Ἑρμηνεία τῆς Θ.

Λειτουργίας : Ἡ πρίν τήν Θεία Κοινωνία εὐχές
Μόλις ἔχουμε ἀπαγγείλει τήν Κυριακή Προσευχή (Πάτερ Ἡμῶν) καί ἀμέσως μετά
βγαίνει ὁ λειτουργός στήν Ὡραία Πύλη ἀπ’ ὅπου καί εὐλογεῖ τούς πιστούς πού
βρίσκονται στόν Ἱερό Ναό εὐχόμενος :
«Εἰρήνη πᾶσι», δηλαδή «ἄς εἶναι εἰρήνη σέ ὅλους σας».
Διά μία ἀκόμη φορᾶ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νά συνειδητοποιήσουμε πώς γιά νά
πλησιάσουμε στό Θεό καί νά τόν δεχθοῦμε μέσα μας ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι
νά εἴμαστε εἰρηνευμένοι καί συμφιλιωμένοι τόσο μέ τόν Θεό, ὅσο καί μέ τούς
ἀνθρώπους. Στήν εὐχή τοῦ λειτουργοῦ ἀντεύχονται οἱ ἱεροψάλτες σεβαστικά ἐξ’
ὀνόματός μας : «Καί τῷ πνεύματί σου», δηλαδή «καί στό δικό σου πνεύμα καί

στήν δική σου ψυχή (νά ὑπάρχει εἰρήνη)».

Ὁ διάκονος ἤ ὁ λειτουργός μᾶς προτρέπει : «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ
κλίνωμεν», δηλαδή «τίς κεφαλές σας κλίνατε (ὑποκλίνετε) ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».
Ἡ προτροπή δηλαδή εἶναι νά πάρουμε μιά στάση προσευχῆς μιά στάση πού δείχνει
σεβασμό καί ὑποταγή στόν πλάστη τοῦ σύμπαντος κόσμου. Καί οἱ ἱεροψάλτες
ἀπαγγέλουν «Σοί, Κύριε» δηλαδή «σέ

Σένα Κύριε, ναί (κλίνουμε, σκύβουμε
σεβαστικά τήν κεφαλή μας)».

Ἔτσι ἔχουμε δείξει ἔμπρακτα τήν ταπεινή
καί
λατρευτική
μας
διάθεση,
ἀναγνωρίζοντας
τήν
ἀπροσμέτρητη
παντοδυναμία καί ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ
μας, βρίσκοντας άκόμη τήν εὐκαιρία
ἐτούτη τήν ὥρα νά ἐκφράσουμε τά
εὐγενικά μας συναισθήματα. Μέ αὐτόν
τόν τρόπο ἐτοιμαζόμαστε ψυχικά γιά νά παρακολουθήσουμε δύο εὐχές πού θά
ἀπευθύνει ὁ λειτουργός ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου πρίν ἀπό τήν Θεία Κοινωνία. Καί
ἡ ευχή ἔχει ὡς οὕτως :
«Εὐχαριστοῦμέν σοι, Βασιλεῦ ἀόρατε, ὁ τῇ ἀμετρήτῳ σου δυνάμει τὰ πάντα
δημιουργήσας, καὶ τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ
πάντα παραγαγών. Αὐτός, Δέσποτα, οὐρανόθεν ἔπιδε ἐπὶ τοὺς
ὑποκεκλικότας σοι τὰς ἑαυτῶν κεφαλάς· οὐ γὰρ ἔκλιναν σαρκὶ καὶ αἵματι,
ἀλλὰ σοὶ τῷ φοβερῷ Θεῷ. Σὺ οὖν, Δέσποτα, τὰ προκείμενα πᾶσιν ἡμῖν εἰς

1

ἀγαθὸν ἐξομάλισον· κατὰ τὴν ἑκάστου ἰδίαν χρείαν· τοῖς πλέουσιν
σύμπλευσον· τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσον· τοὺς νοσοῦντας ἴασαι, ὁ
ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.»
Μιλᾶ λοιπόν ὁ λειτουργός στόν Θεό καί λέγει : «Σὲ εὐχαριστοῦμε, ἀόρατε Βασιλέα,

