You are on page 1of 4

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας : Καθαγιασμός τῶν Τιμίων

Δώρων
Ἡ πιό ιερή ὥρα ἔχει φτάσει. Εἶναι αὐτή. Ἄς στυλώσουμε τά μάτια μας στό Ἅγιο
Βῆμα. Ἄς γονατίσουν οἱ ψυχές μας καί τά σώματά μας λατρευτικά καί ἄς ἀκούσουμε
τή φωνή τοῦ λειτουργοῦ πού μέσα στήν ἀπόλυτη ἠσυχία τοῦ ναοῦ μέ συγκλονισμένη
τή φωνή πρός τόν Παντοδύναμο Θεό ἀπευθύνεται :
«Ἔτι προσφέρομέν
σοι
τὴν
Δηλαδή : «Ἀκόμη Σοῦ προσφέρουμε
λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον
τή θυσία αὐτή τῆς Θείας Εὐχαριστίας
λατρείαν, καὶ παρακαλοῦμέν σέ
πού εἶναι λατρεία λογική καί χωρίς
καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν·»
αἷμα, καί σέ παρακαλοῦμε καί

δεόμαστε καί ἱκετεύουμε».

Τά ρήματα «παρακαλοῦμεν», «δεόμεθα», «ἱκετεύομεν» εἶναι συνώνυμα καί τά λέμε
διαβαθμισμένα τό ἕνα πιό ἔντονα ἀπό τό ἄλλο, καί μέ τήν ἀνοδική αὐτή κλιμάκωση
τῶν λόγων μας φανερώνουμε τό πόσο θερμά θέλουμε νά τόν παρακαλέσουμε, καί τό
πόσο μεγάλο εἶναι αὐτό πού πρόκειται
νά τοῦ ζητήσουμε. Καί ποιό εἶναι αὐτό ;
«Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ
Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ
προκείμενα δῶρα ταῦτα.»
Δηλαδή : «στεῖλε τό Πνεῦμα σου τό

Ἅγιο σέ μᾶς καί στά δῶρα πού ἔχουμε
τοποθετήσει στό Ἅγιο Θυσιαστήριο
Σου»

Ζητοῦμε, μέσω τοῦ λειτουργοῦ, νά
σκηνώσει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἀρχικά
πάνω στίς ψυχές μας. Καί αὐτό γιατί ; Γιατί ἄν δέν μεταβληθοῦν καί δέν
ἀναγεννηθοῦν οἱ καρδιές μας, δέν θά νιώσουν καθόλου τή μεταβολή πού θά ἐπέλθει
στά Τίμια Δῶρα. Καί ὁ λειτουργός τολμᾶ νά ζητήσει τήν μετουσίωση τοῦ ἄρτου καί
τοῦ οἴνου καί γι’ αὐτό ἀπευθύνει τούς συγκλονιστικούς λόγους :
«Καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον
Δηλαδή
:
«Καί κάνε, φτιάξε,
τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ
κατάστησε τόν μέν ἄρτον τοῦτον τίμιο
σου.»
σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου»

1

Ταυτόχρονα ὁ λειτουργός σφραγίζει (ποιεῖ δηλαδή τή σημείωση τοῦ τύπου τοῦ
Τιμίου Σταυροῦ) μέ φόβο καί εὐλάβεια τόν ἀμνό πού βρίσκεται πάνω στό Δισκάριο.
Καί μετά τό «Ἀμήν» (ἀληθῶς), ἀμέσως ὁ λειτουργός κάνοντας καί πάλι τό σημεῖο
τοῦ Σταυροῦ πάνω στό ἅγιο Ποτήριο συνεχίζει :
«τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ
«Κάνε ἀκόμη τό περιεχόμενο αὐτοῦ
τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου.»
τοῦ ποτηρίου τίμιο αἷμα τοῦ Χριστοῦ

σου»

Καί μετά τό «Ἀμήν» θά ὁλοκληρώσει :
«μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ
Ἁγίῳ.»

