1

After 1 by Anna Todd
Chapter 1
''Tessa!!''ακουσα την φωνη της μαμας μου να με καλει απο κατω.Βογγηξα στον
ευατο μου καικυλισα απο το μικροσποπικο κρεβατι μου. Πηρα τον χρονο μου
φτιαχνοντας τοκρεβατι μου γιατι αυτο ηταν το τελευταιο πρωι που θα
θεωρουταν κρεβατι μου.
''Tessa!!''φωναξε ξανα.
''Σηκωθηκα''της απαάντησα.
Ακουγονταιτα ντουλαπια να κλεινουν και να ανοιγουν απο κατω, πρεπει να
μου φτιαχνειπρωινο.Την ωρα που αρχιζω το πρωινο ντουζ μου το στομαχι μου
δενεταικομπος.Περασα τα τελευταια χρονια ανησυχωντας για το
κολεγιο.Ξοδεβα ταΣαββατοκυριακα μου διαβαζοντας και προετοιμαζοντας το
ευατο μου για αυτο ενω οισυμμαθητες μου βγαινανε εξω μεθουσανε και
σπαταλουσανε τον χρονο τους.Την ημεραπου ηρθε η επιστολη αποδοχης μου
στο WSU κατενθουσιασμενη.Η μαμα μου εκλεγε γιαοτι ενιωσα για ωρες, και
οφειλω να ομολογησω οτι ημουν πολυ περηφανη για τονεαυτο
μου.Ανταμειφθηκα για ολη την σκληρη δουλεια μου.Το ζεστο νερο
χαλαρωνειτους πιασμενους μου μυες, ποση ωρα ειμαι εδω μεσα; Επλυνα
βιαστηκα το κεφαλιμου και το σωμα μου και βαριεστημενα το ξυραφακι
τρεχει στα ποδια μου για νααφαιρεσει τις τριχες που ειχαν εμφανιστει το
Σαββατοκυριακο.Οταν τυλιξα τηνπετσετα γυρω απο το βρεγμενο σωμα μου η
μαμα μου με καλει και παλι.Την αγνοησα,ξερω οτι ειναι νευρικη για την
ημερα αφιξης μου στο κολεγιο αλλα σχεδιαζα αυτητην μερα για μηνες.Ο
Noah ειναι ενα βαθμο νεοτερος απο εμενα αλλα ειναιδεκαοχτω ετων, οι
γονεις τον εβαλαν σε νηπιαγωγειο ενα χρονο αργοτερα.Ο Noahεχει σε ολα
Α(αλφα) οπως και εγω, ειναι θαυμασιος και θα ερθει μαζι μου στο WSUτου
χρονου.Μακαρι να ερχοταν φετος γιατι δεν θα ξερω κανενα ατομο
στοκολεγιο.Χρειαζομαι μονο ενα αξιοπρεπες συγκατοικο, αυτο ειναι το μονο
πραγμαπου ζητω.
''Tess''
''Τωρακατεβαινω, σε παρακαλω μην με ξαναφωναξεις!'' φωναξα την ωρα που
κατεβαινα τιςσκαλες. Ο Noah καθεται στο τραπεζι απεναντι απο την μαμα
μου ντυμενος με εναμπλε polo πουκαμισε και khakis( ειναι κατι παντελονια
ψαξτε το στο google), ηκανονικη του ενδυμασια.Τα ξανθα του μαλλια ειναι
χτενισμα και αγγιζουν τηντελειοτητα.
''Γειασου κολεγιοκοριτσο'' το χαμογελο του ειναι φωτεινο και υπεροχο.

2

''Γεια''του εδωσα ενα εξισου φωτεινο χαμογελο και τραβηξα τα βρωμικα
ξανθα μαλλια μουσε ενα κοτσο.
''Γλυκιαμου, μπορουμε να σε περιμενουμε λιγα λεπτα να φτιαξεις τα
μαλλια σου'' η μαμαμουά λεει σιγανα.Πηγα προς τον καθρευτη και εκανα ενα
νευμα, εχει δικιο.Ταμαλλια μου πρεπει να ειναι ευπαρουσιαστα για σημερα,
και εκεινη δεν δισσταζεινα μου το θυμιζει.
''Θαβαλω τις βαλιτσες σου στο αυτοκινητο'' προσφεραται ο Noah και αρπαζει
τακλειδια απο την μαμα μου.Οπως κατευθυνομαι προς το αμαξι οι
πεταλουδες στοστομαχι μου χορευουν γυρω-γυρω, τουλαχιστον εχω δυο ωρες
να τις κανω ναεξαφανιστουν.

3

Chapter 2
''Εδωά ειάμαστε'' φωναάζει η μαμαά μου την ωάρα που οδηγοάυσαμε μεάσα αποά την
πεάτρινη πυάλη και φταάσαμε στην πανεπιστημιουάπολη.
Η πανεπιστημιουάπολη φαιάνεται εξιάσου μεγαάλη οάπως εάδειχνε και στο
φυλλαάδιο στο ιντερνεάτ, εάχω εντυπωσιαστειά. Τα κτηάρια ειάναι παλιαά και κομψαά
ταυτοάχρονα. Εκατονταάδες αάνθρωποι, γονειάς να αγκαλιαάζονται και να φιλουάν
τα παιδιαά τους αποχαιρετωάντας τους, ομαάδες πρωτοετωάν να ειάναι ντυμεάμοι
αποά την κορυφηά εωάς τα νυάχια με την επιάσιμη φοάρμα του WSU, και μερικοιά
περιπλανωάμενοι που νιωάθουν συάγχυση και χαάος, να γεμιάζουν την περιοχηά. Το
μεάγεθος της πανεπιστημιουάπολης ειάναι εκφοβιστικοά, αλλαά ελπιάζω οάτι μεταά
αποά μερικεάς εβδομαάδες θα νιωάθω σαν το σπιάτι μου. Η ενημεάρωση
προσανατολισμουά ειάναι συάντομη και καάθομαι μοάνη μου, το συνηθισμεάνο φοάρτε
μου. Μια φαινομενικαά μεάσης ηλικιάας κυριάα μου διάνει το κλειδιά του κοιτωάνα μου
και με στεάλνει στο δροάμο μου. Νιωάθω ηάδη περισσοάτερη ελευθεριάα αποά οάτι εάχω
νιωάσει τα τελευταιάα δεκαοχτωά χροάνια.
''Θεάλω να δω τον κοιτωάνα σου πριν φυάγω γλυκιαά μου. Απλαά δεν μπορωά να
πιστεάψω οάτι ειάσαι στο κολλεάγιο! Η μοναχοκοάρη μου, φοιτηάτρια που ζει μονηά
της. Απλαά δεν μπορωά να το πιστεάψω.'' Γκρινιαάζει και σκουπιάζει προσεκτικαά τα
μαάτια της για να μην χαλαάσει το μεικ-απ της. Ο Νοάα μας ακολουθειά,
κουβαλωάντας τις βαλιάτσες μου καθωάς προχωραάμε στο διαάδρομο.
"Τωάρα, απλωάς να θυμηθειάς οάλα οάσα σου ειάπα, δεν θεάλεις να καάνεις καάτι που
θα χαλαάσει το μεάλλον σου" τσεκαάρει την ωάρα στο ρολοάι της, εάνα ρολοάι που
δεν ειάχε την οικονομικηά αάνεση να αγοραάσει αλλα το εάκανε εάτσι και αλλιωάς.
''Το νουάμερο του δωματιάου ειάναι Β22...ειάμαστε στο Γ διαάδρομο'' τους ειάπα.
Ευτυχωάς ειάδα εάνα τεραάστιο Β ζωγραφισμεάνο στον τοιάχο. ''Εδω καάτω'' διάνω
εντοληά και εκειάνοι ακολουθουάν. Ειάμαι ευγνωάμων που εάφερα μοάνο μερικαά
ρουάχα, μια κουβεάρτα και καάποια αποά τα αγαπημεάνα μου βιβλιάα μαζιά, εάτσι ο
Noα δεν εάχει πολλαά να μεταφεάρει.
''Β22'' η μαμαά μου ξεφυάσησε. Φορουάσε παραά πολυά ψηλαά τακουνιαά για τον
δροάμο που μοάλις ειάχαμε διανυάσει. Εάβαλα το κλειδιά στην παλιαά ξυάλινη ποάρτα η
οάποια εάτριξε προτουά ανοιάξει, κοάβοντας την αναπνοηά της μαμαάς μου. Το
δωμαάτιο ειάναι μικροά με δυο μικροσκοπικαά κρεβαάτια και δυο γραφειάα. Τα
μαάτια μου ταξιδευάουν στο λοάγο που ''κοάπηκε'' η αναπνοηά της μαμαάς μου. Η μια

4

πλευραά του δωματιάου ειάναι καλυμμεάνη αποά αφιάσες μουσικηάς, κυριάως αποά
συγκροτηάματα που δεν εάχω ξανακουάσει ποτεά, τα προάσωπα των τραγουδιστωάν
που απεικονιάζουν οι αφιάσες ειάναι καλυμμεάνα με ταττουά και piercings. Η
κοπεάλα που ειάναι ξαπλωμεάνη στο κρεβαάτι εάχει λαμπεραά κοάκκινα μαλλιαά, στα
μαάτια της μπορωά να διακριάνω το eye-liner που εάχει βαάλει και στα χεριαά της
υπαάρχουν ταττουαάζ.
''Γεια'' η αάγνωστη λεάει, προσφεάροντας εάνα χαμοάγελο. Προς μεγαάλη μου
εάκπληξη το χαμοάγελο της ειάναι πολυά ενδιαφεάρον. ''Ειάμαι η Στεφ.'' λεάει και
σηκωάνεται οάρθια, στηριγμεάνη στους ωάμους της.
''Γ..γεια ειάμαι η Tεσσα.'' ειάπα με πνιχτη φωνηά, οάλοι μου οι τροάποι ειάχαν φυάγει
αποά την ποάρτα.
''Καλωσοάριζες στο WSU οάπου οι κοιτωάνες ειάναι μικροιά και τα παάρτυ τεραστιάα''
η κοκκινομαάλλα κοπεάλα απανταά με μια γκριμαάτσα. Το κεφαάλι της πεάφτει
πιάσω γελωάντας νευρικαά. Το στοάμα της μαμαάς μου ειάναι ορθαάνοικτο και ο Noα
μετατοπιάζει το βαάρος του αάβολα. Η Στεφ περιπαταάει κονταά μου, με
αποτεάλεσμα να μην υπαάρχει κενοά μεταξυά μας και με αγκαλιαάζει.
Αιφνιδιαάστηκα αποά την κιάνηση της, αλλαά την αγκαάλιασα και εγωά. Οάσο ο Noα
αφηάνει καάτω τις βαλιάτσες μου καάποιος κτυπαάει την ποάρτα και δεν μπορωά
παραά να ελπιάζω οάτι αυτοά ειάναι καάποιου ειάδους αστειάο.
''Πεάρνα μεάσα!'' η καινουάργια μου συγκαάτοικος φωναάζει. Η ποάρτα ανοιάγει και
δυο αγοάρια μπαιάνουν μεάσα.
Αγοάρια μεάσα στους κοιτωάνες των κοριτσιωάν αποά την πρωάτη μεάρα; Μαάλλον το
να εάρθω στο WSU ηάταν κακηά επιλογηά. Υποθεάτω αποά την εάκφραση της μητεάρας
μου, σκεάφτεται και εκειάνη το ιάδιο. Η καημεάνη γυναιάκα φαιάνεται οάτι θα
λυποθυμιάσει αποά λεπτοά σε λεπτοά. Δεν θα την κατηγορουάσα.
''Γεια, ειάσαι η νεάα συγκαάτοικος της Στεφ;'' με ρωταάει το ξανθοά αγοάρι. Δεν εάχει
τοάσα πολλαά tattoos οάσα εάχει το αάλλο αγοάρι αλλαά εάχει καάποια.
''Εμμ ναι..Το οάνομα μου ειάναι Τεσσα.'' καταάφερα να πω.
''Εγωά ειάμαι ο Nαάιαλ. Μην δειάχνεις τοάσο νευρικηά, διάνεις λαάθος εντυάπωση" μου
λεάει με εάνα χαμοάγελο, φεάρνοντας το χεάρι του στον ωάμο μου. "Θα το
λατρεάψεις το μεάρος" το χαμοάγελο του ειάναι ζεστοά και φιλοάξενο, παραά την
σκληρηά του εμφαάνιση.
''Ειάμαι εάτοιμη παιδιαά'' λεάει η Στεφ και αρπαάζει την τσαάντα της αποά το κρεβαάτι.
Τα μαάτια μου στρεάφονται στο ψηλομελαχρινοά αγοάρι που στεάκεται στον
τοιάχο. Τα μαλλιαά του ειάναι μια σειραά αποά πυκνεάς μπουάκλες γυάρω αποά το
κεφαάλι του, πιασμεάνα πιάσω αποά το μεάτωποά του και φοραάει σκουλαριάκι στο
φρυάδι και στο χειάλος του. Τα μαάτια μου μετακινουάνται προς τα καάτω, στο

5

μαυάρο T-shirt του οάπου στα χεριαά του ειάναι καλυμμεάνα με τατουαάζ, ουάτε εάνα
εκατοστοά δεάρματος δεν φαιάνεται ακαάλυπτο. Νοάμιζα οάτι θα συάστηνε τον εαυτοά
του αλλαά δεν το καάνει, αντι αυτουά στριφογυριζει τα μαάτια του ως δειάγμα
ενοάχλησης και βγαάζει το κινητοά του απο την τσεάπη του στενουά μαυάρου τζιάν του.
Σιάγουρα δεν ειάναι οάσο φιλικοάς οάσο ειάναι ο ξανθοάς φιάλος του.
''Θα τα πουάμε Τεσσα'' λεάει ο Nαάιαλ και οι τρεις τους βγαιάνουν αποά το δωμαάτιο.
Αφηάνω μια μεγαάλη αναάσα. Το να πω οάτι η καταάσταση ηάταν αάβολη θα ηάταν το
λιγοάτερο.
''Θα παρουμε καινουργιο κοιτωνα!'' η μαμα μου φωναζει οταν η πορτα κλεινει.
''Οχι,δεν μπορωά." αναστεναάζω, "Ειάναι μια χαραά μητεάρα" βαάζω τα δυναταά μου
για να κρυάψω την νευρικοάτηταά μου. Δεν γνωριάζω ποάσο καλαά θα λειτουργηάσει
αυτοά, αλλαά το τελευταιάο πραάγμα που θεάλω ειάναι η μητεάρα μου να
δημιουργηάσει σκηνηά την πρωάτη μου μεάρα στο κολεάγιο. "Ειάμαι σιάγουρη οάτι δεν
θα ειάναι εδω τριγυάρω ουάτως η αάλλως'' Προσπαθωά να την πειάσω μαζιά με τον
εαυτοά μου.
''Με τιάποτα θα αλλαάξουμε αμεάσως τωάρα κοιτωάνα." Τα μακρια ξανθαά της
μαλλιαά ειάναι γυρισμεάνα στο εάνα της ωάμο. "Δεν θα ειάσαι σε εάνα δωμαάτιο με
καάποιον που αφηάνει αγοάρια να μπαινοβγαιάνουν εδω μεάσα και ειδικαά αυτοιά οι
πανκς!'' Φωναάζει.
''Μαμαά.. σε παρακαλωά" Κοιταάζω μες τα μπλε της μαάτια και μεταά στον Νοάα,
"ας δουάμε πρωάτα πως θα παάει και μεταά. Παρακαλωά...'' την ικετευάω. Κοιταάζει
τριγυάρω το δωμαάτιο ξαναά και αφομιωάνει την διακοάσμηση στην μεριαά της Στεάφ,
καθωάς αναστεναάζει δραματικαά.
"Ενταάξει" απανταά, προς εάκπληξηά μου.

6

Chapter 3
Μεταά αποά μια ωάρα με την μητεάρα μου να με προειδοποιειά για τα αγοάρια και
τα παάρτυ, αποφαάσισε επιτεάλους να φυάγει. Με το στυλ της Καάρολ Γιαάνγκ που
την χαρακτηριάζει, με αγκαάλιασε γρηάγορα και με φιάλησε προτουά να βγελι
αποά τον κοιτωάνα, ενημερωάνοντας τον Νoα οάτι θα τον περιμεάνει στο αμαάξι.
''Θα μου λειάψει να σε εάχω διπλαά μου καάθε μεάρα'' λεάει μαλακαά και με βαάζει
μεάσα στους ωμουάς του για να με αγκαλιαάσει. Καθωάς με αγκαλιαάζει μυριάζω
την κολοάνια που του ειάχα αγοραάσει εδωά και τριάα Χριστουάγεννα στην σειραά και
αναστεναάζω. Θα μου λειάψει αυτηά η οικειάα μυρωδιαά και οι παρηγοριτικεάς
αγκαλιεάς του.
''Και σε μεάνα θα λειάψεις, αλλαά θα μιλαάμε καάθε μεάρα'' του υποάσχομαι και τον
αγκαλιαάζω πιο σφιχταά.'' Μακαάρι να ηάσουν εδωά αυτοά τον χροάνο'' του λεάω και
βαάζω την μυάτη μου στο λαιμοά του. O Νoα ειάναι μοάνο μερικεάς ιάντσες ψηλοάτερος
αποά εάμενα, αλλαά μου αρεάσει που δεν με περναάει τοάσο. Οάταν η μητεάρα μου
κοάρναρε ανυποάμονα αποά καάτω με φιάλησε για τελευταιάα φοραά.
Μεταά που εάφυγαν ο Νoα και η μητεάρα μου ξεκιάνησα να βγαάλω τα πραάγματα
μου αποά τις βαλιάτσες μου. Τα ρουάχα μου ηάταν προσεγμεάνα διπλωμεάνα και
αποθηκευμεάνα στην μικροά συρταάρι, τα υποάλοιπα κρεάμονταν με ακριάβεια απο
το μισοά μεάρος της ντουλαάπας. Ανατριχιαάζω στο συάνολο του δερμαάτινου και
αάνιμαλ πριντ που βριάσκεται στην αντιάθετη πλευραά.

7

Νιωάθοντας εξαντλημεάνη, ξαάπλωσα στο κρεβαάτι. Ηάδη νιωάθω μοναξιαά και το
γεγονοάς οάτι η συγκαάτοικος μου εάχει φυάγει δεν βοηθαά και πολυά, οάσο αμηάχανα
και εαάν εάνιωθω με τους φιάλους της. Εάχω εάνα προαιάσθημα οάτι θα λυπειά συχναά,
ηά ακοάμη χειροάτερα, μπορειά να φεάρνει την παρεάα της εδωά συχναά. Γιατιά δεν
μπορωά να εάχω μια συγκαάτοικο που λατρευάει να καάθεται μεάσα και να
διαβαάζει? Υποθεάτω οάτι αυτοά ειάναι καλοά γιατιά θα εάχω το μικροά δωμαάτιο μοάνο
για τον εαυτοά μου. Μεάχρι στιγμηάς το κολεάγιο δεν ειάναι οάπως το ονειρευοάμουν,
ουάτε οάπως το φανταζοάμουν, οάμως εάχουν περαάσει μοάνο μερικεάς ωάρες, αυάριο θα
ειάναι καλυάτερα, πρεάπει να ειάναι.
Πριν πεάσω για υάπνο εάβγαλα το μπλοκαάκι μου για να γραάψω τα μαθηάματα του
εξαμηάνου και τις δυνατοάτητες συναάντησης μου με το λογοτεχνικοά κλαμπ που
σκοπευάω να παάρω μεάρος. Ακοάμη δεν το εάχω αποφασιάσει αλλαά διαάβασα
μερικεάς κριτικεάς των μαθητωάν και ηάθελα να το τσεκαάρω. Αυάριο θα καάνω μια
μικρηά βοάλτα στην πανεπιστημιουάπολη για να παάρω μερικαά πραάγματα για το
νεάο μου δωμαάτιο, δεν σκοπευάω να το διακοσμηάσω οάπως η Στεάφ το δικοά της, οάμως
θα ηάθελα να προσθεάσω μερικαά αποά τα πραάγματαά μου στην δικηά μου μεριαά. Το
γεγονοάς οάτι ακοάμη δεν εάχω αμαάξι δυσκολευάει τα πραάγματα, μαάλλον πρεάπει
να αρχιάσω να ψαάχνω για εάνα. Εάχω αρκεταά χρηάματα αποά τα δωάρα για την
αποφοιάτηση μου, αάπλα δεν θεάλω να εάχω το αάγχος ενοάς καινουάργιου δικουά μου
αμαξιουά αποά τωάρα. Εδωά στη πανεπιστημιουάπολη που μεάνω εάχω προάσβαση σε
οάλα τα μεάσα μεταφοραάς. Με σκεάψεις που αφορουν κοκκινομαάλες κοπεάλες,
και φιλικους ξανθουάς με ταττουά, αποκοιμαάμαι με το μπλοκαάκι ακοάμη στα
χεάρια μου.
Το εποάμενο πρωιά η Στεφ δεν ειάναι στο κρεβαάτι της. Θα ηάθελα να την μαάθω
καλυτεάρα αλλαά οάχι εαάν ειάναι ο τυάπος του ατοάμου που μεάνει εάξω οάλη την
νυάχτα. Μαάλλον εάνα αποά τα δυο αγοάρια που ηάταν μαζιά της χθες ειάναι το αγοάρι
της. Ελπιάζω να ειάναι ο ξανθοάς, για το καλοά της. Πιαάνω το νεσεσεάρ μου και παάω
προς το μπαάνιο. Εάνα αποά τα λιγοάτερο αγαπημεάνα μου πραάγματα ενοάς
κοιτωάνα ειάναι οι τουαλεάτες, γιατιά δεν μπορειά καάθε δωμαάτιο να εάχει το δικοά του
μπαάνιο αντιά για κοινεάς ντουσιεάρες? Ειάναι περιάεργο και προσευάχομαι να μην
το μοιραζοάμαστε αγοάρια-κοριάτσια. ΟΙ ελπιάδες μου συντριάβονται οάταν φταάνω
στην ποάρτα. Ηάμουν αρκεταά βεάβαιη οάτι υπηάρχαν δυο ταμπεάλες στην ποάρτα, εάνα
αρσενικοά και εάνα θηλυκοά. Αχχ. Το να υπαάρχουν αγοάρια μεάσα στο ιάδιο
κοινοάχρηστο μπαάνιο.. προάκειται να ειάναι πολυά αάβολο και υπερβολικαά
παραάξενο. Θα πρεάπει να βαάλω ξυπνητηάρι ωάστε να εάρχομαι τουλαάχιστον μια
ωάρα πιο νωριάς το πρωιά με την ελπιάδα οάτι θα'ναι λιγοάτερο γεμαάτο.
Το νεροά θεάλει πολυά ωάρα μεάχρι να ζεσταθειά και γιάνομαι παρανοιϊκηά στην ιδεάα
οάτι καάποιος μπορειά να τραβηάξει την κουρτιάνα και να με δει γυμνηά. Οάλοι
φαιάνονται να ειάναι αάνετοι παραά το γεγονοάς οάτι δεν θα εάπρεπε να ειάναι. Η
ζωηά στο κολλεάγιο ειάναι τοάσο περιάεργη μεάχρι στιγμηάς. Τον ντουζ ειάναι πολυά
μικροά, επενδυμεάνο με εάνα ραάφι για να κρεμαάσω τα ρουάχα μου την ωάρα που
θα καάνω ντουζ και ελαάχιστο χωάρο για να τεντωθωά την ωάρα που θα λουάζομαι.
Πιαάνω τον εαυτοά μου να σκεάφτεται τον Νoα και την ζωηά μου πιάσω στο σπιάτι.

8

Αφηρημεάνη οάπως γυάρισα τον αγκωάνα μου χτυάπησα το ραάφι με αποτεάλεσμα τα
ρουάχα μου να πεάσουν παάνω στο βρεγμεάνο παάτωμα. Το νεροά συνεχιάζει να
τρεάχει παάνω τους βρεάχοντας τα εντελωάς.
''Πρεάπει να αστειευάεσαι!'' βοάγκηξα στον εαυτοά, βιαστηκαά κλειάνοντας το νεροά
και τυάλιξα την πετσεάτα γυάρω αποά τον εαυτοά μου αρπαάζοντας τον σωροά αποά τα
βαριαά και μουάσκεμα ρουάχα μου και γρηάγορα βγηάκα στο διαάδρομο ελπιάζοντας
να μην με δει κανειάς. Εάφτασα στο δωμαάτιο μου, μπηάκα μεάσα, πεάταξα το
κλειδιά και αμεάσως χαλαάρωσα οάμως δεν κραάτησε για πολυά γιατιά γυάρισα και
ειάδα το αγοάρι με τα σγουραά μελαχριναά μαλλιαά ξαπλωμεάνο στο κρεβαάτι της
Στεφ.

Chapter 4
''Εμμ..που ειάναι η Στεφ?'' η φωνηά μου βγαιάνει αποά το στοάμα μου σαν τριάξιμο.
Τα χεριαά μου ειάναι τυλιγμεάνα γυάρω αποά το μαλακοά υάφασμα της πετσεάτας
μου, ενωά τα μαάτια μου κοιταάζουν καάτω συνεάχεια για να βεβαιωθωά οάτι με
καλυάπτει ολοκληρωτικαά η πετσεάτα.
Με κοιταάει, οι γωνιάες του στοάματος του να ανασηκωάνονται ελαφρωάς, αλλαά
δεν λεάει κουβεάντα.
"Με αάκουσες? Σε ρωάτησα που ειάναι η Στεάφ" επαναλαμβαάνω, προσπαθωάντας
να ειάμαι λιάγο πιο ευγενικηά.
Η ευχαάριστη εάκφραση στο προάσωποά του μεγαλωάνει και τελικαά ουρμουριάζει
''Δεν ξεάρω'' και αναάβει την μικρηά επιάπεδη οθοάνη που βριάσκεται στο κομωδιάνο της
Στεφ. Τι στο καλοά καάνει εδω περαά εαάν δεν ξεάρει καν που ειάναι? Δεν εάχει δικοά
του δωμαάτιο? Δαάγκωσα την γλωσσαά μου σε μια προσπαάθεια να κρατηάσω τα
απρεπηά σχοάλια για τον εαυτοά μου.

9

''Ενταάξει? Μηάπως θα μπορουάσες.. να φυάγεις ηά καάτι τεάτοιο μεάχρι να αλλαάξω?''
συνειδητοποιάησα οάτι μεάχρι τωάρα δεν ειάχε παρατηρηάσει οάτι ηάμουν μοάνο με την
πετσεάτα, βασικαά μπορειά και να το ειάχε καταλαάβει αλλαά δεν φαιάνεται να τον
ενοχλειά.
"Μην κολαυκευάεσαι, δεν προάκειται να σε κοιταάξω,''χλευαάζει και γυριάζει αποά
την αάλλη, καλυάπτοντας το προάσωπο του με τα χεριαά του. Εάχει μια βαριαά
αγγλικηά προφοραά που δεν παρατηρηάσει νωριάτερα. Ιάσως επειδηά ηάταν τοάσο
αγενηάς που δεν μου μιάλησε καν. Γιατιά να βριάσκεται εδωά στο Pullman? Αβεάβαιη
τι να απαντηάσω στο αγενεάς σχοάλιο του, αναστεναάζω και περπαταάω
θυμωμεάνα προς τα συρταάρια μου.
Ιάσως να ειάναι γκεάι και να εννοουάσε αυτοά, οάταν εάλεγε ''δεν προάκειται να σε
κοιταάξω'', ηά αυτοά ηά νομιάζει οάτι ειάμαι αάσχημη. Φοάρεσα βιαάστηκα σουτιεάν και
εσωάρουχο και μεταά μια απληά αάσπρη κοντομαάνικη μπλουάζα
και χακιά
παντελοάνι.
''Τελειάωσες?'' ρωταάει, καάνοντας με να χαάσω καάθε ιάχνος υπομονηάς που ειάχα.
''Μπορειάς να γιάνεις ακοάμη πιο ασεβηάς? Σοβαραά τωάρα, ειάσαι στο δωμαάτιο ΜΟΥ
την ωάρα που αλλαάζω και εάχεις το θραάσος να ειάσαι αγενηάς μαζιά μου? Δεν σου
εάχω καάνει τιάποτα, ποιο ειάναι το προάβλημα σου?'' του φωναάζω, ο τοάνος μου σε
υψηλοάτερη εάνταση απ'οάτι ηάθελα, οάμως αποά το εάκπληκτο βλεάμμα στο προάσωπο
του καταλαβαιάνω οάτι τα λοάγια μου ειάχαν αποτεάλεσμα στο αγοάρι με τα
τατουαάζ.
Με κοιταάζει σιωπιλαά και οάσο περιμεάνω να ζητηάσει συγνωάμη, ξεκαρδιάζεται να
γελαάει. Με κοιταάζει και το μοάνο που καάνει ειάναι να γελαάει. Το γεάλιο του ειάναι
εάνας βαθυάς και σχεδοάν απολαυστικοάς ηάχος. Θα ηάταν ακοάμη πιο ωραιάο αν δεν
ηάταν το ανεάνδοτος στο να φεάρεται σαν βλαάκας. Τα λακκαάκια του καάνουν την
εμφαάνιση τους οάπως συνεχιάζει να γελαάει και νιωάθω σαν χαζηά αβεάβαιη τι να
πω ηά τι να καάνω. Συνηάθως δεν μου αρεάσει να συγκρουάομαι με αάλλους και αυτοά
το αγοάρι φαιάνεται να'ναι το τελευταιάο αάτομο που θα αάρχιζα μαζιά του καβγαά.
Η ποάρτα ανοιάγει και η Στεφ μπουκαάρει μεάσα με φοάρα.
''Συγνωάμη που αάργησα. Ειάχα ειάμαι ζαλισμεάνη απο εχθεάς'' λεάει δραματικαά και
τα μαάτια της συναντουάν τα δικαά μου και μεταά τον Χαάρρυ.
''Συγγνωάμη Τες, ξεάχασα να σου πω οάτι ο Χαάρρυ θα ερχοάταν αποά εδω'' λεάει
κουνωάντας τους ωμουάς της απολογητικαά, καθωάς συνειδητοποιειά την σκηνηά
μπροσταά της.
Θεάλω να πιστευάω οάτι εγωά με την Στεφ μπορουάμε να τα πηγαιάνουμε καλαά σαν
συγκαάτοικοι, ιάσως και να χτιάσουμε μια ειάδους φιλιάα, αλλαά με αυτεάς τις
επιλογεάς της στους φιάλους δεν ειάμαι πια σιάγουρη.

10

''Το αγοάρι σου ειάναι αγενεάς'' οι λεάξεις βγηάκαν αποά το στοάμα μου χωριάς να
προλαάβω να τις σταματηάσω.
Αμεάσως οι δυο τους αρχιάζουν και γαλανεά. Τι συμβαιάνει με αυτουάς τους
ανθρωάπους και γελανεά μαζιά μου? Αρχιάζει να γιάνεται ενοχλητικοά.
''Ο Χαάρρυ δεν ειάναι το αγοάρι μου'' λεάει γελωάντας τονιάζοντας το ΔΕΝ.
''Τι της ειάπες?'' η Στεάφ ρωταάει και τον μαλωάνει. ''Ο Χαάρρυ εάχει εάνα περιάεργο
τροάπο να..συζηταάει'' μου εξηγειά, κοιτωάντας με ξανα. Υπεάροχα, δηλαδηά αυτοά
που προσπαθειά να μου πει οάτι ο Χαάρρυ ειάναι παάντα αγενηάς. Ο Χαάρρυ
ανασηκωάνει τους ωάμους και αλλαάζει καναάλι με το χειριστηριο στο χεάρι του.
''Το βραάδυ διοργανωάνεται εάνα παάρτυ, μπορειάς να εάρθεις μαζιά μας Τεάσσα'' μου
προτειάνει. Τωάρα ειάναι η διάκη μου σειραά να γελαάσω με αυτηάν.
''Τα παάρτυ δεν ειάναι ακριβωάς το στυλ μου, συν το οάτι πρεάπει να παάω να παάρω
καάποια πραάγματα για την διάκη μου μεριαά δωματιάου''. Κοιταάζω τον Χαάρρυ που
προφανωάς και φεάρεται λες και κανειάς μας δεν ειάναι στο δωμαάτιο.
''Ελααα..ειάναι εάνα απλοά παάρτυ. Ειάσαι στο κολεάγιο τωάρα, εάνα παάρτυ δεν
βλαάπτει." Ικετευάει. "Πως θα πας στο μαγαζιά? Νοάμιζα οάτι δεν ειάχες αμαάξι?"
ρωταάει. Δεν μπορωά να παάω σε παάρτυ.
''Δεν ξεάρω κανεάνα εκειά περαά, αάλλωστε θα μιληάσω Skype με τον Νoα'' της λεάω
και ο Χαάρρυ γελαάει ξαναά, καταλαβαιάνω οάτι οάντως παρακολουθειά την
συζητηση μας,''και θα παάρω το λεωφορειάο για να παάω στο μαγαζιά''.
''Δεν θεάλεις να παάρεις το λεωφορειάο Σαάββατο βραάδυ! Ειάναι γεμαάτα, ο Χαάρρυ
μπορειά να σε πεταάξει οάταν θα πηγαιάνει σπιάτι του..σωσταά Χαάρρυ? Και εγωά θα
ειάμαι στο παάρτυ. Αάπλα ελααα...παρακαλωωω'' με ικευτευάει ενωάνοντας τα
χεάρια της με εάνα δραματικοά τροάπο.
Την ξεάρω μοάνο μια μεάρα, πρεάπει να την εμπιστευτωά? Το ξεάρω οάτι οάσο σκληρηά
και να δειάχνει, ειάναι πολυά γλυκιαά. Αλλαά να παάω στο παάρτυ?
''Δεν ξεάρω..και οάχι δεν θεάλω ο Χαάρρυ να με πεταάξει στο μαγαζιά'' της λεάω και
βλεάπω τον Χαάρρυ να κυλαάει απο το κρεβαάτι της Στεάφ με μια διασκεδαστικηά
εάκφραση στο προσωάπου του.
''Ωχ οάχι, θα ηάθελα τρεάλα να πηγαιάναμε μαζιά σου!'' λεάει ο Χαάρρυ, η φωνηά του
ειάναι γεμαάτη σαρκασμοά και εγωά πρεάπει να καταπολεμηάσω την επιθυμιάα μου
να του πεταάξω το φωτιστικοά στο γεμαάτο μπουάκλες κεφαάλι του.
''Εάλα Στεφ, αφουά το ξεάρεις οάτι δεν προάκειται να εμφανιστειά στο παάρτυ!'' λεάει
γελωάντας με την βαριαά προφοραά του. Η περιάεργη πλευραά μου θεάλει, που
διακατεάχει μεγαάλο μεάρος του εαυτουά μου, ειάναι απεγνωσμεάνη να ρωτηάσι αποά

11

που ειναι. Το σαρκαστικο χαμοάγελο στο προάσωποά του με ωθειά να θεάλω να του
αποδειάξω οάτι καάνει λαάθος.
''Βασικαά, θα εάρθω'' της λεάω με το πιο γλυκοά μου χαμοάγελο. Ο Χαάρρυ γελαάει
ξαναά και η Στεφ τσιριάζει προτουά με αγκαλιαάσει σφιχταά.
''Θα περαάσουμε τεάλεια!'' φωναάζει η Στεφ.
Στα αληάθεια ελπιάζω να εάχει διάκιο.

