Ἑρμηνεία τῆς Θ.

Λειτουργίας : Ἡ ὥρα τῆς Εὐχαριστίας
Δεχτήκαμε μέσα στήν ὕπαρξή μας δῶρο ἀσύγκριτο καί ἀνεκτίμητο, δῶρο
μοναδικό. Τόν ἴδιο τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅταν σέ ἁπλά δῶρα
αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσουμε γι’ αὐτά, πόσο θά πρέπει νά
αἰσθανόμαστε καί νά νιώθουμε βαθιά ὑποχρεωμένοι νά εὐχαριστήσουμε τόν
Εὐεργέτη, τόν Πλάστη καί Δημιουργό μας γιά τό πολυτιμότερο δῶρο πού μᾶς
ἔχει χαρίσει ;
Τό καθήκον μας αὐτό θά μᾶς τό τονίσει ὁ λειτουργός λέγοντας :
«Ὀρθοί. Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων,
ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἀξίως
εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ»
δηλαδή «σηκωθεῖτε ὄρθιοι· Ἀφοῦ μεταλάβαμε τά Θεία, Ἄχραντα, Ἀθάνατα,

Ἐπουράνια, Ζωοποιά καί Φρικτά τοῦ Χριστοῦ μυστήρια ἄς εὐχαριστήσουμε
τόν Κύριο ὅπως ἀξίζει γιά τήν μεγάλη αὐτή δωρεά».

Μέ τήν λέξη «Ὀρθοί» μᾶς προτρέπει ὁ λειτουργός νά σηκωθοῦμε. Βέβαια ὁ
βαθύς σεβασμός πρός τό Ἅγιον
Ποτήριον μᾶς δημιουργεῖ τήν ἐπιθυμία
νά εἴμαστε ὄρθιοι ὅση ὥρα ὁ
λειτουργός
θά
κοινωνήσει
τούς
πιστούς. Ἐπειδή ὅμως ἡ ὥρα αὐτή
μπορεῖ νά εἶναι ἀρκετή ὅταν πολλοί
πιστοί προσέρχονται νά κοινωνήσουν
παραχωρεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ
ἄτομα μέ σωματικές ἀδυναμίες ἡ
δυνατότητα νά κάθονται. Τώρα ὅμως
θά πρέπει κι αὐτοί νά σηκωθοῦν. Εἶναι
ἡ ὥρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί ἀνάλογη πρέπει νά εἶναι καί ἡ στάση μας.
Ἐπειδή ἡ Εὐχαριστία μας πρέπει νά εἶναι ἄξια γι αὐτό χαρακτηρίζονται καί
τά μυστήρια μέ μιά σειρά ἐπιθετικῶν προσδιορισμων , τό καθένα ἀπό αὐτά
1

φανερώνει μιά πλευρά τοῦ Θείου Δώρου καί προσθέτει μιά νέα διάσταση κι
ἕνα μέγεθος.
Ἔτσι τά μυστήρια εἶναι «Θεία» ὄχι ἀνθρώπινα, «Ἅγια» καί «Ἄχραντα» δηλαδή
ἀμόλυντα, «Ἀθάνατα», πού ἔχουν δηλαδή καί μεταδίδουν ἀθάνατη ζωή,
«Ἐπουράνια», προερχόμενα δηλαδή ἀπό τούς οὐράνιους κόσμους κι ὄχι ἀπό
τή γῆ, «Ζωοποιά» ἐπειδή παρέχουν ζωή, καί «Φρικτά» ἐπειδή εἶναι ἄξια γιά
κάθε εὐλάβεια καί φόβο.
Προετοιμαστήκαμε λοιπόν καί εἴμαστε ἔτοιμοι νά ἀκούσουμε τήν εὐχή τῆς
Εὐχαριστίας. Πρίν ὅμως τήν ἀκούσουμε θά ἀπευθύνουμε πάλι κάποια γνωστά
αἰτήματα πρός τόν Θεό :
«Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός,
τῇ σῇ χάριτι.»
«Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον
αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν
Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.»
Αἰτήματα ἐπειδή ζητάμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς δώσει ὅ,τι Αὐτός κρίνει σωστό
διά τήν σωτηρία μας, ἐπειδή ἁπλά τοῦ ἀναφέρουμε ὅτι ὅλη ἡ ζωή μας ἀνήκει
σ’ Αὐτόν κι ἐξαρτᾶται ἀπ’ Αὐτόν.
Ἀμέσως μετά ὁ λειτουργός θά εὐχαριστήσει τόν Θεό ἐκ μέρους ὅλων μας :
«Εὐχαριστοῦμέν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν
ἡμῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ κατηξίωσας ἡμᾶς τῶν ἐπουρανίων
σου καὶ ἀθανάτων μυστηρίων. Ὀρθοτόμησον ἡμῶν τὴν ὁδόν,
στήριξον πάντας ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου, φρούρησον ἡμῶν τὴν ζωήν,
ἀσφάλισαι ἡμῶν τὰ διαβήματα· εὐχαῖς καὶ ἱκεσίαις τῆς ἐνδόξου
Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων σου»
δηλαδή «Σὲ εὐχαριστοῦμε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, εὐεργέτη τῶν ψυχῶν μας,

γιατὶ καὶ σήμερα μᾶς ἀξίωσες νὰ μεταλάβωμε τὰ ἐπουράνια καὶ ἀθάνατα
μυστήριά σου. Κάμε ὀρθό καί ἴσιο καὶ σωστὸ τὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας, στήριξέ
μας ὅλους μέσα στὸ φόβο σου, φρούρησε τὴ ζωή μας, κάμε ἀσφαλή τὰ
βήματά μας στήν ἀρετή· κι ὅλα αὐτά μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς ἱκεσίες τῆς ἔνδοξης
Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας κι ὅλων τῶν Ἁγίων σου».

