You are on page 1of 793

Μαρία Κωνσταντούρου

‘Οταν οι γυναίκες
τολμούν…

Ξυπήσαμε ένα από τα κουδούνια
κάποιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι. Η
Νατάσσα έδειχνε νευρική και
ανυπόμονη. Εγώ, κρυφά, την κορόιδευα

και τη λυπόμουν ταυτόχρονα. Με
εκνεύριζε εξίσου η δική της αφέλεια και
η δική μου υποχωρητικότητα. Πώς είχε
πιστέψει ότι μια χαρτορίχτρα θα
μπορούσε να της πει τις αλήθειες της
ζωής της; Και πώς είχε καταφέρει να με
πείσει να τη συνοδεύσω εκεί; Και, εν
πάση περιπτώσει, τι θα κερδίζαμε αν
μαθαίναμε το μέλλον μας; Αφού όλα
είναι γραμμένα από τη στιγμή που
γεννιόμαστε, πώς θα μπορούσαμε να
αλλάξουμε το πεπρωμένο μας;
Σαχλαμάρες! Αυτές οι ιστορίες είναι
μόνο για τους ανόητους και για τους
ερωτοχτυπημένους. Δηλαδή, πάνωκάτω, για την ίδια κατηγορία ανθρώπων.
Και καλά, η Νατάσσα ήταν
ερωτοχτυπημένη . Εγώ τι ήμουν; Απλώς

ανόητη;
Στον πρώτο όροφο, μας περίμενε μια
νεαρή κοπέλα.
«Καλησπέρα», χαιρέτησε η Νατάσσα.
«Η κυρία Παγέτ;»
«Είναι η μητέρα μου. Περάστε μέσα»,
μας κάλεσε η κοπελιά και παραμέρισε
για να περάσουμε.
Μάλιστα, σκέφτηκα χαμογελώντας.
Έχει και καλλιτεχνικό ψευδώνυμο η κυρία. Άντε να
δούμε τι άλλο μας περιμένει.
Ωστόσο ακολούθησα αδιαμαρτύρητα τη
φίλη μου και βρέθηκα σε ένα επιβλητικό

σαλόνι. Χωρίς να το θέλω,το δωμάτιο
μου προκάλεσε ένα παράξενο δέος. Ο
καναπές και οι κλασικές πολυθρόνες
είχαν ντυθεί με βαρύ βελούδο σε
μπορντό χρώμα. Η μεγάλη βιτρίνα και
το κεντρικό τραπέζι του καθιστικού
ήταν από ακριβό δρύινο ξύλο, ενώ τα
μικρότερα τραπεζάκια και σχεδόν όλα
τα διακοσμητικά έμοιαζαν σαν να είχαν
έρθει κατευθείαν από την Ανατολή.
Σκαλιστοί ελέφαντες, κλουαζονέ βάζα,
αναπαραστάσεις πάνω σε
ελεφαντόδοντο, χειροποίητα
αντικείμενα με χρυσές λεπτομέρειες.
Βολεύτηκα σε μια βαθιά πολυθρόνα,
άναψα τσιγάρο και κοίταξα γύρω μου.
Η ατμόσφαιρα απέπνεε μια περίεργη
μαγεία. Η απόλυτη σιωπή που βασίλευε

στο χώρο, δημιουργούσε έναν
αλλόκοτο φόβο στην καρδιά μου.
Γύρισα το κεφάλι κι έριξα το βλέμμα
πίσω μου. Ένιωθα άβολα, σαν κάποιος
να με παρακολουθούσε.
Τι θέλω εγώ εδώ; αναρωτήθηκα για
πολλοστή φορά. Πώς θα έδινα το
δικαίωμα σε μια άγνωστη να ξεφυλλίσει
τις σελίδες της ζωής μου, να εκπορθήσει
τα τείχη που έκρυβαν το μέλλον μου, να
αναμοχλεύσει τις εικόνες που ζουν στο
μετεωρισμό της μνήμης;
Αναζήτησα μόνη μου κάποια αρχή στο
μονότονο τραγούδι της ζωής μου. Δεν
είχα την ανάγκη κάποιας άλλης για να
βρω την πρώτη φάλτσα νότα. Τώρα πια
ήξερα πολύ καλά πότε την είχα

πρωτοπαίξει στο ξεκούρδιστο πιάνο της
απειρίας μου. Ήταν πριν από δεκαοχτώ
χρόνια, όταν ακούμπησα τα δάχτυλά
μου στα πλήκτρα και άρχισα να
συνθέτω την πιο ανιαρή, την πιο
παράφωνη μελωδία που είχα ακούσει
ποτέ μου…
1
Ψηλάφισα μες στο σκοτάδι για να βρω
το ξυπνητήρι που χτυπούσε επίμονα
δίπλα μου. Πόσο γρήγορα πέρασε κι
αυτή η νύχτα, σκέφτηκα κουρασμένα
και άνοιξα τα πρησμένα μου μάτια. Το
ρολόι έδειχνε εφτά παρά είκοσι. Όπως
κάθε πρωί που το κοιτούσα τα τελευταία
δεκαεφτά χρόνια. Γύρισα το κεφάλι

προς τα δεξιά μου. Ο Γιάννης κοιμόταν
βαριά, όπως και τα μεσάνυχτα που ήρθα
να ξαπλώσω δίπλα του. Έσπρωξα από
πάνω μου το πάπλωμα και σηκώθηκα
προσεκτικά για να μη τον ενοχλήσω. Τα
πόδια μου σύρθηκαν στο πάτωμα μέχρι
να συναντήσουν τις χνουδωτές
παντόφλες μου. Τα χέρια μου έπιασαν
από την κοντινή πολυθρόνα τη μάλλινη
ρόμπα μου. Βγήκα σιγά-σιγά από το
δωμάτιο και πήγα στο μπάνιο. Ό,τι
προλάβαινα να κάνω τώρα, αλλιώς θα
έπρεπε να περιμένω τουλάχιστον μία
ώρα μέχρι να φύγουν όλοι από το σπίτι.
Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και
βούρτσισα τα δόντια μου. Κοίταξα το
είδωλό μου στον καθρέφτη και είδα μια
άγνωστη να με περιεργάζεται. Σε ποια

καμπή της ζωής μου έχασα το αληθινό
μου πρόσωπο;
Τίναξα το κεφάλι με αποδοκιμασία και
κίνησα για τη σκάλα. Τα σκαλοπάτια
έμοιαζαν να τρέμουν κάτω από τα πόδια
μου, σαν να βρισκόμουν πάνω σε ξύλινη
αιωρούμενη γέφυρα. Κράτησα σφιχτά
την κουπαστή και πήρα βαθιά ανάσα.
Δεν είχα χρόνο για ψευδαισθήσεις. Σε
δέκα λεπτά έπρεπε να τους ξυπνήσω
όλους.
Μπήκα στην κουζίνα, έβαλα καφέ και
νερό στην καφετιέρα και άλειψα καμιά
δεκαριά φρυγανιές με βούτυρο και μέλι.
Έπειτα γύρισα γρήγορα στον επάνω
όροφο. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρά
μας και πλησίασα τον Γιάννη που

κοιμόταν ακόμα.
«Ξύπνα. Εφτά πήγε η ώρα», του είπα
και τον σκούντησα μαλακά.
Όταν άνοιξε τα μάτια, του γύρισα την
πλάτη κι έτρεξα στο απέναντι δωμάτιο.
«Ώρα για σχολείο. Καλημέρα».
Ήταν η πρώτη απόπειρα για να ξυπνήσω
τον δεκαεξάχρονο γιο μου.
Άνοιξα τη διπλανή πόρτα και
προχώρησα προς το κρεβάτι της Νίκης.
Χάιδεψα τα μακριά της μαλλιά και είπα
τρυφερά:
«Μια νέα μέρα ξημέρωσε, γλυκιά μου.
Σήκω».

Εκείνη τεντώθηκε νωχελικά και με
κοίταξε νυσταγμένα. Της χαμογέλασα κι
έφυγα για να ξυπνήσω για δεύτερη
φορά τον Άγγελο. Όταν σιγουρεύτηκα
πως σηκώθηκε,γύρισα στο δωμάτιό
μου. Ο Γιάννης είχε πάει στο μπάνιο άκουγα το νερό να τρέχει-, όμως είχε
βγάλει από την ντουλάπα τα ρούχα που
ήθελε να φορέσει. Έβαλα το σίδερο
στην πρίζα και αναστέναξα. To ίδιο
βιολί δεκαεφτά χρόνια. Τα ρούχα ήταν
πάντα όλα σιδερωμένα, ωστόσο έπρεπε
κάθε πρωί να τα φρεσκάρω. Μια
ιδιοτροπία του άντρα μου, που δεν
μπορούσε να την αποβάλει. Όταν
τελείωσα και μ’ αυτό, ξανακατέβηκα
στην κουζίνα. Πήρα το λεμονοστύφτη
και τη σακούλα με τα πορτοκάλια και

ετοίμασα τρία ποτήρια πορτοκαλάδα.
Πολλές φορές ένιωθα την ανάγκη να
πιω κι εγώ ένα, όμως βαριόμουν να
στύβω τόσα πορτοκάλια κάθε μέρα.
Γέμισα το φλιτζάνι μου με καφέ κι
έγειρα στο τραπέζι. Πριν προλάβω να
πιω την πρώτη γουλιά, κατέβηκε ο
Άγγελος τη σκάλα τρέχοντας.
«Καλημέρα, μάμυ», μου είπε και ήπιε
μονορούφι την πορτοκαλάδα του, πριν
πέσει με τα μούτρα στις φρυγανιές.
«Καλημέρα, Ελένη», ακούστηκε η φωνή
του Γιάννη από τη μέση της σκάλας.
«Καλημέρα σας», αποκρίθηκα κι εγώ
χαμογελώντας και κοίταξα πίσω του,
περιμένοντας να δω τη Νίκη.

Αν και μόλις δεκατριών χρόνων, η κόρη
μου είχε αρκετή δόση κοκεταρίας. Για
να βγει από το σπίτι έπρεπε να είναι
σίγουρη πως δεν πετούσε καμία τρίχα
από τα μαλλιά της, πως μοσχομύριζε
κολόνια και πως το ντύσιμό της δεν είχε
κανένα ψεγάδι. Ήταν ικανή να αργήσει
στο σχολείο προκειμένου να νιώθει
σίγουρη για την εμφάνισή της. Μακάρι
να απαιτούσε την ίδια τελειότητα και
στα μαθήματά της.
Τα χαρωπά της βήματα ακούστηκαν
καθώς κατέβαινε δύο-δύο τα
σκαλοπάτια. Έτρεξε κοντά μου και μου
έδωσε δυο σκαστά φιλιά.
«Καλημέρα, μανούλα».

«Καλημέρα, γλυκιά μου ».
Όταν βολεύτηκαν όλοι γύρω από το
τραπέζι, αποφάσισα να καθήσω κι
εγώ… κοντά τους.
«Σήμερα μάλλον θα αργήσω», μου είπε
ο Γιάννης. «Περιμένω έναν καλό πελάτη
αργά το απόγευμα και ίσως χρειαστεί να
τον βγάλω για φαγητό το βράδυ».
Ανασήκωσα τους ώμους χωρίς να
μιλήσω. Τι διαφορά θα είχε κι αν
ερχόταν νωρίς; Θα απομονωνόταν στο
καθιστικό με το κομπιουτεράκι του και
θα χανόταν στα χαρτιά της δουλειάς
του, αγνοώντας την ύπαρξή μου.
Καλύτερα μόνη.

Τα παιδιά σηκώθηκαν. Φίλησαν πρώτα
τον πατέρα τους, έπειτα εμένα κι έφυγαν
για το σχολείο τους.
«Θα μου αφήσεις λεφτά;» ρώτησα τον
άντρα μου.
«Πάλι; Προχθές δεν σου άφησα;»
«Πλήρωσα το φροντιστήριο των
παιδιών. Σήμερα θέλω να πάω στο
σούπερ μάρκετ και να τακτοποιήσω το
λογαριασμό του τηλεφώνου».
«Προσπάθησε να κάνεις λίγη
οικονομία», με συμβούλευσε,
ανοίγοντας το πορτοφόλι του. «Οι
καιροί είναι δύσκολοι».
Το ξέρω. Κι εγώ στους ίδιους καιρούς

Όμως. των ασφαλειών και οτιδήποτε τέλος πάντων επιβαρύνει ένα σπιτικό. ξέρω από πρώτο χέρι τα έξοδα μιας οικογένειας επει-δη εγώ πληρώνω κάθε φορά τους λογαριασμούς των φροντιστηρίων. Ήταν απλώς ένας από τους όρους που μου έθεσε ο Γιάννης . του τηλεφώνου. του σούπερ μάρκετ. Πρώτον επειδή λόγω περηφάνιας δεν θέλω να δώσω το δικαίωμα να μου πει κανείς ποτέ πως είναι πολυέξοδη η συντήρησή μου και δεύτερον επειδή δεν δουλεύω και δεν έχω δικά μου λεφτά. Προσπαθώ για τον εαυτό μου να ξοδεύω όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα για δύο λόγους.του νερού. του ηλεκτρικού.ζω. Ασχέτως βέβαια αν το τελευταίο δεν ήταν ποτέ δική μου επιλογή.

Έπειτα έτρεξα στο παράθυρο της κουζίνας για να βεβαιωθώ πως το αυτοκίνητό του θα άφηνε κενή τη θέση του στο γκαράζ.πριν από το γάμο μας για να με παντρευτεί. Επιτέλους. έβαλα το κλειδί μου στην κλειδαριά κα: το γύρισα έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να ανοίξει απ’ έξω. Άναψα ένα και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά. Άλλος ένας όρος του Γιάννη. Όταν έκλεισε η εξώπορτα πίσω του. Πόσους συμβιβασμούς είχα κάνει . που τον είχα αποδεχτεί πριν από δεκαεφτά χρόνια. Ανέβηκα σε μια καρέκλα κι έπιασα πάνω από τα ντουλάπια ένα κρυμμένο πακέτο τσιγάρα. Τώρα ήμουν πραγματικά μόνη.

ναι. μου έλεγε συχνά ο Γιάννης. Προχώρησα στο καθιστικό. «Σ’ έχω αρχόντισσα στο παλάτι σου». Πόσα από τα υπάρχοντά μου είχα επιλέξει στην πραγματικότητα εγώ. Και πόσο ευτυχισμένη ένιωθα γι’ αυτό που ήμουν τώρα. . Κοίταξα γύρω μου το βασίλειό μου. Η άσπρη λάκα που προτιμούσα εγώ δεν έδινε την απαραίτητη βαρύτητα στο σπίτι. Οι μπλε κουρτίνες μού θύμισαν ποιο ήταν το αγαπημένο χρώμα του συζύγου μου. ήταν δική μου εκλογή. Όμως το σκούρο χρώμα του ξύλου ήταν γούστο του άντρα μου. περιμένοντας ίσως να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου.τελικά στη ζωή μου για να γίνω η «κυρία Ιωάννου». Το σχέδιο της κουζίνας.

Μπήκα στο σαλόνι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Όσο για τα πλακάκια σε ολόκληρο το σπίτι δεν υπήρχε λόγος να εκφράσω τη γνώμη μου. όμως για εκείνον ήταν δείγμα οικονομικής ευμάρειας και σοβαρότητας. όπως έλεγε. δεν μπορούσαν να του την προσφέρουν τα χαλιά. Εκείνος ήταν ο εισαγωγέας. . Γύρισα στην κουζίνα. κάθησα σε μια καρέκλα κι έσβησα το τσιγάρο που είχε καεί μόνο του. εκείνος ήξερε καλύτερα τι έπρεπε να βάλουμε. ο Γιάννης ωστόσο απολάμβανε μια ζεστασιά που. Οι δερμάτινοι καναπέδες με έκαναν να σκέφτομαι αίθουσα αναμονής σε ιατρείο. Η μπλε μοκέτα κάτω από τα πόδια μου με ταλαιπωρούσε για να τη διατηρώ καθαρή.

Το σπίτι. Οι άνθρωποί μου με κούραζαν και οι καθημερινές δουλειές έμοιαζαν με καταναγκαστικά έργα. ενώ τα μάτια μου συχνά θόλωναν από δάκρυα που δεν μπορούσα να ελέγξω. Ο ύπνος ερχόταν με δυσκολία τις νύχτες και τα όνειρά μου ήταν γεμάτα με αγωνία και άγχος. Τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια η πρώτη μου έννοια ήταν να ικανοποιώ τις επιθυμίες άλλων. Είχα ανάγκη να κάνω κάτι που θα με ευχαριστούσε πραγματικά. όμως δεν ήξερα τι. Μια αβάσταχτη μελαγχολία με συντρόφευε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Τα δικά μου όνειρα.το ένιωθα. το «παλάτι» μου. οι δικές μου απολαύσεις είχαν ξεχαστεί απ’ . Το γέλιο μου ήταν ψεύτικο και σπάνιο. με έπνιγε.

σήμερα είχα την ανάγκη να νιώσω εγώ. Ένιωσα την ανάγκη να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Τράβηξα έξω το τζιν μου κι έψαξα ανάμεσα στα πουλόβερ μου. Όμως. Σηκώθηκα και ανέβηκα στην κρεβατοκάμαρά μας.όλους. Ρούχα διαλεγμένα από άλλους για μένα. Ακόμη κι από μένα την ίδια. Κοστούμια αποκριάτικα για να μπορώ να παριστάνω την ευτυχισμένη σύζυγο του επιτυχημένου επιχειρηματία. Ρούχα που λίγο θύμιζαν την αληθινή Ελένη. Κάπου είχα καταχωνιάσει ένα κοντό κόκκινο που είχαν φέρει δώρο στην κόρη μου και της . Ανοιξα την ντουλάπα μου κι έμεινα να κοιτάζω το περιεχόμενό της. Η Ελένη που είχε ξεχάσει κάπου τον εαυτό της πριν από δεκαεφτά χρόνια.

είχε πέσει μεγάλο. Έβαλα το παντελόνι και τις καφέ δερμάτινες μπότες μου και πήγα στο μπάνιο. Θα μπορούσα να κάνω μια βόλτα μέχρι τις δώδεκα κι . Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και προσπάθησα να χαμογελάσω. Η ώρα ήταν εννιά. πήρα το μπουφάν και τα κλειδιά μου και κοίταξα το ρολόι μου. Κατέβηκα κάτω. Χτένισα τα μαλλιά μου. όνειρα και δικαιώματα για να παντρευτεί τον άντρα που είχε αγαπήσει. άπλωσα λίγο ρουζ στα μάγουλά μου κι έβαψα ελαφρά τα χείλη. Κάπου πίσω από το μελαγχολικό χαμόγελο και το θολό βλέμμα διέκρινα το δεκαοχτάχρονο κορίτσι που είχε εγκαταλείψει φιλοδοξίες. Το βρήκα και το φόρεσα.

Ύστερα . Φορτωμένη με πέντε τσάντες και ξαλαφρωμένη από είκοσι πέντε χιλιάρικα. Μπα. Σε κάποια φίλη ίσως. πού. τελευταία. η συνηθισμένη μου διασκέδαση. Να περιπλανιέμαι στους διαδρόμους του σέρνοντας το καροτσάκι και να σκοτώνω την ώρα μου χαζεύοντας τις συσκευασίες και τις τιμές των προϊόντων.έπειτα να γυρίσω για να προλάβω να μαγειρέψω κάτι.τι να της πω. Και μήπως μπορώ να αγοράσω ό. Στις έντεκα παρά είκοσι ήμουν κιόλας πίσω.τι μου αρέσει. Τακτοποίησα τα πράγματα στη θέση τους και μάζεψα το τραπέζι που είχα αφήσει από το πρωί. Μια βόλτα. Απομένει μόνο το σούπερ μάρκετ. Στα μαγαζιά.

ο θάνατος των γονιών μου. Ένα μαύρο χρώμα σαν καμένο φιλμ.η γέννα της Νίκης. μέχρι την άλλη βδομάδα. ο γάμος μου.κάθησα βαριά στην πολυθρόνα του καθιστικού.η μοναξιά μου… Και τώρα. Και δάκρυα. Αισθανόμουν τόσο κουρασμένη που ένιωθα την ανάγκη να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και να κοιμηθώ μέχρι το επόμενο πρωί. ο αγώνας μου να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Έκλεισα τα μάτια και άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει στην κλεψύδρα του χρόνου. η γέννα του Άγγελου. Οι καβγάδες με τον Γιάννη. Προσπάθησα να δω κάποιες εικόνες από το μέλλον. Τελικά τι . Τίποτα. Διάφορες εικόνες από τη ζωή μου πέρασαν από μπροστά μου σαν κινηματογραφική ταινία.

. Ήμουν μόνη. αλλά αμέσως με τράνταξαν λυγμοί. Κι έκλαψα. Αναζήτησα στα τόσα χρόνια που είχαν περάσει λίγο χρόνο αφιερωμένο σε μένα. Δεν βρήκα. Τα αναφιλητά μου αντηχούσαν στο «παλάτι» μου κι έφταναν στ’ αυτιά μου . Όπως πάντα. μοναξιά και συμβιβασμούς. ολόδικό μου. Έκλαψα πολύ. Και τι μπορούσα να περιμένω από την υπόλοιπη ζωή μου.είχα καταφέρει. Πουθενά. Μόνο αβεβαιότητα. Έψαξα στα χρόνια που θα έρχονταν κάποιες ώρες δικές μου. Μπορούσα να ξεσπάσω όπως και όσο ήθελα. Δεν υπήρχε λόγος να κρατιέμαι άλλο. Σκούπισα τα δάκρυά μου. Κάτι υγρό κύλησε στα μάγουλά μου και με έκαψε.

δεν είχα πιει ποτέ τίποτα στη ζωή μου.σαν σπαραγμός κάποιας άγνωστης. Το βλέμμα μου έπεσε στα μπουκάλια που βρίσκονταν στο τραπεζάκι κοντά στο τζάκι. Η μυρωδιά του αλκοόλ με ανακάτωνε. Όταν κοίταξα ξανά το ρολόι. Το κεφάλι μου πονούσε και τα μηνίγγια μου σφίγγονταν επικίνδυνα. Σε λιγότερο από εξήντα λεπτά τα παιδιά θα γυρνούσαν σπίτι. πήρα ένα ποτήρι από την κουζίνα κι έβαλα λίγο ουίσκι . Εκτός από κρασί και βότκα με πορτοκαλάδα. Τώρα έκλεισα τη μύτη και . Σηκώθηκα μηχανικά. η ώρα είχε πάει μία και μισή. Έπρεπε να βρω κάποιον τρόπο να συνέλθω. Δεν τους είχα μαγειρέψει τίποτα. Και τα δάκρυά μου δεν είχαν στερέψει ακόμα.

ένιωσα τα μάτια μου να στεγνώνουν. Ήπια δυο .ήταν το φάρμακο. έριξα τρία παγάκια στο ποτήρι και πρόσθεσα άλλη μία δόση ουίσκι. Αυτό. Πρόσθεσα λίγο ποτό ακόμα και γύρισα στην κουζίνα. Καλύτερο. Το κούνησα στο χέρι μου για να κρυώσει όσο γινόταν και ήπια μια δοκιμαστική γουλιά. Έπρεπε να σκεφτώ κάτι εύκολο για να φτιάξω. Ισως ήταν καλύτερο με λίγο πάγο. Γύρισα στην κουζίνα.κατέβασα μονορούφι το ποτό. Πολύ καλύτερο. λοιπόν. Έβαλα τα υλικά της σάλτσας σε μια κατσαρόλα και γέμισα μια άλλη με νερό. Τη στιγμή που μου απόμειναν μόνο τα παγάκια. θα έλεγα. Ίσως μια μακαρονάδα που ήταν και το αγαπημένο τους φαγητό. Στράβωσα τα χείλη.

γουλιές ουίσκι και κάθησα σε μια καρέκλα. «Μακαρονάδα». Όλα θα πάνε καλά. παρηγορήθηκα.» ήταν το πρώτο που έλεγε κάθε φορά που άνοιγε την εξώπορτα. Τη στιγμή που σούρωνα τα μακαρόνια γύρισε η Νίκη. Η αλήθεια ήταν πως τώρα ένιωθα αρκετά καλύτερα. αναρωτήθηκα κι έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι. «Καλώς την». Μέχρι που θα μπορούσα να πω ότι ένιωθα μια παράξενη ευφορία. . «Τι φαΐ. Ίσως είναι κάποια κρίση ηλικίας. Και τώρα. απάντησα.

«Δεν προλαβαίνω. Άλλωστε». Πεινάω». Βάλε μου γρήγορα να φάω. μανούλα. Κι έπειτα. «Δεν περιμένεις και τον αδερφό σου. «Δεν το ξέρω. «είσαι πια αρκετά μεγάλη για να το στρώνεις μόνη σου». πεινάω σαν λύκος». Κάθε πρωί στο τσακ φτάνω στο σχολείο». . ρε μαμά. Δεν θα αργήσει σήμερα». Το αγαπημένο μου. πρόσθεσα κάπως αυστηρά. «Καλέ. δεν έστρωσες το κρεβάτι μου.«Μμμ… Μπράβο. μου φώναξε καθώς ανέβαινε τις σκάλες.» «Δεν… δεν πρόλαβα.

Ήπια το τελευταίο ουίσκι βιαστικά και έκρυψα την απόδειξη της ενοχής μου στο πλυντήριο των πιάτων. αλλά δεν μίλησα. Σέρβιρα ένα πιάτο μακαρόνια και το ακούμπησα στο τραπέζι.«Μπορώ να σε ξυπνάω πέντε λεπτά νωρίτερα». «Α. θέλησα να της πω. .» ζήτησε να μάθει όταν είδε πως δεν είχα σκοπό να μιλήσω. μπα. «Δεν θα με ρωτήσεις πώς πήγε σήμερα το σχολείο . Σε λίγα λεπτά η Νίκη είχε πέσει με βουλιμία στο φαΐ.» Γιά να κερδίζω πέντε λεπτά εγώ. Γιατί να χάνω πέντε λεπτά ύπνου.

Μία όταν ήμουν η ίδια μαθήτρια. Με σήκωσε μαθηματικά και τα ήξερα όλα».«Α. παρ’ όλο το φροντιστήριο που κάνεις». μία όταν βοηθούσα τον Άγγελο και άλλη μία τώρα.γιατί στον έλεγχο του πρώτου τριμήνου είχες μόλις πιάσει τη βάση.» «Καλά. «Πώς πήγε. Τα μαθηματικά ήταν το μόνο μάθημα όπου δεν μπορούσα να τη βοηθήσω αφού ούτε εγώ υπήρξα ιδιαίτερα καλή στα θεωρητικά μαθήματα. Μερικές φορές σκεφτόμουν σοβαρά να δώσω . Όλα τα άλλα ωστόσο τα διαβάζαμε μαζί. ναι…» είπα αφηρημένα. «Μακάρι. Εγώ για τρίτη φορά.

απάντησε η Νίκη για να τον πειράξει.εξετάσεις για δεύτερη φορά στο πανεπιστήμιο. Βάλε μου κι έρχομαι». που . «Φάτε τη μόνες σας». Μάζεψα το πιάτο της κόρης μου. είπε θυμωμένα εκείνος. «Α. «Φασολάδα». Έπειτα είχα γνωρίσει τον Γιάννη και τα όνειρά μου είχαν παραγκωνιστεί. «Μακαρόνια».» ακούστηκε η φωνή του Άγγελου που είχε μόλις επιστρέψει. Την πρώτη δεν είχα καταφέρει να μπω.τον πληροφόρησα εγώ. ωραία. «Τι φαΐ.

Καθένας έτρωγε όποτε πεινούσε. ρε μάνα. Θέλω να δω την εκπομπή που ξέρεις πως παρακολουθώ.είχε πια τελειώσει. μπαινόβγαινε ανάλογα με τα κέφια του. . Ώρες-ώρες αισθανόμουν πως δούλευα σε ξενοδοχείο. Θα τα μαζέψω εγώ μετά». κοιμόταν όποτε ήθελε. και ετοίμασα μια μερίδα για το γιο μου. Δεν μπορώ να μαζεύω συνέχεια όλο το σπίτι». πήγε στο καθιστικό και άνοιξε την τηλεόραση. «Σου έχω πει χίλιες φορές να τρως στην κουζίνα. Ο Άγγελος πήρε το πιάτο του. «Άσε με. Μόνο εγώ ακολουθούσα ένα ορισμένο πρόγραμμα.

Πφ! Μόνο που κανείς από τους υπηκόους μου δεν με σέβεται και δεν με λογαριάζει. Το πατζούρι στο δωμάτιό μου ήταν ακόμα κλειστό από το προηγούμενο βράδυ. Δυνατή ροκ μουσική με έκανε να αναπηδήσω. Το κρεβάτι άστρωτο. Μου άρεσε κι εμένα η ροκ -άλλη μια διαφορά μου με τον Γιάννη-όμως τώρα ήθελα . Κλασικό δείγμα άντρα που τα περιμένει όλα στο χέρι και δεν νοιάζεται για την κούραση ή τη διάθεση τη δική σου. μουρμούρισα νικημένη. Είχα διάθεση να ξαπλώσω. όπως πάντα». σκέφτηκα. Να το βράσω τέτοιο αξίωμα. Έβγαλα τις μπότες κι έγειρα πάνω στο πάπλωμα.«Ναι. Πιστό αντίγραφο του πατέρα του. «Βασίλισσα στο παλάτι μου». Ανέβηκα θυμωμένη τις σκάλες.

Η μουσική χαμήλωσε αισθητά.» με ρώτησε με απορία. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και προσπάθησα να μη σκέφτομαι τίποτα. αλλά όχι όσο θα ήθελα. Θα τρελαθώ. κι εγώ θέλω να κοιμηθώ». «Σήμερα δεν νιώθω καλά και θέλω να ησυχάσω». που πονούσαν ήδη από το ποτό. «Να κοιμηθείς. Είναι μεσημέρι. ενοχλείς τον κόσμο. «Εσύ δεν κοιμάσαι ποτέ τα μεσημέρια».ησυχία για να ηρεμήσω. «Νίκη. Καμιά μέρα θα μου τη δώσει και θα σαλτάρω .χαμήλωσε τη μουσική. σκέφτηκα. Ροκ χτυπήματα σφυροκοπούσαν τα μηνίγγια μου.

«Εμπρός».από την ταράτσα. φυσικά. Ελένη ». ήταν το μόνο που είπα στον άντρα μου. τα λόγια μου δεν εισακούστηκαν. απάντησα ανυπόμονα. Η μουσική συνέχισε να παίζει. «Έλα». ο σκύλος των γειτόνων γάβγιζε εκνευριστικά. . «Σκασμός!» φώναξα χωρίς φωνή και. « Εγώ είμαι. οι φωνές από την τηλεόραση του κάτω ορόφου ακούγονταν αμυδρά. ενώ την ίδια στιγμή το τηλέφωνο στο κομοδίνο μου κουδούνισε διαπεραστικά.

Να πούμε και στον Κώστα και στον Αντώνη. μεθαύριο είναι Σάββατο. Η σκέψη και μόνο να έχω κόσμο στο σπίτι. Και τι να ετοιμάσω. Φίλοι μας είναι.» «Έλα μωρέ Ελένη. «Δεν ξέρω». Και η βεβαιότητα πως .» «Βρε Γιάννη. επανέλαβα. Και τα παιδιά με το διάβασμα .«Με πήρε τηλέφωνο ο Αντρέας πριν από λίγο και μου είπε να βρεθούμε. Ας μη διαβάσουν τα παιδιά». Δεν νιώθω και πολύ καλά σήμερα. Κι έπειτα. Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα το ιδιαίτερο. με κούραζε.δεν ξέρω. Του πρότεινα να έρθουν αύριο βράδυ στο σπίτι.

θα το δεις». Πάντα είχαν ενδιαφέρον οι συναντήσεις μας. Η Μαρία ήταν παιδική μου φίλη και την Έρη με τη Νατάσσα τις είχα γνωρίσει μέσω του Γιάννη. Καλά θα περάσουμε. . «Πάρε εσύ τη Μαρία και τη Νατάσσα για να τους το πεις. Καλά θα μπορούσαμε να περάσουμε. αφού ήταν παλιός φίλος με τους άντρες τους. οχτώ διαφορετικοί χαρακτήρες. Θα τις πάρω και βλέπουμε». «Καλά. με απογοήτευε.τελικά θα γινόταν αυτό που ήθελε εκείνος. Οχτώ διαφορετικοί άνθρωποι. Γιατί τώρα ήθελα να τους αποφύγω. αυτό το ξέρω.

Κι έπειτα θα μπορούσα να ετοιμάσω μπριζόλες κρασάτες με πατάτες φούρνου.Έκλεισα το τηλέφωνο και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήταν πιο εύκολο να μαγειρέψω την επομένη. Συμβαίνει κάτι. λίγα φρούτα. αλλά γρήγορα η φωνή της έγινε ανήσυχη . Τίποτα. Σήκωσα το ακουστικό και σχημάτισα το νούμερο της Μαρίας. Μια σαλάτα. Είμαι λιγάκι κακόκεφη». Η φίλη μου χάρηκε με την προοπτική της συνάντησής μας. Ήταν καλή ιδέα για πρώτο πιάτο.» «Μπα. «Δεν σε ακούω πολύ καλά. Οι κρέπες μου άρεσαν σε όλους. .τυριά και τελειώσαμε.

«Εντάξει. Το πρωί θα έκανα τα απαραίτητα ψώνια για το βράδυ. «Σίγουρα. Θα σε πάρω μόλις τη βρω». Μάλλον ξύπνησα ανάποδα το πρωί». «Σίγουρα.» «Μακάρι να ’ξέρα. Κι έπειτα μου τηλεφωνείς για να ξέρω τι σου απάντησε».» επέμεινε εκείνη. Συγχρόνως όμως έπρεπε να . Να σου πω. Το μυαλό μου άρχισε αμέσως να οργανώνει την επόμενη μέρα. και το απόγευμα θα ετοίμαζα τα φαγητά. προσπάθησα να αστειευτώ. Χωρίς λόγο. θα μου κάνεις μια χάρη.«Γιατί. Θα πάρεις και τη Νατάσσα να της το πεις.

Οι καταπιεσμένες μου ανάγκες απαιτούσαν διέξοδο. Σαν τι. Κάτι που λάτρευε ο Γιάννης. Κάτι που άρεσε στα παιδιά. Η σκέψη μου. Ουφ. Πώς να τους ευχαριστήσεις όλους. δεν ξέρω πια. . Κάτι εύκολο. Αδιέξοδο. Και ο μόνος δρόμος που βρήκαν ήταν οι δακρυγόνοι αδένες των ματιών μου. Ίσως να μην προκαλούσαν ευχαρίστηση σε κανέναν άλλο. το σιχαίνονταν τα παιδιά.βρω τι θα μαγείρευα για το μεσημέρι. δεν άρεσε στον Γιάννη. είχε φύγει από τη μαγειρική και είχε πάρει άλλους δρόμους πάλι. Κάθε μέρα το ίδιο πρόβλημα. Όχι τώρα που ήταν και τα παιδιά εδώ. φυσικά. Κι αυτά που άρεσαν σε μένα. Όχι πάλι.

Κι εγώ. οργανωμένες από άλλους. Μέρες γκρίζες. μια μαριονέτα στα χέρια τους. Αυτό που με τρέλαινε περισσότερο δεν ήταν η πίκρα του χθες αλλά η απόγνωση του αύριο. Από καιρό τώρα υποψιάζομαι πως είμαι κάποια άλλη. να κινούμαι στο δικό τους ρυθμό. Μιας άγνωστης που μου τη φόρτωσαν με το ζόρι και με βαραίνει η ύπαρξή της. Μέρες προγραμματισμένες ώς το τελευταίο λεπτό. Να ξαναγίνω το ατίθασο κορίτσι των εφηβικών μου χρόνων. Να βρω σε ποια . μελαγχολικές. Πως μπήκα στο πετσί μιας ξένης που δεν πολυσυμπαθώ.Γύρισα μπρούμυτα κι έπνιξα τους λυγμούς μου στο μαξιλάρι. Νιώθω την έντονη επιθυμία να επαναστατήσω και να ελευθερωθώ.

«Εμπρός». Το κουδούνισμα του τηλεφώνου με έκανε να σηκώσω το κεφάλι και να σκουπίσω τα πρησμένα μου μάτια.» ακούστηκε η δύσπιστη φωνή της Μαρίας.επανέλαβα. Να αποκτήσω πάλι την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου. «Τι έχεις.» .γωνιά του παρελθόντος καθηλώθηκα και να ξαναρχίσω από ’κει. Να ζήσω. «Ελένη. «Ναι». είπα με βαριά φωνή. «Εμπρός». αλλά κανείς δεν μου απάντησε από την άλλη άκρη. Εσύ είσαι. Να κερδίσω τα χρόνια που αισθάνομαι πως έχασα.

«Δεν ξέρω. «Δεν ξέρω». «Όχι… Δεν ξέρω… Είναι τα παιδιά εδώ. «Μη μου λες ψέματα. είπα κι ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν πάλι. Τι να κάνεις. Μαρία. Αφού εσύ κλαις». «Θέλεις να ’ρθω από ’κει. Τα δίδυμα είναι στη γιαγιά τους».» «Έλα τότε εσύ».«Τίποτα». επέμεινε η φίλη μου. . είπα άλλη μια φορά. Δεν ξέρω». «Ίσως λίγο αργότερα».

«Τότε.» «Όχι». Όμως τώρα πια είχα συνηθίσει. μάλιστα. . Με γέμιζαν ανία.» «Θα ’ρθω από ’κει. Ελένη. πως με κούραζαν μεγάλα χρονικά διαστήματα ηρεμίας. θα με δεις φάντη μπαστούνι μπροστά σου. δεν το καταλαβαίνεις. ναι. Θα τα πούμε». Τσακώθηκες με τον Γιάννη.«Αν δεν έχεις έρθει σε μισή ώρα. Δεν πίστευα πια πως ένας τσακωμός με τον άντρα μου είχε τη δύναμη να με αναστατώσει τόσο. Θα μπορούσα να πω. Κάποτε. ανησυχώ. με καταρράκωνε.

«Δεν θα διαβάσουμε. θα πάω για λίγο στη Μαρία. αλλά δεν τόλμησα να πλησιάσω το καθιστικό.Έκλεισα το τηλέφωνο και πήγα στο μπάνιο. Τα μάτια μου ήταν ακόμα κόκκινα και πρησμένα. Φόρεσα ξανά το κόκκινο πουλόβερ και το τζιν μου και χτένισα τα μαλλιά μου. Φοβόμουν την . Στάθηκα έξω από την πόρτα της κόρης μου και φώναξα: «Νίκη.» «Διάβασε μόνη και θα σε εξετάσω μόλις γυρίσω». Κατέβηκα κάτω. Έκανα ένα βιαστικό ντους και ξέπλυνα καλά το πρόσωπό μου. Δεν θα αργήσω».

εξονυχιστική ματιά του γιου μου.» με ρώτησε η Μαρία μόλις σταμάτησα να μιλάω. θα πεταχτώ μέχρι τη Μαρία. «Το ξέρω.» «Τι να κάνεις. Δεν θα αργήσω». «Άγγελε. «Αφού ξέρεις πολύ καλά πως ο Γιάννης δεν θέλει ούτε . Τι να κάνω. «Τι λες.το ξέρεις. «Φιλενάδα.» «Οκέι».» ρώτησα καγχάζοντας ειρωνικά. δεν είσαι καθόλου καλά. «Διάβασε. του φώναξα και πήρα την τσάντα μου.βρε Μαρία. Πιάσε δουλειά». εντάξει. Να βρεις τρόπους να ξεφεύγεις.

Κι έπειτα.να το ακούσει. δεν το καταλαβαίνω. Κατά τη γνώμη μου ποτέ δεν . «Δεν είναι εύκολο όταν έχεις οικογένεια. Πάψε να είσαι σκλάβα των άλλων και κοίταξε λιγάκι και τον εαυτό σου». «Ο Γιάννης πολλά δεν θέλει να ακούσει. Μέχρι πριν από λίγο καιρό ήμουν ευτυχισμένη». Αν συνεχίσεις να λειτουργείς όπως θέλει ο άντρας σου και να αγνοείς τις δικές σου ανάγκες. Μου το ξεκαθάρισε πριν από το γάμο μας». Ελένη. θα τρελαθείς. πολύ φοβάμαι όμως πως θα τα ακούσει όλα μαζεμένα κάποια μέρα. «Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι σκλάβοι.

Θυσίασες τις δικές σου επιθυμίες για τους άλλους. Πόσο μάλλον να δουλέψεις». Πες μου». Όλη σου η ζωή γυρνούσε γύρω από τον Γιάννη και τα παιδιά. οπωσδήποτε. Ελένη. «Γιατί τα δέχτηκες όλα αυτά.» .υπήρξες ευτυχισμένη. Η μόνη απάντηση ήταν τα δάκρυα που άρχισαν πάλι να κυλούν από τα μάτια μου. Πήρα ένα τσιγάρο από το πακέτο της Μουριάς και το άναψα με χέρια που έτρεμαν. «Ούτε να καπνίσεις σου επιτρέπει. Καταπιεσμένη. Τι έχεις κάνει για σένα. ούτε να εκφράσεις ελεύθερα τη γνώμη σου. Συμβιβασμένη. συνέχισε η Μαρία. Ούτε να βγεις με τις φίλες σου. ναι.

Επαναστάτησε. Δεν έχοο το κουράγιο να κάνω τίποτα. Είσαι νέα γυναίκα και πρέπει να πάρεις το τιμόνι της ζωής σου στα χέρια σου. «Κουταμάρες. «Τώρα την έχεις. συμφώνησα και ρούφηξα τη μύτη μου. «Ναι. «Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα πια. Ώρες-ώρες αισθάνομαι νεκρή και τότε λέω πως θα ήταν καλύτερα αν πέθαινα στ’ αλήθεια». Πίστευα πως δεν θα μου έλειπε τίποτε αν είχα μια οικογένεια μαζί του». έχεις χάσει τον εαυτό σου». Δείξ’ του πως . Ο Γιάννης έχει βολευτεί με την κατάσταση που του έχεις σερβίρει. έτσι νιώθω». Όμως.«Επειδή τον αγαπούσα.

Τώρα μάλιστα! Αν ήμουν . Πφ! Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που δεν είναι ο εαυτός του να είναι όμορφος.έχεις χάσει εσύ τη δική σου βολή. να πάρει…» «Δεν ξέρω». Απαίτησε τα ανθρώπινα δικαιώματά σου. Όμορφη. Πώς φαίνεται η ομορφιά σου όταν ασφυκτιάς μέσα σε ένα κοστούμι που σου επέβαλαν άλλοι. Ζήσε!» «Δεν ξέρω». έξυπνη και όμορφη. Έξυπνη . «Άφησε κατά μέρος τις μοιρολατρίες και τις ηττοπάθειες. Κέρδισε το χαμένο σου χρόνο. Είσαι νέα.

όταν ακτινοβολούσα ζωή. Κι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος δεν έχει να προσφέρει παρά μόνο δυστυχία. Ελένη. Τώρα νιώθω πως το κορμί μου έχει πάθει αγκύλωση. Όταν τρελαινόμουν για εκδρομές. πως τα περιθώριά μου έχουν στενέψει. κάν’ το για τα παιδιά σου. για χορούς. «Σύνελθε. Κι όσο για νέα. . Αυτά δεν τα σκέφτεσαι. ίσως κάποτε.στοιχειωδώς έξυπνη δεν θα είχα οδηγήσει τη ζωή μου σε αδιέξοδο. Κι αν δεν θέλεις να το κάνεις για σένα.» «Ίσα-ίσα που τα σκέφτομαι πολύ. Σε λίγο δεν θα μπορείς να τους κρύβεσαι πια.

Αλλά πάλι. Θα τον κάνεις να σε καταλάβει και να σε βοηθήσει. Αν τον αγαπάω κι αν με αγαπάει. Εσύ πρέπει μόνο να προσπαθήσεις. προσπάθησα να αστειευτώ. Αν αγαπάς τον άντρα σου κι αν σε αγαπάει κι αυτός. «Δεν χρειάζεται να φτάσεις στα άκρα. . «Θα έπρεπε να είχες γίνει ψυχολόγος». δεν ξέρα) αν θα το έκανα».Πολλές φορές έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως αν δεν ήταν αυτά θα είχα χωρίσει με τον Γιάννη. Άλλο ένα θέμα που σήκωνε πολλή συζήτηση. θα βρείτε μαζί τη λύση. Να κάνεις το πρώτο βήμα για να του δείξεις πως κάτι δεν πάει καλά».

«Ίσα-ίσα που θα χαρώ να βρεθώ με τους φίλους μας». αν θυμάσαι. «Αν δεν νιώθεις…» «Όχι. «Θέλεις να ακυρώσουμε την αυριανή συνάντηση. ευτυχώς για τον κοσμάκη που δεν έγινα». Τελικά όμως. «Πραγματικά. είπα και αναρωτήθηκα πόσο μεγάλο ψέμα ήταν κι αυτό. ευτυχώς που δεν έγινες. . βιάστηκα να τη διακόψω. Θα ήσουν τέλειο παράδειγμα προς αποφυγή για τους ασθενείς σου».» με ρώτησε η Μαρία.«Αυτό ήταν δικό σου όνειρο. Χαμογέλασα μουδιασμένα. όχι».

Όταν γύρισα στο σπίτι. «Νίκη.» «Οχτώ. . Όχι. Η ώρα ήταν οχτώ. Διάβασες. απάντησε και άκουσα τη μουσική να κλείνει. ξύπνα. βρήκα τον Άγγελο να έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ του καθιστικού και τη Νίκη να ακούει ακόμα μουσική. τελείωσες το διάβασμα. Ανέβηκα γρήγορα πάνω και χτύπησα την πόρτα της κόρης μου.» «Εεε. «Άγγελε. Τι ώρα είναι.» «Εεε… Όχι ακόμα». Σήκω».

Είχα πάρει από νωρίς την απόφαση να μη την ελέγξω απόψε στα μαθήματά της. «Δεν άρχισες ακόμα.για να . Θα σε εξετάσω σε λίγο». «Κάθε Πέμπτη έχεις.» «Όχι. Σήμερα πώς κι έτσι. Δεν έχω πολλά για αύριο». Η τσάντα τηζ ήταν ακόμα κλειστή δίπλα στο γραφείο. Άρχισε αμέσως. όμως δεν θα της το έλεγα.» «Εεε… Έλειπαν δύο καθηγητές και…» «Καλά… Κατάλαβα.Μπήκα στο δωμάτιό της και την πρόλαβα τη στιγμή που έκρυβε ένα νεανικό περιοδικό.

Κατά τις δέκα και μισή είχαν φάει και υποτίθεται πως είχαν διαβάσει και οι δύο. κατέβηκα στο καθιστικό και άνοιξα την τηλεόραση. Έψαξα τα κανάλια. «Άρχισε τώρα και θα σου ζεστάνω τα μακαρόνια». Όταν ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους. δεν μπορούσα να συγκεντρώσω το μυαλό . Τον τελευταίο καιρό. διαμαρτυρήθηκε. Έκλεισα εντελώς τον ήχο και πήρα το βιβλίο που είχα αρχίσει εδώ και βδομάδες. «Πεινάω». όμως. αλλά δεν βρήκα τίποτα που να προκαλέσει το ενδιαφέρον μου.έχει τουλάχιστον το φόβο. φόρεσα τις πιτζάμες μου. Κάποτε διάβαζα πολύ.

είχα μείνει. «Δεν κοιμάσαι. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος.» «Κοιμόμουν.μου. «Το ξέρω. βρε Ελένη. κι έτσι κάθε τόσο άρχιζα ξανά από την αρχή. πότε δεν θυμόμουν τι είχα διαβάσει. Δύο παρά τέταρτο. Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ρολόι μου. Με ξύπνησαν τα κλειδιά του Γιάννη. Πότε δεν θυμόμουν πού.» «Πώς να περάσω. Πώς περάσατε. αλλά με ξύπνησες. . Με πελάτη ήμουν». αλλά αν ήταν άνθρωπος ενδιαφέρων θα πέρασες ευχάριστα.

» Ένιωσα το κορμί μου να σφίγγεται. πάμε να παίξουμε. Τα ερωτικά παιχνίδια του Γιάννη είχαν πάψει από καιρό να μου προσφέρουν απόλαυση. Χώρια τις άλλες που έχει στα σκαριά.τι μπορούσα για να τον αναγκάσω να τελειώνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.Ειδάλλως…» «Καλός ήταν. «Νυστάζω». Δεν μου λες. «Αφού είδες πως κοιμόμουν». Σημασία έχει πως έκλεισε η δουλειά. Τις περισσότερες φορές προσποιόμουν τον οργασμό κι έκανα ό. . Χτίζει τρεις πολυκατοικίες αυτό τον καιρό και θα πάρει πλακάκια και είδη υγιεινής από μένα. του είπα.

κάθε φορά θέλεις να σε παρακαλώ για να σε πηδήσω. Έχω πιει κιόλας και θα σε κάνω να βογκήσεις».«Έλα. Καθόλου καθησυχαστικό αυτό. «Αύριο θα έχουμε επισκέψεις κι έπειτα . «Νυστάζω. «Μα καλά.τώρα που κοιμούνται τα παιδιά. ρε γυναίκα. «Αντί να χαίρεσαι που ο άντρας σου σε θέλει μετά από δεκαεφτά χρόνια γάμου…» «Χαίρομαι. επανέλαβα και σηκώθηκα αποφασισμένη να πάω για ύπνο. βρε Γιάννη». όμως δεν μπορώ όταν νυστάζω τόσο πολύ. Κάνουμε αύριο».» άρχισε τα «ερωτόλογα».

» είπε με ικανοποίηση και κλείδωσε την πόρτα. Ήξερα πως δεν θα το έβαζε κάτω αν δεν δεχόμουν. ε. Ήταν ικανός να μουρμουρίζει όλη τη νύχτα μέχρι να πω το «ναι». Κι αν αργούσα να το κάνω. θα μου κρατούσε μούτρα για μερικές μέρες. Πώς να μη το θέλω. Ήταν δυνατό να μη με πείσει με τέτοια τρυφερότητα. . ακολουθώντας με στις σκάλες. μωρή ερωτιάρα. Αναστέναξα κρυφά και κάθησα στο κρεβάτι. επέμεινε εκείνος. «Το θέλεις κι εσύ.θα μου λες πως είσαι κουρασμένη. στη στάση που ήξερα ότι του άρεσε. Τώρα είναι ευκαιρία».

«Το θέλεις. με ρώτησε ως συνήθως: «Σου άρεσε. Τα συνηθισμένα προστυχόλογα. ε. Κι όταν έγειρε αποκαμωμένος δίπλα μου.» Φιρί-φιρί το πήγαινε να ακούσει την αλήθεια. οι γνωστές κινήσεις. οι ίδιες προσποιήσεις.» . «Μανάρι μου εσύ…» Ακολούθησε η γνωστή διαδικασία. απάντησα ψέματα.Πέταξε βιαστικά τα ρούχα του και γονάτισε πλάι μου. «Ναι».

Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και κατέβηκα στην κουζίνα. Η ώρα ήταν δυόμισι και η νύχτα προμηνυόταν ατελείωτη. Έπρεπε να πάρω κουράγιο από κάπου. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Γιάννης μού είχε γυρίσει την πλάτη και ροχάλιζε δυνατά. Λες και υπήρχε περίπτωση να μου αρέσει. Σηκώθηκα κι .Τι ηλίθια ερώτηση! Λες και υπήρχε περίπτωση να του πω ποτέ «όχι». Πήρα τα τσιγάρα που είχα κρυμμένα πάνω από τα ντουλάπια και άναψα ένα. γεμάτη βασανιστικές σκέψεις. Μονάχη και πάλι στο παλάτι μου. τη στιγμή που του είχα δηλώσει ξεκάθαρα πως προτιμούσα να κοιμηθώ. Έπειτα από μια δακρύβρεχτη μέρα και μια αποτυχημένη συνουσία. Η νύστα μού είχε περάσει.

Άδειασα το ουίσκι. Το ήπια μονορούφι και ξαναγέμισα το ποτήρι. προσπαθώντας να αδειάσω και το μυαλό μου από τις σκέψεις. ένας πρωτόγνωρος φόβος με έκανε να παραλύσω. Ξαφνικά. Ο σκοτεινός γκρίζος ουρανός με έκανε να αναλογιστώ πάλι το μέλλον μου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Αρχισα να βηματίζω πέρα-δώθε στην κουζίνα. Το παγωμένο χέρι του θανάτου με απειλούσε και δεν μπορούσα να κάνω .έβαλα ένα ουίσκι με πάγο. σαν παγιδευμένο αγρίμι. Μόνο μαυρίλα. Ένιωσα πως είχα εκπληρώσει τον προορισμό μου στη ζωή και πως πλησίαζε το τέλος μου. Πουθενά. Άδικος κόπος. Έψαξα να βρω ένα αστέρι.

Για ποιον τα φύλαγα εκεί μέσα. Πάσχα και στη γιορτή του Γιάννη. Θα πέθαινα σύντομα και το πιο έντονο συναίσθημα που με είχε κυριεύσει ήταν η αίσθηση του ανικανοποίητου. Όλα γεμάτα με πράγματα που χρησιμοποιούσα .τίποτα για να του ξεφύγω. Ξαναγύρισα στην κουζίνα και άνοιξα μερικά ντουλάπια. Τα έβγαζα μόνο τρεις φορές το χρόνο Χριστούγεννα. Ούτε αυτά δεν είχα χαρεί. Το καλό μου το σερβίτσιο από λευκή πορσελάνη ήταν τακτοποιημένο στο κάτω ράφι και από πάνω βρισκόταν η κασετίνα με τα ακριβά μαχαιροπίρουνα. Έτρεξα με αγωνία στην τραπεζαρία και άνοιξα ανυπόμονα τον μπουφέ.

κανάτες. Τι κάνεις τέτοια ώρα. Την επομένη θα έβρισκα μερικές κούτες και θα τα ξαπόστελνα. παράταιρα πιάτα και ποτήρια. Έπειτα άδειασα το συρτάρι από τα παλιά μαχαιροπίρουνα κι έβαλα στη θέση τους αυτά που είχα για επίσημες περιπτώσεις. τις κρυστάλλινες κανάτες και τις επάργυρες πιατέλες. Ταψιά. Ξεδιάλεξα αυτά που μου φάνηκαν πιο απαραίτητα και στοίβαξα τα υπόλοιπα σε έναν πάγκο. βαζάκια.σπανίως. κι ένα σωρό άλλα είδη που είχαν ολότελα ξεχαστεί. Στους χώρους που απόμειναν άδειοι μετέφερα το καλό μου σερβίτσιο. Θα φρόντιζα να τα χαρώ όσο θα ζούσα. Με αυτά θα τρώγαμε από ’δω και πέρα κάθε μέρα. πυρέξ. . «Τρελάθηκες.

απάντησα και στάθηκα εμπρός στο τραπέζι για να κρύψω το ποτήρι με τα παγάκια που έλιωναν.» «Αφού δεν μπορούσα να κοιμηθώ». Πέντε η ώρα ξημερώματα . «Είχα αϋπνία και σκέφτηκα να φτιάξω τα ντουλάπια της κουζίνας». Αν αρχίσεις αυτό το βιολί. Κι .» Η φωνή του Γιάννη με έκανε να αναπηδήσω. «Να μείνεις στο κρεβάτι ξαπλωμένη και θα δεις ότι θα σε πάρει ο ύπνος.Γιατί δεν κοιμάσαι . «Δεν είσαι με τα καλά σου. δεν θα μπορέσεις να το κόψεις εύκολα.

«Πήγαινε ξάπλωσε και θα ’ρθω κι εγώ». μάταια προσπαθούσα να συγκεντρωθώ σε ό. «Μην αργήσεις». Το ξενύχτι με έκανε να σέρνομαι όλη μέρα. Με το ζόρι βγήκα για ψώνια. Ούτως ή άλλως κάπως έτσι ένιωθα. του είπα. Είχε δίκιο. κατά .» «Για να πάω στην τουαλέτα. με δυσκολία μαγείρεψα. Είδα όμως ότι δεν ήσουν δίπλα μου και κατέβηκα να δω τι κάνεις».τι μου έλεγαν τα παιδιά και. «Εσύ γιατί σηκώθηκες.έπειτα όλη μέρα θα είσαι σαν μαλάκας».

Όπως τότε που ήμουν έφηβη.τις εφτάμισι που έφυγαν για τα Αγγλικά τους. Έπειτα από ένα χαλαρωτικό ντους. Ψαχούλεψα στα ράφια. ξεδίπλωσα μερικές μπλούζες της. Απόψε ήθελα να ντυθώ διαφορετικά. ένιωθα τα μάτια μου να κλείνουν. με άσπρες μαργαρίτες για κουμπιά. Νεανικά. Πήρα και το τζιν μου και πήγα στο μπάνιο. Πέρασα από το δωμάτιο της Νίκης και άνοιξα την ντουλάπα της. και ανέβηκα για να αλλάξω. χτενίστηκα και κοίταξα το είδωλό μου στον . Ένα στενό πλεχτό ζακετάκι σε μαύρο χρώμα. ντύθηκα. Έφτιαξα ένα φραπέ. μέχρι που βρήκα κάτι να με ικανοποιήσει. αφού οι τρεις ελληνικοί δεν με είχαν βοηθήσει και πολύ. που έφτανε μέχρι τον αφαλό.

και τα φόρεσα. νιώθοντας πως . άνοιξα ένα συρτάρι και πήρα την κασετίνα με τα ασημένια κοσμήματα που φορούσα παλιά. Γύρισα στην κρεβατοκάμαρά μου. Κοιτάχτηκα στην πόρτα της ντουλάπας. που ήταν ντυμένη με καθρέφτη. Κατέβηκα τις σκάλες. Μια νέα γυναίκα με μακριά ίσια μαλλιά. λαμπερό πρόσωπο και μοντέρνο ντύσιμο. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα. Έτσι μου άρεσα. Κάτι όμως έλειπε. δύο μικροσκοπικά σκουλαρίκια σε σχήμα μαργαρίτας και τρεις ασημένιες αλυσίδες για το χέρι. Διάλεξα ένα χοντρό μενταγιόν με μαύρη πέτρα. και χαμογέλασα επιδοκιμαστικά αυτή τη φορά. Χαμογέλασα αμήχανα.καθρέφτη. Αυτή ήμουν.

«Ένα απλό ντους». απάντησα . Αισθανόμουν σαν να είχα ξαναγεννηθεί. Τι έκανες. Ήταν απίστευτο πώς μια μικρή μεταμόρφωση μπορούσε να μου χαρίσει τόση ευφορία.πετούσα. Ήταν η Μαρία με τον Κώστα.» με ρώτησε ο Κώστας αφού φιληθήκαμε. «Κούκλα είσαι σήμερα. Άνοιξα το ραδιόφωνο και βρήκα ένα σταθμό που έπαιζε ελληνικά ροκ τραγούδια. τα χείλη μου σιγομουρμούριζαν μαζί με τον Παπακωνσταντίνου: «Άσε με να κάνω λάθος…» Κατά τις εννέα χτύπησε το κουδούνι. Καθώς έβαζα λίγο ουίσκι με πάγο για να ευθυμήσω ακόμη περισσότερο.

παρατήρησε η Μαρία.» έκανε ο Κώστας όταν είδε το δικό μου ποτό. . «Μπα.» ρώτησα χαμογελώντας. κοιτώντας ερευνητικά το πρόσωπό μου. τι βλέπω.» ζήτησε να μάθει η φίλη μου. «Και σήμερα έχεις.» «Πάντα έπινα όταν είχα όρεξη». «Άλλαξε λουκ». Τους οδήγησα στο καθιστικό και τους έφερα από ένα ποτήρι με ουίσκι.χαμογελώντας. ρίχνοντάς μου μια δύσπιστη ματιά. «Δεν φαίνεται. «Από πότε άρχισες να πίνεις.

Επειδή η γυναίκα του άρχισε ξαφνικά να πίνει κι έγινε. Από την πείρα μου πάντως πιστεύω πως κάπως θα έχει συμβάλει κι αυτός». Ξέρετε γιατί.«Τώρα μου θυμίσατε έναν τύπο που ήρθε σήμερα στο γραφείο και μου ζήτησε να αναλάβω το διαζύγιό του. Όταν θα μιλήσω μαζί της θα δω τι συμβαίνει. αλκοολική». λέει. σχολίασε η Μαρία. «Σίγουρα αυτός θα την οδήγησε σ’ αυτή την κατάσταση». Πριν προλάβω να πω κι εγώ τη γνώμη μου. . «Δεν ξέρω. άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Γιάννης.

«Τι μοντέρνα και κουραφέξαλα μου τσαμπουνάς. απάντησα. ανασηκώνοντας προκλητικά το κεφάλι. .«Καλησπέρα». Όλη η κοιλιά σου είναι έξω. «Άλλωστε στο σπίτι είμαι. «Τι είναι αυτό το γελοίο μπλουζάκι που φοράς. Πιστεύεις πως είναι για την ηλικία σου αυτά.» μου ζήτησε και τον είδα να μαρμαρώνει όταν σηκώθηκα για να τον εξυπηρετήσω. Δεν θα με δει κανένας ξένος». πρόσθεσα με λιγότερη αυτοπεποίθηση τώρα. χαιρέτησε και πλησίασε για να φιλήσει τους φίλους μας.» «Είπα σήμερα να ντυθώ λιγάκι μοντέρνα». Καλά να κυνηγάω την κόρη. θα μου βάλεις κι εμένα ένα ουισκάκι. «Ελένη.

ρε φίλε. μου είπε ξανά. Άντε ν’ αλλάξεις». Άντε». παντρεμένη και μάνα δύο παιδιών. . με υποστήριξε ο Κώστας.θα κυνηγάω και τη μάνα τώρα.» «Εγώ τη μόδα την έχω χεσμένη. επέμεινε. Μια χαρά είναι το κορίτσι». ποιες θα τα βάλουν.» μπήκε στη μέση και η Μαρία. Τριανταπεντάρα γυναίκα. Θέλα) η γυναίκα μου να είναι σοβαρή και να μη με κάνει να ντρέπομαι. «Αυτή είναι η μόδα. «Έλα. βρε Γιάννη. «Σιγά το κορίτσι. Αν δεν τα βάλουμε εμείς που είμαστε νέες. Τράβα ν’ αλλάξεις». «Σε ποια εποχή ζεις.

Ανέβηκα τις σκάλες. συγκρατώντας με δυσκολία τα δάκρυά μου. Την υπόλοιπη βραδιά ένιωθα σαν να ήμουν υπνωτισμένη. Άλλαξα με θυμωμένες κινήσεις και φόρεσα ένα μαύρο παντελόνι κι ένα εξίσου μαύρο πουλόβερ. Ετοίμασα το . Όμως δεν είχα το κουράγιο να αντιμετωπίσω το θυμό του. Μακάρι να είχα τη δύναμη να σήκωνα και πάλι προκλητικά το κεφάλι και να εμφανιζόμουν κάτω ντυμένη όπως ήθελα εγώ. νιώθοντας το ενδυματολογικό μου οικοδόμημα να έχει γίνει κομμάτια.Σηκώθηκα απρόθυμα. Προτιμούσα την ηρεμία μου. Χρώμα που αντικατόπτριζε με ακρίβεια την τωρινή μου διάθεση. Άκουσα το’ κουδούνι να χτυπάει και τις φωνές των υπόλοιπων φίλων μας.

» με ρώτησε η Έρη όταν βρεθήκαμε κάποια στιγμή μόνες στην κουζίνα. αυτό είναι όλο». Η Έρη δεν έδειξε να ικανοποιείται από την απάντησή μου και συνέχισε να με κοιτά επίμονα όλο το βράδυ. Δεν κοιμήθηκα χθες βράδυ και νιώθω κουρασμένη. όπως και . «Τίποτα το σπουδαίο. αφήνοντας την ψυχή μου να ταξιδεύει αλλού. Σπανίως συμμετείχα στις συζητήσεις τους και άδειαζα τα ποτήρια με το κρασί το ένα μετά το άλλο. «Μοιάζεις σαν να είσαι… φευγάτη».τραπέζι με μηχανικές κινήσεις κι έβαλα το σώμα μου να καθήσει κοντά τους. «Τι σου συμβαίνει απόψε.

Να το . Θα μπορέσεις να συγχωρήσεις την άτακτη μικρή σου. αδιαφορώντας για την ακεφιά μου. Σχεδόν σαρανταπεντάρης. Μόνο κάποια στιγμή σχολίασε: «Είδες που σου το είπα ότι θα είσαι σαν μαλάκας αφού δεν κοιμήθηκες. Τον κοίταξα και σκέφτηκα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να φτάσω στο επίπεδό του. Είχες δίκιο για άλλη μια φορά. με μαύρα μάτια και γκρίζα μαλλιά. Για εκείνον δεν συνέβαινε τίποτε αφού είχε ικανοποιηθεί η απαίτησή του. μπαμπά.οι υπόλοιποι. Εκτός από τον Γιάννη. επιτυχημένος επιχειρηματίας. Μιλούσε και χασκογελούσε.» Ναι. ήθελα να του πω.

Ρουφάω λίγες γουλιές ακόμη από το κρασί μου. με κουράζει. με πολλές φιλοδοξίες και υπερβολική εγωπάθεια. Η παρουσία τους με πνίγει. Πουριτανικές ιδέες. φαλλοκρατικές αντιλήψεις και απερίγραπτη ισχυρογνωμοσύνη. τους βλέπω σαν ξένους. που μιλούν και γελούν. δυναμικός στη δουλειά του. γλεντζές στη διασκέδαση. Πότε θα φύγουν. Τα αστεία τους μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Να σκεφτώ. Κοιτώ τους φίλους μας. Ρίχνω με τρόπο μια ματιά στο ρολόι μου. Ξαφνικά. Το κεφάλι μου αρχίζει να γυρίζει.πορτρέτο του. Δεν έχω συνηθίσει τόσο ποτό. . Ευχάριστος στην παρέα. Θέλω να μείνω μόνη. Νιώθω πως δεν ανήκω στην παρέα τους.

Τον άντρα μου. Το μέντορά μου. να φροντίζω το παλάτι που μου παραχώρησε. να ντύνομαι. Κοιτώ κλεφτά τον άγνωστο που κάθεται δεξιά μου.Τα γέλια τους με κάνουν να θέλω να κλάψω. Ένας άνθρωπος που ξέρει τα πάντα στα δικά του μέτρα. όμως. Τελικά. Με έμαθε να μιλώ. τόσο βαρετός… 2 . μου πρόσφερε και κάτι πολύ πιο σημαντικό. Μόλις τώρα το συνειδητοποίησα. Τώρα που τον βλέπω όπως πραγματικά είναι. Με βοήθησε να ωριμάσω και με δίδαξε να κρίνω.τόσο γλυκανάλατος. να συμπεριφέρομαι σαν κυρία. τόσο εγωκεντρικός.

μιλούσα μόνο όταν ήταν απαραίτητο. Είχα χάσει έξι κιλά αφού έτρωγα σπάνια και είχα αρχίσει να πίνω σχεδόν από την ώρα που άνοιγα τα μάτια μου το πρωί.Ο μήνας που ακολούθησε έκανε σε όλους φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. παραμέλησα τα παιδιά. με έπιαναν συχνά τα κλάματα χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Τις ώρες που έμενα μόνη βημάτιζα πέρα-δώθε σαν λιοντάρι στο κλουβί και άκουγα τα πιο μελαγχολικά τραγούδια που είχα στη δισκοθήκη μου. απέφευγα να συναντώ φίλους. Εγώ. Οι φίλοι ανησυχούσαν για την ψυχική .το καταλάβαινα καλύτερα από τον καθένα. βέβαια. Δεν χαμογελούσα σχεδόν ποτέ. δεν έβγαινα από το σπίτι.

«Το πρωί που πέρασα από την εταιρεία για να δω κάτι πλακάκια. Ο άντρας μου ανησυχούσε μήπως είχα βρει γκόμενο. Εκείνος με ρώτησε μήπως είσαι ερωτευμένη με κάποιον άλλο. θα ξέρω καλύτερα από τον καθένα». αφού είμαι η καλύτερή σου φίλη. Του εξήγησα πως έχεις αυτοκαταστροφικές τάσεις και πως πρέπει να σε βοηθήσει.μου υγεία. . Πιστεύει πως. Μου το εξομολογήθηκε η Μαρία ένα απόγευμα που ήρθε να με δει. του είπα να σε προσέχει γιατί δεν είσαι καθόλου καλά.

«Πάντως μου έδειξε ότι φοβάται για σένα και ότι σ’ αγαπάει». Τους είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν τις δικές τους ευθύνες». Στην καθημερινή μας ζωή λέμε πως αγαπάμε κάποιον όταν περνάμε καλά κοντά του. όταν . Ακόμα και για την ίδια την αγάπη. όταν μας κάνει τα κέφια. «Ξέρεις.«Το συνηθισμένο πρόβλημα των ανδρών. θέλουν να πιστεύουν πως ευθύνεται κάποιος τρίτος. Σκέφτηκα πολύ το θέμα και κατέληξα στο συμπέρασμα πως αγάπη υπάρχει μόνο στα βιβλία και στο σινεμά. Όταν κάτι ενοχλήσει τη βολή τους. τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αμφιβάλλω για πολλά.

γιατί κάνουμε θυσίες. «Ως ένα σημείο μπορεί να έχεις δίκιο. «Εσένα όμως δεν φαίνεται να σε βόλεψε και πολύ η αγάπη σου για τον Γιάννη». «Μπορεί να με βόλευε μέχρι πριν από . Αν σταματήσει να μας δίνει αυτά που θέλουμε. αν μας ξεβολέψει.γιατί τον βοηθάμε να βολευτεί. η αγάπη γίνεται λούης».βολευόμαστε. απάντησα κυνικά. Ωστόσο δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν υπάρχει αγάπη. Τότε γιατί κάνουμε τα κέφια του άλλου.» «Ίσως επειδή έτσι βολευόμαστε κι εμείς».γιατί συμβιβαζόμαστε.

. «Δεν ξέρω. μπορείς να θεωρήσεις ότι ξαναγεννήθηκες. Ότι είσαι μια άλλη Ελένη που δεν θα αφήσει κανέναν να κάνει κουμάντο στη ζωή της». Δεν έχω κουράγιο να κάνω τίποτα. «Και τι σκοπεύεις να κάνεις γι’ αυτό. Το μόνο που θα ήθελα είναι να μπορούσα να ξανάρχιζα τη ζωή μου απ’ την αρχή. Μαρία. Τώρα πάντως με ενοχλεί».λίγο καιρό. όμως δεν γίνεται. «Αυτό θα το ήθελαν όλοι. Να είχα μια δεύτερη ευκαιρία».» ζήτησε να μάθει η Μαρία. «Όλα είναι ωραία στα λόγια. Ωστόσο. αύριο το πρωί που θα ξυπνήσεις.

Το ποτό είναι που μου δίνει τη δύναμη να υπάρχω. Εξήγησε του πώς νιώθεις και διεκδίκησε τα δικαιώματά σου.» συμπλήρωσε όταν με είδε να παίρνω το ποτήρι μου. Αρκεί να το πάρεις απόφαση.για το Θεό. Πώς μπορώ να ξεφύγω από το ζυγό του άντρα-αφέντη.αλλά στην πράξη… Πώς μπορώ να έχω ξαναγεννηθεί και να κουβαλάω στην πλάτη μου έναν αποτυχημένο γάμο και δύο παιδιά στην εφηβεία. Και. να . Θέλεις να γίνεις αλκοολική. Πώς μπορώ να γίνω πιο μικρή από το γιο μου και να φέρομαι πιο τρελά απ’ ό .τι εκείνος.» «Αυτό το τελευταίο είναι το πιο εύκολο. «Δεν μπορώ. σταμάτα να πίνεις.

υπομένω. αλλά οι άλλες τρεις . Το μόνο που θα ήθελα είναι να πάθω κάτι και να μου δώσουν οι γιατροί ένα μήνα ζωής. σου το έχω ξαναπεί. που είχαν σοβαρό πρόβλημα. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα. Χωρίς αυτό δεν βρίσκω τη δύναμη να ξεκινήσω τη μέρα μου». Κοντά στο γραφείο του Κώστα είναι ένα ψυχοθεραπευτικό κέντρο. Μαρία. Χρειάζεσαι τη βοήθεια ειδικών. Τότε θα είχα το άλλοθι να πω σε όλους: “Σας χαρίζω την τελευταία βδομάδα. Εκεί είχαν πάει δύο πελάτισσές του. και τώρα είναι μια χαρά». Μην παίρνεις αψήφιστα την κατάστασή σου. «Ελένη. Το ότι δεν θέλω να βοηθήσω τον εαυτό μου.

» «Κανείς δεν χάνεται. Υπάρχουν χιλιάδες ορφανά που έχουν μεγαλώσει μια χαρά. . Τα ίδια μπορείς να πεις και τώρα και να κερδίσεις όχι μόνο τρεις βδομάδες. «Αες κουταμάρες. Τι θα απογίνουν. Κι έπειτα. δεν μπορώ να σε ακούω να μιλάς έτσι.είναι ολόδικές μου και θα τις σπαταλήσω όπως θέλω εγώ”». «Ελένη. Έλα να πάμε μαζί στο κέντρο που σου είπα. Δώσε μια ευκαιρία στον εαυτό σου». αλλά όλη την υπόλοιπη ζωή σου. με παρακάλεσε η Μαρία. σκέψου τα παιδιά σου. Άλλωστε θα έχουν τον πατέρα τους».

επιτέλους.«Θα δούμε». Να το χωνέψω». Όταν.» «Άσε με να το σκεφτώ καλύτερα. πήγα να την αποφύγω. έφυγε η Μαρία. έκλεισα τα φώτα κι έβαλα το CD του Βαρδή. Πες μου μια συγκεκριμένη μέρα να κλείσουμε ραντεβού. «Άφησε τις αοριστίες. «Θα σου πω». Αύριο. Έχω τόσο κουραστεί να μοιράζομαι Και μετά να την πληρώνω εγώ Σ’ έναν κόσμο εχθρικό κομματιάζομαι Γιά τους . Πάτησα το REPLAY στο τραγούδι «Έχω τόσο κουραστεί» και ξαναγέμισα το ποτήρι μου με βότκα.

πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι έκανε. κρατούσε ένα άδειο ποτήρι που το γέμισε μέχρι τη μέση με βότκα και το άδειασε μονορούφι. Κάθησε απέναντί μου κι έπιασε πάλι το μπουκάλι. .» με ρώτησε η Νίκη στενοχωρημένα.» Ο Άγγελος μου έριξε μια θυμωμένη ματιά και χάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα στην κουζίνα. «Πάλι κλαις. Όταν ξαναήρθε. με βρήκαν να κλαίω συντροφιά με το ποτό μου. «Τι έχεις πάλι.άλλους πάντα αιμορραγώ Θα εκραγώ… Όταν γύρισαν τα παιδιά από τα Αγγλικά τους. βρε μαμά.

σε παρακαλώ. που στεκόταν σε μια άκρη βουρκωμένη. μου απάντησε οργισμένα. απαίτησα και προσπάθησα να του το πάρω. φωνάζοντας: «Άγγελε. «Τι κάνεις εκεί. περίμενε. «Όχι».«Άγγελε». ακολουθώντας το παράδειγμά σου».» «Σου κάνω συντροφιά. και τον ακολούθησα τρεχάτη. Έλα . Προσπέρασα τη Νίκη. κρατώντας ακόμα τη βότκα. «Φέρε μου το μπουκάλι αμέσως». του φώναξα τρομοκρατημένη. αρνήθηκε πεισματικά εκείνος κι έτρεξε προς τη σκάλα.

«Ανοιξέ μου. Είσαι μεγάλο παιδί. αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του.του φώναξα κλαίγοντας. σε παρακαλώ». Μπορείς να με καταλάβεις. Θα σου εξηγήσω…» Σταμάτησε έξω από την κρεβατοκάμαρά του.να μιλήσουμε… Σαν καλοί φίλοι. «Σε παρακαλώ ». επανέλαβα άψυχα. ρίχνοντάς μου μια υποτιμητική ματιά. μου έδωσε θυμωμένα το μπουκάλι και. . Κατέβηκα αργά τα σκαλοπάτια και βρήκα την κόρη μου με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο να κλαίει σιγανά.

γρήγορα θα γίνει καλά. Δεν είναι τίποτα. γιατί έτσι με κάνεις χειρότερα. Σε παρακαλώ». Καταλαβαινόμαστε». Όμως.της είπα και την τράβηξα στην αγκαλιά μου.«Νίκη. Εμείς είμαστε γυναίκες. Γιατί. «Όχι. μικρή μου. μόνο που τώρα είναι άρρωστη η ψυχή μου. «Συνέχεια κλαις και σ’ έχω δει πολλές φορές να πίνεις. Πολλοί άνθρωποι το παθαίνουν. απάντησε και με έσφιξε πάνω της.» «Δεν είμαι πολύ καλά τον τελευταίο καιρό. Σταμάτα. δεν καταλαβαίνω». μην κλαις. Κάνε . Θα μου περάσει.γλυκιά μου. «Σταμάτα. Το μόνο που θέλω είναι να μη στενοχωριέσαι. Είναι όπως όταν έχουμε πυρετό.

Έπειτα χτύπησα την πόρτα του γιου μου. «Φύγε!» ήταν η μοναδική του απάντηση. Έβαλα στη Νίκη να φάει και τη συνόδευσα μέχρι το κρεβάτι της. Ο Άγγελος δεν βγήκε καθόλου από το δωμάτιό του. Κατέβηκα στο καθιστικό και μάζεψα τα δύο ποτήρια από το τραπέζι. Ύστερα πήρα τα κρυμμένα .λίγη υπομονή». της υποσχέθηκα «Αυτό είχα σκοπό να κάνω».» «Θα πάω». Δεν επέμεινα. «Άμα είσαι άρρωστη γιατί δεν πας στο γιατρό.

«Μαρία». «Έλα. «η Ελένη είμαι». είπα μόλις άκουσα τη φωνή της. Θα κανονίσεις ένα . Σήκωσα το ακουστικό και σχημάτισα το νούμερο της φίλης μου. δεν νοιαζόμουν για τη θλίψη που σκόρπιζα γύρω μου.» «Μην τα ρωτάς. Χαμένη στη δική μου θλίψη. Είχε δίκιο η Μαρία. Αυτό ήταν το μόνο που είχα να δώσω. Έπρεπε να συνέλθω για χάρη των παιδιών μου. Στους ανθρώπους που αγαπούσα.τσιγάρα και κάθησα στην κουζίνα. Τον τελευταίο καιρό. Τι έγινε. τους χάριζα μόνο δυστυχία. καλή μου.

τότε θα έπρεπε να αλλάξουν και πολλά . Αν έπρεπε να αλλάξει η κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Θα σε ειδοποιήσω. Είχα καπνίσει μόλις το μισό τσιγάρο όταν άκουσα τα κλειδιά του Γιάννη στην πόρτα. πάντως. Θα πάρω τηλέφωνο αύριο μόλις ανοίξουν και θα σου κλείσω για όσο το δυνατόν συντομότερα.ραντεβού στο ψυχοθεραπευτικό κέντρο που είπες. Η ενστικτώδης αντίδρασή μου ήταν να το σβήσω βιαστικά.» «Ά& τα να πάνε. Πώς είσαι τώρα. αλλά συγκρατήθηκα.» «Και βέβαια. Αύριο. θα είμαι καλύτερα». την καθησύχασα και την καληνύχτισα.

«Καπνίζω». πάντως.» Μου γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς τη σκάλα. «Τι κάνεις. . απάντησα απλά. όλοι οι άλλοι καπνίζετε. Εκτός από τον Αντρέα και την Έρη. Ίσως δεν είχε τι να μου πει.» με ρώτησε. Εσύ κορόιδευες τον εαυτό σου όταν είχες την απαίτηση να μην κάνω κάτι που ήθελα. Εγώ θα ήμουν η κατακριτέα. Εγώ. Τον είδα να μπαίνει στην κουζίνα και να μενκοιτάζει δύσπιστα.άλλα πράγματα. Ίσως σκεφτόταν τα λόγια μου και καταλάβαινε το δίκιο μου. «Δεν σε κορόιδευε κανείς.

στο ύψος όπου βρισκόταν το κέντρο ψυχικής υγείας. Η Μαρία πάρκαρε το αυτοκίνητό της στην αρχή της Ιπποκράτους και συνεχίσαμε με τα πόδια μέχρι την Μαυρομιχάλη. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο. Κι ένιωθα περήφανη γι’ αυτό. Αυτό που με ένοιαζε ήταν πως είχα νικήσει τους φόβους μου.ένιωθα πως είχα δώσει την πρώτη μου μάχη. με άφησε να περιμένω στο σαλόνι κι εκείνη πήγε στη ρεσεψιόν για να δώσει το όνομά μου και να επιβεβαιώσει τα ραντεβού. Δεν με ενδιέφερε αν τον είχα νικήσει. πως είχα τολμήσει μάλλον για πρώτη φορά να διεκδικήσω κάποιο δικαίωμά μου. Μου είχε κλείσει δύο ένα στις οχτώ με κάποιον ψυχίατρο κι ένα στις .

Κάθησα στον δερμάτινο καναπέ και κοίταξα φοβισμένα γύρω μου. έξω από το σαλόνι. δεν ήξερα τι με περίμενε. ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές. Το κέντρο ήταν τριώροφο και απασχολούσε πολλούς ψυχίατρους.οχτώμισι με μια ψυχοθεραπεύτρια. Στο χολ. Δεν ήξερα αν θα πονούσα. αν έκρινα από το ντύσιμό τους. Δεξιά μου είδα ένα νεαρό ζευγάρι που κρατιόταν από το χέρι. πηγαινοερχόταν κόσμος κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης. Μου έκανε εντύπωση ο αριθμός των . Απέναντί μου κάθονταν μια νέα κοπέλα και μια σαρανταπεντάρα γυναίκα -προφανώς μάνα και κόρηκαι μιλούσαν ψιθυριστά. Ένιωθα σαν παιδάκι που είχε πάει στο γιατρό για να κάνει την πρώτη του ένεση.

