Καλή & Εὐλογημένη Ἐκκλησιαστική Χρονιά !!

Τί εἶναι ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου ;
«Ὁ τῶν αἰώνων Ποιητὴς καὶ Δεσπότης, Θεὲ τῶν
ὅλων Ὑπερούσιε ὄντως, τὴν ἐνιαύσιον εὐλόγησον
περίοδον, σώζων τῷ ἐλέει σου, τῷ ἀπείρῳ
Οἰκτίρμων, πάντας τοὺς λατρεύοντας, σοὶ τῷ
μόνῳ Δεσπότῃ, καὶ ἐκβοῶντας φόβῳ Λυτρωτά·
Εὔφορον πᾶσι, τὸ ἔτος χορήγησον.»
1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (δηλαδή
ἀρχή τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους). Γιά τήν
περίπτωση αὐτή, ὁ Σ. Εύστρατιάδης στό Ἁγιολόγιό
του, γράφει τὰ ἑξῆς: «Λέξις λατινικὴ (indictio)
ὁρισμὸν σημαίνουσα καθ’ ὂν κατὰ δεκαπενταετὴ
περίοδον ἐπληρώνοντο εἰς τοὺς αὐτοκράτορας
τῶν Ρωμαίων οἱ φόροι. Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν
παράδοσιν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἰνδικτιῶνος εἰσήγαγεν ὁ
Αὔγουστος Καῖσαρ (1 – 14), ὄτε διέταξε τὴν
γενικὴν τῶν κατοίκων τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους
ἀπογραφὴν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, κατὰ τὴν πρώτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός.
Ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) ἐγένετο ἐπισήμως χρῆσις τῆς Ἰνδικτιῶνος ὡς
χρονολογίας. Ἔκτοτε δὲ ἡ ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τοῦ νῦν ἑορτάζει τὴν
1η Σεπτεμβρίου ὡς ἀρχὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους».

«Ἴνδικτον ἡμῖν εὐλόγει νέου χρόνου, ὢ καὶ παλαιὲ καὶ δι’ ἀνθρώπους νέε».

Ἡ Ἰνδικτιώνα εἶναι ἕνας γενικότερος τρόπος μέτρησης τοῦ χρόνου ἀνά 15ετίες μέ
ἀφετηρία τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ γιά τήν ἀκρίβεια ἀπό τό 3 π.Χ.
Ἡ 1η Σεπτεμβρίου, ἡ ἀρχή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς
Ἰνδίκτου. Τότε τελεῖται ἡ ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου σέ συνδυασμό μέ τή Θεία
Λειτουργία γιά τήν εὐλογία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἀρχικά ὑπῆρχε ἡ Αὐτοκρατορική Ἴνδικτος ἤ Καισαρική Ἰνδικτιώνα πού μάλλον
εἰσήχθη ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντίνο. Ἐκαλεῖτο ἐπιπλέον Κωνσταντινική ἤ τῆς
Κωνσταντινουπόλεως ἤ Ἑλληνική. Παράλληλα ὑπῆρχε καί ἡ Παπική Ἰνδικτιώνα.

1

Ἡ 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ὡς ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς χρονιᾶς ὡς ἐξῆς:
Στήν περιοχή τῆς Ἀνατολῆς τά περισσότερα ἡμερολόγια εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν
24η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδή ὅμως ἡ 23 ἦταν ἡ
γενέθλια ἡμέρα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Ὀκταβιανοῦ, ἡ πρωτοχρονιά
μετατέθηκε στίς 23 Σεπτεμβρίου, ἡ ὁποία καί καθορίστηκε ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου,
δηλαδή τῆς περιόδου τοῦ ρωμαϊκοῦ διατάγματος γιά τόν φόρο πού ἴσχυε γιά 15 ἔτη.
Ἔτσι Ἴνδικτος κατάντησε νά σημαίνει ἀργότερα τό ἔτος καί ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου τήν
Πρωτοχρονιά. Αὐτή τήν Πρωτοχρονιά βρῆκε ἡ Ἐκκλησία καί τῆς ἔδωσε χριστιανικό
περιεχόμενο, ἀφοῦ τοποθέτησε σ' αὐτήν τήν ἑορτή τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου,
πού ἀποτελεῖ καί τό πρῶτο γεγονός τῆς Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας.
Ἀργότερα, τό 462 μ.Χ., γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτει ἡ πρώτη τοῦ
ἔτους μέ τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἡ ἐκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε τήν 1η
Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ὅτι ἡ πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἔχει Ρωμαϊκή
προέλευση καί ἦρθε στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή κατά τά νεότερα χρόνια. Ἡ
ἐκκλησιαστική ἀκολουθία γιά τό νέο ἔτος τελεῖται τήν 1η Σεπτεμβρίου, μιά ἀκολουθία
ἀπαράμιλλου κάλλους ὡς πρός τό ὑμνογραφικό ὑλικό.
Σημειωτέον ὅτι πρίν ἀπό λίγα χρόνια ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς
ἡμέρα ἀφιερωμένη στό φυσικό περιβάλλον.
Λαογραφία : ὁ Σεπτέμβριος, ὅμως, ἔχει κι ἄλλες
ὀνομασίες, ὅπως «Σταυριάτης» ἤ «Σταυρίτης»
λόγω τῆς μεγάλης γιορτής τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου
Σταυροῦ στίς 14 τοῦ μήνα. Ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ
Γεώργιος Ν. Αἰκατερινίδης:
«Ἡ μέρα τῆς γιορτῆς αὐτῆς σέ πολλά μέρη
ἀποτελεῖ χρονικό σταθμό στίς τοπικές ἀγροτικές καί
ποιμενικές ἐργασίες καί λαμβάνεται ὡς ἡ ἀρχή ἤ τό
τέρμα γιά τίς σχετικές συμβάσεις. Ἀλλά σταθμό
ἀποτελοῦσε παλαιότερα καί γιά τούς ναυτικούς, οἱ
ὁποῖοι τότε σταματοῦσαν τά μακρινά ταξίδια μέ
ἰστιοφόρα, ὅπως συμβούλευε ἡ παροιμία: “Τοῦ
Σταυροῦ, σταύρωνε καί δένε”. Στίς ἐκκλησίες
μοιράζεται τή μέρα αὐτή βασιλικός, ἐκκλησιαστική
συνήθεια πού πηγάζει ἀπό τήν παράδοση ὅτι στό μέρος ὅπου βρέθηκε ὁ Τίμιος
Σταυρός εἶχε φυτρώσει τό ἀρωματικό αὐτό φυτό, πού γιά τό λόγο αὐτό λέγεται καί
σταυρολούλουδο… μέ τό βασιλικό ἀπό τήν ἐκκλησία καί μέ ἁγιασμό τῆς ἡμέρας
ἐτοιμάζεται τό νέο προζύμι γιά ὅλη τή χρονιά».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β'.