Chapter 5
Ευτυχωάς ο Χαάρρυ εάφυγε και εάτσι εγωά με την Στεφ μπορουάμε να συζητηάσουμε
για το παάρτι, χρειαάζομαι περισσοάτερες πληροφοριάες για να ηρεμηάσω τα
νευάρα μου.
''Που ειάναι το παάρτι? Ειάναι σε κοντινηά αποάσταση?'' την ρωάτα την ωάρα που
ευθυγραμμιάζω τα βιβλιάα μου στο ραάφι με αλφαβητικηά σειραά. Ειάναι μια
συνηθειάα.

12

''Βασικαά ειάναι εάνα παάρτι για κολεγιοάπαιδα, σε εάνα αποά τα μεγαλυάτερα
κολλεγιοσπιτα εδωά περαά,» το στοάμα της ειάναι ορθαάνοιχτο καθωάς βαάζει και
αάλλη μαάσκαρα στις βλεφαριάδες της «ειάναι ακριβωάς εάξω αποά την
πανεπιστημιουάπολη οποάτε δεν θα περπατηάσουμε αφουά ο Nαάιαλ θα μας
παάρει.»
Ειάμαι ευγνωάμων που δεν θα μας παάρει ο Χαάρρυ, αν και ξεάρω οάτι θα ειάναι εκειά
με καάποιον τροάπο το να ειάμαι σε εάνα αμαάξι μαζιά του φαιάνεται ανυποάφορο.
Γιατιά ειάναι τοάσο αγενηάς? Θα εάπρεπε μαάλιστα να ειάναι ευγνωάμων που δεν τον
κριάνω εάτσι που εάχει καταστρεάψει το σωάμα του με τις τρυάπες
και τα τατουαάζ.
Ιάσως τον κατακριάνω λιγαάκι, αλλαά οάχι μπροσταά του τουλαάχιστον. Ειάναι απλαά
το οάτι μεγαάλωσα σε εάνα σπιάτι οάπου τα τατουαάζ και τα σκουλαριάκια δεν ειάναι
αναμενοάμενα, παάντα πρεάπει να εάχω τα μαλλιαά μου χτενισμεάνα, τα φρυάδια
μου βγαλμεάνα και τα ρουάχα μου καθαραά και σιδερωμεάνα. Ειάναι ακριβωάς ο
τροάπος που ειάναι.
''Με ακουάς?'' η Στεφ λεάει και γελαάει.
''Συγγνωάμη..τι ειάπες?'' δεν ειάχα καταλαάβει οάτι το μυαλοά μου περιπλανιοάταν.
''Ειάπα ας αρχιάσουμε να ετοιμαζοάμαστε, μπορειάς
να με βοηθηάσεις να βρω τι
να βαάλω'' λεάει. Τα φορεάματα που εάβγαλε εάξω ειάναι τοάσο ακαταάλληλα που
κοιταάζω τριγυάρω να βρω την κρυμμεάνη καάμερα και καάποιον να βγει και να μου
πει οάτι ειάναι αστειάο, μορφαάζω σε καάθε εάνα και εκειάνη γελαάσει, προφανωάς
βριάσκει την αηδιάα μου αστειάα. Το φοάρεμα, οάχι, το κομμαάτι σχισμεάνου ρουάχου…
που διαλεάγει ειάναι εάνα μαυάρο φοάρεμα που μοιαάζει με διάχτυα ψαρεάματος με
το κοάκκινο σουτιεάν της να φαιάνεται αποά μεάσα, τουλαάχιστον το καάτω μεάρος
ειάναι σταθεροά αλλαά εάχω το προαιάσθημα οάτι θα το φορουάσε ακοάμη και αν δεν
ηάταν. Το φοάρεμα φταάνει μοάλις τις κορυφεάς των μηρωάν της και τα τακουνιαά
αποά τα παπουάτσια της ειάναι τουλαάχιστον τεάσσερις ιάντσες. Τα φλογεάρα
κοάκκινα μαλλιαά της ειάναι πιασμεάνα
σε εάνα τρελοά κοάτσο με καάποιες μπουάκλες
να ξεφευάγουν τριγυάρω και εάχει περισσοάτερο μολυάβι στα μαάτια της αποά ποτεά.
''Ποάνεσες οάταν εάκανες τα τατουαάζ?'' τη ρωταάω ενωά βγαάζω το καφεά μου
φοάρεμα.
''Το πρωάτο ποάνεσε λιγαάκι, αλλαά οάχι τοάσο πολυά οάσο νομιάζεις. Ειάναι περιάπου σαν
μια μεάλισσα να σε συμπαάει ξαναά και ξαναά'' Ανασηκωάνει τους ωμουάς της.
Αάουτς, αυτοά εν ακουάγεται καθοάλου ευχαάριστο.
''Ακουάγεται φρικτοά'' της λεάω και εκειάνη γελαάει. Φαιάνετε οάτι με βριάσκει οάσο
περιάεργη την βριάσκω και εγωά. Ειάναι περιεάργως παρηγορητικοά.
''Δεν θα το φορεάσεις στα αληάθεια αυτοά εάτσι?''Η αναάσας κοάβεται οάταν βλεάπει
τοο φοάρεμαά μου.

13

Το χεάρι μου γλιστραά παάνω στο υάφασμα, ειάναι το πιο οάμορφο μου φοάρεμα και
δεν εάχω φεάρει πολλαά ρουάχα μαζιά μου. Αφουά παραάλειψα να παάω στο μαγαζιά
σηάμερα, πρεάπει να βρω χροάνο μεάσα στην εβδομαάδα. Πρεάπει να το σημειωάσω
πριν το ξεχαάσω.
«Τι εάχει το φοάρεμαά μου;»
Προσπαθωά να κρυάψω ποσοά προσβεβλημεάνη ειάμαι. Το καφεά υάφασμα ειάναι
μαλακοά αλλαάανθεκτικοά, με το ιάδιο υλικοά φτιαάχνονται και οι στολεάς για τις
επιχειρηάσεις. Το κολαάρο πηγαιάνει μεάχρι τον λαιμοά μου και τα μανιάκια ειάναι
τριάα τεάταρτα μακριαά, φταάνουν ακριβωάς καάτω αποά τον αγκωάνα μου.
''Τιάποτα..αάπλα ειάναι τοάσο..μακρυά;'' λεάει.
''Ειάναι μοάλις καάτω αποά το γοάνατο μου'' υπερασπιάζομαι το αγαπημεάνο μου
φοάρεμα.
''Ειάναι οάμορφο, απλαά πιστευάω πωάς ειάναι καάπως βαρυά για παάρτι, θα μπορουάσες
να δανειστειάς καάποιο δικοά μου.» Προσφεάρεται και εγωά γελαάω.
''Οάχι, ευχαριστωά, ειάμαι μια χαραά φορωάντας αυτοά.'' της λεάω και βαάζω στην
πριάζα το σιδεροά για μπουάκλες.

Chapter 6

14

Τα μαλλιαά μου ειάναι τελειάως σγουραά και εναάντια στο προάσωπο μου, βαάζω δυάο
τσιμπιδαάκια, εάνα σε καάθε μεριαά εμποδιάζοντας αποά το μποστινοά μεάρος του
προσωάπου μου.
''Θεάλεις να χρησιμοποιηάσεις λιάγο αποά το μεάικ-απ μου?'' με ρωταάει και κοιταάζω
ξαναά στον καθρεάφτη.
Τα μαάτια μου παάντα δειάχνουν λιάγο μεγαλα για το προσωπο μου αλλα
προτιμω να χρησιμοποιω λιγο μεάικ απ, συνηάθως βαάζω λιάγη μασκαραά και λιπ
γκλοσ. Ειάμαι πολυά περηάφανη για το πως προσεάχω το δεάρμα μου εάτσι γιατιά να
θεάλω να το κρυάψω?
''Ιάσως μοάνο λιάγο eyeliner" της λεάω με ανασφαάλεια.
Εκειάνη χαμογεάλα και μου διάνει τριάα μολυβιαά. Εάνα μοβ, εάνα μαυάρο και εάνα
καφεά. Τα κυλωά αναάμεσα στα δαάχτυλα μου αποφασιάζοντας αναάμεσα στο
μαυάρο και στο καφεά.
''Το μοβ θα ταιάριαζε τεάλεια με τα γκρι μαάτια σου'' μου λεάει και εγω
χαμογελαάω αλλαά κουναω το κεφαάλι μου.
'' Τα μαάτια σου ειάναι το ξεχωρισταά, θεάλεις να ανταλλαάξουμε?'' αστειευάεται.
Εκειάνη εάχει πανεάμορφα πραάσινα μαάτια, γιατιά να θεάλει να αλλαάξει με τα
δικαά μου? Πηάρα το μαυάρο μολυβιά και ζωγραάφισα γυάρω και αποά τα δυο μου
μαάτια την πιο λεπτηά γραμμηά που θα μπορουάσα να καάνω, κερδιάζοντας εάνα
περηάφανο χαμοάγελο αποά την Στεφ. Το κινητοά της κτυπαάει και εκειάνη πιαάνει το
τσανταάκι της. ''Ο Nαάιαλ ειάναι εδω'' με ενημερωάνει και πιαάνω και εγωά το
τσανταάκι μου, φτιαάχνω το φοάρεμα μου και βαάζω τα αάσπρα μου Τομς
παπουάτσια. Η Στεφ βλεάπει τα φλατ μου παπουάτσια αλλαά δεν σχολιαάζει.
Ο Nαάιαλ μας περιμεάνει ακριβωάς εάξω αποά το κτιάριο και η ροκ μουσικηά που ειάναι
στην διαπασωάν ακουάγεται μεάσα αποά το αυτοκιάνητο με τα κατεβασμεάνα
παραάθυρα.
Δεν μπορωά να βοηθηάσω παραά μοάνο να κοιτωά γυάρω μου για να δω οάτι οάλοι μας
κοιτωάνα επιάμονα. Κρατωά το κεφαάλι μου καάτω και οάταν το σηκωάνω βλεάπω τον
Χαάρρυ να γεάρνει προς τα καάτω στο μπροστινοά καάθισμα. Μαάλλον εάσκυβε. Αχχ.
''Κυάριες μου'' ο Nαάιαλ μας χαιάρεται και ο Χαάρρυ με κοιταάζει οάπως ανεβαιάνω
στην πιάσω θεάση μεταά αποά την Στεφ, εάχοντας κολληάσει να καάθομαι πιάσω αποά
τον Χαάρρυ.
''Το ξεάρεις οάτι πηγαιάνουμε σε παάρτυ και οάχι σε εκκλησιάα εάτσι Τερεάσα,
σωστα?'' μου λεάει ο Χαάρρυ με εάνα χαζοά χαμοάγελο.

15

''Μην με φωναάζεις Τερεάσα σε παρακαλωά, προτιμωά το Τεάσσα'' τον προειδοποιωά,
πως στο καλοά ξεάρει οάτι το οάνομα μου ειάναι Τερεάσα? Το μισωά οάταν με
φωναάζουν εάτσι.
''Σιάγουρα Theressa'' λεάει ο Χαάρρυ και εγωά στριφογυριάζω τα μαάτια μου. Δεν θα
μαλωάνω μαζιά του, δεν αξιάζει το χροάνο μου.
Μεταά αποά καάποια ωάρα που φαάνηκε σαν αιωάνας φταάσαμε και παρκαάραμε σε
εάνα διωάροφο σπιάτι με πυκνο γρασιάδι στις πλευρεάς του. 'THETA XI' εάιναι
ζωγραφισμεάνο με μαυρα γραάμματα στο τεραάστι σπιάτι. Μοιαάζει σαν να βγηάκε
αποά ταινιάα.
''Ειάναι τοάσο μεγαάλο, ποάσοι θα ειάναι εδωά αποάψε?'' ρωάτησα γεμαάτη εάκπληξη. Το
γρασιάδι ειάναι γεμαάτο με ανθρωάπους που κραταάνε κοάκκινα πλαστικαά ποτηάρια.
Δεν ειάναι το μεάρος μου εδωά.
''Θα'ναι γεμαάτο, εμπρος βιαστειάτε'' λεάει ο Χαάρρυ και βγαιάνει εάξω αποά το
αμαάξι, κλεινοντας με δυναμη την ποάρτα του.
Κοιτωά προς το μεάρος του Χαάρρυ καθωάς πολλαά αάτομα ανταλλαάζουν χειραψιάα
και καάνουν κολλαά πεάντε με τον Χαάρρυ. Κανεάνας αποά οάσους εάχω δει μεάχρι
τωάρα δεν ειάναι καλυμμεάνος με τατουαάζ οάπως ο Χαάρρυ, ο Nαάιαλ και η Στεφ.
Ιάσως μπορεάσω να γνωριάσω καινουάργιους φιάλους αποάψε.
''Εάρχεσαι?'' μου χαμογελαάει η Στεφ και εγωά κουναω καταφατικαά το κεφαάλι
μου την ωάρα που κατεβαιάνω αποά το αμαάξι, σιγουρευάοντας να φτιαάξω παάλι το
φοάρεμα μου.

16

Chapter 7
Ο Χαάρρυ εάχει ηάδη εξαφανιστειά μεάσα στο σπιάτι και ελπιάζω να μην τον ξαναδωά
για το υποάλοιπο της νυάχτας, λαμβαάνοντας υποά οάψη ποάσοι αάνθρωποι ειάναι
στριμωγμεάνοι εδωά, πιθανοάν δεν θα τον ξαναδωά. Ακολουθωά τη Στεφ και το
Nαάιαλ μεάσα στο συνωστισμεάνο σαλοάνι και καάποιος μου διάνει εάνα κοάκκινο
ποτηάρι. Προσπαθωά να το αρνηθωά με εάνα ευγενικοά, «οάχι ευχαριστωά», αλλαά
εάχουν ηάδη φυάγει οποάτε αφηάνω
το ποτηάρι στο παάγκο και συνεχιάζωνα προχωρωά
μεάσα στο σπιάτι. Φταάνουμε σε μια ομαάδα ανθρωάπων, που αμεάσως
καταλαβαιάνω πως ειάναι φιάλοι της Στεφ. Ειάναι οάλοι καλυμμεάνοι με τατουαάζ
οάπως αυτηά, καικαάθονται σε μια σειραά στον καναπεά και φυσικαά ο Χαάρρυ
καάθεται στο δεξιά βραχιάονα του καναπεά. Αποφευάγω
να τον κοιταάξω την ωάρα
που η Στεφ με συστηάνει στην παρεάα..
''Αυτηά ειάναι η Τεάσσα, η συγκαάτοικος μου. Εάφτασε εδωά μοάλις χθες οποάτε
σκεάφτηκα να υης δειάξω πωάς να περαάσει καλαά το πρωάτο της Σαββατοκυάριακο
στο Πανεπιστηάμιο της Ουαάσινγκτον'' τους λεάει.
Εάνας-εάνας μου γνεάφουν ηά μου χαμογελουάν. Ειάναι οάλοι τοάσο φιλικοιά, εκτοάς του
Χαάρρυ φυσικαά. Εάνα οάμορφο αγοάρι με δεάρμα στο χρωάμα της ελιαάς μου πιαάνει
το χεάρι και ανταλλαάζουμε χειραψιάα. Το χεάρι του ειάναι λιάγο παγωμεάνο αποά το
κοάκκινο ποτηάρι στα χεάρια του αλλαά το χαμοάγελο του ειάναι ζεστοά. Νομιάζω πως
ειάδα εάνα σκουλαριάκι στην γλωσσαά του αλλαά δεν ειάμαι σιάγουρη.
''Ειάμαι ο Ζεάιν, τι μαθηάματα παρακολουθειάς?'' με ερωταάει. Παρατηρωά τα μαάτια
του που ελεάγχουν το ντυάσιμο μου και χαμογελαάει λιάγο αλλαά δεν λεάει τιάποτα.
«Ειάμαι πρωτοετηάς στην Αγγλικηά φιλολογιάα.» χαμογελωά περηάφανα. Ακουάω τον
Χαάρρυ να ξεφυσαά αλλαά τον αγνοωά.
''Καταπληκτικαά, εγωά ειάμαι στα λουλουάδια.» Ο Ζεάιν γελαάει και γελαάω και εγωά.
Λουλουάδια; Τι σημαιάνει αυτοά;
''Θεάλεις εάνα ποάτο?'' μου προσφεάρει πριν προλαάβω να ρωτηάσω για την
ειδικοάτητα του.
''Oh οάχι, δεν πιάνω'' Λεάω και προσπαθειά να κρυάψει το χαμοάγελο του.
''Μοάνο η Στεφ θα μπορουάσε να φεάρει μια μικρηά λεπτεπιάλεπτη δεσποινιάς σε
εάνα παάρτι σαν και αυτοά'' Εάνα μικροσκοπικοά κοριάτσι με ροζ μαλλιαά λεάει μεάσα
αποά τα δοάντια της.

17

Καάνω πως δεν την αάκουσα οποάτε δεν χρειαάζεται να σκεφτωά καάτι να της
απαντηάσω. Λεπτεπιάλεπτη δεσποινιάς? Εγωά δεν ειάμαι με τιάποτα
''λεπτεπιάλεπτη'', εάχω δουλεάψει πολυά σκληραά για να φταάσω εδωά
που ειάμαι και
η μητεάρα μου εάχει δουλεάψει ολοάκληρη την ζωηά της για να σιγουρευτειά οάτι θα
εάχω εάνα καλοά μεάλλον στην ζωηά μου.
''Παάω να παάρω λιάγο αεάρα''
λεάω και απομακρυάνομαι. Θεάλω οάπως και να εάχει
να αποφυάγω οάλο το παάρτι-δραάμα. Δεν χρειαάζομαι εχθρουάς οάταν δεν εάχω
καθοάλου φιάλους ειδικαά.
''Θεάλεις να εάρθω μαζιά σου?'' Η Στεφ φωναάζει πιάσω μου.
Κουνωά αρνητικαά το κεφαάλι μου και περπατωά προς την ποάρτα.. Το ηάξερα οάτι δεν
εάπρεπε να δεχτωά να εάρθω σε αυτοά το παάρτι. Θα μπορουάσα να ηάμουν με τις
πιτζαάμες μου τωάρα κουλουριασμεάνη στο κρεβαάτι με εάνα μυθιστοάρημα . Θα
μπορουάσα να μιλουάσα μεάσω Skype με τον Νoα ο οποιάος μου λυπειά αφαάνταστα,
θα μπορουάσα να καάνω οτιδηάποτε που θα ηάταν καλυάτερο αποά το να καάθομαι
εάξω αποά αυτοά το απαιάσιο παάρτι με εάνα μαάτσο μεθυσμεάνων ηλιθιάων.
Αποφασιάζω να στειάλω στο Νοάα.
*Μου λυπειάς. Το κολλεάγιο δεν εάχει καθοάλου πλαάκα μεάχρι τωάρα* Στεάλνω και
καάθομαι στον πεάτρινο τοιάχο περιμεάνοντας την απαάντηση του. Μια παρεάα αποά
μεθυσμεάνα κοριάτσια πεάρανε αποά μπροσταά μου χαχανιάζοντας και
παραπατωάντας στα ιάδια τους τα ποάδια. Ποσοά αντιπαθητικοά. Ελπιάζω να μην
ειάναι εάτσι οάλοι τους στο κολεάγιο.
*Γιατιά οάχι? Και σε μεάνα μου λυπειάς Τεςς. Μακαάρι να ηάμουν εκειά μαζιά σου*
χαμογελαάω στις λεάξεις του.
«Να παάρει συγνωάμη!'' Μια αντρικηά φωνηά λεάει και δευτεροάλεπτα αργοάτερα
νιωάθω το κρυάο υγροά να μουσκευάει το μπροστινοά μεάρος του φορεάματος μου. Ο
τυάπος παραπαταει και σηκωάνεται οάρθιος.
«Δικοά μου λαάθος, αληάθεια.» μουρμουριάζει και καάθεται καάτω
Αυτοά το παάρτυ δεν μπορουάσε να χειροτερεάψει. Το φοάρεμα μου ειάναι μουάσκεμα
αποά εάνας θεοάς ξεάρει τι ειάδος αλκοοάλ και δεν εάχω τιάποτα να αλλαάξω.
Αναστεναάζοντας σηκωάνω το κινητοά μου και μπαιάνω μεάσα για να βρω εάνα
μπαάνιο. Σπρωάχνω τον εαυτοά μου αναάμεσα στο συνωστισμεάνο διαάδρομο και
προσπαθωά να ανοιάξω καάθε ποάρτα που θα βρεθειά μπροσταά μου, καμιάα δεν
ανοιάγει. Δεν θεάλω καν να σκαάφτομαι τι καάνουν οι αάνθρωποι μεάσα σε αυταά τα
δωμαάτια. Προχωάρησα προς τον παάνω οάροφο συνεχιάζοντας να ψαάχνω για εάνα
μπαάνιο. Τελικαά, μια αποά τις ποάρτες ανοιάγει,
δυστυχωάς δεν ειάναι μπαάνιο.
Ειάναι υπνοδωμαάτιο και προς μεγαλυάτερηά μου ατυχιάα, ο Χαάρρυ
ειάναι

18

ξαπλωμεάνος στο κρεβαάτι με το κοριάτσι με τα ροζ μαλλιαά παάνω στα ποάδια του,
το στοάμα της καλυάπτει το δικοά του.

Chapter 8
Το κοριάτσι γυριάζει να με κοιταάξει οάπως εγωά προσπαθωά να κουνηάσω τα ποάδια
μου αλλαά ειάναι καρφωμεάνα στο παάτωμα.
''Μπορωά να σε βοηθηάσω?'' μου χαμογελαάει πονηραά. Ο Χαάρρυ σηκωάνεται με το
κοριάτσι να βριάσκεται ακοάμη παάνω στο στηάθος του. Το προάσωπο του ειάναι
επιάπεδο, ουάτε διασκεδαστικοά ουάτε αμηάχανο. Πρεάπει να καάνει τεάτοια
πραάγματα οάλη την ωάρα.
''Εεεμ..μμ..οάχι..συγγνωάμη. Ψαάχνω για εάνα μπαάνιο, καάποιος εάχυσε το ποάτο του
παάνω μου'' εξηάγησα γρηάγορα. Οάλο αυτοά ειάναι τοάσο αάβολο αλλαά δεν με
εκπληάσσει καθοάλου. Το κοριάτσι με τα ροζ μαλλιαά και ο Χαάρρυ ειάναι τοάσο
τεάλειοι ο εάνας για τον αάλλον. Ειάναι και οι δυο γεμαάτοι τατουαάζ και ειάναι και
οι δυο τους αγενηάς.
''Ωραιάα; Τοάτε πηάγαινε να βρεις εάνα μπαάνιο'' μου λεάει το κοριάτσι και γνεάφω
καταφατικαά φευάγοντας αποά το δωμαάτιο. Με το που εάκλεισε η ποάρτα
ακουάμπησα με την πλαάτη μου παάνω της. Μεάχρι τωάρα το κολεάγιο δεν ειάναι
ευχαάριστο. Αάπλα δεν μπορωά να καταλαάβω πως τεάτοια παάρτυ θεωρουάνται
διασκεδαστικαά. Αντιά να προσπαθωά να ψαάχνω για εάνα μπαάνιο αρχιάζω να
ψαάχνω για την κουζιάνα και να σκουπιάσω το φοάρεμα μου εκειά. Το τελευταιάο
πραάγμα που θεάλω ειάναι να ανοιάξω μια ποάρτα και να βρω μεθυσμεάνους
εάφηβους με τις ορμοάνες τους στα υάψη ο εάνα παάνω στον αάλλο. Παάλι.
Δεν ειάναι δυάσκολο να βρεις την κουζιάνα αλλαά ο δροάμος προς αυτηά ειάναι πολυά
στριμωγμεάνος αφουά εκειά βριάσκονται οι προμηάθειες αλκοοάλ σε κουβαάδες παάνω
στον παάγκο. Πρεάπει να προσπεραάσω μια μελαχρινηά να ξερναάει στο νεροχυάτη
για να μπορεάσω να κοάψω εάνα κομμαάτι χαρτιά και να το βρεάξω, σκουπιάζοντας το
φοάρεμαά μου, οάμως το χαρτιά που βρηάκα ηάταν αποά τα πολυά φτηναά με
αποτεάλεσμα την ωάρα που το τριάβω στο φοάρεμα μου αφηάνει κομμαάτια χαρτιουά

19

παάνω του καάνοντας ακοάμη χειροάτερο. Βοάγκηξα και στηριάχτηκα παάνω στο
παάγκο.
''Περναάς καλαά?'' ακουάω τον Nαάιαλ να λεάει. Ειάμαι ανακουφισμεάνη που βλεάπω
καάποιον που ξεάρω. Μου χαμογελαάσει γλυκαά και πιάνει μια γουλιαά αποά το ποάτο
του.
''Οάχι και τοάσο..ποσοά κραταάνε συνηάθως αυταά τα παάρτυ?''
''Οάλο το βραάδυ...και την μιάση μεάρα αυάριο'' γελαάει και το στοάμα μου ανοιάγει
διαάπλατα. Ποάτε θα θεληάσει η Στεφ να φυάγουμε? Ελπιάζω συάντομα.
''Περιάμενε" αρχιάζω να πανικοβαάλλομαι, "ποιος θα μας παάει πιάσω στον
κοιτωάνα?'' τον ρωάτα κοιτωάντας τα κατακοάκκινα μαάτια του.
''Δεν ξεάρω..μπορειάς να οδηγηάσεις το αμαάξι μου αν θες'' μου προσφεάρει και
εγωά αναστεναάζω.
''Δεν μπορωά να οδηγηάσω το αμαάξι σου, εαάν το χτυπηάσω καάπου ηά εαάν με
σταματησουν και εχω ενα αμαάξι γεμαάτο ανηάλικους μεθυσμεάνους θα μπω σε
πολλουάς μπελαάδες'' δεν μπορωά να φανταστωά το προάσωπο της μητεάρας μου την
ωάρα που θα με βγαάζει αποά την φυλακηά.
''Δεν ειάναι μακρινηά διαδρομηά και νομιάζω οάτι πρεάπει αάπλα να παάρεις το αμαάξι
μου. Δεν εάχεις καν πιει τιάποτα. Αλλιωάς θα πρεάπει να μειάνεις εδω εκτοάς και αν
θες να σε παάω εγωά. Μπορωά να ρωτηάσω εδω γυάρω να δω εαάν καάποιος...''
''Οάχι ειάναι ενταάξει. Θα βρω μια λυση''αυτοά το παάρτυ γιάνεται οάλο και πιο
μεγαάλο προάβλημα καάθε λεπτοά.

20

Chapter 9
''Πες μου εαάν χρειαστειάς τιάποτα. ''Ο Ναάιαλ
μου λεάει. Ειάναι στα αληάθεια
γλυκοάς, γιατιάκαάνει παρεάα με τον Χαάρρυ τοάσο πολυά?
''Μπορειάς να με βοηθηάσεις να βρω την Στεφ?'' τον ρωταάω και αρχιάζει να
γελαάει. Το χεάρι του σηκωάνεται στον αεάρα και δειάχνει μεάσα στο αάλλο δωμαάτιο.
Αάκουσα τον ηάχο που εάβγαλα εάκπληκτη την ωάρα που την εντοάπισα. Βριάσκεται
στο σαλοάνι με δυο αλλαά κοριάτσια και χορευάουν παάνω σε εάνα τραπεάζι. Εάνας
μεθυσμεάνος τυάπος ανεβαιάνει και αυτοάς το τραπεάζι, τα χεάρια του πιαάνουν τους
γοφουάς της Στεφ. Περιάμενα να του απομακρυάνει το χεάρι αλλαά αυτηά απλαά
χαμογελαάει και ωθειά το καάτω μεάρος της παάνω του. Oh.
''Αάπλα χορευάουν Τεάσσα.'' χαμογελαάει ο Nαάιαλ και γελαάει λιάγο με την αάβολη
εάκφραση μου. Δεν χορευάουν αάπλα αυτοιά φασωάνονται κανονικαά.
''Ναι...το ξεάρω'' λεάω παροάλο που δεν ειάναι τοάσο συνηθισμεάνο αυτοά για μεάνα.
Δεν εάχω χορεάψει ποτεά εάτσι, ουάτε καν με το Νοά,
και βγαιάνουμε δυο χροάνια. Ο
Νoα! Νιωάθω τρομερεάς ενοχεάς που δεν τον σκεάφτηκα αποά οάταν ηάρθα. Οάταν
βγαάζω το κινητοά μου εάχω τριάα μηνυάματα αποά αυτοάν.
*Ειάσαι εκειά Τεςς?*
*Γειαά; Ειάσαι καλαά?*
*Τεάσσα? Μηάπως πρεάπει να καλεάσω την μητεάρα μου σου? Αρχιάζω και ανησυχωά*

21

Τον καλωά οάσο πιο γρηάγορα μου επιτρεάπουν τα δαάχτυλαά μου, ευχοάμενη να μην
εάχει τηλεφωνηάσει στη μητεάρα μου. Δεν απαταάει αλλαά του στεάλνω μηάνυμα
επιβεβαιωάνοντας τον οάτι ειάμαι καλαά και οάτι δεν χρειαάζεται να παάρει την
μητεάρα μου. Θα τα χαάσει εαάν μαάθει οάτι ειάμαι σε εάνα παάρτι αδελφοάτητας, το
πρωάτο μου Σαββατοκυάριακο στο κολεάγιο.
''Ειιιι.....Τεάσσα!'' Στεφ τραυλιάζει την ωάρα που μπαιάνει στην κουζιάνα. Τα χεριαά
της τυλιάγονται γυάρω μου και γεάρνει το κεφαάλι της στον ωμοά μου. ''Περναάς
καλαά στο παάρτι?'' χαχανιάζει. Προφανωάς ειάναι παραά παάνω αποά
μεθυσμεάνη.
''Νομιάζω χρειαάζομαι...το δωμαάτιο αρχιάζει να γουργουριάζει...εννοωά να γυριάζει''
λεάει και το σωάμα της περιπαταάει προς τα εμπροάς.
''Θα καάνει εάμετο'' λεάω στο Nαάιαλ. Αυτοάς γνεάφει και τη σηκωάνει στα χεάρια του,
ριάχνοντας το σωάμα της στους ωάμους του.
''Ακολουάθησε με'' μου λεάει και κατευθυάνεται προς τον παάνω οάροφο. Πηγαιάνουμε
σε εάνα δωμαάτιο και ο Nαάιαλ ανοιάγει την ποάρτα, εάνα μπαάνιο. Φυσικαά, οάταν
χρειαζοάμουν εάνα δεν μπορουάσα να το βρω. Την αφηάνει στο παάτωμα μπροσταά
αποά την λεκαάνη και εκειάνη αρχιάζει αμεάσως να καάνει εάμετο. Κοιταάζω αλλουά
αλλαά πιαάνω τα κοάκκινα μαλλιαά της στα χεριαά μου και τα κραταά μακριαά αποά
το κεφαάλι της. Μεταά αποά περισσοάτερο εμετοά που δεν μπορωά να αντεάξω,
σταματαάει και ο Ναάιαλ μου διάνει μια πετσεάτα.
''Πηάγαινε την στο δωμαάτιο απεάναντι αποά το διαάδρομο και ξαάπλωσε την στο
κρεβαάτι. Θα κοιμηθειά αμεάσως'' λεάει και εγωά γνεάφω. Δεν μπορωά να την αφηάσω
εδωά μοάνη της, λιποάθυμη. ''Μπορειάς να μειάνεις και εσυά εκειά'' λεάει, σαν να
διαάβασε το μυαλοά μου.
''Σε ευχαριστωά'' του λεάω και μου χαμογελαάσει και βγαιάνει αποά το μπαάνιο.
Καταφεάρνω να την σηκωάσω αποά το παάτωμα και να την βοηθηάσω να
περπατηάσει στο διαάδρομο, η ποάρτα ανοιάγει για εάνα υπνοδωμαάτιο. Τα μαάτια
μου αμεάσως παάνε στα ραάφια με τα βιβλιάα που καλυάπτουν τον εάνα τοιάχο.
Ξαπλωάνω μαλακαά την Στεφ που μουάγκριζε στο κρεβαάτι και κατευθυάνθηκα
αμεάσως στα βιβλιάα. Κοιτωά τους τιάτλους και ειάμαι εντυπωσιασμεάνη με τον
ιδιοκτηάτη αυτηάς της συλλογηάς, υπαάρχουν πολλαά κλασσικαά βιβλιάα,
συμπεριλαμβανομεάνων και των αγαπημεάνων μου. Πιαάνω τα 'Ανεμοδαρμεάνα
Υάψη' και το βγαάζω αποά το ραάφι. Ειάναι σε κακηά καταάσταση, οι σελιάδες δειάχνουν
ποάσες φορεάς εάχει διαβαστειά.
''Γιατιά στο διαάολο ειάσαι στο δωμαάτιο μου?'' Μια θυμωμεάνη φωνηά ακουάστηκε. Την
ξεάρω αυτηά την προφοραά. Ειάναι ο Χαάρρυ.

22

Chapter 10
''Σερωτησα τι στο διαολο κανεις στο δωματιο μου'' μου λεει ξανα ο Χαρρυ,
τοσοσκληρα οσο την πρωτη φορα.Κανει ενα μεγαλο αλμα με τα ποδια του
προς εμενα καιμου αρπαζει το βιβλιο απο τα χερια και το βαζει πισω στο
ραφι.Το μυαλο μου στροβιλιζεται.Καθαριζει τον λαιμο του και κουναει τον
λαιμο του μπροστα απο το προσωπο μου.
''ΟNiall μου ειπε να φερω εδω την Steph'' ισα που ακουγεται η φωνη μου. Κανει
εναβημα πιο κοντα μου και αφηνει μια βαθια ανασα. Του εδιξα προς το
κρεβατι και ταματια του ακολουθησαν το χερι μου. ''Ηπιε παρα πολυ και ο Niall
ειπε..''
''Σεακουσα την πρωτη φορα'' με διακοπτει. Περναει τα δαχτυλα του αναμεσα
απο τομαλλια του, φανερα αναστατωμενος. Γιατι ενδιαφερεται τοσο πολυ
για το ανειμαστε στο δωματιο του? Για μισο λεπτο...
''Εδωμενεις?'' τον ρωτησα. Η φωνη μου ακουγεται πολυ σοκαρισμενη.