Εκείνος μου το έσφιξε ενθαρρυντικά και με τράβηξε προς το διάδρομο. με γκρίζα μαλλιά και μοντέρνα γυαλιά. «Ελένη». «Η φίλη μου. «Χαίρω πολύ». μου είπε μόλις τους πλησίασα. «Να σου συστήσω τον κύριο Παττακό». ψιθύρισα και άπλωσα δειλά το χέρι. Δίπλα της στεκόταν ένας ωραίος άντρας γύρω στα σαράντα. με φώναξε η Μαρία από την πόρτα του σαλονιού. Ελένη Ιωάννου». .ανθρώπων που κατέφευγαν εκεί για βοήθεια. Και πόσες χιλιάδες ακόμα σε ολόκληρη την Ελλάδα… Πόσα εκατομμύρια άραγε σε όλο τον κόσμο.

Στάθηκε πίσω από ένα λιτό γραφείο και μου έδειξε μια πολυθρόνα να καθήσω. Σημείωσε το όνομά μου και συνέχισε την ανάκριση: «Η ηλικία σου. Ελένη.» Αν δεν ήμουν παντρεμένη θα . είπαμε».» Τον ακολούθησα μέχρι την άλλη άκρη του διαδρόμου. Ελένη. Έπειτα κάθησε κι^ εκείνος και άνοιξε ένα λεπτό ντοσιέ. «Παντρεμένη.«Πάμε. «Ελένη Ιωάννου. Άνοιξε μια πόρτα που είχε κολλημένο απ’ έξω το νούμερο 4. κι έκανε στην άκρη για να περάσω πρώτη.» «Τριάντα πέντε».

» «Όχι». πήγα να τον ρωτήσω. Συνέχισε να σημειώνει τις απαντήσεις μου κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι.» «Όχι.βρισκόμουν απόψε εδώ. «Μάλιστα». «Εργάζεσαι. Ένα αγόρι δεκαέξι χρονών κι ένα κορίτσι δεκατριών». είπα μόνο. «Οιγονείς σου ζουν. «Παιδιά.» «Δυο. Σκοτώθηκαν πριν από δεκατέσσερα χρόνια σε αυτοκινητικό». με κοίταξε σταθερά στα μάτια και ρώτησε: .

«Πόσο. Δεν έχω διάθεση για τίποτα. «Πολύ. Θέλω να μένω μόνη μου.» «Δεν νιώθω καλά. Ελένη.γιατρέ». «Κάθε μέρα».» «Διαρκή μελαγχολία… Κλαίω συνέχεια. τι ακριβώς έχεις. νιώθω συνέχεια κουρασμένη. «Δηλαδή. Τα βράδια δεν κοιμάμαι καλά και ξυπνάω κάθε λίγο.» . γιατί ήρθες εδώ.» θέλησε να μάθει ενώ συνέχιζε να γράφει όσα του έλεγα.«Λοιπόν. οι άνθρωποι με κουράζουν… Και… πίνω».

Οχτώ με δέκα ποτήρια απαραιτήτως». . Ό.τι βρω.«Πολύ. τζιν… Ό. ούζο.» Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους χωρίς να απαντήσω. «Τι πίνεις.πιο ευδιάθετη».τι να ’ναι. φτάνει να έχει οινόπνευμα».» «Απ’ όλα. Κρασί. «Χμ… Κι όταν περνά η επήρεια του αλκοόλ. ουίσκι.» «Νιώθω καλύτερα. «Γιατί. Πιο δυνατή.

Μα όσο περνούσε ο καιρός ένιωθα όλο και πιο χάλια».» «Σ’ ένα μήνα περίπου».» με ρώτησε. «Η ερωτική σου διάθεση. Νόμιζα πως απλώς είχα κουραστεί επειδή βάψαμε το σπίτι. «Εδώ και πόσον καιρό έχει αρχίσει αυτή η ιστορία. «Έξι».» .» «Εδώ και τρεις μήνες.«Έχεις χάσει κιλά τελευταία. «Σε πόσον καιρό . Στην αρχή δεν ήταν τόσο έντονα τα συμπτώματα.

«πως δεν έχω διάθεση για έρωτα εδώ και χρόνια. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. «Ανύπαρκτη». μου απάντησε και έσπρωξε προς το μέρος μου ένα σταχτοδοχείο. «Και ο άντρας σου τι λέει. «Μπορώ ν’ ανάψω ένα τσιγάρο. Ίσως εφτά. μάλλον. απάντησα λακωνικά. οχτώ χρόνια». συνέχισα. .Τον κοίταξα σαν να με κορόιδευε.» «Φυσικά». δεν θέλει να το καταλάβει… Δεν ξέρω». Ήταν δυνατόν μετά απ’ όσα του είχα πει να έχω διάθεση για σεξ. «Η αλήθεια είναι». Ή.» «Δεν το ξέρει.

Δεν επρόκειτο για ερώτηση.» «Η σχέση μεταξύ σας πώς είναι. Κάνεις ό. «Ναι. όμως. κάποτε τσακωνόμαστε συχνά.«Όμως κάνεις». κι ας μην το θέλεις εσύ.» «Απλώς κάνω ό.τι να πω στον άντρα μου. Προσπαθώ. να μην του δίνω αφορμές για νεύρα και καβγάδες». Δηλαδή. «Στάσου.για να καταλάβω.ήταν διαπίστωση.τι μου λέει».» «Πολλές φορές».τι κι αν σου πει. «Και πώς το καταφέρνεις. .» «Καλή.

Δεν ντύνομαι όπως μου αρέσει. πότε θα καλέσουμε φίλους στο σπίτι. Πότε και με ποια παρέα θα βγούμε έξω.» «Όπως όταν είναι να πάμε διακοπές. να καπνίσω. έστω κι αν είμαι κουρασμένη».«Όπως. Δεν με αφήνει να δουλέψω. . παρακολουθούμε το πρόγραμμα που θέλει αυτός. Δεν μπορώ να εκφράσω ελεύθερα τις απόψεις μου επειδή θυμώνει αν διαφωνούν με τις δικές του. Σχεδόν κάθε βράδυ θέλει να του κάνω μασάζ. αλλά όπως θέλει εκείνος. Με πιέζει να κάνουμε έρωτα ακόμα κι αν δεν έχω διάθεση. Αυτός διαλέγει το πού και με ποιους θα πάμε. να βγω έξω με φίλες μου. Αν καθήσουμε να δούμε μαζί τηλεόραση.

Δεν διεκδίκησες ποτέ κάτι που ήθελες. απάντησα με φωνή που . Τι αποθήκες έχεις μέσα σου και πόση οργή κουβαλάς.» « Οσες φορές μίλησα δεν κέρδισα τίποτα». «Μια στιγμή! Εσύ δεν εξέφρασες ποτέ τις επιθυμίες σου. «Και τόσο θυμό πού τον έκρυβες τόσα χρόνια. Σκούπισα τα μάτια μου και συνέχισα: «Μόνο γκρίνια και τσακωμούς. Κάτι υγρό έσταζε στο χέρι μου και συνειδητοποίησα πως έκλαιγα πάλι. Γι’ αυτό προτιμούσα να υποχωρώ».Αν δεν με διέκοπτε ο γιατρός. δεν ξέρω πόση ώρα θα μιλούσα ακόμα.» «Δεν ξέρω».

ποια χαρίσματα πιστεύεις πως έχεις εσύ. Έψαξα να βρω τι εκτιμούσα στον εαυτό μου. συνέχισε ο ψυχίατρος. . «πιστεύεις πως οι άλλοι είναι καλύτεροι από σένα. πως εσύ δεν αξίζεις τίποτα. Ελένη». «Πες μου.» «Όχι». Δεν είχα τίποτα για το οποίο θα μπορούσα να υπερηφανευτώ. «Είμαι καλός άνθρωπος». «Πες μου.» Σκέφτηκα για λίγο. τότε.έτρεμε και ξανασκούπισα τα δάκρυά μου. Δεν βρήκα τίποτα. είπα τελικά.

Είχε απόλυτα δίκιο. «Στάσου.«Αυτό πώς το εννοείς. Δεν μίλησα. όμως εγώ δεν το είχα σκεφτεί ποτέ μου. Η μοναδική μου έγνοια ήταν πώς να προσφέρω χαρά και ικανοποίηση στους γύρω μου. Το «όχι» το χρησιμοποιούσα σπανίως στο λεξιλόγιό μου. Οι γονείς μου με μεγάλωσαν με την αρχή “Μην κάνεις στους άλλους ό. Μην αφήνεις τους άλλους να σου κάνουν ό.τι δεν θέλεις να σου κάνουν”».» «Προσπαθώ να βοηθώ τους άλλους και να μη στενοχωρώ κανέναν.γιατί εδώ υπάρχει και ο αντίλογος. .τι δεν θέλεις να σου κάνουν».

ανεχόμουν τις ιδιοτροπίες των παιδιών μου.Υποχωρούσα στις απαιτήσεις του άντρα μου. ήμουν εκνευριστικά βολική με τους φίλους μας. Έχεις δείξει την οργή σου. Αντί να δώσεις διέξοδο στα συναισθήματά σου.» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Έχεις νευριάσει ποτέ σου. αφάνταστα υποχωρητική με τα πεθερικά μου. «Έχεις πάθει βαριά κατάθλιψη που δημιουργήθηκε πρωτίστως από την καταστολή και τη συσσώρευση αμέτρητου θυμού. καλοπροαίρετη με τους ξένους και άδικη με τον εαυτό μου. τα . ανεκτική με τους γείτονες.

.κατάπινες μέσα σου όλα αυτά τα χρόνια και τώρα ξεχείλισαν. πρέπει να κόψεις το ποτό.» ρώτησα με τρόμο. Αν δεν θέλεις εσύ να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Πρέπει να αρχίσεις ψυχοθεραπεία και ταυτόχρονα φαρμακευτική αγωγή. Φάρμακα και αλκοόλ είναι πολύ επικίνδυνος συνδυασμός». Και. πρώτα απ’ όλα. να θυμάσαι πως εσύ είσαι αυτή που θα συμβάλει σημαντικά στη θεραπεία σου. «Δηλαδή δεν θα μπορώ να πίνω καθόλου. Όμως. Μου ήταν αδιανόητο να σκεφτώ μια μέρα χωρίς τη δύναμη που έπαιρνα από το ποτό. εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

όταν θα είσαι με φίλους. Αυτό που σου προσφέρει το αλκοόλ θα σου το δώσουν και τα χάπια. Ισως ένα ποτηράκι κρασί μια φορά στο τόσο.«Καθόλου. Όμως. μην ανησυχείς. Όταν περνά η επήρεια του ποτού γίνεσαι χειρότερα από πρώτα. Δες τώρα την ψυχοθεραπεύτρια.» ζήτησα. Φτάνει να είσαι αποφασισμένη να τα καταφέρεις. σκέψου καλά αυτά που σου είπα και όταν αποφασίσεις πως είσαι έτοιμη πάρε με τηλέφωνο για να βρεθούμε και να σου δώσω τη συνταγή για τα χάπια». Συγχρόνως θα αρχίσεις και ψυχοθεραπεία που θα σε βοηθήσει ακόμα πιο πολύ. ενώ με τα φάρμακα θα είσαι μονίμως πολύ καλύτερα. «Δεν μου τη δίνετε από τώρα. αλλά υπό τις σωστές συνθήκες. .

Πάμε τώρα να βρούμε τη Λιάνα». μου είπε. Μου έδωσε το χέρι και με χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη.«Μεσολαβεί το Σαββατοκύριακο και μπορεί να μου τη βαρέσει την Κυριακή να ξεκινήσω». Το ότι ήρθες εδώ είναι μια καλή αρχή. Ανεβήκαμε στον τρίτο όροφο και . «Μην ανησυχείς». Θέλω να το σκεφτείς καλά και να είσαι βέβαιη για την απόφασή σου». Σηκώθηκε. Τον ακολούθησα μέχρι το ασανσέρ. «Όλα θα πάνε μια χαρά. κι εγώ τον μιμήθηκα. Περίμενες έτσι τόσον καιρό. «Όχι. δεν θα πάθεις τίποτα με δυο-τρεις μέρες ακόμα.

Όταν κάθησα. Η ψυχοθεραπεύτρια έκλεισε την πόρτα πίσω μας και μου έδειξε μια πολυθρόνα. Γεια σας». μας χαιρέτησε κι έφυγε. . άνοιξε ένα φάκελο κι άρχισε να μου παίρνει το ίδιο ιστορικό. Ο γιατρός χτύπησε διακριτικά και μια νέα γυναίκα μάς υποδέχτηκε. Η μόνη διαφορά ήταν πως τώρα μου ζητήθηκε να μιλήσω και για την παιδική μου ηλικία. βολεύτηκε κι εκείνη στο γραφείο της. να σου γνωρίσω την Ελένη Ιωάννου. «Λιάνα. Ήμαστε μαζί μέχρι τώρα. Από ’δω και πέρα την παραδίδω σε σένα.σταματήσαμε έξω από μια πόρτα που έγραφε «Λιάνα Χατζηπαυλή Ψυχοθεραπεύτρια».

«Κάτι θετικό. καλόψυχος… δραστήριος…» Η Λιάνα σημείωνε κάθε τι που της έλεγα.» ρώτησε εκείνη. ισχυρογνώμων…» Έψαχνα να βρω όλα τα ελαττώματα του Γιάννη που με ενοχλούσαν.«Μάλιστα».» «Εγωιστής. όταν απάντησα σε όλες τις κλασικές ερωτήσεις. «Έξυπνος. αυταρχικός. «Θα μπορούσες τώρα να μου χαρακτηρίσεις τον άντρα σου. . σήκωσε το κεφάλι προς το μέρος μου και περίμενε. απότομος. είπε στο τέλος. Όταν σταμάτησα. οξύθυμος.

Ήταν είκοσι έξι χρόνων. απόφοιτος της Ανωτάτης Εμπορικής. τον είχα ερωτευθεί σφόδρα. μου έρχονται στο μυαλό όλο άσχημες σκέψεις».«Δεν ξέρω τι άλλο να πω. ιδιοκτήτης καταστήματος πλακιδίων και ειδών υγιεινής. Κι εγώ ξετύλιξα το μαύρο νήμα… Τον Γιάννη τον γνώρισα μόλις τελείωσα το γυμνάσιο και διάβαζα για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο. «Μίλησέ μου γι’ αυτές». με παρότρυνε. Μέχρι να τελειώσουν οι εξετάσεις. Ήθελα να περάσω στη Φιλοσοφική κι από ’κει να μεταπηδήσω στην Ψυχολογία. Χωρίς να το θέλω. προικισμένος με οικόπεδο στο Ψυχικό .

ιδανική για σύζυγος και μητέρα. να αλλάξει ό. τα νιάτα μου και η αγάπη μου. Ήμουν καλό παιδί. αυτό όμως εγώ ήμουν πολύ μικρή και αθώα για να συνειδητοποιήσω τι σήμαινε. Κι όμως.τι δεν του άρεσε σε μένα. η αποτυχημένη μου προσπάθεια να μπω στο πανεπιστήμιο. με θέλησε για γυναίκα του. Κι εγώ δίπλα του τι ήμο jv . είπε. Αρκούσαν τα διπλώματα των ξένων γλωσσών. Κι αυτό μ’ έκανε να πετώ στα ουράνια από ευτυχία.και μεγάλη δόση αυταρέσκειας.για να σταθώ ισάξια κοντά του. Στην αρχή διατύπωνε τις απαιτήσεις του . Ήταν αποφασισμένος να με φέρει στα δικά του μέτρα. Τον αγαπούσα και ήμουν διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για χάρη του.

«Άσε με εμένα. κάνε μου τη χάρη να κόψεις το παλιοτσίγαρο.» «Μα αφού κι εσύ καπνίζεις. Θα το κάνεις για χάρη μου. Εγώ είμαι βλάκας. για την υγεία σου. Έλα τουλάχιστον να το κόψουμε μαζί».το ξέρω». Εσύ όμως είσαι δυνατή. Και σταμάτησα το κάπνισμα. δεν έχω τόση δύναμη. Κι έπειτα. Μπορείς. Υπέφερα . Πρώτα απ’ όλα. Tt θα πουν οι δικοί μου αν το μάθουν. δεν μου αρέσει να καπνίζει η γυναίκα μου.όσο πιο γλυκά μπορούσε: «Βρε Ελενίτσα. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ και δεν θέλω να μου πάθεις τίποτα.

» με ρώτησε ο Γιάννης ύστερα από μια σύντομη εξέταση της εξωτερικής μου εμφάνισης. δικαιολογήθηκα. αλλά τα κατάφερα. πιέστηκα. Και το βάψιμό σου είναι πολύ έντονο». «Μα σε χορό πάμε». Σαν πόρνη μοιάζεις.» ρώτησα με κάποια ενοχή. «Δεν σου αρέσει. θα φανούν τα βυζιά σου. «Τι να μου αρέσει. «Πώς ντύθηκες έτσι σήμερα. Στο κάτω-κάτω ήταν και για το δικό μου καλό. Έτσι και σκύψεις λιγάκι.τον πρώτο καιρό. νιώθοντας μέσα μου να ανοίγει .

γαλάζια σκιά και βυσσινί κραγιόν στα χείλη. Κι έτσι άρχισε σταδιακά και συστηματικά η . Δεν θα καταλάβαινε. γαλάζιο μπουστάκι και μπλε σακάκι. Είχα βάλει λίγο ρουζ στα μάγουλά μου. Ωστόσο αυτό το μοντέρνο ντύσιμο με έκανε να νιώθω ανεπιτήδευτα όμορφη και αληθινά νέα. Φορούσα μια απλή μίνι φούστα σε σκούρο μπλε. Όμως. Τα μόνα μου κοσμήματα ήταν το ρολόι κι ένα χοντρό ασημένιο μενταγιόν. δεν υπήρχε λόγος να του τα εξηγήσω όλα αυτά.καινούργια άβυσσος αποτυχίας. Δεν θα συμφωνούσε. Ήξερα πως ο Γιάννης θα με ήθελε άβαφτη και θα προτιμούσε μια πιο μακριά φούστα κι ένα κλασικό πουκάμισο αντί για το μπουστάκι.

Η συζήτηση πήγε κάποια στιγμή στις προγαμιαίες σχέσεις.μεταμόρφωσή μου. δήλωσε με υπεροψία ο Λευτέρης.» απόρησα εγώ. «Η ίδια η Μίνα. «Δηλαδή. Γιά σένα μέτρησε περισσότερο ένα παρθένο αιδοίο. με τις αρετές και τα κάποια ελαττώματά της. δεν ήταν αρκετά για να σε κάνουν να την αγαπήσεις και να την παντρευτείς. ο ξάδερφος. ίσως.» . Ένα βράδυ είχαμε βγει με έναν ξάδερφό του και τη γυναίκα του. θέλεις να πεις πως εκτίμησες περισσότερο την παρθενιά της από το χαρακτήρα της. «Αν η Μίνα δεν ήταν παρθένα δεν θα την παντρευόμουν».

«Μια γυναίκα δεν έχει δικαίωμα να κάνει έρωτα με κάποιον που αγαπάει ή που θέλει. «αλλά πιστεύεις πως θα σε είχα ζητήσει σε γάμο αν δεν ήσουν παρθένα.«Αν είχε πάει και με άλλους πριν από μένα. μπήκε στη μέση ο Γιάννης. «Δεν σε καταλαβαίνω. «Κι εγώ είμαι νέος». Ποτέ δεν περίμενα ν’ ακούσω τέτοιες απόψεις από ένα νέο άνθρωπο». δεν θα ήταν αυτή που είναι». Λευτέρη». αν δεν είναι ο άντρας της. επέμεινα εγώ. Και πώς μπορεί να ξέρει ποιος θα είναι αυτός που θα παντρευτεί τελικά για να τον περιμένει σαν αμόλυντος κρίνος.» .

«Ήταν επιλογή σου. .» σάρκασα. Και δεν μου λες. «Μπα. Να αυτοκτονήσουν.«Τότε. όχι κάθε άνθρωπος. Μόνο οι γυναίκες. όλες οι άλλες γυναίκες που κοιμήθηκαν μαζί σου κι έπειτα έμειναν μόνες τι πρέπει να κάνουν. Άλλωστε. όλο και κάποιος ηλίθιος θα βρεθεί να τις πάρει».» «Πρόβλημά τους. γιατί θέλησες να κάνουμε έρωτα πριν παντρευτούμε. Κάθε άνθρωπος έχει τις ευθύνες των πράξεών του». Ας το σκεφτόσουν νωρίτερα. Δεν σκέφτηκες ότι θα μπορούσε να στράβωνε κάτι στη σχέση μας και να με άφηνες… ατιμασμένη και στιγματισμένη.

«Δεν μπορώ να σε καταλάβω. τα χαρίσματά μου. Η προσωπικότητά μου. περιμένοντας κάποιο δικό της ξέσπασμα σε όλη αυτή την αλαζονεία και το μισογυνισμό. όλα αυτά δεν θα μετρούσαν καθόλου αν είχα πάει και με κάποιον άλλο πριν από σένα. ο χαρακτήρας μου.» . Έριξα μια ματιά στη Μίνα. η αγάπη μου για σένα.«Δηλαδή όποιος παντρεύεται γυναίκα που δεν είναι παρθένα.» «Αμ’ τι είναι. είναι ηλίθιος.» Ένιωθα θιγμένη και ως άτομο και ως γυναίκα. όμως εκείνη είχε χαμηλώσει το βλέμμα στο πιάτο της και αρνιόταν να μιλήσει.

«Ποιο είναι το πρόβλημά σου.Το ότι δεν πρόλαβες να πηδηχτείς και με άλλους. Ήταν ικανός να αγνοήσει τα ξαδέρφια του και τον κόσμο που έτρωγε γύρω μας και να αρχίσει τις φωνές και τις απειλές. Θέλεις να το δοκιμάσεις τώρα. «Τώρα τι θέλεις.» Τα μάτια του γυάλιζαν απειλητικά. δήλωσα θιγμένη. Και να είσαι σίγουρος πως δεν θα πηδιόμουν.«Εγώ δεν μπορώ να σε καταλάβω». όπως κάθε φορά που θύμωνε. Καβγά. μου απάντησε θυμωμένα. . Θα έκανα έρωτα και θα το απολάμβανα».» «Αν ήθελα θα το έκανα.

ωστόσο το κατάπια κι αυτό. Μου έχεις κάνει το πολυτιμότερο δώρο και να είσαι βέβαιη πως το εκτιμώ αφάνταστα». Ποιος ο λόγος να . Δεν με είχε πείσει καθόλου. συμβιβάστηκα. αλλά η διάθεσή μου είχε χαλάσει εντελώς. Γιατί να τσακωνόμαστε για κουταμάρες.«Δεν θέλω καβγά». «Μην είσαι μουτρωμένη. αλλά εμείς δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα. Είναι αλήθεια πως θεωρώ σημαντικό για μια γυναίκα να προσφέρει την παρθενιά της στον άντρα που αγαπά και που θα παντρευτεί. Ελένη. Λίγο πριν χωρίσουμε έκανε μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί.

θα πήγαινες με άλλον άντρα. Μόλις βολέψαμε τα κουτιά στη γωνία του καθιστικού.» «Φυσικά». με πήρε στην αγκαλιά του. με φίλησε και μου είπε: «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.» . Λίγες μέρες πριν από το γάμο μας είχαμε πάει στο σπίτι που είχαμε χτίσει στο οικόπεδό του στο Ψυχικό για να αφήσουμε μερικά δώρα. Θα μου απαντήσεις ειλικρινά. «Αν πέθαινα.τσακωνόμαστε εμείς αφού η τύχη το είχε φέρει και ήμουν ακόμα παρθένα όταν τον γνώρισα.

ήξερα όμως τι ήθελε εκείνος να ακούσει. «Αν συμβεί κάτι τέτοιο και είμαι πολύ νέα. «Δεν το λες και με πολλή σιγουριά. Τώρα που μιλάμε το πιστεύω. . Τι ερώτηση ήταν πάλι αυτή. «Τι να σου πω.Τον κοίταξα έκπληκτη. «Ειλικρίνεια δεν ζήτησες. «Όχι». απάντησα χωρίς να μπορέσω να κρύψω κάποιο δισταγμό. Σαν να μη το πιστεύεις». μπορεί και να πάω». Πώς να ξέρω τι θα κάνω στο μέλλον.» «Δηλαδή μπορεί και να πας».» αποκρίθηκα. Δεν ήξερα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. βρε Γιάννη.

τι τον νοιάζει τι θα κάνουν οι υπόλοιποι.» «Μα. Κάτι άλλο θα υπήρχε που θα με οδηγούσε στην αγκαλιά κάποιου άντρα. δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνεις θέμα. Κι έπειτα. μετά απ’ όλα όσα έχουμε περάσει μαζί. Αν χάσει κανείς τη ζωή του.«Μπράβο σου! Δεν περίμενα ν’ ακούσω τέτοια λόγια από σένα.» «Αν ήσουν πεθαμένος. εσύ δεν .» «Δεν θα πήγαινα ποτέ να πηδηχτώ. Αν πέθαινα εγώ. καλά. δεν θα στενοχωριόσουν. Κι εμένα δεν με σκέφτεσαι που στενοχωριέμαι . πώς θα μπορούσες να πηδηχτείς με κάποιον άλλο.

θα πήγαινες με άλλη. «Τώρα μας έπεισες. «Και βέβαια μιλάω σοβαρά. «Σοβαρά μιλάς. εγώ θα χαιρόμουν αν συνέχιζες τη ζωή σου».» «Για όλο τον κόσμο». «Αυτό ισχύει και για σένα. δεν σημαίνει πως πρέπει να τελειώσει και η δική σου η ζωή». Αν πάθω κάτι εγώ. «Γιατί . Θα έμενα πιστός στην ανάμνησή σου». απάντησα. Πάντως να ξέρεις.» Η απορία του φαινόταν γνήσια.» «Όχι.

Μου γύρισε την πλάτη. έχωσε τα χέρια στις τσέπες και πλησίασε το παράθυρο σκεφτικός. θα σε σκέφτομαι και θα σκάω γι’ αυτό που έχασα τόσα χρόνια». «Άκου να πηδηχτεί με άλλον». πώς θα μπορείς να σκέφτεσαι εμένα.εγώ να αποτελώ εξαίρεση. . «Κι έπειτα. μονολόγησε. Ελένη». είπα γελώντας ανάλαφρα.» «Μπράβο σου. Αν ο άλλος είναι καλύτερος εραστής. Αλλά έχεις δίκιο. Με κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν από θυμό. «Ποιος σου είπε ότι θα σε σκέφτομαι.» Προσπάθησα να το γυρίσω στο αστείο.

μου είπε. «Δεν καταλαβαίνεις πως αστειευόμουν. Προσπάθησα να αντισταθώ. «Πάμε πάνω να μου δείξεις πόσο πουτάνα είσαι». «Το μυαλό σας το έχετε ανάμεσα στα σκέλια σας. δήλωσε.» διαμαρτυρήθηκα τρομαγμένη. Πουτάνες στο σώμα και στην ψυχή». Με παρέσυρε . Ανοίγετε τα πόδια με τη μεγαλύτερη ευκολία άε όποιον βάλετε στο μάτι. αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός.«Όλες οι γυναίκες είστε πουτάνες».» Με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε με δύναμη προς τη σκάλα. «Μα τι λες τώρα.

. «Σταμάτα. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και κάθησα στα . Πετάχτηκα πάνω και πήγα στο μπάνιο με πόδια που έτρεμαν. Μου έβγαλε το εσώρουχο κι έπεσε από πάνω μου. κι ύστερα έπεσε βαρύς δίπλα μου κι έκλεισε τα μάτια.μέχρι το νυφικό μας κρεβάτι και με έσπρωξε στο στρώμα. Ένιωσα σαν να ήμουν πραγματική πόρνη σε οίκο ανοχής. βρίζοντας με τα χειρότερα λόγια. Κουνήθηκε γρήγορα μερικές φορές. σε παρακαλώ πολύ». ικέτευσα μάταια. Γιάννη. Δεν ήταν έρωτας αυτό που ακολούθησε. αγνοώντας τα δάκρυά μου.

σκέφτηκα τους γονείς μου.παγωμένα πλακάκια του δαπέδου. έχοντας ξεχάσει τις πληγές του . θα τον χώριζα. Πίστεψα πως με την αγάπη μου και την υπομονή μου θα τον έκανα να αλλάξει. αν δεν είχαμε ετοιμάσει το σπίτι και δεν είχαμε μοιράσει τα προσκλητήρια. την αγάπη που με είχε φέρει κοντά του… Σκέφτηκα τα όνειρα που είχα κάνει για μια ευτυχισμένη οικογένεια κι έκανα το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Πως θα ερχόταν η μέρα που θα ζούσαμε απόλυτα ευτυχισμένοι και αγαπημένοι. Όμως. Έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου κι άφησα την πίκρα και το θυμό μου να ξεχειλίσει. Γιά πρώτη φορά σκέφτηκα πως. τον κόσμο.

τα οποία συνήθως έτρωγα μόνη μου.και πολύ μ’ αυτόν που είχα ζωγραφίσει στα όνειρά μου. χάρη στους συμβιβασμούς που έκανα και την υποχωρητικότητα που έδειχνα. Ο έγγαμος βίος δεν έμοιαζε .παρελθόντος. Χάρη σ’ αυτές τις προσπάθειες. Εκείνος καμαρωτός γαμπρός κι εγώ σοβαρή νύφη μέσα σ’ ένα νυφικό που δεν είχα διαλέξει και δεν μου άρεσε. Τα περισσότερα βράδια ο Γιάννης έβγαινε είτε με πελάτες είτε με φίλους του κι . έφτασε η πολυπόθητη μέρα του γάμου μας. Από το πρωί μέχρι το βράδυ έμενα μόνη στο παλάτι μου και περνούσα το χρόνο μου κάνοντας δουλειές και μαγειρεύοντας πολύπλοκα φαγητά.

όταν ήμουν τριών μηνών. με ειδοποίησε η Μαρία πως την επόμενη βδομάδα θα είχαμε συνάντηση όλοι οι παλιοί συμμαθητές. Έκανα βόλτες στα μαγαζιά για να διαλέξω τα έπιπλα για το παιδικό δωμάτιο. Κάποια μέρα. Μια φορά τη βδομάδα δεχόμασταν τους φίλους μας ή κάναμε εμείς επισκέψεις.εγώ έβλεπα τηλεόραση ή διάβαζα βιβλία. Ένιωσα πως θα έβρισκα ξανά την ανεμελιά και την ευτυχία των εφηβικών μου χρόνων. κέντησα μερικά σεντονάκια κι έπλεξα λίγα ζακετάκια. Τη μέρα που θα γινόταν η συγκέντρωση πήγα στο κομμωτήριο. . Ευτυχώς έπειτα από δύο μήνες έμεινα έγκυος κι έτσι βρήκε ένα άλλο νόημα η ζωή μου. Πέταξα από τη χαρά μου.

Εγώ ήμουν από τους πρώτους που έφυγαν».» «Δεν τελειώσαμε. «Στη συγκέντρωση των παλιών συμμαθητών. Γύρισα στο σπίτι μου λίγο μετά τα μεσάνυχτα και βρήκα ένα Γιάννη να με περιμένει έξαλλος. «Και τελειώσατε τέτοια ώρα.ντύθηκα και στολίστηκα για να δω πάλι τους παιδικούς μου φίλους.» με ρώτησε με συγκρατημένο θυμό. το ξέρεις». Το σμίξιμό μας είχε τόση επιτυχία που οι ώρες πέρασαν με συζητήσεις. αναπολήσεις και γέλια χωρίς να το καταλάβουμε. «Πού ήσουν. απάντησα. .

» «Νομίζεις πως η γειτονιά δεν έχει άλλη . «Γιάννη. «Ας πούμε πως εγώ λέω βλακείες.σοβαρέψου. Ίσα-ίσα που είναι κι ένα καλό άλλοθι». Μήπως ξαναβρήκες κάποιο παλιό σου αμόρε και ξεχάστηκες στην αγκαλιά του.» «Είσαι με τα καλά σου. Σε έξι μήνες θα γίνω μάνα κι εσύ μου λες πως ξεπόρτιζα. Εσύ δεν σκέφτεσαι τι θα λέει η γειτονιά όταν σε βλέπει να γυρνάς τέτοια ώρα μόνη σου.«Αν θέλουμε το πιστεύουμε.» «Και τι σ’ εμποδίζει η εγκυμοσύνη. Λες βλακείες και το ξέρεις».

επέμενε εκείνος. .δουλειά να κάνει από το να παρακολουθεί τι κάνω εγώ. κι εγώ δεν θέλω να πει τίποτα για τη δική μου γυναίκα». θα το κάνουν άσχετα με τη δική μου συμπεριφορά». «Ο κόσμος λέει αυτά που βλέπει. Ή μήπως βγαίνω τόσο συχνά που δίνω δικαιώματα για να λένε διάφορα εις βάρος μου.» «Αρκεί και μία φορά για να σου βγει το όνομα». «Πιστεύω πως υπήρξα πάντα πολύ σοβαρή και αξιοπρεπής και κανείς δεν μπορεί να πει κάτι κακό για μένα. Αν θέλουν σώνει και καλά να βρουν κάτι.

Έτυχε μια φορά επειδή ήταν ιδιαίτερη περίπτωση. «Και να ξανατύχει.«Μα δεν έχει τίποτα να πει. «Δεν νομίζω να συνεχιστεί για πολύ αυτό. Άντε να ξανατύχει του χρόνου πάλι».» προσπάθησα να . Είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για το τι θα γίνει του χρόνου. εσύ δεν θα είσαι εκεί». δεν το καταλαβαίνεις. «Δεν έχω σκοπό να βγαίνω κάθε βράδυ και να γυρνάω τα μεσάνυχτα. «Καλά. Όλη η γειτονιά με αγαπά και με σέβεται». αν εξακολουθήσεις να φέρεσαι έτσι». Δεν πάμε να κοιμηθούμε τώρα.

Εκτός αν δεν σου αρέσει και προτιμάς . Γιατί. δεν είμαστε το ίδιο. Μήπως έχεις λερωμένη τη φωλιά σου. Και θα το κάνω. Όταν εσύ λείπεις σχεδόν κάθε βράδυ και πολλές φορές γυρνάς ξημερώματα. Άμα θέλω παίρνω τη βαλίτσα μου και φεύγω μια βδομάδα από το σπίτι. δεν σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος ή τι νιώθω εγώ γι’ αυτά τα ξεπορτίσματα. βλέπω.» «Άλλο εγώ.βάλω ένα τέλος στη συζήτηση. Εσύ είσαι γυναίκα και η θέση σου είναι εδώ μέσα. «Προσπαθείς να με αποφύγεις. Δεν έκανα κανένα έγκλημα.» «Δεν έχεις κουραστεί πια απ’ αυτές τις ανοησίες. Εγώ είμαι άντρας.

Δεν υπάρχει λόγος να μας ακούει ο κόσμος τέτοια ώρα». με πρόσταξε άγρια. Πες το μου μόνο να το ξέρω». είπα και κίνησα για τη σκάλα. «Χεσμένο τον έχω τον κόσμο». φώναξε . «Σου είπα εγώ να φύγεις. και τι όχι. σε παρακαλώ. Αν εσύ θέλεις να δημιουργήσεις θέμα για το τίποτα. Κάτσε ’δω μέχρι να τελειώσω». κάν’ το μόνος σου». Σου έχω ήδη δείξει τι προτιμώ. Ποια είσαι που θα μου γυρίσεις την πλάτη έτσι. «Μη φωνάζεις.τα ξεπορτίσματα. «Δεν χρειάζεται.

«Λίγο ακόμα και τελειώνουμε».» σχολίασα ήρεμα. με . Γύρισα και τον κοίταξα υπομονετικά επειδή δεν ήθελα να τον εξαγριώσω περισσότερο. Δεν θα μου αλλάξεις εσύ τη γνώμη τώρα».χώρισε με». με κουράζεις.πιο δυνατά. «Γιάννη. Σου το έχω ξαναπεί πολλές φορές: Όλες οι γυναίκες είστε πουτάνες και δεν πρέπει να σας έχουμε καμία εμπιστοσύνη. παρηγορήθηκα μόνη μου και αναστέναξα. «Αν σε κουράζω. δεν το καταλαβαίνεις. «Μη μου το παίζεις εμένα οσιομάρτυρας.

«Πώς νιώθεις τώρα. «Αν σου ρίξω μια κλωτσιά στην κοιλιά. μπορεί και να σε χώριζα». . «Δεν το περίμενα ούτε ’γω. Τον κοίταξα σαν να έβλεπα έναν ξένο. θα δεις πού θα πας κι εσύ και το παιδί μας».προκάλεσε. Και πόσα αποθέματα υπομονής είχα ακόμα. τόλμησα να πω.» με ρώτησε η Μαρία καθώς γυρίζαμε στο αυτοκίνητυ. Τελικά μέχρι πού μπορούσε να φτάσει αυτός ο άνθρωπος. όμως νιώθω αρκετά καλύτερα». «Αν δεν μεγάλωνε το παιδί μας μέσα μου.

«Είδες που σου το έλεγα. Και να δεις πώς θα είσαι σε λίγο καιρό. στου Γκύζη.» «Πάμε να καθήσουμε κάπου. να σου τα πω. Τι σου είπαν. Δεν έχω όρεξη να γυρίσω στο σπίτι ακόμα. Εγώ κερνάω». άρχισα να μιλάω. Δεν τον άφησα να εκτονωθεί και τώρα μου βγήκε με μορφή κατάθλιψης. Διαλέξαμε ένα εστιατόριο με τσέχικη κουζίνα εκεί κοντά. Πραγματικά. είναι πως έχω συσσωρεύσει μέσα μου πολύ θυμό τόσα χρόνια. και πιστεύω πως έχουν απόλυτα δίκιο. . πρότεινα. «Αυτό που μου είπαν και οι δύο. Όταν παραγγείλαμε και αφού μας έφεραν το κρασί μας.

Τώρα αισθάνομαι την ανάγκη να τη βγάλω προς τα έξω. σε θλίψη και την έθαβα στα βάθη της καρδιάς μου. Κι όταν εσύ αρχίσεις να εκτιμάς. «Και πολύ καλά θα κάνεις.για τον εαυτό σου». θα δεις πως θα την εκτιμήσουν . να ζήσεις για σένα. «Έτσι σε θέλω. να σέβεσαι και ν’ αγαπάς την Ελένη. ειδικά προς αυτούς που μου έφταιξαν». σε παράπονο. Πρέπει επιτέλους να κοιτάξεις κι εσύ την Ελένη.Μαρία. «Είμαι αποφασισμένη να μάθω ν’ αγαπώ τον εαυτό μου. να μην αφήσω κανέναν να μου τον πειράξει». την οργή που ένιωθα τη μετέτρεπα σε πίκρα.

Κι έτσι χάνεις τον εαυτό σου. ο εαυτός σου είναι ό. «Ο έρωτας. Αν δεν πάρεις τα ηνία της ζωής σου στα χέρια σου. θα τα κρατά κάποιος άλλος αντί για σένα. «Και το μοναδικό πράγμα που θα έχω μέχρι το τέλος της ζωής μου». «Τελικά. Η τσέχικη κουζίνα αποδείχτηκε πολύ νόστιμη και η συντροφιά της Μαρίας απολαυστική και εποικοδομητική . χώνεψέ το. όσο δυνατός κι αν .και θα τη σεβαστούν και οι υπόλοιποι.τι πιο πολύτιμο έχεις». Και. πρόσθεσα. όπως πάντα. της είπα.η πιο όμορφη και πιο αναγκαία σχέση στη ζωή μας είναι η φιλία».

Μαρία. Η φιλία. πιο απαραίτητη. «Ας πιούμε. Τα παιδιά ήδη είχαν πέσει για ύπνο και ο Γιάννης με περίμενε στο καθιστικό.λοιπόν. . Κι εγώ πιστεύω στο δεσμό και τη δύναμη της φιλίας και χαίρομαι που όλα αυτά τα χρόνια δεν στάθηκαν ικανά να απομακρύνουν τη μία από την άλλη». όμως. Γύρισα στο σπίτι λίγο πριν τις δώδεκα. Σ’ ευχαριστώ. με τον καιρό ξεθωριάζει και κουράζει.είναι. με το χρόνο γίνεται πιο δυνατή. που είσαι φίλη μου». «Άσπρο πάτο!» είπε η Μαρία και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας γελώντας. στη φιλία μας». «Αμοιβαία τα αισθήματα.

Φανταστική η τσέχικη κουζίνα».«Πού ήσουν τόσες ώρες. Έχεις δίκιο. Πότε είχες ραντεβού με το γιατρό. Τελείωσα κατά τις εννιάμισι κι έπειτα πήγα με τη Μαρία για φαγητό. δεν σκέφτηκα την πιθανότητα να ανησυχήσετε. Την επόμενη φορά θα σε έχω ειδοποιήσει εγκαίρως». δεν σκέφτηκες πως μπορεί να ανησυχούσαμε .» «Στις οχτώ. να βγεις χωρίς να μου το πεις… Δεν μου αρέσουν κάτι τέτοια». «Κι έπειτα. «Το αποφασίσαμε τελευταία στιγμή. «Καλά.» ρώτησε εκνευρισμένος. .

» «Πού να ξέρω… Όταν θα έχω πάλι τη διάθεση να βγω με κάποια φίλη».«Δεν κατάλαβα. Τελικά αποφάσισε το δεύτερο.» «Ότι έχω πάθει βαριά κατάθλιψη και πρέπει να πάρω χάπια και να κάνω ψυχοθεραπεία». . Με κοίταξε αναποφάσιστα. «Τι σου είπαν οι γιατροί. Πότε υπολογίζεις να είναι η επόμενη φορά. Προφανώς δεν ήξερε αν θα έπρεπε να κάνει καβγά για να διεκδικήσει τα κεκτημένα του δικαιώματα ή να μου δώσει το ελαφρυντικό της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης.

που δεν τον έχω αφήσει να ξεσπάσει». κουβαλάω πολύ θυμό μέσα μου. «Αυτές τις ηλιθιότητες σου λένε εκεί πέρα.» «Εγώ πιστεύω πως έχουν απόλυτα δίκιο». όπως είπαν.«Και γιατί αυτό. Πως φταίω εγώ για την κατάστασή σου. Όλα ξεκινούν . «Τι θέλεις να πεις.» «Σίγουρα έχεις βάλει κι εσύ το χεράκι σου. Είμαι αποφασισμένη να γίνω καλά». Πάντως μην ανησυχείς.» «Επειδή. «Και βέβαια θα γίνεις.

» . «Γιατί.» ρώτησα. Άκου με κι εμένα. Και βέβαια ξέρεις. σκέφτηκα. «Πάμε». Εσύ όλα τα ξέρεις. θα είσαι μια χαρά. Αν πιστέψεις πως είσαι άρρωστη.τότε θα αρρωστήσεις. «Θα παίξουμε τώρα που κοιμούνται τα παιδιά. Αν πείσεις τον εαυτό σου πως δεν έχεις τίποτα.από το μυαλό μας. Δεν είναι ανάγκη να πληρώνεις για να σου λένε πράγματα γνωστά.» «Όχι». «Πάμε για ύπνο. Σηκώθηκε χαμογελώντας πονηρά. Ξέρω καλά εγώ». «Νυστάζω».

βρε γυναίκα. Θα σου ’ρθει η όρεξη.» «Δεν υπάρχει εξήγηση. «Κάτι άλλο που είπαν οι γιατροί είναι να μην πιέζομαι να κάνω πράγματα που δεν θέλω». Γιάννη. Όταν δεν θέλεις να κοιμηθείς σημαίνει πως δεν νυστάζεις.«Επειδή δεν έχω όρεξη». «Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν έχω διάθεση για έρωτα και δεν θα κάνουμε». Αφού το ξέρεις πως θα σου αρέσει». πως δεν πεινάς. επέμεινα εγώ. απάντησα με ειλικρίνεια. «Γιατί δεν θέλεις. Όταν δεν θέλεις να φας. «Έλα. Ίσως κι εγώ να έχω .

χορτάσει από έρωτα.» με ρώτησε με έναν τόνο που μου φάνηκε εκνευριστικά παιχνιδιάρικος. και σταμάτα επιτέλους να . Άφησέ με για λίγο να ηρεμήσω και θα μου έρθει ξανά η όρεξη». Του γύρισα την πλάτη και πήρα το βιβλίο μου. Γιά το τελευταίο δεν ένιωθα και πολύ βέβαιη. «Μήπως άλλαξες γνώμη. Αλλάξαμε και ξαπλώσαμε. Γρήγορα τον ένιωσα να τρίβεται πίσω μου. «Όχι. Ίσως να έχω βαρυστομαχιάσει. όμως δεν υπήρχε λόγος να ανοίξω άλλες πληγές τώρα.

Σου είπα. «Πρέπει να διώξεις σιγά-σιγά όλα τα κακά που έχεις μαζέψει μέσα σου». Συνεχίζουμε τη ζωή μας . Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους και κάρφωσα το βλέμμα σε μια τυχαία σελίδα του βιβλίου. μου είχε πει η Λιάνα. Σκέφτηκα πάλι τη συνάντησή μου με τους ειδικούς. Τη θλίψη και τον πόνο δεν τα κάνουμε αχώριστους συντρόφους. θέλω να ηρεμήσω». Τα ζούμε για όσο χρειαστεί. Τον άκουσα να τραβιέται μακριά μου ξεφυσώντας θυμωμένα.επιμένεις γιατί θα με κάνεις να το σιχαθώ ολότελα. μαθαίνουμε απ’ αυτά και τα προσπερνάμε. «για ν’ αφήσεις χώρο να μπουν τα καλά. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα σκοπό να διαβάσω.

σκέφτηκα. Στο τρίτο ποτήρι ουίσκι είχα βρει λίγη από την αισιοδοξία που χρειαζόμουν. Πρέπει να βρω τη δύναμη να το παλέψω. όμως η μελαγχολία μου μεγάλωνε όσο περνούσαν οι ώρες.με τις εμπειρίες που κερδίσαμε από τις οδυνηρές καταστάσεις που μας έτυχαν και όχι με θρήνους για τις πικρίες που γευτήκαμε». Το Σάββατο ξύπνησα πάλι κακόκεφη. Ένα ποτηράκι για τελευταία φορά. Ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος στην κρεβατοκάμαρά μας κι έβλεπε τηλεόραση. Στο έκτο ένιωσα ένα ασήκωτο βάρος να μου . Κάθησα στο καθιστικό και κοίταξα τα μπουκάλια στο απέναντι τραπεζάκι. σκέφτηκα. Το απόγευμα τα παιδιά βγήκαν για τη συνηθισμένη τους βόλτα.

Οι τοίχοι του δωματίου με στένευαν. Να διαγράψω το παρελθόν μου από το μυαλό μου και να κάνω κάπου αλλού μια καινούργια αρχή. Η παρουσία του . Όλα είναι μάταια. Δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε αφού εξακολουθώ να είμαι τριάντα πέντε χρόνων και να κατακρίνω τον εαυτό μου για τον τρόπο με τον οποίο σπατάλησα μέχρι τώρα τη ζωή μου. με τους ίδιους ανθρώπους. Τα διακοσμητικά άσπρα καγκελάκια του τζαμιού με έκαναν να νιώθω σαν σε φυλακή. να εξαφανιστώ. Πόσο θα ήθελα να φύγω. Η απόγνωση μου έφερε δάκρυα στα μάτια.πλακώνει το στήθος. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε αφού συνεχίζω να ζω στο ίδιο σπίτι. συλλογίστηκα.

Βλέπω τόσον καιρό αυτή την ανεξήγητη μελαγχολία σου.» με ρώτησε και με κοίταξε ερευνητικά. . απάντησα και χαμήλωσα το κεφάλι για να μη δει τα μάτια μου. Γιάννη . «Κάθομαι». ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. «Γιατί θα πρέπει να φταίει κάποιος άλλος. την έξη σου στο ποτό… Αναρωτιόμουν μήπως είσαι ερωτευμένη με κάποιον άλλο».Γιάννη στον επάνω όροφο με ενοχλούσε. την απροθυμία σου στο σεξ. «Τι κάνεις εδώ. «Ξέρεις. Ελένη.» ζήτησα να μάθω. Πόσο μάλλον όταν τον είδα να κατεβαίνει τη σκάλα.

αλλά η προοπτική να σε κερατώσω. δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου.αλλά έχεις δίκιο-έπειτα από δεκαεφτά χρόνια και με όλα όσα έχω περάσει. μην ανησυχείς. Δεν ήταν ερώτηση αλλά διαπίστωση. όπως δεν είσαι κι εσύ με μένα». κι ας μην το πιστεύεις. «Εγώ είμαι. «Ούτε με μένα». Λοιπόν. δεν θέλω να σου συμβεί κακό. Ελένη.«Κάνεις σαν να μη σε νοιάζει η κατάστασή μου. «Ίσως ούτε και με σένα. όχι. Δεν είμαι ερωτευμένη με κανέναν». σε πονάω. Πάντα εγώ κάνω την αρχή και σου ζητώ . Σ’ αγαπάω. Σε θέλω και σου το δείχνω.

θα κάναμε να πηδηχτούμε δέκα χρόνια». Και να ήθελα.να κάνουμε έρωτα. Εσύ ποτέ».» «Αν περίμενα να το ζητήσεις εσύ. Πάντα εσύ κάνεις την αρχή. που θα σεβόταν εμένα και τις επιθυμίες μου. Δεν ήθελα να πηδηχτώ. πώς να έβρισκα την ευκαιρία να σου το ζητήσω εγώ πρώτη. Είχε δίκιο. Που θα μου μιλούσε γλυκά και τρυφερά. Ήθελα να κάνω έρωτα με έναν άνθρωπο που θα τον αγαπούσα και θα με αγαπούσε. και δεν θα έβριζε σαν να ήμουν πόρνη. «Το είπες και μόνος σου. Έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε ακόμα κι όταν δεν θα .

Γιάννη. Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Τι αγάπησες σε μένα. Δεν . είναι απλό. «Τελικά τι αγάπησες σε μένα. πώς να του τα εξηγήσω όλα αυτά. Που θα μου έδειχνε πως ήθελε τον έρωτα για να γίνουμε ένα σώμα και μια ψυχή. κι όχι για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.μιλούσαμε. Ίσως του φαίνονταν μικροαστικές ιδέες. «Πάντως να ξέρεις πως εγώ σ’ αγαπάω όπως σ’ αγαπούσα στην αρχή». Όμως. αλλά απάντηση δεν βρήκα». σαχλοί ρομαντισμοί. μου είπε.

» «Αγάπησα έναν καλό άνθρωπο.» «Το αποτέλεσμα είναι που μετράει».σου άρεσε ο τρόπος που ντυνόμουν. όμως το έκανα από αγάπη και ζήλια. ίσως και λίγο κακός. ο τρόπος που φερόμουν. ο τρόπος που σκεφτόμουν. Καλύτερα να μ’ αγαπούσες πολύ λιγότερο και να . «Η καταπίεση και η κακία που μου πρόσφερες όλα αυτά τα χρόνια. Βάλθηκες να με αλλάξεις ολόκληρη. Ξέρω πως πολλές φορές έγινα καταπιεστικός. Να τη βράσω τέτοια αγάπη.του απάντησα. Αγάπησες αυτήν που γνώρισες κάποτε ή αυτό που κατασκεύασες εσύ. να με κάνεις κάτι άλλο απ’ αυτό που ήμουν. Δεν σου λέει τίποτε αυτό.

«Έλα να καθήσουμε αγκαλίτσα». με προσκάλεσε. Κάθησε στον καναπέ κα: χτύπησε μαλακά την άδεια θέση στο πλάι του. Πίστευε πως έπειτα απ’ αυτή τη σύντομη συζήτηση. .ζούσα πιο ευτυχισμένη». «Εντάξει. Εγώ θα σε βοηθήσω όσο μπορώ».» «Να μ’ αφήσεις να βρω τον εαυτό μου που έχασα κοντά σου». «Τι θέλεις να κάνω τώρα. θα έσβηνα όσα κουβαλούσα μέσα μου και θα χωνόμουν με πάθος στην αγκαλιά του. Ήταν απίθανος. η οποία οφείλω να ομολογήσω ήταν κάτι καινούργιο γι’ αυτόν.

Όταν το χέρι του πίεσε το στήθος μου. του είπα. Το σκέφτηκα για λίγο κι έπειτα υποχώρησα ανόρεχτα. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. έτσι δεν είναι. Κάθησα δίπλα του και τον άφησα να με αγκαλιάσει. «Δεν σου ζητάω τίποτα.«Σε παρακαλώ».» . τελικά. Μόνο να καθήσουμε αγκαλιασμένοι». πετάχτηκα όρθια και του φώναξα με θυμό: «Είσαι φοβερός. «Δεν έχω διάθεση». Τα χείλη του ακούμπησαν στο αυτί μου κι ένιώαα τη διάθεση να ουρλιάξω. Το κορμί μου σφίχτηκε χωρίς να το θέλω.

Έπρεπε να ξεφύγω.» ρώτησα τα παιδιά. «Πάμε για μπόουλιγκ.» θέλησε να επιβεβαιώσει .Η Κυριακή μας χάρισε μία από τις πιο όμορφες χειμωνιάτικες λιακάδες. «Πού να πάμε. Αφού φάγαμε και μάζεψα την κουζίνα. Εκείνα με κοίταξαν σαν να μην πίστευαν στ’ αυτιά τους. Ο ωραίος καιρός και οι τάσεις φυγής που είχα τελευταία δεν μπορούσαν να με κρατήσουν στο σπίτι. προσπάθησα να σκοτώσω την ώρα μου ακούγοντας μουσική. Κατά τις εφτά δεν μπόρεσα να αντέξω άλλο. ξεφυλλίζοντας περιοδικά και χαζεύοντας στην τηλεόραση.

πιστεύεις πως μπορείς να μας κερδίσεις. Και τα παιδιά μου έπαιζαν συχνά με τις παρέες τους. .» «Πάμε». αλλά θυμόμουν πως ήμουν πολύ καλή. «Να βάλουμε και στοίχημα για το ποιος θα κερδίσει». μικρή. Πάμε να σας δείξω. «Είμαι σίγουρη. Είχα να παίξω μπόουλιγκ από τον καιρό που πήγαινα στο Λύκειο. επανέλαβα.ο Άγγελος. «Για μπόουλιγκ».» με ρώτησε η Νίκη. «Καλά.

τις κέρδισα εγώ. «Μην αργήσετε». Τις άλλες δύο. Βγήκαμε στον κήπο όπου έπλενε ο Γιάννης το αυτοκίνητό του και τον πληροφορήσαμε για την έξοδό μας. μας είπε.του είπε η Νίκη. Τα παιδιά . γκερ.Ετοιμαστήκαμε γελώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλο. «Ξέρετε πως δεν θέλω να μένω μόνος κυριακάτικα». «Όλη μέρα μαζί είμαστε. Την πρώτη την κέρδισε ο Άγγελος κι έτσι εγώ έπρεπε να κεράσω τα χάμπουρ. βρε μπαμπά». εσύ έτσι κι αλλιώς τηλεόραση θα έβλεπες». τη μία μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Παίξαμε τρεις παρτίδες. όμως. «Άλλωστε.

Πού ήσαστε τόσες . Ο Γιάννης μας περίμενε στη βεράντα. βρε Ελένη. Ένιωθα κι εγώ ένα μαζί τους -παιδί που το είχε σκάσει από την αυστηρή επιτήρηση του πατέρα.θα αγόραζαν τα παγωτά και θα κερνούσαν σινεμά την επόμενη Κυριακή. Η ανεμελιά και το ανεξάντλητο κέφι των παιδιών. «Αμάν. η χαλαρή ατμόσφαιρα στην αίθουσα του μπόουλιγκ και η απλότητα στο φαστ-φουντάδικο έδιωξαν την κακοκεφιά μου. Γυρίσαμε στο σπίτι στις έντεκα ακριβώς. Οι ώρες πέρασαν περισσότερο ευχάριστα απ’ όσο περίμενα.

3 Μπήκε στο σπίτι χωρίς να απαντήσει. «Περιμένατε να με σκάσετε για να γυρίσετε. Γιάννη». άρχισε: «Μην το ξανακάνετε αυτό. του είπα ήρεμα καθώς κλείδωνα την πόρτα του Πεζό μου. Όταν ανεβήκαμε κι εμείς. Μέχρι να παίξουμε .ώρες.» ρώτησε μόλις κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Ένα τηλέφωνο δεν μπορούσατε να πάρετε. «Μη μου πεις πως ανησύχησες».» «Έντεκα είναι η ώρα. Να σκέφτεστε και τον άλλο.» «Μα δεν είναι αργά.

Κι έπειτα.» συνέχισα στον ίδιο ήρεμο τόνο. «Πολύ άνετη μου το παίζεις και δεν μου αρέσει. Πας να με εκδικηθείς .μπόουλιγκ και να φάμε ένα χάμπουργκερ. Ένα τηλέφωνο σου ζήτησα για να μην ανησυχώ». Μην εκμεταλλεύεσαι τα ψυχολογικά σου για να με καβαλήσεις. όταν εσύ έβγαινες κάποτε με τους φίλους σου και γυρνούσες ξημερώματα.» «Αυτό κάνεις. σκέφτηκες ποτέ να με πάρεις τηλέφωνο για να μην ανησυχώ. πόση ώρα θα έπρεπε να κάνουμε. «Κι εγώ σου είπα πως δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.

μπήκε στη μέση ο Άγγελος. «Ξέρεις πως είναι πολύ παράξενος». μη μας το βγάζεις απ’ τη μύτη». με συμβούλευσε ο γιος μας. «Κάνατε και κόμμα. Απλώς σου εξηγώ πως δεν υπήρχε λόγος για ανησυχία. την γκρίνια». «Περάσαμε τόσο ωραία. επειδή γυρίσαμε σε λογική ώρα». ρε πατέρα.» «Όχι βέβαια. βλέπω». «Μην είσαι κουτή και στενοχωρηθείς τώρα». Δεν θέλω να εκδικηθώ. «Άσε. «Δεν έχω σκοπό να στενοχωρηθώ».επειδή αργούσα κάποτε. μουρμούρισε εκνευρισμένος και ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρά μας. τον .

Δεν μου μίλησε. ο Γιάννης ήταν ακόμα ξύπνιος κι έβλεπε τηλεόραση. αλλά δεν χρειάστηκε. απορρίψω άλλη μία πρότασή του για ερωτικά παιχνίδια. Τα φίλησα και τους έριξα από μια χαϊδευτική ξυλιά στα πισινά. «Τίποτα δεν πρόκειται να χαλάσει τη βραδιά μας. Όταν ανέβηκα στο δωμάτιό μας. Ήμουν έτοιμη να . με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του. Την επόμενη βδομάδα συναντήθηκα με .καθησύχασα. Ετοιμαστείτε για ύπνο τώρα». Δεν μου ζήτησε τίποτα. Άλλαξα και ξάπλωσα στην άκρη του κρεβατιού.

Οι σχέσεις μόυ με τον Γιάννη ήταν οξυμμένες. Ο γιατρός μού τόνισε πως τα αποτελέσματα ίσως έκαναν ένα μήνα να φανούν. Δεν ένιωθα ακόμα σίγουρη για τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου. γι’ αυτό έπρεπε να είμαι υπομονετική και αποφασισμένη να συνεχίσω. κι εκείνος δεν μου μιλούσε παρά μόνο όταν ήταν απαραίτητο . .τον ψυχίατρο και πήρα τα χάπια για τη θεραπεία μου. Κανόνισα ένα εβδομαδιαίο ραντεβού με την ψυχοθεραπεύτρια κάθε Παρασκευή βράδυ στις οχτώ και απέφυγα να δώσω την υπόσχεση πως δεν θα έπινα ξανά. Εγώ άδραχνα την παραμικρή ευκαιρία για να βγάλω από μέσα μου το θυμό που είχα θαμμένο τόσα χρόνια.

Είναι της . Ένα πρωί καθώς η Νίκη έσκυβε για να τον φιλήσει πριν φύγει για το σχολείο της.» τη μάλωσε. «Βγάλ* το αμέσως. Τα σοβαρά κορίτσια δεν κυκλοφορούν με τέτοια πράγματα πάνω τους και μάλιστα στο σχολείο». σε παρακαλώ. Όλα τα παιδιά τέτοια πράγματα φοράνε. βρε μπαμπά. ο Γιάννης πρόσεξε ένα μικρό ασημένιο ξυραφάκι που κρεμόταν από ένα δερμάτινο κορδόνι στο λαιμό της. «Έλα.Συχνά προσπαθούσα να δώσω εγώ αφορμές για να ξεκινήσει μια διαφωνία και να ξεσπαθώσω. όμως ο άντρας μου σπανίως τσιμπούσε το δόλωμα. «Τι βλακείες είναι αυτές που φοράς.

εσύ δεν λες τίποτα. Δεν θέλω να κάνεις ό. Εσύ είσαι αξιοπρεπής. Τι το κακό έχει. «Μα γιατί. «Άκουσες τι σου είπα. πότε θα τα βάλει.» «Ελένη. Δεν είναι σωστό να κυκλοφορείς έτσι». Αντί να νουθετείς τα παιδιά. «Καλά. «Τι να πω.» ζήτησε τη βοήθειά μου ο Γιάννης.τι κάνουν οι άλλοι. Κι έπειτα. . επέμεινε η Νίκη. μου αρέσει». Αν δεν τα φορέσει τώρα που είναι μικρή. σου είπα να το βγάλεις αμέσως».γίνεσαι ένα μαζί τους.μόδας». παιδιαρίζεις επικίνδυνα και δεν μου αρέσει καθόλου. Νίκη.

Φόρεσα κι ένα μπλουζάκι με V για να είμαι σίγουρη πως θα φαίνεται κι ετοιμάστηκα για την επόμενη μάχη. Δεν θεωρούσα πως είχε κάνει κάτι κακό και δεν μου άρεσε να νιώθει καταπιεσμένη από τώρα χωρίς λόγο. Εγώ θύμωσα. μπορείς να βγεις το απόγευμα. Αυγόκοβα τα γιουβαρλάκια όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Ελένη. «Με πήρε τηλέφωνο η Νατάσσα και ζήτησε να συναντηθούμε όλες για να μας πει κάτι .Η κόρη μας στραβομουτσούνιασε ενοχλημένη. Όταν έφυγαν όλοι. πήρα το δερμάτινο κορδόνι και το πέρασα στο λαιμό μου.» με ρώτησε η Μαρία. αλλά υπάκουσε στον πατέρα της.

Δείχνουν να έχουν απομακρυνθεί πολύ τον τελευταίο καιρό». Ήταν αλήθεια πως με τον άντρα της έμοιαζε . « Στις εφτά. Πολύ φοβάμαι μήπως έχει κάποιο πρόβλημα με τον Αντώνη. «Εντάξει. στο Όαση ». όμως το μυαλό μου δεν πήγαινε πουθενά.» ζήτησα να μάθω. Έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται. «Και βέβαια.» «Μπα! Δεν μου είπε λέξη.πολύ σημαντικό». Τι ώρα και πού. Προσπάθησα να φανταστώ τι μπορεί να συνέβαινε στη φίλη μας.

» Η Νατάσσα μας έριξε μια βιαστική ματιά.αποξενωμένη. Νατάσσα. Να είχε σχέση μ’ εκείνη το σημαντικό που ήθελε να μας πει η Νατάσσα. κι αυτός πρωί και απόγευμα στο εμπορικό κατάστημα που είχε. Μόλις παραγγείλαμε τους καφέδες μας. Τι είναι αυτό που έχεις να μας πεις. η Μαρία ζήτησε να μάθει τα νέα. «Λοιπόν. . Η δεκαεννιάχρονη κόρη τους σπούδαζε ιατρική στην Ιταλία. Εκείνη μέχρι αργά το μεσημέρι στην τράπεζα. Φτάσαμε και οι τέσσερις σχεδόν ταυτόχρονα στην καφετέρια όπου είχαμε ραντεβού. είμαστε όλο αυτιά.

» συνέχισε η Μαρία. «Νεαρός. Την κοιτούσαμε και οι τρεις αποσβολωμένες.» έκανε η Έρη. «Πού τον γνώρισες.» ήταν η σειρά της Έρης να ρωτήσει. «Με ποιον. δήλωσε απλά. «Τι. «Στην τράπεζα.» ρώτησε η Μαρία.«Είμαι ερωτευμένη». Ήρθε πριν από πέντε μήνες και δουλεύει στο ταμείο». «Με ένα νεαρό». «Είκοσι πέντε». . Δηλαδή τι ηλικία έχει.

ευγενικός. τρυφερός.«Δεν είμαστε καλά. Νοιάζεται αληθινά για μένα. Η Έρη περίμενε μέχρι να μας αφήσει ο σερβιτόρος τους καφέδες πριν συνεχίσει στην επόμενη ερώτηση. Σκέφτηκα να γίνουμε φίλοι καλοί. «Και ο Αντώνης.για τους προβληματισμούς μου. Με κολάκευε. Όμως.για τις ανάγκες μου. δεν ξέρω πότε και πώς. Ανταποκρίθηκα στο φλερτ · του. Πώς έγινε.» «Εκδήλωσε το ενδιαφέρον του σχεδόν απ’ την αρχή. Είναι ευαίσθητος.» . κι άλλωστε μου άρεσε και ο ίδιος. Διακριτικά και όμορφα. έχασα τον έλεγχο και βρέθηκα βαθιά ερωτευμένη μαζί του».

«Δεν μπορώ.» θέλησε να μάθει η Μαρία. ναι». Η αλήθεια ήταν πως κι εγώ απόρησα προς στιγμήν με τον εαυτό μου. «Προχώρησε η σχέση σας. Όλα τα άλλα. «Δεν έχουμε κάνει έρωτα. «Πώς μπορείς.«Δεν ξέρει τίποτα». . Γι’ αυτό σας κάλεσα. Οι άλλες με κοίταξαν με απορία. αν εννοείς αυτό.» απόρησε η Έρη. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Ζήσ’ το όσο μπορείς». της είπα εγώ/ανοίγοντας για πρώτη φορά το στόμα μου.

απάντησα εγώ στη θέση της. «Τον άντρα και την κόρη της». είσαι με τα καλά σου. ξέρω όμως τι θα χάσει». μου είπε η Μαρία.» με . Όσο κι αν προσπαθήσεις να κρυφτείς. Και τότε. «Και γιατί να τους χάσω.» «Δεν ξέρω τι θα κερδίσει. Να πνίξει αυτό που νιώθει για να κερδίσει τι.«Τι να της πω. θα δει τι θα κάνει».» «Επειδή δεν μπορείς να τα έχεις όλα.» τις ρώτησα. κάποια στιγμή ο Αντώνης θα σε καταλάβει. «Ελένη. «Είναι ερωτευμένη κι ευτυχισμένη. φαίνεται.» «Τότε.

Όμως. πώς μπορούμε εμείς να τη συμβουλεύσουμε για το ποιο είναι το σωστό. Ο νεαρός είναι είκοσι πέντε χρονών και η Νατάσσα σαράντα.ρώτησε η Έρη. Αυτό θα το βρει μόνη της. πείτε μου. «Δεν ξέρω. Ίσως κάνω λάθος. «Τι είναι αυτά που της λες.» «Το θέμα είναι να τον βγάλει απ’ το μυαλό της.» Αναστέναξα. Αυτή η σχέση δεν μπορεί να έχει μέλλον. Αλλά. αν η καρδιά της είναι δοσμένη αλλού. Τι . είναι δίκαιο τόσο για την ίδια όσο και για τον άντρα της να κοιμάται δίπλα του και να σκέφτεται κάποιον άλλο.

Μάταια. δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Δεν τα ελέγχεις αυτά τα πράγματα. του μίλησα κυνικά. «Νομίζεις πως δεν προσπάθησα να εμποδίσω αυτή την κατάσταση. Όμως. Και ξαφνικά αισθάνθηκα πολύ νέα.» τόνισε η Μαρία. Δυστυχώς. Αγάπησα αληθινά έναν άντρα. Στην αρχή μίσησα τον εαυτό μου. Οι ώρες δεν περνούσαν μακριά του. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή όποτε τον · έβλεπα. Έχασα τον ύπνο . πήρα δέκα μέρες άδεια για να μη τον βλέπω. Δεν πόθησα ένα νεανικό κορμί. «Λες να έψαχνα να βρω ένα νεαρό για να τον ερωτευθώ.μπορεί να περιμένει. Τον απέφυγα.» ρώτησε η Νατάσσα. Σκέφτηκα πως φερόμουν σαν ξεμωραμένη γριά που πόθησε έναν ζιγκολό.

Έχασα το μυαλό μου». .μου.

Νατάσσα». «Θα σας πω κάτι που δεν σας έχω πει ποτέ. «Και ποιος λέει πως οι παντρεμένοι παύουν να ζουν. είπε η Μαρία σκεφτικά. με υποστήριξε ξαφνικά η Έρη. «Ποιος μπορεί να απαγορεύσει στις καρδιές μας να ξαναχτυπήσουν τρελά κάποια στιγμή. έχει κάποιο δίκιο η Ελένη». Ο άνθρωπος είναι προγραμματισμένος να ερωτεύεται μόνο μία φορά στη ζωή του. Πριν από . «Σε καταλαβαίνω έτσι όπως τα λες. να αισθάνονται. Και γιατί όταν είμαστε ελεύθεροι έχουμε το δικαίωμα να αγαπήσουμε όσες φορές θέλουμε και να αγαπηθούμε άλλες τόσες.» «Ξέρετε. να αγαπούν. όμως είσαι παντρεμένη».«Δεν ξέρω.» ρώτησα εγώ.

δέκα χρόνια είχα γνωρίσει κάποιον που είχε ζητήσει τη βοήθεια του άντρα μου για κάτι κληρονομικά θέματα που είχε. Δεν έχει σημασία το πώς. Ποιον θα έβλαπτα . θα είχε τους ίδιους ενδοιασμούς μ’ εμάς». Αγαπούσα τον άντρα μου. Πίεσα τον εαυτό μου και δεν προχώρησα ποτέ. όμως ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο. . Ακόμα τον σκέφτομαι πότε-πότε. Συχνά αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν είχα κάνει έρωτα μαζί του. σχεδόν με την πρώτη ματιά. Και μη μου πείτε πως αν τύχαινε κάτι ανάλογο σε κάποιον από τους άντρες μας. όμως αυτό που ένιωθα για τον Χρήστο ήταν κάτι διαφορετικό και δυνατό. Γιατί να μην έχω μια όμορφη ανάμνηση ολόδική μου να θυμάμαι. Γιατί να μην ξέρω.

φιλοσόφησε η Νατάσσα.«Η ζωή μάς προσφέρει σχεδόν καθημερινά δώρα τυλιγμένα σε χρωματιστά χαρτιά».» «Ντίνο τον λένε. Γιατί να αρνηθώ εγώ τώρα αυτό το υπέροχο δώρο που έχει τη μορφή του Ντίνου. λες κι είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία.» ρώτησα. «Ναι». δήλωσε . «Τι σκέφτεσαι να κάνεις. να κάνω έρωτα μαζί του». σκεφτόμουν… και τώρα το αποφάσισα. «Αν δεν τα ανοίξουμε πώς θα ξέρουμε ποιο κρύβει ευτυχία και ποιο πόνο.» «Για να σας πω την αλήθεια.

«Ένα μόνο πράγμα να προσέξεις όσο μπορείς». να είσαι όμως προετοιμασμένη για το τέλος που θα έρθει αναπόφευκτα. τη συμβουλέυσα. φρόντισε να μην πληγωθείς.κατηγορηματικά. «Δεν μπορώ να κάνω πίσω. Ζήσ’ το και απόλαυσέ το όσο κρατήσει. Φρόντισε να μην ξεσχίσεις την καρδιά σου για να τη μοιράσεις στον άντρα σου και στον Ντίνο. Αν τώρα νιώθουμε τόση αγάπη και τρυφερότητα. . σκέφτομαι συνέχεια πώς θα είναι. Το θέλω πολύ. «Επειδή δεν είσαι ο τύπος που πάει μόνο για ένα πήδημα. Μην καταλήξεις πληγωμένη και καταρρακωμένη». Όπως είπε και η Έρη. φανταστείτε πόσο υπέροχος θα είναι ο έρωτάς μας».

Είμαι ευτυχισμένη. Μην ανησυχείς για μένα. ζήτησε η Μαρία. Αξίζει να πληρώσω κάποιο τίμημα».Η Νατάσσα μου έσφιξε το χέρι. Όμως.για να γευθούμε κι εμείς λίγη από . Κι όσο για το τέλος. για οποιοδήποτε τέλος. η καρδιά σου αρχίζει · ήδη να σχίζεται στα δύο. «Ναι. κι αυτό έχει σημασία. «Να μας ενημερώνεις καθημερινά». αν ήταν να σκεφτόμαστε πάντα το τέλος. ωστόσο αυτή η ευτυχία δεν θα σβήσει ποτέ από την ψυχή μου. «Απ’ τη στιγμή που αγαπάς. δεν θα κάναμε ποτέ μια αρχή. Μπορεί κάποια στιγμή να πληγωθώ. ποτέ δεν μπορείς να είσαι καλά προετοιμασμένος.

Και θα σε . «Νιώθω αρκετά καλύτερα. «Ένοχη να νιώθεις για το πώς κατάντησες τον εαυτό σου». Πιστεύω πως πληγώνεται πολύ». όμως κουβαλάω ακόμα πολύ θυμό μέσα μου και ψάχνω συνέχεια τρόπους για να τον βγάλω. όμως θα το πάρει απόφαση και θα συνηθίσει τον καινούργιο σου ρόλο. μου είπε η Μαρία.την ευτυχία σου». συμπλήρωσε η Έρη. «Κι όσο για τον Γιάννη. Μερικές φορές αισθάνομαι ένοχη απέναντι στον Γιάννη. Έπειτα η συζήτηση γύρισε στα δικά μου. δεν έχει ανάγκη. Μπορεί να ενοχλείται που δεν σε έχει πια υποχείριό του.

Ο καιρός θα δείξει». είπε η Νατάσσα.» «Αυτό που θέλεις είναι να εκτονωθείς. Να αλλάξει συμπεριφορά και αντιμετώπιση απέναντί μου ή να συνεχίσει να με πιέζει μέχρι να γίνει το μπαμ. να είσαι σίγουρη».εκτιμήσει περισσότερο. Κι όσο για το μπαμ. «Το κακό είναι πως δεν ξέρω τι θέλω. . κι αυτό που χρειάζεσαι είναι χρόνος. Τις τελευταίες μέρες σκέφτομαι σοβαρά να ψάξω για δουλειά». «Πολύ φοβάμαι πως δε θα αργήσει αυτή η ώρα. δεν ξέρεις τι είδους έκρηξη μπορεί να είναι. Όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.

» . Αποφάσισα να κάνω ένα ήρεμο ξεκίνημα. Να μη την κοπανήσω από το σπίτι. Τρεις ξένες γλώσσες ξέρω.» «Μεταφράστρια. Και τι έχεις στο μυαλό σου. «Σαν τι. «Να σας πω.«Αλήθεια. συμφώνησε η Νατάσσα. Θα ψάξω για μια δουλειά που να μπορεί να γίνεται από μέσα».» ρώτησε η Μαρία. «Όμως δεν σε ενοχλεί που θα παραμένεις μέσα στους ίδιους τέσσερις τοίχους. «Δεν είναι άσχημη ιδέα». Θα πάρω σβάρνα όλους τους εκδοτικούς οίκους και ελπίζω να βρω κάτι».

Γύρισα σπίτι κατά τις εννιάμισι.«Λίγο ναι. φώναξέ μας». κορίτσια. Σκέφτηκα όμως να διαμορφώσω το ημιυπόγειο σε δικό μου χώρο. Συζητήσαμε λιγάκι ακόμα για διάφορα άλλα θέματα και αποχαιρετιστήκαμε .» Οι άλλες συμφώνησαν και μου ευχήθηκαν κάθε επιτυχία στο καινούργιο μου ξεκίνημα. «Καλά δεν λέω. Τα παιδιά δεν είχαν γυρίσει ακόμη από το . προσφέρθηκε η Μαρία. «Αν θέλεις βοήθεια για να το καθαρίσεις και να το στολίσεις. Θα το φτιάξω όπως αρέσει σ’ εμένα και θα απομονώνομαι εκεί όποτε και όσο θέλω».

«Για καφέ με τα κορίτσια». Χαμήλωσε το κεφάλι και ξαναγύρισε στη δουλειά του. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα πάνω μου. φροντίζοντας να φαίνεται καλά το ξυραφάκι που κρεμόταν στο λαιμό μου. σκέφτηκα. Επίτηδες το αγνόησε. Ανασήκωσα τους . Κάνει υπομονή και υποχωρήσεις ελπίζοντας πως η συμπεριφορά μου είναι μόνο μια παιδιάστικη αντίδραση που δεν θα αργήσει να περάσει.» με ρώτησε.φροντιστήριο και ο Γιάννης τσεκάριζε κάποια τιμολόγια στο καθιστικό. αλλά δεν είπε τίποτα. «Πού ήσουν. απάντησα και κάθησα απέναντί του.

τους είδα να . Τελικά βρήκα μια εταιρεία που εξέδιδε βιβλία τσέπης. Μερικοί μου είπαν πως δεν ενδιαφέρονται. άλλοι ζήτησαν προϋπηρεσία. ντύθηκα και ξεκίνησα για την Αθήνα. Την άλλη μέρα. Όταν τους απάντησα αρνητικά. πέρασα από την Σόλωνος και κατέληξα στην οδό Ακαδημίας. Σταματούσα σε κάθε εκδοτικό οίκο που συναντούσα κι έμπαινα μέσα για να ρωτήσω για απασχόληση μεταφράστριας.ώμους και ανέβηκα στο δωμάτιο για να αλλάξω. Μου είπαν πως είχαν ανάγκη από μεταφραστές και με ρώτησαν αν είχα ξανακάνει αυτή τη δουλειά. αμέσως μόλις έφυγαν όλοι από το σπίτι. Έπιασα την Ιπποκράτους από τη μέση.

έχω διαβάσει πολλά βιβλία και χειρίζομαι άριστα την ελληνική». «Ξέρω άπταιστα τρεις ξένες γλώσσες. «Κομπιούτερ γνωρίζετε. «Φυσικά». τους είπα με τόση σιγουριά και αποφασιστικότητα που δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Γραφομηχανή ήξερα.» με ρώτησαν. . μου αρέσει η λογοτεχνία. απάντησα ψέματα. «Θα σας δώσουμε ένα δοκιμαστικό. «Είμαι βέβαιη πως θα σας κάνω».διστάζουν. αλλά από το κομπιούτερ γνώριζα μόνο το πληκτρολόγιό του.

μιας και δεν έχετε το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε εμείς στο κομπιούτερ.» Έριξα μια ματιά στα χαρτιά που κρατούσα και υπολόγισα το χρόνο που χρειαζόμουν. Αν η δουλειά σας είναι καλή. θα έρθει κάποιος ειδικός στο γραφείο σας και θα σας εγκαταστήσει στο κομπιούτερ το μεταφραστικό πρόγραμμα που δουλεύουμε. Μπορείτε να το μεταφράσετε σε γραφομηχανή. . Καλή επιτυχία».όπως κάνουμε με όλους τους καινούργιους μεταφραστές μας. μου ευχήθηκε ο υπεύθυνος και μου έδωσε δέκα σελίδες από κάποιο αγγλικό βιβλίο. «Πότε λέτε να μας το φέρετε.

έριχνα αναγνωριστικές ματιές στα φυλλάδια που έπρεπε να μεταφράσω. Σε γενικές γραμμές η γλώσσα δεν μου φάνηκε απρόσιτη και το ύφος μού . Μέχρι να φτάσω στο πάρκιγκ όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητό μου.» «Εντάξει. Ήταν Τρίτη. Είχα δυόμισι μέρες να το δουλέψω όσο καλύτερα μπορούσα. Κάποιες λέξεις μού ήταν άγνωστες.«Όποτε θέλετε. κάποιες άλλες τις ήξερα αλλά δεν τις θυμόμουν. Σημειώνω πως θα το έχουμε την Παρασκευή. Σταμάτησα σ’ ένα περίπτερο και αγόρασα ένα βιβλίο του οίκου όπου σκόπευα να εργαστώ. Είμαστε ανοιχτά μέχρι τις πέντε». Χαιρέτησα κι έφυγα. Σε δυο-τρεις μέρες.

Το κακό ήταν πως δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ώρα είχε πάει. σκέφτηκα αποφασιστικά κι έσφιξα τα χείλη. Θα τα καταφέρω. κι .ταίριαζε. αλλά μέχρι το μεσημέρι είχα τελειώσει το πιο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς. Το πρωί. Είχα στηρίξει πολλά στην επιτυχία της προσπάθειάς μου. όταν έμεινα πάλι μόνη. βρήκα την παλιά γραφομηχανή του πατέρα μου και στρώθηκα στη δουλειά. Χρειάστηκε να ανοίξω πολλές φορές το δίτομο λεξικό του γιου μου για να βρω αγγλικούς ιδιωματισμούς που είχα πια ξεχάσει. Την υπόλοιπη μέρα και σχεδόν ολόκληρη τη νύχτα τις αφιέρωσα στην ανάγνωση -στη μελέτη θα έλεγα του βιβλίου που είχα αγοράσει.

