You are on page 1of 4

Ρεμπέτικο:

Η έκφραση των περιθωριακών κοινωνικών


ομάδων των ελληνικών αστικών κεντρων

Η ιστορία του ρεμπέτικου


Του Νίκου Τζανάκου

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι μέσα σε κάθε εκδήλωση της λαϊκής δημιουργικότητας,
ιδιαίτερα μέσα στο λαϊκό τραγούδι κάθε τόπου, ο κοινωνικός ερευνητής ανακαλύπτει τη βαθιά
«διατοπική ενότητα» και το ιδεολογικό περιεχόμενο του ψυχισμού του λαού. Αυτή η ενότητα
εκφράζει τη μοίρα και την κοινωνική ύπαρξη, όχι μόνο των πολιτισμικών προτύπων στη
συλλογική συνείδηση του λαού, αλλά και της υποκουλτούρας των περιθωριακών ομάδων που
ζουν σε κάθε χώρα. Κουλτούρα και υποκουλτούρα αποτελούν τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της
ψυχοκοινωνικής ταυτότητας, της αυτόνομης κοινωνικής φυσιογνωμίας της κοινότητας, και
λειτουργούν ως φορείς για τη δημιουργία του «παραδοσιακού» σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια από
τις σημαντικές πηγές πολιτισμικής έκφρασης είναι το ρεμπέτικο τραγούδι. Η διαχρονική του
πορεία καθορίστηκε από τις ιστορικές και κοινωνικοοικονομικές μεταβολές του τόπου, τις
κοινωνικές ομάδες που δημιουργήθηκαν με την κοινωνική αλλαγή, την ιδεολογία, τις κοινωνικές
αξίες και τον τρόπο ζωής στο αστικό περιβάλλον. Η αστική τάξη τη δεκαετία του ’50
ανακαλύπτει και υιοθετεί το ρεμπέτικο τραγούδι, που γίνεται «μόδα» και κρατά τη θέση κλειδί
για την κατανόηση της ίδιας της φύσης της νεοελληνικής κοινωνίας και κουλτούρας όπως
υποστηρίζει ο εθνοκοινωνιολόγος Στάθης Δαμιανάκος , ο οποίος συμπληρώνει ότι το ρεμπέτικο
πλέον αποτελεί ένα ολικό πολιτισμικό και αισθητικό γεγονός, που προσφέρει πλούσιο υλικό
πληροφοριών για γλωσσολογικές, ιστορικές, εθνολογικές, κοινωνιολογιικές, μουσικολογικές,
λαογραφικές και κοινωνιοψυχολογικές επιστημονικές μελέτες.
Το ρεμπέτικο τραγούδι στο ξεκίνημα του υπήρξε δημιούργημα των πρώτων γενιών των
εσωτερικών μεταναστών από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις. Η απελευθέρωση της
Σαλονίκης, που ήταν ένα βασικό αστικό –λιμάνι, στάθηκε πολύ σπουδαίο γεγονός. Γιατί
συγχρόνως με την αύξηση του πληθυσμού και του εδάφους, απλώνεται και ο χώρος επίδρασης,
δημιουργίας και ανάπτυξης του ρεμπέτικου. Η καταγωγή του όρου ανάγεται στην περίοδο της
τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453-1821) και σημαίνει τον εκτός νόμου ή εκείνον που τίθεται
έξω από τους κυρίαρχους κανόνες ζωής, πολιτικής, νοοτροπίας μιας κοινωνίας . Σαν περαιτέρω
εξήγηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με κάποια επιφύλαξη, οι λέξεις απόκληρος, κοινωνικά
απροσάρμοστος.
Η ιστορία του ρεμπέτικου ταυτίζεται με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας και ειδικότερα με
την ιστορία της ανάπτυξης των υποπρολετάριων ή γενικότερα του υποαπασχολούμενου
ελληνικού πληθυσμού, που αυτή την περίοδο αποτελεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού,
σπρωγμένος έξω από το σύστημα, από τους μηχανισμούς του ανερχόμενου καπιταλισμού, σε μια
κοινωνία στο δρόμο για τη βιομηχανοποίηση. Το ρεμπέτικο που έχει τις βάσεις του στην
κουλτούρα του περιθωρίου συνετέλεσε στη συνέχιση, μετάδοση και επιβολή ενός τρόπου ζωής
και μιας νοοτροπίας που διαμόρφωσε την προσωπικότητα των νεοελλήνων. Οι κοινωνικές ομάδες
που ζουν ξέχωρα, σε χρόνο και τόπο σταθερό ή μεταβατικό όπως οι στρατιώτες, οι εργάτες όταν
απεργούν, οι φοιτητές, οι ναύτες, οι γυναίκες, οι φυλακισμένοι, οι τσιγγάνοι ή και οι ξενιτεμένοι,
γίνονται εργαστήρια αντικουλτούρας, δημιουργούν κοινά μέτωπα στην υπόλοιπη κοινωνία γιατί
έχουν να αντιμετωπίσουν τις ίδιες συνθήκες ζωής, τα ίδια προβλήματα σε αντιπαράθεση με την
κυρίαρχη επίσημη κουλτούρα των κυβερνώντων. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται και
αναπτύσσονται φαινόμενα εθνογραφικά μιας διαφορετικής τάξης πραγμάτων ή αταξίας, όπως η
μουσική και τα τραγούδια, τα τατουάζ, τα γραμμένα στους τοίχους των φυλακών, των