23

''Ναι..τι?''μου απανταει και ερχεται ακομη πιο κοντα μου. Ειμαστε μονο
μερικα εκατοσταμακρυα ο ενας απο τον αλλο. Προσπαθησα να κανω ενα
βημα πισω αλλα κουτουλησαστην βιβλιοθηκη. ''Σε εκπλησει αυτο Theressa?''
''Σταματανα με λες Theressa''
''Aυτοδεν ειναι το ονομα σου?'' χαμογελαει πονηρα, η διαθεση του εχει
ανεβει.
Ξεφυσαωκαι γυριζω να φυγω μακρυα του, δεν εχω καμια ιδεα που να παω
αλλα χρειαζομαι ναμην ειμαι κοντα στον Χαρρυ πριν τον χαστουκισω. Ηά
κλαψω. Ητανε μια δυσκολη καιμεγαλη μερα οποτε μαλλον πρωτα θα εκλεγα
και μετα θα τον χαστουκιζα. Ισως μπορωνα τα κανω και τα δυο μαζι?
''Δενμπορει να μεινει εδω'' λεει την ωρα που παω προς την πορτα. Γυριζω να
τον κοιταξωκαι του λεω ''Γιατι οχι? νομιζα οτι ησαστε φιλοι''
''Ειμαστεαλλα κανενας δεν μενει στο δωμαατιο μου'' μου απανταει και
σταυρωνει τα χεριατου στο στηθος του.
Νιωθονταςγενναια και λιγο ενοχλημενη αφηνω τον εαυτο μου να γελασει
λιγο.
''Ωστεετσι...Δηλαδη μονο τα κοριτσια που φασωνονται μαζι σου μπορουν να
μεινουν στοδωματιο σου?'' οπως οι λεξεις βγαινουν απο το στομα μου το
χαμογελο τουμαγαλωνει.
''Δενηταν αυτο το δωματιο μου.Προσπαθεις να μου πεις οτι θελεις να
φασωθουμε?Συγνωμη δεν εισαι ο τυπος μου'' μου λεει και για καποιο λογο μου
πληγωσε τααισθηματα. Ο Χαρρυ δεν ειναι σιγουρα ο τυπος μου αλλα δεν θα
του το ελεγε ποτεμπροστα του.
''Εισαι..εισαι..''Δεν μπορω να βρω τις καταλληλες λεξεις. Τα αισθηματα μου
ειναι πληγωμενα καιειμαι ντροπιασμενη, ενοχλημενη και κουρασμενη απο το
παρτυ. Σταματησα ναπροσπαθω να μιλησω, δεν το αξιζει.''Ωραια..τοτε βρες
της ενα αλλο δωματιο νακοιμηθει και εγω θα βρω ενα τροπο να γυρισω πισω''
του λεεω και κατευθυνομαιπρος την πορτα.
''ΚαληνυχταTheressa'' μου λεει ο Χαρρυ την ωρα που χτυπαω την πορτα πισω
μου.
Οπωςκατεβαινω τις σκαλες δεν μπορω να σταματησω τα δακρυα που πεφτουν
πανω σταμαγουλα μου. Μεχρι τωρα μισω το κολεγιο και δεν εχουν αρχισει
ακομα ταμαθηματα. Γιατι δεν μπορουσα να βρω μια συγκατοικο που να ειναι
σαν και εμενα?Θα επρεπε να κοιμομουν τωρα ηά να ετοιμαζομουν για τα
μαθηματα της Δευτερας. Δενανηκω σε τετοιου ειδους παρτυ, και ποιο
συγκεκριμενα δεν ανηκω σε κατιανθρωπους σαν κι αυτους εδω. Συμπαθω στα
αληθεια την Steph, αλλα δεν μπορω νααντιμετωπιζω τετοια παρτυ και
ανθρωπους σαν τον Χαρρυ. Ειναι τοσο μυστηριοςαπεναντι μου, γιατι πρεπει

24

παντα να ειναι τοσο αγενης? Και γιατι εχει ολα αυτατα βιβλια? Δεν
υπαρχει περιπτωση ενας τοσο αγενης, ασεβης και γεματος τατουαζμαλακας
σαν τον Χαρρυ να απολαμβανει τοσο καταπληκτικα βιβλια. Το μονο
πραγμαπου μπορω να τον φανταστω να διαβαζει ειναι τα περιεχομενα μιας
μπυρας απο τομπουκαλι της. Δεν ειμαι καν σιγουρη εαν μπορω να γυρισω
πισω στους κοιτωνες,δεν εχω ιδεα που βρισκεται αυτο το σπιτι. Οσο
περισσοτερο σκεφτομαι την αποφασημου τοσο περισσοτερο αγχωνομαι και
απογοητευομαι.
Επρεπενα το ειχα σκεφτει οταν αποφασισα οτι θα ερθω σε αυτο το παρτυ.
Για αυτο εχω ταπαντα σχεδιασμενα, για να μην ερχομαι σε τετοιες
καταστασεις σαν και αυτη. Τοσπιτι ειναι ακομη γεματο και η μουσικη ειναι
πολυ δυνατη. Τα ξανθα μαλλια καιτα τατουαζ του Ναιαλλ δεν φαινονται
πουθενα, ουτε και ο Ζευν. Ισως πρεπει ναβρω ενα τυχαιο δωματιο απο επανω
και να κοιμηθω στο πατωμα? Υπαρχουντουλαχιστον δεκαπεντα υπνοδωματια
επανω και θα ειμαι πολυ τυχερη εαν δεν μπεικανενας μεσα. Αλλα ξερω
καλυτερα και αποφασισα να μην το κανω. Παρα τιςπροσπαθειες μου να
κρυψω τα συναισθηματα μου, δεν μπορω. Πηγαινω πανω, βρισκωτο μπανιο και
καθομαι στο πατωμα με το κεφαλι μου αναμεσα στα ποδια μουπαιρνοντας
τηλεφωνο τον Noah. Το σηκωσε στο δευτερο χτυπο.
''Tess,ειναι αργα εισαι καλα?'' μου λεει με βραχνιασμενη φωνη.
''Ναι..οχι..πηγασε ενα ηλιθιο παρτυ με την συγκατοικο μου και τωρα εχω
κολλησει σε ενα τεραστιοσπιτι που μενουν κολεγιοπαιδα και δεν εχω που να
κοιμηθω και ουτε μπορω ναγυρισω πισω στο δωματιο μου'' του λεω με
αναφιλητα. Το ξερω οτι δεν ειναιπροβλημα ζωης και θανατου αλλα ειμαι
παρα πολυ απογοητευμενη με τον εαυτο μουπου βρεθηκα σε τετοια
κατασταση.
''Σεπαρτυ? Με το κοριτσι με τα κοκκινα μαλλια?'' ακουγεται εκπληκτος.
''Nαιαλλα λιποθυμησε''
''Στασου,γιατι κανεις παρεα μαζι της? Ειναι τοσο...ειναι απλα καποια που δεν
θα επρεπενα κανεις παρεα'' μου λεει ενοχλωντας με. Ηθελα να τον ακουσω
να μου λεει οτιολα θα πανε καλα, οτι αυριο ειναι μια καινουργια μερα κατι
σαν και αυτο αντι ναμε κατακρινει.
''Δενειναι αυτο το θεμα Noah..'' του λεω. Το πομολο της πορτας κουνιεται και
αμεσωςσηκωνομαι απο κατω. ''Μισο λεπτο'' φωναζω και σκουπιζω τα ματια
μου μπροστα αποτον καθρεφτη, το χαρτι τουαλετας δημιουργει κηλιδες με το
αιλαινερ. Για αυτονακριβως τον λογο δεν φοραει αυτα τα πραγματα. ''Θα σε
παρω πισω, καποιοςχρειαζεται το μπανιο'' λεω και του το κλεινω πριν
διαμαρτυρηθει. Εναςανυπομονος χτυπος ακουγεται απο την πορτα και εγω
παω να την ανοιξω βογγονταςκαι σκουπιζοντας τα ματια μου για ακομη μια
φορα. ''Ειπα ενα λεπ...'' σταματαωοταν τα ματια μου αντικριζουν του Χαρρυ.

25

Chapter 11
Δεν ειάχα ξαναά προσεάξει το χρωάμα στα μαάτια του, τα μαάτια μας δεν ειάχαν
ξαναά συναντηθειά. Ο Χαάρρυ κοιταά αλλουά γρηάγορα και εγωά τον σπρωάχνω και
βγαιάνω αποά το δωμαάτιο. Πιαάνει το χεάρι μου, οάχι ευγενικαά και με τραβαά πιάσω.
''Μην με αγγιάζεις!'' Ουρλιαάζω τραβωάντας το χεάρι μου αποά αυτοάν.

26

''Εάκλαιγες?'' ρωταάει, ο τοάνος τους γεμαάτος περιεάργεια. Αν αυτοάς δεν ηάταν ο
Χαάρρυ, ιάσως να πιάστευα πως στα αληάθεια νοιαάζεται για εμεάνα.
«Απλαά αάσε με ηάσυχη Χαάρρυ.» Στεάκεται μπροσταά μου, η ψιληά του φιγουάρα
μπλοκαάρει τις κινηάσεις μου. Δεν μπορωά να αντεάξω περισσοάτερα παιχνιάδια
του, οάχι αποάψε. «Χαάρρυ, παρακαλωά. Σε ικετευάω, αν εάχει λιάγη αξιοπρεάπεια
παάνω σου θα με αφηάσεις ηάσυχη. Απλαά κραάτα οάποιο κακοά σχοάλιο ετοιμαάζεσαι
να πεις για αυάριο. Παρακαλωά.» Τον ικετευάω, κυριολεκτικαά. Συάγχυση
αντανακλαάται στα μαάτια του πριν ανοιάξει το στοάμα του.
Με κοιταά για μια στιγμηά πριν πει το οτιδηάποτε, «υπαάρχει εάνα δωμαάτιο καάτω
στο διαάδρομο οάπου μπορειάς να κοιμηθειάς. Η Στεφ ειάναι ηάδη εκειά.» Λεάει απλαά.
Περιμεάνω για λιάγο να πει τιάποτα αάλλο, αλλαά δεν το καάνει. Απλαά με κοιταά
επιάμονα.
«Ενταάξει.» Λεάω σιγαναά και αυτοάς φευάγει αποά μπροσταά μου.
''Ειάναι η τριάτη ποάρτα αριστεραά'' με καθοδηγειά και δειάχνει καάτω στο διαάδρομο.
«Καληνυάχτα Τερεάσα.» Τον ακουάω να λεάει καθωάς εξαφανιάζεται στο δωμαάτιοά
του. Τι στο καλοά ηάταν αυτοά; Ο Χαάρρυ χωριάς κανεάνα αγενεάς σχοάλιο; Ξεάρω πως
θα το πει αν τον δω αυάριο. Πιθανοάν να ετοιμαάζει ηάδη οάλα τα μοχθηραά σχοάλια
που θα μου καάνει.
Το τριάτο δωμαάτιο στα αριστεραά ειάναι εάνα μονοάχρωμο δωμαάτιο, πολυά
μικροάτερο αποά του Χαάρρυ με δυάο μικραά κρεβαάτια. Μοιαάζει περισσοάτερο με
δωμαάτιο εστιάας αποά οάτι το μεγαάλο δωμαάτιο του Χαάρρυ. Ιάσως να ειάναι ο
αρχηγοάς ηά καάτι τεάτοιο; Η πιο πιθανηά εξηάγηση ειάναι πως οάλοι τον φοβουάνται και
με αάσχημο τροάπο κεάρδισε το μεγαάλο δωμαάτιο. Η Στεφ ειάναι ξαπλωμεάνη σε
εάνα αποά τα κρεβαάτια οποάτε βγαάζω τα παπουάτσια μου και την καλυάπτω με μια
κουβεάρτα πριν κλειδωάσω την ποάρτα και ξαπλωάσω στο αάλλο κρεβαάτι. Οι
σκεάψεις ειάναι πολλεάς καθωάς με παιάρνει ο υάπνος, εικοάνες αποά χελιδοάνια και
πραάσινα μαάτια γεμιάζουν τα οάνειραά μου.

Chapter 12
Οταν ξυπνησα χρειαστηκα μια στιγμη για να συνειδητοποιησω που
βρισκομουν. Το φριχτο παρτυ και η ακομη χειροτερη νυχτα πλημμυριζουν στο

27

μυαλο μου την ωρα που σηκωνομαι απο το κρεβατι μαζι με ενα βογγητο να
βγαινει απο το στομα μου. Η Στεφ ειναι ακομα λιποθυμη, οποτε μπορω να την
αφησω να κοιμηθει λιγο ακομα οσο εγω θα ψαχνω ενα τροπο να γυρισουμε
πισω στον κοιτωάνα μας. Εβαλα τα παππουτσια μου και ξεκλειδωσα την πορτα.
Μηπως πρεπει να χτυπησω την πορτα του Χαρρυ ηά απλα να ψαξω τον
Ναιαλλ? Αραγε μενει και ο Ναιαλ εδω με ολους τους υπολοιπους? Δεν
προκειται ποτε να ειχα μαντεψει οτι ο Χαρρυ εάμενε εδωά οποάτε ιάσως και ο
Ναιαλλ μπορει να μενει και εκεινος. Ο διαδρομος ειναι αδειος και προς
μεγαλη μου εκπληξη καθαρος παρα το παρτυ που εγινε χθες. Για να κατεβω
κατω πρεπει να περασω πανω απο κοιμησμενα σωματα.
''Ναιαλ'' φωναξα λιγακι, ελπιζοντας να παρω απαντηση. Υπαρχουν
τουλαχιστον 25 ατομα στο πατωμα και κοιμουνται, μονο στο σαλονι. Στο
πατωμα ειναι σκορπισμενα κοκκινα πλαστικα ποτηρια και αλλα σκουπιάδια.
Οταν εφτασα στην κουζινα προσπαθησα να σταματησω την θεληση μου να
καθαρισω. Θα τους παρει τουλαχιστον μια μερα για να καθαρισουν ολο το
σπιτι μεταά απο αυτοά το παάρτυ. Πολυ θα ηθελα να εβλεπα τον Χαρρυ να
καθαριζει ολα αυτα τα σκουπηδια. Οπως η εικονα αυτη περναει απο το μυαλο
μου εβγαλα ενα πνιχτο γεάλιο.
''Τι ειναι τοσο αστειο?'' γυρισα και φυσικα ο Χαρρυ εμπαινε στην κουζινα, με
μια σακουλα σκουπιδιων στα χερια του. Σερνει το χερι του πανω στο παγκο με
αποτελεσμα να κανει τα ποτηρια να πεσουν στην σακουλα.
''Τιποτα...Μενει και ο Ναιαλ εδω?'' με αγνοει και συνεχιζει το καθαρισμα.
Μαλλον ειναι ο μονος ξυπνιος και ο μονος που καθαριζει. Ωραια, του αξιζει
να καθαρισει ολο αυτο το χαάλι. ''Μενει?'' ρωτησα ξανα, πιο ανυποάμονα αυτη
τη φορα. ''Οσο πιο γρηγορα μου πεις, τοσο πιο γρηγορα θα μπορεσω να φυγω''.
''Τωρα εχεις την προσοχη μου, αλλα οχι δεν μενει. Σου μοιαζει για αγορι
αδελφοτητας?'' λεει με ενα χαζο χαμογελο.
''Οχι, αλλα ουτε και εσυ'' λεω αποάτομα και το σαγονι του σφιγγεται.
Αγνοει το σχολιο μου και συνεχιζει να καθαριζει.''Περναει κανενα λεωφορειο
απο εδω κοντα?'' τον ρωτησα μη περιμενοντας απαντηση.
''Ναι,βεάβαια ειναι ενα τετραγωνο μακρυα''
''Μπορεις να μου πεις που ειναι?''
''Δεν ειναι τοσο δυάσκολο να το βρεις''
Στριφογυάρισα τα ματια μου και βγηκα απο την κουζινα. Η στιγμιαια ελλειψη
του Χαρρυ απο αγενη σχολια χθες το βραδυ ηταν προφανως απο τα
πραγματα που γινονται μια φορα στα χιλια χρονια, και σημερα ηρθε σε

28

μενα γεματος καινουργια. Μετα την χθεσινη νυχτα δεν αντεχω να ειμαι
διπλα του. Ξυπνησα την Στεφ και κατεβηκαμε κατω.
''Ο Χαρρυ μου ειπε οτι υπαρχει μια σταση λεωφορειου περιπου ενα
τετραγωνο μακρυα απο εδω'' της λεω και γελαει.
''Με τιποτα δεν περνουμε το λεωφορειο, ο Χαρρυ θα μας γυρισει πισω.
Μαλλον προσπαθουσε να σου σπασει τα νευρα'' μου λεει. ''Χαρρυ εισαι
ετοιμος να μας πας πισω τωρα? Το κεφαλι μου παει να σπασει''
''Ναι, σιγουρα μονο δωσε μου ενα λεπτακι'' λεει και αγανακτωά. Τουλαχιστον
ειναι καλος με την Στεφ, αναρωτιεμαι ποσο καιρο ειναι φιλοι.
Κατα τη διαρκεια του γυρισμου στους κοιτωνες η Στεφ τραγουδαει καθε
τραγουδι που παιζει απο τα μεγαφωνα και ο Χαρρυ εχει κατεβασει ολα τα
παραθυρα παρα την παρακληση μου να τα σηκωσει. Εμεινε ησυχος σε ολη την
διαδρομη, χτυποντας αδιαφορα τα μακρυα του δαχτυλα πανω στο τιμονι.
''Θα ξαναπερασω αργοάτερα Στεφ '' της λεει την ωρα που εκεινη κατεβαινει
απο την θεση του συνοδηγου. Κουναει καταφατικα το κεφαλι της και
χαιρεταει οπως εγω ανοιγω την πορτα.
''Αντιο Τερεάσα '' χαμογελαει πονηρα και εγω στριφογυριάζω τα ματια μου
ακολουθωάντας την Στεφ στο δωματιο.

Chapter 13

29

Το υποάλοιπο Σαββατοκυάριακο κυλλαάει γρηάγορα και ευτυχωάς καταφεάρνω να
αποφυάγω το Χαάρρυ. Βεβαιωάθηκα πως θα εάχω φυάγει για τα μαγαζιαά την
Κυριακηά πριν εάρθει στο δωμαάτιο ωάστε να το αποφυάγω. Τα νεάα ρουάχα που
αγοάρασα γεμιάζουν τα μικραά μου ραάφια, καθωάς τα βαάζω στην αάκρη η
ενοχλητικηά φωνηά του Χαάρρυ εάρχεται στο μυαλοά μου.
«Ξέέρέις πως πηγαιένουμέ
σέ παέρτι οέχι σέ έκκλησιέα.»ειάπε και πιθανοάν θα το εάλεγε ξαναά αν εάβλεπε τα
νεάα μου ρουάχα. Αποφαάσισα πως δεν θα πηγαιάνω σε παάρτι πια με τη Στεφ, ηά
οπουδηάποτεπου μπορειά να ειάναι ο Χαάρρυ. Δεν ειάναι καληά παρεάα και με
εξαντλειά νοητικαά.
Ειάναι πια Δευτεάρα πρωιά, η πρωάτη μου μεάρα στα μαθηάματα του κολεγιάου και
δεν θα μπορουάσα να ηάμουν πιο προετοιμασμεάνη. Ξυπνωά πιο νωριάς για να
σιγουρευτωά πως θα καάνω ντουζ χωριάς να βιαστωά. Το πουκαάμισοά μου που
κουμπωάνει και η πλισεά φουάστα μου ειάναι τεάλεια σιδερωμεάνα και εάτοιμα να
φορεθουάν. Σκοπευάω να φυάγω συάντομα ωάστε να φταάσω στο πρωάτο μου μαάθημα
τουλαάχιστον δεκαπεάντε λεπταά νωριάτερα για να βεβαιωθωά πως δεν θα
αργηάσω.
Το ξυπνητηάρι της Στεφ χτυπαάει αλλαά παταάει το κουμπιά να κλειάσει. Θα πρεάπει
να την ξυπνηάσω εγωά; Τα μαθηάματαά της μπορειά να αρχιάζουν μεταά αποά τα δικαά
μου, ηά ιάσως δεν σκοπευάει να παάει. Η ιδεάα του να χαάσω τα μαθηάματα την πρωάτη
μεάρα με αγχωάνει αλλαά ειάναι δευτεροετηάς
οποάτε ιάσως τα εάχει οάλα υποά
εάλεγχο. Τελικαά, ειάναι ωάρα να ντυθωά και να φυάγω. Ντυάνομαι, ξαναά
φτιαάχνοντας τα μαλλιαά μου και ριάχνω την τσαάντα στον ωάμο μου. Με μιάα
τελευταιάα ματιαά στον καθρεάπτη, κατευθυάνομαι στο πρωάτο μου μαάθημα. Ειάμαι
ευγνωάμων που μελεάτησα το χαάρτη του Πανεπιστημιάου οποάτε μπορωά να βρω τις
ταάξεις μου ευάκολα. Οάταν μπαιάνω στην πρωτοετηά μου ιστοριάα το δωμαάτιο ειάναι
αάδειο, εκτοάς αποά εάνα αάτομο.
Διαλεάγω να καθιάσω διάπλα του, προφανωάς νοιαάζεται για να ειάναι στην ωάρα
του. Οάπως και εγωά.
«Που ειάναι οάλοι;» Τον ρωταάω και χαμογελαάει. Εάχει υπεάροχο χαμοάγελο.
«Πιθανωάν τρεάχουν στην Πανεπιστημιουάπολη για να φταάσουν ιάσα ιάσα στην ωάρα
τους.» Γελαάει και τον συμπαθωά αμεάσως. Αυτοά ακριβωάς θα εάλεγα και εγωά.
«Ειάμαι η Τεάσσα Γιαάνγκ.» Λεάω και του διάνω εάνα φιλικοά χαμοάγελο.
«Λιάαμ Πεάιν.» Λεάει με εάνα εξιάσου υπεάροχο χαμοάγελο οάπως το πρωάτο. Περναάμε
την υποάλοιπη ωάρα πριν αρχιάσει το μαάθημα μιλωάντας, ειάμαστε και οι δυάο
πρωτοετηάς στην Αγγλικηά φιλολογιάα και εάχει μια κοπεάλα την Ντανιεάλ. Δεν με
κοροιϊδευάει οάταν του λεάω πως ο Νοάα ειάναι μιάα ταάξη μικροάτεροάς μου. Χαιάρομαι
παάρα πουά που καάθισα διάπλα του. Η ταάξη γεμιάζει και ο Λιάαμ μας συστηάνει στον
καθηγητηά.

30

Καθωάς η μεάρα συνεχιάζεται, αρχιάζω να μετανιωάνω που πηάρα πεάντε μαθηάματα
αντιά για τεάσσερα. Παάω βιαστικαά στο μαάθημα της Λογοτεχνιάας και ιάσα που
προλαβαιάνω στην ωάρα μου. Ευτυχωάς ειάναι το τελευταιάο μου μαάθημα για
σηάμερα. Ειάμαι ανακουφισμεάνη οάταν βλεάπω τον Λιάαμ να καάθεται στην
μπροστινηά σειραά, η θεάση διπλαά του ειάναι αάδεια. «Γεια ξαναά.» χαμογελαάει και
καάθομαι διάπλα του.
Ο καθηγητηάς αρχιάζει το μαάθημα, διάνοντας μας την εξεταστεάα υάλη για το
τετραάμηνο και μας συστηάνεται. Χαιάρομαι τοάσο που το κολεάγιο ειάναι
διαφορετικοά αποά το λυάκειο, οι καθηγητεάς δεν σε αναγκαάζουν να σταθειάς
μπροσταά στην ταάξη και να συστηθειάς ηά τιάποτα αάλλα ντροπιαστικαά και
ασηάμαντα πραάγματα.
Ακριβωάς στη μεάση τη στιγμηά που ο καθηγητηάς μας εξηγειά τη λιάστα
διαβαάσματοάς μας, η ποάρτα ανοιάγει και το στοάμα μου πεάφτει. Φυσικαά, μοάλις
που νοάμιζα που η μεάρα ηάταν ηάρεμη, πεάφτω παάνω στο Χαάρρυ. «Αχ.» λεάω μεάσα
αποά τα δοάντια μου και ο Λιάαμ γελαάει.
«Ξεάρεις τον Χαάρρυ Σταάιλς;» Ρωταάει. Ο Χαάρρυ πρεάπει να ειάναι δημοφιληάς
τριγυάρω αν καάποιος τοάσο γλυκοάς οάσο ο Λιάαμ τον ξεάρει.
«Περιάπου, η συγκαάτοικοάς μου ειάναι φιάλη του. Ειάναι κοάπανος.» Ψιθυριάζω. Τα
μαάτια του Χαάρρυ κλειδωάνουν στα δικαά μου και ανησυχωά μηάπως με αάκουσε. Στα
αληάθεια δεν με νοιαάζει αν με ακουάς, λες και δεν ξεάρει πως ειάναι κοάπανος.
Πιαάνω τον εαυτοά μουπεριάεργο για το τι ξεάρει ο Λιάαμ γι αυτοάν, δεν μπορωά
παραά να ρωτηάσω. «Τον ξεάρεις;»
«Ναι… ειάναι…» σταματαά να μιλαά και τα μαάτια του κοιτουάν πιάσω μου. Σηκωάνω
το βλεάμμα μου για να δω τον Χαάρρυ να καάθεται στο θρανιάο πιάσω μου. Ο Λιάαμ
μεάνει σιωπηλοάς για το υποάλοιπο μαάθημα.
«Αυταά για σηάμερα, θα σας δω οάλους την Τεταάρτη.» Ο καθηγητηάς Χιλ λεάει και
μας αφηάνει ελευάθερους.
«Νομιάζω πως αυτηά θα ειάναι η αγαπημεάνη μου ταάξη.» Λεάω στο Λιάαμ και
συμφωνειά. Το προάσωποά του πεάφτει και γυριάζω για να δω τον Χαάρρυ να
περπαταά διάπλα μας.
«Τι θες Χαάρρυ;» Ρωταάω, διάνοντας μια γευάση αποά τα δικαά του λοάγια. Δεν
δουλευάει, φαιάνεται να το διασκεδαάζει.
«Τιάποτα απολυάτως. Χαιάρομαι πολυά που εάχουμε εάνα μαάθημα μαζιά.» με
πειραάζει και βαάζει τα χεάρια στα μαλλιαά του, ανακατευάοντας τα και
τραβωάντας προς τα πιάσω στο μεάτωποά του.

31

«Θα σε δω αργοάτερα Τεάσσα.» Ο Λιάαμ λεάει. Κοιταά το Χαάρρυ αάλλη μιάα φοραά
και περπαταά προς τον αντιάθετο δροάμο.
«Βρηάκες το πιο βαρετοά παιδιά της ταάξης για φιάλο.»
«Μην μιλαάς εάτσι γι αυτοάν, ειάναι γλυκοάς και εάξυπνος. Καμιάα σχεάση με εσεάνα.»
Ειάμαι εάκπληκτη αποά τις σκληρεάς μου λεάξεις. Μου βγαάζει στα αληάθεια τον
χειροάτερο εαυτοά μου.
«Γιάνεσαι πιο επιθετικηά με καάθε συνομιλιάα που εάχουμε, Τερεάσα.»
«Αν με πεις Τερεάσα αάλλη μιάα φοραά..» Τον προειδοποιωά και αυτοάς γελαάει.
Προσπαθωά να τον φανταστωά χωριάς τα τατουαάζ και τα σκουλαριάκι, ειάναι
βασικαά ελκυστικοάς αλλαά ο χαρακτηάρας του τον καταστρεάφει.
«Σταμαάτα να με κοιταάζεις.» λεάει και στριάβει στη γωνιάα, εξαφανιάζεται πριν
μπορωά να σκεφτωά καάτι για απαάντηση.

32

Chapter 14
Επιτελους ειναι Παρασκευη και η πρωτη μου εβδομαδα στο κολεγιο εχει
σχεδον τελειωσει. Νιωθωντας ευχαριστημενη με το πως εχει περασει η
εβδομαδα, κανονισα να κλεψω λιγο χρονο απο το αποψινο μου διαβασμα
νοικιαζοντας μερικες ταινιες αφου η Στεφ θα ειναι σε κανενα παρτυ. Το να
εχω την υλη απο ολα τα μαθηματα κανει τα πραγματα πιο ευκολα για μενα
γιατι μπορω να ετοιμαάσω τις εργασιάες μου νωριάτερα. Παιάρνω την τσαντα μου
και φευγω νωρις, σταματωάντας σε μια καφετερια να παρω ενα καφε για να
εχω εξτρα ενεργεια για σημερα.
''Τεάσσα σωστα?'' μια κοριτσιστικη φωνη λεει απο πισω μου την ωρα που
περιμενω στην ουρα. Γυρισα να δω ποια ηταν και βρηκα το κοριτσι με τα ροζ
μαλλια απο το παρτυ. Νομιζω η Στεφ την φωναζε Μοάλλυ.
''Ναι'' της απανταω και ξαναγυριζω μπροστα.
''Θα ερθεις αποψε στο παρτυ?'' ρωταει. Αναστεναζοντας γυρναω παλι προς το
μερος της και κουναω αρνητικα το κεφαλι μου. ''Θα επρεπε, θα ειναι φοβερα''
λεει και χαμογελαει. Χαιδευει με τα μικροσκοπικα της δαχτυλα ενα μεγαλο
περιστροφικο τατουαζ στο χεάρι της.
''Κριμα, ηξερα οτι ο Ζεάιν ηθελε να σε δει'' λεει και δεν μπορω να ξεσπασω σε
γελια.
''Τι? μιλουσε για σενα εχθες''
''Αμφιβαλω για αυτοά...αλλα ακομα και αν μιλουσε εγω εχω αγορι'' της λεω
καάνοντας το χαμογελο της να μεγαλωάσει .
''Κριμα, θα μπορουσε να εχουμε ενα διπλο ραντεβου'' γελαάει πονηραά και
ευχαριστω τον θεο οταν η παραγγελια μου ειναι επιτελους ετοιμη. Τα χερια
μου τυλιγονται γυρω απο το ποτηρι πολυ γρηγορα και λιγο απο τον καφε
πεφτει στο ενα χερι μου και με καιει, βριζω απο μεσα μου και βγαινω απο το
μαγαζι.

33

Διπλο ραντεβου? με ποιον? Με εκεινη και τον Χαρρυ μαλλον. Οάχι ευχαριστωά.
Ο Ζεάιν ηταν πολυ καλος και τα σχετικα αλλα ο Noα σημαινει τα παντα για
μενα. Δεν εχουμε μιλησει πολυ αυτην την εβδομαδα επειδη ειμαι πολυ
απασχολημενη συνεχεια. Του στελνω ενα γρηγορο μηνυμα λεγοντας του οτι
μου λειπει και πηγαινω προς την ταξη.
Η μερα περασε τελεια. Συναντηθηκαμε με το Λιαμ στο βιβλιοπωλειο για να
περπατησουμε μαζι μεχρι την ταξη της Λογοτεχνιας. Ακουμπαει με την πλατη
του τον τοιχο την ωρα που πηγαινω προς το μερος του και με καλωσοριζει με
ενα μεγαλο χαμογελο.
''Θα φυγω 30 λεπτα νωριτερα σημερα απο την ταξη, πεταω πιάσω σπιτι για το
Σαββατοκυριακο'' μου λεει
''Αυτο ειναι συρναπαστικο!'' του λεω, ισως πρεπει να παω και εγω σπιτι για το
σαββατοκυριακο καποια φορα. Το σπιτι της μαμας μου ειναι μονο δυο ωρες
μακρυα απο εδω αλλα δεν εχω αγορασει ακομα αυτοκινητο οποτε θα πρεπει
να περιμενω.
Οπως ειπε, ο Λιαμ φευγει 30 λεπτα νωριτερα απο το μαθημα και ξαφνικα
αρχιζω και ανησυχω επειδηά γνωριάζω οτι ο Χαρρυ καθεται διπλα μου. Στο
κολεγιο μπορεις να κατσεις οπου θελεις, διαφορετικη καρεκλα καθε μερα αν
θες αλλα ο Χαρρυ παάντα καθεται διάπλα μου στην πρωτη σειρα. Το ξερω οτι το
κανει μονο και μονο για να μου σπασει τα νευρα αλλα τον αγνοω ολη την
εβδομαδα.
''Θα ξεκινησουμε την μακρα εβδομαδιαια μας συζητηση με το μυθιστορημα της
Jane Austen, ''Περηφανια και Προκαταληψη'' ξεκινωάντας απο αυάριο!" Ο
καθηγητης Χιλ μας ανακοινωνει στο τελειωμα του μαθηματος. Δεν μπορω να
καταπολεμησω το μεγαλο μου χαμογελο, εχω διαβασει αυτο το μυθιστορημα
τουλαχιστον δεκα φορες. Ειναι ενα απο τα αγαπημενα μου.
''Ασε με να μαντεψω, λατρευεις τον κυριο Darcy'' λεει ο Χαρρυ με ενα
κοροιδευτικο τονο στην φωνη του την ωρα που βγαινω εξω.
''Βασικα, ναι τον λατρευω'' Φτασαμε στην διασταυρωση και εγω ελεγχω και
τις δυο πλευρες πριν περασω τον δρομο.
''Φυσικα και τον λατρευεις'' γελαει, συνεχιζοντας να με ακολουθει.
''Eιμαι βεβαιη οτι δεν εισαι σε θεση να καταλαβεις την εάφεση του κυριου
Darcy'' Το μυαλο μου περιπλανιεται στην τεραστια συλλογη απο
μυθιστορηματα στο δωματιο του Χαρρυ. Δεν μπορει να ειναι δικα του. Ειναι?

34

''Eνας ανθρωπος που ειναι αγενης και απαραδεκτος να γινεται ρομαντικος
ηάρωας? Ειναι γελοιο. Εαν η Ελιζαμπεθ ηταν πιο εξυπνη θα του ειχε πει να
παει να πηδηχτειά''
Γελαω στην επιλογη των λεξεων που χρησιμοποιησε αλλα καλυπτω γρηγορα
το στομα μου. Πραγματικα μου αρεσε που χαριτολογουσαμε μαζι αλλα ειναι
θεμα χρονου, λεπτων εαν ειμαι τυχερη, ωάσπου να πει κατι που να με
πληγωσει. Χαμογελαει και τα λακακια του εμφανιζονται και δεν μπορω
παρα να θαυμαζω ποσο ωραιος δειχνει. Με ολα τα σχετικαά piercing του.
''Αρα συμφωνεις οτι η Ελιζαμπεθ ειναι ηλιθια?'' σηκωνει το φρυδι του.
''Οχι, ειναι ενας απο τους πιο δυνατους και πιο συνθετους χαρακτηρες που
εχουν γραφτει ποτε'' την υπερασπιζομαι. Γελαει ξανα το ιδιο και εγω. Κατι
λαμπει στα ματια του και σταματαει να γελαει.
''Θα σε δω εδω γυρω Τερεάσσα'' μου λεει και φευγει. Τι τρεχει με αυτον? Πριν
ξεκινησω να αναλυω τις πραξεις του το κινητο μου χτυπαει. Ειάναι ο Νοάα.
Νιωθω μια περιεργη ενοχη οταν απανταω στην κληση του.
''Γεια Tεςς, θα σου εστελνα μηνυμα αλλα σκεφτηκα οτι θα ηταν καλυτερο να
σου τηλεφωνησω'' η φωνη του ακουγεται βιαστηκη
''Τι κανεις? Ακουγεσαι απασχολημενος''
''Οχι, πηγαινω να συναντησω κατι φιλους στην ψησταρια'' μου εξηγει
''Ωραια, δεν θα σε κρατησω για πολυ. Ειμαι χαρουμενη που ειναι Παρασκευη.
Ειμαι ετοιμη για το Σαββατοκυριακο''.
''Θα πας σε παρτυ παλι? Η μητερα σου ειναι ακομη απογοητευμενη'' Γιατι το
ανεφερε στην μαμα μου? Μου αρεσει που ειναι κοντα με την μαμα μου αλλα
μερικες φορες βγαινοντας μαζι του ειναι σαν να εχω ενα ενοχλητικο μικρο
αδερφο που με καρφωνει συνεχεια. Μολις τον συγκρινα με αδερφο? Ηταν
μια μεγαλη εβδομαδα.
''Οχι δεν θα παω σε παρτυ, μου λειπεις''
''Και εμενα μου λειπεις Tεςς Παρα πολυ. Παρε με αργοτερα ενταξει?''
Συμφωνησα και ανταλλαξαμε ''σαγαπω'' προτουά το κλειάσουμε.
Οταν γυρισα στο δωματιο μου, η Στεφ ετοιμαζεται για το αποψινο παρτυ,
υποθετω ειναι στο σπιτι αδελφοτητας που μενει ο Χαρρυ. Μπηκα στο ιντερνετ
και αποφασισα ποιες ταινιες θα δω αποψε.