» ρώτησε ο Άγγελος. με συγχάρηκε ο γιος μου. είπα ένοχα και μάζεψα τα χαρτιά μου.όταν γύρισαν τα παιδιά από το σχολείο δεν βρήκαν τίποτα να φάνε. «Τι κάνεις εκεί . «Μπράβο. «Σπουδαίο φαΐ…» σχολίασε η Νίκη. «Τώρα δηλαδή θα καμαρώνω στους φίλους μου πως είμαι παιδί μιας περιζήτητης μεταφράστριας». Εξήγησα και στα δύο πως είχα αποφασίσει να εργαστώ και τους μίλησα για τη δουλειά που πάσχιζα να πάρω. «Θα σας τηγανίσω από δύο αυγά». ρε μάμυ». . κι έκανε δυο βήματα προς το μέρος μου.

«Όπα! Θα γίνεις διάσημη».» ζήτησε να μάθει η Νίκη. Χαμογέλασα. «Ναι. Με μεγάλα γράμματα στην πρώτη σελίδα και με μικρότερα μέσα. Εκείνος έριξε μια γρήγορη ματιά στην πρώτη σελίδα και . Όπως εδώ».«Άσε να με πάρουν πρώτα…» «Τα βιβλία θα γράφουν και το όνομά σου. Την Παρασκευή το πρωί χτύπησα την πόρτα του υπευθύνου που μου είχε δώσει το δοκιμαστικό. Τα παιδιά καμάρωναν από τώρα για τη μάνα τους. Δεν έπρεπε να τα απογοητεύσω. απάντησα και της έδειξα το βιβλίο που είχα αγοράσει. Ούτε τον εαυτό μου.

λοιπόν. Ε. δεν πρόκειται.μου ζήτησε να του τηλεφωνήσω σε δέκα μέρες περίπου για να μου πει αν τους έκανε η δουλειά μου. «Αφού σου έχω ξεκαθαρίσει πως δεν μου αρέσει να δουλεύει η γυναίκα μου». να παραμελώ εσένα και τα παιδιά μας και να έχω τον καθένα να μου ρίχνεται. Το βράδυ εξήγησα ήρεμα στον Γιάννη τα σχέδιά μου. «Μου είχες πει ότι δεν ήθελες να λείπω από το σπίτι . να λείπω απ’ το σπίτι μας. διαμαρτυρήθηκε. «Μου το είχες υποσχεθεί πριν παντρευτούμε». δεν θα παραμελήσω κανένα σας και δεν θα έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου να .

Η ψυχοθεραπεύτρια χάρηκε πολύ όταν της είπα τα σχέδιά μου και ακόμα . «Α. έκανε πιο καθησυχασμένος τώρα. Απλώς ελπίζω». «Καλά. Θα είμαι ελεύθερη επαγγελματίας». και είσαι σίγουρη ότι θα σε πάρουν. καλά». «Δεν είμαι καθόλου σίγουρη.μου κολλάει. Προφανώς δεν πίστευε πως θα έκανα για τη θέση. κι έτσι θεωρούσε χαμένο κόπο να διαφωνήσει μαζί μου. Δεν είχες καμία επαφή με τις ξένες γλώσσες τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια».

Οι άνθρωποι αλλάζουν. προς . αρκεί να μην ξεβολεύεται ο ίδιος».περισσότερο όταν άκουσε πως δεν έγινε καμία άσχημη σκηνή με τον άντρα μου. «Δεν πιστεύω πως ο Γιάννης είναι από εκείνους που ξέρουν να υποχωρούν. μπορεί να μου την προσφέρει. απάντησα δύσπιστα. Δώσ’ του την ευκαιρία να σου το δείξει και. «Μην είσαι τόσο αρνητική απέναντί του. «Βλέπω πως έχει τη διάθεση να σε βοηθήσει και να κάνει υποχωρήσεις που κάποτε θα του ήταν αδιανόητες». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη». σχολίασε. Κι όσο για τη βοήθειά του.

Δεν μπορείς από τη μια στιγμή στην άλλη να του αναποδογυρίζεις τα δεδομένα.» «Όχι βέβαια. Να είμαι για άλλα τόσα χρόνια το θύμα του. Όταν μια ζωή εσύ με ποδοπατάς κι εγώ σου λέω “ευχαριστώ”. όλα πρέπει να γίνουν βήμα προς βήμα. μέχρι να συνηθίσει την ιδέα της αλλαγής μου. γιατί θα πάρει ανάποδες και θα έχεις εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που προσδοκάς». Άφησέ του χρόνο να συνηθίσει την αλλαγή σου. θα πρέπει να σου εξηγήσω . «Και τι πρέπει να κάνω .Θεού. Μην ξεχνάς πως τόσα χρόνια εσύ τον είχες μάθει σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. μη τον προκαλείς συνέχεια. Όμως.

Αν την επόμενη φορά που με πατήσεις. Ίσως να μην ήξερα να βρω αυτόν το μέσο δρόμο. Θέλω να πω οτι δεν χρειάζεται να είμαστε των άκρων. Και μέσος δεν σημαίνει απαραιτήτως μέτριος». εγώ σε αρχίσω στις σφαλιάρες χωρίς να σου έχω διασαφηνίσει πως δεν μου αρέσει αυτό που κάνεις. Ίσως να μην είχα το κουράγιο να τον ψάξω. Κi έτσι τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Υπάρχει πάντα ένας μέσος δρόμος που πρέπει να βρούμε. είναι λογικό να μην καταλάβεις το λόγο που σε έδειρα και να νευριάσεις μαζί μου. Μπορεί να μην .ήρεμα και υπομονετικά πως δεν μου αρέσει πλέον αυτή η κατάσταση και θέλω να την αλλάξω.

είπα. Ο Γιάννης παρακολουθούσε έναν αγώνα ποδοσφαίρου στην τηλεόραση παρέα με τον Άγγελο. Γιατί.» «Λέω να πεταχτώ μέχρι τη Μαρία για να παίξουμε σκραμπλ». Δεν ξέρω. «Πριν από δέκα λεπτά.» διαμαρτυρήθηκε νευριασμένα. «Πότε άρχισε το ματς. «Δεν σε κρατάει το σπίτι σου καθόλου.υπήρχε για μένα και να τον γύρευα άδικα.» τον ρώτησα. «Πάλι θέλεις να φύγεις. Πάντως την Κυριακή η αισιοδοξία και η υπομονή μου με εγκατέλειψαν.» .

Εγώ τι να κάνω.«Αφού εσείς βλέπετε ποδόσφαιρο. «Το ποδόσφαιρο θα τελειώσει σε λίγο. Τι πειράζει αν πάω σε μια φίλη μου να ξεσκάσω λιγάκι . ένοχο τρόπο μου. «Μα εγώ θέλω να πάω». Κι εγώ.» παραπονέθηκα με τον παλιό. «Έτσι και πας. ακόμα πιο ανόητα. ωστόσο φοβήθηκα να αντιμετωπίσω κι . Όχι πως πίστεψα ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή του. ένιωσα να τρομοκρατούμαι. θα χωρίσουμε!» με εκβίασε ανόητα εκείνος. Κάθησε με την οικογένειά σου». επέμεινα σαν πεισματάρικο παιδί.

.άλλη γκρίνια. Τον μισούσα επειδή υπήρξε και εξακολουθούσε να είναι τροχοπέδη στη ζωή μου. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια μου. κι άλλους καβγάδες. η ελπίδα να αλλάξω τη ζωή μου. Τίποτα δεν μπορούσε να γίνει. Ξαφνικά. Τον μισούσα επειδή ήθελε να ορίζει και την παραμικρή μου κίνηση. η αγωνία μου να ξαναβρώ τον αυτοσεβασμό μου. Μόνη μου είχα χαράξει αυτή την πορεία και μου ήταν αδύνατο να βρω τώρα το σωστό δρόμο. Τον μισούσα επειδή ήταν πιο δυνατός από μένα και ήθελε να με εξουσιάζει. Του έριξα ένα πλάγιο βλέμμα κι ένιωσα πως τον μισούσα. όλα μού φάνηκαν μάταια: Ο αγώνας μου να ξεφύγω από τα γρανάζια του.

αν πέθαινα. Άδειασα βιαστικά δύο ποτήρια και γέμισα ένα τρίτο. Μπορεί να ήταν κυρίαρχος της ζωής μου. Το πρωί της καινούργιας εβδομάδας ξύπνησα με ένα νέο χάδι αισιοδοξίας στην ψυχή. Είχα διάθεση να πιω. όμως το θάνατό μου θα τον όριζα μόνο εγώ. Δεν μ’ ένοιαζε αν πάθαινα κάτι. Τελικά ποιον μισούσα περισσότερο . Δεν θα αργούσα να βρω το δρόμο μου… . Στο διάβολο και τα χάπια. Όλα θα πήγαιναν καλύτερα.Τον μισούσα επειδή δεν με άφηνε να είμαι εγώ. Τον Γιάννη ή τον εαυτό μου. Άνοιξα το ψυγείο κι έβγαλα ένα μπουκάλι κρασί.

μια μοκέτα και τέσσερις κούτες με πράγματα που λυπόμουν να πετάξω. Πρώταπρώτα ήθελε ένα καλό καθάρισμα. Κοίταξα γύρω μου σκεφτικά.Τα παιδιά με χαιρέτησαν κι έφυγαν για το σχολείο τους. Έπειτα μπορούσα να αξιοποιήσω τα επιπλάκια που είχαν ξεχαστεί εδώ κάτω. Φόρεσα μια φόρμα κι ένα μπλουζάκι και κατέβηκα στο ημιυπόγειο του σπιτιού μας. Μέσα στις κούτες μπορεί . Δυο-τρία παλιά έπιπλα. Ο Γιάννης ξεκίνησε για τη δουλειά του με ένα ξερό «γεια». να στρώσω τη μοκέτα και να ανα· καλύψω τις παλιές κουρτίνες του καθιστικού. να προσθέσω μερικά κομμάτια ακόμα. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα εκεί μέσα.

Τώρα θα άρχιζε το πιο ευχάριστο μέρος της δουλειάς. Έστρωσα τη μοκέτα κι έφερα το παλιό κομό με μια πολυθρόνα στη μια γωνιά του δωματίου. Ανέβηκα στη βεράντα και πήρα τη σκούπα. Σήκωσα τα μανίκια μου κι έπιασα δουλειά.να ξετρύπωνα και κάτι που να μου ήταν χρήσιμο. Τράβηξα το τραπέζι στη μέση του μακρύ τοίχου. Ξανακατέβηκα τρέχοντας κάτω. τον κουβά και τα απαραίτητα απορρυπαντικά. με την . Είχα καθαρίσει ακόμα και το μικρό WC που επικοινωνούσε με το δωμάτιο. Έριξα γύρω μου μια επιδοκιμαστική ματιά. τη σφουγγαρίστρα. Σε δυόμισι ώρες ο χώρος έλαμπε.

Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα προσεκτικά γύρω μου. Δύο σκαλιστά κηροπήγια τα έβαλα κοντά στο πορτατίφ. Ένα καλαθάκι βαμμένο σε χρώμα φούξια θα το γέμιζα με αποξηραμένα λουλούδια και θα διακοσμούσα κάποια γωνιά. μερικούς πίνακες στους τοίχους. . Βρήκα ένα παλιό πορτατίφ που σκέφτηκα ότι θα έδενε όμορφα πάνω στο κομό.προοπτική να το μετατρέψω σε γραφείο. Έπρεπε να προσθέσω μια καρέκλα για το γραφείο. Ένα μπρούντζινο βάζο και κάποιο ασορτί σταχτοδοχείο θα στόλιζαν το τραπέζιγραφείο. Ανοιξα τις κούτες κι άρχισα να ψάχνω το περιεχόμενό τους.

Στις δυόμισι που γύρισαν τα παιδιά. Στη σκέψη του γιου μου κοίταξα το ρολόι μου και είδα πως η ώρα πλησίαζε δύο. «Άγγελε. Έσβησα το τσιγάρο και ανέβηκα τρέχοντας στο σπίτι. θα μου δανείσεις το κομπιούτερ σου για τις μεταφράσεις μου.» . Α. Πάλι είχα ξεχάσει να μαγειρέψω.το φαγητό ήταν έτοιμο.κουρτίνες στα μακρόστενα παράθυρα και αργότερα ένα φορητό στερεοφωνικό και μια μικρή βιβλιοθήκη. Έβαλα νερό να βράσει και ετοίμασα μια γρήγορη σάλτσα για μακαρόνια. κι ένα φωτιστικό στο ταβάνι και επειγόντως το κομπιούτερ του Άγγελου.

«Δεν ξέρω». συμφώνησε έπειτα από λίγο. Κάνε μου τη χάρη μόνο για λίγο καιρό».Λες κι ήταν σίγουρο πως θα με δέχονταν στη δουλειά. μέχρι να αγοράσουμε καινούργιο». «Έλα. «Θα μπορείς να κατεβαίνεις κάτω για να το χρησιμοποιείς. «Κι εγώ τι θα έχω. . αγόρι μου. «Σ’ ευχαριστώ». ρε μάμυ. είπε σκεφτικά ο Άγγελος.» ρώτησε ο γιος μου. πρότεινα καθώς σέρβιρα στα πιάτα. « Καλά ».

Τώρα έμενε να περιμένω την απάντηση του εκδοτικού οίκου. «Θα είσαι σπίτι. Το απόγευμα με πήρε τηλέφωνο η Νατάσσα. άφησα αναμμένο μόνο το μικρό πορτατίφ της γωνίας και άναψα το τζάκι περιμένοντας .» Ετοίμασα την καφετιέρα και πετάχτηκα στο ζαχα-. Τακτοποίησα τα μαξιλάρια στο καθιστικό.» «Με μεγάλη μου χαρά! Πού αλλού θες να ’μαι. Είχε τακτοποιηθεί. ροπλαστείο της γειτονιάς για να αγοράσω ένα κέικ.Πάει κι αυτό.» με ρώτησε. «Κερνάς καφέ.

ρομαντική ατμόσφαιρα για να ταιριάζει με αυτά που είχα προαίσθηση πως θα άκουγα. μου είπε αφού με φίλησε. «Είμαι πολύ ευτυχισμένη». «Να υποθέσω πως… επήλθε το μοιραίο. Μόλις είχαν φύγει τα παιδιά για τα Αγγλικά τους. . όταν χτύπησε το κουδούνι.» την πείραξα. Άνοιξα την πόρτα και μπήκε μέσα μια Νατάσσα που έλαμπε. «Αποφάσισα να μιλήσω πρώτα μαζί σου επειδή εσύ ήσουν αυτή που με κατάλαβε περισσότερο». Είχα δημιουργήσει μια ευχάριστη.τη φίλη μου.

«Λοιπόν.» ρώτησα με έξαψη μόλις έφερα τα φλιτζάνια μας. σκάλισε τη φωτιά στο τζάκι και κάθησε στην άνετη πολυθρόνα. Καμία σχέση με αυτό που φανταζόμουν». Την κοιτούσα χαμογελώντας χωρίς να μιλάω. Η Νατάσσα άναψε τσιγάρο.«Ω. «Περίμενε να φέρω τους καφέδες χάι θα μου τα πεις όλα». «Ελένη μου. Και ήταν υπέροχο.ένα θα σου πω: δεν μετανιώνω καθόλου. . περιμένοντάς με ανυπόμονα. Δεν ξέρω αν και πότε είχα νιώσει ξανά έτσι». ναι.

Καταλαβαίνεις. ήταν όλες στο ίδιο στιλ.«Ήταν υπέροχα. . τόσο γλυκός. προστυχόλογα για να φτιαχτεί και μια γρήγορη “ξεπέτα” στο κρεβάτι. «Κάτι ξέρω κι εγώ απ’ αυτά». Συναντηθήκαμε το Σάββατο το πρωί και πήγαμε για καφέ στην Κηφισιά. Χουφτώματα στα επίκαιρα σημεία. Έπειτα μου γυρνούσε την πλάτη και ροχάλιζε σαν βόδι. τόσο ανυπόμονος να με κάνει δική του.» Χαμογέλασα πικρά. είπα. Έπειτα μου πρότεινε να πάμε στο σπίτι του. Ήταν τόσο τρυφερός. μια γκαρσονιέρα στα Μελίσσια. Όσες φορές θυμάμαι να έχω κάνει έρωτα με τον Αντώνη.

μου μίλησε τρυφερά κι έπειτα μπήκε μέσα μου με τόσο πάθος. Είμαι τόσο ευτυχισμένη.» . τόση λαχτάρα… Σαν να ήταν η πρώτη του κι η τελευταία μας φορά.«Ο Ντίνος με αγκάλιασε. Να απολαμβάνεις το γλυκό ποτό της χαράς τη στιγμή που η ζωή σε κερνάει και να κρατάς την υπέροχη γεύση του στο στόμα σου για όσο μεγαλύτερο διάστημα μπορείς. τόσο ερωτευμένη!» «Αυτό έχει σημασία. με χάιδεψε παντού. Ύστερα μείναμε αγκαλιασμένοι και μουρμουρίζαμε λόγια αγάπης. Ποιος ξέρει τι θα περιέχει το επόμενο ποτήρι της. τόση τρυφερότητα. Δεν μου έκανε καρδιά να σηκωθώ να γυρίσω στο σπίτι. με φίλησε.

Δεν ξέρω αν μπορείς να με καταλάβεις.σου το εξηγήσω. που έμοιαζαν με ένα. δεν ξέρω πώς να . Δεν το περίμενα να ανακαλύψω στα σαράντα μου πως υπάρχει τέτοιος έρωτας». μία καρδιά. «Είμαι βέβαιη πως υπάρχει. είναι πως τις στιγμές του έρωτά μας ένιωσα πραγματικά να γινόμαστε ένα. κάτι που δυστυχώς δεν θυμάμαι να το έχω νιώσει με . τον Αντώνη.«Αυτό που μου έκανε βαθιά εντύπωση. Ήμαστε “εμείς”. Δύο κορμιά τόσο τέλεια ταιριασμένα μεταξύ τους. εκείνη την ώρα δεν υπήρχε “εγώ” ή “εσύ”. όμως… Να. ί>α μϋαλό. Όσο για την . μία ψυχή. πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν είναι γραφτό να τον γνωρίσουμε όλοι. αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο.

ξέρεις. Γεννιούνται και πεθαίνουν νέα.ηλικία. διαφορές ηλικίας κι άλλα τέτοια. Τα κορμιά μας μπορεί να γερνούν. οι καρδιές μας όμως. δεν πιστεύω πως η ομορφιά της αγάπης έχει να κάνει με τους αριθμούς της ταυτότητάς μας. Με νευριάζει. Ποιος μπορεί να καταλάβει πώς νιώθει ο άλλος. Μέχρι τα εξήντα ή τα ογδόντα μας.» . τα αισθήματά μας μένουν πάντα στην ίδια ηλικία. ο οποιοσδήποτε άλλος. αυτή την ευτυχία που βλέπω εγώ τώρα στο πρόσωπό σου. Ποιος μπορεί να διακρίνει αυτή τη λάμψη. έχουμε την ικανότητα να κλαίμε και να γελάμε. όταν ακούω να κοροϊδεύουν και να μιλούν για γεροντοέρώτες. έχουμε την ανάγκη να αγαπάμε και να μας αγαπούν.

τη διόρθωσα. Εκεί βρίσκουν πάντα ελαφρυντικά». Είτε πρόκειται για άντρα είτε για γυναίκα. «Όλοι ξέρουν να κρίνουν και να κατακρίνουν. Γιά όλους υπάρχουν ελαφρυντικά. να μιλούν για άπιστες γυναίκες ή άντρες. Όχι όταν την απιστία την κάνει ο άντρας. Κατά τη γνώμη μου. «Να σου πω τι λέω εγώ. «Όχι πάντα. Μπορεί ένα . για πουτανιές και ανηθικότητες».«Να ’ξερες πόσο χαίρομαι που με καταλαβαίνεις». κάποιος σοβαρός λόγος θα υπάρχει για να σε οδηγήσει σε άλλη αγκαλιά. μου είπε η Νατάσσα αναστενάζοντας. δεν είναι απαραίτητο να φταίει πάντα κάποιος. για κέρατα και κερατάδες.

Να κινείται παράλληλα.ζευγάρι να είναι μια χαρά και ξαφνικά ο ένας να νιώσει έναν ακατανίκητο έρωτα. Δεν είναι δυνατόν ο Αντώνης να είναι όπως ήταν όταν πρωτογνωρίστηκατε. Πάντα φταίει κι ο άλλος. Στις καλύτερες περιπτώσεις επειδή είναι αδύνατο να είναι όπως ακριβώς τον θέλουμε. Μέρα με τη μέρα αλλάζουμε όλοι. να κατανοεί τις ξαφνικές ανησυχίες και τους προβληματισμούς μας. μια δυνατή αγάπη για κάποιον άλλο». Και . Το μυστικό είναι να ακολουθεί αυτή την αλλαγή και ο σύντροφός μας. ούτε εγώ να είμαι όπως όταν με γνώρισε ο Γιάννης. να προσαρμόζεται στις καινούργιες ανάγκες μας. «Μμμ…» έκανα σκεφτικά. «Εδώ διαφωνώ.

«Ίσως έχεις δίκιο. ίσως αν ο Αντώνης ήταν διαφορετικός. ίσως τότε να μην ερωτευόμουν άλλον άντρα». «Τελικά φαίνεται πως αγαπάμε αυτό που μας λείπει. Αν η δική σου καρδιά ήταν γεμάτη από τον άντρα σου. Κι αυτή τη θέση τού την άφησε ο άλλος με τον τρόπο του. αυτό που δεν έχουμε.δεν μιλάω για την εξωτερική εμφάνιση». είπα. ο Ντίνος δεν θα έβρισκε τη δύναμη να τον παραγκωνίσει ν. βρήκε κενή θέση. «Η ουσία είναι πως για να μπει καινούργιος άνθρωπος στην καρδιά μας. Ναι. γλυκός και τρυφερός σαν τον Ντίνο. ίσως αυτό που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε».αι να διεκδικήσει .

που φτάνει για να αγκαλιάσει όλο τον κόσμο. όμως τους αγαπάς όλους. Οι μορφές της αλλάζουν μόνο. Τον καθένα με τον τρόπο σου. Ο Αντώνης ήδη είχε αρχίσει να αποχωρεί». Με άλλο τρόπο. Γ ι’ αυτό δεν πιστεύω πως πρέπει να νιώθουμε ενοχές όταν μπαίνει άλλος ένας άνθρωπος στην καρδιά μας». Ο άνθρωπος έχει τόση αγάπη κρυμμένη στην καρδιά του. Αναλογίσου πόσους ανθρώπους αγαπάς εσύ. «Και με το κομμάτι που εξακολουθεί να ανήκει ακόμα στον Αντώνη τι κάνω.» με ρώτησε η Νατάσσα.κάποιο κομμάτι. . «Το αγαπάς κι αυτό.ΤΗ αγάπη είναι μία. Νατάσσα. βέβαια.

«Ναι. αλλά εδώ δεν μιλάμε για απλή μορφή αγάπης. Όμως. «Ναι. Δεν μπορούμε να κάνουμε έρωτα αν δεν νιώθουμε τη συγκεκριμένη μορφή της αγάπης και ούτε μπορούμε να αγαπάμε χωρίς να νιο^θουμε την ανάγκη να γίνουμε ένα με τον άνθρωπό μας. . Και μην κοιτάς που μιλώ τόσο απελευθερωμένα. είναι.το οποίο σημαίνει και σεξ. είμαστε από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αγάπη από το σεξ. Κι εμένα με ξενίζει. Τι να πω…» Μπερδεμένα πράγματα. Και το οποίο είναι κατακριτέο». Μιλάμε για ερωτική.

έστω κι αν δεν πήγε ποτέ μαζί της.» «Δεν ξέρω. όμως με το μυαλό μας πόσες φορές δεν έχουμε απατήσει το σύντροφό μας.η σαρκική ή η συναισθηματική απιστία. Αλλά πάλι. Το ίδιο είναι .«Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω». μήπως θα μπορούσα να ανεχθώ να είμαι δίπλα του και να σκέφτεται κάποια άλλη. Μέχρι πριν από λίγο καιρό πίστευα πως δεν θα μπορούσα να συγχωρήσω μια σχέση εξωσυζυγική του Αντώνη. Μπορεί να μη φτάσαμε στο κρεβάτι με τον άλλο. χωρίς να έχουμε σκεφτεί ποτέ πως όλοι υπήρξαμε άπιστοι κάποιες φορές στη ζωή μας. Τελικά ποιο είναι χειρότερο. «Κατηγορούμε την απιστία και τους άπιστους. σκέφτηκα φωναχτά.

και τα δύο. Θέλουμε τον άλλο ολοκληρωτικά δικό μας. θυμώνουμε και τιμωρούμε». «Δεν κοιμήθηκες ακόμα. «Δεν νυστάζω. Τα παιδιά γύρισαν ένα τέταρτο μετά την αναχώρησή της και ο Γιάννης κατά τις έντεκα. όποιο κι αν είναι αυτό. Με βρήκε καθισμένη στο καθιστικό να διαβάζω. Κι όταν χάσουμε ένα κομμάτι του. «Με πήρε ο Αντρέας τηλέφωνο και .» ρώτησε. Αντε να δούμε πότε θα αρχίσουν να με πιάνουν τα υπνωτικά χάπια». αυτό είναι. Η Νατάσσα έφυγε λίγο πριν τις δέκα.

Κατά τις δέκα θα είσαι πίσω. Δεν χρειάζεται να ετοιμάσεις τίποτα.» «Εντάξει.κανονίσαμε να έρθουν την Παρασκευή το βράδυ να πιούμε κάνα ποτηράκι. Πού είναι το πρόβλημα. Θα παραγγείλουμε πίτσες».» Το πρόβλημα ήταν πως έπρεπε να μάθει να ζητάει και τη δική μου γνώμη πριν . «Γιατί.» «Ξεχνάς πως κάθε Παρασκευή έχω ραντεβού με το γιατρό. δεν θα χρειαστεί να φτιάξεις τίποτα. «Εμένα δεν σκέφτηκες να με ρωτήσεις. Δεν μπορώ». του είπα. Κι όπως σου είπα.

Δεν μπορώ». Ό. Θα το ξεκανονίσω εγώ». Κι εγώ χάρηκα για άλλη μία νίκη μου. «Δεν πειράζει. Και το ξεκανόνισα. «Το πρόβλημα είναι πως δεν με βολεύει την Παρασκευή. δήλωσα τελεσίδικα. που θα έπρεπε να εκτελώ αμέσως τις εντολές του οποιαδήποτε στιγμή. Είχα δοθεί ολοκληρωτικά στην αναζήτηση του εαυτού μου. βρε Ελένη. Δεν ήμουν υπάλληλός του. Κι εκείνος δεν είπε τίποτα.τι κι αν έκανα προσπαθούσα ώστε να με .κανονίσει κάτι που αφορούσε κι εμένα. Το κανόνισα τώρα». «Έλα.

Ό. σιδέρωμα. Είχα κουραστεί τόσα χρόνια να ακολουθώ το ίδιο πρόγραμμα σκούπισμα. Το σπίτι έπαψε να λάμπει όπως παλιά. ξεσκόνισμα. Ένα από αυτά τα τελευταία ήταν και η φασίνα του σπιτιού. σφουγγάρισμα. Είχα κουραστεί να τρέχω πίσω τους για να διατηρώ τα αποτελέσματα της ψυχικής και σωματικής μου κούρασης.τι δεν έκανα ήταν επειδή δεν με ευχαριστούσε. Η γυναίκα που ερχόταν μέχρι τότε κάθε Τετάρτη. κάθε Σάββατο. Γ ι’ αυτό της ζήτησα να έρχεται και δεύτερη φορά. Εκείνο το Σάββατο.οδηγήσει στο σωστό δρόμο. όταν ο . δεν κατάφερνε να ισοσταθμίζει το δικό μου κόπο μιας ολόκληρης εβδομάδας. λοιπόν. πλύσιμο.

Γιάννης γύρισε στο σπίτι από τη δουλειά. μου δήλωσε . τις κάτω βεράντες και είχε αρχίσει να καθαρίζει την κουζίνα. Τα παιδιά είχαν καλέσει τρεις φίλους τους και κάθονταν στο καθιστικό. Εγώ όλο το πρωί έλειπα στο σούπερ μάρκετ και στη λαϊκή. κι έτσι δεν την είχα βοηθήσει καθόλου. Ίσως πάλι να μην του είχε καθήσει κάποια γκόμενα. Ο Γιάννης μπήκε μέσα φανερά εκνευρισμένος. η Ιβάνκα είχε τελειώσει τα δωμάτια και τα μπάνια του επάνω ορόφου. Ισως κάτι να είχε συμβεί στη δουλειά του δεν μπορούσα να ξέρω. «Άλλη φορά δεν θέλω να ξαναδώ Σάββατο την Ιβάνκα εδώ».

πρότεινα με χαμηλή φωνή. «Ωραία. Τον ακολούθησα επειδή δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα στους άλλους. «Μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα». δεν σε βολεύει τώρα. Όχι τόσο στην Ιβάνκα όσο στους φίλους .» «Τώρα δεν είμαστε μόνοι μας». Έριξα μια αμήχανη ματιά στην ξένη γυναίκα και τα παιδιά. «Γιατί. πάμε πάνω για να είμαστε μόνοι μας».κοφτά. του τόνισα. είπε και ξεκίνησε για τη σκάλα.

η κρεβατοκάμαρά σου είναι καθαρή κι έτοιμη να ξαπλώσεις και . στα σπίτια τους. μου είπε επιθετικά όταν βρεθήκαμε κλεισμένοι στο δωμάτιό μας. «Πού είδες το χαμό. που ήξερα πως θα μετέφεραν ό. «Αν πρόσεξες.τι έβλεπαν και άκουγαν.των παιδιών μου. «Δεν μπορώ να γυρνάω στο σπίτι μου και να βρίσκω ένα χαμό». ούτε να νιώθω όλη αυτή την ακαταστασία». Δεν μπορώ να έχω τη γυναίκα μες στα πόδια μου.» ρώτησα. Ήρθα κουρασμένος και θέλω να ηρεμήσω. «Όλα είναι άνω-κάτω.

να ξεκουραστείς όσο θέλεις. «Μέχρι τώρα. «Δεν θέλω να ξαπλώσω. Θέλω να καθήσω στην κουζίνα μου»\ «Από πότε άρχισε να σε εμπνέει η κουζίνα. Για να ξαπλώσεις χωρίς να σε ενοχλεί κανείς». Γι’ αυτό φρόντισα να είναι έτοιμα όλα εδώ πάνω. Το ίδιο και το μπάνιο και όλος ο όροφος. «Με ενοχλεί που γυρνάω στο σπίτι μου και βρίσκω άλλους μαζεμένους εδώ . ήξερα πως κάθε Σάββατο που γυρνάς από τη δουλειά θέλεις να κάνεις ντους και να κοιμηθείς. Και δεν θα μου πεις τι θα κάνω. τέλος πάντων».» ρώτησα προκλητικά.

Λοιπόν. Στα παλιά μου τα παπούτσια ποια μέρα θα είναι. Εμένα με βολεύει Σάββατο». «Πολύ καλά».μέσα. αρκεί να μην είναι Σάββατο». Ανοιξε με θυμό την πόρτα του δωματίου και κατέβηκε τη σκάλα. «μπορείς να έρχεσαι άλλη μέρα εκτός από Σάββατο.» «Δεν μου αρέσει να ανακατεύεσαι ακόμα και στο νοικοκυριό μου. θα το πεις εσύ στην Ιβάνκα να μην ξανάρθει Σάββατο. είπε απότομα στη γυναίκα. που σκούπιζε εκείνη την ώρα την κουζίνα. ή θα της το πω εγώ. «Ιβάνκα». .

Ύστερα τον είδα να ρίχνει μια κλωτσιά στη σακούλα με τα σκουπίδια που είχε αφήσει η Ιβάνκα σε μια άκρη και να αδειάζει το περιεχόμενό της στα . της έκανα νεύμα να πει «όχι». πίσω από την πλάτη του. «Άκου να δεις». Εγώ.Η Ιβάνκα τον κοίταξε τρομαγμένη. «Ούτε εσύ θα πηδάς εμένα!» του αντιγύρισα θυμωμένα. Με κοίταξε με μάτια που άστραφταν από οργή και για μια στιγμή φοβήθηκα πως θα σήκωνε το χέρι του να με χτυπήσει. Τα παιδιά μου μάζεψαν τους φίλους τους και ανέβηκαν στα δωμάτιά τους. γυρνώντας σε μένα. είπε άγρια. «δεν θα με πηδάς εσύ».

μου είπε περιφρονητικά. Με ποιο δικαίωμα με έκανε σκουπίδι. Έμεινα κοκαλωμένη να κοιτώ πότε τη σκάλα και πότε την Ιβάνκα. Και γυρνώντας μου την πλάτη. Η συμπεριφορά του ήταν ακατανόητη και αδικαιολόγητη. αυτό είσαι». .καθαρά πλακάκια της κουζίνας. ανέβηκε στο δωμάτιό μας. «Είσαι απαίσια». Θέλω να μιλήσουμε». «Ένα μηδενικό.Τι του είχα κάνει. Ντροπή και θυμός με έκαναν να τρέμω. Κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή του από τον επάνω όροφο να με διατάζει: «Έλα πάνω.

Καθυστέρησα επίτηδες πέντε-δέκα λεπτά. Κάνε μου μια εξήγηση. Έκλεισα την πόρτα. «Έχεις αρχίσει να αλλάζεις και δεν μου αρέσει καθόλου. άρχισε με φωνή βραχνή από το θυμό. «Άκου να δεις».του υπνοδωματίου για να μην ακουγόμαστε και προσπάθησα να τον κοιτάξω προκλητικά. Μου βγάζεις γλώσσα και ο τρόπος που μιλάς είναι απαίσιος. πες μου “αυτή θα είμαι από . «Κλείσε την πόρτα». για να μην του δώσω τη χαρά να σκεφτεί πως τσακιζόμουν να εκπληρώσω την κάθε απαίτησή του. είπε μόλις με είδε μπροστά του.

κάνε μου μια καθαρή εξήγηση και πες μου πως δεν θα είσαι πια αυτή που ήσουν».’δω και πέρα” και θα σηκωθώ να φύγω από ’δω μέσα». πάντα νεύριαζα εύκολα και τότε μιλούσα άσχημα. Δεν σκέφτεσαι πως μπορεί να ενοχλούν εμένα. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σε ενόχλησε ο τρόπος που σου μίλησα. Εσένα δεν σε έχω μάθει έτσι. Εμένα με ξέρεις. σου το είπα.» «Άλλο εγώ. είναι ωραία. Αν θέλεις να γίνεις τέτοια. Όταν χρησιμοποιείς εσύ αυτά τα λόγια. «Θέλεις να μάθεις αν θα συνεχίσω να είμαι η ηλίθια που άκουγα υπομονετικά .

δεν πρόκειται να σε διώξω απ’ το σπίτι.. Έπαψα να είμαι τόσο χαζή. Θα μείνεις εδώ μαζί με τα παιδιά. «Εγώ θέλω να μου πεις αν θα μιλάς άσχημα. τον . κι εγώ θα νοικιάσω μια σουίτα σε κάποιο ξενοδοχείο». μη φοβάσαι. «Θέλω μια σταράτη εξήγηση για να κανονίσω κι εγώ τι θα κάνω. Ε. αν θα μου αντιμιλάς. «Είσαι πολύ μεγαλόψυχος». Έχω προσωπικότητα και αξιοπρέπεια.τις βρισιές και τις προσβολές σου χωρίς να μιλώ. αν θα νευριάζεις. Και.. όχι. θυμήθηκε να συμπληρώσει. αν θα συνεχίσεις να βγαίνεις με τις φίλες σου. Αν θα καπνίζεις». και απαιτώ να με σέβεσαι όπως σε σέβομαι».

«Καλά κάνατε. μου φώναξε. Εγώ είχα ξεκλέψει ένα ποτηράκι και το έπινα μόνη μου στην κουζίνα. Ήταν ο Κώστας με τη Μαρία. παρέα με ένα μπουκάλι κρασί. Εκείνος έκανε υπολογισμούς στο καθιστικό με το κομπιουτεράκι του.ειρωνεύτηκα και βγήκα από το δωμάτιο. Μέχρι το βραδάκι δεν είχαμε μιλήσει καθόλου. «Περιμένω την απάντησή σου». είπε ο Κώστας αφού μας φίλησε. όταν άκουσα τον ήχο του κουδουνιού. «Τα δίδυμα είναι στη μάνα μου και βρήκαμε ευκαιρία να περάσουμε για ένα ποτό». Κι εγώ πίνω τόση ώρα .

η Μαρία με ξεμονάχιασε στην κουζίνα. «Να μην του πεις τίποτα. Νιώθω την ατμόσφαιρα τεταμένη». . Ρίξ’ το στην πλάκα». Όση ώρα έκαναν να διαλέξουν τι ήθελαν να φάνε. «Δεν ξέρω τι να κάνω. κατέληξα μπερδεμένη. Μην παίζεις το παιχνίδι του. Άφησέ τον. Θα δει την απάντηση στη συμπεριφορά σου.μόνος μου κρασί και ήθελα μια παρέα. Τι απάντηση να του δώσω». Της εξήγησα τι είχε γίνει. «Τι έγινε. Να παραγγείλουμε καμιά πίτσα για να μη το πίνουμε ξεροσφύρι».

» με ρώτησε η Μαρία. υποστήριξε ο άντρας μου και ξαναγέμισε το ποτήρι του. Είδα τους φίλους μας να κοιτάζονται με νόημα.Στρώσαμε το τραπέζι και καθήσαμε να φάμε. Δεν με πιάνει καθόλου εμένα το αλκοόλ». «Ήδη έχουμε μεθύσει». «Εγώ λέω να μην πιούμε άλλο». είπε ό Κώστας. «Πώς πάει η ετοιμασία του γραφείου σου. «Εγώ είμαι μια χαρά. Κάποια στιγμή ο Γιάννης άρχισε να ψευδίζει από το πολύ κρασί. Ανοίγαμε τα μπουκάλια με το κρασί. . το ένα μετά το άλλο.

Πάντως είμαι βέβαιη ότι θα γίνει πολύ ωραίος χώρος». Υπάρχουν τόσοι πετυχημένοι μεταφραστές -τις υποτιθέμενες ικανότητες και την εξυπνάδα της Ελένης περίμεναν. Γιατί θέλεις να υποβιβάζεις την προσπάθεια και την αξία της. Χωρίς προϋπηρεσία.«Αρκετά καλά.» τον κατέκρινε ο .» «Γιατί είσαι τόσο αρνητικός. θα έχουμε και μια μεταφράστρια στην παρέα». Θα σου το δείξω όταν θα είναι πανέτοιμο. ειρωνεύτηκε ο Γιάννης. είπε ο Κώστας με καμάρι. «Τρίχες κατσαρές». «Άντε. «Τόσο εύκολο νομίζετε πως είναι να πάρει τη δουλειά. δίχως να έχει κάνει τις απαραίτητες σπουδές.

Τόσα χρόνια είναι χωμένη στην κουζίνα της και ξαφνικά αποφάσισε να το παίξει διανοούμενη. τον επέπληξε και η Μαρία.Κώστας. Ξέχασε τον δικό της εαυτό για να πετύχεις εσύ. Αποκλείεται να πετύχει. Εκτός κι αν στήσει κώλο». «Αποκλείεται να έχει ταλέντο γι’ αυτή τη δουλειά.» «Σιγά μωρέ. «Η γυναίκα σου. σε στήριξε και σε βοήθησε να πραγματοποιήσεις τα σχέδιά σου. Με τι προσόντα. προσπαθείς να ψαλιδίσεις τα όνειρά της . όσον καιρό είναι μαζί σου. Κι αντί να της ανταποδώσεις το καλό που σου έκανε. «Αυτό που κάνεις δεν είναι καθόλου σωστό».

για να μου πας . Προσπάθησα να συγκρατηθώ. «Επίτηδες το κάνεις.πριν καλά-καλά βλαστήσουν. απάντησε ο Γιάννης και ξαναγέμισε το ποτήρι του. μου είπε θυμωμένα.» «Εγώ δεν μπορώ να της κάνω τίποτε. άναψα κι ένα δικό μου. Σηκώθηκα κι έφερα τα τσιγάρα μου. Πήρα το μπουκάλι και γέμισα κι εγώ το δικό μου. Αν έχει αξία θα φανεί». Το χέρι μου έτρεμε και τα μάτια μου είχαν αρχίσει να θολώνουν. Αφού προσέφερα στους άλλους. Δεν θα του έδινα την ικανοποίηση πως είχε καταφέρει να με εξευτελίσει για άλλη μία φορά. «Ξέρεις πολύ καλά πως δεν θέλω να καπνίζεις».

Έτσι μου δίνεις την απάντησή σου. «Κώστα. προβλέπω πως θα αναλάβεις άλλο ένα διαζύγιο. «Κάτι σου είπα νωρίτερα. «Φιλαράκο. . Απλώς νιώθω την ανάγκη να καπνίσω ένα τσιγάρο».κόντρα. απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.» «Δεν δίνω καμία απάντηση. λες βλακείες και το ξέρεις. είπε ο Γιάννης. Έχεις πιει και δεν ελέγχεις τη γλώσσα σου».» «Δεν έχω καμία διάθεση να σου πάω κόντρα. θυμάσαι. Θέλω μόνο να καπνίσω». Το δικό μας».

«Δεν είσαι μόνο εσύ άνθρωπος. Έκανα μια εξήγηση στην κυρία. Θέλετε . Δεν δικαιούσαι μόνο εσύ σεβασμό και εκτίμηση». Σε όποιον αρέσει. «Εγώ είμαι αυτός που είμαι και δεν επιτρέπω σε κανένα να μου πηδάει την προσωπικότητα.«Σας πληροφορώ πως είμαι πάρα πολύ νηφάλιος και ξέρω πολύ καλά τι λέω. Τη Δευτέρα θα περάσω από το γραφείο σου». «Γιατί προσπαθείς να ελέγχεις τη ζωή των άλλων. αλλά φαίνεται πως δεν την προβλημάτισε πολύ. είναι και οι άλλοι. Της είχα κάνει τις εξηγήσεις μου πριν παντρευτούμε.» επενέβη η Μαρία. Δεν έχεις μόνο εσύ δικαιώματα. και τις δέχτηκε.

» τόλμησα να ρωτήσω με . Το ίδιο τραγικό λάθος που κάνουν οι περισσότεροι ερωτευμένοι. θα μπορούσα να λειτουργήσω όπως ήθελε εκείνος.να πείτε πως είμαι λάθος. δεν την ξεγέλασα». Σκασίλα μου! Ήμουν όμως ντόμπρος. Εδώ όφειλα να ομολογήσω πως είχε ένα κάποιο δίκιο. Μου είχε δείξει από την αρχή τον αληθινό του χαρακτήρα. Είχα επίσης πιστέψει πως από τη στιγμή που θα είχα κοντά μου τον άνθρωπο που αγαπούσα. κι εγώ τον είχα δεχτεί ελπίζοντας πως με την αγάπη μου και τη σταδιακή ωριμότητά του θα άλλαζε στα πιο σημαντικά σημεία. «Την προσωπικότητα των άλλων δεν τη σκέφτεσαι .

«Δεν μπορούμε να βρούμε τον τρόπο ώστε να είμαστε και οι δύο καλά. Και σταμάτα να το παίζεις νευριασμένη και να κουνάς το πόδι σου δίπλα μου». «Χέστηκα για την προσωπικότητα των άλλων.τι θέλεις. . δεν μου κάνει. Όχι όμως όταν είσαι δίπλα μου».» «Ο τρόπος ο δικός σου δεν μου αρέσει.» θέλησα να μάθω. Αν νομίζεις ότι θίγω τη δική σου.φωνή που έτρεμε. Εγώ νοιάζομαι για τη δική μου. «Δηλαδή θα πρέπει ή ο ένας ή ο άλλος να είναι ευτυχισμένος εδώ μέσα. μπορείς να κάνεις ό.

«Όλα μ’ ενοχλούν. Τό ότι σε παντρεύτηκα».Συνειδητοποίησα πως. τα νεύρα που έχεις. «Κι αυτό σ’ ενοχλεί . το ότι με γράφεις στο πράμα σού.» ρώτησα. «Γίνεσαι γελοίος». πράγματι. Δεν είμαι καθόλου μεθυσμένος και ξέρω τι μου γίνεται. «Γνώμη σου. ο εκνευρισμός είχε κάνει τα πόδια μου να τινάζονται μηχανικά. του είπε ο Κώστας. «Είσαι μεθυσμένος και δεν ξέρεις τι λες». Το τσιγάρο που καπνίζεις. το κρασί που πίνεις. Η κυρία είναι κλασικό δείγμα γυναίκας που κάνει τα πάντα για να τυλίξει .

Αν δεν παντρευόσουν εμένα θα ήσουν αυτή που είσαι.» ζήτησα να μάθω. πριν τι ήμουν. να της τον εξαφανίσεις». Θα έκανες τα ταξιδάκια σου στο εξωτερικό . Εγώ την έκανα κυρία». «Εγώ απλώς προσπάθησα να την κάνω καλύτερη. «Ένα άμυαλο κοριτσόπουλο.κάποιον και να τον παντρευτεί. κι έπειτα φανερώνει τον αληθινό της εαυτό». «Εσύ προσπάθησες να της τον αλλάξεις.του θύμισε η Μαρία. «Γιατί. σκουπίζοντας τα πρώτα δάκρυα που άρχισαν να τρέχουν. «Τον αληθινό της εαυτό τον γνώρισες όταν την ερωτεύθηκες». Θα έμενες σε τέτοιο σπίτι. .

Θα είχες τη γυναίκα να σου κάνει τις δουλειές ώστε να μην κάνεις τίποτα εσύ. που θα έκανε να σε πηδήσει μία φορά το μήνα.» «Όχι. Ότι εγώ δεν σ’ αγαπάω. Κι έπειτα.ή μάλλον βολευόσουν επειδή σου έκανα όλα τα κέφια. άντε να χορτάσεις με αγάπη. τι θέλεις να πεις. μονολόγησα. Άμα δεν έχεις λεφτά. δεν μ’ αγαπάς. επειδή ήμουν η .» «Κάποιον που θα με αγαπούσε αληθινά». που δεν θα είχε λεφτά να σου δώσει για να ψωνίσεις τα ωραία σου ρούχα. Απλώς βολεύεσαι μαζί μου. «Τρίχες. αγαπητή μου. Φάε αγάπη και χόρτασε. Ή μήπως θα είχες πάρει κανέναν που θα σε έστελνε να δουλεύεις όλη μέρα.

» ρώτησα. πού πήγε η αγάπη σου.χώρισε. που την έπαιζες όπως ήθελες. ρε Γιάννη. πρέπει να μισήσω και να καταστρέψω τον εαυτό μου. Η Ελένη . «Αν δεν σου αρέσει έτσι. «Να σου πω.» «Γιατί να μην τολμά αν το θέλει.μαριονέτα σου.» «Δηλαδή για ν’ αγαπώ και να ικανοποιώ εσένα. Τώρα που δοκιμάζω να βρω τον αληθινό μου εαυτό.τώρα που διεκδικώ το σεβασμό που μου ανήκει. Τολμάς να χωρίσεις .» ρώτησε ο Κώστας. είναι πολύ απλό.» «Η δική σου αγάπη πού πήγε και αγνοείς τις επιθυμίες μου.

Αυτοί. Και η Ελένη. ποιον θα βρει να την πάρει.είναι τριά-ντα πέντε χρονών. όμως μετά το πήδημα τι θα έχει να λέει μαζί τους. «Οι σαραντάρηδες είναι ήδη παντρεμένοι. Άμα χωρίσει τώρα. Τίποτε. Άρα απομένουν οι εξηντάρηδες. ναι. τον πληροφόρησε ο φίλος του. Άρα θα πάει για ένα πήδημα. την ξέρω καλά. που δεν θα τη γεμίζουν με τίποτα. μπορεί να πηδάνε καλά και να το ευχαριστηθεί. Ένας τριαντάρης κοιτάζει τις εικοσάρες». και οι εικοσάρηδες. δεν πρόκειται να πάει με παντρεμένο. «Μπορεί κάλλιστα να βρει ένα σαραντάρη». Και πιστεύεις .

Και μήπως το ευχαριστιόμουν. Επειδή έτσι έδειχνα.» τον ρώτησα.πως έτσι θα νιώσει ικανοποιημένη. Πρέπει να σκλαβώσω τη ζωή μου για να έχω κάποιον να κάνω έρωτα. Πως επικοινωνούσαμε. μετά το δικό μας «πήδημα» τι είχα να λέω μαζί του. «Και ποιος σου είπε ότι το πρόβλημά μου θα είναι να βρω κάποιον άλλο άντρα. κι αυτό μ’ ενοχλούσε. Νομίζεις πως δεν μπορώ να ζήσω μια χαρά μόνη μου. «Πρέπει οπωσδήποτε να έχω κάποιον δίπλα μου για να με πρήζει. Οι γυναίκες. μπορούν μια χαρά να τη βρουν και μόνες τους». όπως και οι άντρες. Κι έπειτα.» Μιλούσαν σαν να μην ήμουν εγώ μπροστά. .

είμαι φίλη σου. . να πάρω μάτι που ξέρεις πως μου αρέσει. μας είπε. «Τότε. κάνοντας τη χαρακτηριστική ανδρική χειρονομία. «Ξέρετε πού έχω γραμμένη τη γνώμη σας». είπα μόνο.του είπε η Μαρία.γιατί δεν το κάνεις και τώρα. αλλά να ξέρεις πως αυτή τη στιγμή είσαι πολύ απαίσιος». συμπλήρωσε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. «Γιάννη.» «Γίνεσαι πολύ χυδαίος».κατέληξα προκλητικά. «Πάντως εγώ το γυναικάκι μου το αγαπάω και καταλαβαίνω τα ψυχολογικά του προβλήματα».

Πήρα μια χαρτοπετσέτα από το τραπέζι και φύσηξα τη μύτη μου.«Κόψε τις ειρωνείες». Ένιωθα πως εκεί που προσπαθούσα να . «Δεν το θέλω το άγγιγμά σου και μην τολμήσεις να μου ξανατραβήξεις τα μαλλιά». μούγκρισε απειλητικά. του φώναξα κλαίγοντας και πήγα να καθήσω μακριά του. «Μην αντιδράς στο άγγιγμά μου». Τον κοίταζα σαν να έβλεπα έναν ξένο. Τα μάτια του γυάλισαν από το θυμό και το μεθύσι.του είπα απότομα κι έσπρωξα μακριά το χέρι του. Ένιωθα νεκρή. Με έπιασε από τα μαλλιά και μου τράβηξε βίαια το κεφάλι.

Στ’ αυτιά μου ηχούσαν μόνο δικές του σκόρπιες λέξεις. Πνιγόμουν. Αισθανόμουν αφάνταστα κουρασμένη.βγω από το σκοτεινό πηγάδι όπου είχα πέσει. μου είπε η . Πέθαινα. εκείνος τώρα μου έδινε μια δυνατή σπρωξιά και με ξανάριχνε μέσα. Το πηγάδι με είχε πνίξει. Ποιο το όφελος να παλεύω για να καταφέρω τι. αλλά τι να έκανα. αλλά τι να πω. Σκληρές. Οι φίλοι μας προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στην τάξη. Δεν τους άκουγα. χυδαίες λέξεις… Ήθελα να μιλήσω. Ήθελα να αντιδράσω. Μην τον αφήνεις να σου το κάνει αυτό». Η φωνή μου δεν είχε δύναμη. Ήμουν κιόλας νεκρή. «Μην το βάλεις κάτω.

Δεν ήταν μόνο το σημερινό μεθύσι του που με είχε καταρρακώσει. Έχει πιει και δεν ήξερε τι έλεγε». που στόλιζε το τζάκι. ξοδεμένα για έναν άνθρωπο που δεν ήξερε ν’ αγαπά άλλον πέρα από . και άφησα το μυαλό μου να τρέξει στο παρελθόν. Ήταν ολόκληρη η ζωή που είχα ζήσει κοντά του. Δεκαεφτά χρόνια πεταμένα. Μια μέρα χαράς και δέκα μέρες δάκρυα. «Μη στενοχωριέσαι. μου ψιθύρισε κι ο Κώστας πριν φύγει. κοίταξα τη φωτογραφία του γάμου μας. Εγώ όμως ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Όταν έμεινα μόνη στο καθιστικό.Μαρία στην πόρτα καθώς με αποχαιρετούσε.

«Ναι». «Εδώ είσαι. Έκλαιγα. Είσαι καλά.» . Έκλαιγα με λυγμούς και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να σταματήσω. γιατί κλαις. «Ανησύχησα.» ζήτησε να μάθει και κάθησε δίπλα μου. Έκλαιγα ακόμα όταν κατέβηκε κάτω και πλησίασε τον καναπέ όπου καθόμουν.τον εαυτό του.» με ρώτησε. Έναν άντρα που δεν νοιαζόταν για τον πόνο που χάριζε τόσο απλόχερα. παρά μόνο για το πώς θα περνούσε καλύτερα εκείνος. άκουσα τη φωνή μου να απαντάειι «Τότε.λες και υπήρχε περίπτωση να είχα πάει στα μπουζούκια.

Την καταβρίσκω όταν γίνομαι χάλια. «Ναι». . Τώρα μάλιστα! Πώς να μην το ξέρω μετά απ’ όσα είχε κάνει για να με πείσει.του είπα.Επειδή με διασκεδάζει το κλάμα. να το ξέρεις». Με τράβηξε στην αγκαλιά του και μου σκούπισε τα μάτια.» Ήταν δυνατό να μην τον αγαπάω έπειτα από τόση ευτυχία που μου είχε προσφέρει. «Εσύ μ’ αγαπάς. «Σ’ αγαπάω. «Έλα ’δω». «Θα μου περάσει».

Ηλίθιος.«Ναι». Τρελός. «Θέλεις να κάνουμε έρωτα. Με ξάπλωσε στον καναπέ. «Μανάρι μου εσύ!» Έβγαλε από την τσέπη του το κουτί με τα προφυλακτικά. Σαδιστής. Εγώ δεν . Ώστε λοιπόν τόσο πολύ είχε ανησυχήσει. «Ναι».» Τελικά τι σόι άνθρωπος ήταν. απάντησε μια άγνωστη φωνή. αλλοιωμένη από το κλάμα. Ή μήπως η μοναδική του έγνοια ήταν μήπως δεν μπορέσει να ικανοποιήσει τις ορέξεις του.

Θέλησα να το τραβήξω με δύναμη μέχρι να του το ξεριζώσω. Ένιωσα τα χείλη του πάνω στο στήθος μου και το χέρι του ανάμεσα στα πόδια . Ούτε καν τα παιδιά που κοιμούνταν επάνω και θα μπορούσαν να μας δουν αν τύχαινε να ξυπνήσουν. Δεν τον βοήθησα. Αρχισε να με γδύνει ανυπόμονα.αντιστάθηκα. Ήμουν σαν μια άψυχη κούκλα παρατημένη στα χέρια του. παρά μόνο συνέχισα να κλαίω. Μου ήρθε τάση για εμετό. Έπιασε το χέρι μου και το έφερε πάνω στην ένδειξη της στύσης του. Έβγαλε την πιτζάμα του και είδα το πέος του να σηκώνεται απειλητικά μπροστά μου. αλλά δεν το έκανα. Το μυαλό μου αρνιόταν να σκεφτεί οτιδήποτε. ούτε αντιστάθηκα. Κρατήθηκα.

Όταν τελείωσε έγειρε στο πλάι κι έκλεισε τα μάτια. ε. μωρό μου. ε.» ρώτησε με ικανοποίηση . «Ναι». Σε κάθε του κίνηση ένιωθα σουβλιές στο κεφάλι. Αυτή τη φορά είχε την εξυπνάδα να μη . «Σ’ αρέσει.μου. επανέλαβε η άγνωστη φωνή.» « Ναι. Ντύθηκα βιαστικά. Μπήκε μέσα μου κι άρχισε να κουνιέται άγρια. Γι’ αυτό κλαίω ». Τα δάκρυα έγιναν πιο πολλά. Βόγκησα από τον πόνο. πιο καυτά. «Είσαι ερεθισμένη.

Πάντως και να με ρωτούσε. Η καρδιά μου δεν άντεχε άλλο πόνο. Δεν άντεχα άλλο. . Το μυαλό μου δεν λειτουργούσε για να βρει κάποια λύση. Μέχρι να βάλω τα πιάτα στο πλυντήριο και να ανεβώ πάνω. μου είπε. την ψυχή και τη ζωή. Δύναμη δεν είχα για να αντισταθώ. Είχα την αίσθηση πως ακόμα κι αν μου ζητούσε να καρφώσω στην καρδιά μου ένα μαχαίρι. πάλι «ναι» θα απαντούσα. Μου είχε βιάσει το σώμα. Τον κοίταξα σαν να έβλεπα το βιαστή μου. πάλι «ναι» θα του έλεγα. «Πάμε να κοιμηθούμε».με ρωτήσει αν μου άρεσε. Έπρεπε να δοθεί ένα τέλος.τον βρήκα να ροχαλίζει.

Με την ηρεμία που διακρίνει έναν άνθρωπο αποφασισμένο. στ’ αυτιά μου έφτασαν κάποιοι ψίθυροι. άνοιξα το ντουλάπι όπου φύλαγα τα φάρμακα.Με μηχανικές κινήσεις κατέβηκα στην κουζίνα. παρά μόνο τη λύτρωση. 4 Πριν καταφέρω να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα πια. πως ήμουν νεκρή και . Είχα την αίσθηση. πήρα το κουτί με τα ηρεμιστικά που μου είχε δώσει ο ψυχίατρος και κατάπια όλα όσα είχαν μείνει μέσα.τη βεβαιότητα θα έλεγα.

.βρισκόμουν ανάμεσα στους αγγέλους του ουρανού. Το βλέμμα μου τον προσπέρασε αδιάφορα και συνάντησε τα πρόσωπα των καλών μου φίλων: της Νατάσσας.της Μαρίας και του Αντώνη. Ο Γιάννης ήταν σκυμμένος από πάνω μου και με κοιτούσε με αγωνία και ενοχή.» ρώτησε ο άντρας μου και μου έπιασε το χέρι που ήταν συνδεδεμένο με τον ορό. Όταν ανασήκωσα τα βαριά μου βλέφαρα. «Πώς είσαι. είπε η Μαρία με χαρά κι έτρεξε κοντά μου.της Έρης. «Ξύπνησες».το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισα μου έδιωξε κάθε σκέψη σχετική με αγγελούδια. Ελενίτσα μου.

«Νιώθεις καλά. Δεν μπορεί να ήμουν τόσο ηλίθια. «Ναι». Λίγολίγο οι εφιάλτες μου ξαναζωντάνεψαν.Αν είχα δύναμη θα το τραβούσα. Έκλεισα τα μάτια και δοκίμασα πάλι. απάντησα.» με ρώτησε η Νατάσσα. Είχα φτάσει στο σημείο να θελήσω να τερματίσω τη ζωή μου για χάρη του. Όχι. Ναι. Κάποιες άδικες κουβέντες. κάποια δάκρυα. Απλώς . όχι για χάρη του. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πολλά. Αισθάνθηκα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου. όμως ένιωθα σαν παράλυτη. ένας βιασμός. Προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου όλα όσα είχαν γίνει. άρχισα να θυμάμαι.

να ζω. Για να ησυχάσω. όμως επειδή οι φίλες μου πληροφόρησαν τους γιατρούς για την κατάθλιψή μου. τα χάπια που .είχα κουραστεί να παλεύω. Θέλησα να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου. Με βρήκε πεσμένη στη μέση του καθιστικού φαίνεται δεν είχα προλάβει να φτάσω μέχρι τον καναπέ. Όπως μου είπαν. Φώναξε τον πατέρα του και με μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου μου έκαναν πλύση στομάχου. ο Άγγελος ξύπνησε κατά τις τρεις τα ξημερώματα με πονοκέφαλο και κατέβηκε για να πιει μια ασπιρίνη. Δεν τα κατάφερα. για το δικό μου καλό. Τώρα είχα ξεπεράσει τον άμεσο κίνδυνο. Απλά πράγματα. να ελπίζω. να απογοητεύομαι.

με έβρισε. ο άντρας μου μέθυσε και μου φέρθηκε πολύ άσχημα. με ταπείνωσε κι έπειτα είχε το θράσος να μου ζητήσει να κάνουμε έρωτα». κάθησαν στις δύο πολυθρόνες απέναντί μου και θέλησαν να μάθουν τι είχε συμβεί.έπαιρνα και την ψυχοθεραπεία που έκανα. «Απλώς. τους είπα. εκείνοι θεώρησαν απαραίτητο να ειδοποιήσουν τον ψυχίατρο που με παρακολουθούσε. Δεν θέλω να θυμηθώ λεπτομέρειες που πονούν». «Δεν έχω κουράγιο να μιλάω. Ζήτησαν να μας αφήσουν μόνους. Ο κύριος Παττακός ήρθε μαζί με τη Λιάνα κατά το μεσημέρι. Με πρόσβαλε. .

να αντιδράσω. «Ναι».» ρώτησαν σχεδόν ταυτόχρονα.» τους είπα θυμωμένα.χωρίς να σκεφτείς τους ανθρώπους που σ’ αγαπούν και σε χρειάζονται. Θα έχει για πρότυπο μια μάνα που αρνείται να . «Ωραίο παράδειγμα δίνεις και στην κόρη σου.» «Επειδή δεν είχα δύναμη να αντισταθώ. Πολύ βολικό αυτό». δεν το καταλαβαίνετε.«Κι εσύ δέχτηκες. Έχω κουραστεί απ’ όλους και όλα. «Και διάλεξες την πιο εύκολη για σένα λύση. είπε ο ψυχίατρός μου. «Γιατί.

» «Θα προσπαθήσεις να το βρεις. «Κι αν μου λείπει το θάρρος.παλέψει για τα δικαιώματά της. Το θάρρος είναι ταλέντο.χάρισμα. Και ξαφνικά θα συνειδητοποιήσεις ότι το κουβαλάς πια μέσα σου. Και τότε δεν θα φοβάσαι . αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού σου. μια μάνα που σκύβει το κεφάλι και προτιμά τη δειλή φυγή από τον αγώνα για να πάρει το τιμόνι της ζωής της στα χέρια της». Το θάρρος δεν είναι κάτι που μπορώ να το τυλίξω σε ένα όμορφο κουτάκι με χρωματιστές κορδέλες και να σου το χαρίσω.που θα το κερδίσεις μόνη σου λίγο-λίγο μέσα από την κάθε αναποδιά της ζωής.

Θα ανακαλύψεις τη δική σου δύναμη που θα σε χάνει κυρίαρχο του εαυτού σου. όχι μόνο επιτρέπεις στους άλλους να σου κάνουν κακό. συμπλήρωσε η Λιάνα. τις απειλές τους ή τη δύναμη πουννομίζεις πως έχουν. αλλά βλάπτεις συνέχεια και η ίδια τον εαυτό σου. Φοβάσαι να τολμήσεις. να επαναστατήσεις.την κριτική των άλλων. να ρισκάρεις. Δεν . «Κι εσύ. να αντισταθείς. Περιμένεις να σου χαρίσουν οι άλλοι τη ζωή και το νόημά της. Φοβάσαι να ζήσεις.της ζωής σου και των επιλογών σου». «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σε βλάψει αν δεν του το επιτρέψεις εσύ». την ελευθερία σου και τον αυτοσεβασμό σου.

Κάπου είχαν δίκιο.» Τους άκουγα χωρίς να μιλάω. Νομίζεις πως οι άλλοι είναι καλύτεροι από σένα. να κάνεις μόνη τις επιλογές σου και να είσαι έτοιμη για τις συνέπειες. το μπορείς κι εσύ. Περίμενα πάντα να καταλάβουν οι άλλοι μόνοι τους τι ήθελα και να μου προσφέρουν όσα άντεχε η γενναιοδωρία τους.τι μπορώ να κάνω εγώ. Ό. Αν δεν δοκιμάσεις πώς θα το ξέρεις.καταλαβαίνεις πως πρέπει μόνη σου να ριχτείς μες στη φωτιά. Σε πολλά πράγματα ίσως να τα καταφέρνεις και καλύτερα. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχα τολμήσει ποτέ στη ζωή μου. να αποφασίσεις εσύ πότε και σε ποιο ρυθμό θα χορέψεις. Δεν τους είχα δείξει ποτέ μέχρι .

όλα όσα ήθελα. Την Τρίτη το μεσημέρι βγήκα από το νοσοκομείο. Εκεί έπρεπε να ψάξω να τα βρω.πού έφταναν τα όριά μου. πόσα μπορούσα να ανεχθώ και πόσα όχι. Αντιμετώπιζα την ύπαρξή μου και το πέρασμά μου από τη ζωή σαν ένα ασήμαντο γεγονός και είχα την απαίτηση να μου δώσουν σημασία οι άλλοι. Τα παιδιά με περίμεναν όλο χαρά στο σπίτι. Ναι. όσα ζητούσα. Κι επειδή εκείνοι δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να καταλάβουν. κρύβονταν μέσα μου. αποφάσισα να τερματίσω τη ζωή μου χωρίς να αγωνιστώ. Δεν είχαν πάει στο σχολείο για να ετοιμάσουν την υποδοχή .

Δεν ήξεραν τον πραγματικό λόγο που τους είχα λείψει για τρεις μέρες. την ευχάριστη παρέα. χτύπησε το τηλέφωνο. Τους είχαν πει ότι είχα πάθει γαστρεντερίτιδα. Δεν είχαμε τελειώσει ακόμα το φαγητό μας όταν ήρθε και η Έρη. σαν δασκάλα που ήταν. Έπειτα. Την ώρα που τρώγαμε και οι τέσσερις. . Κάθησε στην παρέα μας.μου. Η Μαρία -εκείνη ήταν που με συνόδευσε πίσω-είχε περάσει νωρίς το πρωί από το σπίτι μας και είχε ετοιμάσει κοτόπουλο με μια ιταλική λευκή σάλτσα και πιλάφι. Ήταν ο Γιάννης. κι άρχισε να καλαμπουρίζει μαζί μας. που ήθελε να βεβαιωθεί πως ήμουν μια χαρά και να μου ζητήσει για άλλη μια φορά συγγνώμη.

«Πώς σου ήρθε να κάνεις τέτοια βλακεία.» «Άσ’ τα αυτά πια. Κι ελπίζω το πρώτο ευχάριστο να γίνει αύριο. Οι τέσσερις φίλες ετοιμάσαμε καφέ και βολευτήκαμε στο καθιστικό. μου είπε η Έρη. Από ’δω και πέρα θα ασχολούμαστε μόνο με ευχάριστα πράγματα. «Να είσαι σίγουρη πως δεν πρόκειται να ξαναγίνει ποτέ κάτι τέτοιο. της απάντησα. «Να ’ξερες πόσο μας τρόμαξες».παρακίνησε πρώτη τα παιδιά μου να πάνε για διάβασμα. Πέρασαν». Στις τέσσερις και δέκα έφτασε και η Νατάσσα από την τράπεζα. όταν θα πάρω τηλέφωνο τον εκδοτικό οίκο .

Περίμενα ανυπόμονα την αυριανή μέρα για να βεβαιωθώ.για να δω αν θα με προσλάβουν».» με ρώτησε η Έρη. «Τα νέα της Νατάσσας τα έμαθες πρώτη. είπε η Μαρία. «Εγώ είμαι βέβαιη γι’ αυτό». Η αλήθεια ήταν πως κι εμένα με διακατείχε αισιοδοξία. . «Κι εγώ είμαι σίγουρη». χαμογελώντας πονηρά. «Προχώρησε η ιστορία με τον μικρό». «Μου το λέει η διαίσθηση μου». είπαν ταυτόχρονα οι άλλες δύο και μ’ έκαναν να χαμογελάσω. ε. «Και δεν το μετάνιωσε καθόλου».

«Δυστυχώς μόνο στην τράπεζα.» ρώτησα τη Νατάσσα. απόλαυσέ το».τόνισα εγώ. ας πούμε. ΣΟΥ ΑΝΗΚΕΙ». Ανταλλάσσουμε ερωτευμένες ματιές και ραβασάκια.της είπε η Έρη. Σήμερα. πετάχτηκε η Μαρία. υποτίθεται πως μου έφερε κάποια χαρτιά να ελέγξω και ανάμεσά τους βρήκα ένα λευκό φύλλο που έγραφε με μεγάλα γράμματα Σ’ ΑΓΑΠΩ! Χθες μου έστειλε μήνυμα στο κινητό: Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ. . «Αφού σε γεμίζει και σε κάνει ευτυχισμένη. «Έχω μια ιδέα». «Τον ξαναείδες από τότε. «Μακάρι να νιώθαμε όλες τέτοια χαρά».

«Τι συνέβη.«Να κανόνισουμε μία συγκεκριμένη μέρα κάθε βδομάδα να συναντιόμαστε μόνο εμείς οι γυναίκες και να λέμε τα νέα μας. στις οχτώ και δέκα.» με ρώτησε όταν πρόσεξε τη στενοχωρημένη μου έκφραση. . «Αργησες». αρχίζοντας κιόλας από την αυριανή Τετάρτη. να συμβουλεύουμε η μία την άλλη… Πώς σας φαίνεται η ιδέα.» Συμφωνήσαμε όλες χωρίς δεύτερη σκέψη και κανονίσαμε να βρισκόμαστε κάθε Τετάρτη στις οχτώ. στη γνωστή καφετέρια. να διασκεδάζουμε.τα κουτσομπολιά μας. μου είπε η Έρη. Έφτασα στο ραντεβού μας.

«Καλά. «Όλα τούς άρεσαν και μάλιστα πολύ». τι δεν τους άρεσε.» ζήτησε να μάθει η Νατάσσα. μια μεταφράστρια ». Θα είμαι πλέον εργαζόμενη γυναίκα. τους είπα και χαμήλωσα το βλέμμα. «Τι ηλίθιοι!» έβρισε η Μαρία. «Αύριο θα κατεβώ να πάρω το πρώτο μου βιβλίο. «Δεν ξέρουν τι έχασαν». που οι υπόλοιποι θαμώνες . Οι φίλες μου εκδήλωσαν τόσο δυνατά τη χαρά τους. είπα όλο χαρά.«Έχω δυσάρεστα νέα». «Τηλεφώνησα σήμερα στον εκδοτικό οίκο και…» Σταμάτησα με νόημα.

«Αυτό δεν μπορώ να σας το πω. «Πώς είναι να κάνεις έρωτα με μικρότερο. τι αγάπη! Δεν μπορώ να σας το περιγράψω».» ρώτησε η Μαρία. Αν . «Και γιατί να μην κεράσω εγώ που σήμερα απόλαυσα τον δεύτερο υπέροχο έρωτα της ζωής μου. Τι πάθος.γύρισαν και μας κοίταξαν γελώντας.» θέλησε να μάθει η Έρη. Και ήταν χίλιες φορές καλύτερα από την πρώτη. «Ναι.» πρότεινε η Νατάσσα. «Άρα κερνάς εσύ σήμερα». είπε η Έρη. «Μη μου πεις! Έγινε πάλι.

Πώς θα αντέξω να τον δω με κάποιαν άλλη. είμαι.θέλετε να σας πω πώς είναι να κάνεις έρωτα με έναν άνθρωπο που τον αγαπάς τρελά και δείχνει να σ’ αγαπάει το ίδιο. Τρέμω τη στιγμή που θα πρέπει να χωρίσουμε. αλλά φοβάμαι. δεν θέλω να το παραδεχτώ ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.» «Θα το αντέξεις επειδή τον αγαπάς». Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Πώς θα το αντέξω. να σας το πω. «Ναι. φοβάμαι. «Τούτη ’δω είναι φουλ ερωτευμένη». αυτό ναι. την πείραξε η Μαρία. Και να σας πω την αλήθεια. της . Αλλά η ηλικία δεν έχει καμία θέση σ’ αυτή την ιστορία».

«Τον αγαπάς και θέλεις να τον δεις να φτιάχνει τη ζωή του. «Πρέπει να προετοιμάζομαι. «Έχεις δίκιο». καταδικασμένο στο περιθώριο της δικής σου ζωής. συμφώνησε μελαγχολικά η Νατάσ-σα. Τότε θα δει καθαρά τις ρυτίδες μου. τη στιγμή που θα κάνει δεσμό με μια κοπέλα της ηλικίας του και δεν θα με βλέπει πια με τα μάτια του έρωτα. τα ελαττώματα της ηλικίας μου και θα με σιχαθεί. εγώ .είπα. αποκλεισμένο από τις μικρές χαρές που έχει δικαίωμα να νιώσει». το χαλαρό κορμί μου. Θα σκεφτεί: “Καλά. Δεν μπορεί να τον θέλεις αγκιστρωμένο πάνω σου. αυτή καλοπέρασε που ήρθε μαζί μου. Ξέρετε και τι άλλο τρέμω. τη στιγμή που θα πάψει να είναι ερωτευμένος μαζί μου.

«Τελικά πρέπει πάντα να πληρώνουμε την ευτυχία που νιώθουμε με δυστυχία. μετά το γέλιο το δάκρυ. Θα σε βλέπει όπως ακριβώς τον βλέπεις κι εσύ.-θα σε κρατήσει για πάντα σε μια ξεχωριστή θέση της καρδιάς του. «Πρέπει πάντα μετά την αγάπη να ακολουθεί η μοναξιά.» προβληματίστηκε η Νατάσσα. Όχι σαν ένα πιστοποιητικό γεννήσεως. προσπάθησε να την παρηγορήσει η Μαρία.”» «Νομίζω πως άδικα βασανίζεις τον εαυτό σου».όμως τι ήθελα με μια παλιόγρια.» . αλλά σαν έναν αγαπημένο άνθρωπο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του». «Αν σ’ αγαπάει όπως λες -και γιατί να μη σ’ αγαπάει.

όλες τώρα πια». όπως μετά τη ζωή ακολουθεί ο θάνατος. Τα πρωινά δουλεύουμε. Νικητής είναι αυτός που όταν φτάσει η στιγμή να φύγει από τούτον εδώ τον κόσμο. είπε. δίνοντας ένα σημαντικό μάθημα στον ίδιο μου τον εαυτό. Κερδίζεις και χάνεις. Η ζωή μας πρέπει να είναι γεμάτη και πλούσια για να αξίζει». ξέρει πως γεύθηκε τα πάντα. «Γι’ αυτό ας κοιτάξουμε να γεμίσουμε την κάθε μέρα. Έτσι είναι το παιχνίδι. παίρνεις και δίνεις. πως δεν άφησε στιγμή να πάει χαμένη. τους είπα. την κάθε στιγμή της ζωής μας. Και καλά και κακά. «Έτσι είναι». κοιτάζοντας με ένα χαμόγελο .«Ναι. πως χώρεσε μες στη ζωή του όλα όσα βρέθηκαν στο δρόμο του. συμφώνησε η Έρη.

Ξέρεις πόσες εκπλήξεις μπορεί να κρατάει για μας η ζωή. Κι όλα αυτά μού τα προσέφεραν αυθόρμητα. «Δεν πηγαίνουμε γυρεύοντας. χαρά. τα βράδια της Τετάρτης στη φιλία μας… Με τι άλλο θα μπορούσαμε να πλουτίσουμε τον καιρό μας.εμένα.τι κι αν τύχει. η καρδιά μου γέμιζε αισιοδοξία. απάντησε η Μαρία. αγάπη. χωρίς να τους . «Κάποιες ώρες της ημέρας τις αφιερώνουμε στις οικογένειές μας. θα έχαναν την ομορφιά τους». σιγουριά.» «Μην ανησυχείς και όλα θα έρθουν μόνα τους». Απλώς είμαστε ανοιχτές σε ό. Αν τις γνωρίζαμε από τώρα. Κάθε φορά που συναντιόμασταν. Μου άρεσε να συζητώ με τις φίλες μου.

Σου εξασφαλίζει μια αμφίβολη σιγουριά όταν εσύ τσακίζεσαι να ικανοποιήσεις κάθε του επιθυμία. που για να σου προσφέρει κάτι. Κι έτσι βρίσκεσαι εγκλωβισμένη σε μια σχέση γεμάτη υστεροβουλίες και συμβιβασμούς.το ζητήσω και δίχως εκείνες να περιμένουν ανταπόδοση. αρκεί να έχεις φροντίσει να κάνεις πρώτα αυτόν ευτυχισμένο. Αντίθετα με τον άντρα μου. Σου δίνει αγάπη όταν του αποδεικνύεις την αγάπη σου με τους τρόπους που θέλει εκείνος. με τον κάθε άντρα. Κάποιο αντάλλαγμα που συνήθως είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας απ’ αυτά που είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει ο ίδιος. περιμένει πάντα κάποιο αντάλλαγμα. Είναι . Σου προσφέρει χαρά.

πράγμα που συνέβαινε πρώτη φορά. Τους άρεσε πάρα πολύ το . «Μπα!» έκανε ο άντρας μου χωρίς ενθουσιασμό. «Σήμερα παίρνει το πρώτο της βιβλίο για μετάφραση». Το επόμενο πρωί ξύπνησα πρώτη απ’ όλους. ως συνήθως. «Για πού ετοιμάστηκες τόσο νωρίς.δυνατό να ζεις ευτυχισμένη έτσι. τον πληροφόρησε ο Άγγελος με καμάρι.» «Ναι. ντύθηκα και στολίστηκα πριν σηκωθούν οι άλλοι.» με ρώτησε ο Γιάννης όταν κατέβηκε για το πρωινό του. αλλά πλύθηκα. «Τελικά σε προσέλαβαν.

το περίμενα.δοκιμαστικό μου και από σήμερα θα ανήκω στους μεταφραστές του εκδοτικού οίκου». φοβόταν μήπως αποκτούσα οικονομική ανεξαρτησία κι έπαυα να . Είχε αρκετούς λόγους για να μην είναι ευχαριστημένος. Η διάθεσή μου δεν επηρεάστηκε από την σχεδόν αρνητική αντίδρασή του. το ότι έκανα κάτι που δεν ήθελε. Έπειτα. θέλησα να μοιραστώ τη χαρά μου. Ύστερα. κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. περιορίστηκε να πει χλιαρά. «Μπράβο». του αποδείκνυα πως είχα αξία. Άλλωστε. Πρώτος και σημαντικός. Εκείνος δεν φάνηκε να τη συμμερίζεται.

στηρίζομαι σ’ εκείνον. Μπορούσα να κάνω κάτι ολότελα δικό μου και να πετύχω σ’ αυτό. κι όταν θα με ρωτούσαν «Τι δουλειά κάνεις. φοβόταν πως η συναναστροφή μου με καινούργιους ανθρώπους θα μπορούσε να με παρασύρει μακριά του. Τέλος. Ίσα-ίσα που όλα όσα ενοχλούσαν τον Γιάννη έδιναν σ’ εμένα ανείπωτη χαρά. Η ζωή μου θα άλλαζε σημαντικά.» δεν θα απαντούσα «Τίποτα… οικιακά». θα είχα δικά μου χρήματα να τα διαθέτω όπως ήθελα και θα γνώριζα νέο κόσμο. Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. Εμένα δεν με απασχολούσε τίποτε απ’ όλα αυτά. . Θα μπορούσα να καμαρώνω για το κατόρθωμά μου.

Ο υπεύθυνος του μεταφραστικού τμήματος μου έδωσε το πρώτο μου βιβλίο κι έπειτα με παρέπεμψε στο δεύτερο όροφο όπου βρισκόταν ο ειδικός που θα με μάθαινε να χειρίζομαι το μεταφραστικό πρόγραμμα της εταιρείας και θα ερχόταν στο σπίτι για να το περάσει στο δικό μου κομπιούτερ. κι ας ταίριαζαν τόσο στο στιλ όσο και στη διάθεσή μου. Αφού δεν μπορούσε να έρθει νωρίτερα από το μεσημέρι της Παρασκευής. Τι ωραία πράγματα που υπήρχαν… Ρούχα που για μένα ήταν απαγορευμένα. Αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στα μαγαζιά της Αθήνας και να χαζέψω τις βιτρίνες. δεν χρειαζόταν να βιαστώ να γυρίσω σπίτι και να πιάσω δουλειά. .

Μπήκα σ’ ένα κατάστημα με σπορ ντύσιμο και βγήκα φορώντας ένα ελαστικό μαύρο τζιν. Σε λίγο έβγαινα από ένα μαγαζί με αθλητικά παπούτσια περπατώντας με τα καινούργια κίτρινα ορειβατικά μποτάκια μου. Όχι. ένα κοντό μαύρο πουλοβεράκι με αρκετά βαθύ ντεκολτέ κι ένα μαύρο τζιν μπουφάν. Τώρα έπρεπε να αλλάξω και τα μαύρα μοκασίνια μου. δεν αγόρασα κάποιο πολύτιμο χρυσαφικό. η μπλούζα και το σακάκι που είχα βάλει το πρωί βρίσκονταν στη σακούλα με τη φίρμα του καταστήματος. Απλώς άνοιξα και δεύτερη τρύπα στ’ αυτιά μου. Αίγο παρακάτω καθυστέρησα σ’ ένα κοσμηματοπωλείο. . Αισθανόμουν πως πετούσα πάνω από τις πλάκες του πεζοδρομίου. Η φούστα.

ήμουν γεμάτη όνειρα. Η Μαρία ήταν διακοσμήτρια και ήθελα να μου δώσει τη γνώμη της για τις τελευταίες λεπτομέρειες στο γραφείο μου. Το απόγευμα πέρασαν από το σπίτι η Μαρία με την Έρη. το ηθικό μου αναπτερώθηκε ακόμα περισσότερο . Όταν μάλιστα άκουσα ένα νεαρό να με πειράζει. Ήμουν νέα. Η πρώτη τους αντίδραση αφορούσε την . Χαμογέλασα με αυτοπεποίθηση και συνέχισα το δρόμο μου έχοντας ψηλά το κεφάλι. Η Έρη ήθελε απλώς να μου φέρει ένα δώρο για το καινούργιο μου ξεκίνημα.Ένιωθα πως είχα ξαναγίνει δεκαοχτώ χρονών. Αυτό ήταν που είχε σημασία. ήμουν ζωντανή.