1
εργοστασίων, των πανεπιστημίων, των στρατώνων συν τα διάφορα χειροτεχνήματα που
φτιάχνουν.
Οι χώροι επικοινωνίας και συνάντησης των περιθωριακών, αυτή την περίοδο, είναι ο τεκές και
η φυλακή ή ο τεκές –ταβέρνα. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι οργανοπαίχτες και τραγουδοποιοί
δεν ήξεραν να γράφουν μουσική, η διάδοση των τραγουδιών γινόταν προφορικά και μέσω των
μελών της παρέας.
Αλλά πιο σπουδαία χρονολογία για το ρεμπέτικο τραγούδι στάθηκε το 1922, όταν έγινε
ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Όπως ξέρουμε, η Ελλάδα ήταν μια
μικρή χώρα στο δρόμο για την ανάπτυξη, και η συσσώρευση τόσου κόσμου δεν μπορούσε παρά
να φέρει πολλές δυσκολίες στην οικονομική και κοινωνική απορρόφηση του. Η κυβέρνηση
προσπάθησε να διαμοιράσει τους πρόσφυγες σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, αλλά οι πιο πολλοί
συγκεντρώθηκαν στην περιφέρεια των μεγαλυτέρων αστικών κέντρων της δηλαδή στην Αθήνα,
Πειραιά, Σαλονίκη, όπως επίσης και της Πάτρας.
Στους συνοικισμούς γύρω από αυτές πόλεις, οι πρόσφυγες ζούσαν μέσα σε παράγκες ή σε
μικρά αυτοσχέδια σπίτια χωρίς μόνιμη δουλειά και κάτω από συνθήκες άθλιες. Επίσης, ήταν
συνηθισμένοι σ΄ έναν άλλο τρόπο ζωής, σε μιαν άλλη αντίληψη από αυτήν των Ελλήνων της
κυρίως Ελλάδας. Ήταν πιο ανοιχτοί, πιο κοινωνικοί άνθρωποι, και η διασκέδαση τους
περιλάμβανε όλα τα μέλη της οικογένειας τους. Η μουσική τους είχε τις ίδιες μουσικές ρίζες με
το πρώτο ρεμπέτικο, είχε όμως κοινωνικές αναφορές διαφορετικές. Η ανταλλαγή των
πληθυσμών μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 στάθηκε μια δυνατότητα για αμοιβαία
επίδραση ανάμεσα σε δύο στυλ τραγουδιών, σε δύο διαφορετικά αισθητικά και ουσιαστικά ύφη
τραγουδιού, χορού, τρόπου ζωής και διασκέδασης..
Το στυλ του λαϊκού τραγουδιού της πόλης, προερχόμενο από την Μικρά Ασία και την
Κωνσταντινούπολη διαδόθηκε από τους πρόσφυγες και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές για μια
δεκαετία μετά το 1922.
Σε πολλές ταβέρνες και κρασοπουλιά προστέθηκε το πάλκο κάτω από την επίδραση των καφέ
–αμάν όπου τραγουδούσαν και παίζανε οι μουσικές κομπανίες.
Όπως πολλοί ερευνητές έχουν αναφέρει, και ιδιαίτερα ο Πετρόπουλος, οι ειδικοί χώροι, οι
μήτρες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε το «ρεμπέτικο», δηλαδή το περιθωριακό και συγχρόνως
το λαϊκό τραγούδι της πόλης, του άστεως, ήταν η φυλακή και ο τεκές.
Πληροφορίες και σαφείς ενδείξεις έχουμε για τους χώρους αυτούς εντός Ελλάδας, αλλά
μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλοι αυτοί οι χώροι εκείνη την εποχή (τέλη του 19ου αιώνα με
αρχές του 20ου) στην Ανατολική Μεσόγειο είχαν πάρα πολλά κοινά στοιχεία.