«Μεταβάλοντας αὐτά μέ τήν ἐνέργεια

καί τή δύναμη
Πνεύματος»

τοῦ

Ἁγίου

σου

Τρεῖς φορές τώρα θά πεῖ : «Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν» βάζοντας μέσα σ’ αὐτά ὅλη τή
δύναμη τῆς ψυχῆς του καί δείχνοντας ἔτσι τή λαχτάρα του νά γίνει εἰσακουστή ἡ
προσευχή μας καί ἡ παράκλησή μας ἀπό τόν Θεό.
Ἀκριβώς αὐτή τήν ὥρα ἁγιάζονται τά Τίμια Δῶρα. Καί ὁ ἄρτος πού βρίσκεται στό
Δισκάριο εἶναι πλέον αὐτό τό Ἴδιο τό σῶμα τοῦ Κυρίου μας. Καί ὁ οἶνος τοῦ
Ποτηρίου εἶναι αὐτό τό Ἴδιο αἷμα τοῦ Κυρίου μας. Τό μέγα θαῦμα ἔχει γίνει, ἔχει
συντελεστεῖ, καί τό ἔκανε ἡ χάρις καί ἡ δύναμις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔχουμε
ἐπικαλεστεῖ.
Τά εἴδη δέν ἔχουν ἀλλάξει μορφή καί αὐτό γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν θέλει νά
τρομάξει τόν ἄνθρωπο. Ἐμφανίζονται καί μετά τό θαῦμα σάν ἄρτος καί οἶνος, ὅμως
ἔχουν μεταβληθεῖ πραγματικά καί οὐσιαστικά. Εἶναι τό Τίμιο Σῶμα καί τό Τίμιο Αἷμα
τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ μας. Πρόκειται γιά μυστήριο πού προσεγγίζεται μόνον μέ
ἀγάπη. Γι’ αὐτό καί λέγεται μυστήριο.
Τίποτα στό Θεό δέν εἶναι ἀδύνατο. Ἔχοντας ἐμεῖς πίστη καί ἀφοσίωση στήν
παντοδυναμία Του μποροῦμε νά ἀτενίσουμε τήν δύναμη αὐτή τῶν Τιμίων Δώρων,
πού ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετέβαλε τόν ἄρτον καί οἶνον σέ Σῶμα καί Αἷμα
Χριστοῦ, στιγμή γεμάτη οὐράνιο βάρος. Ἱερή στιγμή καί θεία πραγματικότητα.
Ἀλλά ποιός ὁ σκοπός τῆς μετουσίωσης ; Σ’ αὐτήν τήν ἐρώτηση μᾶς ἀπαντᾶ ὁ
λειτουργός, ἀπευθυνόμενος πρός τόν Θεό :
«Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς νῆψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν
ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, εἰς βασιλείας οὐρανῶν
πλήρωμα, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.»

Εὔχεται, δηλαδή, καί παρακαλεῖ ὁ λειτουργός «ὥστε αὐτά (τά Τίμια Δῶρα) πού ἔχουν
μεταβληθεῖ σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ νά συντελέσουν σ’ αὐτούς πού
μεταλαμβάνουν, πού κοινωνοῦν» :
1. «στό νά ἀποκτήσουν διαρκή προσοχή, νηφαλιότητα καί ἐγκράτεια»
2. «στό νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους»
3. «στό νά γίνουν οἱ πιστοί κοινωνοί – μέτοχοι στίς δωρεές τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος»
4. «στό νά προστεθοῦν σ’ ἐκείνους πού θά γίνουν πολίτες τῆς βασιλείας τῶν
οὐρανῶν»
5. «στό νά μποροῦν νά σταθοῦν ἀπέναντι σέ Σένα τόν Θεό μέ παρρησία, μέ
θάρρος εὐλαβικό»

2

6. «στό νά μήν γίνει ἡ Θεία Μετάληψη τιμωρία καί καταδίκη ἐξαιτίας ὅτι
κοινώνησαν ἀναξίως»

