Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας : Ἐπιμέρους Μνημονεύσεις

Βρισκόμαστε μόλις λίγα λεπτά ἀπό τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων. Ὁ
λειτουργός ἔχει ἤδη μνημονεύσει τήν Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί στήν
συνέχεια μέ φωνή πού μόλις ἀκούγεται τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν προφήτη, πρόδρομο καί
βαπτιστή τοῦ Κυρίου μας, τούς Ἁγίους ἐνδόξους καί πανευφήμους Ἀποστόλους καί
τούς Ἁγίους πού ἐκείνη τήν ἡμέρα ἑορτάζουν. Αὐτούς ὅλους τούς μνημονεύει γιά νά
τούς τιμήσει καί νά τούς δοξάσει. Γι’ αὐτό παρακαλεῖ στήν συνέχεια νά μᾶς
ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός μέ ἔλεος, ὕστερα ἀπό τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων του :
«ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς, ὁ Θεός».
Μετά θά μνημονεύσει ὀνόματα ἀνθρώπων πού ἔχουν
φύγει ἀπό τήν ζωή (κεκοιμημένων) καί παρακαλεῖ τόν Θεό
νά τούς ἀναπαύσει.
Κεκοιμημένοι : μιά προσφώνηση χριστιανική σ’ αὐτούς
πού ἐνῶ ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἦταν μέλη τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας πού προσδοκοῦσαν τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν
καί τήν αἰώνια ζωή. Καί γι’ αὐτό ὁ θάνατος τους εἶναι
ὕπνος προσωρινός μέχρι τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πρίν
τήν Δευτέρα κρίση.
Ἐπίσης, καί ὁ χῶρος ὅπου θάπτονται οἱ νεκροί οἱ
προσδοκόντες τήν ἀνάστασή τους καί τήν σωτηρία τους ὀνομάζεται «Κοιμητήριο».
Ἀκόμα θά μνημονεύσει καί τούς ζῶντες ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους πού κρατοῦν τήν
ὀρθή διδασκαλία τῆς πίστεώς μας. Ἐπίσης καί πρεσβυτέρους καί ὅλους ὅσους ζοῦν
μέ ἀγνότητα καί σεμνότητα καί ἀφοσίωση στόν Χριστό. Ἀκόμη καί ὅλη τήν
ἀνθρωπότητα καί γιά ὁλόκληρη τήν καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία δηλαδή τήν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Καθολική, ὄχι γιατί ἔχει σχέση μέ τόν Καθολικισμό, ἀλλά γιατί ἡ Ὀρθόδοξος τοῦ
Χριστοῦ Ἐκκλησία εἶναι σέ ὁλόκληρη (καθ-ολόκληρη) τήν γῆ, καί εἶναι καθ’
ὁλοκληρίαν ὀρθόδοξη. Ἀποστολική, γιατί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν οἱ θεμελιωτές της,
οἱ πρῶτοι πού χειροτόνησαν καί κληροδότησαν τήν διδασκαλία καί τό πιστεύω της,
στούς ἐπόμενους ἀνθρώπους, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὅλες αὐτές οἱ μνημονεύσεις γίνονται χαμηλόφωνα ἀπό τόν λειτουργό γι’ αὐτό κι’
ἐμεῖς δέν τίς ἀκοῦμε. Θά τόν ἀκούσουμε, ὅταν θά τελειώσει ὁ χορός τῶν ψαλτῶν τό

1

«Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τὴν Θεοτόκον …», δυνατά νά λέγει τήν
παρακάτω ἐκφώνηση :
«Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (...) ὃν χάρισαι ταῖς
ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῷον, ἔντιμον, ὑγιᾶ μακροημερεύοντα καὶ
ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας»
Δηλαδή, «πρίν ἀπό ὅλους, μεταξύ τῶν πρώτων θυμήσου μέ εὐμένεια Κύριε τόν

Ἀρχιεπίσκοπό μας (…, ἐδῶ ἀναφέρεται τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου-μητροπολίτου τῆς
περιοχῆς πού ὑπαγόμεθα) γιά τόν ὁποῖον σέ παρακαλοῦμε νά τόν χαρίσεις στήν ἁγία
Σου Ἐκκλησία ζῶντα, εἰρηνικόν, σῶον, ἀνέπαφον ἀπό κάθε κακό, ἀπολαμβάνοντα
τιμῆς (ἔντιμον), ὑγιή, μακροημερεύοντα καί διδάσκοντα ὀρθά τόν λόγο τῆς ἀληθείας
Σου».