Η λέξη «τεκές» σημαίνει στα τουρκικά ιερό των δερβίσηδων οι οποίοι ήταν μουσουλμάνοι
μοναχοί, στη συνέχεια αυτή η λέξη σήμαινε το χώρο στον οποίο μαζεύονταν για να καπνίσουν
χασίσι.
Στους τεκέδες γύριζαν οι οργανοπαίχτες που έπαιζαν και τραγουδούσαν τραγούδια, που συχνά
τα έφτιαχναν εκείνη τη στιγμή. Αυτοί οι οργανοπαίχτες ονομάζονταν ρεμπέτες. Αυτοί οι λαϊκοί
οργανοπαίχτες- Αρμένιοι, Τούρκοι, Έλληνες ή άλλης καταγωγής- ονομάζονταν «ρεμπέτ» και
επειδή δεν δίνανε καμιά σημασία στις κυβερνητικές αρχές, η παραπάνω ονομασία έφτασε να
σημαίνει στα τουρκικά τον παράνομο, τον περιθωριακό, τον εκτός νόμου.
Αυτήν την ονομασία χρησιμοποίησαν και οι Έλληνες στις αρχές του αιώνα μας για να
ξεχωρίσουν ποιοι από τους μάγκες ήταν οργανοπαίχτες, δημιουργούσαν τραγούδια και
γυρνούσαν στους τεκέδες παίζοντας και τραγουδώντας. Τα μουσικά όργανα που
χρησιμοποιούσαν ήταν μπαγλαμαδάκι και μπουζούκι. Τα όργανα αυτά είναι καθόλου ή έστω
πολύ λίγο συνδεμένα με τη λαϊκή μουσική μας παράδοση. Η μουσικολογία κατατάσσει ένα
όργανο στη λαϊκή παράδοση μιας χώρας μόνο όταν ο λαός της έχει τραγουδήσει με το όργανο
αυτό πόθους του και καημούς του, ιδιαίτερα σε εποχές –σταθμούς της ιστορίας του. Αυτά τα
όργανα έπαιρναν μαζί τους και στη φυλακή. Εκείνη την εποχή ο μπαγλαμάς και το μπουζούκι
είχαν τρεις μονές χορδές και λίγο αργότερα απέκτησαν τρεις διπλές χορδές. Τα δύο αυτά μουσικά
2
όργανα είναι εκείνα που αποκλειστικά χρησιμοποιούνται για το ρεμπέτικο. ‘Όλα τα άλλα (π.χ
κιθάρα ή ακορντεόν) χρησίμευαν μόνο για ακομπανιαμέντο. Αυτά τα όργανα περιλαμβάνονται
στη μουσική κουλτούρα πολλών λαών της Ανατολικής Μεσογείου και μπορούμε να τα
συναντήσουμε με διαφορετικά ονόματα, ανάλογα με τις εποχές ή τους λαούς που τα
χρησιμοποιούν. Στην Αρχαία Ελλάδα, το μπουζούκι είχε το όνομα «πανδουρίς» ή «πανδούρα» ή
«τρίχορδον». Τις ίδιες ονομασίες είχε και την εποχή του Βυζαντίου.
Το ρεμπέτικο τραγούδι αρχίζει όπως είναι γνωστό με μια μουσική εισαγωγή, με ένα σόλο
μπουζούκι και τα άλλα συνοδευτικά όργανα (μπαγλαμαδάκι, κιθάρα, ακορντεόν, δεύτερο
μπουζούκι, τουμπελέκι κλπ). Για το εισαγωγικό σόλο χρησιμοποιείται ο όρος ταξίμ, που είναι
αραβικής καταγωγής και σημαίνει διαχωρισμός. Με το ταξίμ γίνεται η εισαγωγή στο μουσικό
κλίμα, στη μουσική αίσθηση που θέλει να μεταδώσει ο οργανοπαίκτης, ο οποίος μας εισάγει
συγχρόνως στο μουσικό δρόμο ή μακάμ, πάνω στο φόντο του οποίου θα εξελιχτεί όλο το
τραγούδι, όλη η μελωδία, όλος ο ρυθμός. Η ποιητική φόρμα του ρεμπέτικου τραγουδιού έχει την
προέλευση της στις πατινάδες ή μαντινάδες της δημοτικής ποίησης και του τραγουδιού της Μ.
Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Άρα λοιπόν το ρεμπέτικο τραγούδι δεν είναι ένα αυτοφυές
