Ἡ ἀγάπη… οὐδέποτε ἐκπίπτει

«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον,
ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…»

Ἡ ἐπανάσταση πού ἔφερε ὁ χριστιανισμός στόν κόσμο συνοψίζεται σέ μία
λέξη, στήν ἀγάπη. Τό πρωτεῖο τῆς ἀγάπης ἀποτελεῖ γιά τούς χριστιανούς τό Α
καί τό Ω τῆς πίστεως τους. Καί δέν πρόκειται γιά μία ὁποιαδήποτε ἀγάπη. Ἡ
ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅπως τήν δίδαξε καί τήν παρουσίασε ὁ ἴδιος μέ τό
παράδειγμά Του εἶναι κάτι τό
ἀσύλληπτο γιά τούς ἀνθρώπους
κάθε ἐποχῆς.
Ἄν θέλουμε νά συλλάβουμε κάπως
τό μέγεθος καί τήν ἔκταση αὐτῆς
τῆς ἀγάπης τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας,
δέν ἔχουμε παρά νά ἀτενίσουμε τόν
σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ βρίσκεται
συγκεντρωμένο ὅλο τό ἄπειρο
μέγεθος τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πού
συγκαταβαίνει καί θυσιάζεται μέ τόν
πιό ὀδυνηρό θάνατο γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτό τό μυστήριο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης προσπάθησαν νά ζήσουν καί ὅλες οἱ
μεγάλες μορφές τῆς Ἐκκλησίας μας. Γνώριζαν καλά πώς χωρίς τήν ἀγάπη, χωρίς
περιορισμούς, πού ἀγκαλιάζει ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους δέν κάνουν
ἀπολύτως τίποτα. Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα περιστατικό πού διηγοῦνται γιά τόν
Ἅγιο Ἀντώνιο, τόν ἐρημοπολίτη, τόν ἥρωα αὐτόν τῆς ἐρήμου, πού δέν ἔπαψε
ποτέ νά εἶναι καί ἥρωας τῆς ἀγάπης ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.
Πληροφορεῖται αὐτός ὁ μεγάλος ἅγιος πώς ὑπάρχει στήν Ἀλεξάνδρεια ἕνας
μικροϋποδηματοποιός, ὁ ὁποῖος ἦταν πιό προχωρημένος ἀπό αὐτόν στήν
χριστιανική ζωή. Θέλει νά μάθει τό μυστικό του. Ἔχει πόθο νά γνωρίσει τήν
αἰτία καί ξεκινᾶ γιά νά τόν συναντήσει στήν πολυθόρυβη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας
καί νά τοῦ πεῖ :