35

''Ευχομαι πραγματικα να ερχοσουν, στο υποσχομαι δεν θα μεινουμε αυτη την
φορα. Ελα για λιγο. Το να βλεπεις ταινιες σε ενα μικρο δωματιο μονη σου
ακουγεται αθλιο!'' παραπονιεται και εγω γελαω. Συνεχιζει να με παρακαλει
την ωρα που φτιαχνει τα μαλλια της και αλλαζει τρια διαφορετικα
φορεματα. Καταληγει σε ενα ασπρο φορεμα που αφηνει πολυ λιγα
πραγματα στην φαντασια του αλλου. Το ασπρο χρωμα του φορεματος διχνει
πολυ καλο με τα λαμπερα κοκκινα μαλλια της. Ζηλευω την αυτοπεποιθηση
της. Το ξερω οτι εχω ενα αξιοπρεπες σωμα, καμπυλες σε ολες τις σωστες
θεσεις αλλα δεν ειμαι τοσο ανετη με το σωμα μου οσο ειναι εκεινη με το δικο
της. Εχω την ταση να φοραω ρουχα που κρυβουν το μεγαλο μου στηθος, ενω
εκεινη προσπαθει να κανει το δικο της να τραβηξει οσο το δυνατον
περισσοτερη προσοχη.
''Το ξερω...απλα..Ει! Τι στο καλο?'' φωναζω στην οθονη του λαπτοπ μου που
τωρα πια ειναι ολη μαυρη. Προσπαθω να το κλεισω αλλα δεν αλλαζει απο
την μαυρη οθονη.
''Ειναι σημαδι οτι πρεπει να ερθεις. Το λαπτοπ μου ειναι στο δωματιο του
Ναιαλλ οποτε δεν μπορεις να το χρησιμοποιησεις'' χαμογελαει πονηρα και
χαιδευει τα μαλλια της ξανα. Στα αληάθει δεν θεάλω να καάτσω εδωά στην εστιάα
μοάνη μου χωριάς να εάχω τιάποτα να καάνω ηά να δω.
''Καλα αλλα θα φυγουμε πριν τα μεσανυχτα'' βογκηξα και εκεινη χοροπηδαει
πανω-κατω χτυπωάντας τα χερια της παλαμαάκια.

36

Chapter 15
Εβγαλα τις πιτζαμες μου και εβαλα ενα καινουργιο τζιν που δεν εχω φορεσει
ακομα. Ειναι λιγο πιο σφιχτο απο τα συνηθισμενα μου τζιν αλλα ειναι ολα
τα απλυτα οποτε δεν εχω αλλη επιλογη. Απο πανω αποφασισα να βαλω ενα
αμανικο μαυρο πουκαμισο με δαντελα στου ωμους.
''Ουαου, πραγματικα μου αρεσουν τα ρουχα σου'' μου λεει η Στεφ. Υποθετω
πως αυτο ηταν κοπλιμεντο παρα την εκπληξη στην φωνη της οτι θα της αρεσε
πραγματικα κατι που φοραω. Της χαμογελαω και εκεινη προσπαθει να μου
προσφερει το μολυάβι της.
''Οχι αυτη τη φορα'' της λεω θυμιζοντας στο εαυτο μου πως πασαλειφτηκε την
προηγουμενη φορα στο προωσπο μου απο τα δακρυα. Γιατι στο καλο
συμφωνησα να παω παλι εκει περα?
''Θα ερθει η Μοάλλυ να μας παρει, μολις μου εστειλε μηνυμα οποτε θα
βρισκεται εδω σε κανενα λεπτακι''
''Δεν νομιζω οτι με συμπαθει'' ειμαι σιγουρη οτι δεν με συμπαθει.

37

''Σε συμπαθει, απλα ειναι πολυ ειλικρινης καποιες φορες και νομιζω οτι σε
φοβαται και λιγο''
''Εμενα? Γιατι στο καλο να με φοβαται αυτη εμενα?'' της λεω και γελαω. Εγω
ειμαι αυτη που την φοβαται.
''Νομιζω γιατι εισαι τοσο διαφορετικη απο εμας'' μου λεει και χαμογελαει. Το
ξερω οτι ειμαι διαφορετικη απο αυτους αλλα για μενα αυτοι ειναι οι
'διαφορετικοι'. ''Μην ανησυχεις για εκεινη, θα ειναι απασχολημενη αποψε''
γελαει.
''Απο τον Χαρρυ?'' ρωταω πριν προλαβω να σταματησω τον εαυτο μου. Δεν
μπορω παρα να παρατηρησω τον τροπο που με κοιταει με το ενα της φρυδι
σηκωμενο.
''Οχι, απο τον Ζεάιν μαλλον. Αλλαζει αντρες καθε εβδομαδα'' Αυτο ειναι
σκληρο πραγμα για να το λεει κανεις για την φιλη του αλλα η Στεφ απλα
χαμογελαει.
''Δεν τα εχει με τον Χαρρυ?'' Η εικονα τους να φασωνονται πανω στο κρεβατι
περιπλανιεται στο μυαλο μου.
''Με τιποτα, ο Χαρρυ δεν τα φτιαχνει ποτε με καμια. Απλα φασωνεται με
πολλα κοριτσια αλλα δεν τα φτιαχνει με καμια. Ποτε''
''Ααα'' ειναι το μονο που καταφερνω να πω. Μου χαμογελαει περιεργα και
πιανει την τσαντα της.
''Παμε'' πιανει το χερι μου και με τραβαει εξω.
Το αποψινο παρτυ ειναι το ιδιο με το προηγουμενο, τονοι ανθρωπων και
μεθυσμενοι εφηβοι παντου. Γιατι απλα δεν εμενα στο δωματιο κοιταζωντας
τα σερταρια? Μολις φτασαμε η Μοάλλυ εξαφανιστηκε και εγω βρεθηκα να
καθομαι σε ενα καναπε και να μενω εκει για τουλαχιστον μια ωρα πριν
εμφανιστει ο Χαρρυ.
''Φαινεσαι...διαφορετικη'' μου λεω την ωρα που σηκωνομαι. Τα ματια του
εξερευνουν το σωμα μου απο πανω προς τα κατω και το αντιστροφο. Δεν
προσπαθει καν να ειναι διακριτικος. Μενω σιωπηλη και τα ματια του
συναντιουνται με τα δικα μου. ''Τα ρουχα που φορας πραγματικα σου πανε
αποψε'' γελαει. Κουναω τα ματια μου και ισιωνω την μπλουζα μου, ξαφνικα
επιθυμοντας να φορουσα τα μακρυα μου ρουχα. ''Εκπλησομαι που σε βλεπω
εδω''

38

''Ναι..και εκπλησομαι που κατεληξα εδω ξανα'' του λεω και φευγω. Δεν με
ακολουθει, αλλα για καποιον περιεργο λογο βρηκα τον εαυτο μου να ευχεται
να με ακολουθουσε.
Λιγες ωρες αργοτερα, η Στεφ ειναι μεθυσμενη ξανα, βασικα ολοι ειναι
μεθυσμενοι.
''Ας παιξουμε αληθεια ηά θαρρος'' ο Ζεάιν προσφερει και το μικρο γκρουπ φιλων
με τατουαζ πανω τους συγκεντρωνεται γυρω απο τον καναπε. Η Μοάλλυ δινει
στον Ναιαλ ενα μπουκαλι με καθαρο αλκοολ και εκεινος πινει μια γουλια. Τα
χερια του Χαρρυ καλυβουν ολοκληρο το κοκκινο πλαστικο ποτηρι την ωρα που
πινει το υγρο.
Ολοι συμφωνησαν να παιξουν αληθεια ηά θαρρος και το οτι ειναι μεθυσμενοι
δεν προκειται να τελειωσει καλα. Αλλο ενα κοριτσι με punk εμφανιση
ερχεται να παιξει, δηλαδη ειναι ο Χαρρυ, ο Ζειν, ο Ναιαλ, ο συγκατοικος του
Ναιαλ ο Τρισταν, η Μολλυ, η Στεφ και το καινουργιο κοριτσι. ''Πρεπει να
παιξεις Tεάσσα'' μου λεει η Mοάλλυ με ενα πονηρο χαμογελο.
''Οχι, θα προτιμουσα να μην παιξω'' λεω και κοιταω αλλου.
''Σιγαμ μην επαιζε, θα πρεπει να σταματησει να ειναι τοσο σεμνη για πεντε
τουλαχιστον λεπτα'' τους λεει ο Χαρρυ και ολοι γελανε εκτος της Στεφ. Οι
λεξεις του με νευριασαν και δεν ειμαι τοσο σεμνη. Ναι, το παραδεχομαι δεν
ειμαι τοσο αγρια οσο ειναι αυτοι αλλα δεν ειμαι και οσο σεμνη λεει ο Χαρρυ
οτι ειμαι. Κοιταω με θυμο τον Χαρρυ και καθομαι με σταυρομενα ποδια κατω
στον μικρο τους κυκλο, αναμεσα στον Ναιαλλ και στο καινουργιο κοριτσι. Ο
Χαρρυ γελαει και ψιθυριζει κατι στον Zεάιν πριν αρχισουνε.
Οι πρωτοι γυροι περιλαμβαναν τον Zayn να πινει μια ολοκληρη μπυρα, την
Molly να διχνει σε ολοκληρο το γκρουπ το σουτιεν της, και ανακαλυψαμε οτι η
Steph ειχε τρυπησει τις ρογες της.
''Αληθεια ηά Θαρρος Tερεάσσα?'' με ρωταει ο Ναιαλ και ξεροκαταπινω.
''Αληθεια?'' ειπα τσιριχτα. Ο Χαρρυ γελαει και μουρμουριζει ''φυσικα''. Τον
αγνοω και ο Ναιαλ τριβει τα χερια του σαν να εχει μια καλη ερωτηση.
''Εισαι παρθενα?'' με ρωταει ο Ναιαλ και μου κοπηκε η ανασα. Κανεις δεν
φαινεται να πτοειται απο την παρεμβατικη ερωτηση εκτος απο εμενα. Νιωθω
την θερμοκρασια στα μαγουλα μου να ανεβαινει και το χιουμορ σε ολων τα
προσωπα.
''Λοιπον?'' λεει ο Zεάιν. Παρα την επιθυμια μου να τρεξω μακρυα και να
κρυφτω, απλα κουναω καταφατικα το κεφαλι μου. Φυσικα ειμαι παρθενα, με
τον Νoα μονο φιλιομαστε και το πιο ακραιο ειναι που με εχει ακουμπησει
πανω απο το τζιν μου φυσικα.

39

Κανενας δεν φαινεται εκπληκτος απο την απαντηση μου, απλα τους κινησε το
ενδιαφερον. ''Αρα τα εχεις με τον Noah δυο χρονια τωρα και δεν εχετε κανει
σεξ?'' ρωταει η Στεφ και εγω κουναω λιγο απο την θεση μου. Απλα κουνησα το
κεφαλι μου καταφατικα.
''Σειρα του Χαρρυ'' λεω, ελπιζοντας να παρω την προσοχη απο πανω μου.

Chapter 16
''Θαρρος'' ο Χαρρυ απανταει πριν καν προλαβω να τον ρωτηάσω.
Τι να τον βαλω να κανει? Το ξερω οτι θα κανει οτι και να του βαλω γιατι
απλα ειναι αυτος που ειναι. ''εχεις..το θαρρος..να...''

40

''Να?'' λεει ανυπομονετικα. Παραλιγο να τον βαλω να πει κατι καλο για ολους
στο γκρουπ αλλα αποφασισα να μην το κανει, παντως θα ειχε πλακα.
''Βγαλε την μπλουζα σου και μην την φορεσεις για το υπολοιπο παιχνιδι'' λεει
η Mοάλλυ για μενα και ειμαι χαρουμενη. Οχι επειδη ο Χαρρυ θα βγαλει την
μπλουζα του φυσικα, αλλα επειδη δεν μπορουσα να σκεφτω τιποτα για να
τον βαλω να κανει.
''Ποσο παιδιαριστικο?'' λεει ο Χαρρυ αλλα βγαζει την μπλουζα του απο το
κεφαλι του. Tα ματια μου πηγαν κατευθειαν στο μακρυ κορμο του. Ο τροπος
που το μαυρο μελανι των ταττουαζ του ειναι βαμμενο στο εκπληκτικα
μαυρισμενο του δερμα ειναι καπως ελκυστικο. Κατω απο τα χελιδονια εχει
ενα τατουαζ πεταλουδα στο στομαχι του, φαινεται πολυ καλυτερα απο οτι
μια πεταλουδα θα πρεπει να διχνει σε εναν αντρα. Τα χερια του εχουν
πολλα περισσοτερα τατουαζ απο οτι περιμενα, μικρα τυχαια τατουαζ
διασπαρτα κατα μηκος των ωμων και των γοφων του. Η Στεφ με σκουνταει και
εγω περνω τα ματια μου απο πανω του παρακαλωντας να μην με εχει δει
κανεις να τον κοιταζω. Το παιχνιδι συνεχιζεται και η Mοάλλυ φιλαει τον
Τριάσταν και τον Zεάιν, η Στεφ μας λεει για την πρωτη φορα που ειχε σεξ, και ο
Nαάιαλ και το καινουργιο κοριτσι φιλιουνται. Πως μπλεχτηκα στη μεση αυτου
το γκρουπ με εφηβους γεματοι με ορμονες.
''Tεάσσα αληθεια ηά θαρρος?'' ο Tριάσταν με ρωταει.
''Γιατι ρωτας? Ξερουμε οτι θα πει αληθεια'' ο Χαρρυ με διακοπτει.
''Θαρρος'' λεω, εκπλησσοντας εκεινους και τον εαυτο μου.
''Χμμ...Tεάσσα εχεις το θαρρος να...πιεις λιγη βοτκα?'' μου χαμογελαει ο
Tριάσταν.
''Δεν πινω''
''Αυτο ειναι το θεμα''
''Κοιτα, εαν δεν θελεις να το κανεις...'' Ο Ναιαλ αρχιζει και εγω κοιταω προς
το μερος του Χαρρυ και της Μολλυ που γελανε με την συμπεριφορα μου.
''Καλα, μια γουλια'' λεω και τα ματια του Χαρρυ συναντανε τα δικα μου. Με
κοιταει με ενα περιεργο υφος.
Δευτερολεπτα αργοτερα μου δινουν ενα μπουκαλι με καθαρη βοτκα. Εβαλα
την μυτη μου στο στομιο, μυριζοντας το υγρο. Μου καει την μυτη και σουφρωνω
την μυτη μου, προσπαθωντας να αγνοησω τα σιγανα γελια που ακουγονται
απο πισω μου. Προσπαθω να μην σκεφτομαι ολα τα στοματα που εχουν πιει
απο αυτο το μπουκαλι πριν πιω μια γουλια. Η βοτκα ειναι καυτη και καιει την

41

γλωσσα μου οπως περναει απο το στομα μου αλλα καταφερα να την
καταπιω γρηγορα. Εχει φρικτη γευση. Το γκρουπ χειροκροταει και γελαει
λιγακι εκτος του Χαρρυ. Εαν δεν τον ηξερα θα νομιζα οτι ηταν νευριασμενος
ηά απογοητευμενος? Ειναι τοσο περιεργος. Νιωθω τα μαγουλα μου να καινε
και την μικρη ποσοτητα αλκοολ στις φλεβες μου, που σε καθε γυρο μεγαλωνει
αφου με βαζουν να πιω αλλη μια γουλια βοτκα. Με υποχρεωνουν αλλα
οφειλω να ομολογησω οτι ειμαι πολυ χαλαρη και για πρωτη φορα νιωθω
καλα.
''Το ιδιο θαρρος'' μου λεει ο Zεάιν και πινει μια γουλια βοτκα και επειτα μου το
δινει για πεντηκοστη φορα αποψε. Δεν θυμαμαι καν τα αληθεια ηά θαρρος που
εχουν συμβει τους τελευταιους γυρους. Αυτη τη φορα πινω δυο γουλιες βοτκα
πριν μου αρπαξουν το μπουκαλι απο τα χερια.
''Νομιζω εχεις πιει πολυ'' λεει ο Χαρρυ και δινει το μπουκαλι στον Ναιαλ, ο
οποιος πινει μια γουλια. Ποιος στο διαολο ειναι ο Χαρρυ για να μου πει οτι
εχω πιει πολυ? Ολοι πινουν ακομα οποτε μπορω και εγω. Αρπαζω τα μπουκαλι
απο τον Ναιαλλ και πινω αλλη μια γουλια, χαμογελωντας πονηρα στο Χαρρυ
την ωρα που το στομιο ακουμπαει τα χειλη μου.
''Δεν μπορω να πιστεψω οτι δεν εχεις μεθυσει ποτε πριν, εχει πλακα ετσι?''
με ρωταει ο Zεάιν και εγω χαχανιζω. Σκεψεις ανευθηνοτητας κατακλυουν το
μυαλο μου αλλα τις αγνοω, ειναι μονο μια νυχτα.
''Χαρρυ, αληθεια ηά θαρρος?'' ρωταει η Moλλυ. Εκεινος απανταει ''θαρρος''
φυσικα.
''Εχεις το θαρρος να φιλησεις την Tεάσσα?'' του λεει και χαμογελαει με ενα
ψευτικο χαμογελο. Τα ματια του Χαρρυ μεγαλωνουν και εγω θελω να τρεξω
μακρυα.
''Οχι εχω αγορι'' τους λεω και εκει γελανε με μενα για εκατοστη φορα
αποψε. Γιατι στο καλο κανω παρεα με ανθρωπους που με κοροιδευουν?
''Και? ειναι απλα ενα παιχνιδι...απλα καντο'' με πιεζει η Moλλυ.
''Οχι δεν φιλαω κανενα'' πεταω και σηκωνομαι ορθια. Ο Χαρρυ απλα πινει
μια γουλια απο το ποτηρι του. Ελπιζω να ειναι προσβεβλημενος, βασικα δεν
με νοιαζει αν ειναι. Με μισει και εξαλλου ειναι αγενης. Οπως σηκωνομαι στα
ποδια μου τα αποτελεσματα της βοτκα με χτυπουν. Ταλαντευομαι λιγακι
αλλα τραβαω τον εαυτο μου μακρυα απο αυτους. Μεσα απο το πληθος,
καταφερνω να βρω την πορτα. Mολις ανοιγω την πορτα ο κρυος αερας με
χτυπαει. Κλεινω τα ματια μου ανασαινοντας τον καθαρο αερα πριν παω να
καθισω στο πετρινο τοιχο. Πριν καταλαβω τι κανω, το κινητο μου βρισκεται στα
χερια μου, καλωντας τον Nοα.

42

''Παρακαλω?'' λεει, η οικειοτητα της φωνης του με κανει να μου λειπει
περισσοτερο.
''Γεια σου...μωρο μου'' λεω γελωντας. Δεν φωναζουμε ο ενας τον αλλο ηλιθια
ονοματα ζωων.
''Tessa εισαι μεθυσμενη?'' η λεει με φωνη σαν να με κρινει. Δεν επρεπε να τον
παρω τηλεφωνο.
''Οχι...φυσικα και οχι'' του ειπα ψεματα και του το εκλεισα στα μουτρα. Παταω
με το χερι μου το κουμπι και κλεινω το κινητο μου, δεν θελω να τον ξαναπαρω
τηλεφωνο. Καταστρεφει το καλο συναισθημα που μου προκαλει η βοτκα.
Μπαινω παλι μεσα παραπατωντας, αγνοωντας τα σφυριγματα και τα
βρομικα σχολια απο μεθυσμενα αγορια. Αρπαζω ενα μπουκαλι με καφε υγρο
απο τον παγκο της κουζινας και πινω μια γουλια, μεγαλη γουλια. Εχει
χειροτερη γευση απο την βοτκα και καιει ακομη χειροτερα. Τα χερια μου
ψηλαφουν για ενα ποτηρι απο οτιδηποτε για να μου φυγει η γευση. Tελικα
ανοιγω το ντουλακι και πιανω ενα γυαλινο ποτηρι για να βαλω νερο απο τον
νεροχυτη. Το νερο βοηθαει με το καψιμο λιγο, αλλα οχι πολυ. Το γκρουπ απο
τους 'φιλους' μου καθεται ακομη σε κυκλο παιζοντας το ηλιθιο παιχνιδι τους.
Ειναι φιλοι μου? Δεν νομιζω να ειναι. Απλα με εχουν μονο και μονο για να
γελανε απο την απειρια μου. Πως τολμησε η Molly να πει στον Χαρρυ να με
φιλησει, ξερει οτι εχω αγορι. Αντιθετα με αυτη δεν φιλαω οποιον βρω
μπροστα μου. Εχω φιλησει μονο δυο αγορια στην ζωη μου, τον Noah και τον
Johny ενα παιδι γεματο φακιδες στο προσωπο του στην τριτη ταξη που μετα το
φιλι με κλοτσησε στην κνημη. Θα με φιλουσε ο Χαρρυ? Τα χερια του ειναι ροζ
και σαρκωδη , το μυαλο μου φανταζεται μια σκηνη με τον Χαρρυ να ερχεται
κοντα μου και να με φιλαει και ο σφυγμος μου αυξανεται. Τι στο διαολο?
Γιατι τον σκεφτομαι να με φιλαει? Δεν προκειται να ξανπιω ποτε. Λεπτα
αργοτερα, το δωματιο αρχιζει να γυριζει και το κεφαλι μου ποναει. Τα ποδια
μου με πανε στον πανω οροφο στο μπανιο οπου στεκομαι μπροστα απο την
τουαλετα περιμενωντας να κανω εμετο. Τιποτα. Βιγκαω και σηκωνομαι ορθια.
Ειμαι ετοιμη να γυρισω πισω στους κοιτωνες αλλα ξερω οτι η Steph δεν θα
ειναι ετοιμη για ωρες ακομα.
Πριν προλαβω να σταματησω τον εαυτο μου τα χερια μου πιανουν το χερουλι
της πορτας του δωματιου του Χαρρυ. Δεν εχει αλλαξει καθολου το δωματιο
απο την προηγουμενη φορα μονο που αυτη τη φορα κινειται γυρω γυρω κατω
απο τα ποδια μου. Το αντιγραφο απο τα ''Ανεμορδαμενα Υψη'' λειπει απο το
ραφι οπου ηταν αλλα το βρηκα στο κομοδινο διπλα απο το ''Περηφανια και
Προκαταληψη''. Τα σχολια του Χαρρυ για το μυθιστορημα παιζονται ξανα στο
μυαλο μου. Προφανως το ειχε διαβασει πριν, και το καταλαβε πραγμα
σπανιο στην ηλικια μας. Μαλλον επρεπε να το διαβασει για το μαθημα
προχθες, για αυτο. Αλλα γιατι αυτο το αντιγραφο απο τα ''Ανεμορδαμενα
Υψη'' ειναι εξω? Το πιανω και καθομαι στο κρεβατι, ανοιγωντας το βιβλιο στη

43

μεση του. Τα ματια μου σαρωνουν τις σελιδες και το δωματιο σταματαει να
στριφογυριζει.
Ειμαι τοσο αποροφημενη απο την Catherine και τον Heathcriff, που οταν ανοιγει
η πορτα δεν την ακουω.
''Ποιο μερος του κανεις δεν μπαινει στο δωματιο μου δεν καταλαβες την
προηγουμενη φορα?'' λεει ο Χαρρυ αποτομα. Η νευριασμενη του εκφραση με
εκπλησει και με κανει να θελω να γελασω την ιδια στιγμη.
''Σ..συγνωμη εγω..''
''Βγες εξω'' λεει γρηγορα και εγω τον κοιταζω με θυμο. Η βοτκα ειναι ακομα
φρεσκια στον οργανισμο μου, πολυ φρεσκια για να αφησω τον Χαρρυ να μου
φωναζει.
''Δεν χρειαζεται να εισαι τοσο κοάπανος!'' Η φωνη μου βγαινει πολυ
δυνατοτερη απο οτι προοριζοταν.
''Εισαι στο δωματιο μου, ξανα μετα που σου ειπα να μην ξαναμπεις. Οποτε
βγες εξω!'' φωναζει, κανοντας μερικα βηματα προς το μερος μου.
''Γιατι δεν σου αρεσω?'' Δεν ειμαι σιγουρη τι με επιασε να τον ρωτησω αυτο.
Δεν νομιζω ο ηδη πληγωμενος εγωισμος μου μπορει να αντεξει την απαντηση

44

Chapter 17
''Γιατι με ρωτας?'' με κοιταει
''Δεν ξερω...ειμαι παντα καλη μαζι σου και εσυ εισαι παντα αγενης. Νομιζα
οτι μπορουσαμε να γινουμε φιλοι'' ποσο ηλιθιο ακουγεται αυτο.Ξυνω με το
χερι μου την ακρη της μυτης μου περιμενοντας την απαντηση.
''Εμεις? Φιλοι?'' γελαει. ''Ειναι προφανες οτι δεν μπορουμε να ειμαστε φιλοι''
''Σε μενα δεν ειναι''
''Για αρχη εισαι πολυ νευρικη, πιθανως εχεις μεγαλωσει σε καποιο μικρο
τελειο σπιτι οπως αυτα των περιοδικων που ειναι ιδιο με ολα τα αλλα σπιτια
στη γειτονια, οι γονεις σου πιθανως σου επερναν ολα οσα ηθελες οποτε δεν
ειχε να τους ζητησεις τιποτα. Με τις ηλιθιες φουστες σου με πιετες, ποιος
ντυνεται ετσι στα 18 του?'' μου λεει και μενω αφωνη.
''Δεν ξερεις τιποτα για μενα! Η ζωη μου δεν ειναι καθολου ετσι οπως τα λες!
Ο αλκολικος μπαμπας μου μας αφησε οταν ημουν δεκα και η μαμα μου
δουλευε πολυ σκληρα για να παω εγω σε κολλεγιο, βρηκα δικη μου δουλεια
στα 16 μου για να βοηθησω με τους λογαρισμους και τυχαινει να μου αρεσουν
τα ρουχα μου, συγνωμη που δεν ντυνομαι σαν ολε τις πουτανες που ειναι
γυρω σου! Για καποιον που προσπαθει παρα πολυ σκληρα για να ξεχωριζει
και να ειναι διαφορετικος εσυ σιγουρα εισαι επικριτικος απεναντι του!''
ουρλιαζω και οι γροθιες του σχηματιζονται. Νιωθω τα δακρυα μου να τσουζουν
τα ματια μου και γυρναω απο την αλλη για να τα σκουπιζω να μην τα δει ο
Χαρρυ.
''Ξερεις κατι, δεν θελω να ειμαι φιλη μαζι σου Χαρρυ'' του λεω και
κατευθυνομαι προς το πομολο. Η βοτκα με κανει γενναια με αποτελεσμα να
φωναξω στον Χαρρυ.
''Που πας?'' με ρωταει. Ειναι τοσο απροβλεπτος και κυκλοθυμικος.

45

''Στην σταση λεωφορειου για να παω πισω στο δωματιο και δεν προκειται να
ξαναερθω ποτε εδω. Τερμα η προσπαθεια μου να γινω φιλη με καποιο απο
εσας''
''Ειναι πολυ αργα για να παρεις το λεωφορειο μονη σου''
''Δεν εισαι σοβαρος να κανεις πως σε νοιαζει εαν παθω κατι'' γελαω. Δεν
μπορω να συμβαδισω με αυτον τον ανθρωπο.
''Δεν λεω οτι νοιαζομαι..απλα σε προειδοποιω. Ειναι κακη ιδεα''
''Βασικα Χαρρυ δεν εχω αλλες επιλογες. Ολοι ειναι μεθυσμενοι μαζι και
εγω'' λεω και τα δακρυα εμφανιζονται. Εχω γινει ρεζιλι που ο Χαρρυ απο
ολους τους ανθρωπους εδω περα με βλεπει να κλαιω, ξανα.
''Παντα κλαις σε παρτυ?'' με ρωταει με ενα μικρο χαμογελο.
''Προφανως, δεδομενου οτι αυτα ειναι τα μονα παρτυ που εχω παει'' πηγαινω
προς την πορτα ξανα και αυτη την φορα την ανοιγω.
''Tερεάσσα'' λεει τοσο μαλακα που ισα ισα τον ακουσα. Το προσωπο του ειναι
δυσαναγνωστο. Το δωματιο αρχισε να περιστρεφεται παλι και για να μην
πεσω πιανω το επιπλο διπλα απο την πορτα του δωματιου το Χαρρυ. ''Εισαι
ενταξει?'' με ρωταει. Κουναω καταφατικα το κεφαλι μου παρολο που ειμαι
ετοιμη να κανω εμετο. ''Γιατι δεν καθεσαι για λιγο κατω και μετα να πας
στην σταση?''
Εγνεψα ξανα. Βγαινω εξω και για ακομη μια φορα με φωναζει. ''Μπορεις να
κατσεις εδω..νομιζω'' μου λεει και αφηνει μια βαθια ανασα.
''Νομιζα οτι κανεις δεν επιτρεπεται να ειναι στο δωματιο σου?'' τον ρωταω και
καθομαι στο πατωμα.
''Δεν θα ξαναγινει'' μου λεει. Ειναι πισω στον παλιο εαυτο του. Με πιανει
λοξιγκας και ενα μικρο χαμογελο εμφανιζεται στα χειλη του. ''Εαν κανεις
εμετο στο δωματιο μου την εβαψες'' με προειδοποιει.
''Νομιζω χρειαζομαι μονο λιγο νερο'' λεω και σηκωνομαι ορθια.
''Οριστε'' μου λεει και μου δινει το κοκκινο ποτηρι του. Κουναω τα ματια μου και
το σπρωχνω μακρυα μου.
''Ειπα νερο οχι μπυρα''
''Νερο ειναι, δεν πινω'' μου λεει. Ενας ηχος μεταξυ ξεφυσηματος και γελιου
βγαινει απο το στομα μου. Δεν υπαρχει περιπτωση να μην πινει ο Χαρρυ. Δεν

46

θυμαμαι να τον ειδα να πινει απο το μπουκαλι βοτκα αλλα εξακολουθει να
ειναι περιεργο. ''Ξαφνιασμενη?'' με ρωταει και κουναω καταφατικα το
κεφαλι μου.
''Δεν θα κατσεις εδω και να με προσεχεις ετσι?'' θελω πραγματικα να ειμαι
μονη μου στην μεθυσμενη κατασταση μου. Αρχιζω να αισθανομαι ενοχη που
φωναξα στον Χαρρυ. ''Mου βγαζεις τον χειροτερο μου εαυτο'' λεω απο εξω
μου, χωρις να το εννοω.
''Αυτο ειναι σκληρο'' λεει με σοβαρη φωνη. ''Και ναι θα κατσω εδω να σε
προσεχω. Εισαι μεθυσμενη για πρωτη φορα στην ζωη σου και εχεις μια
συνηθεια να πειραζεις τα πραγματα μου οταν δεν ειμαι μπροστα'' λεει και
καθεται στο κρεβατι του. Πιανω το ποτηρι και πινω λιγο νερο. Mπορω να γευτω
μεντα στο χειλος του ποτηριου και αμεσως αρχιζω να σκεφτομαι τι γευση
εχει το στομα του Χαρρυ. Θεε μου, δεν προκειται να ξαναπιω ποτε.

47

Chapter 18
Μετα απο καποια λεπτα ησυχιας ο Χαρρυ τελικα μιλαει. ''Να σε ρωτησω
κατι?''
Ξερω απο την εκφραση του προσωπου του οτι πρεπει να πω οχι αλλα θελω να
δω τι θα με ρωτησει. ''Βεβαια''
''Τι θελεις να κανεις μετα το πανεπιστημιο?'' ρωταει και εγω γελαω. Αυτο
ηταν το τελευταιο πραγμα που περιμενα να με ρωτησει. Υπεθεσα οτι θα με
ρωτουσε γιατι ειμαι παρθενα ηά γιατι δεν πινω.
''Βασικα θελω να γινω ηά εκδοτρια ηά συγραφεας, οτι ερθει πρωτο'' Μαλλον δεν
επρεπε να ειμαι ειλικρινης μαζι του, θα γελαει μαζι μου μετα απο αυτο.
Νιωθωντας ομως γενναια, του κανω την ιδια ερωτηση μονο που αντι για
απαντηση μου κουναει τα ματια του. ''Δικα σου ειναι αυτα τα βιβλια?'' τον
ρωταω παρολλο που ξερω οτι δεν θα μου απαντησει.
''Ναι''μουρμουριζει.
''Ποιο ειναι το αγαπημενο σου?''
''Δεν εχω αγαπημενο''
Αναστεναζω και πιανω μια μικρη κλωστουλα απο το τζιν μου. Κανονικα δεν
θα επρεπε να εχει κλωστες αφου ειναι ειναικαινουργιο αλλα θα ανησυχησω
για αυτο αργοτερα. ''Ξερει ο κυριος βαρετος οτι εισαι σε παρτυ παλι?''
χαμογελαει πονηρα.
''ο κυριος βαρετος?''. Δεν το πιασα.