«Ξέρεις τι άλλο θα σου πρότεινα. τους έδειξα όλο καμάρι τα διπλά σκουλαρίκια που στόλιζαν το κάθε μου αυτί. μου είπε η Έρη. «Έγινες αγνώριστη». κοιτάξτε». «Θα το έχω υπόψη μου». «Δείχνεις τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερη. Θα σε φωτίσουν πολύ». Να κάνεις κόκκινες ανταύγειες στα μαλλιά σου. Η αλήθεια ήταν πως από την ημέρα που είχα εντοπίσει τις τρεις πρώτες άσπρες τρίχες στο κεφάλι μου είχα θελήσει να . «Πολύ ωραία». «Κοιτάξτε. Σου πάει πολύ αυτό το τζιν».εμφάνισή μου. επιδοκίμασε η Μαρία.

«Τη βιβλιοθήκη που έχεις σκοπό να πάρεις. ένα φωτιστικό δαπέδου. Κι έπειτα. μίλησε σαν ειδικός η Μαρία. οι άσπρες τρίχες είναι γοητεία. σίγουρα κι άλλους πίνακες». «Μη χαλάσεις το χρώμα σου. Ναι. . «Πολύ ωραίο. μερικά μαξιλαράκια ριγμένα σ’ εκείνη τη γωνία. όμως ο Γιάννης είχε αντιδράσει έντονα. Κατεβήκαμε στο γραφείο μου. μόνο για τους άντρες. θα με στενοχωρήσεις. «Μου αρέσεις πολύ έτσι». αλλά θέλει ακόμα κάτι για να γεμίσει ο χώρος». το ξέρεις». μου είχε πει.βάψω τα μαλλιά μου.

εγώ πετάγομαι στο αυτοκίνητο να σου φέρω το δώρο μου». «Θα έκανε όμορφη.«Μέχρι να τελειώσετε εσείς την κουβέντα για τη διακόσμηση. κι εγώ δεν έχω σκοπό να χρησιμοποιήσω τα λεφτά του Γιάννη για τα σχέδιά μου. ολότελα . ζεστή γωνία μαζί με το κομό και την πολυθρόνα». Κάθε βιβλίο που θα τελειώνω θα μου δίνει εκατόν πενήντα χιλιάρικα. «όμως χρειάζονται χρήματα. συνέχισε η Μαρία. Σε λίγο καιρό θα σου το έχω κάνει αυτό που βλέπεις τώρα. «Οπωσδήποτε θα έδενε όμορφα κι ένας καναπές».της είπα. Όλα θα γίνουν σιγά-σιγά. είπε η Έρη και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. «Ωραία όλα αυτά που λες».

είπε γελώντας. Η Έρη φάνηκε στην κορυφή της σκάλας κρατώντας ένα αρκετά μεγάλο κουτί τυλιγμένο με κόκκινο χαρτί και χρυσή κορδέλα. Ακούμπησε το κουτί στο πάτωμα και στηρίχτηκε στον τοίχο για να ξαναβρεί την κανονική ανάσα της.αγνώριστο». «Ελάτε να το ανοίξουμε». «Ή γέρασα ή έχασα τη φόρμα μου». . Κατέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια λαχανιάζοντας. Μες στο κουτί βρισκόταν ένα φορητό στερεοφωνικό γνωστής μάρκας. Τρέξαμε και οι δύο κοντά της και σχίσαμε το κόκκινο περιτύλιγμα.

Τη φίλησα. Όμως. «Κι έπειτα.«Καταπληκτικό!» είπα ενθουσιασμένη. . ξέρω πόσο σου αρέσει η μουσική. απάντησε η φίλη μου.την ευχαρίστησα πάλι κι έπειτα σήκωσα στα χέρια μου το στερεοφωνικό και κοίταξα γύρω μου για να βρω την κατάλληλη θέση. «Δεν έπρεπε να ξοδευτείς τόσο για μένα. «Προς το παρόν δεν έχεις παρά μόνο το κομό». «Βόλεψέ το εκεί προσωρινά κι αργότερα βλέπουμε». η αλήθεια είναι πως το ήθελα πολύ». μου είπε η Μαρία. «Μία και μοναδική σε έχουμε». Κάθε φορά που θα ακούς θα με θυμάσαι».

την παρηγόρησε η Μαρία. «Τώρα πάμε να . «Κάνε υπομονή ένα μήνα ακόμα». Ανυπομονώ πότε θα ’ρθει το Πάσχα για να καθήσουμε λιγάκι». «Φαίνεσαι πολύ κουρασμένη».Έκανα όπως μου είπε κι έπειτα τους πρότεινα να με βοηθήσουν να κατεβάσουμε τις κασέτες και τα CD μου. Πρόσεξα πως η Έρη δεν ανεβοκατέβαινε με τη δική μας ζωντάνια και πως δεν είχε την ίδια μ’ εμάς αντοχή. «Σε ξεθέωσαν τα παιδιά στο σχολείο σήμερα. της είπα.» «Η αλήθεια είναι πως τώρα τελευταία με κουράζουν πολύ.

» την πείραξα εγώ καθώς γέμιζα τα φλιτζάνια.» . Θα ’θελα να γνωρίσω από πρώτο χέρι αυτό που νιώθει. Ζηλεύεις. Πρέπει να είναι καταπληκτικό». «Γιατί. Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ετοίμασα την καφετιέρα.μας κεράσει η φιλενάδα μας καφέ. Πιστεύω πως τον αξίζουμε». ζηλεύω λιγάκι. «Να σου πω την αλήθεια.» ρώτησε η Μαρία. «Λέτε η Νατάσσα να πλέει σε πελάγη ευτυχίας τώρα με τον μικρό της. «Δεν το γνώρισες με τον άντρα σου.

δεν πιστεύω πως είναι το ίδιο». Έχω ξεχάσει πώς είναι». Άλλο όταν είσαι νέος και απολαμβάνεις τον εφηβικό σου έρωτα. «Τώρα η Νατάσσα θα πρέπει να νιώθει όπως όταν ήταν μικρή και το ’σκαγε από τον πατέρα της για να βγει ραντεβουδάκια». «Δεν έχεις άδικο». πώς να το κάνουμε. ναι. «Και πάλι. Και. «Άλλο πράγμα η αγάπη όταν είσαι ανώριμος και άπειρος. . συμφώνησα.«Πριν παντρευτούμε. κι άλλο όταν είσαι μεγάλος πια και ζεις έναν έρωτα που σε ξανανιώνει. κι άλλο όταν είσαι ώριμος και έμπειρος. είπε η Έρη. Αλλά πάνε έξι χρόνια από τότε. άλλη γλύκα έχει το απαγορευμένο».

«Τι έγινε μαζί του. Μετά αρχίσαμε τις σοβαρές συζητήσεις και σιγά-σιγά καταλάβαμε πόσο ταίριαζαν οι απόψεις μας και τα ενδιαφέροντά μας. Σε λίγες μέρες . «Δεν έγινε τίποτα. «Πες μας λεπτομέρειες».» ρώτησε η Μαρία. γι’ αυτό μετανιώνω. παρακολουθήσαμε μαζί το ηλιοβασίλεμα και αποχαιρετιστήκαμε μ’ ένα φιλί όλο πάθος. Ανταλλάξαμε λόγια τρυφερά. Κάπως έτσι αισθανόμουν κι εγώ τις δύο φορές που συνάντησα κρυφά τον Χρήστο». μιλήσαμε πολλές φορές στο τηλέφωνο με τις ώρες… Στην αρχή λέγαμε βλακείες. Ήμαστε φουλ ερωτευμένοι. Πήγαμε μια φορά για καφέ στη Γλυφάδα.«Ναι.

Σκέφτηκα απλώς πως δεν ήταν σωστό για μια παντρεμένη γυναίκα.δεν φοβήθηκα. Ήμουν αποφασισμένη να ακολουθήσω αυτό ακριβώς που η κοινωνία μας θεωρεί σωστό». «Δεν ξανασυναντηθήκατε από τότε. Εκείνος προσπάθησε να μου αλλάξει γνώμη.όχι. αλλά όταν ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε. σκέφτηκα πόσο δύσκολο θα μου ήταν να τον αποχωριστώ αργότερα και δείλιασα. Περπατήσαμε δίπλα στο κύμα αγκαλιασμένοι.ξανασυναντηθήκαμε και πήγαμε στη Ραφήνα. ήμουν όμως αμετάπειστη.» τη . Την άλλη μέρα στο τηλέφωνο του ζήτησα να μην ιδωθούμε ξανά. φιληθήκαμε.ομολογήσαμε πόσο ήθελε ο ένας τον άλλο. φοβήθηκα… Όχι.

μία σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας και μία έξω από μια πιτσαρία στην Κηφισιά. Μια τέτοια κοροϊδία.» ζήτησε να μάθει η Μαρία. εγώ όμως του το ξέκοψα». Ειλικρινά δεν ξέρω.ρώτησα. σου λέω με βεβαιότητα ότι θα προχωρούσα κι όπου έβγαινε. Τις δύο τελευταίες φορές επιχείρησε να θίξει το θέμα μας.τι θα έκανες. «Τρεις φορές τυχαία. Ωστόσο. Αξίζει ο άντρας μου μια τέτοια μεταχείριση. «Αυτή τη στιγμή.» . αν ερχόταν αυτή η ώρα δεν ξέρω τι θα έκανα. «Αν τον έβλεπες ξανά τώρα και δεν είχε αλλάξει γνώμη. Μία στο γραφείο του άντρα μου.

Άναψα ένα τσιγάρο και φύσηξα τον καπνό σκεφτικά. Άκουσα την Έρη να βήχει δίπλα μου. αν του τύχαινε. Δεν είναι τυχαίο που και το πάνω και το κάτω τους λέγεται κεφάλι». κάνοντας την ανάλογη χειρονομία. σίγουρα θα το έκανε και θα το ευχαριστιόταν αφάνταστα και χωρίς ενοχές. είπε κυνικά η Μαρία. «Και πού ξέρεις αν εκείνος δεν έχει ικανοποιήσει μια ανάλογη επιθυμία του. .«Ποιος ξέρει…» είπα εγώ. Οι άντρες δεν έχουν τους ενδοιασμούς που έχουμε εμείς.» «Μωρέ. ούτε τους απασχολούν πολύ τα συναισθήματα και οι τύψεις.

«Μα τι ήταν αυτό που μ’ έπιασε. βρε παιδί μου.» .» «Σκέψου να κάπνιζες όσο εγώ». όχι. «Πώς και δεν το άρχισες ποτέ.» «Πού τέτοια τύχη!» απάντησε η Έρη και σιγά-σιγά ηρέμησε. τι έπαθες. «Αμάν. της είπα. «Φύσηξα τον καπνό πάνω σου. Μάλλον στραβοκατάπια». Η Μαρία τη χτυπούσε στην πλάτη. «Λες να σε σκέφτεται ο Χρήστος σου.» τη ρώτησε. Συνέχισε να βήχει κι εγώ έτρεξα να της φέρω ένα ποτήρι νερό. είπε η Μαρία.» «Όχι.«Συγγνώμη».

ξέρετε τι μου είπε χθες βράδυ . Της έκανε υπέρηχο και διέκρινε κάποιον όγκο. Αντί να ενδιαφερθεί για . Θα φρίξετε με την αναισθησία ορισμένων ανδρών. με έπεισε να μην καπνίζω. Όμως ο Αντρέας. Το διανοείστε. τώρα που το θυμήθηκα. σαν γιατρός.«Το δοκίμασα όταν τελείωσα το γυμνάσιο και σας πληροφορώ ότι μου άρεσε πολύ. Τον ρώτησε αν ο καρκίνος της μήτρας είναι κολλητικός. Αλήθεια. Μπορείτε να φανταστείτε ποια ήταν η ερώτηση του άντρα της όταν του είπε τις υποψίες του και την ανάγκη για άμεση εισαγωγή της στο νοσοκομείο . Πήγε στο ιατρείο του μια πελάτισσά του με τον άντρα της για να την εξετάσει επειδή τελευταία είχε πόνους χαμηλά στη μήτρα.

Είναι τρομερό». Κυριακή. για τον κίνδυνο που μπορεί να διατρέχει η ζωή της. σοκαρισμένη. Συμφωνήσαμε και κανονίσαμε να πάμε σ’ ένα μικρό ρεμπετάδικο που ξέραμε . καλά κάνει η φιλενάδα μας».» Δεν θέλαμε δεύτερη κουβέντα. πετάχτηκε ξαφνικά η Έρη. «Κι έπειτα μου λέτε εσείς…» είπε η Μαρία. «ξέρετε τι είναι μεθαύριο. αυτός νοιάστηκε μόνο για τον εαυτούλη του.τη γυναίκα του. Τι λέτε. «Μωρέ. «Δεν μου λέτε. για το τι πρέπει να κάνει. βρε κορίτσια». Η Παγκόσμια Ημέρα της γυναίκας. Κανονίζουμε να το ρίξουμε έξω μια φορά.

η Μαρία να κλείσει τραπέζι κι εγώ να πείσω τον Γιάννη να μου δώσει άδεια ανώδυνα. όταν τον πληροφόρησα για την απόφασή μας. «Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τα μαγαζιά γεμίζουν από γυναίκες. ναι. Η Έρη ανέλαβε να ειδοποιήσει τη Νατάσσα. . Από τη στιγμή που θα μου προσφέρει χαρά.» ρώτησα. Και όσο για απαραίτητο. «Γιατί να μην είναι σωστό. 5 Τελικά δεν ήταν και τόσο δύσκολο. μου είπε μόνο. «Αν το θεωρείς απαραίτητο».στην Άνω Γλυφάδα. πρόσθεσε έπειτα από λίγη σκέψη. είναι απαραίτητο». «Και σωστό».

«Όπως νομίζεις».» με είχε ρωτήσει η ψυχοθεραπεύτριά μου την τελευταία φορά που τα είπαμε.τον έκαναν υποχωρητικό. Έπειτα από την αποτυχημένη μου απόπειρα. είχε σταματήσει να μου φέρνει αντιρρήσεις. Τουλάχιστον όχι ευθέως. . «Μη χαίρεσαι».της είχα απαντήσει εγώ. «Φανταζόσουν ποτέ τέτοια αλλαγή από τον Γιάννη . Οι ενοχές που ένιωθε και ίσως ο φόβος για πιθανή επανάληψη της προσπάθειας. Η ψυχρότητά του όμως έδειχνε καθαρά πόσο διαφωνούσε με την καινούργια κατάσταση που πήγαινε να δημιουργηθεί.

Πάντως την Κυριακή το βράδυ καθόμασταν και οι τέσσερις φίλες σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι στο κουτούκι που είχαμε διαλέξει. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με ελαφρολαϊκά τραγούδια και η μουσική ήταν τόσο δυνατή όσο να . Την κομπανία αποτελούσαν τρία άτομα ένας νεαρός που έπαιζε μπουζούκι. Η αλλαγή του §εν πρόκειται να κρατήσει πολύ.«Τον ξέρω πολύ καλά τον άντρα μου. άλλος ένας με κιθάρα κι ένας τρίτος με μπαγλαμαδάκι. Το μαγαζί είχε όλα κι όλα δεκάξι τραπέζια τα περισσότερα κατειλημμένα από γυναικοπαρέες. Θα ξεχάσει γρήγορα την αγωνία και τις ενοχές του και θα ξαναβρεί τον παλιό του εαυτό».

. στις γυναίκες όλου του κόσμου».» ρώτησε η Νατάσσα σηκώνοντας το ποτήρι της. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας και ήπιαμε λίγο από το δροσερό κρασί που μας είχαν φέρει μέσα σε χάλκινη κανάτα.σου επιτρέπει να συζητάς χωρίς να ξελαρυγγιάζεσαι. «Πώς σας φαίνεται που θα διασκεδάσουμε χωρίς άντρες. «Σε τι να πιούμε. «Θαυμάσιο».» είπε η Έρη. «Μα φυσικά. απάντησε η Μαρία. είπαμε και οι τρεις με μια φωνή.

. «Ναι. αποφάνθηκα εγώ. «Μάλλον ναι». Τώρα η επιστήμη τα καταφέρνει και χωρίς αυτούς». δήλωσε η Μαρία. χωρίς να έχουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας». λες κι αν δεν διαιωνιστεί αυτό το είδος. «Τελικά οι άντρες είναι περιττοί. Κάποτε ήταν απαραίτητοι για τη διαιώνιση του είδους. πίνοντας άλλη μια γουλιά από το κρασί μου.» ζήτησε να μάθει η Έρη. «Τι τους θέλουμε άλλωστε.«Μπορούμε να πούμε και να κάνουμε όποια βλακεία θέλουμε. χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι». είπε η Νατάσσα.

Παλιά όμως λαχταρούσα ν’ αποκτήσω έστω ένα». Είναι σημαντικό πράγμα τα παιδιά στη ζωή ενός ζευγαριού». της είπε η Νατάσσα.» σιγοντάρισε η Μαρία. Έχεις παιδιά. έχεις ένα καημό. «Το λες επειδή δεν κατάφερες ν’ αποκτήσεις δικά σου». «Για ρώτα κι εμάς τι τραβάμε». διαφώνησε η Έρη. «Δεν ξέρω τι να πω.«Μην το λες. Τώρα πια δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει. «Αν δεν έχεις παιδί. έχεις πολλούς καημούς». . «Ξέρεις τι λέει ο λαός.

«Νομίζεις. τους ανώμαλους. Ούτε όμως και στο σπίτι . σκέψου. «Μας έχουν μάθει πως η γυναίκα ολοκληρώνεται μόνο με τη γέννα και πασχίζουμε όλες να γκαστρωθούμε. Δεν μπορείς να τ’ αφήσεις να παίξουν ελεύθερα έξω επειδή φοβάσαι τα αυτοκίνητα.«Αν το καλοσκεφτείς. Δεν σκεφτόμαστε σε τι κόσμο φέρνουμε τα παιδιά μας. πόσο θα υποφέρουν». η γέννηση των παιδιών είναι θέμα καθαρά εγωιστικό». τους κακοποιούς. «Τώρα γίνεσαι υπερβολική». διαφώνησε η Μαρία. Εσύ που έχεις τα πιο μικρά παιδιά απ’ όλες μας. είπα. Το κάνουμε μόνο για να ικανοποιηθούμε εμείς.

μπορούν να παίξουν ελεύθερα επειδή τα περιορίζεις για να μη σου κάνουν ζημιές. Και καθώς μεγαλώνουν αρχίζουν άλλοι κίνδυνοι: ανώμαλοι. μαστροποί. Για ποιο λόγο λοιπόν φέρνουμε σ’ έναν τέτοιο κόσμο τα παιδιά μας. Τα μαθαίνεις να μην εμπιστεύονται αγνώστους επειδή η απειλή μπορεί να κρύβεται ακόμα και πίσω από το πιο αγγελικό πρόσωπο. Τους απαγορεύεις να μείνουν μετά τις έντεκα στον ήλιο για να μην πάθουν καρκίνο του δέρματος. έμποροι ναρκωτικών.» . όχι όμως σε όποια κι όποια επειδή οι περισσότερες είναι μολυσμένες. Τα πας στη θάλασσα. Δεν τ’ αφήνεις να καθήσουν στην άμμο για να μην κολλήσουν μικρόβια.

» πρότεινε η Έρη όταν η κομπανία άρχισε να παίζει ένα χασαποσέρβικο.Καμία δεν μου απάντησε. «Ας πιούμε λοιπόν για τα παιδιά όλου του κόσμου». Πεταχτήκαμε και οι τέσσερις από τις . Τσουγκρίσαμε άλλη μια φορά τα ποτήρια μας και μαζέψαμε σε μια άκρη τα πιάτα με τα ορεκτικά για να κάνουμε χώρο στην πιατέλα με τα παϊδάκια που έφερε ο σερβιτόρος. «Πιστεύω πως δεν είναι μέρα για τέτοιες καταθλιπτικές συζητήσεις». «Πάμε να χορέψουμε. είπε η Νατάσσα και σήκωσε το ποτήρι της.

αγκαλιαστήκαμε και αρχίσαμε το χορό γελώντας. Κι όσο ο χορός δυνάμωνε. «Δεν ξέρω.τον τελευταίο καιρό κουράζομαι . «Εσύ πάντα ήσουν η τελευταία που εγκατέλειπες το χορό». «Πάω να καθήσω. κουράστηκα.γυρίσαμε στο τραπέζι. και μάλιστα γρήγορα. είπε λαχανιασμένα σ’ εμένα που ήμουν πιο κοντά της. «Τι έπαθες. Κουράστηκα». Σας το είπα.» τη ρώτησε η Μαρία. τόσο εμείς πιο πολύ γελούσαμε. Όταν τελείωσε το τραγούδι. Η Έρη ήταν η πρώτη που μας άφησε.θέσεις μας.

Σηκωνόμασταν να χορέψουμε. και τραβούσαμε μαζί μας κι άλλους θαμώνες. Α. . το κέφι μας.πολύ εύκολα. παίζουν το τραγούδι μου. Σε λίγη ώρα είχαμε γίνει το επίκεντρο του μαγαζιού. πότε η άλλη. Ελάτε να το τραγουδήσουμε παρέα». Ενώσαμε τις φωνές μας. πότε η μία. Τα λουλούδια έπεφταν βροχή από τα γύρω τραπέζια. Τα παιδιά της κομπανίας μάς ρωτούσαν κάθε λίγο ποιο τραγούδι θέλαμε να μας παίξουν. Ο ιδιοκτήτης μάς κέρασε μια κανάτα κρασί και μια μικρή πιατέλα με τηγανητή συκωταριά για να το συνοδεύσουμε.το γέλιο μας.

Ο Γιάννης δεν είπε τίποτα για την ώρα της επιστροφής μου. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα από το ξενύχτι.Γρήγορα όλες οι παρέες είχαν γίνει μία. Από το δικό μας πέρασαν σχεδόν όλοι οι πελάτες του μαγαζιού. Καθόμασταν πότε στο ένα τραπέζι και πότε στο άλλο. Τη Δευτέρα το πρωί σηκώθηκα με το ζόρι για να ετοιμάσω την οικογένεια. Κι έπρεπε να αρχίσω και τη μετάφραση του βιβλίου. Η μοναδική λέξη που μου απηύθυνε εκείνο το . Ήταν μια βραδιά που θα μας έμενε αξέχαστη για πολλούς λόγους. Δεν ξέρω κιόλας αν κατάλαβε τι ώρα γύρισα. Ανταλλάσσαμε καλαμπούρια και έξυπνα πειράγματα.

έφτιαξα ένα φραπέ και κατέβηκα στο γραφείο μου. Είχα φτάσει στην όγδοη σελίδα. όταν άκουσα το κουδούνι να χτυπά. . «Υπέροχα». τους απάντησα και είδα με την άκρη του ματιού μου τον Γιάννη να με αγριοκοιτάζει. ήταν ένα «γεια» πριν φύγει για τη δουλειά του. Όταν έμεινα μόνη έκανα ένα δροσερό ντους για να συνέλθω. γι’ αυτό άνοιξα επιφυλακτικά την πόρτα για να βρεθώ την άλλη στιγμή μπροστά σ’ ένα νεαρό. Δεν περίμενα κανέναν. Μόνο τα παιδιά ενδιαφέρθηκαν να ρωτήσουν πώς είχα περάσει.πρωινό.

Σε κάποια γωνιά . είναι σίγουρα για σας. «Τότε. απάντησα βέβαιη πως είχε γίνει κάποιο λάθος. Σε λίγα λεπτά. μου είπε δείχνοντάς μου ένα φορτηγάκι που ήταν παρκαρισμένο εμπρός στην αυλόπορτα. «Μάλιστα».«Φέραμε κάτι πράγματα για σας». «Δεν περιμένω τίποτε». Η κυρία Ελένη Ιωάννου . στο γραφείο μου δέσποζε ένας πανέμορφος διθέσιος καναπές.» ρώτησε. Περιμένετε». μια ταιριαστή πολύ-θρόνα κι ένα οβάλ τραπεζάκι. «Δεν είστε η κυρία Ιωάννου.

Μαρία Τι είχε κάνει η τρελή! Αυτά τα πράγματα θα κόστιζαν μικρή περιουσία.είχε μπει ένα μπρούντζινο φωτιστικό δαπέδου. Με πολλή-πολλή αγάπη. η φίλη σου. Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στο καινούργιο σου ξεκίνημα και κάθε ευτυχία στη ζωή σου. Έκλεισα την πόρτα και άνοιξα το φάκελο που κρατούσα. Ο νεαρός μού έδωσε ένα φάκελο κι έφυγε γρήγορα. Πήρα το ασύρματο τηλέφωνο και σχημάτισα το νούμερο του κινητού της. «Είσαι με τα καλά σου.» της φώναξα .

μου απάντησε ανέμελα. «Τι πήγες κι έκανες. Έκανα ό.τι μου είπε. χαλάρωσε και να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ πολύ». «Μικρό δώρο το λες. ξεχνάς πως σαν διακοσμήτρια που είμαι. Βρισκόμουν σε υπερδιέγερση.» «Ένα μικρό δώρο για το γραφείο σου». έχω τις πηγές μου και πετυχαίνω πολύ καλές εκπτώσεις.» μου αντιγύρισε.μόλις απάντησε. «Φιλενάδα. Μα εσύ ξόδεψες ένα σωρό λεφτά». Μόνο που δεν μπορούσα να χαλαρώσω. «Κάθησε αναπαυτικά στον καναπέ σου. Έπρεπε να συνεχίσω .

Μου είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή πως η μεγαλύτερη ευθύνη μου θα ήταν να είμαι συνεπής στην ημερομηνία . Οι μέρες περνούσαν η μία μετά την άλλη. να προλάβω να μαγειρέψω και να χωρέσω κάπου όλη την ευτυχία που ένιωθα. σκέφτηκα κι έγειρα στην πλάτη του καινούργιου μου καναπέ. χωρίς να προλαβαίνω να το συνειδητοποιήσω. Δεν υπάρχει πιο σπουδαίο πράγμα από το να σ’ αγαπούν και να σου το δείχνουν. Τις περισσότερες ώρες μου τις αφιέρωνα στη μετάφραση για να είμαι σίγουρη πως θα προλάβαινα να παραδώσω έτοιμο το βιβλίο την ημερομηνία που τους είχα ορίσει.τη μετάφραση του πρώτου μου βιβλίου.

να προσπαθώ από τα συμφραζόμενα να καταλάβω τη σημασία ορισμένων εκφράσεων που δεν τις έβρισκα πουθενά. Μερικές σελίδες έφευγαν γρήγορα. Έχοντας συναίσθηση της απειρίας μου. τους είχα ζητήσει για την πρώτη φορά περιθώριο ενός μήνα.παράδοσης επειδή ο οίκος προγραμμάτιζε και ανακοίνωνε ποια θα ήταν η επόμενη έκδοση και πότε θα γινόταν. να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω το κείμενο για να βελτιώνω τη λογοτεχνική απόδοση. να βρίσκω συνώνυμες λέξεις για να μην υπάρχουν κουραστικές επαναλήψεις. οι περισσότερες όμως ήθελαν πολλή δουλειά. να . Έπρεπε να ψάχνω στα λεξικά για τους ιδιωματισμούς.

αμελούσα τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ.μπαίνω στην ψυχή κάθε ήρωα για να καταφέρω να μεταδώσω σωστά τα συναισθήματά του. Τις δουλειές του σπιτιού τις είχα παραμελήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Μαγείρευα ό. άφηνα ελεύθερα τα παιδιά να κανονίσουν αν και πότε θα διαβάσουν. μέχρι που φτάσαμε στο σημείο να μην έχουμε ούτε χαρτί υγείας και άφηνα τον Γιάννη να κοιμάται μόνος του σχεδόν κάθε βράδυ. ξεχνούσα να ποτίσω τα φυτά.τι πιο απλό μπορούσα. σιδέρωνα την ώρα που μου ζητούσαν κάτι για να φορέσουν. Όταν όμως ήρθε η μέρα που παρέδωσα .

Τα είχα καταφέρει! Είχα ολοκληρώσει με επιτυχία τη δουλειά μου και σε λίγο θα είχα στο πορτοφόλι μου τα πρώτα δικά μου λεφτά.με υπερηφάνεια το πρώτο μου έργο και πήρα την επιταγή που αντιπροσώπευε την αμοιβή μου. Κατά σύμπτωση ήταν μέρα Τετάρτη. «Περιττό να σας πω ότι απόψε κερνάω εγώ». η μέρα δηλαδή που είχαμε κανονίσει να συναντιόμαστε οι τέσσερις φίλες. τους είπα. νόμιζα πως τα πόδια μου δεν πατούσαν στη γη. «Σήμερα πήρα τα πρώτα μου χρήματα. Τα λεφτά που είχα κερδίσει με την προσπάθεια και τον κόπο ενός μήνα. που τα έβγαλα με .

δεν κάνω δίαιτα. Πάμε για φαγητό. «Εσύ δεν πρέπει να τρως καλά.τι θέλετε. Ίσως έχω αγχωθεί πολύ φέτος. πρώτη φορά στη . αλλά μου έχει κοπεί η όρεξη. όχι.» μου φώναξε η Μαρία πειραχτικά. Δίαιτα κάνεις ή σ’ έχει πιάσει κι εσένα καμιά κατάθλιψη. «Όχι. δεν πεινάω καθόλου».τον ιδρώτα μου». «Συγχαρητήρια! Και πας να τη βγάλεις μόνο με καφέ. Έχεις αδυνατίσει τον τελευταίο καιρό. «Κερνάω ό. Βλέπετε. είπε η Έρη.» «Μπα.» τη ρώτησα. όχι απόψε.

«Γιατί.σταδιοδρομία μου παίρνω έκτη τάξη και οφείλω να ομολογήσω πως παραείναι ζόρικα τα πράγματα». «Έχουμε αργίες και ημιαργίες. στη Λέσβο». κάνε λίγο υπομονή ακόμα». «Έλα. προσπάθησε να την παρηγορήσει η Έρη. «θα τηλεφωνιέστε . Σε περιμένουν δεκαπέντε μέρες ξεκούρασης». «Και για μένα σχεδόν δέκα μέρες χωρίς τον Ντίνο». «Δεν πειράζει». γκρίνιαξε η Νατάσσα. Θα πάρει και μερικές μέρες άδεια και θα πάει στους γονείς του.της είπε η Μαρία. «Η επόμενη είναι Μεγαλοβδομάδα.» ρώτησα παραξενεμένη.

αλλά…» «Αλλά. όμως κατά βάθος είναι φθοροποιός σχέση. Υποφέρω που δεν μπορώ να είμαι μαζί του όποτε θέλω.» «Ξέρετε. υποφέρω που δεν μπορούμε να ευχαριστηθούμε.δεν λέω. υπέροχο ν’ αγαπιέσαι με κάποιον. Κι έπειτα.» «Ναι. είναι και το άλλο. να χαρούμε απλά μικροπράγματα που . κι ας είναι δεκαπέντε χρόνια μικρότερος σου. βρε κορίτσια. Ωραίοι και καλοί οι παράνομοι έρωτες. Σκέφτεσαι πόσο θα έχετε λαχταρήσει ο ένας τον άλλο μετά τις γιορτές.τι είναι αυτό που μ’ ενοχλεί πιο πολύ όταν το σκέφτομαι.και θα ανταλλάσσετε μηνύματα με τα κινητά σας. τι.

«Όπως το να περπατήσουμε αγκαλιασμένοι στους δρόμους. να φιληθούμε μπροστά σε μια βιτρίνα.όλο περιέργεια.»τη διέκοψε.χαίρονται όλα τα ερωτευμένα ζευγάρια». να περάσει με τη μηχανή του κάτω από το σπίτι μου και να μου κορνάρει για να κατεβώ. Δεν έχω δικαίωμα να .η Μαρία. Όλη μας η αγάπη. να πάμε μαζί σινεμά και να δούμε το έργο πιασμένοι χέρι-χέρι. « Οπως. να γλείψουμε το ίδιο παγωτό στο πάρκο. όλος μας ο έρωτας κρύβονται στους τέσσερις τοίχους της γκαρσονιέρας του και στις κρυφές ματιές που ανταλλάσσουμε στην τράπεζα.

«Ναι. θα μπορούσα».» τη ρώτησα. «Εμείς μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά με τους άντρες μας.φανερώσω σε κανέναν τα αισθήματά μου. αλλά δεν τα αισθανόμαστε. «Αν . της είπε παρηγορητικά η Μαρία. Εσύ τουλάχιστον ζεις έναν έρωτα μεγάλο που για μας είναι κάτι άπιαστο». «Φαντάζεσαι όμως να μην είχες ούτε αυτό που έχεις τώρα. «Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα». αλλά αν δεν ήμουν παντρεμένη… Αν δεν ήμουν τόσο μεγάλη. να κοιτάξω τον ήλιο και να φωνάξω: “είμαι ερωτευμένη”». Δεν έχω δικαίωμα να βγω στο δρόμο.

Εγώ όμως νιώθω πως το μόνο που κάνω είναι να μαζεύω ωραίες αναμνήσεις για το μοναχικό μέλλον που θα με επισκεφθεί κάποια μέρα αναπόφευκτα. Κι έπειτα τι θα μου μείνει.μη τι άλλο.» «Όλα αυτά που είπες. Μα τι νομίζεις πως είναι η ευτυχία. μ’ .» «Κάτι που γεννιέται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. ένα ραβασάκι. ένα κλεφτό φιλί… Κομμάτια από μια ευτυχία που θα χάσω ένα πρωί. Ένα βλέμμα του. «Αυτό μού είπε και ο Ντίνος προχθές. μια τρυφερή κουβέντα. έχεις ολόδικές σου ορισμένες στιγμές που τις απολαμβάνεις με όλες σου τις αισθήσεις». με μια τρυφερή λεξούλα.

«για να πεθάνει με την απονιά. όμως ανατέλλει κάθε πρωί. Γιατί. κάτι ζεστά χαμόγελα. ευτυχία δεν σημαίνει ατέλειωτα γέλια και χαρές. δυστυχώς.ένα ζεστό βλέμμα». Και ο ήλιος ξέρει πως θα δύσει. Όχι. συνέχισα. ξέρουμε πως και τα παιδιά μας θα πεθάνουν κάποια μέρα. Κι όσο πιο πολλά τέτοια μαζεύουμε. Αξίζει να αρνιόμαστε τη χαρά για να μην πικραθούμε έτσι και τη χάσουμε. Είναι. λόγια αγάπης και ευχάριστες αναμνήσεις. κι όμως συνεχίζουμε να τα . αν θες. Ακόμα. «Ναι». Άλλωστε ποιος ξέρει αν θα ζούμε. τόσο πιο ευτυχισμένοι νιώθουμε. με την αδιαφορία. ψιθύρισε η Μαρία. Απόλαυσε λοιπόν με όλες σου τις αισθήσεις αυτό που έχεις τώρα και μη σκέφτεσαι το αύριο.

ο Αντρέας και η Έρη οργάνωσαν ένα ταξίδι στην Κέρκυρα επειδή είχαν ακούσει ότι το Πάσχα στο νησί αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό. Η Μαρία με τον Κώστα και τα δίδυμα πήγαν στο χωριό των πεθερικών της. .φέρνουμε στον κόσμο. μου είπε η Νατάσσα. «Έχεις δίκιο». ο Αντώνης πέταξε στην Ιταλία για να δει την κόρη του και η Νατάσσα έμεινε ολομόναχη στην Αθήνα. Τη Μεγάλη Βδομάδα όλη η παρέα μας σκόρπισε. χωρίς ωστόσο η μελαγχολική έκφραση να έχει χαθεί από το πρόσωπό της. κι ας είναι γραφτό τους να μαραθούν σε λίγο καιρό». Τα λουλούδια ανθίζουν.

θα ερχόταν και η Νατάσσα.για να μη μείνει μόνη.Η δική μου οικογένεια θα περνούσε τις άγιες μέρες όπως κάθε χρόνο. Το Μεγάλο Σάββατο θα το περνούσαμε με τα πεθερικά μου και την Κυριακή του Πάσχα θα είχα στο σπίτι μας τους γονείς του Γιάννη και τους θείους του. Η Νατάσσα ήρθε κατά τις έντεκα για να με βοηθήσει με τις σαλάτες και τα . Ειδικά φέτος. Την Κυριακή ξύπνησα νωρίς το πρωί για να ανάψω τη φωτιά στον κήπο και να καθαρίσω ένα ταψί πατάτες. αφού ο Γιάννης βαριόταν τέτοιου είδους τελετές και είχε μεταδώσει την πλήξη του και στα παιδιά. * Τη Μεγάλη Παρασκευή θα πήγαινα μόνη μου στον Επιτάφιο.

«Την Τετάρτη το απόγευμα το πέρασα με τον Ντίνο». «Ήρθε στο σπίτι μου». μου είπε κάποια στιγμή που ετοιμάζαμε τις πιατέλες στην κουζίνα. Ο κόσμος όλο κακίες λέει».ορεκτικά. Όσο για τους γείτονες. όπως πάντα». Η Νατάσσα περίμενε από νωρίς τον . «Πώς περάσατε.» «Υπέροχα. «Καλά και δεν φοβήθηκες μη σας δει κανείς. σκασίλα μου.» «Ο Αντώνης είχε φύγει από την Τρίτη για την Ιταλία.

την Κατερίνα. ακουμπώντας πότε-πότε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς.ήταν δοσμένο σε ένα και μόνο όνομα. Εκείνη τη στιγμή είχε ξεχάσει τον Αντώνη και την κόρη της.το είναι της όλο. Της είχε πει ότι θα ερχόταν κατά τις έξι.Ντίνο. άναψε ένα τσιγάρο και άνοιξε το ραδιόφωνο. όμως εκείνη είχε ετοιμαστεί δύο ώρες νωρίτερα και μετρούσε τα λεπτά μέχρι να ακούσει τον ήχο του κουδουνιού. Τα μάτια της ψυχής της έβλεπαν μόνο ένα . Πηγαινοερχόταν ανυπόμονα στο σαλόνι. Ήταν τόσο ερωτευμένη. Η σκέψη της. Έβαλε σε ένα ποτήρι κρασί.

μονολόγησε στο άδειο δωμάτιο. .το ήξερε. Όχι όμως από τώρα. «Κι αν δεν έρθει. κάτι που να ταιριάζει στην ηλικία και τον τρόπο ζωής του.» άκουσε μια φωνή να της ψιθυρίζει. ψιθύρισε και βιάστηκε να διώξει αυτή τη φοβερή σκέψη από το μυαλό της. «Αν του έτυχε κάτι. Κάποτε θα συνέ-βαίνε κι αυτό. «Έλα μου. μην αργείς».πρόσωπο.» «Όχι». Δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένη για να το αντέξει. κάτι καλύτερο. Ένα όμορφο πρόσωπο με μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια που την κοιτούσαν με λατρεία.

κι όμως της είχε χαρίσει το πολυτιμότερο δώρο που μπορούσε ποτέ να περιμένει: τα νιάτα της. Ο θόρυβος μηχανής την έκανε να σταματήσει τις σκέψεις και να τρέξει στο παράθυρο. Το χθες το είχε ξεχάσει. ωστόσο δεν είχε τι άλλο να του δώσει. Ένα ερωτευμένο κοριτσόπουλο που είχε χαρίσει την καρδιά του στον όμορφο νεαρό των ονείρων της.Η ζωή της ήταν γεμάτη από εκείνον. Δεν ήταν όμως η δική . Ένα σήμερα με τη μορφή του Ντίνου. Πράγματι ένιωθε σαν να είχε γίνει πάλι δεκαοχτώ χρονών. Μπορεί να της την έκανε κομμάτια. το αύριο δεν το σκεφτόταν μόνο το σήμερα είχε σημασία. Δεν της είχε προσφέρει ποτέ ούτε ένα λουλούδι.

να πεθάνει μέσα στα αγαπημένα του χέρια.του. Το ερωτευμένο βλέμμα της έψαξε με αγωνία το πρόσωπό του. Ο ήχος του κουδουνιού την έκανε να πεταχτεί από τη θέση της. Τι απογοήτευση! Κάθε λεπτό που περνούσε σήμαινε όλο και λιγότερη ώρα κοντά του. Την κοιτούσε με το ίδιο πάθος που τον . Και η Νατάσσα ήθελε να μπορούσε να τρυπώσει για πάντα στην αγκαλιά του. Ησύχασε. Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο κρασί που είχε απομείνει στο ποτήρι της κι έτρεξε να του ανοίξει. Να ζήσει με τα δυνατά του μπράτσα τυλιγμένα γύρω της. τίποτα δεν είχε αλλάξει.

» «Όχι. του είπε αφού συνήλθε από την πρώτη συγκίνηση. ολόδικος της. «Δεν άκουσα τη μηχανή σου». έστω και για λίγες ώρες. Γιά λίγες ώρες δεν θα υπήρχε τίποτε άλλο σ’ αυτή τη γη παρά μόνο δύο ερωτευμένοι άνθρωποι.διέκρινε πάντα. Ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν από ευτυχία. Πόσο της είχε λείψει! Μα τώρα. Τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον έσφιξε πάνω της με λαχτάρα. Την έπιασε απ’ τη μέση και τη σήκωσε . θα ήταν δικός της. «Πειράζει. μου φτάνει που ήρθες».

στην κοιλιά. Παντού. Ξέχασε καθένας τους τα όρια του κορμιού του καθώς και τα όρια ανάμεσα στο σεμνό και το τολμηρό. Έπαψαν να θυμούνται οτιδήποτε άλλο.την άφησε να γλιστρήσει απαλά προς τα κάτω κι άρχισε να τη φιλά. μια και γι’ αυτούς ήταν αφηρημένες έννοιες. Η Νατάσσα ανταπέδιδε τα φιλιά και τα . στο μέτωπο. Εξακολούθησε να τη φιλά στα μπράτσα. στο στήθος. Τη φίλησε παντού: στο στόμα. Απέφευγε τα μάτια επειδή κάποτε του είχε πει πως φιλί στα μάτια σήμαινε χωρισμό. στα πόδια. χωρίς να αφήσει το πρόσωπό της από τα μάτια του. Ύστερα την οδήγησε στο κρεβάτι.ψηλά. στ’ αυτιά.

Και σ’ αγαπώ πάρα πολύ». και τον ένιωσε να τρελαίνεται. «Σ’ αγαπώ». Και του έκανε πράγματα που δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε στη ζωή της.χάδια του με μια τολμηρότητα που ποτέ της δεν φανταζόταν πως διέθετε. . κούρνιασε στην αγκαλιά του και απόλαυσε το κορμί του κάτω από το δικό της. ούτε στον άντρα της. «Κι εγώ. του ψιθύρισε. Η ιδέα και μόνο πως μετά από μια-δυο ώρες ήταν υποχρεωμένοι να χωριστούν τους εξόργιζε και για αντιστάθμισμα ρίχνονταν αδιάκοπα ο ένας στον άλλο… Μετά τον έρωτά τους.

.τον είχε φυλακίσει με την αγάπη της και τον είχε αποκλείσει από μια φυσιολογική ζωή. Οι καλύτεροι ίσως». Εμείς θα μείνουμε πάντα φίλοι. Χωρίς να το θέλει. «πρέπει να φτιάξεις τη ζωή σου μακριά από μένα. Ένιωσε τα χέρια του να τη σφίγγουν δυνατά και το κορμί του να τραντάζεται. να κάνετε οικογένεια. Να παντρευτείτε. Είναι άδικο για σένα.Σήκωσε το βλέμμα της και είδε στα μάτια του όλη τη λατρεία που έκρυβε στην καρδιά του. δεν καταλαβαίνεις . του είπε επηρεασμένη απ’ αυτές τις σκέψεις. Πρέπει να βρεις μια νέα κοπέλα και ν’ αγαπηθείτε. «Πρέπει να μ’ αφήσεις». Και ξάφνου ένιωσε ενοχή.

Σκούπισε με τα δάχτυλά της τα δάκρυά του. Της έπιασε το χέρι και της το φίλησε. Κανείς απ’ ό.τι θυμόταν δεν είχε κλάψει ποτέ για χάρη της. «Γιατί βιάστηκε η μάνα σου να σε γεννήσει. την αγαπούσε. Έκλαιγε. . Τόσο πολύ. Ήταν απίστευτο έκλαιγε. Μα ήταν δυνατόν.Γύρισε και τον κοίταξε. λοιπόν. Κι έκλαιγε για εκείνη.» του απάντησε εκείνη μ’ ένα πονεμένο χαμόγελο. «Εσύ γιατί άργησες να γεννηθείς.» τη ρώτησε με ραγισμένη φωνή.

Έμειναν για αρκετή ώρα έτσι σιωπηλοί,
αγκαλιασμένοι και παραδομένοι σε μια
συναισθηματική βουβή επικοινωνία. Η
αγάπη, η αληθινή αγάπη, πολλές φορές
δεν έχει ανάγκη από λόγια για να
εκφραστεί. Αρκεί ένα άγγιγμα, μια
ματιά, μια τρυφερή σκέψη, κι έχουν
ειπωθεί όλα.
«Αν μπορούσαμε να πάμε μαζί για μια
βδομάδα σε κάποιο μέρος, πού θα
ήθελες να πάμε;» έσπασε πρώτη τη
σιωπή.
«Τι σημασία έχει ο τόπος; Οπουδήποτε,
φτάνει να είμαστε μαζί»,της απάντησε
κάπως μελαγχολικά.
«Και δεν θα ντρεπόσουν να

κυκλοφορείς αγκαλιά μαζί μου;»
Ο Ντίνος δεν απάντησε αμέσως, πράγμα
που την έκανε να πονέσει.
«Κατάλαβα, δεν χρειάζεται να πεις
τίποτα».
Δεν ήταν εύκολο να κρύψει την
απογοήτευσή της. Την αγαπούσε, δεν
μπορούσε να φύγει μακριά της και την
ποθούσε ασφαλώς, αλλά θα ντρεπόταν
να βγει στους δρόμους με τη «μαμά»
του. Όμως δεν είχε και το δικαίωμα να
τον κατηγορήσει. Κάπως έτσι δεν θα
ένιωθε κι εκείνη; Θα τον έπιανε ποτέ
αγκαλιά και θα τον φιλούσε με πάθος
στη μέση ενός κατάμεστου δρόμου;
Μάλλον όχι, μα… ίσως και ναι. Ποιος

ξέρει; Ισως να μην της δινόταν ποτέ η
ευκαιρία να διαπιστώσει κάτι τέτοιο.
Τουλάχιστον δεν είχε πια αυταπάτες.
Ήταν χι εκείνη το ίδιο τρωτή και
ανθρώπινη όσο και ο Ντίνος. Είχε τους
ίδιους φόβους και τις ίδιες αδυναμίες.
Κοίταξα τη φίλη μου και χαμογέλασα
με απόλυτη κατανόηση. Η Νατάσσα είχε
μείνει ακίνητη, με το μαρούλι στο ένα
χέρι και το μαχαίρι στο άλλο. Το
βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο κενό
και τα χείλη της έτρεμαν μισάνοιχτα.
«Ει, προσγειώσου!» την πείραξα.
«Ήταν πραγματικά υπέροχα», μου είπε
και με κοίταξε σαν ενθουσιασμένο
παιδί, που μόλις είχε πάρει ένα υπέροχο

δώρο. «Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό
που μου συμβαίνει. Δεν ξέρω όμως και
πώς θα περάσουν τόσες μέρες μακριά
του».
«Υπομονή. Ήδη πέρασαν οι μισές»,
προσπάθησα να την παρηγορήσω.
«Άλλωστε, έτσι το πράγμα έχει άλλη
αξία, δεν νομίζεις;»
«Ελένη, νομίζω πως για χάρη του θα
μπορούσα να κάνω οποιαδήποτε τρέλα.
Ακόμα και να εγκαταλείψω τα πάντα και
να φύγω μαζί του».
«Νομίζω πως γίνεσαι κάπως υπερβολική
και το ξέρεις».
Συνέχισε να κόβει το μαρούλι με

συγκρατημένες κινήσεις.
«Ίσως να ’χεις δίκιο. Όμως, η αγάπη
μάς οδηγεί πάντα στην υπερβολή, δεν
νομίζεις; Εκμηδενίζει τη λογική μας, κι
εκεί νομίζω πως βρίσκεται όλη η
ομορφιά της, ή πέφτω έξω;»
«Σύμφωνοι, ωστόσο είναι καλό να
μπορούμε να διαχωρίζουμε την τρέλα
του έρωτα από το ρεαλισμό της
πραγματικότητας. Οι ώρες που περνάς
με τον Ντίνο, σου ανήκουν
ολοκληρωτικά, δεν λέω, και μπορείς να
κάνεις οτιδήποτε θελήσεις μαζί του.
Αλλά στις υπόλοιπες ώρες της ζωής σου
έχουν δικαιώματα και ο άντρας σου και
το παιδί σου. Δεν είναι δίκαιο γι’ αυτούς
και ειδικά για την κόρη σου, να τους

διαγράψεις έτσι ξαφνικά, να τους
γυρίσεις την πλάτη και να εξαφανιστείς
με κάποιον άλλο».
«Το ξέρω. Και να είσαι σίγουρη πως δεν
θα το έκανα ποτέ. Όχι τόσο για τον
Αντώνη, όσο για την Κατερίνα. Όμως,
διψάω να ζήσω αυτό που δεν μπορώ να
έχω, βρε φιλενάδα, με καταλαβαίνεις;»
«Απολύτως. Όπως καταλαβαίνω και
κάτι άλλο ακόμα. Ο λόγος που
λαχταράς τόσο πολύ να γεμίσεις
ολοκληρωτικά τη ζωή σου με αυτή την
ιστορία, είναι επειδή ακριβώς δεν
μπορείς να την έχεις όπως θέλεις».
«Η αγάπη δεν μετράει;»

«Φυσικά και μετράει. Και μάλιστα πάρα
πολύ. Κι εδώ φαίνεται πόσο τυχερή
είσαι. Ζεις μια αγάπη σπάνια, έξω από
κανόνες και τύπους, μυστική και
απαγορευμένη. Όλα αυτά είναι που την
κάνουν τόσο μοναδική, τόσο υπέροχη,
μα και τόσο μεγάλη! Ναι, είναι μια
αγάπη που θα ζήσει για πάντα, γιατί δεν
θα γνωρίσει ποτέ τη φθορά της
καθημερινότητας, το συμβιβασμό του
κορεσμού. Δεν θα σου αφήσει ποτέ
πραγματικά πικρή γεύση στα χείλη. Θα
έχεις πάντα να θυμάσαι τη γλύκα της,
την ομορφιά της, την απεραντοσύνη
της. Καταλαβαίνεις λοιπόν το μέγεθος
της τύχης σου;»
«Ναι», είπε ξέπνοα και ξαναχάθηκε στις
σκέψεις της.

«Έλα,χαμογέλα λοιπόν, μέρα που είναι.
Βρε κουτό, είσαι υγιής, όμορφη, έχεις
έναν άντρα που δεν ποδοπάτησε ποτέ
την προσωπικότητά σου, μια κόρη
έξυπνη που σπουδάζει γιατρός, μια
καλή δουλειά, τρεις φίλες που σε
αγαπούν κι έναν άνθρωπο που τον
λατρεύεις και σε λατρεύει. Τι άλλο
θέλεις; Τι να πω κι εγώ; »
«Έχεις δίκιο!» Με κοίταξε και μου
χαμογέλασε. «Τελικά, ποτέ δεν είμαστε
ευχαριστημένοι με όσα έχουμε, έτσι δεν
είναι; Πάντα ζητάμε όλο και κάτι
παραπάνω. Αυτό είναι αχαριστία, κι
εγώ, μα την αλήθεια, δεν θέλω να είμαι
αχάριστη».
Δεν είχε προλάβει να τελειώσει και ο

διαπεραστικός, ρυθμικός ήχος του
κινητού της την ειδοποιούσε για κάποιο
μήνυμα που είχε. Αφησε το μαρούλι
στον πάγκο, σκούπισε βιαστικά τα χέρια
της κι έτρεξε να πάρει το κινητό. Το
πρόσωπό της φωτίστηκε διαβάζοντας το
μήνυμα.
«Είναι από εκείνον», μου είπε, λες και
χρειαζόταν μεγάλη σκέψη για να το
καταλάβει κανείς. «Άκου τι μου λέει»,
συνέχισε, με την ευτυχία να λάμπει
στο πρόσωπό της. «Ο Χριστός
αναστήθηκε και φέτος, κι εγώ. όπως
πάντα, σ’ αγαπώ πολύ. Χρόνια Πολλά,
αγαπημένη. Δεν είναι υπέροχος; Είναι
ένα υπέροχο παιδί. Γι’ αυτό τον
λατρεύω. Δεν έχει αλλοιωθεί ο
χαρακτήρας του. Είναι ακόμα γνήσιος,

αγνός κι αμόλυντος. Η ψυχή του είναι
ακόμα καθαρή σαν… σαν… Τι έχει
μείνει καθαρό στην εποχή μας;» με
ρώτησε καθώς δεν μπόρεσε να βρει την
κατάλληλη παρομοίωση.
«Σαν το γάργαρο νερό του ποταμού;»
πρότεινα με ένα θεατρικό τόνο στη
φωνή.
«Μπα! Τα ποτάμια έχουν γεμίσει
απόβλητα», είπε κάπως περιφρονητικά.
«Μήπως σαν το νερό της βροχής;»
συνέχισα την προσπάθεια γελώντας.
«Ούτε. Έτσι που έχει μολυνθεί η
ατμόσφαιρα, φαντάσου τι κατεβάζουν οι
σταγόνες της βροχής».

«Να πούμε τότε, σαν το χιόνι;» πρότεινα
και πάλι μετά από λίγη σκέψη.
«Μπα! Όλο πατημασιές είναι κι αυτό»,
μου αντιγύρισε παίρνοντας μέρος στο
αστείο παιχνίδι που είχαμε ξεκινήσει.
«Ε, τότε, σαν το μαρούλι που κάποια
στιγμή θα κόψεις».
«Α πα πα! Καλέ,τι λες! Αυτό είναι
παραφορτωμένο ορμόνες».
«Τότε, σαν το κεφάλι σου που
αποκλείεται να είναι νοθευμένο αφού
είναι άδειο!» φώναξα κατηγορηματικά ,
μεταξύ σοβαρού κι αστείου.
«Και τα μαλλιά μου που είναι
βαμμένα;» συνέχισε με προσποιητή

απόγνωση.
«Εγώ μιλάω για το εσωτερικό. Δεν
ασχολούμαι με… τρίχες».
Στο διάλογό μας έβαλε τέλος η κόρη
μου, που μπήκε τρέχοντας.
«Μαμά», φώναξε λαχανιασμένη, «ο
μπαμπάς είπε πως το κοκορέτσι είναι
έτοιμο και το κατσίκι θα έχει ψηθεί σε
μισή ώρα. Εσείς να ετοιμάσετε το
τραπέζι και να μου δώσεις μια πιατέλα».
Ο καιρός ήταν καλός και θα
μπορούσαμε άνετα να φάμε στον
κήπο,αν δεν φοβόμασταν μην
κρυώσουν οι γονείς του Γιάννη και οι
θείοι του, που ήταν μεγάλοι άνθρωποι.

Η Νατάσσα με βοήθησε να στρώσω το
τραπέζι και λίγο αργότερα τρώγαμε,
πίναμε και γελούσαμε. Παρ’ ότι στην
παρέα μας ήταν και η Μίνα με τον
Λευτέρη, τον αντιπαθητικό,
φαλλοκράτη ξάδερφο του άντρα μου,
που ευχαρίστως θα έστηνα καβγά μαζί
του,για χάρη της ημέρας και της
οικογένειάς μου, άφησα ασχολίαστες
κάποιες προκλητικές κουβέντες του και
διατήρησα τη γιορτινή ατμόσφαιρα
ήρεμη και πολιτισμένη .
Η αυτοπεποίθησή μου είχε ανεβεί τον
τελευταίο καιρό τόσο που δεν
θεωρούσα πως με την αδιαφορία και την
ηρεμία μου δικαιολογούσα και
αποδεχόμουν τις απόψεις του.

«Ώστε τώρα πια είσαι εργαζόμενη
γυναίκα, ξαδέρφη;» μου είπε κάποια
στιγμή με έναν τόνο που δήλωνε ότι δεν
έδινε και μεγάλη αξία στην καινούργια
μου ασχολία.
«Ναι», απάντησα λακωνικά.
«Και τι ακριβώς μεταφράζεις;
Αισθηματικά βιβλιαράκια;» ρώτησε
υποτιμητικά.
«Βιβλία τσέπης, πολλά από τα οποία
έχουν γίνει μπεστ σέλερ στο εξωτερικό.
Ανάμεσά τους υπάρχουν βέβαια και
αισθηματικά μυθιστορήματα».
«Σαχλαμαρίτσες, δηλαδή», συνέχισε να
προκαλεί.

«Για να έχεις άποψη θα έπρεπε να είχες
διαβάσει και κάποιο βιβλίο στη ζωή
σου», του απάντησα και πάλι ήρεμα.
«Κι εσύ, απ’ ό,τι ξέρω, εκτός από
αθλητικές εφημερίδες και
πορνοπεριοδικά, δεν έχεις ασχοληθεί με
κανένα άλλο έντυπο».
«Καλά, και πού βρίσκεις το χρόνο να
ασχολείσαι με μεταφράσεις;»
λοξοδρόμησε τη συζήτηση. «Δεν
παραμελείς έτσι τον άντρα σου και τα
παιδιά σου;»
«Να είσαι σίγουρος πως προλαβαίνω να
κάνω όσα είναι απαραίτητα. Και τα
παιδιά μου νιώθουν περήφανα για
μένα».

γι’ αυτό παράτησε εμένα κι έπιασε τον άντρα μου. Πώς της το επέτρεψες τώρα. Ήταν γνωστό πως ήταν από τους ανθρώπους που διασκέδαζαν με το να δημιουργούν προβλήματα στους άλλους. ενώ εκείνος. ποτέ δεν μας είχε καλέσει στο σπίτι του.» . «Πάντα έλεγες πως δεν ήθελες να δουλεύει η γυναίκα σου. Δεν μίλησα όμως για χάρη της Μίνας. συνέχισε απευθυνόμενος στον άντρα μου. «Εγώ απορώ με σένα. Γιάννη». παρόλο που δεν άφηνε τη γυναίκα του να δουλέψει. Ίσως βρισκόταν στη θέση που υπήρξα κι εγώ κάποτε άθελά μου.Θα μπορούσα να προσθέσω πως εγώ είχα το χρόνο να τους ετοιμάσο) το πασχαλιάτικο τραπέζι και να τους περιποιηθώ.

αν θέλεις να ξέρεις. παρκάρισα το Πεζό μου κοντά στην καφετέρια που . αν τολμούσε κανείς. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έβρισκε κάτι το μεμπτό σ’ αυτό». Δεν μίλησε κανείς κι εγώ κρυφογέλασα ικανοποιημένη με τον εαυτό μου. Έδωσα συγχαρητήρια από μέσα μου στον εαυτό μου.«Συνειδητοποίησε πως η δουλειά δεν είναι έγκλημα για τη γυναίκα». «Κι έπειτα. είναι κάτι που γεμίζει απόλυτα εμένα χωρίς να βλάπτει τον άντρα μου. βιάστηκα να απαντήσω. ας ομολογούσε μπροστά σε όλους πως δεν ήταν λογικός. Καλά τους την είχα φέρει. Την Τετάρτη μετά το Πάσχα. Όχι.

είχαμε καθιερώσει σαν τόπο συνάντησης και κοίταξα το ρολόι μου. τις χαιρέτησα σαν έφτασα κοντά τους. που απορροφημένες από την κουβέντα τους δεν με είχαν προσέξει. Είναι άρρωστη». με πληροφόρησε η Νατάσσα. Μπήκα στο μαγαζί και με το βλέμμα έψαξα να βρω το τραπέζι που υποτίθεται ότι θα κάθονταν οι φίλες μου. Τις είδα. «Γεια σας». «Δεν θα ’ρθει. Είχα αργήσει ένα τέταρτο. «Η Έρη δεν ήρθε ακόμα. Ήταν η Μαρία με τη Νατάσσα.» τις ρώτησα αφού πρώτα φίλησα κι ευχήθηκα στη Μαρία. .

Μου είπε πως είχε πυρετό από την πρώτη μέρα που έφτασαν στο νησί. και ακουγόταν πράγματι χάλια. Περίμενε πώς και πώς αυτές τις διακοπές για να ξεκουραστεί και να ηρεμήσει. Για την ώρα θα κάνει υπομονή . «Φαίνεται πως άρπαξε γερό κρυολόγημα. «Την καημένη! Δεν πήγε στο γιατρό μήπως χρειάζεται να πάρει αντιβίωση. όταν γύρισαν από την Κέρκυρα. και πέρασε δράμα.» «Αύριο περιμένει να πάει γιατρός στο σπίτι. Εδώ και μια βδομάδα είναι με ασπιρίνες και αποχρεμπτικά». βήχα και κομμάρες.» τις ρώτησα ανήσυχη. Μου τηλεφώνησε σήμερα το πρωί.«Τι έχει.

» «Συμπαθητικά. μου έλειψε βρε παιδιά η φασαρία της Αθήνας. μου την είχε βαρέσει. Και για να πω την καθαρή αλήθεια. παρέα με τα πεθερικά μου και κυνήγι των παιδιών στα χωράφια. γιατί δεν σας κρύβω. κατέληξε και μου έκλεισε πονηρά το μάτι γελώντας. βρε κορίτσια. . Τραπέζι. Εσύ πώς τα πέρασες. Τίποτα το ιδιαίτερο. οργίασε». Ιδιαίτερα τη Μεγάλη Τετάρτη. Μαράκι. εκκλησία. Σε αντίθεση με τη Νατάσσα που. μου είπε η Μαρία. Και περισσότερο μου λείψατε εσείς. όπως μου είπε.μία μέρα ακόμα». πως μου είναι έντονη η απουσία της απόψε. «Ελπίζω κι εύχομαι να της περάσει γρήγορα.

«Τώρα σωθήκαμε! Έχω ξεχάσει πότε έγινε το τελευταίο μας όργιο. «Την Κυριακή το απόγευμα». «Θέλω να πω. «Σοβαρά τώρα.τότε κάνε λίγη υπομονή και θα οργιάσεις μαζί του». συμφώνησε εκείνη χαμογελώντας. δεν έχεις επιθυμήσει. «και τώρα ανυπομονώ για το πότε θα οργιάσω και πάλι». σωστά». πριν γνωρίσεις τον Ντίνο δεν .την πείραξε η Μαρία. «Ε. Ευτυχώς». βρε Νατάσσα.» τη ρώτησα. «Πότε έρχεται ο Αντώνης από την Ιταλία.«Ναι.» τη ρώτησε η Μαρία. να κάνεις έρωτα με τον άντρα σου.

όπως όταν πρωτοπαντρευτήκατε. Οργανικά και μόνο. όμως δεν μπορώ να σκεφτώ πως τελείωσε η ερωτική μου ζωή. «Κι έχεις πάντα την ίδια επιθυμία για έρωτα. βρε παιδί μου». Είμαι μόνο τριάντα τεσσάρων χρονών». Σταμάτησα να έχω διάθεση για σεξ από τα είκοσι πέντε . «Εφτά».» τη ρώτησε με τη σειρά της η Νατάσσα αντί να απαντήσει.» «Όχι. «Και τι σημασία έχει.είχες ανάγκη για σεξ.δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο. «Πόσα χρόνια είσαι παντρεμένη με τον Κώστα.

πότε*σταμάτησες να έχεις όρεξη για τέτοια. Όταν συνειδητοποίησα τη συναισθηματική απόσταση που μας χώριζε». Όταν σιχάθηκα να βλέπω τον Γιάννη να ενδιαφέρεται μόνο για το πουλί του. Πως ήμουν ψυχρή. είπε η Νατάσσα. Όταν βαρέθηκα πια να ζω το ίδιο πορνό σκηνικό κάθε τόσο. «Δεν . ανίκανη. «Αφού είχα φτάσει στο σημείο να πιστέψω πως είχα πρόβλημα. «Καλά.» «Κάπου στα είκοσι πέντε κι εγώ. δεν νιώθεις ποτέ σου την ανάγκη να εκτονώσεις τις ορμές σου. Ελένη. Εσύ.» ζήτησε να μάθει η Μαρία.μου».

να σε μεθύσει τέλος πάντων ο έρωτας κάποιου άντρα. να σε φιλήσουν δύο ζεστά χείλη. κάποιες φορές το σκέφτομαι.λαχτάρησες ποτέ να σε αγγίξουν δύο ανδρικά χέρια. «Και στην έσχατη περίπτωση μπορείς να τη βρεις μια χαρά και μόνη σου». Για μένα δεν υπάρχουν χέρια που θα με συγκλονίσουν. δεν θέλω βρε παιδιά να πάω μ’ έναν άντρα μόνο και μόνο για να πω ότι έκανα έρωτα και ικανοποιήθηκα. τη στιγμή που θα λείπει το πιο ουσιώδες.» «Γία να πω την αμαρτία μου. έρωτας που θα με μεθύσει. Όμως. είπε η Νατάσσα.η ψυχική επαφή». «και σας πληροφορώ πως είναι καλύτερο από το να αφήνεσαι .

«Θα μας τον γνωρίσεις καμιά φορά για να δούμε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που σε έχει τόσο αναστατώσει. σας εύχομαι να γνωρίσετε τον έρωτα που ζω αυτόν τον καιρό με τον Ντίνο. την πείραξε η Μαρία.σαν σφάγιο στα χέρια κάποιου που δεν έχει να σου πει τίποτα συναισθηματικά». και ήταν κάτι που πίστευα. «Εσύ δεν υποφέρεσαι με τον Ντίνο σου». αν ήξερα πως δεν θα ξανακάνω ποτέ έρωτα στη ζωή μου. πάντως. δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου». είπα. «Εγώ.» . Τότε ίσως καταλάβετε τη διαφορά».πάλι. «Εγώ.

δεν μπορώ να πω.«Ίσως». Ήρθε ο γιατρός. · «Πριν από λίγο έφυγε. Άσ’ τα.» τη ρώτησα αφού της ευχήθηκα για το Πάσχα. «Πώς είσαι. απάντησε αόριστα η Νατάσσα και χαμογέλασε ονειροπόλα. Με εξέτασε προσεκτικά. . είμαι χάλια. φιλενάδα. Τώρα περιμένω τον Αντρέα να μου φέρει τα φάρμακα για ν’ αρχίσω την αντιβίωση». Το μεσημέρι της επομένης τηλεφώνησα στην Έρη. και το συμπέρασμά του είναι πως άρπαξα ένα γερό κρυολόγημα που φοβάται μήπως το γύρισε σε πνευμονία.

» με ρώτησε κάποια στιγμή η Έρη κουρασμένα. μόνη θα μένεις τέτοιες ώρες.«Θα έρθω σε λίγο να σου ετοιμάσω κάτι να φας. γι’ αυτό είναι οι φίλες». Μήπως θέλεις να σου φέρω τίποτε άλλο. της είπα στο τέλος καθησυχαστικά.» Προσπάθησε να με πείσει πως δεν ήταν ανάγκη να ταλαιπωρηθώ και πως ο Αντρέας θα τα κατάφερνε μια χαρά. όμως δεν στάθηκε τόσο πειστική. αγάπη μου.» 6 «Είδες πόσο δίκιο είχα για τα παιδιά. «Κάτι τέτοιες στιγμές . «Μα. «Τι στο καλό.

Να έχεις άντρα γυναικολόγο που ξεγεννά δεκάδες γυναίκες κάθε βδομάδα και να μην . Εσύ όμως βλέπεις πόσο δίκιο είχα όταν σας έλεγα ότι η γέννηση ενός παιδιού είναι καθαρά εγωιστικό θέμα.φαίνεται η απουσία τους. Αν είχα ένα δικό μου παιδί. «Ίσως να μην έχεις άδικο». δεν θα χρειαζόταν να κουβαληθείς εσύ για να με φροντίζεις». παραδέχτηκε κάπως απρόθυμα. Το αναζητάς τώρα για τη βοήθεια και τη συντροφιά που θα μπορούσε να σου προσφέρει και δεν σκέφτεσαι τη δική του ταλαιπωρία». «Μα θα κουβαλιόμουν έτσι κι αλλιώς επειδή είμαι φίλη σου. «Οφείλεις όμως να παραδεχτείς κι εσύ την ειρωνεία της τύχης.

«Όμως. για . Και το έχω προσέξει κάθε φορά που μου διηγείται για τις γέννες και τις δυσκολίες τους. λοιπόν. μια και μέσα από τη δουλειά του μπορεί να αναπληρώνεται η δική του επιθυμία. παραδέχτηκα. «Είδες. Καμαρώνει λες και γεννήθηκε άλλο ένα δικό του παιδί». Μπορεί η τύχη να μην του χάρισε απόγονο. «Ναι». όμως φαντάσου πόσο ικανοποιημένος και ευτυχισμένος θα νιώθει κάθε φορά που θα φέρνει στο κόσμο μια καινούργια ζωή». «Αυτό είναι αλήθεια.μπορεί να δει παιδί από τη δική του». Μη στενοχωριέσαι. μπορεί εκείνος να μην το βλέπει έτσι.

ήρθε η Μαρία. παρά μόνο κοίτα να γειάνεις εσύ. «Πόση άδεια σου έγραψε ο γιατρός. Η σούπα της Ελένης με στύλωσε. Δεν μπορούμε άλλωστε να τα έχουμε όλα σ’ αυτόν τον κόσμο. «Καλύτερα. πιστεύω πως θα γίνω καλύτερα». «Τι κάνει η άρρωστή μας.τον Αντρέα και μην ανησυχείς για κανέναν.» ρώτησε και τη φίλησε στο μέτωπο. Μόλις αρχίσω και την αντιβίωση που θα φέρει ο Αντρέας. Την ώρα που τη βοηθούσα να φάει. μπορώ να πω. της είπα και σηκώθηκα από δίπλα της. Πάω να δω αν είναι έτοιμη η σούπα».» .

«Άσ’ την αυτή. «Κοίτα να γίνεις καλά. «Δεν είμαστε καλά. «Μωρέ καλά κάνει». είπε η Έρη.» «Μπα! Θα είναι με τον Ντίνο της». της έβαλε τις φωνές η Μαρία. Κι έπειτα από μικρή σιωπή. «Αναρωτιέμαι όμως βρε κορίτσια ποιος άραγε θα με αντικαταστήσει στη δουλειά». κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να σε αντικαταστήσει». μου φαίνεται». υπέθεσα.«Έξι μέρες. πρόσθεσε: «Αλήθεια. μου είπε. . Είναι χαμένη στον κόσμο της». κι αν χρειαστεί θα μου γράψει κι άλλες». δεν μου είπατε . η Νατάσσα τηλεφώνησε.

Δεν ξέρω. σχολίασε η Μαρία. «Ναι. «Μην ξεχνάμε πως όλα στη ζωή είναι . βρε παιδιά. είπα. «Εξαρτάται από τον τρόπο που θα γίνει». Γιατί. αλλά μην ξεχνάς πως και ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. «παίρνουν τα μέτρα τους».η επιστροφή στην πραγματικότητα θα είναι πολύ σκληρή για τη φουκαριάρα».«Αφήστε την να τον απολαύσει όσο τον έχει. αλλά εμένα με τρομάζουν αυτές οι καταστάσεις». «Μπα. αυτό το βλέπω δύσκολο». «Νομίζω πως το χειρότερο θα είναι αν την πιάσει στα πράσα ο Αντώνης».

ένα ρίσκο». «Έχεις δίκιο». Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο ή την αποτυχία. συμφώνησα. υπενθύμισε η Έρη. φεύγει όμως μακριά και από την ίδια τη ζωή». έχει και τις περισσότερες πιθανότητες ικανοποίησης. μόνο και μόνο επειδή ήθελα ν’ αποφύγω τη φθορά της γκρίνιας και τις πληγές που πάντα προξενεί μια επανάσταση. Χωρίς να καταλαβαίνω πως έτσι έμενα σκλάβα των ίδιων μου των φόβων και δεν έδινα . «Άλλος ρισκάρει περισσότερα κι άλλος λιγότερα. «Δεκαεφτά χρόνια φοβόμουν να τολμήσω να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου. Κι αυτός που ρισκάρει πιο πολύ. δεν αφήνει ποτέ περιθώρια στον εαυτό του να κερδίσει κάτι. Ενώ αυτός που φοβάται να ρισκάρει.

όταν δεν έχω την Ελένη μου. θα καταλάβει τους προβληματισμούς μου και τις ανάγκες μου και θα σταθεί πλάι μου βοηθός και συναγωνιστής μου. Τώρα αποφάσισα κι εγώ να το ρισκάρω και είμαι έτοιμη να πληρώσω οποιοδήποτε τίμημα προκειμένου να βγω κερδισμένη». Όποιος με αγαπάει πραγματικά. οποιοδήποτε. Αλλοι θα με . «Ναι. Τι να κάνω τον επιτυχημένο άντρα.» ρώτησε η Μαρία. τη βολεμένη οικογένεια.στον εαυτό μου τη δυνατότητα να εξελιχθεί σαν προσωπικότητα. «Οποιοδήποτε. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να έχεις χάσει τον εαυτό σου. το πλούσιο σπίτι.

Ορισμένες λέξεις έχασαν τη σημασία τους για μένα φόβος. ε.’ Μονάχα κακό μπορούν να μου κάνουν». Νιώθω πως δεν υπάρχουν περιθώρια αποτυχίας. μοναξιά. υποταγή… Δεν θυμάμαι τι σημαίνουν αυτά τα πράγματα. Και δεν φοβάμαι πια. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Και να σας πω κάτι.πολεμήσουν και θα ζητήσουν κάποιο αντίτιμο για να μου δώσουν πίσω αυτό που δικαιωματικά μου ανήκει: τον εαυτό μου.φιλενάδα». . απογοήτευση. αυτούς δεν τους θέλω κοντά μου. «Είμαι. «Σε βλέπω πολύ αποφασισμένη. Τώρα πια μόνο σε νίκες θέλω να ελπίζω».

» με ρώτησε κάποια μέρα. Κάνεις την επανάστασή σου όταν νιώθεις πως ο κόμπος έφτασε στο χτένι και είσαι αποφασισμένη να πολεμήσεις . πας ν’ ανοίξεις κι άλλες. θα φύγει και θα σ’ αφήσει μόνη. » «Αυτά τα πράγματα δεν τα ορίζεις. «Τι πας να κάνεις. Ακόμα δεν επούλωσες τις παλιές σου πληγές.Η ψυχοθεραπεύτριά μου δεν συμφωνούσε απόλυτα με την τακτική μου. Πρέπει να μάθεις να είσαι υπομονετική και να διεκδικείς σιγά-σιγά αυτά που θέλεις. Δεν είσαι έτοιμη για κάτι τέτοιο. Θα επαναστατήσει ο άντρας σου και πολύ φοβάμαι πως με το χαρακτήρα που έχει. «Να χαλάσεις το σπιτικό σου.

«Έχεις παραμελήσει το σπίτι. και ασχολείσαι συνέχεια με τα βιβλία σου. Θέλω να διαλέξεις και να μου δώσεις γρήγορα μια απάντηση».τις φιλενάδες σου και τις βόλτες. μου είπε κάποιο βράδυ ο Γιάννης ψυχρά. Άλλωστε. «Τι να διαλέξω.τα ενδιαφέροντά μου είναι κάτι ξεχωριστό από την οικογένειά . κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό μου και τον άντρα μου. τα παιδιά. Όλα είναι υποκειμενικά. οι φίλες μου. απ’ όσο εγώ». Κανείς δεν μπορεί να σου πει ποια θα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αντιδράσεις. «Η δουλειά μου.ώς το τέλος. εμένα.» ρώτησα. «Δεν μου αρέσουν καθόλου αυτές οι αλλαγές που βλέπω».

μου. «Έχεις σταματήσει ν’ ασχολείσαι μαζί μου».» «Τα βράδια που γύριζα σ’ έβρισκα πάντα εδώ να με περιμένεις. Σ’ ένιωθα πάντα εδώ. Αφού εσύ πάντα λείπεις απ’ το πρωί ώς το βράδυ. Τι σου έκανα πριν. Πότε και πώς ασχολιόμουν περισσότερο μαζί σου. «Αυτό. Το κάθε τι έχει τη θέση του στη ζωή μου. Όποτε σου ζητούσα να κάνουμε έρωτα. δεχόσουν. Δεν σταμάτησα ν’ ασχολούμαι με το σπίτι μας ή τα παιδιά μας. που δεν το κάνω τώρα. δεν το καταλαβαίνω. απλώς προσπαθώ ν’ αφιερώνω και σε μένα λ*ίγο χρόνο». ειλικρινά. δεν το .

Θέλω να φέρομαι όπως αισθάνομαι». Τώρα αντιδράς συνέχεια και τις πιο πολλές ώρες είσαι κλεισμένη κάτω. Απλώς τόσα χρόνια καταπιεζόμουν. νιώθω πως δεν μπορώ πια.τι σου έλεγα. είμαι και τώρα. κι όσο για έρωτα… Έχεις αλλάξει πάρα πολύ. «Αυτή που ήμουν πάντα. έπνιγα τον εαυτό μου για να δείχνω κάτι που δεν με εξέφραζε αλλά ικανοποιούσε εσένα. με άκουγες. Όμως. Και ό. Έχεις αρχίσει να λείπεις συχνά από το σπίτι. του εξήγησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα «Έστω κι αν παύει κάθε επικοινωνία ανάμεσά μας.καταλαβαίνεις. . Δεν είσαι αυτή που ήσουν και δεν μου αρέσεις έτσι».» με ρώτησε.

Μόνος σου έκανες έρωτα. μόνη μου ζούσα σ’ αυτό το σπίτι. χωρίς τη βοήθεια κανενός. μόνη μου μεγάλωνα τα παιδιά μας. Νιώθεις πως καταφέραμε ποτέ να επικοινωνήσουμε εμείς οι δύο. όπως και όποτε ήθελες εσύ. Μόνος σου μιλούσες για τα επαγγελματικά σου κι εγώ άκουγα πολλές φορές χωρίς να καταλαβαίνω.«Ας είμαστε σοβαροί. μόνος σου έφτιαχνες το πρόγραμμα που σου άρεσε κι εμείς ήμαστε υποχρεωμένοι να το ακολουθούμε πάντα. Μόνος σου δούλευες και αποφάσιζες πώς θα ξοδέψουμε τα λεφτά που κέρδιζες. Γιάννη. Εγώ. Ζούσαμε τόσα χρόνια μαζί και καθένας μας ήταν πάντα μόνος. μόνη μου έκανα όνειρα και τα έβλεπα να . από την άλλη.

λοιπόν. αν…» . αν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός και εκτίμηση. καταφέρουμε να ξαναχτίσουμε τη σχέση μας πάνω σε σωστά θεμέλια.» «Θέλω να πω πως όλα αυτά τα χρόνια δεν ήμουν ευτυχισμένη. δεν ήμουν ο εαυτός μου. την επικοινωνία.» «Θέλεις να πεις πως όλα αυτά τα χρόνια ήσουν δυστυχισμένη κοντά μου. αν υπάρχει καλή θέληση και από τους δυο μας. δεν λειτουργούσα σαν ανεξάρτητη προσωπικότητα. Ίσως τώρα. Αν καταλάβει ο ένας τις ανάγκες του άλλου. Πού την είδες. μόνη μου ανεχόμουν τις προσβολές και τη σκλαβιά που μου επέβαλλες.ξεφτίζουν ένα-ένα.

παραδέχτηκε. Και σε ξαναρωτάω.«Αν δεχτώ να γίνω μαλάκας.» . να μη βγαίνεις όποτε σου καπνίσει και ν’ ασχολείσαι με το σπίτι και την οικογένειά σου. «Γιατί θα πρέπει κάποιος από τους δυο μας να παίζει οπωσδήποτε αυτόν το ρόλο. ν’ αφήσεις τις μεταφράσεις και τις βλακείες. εγώ είμαι άντρας κι εσύ γυναίκα.» «Είμαστε και οι δύο άνθρωποι». με διέκοψε. μπορείς να γίνεις πάλι όπως ήσουν. «Όμως. θέλεις να πεις».» ρώτησα και πάλι ήρεμα. Εδώ βρίσκεται η διαφορά. «Δεν μπορούμε να δεχτούμε πως είμαστε και οι δύο ισότιμοι άνθρωποι με ανάλογα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Να ζω μόνο για να προσφέρω ικανοποίηση στους άλλους. «Αυτή είναι η οριστική σου απάντηση . δήλωσε κοφτά και μου γύρισε την πλάτη.» «Ναι. Ε. Δεν απαρνούμαι την οικογένειά μου. δεν αδιαφορώ για σας. όμως θέλω…» «Δεν χρειάζεται να πεις τίποτε άλλο».«Να ξεχάσω δηλαδή για άλλη μια φορά τον εαυτό μου.όχι. Να εγκαταλείψω πράγματα που με κάνουν ευτυχισμένη και να ανέχομαι αυτά που μου προσφέρουν δυστυχία. δεν νομίζω πως μπορώ». Την άλλη μέρα καθυστέρησε μέχρι να . και ελπίζω να κατάλαβες τι εννοώ.

