Ἑρμηνεία τῆς Θ.

Λειτουργίας : Εὐχή εὐλογίας
Ἡ Θεία Λειτουργία βρίσκεται πλέον πρός τό τέλος της. Ἦταν μιά πορεία
πνευματική μιά πορεία ἀνοδική. Μᾶς χάρισε πνευματικές ἐξάρσεις καί ἀναβάσεις
ἄφθονες. Ὅσοι πήραμε μέρος σ’ αὐτήν θά πρέπει τώρα νά αἰσθανόμαστε
γεμάτοι πνευματικά, χαρούμενοι καί δυνατοί. Ὅλη αὐτή ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν
Θεό πού μετέτρεψε τό εἶναι μας, πού μετέτρεψε τόν ναό μας σ’ ἕνα κομμάτι τοῦ
οὐρανοῦ θά πρέπει κανονικά νά μᾶς ἔχει δημιουργήσει νέα αἰσθήματα, νέες
προοπτικές γιά τήν πνευματική μας ζωή καί ὁλοκλήρωση.
Ἐπειδή τελειώνει αὐτή ἡ πνευματική μας πορεία, δηλ. ἡ Θεία Λειτουργία,
εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά φύγουμε ἀπ’ αὐτό τό περιβάλλον τό εἰρηνικό καί ἤρεμο.
Μετά ἀπό λίγο θά βρεθοῦμε μέσα στήν κοινωνία καί στόν κόσμο, στήν ὁποία
δυστυχώς δέν ἀφήνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νά κυβερνήσει ὁ Θεός καί γι’ αὐτό
ἐπικρατεῖ τίς περισσότερες φορές πνεῦμα ἐχθρικό καί
ἀντίθετο πρός ἐκεῖνο τό ὡραῖο καί ἀγνό τῆς
Ἐκκλησίας τό ὁποῖο καί ζήσαμε τίς λίγες ὥρες πού
βρισκόμαστε σ’ αὐτήν.
Ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ τήν μυστηριακή ζωή τῆς
Ἐκκλησίας ὅταν ἀποχωρεῖ ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό
χῶρο αἰσθάνεται ἀκριβώς αὐτό πού αἰσθάνεται
ἐκεῖνος πού ὑποχρεώνεται ν’ ἀφήσει τήν ἐξοχή μέ
τόν καθαρό καί δροσερό ἀέρα καί ξαφνικά νά βρεθεῖ
σέ περιβάλλον γεμάτο νέφος καί καυσαέρια. Γι’ αὐτό
θά πρέπει ἡ προσέλευσίς μας στίς τελετές καί στήν
Θεία Λειτουργία νά εἶναι περισσότερες ὥστε νά εἶναι
ἐπαρκές τό ὀξυγόνο τῆς θείας Χάριτος στήν
προσωπική μας ζωή.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ἡ Ἐκκλησία σάν στοργική
μητέρα μέ τό στόμα τοῦ λειτουργοῦ μᾶς προετοιμάζει καί μᾶς κατευοδώνει μέ
εὐχές : «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν» πού σημαίνει μέ «εἰρήνη ἄς φύγουμε, ἄς
ἀποχωρήσουμε» (ἀπό τόν ἱερό ναό).

1

Τήν ἐπιθυμία τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκφράζει τό «Ἐν εἰρήνῃ» πού θέλει νά
φύγουμε διατηρώντας μέσα μας μετά τόν ἐκκλησιασμό ἤ τήν μετάληψη τῶν
ἁγίων Μυστηρίων τήν θεία καί οὐράνια εἰρήνη. Καί ἐπειδή τήν εἰρήνη τήν
διώχνει ἡ ἁμαρτία θά μπορέσουμε νά τήν διατηρήσουμε ὅταν δέν ἀφήσουμε νά
εἰσχωρήσει μέσα μας ὁτιδήποτε ἁμαρτωλό.
Τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας μας συνεχίζεται· ἔτσι ὁ διάκονος ἤ ὁ λειτουργός
μᾶς παραγγέλνει : «Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» δηλαδή «Τόν Κύριο ἄς
παρακαλέσουμε» (ἐνόψει τῆς ἀποχωρήσεώς μας ἀπό τόν ναό).
Ἀμέσως μετά ὁ λειτουργός θά ἀπευθύνει τήν τελευταία εὐχή τῆς Θείας
Λειτουργίας τήν Ὀπισθάμβωνο εὐχή ὅπως ἀναγράφεται στά λειτουργικά βιβλία.
Ἐπειδή τόν παλαιό καιρό ὁ Ἄμβωνας ἐλάχιστα ὑπερυψωμένος ἦταν στό μέσο τοῦ
Ἱεροῦ Ναοῦ ὁ ἱερεύς ἀπήγγειλε τήν εὐχή πίσω ἀπό τόν Ἄμβωνα. Γι’ αὐτό καί
ὀνομάζεται Ὀπισθάμβωνος εὐχή. Σήμερα ὅμως ὁ λειτουργός τήν ἀπευθύνει πρός
τόν Ἰησοῦ Χριστό ὁπότε στρέφεται ἀπό τήν Ὡραία Πύλη πρός τό δεξιό μέρος τοῦ
Τέμπλου, πρός τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄς δοῦμε τά νοήματα-αἰτήματα
τῆς τελευταίας εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας :
«Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε, καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σοὶ
πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου.
Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον· ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν
εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου. Σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου
δυνάμει, καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. Εἰρήνην τῷ
κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τῷ στρατῷ καὶ
παντὶ τῷ λαῷ σου· ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον
ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων…».
Δηλαδή «Κύριε, σὺ ποὺ εὐλογεῖς ἐκείνους ποὺ σὲ δοξάζουν καὶ ἁγιάζεις ἐκείνους