Ὁ πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος,
εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν
εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.
(πηγή : http://elafosdorkas.blogspot.de)

2

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΜΗΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ :
Ἁγίες Τεσσαράκοντα Παρθένες καί Ἀσκήτριες
καί Ἀμμούν ὁ διδάσκαλος αὐτῶν
Ἅγιοι πού ἑορτάζουν :
Ἅγιος
Ἀμμούν

Διδάσκαλος,
Ἁγία
Ἀδαμαντίνη, Ἁγία Καλλιρόη, Ἁγία Χαρίκλεια,
Ἁγία Πηνελόπη, Ἁγία Κλειώ, Ἁγία Θάλεια, Ἁγία
Μαριάνθη, Ἁγία Εὐτέρπη, Ἁγία Τερψιχόρη,
Ἁγία Οὐρανία, Ἁγία Κλεονίκη, Ἁγία Σαπφώ,
Ἁγία Ἐρατώ, Ἁγία Πολύμνια, Ἁγία Δωδώνη,
Ἁγία Ἀθηνά, Ἁγία Τρωάδα, Ἁγία Κλεοπάτρα,
Ἁγία Κοραλία, Ἁγία Καλλίστη, Ἁγία Θεονόη,
Ἁγία Θεανώ, Ἁγία Ἀσπασία, Ἁγία Πολυνίκη,
Ἁγία Διόνη, Ἁγία Θεοφανή, Ἁγία Ἐρασμία,
Ἁγία Ἐρμηνεία, Ἁγία Ἀφροδίτη, Ἁγία
Μαργαρίτα, Ἁγία Ἀντιγόνη, Ἁγία Πανδώρα,
Ἁγία Χάϊδω, Ἁγία Λἀμπρω, Ἁγία Μόσχω, Ἁγία
Ἀρηβοϊα , Ἁγία Θεονύμφη , Ἁγία Ἀκριβή ,
Ἁγία Μελπομένη , Ἁγία Ἐλπινίκη.
Οἱ Ἁγίες αὐτές γυναίκες ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου στήν
Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης. Ὁ ἠγεμών τῆς περιοχῆς Βάβδος (περί τό 305 μ.Χ.) τίς
συνέλαβε ὡς χριστιανές καί τίς προέτρεπε νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα. Ἡ Κελσίνα,
μία ἐξ’ αὐτῶν καί ἡ πρώτη τῆς πόλεως, μετά τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς της
τίς ἐσύναξε ὅλες στήν οἰκία της μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους, διάκονο Ἅγιο Ἀμμούν,
γιά νά ἐνισχυθοῦν πρός τό μαρτύριο. Ὁ Ἀμμούν πῆρε τό χαρτί μέ τά ὀνόματά τους
καί τά διάβασε δυνατά ἕνα-ἕνα. Ὕστερα εἶπε: «Ἀγωνισθήτε ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ διά
τοῦ μαρτυρίου, διότι ἔτσι θά καθίσει καί ὁ Δεσπότης Χριστός στήν πύλη τῆς
οὐρανίου βασιλείας καί θά σᾶς προσκαλεῖ μία-μία κατ’ ὄνομα, γιά νά σᾶς ἀποδώσει
τόν στέφανο τῆς αἰωνίου ζωῆς».
Ὅταν καί πάλι τίς ἀνέκρινε ὁ ἠγεμών, ὁμολόγησαν ὅλες σταθερά τήν πίστη τους.
Μέ τήν προσευχή τους συνέτριψαν τά εἴδωλα καί ὁ ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἀνυψώθηκε
στόν ἀέρα, μέχρις ὅτου, βασανιζόμενος ἀπό πύρινους ἀγγέλους, ἔπεσε νεκρός στή
γῆ. Τότε ὁ Βάβδος πρόσταξε νά κρεμάσουν τόν Ἅγιο Ἀμμούν, νά τοῦ ξύσουν τίς
πλευρές, νά κάψουν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες καί νά τοῦ φορέσουν
στό κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.
Ἐπειδή ὁ Ἅγιος διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, ὀδηγήθηκε μαζί μέ τίς
μαθήτριές του ἀπό τή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά τῆς Βουλγαρίας) στήν
Ἠράκλεια, στόν βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ ὀδόν ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τούς
ἐνεθάρρυνε. Φθάνοντας στήν πόλη πῆγαν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν κατατεθεῖ τά τίμια