1

-

«Τί κάνεις καί εἶσαι τόσο προχωρημένος στήν πνευματική ζωή ;»
«Φτιάχνω παπούτσια», ἀποκρίνεται ἐκεῖνος.
«Δέν μπορεῖ νά εἶναι μόνο αὐτό» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. «Ἐγώ
δέν κάνω τίποτα ἄλλο παρά νά σκέφτομαι ἀδιάκοπα τόν Θεό. Λοιπόν, πές
μου πῶς περνᾶς τόν καιρό σου ;»
- «Χωρίζω τό ἡμερονύκτιο σέ τρία μέρη», λέει ὁ ὑποδηματοποιός. «Ὀκτώ
ὥρες ἐργασία, ὀκτώ ὥρες προσευχή καί ὀκτώ ὥρες ὕπνο.»
- «Ἐγώ προσεύχομαι ὅλες τίς ὥρες» λέει ξανά ὁ ἅγιος «ἐπομένως δέν
μπορεῖ νά εἶναι αὐτό τό μυστικό σου. Μήπως εἶναι ἡ φτώχειά σου ;»
- «Τι νά σοῦ πῶ ! Ὅ,τι κάνω μέ τόν χρόνο μου κάνω καί μέ τά χρήματα
μου. Τά χωρίζω σέ τρία μέρη, ἕνα γιά μένα, ἕνα γιά τήν Ἐκκλησία καί
ἕνα γιά τούς φτωχούς.»
- «Μά ἐγώ τά ἔχω προσφέρει ὅλα. Τοῦ τά ἔχω δώσει ὅλα, τίποτα δέν ἔχω
κρατήσει γιά τόν ἑαυτό μου» συνεχίζει νά λέει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος. «Πρέπει
λοιπόν κάποιο ἄλλο νά εἶναι τό μυστικό σου».
Μεσολαβεῖ ἕνα διάστημα ἀπορίας καί ἀμηχανίας γιατί τό μυστικό δέν
βρίσκεται. Ὕστερα ἡ συζήτηση προχωρεῖ γιά νά φτάσουν στόν κέντρο
τῆς ἀναζητήσεώς τους. Στήν λύση τοῦ γιατί ὁ μικροϋποδηματοποιός
ἦταν ἀνώτερος στήν πνευματική ζωή.
- «Ζεῖς μέσα σ’ αὐτή τήν πόλη τῆς ἀπωλείας, τήν Ἀλεξάνδρεια. Αὐτό δέν
σέ ἐπηρεάζει σέ τίποτα ;»
- «Α, βέβαια» ἀποκρίνεται ὁ ὑποδηματοποιός. «Αὐτό μπορῶ νά πῶ πώς μέ
ἀρρωσταίνει. Εἶπα πώς ξεχωρίζω ἕνα ὀκτάωρο γιά ὕπνο, ἀλλά συχνά δέν
κοιμᾶμαι καθόλου καί αὐτό μέ κάνει ἄρρωστο ὥστε νά λέω στόν Θεό :
Ἄκουσε Θεέ μου, σέ ἱκετεύω… Ἄς κατέβω ἐγώ ζωντανός στόν Ἅδη ἀρκεῖ
αὐτοί ἐδῶ οἱ ἀδελφοί μου νά σωθοῦν».
Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος προσθέτει ἡ παράδοση αὐτή κατάλαβε τό μεγάλο μυστικό
τῆς ἁγίας ἐκείνης ψυχῆς τήν ὑπέρτατη ἀγάπη πού ἔκρυβε μέσα της. Ἀναχώρησε
μονολογώντας : «Μάλιστα, ἐγώ δέν ἔχω φτάσει ἀκόμη ἐκεῖ». Ἐκεῖ δηλαδή πού
βρίσκεται τό ἀληθινό ὕψος τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητος. Αὐτό πού εὐχόταν καί
τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος : νά γίνει ἀνάθεμα ἀπό τόν Χριστό
χάριν τῶν ἀδελφῶν του.
Νά τό μυστικό γιά τόν κάθε πιστό πού ἔχει ὑψηλούς πόθους καί μεγάλους
ὁραματισμούς. Γιά ὅσους δέν ἱκανοποιοῦνται στίς μετριότητες καί στά ἠμίμετρα.
Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι μονάχα «τό πλήρωμα τοῦ νόμου». Εἶναι καί τό πλήρωμα τῆς
ψυχῆς. Τό γέμισμά της ἀπό χαρά καί ἀνέκφραστη εὐτυχία.
Ἡ ἀγάπη
ἀνακεφαλαιώνει καί συγκροτεῖ ὅλο τόν νόμο, γιατί ὅλος ὁ νόμος πάνω στήν
ἀγάπη στηρίζεται καί ὑφίσταται.
Δέν πρόκειται γιά μία ὁποιαδήποτε ἀγάπη. Πρόκειται γιά τήν ἀγάπη τήν
μοναδική, τήν ἀληθινή, τήν ἀδιαμφισβήτητη, ὅπως μᾶς τήν παρουσίασε μέ τήν
διδασκαλία καί τήν ζωή Του ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπίσας Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Κύριος
μᾶς ἠγάπησε «εἰς τέλος» μέ τέλεια ἀγάπη καί μέ ὅλη Του τήν στοργή μᾶς
ἀγκάλιασε, μᾶς περίεβαλε. Καί ἀγάπησε μέ τέλεια ἀγάπη ποιούς ; Ὄχι μονάχα
2