γιατί μὲ τὴν ἀμέτρητη δύναμή Σου δημιούργησες τὰ πάντα καὶ μὲ τὸ πλῆθος τῆς
ἀγάπης σου τὰ ἔφερες ὅλα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Ἐσὺ λοιπόν, Δέσποτα
Θεέ, ρίξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ βλέμμα συμπαθητικό σ᾿ αὐτούς ποὺ ἔσκυψαν ταπεινᾶ σὲ
Σένα τήν κεφαλήν τους· γιατὶ δὲν ἔσκυψαν καί δέν ταπεινώθηκαν μ’ αὐτόν τόν τρόπο
σὲ ἄνθρωπο πού φέρει σάρκα καί αἷμα, ἀλλὰ σὲ Σένα τὸ μεγάλο Θεό. Ἐσὺ λοιπόν,
Δέσποτα, δῶσε ὥστε ἡ προκειμένη θυσία τῆς Θείας Εὐχαριστίας νά ἀποβεῖ εἰς ἀγαθόν
σύμφωνα μέ τήν ἰδιαίτερη ἀνάγκη τοῦ καθενός μας. Μέ αὐτούς πού ταξιδεύουν στήν
θάλασσα, σύμπλευσε· Αὐτούς πού ὁδοιποροῦν, συνόδευσε· Αὐτούς πού εἶναι
ἄρρωστοι, θεράπευσε· Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας».
Τό τμῆμα αὐτό τῆς εὐχῆς συνήθως λέγεται χαμηλοφώνως ἀπό τόν λειτουργό, ὅσο
καί οἱ ψάλτες χαμηλοφώνως ψάλλουν τό «Σοί, Κύριε» καί μετά τό πέρας τῆς
ἀπαγγελίας τῆς εὐχῆς ὁ λειτουργός ἐκφωνεῖ : «Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ
φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ᾿ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ
παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς
αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Δηλαδή «ὅλα αὐτά πού ζητοῦμε Θεέ μας δῶσ’τα μας ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ὄχι γιατί

πρέπει, ἀλλά διά τῆς χάριτος καί τῶν οἰκτιρμῶν καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ
μονογενοῦς σου Υἱοῦ μέ τόν ὁποῖον εἶσαι ἄξιος νά δοξολογεῖσαι, μαζί ἐπίσης καί μέ τό
πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό σου Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς
ἀτελείωτους αἰῶνας».
Χάρις, οἰκτιρμοί, φιλανθρωπία… λέξεις καί ἔννοιες πού μόνο μέσα στόν χῶρο
τῆς πίστεως ὑπάρχουν καί κατανοοῦνται, μόνο μέσα στό χῶρο τῆς πίστεως
βιώνονται, μόνο μέσα στό χῶρο τῆς πίστεως τελεσφοροῦν. Δηλώνουν τοῦ Θεοῦ τήν
εὔνοια, τοῦ Θεοῦ τήν συμπάθεια, τοῦ Θεοῦ τό ἔλεος, τοῦ Θεοῦ τήν ἀγάπη γιά τόν
ἄνθρωπο. Λέξεις πού χαρίζουν στήν ταλαίπωρη ἀνθρώπινη ψυχή τήν ἐλπίδα καί τήν
χαρά, τήν συγχώρεση καί τό ἔλεος.
Καί ὁ εὐσεβής λαός διαμέσου τῶν ἱεροψαλτῶν θά ἐπισφραγίσει ὅσα ὁ λειτουργός
εἶπε λέγοντας : «Ἁμήν».
Χριστός Ἀνέστη !
π.Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

Πλούτος και Φτώχεια
Η Εκκλησία ουδέποτε υπήρξε αρνητική απέναντι στα υλικά αγαθά. Τα αγαθά αυτά
δημιουργήθηκαν από τον Θεό και προσφέρονται στον άνθρωπο για χρήση και
ευχαριστία. Αν υπήρξαν κάποιοι που το αμφισβήτησαν αυτό, σίγουρα δεν είναι άλλοι
από τους διαρχικούς Γνωστικούς που η Εκκλησία καταδίκασε ως αιρετικούς. Τα υλικά
αγαθά δόθηκαν στον άνθρωπο για να καλύπτει τις ανάγκες του και να ζει ευχάριστα
τη ζωή του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και ευνοϊκή αντιμετώπιση του πλούτου. Όλα
πρέπει να γίνονται με μέτρο. Ο Χριστός πέρασε την επίγεια του ζωή απλά και
φτωχικά. Η λιτότητα και η εκούσια φτώχεια ήταν αυτή που διέκρινε τον Κύριο. Δεν

