You are on page 1of 4

Η χωροθέτηση

των λατομείων αδρανών

Η
Δρ. Πέτρος Τζεφέρης
Μηχανικός Μεταλλείων-Μεταλλουργός ΕΜΠ,
tzeferisp@ypan.gr
http://elladitsamas.blogspot.com/

...κάθε μέρα που
περνά χάνεται μια
μεγάλη ευκαιρία,
που θα μπορούσε να
αποτελέσει παράδειγμα
χωροταξικού σχεδιασμού...„

χωροθέτηση των λατομείων
αδρανών, παρά το γεγονός ότι
έχει ξεκινήσει πολύ πριν την
διαμόρφωση του Εθνικού Χωροταξικού (από το Ν.1428/84 οπότε ο καθορισμός λατομικών περιοχών γίνεται
υποχρεωτικός για τη Διοίκηση ενώ
υπήρχε και η δυνατότητα του δυνητικού καθορισμού από το καθεστώς
του Ν. 386/1976, άρθρο 9), έχει
καθυστερήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε
ένα μεγάλο μέρος των απαραίτητων
ασβεστολιθικών υλικών για την οικοδομική δραστηριότητα να παράγεται
από μη κατάλληλους ή παράνομους
χώρους λαθροεξόρυξης (αμμοληψίες
από κοίτες ποταμών και χειμάρρων
κ.α.) με ανεξέλεγκτες επιδράσεις στο
περιβάλλον αλλά και την οικονομία
της χώρας.
Με τον Ν.1428/84 ήδη το θέμα
έχει αποκεντρωθεί στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις των Περιφερειών της Χώρας, ως καθ’ ύλην αρμόδιες να μελετήσουν τις ανάγκες του
εκάστοτε Νομού και να προωθήσουν
την επιλογή και δημοπράτηση των
«λατομικών ζωνών». Δυστυχώς όμως,
η πενταετής αρχική περίοδος εφαρμογής του νόμου έληξε με ελάχιστες

28

καθορισμένες «περιοχές», η διάταξη παρατάθηκε για μια πενταετία με
τον Ν.2115/93 και στη συνέχεια εκ
νέου με τον Ν.2702/99 με τελευταία
την 5ετή παράταση του Ν.3335/05.
Όμως ακόμη και σήμερα ο ρυθμός
με τον οποίο προχωρά το θέμα είναι
τουλάχιστον αποθαρρυντικός.
Σήμερα, οι ίδιες οι Νομαρχίες, οι
οποίες σημειωτέον αδειοδοτούν στο
σύνολο τους τα λατομεία αδρανών
από το 1976 (μετά τους Ν.386/76,
Ν1428/84, Ν2113/93) αλλά και
οι Περιφέρειες της χώρας (οι οποίες διενεργούν τις μισθώσεις των
δημοσίων λατομείων από το 1994,
Ν.2218/94), δεν είναι σε θέση να
γνωρίζουν πόσα ακριβώς λατομεία
λειτουργούν στην επικράτειά τους,
νόμιμα ή παράνομα, ποια είναι η δυναμικότητά τους και πόσα από αυτά
πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις ώστε να ενταχθούν σε λατομικές περιοχές.
Ακόμη και στις περιοχές που ολοκληρώθηκε ο καθορισμός των λατομικών περιοχών, αυτός έγινε χωρίς
να ληφθούν υπόψιν πάντοτε τα κριτήρια που έχουν τεθεί, αλλά για να