Αὐτοί εἶναι ἐν συντομίᾳ οἱ σκοποί γιά τούς ὁποίους γίνεται τό Μυστήριο τῆς Θείας
Εὐχαριστίας. Αὐτοί εἶναι ὅμως καί οἱ καρποί, οἱ ὠφέλειες πού ἀπολαμβάνει ὁ
καθένας, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖται στό Ποτήριο τῆς ζωῆς. Τό ἄν θά γίνουν καί δικές μας οἱ
εὐλογίες αὐτές, θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν δική μας θέληση, ἀπό τήν δική μας διάθεση,
ἀπό τόν δικό μας ἀγῶνα καί ἀπό τήν δική μας καθαρότητα τῆς καρδιᾶς μας.
Γιατί μπορεῖ νά ὑπάρχει μιά πηγή μέ καθαρό καί δροσερό καί γάργαρο νερό.
Ὅμως ποιοί ξεδιψοῦν ;
Ξεδιψοῦν καί δροσίζονται μόνο ὅσοι τήν πλησιάζουν, μόνο ὅσοι σκύψουν καί
πιοῦν. Καί ὅταν θά πιοῦν αὐτή ἡ δροσιστικότητα θά μείνει ἐνθύμησις τοῦ ἀγῶνα
πού ἔκαναν μέχρι νά φθάσουν ἐκεῖ.
Μέ ἀγάπη Χριστοῦ
ἱερ/χος Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

ΑΠΟΚΡΙΕΣ – ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Οι Απόκριες και το Καρναβάλι, είναι για όλους μας, μέρες γλεντιού μεταμφίεσης και
ξεγνοιασιάς. Κατά πάσα πιθανότητα η λέξη Καρναβάλι, προέρχεται από τις λατινικές
λέξεις «carrus navalis», που σημαίνουν ναυτικό αμαξίδιο. Κι αυτό γιατί, στις πομπές
που γίνονταν κατά την διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, (που όπως και τα
Διονύσια, ήταν οι πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού), για να μεταφερθεί το Ιερό
Πέπλο της Αθηνάς στον Παρθενώνα, μέσω της Ιεράς Οδού, παρήλαυνε και μια
μικρογραφία Ιερού Πλοίου, όπως της Πάραλου από την Δήλο, ή της Σαλαμινίας. Οι
μικρογραφίες αυτές είχαν ρόδες, τις στόλιζαν με άνθη και καρπούς, και έπαιρναν
μέρος στις πομπές. Σε αρχαία αγγεία συναντάμε παράσταση του Διονύσου που
κάθεται πάνω σε ένα τέτοιο πλοίο.
Το Καρναβάλι είναι μια από τις
γιορτές που έχουν καθιερώσει οι
άνθρωποι κατά τις οποίες μπορούν να
γλεντούν
ελεύθερα
και
χωρίς
περιορισμούς.
Οι
μεταμφιέσεις
πρωτοεμφανίζονται περίπου το 2000
π.Χ. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη
Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα. «Η
δούλα ντύνεται κυρά και ο υπηρέτης
αφέντης».
Σε πιο πρόσφατες εποχές, οι μεταμφιέσεις κυριαρχούσαν όχι μόνο στο Βυζάντιο,
όπου η απόκρια έπαιρνε πάνδημο χαρακτήρα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη καθώς
και σε άλλους λαούς. Ο μεταμφιεζόμενος άλλοτε έπαιρνε μαγική δύναμη για να τη
χρησιμοποιήσει για το καλό της παραγωγής και άλλοτε για να ξεγελάσει τα επιβλαβή
πνεύματα. Η συνήθεια αυτή, ήδη από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, βρήκε αντίθετη την

