είχαν αντιληφθεί περί τίνος
ακριβώς επρόκειτο.
Η αστική νοοτροπία δεν επέτρεπε να διανοηθεί κανείς ότι έπειτα από πέντε έτη φρικτών
μαρτυρίων, ενώ η Χώρα ήταν γεμάτη ερείπια και τάφους, και ενώ η νομιμότης είχε
αποκατασταθεί, άρχιζε μια νέα επανάσταση. Θα επρόκειτο, ενομίζετο, για μερικές μικρές
συμμορίες ληστών, δημιουργήματα της ανεχείας, που τις είχαν ενισχύσει μερικοί παλαιοί
αντάρτες, δημιουργήματα του πάθους και του φόβου. Αυτό ήταν όλο. Δεν μπορούσε να
διαρκέσει.
Από αυτή την εντύπωση προέκυψαν τα λαϊκά και αργότερα επίσημα ονόματα των
"κομμουνιστοσυμμοριτών" και του "συμμοριτοπολέμου".
Αν όμως χρειάσθηκαν μερικοί μήνες για να γίνη λόγος περί ανταρτοπολέμου ή περί
πολέμου, χρειάσθηκαν ακόμη μερικοί μήνες για να γίνη αντιληπτό ότι η νέα ένοπλη
σύρραξη δεν οφειλόταν στην απελπισία λίγων εμπαθών ανθρώπων.
Γι' αυτό, κατ' αρχάς, η Κυβέρνηση Τσαλδάρη, που αναμφισβητήτως ήθελε να κάμει το
καθήκον της, δεν μπορούσε να βάλει, κατά την αγγλική έκφραση, first things first ("τα
πρώτα πράγματα πρώτα").
Η επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου του Β' υπήρξε μια από τις πιο επείγουσες φροντίδες

της.
Το δημοψήφισμα, όχι πια επί του πολιτεύματος αλλά επί της επιστροφής του Βασιλέως,
ανηγγέλθη κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής, στις 13 Μαΐου, δια του λόγου του
Αντιβασιλέως. Οριζόταν για την 1η Σεπτεμβρίου.
Τα αποτελέσματά του υπήρξαν σαφώς ευνοϊκά για την επιστροφή του Βασιλέως. Τα 68,6%
όσων ψήφισαν κηρύχθηκαν υπέρ της επιστροφής του, τα 11,3% εναντίον, και τα 20%
έριξαν στις κάλπες λευκά ψηφοδέλτια. Οι περιλαμβανόμενοι στο τελευταίο ποσοστό ήταν
εναντίον της Συνταγματικής Μοναρχίας, αλλά, σύμφωνα προς τις διακηρύξεις των
δημοκρατικών ηγετών, είχαν ψηφίσει κατ' αυτόν τον τρόπο για να διαχωρισθούν από τους
οπαδούς και τους συμμάχους του Κ.Κ.Ε., που ψήφιζαν εναντίον.
Η λαϊκή ετυμηγορία υπήρξε σαφώς εναντίον της επιστροφής του Βασιλέως στην Κρήτη,
στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε ιδιαιτέρως ευνοϊκή στην ύπαιθρο, και προπάντων
στις περιοχές που είχαν περισσότερο υποφέρει από τον εμφύλιο πόλεμο της Κατοχής· οι
βουλευταί που τόλμησαν να υποστηρίξουν τη Δημοκρατία, αποδοκιμάσθηκαν από μεγάλη
μερίδα φίλων τους.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των αποτελεσμάτων. Το έκαμαν
όμως χωρίς πολλή θέρμη, γιατί και αν ακόμη η διαδικασία του δημοψηφίσματος ήταν
ιδεώδης (και βεβαίως σε ορισμένες περιοχές κάθε άλλο ήταν παρά ιδεώδης), πάλι τα
αποτελέσματα δεν θα ήταν πολύ διαφορετικά. Έτσι, ο Γεώργιος ο Β' επέστρεψε στην Αθήνα
στις 27 Σεπτεμβρίου, νόμιμα και δικαιωματικά.
Μια άλλη σοβαρή απασχόληση της Κυβερνήσεως υπήρξε το θέμα των εθνικών
διεκδικήσεων, οι οποίες αποτελούσαν προαιωνίους πόθους που είχαν αναζωπυρωθεί κατά τη
διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου: Δωδεκάνησα, Βόρειος Ήπειρος, Κύπρος. Αυτό ήταν
φυσικό, γιατί η μεγάλη πλειοψηφία του λαού πίστευε ότι, αφού είχε πολεμήσει μέχρις
εσχάτων κατά του Άξονος όταν όλη η Ευρώπη ήταν υποδουλωμένη, η Αγγλία γονατισμένη,
οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση ουδέτερες, δεν ήταν δυνατό παρά να
ικανοποιηθούν οι διεκδικήσεις, τόσο μάλλον που αυτές βασίζονταν στην αρχή των
εθνοτήτων. Ο λαός δεν γνώριζε ότι, δυστυχώς, η διεθνής δικαιοσύνη δεν υπάρχει.
Εδώ ο Τσαλδάρης και οι συνεργάτες του υπήρξαν λιγότερο τυχεροί. Ενσωμάτωσαν μεν
στην Ελλάδα τα ως τότε κατεχόμενα από τους Ιταλούς Δωδεκάνησα, αλλά για τις άλλες
διεκδικήσεις δεν πέτυχαν τίποτε. Ούτε καν μια αόριστη υπόσχεση.

Η απογοήτευση του λαού υπήρξε μεγάλη.
Σε άλλους τομείς, που ήταν πολύ πιεστικοί, οι κυβερνητικές προσπάθειες κάθε άλλο παρά
απέδωσαν όσα ανεμένοντο. Κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής, η Κυβέρνηση είχε
υποσχεθεί οικονομική σταθερότητα και πρόοδο, αλλά η πραγματοποίηση των υποσχέσεων
ήταν πολύ αργή για να είναι ορατή, ή και δεν γινόταν καθόλου.
Παρά την εργώδη προσπάθεια του λαού και μια εντελώς εξαιρετική εσοδεία σιτηρών, κατά
τις αναφορές της UNRRA και του FAO, το φθινόπωρο του 1946 η γεωργική παραγωγή είχε
ελαφρώς υπερβεί τα 90% της προπολεμικής, η βιομηχανική παραγωγή τα 45%. Το ισοζύγιο
εξωτερικών λογαριασμών ήταν καταστροφικό, οι εισπράξεις του Δημοσίου πολύ μικρές, τα
αποθέματα της εκδοτικής Τραπέζης ασήμαντα. Ο μόνος τρόπος για να ενισχύεται η αξία του
νομίσματος ήταν πάντα η πώληση χρυσών λιρών σε σταθερή τιμή.
Βεβαίως, δεν έπταιε για όλα αυτά η Κυβέρνηση. Έπταιε όμως ή όχι, εκείνη πλήρωνε
πολιτικώς την οικονομική καχεξία, μια από τις χειρότερες καχεξίες, αν όχι η χειρότερη από
όλες, για κάθε εξουσία.
Εκεί όμως όπου η Κυβέρνηση Τσαλδάρη απέτυχε εντελώς, είναι στην αποκατάσταση της
τάξεως. Δεν μπόρεσε καν να εξαφανίσει τα αίτια που δυνάμωναν την ανταρσία, ή που
προσέφεραν στην ανταρσία επιχειρήματα καλά για την Ανατολή, αλλά πωλούμενα και στη
Δύση.
Όχι ότι δεν ήθελε να το κάμει. Οι προθέσεις της ήταν καλές, και το απέδειξε με ενέργειες
τολμηρές για δεξιά Κυβέρνηση, όπως ήταν π.χ. το κλείσιμο όλων των επαρχιακών γραφείων
της Οργανώσεως "Χ", και η σύλληψη του Μαγγανά, του θλιβερώς γνωστού από την
κατάληψη της Καλαμάτας τον Ιανουάριο του 1946.
Αλλά από έλλειψη κύρους η πυγμής, ορθολογισμού ή πνεύματος συνεχείας, η Κυβέρνηση
δεν μπόρεσε να επιβάλει σε όλα τα στελέχη της Διοικήσεως -και προπάντων στα κατώτερα
από αυτά- την αντικειμενικότητα που κατ' αρχήν είχε η ίδια.
Έτσι, στη ζωηρή εχθρότητα που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έτρεφε κατά της Άκρας
Αριστεράς, προσετίθετο κάποια μεροληψία κατά την εφαρμογή των νόμων.
Αυτό ήταν ακόμη περισσότερο επικίνδυνο, καθ' όσον τον Ιούνιο η Κυβέρνηση είχε υποβάλει
στη Βουλή ένα αυστηρό νομοσχέδιο "περί εκτάκτων μέτρων δια την δημοσίαν τάξιν", που
το είχαν ψηφίσει όλοι οι βουλευταί, εκτός από τους Φιλελευθέρους του Σοφούλη, που είχαν
απόσχει. Δια του νόμου αυτού μπορούσε να επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή άλλες βαρειές

ποινές, για διάφορα αδικήματα αμέσως ή εμμέσως σχετιζόμενα με την οργάνωση και τη
δράση των ανταρτικών συμμοριών.
Επιπλέον, επετρέπετο στις αστυνομικές αρχές να ενεργούν κατ' οίκον έρευνες στη διάρκεια
της ημέρας και της νύκτας, με σκοπό την ανακάλυψη όπλων και πολεμικού υλικού γενικώς,
ή τη σύλληψη διωκομένων, και ακόμη να απαγορεύσουν επί ορισμένες νυκτερινές ώρες την
χωρίς άδεια κυκλοφορία των πολιτών.
Εξάλλου, με νομοθετικό διάταγμα, με το οποίο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε η
προϊσχύουσα νομοθεσία, μια επιτροπή από τον Νομάρχη και δύο δικαστάς είχε το δικαίωμα
να εκτοπίζει κάθε πρόσωπο "ύποπτον δι' ενεργείας εναντίον της δημοσίας τάξεως, της
ησυχίας και της ασφαλείας της Χώρας".
Ο νόμος αυτός, χρήσιμος εν όψει της θυέλλης που άρχιζε, ήταν συγχρόνως επικίνδυνος,
λόγω του φανατισμού που επικρατούσε στα κατώτερα όργανα του Κράτους, και μολονότι
γενικώς ο νόμος εφαρμόσθηκε με αντικειμενικότητα, μερικές άδικες περιπτώσεις
προεκάλεσαν έντονες διαμαρτυρίες και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα για την προπαγάνδα
εναντίον του "μοναρχοφασισμού".
Από το άλλο μέρος, περιπτώσεις που αφορούσαν πρόσωπα γνωστά, δημιούργησαν την
εντύπωση ότι η Κυβέρνηση εδίωκε χωρίς λόγο την Αριστερά. Καθηγηταί Πανεπιστημίου και
ανώτεροι υπάλληλοι, στενά συνδεδεμένοι άλλοτε με το ΕΑΜ, απελύθησαν. Ο Σαράφης, ο
Μπακιρτζής και μια εκατοντάδα αποστράτων αξιωματικών εκτοπίσθηκαν στα νησιά. Και δεν
ήταν γνωστό τότε ότι η Ασφάλεια είχε πληροφορηθεί -ορθώς η εσφαλμένως-ότι επρόκειτο
να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα για να στελεχώσουν ανταρτικά τμήματα...
Παρεμβάσεις στη συνδικαλιστική κίνηση, παρεμβάσεις θεμελιωμένες κατά τους νόμους αλλά
πάντοτε ευνοϊκές για τα δεξιά στελέχη, προκαλούσαν επίσης οξύτητες στο εσωτερικό και
υποψίες στο εξωτερικό. Η αντίδραση της εργατικής τάξεως κατά της Άκρας Αριστεράς ήταν
εν τούτοις τόσον ισχυρή, ώστε όλες οι απεργίες είχαν μάλλον αποτύχει. Ήταν δηλαδή
δυνατό, με περισσότερη περίσκεψη και ψυχραιμία, να επιτυγχάνονται λύσεις λιγότερο ίσως
ριζικές αλλά περισσότερο κατά βάθος αποτελεσματικές.
Το χειρότερο ήταν ότι η Κυβέρνηση Τσαλδάρη πολύ συχνά αντέφασκε προς εαυτήν. Αυτό
εκδηλωνόταν με διάφορα λεπτομερειακά γεγονότα, αλλά κυρίως με δύο περιστατικά
γενικότερης σημασίας.
Το ένα διήρκεσε μόνον λίγους μήνες, περίπου μέχρι της επιστροφής του Βασιλέως: για να

μην ανησυχήσει η Κοινή Γνώμη, οι Αρχές μείωναν τη σημασία των όσων συνέβαιναν στα
βουνά. Υπό τις συνθήκες όμως αυτές, πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι, και ιδίως πολλοί παλαιοί
ελασίτες, διηρωτώντο αν αυτή η "ανεξήγητη" αυστηρότης δεν οφειλόταν μόνο σε ένα
πνεύμα μεροληψίας και εκδικήσεως. Πράγματι, αν δεν συνέβαινε τίποτε το πολύ σοβαρό,
όπως διεκηρύσσετο, προς τι τόση αυστηρότης;
Το δεύτερο περιστατικό, που εύκολα εξηγείται και συγχωρείται, διήρκεσε περισσότερο,
ηύξησε τη σύγχυση, και σε ορισμένους κύκλους την αντίδραση: ενώ κυριαρχούσε η
αυστηρότης και εδιώκοντο στελέχη της Άκρας Αριστεράς, -συχνά κατώτερα στελέχη της υπήρχε πλήρης ελευθερία δράσεως για εκείνους που στα ανώτατα κλιμάκιά της οργάνωναν
και διηύθυναν την ανταρσία που άρχιζε.
Ολόκληρο το έτος 1946, με το οποίο ασχολείται αυτό το κεφάλαιο, και αργότερα για
πολλούς μήνες ακόμη, ο Ζαχαριάδης, επικεφαλής του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής
Επιτροπής, των εφημερίδων του και του παρανόμου μηχανισμού του, εργαζόταν ελεύθερα
υπό την προστασία των Αρχών.
Βεβαίως, αυτό γινόταν για να υπάρχει η έμπρακτη απόδειξη του σεβασμού των
δημοκρατικών κανόνων, απόδειξη ιδίως χρήσιμη για το εξωτερικό. Αυτό, όμως, δεν
εμπόδιζε το πράγμα να στερήται ορθολογισμού και να είναι αντιφατικό προς την όλη
κυβερνητική δραστηριότητα. Και υπήρξε και αυτό ένα από τα ποικίλα εκείνα αίτια που
ώθησαν ορισμένους παλαιούς πιστούς του Κόμματος, που εφοβούντο τις διώξεις, να βγουν
στο βουνό.
Αυτονόητο είναι ότι αυτά δεν υπήρξαν τα αίτια της ανταρσίας. Η ανταρσία θα γινόταν
οπωσδήποτε, γιατί τα αίτιά της ήταν πολύ βαθύτερα. Αλλά εμφανές επίσης είναι ότι αυτή η
πρώτη

κοινοβουλευτική

Κυβέρνηση,

τουλάχιστο

μέχρι

της

διεξαγωγής

του

δημοψηφίσματος, δεν έφθασε στο ύψος των περιστάσεων.
Ο Γεώργιος ο Β', ο οποίος έτυχε θερμοτάτης λαϊκής υποδοχής, προσεπάθησε, μόλις
επέστρεψε, να βελτιώσει την πολιτική κατάσταση. Αποδεχόμενος την παραίτηση του
Τσαλδάρη, που υπεβλήθη για καθαρώς τυπικούς λόγους, του ανέθεσε, ως αρχηγού της
πλειοψηφίας, να σχηματίση νέα Κυβέρνηση, αλλά υπό τον όρο ότι θα επετύγχανε να
διευρύνη τη βάση της.
Ο Σοφούλης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε διεξαγάγει δηλητηριώδη αντιπολίτευση εν ονόματι
των "διωκομένων δημοκρατικών πολιτών", αρνήθηκε κάθε συνεργασία. Οι Αρχηγοί των
τριών κομμάτων της Εθνικής Πολιτικής Ενώσεως (Βενιζέλος, Παπανδρέου, Κανελλόπουλος),

ζήτησαν να τους παραχωρηθούν τα Υπουργεία των Εξωτερικών, του Οικονομικού
Συντονισμού και της Εθνικής Αμύνης.
Αυτό σήμαινε ότι ο νικητής των εκλογών θα έπρεπε, κατ' ουσίαν, να στερηθεί της εξουσίας.
Έτσι, η διεύρυνση της κυβερνητικής βάσεως δεν επετεύχθη, και ο Τσαλδάρης σχημάτισε τη
νέα Κυβέρνησή του επί του παλαιού υποβάθρου της. Μετά όμως από ένα μήνα, ο Βασιλεύς,
στον οποίον ο Τσαλδάρης ήταν πολύ αφοσιωμένος, του υπέδειςε να παραιτηθή και πάλι.
Αυτή τη φορά, ο Γεώργιος ο Β' επενέβη ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις, αλλά η διεύρυνση
της Κυβερνήσεως και πάλι στάθηκε αδύνατη. Ο Τσαλδάρης ξαναήλθε μόνος στην εξουσία, ή
ορθότερα μόνος με τον σύμμαχό του, τον Γονατά, ο οποίος δεν προσέθετε τίποτε ούτε στο
κύρος ούτε στην ικανότητα της Κυβερνήσεως.
Το κύρος της Κυβερνήσεως εθίγετο τότε όχι μόνον από τον συμμοριτοπόλεμο, που καθένας
πλέον τον έβλεπε να αναπτύσσεται, αλλά και από την έκδηλη επιθυμία του Βασιλέως να την
αντικαταστήσει με άλλη Κυβέρνηση, ευρύτερου συνασπισμού. Αυτό δεν ήταν βεβαίως καλό
για έναν αγώνα εναντίον επαναστατών πεπειραμένων, αποφασισμένων και πειθαρχημένων
υπό μία διεύθυνση απολύτως ενιαία.
Παρ' όλα αυτά, εκείνη η Κυβέρνηση, με ένα Υπουργό Εθνικής Αμύνης πολύ μέτριο, τον
Μαυρομιχάλη (που τον αντικατέστησαν επιτυχώς, τον Ιανουάριο του 1947, με τον Γεώργιο
Στράτο), κατάλαβε περί το τέλος του καλοκαιριού ότι η αντίδραση κατά των συμμοριών δεν
μπορούσε πλέον να είναι η ίδια.
Όλο το βάρος του αγώνος είχε αναληφθεί από τη Χωροφυλακή, ασθενή αριθμητικώς και
διεσπαρμένη σε πολλούς απομονωμένους Σταθμούς, οι οποίοι υπέκυπταν ο ένας μετά τον
άλλο. Τη Χωροφυλακή τη βοηθούσε η Εθνοφρουρά, εξίσου ανεπαρκής αριθμητικώς,
μετρίως οπλισμένη, κακώς εκπαιδευμένη, αναιμικά στελεχωμένη. Έγινε λοιπόν τότε σαφές
ότι οι "κομμουνιστοσυμμορίτες", οι "κομμουνιστολησταί" -όνομα αμφιβόλου αξίας από
απόψεως προπαγάνδας- ζύγιζαν πολύ περισσότερο από ληστάς, και ό,τι άλλα μέσα ήταν
απαραίτητα για να αντιμετωπισθή το ανερχόμενο παλιρροιακό κύμα. Απεφασίσθη γι' αυτό
να χρησιμοποιηθεί ο Εθνικός Στρατός.
Η Βρετανική Αποστολή, που είχε αναλάβει την οργάνωση του Ελληνικού Στρατού, δεν
συμφωνούσε. Ο Στρατός ήταν ακόμη αδύνατος, όχι επαρκώς εξοπλισμένος, Όχι επαρκώς
εκπαιδευμένος. Δεν έπρεπε, έλεγαν οι Βρετανοί υπό τον Στρατηγό Rawllings, να
απασχοληθεί με το εσωτερικό μέτωπο σ' έναν κλεφτοπόλεμο, του οποίου η τακτική ήταν

απολύτως διαφορετική από την τακτική των πολέμων για τους οποίους προετοιμαζόταν ο
Στρατός. Παρ' όλα αυτά, δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να αντιμετωπισθή η κατάσταση, και
η Βρετανική Αποστολή αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Έτσι, η χρησιμοποίηση του Εθνικού
Στρατού απεφασίσθη τον Αύγουστο, και στις αρχές του φθινοπώρου ο Στρατός κατήλθε
στην πολεμική κονίστρα.
Κατήλθε πολύ συνεσταλμένος, γιατί αν ο λαός και οι αντιπρόσωποί του είχαν
ψευδαισθήσεις, η ηγεσία του Στρατού δεν κατείχετο από καμιά ψευδαίσθηση.
Πρώτον, λόγω της επιμονής των Βρετανών, οι οποίοι παραχωρούσαν το πολεμικό υλικό του
αναδιοργανουμένου Στρατού, μόνον το ήμισυ περίπου του Στρατού μπορούσε να
αντιμετωπίσει ορεινό πόλεμο. Το άλλο ήμισυ ήταν μηχανοκίνητο. Αυτό ήταν καλό για έναν
κλασικό πόλεμο. Ήταν μειονεκτικό για έναν ανταρτοπόλεμο διεξαγόμενο σε χώρα με πολλά
βουνά και με ανεπαρκές οδικό δίκτυο.
Επιπλέον, ο Στρατός είχε τότε δύναμη 92.000 ανδρών. Αυτό φαινόταν ικανοποιητικό στον
μη ενήμερο, ο οποίος σκεπτόταν ότι επρόκειτο να αντιμετωπισθούν μερικές χιλιάδες
ανταρτών, αλλά ήταν ανεπαρκές για τον επιτελικό, που εγνώριζε ότι, επιπλέον των
συνόρων που έπρεπε να ελέγχονται επί χιλίων περίπου χιλιομέτρων, έπρεπε να
προστατευθούν οι πόλεις, οι εγκαταστάσεις και οι αποθήκες κάθε είδους, οι συγκοινωνιακοί
κόμβοι και οι γέφυρες, και ότι έπρεπε ακόμη και προπάντων να καταδιωχθούν και να
συντριβούν ευκίνητες ομάδες ανταρτών. Έργο ανέφικτο: η Ελλάς γινόταν ολόκληρη ένα
"μέτωπο".
Κατά τη διάρκεια μιας συσκέψεως επί ανωτάτου επιπέδου, που έγινε την εποχή εκείνη, οι
ηγέται του Στρατού δεν απέκρυψαν τους φόβους των. Μερικοί ζήτησαν να γίνη γενική
επιστράτευση,

"διότι

ο

ανταρτοπόλεμος

δεν

αντιμετωπίζεται

παρά

με

πλημμύρα

στρατευμάτων".
Αλλά τα υλικά μέσα έλειπαν. Απεφασίσθη λοιπόν η αύξηση της δυνάμεως του Στρατού σε
200.000 άνδρες.
Επρόκειτο περί μιας καθαρώς τυπικής αποφάσεως. Ο Αρχηγός της Βρετανικής Αποστολής
δέχθηκε τελικά τον αριθμό των 135.000 ανδρών, ο οποίος επί πολλούς μήνες έμεινε στο
χαρτί. Και χρειάσθηκε, τον Νοέμβριο του 1946, ο Rawllings να συνοδεύσει ο ίδιος στο
Λονδίνο τον Αρχηγό του Ελληνικού Γενικού Επιτελείου, για να δεχθεί ο Στρατάρχης
Montgomery τον εξοπλισμό άλλων 3.000 ανδρών! Για να μη νομισθεί ότι γίνεται λάθος,
επαναλαμβάνεται και ολογράφως ο αριθμός: τρεις χιλιάδες...