48

''Το αγορι σου. Ειναι ο μεγαλυτερος ηλιθιος που εχω δει''
''Μην μιλας ετσι για αυτον..ειναι...ειναι καλος..'' τραυλιζω. Ο Χαρρυ γελαει
και εγω σηκωνομαι ορθια. Δεν ξερει καθολου τον Noα. ''Μονο στα ονειρα σου
θα μπορουσες να εισαι οσο καλος ειναι αυτος'' του πεταω.
''Καλος? Αυτη ειναι η πρωτη λεξη που σου ερχεται στο μυαλο οταν μιλας για
το αγορι σου? Το να τον λες καλο ειναι ο δικος σου 'καλος' τροπος να τον λες
βαρετο''
''Δεν ειναι βαρετος, δεν τον ξερεις''
''Ειμαι σιγουρος οτι ιεναι βαρετος, το βλεπω απο τις ζακετες του και τα
μοκασινια του'' Το κεφαλι του Χαρρυ πεφτει πισω απο το γελιο και εγω δεν
μπορω να αγνωησω τα λακακια του.
''Δεν φοραει μοκασινια'' του λεω και καλυπτω γρηγορα το στομα μου για να
μην γελασω με την επιλογη του αγοριου μου στα παππουτσια. Αρπαζω
γρηγορα το ποτηρι με το νερο και πινω λιγο.
''Βγαινετε εδω και δυο χρονια και δεν σε εχει γαμησει ακομα, ειναι πολυ
ηλιθιος'' λεει και φτυνω το νερο πισω στο ποτηρι.
''Τι στο καλοά ειπες μολις?'' Ακριβως μολις σκεφτομουν οτι τα πηγαιναμε καλα
λεει κατι σαν και αυτο.
''Με ακουσες Tερεάσσα'' μου χαμογελαει.
''Εισαι μεγαλος βλαάκας Χαρρυ'' μουγκριζω και του χυνω το υπολοιπο νερο που
ειχε απομεινει στο ποτηρι στο προσωπο. Η αντιδραση του ειναι ακριβως αυτη
που ηλπιζα. Πληρες σοκ. Το μεγαλο του χερι σκουπιζει τα νερα απο το
προσωπο του την ωρα που βγαινω με φορα απο το δωματιο. Ειναι τοσο
εξοργιστικος, την μια στιγμη ειναι αθωος και την αλλη τελειως αγενης.
Σπρωχνω τον εαυτο μου αναμεσα στο πληθος και βρισκω παλι την κουζινα. Ο
θυμος μου ειναι μεγαλυτερος απο την αναγουλα και το μονο που θελω ειναι
ενα ακομη ποτο. Εντποιζω τα μαλλια του Zayn μεσα στο πληθος και πηγαινω
προς το μερος του. Καθεται με ενα γλυκο κολλεγιακο αγορι που τυχαινει να
κραταει ενα μπουκαλι με αλκοολ.
''Γεια Tεάσσα, αυτος ειναι ο φιλος μου ο Λουάι'' λεει ο Zεάιν, συστινοντας μας. Ο
Louis μου χαμογελαει και κανω και εγω το ιδιο. Πρεπει να παρατηρησε οτι
κοιταζω επιμονα το μπουκαλι που κραταει γιατι μου το προσφερει. ''Θελεις
λιγο?'' με ρωταει και μου το δινει. Το οικειο καψιμο της βοτκας ειναι τοσο
ωραιο, αναφλεγεται ολο μου το σωμα και για μια στιγμη ξεχασα τον Χαρρυ.

49

''Εχεις δει μηπως την Στεφ'' ρωταω τον Zεάιν και εκεινος κουναει αρνητικα το
κεφαλι του. ''Νομιζω εφυγαν με τον Tριάσταν'' Εφυγε? Τι στο διαολο? Επρεπε
να με νοιαζει περισοοτερο αλλα η βοτκα μειωνει την κριση μου και το μονο
που μπορω να σκεφτω ειναι οτι εκεινη καιο Tριάσταν θα εκαναν ενα πολυ
γλυκο ζευγαρι. Μερικα ποτα αργοτερα, νιωθω φανταστικα. Θυμαμαι αμυδρα
που υποσχεθηκα στον εαυτο μου να μην ξαναπιω αλλα δεν ειναι και τοσο
κακο.
Δεκαπεντε λεπτα ο Zεάιν και ο Λουάι εχουν εμενα να γελαω τοσο πολυ που
ποναει το στομαχι μου ποναει. Ειναι πολυ καλυτερη παρεα απο τον Χαρρυ.
''Το ξερετε οτι ο Χαρρυ ειναι μεγαλος βλαάκας ετσι'' τους λεω και εκεινοι
γελανε.
''Ναι μπορει να γινει μερικες φορες'' συμφωνει μαζι μου o Zεάιν και βαζει το
χερι του γυρω μου. Θελω να το βγαλω αλλα δεν θελω να τον κανω να νιωσει
απαισια, εξαλλου ειμαι σιγουρη οτι δεν σημαινει τιποτα. Τα λεπτα εγιναν
ωρες και δεν εχω δει ακομα τον Χαρρυ ηά την Στεφ. Το πληθος αρχιζει και
μειωνεται και εγω αρχιζω να αισθανομαι κουρασμενη. Μου την δινει που δεν
εχω μεσο να γυρισω πισω στους κοιτωνες.
''Περνανε τα λεωφορεια απο εδω ολη νυχτα?'' ρωατω τον Ζεάιν και εκεινος
κουναει τους ωμους του και μου λεει οτι δεν ξερει. ''Θα γυρισω σε ενα λεπτο''
του λεω και σηκωνομαι. Για αλλη μια φορα οι επιπτωσεις της βοτκα με
χτυπανε και ζαλιζομαι λιγακι. ''Μμμ..ακριβως ο ανθρωπος που ηθελα να δω''
βογκαω οπως οι μπουκλες του Χαρρυ εμφανιζονται μπροστα μου.
''Εσυ και ο Ζεάιν εε?'' Η φωνη του Χαρρυ ειναι βαρια με ενα συναισθημα που
δεν μπορω να καταλαβω.
''Eισια τοσο αποκρουστικος! Προσπαθω να μαθω για τα λεωφορεια'' τον
σπρωχνω να περασω αλλα με πιανει απο το μπρατσο. Δεν εχει καθολου
ορια. ''Ασε με ρε Χαρρυ'' ψαχνω για αλλο ενα ποτηρι με νερο να του το
πεταξω.
''Ηρεμησε..ειναι τρεις το πρωι. Δεν περνανε λεωφορεια. Εισαι αναγκασμενη
να μεινεις ξανα εδω'' Το χαμογελο του ειναι τοσο αλαζονικοά που μου ερχεται
να τον χαστουκισω. ''Εκτος και αν θες να γυρισεις σπιτι με τον Ζεάιν'' μου
αφηνει το μπρατσο και πηγαινω πισω στον καναπε με τον Louis και τον Zεάιν.
Ελπιζω το δωματιο που ειχα κοιμηθει το προηγουμενο Σαββατοκυριακο να
ειναι αδειο. Λεω τα σχεδια μου στο Zεάιν και προσφερεται να με παει πανω
να με βοηθησει να βρω το δωματιο.

50

Chapter 19
Βρισκουμε το δωματιο που ειχα κοιμηθει εγω με την Στεφ την προηγουμενη
φορα, αλλα δυστυχως στοε να κρεβατι ειναι ενα μεθυσμενος τυπος που
ροχαλιζει. ''Τουλαχιστον αυτο το κρεβατι ειναι αδειο'' γελαει ο Ζεάιν και εγω
χασκογελαω. ''Εγω θα γυρισω στο σπιτι μου, εαν θελεις να ερθεις? Εχω εναν
καναπε που μπορεις να κοιμηθεις'' μου προσφερει ο Zεάιν. Πρεπει να σκεφτω
καθαρο για λιγο, ο Zεάιν, ειναι σαν τον Χαρρυ, μπλεχνει με πολλα
διαφορετικα κοριτσια. Εαν συμφωνησω να παω στο σπιτι του ειναι σαν να
προσφερομαι να τον φιλησω..εχω εαν συναισθηαμ οτι ο Zεάιν ριχνει ευκολα
τα κοριτσια τοσο ωραιαος που ειναι.
''Νομιζω θα μεινω εδω σε περιπτωση που γυρισει η Στεφ''. Το προσωπο του
διχνει λιγη απογοητευση αλλα μου δινει ενα χαμογελο κατανοησης. Μου λεει
να προσεχω και με αγκαλιζει για να με αποχαιρετησει. Η πορτα κλεινει
μολις βγαινει εξω και την κλειδωνω. Ποιος ξερεις ποιος θα ερθει μεσα?
Κοιταω τον κωματωδη αντρα που ροχαλιζει, δεν νομιζω να ξυπνησει για πολυ
ακομα. Η κουραση που ενιωθα οταν ημουν κατω εχει καπως ξεθωριασει και το
μυαλο μου ειναι παλι στον Χαρρυ και στο σχολιο του για εμενα και τον Noah
που δεν εχουμε κοιμηθει ακομα μαζι. Μπορει να φαινεται περιεργο στον
Χαρρυ, που κοιματει με διαφορετικο κοριτσι καθε Σαββατοκυριακο, αλλα ο
Noα ειναι πολυ τζεντλεμαν. Δεν χρειαζεται να κανουμε σεξ, περναμε καλα
μαζι κανοντας αλλα πραγματα οπως..λοιπον.. πηγαινουμε στο σινεμα και

51

βολτες. Για αυτο υποσχεθηκα στον εαυτο μου να μην ξαναπιω ποτε γιατι το
μυαλο μου δνε δουλευει σωστα. Επιασα τον εαυτο μου να κοιταζει το ταβανι
και να μετραει τα κεραμιδια για να κοιμηθω. Την στιγμη που πανε να
κλεισουν τα ματια μου ακουω τον αντρα στο διπλανο κρεβατι να κουνιεται
λιγακι. Το αγνοω και αποκοιμιεμαι.
''Δεν σε εχω δει..εδω γυρο ξανα'' μια βαθια φωνη λεει. Πεταγομαι και το
κεφαλι του χτυπαει το πηγουνι μου, κανοντας με να δαγκωσω την γλωσσα
μου, δυνατα. Βαζει το χερι του στο κρεβατι μονο μερικα εκατοστα απο τα
μπουτια μου. Η αναπνοη του ειναι τραχυα και μυριζει εμετο και αλκοολ. ''Πως
σε λενε ομορφουλα?'' ανασαινει και εγω προσπαθω να μην μυρισω την
ανασα του. Το μικροσκοπικο μου χερι σηκωνεται σπρωχνωντας τον απο τον
ωμο προσπαωντας να τον απομακρυνω απο κοντα μου.
Δεν δουλευει,απλα γελαει.
"Δεν θα σου κανω κακο, θελω απλα να περασω λιγο καλα". Λεει και γκυφει
τα χειλια του αφηνωντας λιγο σαλιο να τρεχει στο πηγουνι του. Το στομαχι
μου ειναι κομπος και το μονο πραγμα που μπορω να σκεφτω ειναι να τον
κλωτσησω,δυνατα. Αρπαζει το γονατο του και παραπαταει προς τα πισω,
δινοντας μου την ευκαιρια που ηθελα. Τα τρεμαμενα χερια μου ψιλαφιζουν
την κλειδαρια και επειελους ανοιγει. Οι λιγοι ανθρωποι στον διαδρομο με
κοιτανε περιεργα οπως τρεχω με φορα διπλα τους.
"Ελα εδω πισω". Ακουω την αηδιαστικη φωνη και μετα αρχιζει να με
ακολουθει. Δεν θυμαμαι τον διαδρομο να ηταν τοσο μεγαλος. Κανεις δεν
φαινεται να πτοητε απο το κοριτσι που το κυνηγαει ενας μεθυσμενος τυπος.
Τωρα ειναι μονο μερικα μετρα μακρυα μου, παραπατωντας στα ιδια του τα
ποδια, δινωντας μου μερικα εξτρα δευτερολεπτα.Που στο καλο θα παω? Τα
ποδια μου με πανε στο τελος του διαδρομου αριστερα στο μονο μερος που
ξερω σε αυτο το ηλιθιο σπιτι.
"Χαρρυ!! Χαρρυ σε παρακαλω ανοιξε την πορτα!". Φωναζω, με το ενα μου χερι
να χτυπαει την πορτα και το αλλο να προσπαθει να την ανοιξει. "Χαρρυ!".
Φωναζω αλλη μια φορα και η πορτα ανοιγει διαπλατα. Δεν ξερω τι με εκανε
να ερθω στο δωματιο του αλλα προτιμω να δεκτω τα προβλητικα του σχολια
παρα να εχω τον μεθυστακα να προσπαθει να με κανει οτι θελει για να
περασει αυτος καλα.
"Tεςς?". Ρωταει ο Χαρρυ μπερδεμενος. Τριβει τα ματια του με το χερι του.
Φοραει μονο ενα μαυρο μποξερακι και τα μαλλια του ειναι ανακατεμενα.
Προς μεγαλη μου εκπληξη μου κανει πιο πολυ εντυπωση το γεγονος οτι δειχνει
ωραιος απο το γεγονος οτι μολις με ειπε 'Tεςς' αντι για 'Τερεάσσα' για πρωτη
φορα.

52

"Χαρρυ σε παρακαλω μπορω να ερθω μεσα; Αυτος ο τυπος..". Λεω και κοιταω
απο πισω μου.
Ο Χαρρυ με σπρωχνει απαλα και περναει απο μπροστα μου για να κοιταξει
κατω στο διαδρομο. Τα ματια του συναντανε τον μεθυστακα και η εκφραση
του απο απλα φοβισμενη εγινε τρομαγμενη. Με κοιταζει μια τελευαια φορα
και γυρναει και φευγει. Τι στο διαολο ηταν αυτο;
"Τον ξερεις;". Η φωνη μου ειναι τρεμαμενη και μικροσκοπικη.
"Ναι, μπες μεσα" λεει και με τραβαει απο το μπρατσο μου μεσα στο δωματιο
του. Δεν μπορω να σταματησω να κοιταζω τον τροπο που οι μυες του κινουνται
κατω απο το γεματο τατουαζ δερμα του την ωρα που προχωραει προς το
κρεβατι του. Η πλατη του δεν εχει κανενα τατουαζ πανω της, πραγμα
περιεργο αφου το στηθος του, τα μπρατσα του και το στομαχι του ειναι
γεματα.
Τριβει ξανα τα ματια του. "Εισαι καλα?" Η φωνη του ειναι πιο χοντρη απο
ποτε, αφου μολις ειχε ξυπνησει.
"Ναι...Συγγνωμη που ηρθα εδω και σε ξυπνησα" γιατι απολογουμαι στον
Χαρρυ? Αυτος θα επρεπε να ζητησει συγγνωμη απο εμενα, αλλα μολις με
βοηθησε να ξεφυγω απο τον μεθυστακα.
Ο Χαρρυ περναει τα χερια του μεσα απο τα μαλλια του και αναστεναζει.
"Μην ανησυχεις για αυτο. Σε πειραξε?" με ρωταει. Δεν υπαρχει κανενα ιχνος
σαρκασμου ηά χιουμορ στην εφραση του προσωπου του.
«Οάχι, προσπαθησε οάμως. Ειμαι τοσο χαζη ωάστε να κλειδωσω τον εαυτο μου
μεσα σ’εάνα δωματιο με εάναν αγνωστο που ηταν και μεθυσμενος οποτε
υποθετω ειάναι δικο μου λαθος». Η ιδεα του να με αγγιζει με κανει να θελω να
κλαψω, ξανα. Γιατι καάθε φορα που βρισκομαι σε αυτοά το σπιτι ειμαι τοσο
ευσυγκινητη.
«Δεν φταις εσυ για αυτοά που εκανε εκεινος. Δεν εισαι συνηθισμενη σε
τετοιες…καταστασεις» η φωνη του ειάναι ευγενικη και τελειως αντιθετη αποά
την κανονικη του φωνη. Διασχιζω το δωματιο και κατευθυνομαι στο κρεβατι
του, και τον κοιτω χωρις να μιλαω για να μου επιτρεψει να καθησω. Τα χερια
του ακουμπουν το κρεβατι επιτρεποντας μου να κατσω και ετσι και κανω με τα
χερια στην ποδια μου.
«Δεν εχω καμια προθεση να συνηθισω σε τετοιες καταστασεις. Αυτηά στα
αληθεια ειάναι η τελευταια φορα που ερχομαι εδωά, ηά σε οποιοδηποτε αάλλο
παρτυ. Δεν ξερω καν γιατι προσπαθησα. Και αυτος ο τυπος…ηταν τοσο…»
«Μην κλαις, Τεσσα» μου ψυθιριζει ο Χαρρυ. Δεν ειχα συνειδητοποιηάσει οάτι
οντως εκλαιγα. Φερνει το χερι του ψηλα και αντιστεκομαι στην επιθυμια μου
να κουνηθω τι θα κανει? Ο αντιχειρας του σκουπιζει το δακρυ μου, πριν
προλαβει να κυλησει στο μαγουλο μου. Τα χειλη μου ανοιγουν εκπληκτα αποά
τo απαλο αγγιμα του. Ποιος ειάναι αυτος και που πηγε ο αγενης και ειρωνικος
Χαρρυ? Κοιταζω ψηλα να συναντησω τα πρασινα ματια του και οι κορες των
ματιων του διαστελλονται. «Δεν ειχα παρατηρησει ποσο γκρι τα ματια σου

53

ειάναι» λεει τοσο χαμηλοφωνα που πλησιαζω πιο κοντα για να τον ακουσω. Το
χερι του ειάναι ακομη στο προσωπο μου, και το μυαλο μου τρεχει. Δαγκωνει το
σκουλαρικι των χειλιων του και με τα δοντια του μασαει το κατω χειλος του. Ο
Χαρρυ μετακινει το χερι του αποά το προσωπο μου και ξανακοιταω τα χειλη
του. Η λογικη μου και οι ορμονες μου παλευουν μεταξυ τους αλλα η λογικη
χανει και ετσι τα χειλη μου αγγιζουν τα δικα του, πιανοντας τον
απροετοιμαστο.

Chapter 20
Οπως τα χειλη μου ακομπανε του Χαρρυ νιωθω την καυτη ανασα του. Δεν εχω
ιδεα τι κανω, αλλα δεν μπορω να σταματησω. Το στομα του Χαρρυ εχει την
γευση που φανταζομουν, μπορω να γευτω ενα ιχνος μεντας στην γλωσσα του
την ωρα που ανοιγει το στομα του και με φιλαει. Πραγματικο φιλι. Η ζεστη
του γλωσσα τρεχει μαζι με την δικια μου και μπορω να νιωσω το κρυο
σουλαρικι στη γωνια του στοματος του. Oλο μου το σωμα αναφλεγεται, δεν
εχω ξανανιωσει ετσι. Βαζει το χερι του στο προσωπο μου, βεντουζαρωντας τα

54

αναψοκοκκινισμενα μου μαγουλα, πριν βαλει και τα δυο του χερια στους
γοφους μου. Απομακρυνει πολυ λιγο τα χειλια του, σχεδιαζοντας ενα μικρο
φιλι στα χειλη. ''Tεςς'' ανασαινει και ξαναφερνει το στομα του παλι σε
επαφη με το δικο μου, η γλωσσα του μεσα στο στομα μου για ακομα μια
φορα. Το μυαλο μου δεν λειτουργει πια, το παθος εχει κατακλυσει καθε
εκατοστο του κορμιου μου. Ο Χαρρυ με τραβαει προς το μερος του απο τους
γοφους μου οπως ξαπλωνει πισω, χωρις να χαλασει το φιλι. Αβεβαιη τι να
κανω τα χερια μου, τα βαζω πανω στο στηθος του οπως ανεβαινω στον κορμο
του. Το δερμα του ειναι καυτο και το στηθος του κουνιεται πανω κατω απο την
γρηγορη αναπνοη του. Απομακρυνει το στομα του απο το δικο μου και
κλαψουριζω στην απωλεια επαφης, πριν ομως προλαβω να παραπονεθω το
στομα του κατευθηνεται τον λαιμο μου. Nιωθω την καθε κινηση και το καθε
γλυψιμο που κανει το στομα του, αυτο το συναισθημα ειναι υπεροχο. Αρπαζει
τα μαλλια μου για να κρατησει το κεφαλι μου ακριβως πανω απο το δικο του,
ενω εκεινος συνεχιζει να φιλαει τον λαιμο μου. Τα δοντια του παιζουν με την
κλειδα μου και εγω βογγαω, το συναισθημα διαπερναει ολο μου το σωμα
οπως εκεινος ρουφαει το δερμα μου. Θα ντρεπομουν πολυ εαν δεν ημoυν τοσο
μεθυσμενη, απο το Χαρρυ και το αλκοολ. Δεν εχω ξαναφιλησει ετσι ποτε
κανενα, ουε καν τον Noα. Ο Noα!
''Χαρρυ..σταματα'' Δεν αναγνωριζω την φωνη μου. Ειναι χαμηλη και βραχνη
και το στομα μου ειναι απιστευτα στεγνο. Δεν σταματαει. ''Χαρρυ!'' λεω
ξανα, η φωνη μου ειναι πιο καθαρη και εκεινος αφηνει τα μαλλια μου.
Κοιταω μεσα στα ματια του, ειναι πολυ πιο σκουρα αλλα πολυ πιο μαλακα
και τα χειλη του ειναι σκουρα ροζ και πρησμενα απο το φιλι μας. ''Δεν
μπορουμε'' λεω, παρολο που θελω να συνεχισω να τον φιλαω ξερω οτι δεν
μπορω.
H απαλοτητα στα ματια του εξαφανιζεται μεσα σε δευτερολεπτα και
σηκωνεται, πεταγωντας με απο πανω του στην αλλη πλευρα του κρεβατιου. Τι
ακριβως συνεβει μολις? ''Συγνωμη'' ειναι η μονη λεξη που μπορω να σκεφτω. Η
καρδια μου ειναι ετοιμη να εκραγει απο λεπτο σε λεπτο.
''Συγνωμη γιατι?'' λεει και περπαταει προς το επιπλο με τα σερταρια. Βγαζει
εξω μια μαυρη κοντομανικη και την περναει απο το κεφαλι του. Τα ματια μου
κατευθηνωνται ξανα στο σλιπ του και ειναι αξιωσημειωτα σκληρο μπροστα.
Περνω τα ματια μου απο εκει χωρις να καταλαβει ο Χαρρυ οτι κοιταω.
''Που..σταματησα'' Ηά που τον φιλησα, δεν ειμαι σιγουρη εαν το εννοω το
συγνωμη οποτε δεν θελω να απολογηθω για αυτο.
Μιαζει να μην ενδιαφερεται. ''Ενταξει?''
''Ηά που σε φιλησα..δεν ξερω γιατι το εκανα'' του λεω, χωρις να τον κοιταξω
στα ματια.

55

''Ηταν μονο ενα φιλι, οι ανθρωποι φιλιουνται ολη την ωρα''. Τα λογια του με
πληγωνουν για καποιο λογο. Οχι οτι με νοιαζει εαν ενιωσε και αυτος αυτο που
ενιωσα εγω. Τι ενιωσα? Ξερω οτι δεν μου αρεσει, απλα ειμαι μεθυσμενη και
αυτος ειναι ελκυστικος, ηταν μια μεγαλη νυχτα και το αλκοολ με εκανε να
τον φιλησω. Καπου στο πισω μερος του μυαλο μου προσπαθω να
καταπολεμησω τις σκεψεις που μου λενε οτι θελω αυτο που μολις εγινε να
ξαναγινει. Ηταν τοσο καλος μαζι μου για αυτο.
''Μπορουμε τοτε να μην το κανουμε θεμα?'' τον ρωταω. Θα ρεζιλευτω εαν το
πει σε κανενα. Δεν ειμαι εγω αυτη, δεν μεθαω και απαταω το αγορι μου.
''Πιστεψε με, ουτε και εγω δεν θελω να το μαθει κανενας. Τωρα σταματα να
μιλας για αυτο'' πεταει.
''Τωρα εισαι πισω στο παλιο εαυτο σου''. Ο τονος της φωνης μου ειναι σκληρος.
''Δεν ημουνα καποιος αλλος, μην νομιζεις οτι τωρα που με φιλησες, εναντια
στην θεληση μου κιολας, θα εχουμε καποιο ειδος δεσμου''
Αουτς. Εναντια στη θεληση του? Ακομα νιωθω τον τροπο που με αρπαξε απο τα
μαλλια, τον τροπο που με τραβηξε προς τα πανω του και τον τροπο που τα
χειλια του σχηματισαν το ''Tεςς'' πριν αρχισει παλι να με φιλαει.
''Μπορουσες να με ειχες σταματησει'' λεω και σηκωνομαι ορθια.
''Δυσκολα'' χλευαζει και εγω θελω να κλαψω ξανα. Με κανει πολυ
συναισθηματικη. Εχω γινει ρεζιλι και ειμαι πληγωμενη απο το τροπο που ειπε
βασικα οτι τον αναγκασα να με φιλησει. Χωνω το κεφαλι μου στα χερια μου
και προχωραω προς την πορτα.
''Μπορεις να μεινεις εδω αποψε αφου δεν εχεις πουθενα αλλου να πας'' λεει
σιγανα και εγω κουναω το κεφαλι μου. Δεν θελω να βρισκομαι πουθενα
διπλα του. Αυτο ειναι ενα μερος απο το μικρο παιχνιδι του. Θα μου προσφερει
να μεινω στο δωματιο του ωστε να νομιζω οτι ειναι αθωος, μετα πιθανων θα
εβαζε φωτια στο δωματιο ηά θα μου εκοβε ολα τα μαλλια οταν θα κοιμαμαι.
''Οχι ευχαριστω'' του λεω και βγαινω απο το δωματιο μου. Οταν φτανω στις
σκαλες, νομιζω οτι τον ακουω να φωναζει το ονομα μου αλλα συνεχιζω να
προχωραω. Το κρυο αερακι με χτυπαει και νιωθω υπεροχα, καθομαι στην
οικεια πετρα και ανοιγω το κινητο μου. Ειναι σχεδον τεσσερις το πρωι. Θα
επρεπε να ξυπνησω σε μια ωρα, να κανω ντουζ και να αρχιζω να διαβαζω
αλλα αντι για αυτο καθομαι σε αυτη την μισοσπασμενη πετρα, μονη στο
σκοταδι. Διαβαζω τα μυνηματα που εχω απο την μητερα μου και τον Noah.
Φυσικα και της το ειπε. Δεν μπορω καν να του θυμωσω, μολις τον απατησα.
Γραφω την διευθυνση του κοιτωνα μου στην πλοηγηση του κινητου μου και
αρχιζω να περπαταω.

56

Chapter 21
Μολις εφυγα απο αυτο το τετραγωνο του σπιτιου, οι δρομοι ειναι σκοτεινοι και
ησυχοι. Τα αλλα σπιτια αδελφοτητας δεν οσο μεγαλα οσο ειναι του Χαρρυ.
Ειναι τοσα πολλα πραγματα που δεν καταλαβαινω στον Χαρρυ, γιατι ειναι
σε ενα σπιτι αδελφοτητας με ενα ματσο κολεγιακα, πλουσια παιδια εαν
ειναι τοσο πανκ, και γιατι ενω ειναι καλος γινεται απο τη μια στιγμη στην
αλλη τοσο κρυος? Δεν ξερω καν γιατι σπαταλησα τον χρονο μου σκεφτοντας
τον, μετα το αποψινο δεν προκειται να ξαναπροσπαθησω να ειμαι φιλικη
μαζι του. Δεν πιστευω οτι τον φιλησα. Αυτο ηταν το μεγαλυτερο πιθανω
λαθος που θα μπορουσα να κανω και το λεπτο που ημουν χαλαρη μου
επιτεθηκε. Δεν ειμαι τοσο ηλιθια για να πιστεψω οτι δεν θα το πει σε κανενα
αλλα ελπιζω οτι θα ντρεπεται να το πει οποτε θα το κρατησει για τον εαυτο
του. Εαν το μαθει κανεις θα το αρνουμε μεχρι να πεθανω.
Μετα απο μια και μιση ωρα περπατημα, επιτελους εφτασα στην
πανεπιστημιουπολη. Σταματα στην καφετερια και πηρα ενα καφε, για να
μεινω ξυπνια. Πρεπει να βρω μια καλη δικαιολογια να πω στην μαμα και στο
Noah την συμπεριφορα μου αποψε, οχι για το φιλι, δεν προκειται να το
μαθουν αυτο, αλλα για το οτι ημουν σε ενα παρτυ. Ξανα. Πραγματικα πρεπει
να μιλησω με τον Noah για ολο αυτο το θεμα με την μαμα μου, ειμαι ενηλικη
πια και δεν χρειαζεται να ξερει τι κανω ολη την ωρα. Τα ποδια μου με
πεθαινουν απο την στιγμη που φτανω στο δωματιο και ανασταναζω την ωρα
που ανοιγω την πορτα. ''Μου κανεις πλακα?'' περιπου στριγγλιξα με το που
ειδα τον Χαρρυ να καθεται στο κρεβατι μου.
''Που ησουνα?'' με ρωταει ηρεμα. ''Προσπαθουσα να σε βρω εδω και 2 ωρες με
το αμαξι''
Τι?
''Γιατι στο διαολο θα μπορουσες εσυ να με ψαξεις?'' ρωταω με δυσπιστια.
Γιατι απλα δεν μου προσφερε να με φερει εκεινος στο δωματιο? Και το πιο
σημαντικο γιατι εγω δεν τον ρωτησα να με φερει αφου δεν πινει? Μαλλον,
επειδη ο Χαρρυ δεν υπηρχε περιπτωση να κανει κατι καλο για μενα.
''Γιατι..γιατι πιστευω οτι δεν ειναι καλη ιδεα να περπατας μονη σου το βραδυ
στους δρομους''
Γελαω με τις λεξεις του. Σμιγει τα φρυδια του, συνοφρυωνει και εγω γελαω
περισσοτερο.
''Χαρρυ βγες εξω'' λεω αναμεσα στο γελιο μου.

57

Δεν γελαω επειδη το βρισκω αστειο, γελαω επειδη ειμαι τοσο κουρασμενη
για να κανω κατι αλλο. Με κοιταει και πειραζει με το χερι του τα μαλλια του.
Σε αυτο το μικρο χρονικο διαστημα που ξερω αυτον τον εκνευριστικο αντρα
που λεγεται Harry Styles, εχω μαθει οτι το κανει αυτο οταν ειναι ηά
στρεσαρισμενος ηά νιωθει αβολα. Αυτη την στιγμη ελπιζω να ειναι και τα δυο.
''Tερεάσσα εγω..'' Τον διακοπτει το χτυοημα της πορτας.
''Tεάσσα! Theresa Young, ανοιξε την πορτα!'' Ειναι η μητερα μου.
''Θεε μου, Χαρρυ μπες στην ντουλαπα'' Ψυθυριζω και αραπζω το χερι του
τραβωντας τον απο το κρεβατι.
''Δεν κρυβομαι στη ντουλαπα, εισαι 18'' Μου λεει και ξερω οτι εχει δικιο, αλλα
δεν ξερει την μητερα μου.
Βογκαω απο τον εκνευρισμο και χτυπαει ξανα την πορτα. Ελεγχω τον εαυτο
μου στο καθρεφτη, σκουπιζοντας κατω απο τα ματια μου και αρπαζοντας την
οδοντοκρεμα μου, βαζοντας λιγη στην γλωσσα μου για να διωξω την μυρωδια
της βοτκας. Οταν ανοιγω την πορτα η μητεάρα μου με τον Noα ειναι διπλαδιπλα και η μητερα μου φαινεται εξαλλη.
''Τι κανετε εδω?'' Τους ρωταω την ωρα που η μαμα μου με σπρωχνει και
πηγαινει κατευθειαν στον Χαρρυ.
''Για αυτο δεν απαντουσες το τηλεφωνο σου? Επειδη ειχες αυτοn..αυτοn..τον
γεματο τατουαζ, ταραχοποιο στο δωματιο σου στις 6 το πρωι!'' Φωναζει.
Το αιμα μου βραζει. Συνηθως ειμαι δειλη και καπως φοβισμενη οταν
προκειται για εκεινη. Δεν με εχει χτυπησει ηά κατι τετοιο απλα δεν ειναι ποτε
ντροπαλη στο να μου λεει τα λαθη μου.
''Δέν το φορας αυτο έτσι Tέέσσα?''
''Επρέπέ να έιχές χτένισέι ξανα τα μαλλια σου Τέέσσα''
'
'Νομιζω οτι μπορέις και καλυτέρα παο αυτο Tέέσσα''
Με πιεζει συνεχεια να ειμαι τελεια, ειναι εξαντλητικο. Ο Noα απλα
στεκεται κοιταζωντας τον Χαρρυ και εγω θελω να φωναξω και στους δυο,
βασικα και στους τρεις. Στην μητερα μου που μου φερεται σαν να ειμαι
κανενα πενταχρονο, στον Nοα που της ειπε για το παρτυ και στο Χαρρυ που
ειναι απλα ο Χαρρυ.
''Αυτο ειναι που κανεις στο πανεπιστημιο νεαρη μου? Μενεις ξυπνια ολη νυχτα
και φερνεις αγορια στο δωματιο σου? Ο καημενος ο Noα ανησυχεις παρα
πολυ για σενα και οδηγησαμε μεχρι εδω να σε βρουμε να φερεσαι,θεε μου

58

συγχωρεσε με, σαν μια πουτανιτσα'' Λεει και εγω με τον Noα ανασαναμε για
μια στιγμη κοφτα.
''Μολις ηρθα εδω, δεν εκανε τιποτα κακο'' Λεει ο Χαρρυ και εγω εκπλησσομαι.
Δεν εχει ιδεα με ποια τα βαζει. Μαλλο αυτος θα ειναι ενα καλος καυγας, η
συνειδηση μου περνει ποπ-κορν και καθεται στην πρωτη θεση και
παρακολουθει.
''Δεν μιλουσα σε σενα, δεν ξερω τι κανει καποιος σαν και εσενα κοντα στην
κορη μου''
''Μητερα'' Λεω μεσα απο τα δοντια μου.
Δεν ξερω γιατι υπερασπιζομαι το Χαρρυ αλλα το κανω. Ο Noα κοιταζει
εμενα μετα τον Χαρρυ και μετα παλι εμενα. Ξερει οτι μολις τον φιλησα?
Στην αναμνηση και μονο το δερμα μου καιει.
''Tεσσα εισαι εκτος ελενγχου. Μπορω να μυρισω το αλκοολ απο εδω περα.
Μπορω μονο να υποθεσω οτι σε επηρεαζουν η αγαπητη σου συγκατοικος και
αυτος'' Λεει κοιταζοντας τον Χαρρυ.
''Ειμαι 18 μητερα, δεν εχω ξανπιει ποτε στην ζωη και δεν εκανα τιποτα κακο.
Απλα κανω οτι κανουν και αλλα παιδια στην ηλικια μου. Λυπαμαι που ηρθες
μεχρι εδω αλλα ειμαι μια χαρα'' Καθομαι κατω μετα τον λογο μου και εκεινη
αναστεναζει.
''Μπορεις να μας αφησεις μονες λιγακι?'' Ρωταει τον Χαρρυ, η φωνη της ειναι
πολυ πιο χαλαρη απ'οτι ηταν πριν μερικα δευτερολεπτα.
Εκεινος με κοιταει σαν να με ρωταει εαν θα ειμαι καλα. Κουναω
καταφατικα το κεφαλι μου και βγαινει εξω απο το δωματιο. Ειναι παραξενη
αποκαλυψη, εγω και ο Χαρρυ εναντια στην μαμα μου και στο αγορι μου. Με
καποιο τροπο ξερω οτι θα περιμενει στην πορτα μεχρι να φυγουν.
Η μαμα μου μου εξηγει οτι απλα ανησυχησε για μενα να μην καταστρεψω
την ευκαιρια μου για μια τελια εκπαιδευση και οτι δεν θελει να ξαναπιω
ποτε. Επισης μου λεει οτι δεν εγκρινει την φιλια μου με την Στεφ, τον Χαρρυ,
ηά οποιονδηποτε αλλο που εχει σχεση μαζι τους. Με βαζει να υποσχεθω οτι θα
σταματησω να κανω παρεα μαζι τους και εγω συμφωνω μαζι της. Ετσι κι
αλλιως δεν θελω να βρισκομαι κοντα στον Χαρρυ μετα το αποψινο και δεν θα
ξαναπαω σε αλλα παρτυ με την Στεφ οποτε η μαμα μου δεν προκειται να
μαθει εαν θα ειμαι φιλη μαζι της ηά οχι.
''Αφου ειμαστε ηδη εω, παμε να φαμε πρωινο και μετα μπορει να παμε και
για ψωνια'' . Προτεινει η μητερα μου και ο Noα χαμογελαει.