Και προ πάντων. «Δεν καταλαβαίνω. «Θα μείνω για λίγες μέρες σ’ ένα ξενοδοχείο. πράγματι.φύγουν τα παιδιά για το σχολείο κι έπειτα ανέβηκε στο δωμάτιό μας.τι να κάνω. . Θέλω λίγο χρόνο για να σκεφτώ. Τι θέλεις να σκεφτείς.» Τα είχα τελείως χαμένα. Είκοσι λεπτά αργότερα τον είδα να κατεβαίνει τη σκάλα κρατώντας μια βαλίτσα στο χέρι. Δεν μπορείς να σκεφτείς εδώ.τι θα πω στα παιδιά. «Πού πας. Θα σε ειδοποιήσω».» τον ρώτησα έκπληκτη. Δεν περίμενα μια τέτοια αντίδραση και δεν ήξερα.

Είχε φύγει με μια βαλίτσα χωρίς να το συζητήσει. Δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει. Ίδιος όπως πάντα. Έπαιρνε μόνος του μια απόφαση και δεν λογάριαζε τη γνώμη του άλλου. Τι θα τους έλεγα. με διαβεβαίωσε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τι μπορούσα να κάνω. Πήγα στο γραφείο μου και προσπάθησα να ξεχαστώ με τη μετάφραση. Έμεινα μόνη να κοιτάζω την πόρτα σαν χαμένη. Τι έπρεπε να περιμένω.«Κάτι θα βρεις να τους πεις». Και το μόνο που μου άφηνε ήταν η ευθύνη να εξηγήσω την απουσία του στα παιδιά. .

«Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα γιατί είμαι με πελάτη. ήταν τα πρώτα λόγια που είπα όταν απάντησε. «Ο άντρας μου πήρε μια βαλίτσα κι έφυγε απ’ το σπίτι μας. Δεν ξέρω τι να κάνω». Να συναντηθούμε και να τα πούμε το μεσημέρι στο σπίτι της . «Ο Γιάννης έφυγε απ’ το σπίτι». σαν να μην είχε ακούσει καλά. «Τι.Άδικος κόπος.» ρώτησε. Έπιασα το ασύρματο τηλέφωνο και πήρα τη Μαρία στο κινητό της. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου δεν έβρισκε την ικανότητα να δεχτεί αυτό που μόλις είχε γίνει.

» «Εντάξει». ετοίμασα φαγητό για τα παιδιά. «Πώς από ’δω. τους άφησα ένα σημείωμα. «Κανονικά δεν θα έπρεπε να μεταφράζεις τώρα. κι έφυγα σαν κυνηγημένη. όταν με είδε. προσπαθώντας να ξεχαστώ στους δρόμους των βορείων προαστίων. Οδήγησα για μία ώρα περίπου. για να ξέρουν πού είμαι. Ανέβηκα στο σπίτι. κι έπειτα κατέληξα στη γειτονιά της Έρης.Έρης.» με ρώτησε η φίλη μου κάπως ξαφνιασμένη.» Το πρόσωπό της είχε ξαναβρεί λίγο από .

Τα φάρμακα και η ξεκούραση την είχαν βοηθήσει να ανακτήσει τη δύναμη και τη ζωτικότητά της. Για ποιο λόγο φεύγει. ύστερα από την περιπέτεια της υγείας της. «Καλά. ομολόγησα για .» «Δεν θέλω ούτε να’μου περνά απ’ το μυαλό. όμως πολύ φοβάμαι πως δεν πρόκειται να γυρίσει». Έδειχνε το ίδιο έκπληκτη μ’ εμένα.τι θέλει να σκεφτεί. δεν σου είπε τίποτε άλλο.το χαμένο χρώμα του και η διάθεσή της φαινόταν αρκετά καλή. Την πληροφόρησα με όσες λεπτομέρειες μπορούσα για τις τελευταίες εξελίξεις. πότε έχει σκοπό να γυρίσει .

πρώτη φορά. «Τόσο εύκολο το θεωρείς. Λες και τον περιμένει ουρά από γυναίκες!» «Δεν ξέρα) αν και ποια τον περιμένει. Ο Γιάννης . «Αποκλείεται ν’ αντέξει περισσότερο από τρεις μέρες μακριά σου.» «Και ποιος σου είπε πως θα ζήσει μόνος του. ωστόσο είμαι βέβαιη πως υπάρχουν πολλά θύματα έτοιμα να θυσιάσουν την πολύτιμη ελευθερία τους για μια αμφίβολη σιγουριά». Μπορεί ο Γιάννης να ζήσει για πολύ μόνος του. Κάποιαν άλλη θα βρει να με αντικαταστήσει». «Τι λες τώρα.

Το ίδιο συμφώνησε μαζί της. για να νιώθει έστω την ανθρώπινη ανάσα για συντροφιά. αποδείχτηκε πως οι φίλες μου δεν είχαν καθόλου δίκιο. απ’ ό. και η Μαρία. Πολλές είναι και οι τρεις μέρες που είπα. Να δεις που το πολύ μέχρι αύριο το απόγευμα θα έχει γυρίσει». φέλει να νιώθει πως κάπου έχει ένα αποκούμπι. Και ξέρεις κάτι. μια πιστή Πηνελόπη να τον περιμένει.τι βέβαια γνωρίζω. . Έχει μάθει κάθε πρωί να του σιδερώνουν. να κοιμάται δίπλα σε ένα άλλο κορμί κάθε βράδυ. όταν ήρθε να μας βρει. Όμως.δεν είναι από τους ανθρώπους που μπορούν να ζήσουν μόνοι.

Ήταν Σάββατο απόγευμα. εσύ σκέφτηκες τι θέλεις να γίνει τελικά. αρχίζουν να αναρωτιούνται γιατί δεν παίρνει ο πατέρας τους τηλέφωνο τις ώρες που ξέρει πως είναι κι εκείνα στο σπίτι». όμως δεν μπορώ κάθε φορά που με ρωτούν πότε θα γυρίσει να τους λέω “δεν ξέρω”. «Δεν ξέρω πια τι άλλο να πω στα παιδιά. και οι τέσσερις γυναίκες προβληματιζόμασταν ακόμα με το ίδιο θέμα. είπε η Νατάσσα. .» με ρώτησε. έφυγε για ένα έκτακτο επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία. Εντάξει. «Εντελώς ανεύθυνη η συμπεριφορά του». Κι έπειτα. «Όμως. εννιά μέρες μετά τη φυγή του Γιάννη.

σαν τρίτη. «Εγώ πάντως πολύ θα ήθελα να βρισκόμουν στη θέση σου». Δεν ξέρω. είναι κάτι που με τρομάζει. Ν’ απαρνηθώ για άλλη μια φορά τον εαυτό μου δεν θέλω. μου είπε η Νατάσσα. φιλενάδα. . Να έρθει και να μου πει πως θέλει να χωρίσουμε. μου είπε η Μαρία και άναψε τσιγάρο. δεν μπορώ να καταλάβω ποια θα ήταν η καλύτερη λύση». «Τι να σου πω. Να γυρίσει πίσω και να μου πει πως με δέχεται έτσι όπως μου αρέσει να είμαι. Ούτε εγώ.«Ειλικρινά δεν ξέρω. δεν ξέρω κατά πόσο θα με ικανοποιήσει. Νιώθω ολότελα μπερδεμένη».

» τη ρώτησε η Έρη. και η Νατάσσα. έκανε να αστειευτεί η Έρη. δεν αφήνει καθόλου το χρόνο να πάει χαμένος». «Μη χολοσκάς. «Δεν ξέρω. γιατί δεν το ζητάς μόνη σου από τον Αντώνη. αλλά έτσι μπορεί να χάσουμε πολύτιμο χρόνο». Πολλές φορές είναι βολικό ν’ αφήνουμε στους άλλους την ευθύνη των σοβαρών αποφάσεων και να γλιτώνουμε εμείς όσο πιο ανώδυνα γίνεται». «Ναι. τόνισα. Γιατί δεν του λες με ειλικρίνεια πως δεν τον αγαπάς πια και θέλεις να χωρίσετε. μα ένας δυνατός βήχας τη . όπως ξέρεις.«Αν το θες πραγματικά.

«Τι έπαθες πάλι. «Θα πρέπει να κάνω μερικές ακόμα εξετάσεις και πρώτα-πρώτα μια αξονική τομογραφία. «Ακόμα σε βασανίζει αυτός ο βήχας.σταμάτησε. «Η πνευμονία είναι άσχημη και ύπουλη αρρώστια. Ο Αντρέας θέλει να μου . είπε η Έρη όταν σταμάτησε να βήχει. Αν δεν γιατρευτεί εντελώς. μπορεί ν’ αφήσει άσχημα κουσούρια».» «Και βέβαια πρέπει». «Αυτό μού λέει κι ο Αντρέας». Μήπως πρέπει να σε ξαναδεί ο γιατρός. συμφώνησε η Νατάσσα.» τη ρώτησε η Μαρία καθώς τη χτυπούσε στην πλάτη.

«Σε μισή ώρα έχω ραντεβού με τον Ντίνο και δεν θα ήθελα να τον κάνω να με περιμένει. Τι να σας πω. και πάρτε με στο . τα αποτελέσματα φοβάμαι. Κι αν τηλεφωνήσει ο Αντώνης. “μόλις έφυγε”. δεν πρόκειται να πονέσεις καθόλου. «Κορίτσια. Πάντως θα δω πώς θα είμαι την άλλη βδομάδα και θα το αποφασίσω». μα δεν τον αφήνω.» ρώτησε η Νατάσσα. Δεν φοβάμαι την εξέταση. ξέρετε τι λέτε. βρε κορίτσια.κλείσει ραντεβού. σας πειράζει να φύγω πρώτη. Πρόσφατα έκανε μια γνωστή μου». είπε η Νατάσσα. «Δεν με καταλάβατε. φοβάμαι…» «Μα δεν είναι τίποτα. ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι της.

«Καλή διασκέδαση». Χτύπησε το κουδούνι με ανυπομονησία και ανέβη-χε τρέχοντας μέχρι τον πρώτο όροφο. «Να ’σαι φρόνιμο κορίτσι». του είπε με λαχτάρα και .κινητό να με ειδοποιήσετε». Η Νατάσσα έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε ο Ντίνος. στις εφτά και μισή ακριβώς. «Άντε και με τις ευχές μας». «Μου έλειψες». Έκλεισε πίσω της την πόρτα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του.την πειράξαμε. όπως είχαν κανονίσει.

Και με τα χείλη κολλημένα την παρέσυρε βιαστικά στην κρεβατοκάμαρα. μα και πόσο τη λαχταρούσε… Πονούσε που δεν μπορούσε να τη χαρεί ελεύθερα. «Τόσο γρήγορα. . Την έσφιξε κι εκείνος στην αγκαλιά του και της έκλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί που έλεγε πολλά.» του παραπονέθηκε χαδιάρικα.» τον ρώτησε καθώς παραπατούσε. «Μια βόλτα». Πόσο του είχε λείψει. «Πού πάμε.τον έσφιξε πάνω της. πόσο την αγαπούσε.

τρυφερότητα και αγάπη. Όλα έμοιαζαν εκείνη τη στιγμή σαν κομμάτι μιας απόκοσμης μελωδίας. μέχρι τους εφτά ουρανούς.του απάντησε στον ίδιο ναζιάρικο τόνο και σκέπασε πάλι τα χείλη του με τα δικά της.«Γιατί. φλογερής και όμορφης. Ξάπλωσαν στο κρεβάτι και με τα φτερά του φτερωτού θεού. μια και είχαν γίνει ένα. πολύ ψηλά.» «Όσο με κρατάς στα χέρια σου. όχι». Δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή ποιος έδινε και ποιος έπαιρνε. άρχισαν πάλι να πετούν ψηλά. Είχαν αφεθεί στον έρωτά τους γεμάτοι πάθος.του γιου της Αφροδίτης. φοβάσαι. που ξετυλιγόταν κι ανέβαινε .

Μόλις ο ανεμοστρόβιλος της έκστασης και της ηδονής. Κι όταν τα χείλη δεν σκορπούσαν γλυκά φιλιά. που στιγμές-στιγμές για τη Νατάσσα έδινε την εντύπωση πως είχε βγει από τον εαυτό της τον ίδιο και παρακολουθούσε κάτι που συνέβαινε σε κάποιαν άλλη. τα κορμιά τους δεν χώρισαν. σαν να μην ήθελαν να χωρίσουν ποτέ. ψιθύριζαν λόγια λατρείας. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο . που τόση ώρα τους είχε τυλίξει κι ανεβάσει ψηλά. μια ξένη. τους απέθεσε και πάλι στη γήινη πραγματικότητα.γλυκά-γλυκά μέχρι τον ουρανό και τους χάριζε μια αίσθηση απόλυτης ευτυχίας. έπλεκαν τα δάχτυλά τους σφιχτά. Μιας ευτυχίας. Κι όταν τα χέρια τους δεν χάιδευαν το αγαπημένο κορμί του άλλου.

σπάζοντας τη σιωπή. νιώθουν να πλανιούνται γύρω τους οι όρκοι και οι υποσχέσεις. .στον κόσμο εκτός απ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους που είχαν αγαπηθεί τόσο παράφορα. μέσα σ’ εκείνη την ησυχία του δωματίου. η σιωπή εκείνη. αν και σύντομη. η ίδια η αγάπη. μα και τόσο ολοκληρωτικά. που σαν μυστηριώδη φτερουγίσματα αγγελικών πλασμάτων έρχονται να τους εμψυχώσουν με ένα σωρό αισθήματα. «Πάρε με από ’δω». τον παρακάλεσε η Νατάσσα. Κι όταν κάποια στιγμή σταματούν να μιλούν. κάνει και τους δύο να νιώθουν ένα παράξενο ρίγος να διαπερνά το κορμί τους. τόσο ριψοκίνδυνα. Γιατί.

πάντως μακριά.«Γία να πάμε πού. λένε. Είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν την περιφρόνηση και το μίσος των δικών τους ανθρώπων. Ωστόσο οι άνθρωποι που αγαπούν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν κάποιες απαράβατες αρχές που λίγοι τόλμησαν να αγνοήσουν. Η αγάπη δεν έχει κανόνες. Είχαν άραγε τη δύναμη να αρνηθούν τα πάντα και να ζήσουν οι δυο τους μόνοι μέσα σ’ έναν κόσμο που θα τους κοιτούσε περίεργα. Και που συνήθως το .» «Όπου θέλεις. Σε παρακαλώ…» Δεν της απάντησε. Τι μπορούσε άλλωστε να της πει. και να είμαστε μόνοι.

θύματα των νόμων της φύσης». η καρδιά θύμα των αισθήσεων και οι αισθήσεις μας. Οι υπόλοιποι επέλεξαν να κλέψουν κρυφά όσο περισσότερες σταγόνες ευτυχίας μπόρεσαν. . μια αδιάκοπη σειρά από θυσίες μα και παρεξηγήσεις. Και τότε θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει: «Η αγάπη είναι μια σειρά. ο άντρας θύμα της καρδιάς του.πλήρωσαν ακριβά. Γύρισε και κοίταξε τη Νατάσσα. Η γυναίκα είναι θύμα του άντρα. Ίσως γι’ αυτό ήξεραν να εκτιμούν καλύτερα την αξία της αληθινής αγάπης. Έκπληκτος είδε να έχουν κυλήσει δύο δάκρυα στα μάγουλά της. τέλος.

Πες μου. αν… ήμουν ελεύθερη…» Χωρίς να το θέλει. «Τίποτα». «Να ’ξερες πόσες φορές με βασανίζουν κι εμένα αυτά τα “αν”. Όμως. «Να… σκεφτόμουν… αν ήμουν πιο νέα. αλήθεια.«Τι έχεις. δεν θέλω . Δεν μπορώ. γιατί κλαις. ένας λυγμός ξέφυγε από τα χείλη της. μα γρήγορα μπόρεσε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και συνέχισε: «Πόσα πράγματα. «Τότε.» τη ρώτησε κάπως τρομαγμένος. θα μπορούσαμε να κάνουμε οι δυο μας…» Την έσφιξε με πόνο στην αγκαλιά του. δεν θέλω να σε βλέπω έτσι».

Τι θα κάναμε. Φαντάσου πως είμαι είκοσι χρόνων. Δυστυχώς. Έρχεσαι ένα πρωί με τη μηχανή να με πάρεις. δική σου. Έρχεσαι τρέχοντας.» «Λοιπόν… είναι Κυριακή πρωί Έρχομαι κάτω από το σπίτι σου και σου κορνάρω να κατεβείς.να στενοχωριέσαι. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ». «Πού θες να σε πάω. Ανεβαίνεις πίσω μου και . τον παρακάλεσε όλο ικεσία. φορώντας ένα καυτό σορτσάκι με μια μακό μπλούζα. Πού θα με πήγαινες.» «Όπου θέλεις εσύ. δεν αλλάζει τίποτα. «Πήγαινέ με ένα φανταστικό ταξίδι στο χρόνο».

Θεέ μου. γυρνάς ανάσκελα κι . Σε όλη τη διαδρομή με πειράζεις. Κάποτε φτάνουμε σε κάποια παραλία που ευτυχώς για μας δεν έχει πολύ κόσμο. Γδύνεσαι και πέφτεις στο νερό. μα καταφέρνω να συγκρατηθώ και βάζω μπρος τη μηχανή.τυλίγεις τα χέρια σου γύρω από τη μέση μου. Είμαι πολύ ευτυχισμένος που σ’ έχω κοντά μου. Κάποια στιγμή. ενώ εγώ κάθομαι και καμαρώνω το λυγερό κορμί σου. Έχουμε κανονίσει να πάμε στη θάλασσα. Ξεφωνίζοντας χαρούμενα το κρυστάλλινο νερό κι όλο απομακρύνεσαι από την ακτή ρουφώντας ηδονικά το μυρωμένο δροσερό αεράκι. ανατριχιάζω μ’ αυτή την επαφή μας. κι εγώ γελάω. ίσως γιατί κουράστηκες.

αφήνεις χαλαρωμένα τα μέλη σου στο απαλό χάδι του ήλιου. με τρόμαξες». Δεν αντέχω άλλο τον πειρασμό. «Κακό αγόρι. πήγες να με πνίξεις!» είπε εκείνη δίνοντάς του ένα φιλί. και το μόνο που καταφέρνεις είναι να πιεις λίγο νερό και να σε πιάσει ο βήχας». «Αχ. φώναξε η Νατάσσα. «Ίσως γι’ αυτό αρχίζεις να κλωτσάς ξαφνιασμένη. Αθόρυβα σε πλησιάζω και σου γαργαλάω τα πόδια». προσπαθώντας να μου ξεφύγεις. «Όταν . αφήνοντας να παρασυρθεί από την αφήγησή του. βουτάω κι εγώ και με γρήγορες απλωτές έρχομαι κοντά σου.

ρίχνοντάς μου νερό και προσπαθώντας να με βουλιάξεις. Τρομάζεις τούτη τη φορά και φωνάζεις…» «Ψεύτη.όμως συνήλθα…» «Σε παρακαλώ. «Συνέρχεσαι. ούτε τρομάζω ούτε φωνάζω». «Μα επιτέλους θα μ’ αφήσεις να πω την ιστορία μου.την ψευτομάλωσε. μα σε αρπάζω και σου κάνω μια πατητή. τον διέκοψε και πάλι η Νατάσσα. βγαίνουμε και ξαπλώνουμε στη ζεστή άμμο τυλιγμένοι απ’ όλη αυτή τη θαλασσινή μαγεία. εγώ σ’ έχω φέρει στη θάλασσα. Αφού παίζουμε αρκετή ώρα με το νερό.λοιπόν. μη με διακόπτεις». . Στο κάτω-κάτω. κι αρχίζεις να με κυνηγάς.

«Α. και τα χείλη σου. αποκλείεται. ζητούν τα δικά μου. “μου βάζεις λίγη κρέμαΚαθώς τα χέρια μου γλιστρούν πάνω στο κορμί σου. εγώ δεν κάνω πίσω με τίποτα». «Μπα. καλά. διακόπτει τις τρυφερές μας στιγμές».“Αγάπη μου”.» τη μάλωσε και πάλι τρυφερά. «Σηκωνόμαστε. του είπε και χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του. εσύ γυρνάς το κεφάλι. μισάνοιχτα. μου λες. αγάπη μου». και πάμε για . Μα κάποια παρέα που έρχεται και κάθεται κοντά μας. «Καλά. λοιπόν. μα επιτέλους θα μ’ αφήσεις να συνεχίσω .

Έπειτα ανεβαίνουμε στη μηχανή κι ερχόμαστε ’δω. Με την αρμύρα της θάλασσας στα κορμιά μας κάνουμε έναν τρελό. τον σκέτο σου. και σου ζητώ να το επαναλάβουμε ξανά και ξανά. «Είσαι μεγάλος ψεύτης. ως συνήθως. εσύ μου παραπονιόσουν πως θα σε ξεθεώσω.καφέ. κάνουμε όνειρα για το μέλλον μας. Πόσες φορές κάναμε δύο και τρεις φορές. Εγώ παίρνω ένα φραπέ γλυκό με γάλα κι εσύ. παθιασμένο έρωτα. Γύρισε και την κοίταξε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο. Όση ώρα τον πίνουμε. κι ενώ σου ζητούσα κι άλλο. περιμένοντας την αντίδρασή της.» . μα εσύ δεν μπορείς άλλο».

πρότεινε η Νατάσσα. Του άρεσε να την πειράζει. Εκείνος γέλασε πριν συνεχίσει. «Στο λούνα παρκ». «Έπειτα σε ρωτάω πού θέλεις να σε πάω». συμφώνησε και ο Ντίνος. Σε τρακάρω συνέχεια γιατί είμαι καλύτερος οδηγός». «Έπειτα».τον διέψευσε γελώντας. συνέχισε. «Στην αρχή μπαίνουμε στα συγκρουόμενα. «Στο λούνα παρκ». «Μμμ…» έκανε η Νατάσσα και τον τσίμπησε απαλά στην κοιλιά. «ανεβαίνουμε στον .

Θα ’θελα όμως ν’ ανεβαίναμε μαζί. Ζαλίζεσαι και φωνάζεις να κατεβούμε». . παραπατάς. Δεν έχει τύχει ν’ ανεβώ ποτέ. κι αυτή μαζί σου». Ζαλίζομαι πολύ εύκολα. «Αλήθεια λες. Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. ναι. Δεν αντέχω εκεί πάνω». γι’ αυτό σε κρατώ στην αγκαλιά μου. Ύστερα πάμε να σε κεράσω παγωτό».τροχό. «Α. «Όταν κάποια στιγμή κατεβαίνουμε. Μετά πηγαίνουμε στην μπαλαρίνα.» «Αλήθεια. Είναι η πρώτη μου φορά.

Μια υπέροχη μέρα στη θάλασσα και στο λούνα παρκ δεν θα μπορούσε να τελειώσει καλύτερα. Σήμερα είχαν βγει έξω. «Να σε χαϊδεύω…» -το χέρι του πλανήθηκε τολμηρά στο κορμί της. Έπειτα ερχόμαστε ξανά εδώ. προκαλώντας της ρίγη ανατριχίλας-«και να σου κάνω έρωτα…» Η Νατάσσα έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στα χάδια του. Είχαν κολυμπήσει. . δεν μου αρέσει η κρέμα». μαζί.«Σοκολάτα. ό .τι θέλεις. «Παγωτό σοκολάτα.παρακαλώ. είχαν διασκεδάσει. Αρχίζω να σε φιλάω γλυκά…» και ανασηκώνοντας το κορμί του άρχισε να αποθέτει τρυφερά φιλιά στο λαιμό και στο στήθος της.

Ήταν ακόμα εφτά και πέντε. Σήκωσα το ακουστικό ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι που ήταν στο κομοδίνο. Αντρέα. «Τι τρέχει. Τι περισσότερο θα μπορούσε να ζητήσει. 7 Τη Δευτέρα το πρωί. με ξύπνησε το τηλέφωνο. ο Αντρέας είμαι». . είπα κάπως ανήσυχα. «Εμπρός».» είπα και ανακάθησα στο κρεβάτι νιώθοντας την καρδιά μου να σφίγγεται από αγωνία. «Ελένη.είχαν ζήσει σαν νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι.

πόνος στο στήθος και μια ατονία που την έχει τις τελευταίες μέρες. ένας ασταμάτητος βήχας. Είμαστε στο νοσοκομείο. Βέβαια. «Τι έπαθε δηλαδή.» «Να. Όμως. Δεν . Μα εκείνο που με ανησύχησε πιο πολύ είναι που κάναδυο φορές είδα λίγο αίμα στα πτύελά της.γι’ αυτό σε παίρνω. δεν σου κρύβω πως πάω να τρελαθώ. Δεν ξέρω. «Είναι καλά η Έρη. μπορεί να είναι ρήξη αγγείων λόγω του βήχα.καθώς θυμήθηκα την τελευταία περιπέτεια της Έρης με την υγεία της. Το βράδυ.την έπιασε δυνατή κρίση και αναγκάστηκα να τη φέρω εδώ».» «Όχι.

Αφού τον ρώτησα πού ακριβώς ήταν.θα συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου αυτή την αμέλειά μου. Σε λίγο θα αρχίσουν και οι εξετάσεις».αν είναι αυτό που φοβάμαι».» «Της έχουν βάλει οξυγόνο και είναι κάπως πιο ήσυχη. ξύπνησα τα παιδιά. . Ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. αφού στο μεταξύ είχα ειδοποιήσει τη Μαρία. τους είπα τι είχε γίνει κι έφυγα αμέσως. «Τώρα πώς είναι. του υποσχέθηκα πως θα πήγαινα το συντομότερο αφού πρώτα ειδοποιούσα και τις άλλες.

βρήκα τον Αντρέα να κάθεται στο σαλόνι και να καπνίζει. και απ’ αυτό και μόνο κατάλαβα τη σοβαρότητα της κατάστασης. γιατί ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα με τσιγάρο. Παραξενεύτηκα. Της φώναζα τόσον καιρό της . «Τι έγινε. Με κοίταξε για λίγο κάπως αφηρημένα. λες και τον είχα βγάλει απότομα από λήθαργο. «Η φίλη σου δεν είναι καθόλου καλά.» τον ρώτησα. «Ήρθες.» μου είπε ξέπνοα.Φτάνοντας στο νοσοκομείο. Ελένη μου. Πήγα κοντά του και τον αγκάλιασα απαλά από τους ώμους.

μην κάνεις έτσι». αλλά κι εγώ… Περίμενα να μου δώσει την άδειά της και δεν την άρπαζα να την πάω με το ζόρι».ξεροκέφαλης.» «Οι μόνες εξετάσεις είναι οι ακτινογραφίες που τεχνικώς δεν συγκρίνονται με τις προηγούμενες. γι’ αυτό εκτός από το υγρό. Μ’ έφαγε κι η δουλειά μου. προσπάθησα να τον παρηγορήσω. πανάθεμά τη κι αυτήν. Την είδε γιατρός.τίποτα. «Έκανε καθόλου εξετάσεις τώρα. που βασίστηκα στη διάγνωσή του.το φταίξιμο πέφτει όλο πάνω μου. κι ο Μιχόπουλος. σήμερα μας . Δεν δικαιολογούμαι με τίποτα. πανάθέμά τον κι εκείνον…» «Καλά. Και συνέχισε σαν να μιλούσε στον εαυτό του: «Τίποτα.

Αντρέα. Ελένη μου. μα δίνοντας κουράγιο στον εαυτό μου. Είχα τρομάξει με όλα αυτά που μου είπε. Το υγρό . να αποκλείσουμε και την πιθανότητα μετάστασης. Δεν ξέρω. τα έχω κυριολεκτικά χαμένα. Ο Θεός ας τη λυπηθεί και μαζί μ’ αυτήν και όσους βρίσκονται εδώ μέσα». προσπάθησα να παρηγορήσω κι εκείνον. που ενενήντα τοις εκατό πρέπει να είναι CA. «Μην κάνεις έτσι. δηλαδή καρκίνος. Και καλά να είναι πρόσφατος. Δεν μπορεί για την ώρα.έδειξαν και την ύπαρξη ύποπτης σκιάς στον αριστερό κάτω λοβό. Ή και το άλλο. Αν όμως τον έχει από καιρό και έχει κάνει μεταστάσεις . τουλάχιστον.

Οπωσδήποτε κι εμένα κάτι δεν μου πήγαινε καλά. που με μια καλύτερη αντιβίωση γρήγορα θα καταπολεμηθεί. δεν μου επιτρέπονται τέτοιες ψευδαισθήσεις. Ελενάκι μου. Όσο για τη σκιά που λες. Απεναντίας. δυστυχώς ». μα τόσα χρόνια στο κουρμπέτι. αλλά δεν μπορούσα να του το πω. έπρεπε να προσπαθήσω να του τονώσω το . «Πολύ θα το ’θελα κι εγώ.είναι σίγουρο ότι προέρχεται από την πνευμονία. Με κοίταξε μ’ ένα πονεμένο χαμόγελο. Έχω ακούσει πως συχνά παρουσιάζεται στους πνεύμονες». γιατί να μην είναι μια κύστη εχινόκοκκου.

Ας σκεφτούμε σήμερα κάπως πιο θετικά. Ο Αντρέας ο δυνατός. μην κάνεις έτσι. ο κεφάτος. «Ακριβώς επειδή είσαι τόσα χρόνια στο επάγγελμα. και με την πρώτη αφορμή ή ακόμα και με μια μικρή ένδειξη το μυαλό σου πάει όλο στο κακό. που σε όλα ήταν πρώτος και όλους τους εμψύχωνε. Πού είναι ο Αντρέας που γνώριζα. έχεις κάπως επηρεαστεί. Και πρώτα-πρώτα. Δείξε λίγο θάρρος. «Νομίζω πως κάπως τα υπερβάλλεις».ηθικό. του είπα προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατόν πιο σταθερή τη φωνή μου.» Ένα αμυδρό πονεμένο χαμόγελο .γι’ αυτό έκανα μία ακόμα προσπάθεια.

Μα τα ψέματα τελείωσαν όπως βλέπεις. ήταν αρκετή τούτη η νέα διάγνωση για να μου πετάξει τη μάσκα της μέχρι χθες υποκρισίας μου…» Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Στην πραγματικότητα δεν ήμουν παρά ένας αδύναμος και ευσυγκίνητος άντρας.αχνοφάνηκε στο πρόσωπό του και με φωνή σπασμένη μού είπε: «Πέθανε! Ή μάλλον δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. άσχετα αν ντρεπόμουν να σας το φανερώσω.Ελένη. μια κι είχε . Γι’ αυτό άλλωστε σας έκανα πολλές φορές τον σκληρό. Ναι. και μη σου φαίνεται περίεργο. Το κουράγιο με εγκατέλειψε σήμερα με τη φρικτή αλήθεια. Βλέπεις.

Έπρεπε να την είχαμε σπρώξει να κάνει κι άλλες εξετάσεις». κουραζόταν εύκολα… Αμ’ κι αυτός ο βήχας της! Να μη βάλει σε υποψίες κανένα μας. ούτε και τον Αντρέα! Τι να σου πω.^φτάσει η Μαρία. «Ανησυχώ πολύ για τη φίλη μας». «Το ίδιο μού έλεγε προηγουμένως και ο Αντρέας. ώρες-ώρες νιώθω τύψεις. Μου λες να τη σπρώχναμε να πάει και για άλλες εξετάσεις. όταν ο Αντρέας κατέβηκε στο κυλικείο για καφέ. Μα εδώ . Όταν άκουσε τα νέα. «Ήταν φανερό πως τον τελευταίο καιρό δεν ήταν και τόσο καλά. μου έριξε μια τρομαγμένη ματιά κι έστρεψε την προσοχή της στον Αντρέα. Είχε αδυνατίσει. μου είπε λίγο αργότερα.

όπως όλοι μας άλλωστε. Το κέρδισε μάλλον το παιχνίδι. θα άκουγε εμάς… Μαρία.τυφλωθήκαμε όλοι μας και σε κανενός το μυαλό δεν πήγε το κακό. Και στην περίπτωση της φίλης μας. και μάλιστα μεταστατικό. δεν έγινε εξαίρεση.δεν άκουγε τον άντρα της. Δεν είχα πέσει έξω. Ο . στην προσπάθειά του να κερδίζει πάντα το παιχνίδι». Καθόμασταν και τους κοιτούσαμε χωρίς να πιστεύουμε στ’ αυτιά μας. Το κακό που πολύ συχνά επισκέπτεται τους ανθρώπους και διεκδικεί τα περισσότερα κομμάτια από το μεγάλο παζλ της ζωής. Καρκίνο διέγνωσαν ανεπιφύλακτα οι γιατροί.

Πλευρίσαμε το διευθυντή και τον ρωτήσαμε για την εξέλιξη. θα έπρεπε να ψάξουν για την πρωτοπαθή εστία. Ίσως να είχαμε μια μικρή καθυστέρηση. τι θα έπρεπε να κάνουμε. Δυστυχώς. όχι και τόσο εύκολα. Καταφέραμε. Για την ώρα. Άλαλος προσπαθούσε να χωνέψει αυτό που πριν από λίγες ώρες είχε υποπτευθεί. να στείλουμε τον Αντρέα για καφέ ωσότου μπορέσει να συνέλθει και να παίξει το . τη φίλη μας θα την είχαμε για λίγους μόνο μήνες. Δεν μας άφησε πολλά περιθώρια. Τον βάλαμε σε μια πολυθρόνα. αν την έπιανε η χημειοθεραπεία.Αντρέας δεν κατάφερε να μείνει όρθιος κατέρρευσε. Η εξέλιξη αναμενόταν ραγδαία.

τις μάσκες της αισιοδοξίας και της ξεγνοιασιάς. Στο δεξί της χέρι είχαν βάλει ορό και στο πρόσωπο μάσκα οξυγόνου. που. μπήκαμε στο δωμάτιο της Έρης. κι εμείς φορώντας. παραμόνευε την κατάλληλη στιγμή για να πλησιάσει και να αρπάξει την αγαπημένη μας φίλη. όσο μπορούσαμε πιο καλά. .ρόλο τού «γέλα παλιάτσο». Ο παράξενος ήχος που έβγαινε από τη συσκευή του οξυγόνου αντηχούσε παράξενα στ’ αυτιά μου και ασυναίσθητα μ’ έκανε να σκεφτώ πως ήταν η ανάσα του χάρου. κρυμμένος σε κάποια γωνιά του δωματίου. Η Έρη μας κοίταξε ερευνητικά.

έτσι. «Δυστυχώς θα ταλαιπωρηθείς λιγάκι ακόμη.» κατάφερε πρώτη να μιλήσει η Μαρία προσπαθώντας συνάμα να της χαμογελάσει. Ορίστε τώρα που επιδεινώθηκε». αλλά πρέπει να κάνεις υπομονή.» Δεν μίλησε.εκλιπαρώντας προφανώς μια απάντηση. «Η πνευμονία δεν είναι αστείο πράγμα. της είπα κι εγώ όσο πιο ξέγνοιαστα μπορούσα εκείνη τη στιγμή. «Είχες δεν είχες. «Τι έγινε. φιλενάδα. «Σου το λέγαμε πως έπρεπε να προσέχεις». απ’ ό. παρά γύρισε και κοίταξε εμένα. Οι ξεροκεφαλιές πληρώνονται.τι . πάλι μας κοψοχόλιασες.

Τώρα. «Τελικά τι έχω. Οι γιατροί μού είπαν να τη βάζω όποτε δυσκολεύομαι στην αναπνοή. της είπε ο Αντρέας που μπήκε εκείνη τη στιγμή. . Τώρα βάλε το οξυγόνο».βλέπεις». «Θα σου δώσουν δυνατά φάρμακα και ισχυρή αντιβίωση μέσα από τον ορό και γρήγορα θα γίνεις καλά και θα γυρίσεις στο σπίτι. της είπε ανάλαφρα ο Αντρέας. «Με δυο λόγια.» ζήτησε να μάθει. «Μπα. υποτροπίασε η πνευμονία σου». δεν μου χρειάζεται για την ώρα. Η Έρη ανασήκωσε με το αριστερό χέρι τη μάσκα από το πρόσωπό της.

Πώς μπορέσαμε να συγκρατήσουμε τα δάκρυα. όταν ήρθε ο Κώστας με τον Αντώνη. Με ποια δύναμη μπορέσαμε να αγνοήσουμε το θάνατο που ανάσαινε ακριβώς δίπλα μας και γεμίσαμε με ζωή το δωμάτιο εκείνο. και θα της λέγαμε τα νέα. Με τη Νατάσσα είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε σε ένα φαστ-φουντάδικο που βρισκόταν δίπλα ακριβώς από την τράπεζα όπου δούλευε. Πού βρήκαμε. νιώθω καλύτερα». αλήθεια. το κουράγιο να μείνουμε δύο ώρες κοντά της με πειράγματα. που το πρωί δεν ξέραμε . Φύγαμε κατά τις τέσσερις. που όχι λίγες φορές μάς απείλησαν. αστεία και χωρατά .δόξα να ’χει ο Θεός.

πόσο θλιβερά ήταν. Πόσες φορές δεν έχουν γίνει τραγικά λάθη στα ιατρικά χρονικά. βρε . μα από τον πρώτο γιατρό που διέγνωσε πνευμονία». «ο οποίος θέλει σκότωμα. Πώς βγάζεις τόσο εύκολα διάγνωση για πνευμονία. «Κι αν κάνουν λάθος βρε παιδιά οι γιατροί. είπε σκουπίζοντας πολλές φορές τα μάτια της. Μετά θα πήγαινε κι αυτή. «Δεν μπορώ να το πιστέψω». Η Νατάσσα είχε την πολυτέλεια να μη χρειαστεί να κρύψει τα δάκρυά της.» «Το ιατρικό λάθος πράγματι έγινε. είπε η Μαρία. Αποκλείεται μια τέτοια περίπτωση .

χωρίς να επαναλάβεις την ακτινολογική εξέταση. «Καρκίνος του πνεύμονα. καλός άνθρωπος. με άγνωστη πρωτοπαθή εστία. είναι άδικο!» . όχι. «Νέα γυναίκα. δίχως να παραγγείλεις μια αξονική. «Είναι τρομερό. επανέλαβε η Νατάσσα κι άναψε τσιγάρο. Όχι. είπα εγώ. Κι εδώ που τα λέμε. δεν θα είχε και πάλι σωτηρία. ούτε κάπνιζε ούτε άλλες καταχρήσεις έκανε. Δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω». Με άλλα λόγια. και ο πρώτος γιατρός να το ανακάλυπτε.» «Στο νοσοκομείο ήταν κατηγορηματικοί».μαλάκα. Το πολύ να ζούσε λίγους μήνες περισσότερο». καμία ελπίδα σωτηρίας.

ανακατεύοντας μηχανικά τη σαλάτα που είχα παραγγείλει. Ποτέ! Η μοίρα είναι πάντα πιο δυνατή απ’ αυτόν και ο αγώνας πάντα άνισος και μάταιος. Με τη μοίρα. Η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο και το χέρι της σηκώνεται και πέφτει βαρύ. Πώς να παλέψεις. Πότε ο άνθρωπος μπόρεσε να την υποτάξει και να της επιβληθεί. Τσακίζει.«Σάμπως είναι το μόνο άδικο της ζωής.της επέστησα την προσοχή. «Από ’δω και μπρος θα πρέπει να αποδείξουμε το . Με ποιον να τα βάλεις.» είπε η Μαρία «Όμως. μην αφήσεις να καταλάβει τίποτα». χωρίς έλεος!» «Κοίτα τώρα που θα πας. τι μπορούμε να κάνουμεί Εμπρός στην αρρώστια και το θάνατο νιώθεις πως έχεις τα χέρια σου δεμένα.

υποκριτικό ταλέντο που έχουμε η κάθε μία». Έμαθα. των γονιών μου. αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και θα τα καταφέρουμε».» «Είναι για το δικό της καλό. Κι ο Αντρέας. Στη ζωή μου είχα γνωρίσει μόνο δύο θανάτους. έκλαψα και πόνεσα για το χαμό τους αφού είχε γίνει πια . και ήταν τόσο ξαφνικοί και ακαριαίοι που δεν είχα το χρόνο να θρηνήσω για το κενό που θα μου άφηναν. «Πώς θα μπορέσουμε. Η εμπειρία μιας τόσο σοβαρής αρρώστιας ήταν για μένα κάτι το πρωτόγνωρο. Πού θα βρει τόσο κουράγιο.

Ένας δικός μου άνθρωπος.τετελεσμένο γεγονός. θα έσβηνε εμπρός στα μάτια μου. Δεν είχα αδέλφια ή άλλους κοντινούς συγγενείς που θα έπρεπε να παρηγορήσω. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Δεν είχα το περιθώριο να κάνω τίποτα. δεν υποχρεώθηκα να τους δω να αργοπεθαίνουν. δεν ήμουν αναγκασμένη να υποκριθώ μπροστά τους. νέος κι αγαπημένος. κι εγώ θα ήμουν αναγκασμένη να παίζω θέατρο και μάλιστα τον πιο σοβαρό ρόλο του «γέλα παλιάτσο». μέρα με τη μέρα. για να μη μαυρίσω τις τελευταίες του ώρες. Και στη συνέχεια θα έπρεπε να παρηγορήσω ένα σύζυγο και δύο γέρους .

Τους εξήγησα πως θα πήγαινα και πάλι στο νοσοκομείο -τους είχα πει πως είχε υποτροπιάσει η πνευμονία της Έρηςκαι τους ζήτησα να τακτοποιηθούν μόνοι τους επειδή δεν ήξερα τι ώρα θα γύριζα. Έφυγα με προορισμό την Κατεχάκη. Πάρκαρα εμπρός στο μαγαζί αφού . Κι όλα αυτά. Έφτιαξα ένα δυνατό καφέ.τη στιγμή που έχεις να υποφέρεις ένα δικό σου πρόβλημα.γονείς. Σήμερα ήμουν αποφασισμένη να δω τον Γιάννη. πλύθηκα κι αφού ντύθηκα ξύπνησα τα παιδιά. Τραγικό! Την άλλη μέρα ξύπνησα πολύ πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. έπειτα από έναν ύπνο ταραγμένο και γεμάτο εφιάλτες.

να δω μήπως είναι απασχολημένος». Βάλια».βεβαιώθηκα πως το αυτοκίνητό του βρισκόταν στη συνηθισμένη θέση. «Είναι μέσα ο άντρας μου. Μια στιγμή μόνο. μου είπε και ξεκίνησε βιαστικά για το γραφείο του. μέσα είναι. «Καλημέρα.» «Ε… Καλημέρα. Η γραμματέας του έδειξε να τα χάνε. Ναι. Πήρα την τσάντα μου και ξεκίνησα με αποφασιστικά βήματα για το γραφείο του. Ίσως επειδή τόσα χρόνια δεν την είχα συνηθίσει σε ξαφνικές επισκέψεις ή επειδή ίσως είχε πληροφορηθεί από τον Γιάννη την κατάσταση και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.ι μόλις με είδε.τη χαιρέτησα τυπικά. .

«Καλημέρα». μου είπε και με κοίταξε επιφυλακτικά.» .Αποφάσισα να περιμένω υπομονετικά μέχρι να με αναγγείλει. με κάλεσε έπειτα από λίγα λεπτά η Βάλια και παραμέρισε για να μπω στο γραφείο. «Σου είχα πει πως θα επικοινωνούσα εγώ μαζί σου». Υπάρχουν ωστόσο κάποια προβλήματα που πρέπει να ειπωθούν τώρα». «Καλημέρα». «Περάστε». «Όπως. «Εσύ μπορεί ν’ αποφάσιζες να επικοινωνήσεις μαζί μου του χρόνου. Από πότε είχα γίνει μια ξένη εκεί μέσα.

Ο Αντρέας θα στείλει βέβαια σήμερα κιόλας τις εξετάσεις στο εξωτερικό. για την οποία δεν πιστεύω πως έχεις μάθει». «Όχι.» φώναξε φανερά συγκλονισμένος. . ας πούμε. αλλά οι γιατροί ήταν τόσο κατηγορηματικοί ώστε δεν νομίζω να τίθεται θέμα λάθους». Τι έχει η Έρη. η σοβαρή αρρώστια της Έρης. «Τι. καρκίνο και μάλιστα σοβαρής μορφής. Οι γιατροί δεν της δίνουν διορία πέρα από λίγους μήνες».«Όπως. «Αυτό που άκουσες. δυστυχώς.» «Την αρρώστια της εποχής.

«Κι έπειτα». Νομίζω πως θα πρέπει να μιλήσουμε ώριμα και . «είναι δικό σου σπίτι και δεν το θεωρώ σωστό και δίκαιο να μένω εγώ εκεί.» Αφού του είπα πού βρισκόταν η φίλη μας.» «Δεν ξέρω πια τι να λέω στα παιδιά». «Πότε λες να γυρίσεις στο σπίτι. συνέχισα. «Σε ποιο νοσοκομείο την έχουν .«Δεν μπορώ να το πιστέψω!» είπε πιάνοντας το κεφάλι του. αποφεύγοντας να απαντήσω στην ερώτησή του. είπα. αποφάσισα να συζητήσω και το δικό μας πρόβλημα.» «Σου έλειψα. κι εσύ να κοιμάσαι σε ξενοδοχείο.

κατάλαβέ με. δεν μπορώ. ζήτησα από τη Βάλια να κάνω ένα τηλεφώνημα. Έπειτα απ’ αυτά που μου είπες για την Έρη.πολιτισμένα για το πρόβλημά μας δεν νομίζεις. Το έβλεπα πως δεν ήταν σωστό να επιμείνω. Θα επικοινωνήσω μαζί σου αύριομεθαύριο». Πήρα τον . Άλλωστε ούτε κι εγώ είχα κουράγιο για τέτοια συζήτηση κι απορούσα πώς το αποφάσισα.» «Όχι. όλα τα άλλα έμοιαζαν τόσο μικρά κι ασήμαντα… Πριν φύγω. Ειλικρινά δεν έχω μυαλό να σκεφτώ. Εμπρός στο θάνατο που παραμόνευε.

. Θα έπρεπε να περικόψω τις ώρες του ύπνου μου.εκδοτικό οίκο που συνεργαζόμουν και παρακάλεσα τον υπεύθυνο να μου δώσει μια παράταση χρόνου για το βιβλίο που δούλευα αυτόν τον καιρό. είπαμε με τη Μαρία να πιούμε έναν καφέ και παίρνοντας τον Αντρέα και τον Κώστα. αλλά εκείνος δεν μπόρεσε να μου παραχωρήσει περισσότερο από μία εβδομάδα. κατεβήκαμε στο κυλικείο. Τρεις μέρες αργότερα και κάποια στιγμή που την Έρη την πήρε ο ύπνος. Του εξήγησα πόσο σοβαρό ήταν το πρόβλημά μου. αν ήθελα να είμαι κοντά στη φίλη μου αλλά και στα παιδιά μου.

τι ξέρω. μας πληροφόρησε ο Αντρέας μόλις καθήσαμε σε ένα άδειο τραπεζάκι. «Θα είναι ένα δυνατό σχήμα σε πέντε δόσεις. ανορεξία και δεν .» ρώτησε ο Κώστας. ο χημειοθεραπευτής. «Ελπίζει πως μ’ αυτό το σχήμα θα έχει καλύτερα αποτελέσματα και ίσως να μην της πέσουν όλα τα μαλλιά». και τις δύο πρώτες μέρες θα έχει άσχημες αντιδράσεις: εμετούς.απ’ ό. μου είπε πως θα την αρχίσει από μεθαύριο με ένα νέο σχήμα». «Λέτε να μην καταλάβει τίποτα.«Ο Πανταζόπουλος. Υπάρχει τέτοια περίπτωση. μία κάθε βδομάδα. «Γιατί. εκτός από τα μαλλιά που πέφτουν υπάρχουν κι άλλες αντιδράσεις».

είπε η Μαρία στον Αντρέα σφίγγοντάς του το μπράτσο. «Χρειάζεστε και οι δυο σας πολύ κουράγιο». «Ελπίζω μόνο στις απαντήσεις από το εξωτερικό». είπε ό Αντρέας χωρίς όμως κανένα ίχνος αισιοδοξίας. «Εσείς όμως . Αν μπορούσαμε να το αποφύγουμε. «Πώς να κοροϊδέψεις ένα μορφωμένο άνθρωπο και μάλιστα σ’ αυτή την κατάσταση. «Εδώ.ξέρω τι άλλο ακόμα. «Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι». Μα το μόνο που με φοβίζει είναι τα μαλλιά. ένα πονοκέφαλο έχουμε και το μυαλό μας πάει στο κακό».» αναρωτήθηκα φωναχτά. ίσως να μην καταλάβαινε τίποτα».

Ελένη. «Όχι. Η φίλη μου είναι τόσο σοβαρά. Άλλωστε τα παιδιά μου είναι αρκετά μεγάλα ώστε να μπορούν να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους. «Είχες κάνα νέο από τον Γιάννη. Μην ανησυχείς. παιδιά και προ πάντων εσύ. πώς μπορώ να αποτραβηχτώ σε μια άκρη και να μείνω αμέτοχη. μην έρχεσαι τόσο συχνά».δεν θα ήθελα να ταλαιπωρείστε τόσες ώρες κάθε μέρα. Ακόμα περιμένω να .» με ρώτησε ο Κώστας κάποια στιγμή. για μας και κοίτα λίγο τον εαυτό σου». «Αστειεύεσαι. Έχετε σπίτι. Σε παρακαλώ. λοιπόν. που αυτόν τον καιρό είσαι τελείως μόνη.

Πιο ήρεμοι. «Ξέρεις. «Ελπίζεις ότι θα γυρίσει.επικοινωνήσει μαζί μου. Βέβαια. Η αλήθεια είναι πως είμαστε πολύ καλά και μόνοι μας. ωστόσο θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως ανυπομονώ για την επιστροφή του». μα κι ούτε ξέρω τι είναι αυτό που θέλω. Ελένη…» άρχισε κάπως διατακτικά ο .τα παιδιά με ρωτούν καθημερινά και πολύ φοβάμαι πως κάτι πρέπει να έχουν υποψιαστεί.» «Δεν ξέρω τι ελπίζω. θα έλεγα. Πιστεύω όμως πως σήμερα-αύριο θα μπει στον κόπο να το κάνει».

«Ο Γιάννης δεν μένει σε ξενοδοχείο». «Από την ημέρα που έφυγε από το σπίτι σας. Και πάλι δεν μίλησα. μένει στης Βάλιας». γι’ αυτό η θέση μου είναι κάπως δύσκολη… Όμως… να. Περίμενα να συνεχίσει με μια ψυχραιμία.Αντρέας. ακατανόητη. «ο Γιάννης είναι φίλος. Απλώς περίμενα να ακούσω τη συνέχεια. όπως άλλωστε κι εσύ μία από τις καλύτερες φίλες. Η Μαρία γούρλωσε τα μάτια και ο . νομίζω πως θα πρέπει να μάθεις κάτι…» Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Ήμουν έτοιμη να ακούσω οτιδήποτε. μια αδιαφορία θα έλεγα.

Μπορεί να είναι φίλος μου.Κώστας μετακινήθηκε αμήχανα στην καρέκλα του. Μου είπε πως σ’ αγαπάει. Εγώ ωστόσο συνέχισα να κοιτάζω ατάραχα τον Αντρέα. όμως δεν μπορώ να μη δω τα ελαττώματά του. του αρέσει να καλοπερνάει . Είναι φοβερά εγωιστής. Προφανώς το ήξερε. Τα είχε φτιάξει μαζί της δύο βδομάδες περίπου πριν φύγει από το σπίτι σας. Μου το ομολόγησε ο ίδιος προχθές που πέρασε να δει την Έρη. αλλά δεν του αρέσουν οι αλλαγές σου. Ισχυρίστηκε πως εσύ τον έσπρωξες στην αγκαλιά της. αλλά βέβαια δεν τον πιστεύω. «Σου το είπα για να μη στενοχωριέσαι και να μην ελπίζεις σε θαύματα. είσαι η μητέρα των παιδιών του.

«Έψαχνε δηλαδή την κατάλληλη ευκαιρία για να φύγει». ναι. μου είπε ο Αντρέας και χαμήλωσε το βλέμμα του. όχι για να μη . όμως τη Βάλια δεν θα την αγνοούσε. μουρμούρισα. δεν πιστεύω πως θα έφευγε από το σπίτι σας».και δεν είναι διατεθειμένος να κάνει καμία παραχώρηση στον άλλο». «Ίσως όχι. Δεν νομίζω. Και ποιος ξέρει πόσες άλλες Βάλιες υπήρξαν πριν απ’ αυτήν». «Δεν ξέρω. μα δεν επέμεινα να μάθω.ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Αν του έκανες αυτά που ήθελε. Ήξερε. να είσαι βέβαιος. «Δεν ξέρω». Ω.

Ένιωθα μια απίστευτη ηρεμία. αλλά γιατί δεν με ενδιέφερε καθόλου. Ωστόσο.τον φέρω σε δύσκολη θέση. «Εμένα θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω. Λες κι ένα ασήκωτο βάρος είχε φύγει ξαφνικά από το στήθος μου. έβαλα το κλειδί στη μηχανή και άνοιξα το ραδιόφωνο. Δεκάρα δεν έδινα. Τελείωσα τον καφέ μου και σηκώθηκα. Πάω να δω τι κάνουν τα παιδιά. δεν . είχε βρει τη λύση του. λες και κάποιο σοβαρό πρόβλημά μου. σαν από θαύμα. εντελώς μηχανικά. Θα τα πούμε αύριο». Μπήκα στο αυτοκίνητο.

αλλά συνέχισα την Κηφισίας κι έφτασα στο Μαρούσι . ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του άντρα μου. εκεί που ήξερα πως έμενε η Βάλια. παρά μόνο μια διπλή κουρτίνα να κλείνει. Δίπλα από την είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της. Μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή σαν να έπεφτε η αυλαία στο τέλος ενός ανιαρού έργου.ακολούθησα το δρόμο για το σπίτι. Έστρεψα το βλέμμα μου στο δεύτερο όροψο. . Φυσικό ήταν να μην μπορέσω να δω τίποτα. Δεν είχα γελαστεί. Η Μαρία έβαλε τα δίδυμα να κοιμηθούν και πήγε να βρει τον Κώστα στο σαλόνι. Κάθησε δίπλα του στον καναπέ και τον τράβηξε στην αγκαλιά της.

το πόσο σ’ εκτιμώ.» τη ρώτησε και την έσφιξε πάνω του. Θα ήθελα πολύ να σου ζητήσω συγγνώμη για κάτι στιγμές που μπορεί να σε πλήγωσα άθελά μου… Σκέφτομαι και την Ελένη… Δεν . ή το πόσο τυχερή είμαι που σε παντρεύτηκα και ζω μαζί σου. «Τι να πρωτοπώ… Πως σ’ αγαπώ. Ψάχνω να βρω τα σωστά και τα λάθη μου και τρέμω στη σκέψη ότι μπορεί κάτι τέτοιο να τύχει και σ’ εμένα και να μην προλάβω να σου πω όλα όσα θα ήθελα…» «Και ποια είναι αυτά. Κάθομαι και αναλογίζομαι ολόκληρη τη ζωή μου.«Δεν ξέρεις πόσο μου έχει στοιχίσει η ιστορία της Έρης. Μα και κάτι άλλο.

» ρώτησε η Μαρία. δεν θα ήθελα πράγματι να πεθάνω χωρίς να σου έχω πρώτα μιλήσει. «Τι συμβαίνει. να μάθεις από άλλους πράγματα που ίσως σου τα πουν διαστρεβλοομένα». με άλλα λόγια. Θα ήταν τρομερό να πάθαινε κανείς μας κάτι. «Ξέρεις… Έχεις δίκιο. . Χαμήλωσε το κεφάλι κι έμεινε για λίγες στιγμές σκεφτικός. Δεν θα ήθελα.χωρίς να έχει προλάβει να πει στον άλλο όλα όσα θα ήθελε… Θέλω να πω… Να.μπορώ να φανταστώ εμάς τους δύο στη θέση τους με πιάνει τρέλα». Ο Κώστας τραβήχτηκε από την αγκαλιά της.

«Να. με τρομάζεις. μα δεν την άφησε.» τον ρώτησε κάπως ανήσυχα η Μαρία. ότι μ’ έχεις κάνει πολύ ευτυχισμένο». Δεν ήξερε πώς να εκφραστεί. ίσως και . «Δεν τελείωσα.«Κώστα. Κάτι πήγε να πει η Μαρία. Τι θέλεις να μου πεις. Έχω και κάτι άλλο ακόμα να σου πω και σου ζητώ να με καταλάβεις…» Φαινόταν ότι δίσταζε. πριν από ένα εξάμηνο. ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. «Να… θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ πάρα πολύ.

Τι θέλεις να . «Κράτησε για λίγο καιρό και αισθανόμουν ερωτευμένος μαζί της. «Και γιατί μου το λες τώρα. χωρίς όμως να πάψω να σ’ αγαπώ. Τελικά ήταν ένα πάθος που όσο γρήγορα και ξαφνικά φούντωσε. να κρατηθώ μακριά της.περισσότερο.της είπε τελικά. Προσπάθησα να το ελέγξω. αυτό που ένιωθα για εκείνη ήταν κάτι πέρα από τις δυνάμεις μου. είχα δεσμό με κάποιαν άλλη». περίμενε να παραδεχτεί πως της έκανε πλάκα και ήταν έτοιμη να γελάσουν μαζί. Γιατί. Ναι.το ίδιο γρήγορα και ξαφνικά έσβησε». Η Μαρία τον κοίταξε σαν να της έκανε πλάκα.

Μαρία. Πως ναι. αλλά ξαναγύρισε στη σιγουριά τη δική μου.κάνω . «Σου το λέω επειδή θεωρώ σωστό να το ξέρεις κι επειδή δεν θα ήθελα να μάθαινες κάτι από άλλους και να μην ξέρεις τι να τους απαντήσεις».» τον ρώτησε. Η Μαρία πετάχτηκε πάνω. ερωτεύθηκε κάποιαν άλλη. ξέρω ότι με κεράτωσε. Ερωτεύθηκα κάποιαν άλλη για ένα διάστημα. «Και τώρα που το έμαθα.» «Δεν είναι έτσι. τι νομίζεις πως θα μπορούσα να τους απαντήσω. Ναι. Είναι . όμως δεν έπαψα ποτέ ν’ αγαπώ εσένα. αλλά δεν με νοιάζει.

Αν ερχόμουν μια ωραία μέρα και σου έλεγα πως έχω ερωτευθεί κάποιον άλλο. πως κοιμόμουν μαζί του για λίγους μήνες. αλλά επειδή σ’ αγαπώ τόσο. Το έχει στο αίμα του.» «Θα πονούσα. αλλά τώρα ξαναγύρισα στη σιγουριά τη δική σου και σου ζητούσα να με δεχτείς. Δεν μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματά του». θα υπέφερα. θα έκλαιγα ίσως. «Εμένα μπορείς να με φανταστείς στη θέση σου. τι θα έκανες.κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να ερωτεύεται. αναμφίβολα. Προσπάθησε να έρθεις στη θέση μου. θα προσπαθούσα να σε .

καταλάβω και να σε συγχωρήσω. «Βολικό να το λες εκ του ασφαλούς». Ποτέ. Θα σε συγχωρούσα σίγουρα». Ήθελα να φανώ ειλικρινής. Θα πρέπει τώρα να πληρώσω γι’ αυτή την ειλικρίνειά μου. όμως εγώ τι πρέπει να κάνω. Αλήθεια σού λέω. Να περιμένω την επόμενη φορά που θα τύχει να ξαναερωτευθείς κάποιαν άλλη αφού είσαι άνθρωπος που το έχει στο αίμα του. Μαρία μου. «Έτσι είναι.» «Δεν σου κρύβω πως εκτιμώ την ειλικρίνειά σου. Σ’ αγαπώ πολύ. Ή να σου πω “ευχαριστώ” επειδή κατάφερες να με . Τα αισθήματά μου για σένα δεν άλλαξαν καθόλου.

πληγώσεις τόσο. αλλά δεν. «Το κακό είναι πως κι εγώ σ’ αγαπώ. να με συγχωρήσεις και να πιστέψεις πως σ’ αγαπώ πολύ». είναι καθόλου εύκολο. Πώς μπόρεσες . βρίσκοντας κάποια διέξοδο. να σ’ αγκαλιάζω και να μη σκέφτομαι ότι πριν από λίγο καιρό σε αγκάλιαζε και σε φιλούσε κάποια άλλη.» Ξέσπασε. άρχισαν να .» «Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πώς. και τα δάκρυά της. γι’ αυτό πονάω. Μου ζητάς να σε συγχωρήσω και να ξεχάσω. Θέλω μόνο να προσπαθήσεις να με καταλάβεις. Κώστα. Πώς μπορώ να σε κοιτάζω. και το ξέρεις.

ψιθύρισε με ραγισμένη φωνή ο Κώστας κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Κώστα. «Μαρία». να ηρεμήσω. κι άφησέ με ήσυχη να σκεφτώ.κυλούν στα μάγουλά της. Ύστερα την καληνύχτισε. της γύρισε την πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. Εκείνη όμως τον σταμάτησε σηκώνοντας αποτρεπτικά το χέρι της. Έμεινε για λίγο διστακτικός και αναποφάσιστος. «Πήγαινε να κοιμηθείς. Πάντα πίστευε . Η Μαρία κάθησε στην άκρη του καναπέ και ξέσπασε σε λυγμούς. Καληνύχτα».

πόσο τον ήθελα. Όμως. ότι τα χέρια του που χάιδευαν εκείνη. είχαν φιλήσει κι άλλο στόμα. είχαν χαϊδέψει πριν ένα άλλο κορμί. φίλη και αγαπημένη.πως είχε μια ιδανική σχέση με τον άντρα της. τα χείλη του που τη φιλούσαν τρυφερά. Δεν στάθηκα πάντα κοντά του. Ακατανόητο! «Πού έφταιξα. Ότι είχε κάνει έρωτα μαζί της. τώρα της ζητούσε να κατανοήσει πράγματα φοβερά για εκείνη. στήριγμα. πως υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός. Τι μου ζήτησε και δεν του το έδωσα. εμπιστοσύνη. «Τι λάθος έκανα. Πώς να καταλάβει και να δεχτεί πως ο άντρας που λάτρευε είχε ερωτευθεί κάποιαν άλλη γυναίκα. Τι θέλησε και του το .» αναρωτήθηκε. Δεν του έδειχνα πόσο τον αγαπούσα.

» Τόσα ερωτήματα που δεν θα έβρισκαν ποτέ απάντηση . λοιπόν. Πού ήταν καλύτερη. «Σταμάτα να αναζητάς δικά σου σφάλματα για να εξηγήσεις τη συμπεριφορά του Κώστα». έτσι απλά. της είπα την άλλη μέρα που πίναμε τον καφέ μας στο κυλικείο του νοσοκομείου. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. καμιά φορά δεν μπορείς να τα ελέγξεις».αρνήθηκα. να μου φερθεί έτσι. Γιατί να με προδώσει. . Έχει δίκιο ο άντρας σου. Τι περισσότερο του πρόσφερε αυτή. «Μου είναι αδύνατο να το χωνέψω. Γιατί. «Δεν είναι απαραίτητο να έχεις φταίξει κάπου.

«Δες το σαν μια απόδειξη της αγάπης του. της είπε και η Νατάσσα. Μπορείς να προκαθορίσεις πώς θα αντιδράσεις. Αυτά δεν ισχύουν και για τον Κώστα. .» «Αγνόησέ το». Είπαμε πως ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να ερωτευθεί πολλές φορές στη ζωή του.Μου είναι αδύ-νάτο να τον δω πάλι όπως παλιά». βρήκαμε όλες πολύ εύκολα ελαφρυντικά και δικαιολογίες. τη συμβούλευσα. Μαρία». «Όταν έμπλεξα κι εγώ με τον Ντίνο. πως και ο παντρεμένος είναι άνθρωπος με τα ίδια συναισθήματα. «Δεν έχεις δίκιο. είπαμε ένα σωρό πράγματα για να νιώσω καλύτερα και να χαρώ τον έρωτά μου. Κι αν αύριο τύχει κάτι ανάλογο σ’ εσένα.

πήγε με κάποιαν άλλη. Άρα ήταν μια περιπέτεια που πέρασε ανώδυνα. όμως αυτή η άλλη δεν είχε τη δύναμη να σας χωρίσει. και το ξέρεις. Δεν τον ένιωσες ν’ απομακρύνεται ούτε στιγμή από κοντά σου.Ναι. λοιπόν.δεν θα καταλάβαινες τίποτε. χωρίς ν’ αφήσει ίχνη. θα τον δεχόσουν.» «Δεν είναι το ίδιο. Ξέχασέ την. «Δεν είναι τόσο εύκολο. Δέξου πως είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν και άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο να χαρεί το μέλλον με τον άντρα που σ’ αγαπάει». επειδή η αγάπη σας είναι δυνατή. Μαρία. Αν γυρνούσε πίσω ο Γιάννης . Με τον Γιάννη δεν είχαμε ποτέ τη σχέση . κι αν δεν σου το έλεγε ο ίδιος.

παραδέχτηκε. θα έμενα στην αβεβαιότητα και σε μάταιη αναμονή». Και τώρα που έφυγε. Χωρίς να μου πει την αλήθεια. Μη ζεις με . και θα δεις πως όλα θα περάσουν. «Δεν ξέρω τι να πω. Δεν επικοινωνήσαμε ποτέ. «Σ’ αυτό έχεις δίκιο». «Ναι. βρήκε μια αφορμή για να εγκαταλείψει το σπίτι του. συμφώνησε η Νατάσσα. το έκανε άνανδροι. «Είναι νωρίς ακόμα και η πληγή φρέσκια.που έχεις εσύ με τον Κώστα. δεν μ’ αγάπησε ποτέ όσο τον εαυτό του. Αν δεν μου μιλούσε ο Αντρέας.τα παιδιά τρυ. δεν είναι το ίδιο». Είναι νωρίς ακόμα». Δώσε λίγο καιρό στον εαυτό σου και σ’ εκείνον.

δες όμως τις σημαντικές διαφορές τους. Νομίζεις πως δεν θα προτιμούσε να βρισκόταν στη δική σου . «Από σένα εξαρτάται να δώσεις μία ευκαιρία στη σχέση σας για να σας αποδείξει πόσο δυνατή είναι. Δες την Έρη.αυταπάτες τελειότητας.τον Γιάννη. Σκέψου τη Νατάσσα. Δεν μπορούμε να τους κρίνουμε και να τους καταδικάσουμε με τα ίδια κριτήρια. Κανείς μας δεν είναι τέλειος όλοι κάνουμε λάθη. Το θέμα είναι να μαθαίνουμε απ’ αυτά». Μπορεί να φαίνεται πως όλοι τους έχουν κάτι κοινό που τους κάνει να μοιάζουν. Μη βιάζεσαι να καταδικάσεις κάποιον επειδή κατά τύχη ποτέ δεν βρέθηκες στη θέση του.τον Κώστα. Όλοι έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε λάθη.

θέση. Το πρόσωπό της είχε αλλάξει εντελώς τώρα. Σηκώθηκε αποφασιστικά. «Πώς είναι η γλυκιά μας. «Πάμε να δούμε τη φίλη μας». «σίγουρα υπάρχουν χειρότερες καταστάσεις.» ρώτησε η Μαρία μόλις μπήκαμε στο θάλαμο της Έρης. είχε ικανότητες στην υποκριτική τέχνη. υποχώρησε η Μαρία.» «Ναι. Τελικά. αντί εκεί που είναι τώρα. Δεν υπήρχε καμία σκιά. που εσύ τη θεωρείς τραγική. ναι». κανένα ίχνος στενοχώριας. . Η δική σου και πρώτα απ’ όλα της Έρης».

. Ελπίζω από την Τρίτη και μετά να πάρω τα πάνω μου».» ρώτησα. «Τη Δευτέρα θα μου κάνουν μια πρώτη δόση από την αντιβίωση. Με κοίταξε ερευνητικά. «Δεν μου είπες τίποτα». πέρασε ο Γιάννης το μεσημέρι. Μου τηλεφώνησε. «Ναι. μας απάντησε η Έρη και μας φίλησε όλες με τη σειρά. Μου είπε πως έφυγε απ’ το σπίτι». Θα ’ρθει μόλις ξεμπερδέψει». «Ο Αντρέας δεν ήρθε ακόμα. «Έχει μια γέννα.» ζήτησε να μάθει η Νατάσσα.«Πολύ καλύτερα». «Είχες καμιά άλλη επίσκεψη.

«Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω. δεν πρόκειται να γυρίσει». ό. Ναι. το μαθαίνω από τρίτους. Ακόμα περιμένω να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου ανακοινώσει τις αποφάσεις του». Δεν του άρεσε η καινούργια Ελένη…» «Μου είπε πως δεν σκέφτεται να ξαναγυρίσει». Τελικά. έφυγε. «Μπας και σου είπε τίποτε άλλο. . «Πράγματι.τι μαθαίνω. «Την επόμενη φορά που θα τον δεις. μου είπε πως δεν του αρέσεις έτσι όπως άλλαξες και πως αν δεν ξαναγίνεις όπως ήσουν.

Πιστεύω πως απλώς θέλει να σ’ εκβιάσει για να βρει πάλι τη βολική Ελένη που είχε μάθει».» .» διαμαρτυρήθηκε η Έρη. Το ξέρεις ότι συζεί με τη γραμματέα του με την οποία είχε δεσμό δύο βδομάδες πριν βρει δικαιολογία για να φύγει από το σπίτι μας. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξω.διαβΐβασέ του να μην κάνει τον κόπο να περιμένει. «Ποια άσωτη ζωή. ούτε έχω σκοπό να τον δεχτώ με ανοιχτές τις αγκάλες όταν βαρεθεί την άσωτη ζωή του και θελήσει να ξαναζήσει την οικογενειακή θαλπωρή». «Μη γίνεσαι υπερβολική. «Δεν σου τα είπε καλά τα πράγματα.

«Πού το ξέρεις. συμφώνησε η Νατάσσα.» Η έκπληξη της Έρης ήταν ειλικρινής. Είσαι βέβαιη. Μου το είπε ο άντρας σου και είδα με τα ίδια μου τα μάτια το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι της δεσποσύνης». Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία». αυτή είναι μικρή. Τι θα άλλαζε.» «Απολύτως.» . «Θα μπορούσε να ήταν και μεγαλύτερή του. Δώδεκα χρόνια μικρότερή μου. «Ναι».» «Είκοσι δύο.«Τι. «Καλά. Τι ηλικία έχει.

«Όχι ακόμα. Αυτό που έχει σημασία είναι πως τίποτα. «Τι θα τους πεις. Μέχρι τώρα προσπαθούσα να βρω διάφορες δικαιολογίες. Όμως. Πάντως δεν μπορώ να πω πολλά . ούτε τα παιδιά δεν μπορούν να μας κρατήσουν μαζί». την πείραξε η Μαρία. «Δίκιο έχεις». σήμερα έχω σκοπό να τους μιλήσω». Έχεις σκεφτεί.» «Όχι.την υπερασπίστηκα.» με ρώτησε η Έρη. «Το είπες στα παιδιά σου. «Τι με νοιάζει αν η γυναίκα που φιλοξενεί τον άντρα μου είναι μικρότερη ή μεγαλύτερή του.«Εσύ με τον καημό σου».

«Έφυγε. «Ο πατέρας σας έφυγε απ’ το σπίτι». Αυτό έκανα.ψέματα. Πότε θα ’ρθει. αυτό που ξέρω όμως είναι πως όταν θα θελήσει να γυρίσει δεν θα τον δεχτώ».» ρώτησε ο Αγγελος θυμωμένα.του . ούτε πότε θα ’ρθει.» «Δεν ξέρω πού πήγε. «Ξέρεις το λόγο που έφυγε. «Πάντως όχι εξαιτίας μου». Θα μιλήσω αυθόρμητα». Πού πήγε. τους είπα όταν η Νίκη με ρώτησε άλλη μια φορά πού ήταν και πότε θα γύριζε ο Γιάννης.

Αυτόν θέλω να μου πεις». . προσπάθησα να απαλύνω την κατάσταση. άλλος λόγος πρέπει να υπάρχει. η απάντηση είναι “ναι”. Και σίγουρα όχι εξαιτίας μας. «Σίγουρα όχι εξαιτίας σου». Ωστόσο δεν ξέρω αν έφυγε για χάρη της ή επειδή δεν του πήγαινε πια ο γάμος». «Σαχλαμάρες! Αυτή τον παρέσυρε». συμφώνησε ο γιος μου. «Ήσουν η καλύτερη σύζυγος που θα μπορούσε να έχει. Άρα.απάντησα αμυντικά επειδή πίστεψα πως ο θυμός του είχε για στόχο εμένα. «Αν με ρωτάς αν υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή του.

«Ε.» «Και βέβαια θέλει». Μου το είπε: σε λίγες μέρες θα έρθει να σας δει και να μιλήσετε». βιάστηκα να την παρηγορήσω.» ρώτησε παραπονεμένα η Νίκη.» «Κι εμάς πώς μας άφησε. «Ας μην κάνει τον κόπο…» μουρμούρισε στεγνά ο Άγγελος. Απλώς αφήνει να περάσει λίγος χρόνος για να συνηθίσουμε όλοι την καινούργια κατάσταση. Δεν θα κατηγορήσουμε τώρα έναν άλλο άνθρώπο χωρίς να ξέρουμε. «Είστε παιδιά του και σας αγαπάει πολύ. . «Δεν θέλει να μας ξαναδεί. Ίσως αυτή να παρασύρθηκε από τον πατέρα σας. όχι. Ποιος μπορεί να πει.

«Μη μιλάς έτσι». Είναι εύκολο να κρίνουμε και να καταδικάζουμε. Και πάνω απ’ όλα. τον μάλωσα τρυφερά. «Πατέρας σου είναι. Τι ωραία που θα ήταν αν δίναμε και στους άλλους τα ελαφρυντικά που βρίσκουμε πάντα για μας… Κι έπειτα. . αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνον δεν έχει καμία σχέση μ’ εσάς. Αύριο μπορεί να βρεθείς εσύ στη θέση του. είναι άνθρωπος.» γκρίνιαξε η Νίκη. «Και τώρα θα μένουμε μόνοι. όταν όμως έχουμε στο εδώλιο τον εαυτό μας γινόμαστε όλοι πολύ ανεκτικοί και μεγαλόκαρδοι. Με αδυναμίες. όπως όλοι μας. Μην τα μπερδεύεις».

«Εμείς είμαστε οι τυχεροί. κι αυτό είναι το πιο σημαντικό». ό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο στη ζωή από την αγάπη που ενώνει τη μάνα με τα παιδιά της. Τράβηξα τα παιδιά μου στην αγκαλιά μου και τα έσφιξα πάνω μου. «Σας αγαπώ πολύ. Ελπίζω να μπορέσω να σας δείξω πόσο βαθιά σάς έχω στην καρδιά μου». Έχουμε ο ένας τον άλλο.τι κι αν γίνει.τι κι αν χρειαστείτε. . Θα είμαι πάντα κοντά σας ό.«Είναι δυνατόν τρεις άνθρωποι που αγαπιούνται τόσο πολύ όσο εμείς.» τη ρώτησα. να το ξέρετε. να είναι μόνοι.

«Μείνε όσο θέλεις». Σε καταλαβαίνω. Τόσο νέα». είπε η Νατάσσα. «Έχεις δίκιο. δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Τόσο καλή. «Πρέπει να πάω στην Έρη. «Είμαι πολύ στενοχωρημένη. της είπε ο Ντίνος και την έκλεισε στην αγκαλιά του.8 «Δεν θα μείνω πολύ». «Αρκεί που σε είδα». Δυστυχώς. Είναι φοβερό. Δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι. Σήμερα έκανε την πρώτη χημειοθεραπεία». Μόνο να σταθείς κοντά της και να της δώσεις όσο περισσότερη ευτυχία μπορείς το χρόνο που της έχει .

Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται. Ο Ντίνος την έσφιξε πάνω του και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Με τα καλά και τα άσχημά της. για σένα. ξαφνικά. Φοβάμαι. «Σφίξε με στην αγκαλιά σου. Να ερχόταν το τέλος γρήγορα. για όλους. με συγκλονίζει. Αυτή η αρρώστια με τρομάζει. Για εκείνη.απομείνει». Ας ήταν τουλάχιστον να μην υποφέρει κανείς. για μένα. όσο είμαστε ακόμα γεροί και ευτυχισμένοι. Δεν βοηθούν ούτε εσένα ούτε τη φίλη σου. «Μην τα σκέφτεσαι αυτά. έτσι είναι η ζωή. Για . Να μη λιώνουμε πάνω στο κρύο κρεβάτι κάποιου απρόσωπου νοσοκομείου».

» «Όπου θέλεις εσύ. Θα πονέσει η μέση σου». «Θα με πας και σήμερα βόλτα. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του.όλους μας». Και μ’ αρέσει να σε κρατάω στην αγκαλιά μου. Είμαι βαριά. Αρκεί να είμαστε μαζί». «Δεν είσαι βαριά. Η Νατάσσα διαμαρτυρήθηκε. «Αφησέ με κάτω. « Πού θέλεις.» . Θέλω να ξεδώσω». Θέλεις να πάμε για πατινάζ.

» «Ποιος να μας δει. «Αλήθεια λες. Δεν ξέρω. Το .» Τον κοίταξε ξαφνιασμένη.» «Αμέ! Δεν είναι δύσκολο.» «Κι αν μας δει κανείς. θα πάμε στ’ αλήθεια. Πλησίασε τα χείλη της στα δικά του. Θα έρθεις μαζί μου. Θέλω να πω.» «Δεν θέλεις. Λίγο πατινάζ για να διασκεδάσουμε». Κι έπειτα. Θα με μάθεις.«Δεν έχω ξανακάνει. τι κακό κάνουμε. ν’ αλλάξω.

Πολύ». Την απόθεσε τρυφερά στο κρεβάτι κι έγειρε πάνω της. Τα χέρια του ανίχνευσαν τρυφερά και τολμηρά κάθε κρυφή πτυχή του κορμιού της. Ο Ντίνος προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά του. όπως κάθε φορά που συναντιούνταν. σ’ αγαπώ. Τα ακροδάχτυλά της ταξίδεψαν στο κορμί του.φιλί τους ήταν καυτό και απελπισμένο. Μου λείπεις». «Ντίνο μου. ενωμένοι ο ένας με τον άλλο. «Κι εμένα. Μέσα σε λίγες στιγμές βρέθηκαν γυμνοί. . κολλημένοι ο ένας επάνω στον άλλο. δίχως να τραβήξει το πρόσωπό του.του ψιθύρισε.

τα χέρια του να την αγκαλιάζουν. Πώς μπορούσε να ζει τόσα χρόνια χωρίς αυτόν τον άντρα κοντά της. Ένα αισθησιακό ταξίδι που τη συνέπαιρνε. Χωρίς να έχει τα χείλη του να τη φιλούν. Η Νατάσσα ένιωθε πως έτρεχε με παγοπέδιλα ψηλά στον ουρανό. Δεν της έφταναν μια-δυο φορές τη βδομάδα που τον έβλεπε μακριά από τη δουλειά. Πώς θα ζούσε όταν θα τον έχανε.Πατινάζ στον πάγο. Ήθελε να τον έχει κάθε μέρα δίπλα της. Εδώ δεν άντεχε τις μέρες που περνούσαν χωρίς να συναντηθούν κρυφά. Πού θα έβρισκε τη δύναμη να αντέξει το χωρισμό τους. δίχως τη φωνή του να της ψιθυρίζει λόγια τρυφερά ή αστεία πειράγματα. . ένα ερωτικό μεθύσι που τη συγκλόνιζε.

» του είπε. Έπειτα έβαλε τα γέλια.δικό της. χαμογελώντας σκανδαλιάρικα. μονολόγησε κι έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος του. «Έλα τώρα…» διαμαρτυρήθηκε εκείνη και του έριξε μια τρυφερή ξυλιά στο γοφό. «Άκου τι μήνα έχουμε». «Θα μου απαντήσεις σε μια αδιάκριτη ερώτηση. Το γέλιο του ενώθηκε με το δικό της.» «Χμ… τι μήνα έχουμε.» ρώτησε ο Ντίνος. «Πότε λες να σε ξαναδώ. «Δεν ξέρω. Δοκίμασε». Την έσφιξε πάνω του και της φίλησε τα .

Όταν όμως πάτησε πάνω στον πάγο. Τα πέδιλα έμοιαζαν να μην υπακούνε στις οδηγίες της. Πιάστηκε από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και δοκίμασε να κάνει ένα μικρό βήμα. Έπειτα έκανε μια ήρεμη στροφή και γλίστρησε προς το μέρος της. Έψαξε με το βλέμμα της τον Ντίνο και τον είδε να πατινάρει σταθερά προς την άλλη άκρη της πίστας.» της πρότεινε. σκέφτηκε και προχώρησε πιο γρήγορα. νόμισε πως τα πόδια της θα γλιστρούσαν με την παραμικρή κίνηση. . Δεν ήταν και τόσο εύκολο. «Πάμε για πατινάζ .μαλλιά. Η Νατάσσα φόρεσε τα παγοπέδιλα κι έκανε μερικά διστακτικά βήματα πάνω σε στέρεο έδαφος. «Δεν φαίνεται δύσκολο».

Αυτό ήταν το λάθος της. Θα σε κρατάω». της είπε. «Θα πέσω κάτω. Και θα ρίξω κι εσένα».«Πιάσε μου το χέρι». Του έδωσε διστακτικά το χέρι κι άφησε τις ρόδες να τσουλήσουν κοντά του. Τώρα της φαινόταν πολύ πιο εύκολο. Με τη σιγουριά και τη ζεστασιά που της προσέφερε το χέρι του. άφησε το κορμί της να γλιστράει δίπλα του.τον προειδοποίησε . δοκίμασε να κάνει ένα μεγάλο βήμα για να βρεθεί μπροστά του. Πάνω σε μια κρίση αυτοπεποίθησης. στο δικό του ρυθμό. «Δεν πειράζει». Έχασε την ισορροπία της κι ένιωσε το έδαφος να . «Μη φοβάσαι.