ποὺ πιστεύουν κι ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους σὲ σένα, σῶσε τὸ λαό σου κι
εὐλόγησε τήν κληρονομία σου, τὰ παιδιά σου. Φύλαξε ὅσους ἀποτελοῦν τὴν
Ἐκκλησία σου· ἁγίασε ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν λαμπρότητα καί τήν ὀμορφιά
τοῦ οἴκου σου. Ἐσὺ μὲ τὴ θεϊκή σου δύναμη νὰ τοὺς ἀνταποδώσῃς δόξα καὶ νὰ
μὴν ἐγκαταλείψῃς ἐμᾶς, ποὺ ἐλπίζουμε σὲ σένα. Δώρησε εἰρήνη στὸν κόσμο σου,
στὶς Ἐκκλησίες σου, στοὺς ἱερεῖς, στούς βασιλεῖς μας (δηλ. τούς ἄρχοντες τοῦ
τόπου μας) στὸν στρατὸ καὶ σ᾿ ὅλο τὸ λαό σου, γιατὶ κάθε καλὸ χάρισμα καὶ
κάθε τέλειο δῶρο εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεβαίνει ἀπό πάνω (ἄνωθεν) καί
ἀπὸ σένα τὸν Πατέρα τῶν φώτων (τόν δημιουργό δηλαδή τῶν οὐρανίων
φωτεινῶν σωμάτων καί τήν μοναδική πηγή κάθε φωτισμοῦ φυσικοῦ ἤ ἠθικοῦ)».
Καί ἡ Ὀπισθάμβωνος εὐχή τελειώνει μέ εὐχαριστία :
«…καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν,
τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς
αἰῶνας τῶν αἰώνων» .
Οἱ τελευταῖοι αὐτοί λόγοι σημαίνουν : «γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ δοξάζουμε, καὶ σὲ

εὐχαριστοῦμε καὶ σὲ προσκυνοῦμε, τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα,
τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες».
2

Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά λεχθεί ἀπό τό Ἐκκλησίασμα στό τέλος αὐτῆς τῆς τόσο
πλούσιας εὐχῆς παρά ἕνα ὁλόθερμο καί ἐγκάρδιο «Ἀμήν».
Μέ ἀγάπη
π.Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Ορθόδοξη αγιογραφία αποτελεί τέχνη πνευματικής διακονίας, όπου
πρωταρχικός της σκοπός είναι η θεμελίωση της χριστιανικής πίστεως στους
εκκλησιαζόμενους. Αυτά που θα εκθέσει ο άμβωνας θεολογικά, θα τα εξηγήσει η
αγιογραφία εικαστικά. Ασφαλώς, ο αγιογράφος είναι πρώτα μύστης και ύστερα
τεχνίτης, παράγοντας το αιώνιο και
το οικουμενικό, αφού έχει πλέον
δανείσει τον εαυτό του στο Θεό και
την Εκκλησία.
Στους πρώτους αιώνες των
διωγμών η Εκκλησία όντας ιδιαίτερα
προσεκτική
αρκείται
στο
να
ζωγραφίζει απλά σύμβολα (ιχθύς,
αμνός, ποιμένας, ελάφι, παγώνι,
άμπελος, άγκυρα), για το λόγο αυτό
η αγιογραφία χαρακτηρίζεται και ως
συμβολική.
Τέτοια
σύμβολα
βρίσκουμε στις κατακόμβες.
Με την παύση των διωγμών και την εδραίωση του χριστιανισμού (Διάταγμα
των Μεδιολάνων), η αγιογραφία από συμβολική εξελίσσεται σε ιστορική. Ο
Ιησούς, η Θεοτόκος και οι Άγιοι με τη ζωή τους, τους αγώνες, τα θαύματα και τα
μαρτύριά τους θα αποτελέσουν την εποποιία των ιστοριών του ναού. Μετά την
παρέλευση του κυκεώνα της εικονομαχίας και την οριστική επιβολή του ορθού
δόγματος και της ορθής δόξας περί της εικόνας, η αγιογραφία καθίσταται
δογματική και το περιεχόμενό της αποβλέπει σε δογματικές και μόνο αλήθειες.
Και στα τρία ιστορικά της στάδια, λόγω του ότι η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την
υπερκόσμια πραγματικότητα, η οποία εκφράζεται και δεν παρίσταται, έτσι και η
αγιογραφία τροχοδρομείται προς αυτή την κατεύθυνση έκφρασης των θεμάτων
και όχι παράστασής τους.
Η Ορθόδοξη βυζαντινή αγιογραφία είναι τέχνη θεολογική και παραθέτει την
συστηματική δογματική θεολογία. Η αγιογραφία δείχνει τον «καινόν ουρανόν και
την καινήν γη», τον κόσμο της χάριτος. Στα πρόσωπα αφαιρεί τον όγκο και το
βάρος. Ουσιαστικά τα εξαϋλώνει και τα εξαγιάζει. Δεν είναι τέχνη επιφανειακή και
εντυπωσιακή κατ΄ άνθρωπον. Πρόκειται για τέχνη εκφραστική, η οποία επιδιώκει
τη διαρκή επενέργεια επί της ψυχής.
3