2

είχε «που την κεφαλήν κλίνη» (Ματθ. 8, 20). Αυτό τον τρόπο ζωής δίδαξε στους
μαθητές του. Αλλά και ο απόστολος των εθνών Παύλος μιμούμενος τον Χριστό,
έμαθε να ζεί με αυτάρκεια : «Οίδα και ταπεινουσθαι οιδα και περισσεύειν έν παντί και
έν πασιν μεμύημαι και χορτάζεσθαι και πεινάν και περισσεύειν και ύστερεισθαι΄
πάντα ισχύω εν τω ένδυναμούντι με Χριστώ» (Φιληπ. 4, 12-13).
Προς το νέο που ρώτησε τον Κύριο τι να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή, ο
Χριστός του απάντησε: «Ει θέλεις τέλειος είναι υπάγε πώλησόν σου τά υπάρχοντα και
δός πτωχοίς και εξεις θησαυρόν έν ούρανω και δεύρο ακολουθεί μοι». Η αντίδραση
του πλουσίου ήταν η εξής : «άκουσας δε ό νεανίσκος τον λόγον άπήλθεν
λυπούμενος΄ ήν γαρ εχων κτήματα πολλά». Τότε ο Κύριος είπε προς του μαθητές
Του: «Αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις τήν βασιλείαν των
ουρανών, πάλιν δε λέγω υμίν εύκοπώτερόν εστίν κάμηλον
δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις τήν
βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Ακούσαντες δε oι μαθηταί
αυτού έξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες : Τίς άρα δύναται
σωθήναι ; έμβλέψας δε ό Ίησους είπεν αυτοίς : Παρά
ανθρώποις τούτο αδύνατον εστίν παρά δε Θεώ πάντα
δυνατά εστίν» (Μτθ. 19, 21-26).
Ο Κύριος εδώ μας λέει ότι είναι πολύ δύσκολο να
εισέλθει πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Μάλιστα,
αναφέρει χαρακτηριστικά ότι είναι ευκολότερο να περάσει
καμήλα από την τρύπα του βελονιού, παρά
πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Οι μαθητές του
Κυρίου μένουν έκπληκτοι με αυτά τα λόγια. «Και
τότε ποιος είναι δυνατόν να σωθεί;», ρωτούν οι
μαθητές. Ρώτησαν αυτό, διότι είτε πολλοί ήταν και
είναι οι πλούσιοι, αφετέρου δε και πολλοί φτωχοί
επιθυμούν τον πλούτο και επιδίδονται σε κυνήγι
απόκτησης υλικών αγαθών. Ο Χριστός όμως λέει
κάτι βαρυσήμαντο: ότι αυτά που είναι αδύνατα για
τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό. Συνεπώς και ο Θεός μπορεί να σώσει
κάποιο πλούσιο, εφόσον και αυτός έχει καλή διάθεση και βοηθά τον πλησίον του.
Αναμφίβολα όμως η κατοχή πλούτου αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον κράτα δέσμιο
των πράγματα του κόσμου τούτου: «όπου γάρ εστίν ό θησαυρός υμών, εκεί έσται
και ή καρδία ύμων» (Μτθ. 6,21). Έτσι ο πλούτος καθίσταται εμπόδιο για την είσοδο
του ανθρώπου στην Βασιλεία του Θεού, εκτός και αν αξιοποιηθεί ορθά και ορθόδοξα.
Ο Κύριος προτρέπει τους μαθητές του, αλλά και κάθε γνήσιο μαθητή του να είναι
ολιγαρκής και να αποφεύγει την σπατάλη: «ώς δε ένεπλήσθησαν λεγει τοις μαθηταί
αυτού : Συναγάγετε τα περισσεύσαντα κλάσματα ίνα μή τι άπόληται» (Ιωαν. 6,12). Ο
Ιησούς, αφού έφαγαν, καλεί τους μαθητές να μαζέψουν ότι απέμεινε, ώστε να μην
χαθεί τίποτα. Εμείς οι χριστιανοί λοιπόν καλούμαστε να είμαστε ολιγαρκείς. Ο
πλεονασμός χρειάζεται μόνο στα πνευματικά. Η αποφυγή της σπατάλης είναι σήμερα,
όσο ποτέ άλλοτε, επίκαιρη και επιτακτική. Στις μέρες που η οικονομική κρίση μαστίζει
πολλούς αδελφούς μας, καλούμαστε να είμαστε αυτάρκεις και ολιγαρκείς, ώστε να
προσφέρουν και προς αυτούς που έχουν ανάγκη.

3

Ο Κύριος λοιπόν καταδικάζει τον πλούτο, διότι κρατά τον άνθρωπο δέσμιο των
φθαρτών και γήινων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος που είναι πλούσιος δεν θα σωθεί.
Ας θυμηθούμε εδώ τον Ζακχαίο. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πλούσιος. Ο πλούτος
που συσσώρευσε, ήταν μάλιστα προϊόν των αδικιών που έκανε ως τελώνης. Ωστόσο
μετανοεί και το αποδεικνύει έμπρακτα : δίνει τα μισά του υπάρχοντα στους φτωχούς
και όποιον αδίκησε του το ανταποδίδει στο τετραπλό. Γι’ αυτό ο Κύριος αναφέρει ότι
ο Ζακχαίος και η οικογένεια του σώθηκαν (βλ. Λκ. 19, 1-10). Ως εκ τούτου δεν
πρέπει να είμαστε απόλυτοι. Εδώ έχουμε μια περίπτωση κάποιου πολύ πλουσίου, ο
οποίος σώθηκε. Άλλωστε, όσα είναι αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για
τον Θεό.
Η συσσώρευση πλούτου, η αγάπη προς τον πλούτο και η αδιαφορία για τον
συνάνθρωπο μας, είναι κάτι το κατακριτέο λοιπόν. Γι’ αυτό και στην παραβολή του
πλουσίου και φτωχού Λαζάρου ο πλούσιος καταδικάζεται, διότι δεν πρόσφερε το
παραμικρό στον πεινασμένο και ασθενή Λάζαρο. Δεν καταδικάστηκε απλά και μόνο
επειδή ήταν πλούσιος. Καταδικάστηκε γιατί δεν διαχειρίστηκε σωστά τον πλούτο που
είχε. Ο Θεός και ο πλησίον δεν υπήρχαν για τον πλούσιο της παραβολής. Από την
άλλη ο Λάζαρος δεν σώθηκε γιατί ήταν φτωχός και ασθενής. Σώθηκε επειδή δεν
παραπονέθηκε, δεν γόγγυσε ούτε στιγμή κατά του Θεού, αλλά και κατά του
πλουσίου (βλ. Λκ. 16, 19-31).Όλα αυτά λοιπόν πρέπει να μας προβληματίσουν. Αν
είμαστε πλούσιοι, να μην κρατάμε τα πάντα για τον εαυτό μας. Πολλοί είναι αυτοί
που χρειάζονται τη βοήθεια μας. Ασθενείς, φτωχοί, άνεργοι, άστεγοι. Αν πάλι είμαστε
φτωχοί, να μην κατακρίνουμε τους πλουσίους, ούτε να γογγύζουμε κατά του Θεού,
αλλά να υπομείνουμε τη δοκιμασία αυτή, έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Θεός που
φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, θα φροντίσει και για εμάς.
Στις μέρες πολλοί είναι οι πλούσιοι, ή έστω αυτοί που έχουν περισσότερα υλικά
αγαθά, που προσφέρουν απλόχερα για την ανακούφιση των εμπερίστατων αδελφών
τους. Πολλά είναι τα ποσά, αλλά και τα είδη πρώτης ανάγκης, που προσφέρονται από
πολλούς, επώνυμους και ανώνυμους, σε κοινωνικά παντοπωλεία, γηροκομεία,
νοσοκομεία και γενικά για την ανακούφιση άπορων και ασθενών συνανθρώπων μας.
Μάλιστα είναι και πολλοί που προσφέρουν για την ανέγερση ή ανακαίνιση ή τον
εξοπλισμό ευαγών ιδρυμάτων. Κάποιοι άλλοι πάλι προσφέρουν, μεταξύ άλλων, για
την ανέγερση ή συντήρηση των Ναών μας ή
Μονών, καθώς και άλλων
εκκλησιαστικών μνημείων.
Ο Κύριος θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι» (Α΄ Τιμοθ. 2, 4). Πρέπει να θέλουμε
και εμείς όμως, ώστε να μας σώσει ο Θεός. Είτε πλούσιοι είτε φτωχοί είμαστε, πρέπει
να πράττουμε το σωστό και χριστιανικό. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει τα υλικά
αγαθά να είναι το κέντρο της ύπαρξης μας, αλλά κέντρο της ζωής μας πρέπει να είναι
ο Θεός και ο συνάνθρωπος μας.
Ρένος Κωνσταντίνου, Θεολόγος
Επιμέλεια : Αγγελή Βίκυ

4