«Σε είχα προειδοποιήσει». Η Νατάσσα κρατούσε το χέρι του σφιχτά και άφηνε να την παρασύρει και να την καθοδηγεί εκείνος.φεύγει κάτω από τα πόδια της.του είπε. Συνέχισαν να πατινάρουν κοντά μισή ώρα. Το παντελόνι . αλλά βρέθηκε κι εκείνος από πάνω της. Ο Ντίνος επιχείρησε να την κρατήσει. Κάθε φορά που επιχειρούσε να πάρει μια πρωτοβουλία ένιωθε το κορμί της να ταλαντεύεται επικίνδυνα και συχνά βρισκόταν πεσμένη κάτω. «Πέφτω». φώναξε και βρέθηκε γελώντας πάνω στον πάγο. Ξέσπασαν και οι δυο σε γέλια.

Ο ορός ήταν ακόμα συνδεδεμένος με το χέρι της. έτοιμη να τη βοηθήσει σε κάθε . Τίποτα δεν την απασχολούσε παρά μόνο ότι βρισκόταν κοντά του. Η Μαρία κρατούσε το χέρι της Έρης που κοιμόταν αποκαμωμένη. ανασαίνοντας με δυσκολία ύστερα από την πρώτη δόση της χημειοθεραπείας που είχε κάνει. Δεν την ένοιαζε.της γελούσε. δίπλα του.της είχε γίνει μούσκεμα και πολύ φοβόταν πως οι γοφοί της θα ήταν μελανιασμένοι μέχρι το βράδυ. ότι την κρατούσε από το χέρι. ότι την έκανε να νιώθει σαν να είχε ξαναγεννηθεί. την περνούσε ανάμεσα από άλλα ζευγάρια και παιδιά. και η μάσκα του οξυγόνου περίμενε δίπλα της.

όμως ένα χέρι έσφιξε το στήθος της όταν σκέφτηκε πως πριν από λίγο καιρό χαιρόταν τον έρωτα με κάποιαν άλλη. «Γεια!» Ένιωσε την καρδιά της να χοροπηδάει στη θέα του. Ακουσε την πόρτα να ανοίγει σιγανά και γύρισε να δει τον Κώστα. «Συνήλθε . «Πώς είναι. «Χάλια. «Γεια σου». που έμπαινε επιφυλακτικά μέσα. Τα φάρμακα ήταν πολύ δυνατά». Οι γιατροί είπαν πως θα είναι έτσι για δυο-τρεις μέρες. τη χαιρέτησε διστακτικά.κρίση δύσπνοιας.» ρώτησε ο Κώστας.

θα σου πω». της είπε. «Να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ». Όταν θα βρω μόνη μου τη λύση. Ασχολείσαι συνέχεια με τα παιδιά και αποφεύγεις να μένεις μόνη μαζί μου».» «Στο σπίτι δεν μου μιλάς. .» «Πώς είσαι. κάποια απάντηση.» «Ελάχιστα».καθόλου. Συνήλθες. «Έτσι νιώθω. «Εσύ.» «Τι εγώ.» «Νομίζεις πως αυτή είναι η πιο κατάλληλη ώρα να το συζητήσουμε.

Αν σε ξεπεράσω…» . Όχι ακόμα». Όσο χρειαστεί». Η αγάπη μου δεν μπορεί να ξεπλύνει το κορμί σου από τα φιλιά και τα χάδια της άλλης.δεν αρκεί αυτό μόνο.» «Μαρία.» «Αυτό αποκλείεται όσο αγαπώ εσένα. κι εγώ σ’ αγαπώ. Γιατί δεν σκέφτεσαι τι θα γίνει αν ερωτευθείς εσύ στο μεταξύ κάποιον. Όμως.της υποσχέθηκε. Δεν μπορεί να σβήσει την προδοσία σου. «Θα περιμένω. δεν είναι παιχνίδι. Αν στο μεταξύ ερωτευθείς ξανά κάποιαν άλλη.«Αν αυτό είναι που θέλεις ν’ ακούσεις. «Κι αν χρειαστεί πολύ.

. Γιατί να βασανίζεται μόνο εκείνη. Ένιωσε την Έρη να μετακινείται ανήσυχα στο κρεβάτι κι έστρεψε την προσοχή της στη φίλη της. Στο κάτω-κάτω. Ήθελε να τον εκδικηθεί. Η Μαρία έπιασε το μπαμπάκι και το βούτηξε στο ποτήρι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Την είδε να ανοίγει τα μάτια και να την κοιτάζει με ευγνωμοσύνη. Τον βασάνιζε και το ήξερε. δικό του ήταν το φταίξιμο. ψέλλισε η Ερη. «Διψάω». Της έπιασε ξανά το χέρι και της το έσφιξε ενθαρρυντικά. Έπειτα το πέρασε απαλά πάνω από τα χείλη της Έρης.Σταμάτησε επίτηδες.

Η Έρη βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση επί τρεις μέρες μετά την πρώτη χημειοθεραπεία. Τις νύχτες είχαμε καλέσει αποκλειστική νοσοκόμα.γλυκιά μου. αδυναμία. πλήρη ανορεξία. Έχει κάποιες επισκέψεις στο ιατρείο του κι έπειτα θα έρθει πάλι. «Ο Αντρέας. Είχε κρίσεις δύσπνοιας. Σε λίγο θα έρθει και η Ελένη με τη Νατάσσα». Είναι και ο Κώστας εδώ. Οι τρεις φίλες της καθόμασταν εναλλάξ στο πλευρό της. Θα περάσει».» «Έφυγε πριν από λίγο. Ο Αντρέας .«Ησύχασε. από το πρωί μέχρι το βράδυ. τάσεις για εμετό και ζαλάδες.

κι εγώ συνέχιζα να τον δικαιολογώ για χάρη τους. Τα παιδιά ακόμα περίμεναν να τον δουν. «Τι σόι . γιατί είχε αδυνατίσει αισθητά.υπέφερε μαζί της. Δεν πρέπει να έτρωγε καθόλου. μας είπε. ο Αντώνης και ο Γιάννης έρχονταν διαδοχικά κάθε μέρα. κανονίσαμε να βρεθούμε και οι τρεις κοντά της. Ο Κώστας. «Ήταν σαν να πέθανα και ξαναζωντάνεψα». Την πέμπτη μέρα. Μόνο που ο πρώην άντρας μου φρόντιζε να έρχεται τις ώρες που ήξερε ότι εγώ δεν θα βρισκόμουν εκεί. με :η βεβαιότητα πια πως η Έρη είχε συνέλθει εντελώς. Όποτε δεν είχε δουλειά στο ιατρείο ή στο μαιευτήριο. βρισκόταν κοντά της.

» «Πολύ δυνατή. «Υπομονή μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος της θεραπείας σου». Αλλά μόνο μ’ αυτή θα μπορέσεις να πολεμήσεις το μικρόβιο της πνευμονίας. Την άλλη βδομάδα θα μου κάνουν κι άλλη μια δόση και θα έχω πάλι τα ίδια». «Πιστεύετε πως είναι σωστό αυτό που . Σημασία έχει ότι τώρα είσαι και πάλι καλά». «Για λίγες μέρες μόνο. προσπάθησα να την καθησυχάσω. όμως κατά βάθος ένιωθα άσχημα για τα ψέματα που της λέγαμε. όπως ξέρεις. ξεγλίστρησε η Μαρία.αντιβίωση ήταν αυτή.

θα πεθάνει πριν την ώρα της». «Νομίζω πως ένας άνθρωπος έχει δικαίωμα να ξέρει την αλήθεια για τη ζωή και το θάνατό του».» ρώτησε η Μαρία. «Πάντως. δίστασα. «Και τι θα κέρδιζες.κάνουμε. εγώ θα ήθελα να το ήξερα όταν θα πλησιάζει το τέλος μου». «Είσαι τρελή. «Δεν ξέρω». Θα έλεγα όλα όσα δεν πρόλαβα να πω σε .» ρώτησα τις άλλες δύο όταν κατεβήκαμε στο μπαρ για να πιούμε καφέ. «Αν μάθει πως έχει καρκίνο. «Θα προσπαθούσα να χαρώ όλα όσα στερήθηκα μέχρι εκείνη τη στιγμή.» με αποπήρε η Νατάσσα.

«Το θέμα είναι να χαίρεσαι κάθε στιγμή της ζωής σου όσο είσαι ακόμα ζωντανή.» αντέδρασε η Νατάσσα. συμφώνησε η Μαρία. να μην αφήνεις εκκρεμότητες. Θα τακτοποιούσα όσες εκκρεμότητες είχα». δεν έχεις ούτε το χρόνο ούτε τη διάθεση για τέτοια». «Εμείς οι άνθρωποι ζούμε σαν να πιστεύουμε ότι δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Προσπερνάμε τις καθημερινές μικροχαρές κυνηγώντας μια άπιαστη . να μιλάς στους φίλους και τους δικούς σου. «Έχει δίκιο η Νατάσσα». να κάνεις το κάθε σου λεπτό ν’ αξίζει.δικούς μου ανθρώπους. Άμα περιμένεις να πεθάνεις. «Και είναι ανάγκη να φτάσεις στο σημείο του θανάτου για να τα κάνεις όλα αυτά.

Κρύβουμε πίσω από τη σοβαροφάνεια την τρέλα που μας κυριεύει και περιμένουμε να την απολαύσουμε αργότερα. Μόνο τότε έχει αξία». και να τη μοιραζόμαστε με τους άλλους.ευτυχία. Αναβάλλουμε διαρκώς για αύριο πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε και να χαρούμε σήμερα. Μα αξίζει έτσι. «ωστόσο εξακολουθώ να πιστεύω πως ο καθένας μας έχει δικαίωμα να ξέρει πότε πλησιάζει η ώρα του θανάτου του.την κάθε στιγμή. «Συμφωνώ απόλυτα». Κρατάμε για τον εαυτό μας τόσα όμορφα λόγια που θα μπορούσαν να προσφέρουν ευτυχία στους γύρω μας. είπα. Τη ζωή πρέπει να τη ζούμε τώρα. Ίσως . όταν θα είμαστε μόνοι.

Εγώ πάντως επιμένω πως δεν θέλω να μου το κρύψουν. Και με την ευκαιρία. στην πράξη όμως… Εδώ μας τσακίζει η ανίατη αρρώστια ενός φίλου. Θέλω να πω. καλύτερα να μην του το πούμε. Στη θεωρία όλα είναι καλά. με διέκοψε η Νατάσσα. πόσο μάλλον όταν πρόκειται για εμάς». Αν όμως είναι από τους δυνατούς ανθρώπους…» «Κακά τα ψέματα».βέβαια να είναι και θέμα χαρακτήρα. «Κανείς δεν είναι τόσο δυνατός ώστε ν’ αντέξει την είδηση του δικού του θανάτου. αν ξέρουμε πως ο άλλος είναι δειλός και αδύναμος. «Δεν ξέρω. θέλω να μου υποσχεθείτε τώρα πως θα μου το πείτε αν ποτέ .

«Φρόντισε μόνο. Μου είχε τηλεφωνήσει. θα σου το πούμε». συμφώνησε βιαστικά η Μαρία. .βρεθώ στη θέση της Έρης». επιτέλους. σχεδόν ένα μήνα μετά τη φυγή του από το σπίτι μας. Βρισκόμασταν σε ένα συμπαθητικό ιταλικό εστιατόριο κοντά στην Πεντέλη. καλά. να κάνεις τη ζωή σου να αξίζει». στο μεταξύ.» με ρώτησε ο Γιάννης πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του. «Καλά. «Αξίζει τελικά το αντίτιμο που πληρώνεις για να ζεις όπως διάλεξες. το προηγούμενο βράδυ και μου είχε ζητήσει να φάμε μαζί το μεσημέρι για να συζητήσουμε.

Τώρα συνεχίζω να μην έχω εσένα. δεν σε νοιάζει. Αξίζει να ζεις μια ζωή που διάλεξαν άλλοι για σένα. «Θα με τρόμαζε πολύ περισσότερο αν . Εσένα δεν σε είχα έτσι κι αλλιώς.» επέμεινε.» «Πριν ήμουν ακόμα πιο μόνη.» «Δεν είναι απάντηση αυτή. δεν είχα όμως ούτε τον εαυτό μου. Θα μείνεις μόνη. δεν έχω όμως τις καταπιέσεις και τις προσβολές σου. «Δεν σε τρομάζει το ότι δεν θα έχεις έναν άντρα δίπλα σου. κι έχω τον εαυτό μου να τον κάνω ό.«Να σου απαντήσω με μια ερώτηση.τι θέλω εγώ».

σταύρωσα τα χέρια κάτω από το πιγούνι μου και τον κοίταξα διαπεραστικά κατάματα. απάντησα με αυτοπεποίθηση κι έφαγα μια πιρουνιά από τα νιόκι μου. Που στέρησες από τα παιδιά μας τον πατέρα τους. «Δεν έχεις καθόλου τύψεις που τελικά με έδιωξες μακριά σου.ήταν να είχα έναν άντρα δίπλα μου.» Αυτό πήγαινε πολύ. Ακούμπησα ήρεμα το πιρούνι μου στο πιάτο. να είσαι βέβαιος γι’ αυτό». . ήπια μια γουλιά από το κρασί μου. Προσπαθούσε πάλι να φορτώσει σ’ εμένα ενοχές για δικές του επιλογές και σφάλματα.

Αν σε ακούσει κανείς θα σκεφτεί πως ήμουν ο . συμπλήρωσα και συνέχισα να τον κοιτάζω επίμονα. πότε θα μιλούσε και τι θα έλεγε. Πως δεν ήθελες δίπλα σου μια σύζυγο αλλά ένα ρομπότ που θα προγραμμάτιζες εσύ πότε θα έκανε αυτό ή το άλλο. «Είσαι υπερβολική.» ρώτησα. φαντάζομαι». πότε θα παρουσιαζόταν και πότε θα αποτραβιόταν στη γωνιά του.«Είσαι βέβαιος πως εγώ σε έδιωξα μακριά από μένα και τα παιδιά μας. Πως δεν έκανες για γάμο. «Μήπως πρέπει επιτέλους να παραδεχτείς πως είχες φύγει μόνος σου εδώ και πάρα πολύ καιρό. Κάτι σαν τις καμαριέρες του ξενοδοχείου όπου μένεις. πότε θα σε εξυπηρετούσε.

Άσχημα περνούσες όταν πηγαίναμε εκδρομές και ταξίδια.χειρότερος σύζυγος. ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο ρούχα. Ίσως δεν τα έδωσες επειδή ποτέ σου δεν τα είχες». ναι. «Δηλαδή τόσα χρόνια ήσουν δυστυχισμένη δίπλα μου.» «Δεν συζητούσαμε. φαΐ και έπιπλα για να ζήσει ευτυχισμένος. Ό .τι ήθελες δεν το είχες. Έχει ανάγκη από πολύ περισσότερα πράγματα. Εσύ μιλούσες. Ήσουν πάντα γαλαντόμος. Σου στέρησα ποτέ τίποτα.» «Σε ό. και συζητούσαμε με τις ώρες. και .τι αφορά τα υλικά αγαθά. κι εγώ αυτά δεν τα είχα. Όμως. Ίσως δεν φταις εσύ.

για μένα μπορεί να είχαν μεγάλη σημασία. «Τώρα μου λες πως σε ενοχλούσε το ότι μιλούσα για τη δουλειά μου.πάντα για θέματα της δουλειάς σου. τη στιγμή που είχα τόσο σοβαρά θέματα να με απασχολούν». Με ενοχλούσε που όταν μιλούσα εγώ δεν με άκουγες ποτέ». δικαιολογήθηκε. «Σκέφτηκες ποτέ πως αυτά που ήταν για σένα βλακείες.» . Γι’ αυτό τα παιδιά σταμάτησαν να έρχονται μαζί μας.» «Όχι. «Μα δεν μπορούσα ν’ ασχοληθώ με βλακείες. Είχαν βαρεθεί ν’ ακούνε για δουλειές και σου το είπαν».

Εύκολα θα μπορούσες να πέσεις σε παγίδες».«Μα μου ήταν αδύνατο με τα τόσα προβλήματά μου ν’ ασχοληθώ με τι χρώμα κουρτίνες θα αγόραζες. Εγώ . για παράδειγμα». «Δεν φταίω εγώ αν τα ενδιαφέροντά μου ήταν τόσο περιορισμένα. «Και ποιος σου είπε πως δεν αγαπώ τα λάθη μου. Είναι καλοί δάσκαλοι και σου δίνουν ωραία μαθήματα. Ήσουν πολύ νέα και αθώα. Εσύ με είχες αποκλείσει απ* όλους και απ’ όλα». «Ήθελα να σε προστατεύσω από λάθη. Εσύ κλωτσάς τα λάθη σου και αρνείσαι να παραδεχτείς πως δεν είσαι τέλειος.

Δεν φταις εσύ . Εσύ ήσουν η καλή κι εγώ ο σκάρτος. δεν φταις κι εσύ που ζητούσες κάτι παραπάνω. Δεν φταίω εγώ που δεν είχα περισσότερα να προσφέρω. αλλά να μην μπορούσα να σε ικανοποιήσω. «Μπορεί να έχεις δίκιο τελικά. Μπορεί να πίστευα πως ήμουν καλή.» Ήπια το κρασί που είχε απομείνει στο ποτήρι μου και σκέφτηκα για λίγο την ερώτησή του. πως σου έδινα ό.τι ήθελες.ξέρω πως έκανα και θα κάνω κι άλλα λάθη και σε πληροφορώ πως χαίρομαι και καμαρώνω γι’ αυτό». «Πιστεύεις πως εσύ ήσουν εντάξει μαζί μου.

«Ευτυχώς που το καταλάβαμε σχετικά νωρίς». «Δεν θα το έλεγα. Το λάθος μου είναι πως δεν συνειδητοποίησα εγκαίρως ότι δεν ήσουν αυτό που ήθελα. δεν φταίω κι εγώ που λαχταρούσα πράγματα διαφορετικά απ’ αυτά που είχες να δώσεις.που μου έδωσες πράγματα που δεν ήθελα. Τι τα θες… σε τέτοιες καταστάσεις πάντα φταίνε και οι δύο». Έπειτα από δεκαεφτά χρόνια και με δύο μεγάλα παιδιά. Το λάθος σου είναι πως ήξερες ποια ήμουν. δεν σου άρεσα. Η μόνη μας διαφορά είναι πως εγώ δεν σου ζήτησα ποτέ να γίνεις κάτι άλλο απ’ αυτό που ήσουν. αλλά με παντρεύτηκες με σκοπό να με αλλάξεις. δεν το .

Δεν νομίζω πως θα παραγγείλω άλλη φορά το ίδιο πιάτο.» Όταν οι γυναίκες τολμούν… «Μπα. . Σε αντίθεση μ’ αυτά τα νιόκι που είναι υπέροχα».θεωρώ νωρίς». συμπλήρωσα κεφάτα.» «Γιατί όχι.» απάντησα ανάλαφρα κι έπιασα το πιρούνι μου. δεν το πιστεύω. Δοκίμασα μια φορά τη σπεσιαλιτέ που λέγεται γάμος και δεν μου άρεσε η γεύση της. «Έχεις σκοπό να ξαναπαντρευτείς. «Τώρα λοιπόν τι θα κάνουμε.» ρώτησε καθώς γέμιζε πάλι τα ποτήρια μας. «Θα ξαναφτιάξουμε καθένας τη ζωή του.

τα λουλούδια θα ανθίσουν κι οι καρδιές μας θα ξαναγεννηθούν. λες κι είχε κάποια σημασία για εκείνον. αλλά αυτός ο φόβος με γοητεύει». Άνοιξη έρχεται.» ζήτησε να μάθει. «Γιατί όχι.» «Με φοβίζει. Άλλωστε ο άνθρωπος είναι ερωτικό ον». «Όπως ακριβώς θα μπορέσεις κι εσύ». «Δεν σε φοζίζει η πιθανότητα κι άλλης αποτυχίας. «Πώς θα μπορέσεις. .» Με κοίταξε δύσπιστα.«Θα ξαναερωτευθείς.

«Καμία». «Δεν είναι το ίδιο. «Δεν μιλώ για τότε. Μιλώ για τον καιρό που ήμαστε μαζί». . αλλά ήθελα να μου δώσει εκείνος την αφορμή. Δεν το πιστεύω. Ο άντρας είναι πολυγαμικό ον και ερωτεύεται συχνά». Και η γυναίκα είναι πολυγαμικό ον. να φλερτάρει. διευκρίνισα. εσύ πόσες φορές έχεις ερωτευθεί μέχρι τώρα. «Ναι. Της αρέσει να ερωτεύεται. να κάνει έρωτα όταν το ευχαριστιέται. σου το λέω εκ πείρας. Αλήθεια.» «Αρκετές πριν σε γνωρίσω».Με έτρωγε να του πω για τη Βάλια.

Ελένη. Στο ξενοδοχείο πηγαίνω σπάνια».» «Ποτέ». ούτε με κοιτάς στα μάτια». Τα παιδιά…» «Να με πάρεις στο γραφείο ή στο κινητό. «Αλήθεια.«Θέλεις να πεις πως δεν με απάτησες ποτέ. . επέμεινα. ισχυρίστηκε και με κοίταξε. σε ποιο ξενοδοχείο μένεις. Μπορεί να χρειαστεί να επικοινωνήσω μαζί σου. δεν σε απάτησα». «Όχι. Δεν κρατήθηκα. «Δεν το λες με μεγάλη σιγουριά.

Τις προάλλες που έκανα βόλτα. Εγώ το είδα απόγευμα καθημερινής. Κυριακή πρωί. «Μπα. «Δεν νομίζω… Α. θα ήταν τότε που είχα πάει σε κάποιον πελάτη. φίλε. νομίζω». έβαλε μια πιρουνιά πένες στο στόμα του και μάσησε τα λόγια του. Λεν υπολόγισες καλά. απα δήθεν αδιάφορα. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.«Πού είναι το ξενοδοχείο σου. είδα το αυτοκίνητό σου παρκαρισμένο κάπου στο Μαρούσι». Μπορεί να είχατε . και μάλιστα έξω από το σπίτι της γραμματέως σου. αυτή θα ήταν άλλη φορά.

Το σπίτι το φτιάξαμε μαζί. . Χρησιμοποιήθηκαν αρκετά λεφτά από την προίκα σου». «Μπορεί. Μη με περνάς καί για ηλίθια. άφησα επίτηδες ένα κενό πριν από την τελευταία λέξη.κάποια δουλειά να τελειώσετε». Να ξέρεις όμως ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό». «Ποιο πράγμα. «Να μένεις εσύ στο… ξενοδοχείο». «Δικό μου ήταν το οικόπεδο.» ρώτησε ένοχα. «κι εγώ στο σπίτι. «Τέλος πάντων. Το δικό σου σπίτι». Δεν θυμάμαι».

. Ή να το χωρίσουμε στα δύο. Όμως. δεν θα ήταν καλό για τα παιδιά ν’ αλλάξουν γειτονιά. Να φύγετε εσύ και τα παιδιά από το σπίτι. Θα μπορούσα να ζητήσω να αδειάσουν το πατρικό μου και να μείνω εκεί.Τελικά. «Και τι θέλεις να κάνουμε. Αυτό δεν περίμενα να το παραδεχτεί. «Έστω. Αρκετές αλλαγές ζουν τον τελευταίο καιρό».για να μείνω εγώ. Πάντως εμένα μου φαίνεται άδικο». σχολείο και φίλους. Έτσι κι αλλιώς.» «Δεν ξέρω. το ενοίκιο που πληρώνουν είναι πολύ μικρό για τα σημερινά δεδομένα. με ξάφνιαζε.

Τόση ώρα αναρωτιέμαι τι υπονοείς». «Βέβαια». Γι’ αυτό ας αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι. είπα. Τόνισα τη λέξη «διαμέρισμα». «Εγώ. εσύ είσαι βολεμένος από καιρό. Μήπως εσύ θέλεις να πεις κάτι. Μωρέ.» «Πότε θα βάλουμε τις πρώτες . Θα βολευτώ κι εγώ».«Σωστά. «Άλλωστε μπορεί να ξαναφτιάξεις πολύ γρήγορα τη ζωή σου και να μείνεις στο διαμέρισμα του επόμενου έρωτά σου». «Θέλεις να μου πεις κάτι. Τίποτα.

όχι». Σε έχουν ανάγκη». Τους μίλησα. Ο χωρισμός μας δεν πρέπει να έχει αντίκτυπο στα παιδιά. αλλά πρέπει πάση θυσία να επικοινωνήσουν με τον πατέρα τους. Νιώθουν σαν να τα έχεις απαρνηθεί. «Όχι.» Αυτό μόνο. Δεν πιστεύω να βιάζεσαι τόσο». «Αυτό που θέλω οπωσδήποτε είναι να κανονίσεις να δεις τα παιδιά. . Άσε να περάσει κι αυτό το δράμα με την Έρη. «Έχεις δίκιο. «Θα μας ειδοποιήσει ο Κώστας. Ούτε κι εμείς πρέπει να γίνουμε εχθροί.υπογραφές.

πριν ακόμα χαράξει.» «Δεν έχω αντίρρηση. Αρκεί να παίρνεις ένα τηλέφωνο από την προηγουμένη. Εκείνο το πρωί σηκώθηκα πολύ νωρίς. Έπρεπε να παραδώσω μεταφρασμένο το βιβλίο κι . μήπως έχουμε κανονίσει τίποτα». Έπρεπε να καταλάβει πως ο Γιάννης θα ήταν πάντα ο πατέρας του και πως το πρόβλημα το δικό μας δεν είχε καμία σχέση μαζί τους. όμως θα προσπαθούσα να του αλλάξω γνώμη.Τι θα έλεγες αν τα έβλεπα κάθε Κυριακή κι όποτε άλλοτε είναι βολικό για όλους μας. Ο Άγγελος θα είχε οπωσδήποτε αντίρρηση.

Έτσι κι αλλιώς. Ένιωθα πολύ καλύτερα και φοβόμουν πως αν τους έλεγα την τροπή που είχε πάρει η σχέση μου με τον Γιάννη.τι ήθελα.έπειτα να τρέξω στο νοσοκομείο επειδή η Έρη θα έκανε τη δεύτερη χημειοθεραπεία: Έκανα ένα ντους. Κοίταξα τα χάπια που έπινα τους τελευταίους μήνες. και να συνεχίσω μόνο τα βραδινά. θα με πίεζαν να φερθώ διαφορετικά απ’ ό. Έπρεπε να . Πήρα τον καφέ και τα τσιγάρα μου και κατέβηκα στο γραφείο μου. Αποφάσισα από τούτο το πρωί να κόψω μόνη μου τα πρωινά και τα μεσημεριανά. ντύθηκα κι έφτιαξα ένα σκέτο φραπέ. είχα πάνω από μήνα να ανανεώσω το εβδομαδιαίο ραντεβού μας. Δεν είχα ρωτήσει τον ψυχίατρο.

Κατά τις εφτά ξύπνησα τα παιδιά. αποφάσισα να παρακάμψω μέσα από του Γκύζη. Παρέδωσα το βιβλίο στον υπεύθυνο του μεταφραστικού.κάνω κάτι τελευταίες διορθώσεις πριν ξεκινήσω για τον εκδοτικό οίκο. τους ετοίμασα το πρωινό. έφτιαξα στα γρήγορα σπανακόρυζο με κατεψυγμένο σπανάκι για να έχουν να φάνε το μεσημέρι κι έφυγα για. Η . Πινελιές εδώ κι εκεί. Στο μυαλό μου. πήρα ένα άλλο με διορία πάλι ενός μήνα και ξεκίνησα για το νοσοκομείο.την Αθήνα. ανάκατα βαλμένες. κι εκεί έγινε το κακό. οι σκέψεις ήταν ένας πίνακας αφηρημένης τέχνης. Για να αποφύγω την κίνηση της Αλεξάνδρας.

η απελπισία του Αντρέα. γαμώτο».τα ξενύχτια που έπρεπε να κάνω για να τελειώσω το καινούργιο βιβλίο. Άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα από το αυτοκίνητο για να δω τι είχε γίνει. ο χωρισμός μας. «Γαμώτο. η μοναξιά η δική μου. Και καθώς ανέβαινα μια μεγάλη ανηφόρα για να βγω στον περιφερειακό του Πολυγώνου. Άκουσα ένα δυνατό μπαμ κι ένιωσα το κεφάλι μου να χτυπάει στο παρμπρίζ. η κατάσταση της Έρης. Το . μουρμούρισα αναστατωμένη. δεν είδα τη μηχανή που πετάχτηκε από αριστερά μου. Όλα μουτζούρες που μου μαύριζαν την ψυχή.συνάντηση των παιδιών μεθαύριο με τον Γιάννη.

» ρώτησα πιο δυνατά κι έσκυψα κοντά του. Μια μεγάλη μηχανή ήταν πεσμένη δίπλα στην πόρτα μου κι ένας άντρας βρισκόταν σχεδόν ξαπλωμένος στο δρόμο.μέτωπό μου πονούσε στο δεξί μέρος και τα πόδια μου είχαν μουδιάσει από το σοκ. «Γαμώτο». έστω κουτσαίνοντας. να περπατήσει. είπα ξαΜά κι ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Μπορούσε να σηκωθεί. Τον ακολούθησα νιώθοντας ανακούφιση. «Χτυπήσατε. . Τον είδα να σηκώνεται με σχετική δυσκολία και να περπατά κουτσαίνοντας μέχρι το πεζοδρόμιο.

Δεν κατάλαβα τίποτα».» «Εδώ». «Εγώ φταίω». Λίγο το πόδι μου. «Όχι.«Όχι πολύ. «Η αλήθεια είναι πως κι εγώ ήμουν αφηρημένη. «Ευτυχώς δεν πάθαμε τίποτα σοβαρό. Πού χτυπήσατε στο κεφάλι. Δεν σας είδα. Μα πώς έγινε. Έπρεπε να προσέχω. είπα και του έδειξε στο μέτωπο το σημείο που είχε αρχίσει να . Αλλιώς θα έπρεπε να σας είχα δει». Λίγο το κεφάλι. Ήμουν αφηρημένος και δεν σας πρόσεξα». «Ερχόσασταν από δεξιά.» με ρώτησε. είπε εκείνος. Εσείς.

Αυτή τη φορά. Να σας δώσω την ασφάλειά μου.» «Δεν χρειάζεται. τυπικά εγώ φταίω . Θέλετε να πάμε στο νοσοκομείο για το κεφάλι σας. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Έστω κι αν ήμαστε και οι δυο αφηρημένοι.» «Μπα». γκρίνιαξα σαν μικρό παιδί.φουσκώνει. «Εγώ είμαι εντάξει. απάντησα κι έτριψα απαλά το μέτωπό μου. Να ανταλλάξουμε ασφάλειες ή θέλετε να ειδοποιήσουμε την τροχαία. «Θα κάνω καρούμπαλο». το πόδι του πατούσε πολύ πιο άνετα. «Και πάλι ωραία θα είστε!» μου χαμογέλασε και δοκίμασε να σηκωθεί.

που ερχόμουν από αριστερά. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. Είχε όμορφα χαρακτηριστικά και γοητευτικό . Θα κάνω δήλωση αύριο κιόλας». Τον είδα να χαμογελά ξανά.» προσφέρθηκα. μου είπε και συμπλήρωσα το όνομά του δίπλα από τον αριθμό του. κι έγραψα την ασφάλεια και το τηλέφωνό του. πήρα από την τσάντα μου ένα μπλοκάκι και στυλό. Έπειτα έκοψα ένα χαρτί και του έγραψα τα δικά μου στοιχεία. «Μανόλης Φωτιάδης». «Θέλετε να σας πάω κάπου αν δεν μπορείτε να οδηγήσετε. Πήγα μέχρι το αυτοκίνητο.

Κάθησα στη θέση του οδηγού και άναψα τη μηχανή. Είχε δίκιο. Ο τροχός έβρισκε στον προφυλακτήρα. είπε κι έκανε ένα νεύμα προς το αριστερό μπροστινό μέρος του Πεζό μου. Αποκλείεται να κινηθεί το αυτοκίνητο». «Ο προφυλακτήρας έχει σπάσει και είναι σχεδόν χωμένος στη ρόδα.χαμόγελο. Άκουσα έναν περίεργο ήχο κι ένιωσα το αυτοκίνητο να ζορίζεται για να προχωρήσει. Δοκίμασα να στρίψω το . Έβαλα ταχύτητα και πάτησα μαλακά το γκάζι. Κοίταξα εκεί που μου έδειχνε. Ήταν όπως ακριβώς το είχε περιγράψει. «Μάλλον εγώ θα πρέπει να σας πάω στον προορισμό σας».

Είχε σπάσει μόνο ο δεξιός καθρέφτης και το φανάρι. Πόσα κυβικά ήταν άραγε και άντεξε τέτοιο τρακάρισμα. αλλά ήταν αδύνατον. Έστριψα προς τα αριστερά. «Ναι». «Έχεις οδική βοήθεια.τιμόνι δεξιά για να παρκάρω στην άκρη. «Και τώρα. «Ευτυχώς δουλεύει».» ρώτησα όταν έσβησα τη μηχανή και κατέβηκα. Καλύτερα. είπε αφού τελείωσε τον έλεγχο.» με ρώτησε καθώς δοκίμαζε τη μηχανή του. πάρ’ τους . Τον άφησα να τραβήξει τη μηχανή του και πλησίασα σιγά-σιγά το πεζοδρόμιο. «Λοιπόν.

Δεν τελειώνει ποτέ». «Κερνάω καφέ. σου είπα πως θα σε πάω όπου θέλεις. είπε και μου έδωσε το τηλέφωνο. Αφού εξήγησα πού ακριβώς βρισκόμουν και τι είχε γίνει.τηλέφωνο από το κινητό μου». Φύγε εσύ. Έπειτα. μπορεί να περιμένει. . «Έπειτα θα σε πετάξω εκεί που πήγαινες». Δεν χρειάζεται να καθυστερείς. αν θέλεις. μέχρι να έρθουν. Μου έδειξε ένα μικρό παραδοσιακό καφενείο που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πάνω. «Σε μισή ώρα περίπου θα είναι εδώ. Όσο για τη δουλειά. έκλεισα το κινητό και του το έδωσα πίσω. Θα έχεις δουλειά».

κάτι πάνω του με παρακινούσε να δεχτώ. «Δεν χρειάζεται. Καθήσαμε σε ένα τραπεζάκι δίπλα από την πόρτα. «Εντάξει». Ένας καφές θα μου χρειαζόταν αυτή τη στιγμή. μου είπε μόλις παραγγείλαμε τους καφέδες μας. «Σοβαρά. Άλλωστε σε νοσοκομείο πήγαινα». αλήθεια. συμφώνησα και κλείδωσα το αυτοκίνητο. Γιατί. «Εγώ λέω να περάσουμε από ένα νοσοκομείο να δουν το κεφάλι σου». Κι έπειτα.» . ανάμεσα στους παππούδες της γειτονιάς.Τον κοίταξα διστακτικά.

«Περαστικά της». αλλά η ευχή σου δεν θα πιάσει. «Μάλιστα. «Γαμώτο! Είναι νέα. . Αυτά είναι τα πιο άσχημα της ζωής.» «Μόνο άντρα». «Ευχαριστώ. «Κρίμα.τι καλύτερο.» «Σαράντα χρονών ». Αν μη τι άλλο. να μην υποφέρει». Πάντως εύχομαι ό.«Έχω μια φίλη άρρωστη». Έχει οικογένεια. Έχει καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο».

«Όχι. «Θέλεις. «Κάπνιζε. Θέλω να πω.» «Όχι». Σήμερα θα κάνει τη δεύτερη χημειοθεραπεία». . Ανησυχώ μήπως σε καθυστερώ». Δεν καπνίζω».» τον ρώτησα και του έτεινα το πακέτο. «Πού τον έχει.ευχαριστώ.«Ναι.» ζήτησε να μάθει. απάντησα κι έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσάντα. «Εσύ πού πήγαινες. «Στους πνεύμονες». Εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι καφέδες μας. τι δουλειά κάνεις. αυτό ευχόμαστε όλοι.

Ήταν η πρώτη φορά που με ρωτούσε κάποιος άγνωστος τι δουλειά έκανα και είχα κάτι να του απαντήσω. Άρα έχω όλο το πρωί μπροστά μου. Τι ακριβώς μεταφράζεις και από ποια γλώσσα. Έχει κατάστημα και θα περνούσα να τον δω πριν κλείσει.«Όχι. Είμαι αρχιτέκτονας σε οικοδομική εταιρεία». Πήγαινα να δω έναν πελάτη.» . απάντησα όλο καμάρι. Εσύ δουλεύεις.» «Είμαι μεταφράστρια σε εκδοτικό οίκο». «Τι ώρα έχεις ραντεβού. Μην ανησυχείς.» «Δεν είχαμε καθορίσει ώρα. «Ενδιαφέρον.

» με ρώτησε. «Μπράβο σου. Την αγαπώ πολύ». Κι εγώ μιλάω ιταλικά. «Γνωρίζεις κι άλλες γλώσσες. Έχω σπουδάσει στην Ιταλία. «Έχεις πάει.» «Έχω κάνει με τον άντρα μου μερικά επαγγελματικά ταξίδια». «Είσαι παντρεμένη. .«Βιβλία τσέπης από αγγλικά προς το παρόν». Στη Νάπολη».» «Ιταλικά και γερμανικά ». «Ωραία χώρα η Ιταλία.

πότε τα έκανες.» «Δύο. «Δηλαδή είσαι… τριάντα πέντε τώρα». υπολόγισε. Είμαστε σε διάσταση». Στα δεκαεννιά μου». Στα δεκατρία σου.«Ναι… δηλαδή ήμουν. Ένα γιο δεκάξι χρονών και μια κόρη δεκατριών». Μη μου πεις . «Σοβαρά.» «Όχι δα. «Έχεις παιδιά. Καλά. Δεν είμαι και τόσο ηλίθια. «Κοίτα σύμπτωση. Κι εγώ. «Ναι».

Την παγκόσμια ημέρα των ζώων. βιάστηκα να προσθέσω.ότι γεννηθήκαμε και τον ίδιο μήνα!» «Εγώ Οκτώβρη. «Εσύ είσαι παντρεμένος. Άλλωστε. Λες να είναι τυχαίο. «Παραλίγο. αλλά τη γλίτωσα». «Γιατί. Χαμογέλασε. Συγγνώμη που ρωτάω». Ήμουν ερωτευμένος με μια κοπέλα. «Αδιάκριτη ερώτηση». «Μπα. Τέσσερις Οκτωβρίου. Άρα είσαι μικρότερή μου».» αστειεύτηκα. πώς θα περάσει η ώρα.» ρώτησα. Τώρα γίναμε φίλοι. «Εγώ δεκαεφτά Ιανουαρίου. αλλά .

μας πήρε δεκαεφτά χρόνια για να καταλάβουμε ότι δεν ταιριάζουμε και δεν είμαστε ευτυχισμένοι μαζί». «Πολύ σωστή κίνηση. το σπίτι το χτίσαμε μαζί και αποφάσισε να φανεί γενναιόδωρος και . «Είναι κι αυτό μια παρηγοριά». αποφασίσαμε να χωρίσουμε πριν κάνουμε το μοιραίο λάθος». «Πού μένεις.» . Σε μένα και τον άντρα μου. Το οικόπεδο ήταν του άντρα μου. «Στο Ψυχικό.ευτυχώς συνειδητοποιήσαμε εγκαίρως ότι δεν ταιριάζαμε και δεν θα ζούσαμε ευτυχισμένοι μαζί. είπε. «Κάλλιο αργά παρά ποτέ». Έτσι.

Μου είπε πως μένει σε ξενοδοχείο. αλλά εγώ είμαι βέβαιη πως συζεί με κάποια». Κοίταξα το ρολόι μου. «Βέβαια. Είναι η.» «Μου το είπε ένας κοινός καλός φίλος και είδα το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι της». συμπέρανε. . Στο πατρικό του.γραμματέας του». «Εκείνος πού μένει. Θα του ήταν αδύνατο να ξαναγυρίσει στους γονείς του.» «Μπα. «Άρα την ξέρεις».να με αφήσει να μείνω εκεί με τα παιδιά». «Πώς είσαι βέβαιη.

«Ναι. άφησα το αμάξι μου στα χέρια τους και ανέβηκα σε μηχανή για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αφού συνεννοηθήκαμε με τους υπαλλήλους της εταιρείας. Ήθελα να είμαι εκεί όταν θα της έκαναν τη χημειοθεραπεία.» «Είναι γυναικολόγος. θα είναι κοντά της».» με ρώτησε. Δεν θέλω να είναι μόνη τής». «Ο άντρας της.«Άργησες. Αν δεν έχει κάτι έκτακτο. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στο δρόμο το αυτοκίνητο της οδικής βοήθειας. Η αίσθηση . Ο Μανόλης πλήρωσε στα γρήγορα και βγήκαμε έξω.

Ελευθερία και κίνδυνος. Τι ενδιαφέρον! Η Έρη άνοιξε τα μάτια πολύ νωρίς εκείνο το πρωί και πρόλαβε να δει την αποκλειστική που έφευγε από το δωμάτιο. Σηκώθηκε . Ένιωθε αρκετά καλά. Είχαν περάσει τρεις μέρες από τη δεύτερη δόση της «αντιβίωσης» και είχε αρχίσει να συνέρχεται. είπε στον εαυτό της.της ελευθερίας και του κινδύνου με συνεπήρε. «Λίγο ακόμα και τελειώνω». «Κουράγιο». Ένιωσα τους μυώνες της κοιλιάς του να σφίγγονται κάτω από τα χέρια μου κι έκλεισα τα μάτια. Ένιωθα τα μαλλιά μου να ανακατεύονται με τον αέρα και σήκωσα ψηλά το κεφάλι χαμογελώντας. Από πολλές απόψεις. Δεν τη φώναξε.

Οι τρίχες που είχαν μείνει πάνω της. Το πρόσωπό της ήταν κομμένο και τα μάτια της θαμπά. Φόρεσε το μπουρνούζι της κι έπιασε τη βούρτσα για να χτενίσει τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Είχε αδυνατίσει πολύ τον τελευταίο καιρό. «Όταν βγω από το νοσοκομείο θα ανανεώσω την γκαρνταρόμπα μου». «Καλύτερα». «Θα πω στα κορίτσια να μου φέρουν τα σύνεργα του μακιγιάζ μου». αποφάσισε. Ακούμπησε τη βούρτσα στην εταζέρα του μικρού μπάνιου και πάγωσε. Μπήκε στο μπάνιο κι έκανε ένα ζεστό ντους.προσεκτικά από το κρεβάτι και κίνησε για την τουαλέτα. σκέφτηκε. της φάνηκαν υπερβολικές. Αρχισε . Έπιασε το παντελόνι της πιτζάμας της για να μην της πέσει.

σκέφτηκε. Τα συμπτώματα και ο τρόπος θεραπείας δεν της θύμιζαν και πολύ πνευμονία. μαλλιά που έπεφταν.να συνδυάζει τα γεγονότα. «Κάτι δεν πάει καλά εδώ». Ξανακοίταξε τις ξανθές τρίχες επάνω στη βούρτσα κι έπειτα έβγαλε το μπουρνούζι της και προσπάθησε να δει το σώμα της στον στενό καθρέφτη του μπάνιου. «Πόσα κιλά να έχω χάσει. Θα το καταλάβαινα πιο γρήγορα. Τα κόκαλά της προεξείχαν στα πλευρά και στους γοφούς της. δύσπνοια. θα μου έλεγαν κάτι». «Αυτό δεν είναι .· βήχας. αδυνάτισμα. ωστόσο αρνιόταν να σκεφτεί την πιο κατάλληλη λέξη. Δυνατή δόση φαρμάκων που την εξαντλούσε για μέρες. «Δεν μπορεί.» αναρωτήθηκε.

για να μην το τρομάξει. Η Έρη σηκώθηκε προσεκτικά. Ήταν μια λαμπερή. Ένα λευκό περιστέρι προσγειώθηκε μαλακά στο μπαλκονάκι της και άρχισε να ψάχνει κάτι να τσιμπολογήσει. «Είναι… είναι… καρ… Δεν μπορεί. και πλησίασε στην πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα στην μπαλκονόπορτα.πνευμονία». «Δεν μπορεί». Φόρεσε καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες. Κάθησε μηχανικά και κοίταξε έξω. ξαναείπε. Δεν μπορεί να είναι καρκίνος». «Δεν μπορεί!» είπε δυνατά. ανοιξιάτικη μέρα. ξέσπασε ξαφνικά. και άνοιξε το πορτάκι του .

Είδε το περιστέρι να πλησιάζει διστακτικά. Πήρε ένα πακέτο με μπισκότα που της είχε φέρει κάποιος από τους φίλους της και ξαναγύρισε στην πολυθρόνα.κομοδίνου της. . έβγαλε λίγα μπισκότα από το πακέτο και τα έτριψε στην άκρη του μπαλκονιού. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα. να το παρακολουθεί μηχανικά όση ώρα έτρωγε. αρνούμενη πεισματικά να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Έμεινε εκεί.

Η Έρη ανασήκωσε αδιάφορα τους . «Πώς είμαστε σήμερα. Θα περάσω πάλι σε λίγο». «Ωραία.Άκουσε την πόρτα του δωματίου της να ανοίγει και γύρισε αυθόρμητα το κεφάλι. Ήταν η νοσοκόμα. «Να βάλουμε θερμόμετρο. «Καλύτερα». απάντησε άχρωμα η Έρη.» ρώτησε η κοπέλα χαμογελώντας ενθαρρυντικά. της είπε η νεαρή κοπέλα. Πήρε το θερμόμετρο από το χέρι της νοσοκόμας και το έβαλε στη μασχάλη της.» Πλησίασε στο κρεβάτι της και ξάπλωσε.

«Ναι. «Γιά να δούμε».ώμους. «Τριάντα εφτά και ένα. Δεν το νιώθετε. Η Έρη σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε εκεί που στεκόταν πριν από λίγο η νεαρή νοσοκόμα. μέχρι τη στιγμή που η νοσοκόμα ξαναήρθε στο δωμάτιό της. Έπιασε τον πίνακα και . είπε και πήρε το θερμόμετρο. Κάρφωσε το βλέμμα της στο ταβάνι κι έμεινε ακίνητη. Έμεινε έτσι για ένα τέταρτο.» Σημείωσε τη θερμοκρασία της στο πινακάκι που κρεμόταν στα πόδια του κρεβατιού της και έφυγε χαμογελαστή.» ρώτησε η Έρη. Καλά». «Καλά.

προσπάθησε να διαβάσει όλα όσα ήταν γραμμένα πάνω του. Άδικος κόπος. «Γιατί να μη μου το πουν.» αναρωτήθηκε. τι περισσότερο θα μπορούσα να κάνω. Μπήκα σιγά-σιγά στο δωμάτιο και βρήκα την Έρη ξαπλωμένη. Αρκετές ξανθές τρίχες έμειναν στη χούφτα της. Έφερε το χέρι της στα μαλλιά της και τα τράβηξε δυνατά. Όλα τής έμοιαζαν συνθηματικά εκτός από τους αριθμούς που έδειχναν την καθημερινή της θερμοκρασία. Δεν έβγαζε. Έπειτα ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι κι έκλεισε τα μάτια.» Τίναξε το χέρι της και παρακολούθησε τις ξανθές τρίχες που αιωρήθηκαν απαλά πριν προσγειωθούν στο μαρμάρινο πάτωμα. «Αλλά πάλι. νόημα. Μου .

γλυκιά μου. Ανασήκωσα τη φράντζα μου για να δει. «Πώς είναι το κεφάλι σου. απάντησε άτονα. κάτι να ρωτούσε. «Μην ταλαιπωρείσαι τώρα που δεν έχεις . πρόσθεσε πιο ζωηρά. «Στις αρχές της άλλης εβδομάδας θα πάρω και το αυτοκίνητο». Όταν όμως πλησίασα κοντά της.φάνηκε πως κοιμόταν.» «Το καρούμπαλο έφυγε εντελώς… κοίτα». «Πώς είσαι σήμερα. «Καλά». Το βλέμμα της μου φάνηκε παράξενο. άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε. Σαν κάτι να έψαχνε. «Πολύ καλύτερα».» της είπα κι έσκυψα να τη φιλήσω.

Πέρασε η επήρεια και της δεύτερης… αντιβίωσης». Ένιωσα άσχημα χωρίς να συνειδητοποιήσω το λόγο.» ρώτησα προσπαθώντας να δώσω ανάλαφρο τόνο στη φωνή μου. ο Γιάννης συνεισφέρει στα έξοδα της πρώην οικογένειάς του». Έτσι κι αλλιώς. . Κι έπειτα. μου είπε τονίζοντας την τελευταία λέξη. αλλά δουλεύω. «Και τα ταξί γιατί υπάρχουν. «Δεν σου περισσεύουν χρήματα για ταξί τώρα. Έμεινες μόνη με τα παιδιά σου κι έχεις πολλές ανάγκες». είμαι καλά.μεταφορικό μέσο. «Ναι.

Είσαι στη μέση του δρόμου σου. θα ξαναγεννηθείς κι εσύ. . Τίποτα. Απλώς σήμερα μου καρφώθηκε η ιδέα πως δεν θα ξαναβγώ όρθια από ’δω μέσα». «Μπα.Δεν είπε τίποτα. «Τι βλακείες είναι αυτές που λες. Πρέπει να κάνεις λίγη υπομονή ακόμα. «Έχεις τίποτα.» ζήτησα να μάθω.» ρώτησα αναστατωμένη. η σιωπή της παράξενη. «Τώρα την άνοιξη που η φύση ξαναγεννιέται. Το βλέμμα της μου φάνηκε μελαγχολικό. Κουράγιο και τελείωσες». Γύρισε το κεφάλι στο πλάι και κοίταξε έξω από το τζάμι.

είσαι φίλη μου. Πες μου. Τι έχω.την αλήθεια. πρόσεξα πόσο πολύ έχω .«Ναι. «Ελένη. αυτό φοβάμαι κι εγώ.» «Δεν καταλαβαίνω πώς σου ήρθαν όλα αυτά». σε παρακαλώ. Σήμερα το πρωί που έκανα ντους.» είπα ταραγμένα. Που όμως σιγά-σιγά περνάει». Πως τελείωσα». «Να σου πω. Πνευμονία βαριάς μορφής.. Ξαφνικά γύρισε και με κοίταξε με αγωνία στα μάτια.» «Μα τι έπαθες σήμερα. «Δεν ξέρεις τι έχεις. «Μπας και η αντιβίωση είναι χημειοθεραπεία.

έπιασα μια τούφα από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου για να μην μπορεί να με δει και την τράβηξα με όσο περισσότερη δύναμη είχα. κοίτα». βιάστηκα να πω. «Είναι φυσικό». καταλαβαίνεις.αδυνατίσει». Κι εμένα μου πέφτουν περισσότερο από τις άλλες φορές. Έπειτα της έδειξα τη χούφτα μου.» «Πρέπει να είναι της εποχής. συνέχισε σαν να μη με είχε ακούσει. «Δεν πέρασες και λίγη ταλαιπωρία». «και η βούρτσα μου γέμισε τρίχες. «Έπειτα χτενίστηκα». Δυστυχώς είχα καταφέρει να ξεριζώσω μόνο τρεις τρίχες. Να. Τα μαλλιά μου πέφτουν. .

αλλά όλα όσα έχω χάσει μέχρι τώρα.«Κοίτα κι εμένα».τι κι αν μου λέτε. να προσπαθείς πάντα να κάνεις αυτό που οι άλλοι θεωρούν σωστό. όλα θα γίνουν πάλι όπως παλιά. να ακολουθείς νόμους που δεν σε εκφράζουν και δεν σε . Τώρα συνειδητοποιώ πόσο ανόητο είναι να αγνοείς τις προκλήσεις της ζωής. έχω την αίσθηση πως η ζωή μου τελειώνει. μου είπε και μιμήθηκε τις κινήσεις μου. «Ό. Στη χούφτα της υπήρχαν αρκετές ξανθές τρίχες. Μόλις δυναμώσεις. Και τα μαλλιά σου». «Ναι… αλλά εσύ είσαι πολύ εξασθενημένη από την αρρώστια. Και αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο δεν είναι όλα όσα θα χάσω.

Θα ζούσα ένα μεγάλο έρωτα με τον Χρήστο κι ας θεωρούν παράνομη τη μοιχεία. Σκέφτηκε για λίγο. «Το μόνο που μου αρέσει απ’ όλα όσα λες είναι πως επιτέλους κατάλαβες ότι πρέπει να ζήσεις από ’δω και πέρα τη ζωή σου. Θα ζούσα εντελώς διαφορετικά. «Θα κυλιόμουν στο χορτάρι αδιαφορώντας για τη γνώμη των άλλων. Θα ασχολιόμουν λιγότερο με το νοικοκυριό . Μακάρι να μπορούσα να ξεκινήσω πάλι από την αρχή. Έχεις καιρό να τα διορθώσεις όλα». «Δεν έχω καιρό.ικανοποιούν». θα κάπνιζα κι ας ήξερα πως ίσως μου έκανε κακό. και το ξέρεις. Θα έκανα όποια τρέλα μού κατέβαινε».

Αν μπορούσα να ξεκινήσω από την αρχή… Όμως. όπως μου είπε. Θα έκαναν μια εκδρομούλα μέχρι τον Ωρωπό . δεν μπορώ».και περισσότερο με τα παιχνίδια. 9 Την Κυριακή το πρωί πέρασε ο Γιάννης και πήρε τα παιδιά. Θα φρόντιζα να μη μεγαλώσω ποτέ. Ο Άγγελος δεν έδειχνε και πολύ ευχαριστημένος που θα περνούσε μία ολόκληρη μέρα με τον πατέρα του. όμως η προοπτική να συναντήσει τα .” Θα επέστρεφαν κατά τις εννέα το βράδυ. που είχε κι εκείνος ένα γιο και μια κόρη της ίδιας ηλικίας με τα δικά μας. στο σπίτι ενός ξαδέρφου του.

«Παρακαλώ.» «Καλημέρα. Ποιος είναι. Γιά μένα ήταν ευκαιρία να ασχοληθώ μέχρι νωρίς το απόγευμα με τη μετάφραση του βιβλίου.» ρώτησε μια φωνή που μου θύμισε κάτι ακαθόριστο. εσύ είσαι. Έπειτα είχα κανονίσει να περάσω από την Έρη για να φύγει η Μαρία.» . Έψαχνα έναν περίεργο αγγλικό ιδιωματισμό στο λεξικό όταν χτύπησε το τηλέφωνο.ξαδέρφια του τον έπεισε να ακολουθήσει. Ελένη. «Ναι.

σκέφτηκα πως δεν έχεις μεταφορικό μέσο να κινηθείς και είπα να σου προτείνω θαλασσινό καφεδάκι.» «Μια χαρά. Το κεφάλι σου. αστειεύτηκα.» «Να. Ξεχνιέται τέτριο τρακάρισμα . Με θυμάσαι. Έφυγε και το καρούμπαλο χωρίς να μου αφήσει κανένα κουσούρι». Κυριακή σήμερα. Εσύ πώς είσαι. άκουσα τον . Είναι κι ο καιρός ωραίος…» «Δεν είναι άσχημη ιδέα».«Ο Μανόλης ο Φωτιάδης. ευχαριστώ. «Πώς και πήρες.» «Πώς δεν σε θυμάμαι. Τι κάνεις.» «Εντάξει είναι.

Για πότε λογάριαζες . Τι θα έλεγες αν πηγαίναμε για ψαράκι στην παραλία το μεσημέρι.» «Το απόγευμα ίσως. Πρέπει να πάω στο νοσοκομείο. «Τι ώρα να περάσω να σε πάρω. Είχα φορέσει το μαύρο . απάντησα. «Καταλαβαίνω.» «Δελεαστική πρόταση». στη φίλη που σου έχω πει». «Έχω πολύ καιρό να βγω έξω. κι από πού ακριβώς .εαυτό μου να λέει.» Στη μία άκουσα τη μηχανή του να κορνάρει.» «Το απόγευμα δεν μπορώ.

άνοιξε το γκάζι και όρμησε στην . Άρπαξα την τσάντα μου και κατέβηκα κάτω.είπε και μου έδωσε το δεύτερο κράνος που κρατούσε. το τζιν μπουφάν και τα ορειβατικά μποτάκια. ντυμένος κι αυτός με τζιν παντελόνι και μπουφάν. Έβαλα το κράνος στο κεφάλι μου και πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση του. Ο Μανόλης με περίμενε πάνω στη μηχανή. «Έτοιμη. το κοντό μαύρο ζακετάκι της Νίκης με τα κουμπιά-μαργαρίτες. Ανέβα. Φόρεσε κι αυτό».» με ρώτησε. «Καλώςτην.ελαστικό τζιν που είχα αγοράσει πρόσφατα. κι όταν απάντησα θετικά.

Το κορμί μου έγερνε στο πλάι σε κάθε στροφή. Ήταν συναρπαστική εμπειρία για μένα. Χαμογελούσα μέσα από το κράνος σαν ριψοκίνδυνη έφηβη που το είχε σκάσει από το σπίτι της κι έτρεχε προς την ελευθερία.» «Αυτή ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή μου που ανέβηκα σε μηχανή».του είπα. μου είπε όταν φτάσαμε σε ένα απόμερο κεντράκι της Λούτσας. «Είσαι καταπληκτική συνεπιβάτιδα». «Ξέρεις να οδηγείς μηχανή. ανάμεσα σε αυτοκίνητα ή δίπλα σε άλλα μηχανάκια. Πάνω σε μια μεγάλη μηχανή να διασχίζω σαν βολίδα τις λεωφόρους.άσφαλτο. όμως εγώ δεν φοβό· μουν. σαν να ήταν έτοιμο να αγγίξει το δρόμο. .

«Δεν θα το πίστευε κανείς. απάντησα με μετριοφροσύνη . Καθήσαμε σε ένα τραπεζάκι δίπλα στη θάλασσα. Σε ό.«Η πρώτη ήταν εκείνη τη μέρα που τρακάραμε. Ιδιαίτερα στις στροφές.τι αφορά τα δίτροχα. «Ενστικτώδης αντίδραση».γνωρίζω μόνο από ποδήλατο». δυσκολεύουν τον οδηγό. με τη μηχανή». Εσύ λες κι ήσουν ένα με μένα. Συνήθως όσοι είναι άπειροι και ανεβαίνουν σε μηχανές. που φοβούνται ότι θα πέσουν και γέρνουν το σώμα τους προς την αντίθετη φορά. Οι περισσότερες παρέες είχαν .

Το ψάρι του είναι φρεσκότατο. δεν σε ρώτησα αν σου αρέσουν τα ψαρικά. εμείς όμως αψηφήσαμε το δροσερό αεράκι που φυσούσε. ενώ εσύ μπορεί να προτιμούσες κρέας». «Είναι πολύ όμορφα εδώ». μην ανησυχείς. Έχει όμορφο περιβάλλον για το καλοκαίρι και πολύ καλή ποιότητα όλο το χρόνο. Σου πρότεινα κατευθείαν να έρθουμε εδώ.» «Το ξέρω χρόνια. . Έχω έρθει αρκετές φορές με πελάτες και περισσότερες με φίλους. «Είμαι παμφάγο ζώο. «Πώς το ανακάλυψες. είπα μόλις απομακρύνθηκε το γκαρσόνι με την παραγγελία μας. Αλήθεια.προτιμήσει την κλειστή αίθουσα της ταβερνούλας.

Όπως αποδείχτηκε. Ήταν άνθρωπος ευχάριστος. Γιατί όχι. αλλά έχω ιδιαίτερη αδυναμία στην κινέζικη κουζίνα». «Ωραία. περιποιητικός.Τρώω τα πάντα. μπορούσε να συζητήσει με την ίδια άνεση θέματα σοβαρά ή παραδοξολογίες. ευγενικός. θα πάμε για κινέζικο». Είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα και .του άρεσε ο αθλητισμός. με ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ. Είχε διαβάσει πολλά βιβλία. Ώστε θα υπήρχε και επόμενη φορά. Την επόμενη φορά που θα βγούμε. παρακολουθούσε την ελληνική και διεθνή επικαιρότητα. αγαπούσε τον κινηματογράφο και το θέατρο. καλλιεργημένος.

Το μόνο πρόβλημα είναι πως αυτόν τον καιρό δεν έχω πολύ χρόνο ελεύθερο. Να σκεφτείς ότι ακόμα και ο ύπνος μου είναι ελάχιστος». «Κι εμένα μου αρέσει η παρέα σου». απάντησα. «Ειλικρινά. στο σπίτι με τα παιδιά.παρόμοιες απόψεις για τη ζωή. μεταφράσεις. «και η αλήθεια είναι πως έχω επιθυμήσει τον κινηματογράφο. Μπορούμε να πάμε σινεμά κι έπειτα για κινέζικη κουζίνα». μου είπε όταν ζητήσαμε το λογαριασμό. Οι ώρες μου μοιράζονται στο νοσοκομείο. θα ήθελα να ξαναβρεθούμε. «Η ώρα περνά πολύ ευχάριστα μαζί σου». στις . «Αρα σου λείπει το πιο σημαντικό στη .

ζωή: η διασκέδαση. Είμαι βέβαιος ότι
θα μπορέσεις να ξεκλέψεις λίγη ώρα για
να φορτίσεις τις μπαταρίες σου.
Διαφορετικά δεν θα καταφέρεις να τα
βγάλεις πέρα για πολύ καιρό ακόμα».
Δεν είχε άδικο. Άλλωστε κάτι τέτοιο
μου είχε πει και η Έρη τις προάλλες. Αν
μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή τη
ζωή της, θα έκανε όποια τρέλα τής
κατέβαινε, θα φρόντιζε να μη μεγαλώσει
ποτέ. Και λυπόταν για όλα όσα είχε
χάσει. Είναι φοβερό να πλησιάζει η ώρα
του θανάτου και να συνειδητοποιείς ότι
στην πραγματικότητα δεν έζησες τίποτα.
Δεν έπρεπε να αφήσω να μου συμβεί
κάτι τέτοιο.
«Είναι ολοφάνερο πως η φιλενάδα μας

το έχει καταλάβει. Δεν μπορούμε να την
κοροϊδεύουμε πια», είπα.
«Ναι,το υποψιάζεται, εμείς όμως πρέπει
να συνεχίσουμε να της λέμε ψέματα». Η
Μαρία ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της
κι άναψε τσιγάρο.
«Δώσε μου κι εμένα ένα», της ζήτησε η
Νατάσσα. «Ο Αντρέας μου είπε
νωρίτερα πως οι τελευταίες εξετάσεις
έδειξαν ότι τα πνευμόνια της έχουν
μαζέψει πολύ υγρό. Αύριο θα της το
αφαιρέσουν».
«Με ποιο τρόπο;» ρώτησα.
«Με παρακέντηση, αν κατάλαβα καλά.
Θα ταλαιπωρηθεί πάλι».

«Έχω αρχίσει και παρακαλώ να πεθάνει
όσο το δυνατό νωρίτερα», είπε η Μαρία
και σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε
στο μάγουλό της. «Δεν θα αντέξω να τη
δω να λιώνει, να υποφέρει. Σήμερα όλο
το πρωί φορούσε τη μάσκα του
οξυγόνου. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει
χωρίς αυτήν. Λίγο πριν έρθει η
Νατάσσα ένιωσε καλύτερα και την
έβγαλε».
«Εγώ βασανίζομαι κάθε φορά που την
επισκέπτομαι», ομολόγησα. «Δεν μου
είναι εύκολο πια να παίζω θέατρο κι
εκείνη να με κοιτάζει πάντα καχύποπτα
κι επίμονα σαν να θέλει να διαβάσει στο
πρόσωπό μου την αλήθεια».
«Για όλους είναι δύσκολο», είπε η

Νατάσσα. «Και δεν μπορώ να σκεφτώ
κάτι που θα την έκανε να χαρεί, να
διασκεδάσει. Θέλω να της προσφέρω το
γέλιο, αλλά δεν βρίσκω τον τρόπο».
«Πάμε και οι τρεις μαζί πάνω να την
ψαρέψουμε», πρότεινε η Μαρία.
«Πώς;» απόρησα εγώ.
«Κάποιον τρόπο θα βρούμε. Θα δούμε».
Βγήκαμε από το καφέ του νοσοκομείου
και ανεβήκαμε στο δωμάτιο της φίλης
μας. Η Έρη ήταν ξαπλωμένη στο
κρεβάτι, χλωμή όπως πάντα τον
τελευταίο καιρό. Μας κοίταξε
κουρασμένα.
«Τι έγινε, κορίτσια;» ρώτησε.

«Έχουμε ευχάριστα νέα», είπε η Μαρία.
«Είδαμε πριν από λίγο το γιατρό και μας
είπε ότι μετά την αφαίρεση του υγρού
θα νιώσεις πολύ καλύτερα. Τότε μας
ήρθε η ιδέα και τον ρωτήσαμε αν θα
μπορούσες να βγεις έξω, να’
διοΐσκεδάσεις λιγάκι, βρε αδερφέ.
Εκείνος συμφώνησε. Είπε πως αν
νιώθεις εσύ καλά, μπορείς να βγεις.
Είπαμε λοιπόν ν’ ανεβούμε και να σε
ρωτήσουμε πού θα ήθελες να πάμε».
Μαζί με τη Νατάσσα την κοιτάξαμε με
έκπληξη. Τι ήταν αυτά που της έλεγε
τώρα; Τη γέμιζε με φρούδες ελπίδες;
Ωστόσο τα μάτια της Έρης έλαμψαν
ξαφνικά. Ήταν σαν να ξαναγύρισε στην
καρδιά της η ελπίδα.

«Άντε λοιπόν. Πες μας πού θέλεις να
πάμε», επέμεινε η Μαρία.
«Αλήθεια λέτε;» ζήτησε επιβεβαίωση η
φίλη μας.
«Θα σου λέγαμε ποτέ ψέματα εμείς;»
διαμαρτυρήθηκε η Νατάσσα, που είχε
βρει ξανά την αυτοκυριαρχία της. «Πες
το κι έγινε!»
Η Έρη κοίταξε ερωτηματικά κι εμένα.
«Έλα, κοπέλα μου. Πες μας τι τραβά η
καρδιά σου»,της είπα.
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της κι έμεινε
σκεφτική για λίγο. Έπειτα το πρόσωπό
της φωτίστηκε. «Δεν ξέρω. Είναι τόσα
πολλά αυτά που θέλω να κάνω,τα μέρη

που θέλω να πάω. Στην καφετέρια που
συναντιόμασταν κάθε Τετάρτη, στο
κουτούκι που είχαμε πάει το Μάρτιο,
στο λούνα παρκ, στη θάλασσα, στην
Αθήνα να χαζέψω τις βιτρίνες, στο
θέατρο να γελάσω με μια κωμωδία,
στην Κηφισιά να κάνω βόλτα με το
αμαξάκι…»
«Καλά, καλά», διέκοψε η Μαρία το
χείμαρρο που ξεχυνόταν από τα ωχρά
της χείλη. «Άσε να κανονίσουμε εμείς το
πρόγραμμα».
«Πότε θα πάμε;» μας ρώτησε
ανυπόμονα.
«Κάνε αύριο την παρακέντηση και μόλις
νιώσεις έτοιμη πες το μας και φύγαμε

αμέσως», της υποσχέθηκε η Νατάσσα.
Η φίλη μας διψούσε για ζωή, ήταν
ολοφάνερο. Όταν έφυγαν οι άλλες δύο
και μείναμε μόνες, δεν σταμάτησε να
μου μιλά για τη μεγάλη μας έξοδο. Την
είχε συνεπάρει μια ευχάριστη
αναστάτωση, μια βιασύνη , σαν να
ήθελε να προλάβει να γεμίσει τη ζωή
που της απέμενε με όσο το δυνατόν
περισσότερες εμπειρίες. Την άφηνα να
κάνει όνειρα, να ζει με τη φαντασία της
τις τρέλες που σκεφτόταν, να με
παρασύρει κι εμένα στους
οραματισμούς των ταξιδιών της.
Κέντριζα τα ονειροπολήματά της και
χαμογελούσα μαζί της. Μέσα μου όμως
η καρδιά μου μάτωνε. Πόσα απ’ αυτά
θα προλάβαινε να χαρεί;

Την επόμενη μέρα έφτασα πέντε λεπτά
αφότου είχε αρχίσει η παρακέντηση. Ο
γιατρός δεν με άφησε να μπω. Η πόρτα
του δωματίου της δεν ήταν εντελώς
κλειστή, μια μικρή χαραμάδα μού
άφηνε το περιθώριο να βλέπω την
αριστερή πλευρά του κρεβατιού της.
Μια νάιλον σακούλα, σαν αυτή για τα
ούρα που συνδέουν μετά τις
εγχειρήσεις, κρεμόταν από το κρεβάτι.
Κοίταξα καλύτερα για να δω το υγρό
που μαζευόταν εκεί μέσα. Ήταν κόκκινο
σαν αίμα. Συγκλονίστηκα.
Πανικοβλήθηκα. Μόλις βγήκε ο
γιατρός, έτρεξα κοντά του για να μου
εξηγήσει.
«Τα πνευμόνια έχουν αρχίσει και
σαπίζουν. Ναι, ήταν αίμα, δεν είναι

καθαρό υγρό. Δεν της μένει πολύς
καιρός».
«Θα μπορέσει να βγει έξω για λίγες
ώρες; Λαχταράει μια βόλτα».
«Μου εξήγησε ο σύζυγός της το πρωί τι
σκεφτήκατε. Μου είπε πως θα
υπογράψει εκείνος, θα αναλάβει κάθε
ευθύνη. Ο γιατρός μέσα μου λέει όχι, ο
άνθρωπος όμως λέει ναι. Όταν νιώσει
έτοιμη, μπορεί να βγει. Φροντίστε μόνο
να μην κουραστεί. Δεν αντέχουν τα
πνευμόνια της».
Δύο μέρες μετά, νωρίς το απόγευμα,
μαζευτήκαμε όλες μαζί στο δωμάτιό
της. Τη βοηθήσαμε να φορέσει ένα τζιν
που της είχαμε αγοράσει, δύο νούμερα

μικρότερο απ’ αυτό που φορούσε πριν,
να μαζέψει τα μαλλιά της αλογοουρά,
να βάψει το πρόσωπό της με λίγο
χρώμα και ξεκινήσαμε. Ήταν αρκετά
αδύναμη, γι’ αυτό την έπιασα αγκαζέ
μέχρι το αυτοκίνητο της Νατάσσας,
συγχρονίζοντας τα βήματά μου στο δικό
της αργό ρυθμό.
«Μα δεν θα μου πείτε πού θα πάμε;»
ρώτησε για πολλοστή φορά όταν
κάθησε στη θέση του συνοδηγού.
«Αν σου πούμε δεν θα είναι έκπληξη»,
απάντησε η Νατάσσα καθώς βολευόταν
δίπλα της. «Κάνε λίγο υπομονή».
Ξεκινήσαμε από το λούνα παρκ στη
λεωφόρο Κηφισίας. Κάναμε όλα τα

παιχνίδια, εκτός απ’ αυτά που δεν
επέτρεπε η ηλικία μας ή αυτά που θα
δυσκόλευαν την Έρη. Φώναζε και
γελούσε σαν μικρό παιδί. Ο κόσμος
γυρνούσε και μας κοιτούσε περίεργα.
Πολλοί θα σκέφτονταν ότι ήμαστε
σαλεμένες ή, στην καλύτερη περίπτωση,
εκκεντρικές που προσπαθούσαμε να
τραβήξουμε την προσοχή. Δεν μας
ένοιαζε. Ο ενθουσιασμός της Έρης μας
είχε παρασύρει κι εμάς. Σίγουρα όλες
σκεφτόμασταν το ίδιο πράγμα: «Αύριο
μπορεί να πεθάνει η Έρη, μεθαύριο εγώ.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει, γι’ αυτό
ας γλεντήσω το κάθε λεπτό που είμαι
ακόμα ζωντανή». Τα τσιρίσματα και τα
γέλια μας ενώθηκαν με τα δικά της. Οι
άνθρωποι μας κοιτούσαν κι εμείς τους

βγάζαμε τη γλώσσα και τους κάναμε
αστείες γκριμάτσες.
«Αυτό είναι η ζωή, κορίτσια», μας είπε
όταν ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο.
«Μια τρέλα. Πολλές στιγμές
ξεγνοιασιάς και υπερβολής. Από
στιγμές είναι φτιαγμένη η ζωή μας και
δεν πρέπει ν’ αφήνουμε καμία να
πηγαίνει χαμένη. Τώρα πού πάμε;»
«Θα δεις».
Έπειτα από το ξεφάντωμα του λούνα
παρκ, η Έρη είχε ανάγκη από λίγη
ξεκούραση για να αντέξει μέχρι τα
μεσάνυχτα που είχαμε σκοπό να τη
γυρίσουμε στο νοσοκομείο. Γ ι’ αυτό
είχαμε κανονίσει να πάμε για καφέ στην

καφετέρια που συναντιόμασταν κάθε
Τετάρτη.
«Και τις άλλες φορές είχε τόσο
όμορφους άντρες εδώ μέσα, ή εγώ τους
προσέχω σήμερα;» μας ρώτησε πονηρά
όταν ο νεαρός σερβιτόρος έφερε τους
καπουτσίνο μας.
«Όμορφοι άντρες υπάρχουν παντού και
πάντα», της απάντησε η Μαρία. «Εμείς
είμαστε προσκολλημένες στους δικούς
μας και δεν βλέπουμε κανέναν άλλο».
«Πες μου για τον Ντίνο σου, Νατάσσα»,
ζήτησε η Έρη . «Έχεις καιρό να μου
μιλήσεις γι’ αυτόν. Πώς τα πάτε;»
«Πολύ όμορφα, σαν παραμύθι. Είναι

ένας έρωτας υπέροχος. Κάθε φορά που
τον συναντώ νιώθω να ξαναγεννιέμαι.
Θα ήθελα να είχα τη δύναμη να τα
μουτζώσω όλα και να φύγω μαζί του.
Τρελαίνομαι τις μέρες που δεν
συναντιόμαστε. Βλέπεις, στη δουλειά
είμαστε και οι δύο τυπικοί. Με πνίγει η
ανασφάλεια, η αγωνία για το αν με έχει
ξεπεράσει, αν με έχει βαρεθεί. Έχει γίνει
ζωτικό κομμάτι της ζωής μου».
«Αφήσου όσο μπορείς», τη
συμβούλευσε η Έρη. «Μη συγκρατείς
τον εαυτό σου. Έχεις κάτι υπέροχο,
απόλαυσέ το. Κάνε ανοησίες,
ρισκάρισε. Αξίζει, πίστεψέ με. Δεν μας
δίνονται συχνά τέτοιες ευκαιρίες».
«Έχει και η Ελένη κάτι στα σκαριά, σου

«Πες μου.» με ρώτησε περιπαιχτικά.» ρώτησε η Μαρία.το είπε. «Άσε τη Μαρία να λέει. Τι φίλη είσαι που μου έκρυψες κάτι τόσο σημαντικό. αλλά ψήνεται».» «Ναι». πες μου». Δεν έχει γίνει τίποτα». «Όχι. «Ναι. «Ο τύπος που οδηγούσε τη μηχανή μού τηλεφώνησε την περασμένη Κυριακή . επέμεινε η Μαρία. «Θυμάσαι τότε που τράκαρα καθώς ερχόμουν σ’ εσένα.

«Και βέβαια δέχτηκα.το ξέρω. Θα πάρει όμως.και με κάλεσε να φάμε μαζί το μεσημέρι στη Λούτσα». ενδιαφέρων. «Σε πήρε. «Πολύ καλά θα κάνεις. Μου αρέσει. ευχάριστος. «Ελπίζω να δέχτηκες». . Τουλάχιστον όχι όταν είμαι σπίτι. είπε η Έρη. Μου είπε πως θα με πάρει τηλέφωνο για να ξαναβρεθούμε». Είναι ωραίος. Θα ήθελα να έβλεπα τα μούτρα του Γιάννη έτσι και το μάθαινε». Και θα βγω μαζί του».» «Μάλλον όχι.

Δεν μπορεί ούτε να το διανοηθεί ότι θα μπορούσε να με συγκινήσει κάποιος άλλος άντρας. Η Μαρία αρνήθηκε να στενοχωρήσει τη φίλη μας με τα δικά της προβλήματα. Και μάλιστα τόσο σύντομα μετά το χωρισμό μας». Γύρισε επιδέξια την κουβέντα σε εύθυμα θέματα και μας παρέσυρε όλες με το αστείρευτο κέφι της. Μαρία.» «Μπα. . Αυτός συγκινήθηκε από άλλη γυναίκα πολύ πριν από το χωρισμό σας. Εμένα είναι όπως τα ήξερες».«Θα ξίνιζαν. «Δεν πειράζει. Εσύ. Μη μου πεις πως έχεις κι εσύ συνταρακτικά νέα.

απάντησε η Νατάσσα και είκοσι λεπτά αργότερα πάρκαρε έξω από το κουτούκι που είχαμε πάει την άλλη φορά. «Δεν το πιστεύω». είπε η Έρη. «Αναρωτιέμαι τι άλλο σκεφτήκατε». «Σε λίγο θα δεις». Δεν σηκωθήκαμε να . «Είστε απίθανες!» Καθήσαμε στο ίδιο τραπέζι όπου είχαμε καθήσει και τότε.Κατά τις εννιάμισι βρισκόμασταν πάλι στο αυτοκίνητο της Νατάσσας: Αυτή τη φορά κατεβαίναμε τον περιφερειακό του Καρέα. φώναξε ενθουσιασμένη η Έρη.

το ρολόι θα χτυπήσει δώδεκα». «Έλα. «Καιρός να γυρίσουμε στο φτωχικό μας. χτυπούσαμε παλαμάκια στο ρυθμό της μουσικής και ακολουθούσαμε με τις κινήσεις του κορμιού μας το σκοπό που έπαιζαν το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. είπε η Μαρία κατά τις έντεκα και μισή. Σε λίγο. Προσπαθούσαμε όσο μπορούσαμε να μιμηθούμε το κέφι εκείνης της αξέχαστης βραδιάς. ωστόσο τραγουδούσαμε σχεδόν όλα τα τραγούδια που έπαιζε η κομπανία. Έτσι κι αλλιώς.χορέψουμε. Η Έρη δεν έφερε αντίρρηση. ένιωθε κουρασμένη. Σταχτοπούτα». . και μάλλον τα καταφέραμε.

αλλά εγώ σου είχα εξηγήσει πως οι ελεύθερες ώρες μου είναι μετρημένες αυτόν τον καιρό. Λείπω που λείπω συχνά στο νοσοκομείο.» ρώτησε μόνο. δεν μπορώ να εξαφανιστώ πάλι. «Γίνε εσύ καλά και θα ξεδίνουμε κάθε μέρα».«Πότε θα το ξανακάνουμε. της υποσχέθηκε η Νατάσσα. « Είχαμε συμφωνήσει κινηματογράφο και κινέζικο». Το Σάββατο το πρωί με πήρε τηλέφωνο ο Μανόλης. «Δεν ξεχνώ τις υποσχέσεις μου». Ίσως είναι καλύτερα . μου είπε. «Ναι. «Όσο πιο σύντομα μπορέσουμε».

«Θέλω πολύ να σε δω. «Σήμερα.» «Δεν ξέρω». Καλά. Η Νίκη όμως θα πάει σε μια φίλη της και δεν ξέρω πόση ώρα θα μείνει. Δεν μπορώ να φύγω». ο Άγγελος θα βγει με την παρέα του και θα έρθει κατά τις δώδεκα. απάντησα σκεφτικά. Ας πούμε αύριο σινεμά και την άλλη βδομάδα κινέζικο». Δεν μπορείς να βγεις ούτε για καφέ. όμως δεν μπορούσα να απομακρυνθώ από το .» «Σήμερα δεν ξέρω πόσο θα λείψουν τα παιδιά. Ήθελα κι εγώ να τον συναντήσω.να μοιράσουμε στα δύο το πρόγραμμα.

«Θέλεις να έρθεις εσύ από ’δω για ένα ποτό. Μέσα μου πάλευε η επιθυμία και ο φόβος. Θα χαρώ πολύ να έρθω.» «Κατά τις εφτάμισι . Τι ώρα. Έφερα στη σκέψη μου την . Ένιωσα αμηχανία. Ξένος άντρας στο σπίτι μου. «Εντάξει. αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω.σπίτι ενόσω δεν ήξερα τι έκαναν τα παιδιά μου. Κατέβασα το ακουστικό κι έκλεισα τα μάτια. Η πρότασή μου μού φάνηκε πολύ τολμηρή για τα δικά μου δεδομένα.» Είχα ήδη μετανιώσει για την τόλμη μου. Μπορώ να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να τσιμπήσουμε».

Έτρεξα στο . Δεν ήξερα τι θα έβγαινε απ’ αυτή την πρόσκληση. «Κάνε ανοησίες. Τόλμα. Κάνε τη ζωή σου ν’ αξίζει». Γέμισε τις άδειες στιγμές σου. Ανασήκωσα τους ώμους αποφασιστικά. Δεν έκανα δα κανένα κακό. Είχα καλέσει έναν άντρα που μου άρεσε. στο σπίτι μου. Σύντομα όμως θα μάθαινα. ρισκάρισε». Στις έξι έφυγε η Νίκη για τη φίλη της και στις εφτά πέρασε η παρέα του Άγγελου και τον πήρε. Ήταν σαν να άκουγα ζωντανή τη φωνή της: «Μη χάνεις το τώρα. Προσπάθησα να φανταστώ τα λόγια της και χαμογέλασα. είχε πει στη Νατάσσα. Σε μένα τι θα έλεγε τώρα.Έρη.

