You are on page 1of 2

Εθελοντική συμμετοχή και ομοσπονδιακό κράτος

Η σύσταση κυπριακού ομοσπονδιακού κράτους πραγματοποιείται στη βάση της


εθελοντικής συμμετοχής των δυο κοινοτήτων. Αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί
από κανένα. Αν μια από τις δυο πλευρές είχε την αντίθετη άποψη, θεωρώ, ότι δεν
υπήρχε περίπτωση να εγκαθιδρυθεί ομοσπονδιακό κράτος. Ούτε μπορεί στις
σημερινές συνθήκες να επιβάλει η μια πλευρά στην άλλη τη δική της βούληση. Η
ελεύθερη βούληση λοιπόν, είναι ο σημαντικός παράγοντας πάνω στο οποίο από
κοινού οι δυο κοινότητες πρέπει να οικοδομήσουν το μέλλον της κοινής πατρίδας.
Η εθελοντική βούληση συμμετοχής στο ομοσπονδιακό κράτος μπορεί να δώσει
τη λύση σε πάρα πολλά ζητήματα, αν συμπληρωθεί και με το δεύτερο συστατικό
και λογικό της σκέλος, την ελεύθερη αποχώρηση από την ομοσπονδία. Εθελοντική
βούληση συμμετοχής και εθελοντική αποχώρηση δεν αποτελούν δυο αντιφατικές
έννοιες αν τις εξετάσουμε στη σχέση και όχι σε απομόνωση ή και σε αντιπαράθεση
τη μια με την άλλη. Η ολοκληρωμένη αυτή πρόταση δυνατόν να αφοριστεί από
μερικούς, αλλά θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να προβληματισθεί κανείς, γιατί μπορεί
να αποτελέσει και τη διέξοδο σ’ αυτό το εξίσου δύσκολο πρόβλημα: το ζήτημα των
εγγυήσεων και της παρουσίας ξένων στρατευμάτων από το έδαφος του
ομοσπονδιακού κράτους. Η μια πλευρά θέλει τις εγγυήσεις και την παραμονή των
στρατευμάτων και η άλλη την απορρίπτει. Αν λοιπόν κατοχυρωθεί η απόσχιση με
ειρηνικά μέσα θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαίες οι εγγυήσεις ούτε και η παραμονή
ξένων στρατευμάτων.
Θεωρώ, ότι η απόσχιση, -κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις- θα πρέπει να
κατοχυρωθεί στο ομοσπονδιακό σύνταγμα. Δεν το θέτω επειδή είμαι υποστηρικτής
της απόσχισης. Αντίθετα. Όμως πέρα από αυτό, η ενότητα για να είναι πραγματική
ενότητα και να κρατήσει στο διηνεκές θα πρέπει να στηριχθεί πάνω σε τέτοιες
αρχές που θα κρατήσουν την κοινωνία και το κράτος ενωμένο. Αρχές, όπως του
σεβασμού της διαφορετικότητας, της αγάπης προς το κοινό κράτος, της
ανεκτικότητας και του συμβιβασμού, αρχές που πρέπει να τηρούνται από όλους
τους Κυπρίους.
Προσωπικά εξετάζω το ζήτημα από μια γενικότερη αντίληψη ότι, όπως
εθελοντικά ενώνονται οι δυο κοινότητες, μπορούν και να αποσχισθούν, αν
θεωρήσουν ότι είναι αδύνατο να ζήσουν μαζί ειρηνικά και να ευτυχίσουν στο
κοινό κράτος, αν η μια κοινότητα δε σέβεται την άλλη, καταπατά τα δικαιώματα
της, δε σέβεται τους νόμους και τις αρμοδιότητες του συνιστώντος κράτους της.
Δεν εννοώ ότι το δικαίωμα απόσχισης το έχουν ή θα το έχουν μόνο οι
τουρκοκύπριοι αλλά και οι ελληνοκύπριοι. Μέχρι σήμερα, στις σκέψεις των
πολιτικών επικρατεί η εισαγωγή της πρόνοιας του συντάγματος του 1960 που ήταν
σαφώς απαγορευτική, αντί της πρόνοιας για κατοχύρωση της ελεύθερης άσκησης
του δικαιώματος της εθελοντικής συμμετοχής και απόσχισης. Οι απαγορευτικές
διατάξεις, ακόμα και η συμπερίληψη ποινών για τυχόν παραβιάσεις του, δεν
μπορούν να εξασφαλίσουν την ενότητα της χώρας αν η μια κοινότητα πιστεύει, ότι
είναι αδύνατη η συμβίωση σ’ ένα κοινό κράτος.
Θα αναφέρω για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1960 το άρθρο 185 που
αναφέρει: «Η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου
Κράτους ή χωριστή ανεξαρτησία αποκλείονται». Αυτή η απόλυτη και σαφής
απαγορευτική πρόνοια δεν εμπόδισε τους ελληνοκυπρίους το 1963 να
επαναφέρουν και να διεκδικήσουν με την πολιτική τους την ένωση με την Ελλάδα,
μια διεκδίκηση που αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα των δικοινοτικών
συγκρούσεων του 1963 και που τελικά οδήγησε στο σημερινό status quo. Γι’ αυτό
και θεωρώ, ότι αν μετά τη λύση τα πράγματα οδηγηθούν σε τέτοια κατάσταση,
όπου οι δυο πλευρές είναι αδύνατο να συμβιώσουν, ένα βελούδινο διαζύγιο είναι
καλύτερο, παρά ένας αιματηρός πόλεμος για να καταλήξουν οι δυο πλευρές στο
ίδιο αποτέλεσμα. Δεν υπήρξα ποτέ υποστηρικτής της διχοτόμησης ή της ένωσης.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια ήμουν υποστηρικτής της ομοσπονδιακής διάρθρωσης
του κυπριακού κράτους. Θεωρώ, όμως, ότι η αγάπη προς την κοινή πατρίδα, το
κοινό κράτος και προς το σύνολο του λαού είναι τα σημαντικά στοιχεία που θα
διατηρήσουν εν ζωή το κοινό ομοσπονδιακό κράτος. Η κουλτούρα της ειρηνικής
διαπραγμάτευσης, της ανεκτικότητας και της κατανόησης θα πρέπει να κυριαρχούν
στα μυαλά των ανθρώπων.
Εδώ θα υπενθύμιζα την πρόνοια του ελληνικού συντάγματος και ειδικά ενός
άρθρου που στη δεκαετία 1960-1970 για μας τους αριστερούς ήταν και σύνθημά
μας: το άρθρο 1-1-4 που διατύπωνε τη θέση, ότι η «εφαρμογή του συντάγματος
επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Σήμερα αυτή η πρόνοια βρίσκεται στο
άρθρο 120 (παρ. 4). Ας προβλέψουν και οι δικοί μας πολιτικοί και ας
συμπεριλάβουν τέτοια πρόνοια, όπου η εφαρμογή του συντάγματος του κράτους
μας να επαφίεται στον πατριωτισμό των Κυπρίων. Αλλά για να κατοχυρωθεί τέτοια
πρόταση και να δημιουργηθεί τέτοια συνείδηση θα πρέπει να υπερπηδηθούν πολλά
ταμπού και πολλές προλήψεις που κυριαρχούν στα μυαλά των πολιτικών και
διοχετεύονται με την καθημερινή τους πολιτική στην κοινωνία. Διότι μέχρι σήμερα,
η λέξη «πατριωτισμός» σαν έννοια και περιεχόμενο αποτελεί αποκλειστική
ιδιοκτησία των ελληνοκυπρίων.

Κυριάκος Τζιαμπάζης

Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ 8/5/2008