Ο Στρατός επωφελήθηκε για να δημιουργήσει τουλάχιστο επίλεκτα τμήματα κρούσεως, του
τύπου των κομάντος, γνωστά από τα αρχικά του ονόματος των ως ΛΟΚ. Επρόκειτο για
ελαχίστη συμβολή στο τεράστιο έργο που ανελάμβανε ο Στρατός θέλοντας όμως ή όχι,
έπρεπε να πολεμήσει με τα μέσα που υπήρχαν.
Ο Εθνικός Στρατός, διαθέτοντας ένα σώμα αξιωματικών πρώτης τάξεως, έκαμε ό,τι
καλύτερο ήταν δυνατό. Στην Πελοπόννησο, δρούσαν τότε περίπου τριακόσιοι αντάρτες, οι
οποίοι προκαλούσαν πολλές ενοχλήσεις αλλά δεν δημιουργούσαν αληθινό κίνδυνο. Το
Γενικό Επιτελείο, λοιπόν, παρά τις πολύ ισχυρές όσο και ευνόητες πολιτικές πιέσεις, απέσυρε
όλα τα τμήματά του από την Πελοπόννησο και εμπιστεύθηκε ολόκληρη την περιοχή αυτή
στη Χωροφυλακή. Απέσυρε επίσης όσα τμήματα της Αττικής είχαν εκπαιδευθεί, και τα
έστειλε όλα στη Θεσσαλία.
Η αποστολή τους ήταν να προστατεύσουν την πλούσια πεδιάδα που περιεστοιχίζετο από
ευρείες οροσειρές. Από εκεί, από το κέντρο της Ελλάδος, τα τμήματα θα έσπευδαν να
βοηθήσουν τα σημεία που θα υφίσταντο επιθέσεις, και εν συνεχεία θα κατεδίωκαν τους
επιτιθεμένους.
Μια άλλη σημαντική απόφαση ελήφθη τον Οκτώβριο του 1946. Αφορούσε τη δημιουργία
Μονάδων Αμύνης Υπαίθρου (Μ.Α.Υ.). Σε κάθε χωριό, άνδρες πιστοί στις εθνικές παραδόσεις
θα οπλίζοντο και θα ετίθεντο υπό τας διαταγάς εφέδρων αξιωματικών, που κατοικούσαν
στην περιφέρεια, και θα επεστρατεύοντο προς το σκοπό αυτό. Οι άνδρες θα είχαν τον
οπλισμό τους στα σπίτια τους, θα γυμνάζονταν τις Κυριακές, και θα έπρεπε να είναι στη
διάθεση των διοικητών τους για οποιαδήποτε υπηρεσία θα τους ζητούσαν κατά την ημέρα ή
την νύκτα. Αντί αμοιβής, θα έπαιρναν ορισμένες μικρές παροχές εις είδος.
Το σχέδιο ήταν καλό και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον πληθυσμό της υπαίθρου, αν
και κατά τους επόμενους μήνες ορισμένες απομονωμένες ομάδες των Μ.Α.Υ. πλήρωσαν
ακριβά τη δράση τους.
Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσθηκε για τη δημιουργία αυτών των μονάδων, ήταν
ο εφοδιασμός τους με όπλα και πολεμοφόδια. Οι Βρετανοί ανεφοδίαζαν μόνον τον τακτικό
Στρατό, και η Χώρα δεν διέθετε συνάλλαγμα για να αγοράσει από το εξωτερικό πολεμικό
υλικό.
Παρ' όλα αυτά, με τη συγκέντρωση όλου του παλαιού υλικού, την επισκευή μεγάλου
μέρους αυτού, όπως και με την αγορά ενός αριθμού όπλων, κατορθώθηκε από τους
πρώτους μήνες να δημιουργηθούν πολλές ομάδες Μ.Α.Υ. Το εξαίρετο ηθικό τους τις έκαμε

αμέσως σημαντική βοηθητική δύναμη, και πολλές ομάδες πολέμησαν παραπλεύρως προς
τακτικά τμήματα.
Έτσι, αν οι ανταρτικές ομάδες είχαν παντού την πρωτοβουλία και πλεονεκτούσαν από
πολλές απόψεις, μια σοβαρή αντίσταση άρχιζε να οργανώνεται. Η αντίσταση αυτή δεν ήταν
πάντοτε επαρκής, και κάποτε δεν μπορούσε να διαρκέσει μέχρι της αφίξεως των
ενισχύσεων, όπως συνέβη στη Δεσκάτη, την Πυρσόγιαννη και αλλού. Αποτελούσε όμως μια
άμυνα, και συχνά, όπως συνέβη στη Νάουσα, οι επιτιθέμενοι αναγκάζονταν να τραπούν εις
φυγήν αφήνοντας το έργο τους ημιτελές.
Από το άλλο μέρος, ο Στρατός, ενώ εξεπλήρωνε αυτή την αποστολή, προετοιμαζόταν για να
αναλάβει την άνοιξη σοβαρότερες επιχειρήσεις. Γιατί, αν και οι μεν και οι δε δοκίμαζαν
μεθόδους και παρακολουθούσαν ο ένας τον άλλον, ήταν και οι δύο αποφασισμένοι να
συγκρουσθούν άγρια, με ψυχρό το πνεύμα με την ψυχή γεμάτη μίσος.
Η επικρατέστερη πολεμική κραυγή του "Δημοκρατικού Στρατού", ήταν: "Φωτιά και
τσεκούρι!"
Από το άλλο μέρος του βαθιού φαραγγιού, αντηχούσε η πολεμική κραυγή του Αγώνος της
Ανεξαρτησίας του 1821, που την είχε υιοθετήσει ο Εθνικός Στρατός: "Ελευθερία ή
θάνατος!"
Στις δύο αυτές πολεμικές κραυγές υπήρχε η φύση και ο λόγος υπάρξεως αυτού του
αδελφοκτόνου αγώνος.
Για τον ένα, ήταν η ορμή της επιθέσεως και η καταστροφή που φαίνεται απαραίτητη στον
οικοδόμο που ακολουθεί ολοκληρωτικές κατευθύνσεις.
Για τον άλλον, ήταν το πείσμα της αμύνης και η πεμπτουσία της ζωής του ανθρώπου.
Ένα βαθύτατο χανδάκι είχε ανοιγή μεταξύ των δύο ιδεολογιών.
Κατά την έκφραση του Άρη Βελουχιώτη, "το ποτάμι έπρεπε να κοκκινίσει για να επικρατήσει
η μια από τις δύο ιδεολογίες".
Θα κοκκίνιζε επί τρία χρόνια.

Από το τοπικό στο παγκόσμιο
Οι τελευταίοι μήνες του 1946 επρόκειτο να αποκαλύψουν τις αληθινές διαστάσεις αυτού

του τοπικού πολέμου τον οποίο διεξήγε ένας μικρός ανορθόδοξος στρατός, που διέθετε
τότε λιγότερους από 10.000 μαχητάς.
Στον Στάλιν, που είχε αρχικά ζητήσει να έχη στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών μια έδρα
κάθε "Δημοκρατία"-μέλος της Σοβιετικής Ενώσεως, είχαν τελικά παραχωρηθεί τρεις έδρες:
μια για τη Σοβιετική Ένωση, μια για τη Λευκορωσία και μια για την Ουκρανία. Έτσι, οι δύο
αυτές περιοχές βρέθηκαν να είναι μέλη του ΟΗΕ. Η Ουκρανία, λοιπόν, επιβεβαίωσε αυτήν
την μεγίστη -και ίσως μοναδική- απόδειξη της "ανεξαρτησίας" της, καταθέτοντας την 24η
Αυγούστου 1946, ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, μια προσφυγή κατά της Ελλάδος.
Όπως είναι ο κανόνας στις περιπτώσεις αυτές, διεξήχθησαν δύο συζητήσεις: η μια επί της
αποδοχής της προσφυγής, η άλλη, μετά την "εγγραφή" της, επί της ουσίας της.
Ο Αντρέι Γκρομύκο, Σοβιετικός αντιπρόσωπος -ο μετέπειτα επί πολλά έτη Υπουργός των
Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενώσεως- υπεστήριξε πρώτος την εγγραφή της ουκρανικής
προσφυγής, με επιχειρήματα που εποίκιλλαν από του τρομακτικού μέχρι του κωμικού.
Αν το Συμβούλιο δεν έπαιρνε τα ενδεδειγμένα μέτρα, έλεγε, η εξέλιξη των σχέσεων της
Ελλάδος με την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία θα απειλούσε την ειρήνη στα
Βαλκάνια και ίσως τη γενικότερη ασφάλεια: μεγάλοι πόλεμοι είχαν αρχίσει με επεισόδια που
στην αρχή εφαίνοντο ασήμαντα (υπογράμμιση του γράφοντος). Η εξωτερική πολιτική της
Ελλάδος -η οποία είχε ήδη περιγραφή ως επεκτατική- και τα συνοριακά επεισόδια και άλλες
προκλήσεις εναντίον της Αλβανίας, επηρέαζαν επικινδύνως τη διεθνή ατμόσφαιρα. Η
εσωτερική κατάσταση, με την οποία ο ΟΗΕ, κατά το Καταστατικό του, δεν μπορούσε να
ασχοληθεί, "δεν ήταν εσωτερική παρά μόνο κατά το μέτρο που δεν δημιουργούσε διεθνείς
περιπλοκές και δεν προκαλούσε απειλές κατά της ειρήνης και της ασφαλείας".
Προ και μετά την εγγραφή του θέματος -την οποία βοήθησαν και οι Αμερικανοί- ο
Γκρομύκο υπεστήριξε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση μετετρέπετο σε φασιστική. Υπεστήριξε ότι
οι "ανεύθυνες" πράξεις των Ελληνικών Αρχών μπορούσαν να κάμουν τα Βαλκάνια
θερμοκήπιο ενός νέου πολέμου. Τέλος, χαρακτήρισε την παρουσία των βρετανικών
στρατευμάτων ως "αποφασιστική ενθάρρυνση για τη συντριβή της δημοκρατίας και για την
επίθεση εναντίον των γειτονικών χωρών", και ως απόδειξη της καταλύσεως των
κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος.
Κάθε παράγραφος των, δύο μεγάλων αγορεύσεών του τελείωνε στερεοτύπως με την ίδια
φράση: "Το θέμα είναι πολύ σοβαρό". Ο αντιπρόσωπος της Ουκρανίας, Δημήτρης
Μανουίλσκυ, επανέλαβε τα επιχειρήματα εκείνου που εκεί δεν ήταν ο κύριός του αλλά ο

συνάδελφός του. Τα επανέλαβε με άλλες λέξεις, αλλά ανέπτυξε ιδιαιτέρως την κωμική
πλευρά.
Πράγματι, ο Γκρομύκο είχε υποστηρίξει ότι η Ουκρανία ενδιαφερόταν για το ζήτημα επειδή
είχε κοινά σύνορα με τα Βαλκάνια!... Ο Μανουίλσκυ συνεπλήρωσε το επιχείρημα
προσθέτοντας ότι η Ουκρανία είχε υποστή τέσσερεις εισβολές εντός τριάντα ετών και ότι
και μόνον αυτό το γεγονός επέβαλλε την προσφυγή!... Μικρή παράλειψη: λησμονούσε ότι
οι εισβολές αυτές δεν είχαν γίνει από τα Βαλκάνια, και ότι, ακόμη σημαντικότερο, την εποχή
εκείνη οι βαλκανικές χώρες, εκτός της Ελλάδος, αναιμικής και στο άλλο άκρο της
Χερσονήσου, ήταν όλες σύμμαχοι της Ουκρανίας...
Ας ανοιχθεί εδώ μια μικρή παρένθεση, γιατί οι λεπτομέρειες αυτές είναι χαρακτηριστικές
μιας γενικότερης τακτικής. Χρήσιμο είναι, λοιπόν, να αναφερθεί ένα ακόμη επισημότερο και
εξωφρενικότερο παράδειγμα: λίγες ημέρες αργότερα, σε άλλο χώρο, ο ίδιος ο Molotov
έκαμε μια σύγκριση μεταξύ της εγκυρότητος του δημοψηφίσματος στη Βουλγαρία -είχε
γίνει την 8η Σεπτεμβρίου-και της εγκυρότητος του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα. Το
πρώτο, του οποίου οι θετικές ψήφοι ήταν περίπου ίσες προς τον αριθμό όσων ψήφισαν,
ήταν ισχυρό, "valable". Το δεύτερο, "λόγω των εν Ελλάδι συνθηκών, δεν μπορούσε παρά
να είναι πλαστογράφηση της θελήσεως του λαού"... Ήταν δύσκολο να προχωρήσει κανείς
περισσότερο.
Κατά την εποχή όμως εκείνη, το κωμικό δεν προκαλούσε το γέλιο. Αντιθέτως, παρουσίαζε
ανάγλυφο το γεγονός ότι η φωτιά δεν κρυφοέκαιγε πια, αλλά έκαιγε όπως καίει η φωτιά:
χωρίς δισταγμούς.
Αλλά μέχρις εδώ μνημονεύθηκαν τα λεχθέντα από όσους υπεστήριζαν την ουκρανική
προσφυγή. Οι απαντήσεις των αντιτιθεμένων σε αυτήν ήταν ανάλογες προς το
κατηγορητήριο που είχε διατυπωθεί.
Η απάντηση του Έλληνος αντιπροσώπου (Δενδραμή) υπήρξε συγκρατημένη, πολύ
λεπτομερής, αντέκρουσε σημείο προς σημείο όλες τις κατηγορίες.
Οι απαντήσεις του αντιπροσώπου της Μεγάλης Βρετανίας (Καντόγκαν) και των Ηνωμένων
Πολιτειών (Χέρσελ Τζόνσον) αντέκρουαν περιληπτικά και απέρριπταν γενικά όλους τους
ισχυρισμούς. Ο τόνος ήταν σκληρός και κάποτε περιφρονητικός ("...το επιχείρημα δεν είναι
μακριά από τον εξωφρενισμό...") άλλοτε βαρύς σε υπονοούμενα ("...όλος ο κόσμος γνωρίζει
άλλες θλιβερές περιπτώσεις εδαφικών διεκδικήσεων εις βάρος συμμάχων ή εχθρών...")
άλλοτε πάλι σαρκαστικός ("...θέμα ελαφρό, ελαφρά εγερθέν...").

Η συζήτηση διεκόπη στις 11 Δεκεμβρίου, "για να μπορέσουν οι αντιπρόσωποι να
συνεννοηθούν με τις Κυβερνήσεις των".
Επανελήφθη στις 16.
Την πρώτη ημέρα νομίσθηκε ότι όλα θα διορθώνονταν εύκολα, γιατί ο Αυστραλός
αντιπρόσωπος υπέδειξε μια διέξοδο απολύτως ακίνδυνη για όλους: ένα σχέδιο αποφάσεως,
κατά το οποίο το Συμβούλιο "αφού άκουσε τις διάφορες απόψεις, προχωρούσε στο επόμενο
θέμα".
Αλλά αυτή η άχρωμη πρόταση δεν είχε την επιτυχία που ανέμεναν οι Δυτικοί.
Ο Γκρομύκο υπέβαλε δικό του σχέδιο αποφάσεως, κατά το οποίο το Συμβούλιο Ασφαλείας
θεωρούσε την Ελλάδα ένοχη όλων των κατηγοριών που είχε διατυπώσει η Ουκρανία, και
ζητούσε, μεταξύ των άλλων, η Ελληνική Κυβέρνηση "να εγκαταλείψει τις διώξεις των
εθνικών εν Ελλάδι μειονοτήτων..." και τις "ενέργειες των επιθετικών μοναρχοφασιστικών
στοιχείων". Το Συμβούλιο όφειλε να δηλώσει ότι θα διατηρούσε εγγεγραμμένο το
απειλητικό θέμα "εφόσον η Ελληνική Κυβέρνηση δεν θα είχε υπακούσει στις συστάσεις του
Συμβουλίου".
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πρόταση αυτή, μετά την κατηγορηματική απόρριψη των
κατηγοριών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκαλούσε τις ΗΠΑ και τις έθετε σε πολύ λεπτή
θέση.
Γι' αυτόν το λόγο, έπειτα από τις αγορεύσεις διαφόρων αντιπροσώπων, -του Έλληνος
μεταξύ αυτών- ο Αμερικανός αντεπετέθη τη μεθεπομένη.
Κατόπιν οδηγιών της Κυβερνήσεώς του, έλεγε, θα ψήφιζε κατά του σοβιετικού σχεδίου.
Αλλά είχαν παρουσιάσει στο Συμβούλιο, έλεγε, συνοριακά επεισόδια και περιπτώσεις κακής
μεταχειρίσεως μειονοτήτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πίστευαν ότι η Ελλάς ήταν
υπεύθυνη, και τα επεισόδια μπορεί να οφείλονταν "στο πρόβλημα του καθορισμού των
συνόρων". Πρότεινε λοιπόν να ασχοληθεί το Συμβούλιο με "τις δυσκολίες των συνόρων" και
με το πρόβλημα των μειονοτήτων σ' εκείνες τις περιοχές. Ήταν φανερό ότι το πράγμα
μπορούσε να οδηγήση πολύ μακριά, εφόσον, κατ' ουσίαν, έθετε θέμα καθορισμού νέων
συνόρων...
Η συζήτηση υπήρξε οξεία και χρησιμοποιήθηκαν από τα δύο μέρη κάθε άλλο παρά
διπλωματικές εκφράσεις.

Ο Γκρομύκο έφθασε μέχρι του σημείου να μιλήσει περί της ετικέτας της ελευθερίας υπό την
οποία ετοποθετείτο η δουλεία για να υπηρετήσει συμφέροντα που είχαν σχέση με τα
πετρέλαια.
Ο Τζόνσον έφθασε μέχρι του σημείου να μιλήσει σαφώς περί των βουλγαρικών
διεκδικήσεων επί της Θράκης, και περί της επιθυμίας των Γιουγκοσλάβων "να
προστατεύσουν τους δυστυχείς Μακεδόνες" με την ενσωμάτωση της βουλγαρικής και της
ελληνικής Μακεδονίας στην Ομοσπονδία τους.
Την επομένη, η αμερικανική αντεπίθεση έγινε εντονότερη και πήρε συγκεκριμένη μορφή· τη
μορφή ενός σχεδίου αποφάσεως με την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας συνιστούσε
επιτροπή από τρία μέλη, επιλεγμένα για την αντικειμενικότητά τους από τον Γενικό
Γραμματέα, επιτροπή που θα αναζητούσε επί τόπου την αλήθεια, ώστε το Συμβούλιο να
μπορέσει να αποφασίσει τι έπρεπε να γίνη.
Ο Γκρομύκο υπερημύνθη των θέσεών του με πάθος και δεξιοτεχνία. Η ψηφοφορία επί της
αμερικανικής προτάσεως, που διεξήχθη πρώτη, κατέληξε σε μεγάλη θετική πλειοψηφία.
Επτά ψήφοι υπέρ, μια αποχή, μια εναντίον.
Αλλά αυτή η μοναδική αντίθετη ψήφος ήταν της Σοβιετικής Ενώσεως, ενός των "Μεγάλων",
που η αρνητική του ψήφος στο Συμβούλιο Ασφαλείας εξισούται προς ανέκκλητο βέτο.
Η αμερικανική ενέργεια είχε εξουδετερωθεί.
Παρ' όλα αυτά, αυτές οι είκοσι ημέρες αγώνος στο Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν
αποκαλυπτικές. Απεκάλυπταν καλύτερα παρά ποτέ ότι ο μικρός στρατός του Μάρκου
ενδιέφερε ζωηρά τη Μόσχα, ότι ο αγώνας του ήταν τοπικός αλλά οι συνέπειές του
παγκόσμιες, ότι ο Truman φαινόταν αποφασισμένος να αναλάβει το ρόλο των Βρετανών ως
προς την προστασία της Ελλάδος.
Οι επιπτώσεις αυτής της διπλωματικής μάχης επί της Διεθνούς Κοινής Γνώμης και επί των
συμμάχων Κυβερνήσεων υπήρξαν σημαντικές αλλά βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της
παρούσης αναλύσεως. Μια όμως από αυτές συνδέεται στενά με το θέμα μας και είχε
συνέπειες θεμελιώδους σημασίας.
Η τακτική των Αμερικανών κατά τη μάχη στο Συμβούλιο Ασφαλείας έκαμε την ελληνική
διπλωματία να σκεφθεί ότι άλλη οδός θα έπρεπε να ακολουθηθεί.
Κατά τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, η Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ υπέβαλε προς

τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού έξι μνημόνια για τα επεισόδια που είχαν γίνει στα
βόρεια σύνορα της Χώρας. Στις 26 Νοεμβρίου, έπειτα από συνεννοήσεις μεταξύ Αθηνών,
Washington και Λονδίνου, η Ελληνική Αντιπροσωπεία ενημέρωσε επισήμως τον Γενικό
Γραμματέα -με τέσσερεις επιστολές- επί όλων αυτών των επεισοδίων, μνημόνευσε άλλα,
διετύπωσε κατηγορίες.
Τέλος, στις 3 Δεκεμβρίου, ο αναπληρωτής αρχηγός της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, ο
Αγνίδης, υπέβαλε στο Συμβούλιο Ασφαλείας αίτηση ερεύνης επί τόπου των προστριβών
μεταξύ της Ελλάδος και των βορείων γειτόνων της. Οι τελευταίοι κατηγορούντο ότι
βοηθούσαν τον ανταρτοπόλεμο, που έθιγε τη δημοσία τάξη και την ακεραιότητα της
Χώρας: υπήρχαν αποδείξεις, υπεστηρίζετο, ότι ο ανταρτοπόλεμος είχε την επίσημη βοήθεια
της Γιουγκοσλαβίας. Η κατάσταση μπορούσε να θέση σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη και
ασφάλεια.
Οι συζητήσεις επί της προσφυγής αυτής έγιναν από της 10ης μέχρι της 19ης Δεκεμβρίου.
Επρόκειτο περίπου για επανάληψη των συζητήσεων επί της ουκρανικής προσφυγής.
Την ελληνική θέση υπεστήριζε αυτή τη φορά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος
Τσαλδάρης, ο οποίος υπέστη ζωηρές προσωπικές επιθέσεις ως Αρχηγός "φασιστικής"
Κυβερνήσεως, αιτίας όλων των κακών.
Αλλά αυτή τη φορά, έπειτα από ρητορικές μονομαχίες, κυρίως μεταξύ Ελλήνων και
Γιουγκοσλάβων, η κατάληξη των συζητήσεων υπήρξε εντελώς διαφορετική από εκείνη των
προηγουμένων συζητήσεων.
Ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, ο Χ. Τζόνσον, πρότεινε πάλι τον καταρτισμό επιτροπής για τη
διεξαγωγή ερευνών από τις δύο πλευρές των συνόρων. Η παρέμβαση του ήταν πολύ
ισχυρή, ο τόνος συγκρατημένος, η πρόταση ελαφρώς διαφορετική, γιατί ζητούσε τον
καθορισμό των μελών όχι από τον Γενικό Γραμματέα του, Οργανισμού, αλλά από το
Συμβούλιο Ασφαλείας.
Την επομένη, την 19η του μηνός, ο Αντρέι Γκρομύκο, έπειτα από ένα σκληρό και δριμύ
κατηγορητήριο, δεχόταν "να εξετάσει τα γεγονότα και να μελετήσει την κατάσταση" επί του
εδάφους των τεσσάρων ενδιαφερομένων χωρών μια επιτροπή του Συμβουλίου. Ο μόνος
υπαινιγμός που έκαμε για να δικαιολογήσει τη μεταστροφή του ήταν ότι η συζήτηση είχε
αποδείξει ότι Αμερικανοί και Βρετανοί ενδιαφέρονταν προς το παρόν για τη διαδικασία
(εννοούσε τη διαδικασία του τρόπου επιλογής των μελών της Επιτροπής) και ότι δεν ήταν
έτοιμοι να υποστηρίξουν τη θέση της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή του

Συμβουλίου Ασφαλείας αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Κυβερνήσεως
Τσαλδάρη στον διπλωματικό χειρισμό του αγώνος κατά των ανταρτών.
Η επιτυχία δεν είχε επιτευχθή χάρις στην ελληνική προσφυγή, ή χάρις στα διαβήματα της
Ελληνικής Κυβερνήσεως και της ελληνικής διπλωματίας. Στους Έλληνες οφειλόταν το ότι
είχαν σκεφθεί την προσφυγή και ότι την είχαν καλά χειρισθεί. Η επιτυχία, μεστή συνεπειών,
είναι βέβαιο ότι είχε επιτευχθή χάρη σε συνεννόηση που είχε επέλθει παρασκηνιακώς
μεταξύ των "Μεγάλων".
Πώς η Σοβιετική Ένωση δέχθηκε την επιτροπή, πως δέχθηκε αυτή τη διεθνή έρευνα -τη
μοναδική μέχρι σήμερα- επί εδαφών που ανήκαν σε τρία μέλη του συγκροτήματός της;
Γιατί; Ο λόγος δεν θα μαθευτεί ίσως ποτέ.
Δόθηκαν πολλές ερμηνείες, και καθεμιά αναζητεί τα οφέλη που
θα απεκόμιζε η Μόσχα παίρνοντας αυτή τη θέση:
- Πρόληψη ή τουλάχιστον αναστολή μιας αμέσου αγγλοαμερικανικής παρεμβάσεως, που
εθεωρείτο τότε πιθανή.
- Ενδεχομένη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ώστε να μπορεί να εγείρεται επί
μακρόν, εντός των κόλπων του Συμβουλίου Ασφαλείας, αυτό το θέμα που ενδιέφερε τη
Μόσχα.
- Φόβος ότι έπειτα από μια δεκάδα βέτο που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια του έτους
εκείνου, η Σοβιετική Ένωση θα κατηγγέλλετο ότι παρημπόδιζε τη λειτουργία του ΟΗΕ.
- Απλή κίνηση μέσα σε ευρύτερο παιχνίδι που απέβλεπε σε μεγαλύτερα κέρδη επί εντελώς
άλλων πεδίων. Η Σοβιετική Ένωση είχε πράγματι τότε ανησυχίες για πολλά μεγάλα
οικονομικά ζητήματα.
Όλα αυτά τα αίτια έπαιξαν πιθανόν το ρόλο τους. Δεν είναι ανάγκη να συζητηθούν
περισσότερο εδώ.
Εκείνο που πρέπει να σημειωθή είναι ότι η Σοβιετική Ένωση, χωρίς πιθανότατα να
συμβουλευθεί τους απ' ευθείας ενδιαφερομένους μικρούς συμμάχους της, χωρίς ασφαλώς
να συμβουλευθεί το Κ.Κ.Ε., που πλήρωνε το λογαριασμό με το αίμα του, έλαβε μια
απόφαση από πολλών απόψεων δυσμενή για την ανταρσία που άρχιζε: δυσκόλευε την
ελευθερία των κινήσεων. Οι γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες εξετίθεντο σε βαρειές υποψίες,
αν ηρνούντο τις επισκέψεις των παρατηρητών. Ένα σώμα ένδεκα διεθνών υπαλλήλων θα

βρισκόταν επί τόπου για να εξετάσει και ενδεχομένως να επιβεβαιώσει τις καταγγελίες που
θα

διετύπωναν

οι

ελληνικές

αρχές,

καταγγελίες

που

άλλως

θα

μπορούσαν

να

αμφισβητηθούν.
Με την πάροδο του χρόνου, έγινε αντιληπτό ότι η σοβιετική παραχώρηση έπαιξε έναν
ακόμη πιο σημαντικό ρόλο για τη συντριβή της ανταρσίας: τα συμπεράσματα των
παρατηρητών του ΟΗΕ βοήθησαν πολύ τον Πρόεδρο Truman για να πείσει τον Αμερικανικό
Λαό να δεχθεί την πολιτική του της βοηθείας προς την Ελλάδα και την Τουρκία.
Το Κρεμλίνο δεν ήταν αλάθητο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η': Η ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΑΜΠΩΤΙΣ

Μετά το πρώτο κύμα
Ο Μάρκος δεν είχε μόνον κατορθώσει να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του πριν από τον
χειμώνα. Είχε κατορθώσει να είναι έτοιμος για να εφαρμόσει, χωρίς διακοπή, την τακτική
του και κατά τη διάρκεια του χειμώνος. Παρά τις διάφορες αντιξοότητες, είχε πράγματι
επιτύχει κάτι πολύ μεγάλο.
Είναι γνωστό σήμερα ότι προς το τέλος του έτους ο "Στρατηγός", για να επιτύχει τον τελικό
σκοπό του, ήθελε να έχη στη διάθεσή του ένα στρατό 50.000 ανδρών. Αυτός είναι ο
αριθμός των μαχητών που θεωρούσε απαραίτητους για να εξουδετερώσει τις παντός είδους
κυβερνητικές δυνάμεις.
Οι δύο κύριες δυσκολίες που συναντούσε ήταν ο ανεφοδιασμός και προπάντων η εξεύρεση
ενός τόσο μεγάλου αριθμού μαχητών.
Η Μόσχα, προς την οποία είχε απευθυνθεί, είχε απαντήσει με υπεκφυγές, είχε περιορισθεί
στην αποστολή ενός μικρού αριθμού αξιωματικών, σιωπηλών παρατηρητών, που
παρέμεναν, κυρίως, πέραν των ελληνικών συνόρων.
Η επίσκεψη-αστραπή που ο Μάρκος έκαμε στις βαλκανικές πρωτεύουσες βελτίωσε αισθητά
εκείνο που είχε ήδη επιτύχει. Επέτυχε πράγματι αυξήσεις ως προς το παραχωρούμενο υλικό
και βελτιώσεις ως προς τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί. Σε αντάλλαγμα δόθηκαν,
φαίνεται, μερικές γραπτές υποσχέσεις που αφορούσαν "βελτιώσεις συνόρων" και το
"καθεστώς των μειονοτήτων" της Βορείου Ελλάδος, υποσχέσεις που, κατά μερικούς ξένους
συγγραφείς, δόθηκαν με δική του ευθύνη, δηλαδή χωρίς προκαταβολική έγκριση του Κ.Κ.Ε.