θα έφτιαχνα μια πρόχειρη σαλάτα και θα τρώγαμε ελαφρά. έκανα ένα γρήγορο ντους και φόρεσα το τζιν μου κι ένα κοντό μπλουζάκι. Πρώτη φορά στη ζωή μου θα βρισκόμουν μόνη με έναν άντρα που με γοήτευε. Το μεσημέρι είχα ετοιμάσει κρέπες για τα παιδιά και είχα φυλάξει μερικές σε ένα μικρό πυρέξ. Κατέβηκα στην κουζίνα και άναψα το φούρνο. Ταράχτηκα. Εντάξει. Στις εφτάμισι ακριβώς χτύπησε το κουδούνι. Δεν μου είχε συμβεί ποτέ άλλοτε κάτι τέτοιο. άπλωσα λίγο ρουζ στα μάγουλα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Χτενίστηκα. Άνοιξα την πόρτα και προσπάθησα να . Όταν θα ερχόταν ο Μανόλης.μπάνιο. Θα τις έψηνα για απόψε.

Δεν είχα αποφασίσει αν θα την πίναμε μαζί και πότε. ωστόσο υπάκουσα μηχανικά. «Καλησπέρα». «Πέρασε. «Τι θα πιεις.» «Έλα στο καθιστικό να δεις». «Τι έχεις. τον . απάντησα μουδιασμένα και πήρα το μπουκάλι. με χαιρέτησε και μου έδωσε ένα μπουκάλι γαλλική σαμπάνια. «Βάλ’ την στην κατάψυξη αν θέλεις να την πιούμε απόψε».χαμογελάσω. «Ευχαριστώ πολύ». Κάθησε». Πήγα στην κουζίνα κι έβαλα τη σαμπάνια στην κατάψυξη.» τον ρώτησα όταν γύρισα στο σαλόνι.

Έπιασα ένα χαμηλό ποτήρι. Ένιωθα ταραγμένη κι έψαχνα τρόπο να ηρεμήσω. θα ήθελα ένα τζιν. «Αν έχεις τόνικ. έβαλα και δύο παγάκια και του το έδωσα. ουίσκι με κόκα ή…» «Έχω τόνικ. έβαλα τρία παγάκια και ξαναγύρισα στο τραπεζάκι με τα ποτά. Πήρα το μπουκάλι με το τζιν και πήγα στην κουζίνα. Άφησα πίσω το . «Ευχαριστώ πολύ». Αλλιώς. Περίμενε».κάλεσα και τον οδήγησα στο τραπεζάκι με τα ποτά. Ο Μανόλης με ακολούθησε. Ετοίμασα το ποτήρι του.

του είπα γυρίζοντας προς το μέρος του. «Καλό είναι. πιο .κάθησε όπου θέλεις». Βέβαια. «Στην υγειά σου». Εγώ βολεύτηκα -σχήμα λόγου-στην απέναντι πολυθρόνα. «Ωραίο το σΛίτι σου». «Έλα. «Στην υγειά σου».χαλιά. Πιο ζωηρόχρωμες κουρτίνες.τζιν κι έριξα λίγο ουίσκι στο ποτήρι μου. Πήγε στον καναπέ του καθιστικού. είπε κοιτώντας ολόγυρα. θα ήθελα να του κάνω μερικές αλλαγές.

Καθυστέρησα τόσο όσο να μη φανώ αγενής. πήρα το ποτήρι μου και ήπια δυο γερές γουλιές ουίσκι. Έβαλα το πυρέξ στο φούρνο κι έπλυνα το μαρούλι . Φλυαρούσα και το ήξερα.» με ρώτησε ο Μανόλης με ήρεμη φωνή. «Πάω να ρίξω τις κρέπες στο φούρνο. Όταν ξαναγύρισα στο καθιστικό. Ίσως κάποια μέρα καταφέρω να το διαμορφώσω όπως ακριβώς με εκφράζει. Σου είπα πως θα ετοίμαζα κάτι ελαφρύ να τσιμπήσουμε». Όταν δεν είχα τι άλλο να πω.μοντέρνους πίνακες. Προς το παρόν βολεύομαι». «Είσαι νευρική ή μου φαίνεται. Κι έφυγα για την κουζίνα. πετάχτηκα όρθια. .

Νιώθω κάποια αμηχανία». προβλέπω πολύ σύντομα να είσαι μεθυσμένη». πρότεινε. Μη με παρεξηγείς. «Αν σε κάνω να αισθάνεσαι άσχημα. «Όχι δα. διόρθωσα αμέσως. απάντησα ψέματα. «Ναι». είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι μόνη με‘έναν άντρα. . ίσως είναι σκόπιμο να φύγω». μου επισήμανε.«Όχι». «Αν προσπαθείς να χαλαρώσεις με το ποτό. Άλλωστε σε τι θα ωφελούσε αν έκρυβα την αλήθεια. «Βλέπεις. Μου αρέσει η παρέα σου και χαίρομαι που ήρθες. Δεν είμαι αγενής. Άδειασα το ποτήρι μου και πρόσθεσα λίγο ουίσκι ακόμα. απλώς λιγάκι αμήχανη».

η ήρεμη συντροφιά του. το ουίσκι.» ρώτησε. Αν θυμάμαι καλά. «Βέβαια. Έπιασα τον εαυτό μου να απαντά αυθόρμητα στις .τι θέλεις». σου αρέσει κι εσένα η ροκ». Βάλε ό. «Μου αρέσουν σχεδόν όλα τα είδη μουσικής. Άρχισα να χαλαρώνω.«Μπορούμε να βάλουμε μουσική. Πλησίασα το στερεοφωνικό κι έβαλα μια κασέτα με διάφορα ξένα. οι ανώδυνες συζητήσεις του έδιωξαν το άγχος από μέσα μου. It’s my life and I’ll do what I want τραγούδησαν οι Animals κι εγώ ένιωσα την παρουσία της Έρης κοντά μου. Τα λόγια του τραγουδιού.

«Οι κρέπες σου είναι καταπληκτικές». να γελά με τα αστεία του. Η αλήθεια είναι πως τις πετυχαίνω καλά και αρέσουν σε όλους». απάντησα χωρίς ψευτομετριοφροσύνες. Έκοψε εκείνος το μαρούλι κι εγώ έστρωσα το τραπέζι. Αποφασίσαμε να συνοδεύσουμε το φαγητό μας με τη σαμπάνια που είχε φέρει. να ανταποδίδει τα πειράγματά του. . με ακολούθησε και προσφέρθηκε να με βοηθήσει. «Συγχαρητήρια!» «Ευχαριστώ. Όταν σηκώθηκα για να ετοιμάσω τη σαλάτα. μου είπε καθώς έβαζε τη δεύτερη στο πιάτο του. Σε λίγη ώρα καθόμασταν απέναντι και τρώγαμε τονοσαλάτα και κρέπες με θαλασσινά.κουβέντες του.

ισχυριζόταν πάντα. Ο Γιάννης δεν ήξερε ούτε ένα αυγό να βράσει. «Αυτό είναι φυσικό και συμβαίνει σε όλους. μας αρέσει να ασχολούμαστε με ένα σωρό πράγματα που κάποιες άλλες φορές θα μας φαίνονταν καταναγκαστικά έργα.«Σου αρέσει η μαγειρική. Όταν έχουμε καλή διάθεση.» τον ρώτησα έκπληκτη. «Αυτά δεν είναι αντρικές δουλειές». . Κι εγώ για παράδειγμα. Όταν έχω κέφι διασκεδάζω με το μαγείρεμα. Εξαρτάται από τη διάθεσή μου. μαγειρεύω ευχάριστα όποτε έχω κέφια». θα ήταν ψέμα.» «Αν έλεγα ναι. Αλλιώς το κάνω σαν αγγαρεία». «Ξέρεις να μαγειρεύεις.

«Μην το δένεις κόμπο. «Ναι.«Μπορώ να σου φτιάξω σχεδόν οτιδήποτε. «Όποτε θέλεις. αλλά όταν τάζω κάτι. μου αρέσει να κρατώ το λόγο μου. Ήταν η μητέρα της φίλης της κόρης μου . Είναι ένα από τα χόμπι μου».» τον ρώτησα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Πρώτα όμως θα σε κεράσω το κινέζικο που σου έχω υποσχεθεί». Ακόμα και γλυκά. Είναι θέμα αρχών». «Πότε θα μου κάνεις το τραπέζι. Μπορώ να κάνω και χωρίς αυτό».

ο Μανόλης με βοήθησε να μαζέψω το . Αν της επέτρεπα να κοιμηθεί με τη φίλη της. θα ήταν σαν να έβαζα κάποια όρια στη βραδιά μου. Ήταν σαν να έπρεπε να κάνω εκείνη τη στιγμή την επιλογή μου. μου άρεσε η προοπτική να μείνω κι άλλο μόνη με τον Μανόλη. βαθιά μέσα μου. Αν ζητούσα από τη Νίκη να γυρίσει στο σπίτι μας. Επέλεξα το δεύτερο. Αυτό δεν θα με συμβούλευε και η Έρη. Όταν τελειώσαμε το φαγητό μας. άφηνα την τύχη να ορίσει το τέλος της αποψινής νύχτας.και μου ζητούσε να της επιτρέψω να κοιμηθούν μαζί απόψε. Άλλωστε. Και το άλλο κορίτσι είχε κοιμηθεί μερικές φορές στο σπίτι μας και δεν μου φαινόταν σωστό να αρνηθώ.

Έφερα με . Έπειτα έμεινα να τον κοιτάζω. είπα και του έδειξα το ντουλάπι με τις κασέτες και τα CD. Το σώμα του ήταν αθλητικό. ελκυστικό κάτω από το στενό τζιν. «Πάμε στο καθιστικό.τραπέζι. «Ό. Τον άφησα σκυμμένο να ψάχνει και πήγα να καθήσω στον καναπέ.τι θέλεις». «Αυτή τη φορά διάλεξε εσύ μουσική». Άδειασα μονορούφι το ποτήρι μου και το ακούμπησα στο τραπεζάκι.» πρότεινα. Φαντάστηκα τα χέρια του να με αγκαλιάζουν και ρίγησα. Ύστερα σέρβιρε τη σαμπάνια που είχε απομείνει στα ποτήρια μας.

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο πρόσωπό μου.τον άκουσα να μου λέει . Τον ήθελα. «Σε θέλω». κι αυτό με ξάφνιασε. Δεν το άντεχα. Ο χώρος γέμισε από τις ρομαντικές μελωδίες κάποιου παλιού ιταλικού τραγουδιού.το μυαλό μου τα χείλη του πάνω στα δικά μου κι ένιωσα το κορμί μου να σφίγγεται. Χαμήλωσα το κεφάλι. Τον ήθελα. αλλά ντρεπόμουν να κάνω την αρχή. Ο καναπές δίπλα μου βούλιαξε από το βάρος του κορμιού του. Γύρισα και τον κοίταξα. Ήθελα να κάνω έρωτα μαζί του. Εδώ και πολλά χρόνια πίστευα ποος οι ορμές μου είχαν κοιμηθεί για πάντα και τώρα τις ένιωθα να με κατακλύζουν σαν παλιρροϊκό κύμα.

κάθε κρυφή μου σκέψη. αλλά ντρέπομαι να το ομολογήσω. Σε θέλω κι εγώ πολύ. Τι να πω. «Με άκουσες. «Ελένη. «Δεν έχεις να πεις τίποτα. Ήταν κι αυτό το φως που αποκάλυπτε κάθε έκφραση. Δεν καταλαβαίνεις. Κι εγώ τι έπρεπε να πω. .» Τον κοίταξα στα μάτια. Δεν ξέρω πώς γίνονται αυτά τα πράγματα.» «Ναι».απλά.» «Ναι».

Αφέθηκα στα φιλιά του. Το πάθος του με παρέσυρε.Έχω ξεχάσει. Μου αρέσεις τόσο πολύ. Αν κάνεις έρωτα όπως έκανε ο άντρας μου. Προσπάθησε να νιώσεις τι γίνεται μέσα μου. Τα χείλη του έψαξαν τα δικά μου κι όταν τα βρήκαν τα ρούφηξαν αχόρταγα. έπειτα πιο τολμηρά. θα με απογοητεύσεις. Κούρνιασα πάνω στο στήθος του και τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του. Και φοβάμαι. Άπλωσε το χέρι του και με τράβηξε στην αγκαλιά του. Οι κινήσεις του ευγενικές αλλά και ανυπόμονες. Ήταν τρυφερός και απαιτητικός ταυτόχρονα. Έψαχνε να βρει τρόπους . στα χάδια του στην αρχή συγκρατημένα. Δεν θέλω να σε σιχαθώ μετά. αλλά όταν το έκανε έλεγε όμορφα λόγια. Δεν μιλούσε πολύ.

Κι όταν το κατάφερε. Δεν με ένοιαζε. Νά λοιπόν που υπήρχαν κι άλλοι τρόποι να κάνει κάποιος έρωτα. Νά που μπορούσα να έχω μόλις ολοκληρώσει μια ερωτική επαφή και να ανυπομονώ για την επόμενη. Δεν είχα καταλάβει πότε βρεθήκαμε από τον καναπέ στη μοκέτα. Μου έμαθε κι άλλα την επόμενη μέρα. Αφέθηκα στην αγκαλιά του και πέρασα το πόδι μου πάνω από τα δικά του. Νά που ο έρωτας έκρυβε ακόμα πολλά μυστικά για μένα. άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να απολαύσει κι αυτός τη δική του ηδονή. Έκλεισα τα μάτια κι έζησα ξανά την εμπειρία που μου είχε γνωρίσει. .να με ικανοποιήσει.

Σε μισή ώρα θα γύριζαν τα παιδιά.Τα παιδιά τα είχε πάρει ο Γιάννης. Ανέβηκα πάνω. Ήταν νωρίς ακόμα και το μαγαζί ήταν άδειο. Με πήγε στον κινηματογράφο κι ύστερα με οδήγησε σε ένα ακριβό κινέζικο εστιατόριο. Ο Μανόλης ήρθε αργά το μεσημέρι. Με φίλησε τρυφερά κι έφυγε. Κάθησα στο σαλόνι και αναπόλησα τα γεγονότα της ημέρας. Στις εννέα με είχε φέρει στο σπίτι. να αστειευτούμε χωρίς ενδοιασμούς. να ξεσπάμε κάθε τόσο σε ασυγκράτητα γέλια. . Με ταξίδεψε πάλι μέχρι τα ουράνια κι έπειτα ζήτησε να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Αυτό μας έδωσε την ευκαιρία να νιώσουμε πιο άνετα.

κάτι την ενοχλούσε.Πόσον καιρό είχα να νιώσω τόσο γεμάτη. Και η Έρη. Έφερε το χέρι στο πρόσωπό της κι . Δεν θυμόμουν. Θυμήθηκα τη Μαρία. Αυτή τη γαλήνη πίστευε πως είχε χάσει η σχέση της με τον Κώστα. Κάπως έτσι ένιωθε άραγε κι εκείνη όταν προσπα-’ θούσε να μας περιγράψει τα συναισθήματά της. τόσο χαρούμενη. 10 Κάτι την πίεζε. Αισθανόμουν ενοχές που δεν είχα πάει να τη δω σήμερα. ήμουν όμως βέβαιη πως όταν αύριο θα μάθαινε τα νέα μου θα χαιρόταν περισσότερο κι από μένα. Σκέφτηκα τη Νατάσσα.

Πίστευε πως αν τους άφηνε να ζουν μες στο ψέμα που οι ίδιοι είχαν πλάσει. Αυτό ήταν λοιπόν. Ώρες-ώρες ήθελε να τους φωνάξει να πάψουν να την κοροϊδεύουν. Για πόσο καιρό ακόμα θα ρουφούσε τη ζωή μέσα από πλαστικά σωληνάκια. θα ξεγελούσαν κάπως και το δικό τους πόνο. ωστόσο συγκρατούσε τον εαυτό της επειδή ήξερε πόσο θα τους στενοχωρούσε. Αγωνιζόταν να κρατηθεί ζωντανή. Κάποιοι ψίθυροι την έκαναν να γυρίσει . Όλη αυτή η ιστορία την είχε κουράσει. ήθελε να τους πει πως ένιωθε το θάνατο που πλησίαζε. βαθιά όμως μέσα της ήξερε την αλήθεια. πάσχιζε να πιστέψει τα ψέματα που της σέρβιραν.έπιασε τη μάσκα του οξυγόνου.

Έκλεισε τα μάτια για να προσποιηθεί την κοιμισμένη και τέντωσε τα αυτιά της. Άφησέ με ν’ απολαύσω με κάθε . Χαλάρωσε. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτε άλλο.το κεφάλι. κάνε να μην υποφέρω. Δεν μπορούσε να ακούσει πολλά. σκέφτηκε. Ο Αντρέας με τη Μαρία στέκονταν κοντά στην μπαλκονόπορτα με τις πλάτες τους γυρισμένες προς το μέρος της και συζητούσαν χαμηλόφωνα. «Θα πεθάνω». Θεέ μου. για καιρό που πλησίαζε. Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν. Κάτι για χημειοθεραπεία. Δώσε μου τη δύναμη να σηκωθώ απ’ αυτό το κρεβάτι και να μείνω όρθια μέχρι την τελευταία μου ώρα. «Τουλάχιστον. για σάπια πνευμόνια.

Τα κόκαλά της πονούσαν από τόσες μέρες ακινησίας. Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία χημειοθεραπεία. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία. να κινηθεί. Δεν μπορούσε να υπολογίσει.τι τις δύο προηγούμενες φορές.’ Δεν είχε τη δύναμη να σηκωθεί. Τα ωχρά της χείλη είχαν στεγνώσει. όμως.τρόπο τις μέρες που μου έχουν απομείνει». Σίγουρα. . περισσότερος απ’ ό. να μιλήσει. Ο οργανισμός της είχε αδυνατίσει πολύ. λες κι ένας θεόρατος βράχος είχε καταπλακώσει το στήθος της. Κάτι χοροπηδούσε στο μέρος όπου βρισκόταν το στομάχι της και της έφερνε τάση για εμετό.

Πέρασε». μουρμούρισε και αμέσως ο άντρας της έτρεξε κοντά της και πλησίασε στο στόμα της ένα κομμάτι μπαμπάκι ποτισμένο με νερό.» « Καλά ». «Πώς νιώθεις. «Πάει κι αυτό. Μμ… Πόσα τέτοια πρέπει να περάσουν ακόμα μέχρι να λυτρωθώ. «Μμ…» Η Μαρία στάθηκε στο προσκέφαλό της και της έπιασε το χέρι. αναρωτήθηκε.» τη ρώτησε.«Διψάω». «Συνήλθες. Πόσες μέρες θα σας . καλή μου. προσπάθησε να την παρηγορήσει ο Αντρέας.

Αφήστε με να πεθάνω. αλλά η Έρη δεν . «Ναι». Την ώρα μάλιστα που το επάνω μέρος του κορμιού της ανασηκωνόταν μαζί με την πλάτη του κρεβατιού. παραπονέθηκε. της ήρθε να ουρλιάζει. Δέκα μέρες είχαν περάσει από την τρίτη χημειοθεραπεία. «Πονάνε τα κόκαλά μου».βασανίζω ακόμα. «Θέλεις να σου σηκώσω λιγάκι το κρεβάτι.» ρώτησε η Μαρία. ήθελε να τους πει. Μη με ταλαιπωρείτε άλλο. Η αλλαγή θέσης δεν τη βοήθησε καθόλου.

Προσπαθούσαμε όλοι να βρισκόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο κοντά της. για να μην την αφήνουμε μόνη.η μάσκα οξυγόνου ήταν καθημερινός της σύντροφος και η μορφίνη μοναδική παρηγοριά. Δεν κανονίζαμε πια βάρδιες. Πολλές φορές συναντιόμασταν στο δωμάτιό της όλοι μαζί. όταν μαζευόμασταν για να διασκεδάσουμε. Ακόμα και τις νύχτες. Τώρα πια. όπως παλιά. Οι πόνοι στα κόκαλα. που την ταλαιπωρούσαν.κατάφερε να συνέλθει εντελώς. έβαλαν σε υποψία τους γιατρούς και μια δεύτερη αξονική έδειξε πως είχε γίνει μετάσταση. Εκείνο το απόγευμα ήμαστε δίπλα της η .

«Ο Αντώνης και ο Γιάννης θα έρθουν αργότερα. ’ . Μας κοίταξε προσεκτικά και πρόσθεσε: «Λείπουν μόνο δύο». «Γεια σας». της εξήγησε η Νατάσσα. «Χαίρομαι που βλέπω τους φίλους μου κοντά μου». Δεν μιλούσε κανείς μας. Καθένας μας ήταν χαμένος στις δικές του σκέψεις και ο μοναδικός ήχος που έσπαγε τη σιωπή ήταν το οξυγόνο που έβγαινε από τη φιάλη. ο Κώστας κι εγώ.Νατάσσα.για να μην την ξυπνήσουμε. ο Αντρέας. μας χαιρέτησε γαλήνια με γλυκιά φωνή. όταν κλείσουν τα μαγαζιά». Κάποια στιγμή τη νιώσαμε να μετακινείται και γυρίσαμε όλοι προς το μέρος της. η Μαρία.

φιλενάδες». «Πονάς.«Ωραία».» «Δεν θα το πιστέψετε. είπε αμέσως ο άντρας της. «Πάω να σου φέρω». μόκα και καραμέλα». «Θα έρθω κι εγώ μαζί σου.για να καπνίσω ένα τσιγάρο». . Δεν πονάω. είπε ο Κώστας. αλλά νιώθω πολύ καλύτερα.» «Σοκολάτα. «Πώς αισθάνεσαι.» ρώτησε ο Αντρέας. «Πείτε μου τα νέα σας». είπε η Έρη όταν έφυγαν οι άντρες και μείναμε μόνες. «Τι γεύση θέλεις. κι έχω όρεξη για παγωτό». καλή μου. «Λοιπόν.

όπως τα ήξερες».» «Μια χαρά. Πολύ καλά. «Εσύ. «Ζήστε όσο πιο τρελά μπορείτε. Ελένη. απάντησα κι εγώ. «Καλά.» «Πολύ καλά». Τι να της λέγαμε τώρα.» μας διευκόλυνε η Έρη.Κοιταχτήκαμε αμήχανα. Ο έρωτάς μας ζει ακόμα». Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. «Ζήστε». πώς τα πας με τον Ντίνο. «Μαρία. με τον Μανόλη. μας είπε. «Νατάσσα. Έχετε δικαίωμα να .

Κρύβει πολλά υπέροχα πράγματα που πρέπει να ανακαλύψετε». θυσίες και συμβιβασμούς. Πετάξτε ό . συνέχισε αργά.» ρώτησε η Μαρία ανήσυχα.τι δεν σας αρέσει. άγχος. Η φωνή της έφτανε στ’ αυτιά μας αλλοιωμένη από τη μάσκα που έκρυβε το στόμα της. Η ζωή δεν είναι μόνο υποχρεώσεις. «Ξυπνήστε αύριο και πείτε πως ξαναγεννηθήκατε». Συγχωρήστε αυτούς που σας πίκραναν. Τολμήστε να πειραματιστείτε με κάτι καινούργιο. Ξεχάστε όσα πληγώνουν την καρδιά σας».τι σας είναι άχρηστο. . «Αλλάξτε ό . «Γιατί τα λες αυτά. όμως το νόημα των λόγων της δεν άλλαζε.δοκιμάσετε τα πάντα.

Γι’ αυτό θέλω τώρα να σας πω ότι σας αγαπώ πολύ. . Κι ό. «Όλες μαζί κάνουμε μια υπέροχη τετράδα. της είπε η Νατάσσα. Έρη».τι είναι να κάνουμε. συμφώνησε. «Κι εμείς σ’ αγαπάμε. Η πόρτα άνοιξε και η Έρη χαμογέλασε. «Θα είμαστε πάντα οι καλύτερες φίλες». «Νά και το παγωτό μου». Η φιλία μας υπήρξε πάντα αγνή και τίμια. Σταθήκατε οι καλύτερες φίλες για μένα και σας ευχαριστώ πολύ». πρέπει να το κάνουμε τώρα. Αύριο ίσως να μην έχουμε την ευκαιρία.«Επειδή η ζωή είναι μικρή. Πολύ πιο μικρή απ’ όσο πιστεύουμε. κι έτσι θα μείνει». «Ναι».

Μέσα σε λίγα λεπτά η φίλη μας ξεψύχησε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σκηνή που είδα όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μέχρι να βολέψει τα δίδυμα. Κοντά της ήταν ο άντρας της και ο Κώστας. Έφτασα πρώτη στο νοσοκομείο. Νόμιζε πως απλώς είχε χειροτερέψει πάλι.Τα ξημερώματα η Έρη έπαθε πνευμονικό οίδημα. Μας ειδοποίησαν πως δεν ήταν καλά. Μόνο η Μαρία έλειπε. Καθόμασταν όλοι στο δωμάτιό της. γύρω από το κρεβάτι της. Δεν είχε καταλάβει πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Πριν μπει στο . χρειάστηκε λίγη ώρα. Δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει. Από τη μισάνοιχτη πόρτα πρόλαβα να δω το γιατρό να της κάνει μαλάξεις στο στήθος.

Ο Κώστας έκλεισε πίσω του την πόρτα του σπιτιού τους και την κοίταξε τρυφερά.δωμάτιο φόρεσε τη μάσκα της ανεμελιάς και ανάγκασε τα χείλη της να χαμογελάσουν πλατιά. καλή μου. «Να πεταχτώ στους δικούς μου για να . «Τι συμβαίνει. Και πάγωσε. Η Μαρία έπεσε αποκαμωμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα.» μας ρώτησε μουδιασμένα. «Τι έγινε. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που είδα ένα πρόσωπο να αλλάζει τόσο ξαφνικά χρώμα. Δεν μπορείς χωρίς εμάς.» ρώτησε κι έκανε ένα βήμα προς το κρεβάτι.

Δεν θα την άλλαζε . Θέλεις κάτι να πιεις.τα αφήσουμε να κοιμηθούν εκεί απόψε. Την αγαπούσε αληθινά.» τη ρώτησε. Σ’ ευχαριστώ πολύ». Δεν έχω δύναμη ούτε με τα παιδάκια μου ν’ ασχοληθώ». Οτιδήποτε. Την αγαπούσε αυτή τη γυναίκα. «Νομίζω πως θα είναι καλύτερα να. Εκείνος έβαλε λίγο κονιάκ για τον εαυτό του και κάθησε στον καναπέ απέναντί της.πάρω τα παιδιά.» «Ναι. Καλύτερα να ηρεμήσουμε πρώτα. Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της. Η κηδεία με τσάκισε. συμπλήρωσε όταν πήρε το ποτήρι που της έδωσε ο άντρας της. «Έχεις δίκιο.

μπορεί να είχε γευτεί ένα πιο νεανικό κορμί. Θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε. Ωστόσο η ειλικρίνεια ήταν για τον Κώστα ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία μιας σχέσης. Δεν ένιωθε τύψεις γι’ αυτό που είχε κάνει. Όμως ένιωθε τύψεις για τον πόνο που της είχε προκαλέσει. ακόμα και στην αγαπημένη του Μαρία. Όχι ότι δεν το έβρισκε φυσικό και δικαιολογημένο. Ίσως να πονούσε ακόμα περισσότερο. Μπορεί να είχε χαρεί ξένα χάδια και φιλιά. όμως η Μαρία δεν είχε χάσει ποτέ τη θέση της μέσα στην καρδιά του.με καμιά άλλη στον κόσμο. . Έτσι ακριβώς θα αντιδρούσε κι εκείνος. μπορεί να είχε απολαύσει άλλον έρωτα.

.Ειλικρίνεια. Αλλά κι ό. Τρεις βασικές προϋποθέσεις για ένα σωστό δεσμό.τι αφορά την ηλικία ενός ανθρώπου». Δεν κάνει καμία διάκριση. Θα τρελαινόμουν χωρίς εσένα κοντά μου». «Φοβερό πράγμα ο θάνατος. «Φυσικό δεν είναι.σεβασμός και κατανόηση. Ούτε και σε ό. δεν είναι λίγο». Μια ζωή μαζί.τι πιο δημοκρατικό υπάρχει στη ζωή μας. «Δεν μπορώ ούτε να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση του. διέκοψε τις σκέψεις του η Μαρία. «Ο Αντρέας ήταν ράκος».

ξέρω πόσο ανθρώπινο είναι αυτό που σου συνέβη. ο θάνατος της Έρης μ’ έκανε να σκεφτώ καλύτερα μερικά πράγματα. Ξέρεις πόσο με πλήγωσε αυτό που έκανες. Όμως ξέρω πώς νιώθεις για μένα. Ίσως με βοήθησαν και οι φίλες μου σ’ αυτό.Η Μαρία σηκώθηκε και πήγε να καθήσει δίπλα του. όμως κατάφερα να σε καταλάβω. Πρέπει να ξέρεις πως σ’ αγαπώ και σ’ έχω συγχωρήσει. Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να σου έχω πει πώς νιώθω. Κάθε μία με τον τρόπο της… Τέλος πάντων. Αδειασε μονορούφι το ποτήρι της. «Κώστα. το άφησε στο τραπεζάκι και ακούμπησε το χέρι της στο μηρό του. Με πειράζει ακόμα και ίσως να με πειράζει μια ζωή. ξέρω ακόμα πως μπορεί να το .

Το πόστο του ήταν άδειο. θα υπάρχει και κατανόηση. Η Νατάσσα ένιωθε τόση θλίψη να βαραίνει την καρδιά της ώστε με το ζόρι ξεκίνησε για τη δουλειά το επόμενο πρωί. Είμαι όμως βέβαιη πως όσο υπάρχει αγάπη ανάμεσά μας.» Ο Κώστας την έκλεισε στην αγκαλιά του και ξεφύσηξε με ανακούφιση. Κάθησε στο γραφείο της κι έψαξε με το βλέμμα τα ταμεία. Έτσι δεν είναι. Τα δύσκολα είχαν περάσει. Ο μοναδικός λόγος που δεν είχε ζητήσει άδεια ήταν επειδή έτσι θα έχανε την ευκαιρία να δει τον Ντίνο. Το στομάχι της σφίχτηκε από την απογοήτευση. Ήξερε πως έκανε σαν .αντιμετωπίσουμε ξανά.

ερωτοχτυπημένη έφηβη. Ήταν εκεί και της χαμογελούσε συνωμοτικά. Και σήμερα μόνο εκείνος μπορούσε να φωτίσει το γκρίζο της ψυχής της. Ήθελε να . Έσκυψε το κεφάλι αποθαρρημένη και άνοιξε το ντοσιέ που βρισκόταν μπροστά της. Κοίταξε προς τη γνωστή του θέση στο ταμείο. όμως δεν την ένοιαζε : Και μόνο η παρουσία του ήταν ικανή να δώσει άλλο χρώμα στην κάθε της ημέρα. Η καρδιά της πετάρισε κάτω από το στήθος της. Την αγαπούσε και σήμερα. Κι εκείνη τον λάτρευε περισσότερο από χθες. Πάνω από τα μηχανογραφημένα χαρτιά βρισκόταν ένα μικρό σημείωμα: «Σ’ αγαπώ πολύ και μου λείπεις». λιγότερο από αύριο.

δίχως άδεια. Χτισμένα δίπλα στη θάλασσα. Θα μπορούσαν να γκρεμιστούν οποτεδήποτε. Όνειρα δίχως υπόσταση. να του φωνάξει την αγάπη της και να τον γεμίσει φιλιά.τρέξει κοντά του. όμως αρνήθηκα και κανόνισα να συναντηθούμε το βραδάκι . Ούτε απλώς να ονειρεύεται για το μέλλον. Όμως δεν μπορούσε να το κάνει. χωρίς προοπτικές. δίχως αντίκρισμα. Γιατί τα όνειρά της ήταν καταδικασμένα εξαρχής. όνειρα που δεν έχουν δικαίωμα ούτε σε αναμνήσεις. Ο Μανόλης ήθελε να με συνοδεύσει στην κηδεία. χωρίς θεμέλια. Άμμος το καλοκαίρι. Τίποτα δεν μπορούσε να κάνει. νερό το χειμώνα. να τρυπώσει στην αγκαλιά του.

θεώρησα πως αυτή ήταν η καλύτερη επιλογή.στο σπίτι μου. όπως είχαμε συμφωνήσει. «Πώς είσαι. και από τη στιγμή που οι φίλες μου είχαν τους άντρες τους κι εμένα έλειπαν τα παιδιά μου στα πεθερικά μου. «Χάλια». Και τι άφησε πίσω της. Τίποτα. Είχα ανάγκη από μια ώριμη συντροφιά.» με ρώτησε. Μανόλη. Γλυκές αναμνήσεις στους ανθρώπους . Ήρθε στις οχτώ ακριβώς. Ένα σύντομο πέρασμα από τη ζωή. Αυτό ήταν. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και με αγκάλιασε τρυφερά. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του κι ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. «Τέλειωσε .

και πολλή οδύνη». Έτσι δεν γίνεται πάντα. διαμαρτυρήθηκα. «Ο πόνος θα καταλαγιάσει». Κι ο πόνος που νιώθουμε για το χαμό κάποιου αγαπημένου μας προσώπου είναι καθαρά εγωιστικός. «στην περίπτωση της Έρης δεν είναι έτσι. Υποφέρουμε επειδή χάσαμε εμείς κάποιον που αγαπούσαμε. είπε και με οδήγησε στον καναπέ. το ξέρεις. «Όχι». «Οι όμορφες αναμνήσεις θα μείνουν μόνο. επειδή νιώθουμε πως μας εγκατέλειψε μόνους.που αγάπησε και την αγάπησαν. Ο χρόνος είναι το καλύτερο γιατρικό για όλες τις πληγές. επειδή ξέρουμε πως δεν θα είναι κοντά μας όταν θα τον χρειαστούμε». .

παραπονέθηκα.Αυτό που με πληγώνει περισσότερο είναι η αδικία. καλή μου. Ανθρώπινα πράγματα. Δεν ήταν δίκαιο για εκείνη. Όλοι μας γευόμαστε τη χαρά και την πίκρα. Είχε άλλη τόση ζωή να ζήσει. . το γέλιο και το κλάμα. Όμως. την επιτυχία και την αποτυχία. Ήταν τόσο νέα. την αγάπη και το μίσος.» «Μα αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτά». κι όμως έφυγε τόσο γρήγορα. τόσο καλή. «Τίποτα δεν είναι εύκολο. ο άνθρωπος έχει τεράστιες δυνάμεις. Γιατί. «Δεν είναι εύκολο». Η ζωή είναι γεμάτη από αδικίες και δεν κάνει διακρίσεις.

Ορθώνουμε ξανά το ανάστημά μας και προχωράμε για την επόμενη μάχη». αλλά και πιο . Η καρδιά μου είναι βαριά τώρα. θα ξαναχαρώ.» «Η Έρη ακολούθησε τη φυσιολογική πορεία κάθε ανθρώπου. Είναι πολλές οι φορές που λυγίζουμε και λέμε φτάνει πια. Λυγίζουμε αλλά δεν τσακίζουμε.η επόμενη στιγμή μάς αποδεικνύει πως αντέχουμε ακόμα. Κι όμως. Εγώ θα ζήσω.Μπορεί ν’ αντέξει τα πάντα. «Το ξέρω. Έκανε κάποτε μια αρχή και τώρα βρέθηκε στο τέλος του δρόμου. Μόνο που ο δικός της δρόμος ήταν πιο σύντομος. Η Έρη. όμως μέρα με τη μέρα θα ξαλαφρώνει. δεν μπορώ άλλο. θα προχωρήσω.

Το ίδιο πάντα: Ένας θάνατος που περιμένει εμάς και αβάσταχτη θλίψη γι’ αυτούς που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν». κατέληξα με απογοήτευση. Υπάρχουν αυτοί που μας πικραίνουν χωρίς να το θέλουν με το θάνατό τους.η Έρη είχε το . Απ’ όσα μου έχεις πει κατά καιρούς. «Ίσως. μπορεί όμως να αγωνιστεί για να κάνει ευχάριστο και χρήσιμο το ταξίδι του». κι αυτοί που γεμίζουν τη ζωή μας πίκρα όσο είναι ακόμα ζωντανοί. Σ’ αυτή τη θλίψη που είπες.μακρύς από κάποιων άλλων. «Και το αποτέλεσμα ποιο είναι. ξέρεις πού βρίσκεται η διαφορά. Όμως. Κανείς δεν μπορεί να καθορίσει τη διάρκεια της διαδρομής.

ήταν υπέροχος άνθρωπος».» τον παρακάλεσα. είπε ο Μανόλης καθώς έβαζε ουίσκι σε δύο ποτήρια. «Μπορείς να μου βάλεις κάτι να πιω.προνόμιο να ανήκει στην πρώτη κατηγορία και θα πρέπει να ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό». «Ναι. Αναστέναξα και σκούπισα άλλο ένα δάκρυ που ξέφυγε από τα μάτια μου. Όσο πιο άδεια είναι. «Απόψε νιώθω πολύ βαριά την καρδιά μου».τόσο πιο βαριά την αισθανόμαστε». Τον είδα να πηγαίνει στην κουζίνα για . «Το πιο παράξενο ειδικό βάρος είναι της καρδιάς. «Θυμήθηκα κάτι που διάβασα κάποτε».

το ενδιαφέρον του αυτοπεποίθηση. προβληματισμένο. Τα λόγια του μου έδιναν δύναμη. Ήταν άτομο καλλιεργημένο. κατασταλαγμένο. 11 Είχαν περάσει δυο μήνες από το θάνατο της Έρης. Κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να είναι στην πραγματικότητα ένας ιδανικός ερωτικός σύντροφος.η συντροφιά του έμοιαζε με βροχή σε πυρακτωμένη έρημο.η παρουσία του σιγουριά.να φέρει πάγο και σκέφτηκα πόσο μου άρεσε να συζητώ μαζί του. Και ειδικά αυτό το βράδυ. Το καλοκαιράκι είχε μπει για .

Θα έμεναν εκεί δυο βδομάδες. «Ο Αντώνης δεν θέλει να έρθει.τα καλά. . Το φαντάζεστε. Τέλη Ιουλίου και τα παιδιά μου είχαν πάει με τον πατέρα τους και τα πεθερικά μου στο εξοχικό της οικογένειας στην Εύβοια. αφού εγώ δεν ήθελα να αφήσω τις μεταφράσεις μου και να ξοδέψω χρήματα για διακοπές.» Ήταν Τετάρτη βραδάκι και απολαμβάναμε δροσερούς χυμούς στη συνηθισμένη μας καφετέρια. μας είπε η Νατάσσα. «Τέλη Αυγούστου η τράπεζα έχει οργανώσει ένα εκδρομικό διήμερο στις Σπέτσες». Τους είχα μόνο υποσχεθεί ένα τριήμερο μέσα στον Αύγουστο.

» «Για όσο χρειαστεί.» ρώτησε η . Γιατί νομίζεις ότι χαίρομαι τόσο. Το μόνο που με ανησυχεί είναι πως ο Αντώνης κάτι δείχνει να ψυλλιάζεται τελευταία.«Ο Ντίνος θα έρθει. Νατάσσα. «Φυσικά.» τη ρώτησα. Τα έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου. Ο ένας ανήκει στην οικογένειά μου και ο άλλος στον Ντίνο.» ρώτησε η Μαρία.» «Τι θα κάνεις. Χθες με ρώτησε ξεκάθαρα αν έχει μπει κάποιος άλλος στη ζωή μου». «Γία πόσο διάστημα ακόμα θα μπορείς να συνεχίζεις αυτή τη διπλή ζωή. Νιώθω πως έχω δύο εαυτούς. «Κι εσύ τι του απάντησες.

αρνήθηκα.τι να κάνω.Μαρία με ανησυχία. Με τον Ντίνο πως . πως όποτε είμαστε μαζί δείχνω να ταξιδεύω αλλού. Το σώμα σου να βρίσκεται σε ένα μέρος και η ψυχή σου να ταξιδεύει αλλού. φιλενάδες». πως φέρομαι σαν να τον έχω διαγράψει πια από τη ζωή μου. Με τον Αντώνη νιώθω πως μοιράστηκα όλη μου τη ζωή. Τι μπορούσα να πω. Πολύ μπερδεμένη η κατάσταση. Μου είναι αδύνατο να δώσω ένα τέλος. Ωστόσο εκείνος σχολίασε πως λείπω συχνά από το σπίτι. Όμως. «Φυσικά.» «Όχι απόλυτα. Δεν είναι εύκολο να μοιράζεσαι στα δύο. κατέληξε. «Και είσαι ευτυχισμένη έτσι.

Η καρδιά σού δείχνει το δρόμο και ο δικός μου δρόμος οδηγεί στόν Ντίνο. σκέφτεσαι τον πόνο που θα προκαλέσεις αν διαγράψεις την προηγούμενη ζωή σου και τους ανθρώπους που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν. «Ξέρεις πόσες φορές το έχω σκεφτεί. Δεν μπορώ να διανοηθώ πως θα χτίσω την ευτυχία μου πάνω στη . Όταν είσαι ερωτευμένη δεν προβληματίζεσαι πολύ.τι θα έκανες. «Αν έπρεπε να διαλέξεις.ξαναγεννήθηκα». Η απάντηση δεν είναι δύσκολη.» ζήτησε να μάθει η Μαρία. Όταν όμως εκτός από ερωτευμένος είσαι και άνθρωπος. Το δύσκολο είναι να την κάνεις πράξη.

το τίμημα θα ήταν πολύ βαρύ για μένα: οι τύψεις και οι ενοχές». θα έλεγα πως είναι καθαρά εγωιστικά τα κίνητρά μου. «Δεν ξέρω αν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση σου». είπε η Μαρία. Ίσα-ίσα.δυστυχία κάποιων άλλων. «Δεν’ξέρω αν και πόσοι θα το έκαναν αυτό».της είπα. «Μα δεν το κάνω από μεγαλοψυχία. Εγώ προτίμησα να πληρώσω το μικρότερο: το ρίσκο. . Αν διάλεγα την άλλη λύση. Γι’ αυτό αρκούμαι στα ψίχουλα που έχω και δεν γυρεύω περισσότερα». Κάθε τι στη ζωή έχει το τίμημά του.

Είναι φοβερό. Μου μιλάει ο Αντώνης κι εγώ ακούω τη φωνή του Ντίνου. Με αγκαλιάζει και μου ’ρχεται να ουρλιάξω. Κάθε πρωί ξυπνάω με την καρδιά μου γεμάτη αμφιβολίες. Αν γνώρισε κάποιαν άλλη.Ώρες-ώρες νιώθω πως θα τρελαθώ. Όμως. συμβαίνει τόσο σπάνια αυτό… Τον υπόλοιπο καιρό νιώθω απαίσια. «Πόσο νομίζεις πως θα . Η καρδιά μου πονάει από την απουσία του.«Σου εύχομαι ολόψυχα να μη βρεθείς ποτέ. Αν δεν με θέλει πια. της είπα.» «Εσύ έχεις κοπεί σε δύο κομμάτια και η ευτυχία του ενός προκαλεί δυστυχία στο άλλο». Τις μόνες φορές που αισθάνομαι ήρεμη και ευτυχισμένη είναι όταν βρίσκομαι μαζί με τον Ντίνο. Το μυαλό μου συνέχεια ταξιδεύει αλλού.

«Δύσκολα πετάς το σίγουρο για να ακολουθήσεις μια αβεβαιότητα. Μας συμβούλευσε να ζήσουμε όσο πιο τρελά μπορούμε. Όμως. είπε η Μαρία. «Ίσως να μην έχουμε τοποθετήσει το . Δύσκολα θυσιάζεις την πραγματικότητα για να κυνηγήσεις ένα όνειρο». Να αλλάξουμε ό.τι δεν μας αρέσει.μπορέσεις ν’ αντέξεις ακόμα. Καμιά φορά θυμάμαι τα λόγια της Έρης.» «Θέλει κότσια για να κάνεις κάτι τέτοιο».πόσο εύκολα είναι όλα αυτά.» «Δεν ξέρω. να πειραματιστούμε με κάτι καινούργιο.

Θα ήλπιζες σε κάποιο μέλλον μαζί του. «Έχουμε . Αν είχε τα χρόνια σου. Τώρα όμως έχεις δεδομένο πως κάποια στιγμή θα χωρίσετε. για να φτιάξει κι εκείνος τη ζωή του.» ρώτησε η Νατάσσα. «Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα. συμφώνησε χωρίς να πολυσκεφτεί τα λόγια μου. «Έχεις δίκιο». πιστεύω πως αυτό που σε εμποδίζει να πάρεις μια απόφαση είναι η διαφορά ηλικίας που έχεις με τον Ντίνο.πρόβλημα στη σωστή του βάση». Γι’ αυτό φοβάσαι να ζήσεις φανερά τον έρωτά σου». θα σου ήταν πολύ εύκολο να τον ακολουθήσεις. είπα. αν είχε ζήσει τη ζωή του. «Τι εννοείς.

τοποθετήσει το πρόβλημα σε λάθος
βάση. Μιλάμε λες και η σχέση μου με
τον Ντίνο παίζει ουσιαστικό ρόλο στο
γάμο μου, όμως η αλήθεια είναι πως ο
γάμος μου έχει πάει περίπατο προ
πολλού. Αν αποφασίσω να χωρίσω, ο
Ντίνος θα είναι μόνο μια αφορμή. Το τι
θα μπορούσα να κάνω έπειτα μαζί του,
δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το
γεγονός πως εγώ και ο Αντώνης στην
πραγματικότητα έχουμε χωρίσει εδώ και
χρόνια».
«Τότε, γιατί δεν παίρνεις την απόφαση
να δώσεις και ένα τυπικό τέλος;»
ρώτησε η Μαρία.
«Σας το ξαναείπα. Δεν θέλω να
πληγώσω ούτε τον άντρα μου ούτε την

κόρη μου».
«Και νομίζεις πως είναι πιο έντιμο αυτό
που κάνεις τώρα;Καλά,η κόρη σου
λείπει και δεν έχει καταλάβει τίποτα.
Όμως, ο Αντώνης βρίσκεται εδώ, ζει
μαζί σου και πληγώνεται καθημερινά με
την ανεξήγητη για εκείνον συμπεριφορά
σου. Πιστεύω ότι το καλύτερο θα ήταν
να του εξηγούσες πως όλα έχουν
τελειώσει ανάμεσά σας. Θα πληγωνόταν
πολύ, σίγουρα, όμως θα ήξερε τι του
γίνεται και θα προσπαθούσε να
επουλώσει τις πληγές του. Τίμια και
καθαρή εξήγηση», είπε η Μαρία.
«Δεν έχω ακόμα το κουράγιο να κάνω
κάτι τέτοιο. Δεν θα αντέξω να
αντικρίσω τον πόνο του. Μπορεί να μην

είμαι ερωτευμένη μαζί του, όμως τον
αγαπάω και τον πονάω».
«Φαντάζεσαι όμως τον πόνο που θα του
προκαλέσεις αν ανακαλύψει μόνος του
την αλήθεια;» τη ρώτησα.
«Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι.
Πολλές φορές παρακαλώ να βρει κι
εκείνος κάποιαν άλλη, να την ερωτευθεί
τρελά και να ζητήσει αυτός το
χωρισμό».
«Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ βολικό για
σένα, έτσι δεν είναι;» ρώτησα.
«Α, ναι. Η τέλεια λύση!»
«Ωστόσο πρέπει να συνειδητοποιήσεις
επιτέλους πως δεν μπορούν να σου

έρχονται όλα στη ζωή σου βολικά. Αν
πραγματικά έχεις αποφασίσει ότι
τελείωσες με τον Αντώνη, πάψε να τον
κοροϊδεύεις και δώσε το τέλος που
πρέπει. Θέλει κότσια, το ξέρω, όμως
είναι καλύτερα να τον αφήνεις να ζει με
αμφιβολίες και αυταπάτες;» επέμεινα.
«Εκτός αν δεν είσαι σίγουρη για τα
αισθήματα που τρέφεις για τον Ντίνο»,
συμπλήρωσε η Μαρία.
«Είσαι καλά;» διαμαρτυρήθηκε η
Νατάσσα. «Αέτε να είμαι τόσους μήνες
μαζί του, να υποφέρω, να ξενυχτάω , να
αναζητώ έστω και λίγα λεπτά κοντά του,
και να μη νιώθω κάτι σοβαρό; Κορίτσια,
είμαι ερωτευμένη όσο ποτέ άλλοτε στη
ζωή μου. Τον αγαπώ αυτόν ‘τον

άνθρωπο. Τον νιώθω σαν κομμάτι του
εαυτού μου. Πονάω όταν πονάει,
χαίρομαι με τη χαρά του, κλαίω με τη
στενοχώρια του. Η ζωή μου όλη είναι
ατέλειωτα “πρέπει”. Εκείνος είναι το
μοναδικό μου “θέλω”. Μια συνειδητή
επιλογή που κανείς δεν με υποχρέωσε ν’
ακολουθήσω. Δεν είναι η τελευταία
λύση στα προβλήματά μου. Δεν είναι
καν λύση. Είναι ο άντρας που με
συγκλόνισε, που γέμισε τα κενά μου.
που με ξανάφερε στη ζωή».
Ανταλλάξαμε με τη Μαρία μια ματιά
γεμάτη νόημα. Η φίλη μας ήταν στ’
αλήθεια ερωτευμένη. Τα συναισθήματά
της είχαν ξεφύγει από τα συνηθισμένα
ανθρώπινα μέτρα και είχαν μεταφερθεί
σε άλλες διαστάσεις. Ζούσε μια αγάπη

που πολύ λίγοι ήταν τόσο τυχεροί ώστε
να την απολαύσουν, και ακόμα
λιγότεροι οι τυχεροί που την ένιωθαν.
«Χθες έφυγε με την παρέα του για
διακοπές», συνέχισε η Νατάσσα. «Θα
λείψει δυο βδομάδες. Κοντεύω να
τρελαθώ. Μετρώ από τώρα τις μέρες
σαν φαντάρος. Δεν ξέρω πώς θα
περάσει τόσος καιρός, πώς θα αντέξω
μακριά του».
Η φωνή της ράγισε κι εγώ κοίταξα
ερευνητικά το πρόσωπό της. Θεέ μου,
ήταν δυνατό να υποφέρει κανείς τόσο
πολύ για χάρη μιας τέτοιας αγάπης; Αν
είναι έτσι, δεν θέλω να γνωρίσω ποτέ
μια τόσο ξεχωριστή εμπειρία,
συλλογίστηκα με δειλία. Καλύτεροι οι

συνηθισμένοι έρωτες που γεννιούνται
και πεθαίνουν καθημερινά γύρω μας,
καλύτερα τα χλιαρά συναισθήματα που
ζεσταίνουν πρόσκαιρα τις καρδιές μας,
καλύτερες οι αυταπάτες που παίρνουν
τη μορφή της αγάπης, καλύτερη ακόμα
και η μοναξιά.
«Θα έρθετε κι εσείς μαζί μου;» ρωτούσε
τώρα η Νατάσσα, αλλά οι σκέψεις μου
με είχαν κάνει να χάσω τον ειρμό της
συζήτησης.
«Αύριο το απόγευμα δεν μπορώ»,
απάντησε η Μαρία. «Έχω κάποιο
επαγγελματικό ραντεβού στις έξι».
«Πού είπες;» ζήτησα να μάθω.

«Στη χαρτορίχτρα, δεν άκουσες;»
«Έλα βρε Νατάσσα», διαμαρτυρήθηκα.
«Μορφωμένη γυναίκα και πιστεύεις
αυτές τις βλακείες;»
«Δεν είμαι σίγουρη για το αν πιστεύω.
Όμως, θέλω να δοκιμάσω, Μια
συνάδελφος που πήγε, μου είπε ότι της
τα βρήκε όλα».
«Σαχλαμάρες», επέμεινα. «Τέλος
πάντων. Αύριο θέλεις να πας;»
«Ναι. Έκλεισα ραντεβού για τις πέντε».
«Καλά. Πέρνα να με πάρεις από το
σπίτι. Είμαι περίεργη να δω τι θα
εφεύρει το μυαλό της».

Το επόμενο απόγευμα στις πέντε παρά
κάτι χτυπούσαμε το κουδούνι μιας
πολυκατοικίας κάπου στο Παγκράτι. Η
Νατάσσα έδειχνε νευρική και
ανυπόμονη. Εγώ από μέσα μου την
κορόιδευα και τη λυπόμουν
ταυτόχρονα. Την ακολούθησα στη
σκάλα εκνευρισμένη με τη δική της
αφέλεια και τη δική μου
υποχωρητικότητα. Στον πρώτο όροφο
μας περίμενε μια νεαρή κοπέλα
μπροστά σε μια ανοιχτή πόρτα.
«Καλησπέρα», χαιρέτησε η Νατάσσα.
«Η κυρία Παγέτ;»
Παγέτ; αναρωτήθηκα και μου ήρθε να
βάλω τα γέλια. Αυτό είναι το
καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο για να

δίνει περισσότερη βαρύτητα στο…
επάγγελμά της; Ωστόσο ακολούθησα
σιωπηλά τη φίλη μου και βρέθηκα σε
ένα επιβλητικό σαλόνι. Χωρίς να το
θέλω, το δωμάτιο μου προκάλεσε ένα
παράξενο δέος. Ο καναπές και οι
κλασικές πολυθρόνες ήταν ντυμένα με
βαρύ βελούδο σε μπορντό χρώμα. Η
μεγάλη βιτρίνα και το κεντρικό τραπέζι
του καθιστικού ήταν φτιαγμένα
από ακριβό δρύινο ξύλο, ενώ τα
μικρότερα τραπεζάκια και σχεδόν όλα
τα διακοσμητικά έμοιαζαν σαν να είχαν
έρθει κατευθείαν από την Ανατολή.
Σκαλιστοί ελέφαντες, κλουαζονέ βάζα,
αναπαραστάσεις πάνω σε
ελεφαντόδοντο, χειροποίητα
αντικείμενα με χρυσές λεπτομέρειες.

«Τώρα δεν απομένει παρά να
εμφανιστεί και η Παγέτ με παρδαλό
σάρι και φερετζέ», σκέφτηκα ειρωνικά.
Ωστόσο η γυναίκα που μας συστήθηκε
ως Παγέτ ήταν ένας φυσιολογικός
άνθρωπος. Μια κομψή κυρία γύρω στα
πενήντα, ντυμένη με μπλε σκούρο
παντελόνι και εμπριμέ πουκαμίσα σε
διακριτικά χρώματα. Το χαμόγελό της
ήταν ζεστό και φιλικό, και η φωνή της
ήρεμη και καλοσυνάτη.
Αφού μας ρώτησε αν θα μας έβλεπε
μία-μία ή και τις δύο μαζί, μας οδήγησε
στο γραφείο της που δεν έμοιαζε σε
τίποτα με το εντυπωσιακό σαλόνι. Ήταν
ένα μικρό δωμάτιο δύο επί δύο, με
μοναδικά έπιπλα ένα μικρό τραπέζι και

τρεις απλές καρέκλες. Όταν
βολευτήκαμε και οι τρεις, έβγαλε μια
τράπουλα από ένα μικρό τσαντάκι και
ζήτησε να μάθει ποια θα άρχιζε πρώτη,
Η Νατάσσα δεν έκρυψε την
ανυπομονησία της κι εγώ έγειρα στην
πλάτη της καρέκλας μου κοιτώντας πότε
τα χαρτιά και πότε τη χαρτορίχτρα.
Η Παγέτ σκέπασε με τα χέρια της την
τράπουλα, χαμήλωσε το κεφάλι κι
έκλεισε τα μάτια. «Τώρα μάλιστα»,
άρχισα τις ειρωνικές σκέψεις.
«Υποτίθεται πως αυτοσυγκεντρώνεται».
«Κόψε μια φορά», ζήτησε από τη
Νατάσσα.
Η φίλη μου υπάκουσε αμέσως. Η άλλη

γυναίκα έβγαλε ένα χαρτί στο κέντρο
του τραπεζιού κι ύστερα άρχισε να
ρίχνει ένα-ένα τα υπόλοιπα γύρω του με
συγκεκριμένο συμμετρικό τρόπο. Κάθε
λίγο σταματούσε για να κάνει τα σχόλιά
της.
«Μάλιστα», ξεκίνησε. «Είσαι
παντρεμένη».
Σπουδαία πληροφορία, σκέφτηκα εγώ.
Πολύ δύσκολο να το καταλάβει κανείς.
«Έχεις ένα παιδί. Μεγάλο».
Ε, βέβαια, δεν δείχνει και για
μικρομάνα, συνέχισα εγώ το βιολί μου.
Ωστόσο μου έκανε εντύπωση που βρήκε
πως η Κατερίνα ήταν μοναχοπαίδι.

«Το παιδί σου ζει μακριά από το σπίτι
σου. Σπουδάζει ;»
«Ναι», απάντησε η Νατάσσα.
Καλά, αυτό δεν έπρεπε να μας το πεις
εσύ; αναρωτήθηκα.
«Θα έχει επιτυχία με τις σπουδές της».
Σπουδαία προφητεία, σκέφτηκα χωρίς
να συνειδητοποιήσω πως η Παγέτ είχε
βρει το φύλο της Κατερίνας.
«Θα παντρευτεί και θα αποκτήσει μια
ευτυχισμένη οικογένεια. Θα κάνει δύο
παιδιά». Καλά, θα δούμε μέχρι τότε. «Ο
άντρας σου είναι κάπου μακριά. Βλέπω
μεγάλη απόσταση». Εδώ σε τσακώσαμε,
κυρία μου. Τι διάβολο, όλοι μακριά θα

είναι; «Ψυχική, εννοώ», εξήγησε η
Παγέτ και μου έσπασε τα νεύρα.
«Εδώ και χρόνια είστε μακριά ο ένας
από τον άλλο. Όμως είναι μόνος του,
δεν υπάρχει κάτι άλλο στη ζωή του.
Ίσως στο παρελθόν…» Συνέχισε να
ρίχνει φύλλα και να μελετά ποιος ξέρει
τι. «Εσύ δεν είσαι μόνη. Έχεις μια
σχέση», είπε με σιγουριά και την
κοίταξε στα μάτια.
«Ναι», ομολόγησε σιγανά η Νατάσσα κι
εγώ άρχισα να παρακολουθώ το παιχνίδι
με καινούργιο ενδιαφέρον.
«Χμ… δύο άντρες. Ένας ψηλός κι ένας
κοντός. Ποιος είναι ο άντρας σου;»

Τι είναι. Πω πω έρωτας!» μονολόγησε η Παγέτ κι εγώ δεν ήξερα αν ήταν έκπληξη. «Ο ψηλός σ’ αγαπάει πολύ. «Και είναι μικρός.«Ο κοντός». «Για στάσου. Συγγενής . τον βλέπω σχεδόν καθημερινά κοντά σου. Πολύ μικρότερος σου».» «Συνάδελφος». Αλλά κι εσύ βλέπω πως τον αγαπάς. «Ναι. Συνάδελφος. συμφώνησε ένοχα η Νατάσσα. «Δεν έχει σημασία. θαυμασμός ή ζήλια αυτό που διέκρινα στη φωνή της. . Σ’ αγαπάει πολύ. πολύ».

Δεν ξέρω. «Εκείνος δεν θα παντρευτεί ποτέ». «Θα θελήσει να κάνει παιδί μαζί σου». Αυτό μας έλειπε. Στο πιο κρίσιμο σημείο. ίσως σε κάποιο ταξίδι…» Τώρα βρήκες να μην ξέρεις. Πάρα πολύ. Θα ζήσετε πολύ μαζί. Όμως γάμο δεν βλέπω. Ουφ! Ανακουφίστηκα. «Όμως δεν θα αποκτήσετε ποτέ».είσαι κάτι πολύ σημαντικό για εκείνον. . Βλέπω μάλιστα και τα κεφάλια σας κάτω από την ίδια στέγη. Παιδί και εγγόνι συνομήλικα. χριστιανή μου.

» «Την εποχή του Τοξότη». κοπέλα μου». Πρόσεχε! Και βλέπω διαζύγιο. Θα βάλει ντετέκτιβ να σε παρακολουθήσει. υπολόγισα εγώ. Δηλαδή γύρω στο Νοέμβρη.Κρίμα για το παιδί. Σύντομα». «Ο άντρας σου κάτι υποψιάζεται. να μη γνωρίσει τη χαρά της οικογένειας. Η Παγέτ συνέχισε να προβλέπει μελλοντικά γεγονότα τα οποία εμένα . «Πότε. είπε ανήσυχα η Παγέτ καθώς συνέχιζε να φανερώνει φύλλα. Έτσι όμως θα γλιτώσει και πολλές πίκρες. «Πρόσεχε.

«Σειρά σου τώρα». Όταν τελείωσε. Ήμουν έτοιμη να της πω ότι εγώ δεν είχα έρθει για να μου ρίξει τα χαρτιά. «Πολλές . όμως η περιέργεια με σταμάτησε. Μόνο ένα πεντοχίλιαρο.είπε όταν άρχισαν να φανερώνονται τα φύλλα.εσύ δεν έχεις περάσει και λίγα». και όταν η φίλη μου αρνήθηκε γύρισε σε μένα.μου φαίνονταν ασήμαντα εμπρός στα όσα είχε πει μέχρι εκείνη τη στιγμή. «Πω πω. Γι’ αυτό έκοψα υπάκουα όταν ανακάτωσε τα χαρτιά και τα άφησε μπροστά μου. ρώτησε τη Νατάσσα αν ήθελε να μάθει τίποτε άλλο. Τι είχα να χάσω.

Είστε έτοιμοι να χωρίσετε». Την . Φοβάσαι ίσως. Δεν βλέπω όμως γάμο. μην ανησυχείς. «Υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή του. Έχεις δύο παιδιά. Ζουν μαζί. Εσύ δεν θέλεις.στενό-χώριες στη ζωή σου. Ο άντρας σου έχει’ φύγει. Θα χωρίσετε σύντομα. Όμως σ’ αγαπάει. Είχα αρχίσει να πιστεύω πολύ στις ικανότητες αυτής της γυναίκας και η καρδιά μου χοροπηδούσε από την αγωνία για το μέλλον που με περίμενε. Τα περιμένει επιτυχία στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Αλλά κι εσύ έχεις κάποια σχέση. Θα ζήσουν ευτυχισμένα. Πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Την άφηνα να μιλά χωρίς να λέω τίποτα. Κρίμα.

Όση ώρα οδηγούσε μέχρι το σπίτι μου. Να ζούμε με την περιέργεια του τι θα μας φέρει η κάθε μέρα που ξημερώνει. Έτσι η ζωή μας είναι πιο ενδιαφέρουσα. Σάμπως ήθελα να μάθω κι αυτά που άκουσα. παρ’ όλο που είχε μάθει με κάθε λεπτομέρεια τι της επιφύλασσε το αύριο. το μέλλον πιο προκλητικό. Τελικά ίσως είναι καλύτερα να μη γνωρίζουμε το μέλλον μας. δεν σταματούσε να μιλάει.εποχή των Ιχθύων θα έχεις μια μεγάλη επιτυχία και θα πάρεις πολλά χρήματα. .» «Τίποτα». Τι άλλο θέλεις να μάθεις. όλα έμοιαζαν συναρπαστικά. Ωστόσο για τη Νατάσσα.

Θα είμαστε μαζί για πολύ καιρό. μ’ αγαπάει. μ’ αγαπάει. Άραγε έχει αρχίσει ήδη να με παρακολουθεί. Μου θύμιζε μικρό παιδί. Αχ. Πρέπει να προσέχουμε. Και με τον ντετέκτιβ τι θα κάνω. Δεν θέλω να το μάθει έτσι. Ελένη. κι έτσι θα είμαι πιο ελεύθερη να χαρώ τον έρωτά μου. Τώρα είμαι σίγουρη». Το άκουσες. φιλενάδα. Ο Ντίνος μ’ αγαπάει. Λες να με μισήσει. Τόσο ενθουσιασμένη αλλά και τόσο φοβισμένη. κομμένα τα σχόλια από το τηλέφωνο. Την κοίταξα και χαμογέλασα. Κι αυτός ο ακατάσχετος .«Δεν ξέρω αν πρέπει να νιώθω ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη. Θα χωρίσω με τον Αντώνη. Όμως εκείνος πώς θα νιώθει.

» με ρώτησε η Νίκη όταν με είδε να κατεβαίνω ντυμένη μ’ ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα και την τσάντα μου στο χέρι. «Μόνο για λίγο. οι ενδοιασμοί που τύλιγαν σαν δεσμά το μικροκαμωμένο κορμί της. Η ζωντάνια που εξέπεμπε. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. «Θα φύγεις πάλι.χείμαρρος που ξεχυνόταν ακράτητος από τα χείλη της. Πώς μπορούσα να βάλω φρένο στην ευτυχία της ή να καθησυχάσω τους φόβους της. Η αγάπη που έκανε τα μάτια της να λάμπουν. είχε πει η Παγέτ. οι ενοχές που σκίαζαν το πρόσωπό της. Τι μπορούσα να της πω. Το πολύ δυο . Ποια ήμουν εγώ για να επηρεάσω τη μοίρα της.

«Μην αργήσεις».ωρίτσες». Και οικονομικά -το βασικότερο. με συμβούλευσε ο Άγγελος. «Αύριο θα ξεκινήσουμε νωρίς». Θα είμαστε στην ώρα μας στο λιμάνι». Είχαμε συμφωνήσει να πάμε μέχρι την Τζιά.την καθησύχασα . τους είπα και τους έστειλα’ δυο φιλιά από την πόρτα. «Σας αγαπώ». Μπήκα στο αυτοκινητάκι μου και . «Μην ανησυχείτε. Κοντά και βολικά. «Έχει μπριζόλες στο φούρνο». Είχε φτάσει επιτέλους το Σαββατοκύριακο που τους είχα υποσχεθεί πως θα περνούσαμε οι τρεις μας.

Άλλο ένα κεφάλαιο της ζωής μου έκλεινε. Λίγο νωρίτερα βρισκόμουν στο γραφείο της συμβολαιογράφου κι έβαζα τις δεύτερες υπογραφές για το διαζύγιό μου. Μπήκα στο γκαράζ του εστιατορίου κι έψαξα με το βλέμμα για τη μηχανή του Μανόλη. Ήταν εκεί. για το κινέζικο εστιατόριο όπου είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε με τον Μανόλη. Λευκές σελίδες με περίμεναν να γράψω μια νέα ιστορία.ξεκίνησα για την Κηφισιά. Ένιωθα ηρεμία και ανακούφιση. Ο σερβιτόρος με οδήγησε στο τραπέζι μας και με . Είχε ένα επαγγελματικό ραντεβού εκεί κοντά και για να μη χάσουμε χρόνο είχαμε αποφασίσει να συναντηθούμε κατευθείαν στο μαγαζί.

» «Πιστεύω καλά. Σου πάει το κόκκινο χρώμα». Είσαι πολύ όμορφη απόψε. «Ευχαριστώ πολύ. Εσύ είσαι έτοιμη για την αυριανή εξόρμηση. Πώς πήγε η δουλειά σου. «Άργησα.» «Πανέτοιμη. Θα μου τηλεφωνήσει τη Δευτέρα για να κλείσουμε τη συμφωνία μας. αλλά τον . «Καθόλου.βοήθησε να καθήσω.» ρώτησα και χαμογέλασα. Άλλωστε δεν χρειάζεται να κάνει κάποιος πολλά πράγματα για δύοτρεις μέρες απουσίας από την Αθήνα». Ήταν έτοιμος να μου πει κάτι.

Την επιλογή του κρασιού την άφησα ολοκληρωτικά στον Μανόλη που μου είχε αποδείξει πως είχε την ικανότητα να συνδυάζει τέλεια τη λεπτή γεύση του αλκοολούχου σταφυλιού με τη χαρακτηριστική νοστιμιά κάθε κουζίνας. «Σκέφτηκα πως απόψε είναι η πιο κατάλληλη ευκαιρία να σου πω κάτι που έχω στο νου μου». Καθώς και οι δυο ήμαστε φαν της κινέζικης κουζίνας.σταμάτησε ο σερβιτόρος που ήρθε να πάρει την παραγγελία μας. . δεν αργήσαμε να καταλήξουμε στα πιάτα που επιθυμούσαμε. μου είπε όταν ο σερβιτόρος γέμισε τα ποτήρια μας με το παγωμένο λευκό κρασί. «Έχεις μπροστά σου τρεις μέρες ηρεμίας για να σκεφτείς και να καταλήξεις όπου νομίζεις».

. μια αδιόρατη αμηχανία. «Μου κινείς την περιέργεια». Το ύφος του είχε μια παράξενη σοβαρότητα.Ένιωσα το σώμα μου να σφίγγεται άθελά μου. Θα ήθελα να είμαι κι εγώ δίπλα σου. «Ελένη. Σίγουρα ξέρουμε τι θέλουμε από τη ζωή μας και από τους ανθρώπους που έχουμε κοντά μας. είμαστε και οι δύο ώριμοι και κατασταλαγμένοι άνθρωποι. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του πριν συνεχίσει. Και πιστεύω πως γνωρίζουμε πολύ καλά τι νιώθει ο ένας για τον άλλο». «Πλησιάζει ο καιρός που θα έχεις το διαζύγιό σου στο χέρι. συνέχεια». που θα είσαι ελεύθερη να χαράξεις μια νέα πορεία. είπα μόνο.

αλλά δεν μου είναι αρκετά. και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Όμως. απάντησα και θυμήθηκα ξαφνικά τα λόγια της χαρτορίχτρας από το Παγκράτι. Είμαι. δεν σου ζητώ μόνο μια σχέση. «Δεν κατάλαβες καλά. Έχουμε ανάγκη από κάτι πιο μόνιμο και νόμιμο. Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να καταναλώνουμε το χρόνο μας σε ανεπίσημους δεσμούς και εφηβικές αγάπες.«Μα ήδη είσαι. Μανόλη». από μια ολοκληρωμένη οικογένεια». Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα. Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο σερβιτόρος με τα ορεκτικά που είχαμε ζητήσει και μου έδωσε το χρόνο να συνέλθω από την έκπληξη και να .

Θέλω να ζήσω μαζί σου κάτω από την ίδια στέγη. Ελένη. του είπα όταν μείναμε πάλι μόνοι. Και θέλω ν’ αποκτήσω. Να ξυπνάω το πρωί και να σ’ έχω δίπλα μου. να σ’ έχω στην αγκαλιά μου όταν ακούω μουσική. αν το θέλεις κι εσύ. Αυτό δεν είναι ο ορισμός της οικογένειας. Θέλω να κάνω ένα παιδί μαζί σου. εγώ δεν έχω τίποτα. Μανόλη».συγκεντρώσω κάπως τις σκόρπιες σκέψεις μου. Κι έπειτα. «Έχεις μόνο δύο παιδιά. «Έχω οικογένεια. να σε φροντίζω και να με φροντίζεις…» . να μπερδεύεται ο ένας στα πόδια του άλλου στις καθημερινές μας ασχολίες.

μου είχε φύγει κάθε όρεξη για φαΐ. Είχα γνωρίσει από πρώτο χέρι τη φθορά της συμβίωσης. αλλά γρήγορα είχα συνειδητοποιήσει πως η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Με κάτι τέτοιες σκέψεις είχα αποφασίσει πριν από δεκαοχτώ χρόνια να εντρυφήσω στον έγγαμο βίο.Ανακάτωσα αμήχανα την καυτερή σούπα που βρισκόταν μπροστά μου. Όλα αυτά που μου έλεγε ο Μανόλης ήταν πολύ ωραία. Στ’ αυτιά κάποιας άλλης θα ακούγονταν ρομαντικά και δελεαστικά. εγώ είχα ξαναδεί αυτό το έργο και δεν με συγκινούσε καθόλου πια. έστω κι αν ήταν από την αγαπημένη μου κινέζικη κουζίνα. τη . Ξαφνικά. Όμως.

Μανόλη. . Δεν θέλω να ξαναζήσω τα ίδια». Το μόνο που κέρδισα από το γάμο ήταν αρκετά χρόνια καταπίεσης και θλίψης. « Επιθυμείς κάτι που δεν δοκίμασες ποτέ κι έχεις δικαίωμα να το γνωρίσεις. τα έζησα όλα αυτά και ξέρεις πως οεν ήταν η καλύτερη εμπειρία για μένα. μια επώδυνη κρίση κατάθλιψης κι ένα διαζύγιο που θα διαλαλήσει επίσημα την αποτυχία μου.δυσκολία της συνύπαρξης με κάποιον άλλο. Εκείνος ωστόσο…· «Σε καταλαβαίνω πολύ καλά». τη διαφορά της θεωρίας από την πράξη. τα οποία αναγκάζονται τώρα να πληρώνουν τα δικά μου λάθη. Όμως εγώ. Το μοναδικό καλό που είδα είναι τα δύο παιδιά μου.του είπα.

Την καταδικάζεις σε αποτυχία πριν τολμήσεις να κάνεις ένα βήμα.» «Αν ήταν να σκέφτονται όλοι τόσο απαισιόδοξα. Κι εγώ θα ζω καθημερινά με το φόβο και το άγχος ενός επικείμενου τέλους. σε λανθασμένη αντιμετώπιση κάποιων υπαρκτών προβλημάτων που όλα τα ζευγάρια αντιμετωπίζουν. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να μου το εγγυηθεί αυτό.«Τόσο λίγο πιστεύεις λοιπόν στη σχέση μας. κανείς δεν θα . δεν την καταδικάζω σε καμία αποτυχία. Θα μπορούσε να εξελιχθεί μια χαρά. Φαντάζεσαι πόσο μπορεί να με επηρεάσει κάτι τέτοιο. Πόσο εύκολα θα μπορούσε να με οδηγήσει σε λάθος συμπεριφορά.» «Όχι.

Απλώς ρεαλιστικά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. σχολίασε κι άρχισε να τρώει τη σούπα του με μηχανικές κινήσεις. Κι αν όλοι σκέφτονταν έτσι. γι’ αυτό μιμήθηκα αυτόματα τις κινήσεις του. «Δεν σκέφτομαι απαισιόδοξα. αποφάσισα να κάνω άλλη μια απόπειρα. Αδειασα το κρασί που είχε απομείνει . πιστεύω πως θα είχαμε πολύ λιγότερα διαζύγια».παντρευόταν». Θα ήταν ανόητο εκ μέρους μου να αγνοήσω τις εμπειρίες μου και να συνεχίσω να σκέφτομαι σαν ρομαντικό κοριτσόπουλο. Όταν η σιωπή έγινε αβάσταχτη για μένα. «Κι ακόμα λιγότερους γάμους».

να έχω αυτές τις απόψεις ύστερα απ’ όλα αυτά που έχω ζήσει.στο ποτήρι μου και άφησα στο μπολ το κουτάλι μου. Είμαι πολύ ευτυχισμένη όταν είμαι κοντά σου. «Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω. Το ξέρεις πως σ’ εκτιμώ. νομίζω. τα λόγια σου έδειξαν πως είχες κατασταλάξει από καιρό σε συγκεκριμένες αποφάσεις». «Είναι φυσικό. «Κι όμως.σ’ αγαπώ και σε θέλω. Απλώς με έπιασες απροετοίμαστη». πίστεψέ με. κι αυτό είναι το πρόβλημα. . Δεν θέλω να διακινδυνεύσω να τα χάσω όλα αυτά».

προσπάθησα να ξεφύγω. ξέρεις τι ζητάς και τι μπορείς να δώσεις. ξέρεις πως κι εσύ δεν είσαι αυτή που ήσουν πριν από δεκαοχτώ χρόνια. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να ζυγίσεις ψύχραιμα τα υπέρ και τα κατά της πρότασής μου και να πάρεις μια σοβαρή και υπεύθυνη απόφαση». Ξέρεις αν μοιάζω καθόλου στον πρώην άντρα σου. Μέχρι τότε έχουμε καιρό να το ξανασκεφτούμε». «Θα χρειαστούν ακόμη αρκετοί μήνες μέχρι να βγει το διαζύγιό μου. . «Ούτως ή άλλως πιστεύω πως είναι πολύ νωρίς γι·’ αυτή τη συζήτηση». Ελένη. Τώρα πια έχεις τη λογική και την εμπειρία να αποφασίσεις ώριμα για τη ζωή σου.«Δεν είσαι πια είκοσι χρονών.

«Ωστόσο θα είχα μια ιδέα για το πού βαδίζω. δεν ξέρω τι να σου πω.» «Όχι.» «Δηλαδή πρέπει να ξέρεις εδώ και τώρα αν θα παντρευτούμε σε ένα χρόνο. Θα ήξερα τι να περιμένω από σένα. αναγκάστηκα να ομολογήσω. από τη σχέση μας. Αυτή τη στιγμή οι απόψεις μου είναι αυτές που σου είπα. Μα ακόμα κι αν σου έλεγα τώρα το “ναι”. δεν είναι». Να περιμένω μια απάντηση που μπορεί να μην έρθει ποτέ. Ίσως σε λίγο . Είναι τόσο παράλογο. πολλά θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν μέσα σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα».«Και νομίζεις πως είναι δίκαιο αυτό για μένα. «Όμως.

καιρό να έχουν αλλάξει». «Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό». του υποσχέθηκα. Δεν είχα σκοπό να δω μονόπλευρα την πρότασή του. Το μόνο που θέλω είναι να μου υποσχεθείς πως δεν θα δεις μονόπλευρα αυτά που σου είπα». «Εντάξει. Άλλωστε γι’ αυτό βιάστηκα να σου μιλήσω. Για να έχεις το χρόνο να σκεφτείς και να αναθεωρήσεις κάποια πράγματα. πες το μου. Τρεις μέρες . Όταν πιστέψεις πως έχεις πάρει την οριστική σου απόφαση. δεν ήθελα να περιφρονήσω τις ανάγκες του. όμως μου ήταν αδύνατο να αγνοήσω τις δικές μου άσχημες εμπειρίες.

Η σχέση μου μαζί του κυλούσε πολύ όμορφα. Δεν ήθελα να ριψοκινδυνεύσω να τα χάσω όλα αυτά. Μου χάριζε ηρεμία. Όχι. Και μέσα μου ένιωθα σίγουρη πως. ελευθερία. Ωστόσο ο φόβος μιας καινούργιας αποτυχίας έσφιγγε σαν μέγγενη την καρδιά μου.στην Τζιά και μια βδομάδα στην Αθήνα. τα λόγια του δεν έφευγαν από το μυαλό μου. τρυφερότητα. δεν ήθελα κάτι . αν δεχόμουν να παντρευτούμε. σιγουριά και δεν μου στερούσε την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου. Είχε δικαίωμα να ζητάει αυτά που λαχταρούσε να ζήσει και η πρότασή του με τιμούσε. Στην καλύτερη περίπτωση θα αναγκαζόμουν να ζήσω συμβιβαστικά και συμβιβασμένα. κάποια μέρα αυτό θα γινόταν.

Ελένη». «Δεν μπορείς να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου μόνη. Δεν μπορούσα να ξαναδώ τη μέχρι τώρα ζωή μου σε επανάληψη. «Πολλοί είναι αυτοί που δεν άφησαν να τους επηρεάσει ένας αποτυχημένος γάμος και γνώρισαν την επιτυχία και την ευτυχία στη δεύτερη προσπάθειά τους». «Καταλαβαίνω πώς νιώθεις. όμως πιστεύω πως σκέφτεσαι με λάθος τρόπο». είπε και η Νατάσσα. «Έχεις ήδη καταλάβει τι άνθρωπος είναι ο Μανόλης κι έχεις ακόμα πολύ χρόνο στη διάθεσή σου για να ανακαλύψεις και τις άλλες πτυχές .τέτοιο. μου είπε η Μαρία το Σάββατο το απόγευμα που πίναμε όλες μαζί τον καφέ μας στη γνωστή μας καφετέρια.

Τι γνώμη θα σχηματίσουν για τη μάνα τους. Τι παράδειγμα θα τους δώσω. πρότεινε η Μαρία. Τι θα συμβεί αν μου αποκαλυφθούν πράγματα που δεν θα μου αρέσουν αργότερα . τότε ζήστε για ένα διάστημα μαζί χωρίς νομικές δεσμεύσεις». «Οι φόβοι σου είναι αρκετά δικαιολογημένοι.» . Αν αυτό πρόκειται να σε βοηθήσει. «Αυτό είναι κάτι που έχω σκεφτεί και θα το έκανα ίσως αν δεν υπήρχαν τα παιδιά. Τώρα δεν μπορώ. «Όμως.του χαρακτήρα του». αρκετές πτυχές τις ανακαλύπτει κανείς μέσα από τη συμβίωση.» ρώτησα.

«Πρέπει να καταλάβουν πως και η μάνα είναι γυναίκα. πολύ λίγα θα ήταν εκείνα που θα έφταναν στο κατώφλι της εκκλησίας». της είπα. Όσο για το παράδειγμα που είπες. «Πφ!» έκανε η Νατάσσα. «Αν τα ζευγάρια συζούσαν πριν από το γάμο. έχω σκοπό να συμβουλεύσω τα δίδυμα να συζήσουν πρώτα για ένα διάστημα με τον άνθρωπο που θα έχουν επιλέξει να παντρευτούν». . απογυμνώνει τον άλλο στα μάτια σου. δήλωσε η Μαρία. «Τώρα έρχεσαι στα λόγια μου». «Η συμβίωση σκοτώνει τον έρωτα. Ανθρωπος με τις δικές του ανάγκες και επιλογές.