φαινόμενο. Το ρεμπέτικο, μια από τις μορφές του συγχρόνου αστικού τραγουδιού, οφείλει το
ύφος του στη συγχώνευση στοιχείων, του παλαιότερου ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, αλλά
με διαφορετικό περιεχόμενο (άλλη εποχή και ιδανικά εξέθρεψαν το δημοτικό, άλλη το
ρεμπέτικο).
Εκείνο τον καιρό οι τραγουδοποιοί ήταν ανώνυμοι, γιατί η εγγραφή των δίσκων στην Ελλάδα,
δεν τους είχε καθιερώσει σαν ονόματα. Τα πρώτα ρεμπέτικα μαζί με τα χασάπικα και τα
ζεϊμπέκικα ηχογραφήθηκαν στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, το 1905.
Στο ρεμπέτικο τραγούδι οι λέξεις και ο ρυθμός είναι έτσι συνενωμένες μεταξύ τους που δεν
είναι δυνατόν να τις δούμε χωριστά. Ο οργανοπαίκτης, ο στιχουργός και ο τραγουδιστής
αποτελούν το ίδιο πρόσωπο που δουλεύει την ίδια στιγμή στο ρυθμό, στους στίχους και στην
εκτέλεση του τραγουδιού. Η μουσική του ρεμπέτικου δεν είναι γραπτή αλλά βασιζόμενη πάνω
στον αυτοσχεδιασμό, που μετά γίνεται συγκεκριμένη σύνθεση.
Ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιείται για τα λόγια του ρεμπέτικου είναι η αργκό που μιλούσαν
οι μάγκες. Αυτή η αργκό είναι βασισμένη στη λαϊκή, δημοτική ελληνική γλώσσα και
χρησιμοποιεί πολλές λέξεις με διπλή σημασία.
Στην πρώτη περίοδο του ρεμπέτικου τα τραγούδια είχαν κατά πλειοψηφία θέματα που
αναφέρονταν στην θλίψη της ζωής στη φυλακή, στο χασίσι, στην άδικη κοινωνία, ή μιλούσαν για
τις διάφορες παλικαριές, που ΄καναν οι πιο θαρραλέοι από τους μάγκες, και για τις φιλενάδες
τους.
Οι χοροί που χορεύονταν με τα τραγούδια του πρώτου ρεμπέτικου ήταν το χασάπικο και το
ζεϊμπέκικο. Στο περιβάλλον του τεκέ, αυτοί οι πρώην δημοτικοί χοροί άλλαζαν μορφή,
αποκτούσαν περισσότερο βάρος.
Τέλος θα λέγαμε ότι αυτές οι κοινωνικές περιθωριακές ομάδες στάθηκαν οι αρχειοφύλακες της
λαϊκής ελληνικής κουλτούρας, είναι εκείνες που ανέπτυξαν τις καινούριες σχέσεις και εκφράσεις
κουλτούρας και αμφισβήτησαν και αντέδρασαν αυθόρμητα και υποσυνείδητα, έστω, στην
επίσημη –κυρίαρχη δυτικόπληκτη ιδεολογία. Βέβαια το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίστηκε μόνο
στην Ελλάδα: κάθε χώρα έχει να κάνει αναφορές σε όμοιες ομάδες και κοινωνικά φαινόμενα
ανάλογα με το ρεμπέτικο. Είναι τα «Blues» της πόλης που δημιουργήθηκαν στους συνοικισμούς
των μαύρων της Νέας Ορλεάνης, του Χάρλεμ, του Σικάγου, η «Samba»που γεννήθηκε στις
παραγκουπόλεις της Βραζιλίας και το «Regge» των λαϊκών συνοικιών της Τζαμάικας.
Στο πέρασμα πάντως των χρόνων το ρεμπέτικο χάραξε το δικό του δρόμο στο νεοελληνικό
τοπίο και αναδείχθηκε σε κρίσιμη λύδια λίθο για τις πλείστες εκφάνσεις του νεοελληνικού
ιδεολογικού και κοινωνικοπολιτισμικού γίγνεσθαι.