Επρόκειτο περί λογαριασμού ο οποίος θα διεκανονίζετο στο μέλλον. Προς το παρόν έπαιρνε
μια προκαταβολή, που του ήταν απαραίτητη. Ένα αληθινό δίκτυο στρατοπέδων, βάσεων και
οδών δημιουργήθηκε πέραν των συνόρων για τον ανεφοδιασμό του "Δημοκρατικού
Στρατού Ελλάδας" (βλ. χάρτη υπ' αριθμόν 4, σελ. 226).
Αλλά για να αυξήσει ο όγκος του "Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας" υπήρχε μια μεγάλη
δυσκολία, η επιστράτευση, που δεν εξηρτάτο από το εξωτερικό και που ήταν πάρα πολύ
δυσχερής.
Πρώτον, ο Δ.Σ.Ε., μετά από ζωή έξι περίπου μηνών, άρχιζε να έχη πρόβλημα λιποτακτών.
Μέχρι του τέλους του 1946, περισσότεροι των 600 ανταρτών είχαν εγκαταλείψει τους
συντρόφους των και είχαν παραδοθεί στις κυβερνητικές δυνάμεις. Επρόκειτο προπάντων για
νέους που είχαν επιστρατευθή βιαίως, αλλά λίγο-λίγο ένας ορισμένος αριθμός παλαιών
ελασιτών, ακόμη και μερικοί γνωστοί καπεταναίοι, λιποτάκτησαν.
Τίποτε το περίεργο σε τούτο. Φαντάζεται κανείς εύκολα τα πλεονεκτήματα του
κλεφτοπολέμου, αλλά δεν σκέπτεται κανείς αρκετά τις δυσκολίες εκείνων που τον κάνουν.
Ο αντάρτης που πρέπει να αλλάζει καταφύγιο πολύ συχνά αλλά όλο καταδιώκεται, που είναι
κατάκοπος, κρυωμένος και βρεγμένος, και πρέπει, παρ' όλα αυτά, να φύγει ταχύτατα, ο
αντάρτης, τέλος, που δεν βλέπει κοντά την επιτυχία, μπορεί εύκολα να εγκαταλείψει τον
αγώνα, αν δεν είναι σωματικώς ρωμαλέος και αν δεν έχη αλύγιστη ψυχή. Θα τον
εγκαταλείψει ακόμη ευκολότερα, αν -όπως ήταν η περίπτωση στην Ελλάδα- γνωρίζει ότι
από την άλλη πλευρά του εξασφαλίζουν αμνηστία και ελεύθερη επιστροφή στο σπίτι του.
Ο Δ.Σ.Ε. αντιμετώπισε αυτές τις δυσχέρειες σ' όλη τη διάρκεια του βίου του, από την αρχή
όμως ο Μάρκος έκαμε ό,τι ήταν δυνατό για να τις υπερνικήσει.
Τακτική διαφώτιση γινόταν γραπτώς και δια ζώσης, υπό μια πειθαρχία δίκαιη αλλ' αυστηρή.
Οι αντάρτες τρέφονταν καλά και είχαν γενικώς καλή μεταχείριση. Ο λιποτάκτης,
συλλαμβανόμενος εγκαίρως, εξετελείτο πάντοτε. Εν περιπτώσει ενόπλων συγκρούσεων, οι
νεοεπιστρατευθέντες, με επικεφαλής τους αρχηγούς των, εμάχοντο στην πρώτη γραμμή. Οι
πιστοί εθελονταί εμάχοντο πίσω από αυτούς. Μέτρα ασφαλείας ήταν απαραίτητα, γιατί η
μάλλον βιαία επιστράτευση εφαρμοζόταν ευρύτατα. Από όλες τις καταδρομές τους, περίπου
χωρίς καμιά εξαίρεση, οι συμμορίες επέστρεφαν στις θέσεις τους συνοδεύοντας πάντοτε
έναν αριθμό νέων επιστράτων.
Η επιστράτευση γινόταν κατά τρόπο απλό: στο χωριό, το τρομοκρατημένο και συχνά
καιόμενο, συνεκεντρούντο όλοι όσοι είχαν δεσμούς με την Αριστερά. Τους μιλούσαν για

τους σκοπούς του αγώνος, για τη βέβαιη νίκη και τους απειλούσαν. Εκόντες-άκοντες,
μερικοί ακολουθούσαν, και αν δεν κατόρθωναν να δραπετεύσουν από τις πρώτες ημέρες,
ήταν δέσμιοι, γιατί γνώριζαν ότι επιστρέφοντας ριψοκινδύνευαν πάρα πολύ.
Τα επίσημα ελληνικά στοιχεία λέγουν Ότι οι ανταρτικές ομάδες του Δ.Σ.Ε. είχαν 30%
εθελοντάς και 70% βιαίως επιστρατευομένους. Η αναλογία αυτή δεν είναι αληθοφανής.
Ένας τόσο σκληρός αγώνας δεν θα μπορούσε να διαρκέσει επί τρία και πλέον έτη, αν η
πλειοψηφία των αγωνιζομένων δεν θερμαινόταν από πίστη, κινητήριο δύναμη κάθε
ανθρωπίνης δράσεως.
Αυτή η ανάμειξη των μαχητών, των ετοίμων για κάθε θυσία και των απροθύμων γι' αυτήν,
επέτρεψε στον Μάρκο να επεκτείνει τις επιχειρήσεις κατά τους τρεις πρώτους μήνες του
1947.
Πρέπει να αναφερθούν μερικά συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούν μιαν ορισμένη χρονική
περίοδο, για να αντιληφθεί κανείς τον ρυθμό των επιχειρήσεων.
Την παραμονή του Νέου Έτους, επίθεση πενήντα ανταρτών εναντίον ενός μεγάλου χωριού
της Ηπείρου, και εκατό ανταρτών εναντίον της Υπάτης, στην Κεντρική Ελλάδα. Όλοι οι
χωροφύλακες της τελευταίας, 15 άνδρες, ή εφονεύθησαν ή τραυματίσθηκαν ή
ενεγράφησαν στον κατάλογο των αγνοουμένων.
Στις 3 Ιανουαρίου, κίνηση πολλών συμμοριών από βορρά προς τη Θεσσαλία και νοτιότερα.
Έγιναν μερικές συγκρούσεις.
Στις 4 του μηνός, κατάληψη από μιαν ανταρτική ομάδα ενός πολύ ορεινού χωριού της
Ηπείρου, της Βωβούσης, ενός άλλου στον Θεσσαλικό κάμπο, του Σουφλαρίου, ενός τρίτου
νοτίως της Λαμίας, του Μεσοχωρίου. Νεκροί και τραυματίες, μερικές εκτελέσεις, βιαία
επιστράτευση, αρπαγές τροφίμων. Νέο γεγονός χαρακτηριστικό, η επίθεση κατά του
Σουφλαρίου έγινε από 70 ιππείς.
Στις 6 του μηνός, η κίνηση προς νότον, βάσει καλώς μελετημένου σχεδίου, προωθείται.
Πολλές

συμμορίες

εισέρχονται

στη

Θεσσαλία,

συνεχίζουν

την

πορεία

τους

και

αντιμετωπίζουν μερικές συγκρούσεις. Γίνεται φανερό ότι οι μετακινήσεις προκαλούνται από
την προσεχή άφιξη των παρατηρητών του ΟΗΕ: είναι προτιμότερο να υπάρχουν
περισσότερες δυνάμεις μακριά από τα σύνορα.
Ο Δ.Σ.Ε. δεν εγκατέλειπε όμως γι' αυτό τις εμφανίσεις του στον Βορρά. Από τις επτά ως τις
δέκα Ιανουαρίου, δυο χωριά καταλαμβάνονται προσωρινώς στη Θεσσαλία, εννέα στη

Μακεδονία και στη Θράκη, γίνεται μια εισβολή μεγάλων μονάδων ιππέων, αναστέλλεται η
πορεία ενός τραίνου στη Μακεδονία, καταστρέφονται τρεις γέφυρες στη Θεσσαλία. Κάθε
εγχείρημα εμφανίζει τα ίδια περίπου χαρακτηριστικά.
Από της 11ης μέχρι της 15ης του ίδιου μηνός, καταλαμβάνονται δυο χωριά στη Θεσσαλία,
τέσσερα στη Μακεδονία και ανατινάσσεται μια αρκετά σημαντική γέφυρα.
Παντού εφαρμοζόταν η ίδια τακτική, με τη διαφορά ότι κατά τις τελευταίες επιθέσεις οι
συμμορίτες έπαιρναν μαζί τους πολλά από τα κτήνη των χωρικών. Αυτό εν συνεχεία θα
γινόταν τακτικά. Τα αρπαγμένα ποίμνια παρεδίδοντο σε χωρικούς που ζούσαν σε
απομονωμένες περιοχές, οι οποίοι, έναντι ορισμένης παροχής σε είδος, όφειλαν να τα
κρατούν στη διάθεση των ανταρτών. Είχε έτσι βρεθεί λύση στο πρόβλημα του ευκολότερα
φθειρομένου είδους διατροφής, του κρέατος.
Την 17η, εγκαινιάσθηκε άλλη τακτική. Στη Θράκη, κοντά στα βουλγαρικά σύνορα, ακριβώς
πριν από την αυγή, οι αντάρτες, συγκεντρωμένοι σε επαρκή αριθμό, επετίθεντο συγχρόνως
εναντίον δύο μικρών στρατοπέδων του Εθνικού Στρατού. Οι δύο διοικηταί, άλλοι
αξιωματικοί, όπως και αρκετοί στρατιώτες, ανευρίσκοντο την επομένη νεκροί στα
λεηλατημένα στρατόπεδά τους. Ο αιφνιδιασμός του εχθρού αποδίδει σχεδόν πάντοτε.
Από την ημέρα αυτή, μέχρι της 31ης Ιανουαρίου, δηλαδή επί 14 ημέρες, σημειώνονται
σαράντα συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών και κυβερνητικών δυνάμεων. Οι μισές περίπου απ'
αυτές οφείλοντο σε όψιμες διώξεις που έκαμε ο Στρατός εναντίον ανταρτών που είχαν
καταλάβει για μερικές ώρες διάφορα χωριά.
Ο ρυθμός ελαττώνεται κάπως τον Φεβρουάριο. Παρά ταύτα όμως, στα κεντρικά και βόρεια
διαμερίσματα της Χώρας σημειώνονται επιθέσεις εναντίον περισσοτέρων των 75 χωρίων. Οι
νεκροί και τραυματίες μετρούνται κατά εκατοντάδες, όπως και οι απαχθέντες και
αιχμαλωτισθέντες χωρικοί. Σημειώνονται επίσης, η ανατίναξη μιας δεκάδος γεφυρών ή
τμημάτων σιδηροδρομικών γραμμών. Σημειώνονται, τέλος, δύο επιθέσεις εναντίον
στρατιωτικών τμημάτων στρατοπεδευμένων κοντά σε κωμοπόλεις.
Μερικές επιθέσεις διέφεραν κάπως από τις επιθέσεις του Ιανουαρίου.
Παραδείγματος χάριν, την 12η Φεβρουαρίου, σε ένα χωριό της Μακεδονίας, στην περιοχή
της Αρδαίας, οι αντάρτες έκαυσαν 48 σπίτια. Εξετέλεσαν δώδεκα άνδρες, έξι γυναίκες, δύο
βρέφη και τραυμάτισαν σοβαρά δώδεκα χωρικούς. Το χωριό αυτό είχε κακώς ανταποκριθεί
στην πρόσκληση για επιστράτευση, και η τιμωρία του υπήρξε, για πρώτη φορά, ιδιαιτέρως

αυστηρή.
Άλλο παράδειγμα διαφορετικού είδους επιθέσεως είναι η επίθεση που έγινε εναντίον της
πόλεως της Σπάρτης, την 18η του μηνός, στο νότιο άκρο της Χώρας. Όλες οι συμμορίες της
Πελοποννήσου είχαν συγκεντρωθεί γι' αυτό το εγχείρημα, που ήταν μικρής διαρκείας και
είχε συγκεκριμένο σκοπό: την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων στις φυλακές.
Επρόκειτο περί της ευκόλου επιστρατεύσεως.
Ας αναφερθεί, τέλος, η περίπτωση της 9ης Φεβρουαρίου, κατά την οποία έγινε συγχρόνως
επίθεση εναντίον πέντε μεγάλων χωριών της Θεσσαλίας. Οι επιτιθέμενοι ανήρχοντο
συνολικώς σε 600 αντάρτες.
Βλέπει κανείς ότι στην ηγεσία του κινήματος δεν έλειπε η φαντασία. Η τακτική δεν ήταν
πάντοτε η ίδια. Υπήρχαν παραλλαγές, και οι παραλλαγές αυτές ήταν επικίνδυνες για τον
αντίπαλο.
Εκείνο το οποίο ήταν επίσης επικίνδυνο για τον αντίπαλο, και μάλιστα πολύ επικίνδυνο,
ήταν κάτι άλλο: η ναρκοθέτηση των δρόμων. Άρχισε το 1947. Ανετινάσσοντο έτσι στους
μεγάλους δρόμους τα αξιολογώτερα μέσα συγκοινωνίας, ιδίως τα λεωφορεία και τα
φορτηγά αυτοκίνητα. Οι δρόμοι, τότε καθώς ήταν γεμάτοι λάκκους, χαλίκια και λάσπη, δεν
επέτρεπαν στους οδηγούς να αντιλαμβάνονται τη νάρκη που τους περίμενε. Το όπλο αυτό
ήταν για το άμεσο μέλλον ένα από τα πιο αποτελεσματικά που χρησιμοποίησε ο Δ.Σ.Ε.
Και η ιστορία επαναλαμβανόταν από τον ένα μήνα στον άλλο.
Επαναλαμβανόταν τόσο κανονικά ώστε από δω και πέρα δεν θα μνημονευθούν στις σελίδες
αυτές παρά μόνο ειδικά γεγονότα ή σημαντικά εγχειρήματα.
Οι λεπτομέρειες, όμως, που σημειώθηκαν για τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1947,
αποκαλύπτουν και μόνο αυτές μέχρι ποιου σημείου η ζωή της Χώρας είχε αναστατωθεί.
Αποκαλύπτουν πόσο ο Μάρκος είχε οργανωθεί καλά, πόσο ήταν σε θέση να συντονίζει τις
στρατιωτικές του επιθέσεις, ώστε αφ' ενός να εκτελούνται καλά από απόψεως τακτικής και
αφ' ετέρου να είναι χρήσιμες από πολιτικής πλευράς.
Την εποχή εκείνη (τέλος Φεβρουαρίου 1947), ο Μάρκος Βαφειάδης διέθετε περί τους
13.000 μαχητάς.
Οι συμμορίες, που στην αρχή ονομάζονταν ομάδες και ήταν μικρές, απετελούντο τώρα από
70-100

άνδρες,

και

είχαν

το

κάπως

εξεζητημένο

όνομα

"συγκροτήματα".

Κάθε

"συγκρότημα" είχε του λοιπού, εκτός από τον αρχηγό του, και έναν πολιτικό κομισάριο,
ονομαζόμενο "Καπετάνιο".
Τέλος, τον Μάρτιο, εκείνο που στην αρχή φαινόταν να είναι απλώς ένα στοιχείο
προπαγάνδας, έγινε πραγματικότης. Ένα Γενικό Στρατηγείο δημιουργήθηκε επί τόπου με
τον ίδιο τον Μάρκο επικεφαλής, και από το Στρατηγείο εξηρτώντο επτά Διοικήσεις, που η
καθεμιά ήταν υπεύθυνη για τις ακόλουθες περιοχές: Θράκη, Ανατολική Μακεδονία, Κεντρική
Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ρούμελη, Πελοπόννησος.
Οι Διοικήσεις έπρεπε να παρακολουθούν την εκτέλεση των εντολών του Γενικού
Στρατηγείου, ιδιαιτέρως ως προς τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά έπρεπε συγχρόνως να
αναπτύξουν και δική τους πρωτοβουλία ως προς την οργάνωση υπηρεσιών πληροφοριών,
όπως και όλων των άλλων υπηρεσιών που υπάρχουν στα επιτελεία των μεγάλων
στρατιωτικών μονάδων.
Η έδρα των επτά Διοικήσεων δεν ήταν σταθερή. Μετεφέρετο, αν οι επιχειρήσεις το
επέβαλλαν, και τότε η επιμελητεία φρόντιζε είτε για τη μεταφορά του αποθηκευμένου
υλικού είτε για την απόκρυψή του. Η περίπτωση αυτή ήταν σπάνια, και ακόμη σπανιότερα
συνέβαινε οι αντάρτες να χάσουν τα αποθέματά τους σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Μια από
τις σπάνιες αυτές περιπτώσεις υπήρξε εκείνη ενός από τους καλυτέρους αξιωματικούς του
Δ.Σ.Ε., του Στρατηγού Κικίτσα (άλλοτε εφέδρου αξιωματικού), ο οποίος την 9η
Φεβρουαρίου, μετά από μια μάχη που διήρκεσε 16 ώρες, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει
σημαντικό υλικό και 20 νεκρούς.
Αντιθέτως, το Γενικό Στρατηγείο του Μάρκου είχε μόνιμη έδρα: στη βορειοδυτική πλευρά
της Χώρας, κοντά στη λίμνη της Πρέσπας, εντεύθεν των ελληνοαλβανικών και των
ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων. Τα όρη του Γράμμου και του Βίτσι σχηματίζουν εκεί
προπύργιο με στενές διαβάσεις, γυμνές και απότομες, που περιβάλλονται από πυκνά δάση.
Ο Στρατός δεν είχε φθάσει στην άγρια αυτή περιοχή, η οποία άλλωστε βρίσκεται πολύ
κοντά στις βάσεις εφοδιασμού από το εξωτερικό. Εκεί ο Μάρκος είχε εγκαταστήσει την έδρα
του δικού του Γενικού Στρατηγείου, από όπου όμως ο ίδιος απουσίαζε συχνά.
Όλη αυτή η οργάνωση και η καταπληκτική δραστηριότης που προέκυπτε από αυτήν είναι
ακόμη περισσότερο αξιοπρόσεκτες, γιατί η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., όπως είναι γνωστό σήμερα,
δεν ήταν ιδιαιτέρως ευμενής στην εξέλιξη του Δ.Σ.Ε. Ο παράνομος μηχανισμός του
Κόμματος δεν είχε τεθεί στη διάθεση του Στρατού του. Για ένα χρόνο περίπου, η ηγεσία,
προ παντός ο Ζαχαριάδης, εκηρύσσετο υπέρ άλλης τακτικής: Οργάνωση στο βουνό εν όψει

του μέλλοντος. Εκεί, περιορισμένη δράση. Προς το παρόν, ο αγώνας του προλεταριάτου
στις πόλεις θα είχε το προβάδισμα. Η δράση στα βουνά, τυχόν αναπτυσσόμενη, θα
μπορούσε, υπό μορφήν αντιποίνων, να είναι ολέθρια για τον αγώνα μέσα στις πόλεις.
Αν κανείς πιστεύση όσα ο Μάρκος Βαφειάδης υπεστήριξε εγγράφως και επισήμως όταν,
πολύ αργότερα, προέβαινε στην εκκαθάριση των λογαριασμών του παρελθόντος (έκθεσή
του του Οκτωβρίου 1957 προς την Κεντρική Επιτροπή), οι πόλεις ανέστειλαν την εξέλιξη
του Δ.Σ.Ε. κατά το 1946 και κατά τους πρώτους μήνες του 1947.
Εν πάση περιπτώσει, με τη βοήθεια ή χωρίς τη βοήθεια των πόλεων, ο Δ.Σ.Ε., κυρίως χάρις
στην ξένη βοήθεια και τις ικανότητες του Αρχηγού του, κατόρθωσε μέσα σε λίγους μήνες
να αναπτύξει μια δραστηριότητα που ανεστάτωσε τη Χώρα.
Βεβαίως όμως, αυτή η αναστάτωση της Χώρας δεν γινόταν χωρίς να σημειώνεται μια
σοβαρή στρατιωτική αντίδραση.
Όπως ελέχθη, οπουδήποτε οι αντάρτες επετίθεντο, ύστερα από λίγες ώρες υφίσταντο
πάντοτε αντεπίθεση και έπρεπε να αρνηθούν τη μάχη και να τραπούν εις φυγήν. Πολύ
συχνά υφίσταντο απώλειες, που δεν μπορούσαν να τις αποκρύψουν παίρνοντας μαζί τους
τους νεκρούς των, σύμφωνα με τη διαταγή που είχαν. Τέλος, μερικές εκατοντάδες θέσεων
-πόλεις, συγκοινωνιακοί κόμβοι κ.ά.- επροστατεύοντο αρκετά καλά.
Δεδομένων των περιστάσεων, αυτό ήταν πολύτιμο, συγχρόνως όμως ήταν και ανεπαρκές:
οι αντάρτες γίνονταν συνεχώς ισχυρότεροι.
Ο Στρατός λοιπόν απεφάσισε να καταφέρει ένα σκληρό κτύπημα κατά του Δ.Σ.Ε.
Το Γενικό Επιτελείο ήταν εν πλήρει γνώσει των ειδικών συνθηκών του αγώνος και της
ανεπαρκείας των μέσων που διέθετε. Έκρινε όμως ότι το ηθικό του πληθυσμού και των
Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και λόγοι διεθνούς σημασίας, δεν επέτρεπαν στο Στρατό να
περιορίζεται στον αμυντικό ρόλο που είχε έως τότε.
Αλλά πριν αρχίσει η έκθεση αυτή της πρώτης ευρείας και σχεδιασμένης αντεπιθέσεως του
Εθνικού Στρατού, που άρχισε την 14η Απριλίου, πρέπει να μνημονευθούν άλλα γεγονότα,
πολιτικά και στρατιωτικά, που συνέβησαν από την αρχή του έτους και επηρέασαν τις
γενικότερες εξελίξεις.

Προσπάθεια αντιπλημμυρικού φράγματος
Οι συνθήκες υπό τις οποίες βρισκόταν η Χώρα τον χειμώνα του 1946-47, δεν ήταν δυνατό
παρά να δημιουργήσουν μια πολύ κακή οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση. Και αν
ακόμη η Διοίκηση ήταν τέλεια -που δεν ήταν- και αν ακόμη οι "πλούσιοι" και οι
"κερδοσκόποι" είχαν ηθικές αρχές -που δεν είχαν- η οικονομική και δημοσιονομική
κατάσταση θα ήταν πολύ κακές.
Όταν το φθινόπωρο του 1946 είχε ενταθεί ο συμμοριτοπόλεμος, έγινε προφανές ότι ούτε
ένα ελάχιστο οικονομικής σταθερότητος δεν μπορούσε να επιτευχθή με την ομαλή
λειτουργία της συνήθους παραγωγικής δραστηριότητος. Περί προόδου δεν ήταν δυνατόν να
γίνη βεβαίως λόγος.
Το Λονδίνο, που εκτός από την πολύτιμη προσφορά της UNRRA προσέφερε την απαραίτητη
βοήθεια στην κατερειπωμένη Ελλάδα, είχε αρχίσει από το 1946 να λέγει στην Washington
ότι οι δικές του δυσκολίες δεν του επέτρεπαν να κρατεί στους ώμους του το ελληνικό
φορτίο.
Η Αμερικανική Κυβέρνηση, εξάλλου, είχε επισήμως πληροφορηθεί από τον Έλληνα
Πρωθυπουργό και από μια ομάδα κοινοβουλευτικών ανδρών της αντιπολιτεύσεως, υπό την
προεδρία του Σοφοκλή Βενιζέλου, ότι οι ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες που
αντιμετώπιζε η Χώρα, κινδύνευαν να ανατρέψουν όλα όσα με τόσες θυσίες εσώζοντο στα
πεδία των μαχών.
Τέλος, μια ασφαλέστερη γι' αυτούς πηγή πληροφοριών δημιουργήθηκε από τους ίδιους
τους Αμερικανούς, όταν μια αποστολή ειδικών υπό τον Πωλ Πόρτερ απεστάλη επειγόντως
από την Washington για να μελετήσει την οικονομική κατάσταση της Χώρας.
Εν τω μεταξύ, Αμερικανοί και Βρετανοί είχαν επισημάνει επιμόνως στην Ελληνική
Κυβέρνηση και στην Αντιπολίτευση ότι ένα κυβερνητικό σχήμα ευρύτατου συνασπισμού
ήταν απαραίτητο ώστε η Διεθνής Κοινή Γνώμη να πεισθεί ότι δεν κυβερνούν μόνο οι Δεξιοί.
Τον Ιανουάριο του 1947 σχηματίσθηκε νέα Κυβέρνηση αυτής της μορφής. Διατηρούσε
μερικά από τα παλαιά της χαρακτηριστικά (Τσαλδάρης, Υπουργός των Εξωτερικών· Ζέρβας,
Ασφαλείας) αλλά προεδρευόταν από ένα σεβαστό και μετριόφρονα τραπεζίτη, τον Μάξιμο.
Περιελάμβανε επίσης τους Αρχηγούς τριών μικρών Κομμάτων του Κέντρου -Βενιζέλο,
Παπανδρέου, Κανελλόπουλο- των οποίων τα 70 μέλη αντιπροσώπευαν το ένα πέμπτο του
Κοινοβουλίου.