Η Ορθόδοξη αγιογραφία όχι μόνο αισθητοποιεί τα όσα διαδραματίζονται στη
λατρεία της, αλλά υπομνηματίζει και τα ιστορικά γεγονότα της Θείας Οικονομίας.
Εξιστορεί σκηνές του βίου του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων. Κατά τον
Νείλο τον ασκητή του 5ου αιώνα, στόχος της αγιογραφίας ήταν να βοηθήσει
τους αγράμματους, αφού μέσω της εικόνας θα μπορούσαν να γνωρίσουν τα
διαδραματισθέντα. Η αγιογραφία όμως προχωρεί ακόμα πιο πέρα στο να
υπομνηματίσει θεολογικά, σε αγράμματους και εγγραμμάτους, τα πρόσωπα και
τα γεγονότα που σχετίζονται με τη Θεία Οικονομία. Σκηνές του Ευαγγελισμού,
της Γεννήσεως, της Υπαπαντής, της Βαπτίσεως, του Πάθους, της Αναλήψεως,
δεν απουσιάζουν από καμιά ιστορημένη Εκκλησία. Επίσης υπάρχουν σκηνές από
τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου ή θέματα που σχετίζονται με τη θεολογία
του προσώπου της. Από τη ζωή των Αγίων απεικονίζονται σκηνές του μαρτυρίου
τους ή κάποιων θαυμάτων τους.
Ο δογματικός, ο λειτουργικός και ο ιστορικός είναι οι τρεις αγιογραφικοί
κύκλοι του ναού. Στο δογματικό κύκλο εντάσσονται οι αγιογραφίες του τρούλου
– ο Παντοκράτορας, οι Άγγελοι, οι Προφήτες, οι Ευαγγελιστές. Στο λειτουργικό
κύκλο εντάσσονται οι αγιογραφίες της κόγχης του Ιερού Βήματος – η
Πλατυτέρα, η κοινωνία των Αποστόλων του Χριστού, οι Μέγα Βασίλειος και
Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθώς και άλλοι ιεράρχες. Στον ιστορικό κύκλο ανήκουν
οι εικόνες που περιγράφουν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, της Παναγίας και
των Αγίων και βρίσκονται στους πλαϊνούς τοίχους του ναού και τις καμάρες
του.
Τέλος, η αγιογραφία επάξια συμπληρώνει την ιερά υμνωδία, επί παραδείγματι
ο χερουβικός ύμνος εικαστικά παρουσιάζεται με τη «λειτουργία των αγγέλων». Οι
υπερκόσμιες, άυλες και επιβλητικές μορφές των διακόνων αγγέλων και ο τρόπος
που διακονούν στην ουράνια λειτουργία δίνουν το μέτρο και τη στάση που
πρέπει να διατηρούν οι πιστοί. Ως εκ τούτου η αγιογραφία μας δίνει την
εντύπωση ότι βλέπουμε επουράνια οράματα και καταστάσεις υπερκόσμιες.
Επίσης για την απεικόνιση του Ιησού Χριστού και της Παναγίας η Ορθοδοξία
έπλασε τους ιδεαλιστικούς τύπους, στους οποίους απουσιάζουν οι φυσιογνωμίες
της καθημερινότητας και μας υποβάλλουν την ιδέα του υπερβατικού κόσμου,
στον οποίο και ανήκουν. Όπως άλλωστε εξέφρασε και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης
«Η επί γης εκκλησία πρέπει να θεωρείται τύπος και εικόνα της επουρανίου
εκκλησίας».
Συγγραφή : Λαζάρω Παναγιώτου
(Επιμέλεια : Αγγελή Βίκυ)

4