Άρθρο

ικανοποιηθούν μικροσυμφέροντα και
επιχειρηματικές επιδιώξεις. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν προηγήθηκε
αναλυτική, εμπεριστατωμένη και σε
βάθος χρόνου εκτίμηση των αναγκών
του εκάστοτε νομού σε αδρανή υλικά,
δεν εξετάστηκε η καταλληλότητα του
πετρώματος, δεν δόθηκε η προσοχή
που έπρεπε σε παράγοντες όπως η
μορφολογία και η αισθητική του τοπίου της κάθε περιοχής, η ύπαρξη
ικανών αποθεμάτων, η ύπαρξη απαγορευτικών λόγων, οι συνθήκες προσπέλασης στην εν λόγω περιοχή, η κατανομή των υπό εξέταση περιοχών ως
προς τα κέντρα κατανάλωσης καθώς
και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις
της εξόρυξης αλλά και μεταφοράς
των υλικών προς τα κέντρα αυτά.
Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότερες
από τις περιοχές αυτές που καθορίστηκαν να έχουν σήμερα υποχρεωτικά
αρθεί από τους νομάρχες (ή κατόπιν
προσφυγών από το ΣτΕ) ή να πρέπει να αρθούν ώστε να επαναληφθεί
η διαδικασία με πλέον ορθολογικά
κριτήρια. Συγκεκριμένα από τις 200
περίπου περιοχές που καθορίστηκαν
μέχρι σήμερα, έχουν αποχαρακτηριστεί οι 51, δηλ. περίπου 25,5% του
συνόλου των καθορισθέντων. Επίσης
πολλές λατομικές περιοχές απλά θεσμοθετήθηκαν αλλά ουδέποτε ενεργοποιήθηκαν ώστε τελικά να παραμένουν σε λειτουργία - με την ανοχή ή
την παρέμβαση της πολιτείας- και τα
«εκτός περιοχών» λατομεία καθώς
και η πληγή της λαθροεξόρυξης που
δεν έχει περιοριστεί.

χρονικής επέκτασης του μεταβατικού καθεστώτος για τη λειτουργία
λατομείων που βρίσκονται εκτός λατομικών περιοχών, έχουν κριθεί αντισυνταγματικές από το ΣτΕ, σύμφωνα
με τη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης (άρθρα 24 και 106
Συντ.) και την περιβαλλοντοκεντρική
προσέγγισή της από το ΣτΕ.
Δυστυχώς κάθε μέρα που περνά χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία, που θα
μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα
χωροταξικού σχεδιασμού και μάλιστα
με την συμμετοχή και την συναίνεση των τοπικών φορέων κάθε νομού.
25 χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας καθορισμού λατομικών περιοχών, και με τους πλέον αισιόδοξους
υπολογισμούς οι ενεργοποιημένες
λατομικές περιοχές καλύπτουν λίγο
παραπάνω από το 50% των αναγκών της χώρας σε αδρανή υλικά,
αφού πέραν των ανωτέρω προβλη-

Επισημαίνεται εδώ ότι ήδη οι μεταβατικές διατάξεις (άρθρου 20 του
ν. 2115/1993), που παρέχουν στη
Διοίκηση τη δυνατότητα περαιτέρω

29

μάτων, ένα μεγάλο ποσοστό λατομείων εξακολουθεί να παραμένει εκτός
αυτών είτε νόμιμα (με τις επαναλαμβανόμενες τριετίες «εν λειτουργία»
περιβαλλοντικών
αποκαταστάσεων,
«αποκατάσταση» μέσω επεξεργασίας
υλικών εκσκαφών και κατεδαφίσεων,
τις εξαιρέσεις για τα αδρανή υλικά
ειδικών χρήσεων, τις εξαιρέσεις για
τα υλικά που τροφοδοτούν δημόσια
έργα εθνικού ή διανομαρχιακού χαρακτήρα κλπ) είτε παράνομα. Κι ακόμη, στην περίπτωση που ο Νομάρχης
κρίνει, ότι δεν καθίσταται εφικτή η
δημιουργία λατομικής περιοχής σε
συγκεκριμένη επαρχία ή νήσο, έχει
την διακριτική ευχέρεια, να αποφασίζει για «μη καθορισμό περιοχών», που
σημαίνει φυσικά ότι θα παραμένουν
όλα τα προϋφιστάμενα (ή και νέα) λατομεία εκτός αυτών.
Ετσι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν καθορίστηκαν μέχρι σήμερα
λατομικές περιοχές για τις νομαρχίες
Ζακύνθου, Κέρκυρας, Ηλείας, Σάμου,
Φωκίδας, Κεφαλληνίας και Κυκλάδων.
Στην Ν.Α. Ζακύνθου ελήφθη απόφαση για «μη καθορισμό» λατομικών περιοχών ενώ ήδη λειτουργεί «εκτός»
(νομίμως) πληθώρα λατομείων (11).
Στη Ν.Α Λευκάδος οι περιοχές που
καθορίστηκαν (3) σύντομα κατέστησαν ανενεργές στο σύνολό τους. Στα
Δωδεκάνησα, η μοναδική περιοχή