3
Βιβλιογραφία
1. Δαμιανάκος ,Σ. (2001).Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου. Σελ. 15-26.Αθήνα:Πλέθρον
2. Κωνσταντινίδου Μ. , Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου , Σέλας-εκδοτική, Αθήνα 1994
3. Λίντα Λεούση, Ιστορία της Ελληνικής Μουσικής, Άγκυρα, Αθήνα 2003
4. Βλησίδης Κώστας, Όψεις του ρεμπέτικου , Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, Αθήνα 2004

Το ρεμπέτικο τραγούδι στο ξεκίνημα του υπήρξε δημιούργημα των πρώτων γενιών των
εσωτερικών μεταναστών από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις .

Οι χοροί που χορεύονταν με τα τραγούδια του πρώτου ρεμπέτικου ήταν το χασάπικο και το
ζεϊμπέκικο.

Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι οργανοπαίχτες και τραγουδοποιοί δεν ήξεραν να γράφουν
μουσική, η διάδοση των τραγουδιών γινόταν προφορικά και μέσω των μελών της παρέας.

Ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιείται για τα λόγια του ρεμπέτικου είναι η αργκό που
μιλούσαν οι μάγκες

Η κυβέρνηση προσπάθησε να διαμοιράσει τους πρόσφυγες σε όλα τα μέρη της Ελλάδας,


αλλά οι πιο πολλοί συγκεντρώθηκαν στην περιφέρεια των μεγαλυτέρων αστικών κέντρων
της δηλαδή στην Αθήνα, Πειραιά, Σαλονίκη, όπως επίσης και της Πάτρας.