3

εκκλησία, που έβλεπε σε αυτές τις εκδηλώσεις την συνέχιση των ειδωλολατρικών
εθίμων.
Εκκλησιαστικοί συγγραφείς, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ιωάννης ο
Χρυσόστομος, με πύρινο λόγο στηλίτευαν όσους μεταμφιέζονταν και συμμετείχαν σε
τέτοιες εκδηλώσεις. Από τα κείμενα τους μαθαίνουμε, ότι στρατιώτες μεταμφιέζονταν
σε άρχοντες, άνδρες σε γυναίκες, γυναίκες σε άνδρες, πλούσιοι σε φτωχούς, φτωχοί
σε πλούσιους και άλλοι σε ζώα. Φορούσαν προσωπεία, έπαιρναν μέρος σε πομπές,
και ενοχλούσαν τους περαστικούς με πειράγματα και χοντρά αστεία. Παρ' όλες όμως
τις απαγορεύσεις από την εκκλησία, οι γιορτές αυτές επιβίωσαν στο Βυζάντιο, κάτι
που ανάγκασε την Εκκλησία κατά τα τέλη του 7ου αιώνα, στην εν Τρούλλω
Οικουμενική σύνοδο, να ασχοληθεί με αυτή την «ειδωλολατρική» συνήθεια των
Βυζαντινών. Οι Κανόνες της συνόδου, απαγόρευαν στους άνδρες και στις γυναίκες να
μεταμφιέζονται στο άλλο φύλο, καθώς και να φορούν μάσκες, με την απειλή του
αφορισμού. Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες για μεταμφιέσεις κατά τον 10ο και μέχρι
τον 12ο αιώνα. Η περίοδος πριν την έναρξη της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής,
συνδέθηκε με την ελευθερία της διασκέδασης που επιτρέπει η μεταμφίεση, και μέσα
από λαϊκά δρώμενα ήθη και έθιμα, έφτασε μέχρι τις μέρες μας, με διασκεδάσεις,
συμπόσια, τις «μουτσούνες», τους «κουδουνάτους» που με αθυροστομίες και αστεία
πειράζουν όποιον βρουν στον δρόμο τους και δρώμενα, με εικονικές μάχες ή δίκες.
Οι Απόκριες είναι η εποχή που κάθε σπίτι «πρέπει να ματώσει», δηλαδή να σφάξει
κάτι. Στην Πελοπόννησο σφάζουν σχεδόν αποκλειστικά γουρούνι και ειδικά στην
Αρκαδία κατά την περίοδο αυτή προχωρούν και σε εξέταση των σπλάχνων του
σφαχτού για να δουν τα μελλούμενα. Οι Απόκριες σχεδόν πάντα ξεκινούν το
Φεβρουάριο. Ο μήνας Φεβρουάριος πήρε τ’ όνομά του από το Θεό των Ρωμαίων
Φέβρουο (Februs) που ήταν ο Θεός των Νεκρών και τη Φέβρουα ( Februa) τη Θεά
που επόπτευε τους εξαγνισμούς. Και τα δύο αυτά στοιχεία , η λατρεία των νεκρών
και οι εξαγνισμοί είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τις Απόκριες μιας και τα Σάββατα των
εβδομάδων της χαράς και του ξεφαντώματος είναι αφιερωμένα στις ψυχές και καθώς
οι Απόκριες είναι η γέφυρα ανάμεσα στο χειμώνα και την άνοιξη οι άνθρωποι θέλουν
να εξευμενίσουν τη γη για να έχουν πλούσιες σοδειές.
Μπορεί το Καρναβάλι και οι Απόκριες να ξεκίνησαν από πολύ παλιά, μπορεί οι
γιορτές αυτές να πήραν πολλά ονόματα, αλλά ένα πράγμα παρέμεινε σταθερό. Η
διάθεση του ανθρώπου να μασκαρευτεί, να γελάσει, να διασκεδάσει, ή απλά να
γιορτάσει την αγάπη του για την ζωή.
Βιβλιογραφία :
Γ. Α. Μέγας, Ελληνικές Γιορτές και έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Εστία 2001
Εύη Βουτσινά, Όσες γεύσεις φέρνει ο χρόνος, Η Καθημερινή 2000
Γιάννης Σουλιώτης, Τα κόλλυβα, Κέδρος 1986
Martin Nilsson, Ελληνική Λαϊκή Θρησκεία. Μετάφραση Ι. Θ. Κακριδής, Αθήνα 1953.

4

Ἐπιμέλεια : Αγγελή Βίκυ