59

Εγω κουναω το κεφαλι μου καταφατικα. Ακουγεται καλη ιδεα, εξαλλου
πεθαινω της πεινας. Οι σκεψεις μου ειναι ακομα επηρεασμενες απο την
ποσοτητα αλκοολ που καταναλωσα αλλα το να γυρισω με τα ποδια και η
διαλεξη της μητερας μου με εχουν κανει νηφαλια.
''Θα χρειαστει να καθαρισεις λιγακι και να αλλαξεις ρουχα φυσικα''. Μου
χαμογελαει με το συγκαταβατικο της χαμογελο και εγω σηκωνομαι για να
παρω μερικα καθαρα ρουχα απο το συρταρι. Μετα που αλλαξα στο
καμαρακι, ανανεωνω το χθεσινοβραδυνο μου makeup και ειμαι ετοιμη.
Οταν ανοιγουμε την πορτα ο Χαρρτ καθεται στο πατωμα, ακουμπωντας στην
πορτα της αιθουσας. Κοιταζει προς το μερος μας και ο Noah αρπαζει το χερι
μου.
''Θα κατεβουμε στην πολη''. Λεω στον Χαρρυ. Πιανω τον εαυτο μου να θελει να
τραβηξει το χερι μου απο του Noα. Τι εχω παθει;
''Α..ενταξει''. Λεει ο Χαρρυ και για πρωτη φορα φαινεται ευαλωτος και
μαλλον λιγο πληγωμενος. Σε γελοιοποιησε, η συνειδηση μου μου υπενθυμιζει.
Το ξερω οτι εχει δικιο αλλα δεν μπορω παρα να νιωθω ενοχη την ωρα που ο
Noah με τραβαει μπροστα απο τον Χαρρυ. Η μητερα μου δινει του Χαρρυ ενα
ψευτικο χαμογελο και εκεινος κοιταει αλλου.
''Δεν συμπαθω καθολου αυτον τον τυπο''. Λεει ο Noα και κουναω καταφατικα το
κεφαλι μου.
''Ουτε και εγω'' ψυθιριζω, ξερωντας οτι λεω ψεματα.

60

Chapter 22
Το πρωινο με την μητερα μου και τον Noα ειναι υπερβολικα αργο. Η μητερα
μου συνεχως αναφερει την ''αγρια νυχτα'' που ειχα χθες και οποτε βρισκει
την ευκαιρια με ρωταει εαν ειμαι κουρασμενη ηά εχω πονοκεφαλο. Ναι το
ξερω, οι χθεσινες μου πραξεις δεν ειναι του χαρακτηρα μου αλλα δεν θελω
να τα ξανακουω συνεχεια. Παντα ετσι ηταν? Ξερω οτι απλα θελει το
καλυτερο για μενα αλλα φαινεται να ειναι χειροτερα τωρα που ειμαι στο
πανεπιστημιο, ηά μαλλον το γεγονος οτι ειμαι μια εβδομαδα μακρυα της μου
εχει δωσει την ευκαιρια να δω πως ειναι η ελευθερια.
''Που θα παμε για ψωνια;'' Ρωταει ο Noα και εγω ανασηκωνω τους ομους μου.
Ευχομαι να ειχε ερθει μονος του. Θελω παρα πολυ να περασω χρονο μαζι του
αλλα οχι με την μαμα μου εδω. Πρεπει να κανουμε μια κουβεντουλα για το
γεγονος οτι λεει στην μαμα μου καθε λεπτομερεια απο την ζωη μου, ειδικα
τις κακες.
''Θα ηταν καλυτερο να πηγαιναμε στο εμπορικο που ειναι στο επομενο
τετραγωνο, δεν εχω εξοικιωθει ακομη με την περιοχη''. Τους λεω, κοβοντας τις
τελευταιες μπουκιες του τοστ μου σε κομματακια.
''Εχεις σκεφτει που θελεις να δουλεψεις?''. Με ρωταει ο Noα.
''Δεν ειμαι σιγουρη ακομη, Θα βρω κανενα βιβλιοπωλειο νομιζω.Μακαρι να
εβρισκα καμια πρακτικη ηά κατι τετοιο σε καποιο εκδοτικο οικο''. Τους λεω και η
μαμα μου μου χαριζει ενα περηφανο χαμογελο.
''Αυτο θα ηταν τελειο, θα μπορεις να δουλευεις εκει μεχρι να τελειωσεις το
πανεπιστημιο και μετα να δουλεψεις κανονικα αμεσως'' χαμογελαει ξανα.
''Ναι θα ηταν τελειο''. Προσπαθω να κρυψω τον σαρκασμο μου. Ο Noα μου
σφιγγει το χερι κατω απο το τραπεζι. Οπως βαζω το πιρουνι στο στομα μου, το
μεταλο μου θυμιζει το σκουλαρικι στα χειλη του Χαρρυ. Πρεπει να σταματησω
να τον σκεφτομαι. Τωρα. Χαμογελαω στον Noα και τραβαω το χερι του πανω
να το φιλησω.

61

Μετα το πρωινο η μητερα μου μας πηγαινει με το αμαξι στο εμπορικο.
Το Vancouver Mall ειναι τεραστιο και γεματο κοσμο. ''Εγω παω στα Hondos, θα
σας συναντησω μετα. Θα σας παρω τηλεφωνο οταν ειμαι ετοιμη'' Μας λεει η
μαμα μου και ανακουφιζομαι. Ο Noα πιανει παλι το χερι μου και παμε σε
πολλα καταστηματα. Μου λεει για τον αγωνα ποδοσφαιρου που επαιξε την
Παρασκευη και το πως σκοραρε την τελευταια στιγμη. Τον ακουω προσεκτικα
και σχολιαζω και τον επαινω που και που.
''Εισαι ομορφος σημερα''. Του λεω και μου χαμογελαει. Το τελειο, ασπρο
χαμογελο του ειναι αξιολατρευτο. Φοραει μια ζακετα, χακι παντελονι και
ασπρα παππουτσια. Πραγματικα φοραει ελαφρα παππουτσια. Ειναι γλυκα
παντως πανω του, ειναι μερος της προσωπικοτητας του.
''Και εσυ εισαι Tεσσα''. Μου κανει κοπλιμεντο και μαζευομαι. Ξερω οτι ειμαι
χαλια ειναι πολυ ευγενικος για να μου το πει. Το ακριβως αντιθετο απο τον
Χαρρυ, εκεινος θα μου το ελεγε σε κλασματα δευτερολεπτου. Αγκχχ ο Χαρρυ.
Θελωντας απεγνωσμενα να βγαλω τον Χαρρυ απο το μυαλο μου, σταματαω
να περπαταω και τραβαω τον Noα προς το μερος μου απο την ζακετα του.
Γερνω να τον φιλησω και χαμογελαει, αλλα τραβιεται.
''Τι κανεις Tεσσα? Ολοι θα μας κοιτανε''. Γελαει και εγω ανασηκωνω τους
ωμους μου.
''Και?'' Πραγματικα δεν με νοιαζει, αλλες φορες με νοιαζει αλλα τωρα τον
χρειαζομαι να με φιλησει. ''Απλα φιλα με σε παρακαλω''. Σχεδον τον
παρακαλεσα. Πρεπει να ειδε την απελπισια στα ματια μου επειδη
ανασκηκωνει το πηγουνι μου και με φιλαει. Το φιλι του ειναι απαλο και αργο,
καμια βασυνη. Η γλωσσα του ισα-ισα ακουμπαει την δικια μου αλλα ειναι
ωραια. Ειναι οικεια και ζεστη. Περιμενω την φωτια να αναψει αλλα δεν το
κανει. Δεν μπορω να συγκρινω τον Noα με τον Χαρρυ. Ο Noα ειναι το αγορι
μου και ο Χαρρυ ειναι ενας βλαάκας που πηγαινει με διαφορετικο κοριτσι καθε
Σαββατοκυριακο.
''Τι σε επιασε?''. Με πειραζει ο Noα οπως προσπαθω να τραβηξω το σωμα του
πανω στο δικο μου. Κοκκινιζω και κουναω το κεφαλι μου.
''Τιποτα απλα μου ελειψες, αυτο ειναι ολο'' Του λεω. Α.. και σε απατησα χθες
το βραδυ, προσθετει η συνειδηση μου. ''Μπορεις σε παρακαλω να λες της
μαμας μου οτι κανω. Νιωθω αβολα. Μαρεσει που ειστε κοντα αλλα
πραγματικα πρεπει να σταματησεις να λες τα παντα στην μανα μου''. Ενα
βαρος εφυγε απο πανω μου.
''Συγνωμη Tεσσα, απλα ανησυχουσα για σενα. Στ'ορκιζομαι δεν θα
ξανασυμβει. Αληθεια''. Λεει και τον πιστευω. Με αγκαλιαζει με το ενα του
χερι και με φιλαει στο μετωπο.

62

Η υπολοιπη μερα ηταν πολυ καλυτερη απο το πρωι, η μητερα μου με πηγε σε
ενα κομμωτηριο να κοψω τα μαλλια μου αποστασεις και επειτα να τα
χτενισω. O Noα με με κοπλιμεντα σε ολοκληρη την διαδρομη πισω στον
κοιτωνα μου. Τους αποχαιρετω για αλλη μια φορα, δινοντας τους την
υποσχεση οτι θα 100 μετρα μακρυα απο οποιονδηποτε εχει τατουαζ πανω του.
Νιωθω μια μικρη απογοητευση οταν βρισκω τον κοιτωνα αδειο, δεν ειμαι
σιγουρη εαν ηλπιζα να ηταν εδω η Στεφ ηά καποιος αλλος. Ουτε καν βγαζω τα
παππουτσια μου για να ξαπλωσω, ειμαι τοσο κουρασμενη που χρειαζομαι
επειγωντος υπνο.

Κοιμαμαι ολοκληρη την μερα και οταν ξυπναω η Στεφ κοιμαται στο κρεβατι
της. Πρεπει να μιλησουμε για το που πηγε το Σαββατο και την μιση Κυριακη.
Σταματω στην καφετερια να παρω το συνηθισμενο μου πριν παω στο πρωτο
μου μαθημα. Ο Λιάαμ με περιμενει με ενα χαμογελο στα χειλη του. Μας
διακοπτει ενα κοριτσι που ηθελε οδηγιες οποτε δεν εχουμε την ευκαιρια να
μιλησουμε μεχρι την ωρα που πηγαινουμε στην ταξη. Στην ταξη που φοβαμαι
αλλα και περιμενω ολη μερα.
''Πως ηταν το Σαββατοκυριακο σου?''. Με ρωταει και βογγαω.
''Χαλια βασικα. Πηγα σε αλλο ενα παρτυ με την Στεφ''. Του λεει και ξινιζει το
προσωπο του γελωντας. ''Ειμαι σιγουρη το δικο σου ηταν πολυ καλυτερο, πως
ειναι η Ντανιεάλ?''
Στην αναφορα του ονοματος της το χαμογελο του μεγαλωνει και
συνειδητοποιω πως δεν του ειπα οτι ειδα τον Noα χθες. Ο Λιάαμ μου λεει οτι η
Ντανιεάλ εστειλε δηλωση σε μια εταιρεια μπαλετου στην Nεα Υορκη και πως
ειναι παρα πολυ χαρουμενος για εκεινη. Αναρωτιεμαι εαν τα ματια του Noah
λαμπουν οταν μιλαει για μενα οπως του Λιάαμ . Μου λεει ποσο χαρηκαν η
μαμα του και ο θετος μπαμπας του που τον ειδαν και οτι και σε εκεινον
ελειψε η μαμα του οσο ελειπε. Η μητερα του πρεπει να μενει εδω ηά καπου
εδω κοντα.
''Δεν θα ειναι δυσκολο εαν εκεινη μενει τοσο μακρυα?'' Τον ρωταω οπως
καθομαστε στις θεσεις μας. Η συνηθισμενη θεση του Χαρρυ ειναι αδεια.
''Βασικα και τωρα ειμαστε μακρυα ο ενας απο τον αλλο και δουλευει ολο
αυτο. Εξαλλου, θελω το καλυτερο για εκεινη και εαν η Νεα Υορκη ειναι το
καλυτερο για εκεινη, τοτε εκει θελω να ειναι''. Λεει και ο καθηγητης μπαινει
μεσα ησυχαζωντας μας. Που ειναι ο Χαρρυ? Δεν θα εχανε μαθημα μονο και
μονο για να με αγνοησει ετσι? Ναι.. ναι θα το εκανε. Μπηκαμε στο
'Περηφανια και Προκαταληψη' και το μαθημα τελειωσε πολυ γρηγορα.
''Εκοψες τα μαλλια σου Tερεάσσα''. Γυριζω και βλεπω τον Χαρρυ απο πισω μου.
Εκεινος και ο Λιάαμ ανταλλαζουν αβολες ματιες και εγω προσπαθω να

63

σκεφτω τι να πω στον Χαρρυ. Ελπιζω να μην αναφερει το φιλι μπροστα στον
Λιάαμ, δεν θα το εκανε. Ναι ναι ναι και παλι θα το εκανε.
''Γεια σου Χαρρυ''. Λεω και χαμογελαει, τα λακακια του φαινονται ξεκαθαρα.
''Πως ηταν το Σαββατοκυριακο σου?''. Η εκφραση του ειναι το αυταρεσκη.
Τραβαω τον Λιάαμ απο το μπρατσο.
''Καλο, θα τα πουμε''. Φωναζω νευρικα και ο Χαρρυ γελαει.
''Τι ηταν αυτο?''. Ρωταει ο Λιάαμ προφανως βλεπωντας την περιεργη
συμπεριφορα μου.
''Τιποτα, απλα δεν τον συμπαθω''
''Τουλαχιστον δεν χρειαζεται να τον βλεπεις συχνα.'' Υπαρχει κατι πισω απο
την φωνη του. Ξερει μηπως για το φιλι?
''Εε..ναι δοξα τον Θεο''
''Δεν θα ελεγα τιποτα επειδη δεν θελω να με συνδεσεις με τον Χαρρυ αλλα ο
πατερας του βγανει με την μητερα μου'' χαμογελαει νευρικα. ΤΙ?
''Τι? Ο μπαμπας του Χαρρυ μενει εδω? Γιατι ειναι ο Χαρρυ εδω, απο που ειναι
η προφορα του? Εαν ο μπαμπας του ειναι εδω γιατι δεν μενει μαζι του?'' Τον
βομβαρδιζω με ερωτησεις πριν μπορεσω να σταματησω τον εαυτο μου.
Φαινεται μπερδεμενος αλλα λιγοτερο νευρικος.
''Ειναι απο το Λονδινο, ο μπαμπας του και η μαμα μου μενουν κοντα στην
πανεποστημιουπολη αλλα ο Χαρρυ δεν εχει καλες σχεσεις με τον πατερα
του. Μην του πεις τιποτα απο οτι σου ειπα σε παρακαλω. Ηδη δεν συμπαθουμε
ο ενας τον αλλο.'' μου λεει και τα μυαλο μου σκεφτεται χιλες ακομη
ερωτησεις αλλα μενω αμιλητη οπως εκεινος συνεχιζει να μιλαει για την
Ντανιεάλ.

64

Chapter 23
Οταν γυριζω πισω στον κοιτωνα η Στεφ δεν εχει γυρισει ακομη. Τα μαθηματα
της ειναι δυο ωρες μετα τα δικα μου. Την ωρα που αφηνω κατω τα βιβλια και
τις σημειωσεις μου παιρνω τον Noα τηλεφωνο. Δεν το σηκωνει, πρεπει να
ειναι απασχολημενος. Μακαρι να ηταν εδω μαζι μου στο πανεπιστημιο, θα
εκανε τα πραγματα πολυ πιο ευκολα και βολικα. Θα μπορουσαμε να
διαβαζαμε ηά να βλεπαμε ταινια μαζι τωρα. Η ενοχη μου που φιλησα τον
Χαρρυ με τρωει ολοκληρη, ο Noα ειναι τοσο γλυκος δεν του αξιζει να τον
απατανε. Ειμαι τυχερη που το εχω στην ζωη μου, ειναι παντα εδω για μενα
και με ξερει καλυτερα απο κανενα αλλο. Γνωριζομαστε ολη μας την ζωη.
Οταν οι γονεις του μετακομισαν λιγο πιο κατω απο εμας ημουν
εκστασιασμενη που θα ειχα καποιον στην ηλικια μου να κανω παρεα και
ημουν ακομη πιο εκστασιασμενη οταν τον γνωρισα, ηταν οπως εμενα.
Ξοδευαμε χρονο μαζι διαβαζωντας, βλεπωντας ταινιες και φτιαχνωντας το
θερμοκηπιο που ειχε η μαμα μου στην αυλη. Το θερμοκηπιο ηταν ο ασφαλης
μου πααρδεισος, οταν ο μπαμπας μου ηταν μεθυσμενος κρυβομουν εκει και
μονο ο Noα ηξερε που θα με βρει. Την νυχτα που εφυγε ο μπαμπας μου ηταν
μια απαισια νυχτα για μενα και η μαμα μου αρνειται να μιλησει για αυτο.
Θα κατεστρεφε την προσοψη που ειχε δημιουργησει για τον εαυτο της.
Παρολο που τον μισουσα γιατι επινε και πιεζε την μαμα μου, δεν σταματουσα
να τον χρειαζομουν σαν πατερα. Μεσα απο το θερμοκηπιο ακουγα τα ποτηρια
να πεφτουν και να καταστρεφονται και μετα ακουγα βημα και φοβομουν

65

μηπως ηταν ο πατερας μου αλλα ηταν ο Noα. Δεν ημουν ποτε τοσο
ανακουφισμενη που εβλεπα καποιον και απο εκεινη την μερα ειμαστε
αχωριστοι. Με την παροδο των χρονων, η φιλια μας εγινε κατι παραπανο απο
αυτο και κανενας απο εμας δεν εχει βγει με καποιον αλλο.
Του στελνω μηνυμα λεγοντας του οτι τον αγαπω και αποφασιζω να παρω
εναν υπνακο πριν αρχισω το διαβασμα. Περνω το προγραμμα στα χερια μου
και τσεκαρω τις δουλιες που εχω να κανω μια ακομη φορα, σιγουρα μπορω να
κοιμηθω 20 λεπτακια.
Ουτε καν 10 λεπτα δεν περνανε και καποιος χτυπαει την πορτα. Μαλλο η
Στεφ ξεχασε τα κλειδια της. Φυσικα και δεν ειναι αυτη, ειναι ο Χαρρυ.
''Δεν εχει γυρισει ακομη η Στεφ.'' Λεω και προχωραω προς το κρεβατι μου
αφηνοντας την πορτα ανοιχτη για εκεινον. Γιατι χτυπησε? Αφου η Στεφ του
εχει δωσει ενα εξτρα κλειδι σε περιπτβσει που εκεινη κλειδωθει εξω. Πρεπει
να της μιλησω για αυτο καποια στιγμη.
''Θα περιμενω.'' Λεει και καθεται στο κρεβατι της Στεφ.
''Βολεψου.'' Μουγκριζω αγνοωντας το αθορυβο γελιο του την ωρα που
σκεπαζομαι με την κουβερτα και κλεινω τα ματια μου. Δεν υπαρχει
περιπτωση να κοιμηθω ξερωντας οτι ο Χαρρυ ειναι εδω αλλα προτιμω να
ειμαι ξαπλωμενη παρα να αντιμετωπισω μια αβολη ηά αγενης συζητηση που
μπορει να εχουμε. Προσπαθω να αγνοησω τον ηχο που κανει χτυπωντας
απαλα το προσκεφαλι του κρεβατιου και το ξυπνητηρι μου χτυπαει.
''Πηγαινεις καπου?'' Με ρωταει και εγω κουναω τα ματια μου παρολο που δεν
μπορει να με δει.
''Οχι, απλα επαιρνα ενα 20λεπτο υπνο'' Του λεω και ανασηκωνομαι.
''Εβαλες ξυπνητηρι για να εισαι σιγουρη οτι ο υπνος σου θα ειναι 20 λεπτα?''
γελαει.
''Ναι'' Τι τρεχει με αυτον? Το μονο που κανει ειναι να με κοροιδευει. Αρπαζω
τα βιβλια μου και αφηνω τακτοποιημενα, ψαχνωντας το προγραμμα
μαθηματων μου για να κολλησω σημειωσεις πανω σε καθε ενα παο τα
μαθηματα μου.
''Εισαι καμια ιδιοφυια ηά κατι τετοι?''
''Οχι απλα μου αρεσει να εχω καποια πραγματα οπως τα θελω, δεν ειναι
κακο να ειναι κανει οργανωμενος Χαρρυ.'' Του πεταω και γελαει. Αρνουμε να
κοιταξω στο μερος του αλλα μπορω να τον δω να κινηται και να σηκωνεται
απο το κρεβατι. Σε παρακαλω μην ερθεις εδω.Σε παρακαλω μην ερθεις..και

66

στεκεται απο πανω μου. Αρπαζει τις σημειωσεις μου για την Λογοτεχνια και
προσπαθω να του τις παρω, αλλα επειδη ειναι κοάπανος τις σηκωνει ψηλα που
πρεπει να σηκωθω για να τις πιασω. Τις πεταει στο αερα και πεφτουν κατω
τελειως ανακατεμενες.
''Μαζεψε τις'' Απαιτω και εκεινος χαμογελαει πονηρα και αρπαζει τις
σημειωσεις της Κοινωνιολογιας μου και κανει το ιδιο. Σκυβω γρηγηρα να τις
μαζεψω πριν πατησει πανω τους και εκεινος γελαε. ''Χαρρυ σταματα!''
Φωναζω και αυτος κανει το ιδιο με τις επομενες σημειωσεις μου.
Εξαγριωμενη, σηκωνωμαι ορθια και τον σπρωχνω απο το κρεβατι μου.
''Σε καποιον δεν αρεσει να ειναι τα πραγματα του ανακατεμενα'' λεει, χωρις
να σταματαει να γελαει.
Γιατι πρεπει παντα να γελαει μαζι μου?
''Οχι! Δεν μαρεσει!'' Φωναζω και παω να τον σπρωξω ξανα. Προχωραει προς
το μερος μου και αρπαζει τους καρπους μου, σπρωχνωντας με στον τοιχο. Το
προσωπο του ειναι μολις μερικα εκατοστα απο το δικο μου και εγω ανασαινω
παρα πολυ βαρια. Θελω να του φωναξω να με αφησει να φυγω, να μαζεψει
αυτα που εριξε κατω και να τον χτυπησω ηά να τον κανω να φυγει, αλλα δεν
μπορω. Εχω παγωσει κολλημενη στον τοιχο γοητευμενη απο τα πρασινα
ματια του που καινε τα δικα μου. ''Χαρρυ, σε παρακαλω'' Επιτελους βρισκω τις
λεξεις. Δεν ειμαι σιγουρη εαν τον παρακαλαω να με φιλησει ηά να με
αφησει. Η ανασα μου δεν εχει ηρεμησει ακομη και η δικη του οσο παει και
γινεται πιο βαρια. Τα δευτερολεπτα που περνουν φαινονται σαν ωρες και
εκεινος βγαζει το ενα του χερι απο τον καρπο μου αλλα το αλλο του χερι
ειναι αρκετα μεγαλο για να τους κρατησει και τους δυο. Για ενα
δευτερολεπτο νομιζω οτι θα με χτυπησει αλλα το χερι του παει στα
ζυγωματικα μου και απαλα βαζει τα μαλλια μου πισω απο το αυτι μου. Την
ωρα που ακουμπαει τα χειλια του στα δικα μου ορκιζομαι οτι μπορω να
ακουσω το σφυγμο του και η φωτια κατω απο το δερμα μου δεν αργει να κανει
την εμφανιση της. Αυτο το συναισθημα εχω να το νιωσω απο το προηγουμενο
Σαββατο βραδυ. Εαν μπορουσα να νιωθω μονο ενα συναισθημα για την
υπολοιπη την ζωη αυτο θα ηταν. Δεν αφηνω τον εαυτο μου να σκεφτει γιατι
τον αφηνω να με φιλησει ξανα ηά τα ασχημα πραγματα που θα πει μετα το
φιλι.
Στο μονο που θελω να συγκεντρωθω ειναι στον τροπο που αφηνει τους
καρπους μου και πιεζει το σωμα του στον δικο μου, κολλωντας με πιο πολυ
στον τοιχο, και στο γεγονος οτι το στομα του εχει την γευση μεντας ξανα. Στον
τροπο που η γλωσσα μου ακολουθει την δικη του και στον τροπο που τα χερια
μου τυλιγωνται γυρω απο τους μεγαλους ομους του. Τα χερια του πιανουν τα
μπουτια μου και με σηκωνει, τα ποδια μου ειναι τυλιγμενα στην μεση του και
ειμαι εκπληκτη που το σωμα μου με καποιο τροπο ξερει πως να αντιδραση σε
ολο αυτο. Χωνω τα δαχτυλα μου στα μαλλια του τραβωντας τα λιγακι, την

67

ωρα που εκεινος προχωραει προς τα πισω στο κρεβατι μου, χωρις να χασουν
επαφη τα χειλη μας.
Η συνειδηση μου μου υπενθιμιζει οτι ειναι απαισια ιδεα αλλα την αγνοω, δεν
υπαρχει περιπτωση να σταματησω αυτη την φορα. Τραβαω τα μαλλια του
Χαρρυ πιο δυνατα και εκεινος μουκριζει. Ο ηχος με κανει και μουγκριζω και
εγω, ειναι ο πιο καυτος ηχος που εχω ακουσει και θελω να κανω οτιδηποτε για
να τον ξανακουσω. Καθεται στο κρεβατι μου κρατωντας με στην ποδια του. Τα
χερια του παταμενουν στην μεση μου, τα μεγαλα του δαχτυλα χωνωνται
μεσα στο δερμα μου αλλα ο πονος ειναι φανταστικος. Το σωμα μου αρχιζει
να κουνιεται μπρος-πισω στην ποδια του και η λαβη του σκληραινει. ''Γαμωτο''
αναπνεει μεσα στο στομα μου και νιωθω μια αισθηση που δεν εχω
ξανανιωσει, τον νιωθω να σκληραινει. Ποσο μακρυα θα το αφησω να
τραβηξει? Ρωταω τον εαυτο μου αλλα δεν εχω απαντηση.
Τα χερια του αφηνουν την μεση μου και κατευθυνωνται στην μπλουζα μου την
οποια τραβανε για να την βγαλουν. Δεν μπορω να πιστεψω οτι τον αφηνω να
το κανει αυτο, αλλα δεν θελω να τον σταματησω. Απομακρυνεται απο το
καυτο φιλι μας για να μου βγαλει τελειως την μπλουζα μου. Τα ματια μου
συναντουν τα δικα μου και μετα πανε στο στηθος μου, βαζει το χειλος του
αναμεσα στα δοντια του φαινοντας να θαυμαζει το απλο μαυρο μου σουτιεν.
''Εισαι πολυ σεξυ Tεςς'' λεει. Η σκεψη του να μιλαω βρωμικα δεν μου
φαινοταα προσιτη αλλα με καποιο τροπο οταν μιλαει ετσι ο Χαρρυ ειναι το
πιο αισθησιακο και σεξουαλικο πραγμα που εχω ακουσει. Δεν αγοραζω
φανταχτερα εσωρουχα γιατι κανενας, πραγματικα κανενας δεν τα βλεπει
αλλα αυτη την στιγμη ευχομαι να ειχα αγορασει μερικα. Εχει προφανως δει
καθε ειδους σουτιεν, η ενοχλητικη μεσα στο κεφαλι μου μου λεει. Για να
απομακρυνω αυτες τις σκεψεις απο το μυαλο μου κουνιεμαι πιο δυνατα και
εκεινος βαζει τα χερια του στην πλατη μου και με σπρωχνει προς τον εαυτο
του, τα στηθοι μας ακουμπιουνται και το χερουλι της πορτας ανοιγει. Τραβαω
τον εαυτο μου πανω απο τον Χαρρυ και αρπαζω την μπλουζα μου. H εκσταση
που βρισκομουν εχει διαλυθει οπως περναω την μπλουζα μου απο το κεφαλι
μου.
Η Στεφ μπαινει μεσα και κοιταει εμενα και τον Χαρρυ. Το στομα της ανοιγει
και περνει το σχημα 'ο' οπως προσπαθει να επεξεργαστει στην σκηνη
μπροστα της. Ειμαι σιγουρη οτι τα μαγουλα μου ειναι κοκκινα οχι μονο απο
την ντροπη που νιωθω αλλα και απο τον τροπο που με εκανε να νιωσω ο
Χαρρυ.''Τι εχασα?'' Ρωταει κοιτωντας μας με ενα τερσατιο χαμογελο στα
χειλη της.
''Τιποτα'' Λεει ο Χαρρυ και σηκωνεται. Πηγαινει προς την πορτα και δεν
κοιταζει πισω οπως φευγει, αφηνωντας εμενα λαχανιασμενη και την Στεφ
να γελαει.

68

Chapter 24

69

''Τιά στο καλοά ηάταν αυτοά;Εσυά και ο Χαάρρυ..εσυά και ο Χαάρρυ κανετε τιποτα? '' Με
ρωταει και το προσωπο της γεμιζει υποτιθεμενο τρομο.
''Οάχι!Με τιάποτα!Δεν καάναμε τιάποτα!'' Της λεάω. Φιλιοάμασταν; Οάχι,απλαά εάτυχε
να φιληθουάμε,δυάο φορεάς. Και μου εάβγαλε την μπλουάζα,και ηάμασταν εάτοιμοι
να το καάνουμε ,αλλαά δεν ειναι κατι συνεχομενο.
''Εάχω αγοάρι, θυμαάσαι;''της λεάω.
''Και? Αυτοά δεν σημαιάνει πως δεν μπορειάς να καάνεις καάτι με το Χαάρρυ. Απλαά
δεν μπορωά να το πιστεάψω! Νοάμιζα πως εσειάς μισουάσατε ο εάνας τον αάλλο. Ο
Χαάρρυ τους μισειά οάλους , αλλαά νοάμιζα πως μισουάσε
εσεάνα ακοάμα
περισσοάτερο απ'οάτι μισουάσε τους αάλλους'' Γελαάει.''Ποάτε στο καλο..Πως συνεβη?

Καθομαι στο κρεβαάτι της και μπλεχνω τα δαάχτυλα στα μαλλιαά μου.''Δεν
ξεάρω. Το Σαάββατο οάταν εάφυγες αποά το παάρτυ κατεληξα στο δωμαάτιοά του
επειδηά αυτοάς ο ανατριχιαστικοάς μου ριάχτηκε και φιάλησα το Χαάρρυ.
Υποσχεθηάκαμε να μην ξαναμιληάσουμε αλλαά ηάρθε σηάμερα αποά εδωά ,και
αρχιάσαμε ολο αυτο το πραγμα ,οάχι με τον τροάπο που νομιάζεις.'' Της λεάω αφουά
βλεάπω αυτοά το σατανικοά χαμοάγελοά της να μεγαλωάνει.''Αάρχισε να πεταάει τα
πραάγματαά μου τριγυάρω ,τον εάσπρωξα και καταληάξαμε στο κρεβαάτι.''Της λεάω.
Αάκουάγεται τοάσο κακοά οάταν το επαναλαμβαάνω. Πραγματικαά συμπεριφεάρομαι
σαν ''τσουάλα'' οάπως ειάπε η μαμαά μου. Βαάζω τα χεάρια στο προάσωποά μου, πως
μποάρεσα να το καάνω αυτοά στον Νoah, ξαναά;
''Ουαάου αυτοά ακουάγεται τεάλειο''λεάει η Στεφ και γουρλωάνω τα μαάτια μου.
''Δεν ειάναι,ειάναι απαιάσιο και λαάθος. Αγαπαάω το Νoα και ο Χαάρρυ ειάναι
κοάπανος. Δεν θεάλω να ειάμαι αάλλο εάνα κατοάρθωμαά του.''
''Θα μπορουάσες να μαάθεις πολλαά αποά το Χαάρρυ,σεξουαλικαά''λεάει και μεάνω με
ανοιχτοά στοάμα.
Ειάναι σοβαρηά; Ειάναι καάτι που θα εάκανε...περιάμενε...το εάχει καάνει;Αυτηά και ο
Χαάρρυ;
''Με τιάποτα,Δεν θεάλω να μαάθω τιάποτα αποά το Χαάρρυ.Ηά απο κανενα εκτοάς του
Noα''της λεάω.Δεν μπορω να φανταστωά το Noah και εμεάνα να καάνουμε καάτι
σαν αυτοά. Το μυαλοά μου επαναλαμβαάνει τις λεάξεις του Χαάρρυ
''Ειέσαι τοέσο
σέέξυ, Τέέσσα'
'. Ο Noα δεν θα εάλεγε τιάποτα τεάτοιο. Κανειάς δεν με εάχει πειά ποτεά
εάτσι. Νιωάθω τα μαάγουλαά μου να κοκκινιάζουν οάσο το σκεάφτομαι.
''Εάχεις εσυά;''. Πρεάπει να μαάθω αν αυτηά και ο Χαάρρυ εάχουν κοιμηθειά μαζιά.
''Με το Χαάρρυ;Οάχι,δεν το εάχουμε καάνει αλλαά εάχουμε φιληάθει οάταν
πρωτογνωριστηάκαμε ,τοάσο ντροπιαστικοά να το λεάς.Αλλαά τιάποτα δεν εάγινε,

70

ηάμασταν καάτι σαν ''φιάλοι με ωφεάλη'' για 1 εβδομαάδα'' λεάει σαν να μην εάχει
συμβειά τιάποτα. Δεν μπορωά να βοηθηάσω,αλλαά να νιωάσω την ζηάλια μεάσα μου.
''Οο...με ωφεάλοι;''ρωταάω ενωά το στοάμα μου εάχει μηάνει ανοιχτοά και βριάσκω τον
εαυτοά μου να εάχει ενοχληθειά αποά τα λοάγια της Στεφ.
''Ναιά,τιάποτα το σημαντικοά...καάτι σαν 2 ηά 3 ''φαάσεις''...τιάποτα σοβαροά'' λεάει και
το στηάθος μου ποναάει.Δεν με εξεάπλιξε πραγματικαά,αλλαά ευάχομαι να μην
ειάχα ρωτηάσει.
''Ο Χαάρρυ εάχει πολλουάς τεάτοιους φιάλους;'' Δεν θεάλω να ακουάσω την απαάντησα
αλλαά ρωταάω.
''Ναι,εάχει.Εννοωά οάτι δεν εάχει χιλιαάδες αλλαά ειάναι πολυ οάμορφος ...''ενεργοά
αάτομο'' Λεάει και με καάνει να θεάλω να μεινω 1000 φορεάς μακριαά του. Δεν θεάλω
να ειάμαι κανενοάς φιάλη με ωφεάλη. Ποτεά.
''Δεάν το καάνει για να ειάναι κακοάς ηά να χρησιμοποιειά τα κοριάτσια,περισσοάτερο
του ριάχνονται και αυτοάς με λιάγα λοάγια τους εξηγειά οάτι δεν βγαιάνει ραντεβουά''
Τον υπερασπιάζεται. Θυμαάμαι που μου το εάλεγε και πριάν.
''Γιατιά δεν βγαιάνει ραντεβουά;'' Μα γιατιά δεν μπορωά να σταματηάσω να ρωταάω;
''Πραγματικαά δεν ξεάρω..απλαά δεν βγαιάνει. Πιστευάω πως μπορειάς να περαάσεις
καλαά με τον Χαάρρυ,αλλαά πιστευάω επιάσης πως μπορεάι να ειάναι επικιάνδυνος
για εσεάνα. Εκτοάς αν ξεάρει πως δεν εάχεις συναισθηάματα για αυτοάν...πρεάπει να
μεινεις μακριαά του. Εάχω δειά πολλαά κοριάτσια να τον ερωτευάονται...και δεν
ειάχαν καληά καταάληξη'' Η φωνηά της ειάναι γεμαάτη ανησυχιάα.
''Πιάστεψεά με, δεν εάχω. Δεν ξεάρω τιά σκεφτοάμουν'' Γελαάω και ελπιάζω να
ακουάγεται πιστικοά επειδηά παγματικαά δεν ειάναι.
''Ωραιάα,τιά μπελαάδες ειάχες με το Noα και τη μαάνα σου;'' Γελαάει και καάθεται
στο απεάναντι κρεβαάτι.Της ειάπα για το κηάρυγμα που μου εάκανε η μαάνα μου,
εκτοάς του οάτι της υποσχεάθηκα να μην καάνω πια παρεάα μαζι της. Περαάσαμε την
υποάλοιπη νυάχτα μιλωάντας για μαθηάματα ,τον Τριάσταν, και οάτι μπορωά να
σκεφτωά εκτοάς του Χαάρρυ.
Την εποάμενη μεάρα ο Λιάαμ και εγωά συναντηθηάκαμε στο καφεά πριν το μαάθημα
για να μου δωάσει τις σημειωάσεις στην κοινωνιολογιάα. Μου πηάρε 1 ωάρα να τα
σημιωάσω εξαιτιάας της ενοχλητικηάς συμπεριφοραάς του Χαάρρυ χθεάς. Θεάλω να
πω στο Λιάαμ για οάλα αυταά, αλλαά δεν θεάλω να νομιάζει κακαά πραάγματα για
εμεάνα, ειδικαά τωάρα που ξεάρω πως η μαμαά του Λιάαμ και ο μπαμπαάς του Χαάρρυ
μεάνουν μαζιά...θα ηάταν παραάξενο.Ο Λιάαμ πρεάπει να ξεάρει τοάσα πολλαά για το
Χαάρρυ, υπενθυμιάζω στον εαυτοά μου να μην τον ρωτηάσω τιάποτα για αυτοάν. Δεν
με νοιαάζει τι καάνει ο Χαάρρυ. Οι μεάρες περναάνε ωάσπου ηάρθε η ωάρα για

71

λογοτεχνιάα. Ο Χαάρρυ καθοάταν στην συνηθισμενη του θεση διπλα μου, αλλαά
δεν με κοιταάει καθολου.
''Σηάμερα θα ειάναι η τελευταιάα μας μεάρα στην Περηφαάνια και Προκαταάληψη,
ελπιάζω να σας αάρεσε, στη σημερινηά συζηάτηση θα μιληάσουμε για τη χρηάση της
Austen στην προοικονομιάα. Σαν αναγνωάστης, περιμεάνατε να καταληάξει αυτηά
και ο Darcy μαζιά;'' ρωταάει ο καθηγητηάς και σηκωάνω το χεάρι μου οάπως παάντα,Ο
Liam και εγωά ειάμαστε παάντα οι πρωάτοι που απαντουάν, και συνηάθως οι μοάνοι.
''Δεσποινιάς Young''μου λεάει ο καθηγητηάς.
''Την πρωάτη φοραά που διαάβασα αυτοά το μυθιστοάρημα, σκεφτοάμουν αν θα
καταληάξουν μαζιά ηά οάχι.
Ακοάμα και τωάρα, που το εάχω διαβαάσει το λιγοάτερο 10 φορεάς , ακοάμη νιωάθω
αγχωμεάνη στο ξεκιάνημα της σχεάσης τους. Ο Κ. Darcy ειάναι πολυά σκληροάς και
λεάει απαιάσια πραάγματα για την Ελιάζαμπεθ και την οικογεάνειαά της ...εάτσι δεν
ηάξερα αν θα τον συγχωρηάσει, ποσο μαλλον να τον αγαπησει.'' Απαντωά και
χαμογελωά.
''Αυταά ειάναι πολλαά''ακουάγεται μια φωνηά αποά το βαάθος. Η φωνηά του Χαάρρυ.
''Κυάριε Σταάιλς θα θεάλατε να προσθεάσετε καάτι;'' ρωταάει η καθηγητηάς, εντελωάς
εάκπληκτος αποά τη συμμετοχηά του Χαάρρυ.
''Σιάγουρα.Ειάπα πως αυταά ειναι πολλαά. Οι γυναιάκες θεάλουν παάντα αυταά που
δεν μπορουάν να εάχουν. Του κυριου Darcy η αγενηά συμπεριφοραά ειάναι αυτοά που
τραάβηξε την προσοχηά της Ελιάζαμπεθ, ηάταν σιάγουρο οάτι θα καταληάξουν μαζιά
στο τεάλος.''
''Αυτοά δεν ειάναι αληάθεια, οάτι οι γυναιάκες θεάλουν παάντα αυταά που δεν μπορουάν
να εάχουν.Ο κ. Darcy ηάταν κακοάς σε αυτηά επειδηά ηάταν αρκεταά υπερηάφανος εάτσι
ωάστε να παραδεχτειά πως την αγαπαά'' λεάω ακοάμα πιο δυναταά απ'οάτι σκοάπευα.
Οάπως κοιταάω γυάρω μου, οάλοι κοιταάνε εμεάνα και το Χαάρρυ.
''Αάμα την αγαπουάσε δεν θα ηάταν κακοάς απεάναντιά της. Ο μοάνος λοάγος που
καταάληξε να τη ζητηάσει σε γαάμο ηάταν επειδηά δεν θα σταματουάσε να του
ριχνοάταν'' και η καρδιαά μου πεάφτει. Καταάλαβα πια,οάτι δεν μιλουάσε για την
Ελιάζαμπεθ και τον Νταάρσυ.
''Δεν του ριάχτηκε! Την μεταχειριάστηκε εάτσι ωάστε νοάμιζε πως ηάταν ευγενικοάς
και αυτος πηάρε την ευκαιριάα της αγνοάτηταάς της!'' φωναάζω και η σιωπηά
κυριαρχειά στην ταάξη.
''Την μεταχειριάστηκε;Προσπαάθησε ξαναά,ειάναι...εννοωά ειάχε βαρεθειά με τη
βαρετηά της ζωηά και βρηάκε καάποια διασκεάδαση καάπου και εάτσι του ριάχτηκε!''
φωναάζει ανταποδιάδοντας, χτυπωάντας το θρανιάο.

72

''Μαάλλον αν δεν ηάταν τοάσο κοάπανος θα μπορουσε να το ειάχε σταματηάσει οάλο
αποά την αρχηά αντιά να εμφανιστειά στο δωμαάτιοά της!'' Μεταά αποά τις λεάξεις που
φευάγουν αποά το στοάμα μου, ξεάρω πως οι αάλλοι που βρισκονται μεσα στη ταξη
μας καταάλαβαν.. Χαχανιταά και ψιάθυροι ακουάγονται σε οάλη την ταάξη.
''Νομιάζω αυταά ειάναι αρκεταά για σηάμερα''λεάει ο καθηγητηάς αρπαάζω την τσαάντα
μου και τρεάχω προς τον διαάδρομο.
''Δεν χρειαάζεται να τρεάξεις αυτηά τη φοραά Τερεάσσα!'' ακουάω την φωνηά του
Χαάρρυ να φωναάζει οάπως φταάνω τη γωνιάα του τετραγωάνου. Αρπαάζει το χεάρι
μου και εγωά τραβιεάμαι.
''Γιατιά παάντα με ακουμπαάς εάτσι; Αάρπαξεά με αάλλη μια φοραά εάτσι και θα σε
χαστουκιάσω!''ουρλιαάζω. Εάχω μειάνει εάκληκτη αποά τον τροπο που του
μιλαω.Αρπαάζει το χεάρι μου ξαναά αλλαά δεν ακολουθωά την υποάσχεσηά μου να
τον χαστουκιάσω.
''Τιά θεάλεις Χαάρρυ;Να μου πεις ποάσο απελπισμεάνος ειάσαι; Να με κοροιϊδεάψεις
που σε αάφησα να μου την πεάσεις ξαναά; Εάχω βαρεθειά τα παιχνιάδια μαζιά σου,
δεν θα παιάξω αάλλο. Εάχω αγοάρι και εσυά ειάσαι απαιάσιος! Πραγματικαά πρεάπει
να δεις εάνα γιατρο να σου δωάσει καάτι γιατι ειάσαι ξεροκεάφαλος! Δεν μπορωά
να συνεχιάσω αάλλο μαζιά σου. Τη μιάα ειάσαι καλοάς και την αάλλη ειάσαι γουρουάνι.
Δεν θεάλω να καάνω τιάποτα μαζιά σου και τωάρα καάνε μου τη χαάρη και βρεάς εάνα
αάλλο κοριάτσι να παιξεις τα παιχνιδια σου,ως εδωά!''
''Αληάθεια σου βγαάζω το χειροάτερο εαυτοά σου,σωσταά;'' ρωταάει και περιμεάνω να
γελαάσει ηά καάτι τεάτοιο αλλαά δεν το καάνει. Αάμα δεν τον ηάξερα καλυάτερα θα
νοάμιζα οάτι ηάταν...πληγωμεάνος; Εφοάσον τον ξεάρω καλυάτερα ξερω οτι δεν
νοιαζεται καθοάλου.
''Δεν προσπαθωά να παιάξω παιχνιάδια μαζιά σου!'' λεάει και βαάζει τα χεάρια στο
κεφαάλι του απο αμηχανιάα.
''Ε τοάτε τιά καάνεις; Γιατιά η συμπεριφοραά σου ειάναι σαν 5χρονο αγοραάκι που
μοάλις εάχασε τη μαμαάκα του'' απαντωά αποάτομα. Εάνα πληάθος μαθητωάν εάχει
μαζευτειά γυάρω μας, που με καάνει να θεάλω να φυγω να εξαφανιστω,αλλαά
πρεάπει να μαάθω τιά θεάλει να μου πειά. Γιατιά δεν μπορωά να μεινω μακριαά του;
Ξεάρω οάτι ειάναι επικυνδινος και κακος για μεάνα. Δεν εάχω γιάνει ποτεά τοάσο
σκληρηά σε κανεάναν οάσο στον Χαάρρυ. Το αξιάζει, αλλαά δεν θεάλω να φεάρομαι σε
κανεάναν εάτσι. Αρπαάζει το χεάρι μου και με τραβαάει αναάμεσα σε 2 κτηρια
μακρυαά αποά το πληάθος.
''Δεν...δεν ξεάρω τιά καάνω. Με φιάλησες πρωάτη...θυμαάσαι;'' μου υπενθυμιάζει
...ξαναά.

73

''Ναι...ειάχα πιειά αν θυμαάσαι καλαά!Και εσυ με φιάληάσες πρωάτος χθεάς!''
''Δεν με σταμαάτησες,πρεπει να ηάταν κουραστικοά'' μου λεάει. Τι;
''Τιά ηάταν κουραστικοά;''
''Να συμπεριφεάρεσαι σαν να μην με θεάλεις ενωά ξεάρεις οάτι το θες'' Καάνει 1
βηάμα πιο κονταά μου.
''Δεν σε θεάλω.Εάχω αγοάρι.'' Τελειωάνω, καάνονταάς τον να γελαάσει.
''Που το βαριεσαι. Παραδεάξου το Τεςς, οάχι σε μεάνα, στον εαυτοά σου. Βαριεάσαι
μ'αυτοάν. Σ'εάχει καάνει ποτεά να νιωάσεις οάπως εγωά;'' Η φωνηά του εάχει χαμηλωάσει
και μιλαάει πιο αργαά απ'οάτι συνηάθως.
''Τ...Τιά;φυσικαά και ναι'' λεάω ψεάματα.
''Οάχι,δεν εάχει.Δεν σε εάχει ακουμπηάσει κανειάς...με αυτοάν τον τροάπο'' Καλαά
αυτοάς ο αάνθρωπος δεν παιάζεται!
''Δεν ειάναι καμιάα δουλειαά σου!'' λεάω και καάνω πιάσω,καάνονταάς τον να εάρθει 3
βηάματα πιοά κονταά.
''Δεν εάχεις καμιάα ιδεάα πως μπορωά να σε καάνω να νιωάσεις!'' μου λεάει. Πως
μπορειά αποά το να μου φωναάζει,να μιλαάει εάτσι
και γιατιά να μου αρεάσει τοάσο?

74

Chapter 25
Δεν υπαάρχουν λεάξεις.Ο τοάνος της φωνηάς του Χαάρρυ και οι βρωάμικες λεάξεις
του,με καάνουν αδυάναμη,ευαάλωτη και μπερδεμεάνη.Ειάμαι σαν εάνα κουνεάλι που
πιαάστηκε στην φακα.
"Δεν χρειαάζετε να το παραδεχτειάς,το καταλαβαιάνω απο μοάνος μου".Λεεάι,η
φωνηά του ειάναι τοάσο αλαζονικηά αλλαά το μοάνο που μπορωά να καάνω ειάναι να
κουναάω το κεφαάλι μου.Το χαμοάγελο του μεγαλωάνει και καάνω εάνα βηάμα πιάσω
προς τον τοιάχο.Καάνει εάνα βηάμα προς το μεάρος μου και εγωά πηγαιάνω προς τον
τοιάχο με την πλαάτη.Οάχι παάλι.
"Ο σφυγμοάς σου ειάναι ποιοά γρηάγορος σωσταά;Το στοάμα σου ειάναι στεγνοά,εάχεις
αυτοά το συναιάσθημα εδωά καάτω.Σωσταά Theresa?"οάτι λεάει ειάναι αληάθεια και οάσο
μου μιλαάει εάτσι τοάσο περισσοάτερο τον θεάλω.Ειάναι παραάξενο το συναιάσθημα
να θεάλεις καάποιον και παραάλληλα να τον μισειάς.Η εάλξη που νιωάθω για αυτοάν
ειάναι καθαραά σωματικηά,πραάγμα περιάεργο δεδομεάνου οτιά ειάναι τοάσο
διαφορετικοάς απο τον Noah.Δεν θυμαάμε να μου αάρεσε κανεάνας εκτοάς αποά τον
Noah.
Ξεάρω πως εαάν δεν πωά,καάτι τωάρα θα νικηάσει.
"Καάνεις λαάθος".Μουρμουριάζωκαι χαμογελαάει.Ακοάμα και το χαμοάγελο με
ηλεκτριάζει.
"Ποτεά δεν καάνω λαάθος."Λεάει και απομακρυάνομαι απο τον τοιάχο πριν προλαάβει
να με σπρωάξει παάνω του.
"Γιατιά συνεχιάζεις να λες πως σου ριάχνομαι οάταν εσυά ο ιάδιος με στριμωάχνεις
εδωά;"Ρωταάω και ο θυμοάς μου διωάχνει μακριαά την αμεάτρητη επιθυμιάα μου γθα
αυτοά το εξωφρενικοά αγοάρι με τατουαάζ.

75

"Επειδηά εσυά εάκανες την πρωάτη κιάνηση,μην με βγαάλεις λαθος ηάμουν τοάσο
μπερδεμεάνος οάσο και εσυά."Γελαάει.
"Οάπως σου ξαναειάπα,ηάμουν μεθυσμεάνη και ειάχα μια δυάσκολη νυάχτα.Ηάμουν
μπερδεμεάνη γιατιά ηάσουν καλοάς μαζιά μου,μαάλλον μου εάδιχνες την καληά σου
πλευραά."Λεάω και καάθομαι στο παγκαάκι πριν καταληάξω κολλημεάνη στον
τοιάχο.Το να μιλαάς μαζιά του ειάναι πολυά κουραστικοά.
"Δεν ειάμαι τοάσο κακοάς μαζιά σου."Λεάει,ακουάγετε πιοά πολυά σαν ερωάτηση αποά οάτι
σαν απλοά σχοάλιο.
"Ναι ειάσαι.Βγαιάνει εκτοάς εαυτουά,για να ειάσαι κακοάς μαζιά μου.Και οάχι μοάνο
μαζιά μου σε οάλους.Απλαά φεάνετε οτιά ειάσαι πιοά πολυά σκληροάς μαζιά μου."Δεν το
πιστεάυω ποάσο ειλικρινηάς ειάμαι μαζιά του.Ειάναι ζηάτημα χροάνο να αρχιάσει να
κοροιδεάυει παάλι.
"Αυτοά δεν ειάναι αληάθεια.Δεν ειάμαι πιοά σκληροάς μαζιά σου απ'οάτι στον υποάλοιπο
πληθυσμοά.Λεάει με εάνα χαζοά χαμοάγελο στο προάσωπο του και εγωά σκωάνομαι
οάρθια.Το ηάξερα οτιά δεν μπορουάσα να εάχω μιάα κανονικηά συζηάτηση μαζιά του.
"Δεν ξεάρω γιατιά συνεχιάζω να σπαταλαάω τον χροάνο μου μαζιά σου"Του φωναάζω
την ωάρα που φεάυγω.
"Ειι.Συγνωάμη,απλαά εάλα εδωά.
Μουγκριάζω αλλαά τα ποάδια μου κινουάνται πριν προλαάβει το μυαλοά μου να
σκεφτειά.Στεάκομαι 1-2 μεάτρα μακρυαά του και εκειάνος καάθεται στο παγκαάκι που
καθοάμουν εγωά πριάν.
"Καάτσε."Μου ζηταάει και καάθομαι.
"Καάθεσε φοβεραά μακρυαά."Μου λεάει και κουναάω τα μαάτια μου.Δεν με
εμπιστεάυεσαι;"
"Οάχι φυσικαά και δεν σε εμπιστεάυομαι,θα εάπρεπε;"Την ωάρα που οι λεάξεις τον
χτυπαάνε,το προάσωπο του πεάφτει λιάγο αλλαά ξαναεπανεάρχετε γρηάγορα.Γιατιά
να νοιαάζετε αν τον εμπιστεάυομαι;
"Μπορουάμε απλαά να συμφωνηάσουμε ηά να μειάνουμε μακρυαά ο εάνας απο τον
αάλλο ηά να μειάνουμε απλαά φιάλοι;Δεν το εάχω μεάσα μου να τσακωάνομαι μαζιά
σου."Αναστεναάζω και εάρχετε πιοά κονταά μου.
Πεάρνει μια βαθιαά αναάσα πριάν μιληάσει."Δεν θεάλω να μειάνω μακρυαά σου."Τι;Η
καρδιαά μου ειάναι εάτοιμη να σπαάσει.

76

"Εννοωά δεν νομιάζω να μπορουάμε να μειάνουμε μακρυαά,μιάα απο της κολλητεάς
μου ειάναι συγκατοικοάς σου.Οποάτε υποθεάτω μπορουάμε να προσπαθηάσουμε να
ειάμαστε φιάλοι."Προσπαθωά να κρυάψω την απογοηάτευση μου αποά τις λεάξεις του
αλλαά αυτοά δεν ειάναι που θεάλω;Δεν μπορωά να συνεχιάσω να φιλαάω τον Χαρρυ
και να απαταάω τον Νοάα.
"Ενταάξει οποάτε φιάλοι;"
"Φιάλοι."Συμφωνειά και μου διάνει το χεάρι του για μια χειραψειάα.
"Οάχι φιάλοι με ωφεάλοι."Του υπενθιμιάζω και νιωάθω τα μαάγουλα μου να
κοκκινιάζουν.
Κρυφογελαάει και παιάζει με το σκουλαριάκη στο φρυάδι του την ωάρα που
μιλαάει"Τι σε καάνει να το λες αυτοά;"
"Λες και δεν ξεάρεις,μου ειάπε ηάδη η Στεφ."
"Για εμεάνα και εκειάνη;"
"Για εσεάνα και την Στεφ και για εσεάνα με καάθε αάλλο κοριάτσι."Προπαθωά να
γελαάσω φεάυτικα αλλα βγαιάνει πιοά πολυά σαν βηάχας.Μου σηκωάνει το φρυάδι
του,αλλαά τον αγνοωά.
"Εγωά και η Στεφ...ειάχε...φαάση."Χαμογελαάει σαν να θυμαάτε καάτι και
ξεροκαταπιάνω.
"Και ναι,εάχω κοριάτσια που τα γαμαάω,αλλαά τι σχεάση εάχει αυτοά μαζιά σου;"Ειάναι
τοάσο αδιαάφορος για το θεάμα ,ενωά εγωά ειάμαι σοκαρισμεάνη.Το να ακουάω να
παραδεάχετε οτι κοιμαάται με αάλλα κοριάτσια δεν θα εάπρεπε να με
ενοχλειά..αλλαά με ενοχλειά.Δεν ειάναι δικοάς μου. Ο Νοάα ειάναι.Ο Νοάα,ο
Νοάα.Υπενθυμιάζω στον εαυτοά μου.
"Δεάν εάχει απλαά δεν θεάλω να νομιάζεις οτιά θα ειάμαι εάνα αποά αυταά τα κοριάτσια."
"Αωω..Τεάσσα ζηεάυεις;"Με πειραάζει και τον σπρωάχνω.Δεν υπαάρχει καμιάα
περιάπτωση να το παραδεχτωά.
"Οάχι βεάβαια,οάχι απλαά λυπαάμε οάλα αυταά τα κοριάτσια."Λεάω και γελαάει.
"Δεν θα εάπρεπε.Το απολαμβαάνουν,πιάστεψε με."
"Ενταάξει,ενταάξει το καταάλαβα.Αάλλαξε θεάμα παρακαλωά."Μουγκριάζω και
γεάρνω πιάσω το κεφαάλι μου να κοιταάξω τον ουρανοά.Πρεάπει να καθαριάσω απ'το
μυαλοά μου την εικοάνα του Χαρρυ να ειάναι με οάλα αυταά τα κοριάτσια."Λοιποάν θα
προσπαθηάσεις να ειάσαι καλυάτερος μαζιά μου;"

77

"Βεάβαια.Θα προσπαθηάσεις να μην ειάσαι τοάσο νευρικηά και σκυάλα οάλη την ωάρα;"
"Δεν ειάμαι σκυάλα εσυά ειάσαι αποκρουστικοάς."Ξεκιναάω και γελαάω οάπως και
αυτοάς.
"Ειάναι καλυάτερα τωάρα αποά οάτι να φωναάζουμε στην ταάξη.Ξεάρω δεν εάχουμε
ξεμπερδεάψει το αρχικοά θεάμα με τα συναισθηάματα που εάχω ηά δεν λεχω
γιαυτοάν,αλλαά εαάν κατα
΄ φερο να τον σταματηάσω απο το να με φιλαάει,τοάτε
θα μπορωά να ξαναεικεντρωθωά στον Νοάα και να σταματηάσω αυτοά τον απαιάσιο
κυάκλο πριν γιάνουν χειροάτερα.
"Κοιάταξε μας δυάο φιάλοι."Η προφοραά του ειάναι τοάσο ελκυάστικηά οάταν δεν ειάναι
αγενηάς.
Στο καλοά,ακοάμαι και τοάτε ειάναι,αλλαά οάταν η φωνηά του ειάναι απαληά η
προφοραά του την καάνει ακοάμη πιοά απαληά,βελουάδινη.Ο υροάπος με τον οποιάο οι
λεάξεις κυλουάν αποά την γλωάσσα του μεάσω των ροζ χειλιωάν του...Δεν μπορωά να
σκεάφτομαι για τα χειάλη του.Ξεκολαάω αποά παάνω του και σηκωάνομαι
οάρθοα.Στρωάνω την φουάστα μου.
"Αυτηά η φουάστα ειάναι απιάσια Τεάσσα εαν προκειτε να ειμαστε φιλοι θα πρεπει
να μην την ξαναφορεσεις πια.
"Για μια στιγμη πληγωθηκα αλλα οταν κοιταζω προς το μερος του
χαμογελαει.Αυτος πρεπει να ειάναι ο τροπος τους να αστειευτε,ακομη αγενες
αλλα τον προτιμω απο τον μοχθηρο τροπο που συνηθως συμπεριφερετε.
Το κινητο μου αρχοζει να δονιζει,ειναι η ειδοποιηση που χτυπαει."Πρεπει να
γυρισω πισω και να διαβασω."
"Εβαλες ειδοποιηση για να διαβασεις;"
"Βαζω ειδοποιιηση για πολλα πραγματα,ειναι απλα κατι που κανω."Ελπιζω
να το αφησει να περασει.
"Πρεπει να κανουμε κατι διασκεδαστικο αυριο μετα το μαθημα."Προτεινει.
Ποιος ειναι αυτος και που πγφε ο Χαρρυ;"
"Δεν νομιζω οτι η δικη μου ιδεα για το τι ειναι διασκεδαστικο ειναι το ιδιο με
την δικη σου.
Δεν μπορω καν να φανταστω τι ειναι διασκεδαση για τον Χαρρυ.

78

"Λοιπον θα θυσιασουμε μνο μερικες γατες,μετα θα καψουμε μερικα κτηρια..."
Δεν μπορεσα να σταματησω το χαζογελακι που μου ξεφυγε και μου
χαμογελασε.
"Στ'αληθεια ομως,χρειαζεσαι λιγη διασκεδαη και εφοσον ειμαστε τωρα
φιλοι θα πρεπει να κανουμε κατι διασκεδαστικο."Χρειαζομαι λιγα λεπτα να
συλλογιστω εαν πρεπει να βρεθω μονη με τον Χαρρυ πριν του απαντησω.
Πριν προλαβω να απαντησω γυριζει για να φυγει,"Καλα ειμαι χαρουμενος
που συμφωνεις.Θα σε δω αυριο."Λεει και φευγει.
Δεν απανταω,απλα καθομαι παλι πισω στο παγκακι.Το κεφαλι μου γυριζει
απο τα τελευταιο 20 λεπτα με τον Χαρρυ.Βασικα μου προφερε σεξ,λεγοντα
μου οτι δεν εχω ιδεα ποσο ωραιο μπορει να με κανει να νιωσω.Μετα,λιγα
λεπτα αργοτερα συμφωνεσε να προσπαθησει να ειναι ευγενικος απεναντι
μου,γελουσαμε και αστειυομασταν και ηταν ωραια.Υπαρχουν ακομα τοσες
ερωτησεις που εχω γιαυτον,για παραδειγμα για ειναι αυτος που ειναι
τωρα,αλλα γνωριζω οτι οσο περισσοτερα μαθω για εκεινον,τοσο χειροτερα
θα ειναι η κατασταση.Μπορω να ειμαι φιλη με τον Χαρρυ,οπως ειναι η
Στεφ,ενταξει οχι οπως η Στεφτ,αλλα οπως ο Ναιαλ η καάποιος απο τους
φιλους του.Αυτο ειναι και το καλυτερο,οχι πια φιλια,οχι πια ερωτικες
προτασεις απο αυτον,απλα φιλοι.Καθως γυρνω στο δωματιο μου προσπαθω
να διωξω τον φοβο οτι εχω πεσει σε ακομη μια απο τις παγιδες του.

Chapter 26
Προσπαθω να διαβασω αλλα οταν επιστρεφω στο δωματιο μου δεν μπορω να
συγκεντρωθω. Αφου κοιταζα επιμονα τις σημειωσεις μου επι μια ωρα,
αποφασιζω να παω να κανω ενα ντους. Τα κοινοχρηστα μπανια ακομη με
κανουν να νιωθω αβολα οταν μαζευεται πολυς κοσμος αλλα κανενας ποτε
δεν μ'εχει πειραξει. Το ζεστο νερο ειναι απιστευτο και χαλαρωνει τους
σφιγμενους μου μυες. Θα επρεπε να νιωθω ανακουφισμενη και χαρουμενη
τωρα που εγω και ο Χαρρυ εχουμε κανει ενα ειδος ανακοχης αλλα τωρα ο
θυμος και η ενοχληση εχει αντικατασταθει απο το αγχος και συγχυση. Εγω
συμφωνησει να περασω λιγο χρονο αυριο μαζι με τον Χαρρυ, κανοντας κατι
"διασκεδαστικο" και ειμαι τρομοκρατημενη. Απλα ευχομαι να πανε ολα καλα
και να μπορεσουμε να ειμαστε φιλοι, δεν περιμενω να γινουμε κολλητοι

79

αλλα χρειαζεται να φτασουμε σ'ενα σημειο οπου δεν φωναζουμε ο ενας στν
αλλον καθα φορα που μιλαμε.
Οταν επεστεψα στο δωματιο μου, βρηκα ενα σημειωμα απο την Στεφ να
γραφει οτι ο Τρισταν θα την βγαλει εξω για φαγητο. Συμπαθω τον συγκατοικο
του Ναιαλλ, τον Τρισταν, φαινεται καλο παιδι παρα την υπερβολικη χρηση
του στο eyeliner.
Αν η Στεφ και ο Τρισταν συνεχιζουν να βγαινουν μαζι, ισως οταν ερθει ο Νοα
να με επισκεφθει μπορουμε να βγουμε ολοι μαζι.
Ποιον προσπαθω να ξεγελασω? Ξερω οτι ο Νοα δεν θα ηθελε να κανει παρεα
με ατομα σαν τον Τρισταν και την Στεφ, και θα παραδεχτω οτι μεχρι τρεις
εβδομαδες πριν, ουτε και εγω θα εκανα.
Κατληγω στο να παρω τον Νοα τηλεφωνο πριν κοιμηθω, δεν εχουμε μιλησει
ολη μερα.
"Ελα Τεσσα, πως ηταν η μερα σου?" με ρωταει μολις το σηκωνει.
"Ηταν ωραια, ατελειωτη, αλλα ωραια" πρεπι να του πω οτι εγω και ο Χαρρυ
θα βρεθουμε αυριο.
"Χαιρομαι που το ακουω, ειχα εναν αγωνα ποδοσφαιρου σημερα στ Σιατλ,
μολις τωρα επιστρεφω".
"Τελεια! Πως πηγε ο αγωνας?" Μου λεει πως συνετριψαν το λυκειο του Σιατλ,
παρολο που εχει μια απο τις καλυτερες ομαδες στις πολιτειες. Μιλησαμε για
την οικογενεια του και προτου να το καταλαβω, τελειωνουμε το τηλεφωνημα
μας. Δεν μπορεσα να βρω την καταλληλη στιγμη να αναφερω τα αυριανα
μου σχεδια μου με το Χαρρυ, πραγματικα δεν προσπαθησα.
Η επομενη μερα κυλαει υπερβολικα γρηγορα. Ο Λιαμ και εγω περπαταμε
μαζι για το μαθημα της Λογοτεχνιας και ο Χαρρυ ηδη καθται στην θεση του.
"Εισαι ετοιμη για το ραντεβου μας αποψε?" ρωταει ο Χαρρυ και μενω με το
στομα ανοιχτο, το ιδιο και ο Λιαμ.
"Δεν ειναι ραντεβου, απλα θα βγουμε μαζι σαν φιλοι" λεω στο Λιαμ,
αγνοωντας τον Χαρρυ. Πρωτη ημερα στην προσπαθεια μας να γινουμε φιλοι
και δεν πηγαινει καλα μεχρι τωρα.
"Το ιδιο πραγμα" λεει ο Χαρρυ χαμογελωντας πονηρα και γυριζω ψηλα το
βλεμμα μου. Τον αγνοω για το υπολοιπο του μαθηματος και ειναι ευκολο μιας
και δεν επιχειρει να μου μιλησει.
"Να προσεχεις αποψε" μου λει ο Λιαμ με το που τελειωνει το μαθημα.