3

λείψανα τῆς Ἁγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ἐνώ διανυκτέρευαν ἐκεῖ
προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε ἡ Ἁγία λέγοντας: «Καλῶς ἤλθατε, ἀγίες δούλες τοῦ
Θεοῦ! Πρό πολλού περίμενα τήν λαμπρή ἐν Χριστῷ συνοδεία σας, γιά νά χορεύσωμε
στεφανωμένες ὅλες μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους στήν βασιλεία τοῦ Χριστού, τόν
ὁποῖο μέχρις αἵματος ὁμολογήσαμε».
Στήν Ἡράκλεια τούς ἔριξαν στά θηρία. Οἱ ἁγίες γυναίκες μαζί μέ τόν διδάσκαλό
τους προσευχήθηκαν ὄρθιες μέ ὑψωμένα τά χέρια, τά δέ θηρία κατελήφθησαν ἀπό
ὕπνο καί δέν τούς ἄγγιξαν. Τήν ὥρα πού οἱ στρατιώτες ἄναβαν φωτιά γιά νά τίς
ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στόν ἀσεβή Λικίνιο τήν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου
Κωνσταντίνου, τή νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν κατάργηση τῆς εἰδωλολατρίας.
Κατόπιν σφραγίσθηκαν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί δέκα ἀπό αὐτές πήδησαν
ἀγαλλόμενες μέσα στίς φλόγες ὑμνώντας τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐδρόσισε τό πῦρ. Ἔτσι,
αὐτές μέν ἐτελειώθησαν ἐν εἰρήνῃ στήν πυρά, ὁκτώ δέ ἀποκεφαλίστηκαν μαζί μέ
τόν διδάσκαλό τους Ἀμμούν. Ἀπό τίς ὑπόλοιπες οἱ δήμιοι ἄλλες κατέσφαξαν καί σέ
ἄλλες ἔβαλαν στό στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τά ὀνόματά τους ἔχουν διασωθεί στό ἀρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca
Hagiographica Graeca 2280-2281) καί εἶναι: Λαυρεντία ἡ διάκονος, Κελσίνα,
Θεοκτίστη (ἤ Θεόκλεια), Δωροθέα, Εὐτυχιανή, Θέκλα, Ἀρισταινέτη, Φιλαδέλφη,
Μαρία, Βερονίκη, Εὐλαλία (ἤ Εὐθυμία), Λαμπροτάτη, Εὐφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη,
Τετεσία, Ἀκυλίνα, Θεοδούλη, Ἀπλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ἰουλιάνα,
Ἀμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ἤ Κυριαίνη), Βάσσα,
Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Ἀγαθονίκη, Ἰούστα, Εἰρήνη, Ματρώνα (ἤ Ἀγαθονίκη),
Τιμοθέα, Τατιανή, Ἄννα (ἤ Ἀνθούσα).
Ὡστόσο, στήν ἀσματική Ἀκολουθία καί σέ νεότερους Συναξαριστές ἀπαντοῦν τά
ἐξῆς ὀνόματα: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνά, Ἀκριβή, Ἀντιγόνη, Ἀριβοία, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη,
Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρασμία, Ἐρατώ, Ἐρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ,
Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα,
Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐρανία, Πανδώρα,
Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω καί Χαρίκλεια
(βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανίτου, Ἑορτολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,
Ἀποστολική Διακονία, ἔκδ. Δ , 1997, σελ. 23 ὑποσ.).
Ἀπολυτίκιον

Ἀθλητῶν αἱ χορείαι, δεῦτε συνδράμετε καὶ τεσσαράκοντα κόρας μετὰ Ἀμμοὺν
εὐσεβοῦς μεγαλύνατε, λαμπρῶς πανηγυρίζουσι ὅτι ἐνήθλησαν στερρῶς τῇ ἀσκήσει
ἐν Χριστῷ, ῥωσθεῖσαι καὶ λαμπρυνθῆσαι πρεσβεύουσαι τῷ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς
ψυχὰς ἡμῶν.
(πηγή : http://www.saint.gr)

4