τούς δικούς Του, ὄχι μονάχα τούς μαθητές Του ἀλλά καί τούς ἐχθρούς Του, τούς
διώκτες Του, τούς σταυρωτές Του.
Νά τό μεγαλεῖο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Νά θυσιάζεσαι γιά νά συγκινήσεις, νά
συγκλονίσεις καί νά ὁδηγήσεις στήν μετάνοια τούς ἐχθρούς σου.
Νά
προσεύχεσαι γιά αὐτούς πού σέ καταδιώκουν καί ζητοῦν τήν ἐξόντωσή σου.
Νά προσπαθεῖς ὅσους τοποθετήθηκαν στό στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ σου νά
τούς ἐντάξεις στό στρατόπεδο τῆς συγχώρεσης, τῆς εἰρήνης καί τῆς
ἀγάπης. Ἀλλά συνάμα καί νά λυπάσαι καί νά πονᾶς γιά τό κακό πού
συντελεῖται στήν ψυχή ἐκείνων πού θέλουν νά συντηρήσουν τήν κακία καί
μοχθηρία τους.
Αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε ἀληθινοῦ πιστοῦ. Καί
αὐτή ἡ ἀγάπη τόν ἀναδεικνύει πραγματικό παιδί τοῦ Θεοῦ, τόν
μεταμορφώνει σέ ἀληθινό μιμητή τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ
Θεοῦ καί τόν συσταυρώνει μέ αὐτόν προσδοκῶντας τήν αἰώνια ἀνάστασή του.
Μέ ἀγάπη,
π.Μηνᾶς Ἀλεξιάδης

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΜΗΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ :
Ὅσιος Εὐφρόσυνος ὁ μάγειρας (11 Σεπτ.)
Ἀγράμματος καί ἀγροῖκος χωρικός ὁ Ὅσιος Εὐφρόσυνος σέ ἀνδρική ἡλικία
ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί εἰσῆλθε σέ κοινόβιο,
ὅπου ἐκάρη μοναχός. Περιφρονημένος ἀπό τούς
συμμοναστές του γιά τήν ἀπαιδευσία καί τήν
ἁπλοϊκότητά του, ἐγκολπώθηκε τήν ταπείνωση
τοῦ Χριστοῦ καί τούς ὑπηρετοῦσε στήν διακονία
τοῦ μαγειρείου. Καί καθώς πάντα ἦταν
κατακαπνισμένος ἀπό τήν ἀνθρακιά καί τίς
στάχτες, ὅλοι τόν περιγελοῦσαν καί τόν
ἐνέπαιζαν, ἀλλά καί δαρμούς δεχόταν ἀπό τούς
ἀμελέστερους πού ἔβρισκαν ἀφορμή τήν σιωπή
καί τήν ἀνεξικακία του. Αὐτός ὅμως ὁ μακάριος
μέ γενναιότητα καρδίας ὑπέμεινε τούς
ἐξευτελισμούς καί τίς ταπεινώσεις καί ἄλλοτε
μέν λουσμένος στόν ἱδρώτα, ἄλλοτε δέ
λαχανιασμένος καί χαρούμενος, διήνυε ἐν τῷ
κρύπτῳ τό στάδιο τῶν ἀρετῶν διαφεύγοντας
τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων.
Στό κοινόβιο ἐκεῖνο ὑπῆρχε κάποιος ἐνάρετος ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἐπί τρία χρόνια
μέ νηστείες καί προσευχές ἱκέτευε τόν Θεό νά τοῦ δείξει τά ἀγαθά, «ἃ ἡτοίμασεν