Έτσι, στην αρχή του Νέου Έτους, όταν ο συμμοριτοπόλεμος απεκαλύφθη ιδιαιτέρως
επικίνδυνος, οι εσωτερικές πολιτικές συνθήκες της Ελλάδος έκαμαν ευκολότερες τις
ενέργειες της χώρας που ηγείτο των δημοκρατικών χωρών του κόσμου, της μόνης
υπερδυνάμεως της εποχής εκείνης, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Διάφορα γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν ως οι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπο
συντελεσταί του Δόγματος Truman. Αλλά το αποφασιστικό γεγονός, τόσο ως προς τους
τύπους όσο και ως προς την ουσία, υπήρξαν τα διαβήματα τα οποία έκαμε στην Washington
ο Πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας την 21η Φεβρουαρίου.
Το State Departmemt είχε ήδη επισήμως πληροφορηθεί ότι οι βρετανικές δυνάμεις στην
Ελλάδα θα περιορίζοντο σε μια ταξιαρχία, η οποία, άλλωστε, θα έμενε εκεί μόνο και μόνο
επειδή σοβιετικά στρατεύματα στάθμευαν στη Βουλγαρία. Την 21η Φεβρουαρίου οι
βρετανικές προειδοποιήσεις έγιναν επίμονες, με δύο διακοινώσεις που παρεδόθησαν στο
αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Με την πρώτη διακοίνωση η Βρετανική Κυβέρνηση υπενθύμιζε τη σύμπτωση απόψεων των
δύο Κυβερνήσεων ως προς την ανάγκη της διατηρήσεως της ανεξαρτησίας της Ελλάδος.
Με τη δεύτερη, εξετίθετο η οικονομική κατάσταση της Χώρας και ετονίζετο ότι δεν θα ήταν
ποτέ δυνατό να γίνη κάτι το αποτελεσματικό αν η Ελληνική Κυβέρνηση δεν κατόρθωνε να
εξουθενώσει τις κομμουνιστικές ομάδες. Η Ελλάς, έλεγε η διακοίνωση, θα χρειαζόταν για το
1947 βοήθεια σε ξένο συνάλλαγμα 240 έως 280 εκατομμυρίων δολαρίων. Η Βρετανική
Κυβέρνηση ήλπιζε ότι μετά την 1η Απριλίου η οικονομική αυτή βοήθεια θα εβάρυνε τις
Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι δύο αυτές διακοινώσεις και τα μηνύματα που αντήλλαξαν την ίδια ημέρα ο Στρατηγός
Marshall και ο Ernest Bevin, τότε Υπουργοί των Εξωτερικών των δύο χωρών, ανέτρεψαν
αδράνεια, η οποία, πολύ πιθανόν, δεν ανέμενε παρά την ευκαιρία για να ανατραπεί. Όπως
παρατηρεί ένας ξένος συγγραφεύς, "ο αιφνίδιος αυτός σπινθήρ εξαπέλυσε μια φλεγόμενη
διαδικασία, η οποία εντός δεκαπέντε εβδομάδων θα έθετε τις βάσεις της προσεχούς
αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών". Οι μεγάλοι πρωταγωνισταί
αυτής της αλλαγής υπήρξαν ο Truman, ο Marshall, ο αναπληρωτής του Acheson, όπως και ο
ισχυρός γερουσιαστής Άρθουρ Βαντερμπεργκ, άλλοτε φανατικός απομονωτικός και ήδη
φανατικός διεθνιστής.
Μετά από μια προετοιμασία του State Departmemt και των Υπουργών των Στρατιωτικών
και των Ναυτικών και μετά από πολύ προσεκτικές επαφές με τη Γερουσία, όπου ο Πρόεδρος

διέθετε μόνο τη μειοψηφία των γερουσιαστών, ο Truman μπόρεσε να παρουσιάσει την 11η
Μαρτίου τον Νόμο που περιείχε το αργότερα ονομαζόμενο "Δόγμα Truman"
Υποβάλλοντας τον νόμο αυτόν δήλωνε ότι στον κόσμο ολόκληρο συγκρούονται δύο
συστήματα: το σύστημα που στηρίζεται στη θέληση της πλειοψηφίας και στους ελευθέρους
θεσμούς, και εκείνο που χρησιμοποιεί "τον τρόμο και τη βία, την κατάργηση της
ελευθερίας". "Πιστεύω, δήλωνε, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να βοηθήσουν τους
ελευθέρους λαούς που ανθίστανται σε απόπειρες υποδουλώσεώς των από ένοπλες
μειοψηφίες." (Βρισκόμαστε στο έτος 1947... Μιλούσε, βεβαίως, περί των Ηνωμένων
Πολιτειών και περί της δημοκρατικής Ελλάδος της εποχής εκείνης.)
Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία δέχθηκαν το Δόγμα με μεγάλη πλειοψηφία. Το
σχέδιο προέβλεπε ως πρώτη δόση μια βοήθεια 250 εκατομμυρίων δολαρίων για την Ελλάδα
και 150 εκατομμυρίων για την Τουρκία.
Επί του παγκοσμίου πεδίου, αυτό είχε τεράστια σημασία: επρόκειτο περί της αρχής μιας
εκστρατείας για την περιστολή της σοβιετικής προωθήσεως. Η εκστρατεία επρόκειτο να
διευρυνθεί πάρα πολύ δύο μήνες αργότερα, δια της εφαρμογής του Σχεδίου Marshall, χάρη
στο οποίο η Ευρώπη, κατερειπωμένη και κατεστραμμένη, μπόρεσε να ανορθωθεί σε
διάστημα μικρότερο των δέκα ετών.
Όλα όμως αυτά, εξελισσόμενα, τόνιζαν περισσότερο παρά ποτέ τη διαίρεση της Ευρώπης
σε δύο συγκροτήματα.
Για πρώτη φορά στην Ιστορία τα σύνορα της εθνικής δημοκρατίας διηυρύνοντο από τις
Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι των ορίων της παγκοσμίου δημοκρατίας. Η διεύρυνση αυτή
γινόταν με πρακτικά μέσα, πράγμα που την έκαμνε πολύ περισσότερο αποτελεσματική. Δεν
ήταν δυνατό να γίνη δεκτή από τη Σοβιετική Ένωση, τη συστηματική αντίπαλο των
δημοκρατικών ιδεών. Δεν ήταν δυνατό να γίνη δεκτή, ακόμη περισσότερο, επειδή το Σχέδιο
Marshall χαιρετίσθηκε με ενθουσιασμό και από αυτές ακόμη τις χώρες όπου η ρωσική
ηγεμονία είχε αρχίσει να επιβάλλεται. Το πράγμα ήταν επικίνδυνο. Γι' αυτό οι
διαπραγματεύσεις τις οποίες ο Molotov προσωπικώς διεξήγαγε για την αποδοχή του Σχεδίου
Marshall, κατέληξαν σε πλήρες αδιέξοδο. Αδιέξοδο που την 2α Ιουλίου κατέληξε σε βαρειά
καταγγελία κατά του Σχεδίου, το οποίο, κατά τον Molotov, "θα οδηγούσε τις χώρες της
Ευρώπης στην απώλεια της εθνικής και οικονομικής των ανεξαρτησίας".
Πριν από τα μέσα Ιουλίου, υπό την μια ή την άλλη μορφή, ηρνούντο την αποδοχή του
Σχεδίου Marshall η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Φιλλανδία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η

Ρουμανία, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία. Την 5η Οκτωβρίου ανηγγέλλετο η
δημιουργία της Κομινφόρμ.
Η Ευρώπη χωριζόταν κατά τρόπο σαφή, βαθύ, επικίνδυνο.
Αυτή η διαίρεση καθίστα ανάγλυφη την ουσία του αγώνος, ο οποίος εξελισσόταν στην
Ελλάδα και έπειθε κάθε καλόπιστο άνθρωπο, με επιχειρήματα στηριγμένα σε πραγματικά
γεγονότα, ότι οι υπερβολές της Άκρας Δεξιάς δεν ήταν καθόλου η αφορμή του τοπικού
πολέμου στην Ελλάδα.
Εξάλλου, είναι φανερό ότι η θέση που υπεστήριζε η Ελληνική Κυβέρνηση εξυπηρετείτο
θαυμάσια από το δόγμα Truman, τόσο στο ηθικό και πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο.
Κατά την ίδια εποχή, την κατάσταση επηρέασε και ένας άλλος ευνοϊκός παράγων: η
Επιτροπή των Παρατηρητών του ΟΗΕ.
Η Επιτροπή συνήλθε για πρώτη φορά στην Αθήνα την 30ή Ιανουαρίου 1947, υπό την
προεδρία

του

Γενικού

Γραμματέως

της,

του

Νορβηγού

Συνταγματάρχου

Lount.

Περιελάμβανε ανά ένα αντιπρόσωπο για κάθε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ,
δηλαδή της Αυστρίας, του Βελγίου, της Βραζιλίας, της Κίνας, της Κολομβίας, των Ηνωμένων
Πολιτειών, της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Πολωνίας, της Συρίας και της
Σοβιετικής Ενώσεως. Η ενδεκαμελής αυτή Επιτροπή βρισκόταν σε επαφή και προσκαλούσε
συχνά στις συνεδριάσεις της τέσσερεις συνδέσμους, που αντιπροσώπευαν την Αλβανία, τη
Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Οι συνοδοί των συνδέσμων ήταν κάπουκάπου πολύ περισσότεροι από εκείνους που συνόδευαν τα μέλη της Επιτροπής. Οι
Βούλγαροι αντιπρόσωποι, π.χ., ήταν δέκα, χωρίς να λογαριασθεί ο Αρχηγός των, που ήταν ο
ίδιος ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας και της Εθνικής Συνελεύσεως της Βουλγαρίας.
Οι πρώτες συνεδριάσεις υπήρξαν θορυβώδεις, γιατί οι τρεις βαλκανικοί αντιπρόσωποι
επέμειναν με πάθος στις απίστευτες συκοφαντίες των κατά της Ελλάδος. Πολιτικοί άνδρες
της Ελλάδος ή φυσιογνωμίες της Αντιστάσεως κατηγορούντο ως πράκτορες της Γκεστάπο.
Οι Έλληνες "μοναρχοφασίστες" κατηγγέλλοντο για την τυραννία που ασκούσαν εναντίον
των άλλων δημοκρατικών πολιτών, υπερασπιστών της ειρήνης. Όλες οι μεταπολεμικές
Κυβερνήσεις, στηριζόμενες στις βρετανικές δυνάμεις κατοχής, ήταν φασιστικές και δεν
αντιπροσώπευαν τον Ελληνικό Λαό.
Η τακτική αυτή προεκάλεσε μια αντίδραση που δεν περίμεναν οι τρεις αντιπρόσωποι.
Καυστικές αλήθειες τους ελέχθησαν δημοσία και ο πιο θορυβώδης από τους τρεις, ο
Γιουγκοσλάβος αντιπρόσωπος, κατηγορήθηκε σαφώς πως κάμνει τα αδύνατα δυνατά για να

μην αντιληφθεί την αλήθεια η Επιτροπή. Ένα ωραίο και αποτελεσματικό μάθημα τους εδόθη
από τον γέροντα Σοφούλη, ο οποίος ήταν εν τούτοις ο δικηγόρος των "διωκομένων
δημοκρατικών πολιτών", ο ανένδοτος αντίπαλος της Δεξιάς.
Πρόκειται περί αληθινού μαθήματος δημοκρατικής αγωγής, και αξίζει να μνημονευθή σ'
αυτές τις σελίδες.
Ο Σοφούλης λοιπόν δήλωσε στις 9 Φεβρουαρίου 1947 προς τον Ελληνικό και ξένο τύπο: "Η
ανώμαλος κατάστασις έχει αίτια εξωτερικά και εσωτερικά. Η Ελλάς ήγαγε ενώπιον του
Συμβουλίου Ασφαλείας το ζήτημα ότι οι ένοπλοι αντάρται ορμώνται εκ του εδάφους της
Αλβανίας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Το ζήτημα, ως προς την αλήθειάν του και την
έκτασίν του, δέον να διαπιστωθεί δι' επιτοπίου ερεύνης, μη ούσης άλλως δυνατής της
αποκρούσεώς του κατ' αντικειμενικήν κρίσιν και φιλοδικαίαν συνείδησιν.
"Αι διαφοραί αντιλήψεων ως προς την αντιμετώπισιν της ενόπλου ανταρσίας ανάγονται εις
την εσωτερικήν μας πολιτικήν, αποτελούν εκδήλωσιν της κανονικής λειτουργίας των
δημοκρατικών μας θεσμών και δεν δύνανται να δικαιολογήσουν οιανδήποτε ανάμειξιν, λόγω
ή έργω, των γειτόνων μας. Λέγομεν τούτο προς τα εχθρικά κράτη της Αλβανίας και
Βουλγαρίας και προς την φίλην Γιουγκοσλαβίαν, από την οποίαν προσδοκώμεν μείζονα
κατανόησιν εδραζομένην επί της παγίας φιλίας των Λαών μας".
Τελικά, η Επιτροπή μπόρεσε να εργασθή. Αντιμετώπισε δυσχερείς καταστάσεις, ιδίως όταν
μια μαρτυρία σημαντική επιβεβαίωνε την εξωτερική παρέμβαση. Μπόρεσε όμως να ακούσει
ελεύθερα αντιπροσώπους της Αριστεράς, "καπετάνιους" εν ενεργεία του Δ.Σ.Ε., λιποτάκτες
του Δ.Σ.Ε., μεταξύ των οποίων υπήρχαν και τρεις καπεταναίοι σημαντικοί. Μπόρεσε επίσης
να εξετάσει πολεμικό υλικό, ή έγγραφα προερχόμενα από τη Γιουγκοσλαβία, που είχαν
βρεθεί στα χέρια ανταρτών. Αργότερα, μεταφέροντας την έδρα της στη Θεσσαλονίκη,
εκινήθη ελεύθερα κοντά στα σύνορα.
Οι Αρχές και ο Λαός προσεπάθησαν να διευκολύνουν την έρευνα. Η στάση αυτή έφθασε
μέχρις υπερβολής, όταν την 3η Μαρτίου 1947, στην Αγόριανη (Θεσσαλία), η Επιτροπή,
αφού άκουσε τέσσερεις από τους πιο γνωστούς καπετάνιους, παρηκολούθησε παρέλαση
μονάδων του Δ.Σ.Ε.!
Πράγματι, την ημέρα εκείνη, μπροστά στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, εγγυήτρια και
προστάτιδα της ανεξαρτησίας των μελών της, παρήλασαν ένας λόχος πεζών ανταρτών και
δύο ίλες ιππικού. Όλοι οι άνδρες ήταν οπλισμένοι με όπλα, αρκετά οπλοπολυβόλα και
φορούσαν στολή. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και μερικοί πάρα πολύ νέοι.

Κατά την αναχώρησή της από την Αγόριανη, η Επιτροπή συνοδεύθη από τιμητική φρουρά
150 ιππέων μέχρι της στροφής του δρόμου. Το πράγμα ήταν πολύ γραφικό αλλά
συγχρόνως και κωμικοτραγικό.
Επί δύο μήνες, δεν εσημειώθη εις βάρος της Επιτροπής παρά μόνο ένα δυσάρεστο
επεισόδιο, το οποίο όμως ο σοβιετικός αντιπρόσωπος επίμονα επεκαλέσθη στο Συμβούλιο
Ασφαλείας: από ένα στρατόπεδο προσφύγων ερρίφθησαν λίθοι και διετυπώθησαν ύβρεις
κατά των απεσταλμένων της Ρωσίας, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της
Γιουγκοσλαβίας, που πήγαιναν στα βουνά για να συναντήσουν τον Μάρκο.
Η Επιτροπή ανεχώρησε από την Ελλάδα, και μετά από σύντομη παραμονή στην Αλβανία, τη
Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, συγκεντρώθηκε στη Γενεύη, από όπου, την 23η Μαΐου,
υπέβαλε το πόρισμά της.
Αυτό το πόρισμα περιελάμβανε δύο μέρη: το πρώτο αφορούσε τις συστάσεις, το δεύτερο
τα συμπεράσματα. Το πρώτο είχε γίνει δεκτό με 9 ψήφους κατά 2 (Σοβιετική Ένωση,
Πολωνία), το δεύτερο με ψήφους 8 κατά 2, και μια αποχή, της Γαλλίας.
Από τις συστάσεις, που ήταν όλες λογικές αλλά θα ήταν και αποτελεσματικές μόνο αν
αφορούσαν γείτονες φιλικά διακειμένους, πρέπει να συγκρατηθεί εκείνη που συνιστούσε τη
δημιουργία για ένα χρόνο μιας διεθνούς επιτροπής παρατηρητών, η οποία κάθε τρεις μήνες
θα ανέφερε τις επί τόπου διαπιστώσεις της στο Συμβούλιο Ασφαλείας. (Η σύσταση αυτή
έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Ασφαλείας έπειτα από μακρές συζητήσεις.)
Από τα συμπεράσματα, πρέπει προπάντων να συγκρατηθεί η κατηγορηματική βεβαίωση
κατά την οποία "οι τρεις γείτονες προς Βορράν, και ιδίως η Γιουγκοσλαβία, εξεπαίδευσαν
τους αντάρτας, τους προμήθευαν όπλα και πολεμοφόδια, τους διηυκόλυναν την διέλευσιν
των συνόρων και τους παρείχον άσυλον".
Η Αριστερά αμφισβήτησε θορυβωδώς την ειλικρίνεια των συμπερασμάτων, αλλά οι κύβοι
είχαν ριφθεί: Η Διεθνής Κοινή γνώμη είχε ευρύτατα και υπεύθυνα διαφωτισθή από διεθνή
ομάδα, στην οποία μάλιστα δεν συμμετείχε η Ελλάς.
Στον παράγοντα αυτό, που επηρέασε ευμενέστατα το κάπως κλονισμένο ηθικό των
κυβερνητικών στην Ελλάδα, προσετίθετο κάτι άλλο σημαντικό: όλος ο πολιτικός κόσμος της
Ελλάδος είχε τηρήσει κοινή στάση για να διαφυλάξει τις αρχές της αληθινής δημοκρατίας,
τις αρχές που εξασφαλίζουν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Δεν μπορούσε βέβαια να γίνη ακόμη λόγος περί πλήρους αλληλεγγύης. Οι Φιλελεύθεροι,

υπό την ηγεσία του Σοφούλη, διεξήγαν πάντοτε μια αντιπολίτευση οξεία και κάποτε
δηλητηριώδη. Αλλά από αυτή ακριβώς την αντίθεση προέκυπτε η μεγάλη δύναμη της
σχετικής αλληλεγγύης, που διεγράφετο γενικώς και που, όπως διεφάνη προηγουμένως,
εξεδηλούτο τις σοβαρότερες ώρες.
Η ίδια αλληλεγγύη δεν υπήρχε στο στρατόπεδο της Αριστεράς. Η πειθαρχία ήταν απόλυτη
εκεί, γιατί δεν υπήρχε δυνατότης να συμβαίνει το αντίθετο. Κάτω από την επιφάνεια όμως
υπήρχαν αντιθέσεις που είναι σήμερα πληρέστερα γνωστές.
Ο Στρατιωτικός Αρχηγός, ο Μάρκος, ενισχυμένος από τις επιτυχίες του Δ.Σ.Ε., επιτυχίες των
οποίων εκείνος ήταν ο πρωτεργάτης, είχε αποκτήσει μια ανεξαρτησία, όχι τύπων αλλά
ουσίας, που δημιουργούσε δυσαρέσκειες μέσα στην ίδια την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. Οι
δυσαρέσκειες αυτές ήταν και προσωπικής και δογματικής φύσεως.
Ο Ζαχαριάδης και οι προσωπικά πιστοί σ' αυτόν, αν και βεβαίως υπεστήριζαν τον
ανταρτοπόλεμο, πίστευαν περισσότερο στην ορθόδοξη κοινωνική επανάσταση του Λένιν και
του Στάλιν, εκείνη που εξορμά από τις πόλεις. Δεν πίστευαν στο νέο είδος επαναστατικής
κινήσεως, το τότε νεοφανές, του Μάο-Τσε-Τουγκ, που ξεκινά από τις απομονωμένες
περιοχές και προχωρεί προς τις πόλεις.
Ο Σιάντος, εξάλλου, ο "Γέρος", που έχαιρε πάντοτε πολλού σεβασμού, όταν έγινε προφανές
ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν στον αντίπαλο σημαντική πολιτική και υλική
βοήθεια, άρχισε να έχη αμφιβολίες ως προς την εξέλιξη της ανταρσίας.
Τα επιχειρήματα που έθεσε ενώπιον της ηγεσίας, χωρίς πάθος αλλά σαφώς, είχαν έναν
αναμφισβήτητο ρεαλισμό: η Αμερική κατέβαινε στον στίβο, και συνεπώς ήταν σχεδόν
αδύνατο να καταληφθεί η εξουσία ενόπλως. Το Κόμμα μπορούσε να προκαλέση επεισόδια,
δεν μπορούσε όμως να επιβληθεί. Έπρεπε κάτι να γίνη λοιπόν πριν φθάσει στην Ελλάδα ο
όγκος της αμερικανικής βοηθείας. Το Κόμμα ήταν πάντοτε νόμιμο. Είχε διάφορες
διευκολύνσεις. Όλα αυτά θα σταματούσαν μια μέρα. Ήταν ακόμη καιρός για να σωθεί το
Κόμμα μέσω ενός καλού συμβιβασμού, που θα τον επετύγχαναν από θέσεως ισχύος. Αυτό
θα επέτρεπε τον πολιτικό αγώνα, που ήταν βραδύτερος αλλ' ασφαλέστερος. Έπρεπε να
μελετηθεί η τακτική αυτή.
Ο Ζαχαριάδης δεν ήθελε να ακούσει τίποτε σχετικώς και αντιδρούσε εντόνως, εναντίον
αυτών των απόψεων.
Ορισμένοι φίλοι του απέδωσαν αργότερα αυτόν τον επαναστατικό του ζήλο σε ένα

συνδυασμό συνδρόμου κατωτερότητος -αποτέλεσμα των περιστάσεων, και συνδρόμου
ανωτερότητος- αποτέλεσμα της νοοτροπίας του. Ήταν ο εκλεκτός, ο εκλεκτός της Μόσχας,
ο εκλεκτός του λαού "του". Ορισμένοι τον θεωρούσαν ένα είδος Μεσσία, και έτσι έβλεπε και
ο ίδιος τον εαυτό του.
Όλοι οι άλλοι, οι κατώτεροί του, είχαν κάμει την επανάσταση μέχρι τον Ιανουάριο του
1945. Παρ' ολίγο θα έβαζαν την Ελλάδα στις αγκάλες της μεγάλης σοσιαλιστικής
οικογένειας, στα χέρια του σεβαστού Αρχηγού, του Στάλιν. Άλλοι σύντροφοι, σε άλλες
χώρες, είχαν κάμει τον ίδιο αγώνα και είχαν επιτύχει.
Ο ίδιος, ο Στάλιν της Ελλάδος, ήταν ο μόνος που δεν είχε συμμετάσχει σε επανάσταση.
Τώρα που η επανάσταση είχε αρχίσει, που είχε γνωρίσει τις πρώτες επιτυχίες της και
υπεστηρίζετο από τρεις γειτονικές χώρες, τώρα που ο ίδιος ήταν ο ανώτατος αρχηγός της,
έπρεπε η επανάσταση να συνεχισθεί και να επιτύχει! Επρόκειτο περί της αποκαταστάσεώς
του.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ιστορικά γεγονότα επηρεάσθηκαν από τέτοιου είδους
ψυχολογικά σύνδρομα.
Αλλά από το άλλο μέρος, τα επιχειρήματα του "Γέρου" δεν ήταν καθόλου αβάσιμα και
οδηγούσαν σε βαθειά αντίθεση.
Όταν η Επιτροπή των Παρατηρητών του ΟΗΕ μετέφερε την έδρα της στη Θεσσαλονίκη, ο
Ζαχαριάδης πήγε εκεί, και είναι σήμερα βέβαιο ότι έπειτα από λίγες μέρες είχε μακρές
συνομιλίες, αφ' ενός με τη σοβιετική και την πολωνική αντιπροσωπεία και αφ' ετέρου με
τους απεσταλμένους της Αλβανίας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας.
Η κεντρική του επιχειρηματολογία ήταν ότι, μετά την αναγγελία του Δόγματος Truman, το
Κ.Κ.Ε. έπρεπε να επιτύχει γρήγορα σημαντικά αποτελέσματα, και ότι γι' αυτό έπρεπε να
λάβη αμέσως τη μεγαλύτερη δυνατή υλική και ηθική βοήθεια.
Οι απαντήσεις υπήρξαν ικανοποιητικές, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι εκείνο που είπαν
στον Αρχηγό του Κ.Κ.Ε. οι πρώτοι συνομιληταί του, ο Ρώσος Γκράουερ και ο Πολωνός
Κράουμβακ.
Ιδού περί τίνος πρόκειται: Η Επιτροπή είχε ανταποκριθεί στην επιθυμία του Μάρκου να
εμφανισθεί ο ίδιος ενώπιόν της και είχε αποστείλει στα βουνά μια υποεπιτροπή, υπό τον
Βέλγο Αντισυνταγματάρχη Delvoie. Η υποεπιτροπή αυτή είχε ακολουθήσει το δρομολόγιο
και τις οδηγίες που της είχαν διαβιβασθεί από το επιτελείο του Δ.Σ.Ε., αλλά ύστερα από

περιπλάνηση έξι ημερών, ύστερα από φιλοξενία από τη μια και την άλλη ανταρτική ομάδα,
δεν μπόρεσε να συναντηθεί με τον "Στρατηγό". Ύστερα από αυτό, απεφάσισε, με ψήφους
7 κατά 2, να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Παρέμειναν στα βουνά μόνον οι δύο που είχαν
ψηφίσει εναντίον της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή ο Ρώσος αντιπρόσωπος και ο
Πολωνός συνάδελφός του, μαζί με τρεις συνδέσμους των βορείων γειτόνων. Τότε, ως εκ
θαύματος, συνήντησαν τον Μάρκο στη Χρυσομηλιά, μικρό χωριό χαμένο μέσα σε ένα
μεγάλο δάσος, βορειοδυτικά των Μετεώρων.
Ο Ζαχαριάδης συνομίλησε με τους Γκράουερ και Κράουμβακ την 23η Μαρτίου, δηλαδή την
επομένη της επιστροφής τους από τη Χρυσομηλιά.
Ήταν και οι δύο ενθουσιασμένοι. Του εδήλωσαν ότι είχαν πολύ εντυπωσιασθεί από όλα όσα
είχαν δει και ότι ήταν πεπεισμένοι ότι η νίκη ήταν πολύ πιθανή. Υπεσχέθησαν να
υποστηρίξουν στην αναφορά τους ότι ο Δ.Σ.Ε. έπρεπε να λάβη ανεπιφύλακτη βοήθεια.
Είπαν ότι τα πράγματα τους εφαίνοντο απολύτως ώριμα ώστε το Κόμμα να υιοθέτηση
επισήμως τον ένοπλο αγώνα και ότι η ηγεσία του Κόμματος έπρεπε να λάβη σαφή θέση.
Η ηγεσία έπρεπε, κατ' αυτούς, να εγκαταλείψει τις πόλεις και να αφήση εκεί μόνο μικρές
ομάδες, που θα εξεμεταλλεύοντο όσο ήταν δυνατό τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η
νομιμότης.
Τέλος, βεβαίωσαν κάτι πολύ σημαντικό, του οποίου δυστυχώς δεν μπορεί να εκτιμηθεί η
ακριβής σημασία, γιατί δεν είναι γνωστό αν μιλούσαν εν ονόματι των Κυβερνήσεών τους, η
αν μιλούσαν παρασυρθέντες από τον ενθουσιασμό τους: Αν ο Δ.Σ.Ε., είπαν, μπορούσε να
είναι κυρίαρχος μιας μικρής περιοχής και να συστήσει μια Προσωρινή Κυβέρνηση, η
Κυβέρνηση αυτή θα ανεγνωρίζετο αμέσως από όλες τις σοσιαλιστικές χώρες. Θα μπορούσαν
τότε να συναφθούν αμέσως εμπορικές συμφωνίες με την Κυβέρνηση του Κ.Κ.Ε., και έτσι οι
σοσιαλιστικές χώρες θα μπορούσαν να προσφέρουν οιανδήποτε υλική βοήθεια χρειαζόταν.
Ο Ζαχαριάδης είχε επίσης μια μακρά και προσωπική συνομιλία με τον Λαβρίτσεφ, τον
Αρχηγό της Σοβιετικής Αντιπροσωπείας στην Επιτροπή των Παρατηρητών.
Όλα αυτά ενεθάρρυναν τον Αρχηγό του Κ.Κ.Ε. και τόνωσαν τις φιλοδοξίες του. Φυσική
συνέπεια όλων αυτών, ήταν να αλλάξει την τακτική του.
Το έκαμε το ίδιο εκείνο βράδυ μπροστά στα ανώτερα στελέχη του Κόμματος στη
Θεσσαλονίκη, προς τους οποίους μίλησε στο ξενοδοχείο "Αστόρια", όπου κατοικούσε.
Άλλωστε, η ελευθερία των κινήσεών του είχε πολύ διευκολυνθή από δύο θανάτους που