Συμπλέκεται σ’ αὐτή τήν εὐχή ἡ εὐχαριστία μέ τήν παράκληση, καί αὐτό
γιατί συνειδητοποιοῦμε οἱ πιστοί ὅτι τό «ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ»
σημαίνει νά τοῦ προσφέρουμε ζωή ἁγιότητος. Καί ὁ ἀγῶνας γι’ αὐτήν τήν
ἁγιότητα τῆς ζωῆς μας εἶναι τό μόνο πού εὐχαριστεῖ τόν Θεό. Παράλληλα
ὅμως γνωρίζουμε καί τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί τήν
ἀπροθυμία μας στά πνευματικά, στόν πνευματικό ἀγῶνα. Καί γι’ αὐτό
παρακαλοῦμε τόν Ἅγιο Θεό νά μᾶς βοηθήσει νά ἔχουμε κάθε ἀγαθό
πνευματικό καί σωτήριο.
Αὐτό τό πνεῦμα φαίνεται καί στούς λόγους πού ὁ λειτουργός πιό δυνατά θά
ἐκφωνήσει : «Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν καὶ σοὶ τὴν δόξαν
2

ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» δηλαδή

(όλα αὐτά πού ἀναφέραμε πιό πάνω ἀπό Σένα τά ζητᾶμε) «γιατί Ἐσύ εἶσαι ὁ
ἁγιασμός μας καί σέ Σένα ἀποδίδουμε (ἀναπέμπουμε) τήν δόξα στόν Πατέρα,
στόν Υἱό καί στό Ἅγιο Πνεῦμα καί τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτελείωτες
αἰῶνες».

Οἱ ἱεροψάλτες θά προσθέσουν καί θά ἐκφωνήσουν τό «Ἁμήν» καί τό
μέρος τῆς ευχαριστίας κλείνει. Ἀπομένει πλέον νά μετατρέψουμε ἐμεῖς τά
αἰσθήματά μας σέ ζωή ἁγία, νά μετατρέψουμε τίς ἀδυναμίες μας σέ ἀρετές,
νά μετατρέψουμε τίς ἐλλείψεις μας σέ χάριτες.
Μέ ἀγάπη
π.Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

Αυτό που μας ετοιμάζει ο Θεός είναι προτιμότερο και
ωφελιμότερο για τη ζωή μας.
Ήταν μια φορά σ’ ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για
τον εαυτό του έναν οραματισμό...
Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο
μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται
ένας πολύτιμος θησαυρός.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού
ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και
όμορφο
που
θα
μετέφερε
βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα,
που θα έκανε ταξίδια υψηλών
προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε ότι το
μόνο που θα ήθελε ήταν να γίνει
το πιο ψηλό και πιο δυνατό
δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι
άνθρωποι, που θα βλέπουν το
ύψος του στην κορυφή του
λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο και ενώ σχεδίαζε και ποθούσε
να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκανε
δοχείο για την τροφή των ζώων, παχνί για τα άχυρα των ζώων. Το δεύτερο
δέντρο που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε
3

ένα μικρό ψαροκάικο, που το είχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν. Το τρίτο
δέντρο που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους, το έκοψε κάποιος
ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των
πραγμάτων, ξέχασαν ακόμη και τα όνειρά τους. Όμως κάποια ημέρα ένας
άντρας και μια γυναίκα ήλθαν στο στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί
με τα άχυρα και η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο
παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο. Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία,
η Θεοτόκος, οι οποίοι απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς
διαμάντια και χρυσάφια αλλά τον ίδιο το Θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για
εμάς. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό
των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό.
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο, μετά από
πολλά χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες μαζί με το δάσκαλο τους, ο οποίος ήταν
κουρασμένος και είχε κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα, όταν ξέσπασε
μια μεγάλη τρικυμία. Πάνω στο φόβο τους οι μικροί ψαράδες, ξύπνησαν τον
αρχηγό τους και Εκείνος μόλις είδε την φουρτουνιασμένη θάλασσα, τη
διέταξε να ηρεμήσει. Και η θάλασσα ειρήνεψε αμέσως. Ήταν ο Χριστός μαζί
με τους μαθητές του, στη λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δέντρο,
που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο που θα μετέφερε υψηλά
πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων,
τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια ημέρα
το πήραν και έκαναν έναν σταυρό, στο οποίο σταύρωσαν τον Χριστό. Έτσι το
δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό
και στον Θεό. Τελικά τα δέντρα της ιστορίας απέκτησαν όχι μόνο αυτό που
ήθελαν και ποθούσαν, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα από αυτά που
σχεδίαζαν.
Αυτή λοιπόν η απλοϊκή ιστορία έχει για εμάς ένα βαθύ και μεγάλο
δίδαγμα:
Ότι όταν κάνουμε όνειρα πρέπει να μην ξεχνούμε ότι αυτό που
μας ετοιμάζει ο Θεός είναι προτιμότερο και ωφελιμότερο για τη ζωή
μας. Ας έχουμε λοιπόν πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό !!!
Πηγή άρθρου: http://synodoiporia.blogspot.com

(Επιμέλεια : Αγγελή Βίκυ)

4

Related Interests