αλλά λένε και πως η οικογένεια ολοκληρώνει τον άνθρωπο». επισήμανε η Μαρία. Εσύ αποφασίζεις».καταστρέφει την αγάπη. Ή είσαι εσύ αυτή που θα τον ολοκληρώσει ή παραχωρείς αυτή τη θέση σε κάποιαν άλλη. . «Κι αν εσύ μπορεί να γνώρισες αυτή την ολοκλήρωση. Αυτά που φοβάμαι πως θα συμβούν αν δεχτώ την πρόταση του Μανόλη». δεν νομίζεις πως και ο Μανόλης έχει το δικαίωμα να τη ζήσει. Εδώ επιλέγεις. αλλά…» «Δεν έχει “αλλά”. «Ναι. έστω με τα όποια προβλήματά της.» «Σίγουρα.

«Δεν μπορείς να θέτεις όλους τους όρους εσύ. Αυτό το παιχνίδι παίζεται με δύο παίκτες που έχουν ίσα δικαιώματα». ακόμα και ν’ αγαπήσουμε τα ελαττώματα του άλλου». συμπλήρωσε η Νατάσσα.δεν είσαι μικρό παιδί. όπως κι εσύ δεν μπορεί να είσαι τέλεια για κανέναν. φιλοσόφησε η Μαρία. «Αυτό που φοβάμαι είναι οι ζαβολιές».η αγάπη από μόνη της είναι ένα τέλειο συναίσθημα που μας βοηθά να κατανοήσουμε. «Αυτό που σ’ έχει πληγώσει . Ξέρεις πως ποτέ δεν πρόκειται να βρεις τον τέλειο σύντροφο. Ομως. «Ελένη. είπα.

πως αγαπούσε εμένα γι’ . Τον καιρό που ήμουν με τον Μανόλη ένιωθα ανεξάρτητο άτομο μέσα σε μια ανιδιοτελή σχέση. εκτίμηση και κατανόηση στις ανθρώπινες ανάγκες σου. «είναι πως ο Γιάννης δεν σου έδειχνε σεβασμό.περισσότερο στο γάμο σου». σίγουρα δεν υπήρχε καμία σχέση ανάμεσά τους. θα του είχες δώσει πόδι προ πολλού». Όχι. Άσε που αν έμοιαζε έστω και στο ελάχιστο στον Γιάννη. είπε η τρίτη της παρέας. Ήξερα πως θαύμαζε την προσωπικότητα και τις απόψεις μου. Σου είχε στερήσει την ελευθερία και σου είχε καταρρακώσει την προσωπικότητα. Τώρα έχεις το μυαλό και την εμπειρία να καταλάβεις εγκαίρως αν ο Μανόλης είναι κάτι ανάλογο.

πως απολάμβανε τον παιδιάστικο αυθορμητισμό μου και το χιούμορ μου. πως είχα τη συμπαράστασή του για οποιοδήποτε βήμα αποφάσιζα να κάνω. 12 . Ήξερα πως κοντά του ένιωθα σιγουριά και ηρεμία. Τι ήταν λοιπόν αυτό που γέμιζε την καρδιά μου φόβους και αμφιβολίες. Ήμουν σίγουρη πως όποτε τον χρειαζόμουν θα βρισκόταν κοντά μου και όποτε είχε εκείνος την ανάγκη μου θα έτρεχα δίπλα του. πως χαιρόταν με τη χαρά μου και λυπόταν με τη λύπη μου.πως μπορούσα να μοιραστώ μαζί του και το πιο τρελό μου όνειρο.αυτό που ήμουν και όχι γι’ αυτό που θα ήθελε να ήμουν.

. εκεί που έκαναν πιάτσα οι άμαξες. το παραδοσιακό μεταφορικό μέσο του νησιού. Ήταν Παρασκευή βράδυ και η Ντάπια έσφυζε από ζωή. οι μεγαλύτεροι σε ηλικία τα εστιατόρια και τα παιδιά έτρεχαν πάνω-κάτω στα πλακόστρωτα σοκάκια. Η Νατάσσα ανέβηκε στη δεύτερη άμαξα. Η ομάδα από την τράπεζα χωρίστηκε σε μικρότερες παρέες που ξεκίνησαν αμέσως για την πλατεία της Μπουμπουλίνας. Οι νέοι είχαν γεμίσει τις καφετέριες.Το Καταμαράν έφτασε στην ώρα του στις Σπέτσες και η Νατάσσα κατέβηκε στο λιμάνι με τους συναδέλφους της από την τράπεζα και δεκάδες άλλους ταξιδιώτες. Ο κόσμος λες κι είχε χωριστεί σε τρεις ομάδες.

ο συνάδελφος.Εντελώς τυχαία δίπλα της κάθησε ο Ντίνος και στο απέναντι κάθισμα ένας συνάδελφός τους με τη γυναίκα του. διευκρίνισε. λες και δεν το ήξερε. Πάνε όμως αρκετά χρόνια από τότε». «Την πρώτη ήμαστε ερωτευμένοι. βιάστηκε να απαντήσει η Νατάσσα. «Έχετε ξανάρθει στο νησί. σχολίασε ο Ντίνος καθώς το άλογο έτρεχε στον παραλιακό δρόμο. πηγαίνοντάς τους στο Σπέτσες Οτέλ. Τη δεύτερη παντρεμένοι». «Εμείς έχουμε έρθει άλλες δύο φορές.» «Πρώτη φορά έρχομαι». «Όμορφα είναι το βράδυ». . είπε ο Δημήτρης.

Η Νατάσσα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από ανησυχία. αν βέβαια ξέρουν πού να πάνε». . ακόμα και για παράνομους εραστές. Ο Ντίκος της έριξε μια κλεφτή ματιά. απάντησε αόριστα η Καίτη. για οικογενειάρχες. Για ερωτευμένα ζευγάρια. Έπειτα χαμογέλασαν ταυτόχρονα και οι δύο σαν να είχαν συνεννοηθεί. «Πάντως.» ζήτησε να μάθει η Νατάσσα γελώντας. «Όχι απαραιτήτως». το νησί προσφέρεται για όλες τις περιπτώσεις. για παντρεμένους. τους πληροφόρησε ο Δημήτρης.«Το ένα αναιρεί το άλλο.η γυναίκα του.

«Ναι.» ρώτησε ο Δημήτρης. είπε ο αμαξάς και τράβηξε τα γκέμια του αλόγου του. Έπειτα από μια μικρή διαφωνία για το ποιος θα πληρώσει. ε.«Φτάσαμε». και πιστεύω πως θα ακολουθήσουν κι άλλοι. ανέβηκαν τα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου και πλησίασαν τη ρεσεψιόν. . προχώρησαν προς το ασανσέρ. «Στον ίδιο όροφο είμαστε όλοι.» παρατήρησε ο Ντίνος. Θα κατεβείτε στο εστιατόριο για το δείπνο που έχει κανονίσει η τράπεζα. Αφού πήραν τα κλειδιά τους.

Τι είχε άραγε στο μυαλό του. Δεν ήξερε τι έπρεπε να φορέσει. «Εσύ. «Με ψιλοπείραξε το ταξίδι. Θα πρέπει να είναι ωραία οργανωμένο». Μάλλον θα πέσω νωρίς». εγώ δεν νομίζω».«Μπα.» Κοίταξε τη Νατάσσα. Καθένας ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Τον πείραξε το ταξίδι. Άνοιξε το σακ-βουαγιάζ της κι έβγαλε καθαρά εσώρουχα. Δεν ήξερε πώς θα περνούσε . «Ε… Μάλλον ναι. Μα μέχρι πριν από λίγο φαινόταν μια χαρά. απάντησε ο Ντίνος. Η Νατάσσα μπήκε στο 304 κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Έξω από το ασανσέρ χώρισαν.

Έπειτα από δέκα λεπτά ξαναβγήκε φρεσκαρισμένη.» ρώτησε. . Σε λίγο ήταν σίγουρη πως θα ξεκαθάριζαν όλα. όταν θυμήθηκε πού βρισκόταν και με ποιους. Πήρε το νεσεσέρ της κι έβγαλε από μέσα το άρωμά της.το υπόλοιπο βράδυ της. όταν άκουσε ανυπόμονο χτύπημα στην πόρτα. χτενισμένη και ντυμένη μόνο με τα μαύρα της εσώρουχα. «Ναι. Πλησίασε με μεγάλα βήματα κι ετοιμάστηκε να ανοίξει. Δεν είχε προλάβει καλάκαλά να βιδώσει το καπάκι. Ανασήκωσε χαμογελώντας τους ώμους και πήγε στο μπάνιο.

«Με περίμενες. Άνοιξε προσεκτικά. Ο Ντίνος μπήκε βιαστικά κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.«Όχι». ρίχνοντας μια πονηρή ματιά στο γυμνό της κορμί. φροντίζοντας να παραμείνει προφυλαγμένη από κάθε αδιάκριτο βλέμμα.ακούστηκε μια αγαπημένη φωνή. της είπε πειραχτικά. «Πάντα σε περιμένω». Χάρηκαν τον έρωτά τους και ο Ντίνος τη ρώτησε φιλώντας τρυφερά τα μαλλιά της: «Πεινάς . του απάντησε και αναζήτησε τα χείλη του με τα δικά της.» . Έπειτα την τράβηξε στην αγκαλιά του. βλέπω».

«Η νύχτα είναι ολόκληρη δική μας. «Γία φαγητό. αχόρταγη!» «Ακόμα κι αν πέθαινα από την πείνα. δεν θα ήθελα ν’ αφήσω την αγκαλιά σου με τίποτα». του απάντησε με λαχτάρα. Τώρα πάμε να κάνουμε μια βόλτα. Η Νατάσσα τον ακολούθησε μετά από πέντε λεπτά και λίγο αργότερα ένα άλογο τους γύριζε με αργό καλπασμό στο λιμάνι. Ανακατεύτηκαν .» της πρότεινε. Ο Ντίνος κατέβηκε πρώτος και ζήτησε από τη ρεσεψιόν να καλέσουν μια άμαξα.«Εξαρτάται για τι πράγμα εννοείς».

Η Νατάσσα τους έριξε μια κλεφτή ματιά. άμαξες που πηγαινοέφερναν κόσμο περνούσαν αδιάφορα από δίπλα τους. Χάζεψαν τις βιτρίνες των καταστημάτων.με τον κόσμο και περιπλανήθηκαν στα στενά σοκάκια της Ντάπιας. αγόρασαν παγωτά και κατηφόρισαν το στενό παραλιακό δρόμο που οδηγούσε στο Παλιό Λιμάνι. Επιτέλους η αγάπη τους είχε δραπετεύσει από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του και τραγουδούσε πλάι τους μαζί με το κύμα. «Να σου πιάσω το χέρι. Επιτέλους μπορούσε να κυκλοφορήσει δίπλα του χωρίς το φόβο μήπως τη δει κανείς γνωστός. Απόψε ήθελε να απολαύσει . κεφάτες παρέες. Ρομαντικά ζευγαράκια.» τον ρώτησε διστακτικά.

γελούσε με το παραμικρό. αμέσως ένιωσε το χέρι του να τυλίγεται γύρω από τους ώμους της και να την τραβάει κοντά του.τον πείραζε σαν κοριτσόπουλο. Τύλιξε το χέρι της γύρω από τη μέση του κι έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του.με όλο της το είναι τον έρωτα που έκρυβε τόσο προσεκτικά στην καρδιά της.της απάντησε εκείνος και η Νατάσσα ένιωσε το κορμί της να μουδιάζει από τον πόνο. Όμως. Σχολίαζε τα πάντα. Πόση ευτυχία! Να περπατά αγκαλιά με τον άντρα που αγαπούσε! Η χαρά τής έφερε μια ακατάσχετη πολυλογία. και η καρδιά της φτερούγισε χαρούμενα στο στήθος της. «Όχι». .

«Το μόνο κακό είναι πως είσαι παντρεμένη. «Χαλάρωσε». . Έκανε να τραβηχτεί μακριά του. Γελούσε ακόμα όταν συνειδητοποίησε πως είχαν προσπεράσει το πρώτο μαγαζί και τα φώτα του λιμανιού φανέρωναν τον απαγορευμένο δεσμό τους. αλλά κανείς δεν φαινόταν να τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν από αμηχανία.Ο δρόμος ήταν μακρύς μέχρι το Παλιό Λιμάνι. αλλά εδώ κανείς δεν το ξέρει». αλλά ο Ντίνος την έσφιξε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. όμως η Νατάσσα ούτε που κατάλαβε πότε έφτασαν. Κοίταξε γύρω της. της είπε ο Ντίνος.

όχι». Αλλά… δεν ντρέπεσαι να κυκλοφορείς με τη… μαμά σου. ωστόσο δεν κατάφε. της είπε και την ξαναφίλησε. όμως δεν . ραν να διώξουν ολότελα την αμηχανία της. κοιτούσε γύρω της για να εντοπίσει και κάποιο άλλο αταίριαστο εξωτερικά ζευγάρι. Τα λόγια του τη χαροποίησαν. σύντομα θα το καταλάβουν. Σου ρίχνω πολλά χρόνια».» «Τίποτε. Σε όλη τη διάρκεια της βόλτας τους. «Και τι τους νοιάζει τους άλλους αφού εμάς δεν μας πειράζει.«Υπάρχει κι άλλο κακό που ακόμα κι αν δεν το ξέρουν.» «Αφού η μαμά μου είναι τόσο όμορφη.

Απεναντίας. «Τι έχεις. Ο Ντίνος πρόσεξε την ξαφνική μελαγχολία της. «Τίποτα». επανέλαβε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι.» τη ρώτησε. Μόνο μια ουτοπία για να ζεσταίνει την παγωμένη της καρδιά. «Τίποτα». έναν ψίθυρο αγάπης για να τη νανουρίζει τις άδειες νύχτες της ζωής . ένιωσε πολύ άσχημα όταν πρόσεξε δύο φορές να τους κοιτάζουν περίεργα. Της φάνηκε σαν να την κορόιδευαν. Δεν είχε τίποτα. σαν να την κατέκριναν. «Μη μου λες ψέματα». Τίποτα.είδε κανένα.

Ωστόσο εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά του και ξύπνησε με το χέρι του τυλιγμένο γύρω από το γυμνό κορμί της. βρήκε τον Ντίνο .της. «Πρώτα ο ένας κι έπειτα ο άλλος». «Καλημέρα. αγάπη». Όταν η Νατάσσα βγήκε στο μπαλκόνι της τραπεζαρίας. «Καλημέρα». απάντησε χαμογελώντας. «Θα κατεβούμε για πρωινό.» «Μαζί.την πλημμύρισε η φωνή του.» ρώτησε τρομοκρατημένη.

ο Ντίνος και η Αλέκα λείπατε. «Χθες το βράδυ μόνο εσύ. της είπε ο Δημήτρης μόλις κάθησε απέναντί του. «Είπα να ξαπλώσω για ένα τεταρτάκι και με πήρε ο ύπνος». «Κι εγώ που έλεγα ότι δεν θα μας καταδεχτείς ούτε σήμερα». δικαιολογήθηκε η Νατάσσα. «Έτσι τουλάχιστον δεν θα έχεις δικαιολογία σήμερα πως είσαι .» «Δεν θα το πιστέψετε». Τι έπαθες. «Εδώ! Έχει άδεια θέση».καθισμένο ανάμεσα σε πέντε άλλους συναδέλφους.της φώναξε η υπεύθυνη του τμήματός της και της έδειξε τη διπλανή καρέκλα.

πηδούσαν από την προβλήτα. Κανείς από την παρέα της τράπεζας δεν σκέφτηκε να την περιφρονήσει. Η Νατάσσα ήταν η τελευταία που βγήκε. Οι περισσότεροι άντρες γρήγορα βαρέθηκαν και προτίμησαν να καθήσοον γύρω από το κιόσκι του ξενοδοχείου για να απολαύσουν τα ουζάκια τους. Η θάλασσα ήταν υπέροχη. «Και βέβαια». Οι γυναίκες συνέχισαν το κολύμπι και την ηλιοθεραπεία.κουρασμένη. έπαιζαν και γελούσαν. βαθιά και αρκετά ήσυχη. Ζεστή.» ρώτησε η Καίτη. πεντακάθαρη. Κολυμπούσε . Θα έρθεις μαζί μας για μπάνιο. Μπαινόβγαιναν στα διάφανα νερά.

προσπαθώντας να πνίξει στο ζεστό νερό τον πόθο και την ανυπομονησία της να βρεθεί πάλι μόνη με τον Ντίνο. . και κάθησε στην άκρη του κρεβατιού.» απόρησε η Καίτη.τόσες ώρες κολύμπι δεν σου άνοιξαν την όρεξη . φόρεσε σορτσάκι και μακό μπλουζάκι. «Γι’ αυτό διατηρείς πάντα τη σιλουέτα σου». Έκανε ντους. Όταν οι άλλοι αποφάσισαν πως ήταν ώρα να ετοιμαστούν για το μεσημεριανό. «Μα. πότε χαλαρά πότε δυνατά.πάνω-κάτω. εκείνη ισχυρίστηκε πως δεν πεινούσε και δεν θα κατέβαινε στην τραπεζαρία. Η Νατάσσα τους απάντησε αόριστα και ανέβηκε στο δωμάτιό της. σχολίασε η Αλέκα.

Τα αυτιά της κατέγραφαν και τον παραμικρό ήχο που ακουγόταν απ’ έξω. Το κορμί της σφιγγόταν κάθε φορά που άκουγε το ασανσέρ ή βήματα. Κοίταξε γύρω της το μικρό δωμάτιο και θαύμασε το πόσο απέραντη αγάπη μπορεί να χωρέσει μέσα σε τέσσερις . Το μυαλό της αρνιόταν να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο εκτός από εκείνον. παραδομένη στα τρυφερά του χάδια. «Ήρθες! Ήρθες επιτέλους». Μία ώρα αργότερα βρισκόταν ξαπλωμένη γυμνή στην αγκαλιά του. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει μέχρι τη στιγμή που άκουσε το χτύπημα στην πόρτα.Περίμενε. . Έτρεξε να ανοίξει και βρέθηκε στην αγκαλιά του.

Ο Ντίνος γέλασε. «Όταν θα με νεύριαζες δεν θα μπορούσα να σε στείλω να κοιμηθείς στην μπανιέρα». «Μόνο που θα υπήρχε ένα πρόβλημα». μόνο με ένα ντους.» «Μμ…» έκανε ο Ντίνος χαμογελώντας ονειροπόλα.στενούς τοίχους.» . «Θα το άντεχε η ψυχή σου να μ’ αφήσεις μόνο σε μια κρύα μπανιέρα. συνέχισε η Νατάσσα. έστω κι ένα μικρό κουζινάκι. Να μην είχαμε τίποτε άλλο παρά μόνο μια μικρή τουαλέτα. χωρίς μπανιέρα. «Θα ήθελες να μέναμε μαζί έστω και σ’ ένα τόσο μικρό χώρο.

«Ναι. «Για μένα θα είσαι πάντα ίδια». Θα εξαφανιστώ. . «Κι εγώ». «Κι όταν θα γίνω μια άσχημη. «Ως πότε. Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ να με δεις έτσι. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ».» «Για πάντα». ρυτιδιασμένη γριά.«Δεν θα σ’ άφηνα ποτέ και για τίποτα. αποφάσισε εκείνη τη στιγμή η Νατάσσα. όμως έτσι δεν θα με δεις. Θέλω να με θυμάσαι πάντα όπως είμαι τώρα. μπορεί ακόμα και να πεθάνω.καλά».» τον ρώτησε.

τα τρελά όνειρα που έκανε κάποιες φορές για το μέλλον τους… «Τελικά. αναρωτιέμαι τι είναι χειρότερο. τίποτα».«Τι σκέφτεσαι. Κάθε φορά που βλέπω το πρόσωπό σου να συννεφιάζει και σε ρωτάω. «Αλήθεια. «Τίποτα». «Πάλι τίποτα. Να αγα· πάς χωρίς ανταπόκριση ή να ζεις μια αγάπη αμοιβαία αλλά . Μερικά πράγματα ήταν καλύτερα να μην τα ξέρει.» τη ρώτησε ο Ντίνος. τις ανασφάλειες που βασάνιζαν την καρδιά της. μου απαντάς πάντα “τίποτα”». Όπως τον πόνο που της προκαλούσε πολλές φορές αυτή η απαγορευμένη αγάπη.

«Το βάρος της απόρριψης είναι πολύ μεγάλο για να το σηκώσει κανείς εύκολα».» μας ρώτησε η Νατάσσα τη Δευτέρα το απόγευμα που πίναμε τον καφέ μας σε μια καινούργια καφετέρια που είχε ανακαλύψει η Μαρία στην Πεντέλη. μια αγάπη που δεν μπορείς να τη χαρείς. «Ναι.απαγορευμένη. «Είναι όμως μεγάλη παρηγοριά να ξέρεις πως τα αισθήματά σου έχουν μΐ-α . «Χειρότερο είναι το πρώτο». απάντησε η Μαρία ύστερα από λίγη σκέψη. την αντέκρουσε η Νατάσσα. αλλά σου είναι πιο εύκολο να το πάρεις απόφαση πως δεν γίνεται τίποτα και να το ξεπεράσεις».

Απόλαυσέ την όσο μπορείς. Είναι καλό να ξέρεις πως προκαλείς πόνο στον άνθρωπο που αγαπάς. «Και γιατί προβληματίζεσαι τόσο. «Και είναι καλό αυτό. ενώ μοιράζεσαι με κάποιον άλλο τη στενοχώρια σου.το φορτίο -αν και χωρισμένο στα δυο-ζυγίζει διπλά». «Ψάχνεις πάντα να βρεις τα άσχημα στη σχέση σας.ανταπόκριση». Πιστεύω πως είναι η μοναδική περίπτωση που. έχεις μια παρηγοριά πως δεν πονάς μόνη σου».» τη ρώτησε η Μαρία. χωρίς να δηλητηριάζεις μόνη σου την ευτυχία . «Έχεις πάντα μια ελπίδα. είπα εγώ. διαφώνησε η φίλη μας σαν να μονολογούσε.

Αυτού του είδους οι δεσμοί δεν σηκώνουν ερωτήσεις.σας. Κυριαρχεί ένα σπάνιο πάθος που μπροστά του δεν έχει αξία τίποτε άλλο. ούτε απαγορεύσεις. Τίποτα. Ούτε ηλικίες. ούτε όρια. . όχι κόντρα». δεν έχουν απαντήσεις. Απλώς βουτάς σε άγνωστα νερά. ελπίζοντας πως θα καταφέρεις να επιπλεύσεις. ούτε ενοχές. Η Νατάσσα δεν μίλησε. Χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε αμήχανα τα τσιγάρα της. Και κανείς δεν μπορεί να σου προκαθορίσει το μέλλον. Χαλάρωσε και πήγαινε σύμφωνα με το ρεύμα του ποταμού. Η έκφρασή της ήταν προβληματισμένη. το πρόσωπό της ανήσυχο.

τις λανθασμένες επιλογές μου ή την αφόρητη. . αλλά καλοβαλμένη». μοναξιά μου. Άλλες. «Τι ζηλεύεις από μένα.«Δεν ξέρω». Τον αποτυχημένο γάμο μου. Νατάσσα. πάλι.τι σ’ ενοχλούσε. είπε έπειτα από λίγο. «Είναι φορές που νιώθω πολύ τυχερή γι’ αυτό που μου συμβαίνει. ρουτινιάρικη ίσως. Και τώρα δεν μπορείς να ισχυριστείς πως είσαι μόνη. «Αυτό το λες και για μένα. Έχετε μια ζωή ήρεμη.» τη ρώτησα. ώρεςώρες. «Όλα έχουν το τίμημά τους. σας ζηλεύω. Έχεις τον Μανόλη και ξέρεις πού βαδίζεις».» «Κατάφερες ωστόσο ν’ απαλλαγείς απ’ ό.

προσπαθεί να μην αλλάξει τη συμπεριφορά του. όχι. Όσο για τον Μανόλη. «Δεν έχει και τόσο άδικο». Όλα τελικά αγοράζονται.» «Μου δείχνει πως μ’ αγαπάει. .Απαλλάχτηκα από πολλά. μια… αγανάκτηση θα μπορούσα να πω». σχολίασε η Μαρία. «Εκείνος τι λέει. Τίποτα δεν σου χαρίζεται. όμως διακρίνω μια ανυπομονησία. δείχνει υπομονή και κατανόηση. πλήρωσα όμως αρκετά ακριβά. δεν ξέρω πού βαδίζω. Για να τον έχω κοντά μου θα πρέπει να κάνω πάλι ορισμένες υποχωρήσεις και δεν ξέρω αν το θέλω».

Εγώ δεν είμαι διατεθειμένη ούτε να . Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο. «Αν τον αγαπούσες δεν θα ήσουν τόσο επιφυλακτική». «Είμαι επιφυλακτική επειδή δεν θέλω να την ξαναπάθω. Κι έπειτα. η δική μου αγάπη δεν συγκρίνεται σε τίποτα μ’ αυτό που νιώθεις εσύ για τον Ντίνο. Όποιος καεί στο χυλό.» ρώτησε η Νατάσσα.«Ίσως όχι. «Μήπως δεν τον αγαπάς πραγματικά. Εγώ διστάζω να διακινδυνεύσω το μέλλον μου. λέει η παροιμία κι έχει απόλυτα δίκιο». ναι. ενώ εσύ θα θυσίαζες πρόθυμα το παρελθόν σου. αν θέλεις να συγκρίνεις τη σχέση μας με τη δική σου. φυσάει και το γιαούρτι. ε.

ενώ εσύ τον προσφέρεις με παιδικό αυθορμητισμό και ανιδιοτέλεια».δώσω ούτε να πάρω πολλά. «Θέλω . διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. ο τρόπος με τον οποίο βλέπει την ίδια τη ζωή. είπε η Νατάσσα. Εγώ οχυρώνω τον εαυτό μου απέναντί του.το τι είναι διατεθειμένος να επενδύσει στη σχέση του». «Σε τέτοια θέματα δεν χωράνε συγκρίσεις». Και τη διαφορά αυτή την κάνουν οι εμπειρίες που κουβαλάει ο καθένας μας. «Το αποτέλεσμα ωστόσο μπορεί να είναι το ίδιο». εσύ θέλεις να δώσεις και να πάρεις τα πάντα. μπήκε στη μέση η Μαρία. «Κάθε σχέση είναι μοναδική. οι απαιτήσεις που έχει.

Όμως. αλλά δεν είμαστε. ζητάει διαφορετικά πράγματα. τίποτε απ’ αυτά δεν γίνεται. έχουμε τρεις εντελώς διαφορετικές σχέσεις. κι αυτό μας υπονομεύει την ευτυχία».να πω. Κι όμως. . εσύ θα ήθελες να είχες μια έγκυρη βεβαίωση πως θα είσαι για πάντα μαζί με τον Ντίνο και η Ελένη να θέσει τους δικούς της όρους στη σχέση της με τον Μανόλη. εμείς οι τρεις για παράδειγμα. θα μπορούσαμε κάλλιστα να είμαστε και οι τρεις το ίδιο ευτυχισμένες». «Θα μπορούσαμε. Εγώ θα ήθελα να μην ένιωθα τη σκιά της απιστίας του Κώστα. Κι αυτό επειδή κάθε μία δίνει διαφορετικό ορισμό στην ευτυχία.

«Φταίει η ανθρώπινη αχαριστία». «Γιατί να είναι τόσο πολύπλοκα τα πράγματα. «Ίσως να είναι δικαιολογημένη ανθρώπινη ανασφάλεια». «Δεν νομίζω πως είναι από μόνα τους». απάντησε η Μαρία. Αντί να χαιρόμαστε αυτό που μας προσφέρει η .τι έχουμε και πάντα ζητάμε κάτι περισσότερο. διαφώνησε η Νατάσσα. κάτι άλλο θα βρίσκαμε να λαχταράμε». «Ίσως να μην είναι αχαριστία». «Εμείς έχουμε την τάση να τα περιπλέκουμε. «Ποτέ δεν είμαστε ευτυχισμένοι με ι). Κι αν είχαμε αυτό το περισσότερο. είπα.» ρώτησα.

«Ένα μέλλον που δεν ξέρουμε αν θα έρθει ποτέ. «Επειδή θέλουμε να διασφαλίσουμε το μέλλον μας. Αυτό σας λέω. τις αμφιβολίες. αρχίζουμε τις αναλύσεις.» «Τώρα μου θύμισες την Έρη». κορίτσια. Όλα γύρω μας άλλαζαν και μόνο η παρουσία του θανάτου έμοιαζε αμετακίνητη και απαράλλαχτα . Δεν είναι κουταμάρα . Δεν είναι κακό αυτό». ~ίπα.για ένα αβέβαιο μέλλον. τους προβληματισμούς».κάθε μέρα. Σπαταλάμε το παρόν μας.το μόνο σίγουρο. είπε η Νατάσσα και όλες χαμογελάσαμε μελαγχολικά.

απειλητική. το αυτοκίνητο του Αντώνη βρισκόταν στη θέση του στο γκαράζ. της κάθε στιγμής. Πόση ακόμα σοφία θα χρειαζόμασταν για να παρατήσουμε τις αμφιβολίες μας και να παραδοθούμε στην ευτυχία της στιγμής. Ψηλάφισε τον τοίχο και πάτησε το διακόπτη. Άνοιξε σιγάσιγά και μπήκε μέσα. Απόλυτη ησυχία. Το φως έλουσε το χώρο και το πρόσωπο του . Το σαλόνι ήταν σκοτεινό. 12 Η Νατάσσα στάθηκε έξω από την πόρτα και αφουγκράστηκε πριν βάλει το κλειδί της στην κλειδαριά. Κι όμως. χωρίς κανένα φόβο και καμία ενοχή.

» «Πού ήσουν. που ήταν κρυμμένο πίσω από μια ολωσδιόλου απροσδιόριστη έκφραση.» «Γία καφέ με τα κορίτσια. «Τι έχεις.το πρόσωπό του σκοτείνιασε από ανεξέλεγκτο θυμό.τον χαιρέτησε.της απάντησε με αλλοιωμένη φωνή. «Καλησπέρα». Ξαφνικά.» Ο Αντώνης την κοίταξε σαν να είχε ένα σωρό πράγματα να πει αλλά δεν ήξερε από πού να αρχίσει. . «Καλησπέρα».άντρα της. Γιατί.

Η Νατάσσα κοκάλωσε. «Δεν θα το αρνηθείς.«Επειδή πίστευα πως θα ήσουν με τον γκόμενό σου». Έπειτα συνειδητοποίησε πως τα μάγουλά της έκαιγαν και τα χέρια της έτρεμαν. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Δεν έχεις να πεις τίποτα. Έμεινε να τον κοιτάζει αμίλητη σαν μαρμαρωμένη. αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε από το στόμα της.» Τα χείλη της κινήθηκαν.» συνέχισε αμείλικτα ο Αντώνης. . είπε τελικά σαν να έφτυνε τις λέξεις. Στο μυαλό της ήρθε η προειδοποίηση της χαρτορίχτρας.

Από πού το έμαθα. «Να με κερατώνεις. Ο άντρας της πετάχτηκε από τον καναπέ σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα. κι εμένα να μ’ αφήνεις στην άγνοιά μου να παίζω το ρόλο του μαλάκα».» «Αυτό έχει σημασία για σένα. αλλά…» Τι μπορεί να πει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις. Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό. Να πηδιέσαι με κάποιον άλλο.» «Ποιο.» έκανε την ανοησία να ρωτήσει.«Πώς μπόρεσες. Αυτό που μου έκανες σου μοιάζει εντελώς ασήμαντο . «Ποιος σου το είπε.Τόσες φορές είχε .» «Όχι.

» «Όχι και τόσο.σκεφτεί να ξεκαθαρίσει τη θέση της απέναντί του. Σημασία έχει το ότι μπόρεσες .. ο Αντώνης δεν είχε τέτοιο σκοπό. Δεν έχει σημασία.για να μη φτάσει ποτέ σ’ αυτό το σημείο.έχει σημασία.» Την πλησίασε άγρια και η Νατάσσα έκανε δυο βήματα πίσω για να αποφύγει το χτύπημά του. κι όμως ποτέ δεν είχε βρει το θάρρος να το κάνει.. «Έ. «Πόσον καιρό με δουλεύεις. Όμως. Έχεις δίκιο. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της και περίμενε με ανυπομονησία την απάντηση της. Πόσον καιρό γελάνε οι άλλοι πίσω από την πλάτη μου.

» «Δεν είναι έτσι. Κι αυτό το καθίκι ήξερε πως είσαι παντρεμένη.να το κάνεις. Όμως. τη δική μου βρήκε να πηδήσει. Αντώνη. έτσι δεν είναι. «Πάνε κάτι μήνες». είμαι περίεργος. του απάντησε αόριστα. «Μήνες! Κι εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου. Ήταν κάτι…» «Ήταν κάτι πρόστυχο και από τους δυο . γι’ αυτό ρωτάω». Μακάρι να μπορούσες να καταλάβεις. «Και απ’ όλες τις γυναίκες της Αθήνας.» «Ναι».

Μ’ αγαπάει και τον αγαπώ κι εγώ. Αυτός τι είχε να χάσει.» «Δεν είναι όπως το περιγράφεις. «Ξέρω πως θα σε πληγώσω μ’ αυτό που θα σου πω. Εσύ. Δεν καταλαβαίνω πού πήγε η δική μας . αλλά δεν τα καταφέραμε. καταλαβαίνεις. ένα λιγότερο. που να πάρει ο διάολος».» «Όχι. Τι παραπάνω βρήκες σ’ αυτόν. του είπε ικετευτικά και η φωνή της ράγισε. «Δεν καταλαβαίνω . όμως υπάρχει αγάπη σ’ αυτή τη σχέση. Ένα πήδημα περισσότερο. Αντώνη».σας». την έκοψε εκείνος. Προσπαθήσαμε να το πολεμήσουμε. φώναξε και τη γράπωσε δυνατά από το μπράτσο. «Και περισσότερο βέβαια απ’ τη μεριά σου.

«Η δική μας αγάπη υπάρχει ακόμα σε άλλη μορφή. Που σ’ έκανε να ξεχάσεις όλα όσα περάσαμε μαζί. Να με απορρίψεις σαν άντρα σου και να αδιαφορήσεις για το παιδί μας. Τι περιμένεις απ’ αυτόν. «Τόσο δυνατό που σ’ έκανε να διαγράψεις τόσο εύκολα είκοσι χρόνια σχέσης. Πώς μπόρεσες να σβήσεις μια ολόκληρη ζωή για το τίποτα. Με τα καλά και τα άσχημά της. Αυτό ήταν κάτι πιο δυνατό».αγάπη. Ούτε αδιαφόρησα για την .» «Δεν διέγραψα τίποτα. Δεν καταλαβαίνω τι περισσότερο έχει αυτό το παιδαρέλι από μένα». Η κοινή μας ζωή δεν αλλάζει.

Δεν ήθελα να γίνει έτσι».» ρώτησε και η φωνή του τσάκισε. «Τότε. Ξέρω μόνο πως ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου». Τώρα δεν με πλήγωσες. Και δεν ξέρω τι περιμένω.γιατί δεν ήρθες σαν κυρία να μου εξηγηθείς. Γιατί με άφησες να γελοιοποιούμαι .» «Δεν ήθελα να σε πληγώσω». Ξέρεις τι μου έχεις κάνει.τι ήθελες. «Ναι. να ζητήσεις διαζύγιο κι έπειτα να κάνεις ό. . Να μου πεις τι συμβαίνει. «Και τώρα είναι καλύτερα. Με συγχωρείς.Κατερίνα’. καταλαβαίνω. του απάντησε ξέπνοα.

ε. Δεν θα επέτρεπα στους συνεργάτες μου να γελούν εις βάρος σου». αλλά δεν ήξερα πώς. Και δεν θα έφτανα ποτέ σ’ αυτή τη θέση.«Δεν ήθελες να σε πιάσω. Εγώ δεν θα σε κορόιδευα ποτέ έτσι. Δεν θα γύριζα στα νησιά με κάποια μικρούλα. «Κανείς δεν γέλασε εις βάρος σου. «Όχι. Ήθελα να σου το πω. . Δεν θα σε γελοιοποιούσα. Κανείς δεν το ήξερε». Δεν μου άρεσε αυτό. Αν μπορούσες να έρθεις στη θέση μου…» «Δεν μπορώ. Σε βόλευε να συνέχιζες να πηδιέσαι κι εγώ να μην ξέρω τίποτα».

Οι φίλες μας. «Καλά πουταναριά κι αυτές. Τι περισσότερο ήθελες να κάνουν. «Ε… Ναι. Να έρθουν να με καρφώσουν. Να τις χαίρεσαι τέτοιες φιλενάδες».» υπερασπίστηκε τις φιλενάδες της η Νατάσσα.» κάγχασε. Όλες τους προσπάθησαν να με πείσουν να ξεκαθαρίσω τη θέση μου απέναντί σου. . Ούτε οι φιλενάδες σου. Μόνο αυτές το ήξεραν».«Κανείς. «Άδικα τις κατηγορείς.

. Είναι πουτανιά η αγάπη. αυτό ήθελα. «Γιατί το λες αυτό. Είναι κακό ν’ αγαπήσει ένας άνθρωπος. Αλλά όλες ίδιες είστε. Πουτανιά είναι να γράφεις στο πράμα σου τον άντρα σου και να τριγυρίζεις με κάποιον που θα μπορούσε να ήταν γιος σου. «είναι να είσαι παντρεμένη και να πηδιέσαι με τον πρώτο τυχόντα. αγαπητή μου». κάποιον που θα έπρεπε να κυνηγά κοπέλες σαν την κόρη σου». Είχε δίκιο ο Γιάννης όταν έλεγε πως όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες». της τόνισε αργά καθώς την έσπρωχνε στον καναπέ.» «Πουτανιά.«Να σου βάλουν μυαλό.

προσπάθησε να υπερασπιστεί τον έρωτά της. να παίζουν στην έρημη παραλία που είχαν ανακαλύψει τη δεύτερη μέρα. Αντώνη». . Η Νατάσσα έριξε μια βιαστική ματιά. Κάνει μπαμ από μακριά». ούτε εκείνος με ρώτησε πόσο χρονών είμαι». «Δεν του ζήτησα ταυτότητα όταν τον ερωτεύθηκα. της είπε και της πέταξε μερικές φωτογραφίες που είχε κρυμμένες στην τσέπη του.«Η αγάπη δεν κοιτάζει ηλικία. Αγκαλιασμένοι στο παραλιακό δρομάκι. να φιλιούνται με πάθος στο Παλιό Λιμάνι. Σε όλες ήταν με τον Ντίνο στις*Σπέτσες. «Έπρεπε να δεις την ταυτότητά του για να καταλάβεις πως θα μπορούσε να ήταν γιος σου.

δεν μπορώ. Εξήγησέ μου». «Τον αγαπάω και μ’ αγαπάει. Δεν σας ένοιαζε που αυτόν θα τον έλεγαν ζιγκολό κι εσένα τεκνατζού. «Όχι. Δεν μας νοιάζει η διαφορά της ηλικίας. δεν ντρεπόσουν καθόλου που σ’ έβλεπε τόσος κόσμος. Δεν το βλέπουμε.να της κρατάει το χέρι στο ταβερνάκι όπου έφαγαν το τελευταίο βράδυ… «Ήθελα να ’ξέρα.» «Δεν μπορείς να καταλάβεις». ξέσπασε η Νατάσσα και άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν ελεύθερα από τα μάτια της. Αγαπιόμαστε πολύ και τίποτε . «Τον αγαπάω». Μα δεν έχεις καθόλου τσίπα.

Αλλά να ξαπλώνεις δίπλα μου και να μ’ . να κάνω έρωτα μαζί του στα όνειρά μου. το ξέρω.άλλο δεν κατάφερε vot μετρήσει περισσότερο. να κοιτάζω εσένα και να βλέπω εκείνον στο πρόσωπό σου. αλήθεια σου λέω. αλλά να τον σκέφτομαι κάθε λεπτό. αλλά δεν τα καταφέραμε. Θα προτιμούσες να μην είχα πάει μαζί του. να είμαι δίπλα σου και να υποφέρω για κάποιον άλλο. όμως είναι κάτι πάνω από τις δυνάμεις μας.» «Θα προτιμούσα να μου έκανες μια καθαρή και τίμια εξήγηση κι έπειτα να πηδιόσουν με όποιον και όσο ήθελες. να τον λατρεύω. Είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Προσπαθήσαμε και οι δύο να το εμποδίσουμε να γίνει.

τη στιγμή που πριν από λίγο είχε απλώσει τα βρωμόχερά του πάνω σου ένα κωλόπαιδο. Οι τύψεις της για τον πόνο που είχε προκαλέσει στον άντρα της. Η αγωνία της για το τι θα έλεγε η κόρη της όταν θα μάθαινε τι είχε συμβεί. αυτό όχι αγαπητή μου. Ο Αντώνης βημάτιζε πέρα-δώθε στο σαλόνι σαν θηρίο στο κλουβί. μαλάκωνε με τη χαρά της για τη λύτρωσή της από το ψέμα. δεν μπορώ να το καταπιώ με τίποτα». Μόνο που . Η Νατάσσα είχε κουρνιάσει στη γωνιά του καναπέ και προσπαθούσε να βάλει σε κάποια τάξη τις σκέψεις της. πάλευαν με την ανακούφιση πως δεν θα είχε πια τίποτα να κρύψει. Για λίγο δεν μίλησε κανείς.αφήνεις να σ’ αγγίζω.

Τι να του πει. Δεν του μίλησε. Δεν ήξερε πόση οργή κρυβόταν ακόμα μέσα του. όμως δεν τόλμησε. Ειδικά μετά την προειδοποίηση της χαρτορίχτρας… Ο Αντώνης πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι και γέμισε ένα ποτήρι. Το ήπιε μονορούφι και το ξαναγέμισε. Η Νατάσσα ήθελε να του ζητήσει να πιει κι εκείνη λίγο.δεν ήθελε να γίνουν έτσι τα πράγματα. έτοιμη να ξεσπάσει. Έπρεπε να είχε βρει τη δύναμη να του μιλήσει η ίδια. Ο . μπορούσε να καταλάβει. Εκείνη ήξερε. τον άκουσε να λέει μέσα από ένα λυγμό. «Πόσο ψηλά σε είχα». «Αν ήξερες τι μου έκανες».

Τον αγαπούσε. σαν πατέρα ίσως. Ένιωσε την ανάγκη να απλώσει το χέρι της και να χαϊδέψει τα μουσκεμένα μάγουλά του. Με δυσκολία . Δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι. Τον αγαπούσε σαν φίλο. σαν αδελφό. Είχε δίκιο να νιώθει πληγωμένος. Ο πόνος ήταν ζωγραφισμένος στο πρόσωπό του και της κομμάτιαζε την καρδιά.Αντώνης όμως δεν είχε ζήσει ποτέ κάτι τέτοιο και δεν μπορούσε να έρθει στη θέση της. ανήμπορος. προδομένος. Δεν άντεχε να είναι εκείνη η αιτία για την τόση δυστυχία του. Το τηλέφωνό μου χτύπησε πολύ μετά τα μεσάνυχτα και μ’ έκανε να πεταχτώ γεμάτη ανησυχία. Να τον σφίξει στην αγκαλιά της και να τον παρηγορήσει.

Μια δύσκολη νύχτα μάς περίμενε. Όμως κι εσύ δεν έκανες τίποτα για να το προλάβεις. Έβαλε ντετέκτιβ. Καθόταν.κατάφερα να ξεχωρίσω τη φωνή της Νατάσσας πίσω από τους λυγμούς της. ή μάλλον είχε χωθεί στη γωνιά του καναπέ μου και κρατούσε ένα ποτήρι ουίσκι με χέρι που έτρεμε. «Έγινε αυτό που δεν ήθελα». Τώρα δεν . «Το ξέρω. Αυτό που φοβόμασταν. Της πρότεινα να έρθει από το σπίτι. Ο Αντώνης τα είχε μάθει όλα. Ελένη». Με μεγάλη προσπάθεια κατάλαβα τι μου έλεγε. μου είπε μισή ώρα αργότερα. Δεν ήθελα να το μάθει έτσι. «Είχε δίκιο η χαρτορίχτρα. ντύθηκα κι ετοίμασα την καφετιέρα.

«Νομίζω πως αυτό που προέχει είναι να τηλεφωνήσεις πρωί-πρωί στην Κατερίνα.» «Ακόμα δεν ξέρω. «Έχεις δίκιο». Προσπάθησε να του εξηγήσεις.τα έχω χαμένα». Ό.τι έγινε έγινε και δεν αλλάζει. Να της μιλήσεις εσύ.ωφελεί να κλαις πάνω από το χυμένο γάλα. «Ναι. «Έπειτα θα πρέπει να πληροφορήσεις και τον Ντίνο για τις εξελίξεις». έχεις δίκιο». . Πιστεύω πως με τον καιρό θα σε καταλάβει και θα σε συγχωρήσει. Δεν πρέπει να το μάθει από τον Αντώνη». Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα. επανέλαβε μηχανικά.

«Μήπως είναι καλύτερα να τον πάρεις τώρα. «Το ότι δεν σου ζήτησε ποτέ να . «Ξέρεις… φοβάμαι. «Να ξυπνήσει.» πρότεινα. Δεν θα του αρέσει να τον αφήνεις έξω από τα βάσανά σου». Αυτό το πρόβλημα δεν αφορά μόνο εσένα. Δεν θα αντέξω κι άλλη απογοήτευση». Νατάσσα. Αν τον τρομάξει όλη αυτή η κατάσταση. Ποτέ δεν μου ζήτησε να χωρίσω για να μείνουμε μαζί. Δεν ξέρω πώς θα το πάρει. Κι έπειτα. «Θα κοιμάται». Ποτέ δεν συζητήσαμε μια τέτοια περίπτωση. θα θέλει να βρίσκεται μαζί σου αυτή την ώρα.

Μη φοβάσαι. Ευγενικός.γέμισε το πρόσωπό της με φιλιά και προσπάθησε να την παρηγορήσει. θα το δεις». αγάπη μου. Ούτε αυτό τον απαλλάσσει από τις ευθύνες του. «Ηρέμησε. Ο Ντίνος αναστατώθηκε. Είχα δίκιο. κοντά της. τρυφερός και πολύ ερωτευμένος. ζήτησε τη διεύθυνσή μου κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε . Ήταν άσχημο . Επιτέλους τον γνώρισα. Έσφιξε τη Νατάσσα στην αγκαλιά του. Άλλωστε είναι μια καλή ευκαιρία να τον δεις και στα δύσκολα. Όλα θα πάνε καλά στο τέλος.χωρίσεις δεν σημαίνει τίποτα. Ήταν πολύ γλυκό παιδί.

Κι εκείνος θα το ξεπεράσει. είμαι σίγουρος. είναι αλήθεια. «Νομίζω πως ο πόνος του θα με κυνηγάει μια ζωή. όμως το ξέραμε πως κάποτε εκεί θα κατέληγε. Οι τύψεις…» «Ώρα να σου πω κάτι κοινότοπο». Δεν το χειριστήκαμε σωστά.έτσι όπως έγινε. Θα σε καταλάβει. Δεν θα σε καταδικάσει έτσι». «Δεν ξέρω…» . κι εσύ θα ξεχάσεις τις τύψεις σου.γι’ αυτό σου φαίνονται αβάσταχτα». «Ο χρόνος είναι το καλύτερο γιατρικό για όλες τις πληγές. Είναι όλα πρόσφατα. μπήκα στη μέση. όμως σε ξέρει τόσα χρόνια.

Γύρισε και τον κοίταξε με αμφιβολία. Τον κοίταξε δύσπιστα. τι. «Εγώ. Τι θέλεις να κάνω. Θα είμαι δίπλα σου και θα σε στηρίξω με κάθε τρόπο.» ρώτησε.«Έχει δίκιο η Ελένη. «Θα δεις πως σε λίγο θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι.» «Τι θα κάνεις. Κάνε λίγο υπομονή». «Γιατί με κοιτάς έτσι. «Κι εσύ. Μαζί θα το ξεπεράσουμε». συμφώνησε ο Ντίνος. γλυκιά μου».» «Τι εννοείς.» .

Γιά τίποτα δεν .«Δεν… Δεν…» «Επειδή φοβόταν την αντίδρασή σου. είχες την οικογένειά σου. Είχες φτιάξει τη ζωή σου πριν με γνωρίσεις. λοιπόν. Δεν μου είχες συζητήσει ποτέ την προοπτική να χωρίσω από τον άντρα μου…» «Ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. «Δεν… Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ για μια τέτοια περίπτωση. Δεν ήξερε τι να περιμένει». «Τόσο λίγο με ξέρεις.» τη ρώτησε με παράπονο . εξήγησα εγώ. Μια σκιά πέρασε φευγαλέα από τα πράσινα μάτια του Ντίνου.

Η Κατερίνα δεν κατέκρινε τη μητέρα της. Εσύ ρισκάριζες τα πάντα. Μου έφτανε η σκέψη πως μ’ αγαπούσες». Είχε αποφασίσει να μείνει το καλοκαίρι στην Ιταλία επειδή είχε βρει μια δουλειά. είχα την αίσθηση πως τα δάκρυα που έτρεξαν από τα μάτια της φίλης μου είχαν πηγή την ευτυχία. ειδοποίησε ωστόσο τη Νατάσσα πως θα κανόνιζε να έρθει το . Εγώ δεν διακινδύνευα τίποτα. Αυτή τη φορά.θα μπορούσα να σου ζητήσω να τα εγκαταλείψεις όλα για χάρη μου. Άφηνα τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους και ήμουν έτοιμος ν’ ακολουθήσω όποια απόφαση έπαιρνες εσύ. Θα ήταν άδικο να σε πιέσω. που της άρεσε. ούτε όμως τη δικαιολόγησε.

Λίγο-πολύ. Μάνα και κόρη συναντήθηκαν σε ένα ήσυχο καφέ για να συζητήσουν.πρώτο Σαββατοκύριακο για να τα πουν από κοντά.» τη ρώτησε η Κατερίνα. στο άλλο το τσιγάρο της και είχε χαμηλώσει αμήχανα το κεφάλι. «Εγώ όμως θέλω ν’ ακούσω και τη δική . Τώρα κρατούσε στο ένα χέρι το ποτήρι με το φραπέ της. Η Νατάσσα είχε μετακομίσει από την επόμενη κιόλας μέρα του κακού στο σπίτι του Ντίνου. τα ξέρεις όλα. «Αοιπόν. «Τι θέλεις να σου πω. Ίσως και κάπως διαστρεβλωμένα από τον πατέρα σου».

νομίζω. Είχαμε χάσει το σημείο επαφής. και είναι φυσικό. . χωρίς προβλήματα». Το μόνο κακό ήταν πως είχαμε κάπως αποξενωθεί εξαιτίας της δουλειάς του και της δικής μου. Οι συναντήσεις μας είχαν γίνει πια τυπικές. Και ήμαστε καλά. Τα μόνα κοινά που είχαμε ήταν εσύ και οι φίλοι μας». Ωστόσο θέλω να ξέρω πώς έγιναν όλα. «Το ξέρω.σου πλευρά. δεν νιώθω ικανή για κάτι τέτοιο. Με τον πατέρα δείχνατε μια χαρά. Έρωτας βέβαια δεν υπήρχε μετά από είκοσι χρόνια γάμου. Όχι για να σε καταδικάσω ή να σε αθωώσω. Σταμάτησε για λίγο και ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ της.

«Και κάπου εκεί συνάντησες τον άλλο.» . πρέπει να παίρνει για να μπορεί να δίνει. κι αυτό ήταν λάθος. Κανείς μας δεν κατάλαβε πως οποιαδήποτε σχέση. πρέπει να καλλιεργείται κάθε μέρα. Κι έτσι. όσο δυνατή κι αν είναι. Τη θεωρούσαμε δεδομένη. Οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει. απομακρυνθήκαμε ο ένας από τον άλλο.τον… πώς τον λένε. εξασφαλισμένη. πρέπει να προστατεύεται από την πλήξη και την ανία. Νομίζαμε πως βαδίζαμε παράλληλα. σιγά-σιγά.«Πιστεύω πως επαναπαυθήκαμε στη δύναμη της σχέσης μας. σίγουρη. εγώ όμως πήγαινα προς το βορρά κι ο Αντώνης προς το νότο». κι εμείς δεν το είχαμε πάρει είδηση.

χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Δεν είσαι ματαιόδοξη. Σου συνέβη κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας. Δεν ψαχνόμουν». Ένα μεγάλο μέρος της καρδιάς μου είχε μείνει κενό και ο Ντίνος το γέμισε. δεν είσαι επιπόλαιη. Δεν ήσουν ποτέ από εκείνες που πάνε γυρεύοντας για περιπέτειες. Και -ίσως σου φανεί εγωιστικόπιστεύω πως δεν έφταιγα ούτε εγώ. Δεν το επεδίωξα. «Σε πιστεύω. Και να σου πω κάτι. Ίσως κάποιος άλλος να είχε τη δύναμη να το κρύψει βαθιά μέσα του.το ξέρω. ρε μαμά. Έτσι απλά. Κατερίνα. Δεν φταίει εκείνος.«Ντίνο.Ώς ένα σημείο μπορώ να σε καταλάβω. να υποφέρει μια ζωή για χάρη της . Θέλω να το πιστέψεις αυτό.

να θυσιάσει τόσα πράγματα για χάρη ενός νεαρού. να ζει μέσα στο ψέμα για να μη χαλάσει την εικόνα του ευτυχισμένου σπιτικού. οι άνθρωποι που θα μπορούσες να ερωτευθείς είναι τουλάχιστον συνομήλικοί σου. Ο μπαμπάς μού είπε πως θα μπορούσε να είναι γιος σου. Αυτό που με ξενίζει κάπως είναι η διαφορά της ηλικίας σας. Πώς μπορεί μια ώριμη γυναίκα να ερωτευθεί. Όμως.οικογένειάς του. Η . Η ζωή είναι μπροστά σου.» «Είσαι πολύ μικρή για να το καταλάβεις. δεν είναι έτσι. Εσύ δεν είχες αυτή τη δύναμη και είναι αποδεκτό. Βλέπεις την αγάπη από συγκεκριμένη οπτική γωνία. δεν έχεις περιθώρια για τέτοιου είδους εκκεντρικότητες.

Είναι ένα υπέροχο συναίσθημα που σβήνει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ηλικιακές διαφορές. συνέχισε η Νατάσσα. δεν τον αγαπώ. «Η αλήθεια είναι πως δεν θα ήθελα ν’ αγαπήσω έτσι έναν άντρα τόσο μικρότερό μου». αυτός δεν μου κάνει. Από τη στιγμή που θα σκιρτήσει η καρδιά σου. αποδέχεσαι ακόμα και τα ελαττώματα του άλλου. Και τα αγαπάς». σε διαφωνίες χαρακτήρων.αγάπη δεν χωρά μέσα σε περιορισμούς και κανόνες. Η Κατερίνα δεν μίλησε. . Έδειξε να σκέφτεται σοβαρά τα λόγια της μητέρας της. Και δεν ελέγχεται. Δεν μπορείς να πεις. α. σε αντικρουόμενες σκέψεις.

αυτού του είδους η αγάπη πονάει πολύ. χωρίς να φοβηθεί τις άσπρες τρίχες που ξέφυγαν από τη βαφή.φοβάμαι πως θα γνωρίσει μια νέα και όμορφη κοπέλα σαν εσένα.«Γιατί. εδώ όμως όλα μοιάζουν να είναι εναντίον σου. Αν θα με κοιτάξει χωρίς να δει τις ρυτίδες μου. ανασφάλειες. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να έχεις εγγυήσεις. Από τον κόσμο που σε περιτριγυρίζει μέχρι το μέλλον που σε περιμένει. που θα τον κάνει να σιχαθεί και τον εαυτό του . Κάθε φορά που λείπει μακριά μου. δίχως να αηδιάσει με τη χαλαρή μου κοιλιά. πίστεψέ με. Η ευτυχία σου δηλητηριάζεται από αβεβαιότητες. Κάθε μέρα ξυπνώ και αναρωτιέμαι αν μ’ αγαπάει ακόμη. φοβίες.

Κατερίνα. Και είμαι ευτυχισμένη. Δεν φταίμε εμείς αν η καρδιά μας δεν γερνά ταυτόχρονα με το κορμί μας. «Δεν θέλω να με λυπάσαι. να είσαι βέβαιη». Μένω μόνη και κλαίω επειδή τρέμω τη στιγμή που η αγάπη μου δεν θα του είναι πια αρκετή και δεν θα μπορεί να καλύπτει άλλο τα σημάδια που μου φόρτωσε ο χρόνος». .» ρώτησε η Κατερίνα με έναν τόνο οίκτου. Ξέρω πολύ καλά πού βαδίζω και γνωρίζω τι πρέπει να κάνω όταν έρθει εκείνη η καταραμένη ώρα.κι εμένα μαζί. «Τον αγαπάς λοιπόν τόσο πολύ. Προς το παρόν απολαμβάνω με όλες μου τις αισθήσεις αυτό που έχω.

Νομίζω πως εγώ δεν θα γνωρίσω ποτέ ένα τόσο δυνατό συναίσθημα. «Δεν ξέρω τι να σου πω.Η Κατερίνα σκέπασε με την παλάμη της το χέρι της μητέρας της.το ξέρουμε και οι δύο». Να μη πληγωθείς ποτέ». Ακόμα και ο πρώτος μου έρωτας. Δεν ξέρω αν σε θαυμάζω. την ανιδιοτέλεια.την αυταπάρνηση της δικής σου σχέσης. δεν είχε το πάθος. αν σε ζηλεύω ή αν σε λυπάμαι. . «Αυτό είναι αδύνατον. Σου εύχομαι μόνο να έχεις πάντα την ανταπόκριση που σου αξίζει. που είναι όπως λένε ο πιο σημαντικός στη ζωή ενός κοριτσιού.

συγκινημένη από την κατανόηση και την ευαισθησία της κόρης της. εκείνη είχε εμφυτεύσει στην ψυχή του τις ιδέες που τώρα εξέφραζε . Η κόρη της. εντέλει. απάντησε η Νατάσσα. «Σ’ ευχαριστώ». 13 .«Τότε. να πονέσεις όσο το δυνατόν λιγότερο». μπορούσε να την κατανοήσει. γιατί η ίδια τής είχε διδάξει κάποτε τη συμπόνια και την απέραντη στοργή. Βαθιά μέσα της ήταν περήφανη ξέροντας πως αυτό το πλάσμα εκείνη το είχε μεγαλώσει.

και το βραδάκι θα δειπνούσαμε μαζί με τους άντρες της . μας είχε αφήσει με προβληματισμούς και ανησυχίες. Ο χειμώνας που πέρασε. Έριξα μια επιδοκιμαστική ματιά στο στρωμένο τραπέζι και γύρισα στην κουζίνα για να ετοιμάσω την πιατέλα με τα μεζεδάκια. εκτός από της Έρης που είχε χαθεί για πάντα.Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα Τετάρτης. Τα καθιερωμένα ραντεβού μας στην καφετέρια είχαν χάσει πια τη συχνότητά τους. Η ζωή μας είχε αλλάξει σημαντικά. Σε λίγο θα έρχονταν οι δύο φίλες μου για να πιούμε ένα ουζάκι και να πούμε τα νέα μας. αλλά και φρέσκα όνειρα που ανυπομονούσαμε να πραγματοποιήσουμε.

ζωής μας και τον Αντρέα. Τα δύο νέα πρόσωπα ήταν αξιαγάπητα και ταίριαζαν απόλυτα με τη νοοτροπία και την άνεση των παλιών μου φιλενάδων. που θα παρουσιάζαμε δύο νέα πρόσωπα -τον Μανόλη και τον Ντίνο-σε όλη την παρέα. Ήταν η πρώτη φορά μετά το χωρισμό μου. Έπειτα από εγκάρδιες αγκαλιές και ζεστά φιλιά βολευτήκαμε στο καθιστικό και σερβίραμε στα ποτήρια μας ούζο. κι ένιωθα πολύ ευτυχισμένη γι’ αυτό. Στις εφτά ακριβώς έφτασαν οι φίλες μου. . Ήταν η πρώτη φορά που θα συναντιόμασταν όλοι μαζί. Την είχα σίγουρη. Δεν ανησυχούσα για την επιτυχία της βραδιάς. που έκανα τραπέζι στο σπίτι μου.

που δεν θα πεθάνει ποτέ». «Τα νέα σας». «Στο νέο ξεκίνημα της ζωής μας». πρότεινε η Νατάσσα. «Λοιπόν. Κοιταχτήκαμε και οι τρεις. περιμένοντας να κάνει κάποια άλλη την αρχή.» ρώτησε ανυπόμονα η .«Σε τι να πιούμε. κάλυψε και τις δυο μας η Μαρία και ήπιε μια γουλιά από το μυρωδάτο ποτό.» μας ρώτησε όταν ακουμπήσαμε τα ποτήρια μας στο τραπεζάκι. «Στη φιλία μας. είπα εγώ. «Πάντα θα πρέπει να συντονίζω εγώ τη συζήτηση. «Σε όλα τα όμορφα πράγματα της ζωής μας».» ρώτησε η Μαρία.

βρίσκοντας πρώτη την αυτοκυριαρχία της. «Και τι σκέφτεσαι να κάνεις. «Φυσικά σοβαρολογώ». ήταν κάτι που δεν περίμενα να ακούσω. Τα είδα. Νατάσσα». «ωραία δόντια έχετε.Μαρία. λέγε. Τώρα μπορείτε να κλείσετε το στόμα σας».» ρώτησε η Μαρία. λοιπόν. «Καλά. ανακοίνωσε η φίλη μας κι έμεινε να περιμένει την αντίδρασή μας. Αφού το θέλετε. ομολογώ.» Αυτό. . «Λοιπόν». «Σοβαρολογείς. συνέχισε έπειτα από λίγο. «Είμαι έγκυος». «Θα το κρατήσω».

Δεν μου πέρασε ούτε στιγμή απ’ το μυαλό να το ρίξω». Νιώθεις πως έχεις τις αντοχές να γεννήσεις και να μεγαλώσεις άλλο ένα παιδί έπειτα από τόσα χρόνια. .«Μα το σκέφτηκες καλά. Είναι το παιδί του άντρα που αγαπάω. «Και ο Ντίνος τι λέει. «Ναι.» ζήτησε να μάθει η Μαρία.» επέμεινα. Ανυπομονεί πότε θα το πιάσει στα χέρια του κι εύχεται να είναι κορίτσι και να μου μοιάζει». Είναι το παιδί του πιο μεγάλου έρωτα της ζωής μου. Το θέλω αυτό το παιδί. «Είναι τρελός και παλαβός απ’ τη χαρά του.

«Θα παντρευτείτε. Για μένα είναι μια λέξη αόριστη. απάντησε η Νατάσσα. Δεν μπορεί να σου εγγυηθεί τίποτα. «Δεν καταλαβαίνω τι χρειάζεται ένας γάμος.» Φαίνεται ότι τις πιο ανόητες ερωτήσεις έπρεπε να τις κάνω εγώ.» ρωτήσαμε και οι δύο με ένα στόμα. κι αυτό το ξέρουμε πολύ καλά εμείς οι δύο». «Όχι». κανένα χαρτί δεν . με παρακαλάει να το κάνουμε. «Το μόνο που θέλω είναι να είμαστε μαζί αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι. «Γιατί. «Ο Ντίνος θέλει. είπε γυρνώντας σε μένα. Εγώ αρνούμαι». Κι αυτό. μια ανόητη δέσμευση.

μπορεί να σου το υποσχεθεί. Έπειτα,
δεν θέλω να τον κάνω να νιώθει
δεσμευμένος, πιεσμένος. Θέλω να
μπορεί να φύγει εύκολα όποια στιγμή το
αποφασίσει, αν το θελήσει. Τον αγαπώ
πολύ για να τον υποχρεώσω να
σκλαβωθεί έτσι».
«Κι εσύ;» αρκέστηκε να ρωτήσει η
Μαρία.
«Εγώ είμαι ευτυχισμένη να τον έχω
κοντά μου, να τον αγαπώ και να μ’
αγαπά, να γεννήσω το παιδί του. Δεν
ζητώ τίποτε άλλο. Νιώθω τυχερή που
γνώρισα κι έζησα ένα τέτοιον έρωτα.
Δεν θέλω να φανώ αχάριστη, ούτε να
κοροϊδέψω τον εαυτό μου με
ανατρέψιμες τελετές».

«Ο Αντώνης το ξέρει;» ήταν η επόμενη
ανόητη ερώτησή μου.
«Δεν ξέρω, ούτε και με νοιάζει. Ίσως
του το είπε η Κατερίνα».
«Η μικρή πώς αντέδρασε;» Η Μαρία
άδειασε το ούζο από το ποτήρι της και
περίμενε με αγωνία την απάντηση της
φίλης μας.
«Η Κατερίνα έδειξε εξαρχής πως είναι
άτομο προοδευτικό και γεμάτο
κατανόηση. Μου είπε πως το πρόβλημα
είναι δικό μου,το ίδιο και η επιλογή. Και
μου ξεκαθάρισε πως τα αισθήματά της
και η γνώμη της για μένα δεν θα
αλλάξουν από την οποιαδήποτε
απόφασή μου».

«Είναι λογικό», μονολόγησα. «Απ’ τη
στιγμή που κατάλαβε και αποδέχτηκε
αυτή τη σχέση…»
«Τώρα τι να σου πω, ρε φιλενάδα», είπε
η Μαρία. «Είπες να ξεφύγεις από τη
ρουτίνα της ζωής σου, αλλά εσύ το
παράκανες. Ούτε στις σαπουνόπερες δεν
βλέπουμε τέτοια πράγματα. Μπράβο.
Ήσουν η πιο ήσυχη της παρέας και μας
βγήκες η πιο επαναστάτρια».
«Κακό είναι αυτό;»
«Κάθε άλλο! Απ’ τη στιγμή που
παίρνεις συνειδητά τις αποφάσεις σου,
μπράβο σου και μαγκιά σου. Και να
ξέρεις, σε θαυμάζω. Θέλει θάρρος και
ανιδιοτέλεια για να χαράξεις τέτοιο

δρόμο. Και μεγάλη καρδιά».
«Σημασία έχει να νιώθεις εσύ καλά, και
αφού αυτό είναι που σε κάνει
ευτυχισμένη, τα άλλα περιττεύουν»,
είπα εγώ.
«Σε μια σχέση, σημασία έχει να νιώθουν
και οι δύο καλά», μου θύμισε η
Νατάσσα. «Κι αυτό εσύ το ξέρεις
καλύτερα απ’ όλες μας. Αυτό
προσπαθώ κι εγώ. Να ανταποδώσω
στον Ντίνο την ευτυχία που μου χάρισε,
για να μπορέσουμε μετά να τη
δωρίσουμε και στο παιδί μας».
«Πόσο μηνών είσαι;» ζήτησε να μάθει η
Μαρία,

«Την άλλη βδομάδα θα μπω στον
τρίτο», απάντησε η φίλη μας και
χάιδεψε τρυφερά την κοιλιά της,
«Άντε, καλή λευτεριά!» της ευχηθήκαμε
και τσουγκρίσαμε πάλι τα ποτήρια μας.
«Τώρα θα τα ξαναγεμίσουμε και θα
ακούσουμε τα νέα της Ελένης», είπε η
Μαρία και ετοίμασε το δεύτερο γύρο.
«Ελπίζω και τα δικά σου να είναι
αρκετά συνταρακτικά».
«Όπως το πάρει κανείς», απάντησα και
πήρα ένα καναπεδάκι από την πιατέλα.
«Λέγε, λοιπόν», με παρακίνησε
ανυπόμονα η Νατάσσα όταν είδε πως
αργούσα να ξεκινήσω.

Ήπια αργά δυο γουλιές ούζο, θέλοντας
να δώσω λίγο σασπένς σ’ αυτά που θα
έλεγα. Είδα τις φίλες μου να με κοιτούν
με αγωνία και χαμογέλασα. Τι
περίμεναν ν’ ακούσουν;Τι
συνταρακτικό θα μπορούσα να τους πω
εγώ; Ύστερα μάλιστα από τα νέα της
Νατάσσας…
«Άντε ντε. Θες να μας σκάσεις πρώτα;»
«Μην έχεις τόση αγωνία», είπα στη
Μαρία. «Τα δικά μου δεν είναι τόσο
συγκλονιστικά όσο της κυρίας από ’δω.
Απλά πράγματα, συνηθισμένα».
«Φιλενάδα», είπε η Μαρία
αγανακτισμένα, «μπο-. ρεί η Νατάσσα
να περιμένει παιδί από τον Ντίνο,εμένα

όμως με γκάστρωσες εσύ!»
«Λοιπόν, εγώ αποφάσισα ν’
ακολουθήσω τη συμβουλή σας και να
δεχτώ κατά το ήμισυ την πρόταση του
Μανόλη», είπα αινιγματικά.
«Δηλαδή;» ρώτησε η Νατάσσα.
«Θα συζήσουμε για ένα διάστημα και αν
όλα πάνε καλά, ίσως προχωρήσω στο
επόμενο βήμα».
«Μπράβο», είπε η Μαρία. «Σωστή
απόφαση».
«Η πιο σωστή», συμφώνησε και η
Νατάσσα. «Το είπες στα παιδιά; Πώς το
δέχτηκαν;»

«Τους το είπα». Το πρόσωπό μου
συννέφιασε λιγάκι. «Η Νίκη το δέχτηκε
ψύχραιμα, σαν κάτι φυσικό. Ο Άγγελος,
όμως…»
«Αντέδρασε άσχημα;»
«Όχι, δεν θα το έλεγα. Όσο όμως κι αν
προσπαθούσε να μου παραστήσει τον
αδιάφορο, κατάλαβα πως τον ενόχλησε
η ιδέα».
«Είναι φυσικό», είπε η Μαρία. «Τα
αγόρια βλέπουν αλλιώς τη μάνα τους.
Σαν ιερό εικόνισμα που έχουν
τοποθετήσει ψηλά και δεν επιτρέπουν
σε κανένα ξένο χέρι να το αγγίξει».
«Δεν θέλω να τον πληγώσω», είπα.

«Προσπάθησα όσο καλύτερα μπορούσα
να του εξηγήσω πώς νιώθω, τι ανάγκες
έχω ως άνθρωπος, πόσο ξεχωριστή
θέση έχουν τα παιδιά μου στη ζωή μου.
Έδειξε να τα κατάλαβε όλα, όμως δεν
μπόρεσε ακόμα να χωνέψει το γεγονός
πως θα μπει κάποιος τρίτος, κάποιος
ξένος, στη ζωή μας».
«Σιγά-σιγά θα το αποδεχτεί. Μεγαλώνει
και θα καταλάβει πως ορισμένα
πράγματα είναι απαραίτητα και
αδιαπραγμάτευτα. Θα συνειδητοποιήσει
πως αυτός και η αδελφή του κάποια
μέρα θα ακολουθήσουν τη δική τους
ζωή και δεν είναι δίκαιο για σένα να
μείνεις μόνη».
«Πώς τα πάνε με τον Μανόλη;» ρώτησε

η Μαρία.
«Καλά. Πολύ καλά. Τους κέρδισε
αμέσως σαν φίλος. Ασχολείται μαζί
τους, παίζει, συζητά. Όταν όμως ο
Άγγελος κατάλαβε πως έχει ξεχωριστή
θέση στη ζωή μου, έγινε επιφυλακτικός
και κάπως ψυχρός».
«Πού θα μείνετε;» ήταν η σειρά της
Νατάσσας να ρωτήσει. «Εδώ;»
«Όχι δα! Το ξέρετε πως ποτέ δεν
θεώρησα αυτό το σπίτι δικό μου. Κι αν
συνέχιζα να μένω εδώ τόσον καιρό,το
έκανα μόνο για χάρη των παιδιών. Θα
πάμε στο πατρικό μου. Έτσι κι αλλιώς,
οι ενοικιαστές ψάχνουν ν’ αγοράσουν
δικό τους σπίτι και θα φύγουν

σύντομα».
«Πότε δηλαδή;»
«Δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει. Δεν
βιάζομαι. Θέλω πρώτα ν’ αλλάξει τρόπο
αντιμετώπισης ο Άγγελος. Αν δεν είμαι
σίγουρη πως το δέχτηκε απόλυτα, δεν
θα κάνω αυτό το βήμα. Πάντως, δεν
πιστεύω πως θα αργήσει πολύ. Έτσι κι
αλλιώς, οι γονείς του καλύτερού του
φίλου είναι χωρισμένοι και
ξαναπαντρεμένοι.. Ξέρει πως αυτά τα
πράγματα συμβαίνουν. Δεν είναι κάτι
άγνωστο για εκείνον. Είναι θέμα
χρόνου».
«Και ο Γιάννης;» ρώτησε η Μαρία.

«Ο Γιάννης, τι; Δεν έχει δικαίωμα να
ανακατευτεί καθόλου. Αυτός συνεχίζει
τη ζωή του απτόητος. Δεν του πέφτει
κανένας λόγος».
«Όσο γι’ αυτό, δεν χωράει αμφιβολία»,
συμφώνησε η Μαρία. «Ο Κώστας
πιστεύει πως σύντομα θα παντρευτεί τη
Βάλια».
«Είναι τόσο ερωτευμένος μαζί της;»
θέλησε να μάθει η Νατάσσα.
«Σαχλαμάρες! Ο Γιάννης είναι από τους
ανθρώπους που ερωτεύονται μόνο μία
φορά στη ζωή τους. Τον εαυτό τους.
Απλώς δεν μπορεί να ζήσει μόνος και η
Βάλια φαίνεται να τον βολεύει.
Αναλαμβάνει το ρόλο που αρνήθηκε πια

να παίζει η Ελένη».
Η Νατάσσα σηκώθηκε και πλησίασε το
τζάκι. Πήρε στα χέρια της μια ξύλινη
κορνίζα και κοίταξε τη φωτογραφία που
έδειχνε εμάς, τις τέσσερις φίλες, πριν
από τρία χρόνια.
«Πώς έρχονται τα πράγματα!»
μονολόγησε. «Ποια θα το φανταζόταν
τότε πως θα άλλαζε έτσι η ζωή μας. Πως
σήμερα θα έλειπε η Έρη από κοντά μας
και πως οι δύο από εμάς θα κάναμε μια
νέα αρχή, σχεδόν σε ηλικία που άλλες
γίνονται γιαγιάδες». Άφησε την κορνίζα
στη θέση της. «Εσύ, Μαρία; Έχεις
αλλάξει καθόλου από τότε;»
«Φυσικά. Χάρη στις τρεις φίλες μου,

έχω ζήσει πράγματα συνταρακτικά που
σημάδεψαν τη ζωή μου. Γνώρισα το
θάνατο, θαύμασα ένα μεγάλο έρωτα,
έζησα από κοντά μια επανάσταση κι
έναν αγώνα για ελευθερία και
ανεξαρτησία. Μπορεί η δική μου ζωή να
είναι ήρεμη και καλοβαλμένη, όμως
είναι γεμάτη από τις δικές σας εμπειρίες,
γι’ αυτό πιστεύω πως είναι πλούσια.
Εγώ δεν έχω νέα να σας πω. Όχι ακόμα,
τουλάχιστον. Ωστόσο, το ότι δεν
γνώρισα την πλήξη και την ανία, το
χρωστώ σ’ εσάς τις τρεις. Και λίγο στον
Κώστα και την απιστία του», πρόσθεσε
χαμογελώντας.
«Το ξεπέρασες εντελώς;» ρώτησε η
Νατάσσα.

«Ναι. Πιστεύω πως ναι. Τουλάχιστον
δεν το σκέφτομαι πια. Κατανόησα πως
είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι».
«Τελικά, η χαρτορίχτρα δεν είχε μεγάλη
επιτυχία, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε η
Νατάσσα.
«Μάλλον όχι», απάντησα
χαμογελώντας. «Έγιναν μόνο τα μισά
απ’ όσα προέβλεψε πως θα γίνουν, και
όλα όσα είπε πως δεν θα γίνουν».
«Χαρτορίχτρες και κουραφέξαλα!»
ειρωνεύτηκε η Μαρία. «Την επόμενη
φορά που θα θελήσετε να μάθετε το
μέλλον σας, ελάτε σε μένα. Θα σας
στοιχίσει λιγότερο και θα σας βρω
περισσότερα».

Γύρω στις. Τι λέτε. σε εφτά μήνες θα έρθεις να σε ξεγεννήσω». Δεν είναι ώρα να ετοιμάσουμε τις σαλάτες.Κοίταξα το ρολόι μου. εννέα άρχισαν να φτάνουν ο ένας μετά τον άλλο. είπε ο . Ούτε ο Κώστας ούτε ο Αντρέας έδειξαν να ενοχλούνται σπό την παρουσία των δύο καινούργιων στη συντροφιά μας και τους αντιμετώπισαν λες κι ήταν φίλοι από παλιά. συμμετείχαν με όλη τους την καρδιά στη χαρά μας.» Οι άντρες της παρέας ήταν συνεπείς. κι έπειτα από μισή ώρα καθόμασταν όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι. φιλενάδα. Όταν μάλιστα έμαθαν τα νέα μας. «Δηλαδή. «Σε λίγο θα καταφθάσουν οι άντρες.

Τινι. .«προσφερόμαστε για νονοί.Αντρέας χαμογελώντας. «Και το ρωτάς.χαμογελώντας του τρυφερά. «Τι λες.» ρώτησε τη Μαρία και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Φτάνει να συμφωνούν και τα παιδιά». συμπλήρωσε και το πρόσωπό του συννέφιασε. Χαρές που θα έκανε».» ρώτησε η Νατάσσα τον Ντίνο. «Αν δεν έχετε αντίρρηση». Εσύ τι λες. Θα είναι πραγματική ευτυχία για μένα να βαφτίσω τον καρπό ενός τόσο μεγάλου έρωτα. αγάπη μου. «Ε ρε και να ζούσε η Έρη. είπε ο Κώστας.

«Από το “παγωτίνι”». Αλλα μας έλεγες εσύ». «Τον έβγαλα έτσι την εποχή που ήμουν παντρεμένη. «Τι είναι πάλι αυτό. «Δεν υπάρχει πιο θερμός άντρας απ’ αυτόν εδώ». Και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.«Τίνι.» επανέλαβα. είπε η Νατάσσα και φίλησε τον Ντίνο που χαμογελούσε.» απόρησε η Μαρία. εξήγησε η Νατάσσα. «Παγωτίνι. Φαντάζεστε πώς ένιωθα».» «Το χαϊδευτικό του». . «Τόσο κρυόκωλος είναι. Τον έβλεπα τόσο λίγο ώστε κάθε φορά που χωρίζαμε ένιωθα σαν παιδί που του χάριζαν ένα μεγάλο παγωτό κι έπειτα του το έπαιρναν πριν προλάβει να δοκιμάσει δεύτερη κουταλιά.

παρφέ. πιο… καυτό. Άρα και γλυκό και καυτό».» έκανε πως διαμαρτύρεται η Νατάσσα. «Χρειάζεσαι όμως ειδική φροντίδα για να μη λιώσεις». ε. χάθηκε να του βρεις κάτι πιο γλυκό. «Ωραίες φίλες είστε. . «Είμαι παγωτό της φωτιάς. ανέλαβε την υπεράσπισή του ο Ντίνος. πιο ρομαντικό.«Καλά. «Έτσι. Μου βγάλατε και παράρτημα». «Είμαι και γλυκό και καυτό».» ρώτησε ο Κώστας. «Κι έχω ακούσει πως η φιλενάδα μας από ’δω κοντεύει να σε εξαντλήσει». συμπλήρωσε πονηρά. είπε ο Μανόλης.

Όλα είχαν μπει στο δρόμο τους. . να μ’ αγαπά χωρίς ανταλλάγματα. η γαλήνη επιτέλους να* βασιλεύει στην καρδιά μου. γέλια και τρυφερά ερωτόλογα. η χαρά πάλι συγκάτοικος στο σπίτι μου. Η βραδιά κύλησε μέσα στην ίδια ατμόσφαιρα. Πριν φέρω από την κουζίνα τα φρούτα. να μου δίνει δίχως να ζητά. Οι φίλοι μου πάντα κοντά μου. Ήταν και ο Μανόλης… Το βλέμμα μου στάθηκε στο πρόσωπό του. Χαμογέλασα ευτυχισμένη. στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας και τους κοίταξα.«Για να τ’ ακούνε μερικοί-μερικοί και να παίρνουν παράδειγμα». Καλοπροαίρετα πειράγματα. να με στηρίζει χωρίς να με πιέζει. Ο Μανόλης δίπλα μου. είπε η Μαρία και βάλαμε όλοι τα γέλια.

Γύρισα το κεφάλι προς τα ’κει κι έβγαλα περιπαιχτικά τη . Τι άλλο να ζητήσουμε. Εγώ. Πήγαινα στη Δάφνη για να δώσω ένα προσκλητήριο σε μια συνάδελφο μεταφράστρια.» Εφτά μήνες αργότερα. εσύ και τα παιδιά μας.Να μου κλείνει τρυφερά το μάτι σαν να μου λέει: «Είδες πόσο απλά είναι όλα. Και οι φίλοι μας. η Νατάσσα γέννησε ένα ξανθό κοριτσάκι κι εγώ άρχισα να μοιράζω τις προσκλήσεις του γάμου μου.Είδες τι όμορφα που μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Περνώντας μέσα από το Παγκράτι. υπολόγισα περίπου πού βρισκόταν η γειτονιά εκείνης της χαρτορίχτρας.

Καλή η προσπάθεια. Παγέτ. αλλά καμιά τράπουλα και κανένα φλιτζάνι δεν έχει ούτε τις ικανότητες τις δικές μας ούτε τη δύναμη του πεπρωμένου μας.γλώσσα. Σου τη σκάσαμε. Σου τη φέραμε. Καλή η προσπάθεια. αλλά καμία τράπουλα και κανένα φλιτζάνι δεν έχουν τη δύναμη που μπορούν να έχουν οι γυναίκες όταν τολμούν… . σκέφτηκα. Και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό.