You are on page 1of 5

Καλημέρα Ήλιε! Καλημέρα...

Τα οράματα μας έτσι όπως ξεκίνησαν το 1960 μετακινούνται όπως τον


ορίζοντα. Που τρέχεις κοντά του και δεν τον φτάνεις ποτέ. Αν θυμάμαι καλά,
παιδαρέλι τότε, αρχίσαμε με την ανάγκη τροποποίησης του συντάγματος, γιατί ο
ηγέτης που μου θύμιζε τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή όπως ήταν ντυμένος με
τα χρυσαφένια φορέματα και τα θρησκευτικά «χαμαΪλιά», δεν ήθελε να είναι
καλουπωμένος και ελεγχόμενος από τους αλλόθρησκους. Ούτε ήθελε να
δημιουργήσει και «αλλόθρησκη αριστοκρατία». Τους ήθελε πιστούς, νάναι στο
μαντρί, αυτός Ποιμένας έτσι όπως του ανέθεσε η επιφοίτηση του Αγίου
Πνεύματος, να τον προσκυνούν και να του φιλούν το χέρι. Και το Άγιο Πνεύμα
αποφάσισε ότι οι κανόνες δεν ανταποκρίνονταν στη θεϊκή θέληση και έπρεπε να
τροποποιηθούν. Το κοπάδι να ακολουθεί το δρόμο του χωρίς αποσκιρτήσεις και
μπεμπερίσματα. Και μας, μας είπαν: βγείτε στους δρόμους, είστε το μέλλον. Και
‘μείς μαθητές τότε, κάναμε διαδηλώσεις και απαιτούσαμε σύνταγμα λειτουργικό. Η
λέξη «βιώσιμο» και «δίκαιη λύση» δεν υπήρχαν στο πολιτικό λεξιλόγιο, αυτές μας
τις μάθανε, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν ωριμάσαμε. Και τώρα που τα
μαλλιά μας γίνανε κάτασπρα, όπως του Αβραάμ και δώσαμε πίστη πως η Σάρα
είναι δυνατόν να κυοφορήσει και στα εβδομήντα της δύο χρόνια. Και δεν υπήρχαν
αμφιβολίες, γιατί θεωρούσαμε ότι η λύση εξαρτιόταν από το χέρι μας και σαν
δίκαιοι που είμαστε, και με εκπρόσωπο του Θεού σαν Ποιμένα, θα αποδίδαμε
«δίκαιη» λύση. Οι κάτοικοι μιας αγίας νήσου, γιομάτοι «άγια» λείψανα και θόλους
μόνο δίκαιοι και μακάριοι μπορεί νάναι.
Αντέδρασαν οι αλλόθρησκοι τουρκοκύπριοι, «το μελάνι είναι ακόμα φρέσκο,
πως μπορείτε να αρνηθείτε την υπογραφή και την υπόσχεση σας»; Δυο εκρήξεις,
μια σε τζαμί και άλλη σε άγαλμα ήρωα μας, «έκαμαν» τα αίματα να «χοχλάσουν».
Τους είπαμε «είσαστε στασιαστές» και οι στασιαστές σε όλες τις χώρες
καταδικάζονται σε θάνατο. Η Τζεμαλιέ εστιάδα της θεάς Αφροδίτης, είχε το δικό
της ναό σε πάροδο της οδού Ερμού δίπλα στην Αγία Σοφία, και τον οποίο
επισκέπτονταν ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι. Και έφευγαν όλοι με γεύσεις
γλυκές από τις επιδαψιλεύσεις της. κι’ έγινε ο πρώτος «στασιαστής» που έπρεπε
να πληρώσει με αίμα τις αμαρτίες της. Όταν οι ελληνοκύπριοι αστυνομικοί της
ζήτησαν να αποκαλύψει το όνομα της και αυτή αρνήθηκε, πρόταξε τα στήθια και
το σώμα της για να σώσει την τιμή και την υπόληψη της εστίας της, της είπαν
«αντίσταση κατά νόμιμης αρχής», έπεσε από τα βόλια των δικών μας στασιαστών.