επήλθαν στην κατάλληλη εποχή.
Την 20ή Μαρτίου ο Ζέβγος, "ο Ήρεμος", εδολοφονείτο στη Θεσσαλονίκη από ένα παλαιό
ελασίτη που είχε μόλις επιστρέψει από το Μπούλκες, που το περιέγραφε με φρίκη: η
σύζυγος του είχε παραμείνει εκεί, για να προσφέρει ειδικές υπηρεσίες στους συντρόφους...
Το Κ.Κ.Ε. και το ΕΑΜ απέδωσαν βεβαίως το θάνατο του Ζέβγου στους "μοναρχοφασίστες"
και διεδήλωσαν βαθύτατη λύπη για την απώλειά του. Μέχρις ενός σημείου όμως, η απώλειά
του διηυκόλυνε σοβαρά την αλλαγή πορείας του Κόμματος, γιατί επρόκειτο για άνθρωπο
σοβαρό, τον οποίο εσέβοντο όλοι.
Δύο μήνες αργότερα, στις 20 Μαΐου, ο Σιάντος, νοσηλευόμενος από μερικές μέρες στην
Κλινική του Καθηγητού Κόκκαλη, πέθανε και αυτός. Δεν ήταν γνωστό ότι ήταν ασθενής.
Συμβαίνει όμως άνθρωποι να πεθαίνουν αποτόμως, χωρίς να προηγηθή μακρά ασθένεια και
χωρίς τα αίτια του θανάτου να είναι πάντοτε σαφή. Αυτή υπήρξε και η περίπτωση του
"Γέρου".
Ο Καθηγητής Κόκκαλης, διακεκριμένος χειρουργός, ήταν μέλος της Κυβερνήσεως των
Βουνών του 1944. Επτά μήνες μετά τον θάνατο του Σιάντου, θα τον συναντήσουμε
Υπουργό Κοινωνικής Προνοίας και Υγιεινής στην Ελεύθερη Δημοκρατική Κυβέρνηση υπό τον
Μάρκο Βαφειάδη.
Ο Ζέβγος και ο Σιάντος ήταν, ίσως, τα δύο ηγετικά στελέχη του Κόμματος που έχαιραν του
μεγαλυτέρου σεβασμού. Η τυχαία εξαφάνιση ηγετών αφήνει πάντοτε τον δρόμο ελεύθερο
στα άλλα μέλη της ηγεσίας.
Εν τούτοις, στην περίπτωσή μας, τα μέλη αυτά βρίσκονταν τώρα ενώπιον μιας νέας
προσωπικότητος, η οποία και συνεχώς μεγάλωνε. Επρόκειτο περί του Μάρκου Βαφειάδη,
για τον οποίο κατά την περίοδο εκείνη γινόταν πάρα πολύς λόγος.

Η πλημμύρα παραβιάζει τα φράγματα
Όλα τα ευνοϊκά για την κυβερνητική θέση γεγονότα που εμνημονεύθησαν προηγουμένως,
δεν ανέστειλαν τη χειροτέρευση της στρατιωτικής καταστάσεως. Αντιθέτως, δύο από τα
γεγονότα αυτά -η παρουσία των παρατηρητών του ΟΗΕ και η αναγγελία του Δόγματος
Truman- προεκάλεσαν την ένταση της δραστηριότητος των ανταρτών.
Ο Μάρτιος του 1947 υπήρξε φοβερός μήνας.
Δεν πέρασε μια μέρα χωρίς επεισόδιο, μια μέρα χωρίς το αίμα να τρέξει άφθονο σε όλα τα

σημεία της Χώρας.
Χωρίς να υπολογισθούν τα μικρότερα επεισόδια (αρπαγές τροφίμων σε μικρά χωριά,
καταστροφές γεφυρών, επεισόδια επί των μεγάλων εθνικών οδών κτλ.), μεταξύ της 1ης
Μαρτίου και της 10ης Απριλίου έγιναν 91 καταδρομές, όμοιες με εκείνες που περιεγράφησαν
σε προηγούμενες παραγράφους.
Η διαγωγή των συμμοριών ήταν τώρα πολύ σκληρότερη από άλλοτε. Τώρα οι συμμορίες
εκτελούσαν παντού τους Προέδρους των Κοινοτήτων, εφόσον ήταν εθνικόφρονες.
Εκτελούσαν

τους

ιερείς,

τους

δημοσίους

υπαλλήλους

και

σημαίνοντες

πολίτες.

Πυρπολούσαν ιδιωτικά σπίτια, δημόσια καταστήματα και κτίρια κοινωφελών ιδρυμάτων.
Κάποτε επρόκειτο περί καταδρομών με συγκεκριμένους μεν, αλλά σημαντικούς σκοπούς:
την ανατίναξη π.χ. του ηλεκτρικού εργοστασίου μιας πόλεως (Βέρροια, αρχές Απριλίου) ή
την καταδρομή για την ανατίναξη σημαντικών γεφυρών ή τμημάτων σιδηροδρομικών
γραμμών (πολλών τον Μάρτιο).
Πολλές καταδρομές χαρακτηρίζονταν από τόση σκληρότητα, ώστε εντός δύο ή τριών
ημερών όλοι οι κάτοικοι ομάδος χωριών κατέφευγαν έντρομοι στη γειτονική πόλη. Αυτή
υπήρξε η περίπτωση αρκετών χωριών που βρίσκονται γύρω από τα Γρεβενά, μικρή πόλη
στα νοτιοδυτικά της Μακεδονίας, όπου, τον μήνα Μάρτιο, εκτός από τα συνήθη
επακόλουθα των καταδρομών, εξετελέσθησαν όλοι σχεδόν οι ιερείς της περιοχής.
Αυτή υπήρξε επίσης η περίπτωση της κωμοπόλεως Βελβενδού. Οι κάτοικοι της κατέφυγαν
όλοι, στις αρχές Απριλίου, στην Κοζάνη, αφού είδαν να καίονται τα σχολεία τους, το
Ταχυδρομικό Γραφείο, ο Σταθμός Χωροφυλακής και 40 σπίτια, μέσα στα οποία κάηκαν
ζωντανές έξι γυναίκες. Όπως το περιγράφει ένας δημοδιδάσκαλος της περιοχής, "ήταν να
ζεις την απελπισία με συνθήκες κολάσεως".
Αυτό δημιούργησε ένα πρόσθετο πρόβλημα, το πρόβλημα των προσφύγων. Μερικοί ξένοι
συγγραφείς νόμισαν ότι το πρόβλημα αυτό είχε δημιουργηθή από τον Στρατό, που ήθελε να
αφήση τους συμμορίτες σ' ένα έρημο χώρο. Αυτό ήταν αληθινό μόνο κατά το 1948, πολύ
αργότερα δηλαδή.
Όσοι έζησαν επί τόπου το θέμα, γνωρίζουν ότι τουλάχιστον επί ένα χρόνο άλλα ήταν τα
αίτια αυτής της δραματικής προσφυγιάς. Οι χωρικοί με δική τους πρωτοβουλία εγκατέλειπαν
τις εστίες τους, συνήθως κατά τη διάρκεια της νύκτας, επειδή εκεί βασίλευαν ο τρόμος και η
αγωνία.

Το ρεύμα αυτό των προσφύγων, κατά πρώτον λόγο στα βόρεια διαμερίσματα και κατά
δεύτερον λόγο στο κέντρο, διπλασίαζε ή και τριπλασίαζε τον πληθυσμό πολλών μικρών και
μέσων πόλεων.
Τον Μάρτιο του 1947 είχε επέλθει μια απότομη διόγκωση του αριθμού των προσφύγων,
που κυμαινόταν γύρω στις 400.000.
Όλα αυτά αποτελούσαν ένα μικρό μειονέκτημα για τις συμμορίες: έχαναν έτσι κέντρα
ανεφοδιασμού και επιστρατεύσεως, τα οποία ήταν ήδη πολύ αναιμικά. Αποτελούσαν,
αντιθέτως, πολύ μεγάλο μειονέκτημα για την Κυβέρνηση, που έπρεπε να ασχοληθεί με τη
στέγαση, τη διατροφή και την υγειονομική περίθαλψη αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι
έφθαναν από τα χωριά τους με μόνο όσα είδη μπορούσαν να μεταφέρουν πεζοπορώντας σε
δύσκολα μέρη.
Επρόκειτο για ένα μεγάλο πρόβλημα, που ήταν ακόμη σοβαρότερο επειδή οι υπερτροφικές
αυτές πόλεις, γεμάτες πλέον από αθλιότητα, ήταν σχεδόν πάντοτε στρατιωτικές βάσεις,
πράγμα που εμμέσως επηρέαζε το ηθικό των στρατευμάτων.
Ο Στρατός, εξάλλου, ήταν φοβερά καταπονημένος. Η ένταση του συμμοριτοπολέμου του
επέβαλλε να βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση συναγερμού και να καταδιώκει ενόπλους, οι
οποίοι, ως επί το πλείστον, κτυπούσαν και έπειτα εξηφανίζοντο.
Αλλά ο Στρατός είχε τώρα και ένα πρόσθετο λόγο για να εντείνει τις προσπάθειές του: το
Δόγμα Truman είχε αναγγελθεί αλλά δεν είχε ακόμη εφαρμοσθεί. Έπρεπε λοιπόν να ενεργή
κατά τρόπο που να μην αποθαρρύνει τους μόνους μεγάλους φίλους που ήταν σε θέση να
αυξήσουν και να ενισχύσουν τα μαχόμενα τμήματα. Υπήρχε τέλος και κάτι άλλο: από τις
αρχές Φεβρουαρίου οι συγκρούσεις ήταν φονικότερες. Για λόγους εντυπώσεων στο
εξωτερικό ή για να ενισχύσουν το ηθικό τους, οι αντάρτες εγκατέλειπαν κάποτε την τακτική
του "χτύπα και φύγε" και εφήρμοζαν την τακτική της εμμόνου αντιστάσεως πριν από την
εγκατάλειψη του λεηλατημένου οικισμού.
Αυτό παρετηρείτο ακόμη και σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες δεν είχαν αριθμητική
υπεροχή.
Έτσι, π.χ., η επίθεση περί τα τέλη Φεβρουαρίου τριών συμμοριών κατά της κωμοπόλεως
Άγιος Γεώργιος της Φωκίδος, όπου υπήρχαν σημαντικές ποσότητες τροφίμων, κατέληξε σε
μάχη που διήρκεσε δεκαέξι ολόκληρες ώρες.
Επίσης η καταδίωξη εις βάθος στα βουνά Βαρδούσια (Ρούμελη, τέλος Μαρτίου) 1.300

ανταρτών προεκάλεσε συγκρούσεις που άφησαν επί του πεδίου της μάχης 200 αντάρτες
νεκρούς. Κατά τη διάρκεια της καταδιώξεως αυτής, μεταξύ των νεκρών του Στρατού
βρισκόταν ο βουλευτής Δεδούσης, άλλοτε αξιωματικός του Ψαρρού, ο οποίος είχε
εγκαταλείψει τη Βουλή και είχε καταταγεί εθελοντής.
Ας αναφερθεί ακόμη η σύγκρουση στο Λιδωρίκι (Ρούμελη, αρχές Απριλίου), κατά την οποία
καταμετρήθηκαν 103 αντάρτες νεκροί. Οι αφαιμάξεις αυτές, μεγαλύτερες, ήταν ίσως
ευκολότερα υποφερτές, επειδή αυτό το τρίμηνο του 1947 οι εθελονταί του Δ.Σ.Ε. ήταν
πολυαριθμότεροι. Η δράση του Δ.Σ.Ε. κατά τον χειμώνα και η εντύπωση ότι το Κράτος δεν
ήταν δυνατό να επιβληθεί, απέδιδαν καρπούς.
Τον Απρίλιο του 1947, ο αριθμός των ανταρτών υπερέβαινε τις 16.000. Υπήρχαν επιπλέον
μερικές χιλιάδες ανδρών των βοηθητικών υπηρεσιών, λίγες δεκάδες χιλιάδων συνδέσμωνπληροφοριοδοτών, πολυάριθμοι συμπαθούντες, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι προσέφεραν
συχνά

μικρές

χρηματικές

εισφορές.

Επρόκειτο

δηλαδή

για

μια

στρατιωτική

και

παραστρατιωτική δύναμη κάθε άλλο παρά ασήμαντη. Πράγμα σοβαρότερο, η δύναμη αυτή
ηύξανε.
Από το άλλο μέρος, κατά την εποχή εκείνη ηύξανε τον όγκο των επαναστατών σε ορισμένες
περιοχές η αντίδραση εναντίον ενός ειδικού παράγοντος: η αντίδραση εναντίον των
διώξεων της Άκρας Δεξιάς. Οι διώξεις αυτές δεν είχαν ποτέ εντελώς εξαφανισθεί.
Μολαταύτα, όμως, τα κυβερνητικά μέτρα, η αποδοκιμασία των διώξεων από την κοινή
γνώμη, και η καταγγελία τους στην Βουλή τις είχαν αρκετά περιορίσει.
Την άνοιξη όμως του 1947 επανελήφθησαν εντονότερες στην περιοχή της Σπάρτης.
Κατά την εποχή εκείνη η "βεντέτα" ήταν ακόμη αρκετά συνηθισμένη στην Ελλάδα. Στους
Λάκωνες και στους Κρητικούς ήταν στενά συνδεδεμένη με την έννοια της τιμής του ατόμου
ή και όλης της οικογενείας του.
Οι Σπαρτιάτες ήταν σε ύψιστο βαθμό συντηρητικοί και ανήκαν πάντοτε κατά μεγάλη
πλειονότητα στην εθνικιστική Δεξιά. Οι τάσεις τους αυτές οξύνονταν τότε από το γεγονός
ότι οι ομάδες των ανταρτών της Πελοποννήσου βρίσκονταν ως επί το πλείστον στα βουνά
της Λακεδαίμονος και δημιουργούσαν σοβαρά επεισόδια. Ανεφέρθη ήδη η καταδρομή που
κατέληξε στην απελευθέρωση των κρατουμένων στις φυλακές της Σπάρτης. Η Δεξιά
αντιδρούσε, αλλά αυτό δεν βελτίωνε την κατάσταση. Όλες οι μεταπολεμικές Κυβερνήσεις
είχαν ταλαιπωρηθεί από τα γεγονότα αυτά και είχαν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να
τα αποφύγουν.

Μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα, τη νύκτα της 21ης Μαρτίου, εφονεύθησαν σε μια ενέδρα
που είχε στηθεί έξω από την πόλη της Σπάρτης δύο αξιοσέβαστοι άνδρες, θεωρούμενοι ως
ανήκοντες στην ηγεσία της Άκρας Δεξιάς.
Την επομένη νύκτα, ένοπλες ομάδες αγνώστων, προφανώς της Δεξιάς, έμπαιναν στη μικρή
πόλη του Γυθείου, επίνειο της Σπάρτης, κατελάμβαναν τις φυλακές και εφόνευαν τριάντα
κρατουμένους κομμουνιστάς. Εφόνευαν και άλλους οκτώ αριστερούς πολίτες. Στις 25 του
μηνός, εφόνευαν δεκατέσσερεις σε ένα γειτονικό χωριό, και στις 30, σε άλλο χωριό,
εφόνευαν ακόμη 19 άτομα, όλα γνωστά για τον αριστερισμό τους.
Η Κυβέρνηση είχε κηρύξει στρατιωτικό νόμο σε όλη τη Λακωνία στις 23 Μαρτίου, αλλά η
Δεξιά είχε εξαγριωθεί και συνέχιζε τα αντίποινα. Εννοούσε να εξουδετέρωση μόνη της τον
τρόμο δια του τρόμου. Νόμιζε ότι συνέτριβε τον εχθρό, και το επετύγχανε τοπικά, αλλά
γενικότερα έπαιζε το παιχνίδι του αντιπάλου. Το έπαιξε, προπάντων, ενισχύοντας τις
προσχωρήσεις στις επαναστατικές ομάδες και εκθέτοντας την Κυβέρνηση σε κατηγορίες
επιβλαβείς από πολλές απόψεις.
Έπρεπε λοιπόν να διατεθούν στρατιωτικά τμήματα και εναντίον αυτών των εξτρεμιστών,
στην Πελοπόννησο και αλλού, ενώ τα στρατεύματα ήταν ήδη ανεπαρκή για τον αγώνα κατά
της επαναστατημένης Αριστεράς.
Χρειάσθηκε τότε να γίνουν πολλές συλλήψεις, και, περί τα τέλη Απριλίου, να κηρυχθούν
παράνομες και να διαλυθούν βιαίως όλες οι οργανώσεις της Δεξιάς.
Ο Παπανδρέου, ο Πρωθυπουργός του 1964, τότε Υπουργός Εσωτερικών, και ο Ζέρβας, τότε
Υπουργός Ασφαλείας, υπήρξαν οι πρωταγωνισταί της εφαρμογής αυτών των αποφάσεων
που τελικά συνέτριψαν τις οργανώσεις της Άκρας Δεξιάς.
Ενήργησαν εγκαίρως.
Ο ορίζων, ήδη σκοτεινός, επρόκειτο να γίνη συνεχώς βαρύτερος, και στο τέλος εντελώς
σκοτεινός. Δεν επρόκειτο να αιθριάση παρά έπειτα από δύο χρόνια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ': "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ"

Η επιχείρηση "Τέρμινους"
Εκεί όπου είχαν φθάσει τα πράγματα, τον λόγο τον είχαν τα όπλα.

Ο στρατηγικός σκοπός του ενός ήταν να ενοχλεί συνεχώς περισσότερο την καθημερινή ζωή
του άλλου, ώστε να τον υποχρεώσει να ζητήσει έλεος.
Ο στρατηγικός σκοπός του άλλου ήταν να ανακαλύψει τον αντίπαλο και να τον συντρίψει,
ώστε να μην του είναι δυνατό να δρα. Αυτό ήταν πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθή.
Έτσι συμβαίνει πάντα στους ανταρτοπολέμους.
Παρ' όλα αυτά, το Γενικό Επιτελείο Στρατού, για τους λόγους που ήδη εξετέθησαν, ήταν
υποχρεωμένο να δοκιμάσει να φθάσει στον αντικειμενικό του σκοπό. Έπρεπε τουλάχιστο να
καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα κατά του αντιπάλου, ώστε να μειωθεί η επιθετικότης των
ομάδων του.
Κατά τη μελέτη και την προπαρασκευή αυτής της επιχειρήσεως, το Γενικό Επιτελείο
σχημάτισε την εντύπωση ότι το καλό ηθικό των στρατευμάτων και το μαχητικό πνεύμα του
Σώματος των Αξιωματικών θα επέτρεπε να επιτευχθούν σημαντικά αποτελέσματα. Γι' αυτό,
το σχέδιό του απέβλεψε τελικά στον εγκλωβισμό και κατόπιν στη συντριβή ενός μεγάλου
μέρους των ανταρτικών δυνάμεων.
Μερικές διαφωνίες που ηγέρθησαν ως προς την ακολουθητέα τακτική, ανέβαλαν την
εφαρμογή του σχεδίου έως στα μέσα Απριλίου. Έτσι η επιχείρηση "Τέρμινους" -αυτό ήταν
το κωδικό της όνομα- άρχισε τις 5 Απριλίου με τη μετακίνηση μικρών εθνικών ομάδων που
φαίνονταν να αποβλέπουν σε καθαρώς αμυντικούς σκοπούς. Οι ομάδες αυτές απετελούντο
από στρατιώτες, χωροφύλακες και Μ.Α.Υ., και κατελάμβαναν διαβάσεις και γέφυρες βορείως
και νοτίως ολοκλήρου του ορεινού συγκροτήματος της Κεντρικής Ελλάδος.
Όταν οι μετακινήσεις αυτές συνεπληρώθησαν, την αυγή της 9ης Απριλίου, όλα τα διαθέσιμα
αεροπλάνα έριξαν στις θέσεις όπου υπήρχαν συμμοριακές ομάδες χιλιάδες προκηρύξεων, με
τις οποίες η Κυβέρνηση καλούσε τους αντάρτες να παραδοθούν και να επωφεληθούν της
αμνηστίας που είχε εξαγγελθεί.
Κατόπιν, τρεις ομάδες ισχυρών τακτικών μονάδων εξόρμησαν προς τα βουνά. Ξεκινούσαν
από σημεία πολύ απομακρυσμένα το ένα από το άλλο, αλλά η γενική κατεύθυνσή τους ήταν
η ίδια. Καθ' οδόν, έκαμαν διάφορες κυκλωτικές κινήσεις τοπικής σημασίας.
Η μία ομάς ξεκινούσε από τον νότο (Λαμία, μέσω Καρπενησίου, σε υψόμετρο περίπου 1.000
μέτρων) και προχωρούσε προς βορράν.
Η δευτέρα ξεκινούσε από την Ήπειρο, ακολουθούσε τον Αχελώο και τους παραποτάμους

του, και προχωρούσε προς ανατολάς.
Η τρίτη ξεκινούσε από την αντίθετη κατεύθυνση, από τη Θεσσαλία, και προχωρούσε προς
δυσμάς.
Οι τρεις μαζί είχαν 16.000 μαχητάς, που υπεστηρίζοντο από ορειβατικό πυροβολικό, από
όλμους και από μερικές δεκάδες αεροπλάνων -μεταξύ των οποίων υπήρχαν και Σπίτφαϊρς
και C47-τα οποία, αναλόγως των περιστάσεων, θα βομβάρδιζαν και θα πολυβολούσαν.
Οι αντάρτες αιφνιδιάστηκαν. Ένας περίεργος συνδυασμός των τακτικών δεδομένων έκαμε
εντονότερο τον αιφνιδιασμό τους την τρίτη μέρα, όταν άρχισε μεγάλη κακοκαιρία, όταν
παχύ στρώμα από χιόνι εκάλυψε τα βουνά, και η θερμοκρασία έπεσε υπό το μηδέν. Οι
αντάρτες νόμισαν ότι ο Στρατός, συνηθισμένος στην τακτική της αμύνης και των
περιορισμένων καταδιώξεων, δεν θα συνέχιζε την επίθεσή του με τέτοιες δυσμενείς καιρικές
συνθήκες, οι οποίες απέκλειαν την επέμβαση της αεροπορίας και καθιστούσαν τις
επιχειρήσεις δύσκολες και επαχθείς.
Γι' αυτό οι ανταρτικές ομάδες δεν διελύθησαν παντού εγκαίρως.
Αλλά η επίθεση του Στρατού συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή, νύκτα και ημέρα, συχνά με
χιονοθύελλα. Μια ολόκληρη νύκτα, σε μεγάλο υψόμετρο, οι επιχειρήσεις συνεχίσθηκαν με
θερμοκρασία σαφώς κάτω του μηδενός. Τις τελευταίες μέρες συνεχίσθηκαν με
κατακλυσμιαία βροχή.
Οι συγκρούσεις υπήρξαν πολλές και αιματηρές. Οι αντάρτες κατόρθωναν πάντοτε να
διαφεύγουν, αλλά σχεδόν πάντα υπεχρεούντο να δεχθούν πρώτα τουλάχιστον μια αρχή
μάχης.
Αυτή η δύσκολη καταδίωξη διήρκεσε ένδεκα ημέρες.
Κατόπιν, από τις 20 έως τις 24 του μηνός, με ένα μεγάλο και ταχύτατον ελιγμό, ένα
σημαντικό μέρος των μαχόμενων τμημάτων διεξήγαγε με αρκετή επιτυχία ανάλογες
επιχειρήσεις στα Χάσια -κλάδο της κεντρικής Πίνδου προς τα νοτιοανατολικά- και στον
Όλυμπο. Ένα άλλο μέρος των τμημάτων, με λιγότερη επιτυχία, προσπάθησε να εγκλωβίσει
τους αντιπάλους που βρίσκονταν στην Όρθρυ, βουνό κοντά στη Λαμία.
Στις 30 Απριλίου, η επιχείρηση "Τέρμινους" ετελείωνε και τα στρατεύματα επανήρχοντο
στους καταυλισμούς των. Ήταν κατάκοπα, περιελάμβαναν πολλές εκατοντάδες ασθενών,
αλλά οι απώλειές των -τουλάχιστον κατά τους επισήμους αριθμούς- δεν ήταν μεγάλες: 120

αξιωματικοί και στρατιώτες, νεκροί και βαριά τραυματισμένοι.
Αντιθέτως, οι απώλειες του αντιπάλου ήταν σοβαρές: 647 νεκροί (από τους οποίους 100
περίπου είχαν πεθάνει από το κρύο), περί τους 100 τραυματίες και 412 αιχμάλωτοι. Οι
τραυματίες ήταν ασφαλώς πολύ περισσότεροι: καταδιωκόμενο, και μάλιστα με θύελλα, ένα
στράτευμα δύσκολα ενταφιάζει ή παίρνει μαζί του τους νεκρούς, ενώ εύκολα παίρνει όσους
τραυματίες μπορούν να βαδίσουν.
Το κτύπημα ήταν σκληρό· η εξασθένηση ορισμένων "διοικήσεων" του Δ.Σ.Ε. ήταν σοβαρή·
το ηθικό των ανταρτών είχε κλονισθεί: οι αριθμοί και οι καταθέσεις των αιχμαλώτων το
απεδείκνυαν.
Μ' όλα ταύτα, τα γενικά αποτελέσματα της επιχειρήσεως "Τέρμινους" δεν ήταν
ικανοποιητικά: ο όγκος των ανταρτών είχε διαφύγει, ενώ ο σκοπός της επιχειρήσεως ήταν
να εγκλωβισθούν. Αυτό υπήρξε γεγονός βαρύ σε συνέπειες. Η επίδρασή του στο ηθικό του
Στρατού, το οποίο είχε αποκαλυφθεί εξαίρετο, ήταν κακή.
Προς το παρόν, όμως, δεν μπορούσε να γίνη τίποτε: οι διαθέσιμες δυνάμεις ήταν
ανεπαρκείς.
Όπως το παρατηρεί έμπειρος ξένος στρατιωτικός κριτικός, "αν το φράγμα των διαβάσεων
είχε καλύτερα τοποθετηθεί, αν είχαν χρησιμοποιηθεί περισσότερα στρατεύματα, αν είχε
χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερος αριθμός μεταφορικών μέσων, και αν οι επιχειρήσεις είχαν
συνεχισθεί με άλλες του αυτού είδους, πριν τελειώσει στα βουνά ο χειμώνας, ο σκληρός
πυρήν του Στρατού του Στρατηγού Μάρκου θα είχε τιναχθεί στον αέρα και ο υπόλοιπος
Στρατός του θα μπορούσε να διαλυθεί και να χάση το ηθικό του. Μια ευκαιρία είχε χαθή".
Είναι ακριβές. Αλλά δεν υπήρχαν επαρκή στρατεύματα. Άλλωστε, δεν μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν όλα, γιατί οι άνδρες του Μάρκου δεν βρίσκονταν μόνο στα βουνά της
Κεντρικής Ελλάδος. Βρίσκονταν παντού, με το δάκτυλο στη σκανδάλη.
Πράγματι, κατά τις είκοσι ημέρες που διήρκεσε η επιχείρηση "Τέρμινους" οι επιδρομές των
ανταρτών συνεχίσθηκαν σχεδόν παντού. Μερικές από αυτές αφορούσαν μεγάλα και
πλούσια χωριά. Μια (23 Απριλίου, επί του όρους Πάρνων) συνέτριψε πλήρως ένα λόχο
Χωροφυλακής αποτελούμενο από 93 άνδρες. Μερικές επιδρομές έγιναν ακόμη και σε
μεγάλα νησιά.
Η Κρήτη, που ήταν σχετικώς ήσυχη, άρχισε και αυτή να προκαλεί ανησυχίες. Στην Κρήτη
εστέλλοντο τότε οι νεοσύλλεκτοι που δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Τέλη Απριλίου,

περισσότεροι των 50 από αυτούς εγκατέλειψαν αιφνιδίως τους καταυλισμούς και,
παίρνοντας φυσικά και τα όπλα τους, ενώθηκαν με τις μικρές ομάδες ανταρτών που
βρίσκονταν στα κρητικά βουνά.
Αριθμός ανταρτών ασήμαντος, επαρκής όμως για να διατάραξη σοβαρά την ησυχία μιας
μεγαλονήσου, αν οι αντάρτες ήθελαν και ήξεραν να διεξαγάγουν ανταρτοπόλεμο. Και,
δυστυχώς, τότε στην Ελλάδα και ήθελαν και ήξεραν.
Οι μονάδες του Εθνικού Στρατού έπρεπε λοιπόν να δρουν σε ολόκληρη τη Χώρα. Ακόμη και
στις περιοχές όπου είχαν μόλις πολεμήσει επί είκοσι ημέρες χωρίς καν να προλάβουν να
ξεκουρασθούν.

Μερικές αστραπές πριν από δύο αστροπελέκια
Κατά τον Μάιο και τον Ιούνιο, σε όλη τη Χώρα συνεχίσθηκε ο ανταρτοπόλεμος που έχει
περιγραφή έως τώρα. Μερικές από τις επιδρομές είχαν μάλιστα ασυνήθιστη έκταση.
Παράδειγμα, η περίπτωση της Φλωρίνης. Η πόλη αυτή, απομονωμένη στη μέση ψηλών
λόφων, κοντά στα γιουγκοσλαβικά σύνορα, υπέστη επιθέσεις στις 19, 29 και 31 Μαΐου. Τη
δεύτερη και την τρίτη φορά της επετέθησαν πλέον των 1.000 ανταρτών και χρειάσθηκαν
αιματηροί αγώνες για να τους εκτοπίσουν. Μεταξύ των νεκρών ανταρτών, ένα γνωστό
όνομα, ο καπετάν Τζουμερκιώτης, Γενικός Αρχηγός Νοτίου Πίνδου (των βουνών Αγράφων,
Κόζακα, Χασίων, άλλοτε υπολοχαγός του τακτικού στρατού, από τη Σχολή Ευελπίδων,
ονομαζόμενος Κωνσταντίνος Μαλτέζος).
Τις ίδιες εκείνες νύκτες 29 και 30, 400 αντάρτες εισέβαλαν στο Κιλκίς, κοντά στα
γιουγκοσλαβικά σύνορα, και απεκρούσθησαν μετά από αγώνα που τελείωσε με την ανατολή
του ηλίου. Στις 25 Ιουνίου, ανάλογος επιδρομή εναντίον της κωμοπόλεως Μεταξάδες στη
βορειοανατολική άκρη της Ελλάδος, στον νομό Έβρου, κοντά στα βουλγαρικά σύνορα.
Οι επιδρομές κατά των χωριών δεν ανεστέλλοντο καθόλου, αλλά, εν τω μεταξύ, επιδρομές
όπως αυτές που προανεφέρθησαν φαίνεται ότι σήμαιναν κάποια αλλαγή τακτικής.
Η τακτική αυτή έδωσε λαβή σε πολύ ανησυχητικές ερμηνείες, όταν εγνώσθη τι συνέβη στο
Στρασβούργο την 25η Ιουνίου.
Ο Ζαχαριάδης είχε αναχωρήσει από την Ελλάδα μετά τις συνομιλίες του της Θεσσαλονίκης
και είχε επισκεφθεί το Βελιγράδι, την Πράγα και τη Μόσχα. Στις 25 Ιουνίου, συνοδευόμενος
από ένα ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ.Ε., τον Πορφυρογένη, ενεφανίσθη στο ετήσιο Συνέδριο

του Κ.Κ. Γαλλίας, στο Στρασβούργο.
Εκεί, εν πλήρει συνεδριάσει και υπό θύελλαν χειροκροτημάτων, διεκήρυξε ότι του λοιπού
"είχαν πληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία στην Ελλάδα μιας Ελεύθερης
Κυβέρνησης" και ζητούσε "τη βοήθεια όλων των Κομμουνιστικών Κομμάτων για να
επιτευχτή η τελική νίκη"
Από κυβερνητικής πλευράς, επιστεύθη ότι η επίσημη αυτή διακήρυξη, που είχε διατυπωθεί
μετά από επίσκεψη σε πρωτεύουσες του Ανατολικού Συνασπισμού, σήμαινε ότι η Μόσχα
πίστευε τώρα στη νίκη του Δ.Σ.Ε., ότι η άδεια για τη δημιουργία Ελευθέρας Κυβερνήσεως
είχε δοθεί, και ότι το πράγμα επέκειτο.
Η ερμηνεία ήταν αληθοφανής.
Γι' αυτό, κάθε επιχείρηση ευρυτέρας σημασίας, αν γινόταν στη Βόρειο Ελλάδα, έπαιρνε
τώρα άλλη έννοια: ήταν εξασφάλιση μιας περιοχής για την εγκατάσταση της "Ελεύθερης
Κυβέρνησης".
Ένας από τους πρώτους συναγερμούς ήταν στα μέσα Ιουλίου. Ήταν πολύ δυσάρεστος,
γιατί ορισμένες Αρχές έχασαν την ψυχραιμία τους.
Τη νύκτα της 13ης Ιουλίου 1947, οκτώ πλήρη τάγματα του Δ.Σ.Ε., άριστα οπλισμένα,
δυνάμεως το καθένα 450 ανδρών, πέρασαν τα αλβανικά σύνορα. Εξουδετέρωσαν μια θέσηκλειδί (που θα συναντήσουμε αργότερα), τη γέφυρα Μπουραζάνι, και διηρέθησαν σε δύο
συγκροτήματα.
Το ένα, δυνάμεως δύο ταγμάτων, επετέθη ανεπιτυχώς, στις 16 και 17 του μηνός, κατά της
Κονίτσης, στη βορειοδυτική γωνιά της Ηπείρου, πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα. Το άλλο,
ενισχυμένο από ομάδες που είχαν κατέβει από την οροσειρά της Πίνδου, προχώρησε προς
τα Ιωάννινα.
Η πρωτεύουσα της Ηπείρου, αν και έδρα Μεραρχίας, εστερείτο στρατευμάτων και
κατελήφθη από ανησυχία. Η ανησυχία ηύξησε, όταν έγινε γνωστό ότι βοηθητικές υπηρεσίες
της Μεραρχίας είχαν διαταχθεί να φύγουν από την πόλη και να κάψουν ό,τι δεν ήταν
δυνατό να πάρουν μαζί τους.
Η σκέψη μιας μαζικής επιθέσεως, εξαπολυομένης από την Αλβανία, με σκοπό να καταλάβει
την όχι επαρκώς προστατευόμενη Ήπειρο, ώστε να εγκατασταθεί εκεί η Κυβέρνηση του
Κ.Κ.Ε., έφερε μεγαλύτερα αποτελέσματα από εκείνα που μπορούσαν να φέρουν οι

αντάρτες.
Αλλά η σκέψη ήταν αβάσιμη. Ο Ζέρβας, Υπουργός τότε Ασφαλείας, έσπευσε ο ίδιος στα
Ιωάννινα για να τονώσει το ηθικό, αξιωματικοί απεστάλησαν από την Αθήνα για να πάρουν
εκείνοι την κατάσταση στα χέρια τους, και τέσσερα τάγματα τακτικού στρατού
μετεφέρθησαν επειγόντως για να φράξουν το δρόμο των εισβολέων.
Τους τον έφραξαν σε απόσταση 22 χιλιομέτρων από την πόλη. Αλλά έγινε από πολλές
ενδείξεις φανερό ότι το σχέδιο των ανταρτών δεν προέβλεπε επίθεση κατά των Ιωαννίνων.
Μετά από μια σύγκρουση που διήρκεσε αρκετές ώρες -17 Ιουλίου- και που άφησε επί του
πεδίου της μάχης 107 αντάρτες εκτός μάχης και μερικούς αιχμαλώτους, όλα τα τμήματα
του Δ.Σ.Ε. εξηφανίσθησαν. Είχαν κατευθυνθεί προς την οροσειρά της Πίνδου.
Επρόκειτο περί μετακινήσεως νεοσχηματισθέντων τμημάτων για να χρησιμοποιηθούν
αλλού, σε άλλη επιχείρηση, και το Στρατηγείο τους είχε απλώς θελήσει να τρομάξει την
Ήπειρο. Ίσως είχε θελήσει να δη και τι αντίσταση θα συναντούσε, τι μπορούσε να επιτύχει
χωρίς πολύ μεγάλες θυσίες.
Η Ελληνική Κυβέρνηση έφερε το θέμα εις γνώσιν του Συμβουλίου Ασφαλείας. Απέστειλε μια
επείγουσα έκκληση κατά τη διάρκεια της εισβολής, και μετά από λίγες ημέρες ανέφερε
λεπτομερώς τα γεγονότα. Με αποδείξεις στα χέρια κατηγόρησε την Αλβανία ότι παρεβίασε
το εθνικό έδαφος.
Αλλά την πορεία ανδρών αποφασισμένων και οπλισμένων δεν τη σταματά κανείς με φύλλα
χαρτιού, όσο καλά κείμενα και αν είναι γραμμένα σ' αυτά.
Εν τω μεταξύ, οι αντάρτες που είχαν εξαφανισθεί από την Ήπειρο προχωρούσαν προς άλλη
κατεύθυνση: διέσχιζαν την οροσειρά της Πίνδου προς ανατολάς, για να επιτεθούν κατά των
Γρεβενών (6.000 κάτοικοι και 8.000 πρόσφυγες), πρωτευούσης επαρχίας, σε μια μικρή
κοιλάδα απομονωμένη μέσα στα βουνά.
Αξίζει να εκτεθεί η επιχείρηση με μερικές λεπτομέρειες, γιατί από όλες τις επιχειρήσεις του
ανταρτοπολέμου, μόνον αυτής το σχέδιο εκτελέσεως περιήλθε στα χέρια του Στρατού.
Βρέθηκε σε έναν καπετάνιο, τον Κατσώνη, που σκοτώθηκε κατά τη μάχη. Αποδεικνύει ότι,
εκτός από την τακτική του "χτύπα και φύγε", ο Δ.Σ.Ε. ήταν εις θέσιν να σχεδιάζει καλά
επιχειρήσεις κάποιας σημασίας. Άλλωστε, το σχέδιο εκτελέσεως είχε την υπογραφή
"Στρατηγός Κικίτσας". Επρόκειτο περί πρώην εφέδρου αξιωματικού του τακτικού Στρατού,
γνωστού από τη δράση του ως καπετάνιου του ΕΛΑΣ, ο οποίος ήταν τώρα Αρχηγός του

Αρχηγείου Κεντρικής Μακεδονίας του Δ.Σ.Ε.
Τα κύρια σημεία του σχεδίου ήταν τα ακόλουθα:
Τη διεύθυνση της μάχης ανελάμβανε ο καπετάν Γιαννούλης, Ταξίαρχος του Δ.Σ.Ε., γνωστός
από τη δράση του ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ, δικηγόρος, θεωρούμενος ως ένας από τους
αξιότερους καπεταναίους του Δ.Σ.Ε. Ως Σταθμός Διοικήσεως του οριζόταν -σκληρή ειρωνεία
των καιρών- ένα εξωκλήσι που βρίσκεται σε λόφο, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την
πόλη.
Ένδεκα τάγματα ετίθεντο υπό τις διαταγές του, όλα υπό την διοίκηση γνωστών
καπεταναίων. Όλα τα τάγματα ήταν πλήρους συνθέσεως, δηλαδή είχαν το καθένα 400
μαχητάς και 50 άνδρες που εχειρίζοντο πολυβόλα και όλμους διαφόρων διαμετρημάτων.
(Πρέπει ίσως να σημειωθή εδώ ότι τα πολυβόλα σπάνιζαν τότε μεταξύ των τακτικών
τμημάτων, πράγμα που τα έβαζε συχνά σε μειονεκτική θέση. Οι αντάρτες, διαθέτοντας
βαρέα πολυβόλα, μπορούσαν να βάλουν κατά των αντιπάλων τους, πριν εκείνοι να είναι σε
θέση να ανταποδώσουν τα πυρά. Τακτικό μειονέκτημα, που επηρέαζε και το ηθικό των
ανδρών.)
Πέντε τάγματα θα κατελάμβαναν αργά το βράδυ της 24ης Ιουλίου τις θέσεις που όριζε το
σχέδιο. Ήταν θέσεις που είχαν ορθολογικώς επιλεγεί επί όλων των οδών που συνέδεαν τα
Γρεβενά με τις γύρω περιφέρειες. Εκεί οι δρόμοι θα εναρκοθετούντο, ορισμένες γέφυρες θα
ανετινάζοντο, και έτσι τα πέντε τάγματα, βοηθούμενα από αυτά τα μέτρα, θα απέκλειαν τη
διέλευση ενισχύσεων. Τα σύρματα τηλεφώνων και τηλεγράφων θα κόβονταν προ του
μεσονυκτίου.
Στις 3.30' της 25ης, πέντε τάγματα θα επετίθεντο κατά της πόλεως από όλες τις πλευρές,
ενώ ένα άλλο τάγμα θα έπαιρνε θέση σε ένα σημείο των παρυφών της πόλεως. Κάθε ιδέα
υποχωρήσεως απεκλείετο. Εν περιπτώσει αντιστάσεως στις εισόδους της πόλεως, η
αντίσταση θα ηγνοείτο και κάθε τμήμα θα εξορμούσε προς το στόχο που σαφώς του
οριζόταν. Οι στόχοι ήταν οι εξής: οι Σταθμοί Διοικήσεων της φρουράς και της
Χωροφυλακής, οι φυλακές, οι αποθήκες τροφίμων, το Δημόσιο Ταμείο και οι Τράπεζες, το
Ταχυδρομείο, το Γυμνάσιο και τα φαρμακεία. Κάθε κτίριο που θα υπερασπιζόταν ο εχθρός
έπρεπε να εξουδετερωθεί με σκληρότατες επιθέσεις. Στις 4.30' θα εισερχόταν στην πόλη το
εν εφεδρεία τάγμα και θα βοηθούσε -όπου θα χρειαζόταν- στην πραγματοποίηση του
τελευταίου σκοπού.

Κάθε αντίσταση έπρεπε να έχη συντριβή μέχρι της 6ης πρωινής, ώστε τα αεροπλάνα να
έβρισκαν μια πόλη πλήρως κατειλημμένη και να μην μπορούν να ανακαλύψουν τους
επιτιθεμένους.
Το σχέδιο είχε ασφαλώς άριστα συλληφθεί και είχε καταρτισθεί εν πλήρει γνώσει των
δυνάμεων που υπερασπίζονταν τα Γρεβενά: 500 αξιωματικοί και στρατιώτες, 100
χωροφύλακες, 50 Μ.Α.Υ., που διέθεταν 4 πυροβόλα, λίγους όλμους και δύο ελαφρά άρματα
μάχης.
Επρόκειτο, συνεπώς, περί φρουράς δυνάμεως τρεις φορές μικρότερης από τη δύναμη των
επιτιθεμένων, επτά φορές μικρότερης αν ελαμβάνοντο υπ' όψιν και οι δυνάμεις που
εκάλυπταν τους επιτιθεμένους. Η μικρή αυτή φρουρά είχε επιπλέον το μειονέκτημα να είναι
αρκετά μακριά από τις πόλεις των Τρικκάλων και της Κοζάνης, όπου υπήρχαν αξιόλογα
τμήματα Στρατού. Είχε όμως το πλεονέκτημα να έχη επικεφαλής της ένα στρατιώτη, τον
Αντισυνταγματάρχη του Πεζικού Κώστα Πανταζή, που είχε δώσει επιτυχείς εξετάσεις στα
πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας και της Αλβανίας. Ο Πανταζής είχε οσφρανθεί ότι κάτι
ετοιμαζόταν εναντίον της φρουράς του και είχε λάβει τα μέτρα του. Έφθανε μάλιστα μέχρι
του σημείου, κάθε βράδυ, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, να κρύβει εκτός της
πόλεως έναν από τους καλυτέρους λόχους του, δυνάμεως 120 ανδρών.
Είχε ειδοποιηθή για την επικείμενη επίθεση μισή ώρα πριν εκδηλωθεί. Έτσι, έλειψε το
πολύτιμο στοιχείο του αιφνιδιασμού στο οποίο υπελόγιζαν οι επιτιθέμενοι.
Σε κάθε είσοδο της πόλεως τους ανέμεναν διασταυρωμένα πυρά, τα οποία προήρχοντο από
σπίτια που είχαν γίνει πρόχειρα πολυβολεία. Ένα μόνο ρήγμα ανοίχθηκε, κι αυτό έκλεισε
μετά από αγώνα μιας ώρας που έδωσε εφεδρεία η οποία έσπευσε επί τόπου.
Κατά την 5η πρωινή, δύο λόχοι βγήκαν από την πόλη και επετέθησαν αιφνιδιαστικώς
εναντίον του τάγματος 850 των ανταρτών, που ήταν ακάλυπτο. Το αντάρτικο τάγμα
υπεχώρησε ατάκτως, αφήνοντας επί του πεδίου της συγκρούσεως 87 νεκρούς και 47
τραυματίες.
Εκείνη την ώρα περίπου, ο διοικητής της φρουράς Γρεβενών κατόρθωσε να έλθει σε επαφή
δια του ασυρμάτου με τη Μεραρχία του, που είχε την έδρα της στα Τρίκκαλα, σε απόσταση
80 χιλιομέτρων. Ανέφερε τι συνέβη και ανήγγειλε ότι άρχιζε γενική αντεπίθεση.
Και πράγματι, κατόπιν σήματος γνωστού εκ των προτέρων, όλοι οι αμυνόμενοι έβγαιναν
από τα κρησφύγετά τους, ο εκτός της πόλεως κρυμμένος λόχος προχωρούσε προς την

πόλη, και η εφεδρεία της Διοικήσεως, με τον Αντισυνταγματάρχη τους επικεφαλής,
εξορμούσαν σε ένα "ανθρωποκυνηγητό".
Ο αιφνιδιασμός υπήρχε τώρα, αλλά εις βάρος των επιτιθεμένων. Στις 6 το πρωί, δύο άλλα
τάγματα του Δ.Σ.Ε. έσπευδαν να αποσυρθούν από τη μάχη.
Λίγο αργότερα, οι επιτιθέμενοι επολυβολούντο από αεροπλάνα που είχαν έλθει από τη
Λάρισα.
Στις 10, σταματούσε ο αγώνας και οι αντάρτες απεσύροντο προς τα βουνά.
Ατυχείς στην επίθεση, υπήρξαν ευτυχείς στην υποχώρηση: μόλις άρχισε η αναδίπλωσή
τους, συννέφιασε, και η αεροπορία αναγκάσθηκε να διακόψει την παρέμβασή της.
Επιπλέον, το απόγευμα άρχισαν βροχές, οι οποίες, με διακοπές, διήρκεσαν μία εβδομάδα,
και έτσι οι ενισχύσεις που έφθασαν από διάφορες κατευθύνσεις δεν μπόρεσαν να πάρουν
επαφή με τους επιτεθέντας.
Ο Δ.Σ.Ε. άφηνε στις παρυφές της πόλεως 197 νεκρούς, μεταξύ των οποίων έναν καπετάνιο,
τρεις διοικητάς λόχων, οκτώ διοικητάς διμοιριών. Άφηνε ακόμη, σε στρογγυλούς αριθμούς,
200 βαριά τραυματισμένους, 300 αιχμαλώτους, 65 αυτόματα, 150 όπλα.
Οι απώλειες της φρουράς δεν είναι γνωστές. Οι επίσημοι αριθμοί (12 νεκροί, 22 τραυματίες)
δεν είναι αληθοφανείς.
Το μάθημα ήταν σκληρό για τον Δ.Σ.Ε.
Σήμερα είναι γνωστό ότι το ηθικό του είχε κλονισθεί, ότι η κριτική εναντίον των διοικητών
των ταγμάτων κρούσεως υπήρξε αυστηρά, ότι επεβλήθησαν κυρώσεις.
Είναι επίσης γνωστό ότι οι Γιουγκοσλάβοι, τους οποίους είχαν βεβαιώσει ότι η πόλη θα
κατελαμβάνετο, επέκριναν την τακτική που ακολουθήθηκε και εξέφρασαν αμφιβολίες ως
προς τη δυνατότητα εγκαταστάσεως στην Ελλάδα μιας Ελευθέρας Κυβερνήσεως.
Ο Δ.Σ.Ε. όμως δεν απεθαρρύνθη. Συνέχισε χωρίς διακοπή τις επιδρομές του εναντίον
απομονωμένων

χωριών,

και

σε

ορισμένες

περιπτώσεις

ανέλαβε

και

μεγαλύτερες

επιχειρήσεις.
Τη νύκτα της 30ής Ιουλίου έκαμε συγχρόνως πέντε επιδρομές κατά κωμοπόλεων της
Θράκης.
Την επομένη νύκτα, αλλά προφανώς μόνο για λόγους ψυχολογικούς, επετέθη κατά της

Αλεξανδρουπόλεως.
Την 5η Αυγούστου κατελάμβανε για μια νύκτα την Αράχωβα, κοντά στον αρχαιολογικό
χώρο των Δελφών.
Τη νύκτα της 18ης, βοηθούμενος από μια αρκετά ισχυρή "πέμπτη φάλαγγα", διεξήγαγε
ισχυρή επίθεση κατά της Ναούσης, στη Δυτική Μακεδονία.
Στις 25, ήταν η σειρά της Νιγρίτας στη Μακεδονία, που υπέστη και αυτή ισχυρά επίθεση.
Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, όπως και σε πολυάριθμες άλλες μικρότερης σημασίας, η
διαγωγή των τμημάτων του Δ.Σ.Ε. ήταν πολύ πιο σκληρή από άλλοτε: εκτελούσαν
περισσότερους προύχοντες, δεν εξαιρούσαν τις γυναίκες, πυρπολούσαν πολλά δημόσια και
ιδιωτικά κτίρια.
Η αποτυχία των Γρεβενών δεν είχε βελτιώσει την κατάσταση για τους κυβερνητικούς.
Αντιθέτως, είχε προκαλέσει την ένταση του κλεφτοπολέμου. Δεν γνώριζαν τότε οι
εθνικόφρονες ότι δεν είχε καν αποθαρρύνει τους αντάρτες ως προς τη διεξαγωγή
σοβαροτέρων επιχειρήσεων και ότι δύο πραγματικές μάχες θα γίνονταν πριν τελειώσει το
1947.

Η γενική κατάσταση πριν από τη θύελλα
Η κατάσταση δεν εβελτιώνετο από το γεγονός ότι ο Στρατός έκαμνε το καθήκον του και ότι
το ηθικό του ήταν καλό.
Η ανησυχία του λαού -άγχος, θα έπρεπε να ονομασθεί- ηύξανε. Το ίδιο και η οδύνη του. Με
αυτές τις συνθήκες δεν ήταν εύκολο να κυβερνηθεί η Χώρα.
Άλλωστε, στις πολλές επικρίσεις που διετυπούντο κατά της Κυβερνήσεως προσετίθετο μια
άλλη, που ερχόταν κυρίως από το εξωτερικό. Εστρέφετο κατά του Ζέρβα, ο οποίος τον
Ιούλιο είχε συλλάβει, στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τρεις άλλες πόλεις, πλέον των 3.000
ατόμων, μεταξύ των οποίων ήταν πολλοί από τους παλαιούς ηγέτας του ΕΑΜ. Ο Ζέρβας
υπεστήριζε ότι ο μυστικός μηχανισμός του Κ.Κ.Ε. επρόκειτο να κινητοποιηθεί κατόπιν της
εκκλήσεως του Ζαχαριάδη από το Στρασβούργο και ότι αυτό έπρεπε να αποφευχθή με κάθε
τρόπο. Από το εξωτερικό όμως, ακόμη και από φιλικές χώρες, τον κατηγορούσαν ως
φασίστα, που εξετόπισε στα νησιά 20.000 άτομα και φυλάκισε χιλιάδες άλλους. Τα
φημολογούμενα ήταν ιδιαιτέρως υπερβολικά αλλά οι κατήγοροι επέμεναν.

Ο Μάξιμος, αποθαρρυμένος, παρητήθη τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου. Ήταν το
τέλος του συνασπισμού Δεξιάς-Κέντρου. Οι Λαϊκοί, μόνοι τους, σχημάτισαν αμέσως
Κυβέρνηση, αλλά κανείς δεν επλανάτο: ενώ η Χώρα φλεγόταν, άρχιζε μια σοβαρή πολιτική
κρίση.
Τότε ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης γνώρισε την ωραιοτέρα του ώρα. Λίγοι πολιτικοί στον
κόσμο γνώρισαν τέτοια ώρα, και ασφαλώς κανένας δικτάτωρ. Στηριζόταν σε ευρεία λαϊκή
βάση, διέθετε την πλειοψηφία της Βουλής, είχε σημειώσει μερικές πολύ σημαντικές
επιτυχίες (Δόγμα Truman, Επιτροπή του ΟΗΕ), δεν είχε υποστή καμιά θεαματική ήττα,
μπορούσε αξιόλογα να επιμείνει και να κρατήσει την εξουσία. Τόσο μάλλον που ο Σοφούλης
τον αντιπολιτευόταν κατά τρόπο εξαιρετικά σκληρό και μερικές φορές άδικο. Σε τέτοιο
σημείο, ώστε η Δεξιά να επονομάζει πλέον τον μεγάλο γέροντα "εαμοβούλγαρο".
Στο πρώτο νεύμα, όμως, που έκαμε ο Βασιλεύς Παύλος στον Τσαλδάρη -ο Γεώργιος ο Β'
είχε πεθάνει την 1η Απριλίου- ο Τσαλδάρης προσέφερε την πρωθυπουργία στον Σοφούλη,
που από τις 354 έδρες της Βουλής διέθετε μόνο τις 46!
Ο Σοφούλης εδέχθη. Ο Τσαλδάρης έγινε Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως και διετήρησε το
Υπουργείο Εξωτερικών· μερικά μέλη της αμιγούς Λαϊκής Κυβερνήσεως -13 επί 24διατηρούσαν τα χαρτοφυλάκιά τους, αλλά νέο αίμα άλλαξε την όψη και τις δυνατότητες της
νέας Κυβερνήσεως. Η βαθύτερη αλλαγή -εκτός από του Πρωθυπουργού- αφορούσε τα
Υπουργεία

Ασφαλείας

και

Δικαιοσύνης,

τα

οποία

ανελάμβαναν

δύο

γνωστοί

"εαμοβούλγαροι", ο Ρέντης και ο Λαδάς.
Ένα μέρος του Κέντρου -Βενιζέλος, Κανελλόπουλος, Παπανδρέου- και της Άκρας Δεξιάς
-Ζέρβας- δεν συμμετείχαν σ' αυτή την Κυβέρνηση, αλλά παρά ταύτα μπορούσε πλέον να
μιλήσει κανείς περί ενός είδους "Μεγάλης Συμμαχίας", αφού σ' αυτήν συμμετείχε η Δεξιά και
η Αριστερά του Κέντρου. Μπορούσε κανείς να υποστήριξη ενώπιον του λαού και στο
εξωτερικό, ότι μια σαφής πλειοψηφία, που εκπροσωπούσε όλες τις τάσεις, ενώθηκε για να
πολεμήσει μια μικρή μειοψηφία που ήθελε να επιβληθεί "με τη φωτιά και το τσεκούρι".
Ήταν χρήσιμο για το ηθικό στο εσωτερικό της Χώρας.
Ήταν καλό για τη Δύση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συχνά ένας πνευματικός
δονκιχωτισμός υποστηρίζει εκείνους που, εν ονόματι της Δημοκρατίας, θέλουν να
καταργήσουν τις δημοκρατικές αρχές με οποιαδήποτε μέσα. Ακόμη και με τους τάφους και
τα ερείπια.

Η Κυβέρνηση Σοφούλη ορκίσθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1947.
Έπρεπε να ασχοληθεί, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, και με ένα ειδικό θέμα, σημαντικό
όσο και λεπτό, που πρέπει να θιγεί εδώ με λίγες λέξεις.
Η έλλειψη αποτελεσμάτων στον τομέα των επιχειρήσεων, ορισμένες προσωπικές
αντιπάθειες ή και εχθρότητες -κατάλοιπα παλαιών πραξικοπημάτων ή και των ανταρσιών
της Μέσης Ανατολής- άλλοι λόγοι ακόμη, δημιουργούσαν μια δυσάρεστη κατάσταση στην
κορυφή του Στρατού. Η ανάμειξη της Αμερικανικής και της Βρετανικής Αποστολής, αντί να
βοηθή, περιέπλεκε τα πράγματα. Οι Αρχηγοί των δύο Αποστολών -χωρίς δικαίωμα ψήφου,
αλλά μοιραίως με βαρύνουσα γνώμη- ήταν μέλη των διαφόρων στρατιωτικών συμβουλίων,
και αυτών ακόμη που έκαναν τις προαγωγές και τις τοποθετήσεις.
Κανείς από τους Έλληνες στρατιωτικούς ηγέτες δεν κατόρθωνε να επιβάλλεται πλήρως επί
των άλλων. Ακόμη χειρότερα, υπήρχαν και αντιζηλίες μεταξύ τους.
Ο μόνος που θα μπορούσε να επιβληθεί, και στους συμμάχους στρατηγούς ακόμη, ο
Αλέξανδρος Παπάγος, δεν δεχόταν να αναλάβει την αρχιστρατηγία. Έθετε όρους που
αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον όγκο και τη διάρθρωση του Στρατού. Δεν ήταν όμως
δυνατό να αυξηθεί ο όγκος του Στρατού.
Το θέμα της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας είχε μερικές φορές επιπτώσεις ποικίλες και
επικίνδυνες.
Η Κυβέρνηση Σοφούλη, για διαφόρους λόγους που εξέρχονται των πλαισίων του βιβλίου
αυτού, δεν υπήρξε πάντα ιδιαιτέρως επιτυχής στις παρεμβάσεις της στην κορυφή του
Στρατού. Τουλάχιστον, όμως, οι παρεμβάσεις αυτές γίνονταν από μια Κυβέρνηση ευρέος
συνασπισμού.
Ήταν η μεγάλη δύναμη αυτής της Κυβερνήσεως, της οποίας προήδρευε ένας άνθρωπος 86
ετών: αντιπροσώπευε το Έθνος.
Το Κ.Κ.Ε. δεν είχε εντυπωσιασθεί από αυτό.
Είναι αλήθεια ότι σημειώθηκαν μερικές συμφιλιωτικές χειρονομίες· η μία, η σημαντικότερη,
έγινε κατά τρόπο ασυνήθη: στο φύλλο των Times του Λονδίνου της 10ης Σεπτεμβρίου 1947,
εδημοσιεύοντο αποσπάσματα μιας επιστολής που ο Μάρκος είχε απευθύνει προς τη μεγάλη
αγγλική εφημερίδα και με την οποία υπέβαλλε κατ' ουσίαν συμβιβαστικές προτάσεις.
Δήλωνε ότι πίστευε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και το απαραβίαστο των συνόρων,

ζητούσε μια γενική συμφιλίωση, μιλούσε για διαφόρους όρους. Πρότεινε κατάπαυση του
πυρός, δημιουργία Κυβερνήσεως που θα περιελάμβανε το ΕΑΜ, και ζητούσε ακόμη την
παρουσίαση της θέσεως του Δ.Σ.Ε. ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών.
Σχεδόν συγχρόνως, το ΕΑΜ, τονίζοντας ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον Δ.Σ.Ε., πρότεινε
εγγράφως να γίνη διαπραγμάτευση για την επίτευξη συνεννοήσεως, υπό τον όρο ότι θα
ελαμβάνοντο ευρύτατα μέτρα επιεικείας και αφοπλισμού των Μ.Α.Υ., τους οποίους
χαρακτήριζε "συμμορίτες της Δεξιάς".
Ο Σοφούλης δεν θέλησε να ακούσει τίποτε απ' όλα αυτά και καθόριζε σαφώς τη θέση του:
δεν ήταν δυνατό να γίνουν διαπραγματεύσεις μεταξύ Κυβερνήσεως η οποία ενεργούσε
βάσει λαϊκής εντολής, και μιας μειοψηφίας που εννοούσε να επιβληθεί με τη φωτιά και με
το αίμα. Επεσήμαινε, επιπλέον, ότι όλα όσα ζητούσε ο Μάρκος, και πολύ περισσότερα
ακόμη, περιελαμβάνοντο στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβερνήσεως ενώπιον της
Βουλής. Επεσήμαινε, επίσης, ότι η Κυβέρνηση είχε δεσμευθεί να καλέσει παρατηρητάς του
ΟΗΕ μόλις αποκατασταθεί η ειρήνη, για να παρακολουθήσουν την εφαρμογή των μέτρων
συμφιλιώσεως. Η Κυβέρνηση ηρνείτο, συνεπώς, κάθε συζήτηση με την ανταρσία.
Η μόνη υποχώρηση που έκαμε ο Σοφούλης ήταν να παρατείνει επί δύο μήνες την
προθεσμία της αμνηστίας, που είχε μόλις λήξει και που αφορούσε όλους όσους θα ήθελαν
να εγκαταλείψουν την ανταρσία η την παρανομία. Ορισμένοι ήλπισαν τότε ότι, δεδομένου
του σεβασμού που ενέπνεε ο λόγος του γηραιού κεντροαριστερού, του Σοφούλη, η
αμνηστία θα απέδιδε. Δεν απέδωσε σχεδόν τίποτε.
Άλλωστε, το Κ.Κ.Ε. υιοθετούσε, από τη δική του πλευρά, πολύ πιο σκληρή γραμμή. Η νέα
γραμμή του απεκαλύφθη στις 8 Οκτωβρίου από δύο κείμενα που δημοσιεύθηκαν στην
επίσημη εφημερίδα του Κόμματος, τον Ριζοσπάστη.
Με το ένα κείμενο ανεκοίνωνε ορισμένες αποφάσεις της Γ' Ολομέλειας της Κεντρικής
Επιτροπής, που είχε συνέλθει στην Αθήνα από τις 12 έως τις 15 Σεπτεμβρίου: το Κ.Κ.Ε.,
που έως τότε δεν είχε ποτέ αναγνωρίσει επισήμως ότι συνεδέετο με τον Δ.Σ.Ε., ανελάμβανε
τώρα ανεπιφυλάκτως να υποστηρίξη τον ένοπλο αγώνα του.
Το άλλο κείμενο ήταν ένα άρθρο του Ζαχαριάδη, το οποίο είχε στείλει από το εξωτερικό,
όπου εξακολουθούσε να βρίσκεται. Δημοσιεύθηκε στον Ριζοσπάστη της 8ης Οκτωβρίου 1947
με τον τίτλο "Υπέρ βωμών και εστιών". Με το άρθρο αυτό, ο Αρχηγός καλούσε τους
πιστούς να βοηθήσουν τον ένοπλο αγώνα, τονίζοντας ότι "ο αγώνας μας, αγώνας υπέρ
βωμών και εστιών, είναι αγώνας για την Ελλάδα και το Λαό και σαν τέτοιος δεν μπορεί παρά

να θριαμβεύσει".
Υπό αυτάς τας συνθήκας, η νομιμότης του Κόμματος δεν ήταν πλέον νοητή. Μεταξύ 15ης
Οκτωβρίου και τέλους του έτους, μια σειρά κυβερνητικών μέτρων εξηφάνισε το Κ.Κ.Ε. από
την ελληνική πολιτική σκηνή. Οι εφημερίδες του απηγορεύθησαν, τα γραφεία του
εκλείσθησαν, όσα στελέχη ανευρέθησαν συνελήφθησαν, και το Κόμμα εκηρύχθη παράνομο.
Καταδικασμένο από τη συντριπτική πλειοψηφία που εκπροσωπούσε η Κυβέρνηση του
"Έαμοβούλγαρου", το Κόμμα εξηφανίσθη από τους δημοσίους χώρους για να εμφανισθεί
στα βουνά.
Τώρα επρόκειτο περί πολέμου μέχρις εσχάτων.
Δεν ήταν γνωστό τότε ότι ο πόλεμος θα άλλαζε τύπους και μορφή, και δεν είναι ακόμη και
σήμερα γνωστοί οι ακριβείς λόγοι που προεκάλεσαν αυτή την αλλαγή.
Πρέπει ίσως να αναζητηθούν και σε επεμβάσεις ξένων στρατιωτικών.
Γιατί το καλοκαίρι του 1947, οι συμφωνίες που είχε υπογράψει ο Μάρκος το 1946
συζητήθηκαν και πάλι στο Μπλεντ, μεταξύ αυτού και αντιπροσώπων των Γενικών
Επιτελείων της Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Σοβιετικοί αξιωματικοί ήταν παρόντες κατά
τις διαπραγματεύσεις.
Απεφασίσθη τότε εκεί αφ' ενός η αύξηση της βοηθείας των γειτόνων και η παραχώρηση πιο
αποτελεσματικού υλικού (πυροβόλων διαφόρων διαμετρημάτων, φορτηγών αυτοκινήτων,
σταθμών ασυρμάτου κτλ.), αφ' ετέρου η βελτίωση των συνθηκών εκπαιδεύσεως.
Απεφασίσθη ακόμη η στάθμευση επί των συνόρων περισσοτέρων τακτικών φιλικών
στρατευμάτων. Αιτία της λήψεως της τελευταίας αποφάσεως ήταν ότι οι συσκεφθέντες στο
Μπλεντ φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να επιχειρηθεί κύκλωση τμημάτων του Δ.Σ.Ε. από τον
Ελληνικό Στρατό με ελιγμούς εκτός του ελληνικού εδάφους.
Σε αντάλλαγμα, ο ένοπλος ελληνικός κομμουνισμός ετίθετο κατά κάποιον τρόπο υπό την
κηδεμονία του γιουγκοσλαβικού κομμουνισμού, γιατί του παραχωρούσε έλεγχο του
στρατού του. Πράγματι, εδημιουργείτο ένα "Κοινό Βαλκανικό Γενικό Επιτελείο" και ο Δ.Σ.Ε.
Θα υφίστατο τον έλεγχό του σε τέτοιο σημείο ώστε οι τοποθετήσεις των ανωτέρων
αξιωματικών έπρεπε να εγκριθούν από το Κοινό Επιτελείο.
Βεβαίως, αυτή η ανάμειξη, ασκουμένη προπάντων από τους Γιουγκοσλάβους που
εδέσποζαν στην ανωτάτη κοινή επιτελική ομάδα, προκαλούσε μερικές συγκρούσεις με τον

Μάρκο. Ο τελευταίος δεν ήταν πάντοτε σύμφωνος με την τακτική ή τα σχέδια των
βαλκανικών συντονιστών του, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν ένας Γιουγκοσλάβος
στρατηγός ονομαζόμενος Πόποβιτς.17
Λίγα είναι γνωστά γι' αυτές τις διαφωνίες. Φαίνεται πάντως βέβαιο ότι ο Μάρκος δεν
υποχωρούσε εύκολα, αλλά ότι -ιδίως στην αρχή- υπεχρεώθη να υποκύψει σε σημαντικά
θέματα. Άλλωστε, όπως θα φανεί παρακάτω, επί στρατιωτικών ζητημάτων διαφωνούσε
συχνά με τον Ζαχαριάδη και άλλους ηγέτες του Κ.Κ.Ε.
Όπως και αν είναι, όποια και αν ήταν τα αίτια, περί το τέλος του 1947, ο Δ.Σ.Ε, χωρίς να
εγκαταλείψει την παλαιά τακτική του, εφήρμοσε και μια άλλη, που θα εκτεθεί στις αμέσως
επόμενες σελίδες.

Από κυβερνητικής πλευράς, μετά τις αποφάσεις της Γ' Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε,
ανεμένοντο νέες εξελίξεις, αλλά δεν επιστεύετο ότι θα εσημειούντο πολύ προσεχώς σοβαρά
επεισόδια.
Τα συμπεράσματα μιας μεγάλης συσκέψεως της στρατιωτικής ηγεσίας, που έγινε στον Βόλο
υπό την προεδρία του Βασιλέως Παύλου και με τη συμμετοχή των ξένων στρατιωτικών
αποστολών, είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Ιδού τα συμπεράσματα αυτά: οι συμμορίτες εξακολουθούσαν να έχουν την πρωτοβουλία. Η
τακτική που ακολουθούσαν απέδιδε, και συνεπώς δεν είχαν κανένα λόγο να την αλλάξουν.
Ο χειμώνας θα μείωνε τη μεγάλη ευκινησία τους. Είχαν ανάγκη μιας μικρής έστω περιοχής
για να εγκαταστήσουν εκεί "Κυβέρνηση", αλλά έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν θα μπορούσαν
να υπερασπισθούν το έδαφός της. Τα ορεινά συγκροτήματα του Γράμμου και του Βίτσι,
των οποίων η άμυνα ήταν ευκολώτερη και των οποίων είχε αρχίσει η οχύρωση, είχαν τόσο
μικρά χωριά ώστε να είναι απαράδεκτα ως έδρα "Κυβερνήσεως". Κατά συνέπειαν, ο μεγάλος
κίνδυνος ήταν ο ανταρτοπόλεμος όπως διεξήγετο μέχρι τότε. Έπρεπε η κυβερνητική πλευρά
να επωφεληθεί της σχετικής ησυχίας του χειμώνα, ώστε να αυξηθεί πολύ η επιθετικότης
του Στρατού κατά την άνοιξη.
Αυτό και απεφασίσθη. Ο Στρατός, που αριθμούσε 92.000 άνδρες, θα έφθανε τους 132.000,
και θα κατεδίωκε με δραστηριότητα τις συμμορίες. Οι βοηθητικές δυνάμεις (Εθνοφυλακή
και Μ.Α.Υ.) θα ενισχύοντο σοβαρώς, ώστε να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στην προστασία
των κατοικημένων χώρων. Τέλος, ο Στρατηγός Βεντήρης, καλός οργανωτής και μαχητικός

στρατιώτης, θα ανελάμβανε αμέσως την ηγεσία όλων των στρατευμάτων που βρίσκονταν
στα βόρεια διαμερίσματα.

Η πρώτη μάχη
Η σύσκεψη αυτή έγινε μεταξύ 16ης και 20ης Οκτωβρίου 1947.
Αλλά για να τεθούν σε εφαρμογή οι αποφάσεις που είχαν ληφθεί, έπρεπε πρώτα να
φθάσουν στην Ελλάδα τα όπλα που της προσέφεραν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν ήταν θέμα
ημερών ή εβδομάδων. Εξάλλου, οι προβλέψεις ως προς τη σχετική ησυχία κατά τον
χειμώνα ήταν λανθασμένες.
Πράγματι, κατά τη διάρκεια της συσκέψεως του Βόλου, περίεργες πληροφορίες περιήρχοντο
στο Γενικό Επιτελείο. Στη μεγάλη οροσειρά που από βορρά προς νότον διαιρεί την Ελλάδα
σε δύο μέρη, παρετηρούντο πολλές κινήσεις ανταρτικών τμημάτων. Αρκετά από αυτά
συνόδευαν στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδος οικογένειες ανταρτών, οι οποίες, πεζή ή σε
ημιόνους, προχωρούσαν προς βορράν. Η πορεία αυτή, όπως και άλλες, είχαν αρχίσει τις
πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου.
Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί στρατιωτικοί παράγοντες σκέφθηκαν ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν
παρά να σημαίνουν ένα πράγμα: είχαν ήδη αναφερθεί απαγωγές παιδιών σε περιορισμένο
αριθμό. Από το άλλο μέρος, πολλές οικογένειες ανταρτών εξακολουθούσαν να κατοικούν σε
χωριά της Κεντρικής Ελλάδος. Αυτό ήταν επιβλαβές για το ηθικό των μαχητών, γιατί η
Κεντρική Ελλάς ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στις επιθέσεις του Στρατού. Ο Δ.Σ.Ε. θα
θέλησε λοιπόν να εξασφαλίσει τις οικογένειες αυτές, όπως και τα απαχθέντα παιδιά. Τα
καταλληλότερα μέρη γι' αυτό το σκοπό ήταν η Αλβανία και τα βορειοδυτικά καταφύγια, που
εύκολα ανεφοδιάζοντο. Γι' αυτό και η τραγική αυτή πομπή και τα μέτρα ασφαλείας της που
ελαμβάνοντο.
Επρόκειτο περί αυτού. Αλλά επρόκειτο και για κάτι άλλο.
Κατά τη φασιστική επίθεση του 1940, ο Ιταλός Αρχιστράτηγος, με μια τολμηρή προώθηση
αλπινιστών, θέλησε να καταλάβει την Εθνική Οδό η οποία δια των αυχένων του Μετσόβου
διασχίζει την οροσειρά της Πίνδου. Θα απομόνωνε έτσι την Ήπειρο.
Αυτό ακριβώς θέλησε να κάμει τον Οκτώβριο του 1947 και ο Δ.Σ.Ε.
Ο πολύτιμος δρόμος δεν εφρουρείτο στο ανατολικό του τμήμα, μήκους περίπου 50
χιλιομέτρων, γιατί εκεί το μέρος ήταν περισσότερο βατό και, αν χρειαζόταν, η άμυνά του θα

γινόταν αρκετά εύκολα από τις ισχυρές φρουρές που βρίσκονταν στη Θεσσαλία.
Εφρουρείτο σχετικώς καλά -σχετικώς, σε αναλογία προς τις διαθέσιμες δυνάμεις- μόνο
έπειτα από άλλα 20 χιλιόμετρα, στη διαδρομή των οποίων υπήρχε μάλιστα και ένας αυχένας
ύψους 1.700 μέτρων, η Κατάρα. Εφρουρείτο σε ένα τμήμα του, μήκους 35 χιλιομέτρων,
που βρίσκεται επί απότομων κλιτύων οι οποίες σχηματίζουν βαθιά φαράγγια. Εκεί στάθμευε
μια ταξιαρχία δυνάμεως 1.300 ανδρών, η οποία διέθετε όλμους, τέσσερα πυροβόλα και δύο
ελαφρά άρματα μάχης.
Πυροβόλα, άρματα και ένα τάγμα προστάτευαν μια μεγάλη γέφυρα στο δυτικό άκρο αυτού
του τμήματος της οδού.
Ένα άλλο τάγμα πεζικού, το ισχυρότερο, το 584, ενισχυμένο και με έναν ουλαμό όλμων, με
διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Γ. Παλαντά, φρουρούσε το άλλο άκρο των 35 αυτών
χιλιομέτρων. Κατείχε τα δεσπόζοντα του Μετσόβου υψώματα "Καρακόλι-ΤσούμαΜπούτσουμα Βρύση". Κάτω από τις δασωμένες κλιτύς του πρώτου υψώματος, του οποίου η
κορυφή είναι στα 1.500 μέτρα, από το υψόμετρο των 1.050 μέτρων ως τα 1.280, βρίσκεται
το Μέτσοβο. Την κωμόπολη τη χωρίζει ένα βαθύ φαράγγι από το χωριό Ανήλιο, σημαντικό
σημείο διαβάσεως από διάφορες κατευθύνσεις.
Ο διοικητής της ταξιαρχίας, ο Συνταγματάρχης Δόβας (ο μετά είκοσι χρόνια οργανωτής της
κατά τον Δεκέμβριο του 1967 αποτυχούσης στρατιωτικής ενεργείας του Βασιλέως
Κωνσταντίνου) είχε εγκαταστήσει το Σταθμό Διοικήσεώς του στο μέσον του επικινδύνου
τμήματος της αμαξιτής οδού. Διέθετε εκεί ένα τάγμα, εγκατεστημένο στους γύρω λόφους.
Ο Δόβας είχε αντιληφθεί ότι ετοιμαζόταν εναντίον του επιχείρηση ολκής και είχε επιμείνει να
του σταλούν ενισχύσεις. Του έστειλαν από τη Λάρισα με φορτηγά αυτοκίνητα -μεταφορικό
μέσο πολυτελείας για τον Ελληνικό Στρατό του 1947- ένα ολόκληρο τάγμα.
Τα τακτικά τάγματα της εποχής εκείνης είχαν δύναμη 700 ανδρών, αν ήταν νέα ή
ανανεωμένα, 350 έως 450, αν ήταν ταλαιπωρημένα. Το τάγμα που εστάλη στον Δόβα είχε
δύναμη 500 ανδρών, έφθασε το απόγευμα της 18ης Οκτωβρίου, και έλαβε θέσεις γύρω από
τον Σταθμό Διοικήσεως, ως εφεδρεία του.
Έφθανε εγκαίρως. Στις δέκα το βράδυ της 18ης, μέσα στη σιωπή και το σκοτάδι μιας
βροχερής νύκτας, όλες οι θέσεις της ταξιαρχίας υφίσταντο σύγχρονη ισχυρή επίθεση.
Δύο άλλες επιχειρήσεις ολκής βοηθούσαν τις τοπικές επιθέσεις·