Αὐτή ἡ αἴτησις-προσευχή μας ἐπιβάλλεται νά λέγεται ἀπό τά πιστά μέλη τῆς
Ἐκκλησίας πρός τόν ἐπίσκοπο, τόν ὑπεύθυνο γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, διότι
ἐκφράζει τόν υἱικό σεβασμό πρός τόν πατέρα μας πού μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς
ἐπισκοπεύει.
Σ’ αὐτήν ἀκριβώς τήν στιγμή ὅταν στήν Θεία Λειτουργία συμμετέχει καί διάκονος,
θά βγεῖ στήν Ὡραία Πύλη καί θά ἐκφωνήσει προσθέτοντας σέ ὅσα ἔχει πεῖ ὁ
λειτουργός : «Καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει, καὶ πάντων καὶ πασῶν».
Δηλαδή, «θυμήσου Κύριε καί ἐκείνους πού ἔχει ὁ καθένας μας στήν σκέψη του καί

στήν διάνοιά του καί ὅλους καί ὅλες».

Αὐτή ἡ στιγμή εἶναι ἡ στιγμή τῶν πιστῶν, τῶν συμμετασχόντων, τῶν
παρευρισκομένων στήν Θεία Λειτουργία, γιατί δίνει τήν δυνατότητα σ’ αὐτούς νά
ἀναφέρουν τά δικά τους συγγενικά ἤ φιλικά πρόσωπα, ζωντανά ἤ κεκοιμημένα καί νά
ζητήσουν γι’ αὐτά τήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μιά στιγμή πού εἶναι κατά δική
τους θά πρέπει νά εἶναι ἔτοιμοι νά τήν ἀξιοποιήσουν, ὁπότε ἄς μήν ξεχνοῦν σ’ αὐτή
τήν στιγμή νά μνημονεύουν ὅσους ἐνθυμοῦνται καί ἀγαποῦν.
Ἐν τῷ μεταξύ ὁ ἱερεύς συνεχίζει τίς μνημονεύσεις· θά παρακαλέσει γιά τήν πόλη
καί γιά τήν κώμη, ὅπου προσωρινά καί ὄχι αἰώνια ζοῦμε, γιά κάθε ἄλλη πόλη καί
χώρα καί γιά ὅσους ζοῦν μέ πίστη μέσα σ’ αὐτές. Θά παρακαλέσει καί γιά τούς
πλέοντες, τούς ὁδοιποροῦντες, τούς ἁρρώστους, τούς ἀποκαμωμένους, τούς
αἰχμαλώτους καί γιά τήν σωτηρία τους. Θά παρακαλέσει ἰδιαιτέρως γιά ὅσους
ἐργάζονται ἔργα καλά μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτούς πού θυμοῦνται
καί βοηθοῦν τούς φτωχούς, ἀναξιοπαθοῦντες ἀδελφούς μας. Καί στό τέλος θά
ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους.
Μετά ἀπό τίς μνημονεύσεις θά πεῖ δυνατά ὁ λειτουργός :
«Καὶ δὸς ἡμῖν, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ
πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»
Δηλαδή, «δώσε μας τήν χάριν Σου ὥστε μέ ἕνα στόμα καί μέ μιά καρδιά ὅλοι μας μέ

ὁμοφροσύνη, νά δοξάζουμε καί νά ἀνυμνοῦμε τό ὄνομά Σου πού ἔχει ἄπειρη τιμή καί
μεγαλοπρέπεια, Σέ τόν Τριαδικό Θεό, τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί
τώρα καί πάντοτε καί σέ ὅλους τούς αἰῶνες.»

Καί ὁ χορός τῶν ψαλτῶν θά ἀπαντήσει μέ τό «Ἀμήν».
Τέλος ὁ λειτουργός θά βγεῖ στήν Ὡραία Πύλη εὐλογώντας τούς ἐκκλησιαζομένους,
εὔχεται θερμά :

2

«Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
μετὰ πάντων ὑμῶν»
Δηλαδή εὔχεται, «νά εἶναι μαζί μέ ὅλους τούς πιστούς καί σέ ὅλους τούς πιστούς τά

πλήθη τοῦ ἐλέους καί οἱ ἀναρίθμητες δωρεές τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτήρος μας
Ἱησοῦ Χριστοῦ».