Και έγινε μια πόρνη-μάρτυρας, που θάφτηκε με τιμές και ράντιζαν το φέρετρό της
με τριαντάφυλλα. Τότε άρχισε η τραγωδία της αληθινής Κύπριδας Αφροδίτης. Να
βιάζεται απ’ όλους χωρίς έλεος. Και δόθηκε στους δικούς μας στασιαστές, το
μαγικό χαρτάκι που ήταν από καιρό έτοιμο και έγραφε: «ειδικός αστυφύλακας»
για να οπλοφορεί νόμιμα ο κάθε κομπλεξικός και να το χρησιμοποιεί εναντίον
όλων των «στασιαστών» και να βιάζει κάθε Αφροδίτη που βρισκόταν στο δρόμο
του. Μερικοί «ειδικοί» άφησαν μύστακες για να φαντάζουν περισσότερο πατριώτες
και άντρακλες, και βίαζαν την κάθε Τζεμαλιγέ-Αφροδίτη που μάζεψαν στους ναούς
της γνώσης, αφού έστειλαν τα παιδιά να κάνουν διαδηλώσεις και να φυλάγουν
«Θερμοπύλες». Οι «ειδικοί» με την καθοδήγηση των οπλαρχηγών καθάριζαν
δρόμους και περιοχές, βουνά και λαγκάδια, χωριά και κωμοπόλεις από τους
επικίνδυνους «στασιαστές» και τους πετούσαν στα πηγάδια. Κι’ όποιος είχε λεφτά
έκανε δικούς του φρουρούς και φύλαγε τα δικά του σύνορα. Φορούσαν πράσινα,
μαύρα ή κόκκινα σκουφιά για να ξεχωρίζουν σε ποιόν Ποιμένα ανήκαν.
Ορκίζονταν σε σχολεία και στάδια μετά από εκκλησιασμό και την ευλογία των
«αγίων» και οι αρχηγοί τους είχαν μετατραπεί σε πνευματικούς τους πατέρες. «Τα
μπουλούκια γίνανε στρατός! Και τώρα ο φόβος δεν ανέβαινε από τις πολιτείες στα
βουνά, ροβολούσε από τα βουνά στις πολιτείες...»(Κώστας Βάρναλης από «Το
ημερολόγιο της Πηνελόπης» 1946). Εισήγαγαν οπλισμό ελεύθερα και χωρίς
διατυπώσεις, πληρώνοντας από τα ταμεία των συνεργατικών που μέλη ήσαν και
πολλοί αλλόθρησκοι εχθροί μας. Ο μεγάλος αρχηγός, ντυμένος βυζαντινός
αυτοκράτορας ευλογούσε τα όπλα και τους ήρωες πολέμαρχους. Ανέβαινε στα
βουνά του Πενταδακτύλου, όπως τότε που ήταν μοναχός και φύλαγε τα κατσίκια.
Δεν είχαν πια να φοβηθούν, οι αλλόθρησκοι διώχτηκαν από την εξουσία, γιατί
λογικές είναι οι προτάσεις για τροποποίηση του συντάγματος οι οποίες θα
δημιουργήσουν συνθήκες για να ακμάσει η συνεργασία των κοινοτήτων προς
αμοιβαίο καλό όπως έλεγαν κάποιοι. Και τους πήραν στο κατόπι όλους τους
«στασιαστές» που ήτανε χιλιάδες, τους διώξανε απ’ τα σπίτια τους, τους
μαντρώσανε σε προσφυγικούς καταυλισμούς, τους απαγορεύσανε τα φάρμακα, τα
φασόλια για να μην αερίζονται και εκπέμπουν δυσοσμία στον τόπο, αντί για ψωμί
τους είπαν τρωτε παντεσπάνι, για να μη φαίνονται στα μάτια των ξένων φτωχοί,
για να φτάσουν οι «στασιαστές» στις πηγές του άγχους και της αβεβαιότητας και
έτσι να συνειδητοποιήσουν τη νοστιμάδα του «αμοιβαίου καλού» που τους
προσφερόταν στο πιάτο κι’ αυτοί αρνούνταν να το δοκιμάσουν. Αυτοί δεν ήταν
πρόσφυγες, ήταν στασιαστές που έδινε το δικαίωμα να καταδικαστούν στην πείνα
και το ρεζιλεμό.
Μέσα στο κλίμα της ομαδικής παραφροσύνης που μεθούσε το νέκταρ του
εθνικισμού, κάποιοι που αγαπούσαν όλους τους φτωχούς ανθρώπους, όπως
έλεγαν, μουρμούριζαν ότι τους παραγνώριζαν και δεν τους έδιναν όπλα, ούτε τους
έγραφαν «ειδικούς». Ήθελαν να ενταχθούν στις ορθόδοξες εκκλησιαστικές
ταξιαρχίες της ειρήνης για να πετούν στους στασιαστές με τα όπλα τους
σοκολάτες, για να συσφίγγεται η ετερογενής αγάπη και αλληλεγγύη
ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Τελικά εφόσον ήταν μαχητές και οι σοκολάτες
που πετούσαν δεν έφεραν αποτέλεσμα, υποτάχθηκαν στον πατριωτισμό και στην
ανάγκη της λύτρωσης της αλύτρωτης Κύπρου για να σταματήσει και η πολιτική
των διακρίσεων όπως διέταξε ο αρχηγός, έδωσαν την έγκριση τους για τη
δημιουργία της Εθνικής Φρουράς. Κι’ έγιναν τα νέα παιδιά ακρίτες της εσχατιάς
του έθνους, περιόρισαν τους Τύλληρους «στασιαστές» σ’ ένα κομματάκι γης και
φύλαγαν σκοπιές με όπλα που ξερνούσαν φωτιά και σίδερο, μήπως ξεφύγουν.
Θεωρούσαν μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το έθνος και ξεσπούσαν σε ρίγη
ευτυχίας που μπορούσαν να ορκιστούν στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων και
να φέρουν το εθνόσημο της Ελλάδας στο τυμπανοκουδουνιστό κούτελο τους. Τότε
ήλθε το φως της Ένωσης, αφού σαν νέοι Λακεδαιμόνιοι φύλαγαν τις Θερμοπύλες
για να μη περάσει ο εχθρός. Βγήκαν στους δρόμους ακολουθώντας το θεϊκό
αστέρι για να υλοποιήσουν το νέο μεγάλο όραμα και να κάνουν τον μεγάλο
Αρχηγό, νέο Βενιζέλο, όπως οραματιζόταν. Ήθελαν την Κύπριδα-Αφροδίτη, όπως
την αποκαλούσε ο Πλάτων, να την ανεβάσουν στον Παρθενώνα. Βάφτηκαν οι
δρόμοι, τα χωριά και οι πόλεις με άλικο αίμα και γέμισαν τις πλατέες με αγάλματα
ηρώων και των δικών μας και των αλλόθρησκων. Γιατί και αυτοί αγωνίζονταν για
το μεγάλο αρχηγό, αφού ο μεγάλος κι’ αυτούς αρχηγός ήθελε να γίνει ο νέος
Κεμάλ.
Μεγάλο τ’ όραμα, μεγάλος κι’ ο έρωτας που για να γίνει πραγματικότητα πρέπει
κάποιοι να καούν, να ποτιστεί με λίγο αίμα για να ανδρώσει το δέντρο της
ελπίδας. «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς πως θα γενούνε
τα σκοτάδια φως;» Ένα ποίημα για τον έρωτα που ‘γραψε ο αλλόθρησκος Ναζίμ
Χικμέτ ταιριάζει απόλυτα. Και συ δικέ μας Χάματσε τους πίστεψες κι’ έτρεξες να
γίνεις φως, πολύ νωρίς, αμούστακο παιδί, σ’ έσπρωξαν στη μάχη οι
μυστακοφόροι ιδρυτές του ΑΚΡΙΤΑ που σήμερα διαφεντεύουν τη ζωή μας, για να
εξαφανίσουμε τους τουρκοκύπριους και να πετύχουμε την Ένωση. Και σε
πετρώσανε στο Δάλι, δείχνοντας προς τον Άγιο Σωζόμενο, εκεί που άφησες
ματωμένα λουλούδια τα ανεκπλήρωτα νεανικά σου όνειρα. Έγιναν αστέρια τα
καλύτερα παιδιά της πατρίδας στο όνομα μιας φανταστικής ιδέας που μοιάζει με
τον μετακινούμενο ορίζοντα. Γράφαμε ‘μεις νέοι τότε, ποιήματα για την Ένωση
που είναι δυο βήματα πιο κάτω, «να την, δεν τη βλέπεις; Έρχεται...», και
υμνούσαμε τους ακατάλυτους δεσμούς του κυπριακού λαού με την μητέρα
Ελλάδα, που τώρα είχαν καθαγιαστεί με το αίμα των παιδιών του. Και ‘σύ
ρομαντικέ Ντερβίς Αλή Καβάζογλου, που είδες το αίμα και των δυο να ρέει
κτυπούσες το κεφάλι στον τοίχο, για τους ανθρώπους που ξεχάστηκαν από το
απέραντο μίσος. Μιλούσες για ειρήνη κι’ αγάπη, όχι όπλα και μίσους. «Κάθε έθνος
λεει πως τα όπλα του είναι ιερά. Σε μας τ’ αγιάζει ο ιερέας. Σε κείνους ο
λειτουργός του Αλλάχ. Πως να πεταχτούν αυτά τα όπλα. Είναι προδοσία. Αυτός
ήταν για τους λίγους δικούς του ο Ντερβίς. Προδότης. Τον σκότωσαν»( Χρ.
Κατσαμπάς. «Φιλελεύθερος» 11 Απριλίου 1968). Προτίμησες το θάνατο Ντερβίς
γιατί άξιζε περισσότερο από το να ζεις σ’ αυτή τη μίζερη γη. Πότισες με αγάπη τα
τριαντάφυλλα από το αίμα σου, αλλά εμείς τα ποδοπατήσαμε με μίσος. Και στον
τάφο σου αντί για σημαία της αγάπης στήσαμε τη σημαία της ένωσης. Ανεμίζαμε
την ελληνική σημαία για να την υποδεχτούμε, και το κοντάρι της το βυθίζαμε στην
καρδιά του λαού μας. Όταν από τα υψώματα της Κοφίνου απλώσαμε τα χέρια να
την αγγίξουμε και να γευτούμε το γλυκό κρασί της νίκης, να μεθύσουμε για το
μεγάλο όνειρο που αναδύθηκε από τα χαλάσματα, η νίκη έγινε Βατερλώ όπως
κάποιοι είπαν. Έκαναν την μεγάλη στροφή προς το «εφικτό», χωρίς να πουν
«συγγνώμη, φταιμε για το θάνατο και την καταστροφή που σκορπίσαμε σε σας»
και να πανε στο μοναστήρι τους και στα σπίτια τους να παίζουν με τα εγγονάκια
τους, όσοι από αυτούς είχαν. Δεν μετάνιωσαν, ήθελαν να φτάσουν μέσον του
παράλληλου δρόμου στο «ευκταίο», στην Ένωση. Κάποιοι δεν κατάφεραν να
στρίψουν το τιμόνι και συνέχισαν το δρόμο, δεν αντιλήφθηκαν την αλλαγή του
ονείρου, δεν είδαν την στροφή και συνέχισαν να κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς τα όνειρα και συνθήματα που γαλουχήθηκαν. Πέφτοντας στον κρημνό η
καταστροφή ήταν ολική. Αγκαλιασμένες η Κατερίνα και η Sevtap από την
Αφάνεια, στη μέση του δρόμου απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αρτεμίου,
αγκαλιασμένες έκλαιγαν, η πρώτη για τον αρραβωνιαστικό που πήραν οι
«μουστακαλήδες» πούγιναν εξουσία και η δεύτερη για τα κακά πού ‘ρχονταν. Και
έγινε μεγάλο μακελειό, που έστειλε σε Βορρά και Νότο, τη Sevtap και την
Κατερίνα.
Ξεγυμνωμένοι από όνειρα μείναμε τσίτσιδοι στη μέση του πουθενά. Κι ήλθαν
πάλι να μας ντύσουν με ελπίδα πως δε χάθηκαν όλα. Ξεκινήσαμε ξανά για όνειρα
που μας πούλησαν οι βυζαντινολόγοι πολιτικοί, ανακαλύπτοντας νέες λέξεις
άγνωστες για μας μέχρι τότε, «μακροχρόνιο αγώνα για μια έντιμη, δίκαιη,
λειτουργική και βιώσιμη λύση, επιστροφή όλων των προσφύγων». Τότε μάθαμε τη
λέξη πρόσφυγας. Είναι σα μια μεταδοτική ασθένεια και δεν είχαμε μπολιαστεί.
Πριν ήταν πρόσφυγες οι «στασιαστές» όπως έλεγαν, τώρα γίναμε ‘μεις. Άλλαξε το
σύνθημα, αλλά δεν άλλαξε το όνειρο: να επιστρέψουμε στην δόξα που είχαμε
πριν, να ξεχάσουμε ότι ατιμωθήκαμε. Το βιασμό της ιέρειας της Αφροδίτης θέλαμε
να του προσδώσουμε τιμή. Και ντυθήκαμε, όπως στην αρχαιότητα οι Κάλχες και
αρχίσαμε να κοκορευόμαστε. Χουβαρντέψαμε πολύ απέναντι στους poor Turks.
Τους δίναμε το δικαίωμα να διδάσκονται και να μιλούν τη γλώσσα τους, να
πιστεύουν στον Αλλάχ, να πηγαίνουν στο τζαμί για προσευχή, να έχουν
ποδοσφαιρικές ομάδες, να ‘χουν συλλόγους και να παίζουν τάβλι, να έχουν
γκόμενες και καμπαρέ, αλλά να δεχτούν να ‘χουν μια ψήφο. Και ‘μεις ως καλοί
Σαμαρείτες δεν θα τους ξεχάσουμε ποτές, θα ‘μαστε πάντοτε δίπλα τους να τους
βοηθάμε. Θα τους επιτρέπουμε νάχουν δυο γκόμενες, όσα καμπαρέ και καζίνα
θέλουν. Αυτοί εκεί, στην άρνηση, μόνιμα σε απαράδεκτες απαιτήσεις, απαιτούν οι
αθεόφοβοι να είναι ίσοι με μας, αν είναι δυνατόν! Με μας που έχουμε ιστορία
έντεκα χιλιάδων χρόνων – αν αφαιρέσουμε του ετεοκύπριους - και αυτή η γη είναι
δική μας. Εμείς τους δίναμε προνόμια λαϊκά, τους λυπόμασταν σαν «τουρκάκια»
που είναι, αλλά αυτοί επιμένουν στα σε ιμπεριαλιστικά προνόμια.
Όταν ήλθε η ώρα, που θα έπρεπε τελικά να συμμαζέψουμε τα κομμάτια από τα
σπασμένα ονείρατα μας και να φτιάξουμε τη ζωή μας από την αρχή, οι φοβίες δεν
μας επιτρέπουν να ζήσουμε πλάι - πλάι με το γείτονα μας, που μιλά μεν τουρκικά
αλλά είναι πατριώτης μας, που αγαπά τον τόπο του όπως και εμείς, που θα
υπερασπίσει την πατρίδα μας όπως και ‘μεις, να μοιραστούμε μαζί του τη χαρά και
την ευτυχία της ειρηνικής συνύπαρξης, να δώσουμε την ευκαιρία στα παιδιά μας
να χαρούν την ειρήνη και να ερωτευθούν, να ζήσουμε λεπτό προς λεπτό την
αναδημιουργία της κοινωνίας και της καθημερινής ζωής. Δεν αφήσαμε το
λουλούδι ν’ ανθίσει, είπαν ότι ο κορμός είχε αγκάθια και θα μας τρυπήσουν τα
δάκτυλα.. Κιοτήσαμε, και με δάκρυα στα μάτια μας είπαν να παλέψουμε για το
«ευρωπαϊκό όνειρο». Και ξανά στους δρόμους αλλά με τα ίδια παλαιά λάβαρα,
αναζητώντας τα δικά μας όνειρα και απαιτώντας απ’ όλους να μας βοηθήσουν να
τα υλοποιήσουμε. Οι «άλλοι» και πάλι είναι έξω από τους στόχους μας, λες και δεν
υπάρχουν σ’ αυτή τη γης, δεν έχουν ουρανό να τους σκεπάζει, δεν έχουν όνειρα,
δεν έχουν πατρίδα, δεν έχουν παιδιά, δεν έχουν ρίζες. Φοβηθήκαμε το μέλλον και
καθώς είπαν οι άγιοι πατέρες, «θα τους ταΐζουμε;» λες και αυτοί οι άνθρωποι δεν
εργάζονται, δεν δημιουργούν και ανέμεναν τόσα χρόνια να συναντήσουν εμάς το
φιλεύσπλαχνο και εκ θεού εκπορευόμενο λαό να τους δώσει ένα κομμάτι ψωμί!
Λες και τότε, όταν βγήκαν στους δρόμους και ‘μεις παρακολουθούσαμε αμέριμνοι
και παγερά τις εκδηλώσεις τους ενάντια στον μινώταυρο που ακόμα ζούσε
απαιτώντας και άλλες θυσίες από αυτούς, ήταν για να κερδίσουν την ελεημοσύνη
μας! Εμείς κλειδαμπαρωθήκαμε στα σπίτια μας, γιατί φοβηθήκαμε για τις θεσούλες
μας, για τις λιμουζίνες μας, για τις γκόμενές μας, για το ψέμα που έπρεπε να
πούμε: «θέλουμε να ζήσουμε μόνοι, δεν σας θέλουμε».
Σήμερα κυκλοφορούμε στα σαλόνια της Ευρώπης, τους ασιάτες και τους
αφρικανούς τους χορτάσαμε, τους αφήσαμε πίσω, «τώρα είμαστε ευρωπαίοι» ίσοι
με αυτούς που μας δέχτηκαν κοντά τους για να μας βοηθήσουν να ξεπεράσουμε
τους φόβους μας. Κι’ όμως ένας ασιάτης που του στήσαμε άγαλμα έξω από τη
Βουλή, βουδιστής αλλά και δάσκαλος, δεν τον ακούσαμε ποτέ, ούτε λεξούλα δε
διαβάσαμε από αυτά που έγραψε: «Το μεγαλύτερο δώρο για ένα άτομο ή ένα
έθνος είναι να μη φοβάται, όχι μόνο να είναι θαρραλέο σωματικά αλλά και
ψυχικά» (Νεχρού Guardian Weekly, 1991). Αποδείξαμε ότι ο φόβος ελλοχεύει στο
πνεύμα και η υστεροβουλία στη σκέψη μας. Το να μη φοβάται κανείς είναι
χάρισμα, είναι προτέρημα. Ζούσαμε με μια αριθμητικά μικρότερη κοινότητα και
θέλαμε να της φορτώσουμε όλα τα απωθημένα που εναπόθεσαν στη συλλογική
μας μνήμη οι Κάλχες-Αρχιερείς με τα βυζαντινά ιδεολογήματα τους και οι
πρόσκαιροι ταγοί μας. Πιστέψαμε σ’ αυτούς που άκουαν τη λέξη «έλληνας» και
απόστρεφαν το πρόσωπο και τους εξόριζαν στα κάτεργα της Βιθυνίας, ή τους
διαπόμπευαν στους δρόμους, όπως έκαναν και στην ωραία φυσικομαθηματικό
Υπάτη στην Αλεξάνδρεια με επικεφαλής τον Πατριάρχη, αλλά που αργότερα
υπεξαίρεσαν τον πολιτισμό τους για να δημιουργήσουν το ιδεολόγημα του
«ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».
Μας λείπει το θάρρος, που στη ζωή αποκτιέται με συνεχείς προσπάθειες, με
κινδύνους. Τα οράματα ριζώνουν με αγώνες, με ήττες και με νίκες. Εμείς θέλουμε
το σίγουρο, τη βεβαιότητα, μάθαμε να ζούμε μόνο στη γειτονιά μας, να
βολευόμαστε στην πολυθρόνα μας, να μετρούμε το παρά μας. Αρνούμαστε να
βγούμε στους δρόμους της αναζήτησης και να αφήσουμε το πνεύμα μας να
πετάξει, να ταξιδεύσει, να βεβαιωθούμε ότι οι ορίζοντες είναι το άπειρο αλλά
κομματάκι-κομματάκι μπορούμε να το μετατρέψουμε σε περατό. Απαιτούμε το
δίκιο να ‘ναι απόλυτα δικό μας,. Πλέκουμε τα όνειρα με τις ψευδαισθήσεις και
ζούμε με φαντασιώσεις, μοιάζουμε με «ένα κοιμισμένο κοπάδι από πρόβατα» θα
μας έλεγε η Έλλη Αλεξίου, («Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο»).
Ο ρώσος συγγραφέας Νικολάϊ Οστρόφσκι στο μυθιστόρημα του «Πως δενότανε
τ’ ατσάλι», που είναι στην πραγματικότητα η αυτοβιογραφία του, που θυσιάστηκε
για τα ψεύτικα, αλλά μεγάλα τότε κομμουνιστικά όνειρα γιατί πίστεψε σ’ αυτά,
έγραφε: «Το πιο ακριβό στον άνθρωπο είναι η ζωή. Αυτή του δίνεται μια φορά και
πρέπει να τη ζήσει κανείς έτσι, που να μην τον βασανίζει ο πόνος για τα χρόνια
που τα ‘ζησε άσκοπα, για να μην τον καιει η ντροπή για το πρόστυχο και το
τιποτένιο παρελθόν και να μπορέσει πεθαίνοντας να πει: όλη μου τη ζωή, όλες μου
τις δυνάμεις τις έδωσα για το πιο ωραίο ιδανικό του κόσμου... τον άνθρωπο».
Εμείς τι θα πούμε στα παιδιά μας, όταν θα αναχωρούμε από αυτή τη ζωή; Τί θα
τους κληρονομήσουμε, έτσι που να μην ντρεπόμαστε και να μη μας βασανίζουν οι
Ερινύες για τα εγκλήματα μας και για το πρόστυχο παρελθόν μας; Να τι έχουμε να
τους πούμε: «Παιδιά μου σας κληρονομώ το μετάλλιο του ηρωισμού μου γιατί
κατάφερα να αφαιρέσω τη ζωή αλλοθρήσκων συμπατριωτών μου, δοξάστηκα για
ήρωας και σας κληρονομώ μια πατρίδα μισή μεν, αλλά καθαρή και ελεύθερη από
τεμπέληδες αλλόθρησκους». Αυτά τα λόγια μούμαθαν οι άγιοι πατέρες μας, αυτά
θα επαναλάβω στα εγγόνια μου.
Σήμερα ο Ήλιος βγαίνοντας καμαρωτός και γελαστός από την Ανατολή, μούπε:
σήμερα δεν θα σας κάψω με τη θέρμη των ακτινών μου. Σήμερα θα σας δροσίσω
με τη θερμή επιθυμία του μελλοντικού κοινού σας σπιτιού. Νάστε καλά και ‘γώ θα
φωτίζω το δρόμο σας». Οι δυο πρώην φίλοι αγκαλιάστηκαν, βούρκωσαν τα μάτια
και βγήκαν στο παράθυρο να δουν τον Ήλιο. Καλημέρα Ήλιε , Καλημέρα!

Κυριάκος Τζιαμπάζης

Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ 23/2/2008

----------------------------------------
Η τελευταία παράγραφος γράφτηκε στις 25 Ιουλίου 2008.