Η μια ήταν η κατάληψη, ναρκοθέτηση και δολιοφθορά των οδών δια των οποίων
μπορούσαν να έλθουν ενισχύσεις.
Η άλλη διεξήγετο σε πολλά σημεία της Ηπείρου, και ιδίως της Θεσσαλίας, δια μικρών ή και
σοβαρών επιδρομών, ώστε να απασχοληθούν με αυτές οι εκεί σταθμεύουσες δυνάμεις του
Εθνικού Στρατού.
Επί τόπου, ήδη από τα μεσάνυκτα, έγινε φανερό ότι δυνάμεις πολύ ανώτερες από εκείνες
της ταξιαρχίας του Δόβα απέβλεπαν στην πλήρη συντριβή της. Πολύ αργότερα έγινε
γνωστό ότι οι κυρίως επιτιθέμενοι ανήρχοντο σε 5.000 άνδρες, οι φρουρούντες τις
διαβάσεις σε 3.000, και ότι οι επιχειρούντες επιδρομάς υπερέβαιναν κατά πολύ τους χίλιους.
Η επίθεση διήρκεσε, με μικρές διακοπές, εννέα ημέρες και εννέα νύκτες.
Τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν τα ακόλουθα:
* Την ισχυρότερή τους επίθεση οι επιτιθέμενοι ενήργησαν από την αυγή της 19ης με
δύναμη τριών ταγμάτων και μιας διλοχίας, εναντίον των θέσεων του τάγματος 584. Η μάχη
συνεχίσθηκε με σφοδρότητα και από τα δύο μέρη επί δεκάωρο, και χαλαρώθηκε ελαφρώς
τις απογευματινές ώρες, χωρίς οι επιτιθέμενοι να επιτύχουν την εκπόρθηση των θέσεων
των αμυνομένων, οι οποίοι εμάχοντο αποφασιστικά και θαρραλέα. Κατά τη διάρκεια της
ολοήμερης αυτής μάχης, άλλο τάγμα του Δ.Σ.Ε., καλυπτόμενο από την ομίχλη, παρέκαμψε
από ανατολών τη διάταξη του 584 τάγματος, και κατέλαβε το απέναντι, νοτιανατολικά του
Μετσόβου, χωριό, το Ανήλιο. Από εκεί προχώρησε προς τη χαμηλότερη συνοικία του
Μετσόβου, η οποία δεν εφρουρείτο, και έτσι χωρίς δυσκολία κατέλαβε τη μισή περίπου
κωμόπολη.
* Τη νύκτα της 19ης προς την 20ή επανελήφθησαν σφοδρότερες οι επιθέσεις των
επιτιθεμένων κατά των θέσεων του 584 τάγματος στα υψώματα Καρακόλι και Τσούμα, με
ισχυρά μέσα πυρός, όλμους, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και χειροβομβίδες και η μάχη, άγρια
και από τα δύο μέρη σε ορμή και αποφασιστικότητα, διήρκεσε πέντε ώρες. Τις πρωινές
ώρες οι επιτιθέμενοι αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν στα σημεία από τα οποία είχαν
ξεκινήσει.
* Χαρακτηριστικό του ηθικού και της αποφασιστικότητος του πολιορκημένου τάγματος, που
γνώριζε ότι υπερασπιζόταν θέσεις μεγάλης τακτικής σημασίας για την έκβαση της όλης
μάχης, είναι το σήμα που απέστειλε την 20ή του μηνός στην VIII Μεραρχία ο διοικητής του
τάγματος: "Οι άνδρες μου και εγώ, έλεγε το σήμα του, θα πέσωμεν μέχρις ενός, αλλά το

Μέτσοβο δεν θα γίνη πρωτεύουσα του Μάρκου".
* Τη νύκτα της 20ής προς την 21η, η μεγάλη και θλιβερή πομπή που ερχόταν από τον νότο
είχε διέλθει δια μέσου της διακεκομμένης γραμμής της ταξιαρχίας, και κατόπιν αυτού πολλές
από τις ανταρτικές ομάδες που τη συνόδευαν ενώθηκαν με τους επιτιθεμένους. Η πίεση,
από της 21ης, έγινε μεγαλύτερη.
* Ένα τάγμα της ταξιαρχίας, που περιελάμβανε, όπως εγνώσθη αργότερα, στοιχεία της
Άκρας Αριστεράς, εγκατέλειψε δύο φορές τις θέσεις του και υπεχώρησε ατάκτως. Εσώθη
και απεφεύχθη επικίνδυνο ρήγμα χάρις σε αντεπιθέσεις γειτονικών λόχων και σε
αναδίπλωση επί ισχυρότερων θέσεων.
* Στο Καρακόλι, οι πολιορκημένοι είχαν βρεθεί σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, επειδή
άρχιζαν να στερούνται πυρομαχικών και τροφίμων, και η πίεση που υφίσταντο ήταν
συνεχής και ισχυρή. Ο ανεφοδιασμός τους έγινε δυνατός όταν δύο ημέρες καλοκαιρίας (23
και 24) επέτρεψαν στα αεροπλάνα να πραγματοποιήσουν πολλές ρίψεις εφοδίων, αν και
πολλές από αυτές, λόγω του ορεινού και του περιορισμένου του εδάφους, περιήρχοντο
στους πολιορκητάς. Αλλά εκτός των ρίψεων, χάρις σε ένα ευφυά ελιγμό του Δόβα και μια
τολμηρότατη εξόρμηση, ανοίχθηκε άλλη, μάλλον απρόβλεπτη οδός επαφής με τους
πολιορκημένους: κατελήφθη σαν πυκνά δάση βορείως του Καρακόλι, πράγμα που επέτρεψε
την αποστολή ενισχύσεων με πεζούς και ημιόνους.
* Η κωμόπολη του Μετσόβου είχε ανακαταληφθεί αλλά είχε και πάλι εγκαταλειφθεί λόγω
βολών από το Ανήλιο και επιθέσεων που εξαπολύοντο από κάτω προς τα πάνω. Οι κάτοικοι,
αφού αρχικώς είχαν βοηθήσει το τάγμα, είδαν τα σχολεία τους να καίγονται, τα σπίτια τους
να λεηλατούνται, τον δήμαρχό τους (Βασίλειο Ζαούση) να αυτοκτονεί την ώρα που θα
συνελαμβάνετο, και είχαν είτε κρυφθεί στα υπόγεια, είτε τραπεί προς τα υψώματα που
κατείχε το τάγμα. Ζούσαν στο δάσος ή μέσα στους θάμνους, συχνά με βροχή, και το
στρατιωτικό τμήμα έπρεπε κάπως να τους βοηθή από απόψεως διατροφής. Αυτό δεν
ενίσχυε βέβαια την άμυνα.
Η εννεαήμερος μάχη ήταν μια σειρά επιθέσεων και αντεπιθέσεων. Ως επί το πλείστον,
εξαπελύοντο τη νύκτα, και συχνά τα εγχειρήματα, από τα δύο μέρη, γίνονταν από τις πιο
απρόσιτες τοποθεσίες. Την ημέρα γινόταν συνήθως πυκνή ανταλλαγή πυρών όπλων πεζικού
και όλμων.
Αυτή υπήρξε σε γενικές γραμμές η μάχη έως το βράδυ της ενάτης ημέρας

Την επομένη, στις 28, η πίεση εμειώθη.
Πολλές δυσκολίες, μεταξύ άλλων μια πολύ πυκνή ομίχλη που σκέπασε τις ανατολικές κλιτύς
της οροσειράς επί 48 ώρες, εμπόδισαν την προώθηση των ενισχύσεων που έρχονταν από
την Ήπειρο και προπάντων από τη Θεσσαλία. Αλλά στις 28, οι ενισχύσεις αυτές,
υποστηριζόμενες και από βολές πυροβόλων και όλμων, εξαπέλυαν ισχυρή επίθεση κατά των
τμημάτων του Δ.Σ.Ε. που υπερήσπιζαν τις προσπελάσεις προς Μέτσοβο.
Η αντίστασή τους, άγρια στην αρχή, εξησθένησε προς το βράδυ, για να μετατραπεί την
επομένη σε άμυνα οπισθοφυλακών. Οι πολιορκηταί έσπευδαν να αποσυρθούν, γιατί
κινδύνευαν να μετατραπούν σε πολιορκημένους.
Την 30ή Οκτωβρίου, επέτειο της απελευθερώσεως της περιοχής από τον τουρκικό ζυγό, το
1912, ακούγονταν οι τελευταίοι πυροβολισμοί. Οι άνδρες του Μάρκου εξηφανίζοντο
καταδιωκόμενοι αλλά αρνούμενοι τη μάχη. Έφευγαν γρήγορα, για να αναπαυθούν σε μέρος
ασφαλές: πέραν των συνόρων.
Η αντίσταση της ταξιαρχίας, προπάντων εκείνη του τάγματος της θέσεως-κλειδί Καρακόλι,
είχε μεγίστη σημασία. Αν είχε καμφθεί, η γενική κατάσταση θα είχε σοβαρά επηρεασθεί.
Η στενή κοιλάς του Μετσόβου -ας χαρακτηρισθή ορθότερα ως πλατύ φαράγγι- κυκλώνεται
από αυστηρές κορυφογραμμές, το υψόμετρο των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 1.500 και
1.900 μέτρων. Οι κορυφές φθάνουν έως τα 2.300 μέτρα. Το έδαφος είναι άλλοτε γυμνό και
απότομο, άλλοτε πυκνά δασωμένο. Ο χειμώνας είναι τραχύς και πρώιμος. Ιδεώδεις
συνθήκες για την άμυνα.
Τα ανταρτικά τμήματα λοιπόν που επετίθεντο κατά της ταξιαρχίας του Δόβα, μπορούσαν,
κατά τα τακτικά δεδομένα της μάχης, να είχαν επιτυχώς τελειώσει την επίθεσή τους μέσα
σε μια ως τρεις ημέρες. Αν αυτό είχε συμβεί και τα επιτιθέμενα τμήματα ηνούντο με εκείνα
που υπερήσπιζαν τις διαβάσεις προς την κοιλάδα, η απελευθέρωσή της θα ήταν μια εντελώς
άλλη υπόθεση.
Αλλά αν η κοιλάς, βοηθούντος και του χειμώνος, είχε μείνει στα χέρια των ανταρτών, τότε
το Κ.Κ.Ε. θα διέθετε το έδαφος που χρειαζόταν για να εγκαταστήσει, πάντως κατά τους
χειμερινούς μήνες, την Προσωρινή Κυβέρνησή του. Θα είχε επιτευχθή στρατηγικός σκοπός
πολύ μεγαλύτερος από εκείνον της καταλήψεως μιας κυρίας για την Ήπειρο οδικής
αρτηρίας.
Η απογοήτευση στους κόλπους του Δ.Σ.Ε. υπήρξε βαθειά. Όπως εγνώσθη αργότερα από το

μηνιαίο περιοδικό του Στρατού του Μάρκου Βαφειάδη "Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας"
(τεύχος Απριλίου 1948), οι διοικηταί των ταγμάτων κατηγορήθησαν "για έλλειψη φαντασίας
και πρωτοβουλίας". Γι' αυτόν τον λόγο, είπαν οι κριτικοί, "δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν
τους αγώνες στις συνθήκες της στιγμής".
Ο Δ.Σ.Ε. είχε χάσει την πρώτη αληθινή μάχη του ανταρτοπολέμου. Πρώτη για τη σημασία
των αντικειμενικών της σκοπών, για τη διάρκειά της, για τον αριθμό των ανδρών που είχαν
συμμετάσχει.
Είχε διαρκέσει -μαζί με τους αγώνες των προσπελάσεων-12 ημέρες. Οι άνδρες που είχαν
συμμετάσχει από τα δύο μέρη ήταν: στο κύριο πεδίο των επιχειρήσεων, 7.000 στην αρχή,
8.500 έως 9.000 μετά τη δεύτερη μέρα. Στην περιφέρεια, προς το τέλος, πλέον των 15.000
μαχητών, χωρίς να υπολογισθούν εκείνοι που αλλού έκαναν ή απέκρουαν επιδρομές.
Ο τακτικός Στρατός είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος. Προ παντός επειδή το ηθικό
είχε και πάλι αποκαλυφθεί έξοχο, υπό συνθήκας ιδιαιτέρως δυσχερείς...
Η κραυγή "ελευθερία ή θάνατος" είχε ίσως μιαν απόχρωση απελπισίας, αλλά είχε
προπάντων τη φλόγα της πίστεως και της θεληματικότητος που πηγάζει από αυτήν.

Η δεύτερη μάχη
Πριν εκτεθεί η δεύτερη και μεγαλύτερη μάχη, που έγινε μετά από δύο μήνες, πρέπει να
επισημανθεί ένα γεγονός που αφορά την πρώτη. Πρέπει, γιατί το γεγονός αυτό είναι
πιθανότατα συνδεδεμένο με τις μάχες που επεζήτησε ο Δ.Σ.Ε. και που τουλάχιστο ενέκρινε
το Κοινό Βαλκανικό Γενικό Επιτελείο.
Μετά από συνεννοήσεις και συσκέψεις ενός και πλέον έτους, και παρά τους δισταγμούς
μερικών Κομμουνιστικών Κομμάτων, ο Στάλιν επέτυχε την αναβίωση της Κομιντέρν. Την
είχε διαλύσει το 1943 για να εξουδετερώσει τις υποψίες των συμμάχων της στιγμής εκείνης,
την επανασυνιστούσε το 1947 για να απαντήσει στην ομάδα που αυτομάτως εδημιουργείτο
από την πελατεία του Σχεδίου Marshall.
Η εμφάνιση ήταν στην αρχή μετριόφρων: "Κοινό Γραφείο Πληροφοριών" των εννέα Κ.Κ.
που το ίδρυαν. Το όνομα διέφερε κατά μια μόνο συλλαβή από το προηγούμενο όνομα:
Κομιντέρν-Κομινφόρμ. Ημερομηνία γεννήσεως ήταν η 5η Οκτωβρίου 1947. Οι γονείς ήταν
Ρώσοι,

Βούλγαροι,

Τσεχοσλοβάκοι.

Γάλλοι,

Γιουγκοσλάβοι,

Ιταλοί,

Ούγγροι,

Πολωνοί,

Ρουμάνοι,

Άλλα Κ.Κ. δεν είχαν κληθεί να λάβουν μέρος, ούτε στις δυσχερείς προετοιμαστικές φάσεις
ούτε στην τελική φάση. Αυτό ίσχυε και για τους Κινέζους κομμουνιστάς, και για τους
Έλληνες, οι οποίοι εν τούτοις ήταν γείτονες πολλών ιδρυτών, και οι οποίοι εκείνη την ώρα
έχυναν άφθονο αίμα για την κοινή τους υπόθεση. Αντιθέτως, ένας ρόλος δεσπόζων
παρεχωρείτο στο Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας, πράγμα που, για διαφόρους λόγους, του στοίχισε
την εχθρότητα ορισμένων αδελφών Κομμάτων, και ιδιαιτέρως του Κ.Κ. Γαλλίας και του Κ.Κ.
Ιταλίας. Ολοκλήρωση της εύνοιας, κατόπιν κατηγορηματικών οδηγιών του Στάλιν: το
Βελιγράδι οριζόταν ως έδρα της Κομινφόρμ.
Σήμερα αντιλαμβάνεται κανείς -ο Αντρέ Φονταίν18 το έχει λαμπρά αποδείξει- ότι η "Μόσχα
είχε ωθήσει τους Γιουγκοσλάβους να τεθούν επικεφαλής, για να τους απομονώσει από την
υπόλοιπη Κίνηση και να τους καταστήσει μισητούς στους άλλους".
Τότε, δεν είχε γίνει αντιληπτό. Αντιθέτως, πολλοί έβλεπαν σ' αυτό ένα δείγμα εμπιστοσύνης
και εύνοιας.
Παρ' όλα αυτά, φαίνεται βέβαιο ότι οι Γουγκοσλάβοι, λεπτοί και πεπειραμένοι ως προς τις
διάφορες σταλινικές τακτικές, δεν άργησαν να καταλάβουν τους σκοπούς του δεσπότου του
Κρεμλίνου. Ο Τίτο και οι συνεργάται του είχαν ήδη τότε επισημάνει πολλές μικρές ενδείξεις
που είχαν διεγείρει την καχυποψία τους.
Δυστυχώς, εφόσον οι γιουγκοσλαβικές αρχές θα διατηρούν την παλαιά "επίσημη" στάση
τους, κατά την οποία η χώρα τους δεν είχε καμιά απευθείας ανάμειξη στον ελληνικό
ανταρτοπόλεμο, δεν θα γνωσθή πως η εξέλιξη των σχέσεων Μόσχας-Βελιγραδίου επηρέασε
όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα.
Πάντως όμως, η αλλαγή στρατιωτικής τακτικής και ορισμένων πολιτικών κατευθύνσεων του
Κ.Κ.Ε., συμπίπτει με τις πρώτες δυσκολίες που γνώρισαν οι σχέσεις του Τίτο με τη Μόσχα.
Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανόν ότι ο Τίτο εδοκίμασε -δια του Κοινού Βαλκανικού Επιτελείουνα δώσει στην ελληνική υπόθεση μια πιο αποφασιστική τροπή, ώστε να αισθάνεται
ασφαλέστερος προς νότον: γι' αυτή την αιτία πιθανόν και οι δύο πρώτες μάχες του
ελληνικού ανταρτοπολέμου.
Όπως και αν έχη το πράγμα, ο ανταρτοπόλεμος διατηρούσε πάντοτε όλη του την ένταση,
παντού στην Ελλάδα, και αυτό αποτελούσε την κυρία αιτία της αναστατώσεως της Χώρας.
Τώρα όμως ο ανταρτοπόλεμος έπαιρνε και μια άλλη μορφή. Η μάχη του Μετσόβου δεν
επρόκειτο να είναι η μόνη σχετική ένδειξη.

Περί τα τέλη Νοεμβρίου, οι δυνάμεις Ηπείρου του Δ.Σ.Ε. -5-6.000 μαχηταί- ήταν
διασκορπισμένες επί της οροσειράς της Πίνδου, σε μια περιοχή εκτεινομένη από τους
αυχένες του Μετσόβου έως τον Γράμμο. Ανεμένετο ότι θα διεχείμαζαν εκεί και θα έκαναν
επιδρομές προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Τέλη Νοεμβρίου φάνηκε ότι αποβλέπουν σε άλλους σκοπούς.
Πρώτον, ενισχύθηκαν αιφνιδίως με 1.000 μαχητάς άλλων Διοικήσεων και με 2.500
Σλαβοφώνους της Διοικήσεως Μακεδονίας, υπό τον Υψηλάντη.19 Αμέσως μετά, υπό την
προστασία μιας πυκνής ομίχλης, όλες αυτές οι δυνάμεις εγκατέλειψαν την οροσειρά και, σε
δύο τμήματα, κατήλθαν στην Ήπειρο, περίπου στο μέσον της περιοχής μεταξύ Ιωαννίνων
και αλβανικής μεθορίου.
Οι μικρές φρουρές του Στρατού -κάθε μια δυνάμεως ενός έως δύο λόχων- που βρίσκονταν
στον δρόμο τους, υποχωρούσαν στα Ιωάννινα, έδρα της VIII Μεραρχίας. Το Καλπάκι και
άλλες θέσεις, φυσικώς οχυρές, κατελαμβάνοντο εύκολα από τις δυνάμεις του Μάρκου.
Ο αντικειμενικός σκοπός φαινόταν ότι ήταν να κοπεί η Ήπειρος στα δύο, αυτή τη φορά όχι
από βορρά προς νότον, αλλά από δυσμών προς ανατολάς.
Αλλά οι σημαντικές αυτές δυνάμεις, ενώ προχωρούσαν πολύ δυτικότερα, με κατεύθυνση
την Ηγουμενίτσα, απέναντι από την Κέρκυρα, αντί να συνεχίσουν την πορεία τους,
εγκαθίσταντο στη Μουργκάνα, ένα άγριο, πολύ στενόμακρο βουνό που κόβει καθέτως την
ελληνοαλβανική μεθόριο.
Η περιοχή δεν ήταν κατάλληλη για αξιόλογα εγχειρήματα ανταρτοπολέμου και ήταν πολύ
αραιοκατοικημένη. Εξάλλου, η Μουργκάνα, που σχηματίζει ένα είδος γέφυρας μεταξύ
Αλβανίας και Ελλάδος, έχει μερικά μικρά και φτωχά χωριά, που ήταν απολύτως ακατάλληλα
για να διαχειμάσουν τόσοι άνδρες.
Το σύνολο των ενδείξεων οδηγούσε στην πρόβλεψη ότι ο Δ.Σ.Ε. ετοιμαζόταν για χειμερινή
εκστρατεία με ορμητήριο την Αλβανία, μέσω Μουργκάνας, για να απειλήσει την Ήπειρο,
ίσως και αυτά τα Ιωάννινα, ώστε κάπου να εγκαταστήσει την Προσωρινή του Κυβέρνηση.
Το Γενικό Επιτελείο είχε άλλωστε πληροφορίες κατά τις οποίες οι τρεις βόρειοι γείτονες
-κατ' άλλους μόνο η Γιουγκοσλαβία- φαίνονταν ανυπόμονοι και πίεζαν να εγκατασταθεί το
ταχύτερο η Κυβέρνηση του Κ.Κ.
Η απειλή φαινόταν σοβαρή, η VIII Μεραρχία έπρεπε να ενεργήσει εγκαίρως.

Η Μεραρχία διέθετε πέντε ταξιαρχίες, κάθε μία δυνάμεως 1.700 έως 2.000 ανδρών. Δύο
ταξιαρχίες επήνδρωναν καθ' όλο το μήκος του τον δρόμο του Μετσόβου. Μια άλλη, εκείνη
του Δόβα, που είχε ενισχυθεί με το 582ο Τάγμα, βρισκόταν στην Κόνιτσα, πολύ κοντά στην
αλβανική μεθόριο, στη βορειοδυτική γωνία της Ηπείρου. Οι δύο άλλες ταξιαρχίες
φρουρούσαν σημεία στρατηγικής σημασίας, ή αποτελούσαν την εφεδρεία της Μεραρχίας.
Έξι από τα δέκα τάγματα των δύο αυτών ταξιαρχιών, ενισχυμένα και από κάθε διαθέσιμη
ομάδα χωροφυλάκων, απεστάλησαν περί τα μέσα Δεκεμβρίου προς δυσμάς, και κυρίως
εναντίον της Μουργκάνας.
Αυτό ακριβώς επιθυμούσε ο Μάρκος να κάμει ο αντίπαλός του.
Στις 24 Δεκεμβρίου, ο Πορφυρογένης, ο σύντροφος του Ζαχαριάδη στο Στρασβούργο,
μιλούσε από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Δ.Σ.Ε., που τότε βρισκόταν σε αλβανικό έδαφος.
Έφερνε το μεγάλο μήνυμα: η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση Λεύτερης Ελλάδας είχε
σχηματισθεί υπό την προεδρία του Μάρκου Βαφειάδη, ο οποίος διατηρούσε και το
Υπουργείο των Στρατιωτικών.
Έξι μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. έπαιρναν τα άλλα χαρτοφυλάκια
(Αντιπροεδρία, Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Γεωργίας, Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας), και
ο διακεκριμένος χειρουργός Καθηγητής Κόκκαλης, ο τελευταίος γιατρός του Σιάντου,
γινόταν Υπουργός Παιδείας, Κοινωνικής Προνοίας και Υγιεινής. Ήταν ο μόνος που δεν
προήρχετο από την Κεντρική Επιτροπή, γιατί αυτός δεν ήταν καν μέλος του Κόμματος.
Κατά το διάγγελμα της "Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης" προς τον Ελληνικό Λαό,
"πρώτος και κύριος σκοπός της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι να κινητοποιήσει όλες τις
δυνάμεις του Λαού για τη γρήγορη απελευθέρωση της Χώρας από τους ξένους
ιμπεριαλιστές και από τους ντόπιους γραικύλους, για την κατοχύρωση της εθνικής
κυριαρχίας, για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας από κάθε ξένη ιμπεριαλιστική
επιβουλή, για τη νίκη της Δημοκρατίας. Η αναγνώριση πλέριας ισοτιμίας στις εθνικές
μειονότητες και του δικαιώματος της ελεύθερης εθνικής ανάπτυξής τους. Η δημιουργία
γερού λαϊκού Στρατού, Στόλου και Αεροπορίας μιας ισχυρής Ελλάδας, ικανής να
υπερασπίσει την εθνική της κυριαρχία, ανεξαρτησία και ακεραιότητα από κάθε ξενική
ιμπεριαλιστική επιβουλή, σε στενή αδερφική συνεργασία με όλους τους φίλους γειτονικούς
λαούς".
Με το ίδιο διάγγελμα, η Προσωρινή Κυβέρνηση υποσχόταν την εθνικοποίηση της βαρειάς
βιομηχανίας και όλων των ξένων στην Ελλάδα περιουσιών, αγροτικές μεταρρυθμίσεις, τη

συμφιλίωση μεταξύ Ελλήνων, φιλικές σχέσεις με όλες τις δημοκρατικές χώρες.
Όλα ήταν έτοιμα για να παιχθεί το παιχνίδι. Δεν έλειπε παρά ο στίβος όπου θα παιζόταν.
Ως προς το στίβο, είχαν σωστά προβλέψει στα Ιωάννινα, αλλά είχαν προβλέψει εν
μεγεθύνσει: η εκλογή του Δ.Σ.Ε. είχε περιοριστεί στην Κόνιτσα, που είχε μόνον 5.000
κατοίκους, αλλά είχε το πλεονέκτημα να βρίσκεται πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα. Οι
μετακινήσεις προς τη Μουργκάνα απέβλεπαν μόνο στην παραπλάνηση του Στρατού. Ο
στόχος ήταν η Κόνιτσα.
Η Κόνιτσα, απλωμένη σε μια ελαφρά κατωφέρεια, περιβάλλεται προς ανατολάς και προς
νότον από πολύ, άγρια βουνά. Προς βορράν, σχεδόν στις παρυφές της κωμοπόλεως, ένας
στενόμακρος βραχώδης λόφος τη χωρίζει από τον θαμνότοπο που συνεχίζεται μέχρι και
μέσα στην Αλβανία. Προς δυσμάς, στο τέλος της κατωφέρειας, εκεί όπου φθάνουν τα
τελευταία σπίτια, είναι η μικρή πεδιάδα του Αώου, πόταμου που διασχίζει έπειτα την
Αλβανία και χύνεται στον κόλπο της Αυλώνος.
Από αυτή την κατεύθυνση, έναντι της οποίας δεν υπήρχε καμιά φυσική προστασία, οι
άνδρες του Μάρκου εξαπέλυσαν την αιφνιδιαστική τους επίθεση.
Την εξαπέλυσαν προ της αυγής της ημέρας των Χριστουγέννων, τρεις έως τέσσερεις ώρες
μετά τη λειτουργία του μεσονυκτίου, στις έξι το πρωί της 25ης Δεκεμβρίου.
Οι αντάρτες κατόρθωσαν να φθάσουν απαρατήρητοι μέχρις αποστάσεως 200-300 μέτρων
από τον κατοικημένο χώρο, αλλά οι σκοποί εσήμαναν εγκαίρως συναγερμό, και πυκνά πυρά
προερχόμενα από τα περισσότερα σπίτια υπεδέχθησαν τα ανταρτικά τμήματα. Δεν
πρόφθασαν έτσι να εισχωρήσουν στους δρόμους της μικρής πόλεως.
Μετά την αποτυχία του αιφνιδιασμού, η τακτική άλλαξε αμέσως. Η επίθεση γενικεύθηκε,
ένας εκπληκτικός αριθμός όλμων κάθε διαμετρήματος άρχισε να βάλλει κατά της πόλεως,
και για πρώτη φορά πυροβόλα έβαλλαν κατά των ισχυρότερων σημείων της αμύνης.
Πολύ δυτικότερα, στην πεδιάδα, δύο ισχυροί λόχοι ενισχυμένοι από χωροφύλακες και
Μ.Α.Υ., υπό έναν άξιο διοικητή, τον λοχαγό Θεόδωρο Βήτο, φρουρούσαν τη γέφυρα
Μπουραζάνι, κλειδί των συγκοινωνιών της περιφερείας με την Αλβανία. Οι δυο λόχοι δεν
πρόφθασαν καν να αμυνθούν. Σ