Διακριτικά παρεμβαίνουν οἱ ψάλτες ἀπαντώντας :
«Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου»

«Εὐχόμαστε δηλαδή κι’ ἐμεῖς νά εἶναι καί στή δική σου ψυχή τά ἐλέη τοῦ Σωτήρος
μας Χριστοῦ».
(…συνεχίζεται)
Μέ ἀγάπη Χριστοῦ
ἱερ/χος Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

Νηστεία καί ἑνότητα
Ἡ νηστεία εἶναι συνδεδεμένη μέ τίς πιό κρίσιμες
φάσεις τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Στήν
ἀφετηρία ὅλων τῶν ταλαιπωριῶν βρίσκεται ἡ κατάλυσή
της, μέσα στόν παράδεισο, ἀπ' τούς Πρωτοπλάστους.
Κατόπιν οἱ πιό ἀρνητικές ἐκδηλώσεις τῶν ἀνθρώπων
ἀπέναντι στόν Θεό καί τό νόμο Του ἦλθαν σάν
ἀποτέλεσμα τοῦ κορεσμοῦ καί τῆς μέθης, ἐνῶ οἱ
ὑψηλότερες ἀναβάσεις καί οἱ ἱερώτερες ἐμπειρίες ἦταν (καί εἶναι) συνδεδεμένες μέ τή
νηστεία. Ἡ νηστεία, πού δόθηκε σάν ἄσκηση τοῦ αὐτεξουσίου μας μέσα στόν
παράδεισο, πέρασε στούς Δίκαιους καί τούς Προφῆτες τῆς Π.Διαθήκης, σάν ὅπλο
ἐλευθερίας ἀπέναντι στίς πιεστικές ἀνάγκες τοῦ σώματος. Ὁ κορυφαῖος μάλιστα τῶν
προφητῶν ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ κατεξοχήν νηστευτής, ἔδειξε μέ τό ἔργο
του τό πραγματικά περιεχόμενο τῆς νηστείας· φανέρωσε τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς
ἑκούσιας στέρησης. Ἔδειξε δηλαδή ὅτι ἡ νηστεία εἶναι «πρόδρομος τῆς χάριτος».
Ἀνοίγει δρόμο γιά τήν εἴσοδο (ἐντός μας) τοῦ Χριστοῦ. Δέν διακατέχεται ἀπό ἄρνηση
ἤ μίσος πρός τήν κτίση, ἀντίθετα μάλιστα ζητᾶ τήν ἀποκατάσταση καί τό δοξασμό
της. Εἶναι ἕνας ἀγώνας κυριαρχίας πάνω στίς ὑλικές ἀναγκαιότητες, μιά προσπάθεια
λύσης τοῦ κτιστοῦ ἀπ' τά δεσμά τῆς κτιστότητας. Αὐτό τό κατόρθωμα βέβαια δέν
ἐπιτυγχάνεται μέ ἀνθρώπινες δυνάμεις. Εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάριτος στό ὁποῖο
συνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἀγώνας τῆς νηστείας, ὅταν γίνεται μέ ὀρθόδοξες
προϋποθέσεις κι’ ὄχι βουδιστικές νοοτροπίες, εἶναι πύλη τῆς χάριτος. Ὁ Μ. Βασίλειος
στό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ ἐκφραστικός : «Εἰ δύνασαι βαστάσαι γαστρός οἰκήσεις
τόν παράδεισον, εἰ δέ οὐ δύνασαι γεγονός θανάτου παρανάλωμα». Ὁ πνευματικός
θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ κορεσμοῦ, ἐνῶ ὁ Παράδεισος τῆς χάριτος εἶναι καρπός
τῆς περιεκτικῆς ἐγκράτειας. Στό κείμενο αὐτό ὅμως θά θέλαμε νά δοῦμε μιά διάσταση
τῆς χριστιανικῆς νηστείας, στήν ὁποία δέν δίνουμε συνήθως σημασία. Εἶναι ἡ
ἐμπειρία τῆς ἑνότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Συνήθως θεωροῦμε τή νηστεία
σάν ἕνα ἀτομικό κατόρθωμα τῆς θελήσεώς μας, χωρίς κοινωνικές-ἐκκλησιαστικές
διαστάσεις. Ὅμως ἡ νηστεία τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἔργο ἐκκλησιαστικό. Νηστεύουμε