3

ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Μία νύκτα, ἐνῶ κοιμόταν,
ἀρπάχθηκε ὁ νοῦς του στόν παράδεισο, σέ πάντερπνο καί μυροβόλο κῆπο
γεμάτο πολυποίκιλα δένδρα, εὔοσμα ἄνθη καί διαυγέστατα τρεχούμενα νερά,
πού γλῶσσα ἀνθρώπου δέν μπορεῖ νά περιγράψει. Ἐνῶ διαλογιζόταν τίνος ἄραγε
νά εἶναι ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος παράδεισος, βλέπει τόν μάγειρα τῆς μονῆς
Εὐφρόσυνο στό μέσον τοῦ κήπου νά ἀπολαμβάνει τά ἄρρητα ἀγαθά. Ἔκπληκτος
τόν ρώτησε πῶς βρέθηκε ἐκεῖ καί ἄν αὐτός ἦταν ὁ τόπος πού ἐτοίμασε ὁ Θεός
γιά ὅσους τόν ἀγαποῦν. Ὁ Εὐφρόσυνος τοῦ εἶπε: «Ἐγώ μέν, τίμιε πάτερ, ὅπως
γνωρίζεις, δέν ξεύρω γράμματα - ἀπό σᾶς ἀκούω αὐτά πού λέγει ὁ Ἀπόστολος.
Ἐπειδή ὅμως ἐλάχιστα βιάσαμε τόν ἑαυτό μας, βλέπομε ἕνα μέρος ἀπό αὐτά πού
ὁ Θεός ἐτοίμασε γιά ὅσους τόν ἀγαποῦν διότι ἄνθρωπος πού φορεῖ σάρκα δέν θά
ἀντέξει νά δεῖ περισσότερα». Ὁ ἱερεύς τόν ρώτησε ἄν εἶχε ἔλθει καί ἄλλη φορά ὁ Εὐφρόσυνος τοῦ ἀπάντησε: «Με τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἐδῶ μένω πάντοτε καί
εἶμαι φύλακας τοῦ κήπου». Τότε ὁ ἱερεύς τοῦ ἔδειξε τρία ὡραιότατα μεγάλα μῆλα
καί τόν ἐρώτησε ἄν εἶχε ἐξουσία νά τοῦ τά δώσει. Ὁ Εὐφρόσυνος τά ἔκοψε
ἀμέσως καί τοῦ τά ἔβαλε στό ράσο.
Τήν ὥρα ἐκείνη κτύπησε τό σήμαντρο γιά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Ὁ
ἱερεύς, ἀναπηδῶντας ἀπό τό κλινάρι του, νόμιζε πώς εἶχε δεῖ ὄνειρο καί ἐξεπλάγη
ὅταν μέσα στό ράσο του βρῆκε τούς τρεῖς παραδείσιους καρπούς. Στόν ναό εἶδε
τόν Εὐφρόσυνο νά στέκεται ὅπως πάντα στό στασίδι του. Πέφτοντας στά πόδια
τόν ἐκλιπαροῦσε νά τοῦ πεῖ πού βρισκόταν ἐκείνη τήν νύκτα. «Ἐκεῖ ἤμουν,
πάτερ», τοῦ ἀπάντησε, «ὅπου μέ βρῆκες». «Καί τί μοῦ ἔδωσες, δοῦλε τοῦ Θεοῦ;
πές μου», ρώτησε πάλι ὁ ιερεύς. «Τρία μῆλα ζήτησες καί σοῦ τά ἔδωσα», τοῦ
ἀποκρίθηκε μέ ταπείνωση ὁ μάγειρας. Ὁ ἱερεύς τοῦ ἔβαλε μετάνοια καί πῆγε
στήν θέση του. Μετά τήν ἀπόλυση ἔφερε ἀπό τό κελλί του τά τρία μῆλα, τά
ἔδειξε στούς ἀδελφούς καί διηγήθηκε ὅσα συνέβησαν τήν νύκτα. Ἐκεῖνοι
θαύμασαν καί δόξασαν τόν Θεό. Ἔπειτα τά κατατεμάχισαν καί τά ἔβαλαν σέ
δίσκο. Ὅσοι μετέλαβαν ἀπό τήν εὐλογία τοῦ δεσποτικοῦ κήπου θεραπεύθηκαν
ἀπό κάθε ἀσθένεια.
Ὁ δέ μακάριος Εὐφρόσυνος, τήν ὥρα πού οἱ μοναχοί ἄκουγαν προσεκτικά τήν
διήγηση τοῦ ἱερέως, ἄνοιξε τήν πλάγια θύρα τῆς Ἐκκλησίας καί, φεύγοντας τήν
ἀνθρώπινη δόξα, ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν μονή καί δέν φάνηκε ποτέ πιά.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ταπεινώσει καρδίας Πάτερ Εὐφρόσυνε, τῷ μαγειρείῳ προσφέρων διακονίαν
τὴν σήν, ἐπληρώθης ἀληθῶς Ἁγίου Πνεύματος· ὅθεν ἐγνώρισεν ἡμῖν, τὴν σὴν
δόξαν ὁ Θεός, δι’ ἱερέως ὁσίου· ἧς καὶ ἡμᾶς θεοφόρε, μετόχους δεῖξον ταῖς
πρεσβείαις σου.

4