Άρθρο
έχει χωροθετηθεί στη Λέρο ενώ στα
υπόλοιπα νησιά τα λατομεία βρίσκονται ακόμη «εκτός». Στους νομούς Ευρυτανίας και Ροδόπης λειτουργεί από
ένα μικρό λατομείο «εντός» που δεν
επαρκεί. Τα μεγάλα λατομεία της Κορίνθου καθώς και σημαντικά λατομεία
στην Κρήτη, Φθιώτιδα και Μαγνησία
βρίσκονται επίσης «εκτός». Επιπλέον
δεν υπάρχουν καθόλου νόμιμα λατομεία αδρανών στην Ν.Α. Ξάνθης κι
ακόμη στη Σαντορίνη, Σκιάθο, Σέριφο, Μύκονο, Τήνο, Κέα, Αίγινα, Πόρο,
Υδρα κλπ.

περιοχές αυτές όντως είναι χαρακτηρισμένες ως δημόσιες. Ετσι σήμερα,
δεν είναι δυνατή η χωροταξική κατανομή και δημοπράτησή τους εφόσον
δεν είναι ξεκάθαρο το ιδιοκτησιακό
τους καθεστώς.

Στο νομό Χίου, όπου την τελευταία
15ετία καθορίστηκαν πάνω από δέκα
λατομικές περιοχές, αυτές για διά-

Επίσης, για την εξόρυξη της πέτρας
που χρησιμοποιείται ως δομικός λίθος
(υπάγεται στην κατηγορία των αδρανών υλικών, άρθρο 1 Ν.2115/93)
παγίως σε πολλές περιοχές (πχ. Λακωνία), δεν υφίσταται θεσμοθετημένη
λατομική περιοχή πουθενά στη χώρα,
με αποτέλεσμα οι δομικοί λίθοι να εξορύσσονται είτε με άδειες «μαρμάρων»
είτε παράνομα είτε κατ’ εξαίρεση βάσει του άρθρου 8 του Ν.2115/93.

φορους λόγους δεν ενεργοποιήθηκαν παρά μόνο μία, στη θέση Αρμόλια-Πυργί Χίου. Αποτέλεσμα είναι,
σε συνδυασμό και με το παράλληλο
σταδιακό κλείσιμο 5-6 λατομικών
επιχειρήσεων που ήδη δραστηριοποιούνταν στο νησί, σήμερα να λειτουργεί στη Xίο ουσιαστικά μόνο ένα
λατομείο στο νότιο τμήμα (ΑρμόλιαΠυργί) για την κάλυψη των αναγκών
του μεγαλύτερου μέρους του νησιού
και ένα στο βόρειο τμήμα του (περιοχή Σπαρτούντας-Φυτών) που συμβάλει ελάχιστα στον εφοδιασμό του νησιού λόγω απόστασης από τα κέντρα
κατανάλωσης αλλά και λόγω μη καταλληλότητας υλικού. Λίγο πιο πέρα,
στη Λέσβο, έγινε καθορισμός δημόσιων λατομικών περιοχών (πχ. περιοχή Ερεσού) εδώ και αρκετά χρόνια,
χωρίς όμως να εξασφαλιστεί ότι οι

Επίσης δεν καθορίστηκαν Λατομικές
περιοχές στην Ανατολική Αττική όπου
όπως είναι γνωστό πρόκειται για μια
περιοχή αφενός ιδιαίτερα ευαίσθητη
και αφετέρου με τις μεγαλύτερες καταναλώσεις αδρανών σε ολόκληρη τη
χώρα. Σε ολόκληρο το νομό Aττικής,
εξαιρουμένων των νησιωτικών του
περιοχών (έχουν καθοριστεί σε Κύθηρα και Σαλαμίνα), έχει καθοριστεί
μόνο μία λατομική περιοχή (στην θέση
Ξηρόρεμα Ασπροπύργου Δυτ. Αττικής
χωρίς ελεύθερους πλέον χώρους) καθώς και ένας ακόμη χώρος «συγκέντρωσης» στη θέση «Κεραμιδέζα» του
Δήμου Μάνδρας (αφορά το λατομείο
της ΧΑΛΥΨ ΑΕ, το μεγαλύτερο λατομείο αδρανών υλικών της χώρας) με
αποτέλεσμα να συνεχίζεται η λειτουργία των προϋφιστάμενων λατομείων
στην Aνατολική Aττική (θέσεις Λα-

30

μπρικά Κορωπίου, Μερέντα Μαρκόπουλου, Ντουμάνι Μαλακάσας κλπ) τα
οποία βρίσκονται «εκτός» κι ορισμένα
των οποίων λειτουργούν χωρίς άδεια
κι έχουν επανειλημμένα «σφραγιστεί»
και επαναλειτουργήσει! Σύμφωνα με
εκτιμήσεις του TEE, μόνο τα λατομεία
της Αν. Aττικής παράγουν περίπου το
40-50% των συνολικής παραγωγής
του νομού, η οποία για το 2007 ξεπέρασε τους 25 εκατ. τόνους, δηλ. το
25-30% της παραγωγής σε επίπεδο
χώρας.

Επισημαίνεται ότι ο μη καθορισμός περιοχών ως ανωτέρω εκεί όπου αυτό είναι δυνατόν και γενικότερα η μη ύπαρξη νόμιμων λατομείων, π.χ. στα νησιά

μας, σε συνδυασμό με την μη ανάπτυξη
μεθόδου ασφαλούς, απρόσκοπτης και
με λογικό κόστος μεταφοράς αδρανών
από άλλες περιοχές, ευνοεί την παράνομη εξόρυξη η οποία πέρα από τις
οικονομικές συνέπειες, υποκινεί την
αυθαίρετη δόμηση αλλά και την βάναυση (και συνήθως χωρίς κυρώσεις) προσβολή του περιβάλλοντος.
Τέλος, σε ορισμένες περιοχές ο «Νομάρχης» προτίμησε να καθορίσει ως
λατομικές περιοχές τις ίδιες τις περιοχές όπου λειτουργούσαν τα προϋπάρχοντα «εκτός περιοχών» λατομεία,
χωρίς ουσιαστική βάσανο ως προς τη
σκοπιμότητα της πράξης, εξυπηρετώντας ενδεχομένως τα ήδη εγκατεστημένα συμφέροντα… Το χειρότερο
είναι ότι μια τέτοια πράξη «προβάλ-

Άρθρο
λεται» σε ορισμένες περιπτώσεις ως
η βέλτιστη επιλογή που υπαγορεύει
μια ανάλυση «κόστους-ωφέλους», αν
εκτιμήσει κανείς το κόστος «του να
κλείσει κανείς τις παλιές τρύπες» και
στη συνέχεια «του να ανοίξει νέες
παραδίπλα». Όμως όταν η λύση εξεταστεί ολιστικά και υπολογιστεί το
«σκιώδες» κόστος σε μακροπρόθεσμη βάση με κριτήριο τη «βιωσιμότητά» της (“sustainability”), τα πράγματα διαφοροποιούνται σημαντικά. Σε
αρκετές τέτοιες περιπτώσεις σε όλη
τη χώρα, και ανεξάρτητα από την νομιμότητα της πράξης, εκείνο που έχει
σημασία είναι ότι χρόνια μετά μαίνεται ακόμη επιχειρηματικός πόλεμος
και εκκρεμούν δικαστικές διαμάχες
με αποτέλεσμα η αγορά των αδρανών
υλικών να μην έχει ομαλοποιηθεί.

Παρά τη σημαντική μείωση της παραγωγής αδρανών για το 2008-2009,
το σκηνικό αυτό δεν αναμένεται να
αλλάξει δραματικά όσο διατηρούνται
οι παντοειδείς εξαιρέσεις αλλά και
όσο η βούληση των ανά την επικράτεια νομαρχιακών αρχών δεν τοποθετεί το θέμα σε πρώτη προτεραιότητα. Το ζήτημα, δεν εξαντλείται μόνο
στην επάρκεια σε αδρανή υλικά αλλά
(έπρεπε να) αποτελεί σημαντικότατο
εργαλείο για την προστασία του περιβάλλοντος που προσβάλλεται βάναυσα από την λαθροεξόρυξη, για την
προώθηση της ασφάλειας εργαζομένων και περιοίκων, τη συμβολή στον
ποιότητα των υλικών, την κατοχύρωση είσπραξης μεγάλων χρηματικών
ποσών που νόμιμα δικαιούται η τοπική αυτοδιοίκηση κ.α.

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται εξαιρετικά δύσκολο στην κεντρική διοίκηση, να εφαρμόσει εργαλεία και στρατηγικές λήψης αποφάσεων σε εθνικό
επίπεδο για το συγκεκριμένο θέμα.
Ουδείς μπορεί σήμερα να απαντήσει με
βεβαιότητα, πόση από την εκτιμώμενη
συνολική ετήσια παραγωγή των 100
εκατ. τον. αδρανών υλικών σε επίπεδο χώρας (για το 2007), προέρχονται
από νόμιμες δραστηριότητες (εντός ή
εκτός) ή όχι και να εφαρμόσει έστω
πρωτόγονη στατιστική κατανομής της
παραγωγής ανά περιφέρεια, νομαρχία
είτε κατανομή ανάλογα με το είδος,
τη διάθεση αλλά και τις τιμές των
προϊόντων (ποιότητες, κοκκομετρία
κλπ) στην εγχώρια αγορά.

Και τέλος αποτελεί πρόκληση για τις
τοπικές κοινωνίες, να αποδείξουν ότι
δεν αποτελούν ένα πεδίο από κυρίως
αντικρουόμενα (κι ενίοτε συμπλέοντα)
μικροσυμφέροντα αλλά νοιάζονται
πραγματικά για το καλό της περιοχής
και φυσικά το εθνικό συμφέρον.

Αν εξαιρέσει κανείς τα 30-35 εκατ.
τον. που παράγονται ετησίως (στοιχεία 2007) από μεγάλες εταιρείες που ανήκουν στον Σύνδεσμο
Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΤΙΤΑΝ, ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ, ΑΓΕΤ, ΧΑΛΥΨ,
Lafarge, ΛΑΡΚΟ κλπ) και κυρίως αφορούν ασβεστολιθικά προϊόντα για παραγωγή τσιμέντου αλλά και δομικών
υλικών, καθώς και ένα ποσό περίπου
40-50 εκατ. που σύμφωνα με τα
στατιστικά στοιχεία του ΥΠΑΝ κατανέμεται ετησίως στα (υπόλοιπα) νομίμως λειτουργούντα λατομεία της χώρας είτε εντός είτε εκτός λατομικών
περιοχών, οι υπόλοιπες ποσότητες
(μέχρι τα 100 εκατ. Τον) δυστυχώς
παραμένουν «αγνώστου πατρός».

Όσοι έχουν συμμετάσχει από οποιαδήποτε υπεύθυνη θέση στην διαδικασία
καθορισμού μιας λατομικής περιοχής
γνωρίζουν πλέον πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να υπάρξει συγκερασμός
των διαφόρων απόψεων και συμφερόντων και να προκύψει μια φωνή
που να εκπροσωπεί την τοπική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση παρεισφρύουν συμφέροντα που διαστρεβλώνουν
την κάθε καλή προσπάθεια και αφήνουν παράθυρα στους αναπτυξιακούς
νόμους και το λεγόμενο πελατειακό
σύστημα.
Φαίνεται ότι η μόνη ρεαλιστική λύση,
η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής είναι
η εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων
μεταξύ αντιτιθέμενων συμφερόντων.
Δυστυχώς όμως θα χρειαστούν πολλές ακόμη απώλειες ευκαιριών, πολλές ακόμη γκρίζες διαδρομές, για να
αντιληφθούμε ότι η το ατομικό μας
συμφέρον τελικά και σε βάθος χρόνου
δεν αντιστρατεύεται το συνολικό αλλά
αντίθετα εκπορεύεται από αυτό. Λ

31