3

ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕνας τρόπος ζωῆς πού μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός καί οἱ
Ἀπόστολοί Του καί ἀγάπησαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Αὐτά ὅμως πού δίδαξε ὁ Χριστός καί
ἀγάπησαν οἱ Ἅγιοι εἶναι τό θεμέλιο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί ἡ
νηστεία εἶναι ἕνα σημαντικό μέσο μέ τό ὁποῖο βιώνουμε τήν ἑνότητά της.
Τήν ἀλήθεια αὐτή μποροῦμε νά τή δοῦμε ἀπό δύο πλευρές.
1. Ὅταν νηστεύουμε, τηρώντας τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, συνδεόμαστε μέ ὅλα
τά μέλη της σ' ἕνα κοινό τρόπο ζωῆς. Ὑπάρχει κοινωνία καί ἑνότητα, ψυχολογικῆς
ἴσως τάξεως στήν ἀρχή, πού ὀφείλεται στήν αἴσθηση ὅτι ὁ ἀγώνας πού κάνουμε εἶναι
κοινός σ' ὅλα τά συνειδητά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπακοῦμε μέ ἐλευθερία στήν
Ἐκκλησία πού νηστεύει. Ὅταν παραβιάζουμε τόν κανόνα της, χωρίς νά ὑπάρχει
εὔλογη αἰτία, δημιουργοῦμε ρῆγμα στήν ἑνότητά της. Ἐπιλέγουμε τήν αὐτονομία καί
τήν ἰδιορρυθμία. Ἀμφισβητοῦμε τήν ἐγκυρότητα καί τό πνευματικό περιεχόμενο τῶν
Κανόνων της. Πρέπει νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τούς Κανόνες της δέν
προσπαθεῖ νά δημιουργήσει ἕνα συγκεκριμένο τύπο ἀνθρώπου, ἰσοπεδώνοντας ὅλες
τίς ἀτομικές διαφορές. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Εἶναι
κάποιος «ἄλλος» πού δέν πρέπει νά χαθεῖ μέσα στούς πολλούς. Οἱ Κανόνες τῆς
Ἐκκλησίας ἀποβλέπουν στήν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, στήν
ἀνάδυσή του ἀπό τήν ἀμορφία τῶν ὑλικῶν ἀναγκαιοτήτων καί τήν ἀπαλλαγή του ἀπό
τή δυσμορφία τῶν παθῶν. Θέλουν τήν ζωοποίηση τοῦ «κατ' εἰκόνα», γι' αὐτό
ὁριοθετοῦν τήν περιοχή τοῦ πνευματικοῦ θανάτου καί ἀπομακρύνουν ἀπό 'κεῖ τούς
πιστούς. Ἡ «περιοχή» τῆς Θείας ζωῆς, στήν ὁποία ἐπιδιώκουν νά μποῦν οἱ πιστοί, δέν
ἔχει ὅρια.
2. Σύμφωνα μέ τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἑνότητα τῶν μαθητῶν
Του ἑδραιώνεται στήν θεωρία τῆς δόξας του. «Ἐγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι
δέδωκα αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἐσμέν» (Ἰωαν. 17, 22). Ἡ νηστεία, λοιπόν,
εἶναι μέσο μέ τό ὁποῖο βιώνουμε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στό βαθμό πού ἡ
ἄσκησή της ἑλκύει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αἰτία τῆς
νηστείας εἶναι ἡ ἀπώλεια τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ : «ἐλεύσονται δέ ἡμέραι, ὅταν
ἀπαρθῆ ἀπ' αὐτῶν ὁ νυμφίος καί τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ. 9, 15). Ἀλλά ἐπίσης,
κατά τόν Ἀπ.Παῦλο, ἡ ἐγκράτεια - πτυχή τῆς ὁποίας εἶναι ἡ τροφική νηστεία - εἶναι
καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Ὁπότε ἡ ἐλευθερία ἀπό τίς τροφές εἶναι
ἄσκηση στήν περίοδο πού «ἀναζητεῖται» ὁ Νυμφίος καί φυσική κατάσταση, ὅταν τό
Πνεῦμα Του σκηνώνει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ πορεία ἀπ' τήν ἀναζήτηση
τοῦ Νυμφίου μέχρι τήν εἴσοδό του στήν καρδιά, εἶναι πορεία ἀπό τήν διαίρεση τοῦ
κατακερματισμένου κόσμου στήν ἑνότητα τοῦ «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» τῆς
Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη νηστεία, λοιπόν, εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό ἔργο πού
σφυρηλατεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θωμᾶ Βαμβίνη
(Ἐπιμέλεια : Ἀγγελή Βίκυ)

4