80

"Θα προσεχω, προσπαθουμε να ειμαστε πολιτσιμενοι μιας και η συγκατοικος
μου ειναι φιλη του"
"Το ξερω, εισαι πολυ καλη φιλη απενταντι της. Απλα δεν νομιζω οτι ο Χαρρυ
αξιζει την καλοσυνη σου" μου λεει και τον κοιταω.
"Εχεις τιποτα καλυτερο να κανεις απο το να με θαβεις? Αντε χασου" λεει ο
Χαρρυ απο πισω μου. Ο Λιαμ κατσουφιαζει και με ξανακοιτα.
"Θυμησου τι ειπα" λεει και φευγει.
"Δεν χρειαζεται να'σαι τοσο σκληρος μαζι του, αφου πρακτικα ειστε
αδερφια" λεω και τα ματια του διαστελονται.
"Tι ειπες μολις τωρα?" μουγκριζει.
"Ξερεις, Ο μπαμπας σου και η μαμα του?" Ελεγε ψεματα ο Λιαμ? Ηά δεν
επρεπε καν να το αναφερω αυτο? Ο Λιαμ ειπε να μην αναφερω την σχεση
του Χαρρυ με τον πατερα του αλλα δεν νομιζω να ενοουσε ολο αυτο.
"Αυτο να μην σε ενδιαφερει, δουλεια σου, δεν ξερω καν γιατι στο ειπε ο
βλακας. Μαλλον αποτι φαινεται θα βρεθει να του το βουλωσω".
"Να τον αφησεις ησυχο Χαρρυ, δεν ηθελε καν να μου το πει, εγω τον πιεσα"
τον υπερασπιζομαι. Η ιδεα οτι Χαρρυ θα πληγωσει τον Λιαμ με κανει να
αρρωσταινω. Χρειαζεται να αλλαξω θεμα. "Λοιπον, που θα παμε σημερα?"
ρωταω και με κοιταει αγριοκοιταζει.
"Δεν θα παμε πουθενα, αυτο ηταν μια κακη ιδεα" μιλα αποτομα και γυριζει
να φυγει.
Τι στο καλο? Σιγουρα ειναι διπολικος χαρακτηρας. Ο θυμος και η αγανακτηση
που νιωθω απεναντι στον Χαρρυ επιστρεφει και γυρναω πισω στο δωματιο
μου. Οταν ανοιγω την πορτα βλεπω τον Ζαυν, τον Τρισταν και την Στεφ μεσα.
Συνηθως θα'μουν ενοχλημενη με τοσους απροειδοποιητους καλεσμενους αλλα
χρειαζομαι αντιπερισπασμο και συμπαθω και τον Ζαυν και τον Τρισταν.
"Ελα Τεσσα, πως ηταν το μαθημα σημερα?" με ρωταει η Στεφ χαμογελωντας.
Δεν μπορω να μην παρατηρησω τον τροπο με τον οποιο το προσωπο του
Τρισταν λαμπει οταν η Στεφ χαμογελαει.
"Ηταν ενταξει, εσυ?" Ακουμπαω τα βιβλια μου στο γραφειο και μου λεει για
τον καθηγητη μου εχυσε τον καφε πανω του και τους αφησε νωριτερα.
"Δειχνεις ωραια σημερα Τεσσα" μου λεει ο Ζαυν και τον ευχαριστω, καθως
καθομαι στο κρεβατι της Στεφ οπου ειναι και οι τρεις του. Το κρεβατι ειναι

81

πολυ μικρο για ολου μας, αλλα ενταξει μας χωραει. Η πορτα ανοιγει λιγα
λεπτα αργοτερα και ολοι γυρναμε να δουμε ποιος ειναι. Ο Χαρρυ. Ωχ.
"Ελεος Χαρρυ μπορουσες να χτυπησεις για μια φορα" η Στεφ τον μαλωνει και
εκεινος σηκωνει τους ωμους του. "Θα μπορουσα να ημουν γυμνη" λεει και
εκεινος γελαει. Του χαμογελαει φυσικα και δεν ειναι θυμωμενη με την
ελλειψη των τροπων του αλλα ειμαι σιγουρη τον εχει συνηθισει να ερχεται
οποτε εδω οποτε θελει.
"Τιποτα που δεν εχω δει στο παρελθον" αστειευεται και ο Τρισταν
κατσουφιαζει ενω οι υπολοιποι γελανε. Ουτε εγω βρισκω που'ναι το αστειο,
μισω να σκεφτομαι τον Χαρρυ και την Στεφ μαζι.
"Αχ σκασε" λεει ακομη γελωντας και παιρνει το χερι του Τρισταν. Το
χαμογελο του επιστρεφει και μετακινειται πιο κοντα της.
"Τι σκοπευεται να κανετε παιδια?" ρωταει ο Χαρρυ και καθεται στ κρεβατι
μου, θελω να του πω να σηκωθει αλλα μενω ησυχη. Για μια στιγμη νομιζα οτι
ηρθε εδω για να ζητησει συγγνωμη αλλα τωρα ξερω οτι ηρθα απλως για να
βρεθει με τους φιλους του και εγω δεν ανηκω σε αυτους.
"Βασικα θα πηγαιναμε για ταινια, Τεσσα πρεπει να'ρθεις" ο Ζαυν
χαμογελαει και πρωτου απαντησω ο Χαρρυ με διακοπτει.
"Βασικα εγω και η Τεσσα εχουμε σχεδια" λεει με ενα περιεργο τονο στην
φωνη του. Ειναι τοσο κακοκεφος.
"Τι?" ο Ζαυν και η Στεφ λενε με μια φωνη.
"Ναι εχουμε σχεδια, μολις ερχομουν να την παρω" Ο Χαρρυ χαμογελαει και
σηκωνεται. "Ετοιμη?" Το μυαλο μου φωναζει "Οχι!" αλλα κανω κουνω θετικα το
κεφαλι μου.
"Λοιπον θα σας δουμε αργοτερα" ο Χαρρυ ανακοινωνει και πρακτικα με
σπρωχνει εξω απο την πορτα. Με οδηγει στο αμαξι του και προς εκπληξη μου
μυ ανηγει την πορτα του συνοδηγου. Καθομαι με τα χερια μου σταυρωμενα.
"Θα το εχω στα υποψη μου να μην σου ξανανοιξω την πορτα" λεει αποτομα και
κουναω το κεφαλι μου.
"Τι στο καλο ηταν αυτο? Ξερω οτι δεν ηρθες εκει για να με παρεις, μολις
μου'χες πει οτι δεν ηθελες να ξανακανουμε παρεα ποτε" φωναζω. Να'μαστε
παλι που φωναζουμε ο ενας στον αλλον. Με τρελαινει κυριολεκτικα.
"Ναι γι'αυτο ηρθα, τωρα μπες μες στ'αμαξι"

82

"Οχι, αν δεν παραδεχτεις οτι δεν ηρθες εδω για να δεις εμενα, θα γυρισω
πισω να παω να δω ταινια με τον Ζαυν" του λεω και σφιγγει το σαγονι του. Το
ηξερα. Δεν γνωριζω πως να νιωσω για αυτη την αποκαλυψη αλλα καταβαθος
το ηξερα οτι δεν ηθελε να παω για ταινια με τον Ζαυν και αυτος ειναι ο
μονος λογος που προσπαθει να μου κανει τωρα παρεα. "Παραδεξου το Χαρρυ
αλλιως φευγω"
"Ενταξει.Οκ το παραδεχομαι. Τωρα μπες στο ηλιθιο αμαξι. Δεν θα στο
ξαναζητησω" λεει και μπαινει μες στ αυτοκινητο.
Εναντιας στην κριση μου, μπαινω μες στ'αμαξι. Ο Χαρρυ δειχνει ακομη
θυμωμενος καιθως βγαινει απο το παρκινγκ. Ανοιγει την ενταση της τσιριχτης
μουσκιης στα υψη. Πλησιαζω και την κλεινω.
"Μην ακουμπας το ραδιοφωνο μου" λεει αποτομα. Οι σκεψεις μου γυρνανε
πισω στην αναμνηση οπου κορπουσε τις σημειωσεις μου στν αερα και με κανει
να θελω να τραβηξω το ραδιοφωνο απο την θεση του και να το πεταξω εξω
απο το παραθυρο. Αν ηξερα οτι μπορουσα, θα το εκανα.
"Γιατι σε νοιαζει αν θα παω με τον Ζαυν για ταινια? Ο Τρισταν και η Στεφ θα
ερχοντουσαν και αυτοι.
"Απλα δεν πιστευω οτι ο Ζαυν εχει και τις καλυτερες προθσεις" λεει
χαμηλοφωνα, τα ματια του στραμμενα προς τον δρομο.
Αρχιζω να γελαω και κατσουφιαζει. "Οου ενω εσυ εχεις? Τουλαχιστον Ο Ζαυν
ειναι καλος απεναντι μου" δεν μπορω να σταματησω να γελαω. Η ιδεα οτι ο
Χαρρυ προσπαθει να με προστατεψει με καποιο τροπο ειναι αστεια. Ο Ζαυν
ειναι φιλος, τιποτα παραπανω. Οπως και ο Χαρρυ.
Ο Χαρρυ γυριζει ψηλα το βλεμμα του αλλα δεν μου απανταει. Ανοιγει παλι
την μουσικη και η τσιριχτη μελωδια κυριολεκτικα πληγωνει τα αυτια μου.
"Μπορεις σε παρακαλω να την χαμηλωσεις" τον ικετευω.
Χαμηλωνει την ενταση αλλα συνεχιζει να παιζει. "Αυτη η μουσικη εινια
απαισια" του λεω και γελαει.
"Φυσικα και δεν ειναι, θα μου αρεσε να μαθω την γνωμη σου για το τι ειναι
καλη μουσικη" χαμογελαει. Δειχνει τοσο ξεγνιαστος με το παραθυρο
χαμηλωμενο, το αερακι να φυσαει μεσα απο τα μαλλια του. Σηκωνει το ενα
του χερι και ριχνει πισω τα μαλλια του. Λατρευω τον τροπο με τον οποιο τα
μαλλια του φαινονται γυρισμενα προς τα πισω. Διωχνω τις σκεψεις απο το
κεφαλι μου.
"Λοιπον μου αρεσουν οι Bon Iver και οι The Fray" απαντω.

83

"Φυσικα και θα σου αρεσαν" ξεκαρδιζεται στ γελια.
"Τι τρεχει με αυτους? Ειναι απιστευτα ταλαντουχοι και η μουσικη τους ειναι
υπεροχη" υπερασπιζομαι τις δυο αγαπημενες μου μπαντες.
"Ναι ειναι ταλαντουχοι...εχω ακουσει οτι η ικανοτητα τους ειναι να βαζουν
τον κοσμο σε υπνο" γελαει και πλησιαζω με το χερι και τον χτυπαω ελαφρα
στον ωμο.
"Λοιπον εγω τους λατρευω" λεω χαμογελωντας. Αν μπορουσαμε να
παραμεινουμε σε αυτη την κατασταση, ισως και να περνουσα ωραια. "Που
παμε?"
"Πηγαινουμε σε ενα απο τα αγαπημενα μου μερη"
"Που βρισκεται που?"
"Στα αληθεια πρεπει να γνωριζεις ολα οσα συμβαινουν, ε?"
"Ναι...Μ'αρεσει να.."
"Τα ελεγχεις ολα?" διακοπτει και μενω σιωπηλη. Ξερω οτι εχει δικιο, αλλα
ετσι ειμαι εγω. "Λοιπον δεν θα συ πω μεχρι να φτασουμε...που ειναι σε 5
λεπτα απο τωρα" μου λεει και καθομαι πισω στο δερματινο καθισμα του
αυτοκινητου. Τι ειδος αμαξιου ειναι αυτο ετσι και αλλιως?
"Τι αμαξι ειναι αυτο?" τον ρωταω. Χρειαζομαι εναν αντιπερισπασμο αφου
δεν γνωριζω που πηγαινουμε.
"Ειναι ενα καλσσικο Ford Carpι" απαντα, καυχιεται περηφανος για το αμαξι
του. Ξεκινα να μου μιλα για αυτο, παρολο που δεν εχω ειδα απο αυτοκινητα.
Μου αρεσει να βλεπω τα χειλη του καθως μιλαει, ο τροπος που κινουνται
αργα, καθως οι λεξεις ειναι ακομη πιο σιγανες. "Δεν μ'αρεσει να με
κοιταζουν επιμονα" λεει αποτομα αλλα μετα απο λιγο χαμογελαει.
"Εεε...εγω απλως ακουγα" λεεω ψεματα, το στομα μου στεγνωνει.
"Φτασαμε" λεει και στριβει σε ενα δρομο με χαλικια.

Chapter 27
84

Μεάνω ηάσυχη, καθωάς ο Χαάρρυ συνεχιάζει τον χωματοάδρομο. Χαμηλωάνει την
μουσικηά τελικαά, εάτσι ο μοάνος θοάρυβος ειάναι το χαλιάκι που σπαάει καάτω αποά τα
λαάστιχα. Ειάμαστε στην μεάση του πουθεναά. Ειάμαι νευρικηά τωάρα. Ειάμαστε μοάνοι,
πραγματικαά μοάνοι. Δεν υπαάρχουν αυτοκιάνητα, ουάτε κτηάρια, τιάποτα.
"Μην ανησυχειάς, δεν σε εάφερα εδωά για να σε σκοτωάσω!" αστειευάεται και
παιάρνω μια αναάσα. Εγωά φοβαάμαι περισσοάτερο το τι θα μπορουάσα να καάνω
οάταν ειάμαι μοάνη με αυτοάν, αποά'τι αν ηάταν να προσπαθηάσει να με σκοτωάσει.
Συνεχιάζει να οδηγαάει για εάνα μιάλι και τελικαά σταματαάει το αυτοκιάνητο.
Κοιταάζω εάξω αποά το παραάθυρο για να δω τιάποτα, αλλαά υπαάρχει μοάνο γρασιάδι
και δεάντρα. Συμφωνωά, ειάναι ωραιάα και γαληάνια εδωά. Υπαάρχουν κιάτρινα
αγριολουάλουδα που ρυπαιάνουν τη γη, και το αεραάκι ειάναι αποάλυτα ζεστοά.
Αλλαά γιατιά με εάφερε εδωά;"Τι θα καάνουμε εδωά;" ρωταάω οάπως εάχω βγει αποά το
αυτοκιάνητο.
"Εάχουμε λιάγο περπαάτημα να καάνουμε πρωάτα.." με πληροφορειά και βογκαάω.
Οποάτε με εάφερε εδωά για αάσκηση; Πρεάπει να παρατηάρησε την ξινηά μου
εάκφραση, επειδηά, λεάει: "Δεν εάχει παάρα πολυά περπαάτημα" Αρχιάζει το
περπαάτημα καταά μηάκος ενοάς τμηάματος του χοάρτου που ειάναι πεπλατυσμεάνο,
σχεδοάν σαν μια μηχανηά να πεάρασε πολλεάς φορεάς.
Και οι δυο μεάνουμε ηάσυχοι για το μεγαλυάτερο μεάρος της διαδρομηάς εκτοάς αποά
μερικεάς αγενηάς παρατηρηάσεις του Χαάρρυ για μεάνα οάτι ειάμαι παάρα πολυά
αργηά. Τον αγνοωά και πηγαιάνω στο περιβαάλλον μου. Αρχιάζω να καταλαβαιάνω
γιατιά του αρεάσει αυτηά η φαινομενικαά τυχαιάα θεάση, ειάναι τοάσο ηάσυχα. Θα
μπορουάσα να μειάνω εδωά για παάντα αν εάφερνα μαζιά μου εάνα βιβλιάο. Βγαιάνει
αποά το μονοπαάτι και πηγαιάνει σε μια δασωάδη περιοχηά, ειάμαι λιάγο καχυάποπτη,
αλλαά θα τον ακολουθηάσω. Λιάγα λεπταά αργοάτερα βγηάκαμε αποά το δαάσος σε
εάνα ρεάμα, ηά ιάσως,εάνα ποταάμι, δεν εάχω ιδεάα για το που βρισκοάμαστε, αλλαά το
ρεάμα φαιάνεται αρκεταά μεγαάλο και πολυά βαθυά.
Ο Χαάρρυ δεν λεάει τιάποτα, οάταν ο ιάδιος τραβαάει το πουκαάμισο παάνω αποάτο
κεφαάλι του, στην συνεάχεια σκυάβει και λυάνει τις βρωάμικες μαυάρες μποάτες
του."Γιατιά ξεντυάνεσαι;" ρωταάω και κοιταάω το ρεάμα. Ω, οάχι. "Θα πας να
κολυμπηάσεις; σε αυτοά;" του λεάω και δειάχνω το νεροά.
"Ναι το καάνω οάλες τις φορεάς, θα το καάνεις και εσυά!" ξεκουμπωάνει το παντελοάνι
του και εάχω αναγκαάσει τον εαυτοά μου να μην τον κοιταάζω τον τροάπο που οι
μυάες στο πιάσω μεάρος του, κινουάνται οάταν σκυάβει για να κατεβαάσει το
παντελοάνι, μεάσα αποά τα ποάδια του.
"Δεν κολυμπαάω σε αυτοά" δεν με πειραάζει το κολυάμπι, αλλαά οάχι σε εάνα τυχαιάο
ρεάμα στην μεάση του πουθεναά.

85

"Και γιατιά αυτοά; Ειάναι αρκεταά καθαροά ωάστε για να μπορειάς να δεις το καάτω
μεάρος!"
"Οποάτε πιθανοάν να υπαάρχουν ψαάρια και ο Θεοάς ξεάρει τι εάχει εκειά.."
αντιλαμβαάνομαι ποάσο γελοιάα ακουάγομαι αλλαά δεν με νοιαάζει. "Εκτοάς αποά οάτι
δεν μου ειάπες οάτι δεν θα παάμε για κολυάμπι, δεν εάχω τιάποτα να φορεάσω.." δεν
μπορειά να διαφωνηάσει με αυτοά.
"Δεν μπορειάς με σουτιεάν και εσωάρουχα;" χαμογεάλασε ειρωνικαά και εγωά
χασμουριεάμαι σε αυτοάν. Οποάτε νομιάζει οάτι θα πηάγαινα εκειά και θα εάβγαζα
οάλα τα ρουάχα μου για να κολυμπηάσω μαζιά του; Τα σωθικαά μου ανακατευάονται
και με σκεάφτομαι γυμνηά μεάσα στο νεροά με τον Χαάρρυ. Τι θα μου καάνει; Δεν
ειάχα ποτεά, ποτεά αυταά τα ειάδη των σκεάψεων πριν αποά αυτοάν.
"Δεν θα κολυμπηάσω με το σουτιεάν μου και τα εσωάρουχα, ειάσαι τρομαχτικοάς!"
λεάω και καάθομαι στο μαλακοά γρασιάδι."Εγωά θα παρακολουθωά, απλαά.." του λεάω
και αυτοάς συνοφρυωάνεται. Ειάναι τωάρα με το σλιπ μποάξερ του, το μαυάρο υλικοά
ειάναι σφιχταά παάνω στο σωάμα του. Αυτηά ειάναι η δευάτερη φοραά που τον εάχω δει
μοάνο με το μποάξερ και φαιάνεται ακοάμα καλυάτερα αυτηά την φοραά.
"Δεν ειάσαι αστειάα, εσυά χαάνεις!" λεάει και πηδαά στο νεροά. Κραταάω τα μαάτια μου
στο γρασιάδι και κοάβω λιάγα χοάρτα, παιάζοντας τα αναάμεσα στα δαάχτυλα μου.
"Το νεροά ειάναι ζεστοά Tes!" φωναάζει αποά το ρεάμα. Αποά την θεάση μου στο
γρασιάδι, μπορωά να δω τις σταγοάνες νερουά που πεάφτουν αποά τα -πλεάον- μαυάρα
μαλλιαά του. Χαμογελαάει καθωάς σπρωάχνει τα βρεγμεάνα του μαλλιαά πιάσω και
σκουπιάζει το προάσωπο του με το εάνα χεάρι.
Για μια στιγμηά, εάπιασα τον εαυτοά μου να θεάλει να ειάναι καάποια αάλλη, καάποια
πιο γενναιάα, σαν την Στεφ. Αν ηάμουν η Στεφ, θα γδυνοάμουν και θα πηδουάσα
στο ζεστοά νεροά με τον Χαάρρυ. Θα κολυμπουάσα τριγυάρω και θα ανεάβαινα παάνω,
μοάνο για να ξαναά πηδηάξω πιάσω στο νεροά. Θα ηάθελα να ειάμαι διασκεδαστικηά
και ξεάγνοιαστη. Αλλαά δεν ειάμαι η Στεφ, ειάμαι η Tessa.
"Αυτηά η φιλιάα ειάναι πεάρα αποά βαρετηά, μεάχρι στιγμηάς.." ο Χαάρρυ γελαάει και
κολυμπαάει προς τα δω. Ρολαάρω τα μαάτια μου και καγχαάζει."Τουλαάχιστον
βγαάλε τα παπουάτσια σου και βαάλε τα ποάδια σου, αισθαάνεσαι καταπληκτικαά
και πολυά συάντομα θα ειάναι πολυά κρυάο για να κολυμπηάσεις.
Βαάζοντας τα ποάδια μου, δεν ειάναι και τιάποτα κακοά. Θα βγαάλω τα παπουάτσια
μου και θα γυριάσω το τζιν μου αρκεταά για να βυθιάσω τα ποάδια μου αποά την
αάκρη στο νεροά. Ο Χαάρρυ ειάχε διάκαιο το νεροά ειάναι ζεστοά και καθαροά. Κουναάω
τα δαάχτυλα των ποδιωάν μου και χαμογελαάω.
"Ειάναι ωραιάο δεν ειάναι;" ρωταάει και γνεάφω. "Απλαά μπες!"

86

Τιναάζω το κεφαάλι μου και με πιτσιλαάει με το νεροά. Καάνω το ιάδιο με βλοσυροά
υάφος."Αν εάρθεις στο νεροά, θα απαντηάσω σε μια αποά τις ενοχλητικεάς σου
ερωτηάσεις, οάτι ερωάτηση θεάλεις, αλλαά μια μοάνο.." προειδοποιειά.
Η περιεάργεια παιάρνει το καλυάτερο κομμαάτι μου και το κεφαάλι μου
συγκεντρωάνεται.Παάντα εάχω τοάσες πολλεάς ερωτηάσεις για τον Χαάρρυ και για
μια φοραά προσφεάρει ο ιάδιος να απαντηάσει σε μια αποά αυτεάς.
"Η προάταση μου ληάγει σε εάνα λεπτοά.." λεάει και εξαφανιάζετε καάτω αποά το
νεροά. Μπορωά να δω το μακρυά του σωάμα να κολυμπαάει καάτω αποά το καθαροά
νεροά. Αυτοά μοιαάζει διασκεδαστικοά και ο Χαάρρυ εάχει εάνα σκληροά παζαάρι,
χρησιμοποιωάντας την περιεάργεια μου εναντιάον μου.
"Σταμαάτα να σκεάφτεσαι τα παάντα! Απλαά πηάδα!"
"Δεν εάχω τιάποτα να φορεάσω και αν πηδηάξω με τα ρουάχα, θα πρεάπει ναγυριάσω
πιάσω στο αυτοκιάνητο μουάσκεμα. " γκρινιαάζω, θεάλω να μπω στο νεροά. Ενταάξει
ξεάρω τι θα καάνω.
"Φοάρεσε το πουκαάμισο μου!" προσφεάρει και ειάμαι σοκαρισμεάνη. Η προσφοραά
του ειάναι διεάξοδος αποά τον χαρακτηάρα του και περιμεάνω εάνα δευάτερο για να
μου πει οάτι αστειευοάταν, αλλαά δεν το καάνει.
"Εάλα απλαά φοάρα το πουκαάμισο μου! Θα ειάναι αρκεταά μεγαάλο
χρονικοάδιαάστημα, για να το φορεάσεις εδωά και μπορειάς να κρατηάσεις το
σουτιεάν και το εσωάρουχο σου! αν θεάλεις.." λεάει με εάνα χαμοάγελο. Θα
ακολουθηάσω την συμβουληά του και θα σταματηάσω να σκεάφτομαι.
"Ενταάξει, αλλαά γυάρνα αποά την αάλλη και μη με κοιταάς οάταν αλλαάζω, το
εννοωά!" βαάζω το καλυάτερο μου να φανωά τρομαχτικηά, αλλαά αυτοάς γελαάει μοάνο.
Γυριάζει και βλεάπει αποά την αντιάθετη κατευάθυνση, σηκωάνω την μπλουάζα μου
παάνω αποά το κεφαάλι μου και αρπαάζω το πουκαάμισο του φορωάντας το οάσο πιο
γρηάγορα μπορωά. Ειάχε διάκαιο το πουκαάμισο του καλυάπτει μεάχρι την μεάση των
μηρωάν μου. Δεν μπορωά παραά να θαυμαάσω τον τροάπο που μυριάζει το πουκαάμισο
του, οάπως κολοάνια και μια μυρωδιαά που μπορωά να περιγραάψω μοάνο τον Χαάρρυ.
"Γρηάγορα αλλιωάς θα γυριάσω!" λεάει και μακαάρι να ειάχα εάνα ξυάλο και να το
ριάξω στο κεφαάλι του. Εάχω ξεκουμπωάσει χαλαραά το τζιν μου και το τραβαάω
βγαάζοντας το αποά τα ποάδια μου. Διπλωάνω το τζιν και το μπλουζαάκι μου και τα
τακτοποιωά διάπλα στα παπουάτσια μου στο γρασιάδι. Ο Χαάρρυ γυριάζει και
τραβαάω το καάτω μεάρος του μαυάρου πουκαμιάσου, οάσο παάει.
Τα μαάτια του με διερευνουάν και τον παρακολουθωά να σαρωάνει το καάτω μεάρος
αποά το σωάμα μου. Παιάρνει το δαχτυλιάδι αναάμεσα στα δοάντια του και
παρατηρωά τα μαάγουλα του να αναψοκοκκινιάζουν. Πρεάπει να κρυωάνει, γιατιά
ξεάρω οάτι δεν θα μπορουάσε να αντιδραάσει εάτσι.

87

"Αεμ.. θα εάρθεις στο νεροά, ναι;" λεάει και η φωνηά του ειάναι πιο ψηληά αποά το
συνηθισμεάνο. Γνεάφω και πλησιαάζω σιγαά σιγαά το νεροά. "Απλαάπηάδα!"
"Θα το καάνω, θα το καάνω!" λεάω και γελαάει.
"Αάρχισε να τρεάχεις στην αρχηά!" με καθοδηγειά.
"Ενταάξει.." καάνω λιάγο πιάσω, και αρχιάζω να τρεάχω λιάγο, νιωάθω ανοάητη,αλλαά
δεν αφηάνω την ταάση να τα σκεάφτομαι οάλα, να το καταστρεάψει. Οάπως εάχω
φταάσει στο τελευταιάο κομμαάτι που πρεάπει να πηδηάξω, κοιταάω το νεροά και
σταματαάω με τα ποάδια μου ακριβωάς στην αάκρη.
"Ω, εάλα τωάρα! Κατεάστρεψες μια καληά αρχηά!" λεάει γελωάντας. Το κεφαάλι του
πεάφτει πιάσω και ο ιάδιος φαιάνεται αξιολαάτρευτος. Ο Χαάρρυ, αξιολαάτρευτος;
"Δεν μπορωά!" δεν ειάμαι σιάγουρη τι με σταμαάτησε, το νεροά ειάναι αρκεταά βαθυά
για να πηδηάξεις, αλλαά οάχι τοάσο βαθυά. Το σημειάο που ο Χαάρρυ στεάκεται
πηγαιάνει μοάνο στο στηάθος του, η οποιάα θα φθαάσει ακριβωάς καάτω αποά το πιγουάνι
μου.
"Φοβαάσαι;" ο τοάνος του ειάναι ηάρεμος,αλλαά σοβαροάς.
"Οάχι..δεν ξεάρω..περιάπου.." παραδεάχομαι και περπαταά μεάσα στο νεροά προς το
μεάρος μου.
"Καάθισε στην αάκρη και θα σε βοηθηάσω να μπεις!"
Καάθομαι καάτω και κλειάνω τα ποάδια μου τοάσο σφιχταά, ωάστε να μη δει το
εσωάρουχο μου. Το προάσεξε και γελαάει, οάπως με φταάνει. Τα χεάρια του
γραπωάνουν τους μηρουάς μου και για αάλλη μια φοραά, καιάγομαι. Γιατιά το σωάμα
μου πρεάπει να του απανταάει παάντα με αυτοάν τον τροάπο; Προσπαθωά να γιάνω
φιάλη μ'αυτοάν, οποάτε αγνοωά την φωτιαά. Εκειάνος μετακινειά τα χεάρια του στην
μεάση μου και μου διάνει εάνα μικροά χαμοάγελο.
"Εάτοιμη;" ρωταάει και γνεάφω. Εάνα δευτεροάλεπτο αργοάτερα με σηκωάνει και με
αφηάνει στο νεροά. Το νεροά ειάναι ζεστοά και το αισθαάνομαι καταπληκτικαά
εναάντια στο δεάρμα μου. Ο Χαάρρυ με αφηάνει πολυά συάντομα, και στεάκομαι στο
νεροά. Ειάμαστε πιο κονταά στην ακτηά εάτσι ωάστε το νεροά να φταάνει λιάγο καάτω
αποά το στηάθος μου.
"Μην στεάκεσαι εκειά.." χλευαάζει και τον αγνοωά, αλλαά μετακινουάμε λιάγο. Το
πουκαάμισο πεταάει παάνω αποά το νεροά και το νεροά πηγαιάνει αποά καάτω,
κραυγαάζω και το τραβαάω προς τα καάτω. Μοάλις το τοποθετωά, μεάνει στην θεάση
του για το μεγαλυάτερο διαάστημα.

88

"Θα μπορουάσες να το βγαάλεις!" χαμογελαάει ειρωνικαά και τον πιτσιλαάω.
"Μοάλις με πιτσιάλισες;" γελαάει και εγωά γνεάφω, πιτσιλωάντας τον ξαναά. Κουναάει
το υγροά του κεφαάλι και μου ορμαάει καάτω αποά το νεροά. Τα μακριαά του χεάρια
τυλιάγονται γυάρω αποά την μεάση μου και με τραβαάει καάτωαποά το νεροά. Το χεάρι
μου πεταάει παάνω για να κλειάσει την μυάτη μου , δεν εάχω μαάθει κολυάμπι χωριάς
το χεάρι μου στην μυάτη. Οάταν βγαιάνω αποά το νεροά ο Χαάρρυ σκαάει και δεν μπορωά
να βοηθηάσω αποά το να γελαάσω μαζιά του. Στην πραγματικοάτητα περναάω ωραιάα,
πραγματικηά διασκεάδαση, οάχι βλεάποντας μια καληά διασκεδαστικηά ταινιάα.
"Δεν μπορωά να αποφασιάσω ποιο ειάναι πιο διασκεδαστικοά, το γεγονοάς οάτι στην
πραγματικοάτητα περναάς καλαά ηά το γεγονοάς οάτι πρεάπει να κλειάσεις την μυάτη
σου καάτω αποά το νεροά.." λεάει μεάσα αποά το γεάλιο του. Παιάρνω λιάγη γενναιοάτητα
και προχωραάω προς το μεάρος του, αγνοωάντας τοπουκαάμισο που σηκωνοάταν
ξαναά στην επιφαάνεια, και προσπαθωά να σπρωάξω το κεφαάλι του καάτω αποά το
νεροά. Φυσικαά ειάναι πολυά δυνατοάς για μεάνα και δεν κουνηάθηκε, μοάνο γελαάει
δυνατοάτερα. Γιατιά δεν μπορειά να ειάναι εάτσι οάλη την ωάρα;
"Πιστευάω οάτι μου χρωσταάς μια απαάντηση!" του υπενθυμιάζω και αυτοάς
συνοφρυωάνεται.
"Φυσικαά, μοάνο μιάα..
" Δεν ειάμαι σιάγουρη ποια να ρωτηάσω, εάχω τοάσες πολλεάς. Πριν μπορεάσω να
απαντηάσω ακουάω την φωνηά μου να αποφασιάζει για μεάνα. "Ποιον αγαπαάς
περισσοάτερο στον κοάσμο;" γιατιά θα ηάθελα να του ρωτηάσω αυτοά; Θεάλω να μαάθω
περισσοάτερα συγκεκριμεάνα πραάγματα οάπως γιατιά ειάναι εάνας μαλαάκας; Γιατιά
ειάναι στην Αμερικηά;
Με κοιταάει καχυάποπτα, σαν να συνεχιάζετε με το ερωάτημα μου. "Τον εαυτοά
μου!" απανταάει και πηγαιάνει πιάσω υποβρυάχια. Ξαναά εμφανιάζετε και τιναάζω
τοκεφαάλι μου.
"Αυτοά δεν μπορειά να ειάναι αληάθεια.." Ξεάρω οάτι ειάναι αλαζονικοά αλλαά εάχει να
αγαπαάει καάποιον..κανειάς; Εάνας αποά τους γονειάς του; Τα αδεάρφια του; "Τι
γιάνετε με τους γονειάς σου;" ρωταάω και αμεάσως το μεταάνιωσα. Το προάσωπο του
αλλαάζει και τα μαάτια του χαάνουν την απαλοάτητα, γινοάμουν λαάτρης του.
"Δεν θα ξαναά μιληάσεις για τους γονειάς μου, καταάλαβες;" απομακρυάνεται και
θεάλω να χαστουκιάσω τον εαυτοά μου που κατεάστρεψε αυτηά την καληά στιγμηά που
ειάχαμε.
"Λυπαάμαι, ηάμουν απλαά περιάεργη! Ειάπες οάτι θα απαντηάσεις μοάνο σε μια
ερωάτηση.." του υπενθυμιάζω απαλαά. Το προάσωπο του μαλακωάνει και ο ιάδιος
βηματιάζει προς το μεάρος μου, το νεροά γυάρω μας κυματιάζει.

89

'Πραγματικαά λυπαάμαι Χαάρρυ, δεν θα τους αναφεάρω παάλι.." υποάσχομαι.
Πραγματικαά δεν θεάλω να μαλωάσω μαζιά του εδωά, πιθανοάτατα να με αφηάσει
εδωά πεάρα μοάνη.
Με ξαφνιαάζει οάταν αρπαάζει την μεάση μου και με σηκωάνει στον αεάρα. Χτυπαάω
τα ποάδια μου και τα χεάρια μου ,φωναάζοντας του να με αφηάσει καάτω. Γελαάει
και μ επεταάει στο νεροά. Προσγειωάθηκα λιάγα μεάτρα καταά κει και οάταν βγαιάνω
αποά το νεροά, χαμογελαάει ξαναά.
"Θα πληρωάσεις γι' αυτοά!" φωναάζω και γελαάει. Εάχω κολυμπηάσει προς το μεάρος
του και με αρπαάζει παάλι ,αλλαά αυτηά την φοραά τυάλιξε τους μηρουάς μου γυάρω
αποά την μεάση του, ειάμαι σοκαρισμεάνη, εάνα αγκομαχητοά πεάφτει αποά τα χειάλη
του. "Συγνωάμη!" ψιθυριάζω και αφαιρωά τα ποάδια μου. Αυτηά η ηλεκτρικηά ενεάργεια
μεταξυά μας εμφανιάζετε παάλι, αυτηά την φοραά πιο αάγρια αποά ποτεά. Γιατιά
συμβαιάνει αυτοά παάντα μαζιά του; Κλειάνω το μυαλοά μου αποά τις σκεάψεις μου και
τυλιάγω τα χεάρια μου γυάρω αποά τον λαιμοά του για να στεθαροποιηάσω τον
εαυτοά μου.
"Τι μου καάνεις Tessa;" λεάει μαλακαά και τριάβει τον αντιάχειρα του στο καάτω
χειάλος μου.
"Δεν ξεάρω.." λεάω με ειλικριάνεια και καγχαάζει,αλλαά ο αντιάχειρας του
εξακολουθειά τον εντοπισμοά παάνω στα χειάλη μου.
"Αυταά τα χειάλη.. τα πραάγματα που μπορειάς να καάνεις μ'αυταά.." λεάει αργαά και
σαγηνευτικαά. Νιωάθω αυτηά την καάψα χαμηλαά στο στομαάχι μου και διωάχνω το
χεάρι του. "Θεάλεις να σταματηάσω;" κοιταάζει τα μαάτια μου, οι κοάρες του ειάναι
συνεσταλμεάνες τοάσο πολυά που υπαάρχει μοάνο εάνα μικροά δακτυάλιο γυάρω αποά το
πλεάον σκουάρο πραάσινο των ματιωάν του.
Πριν το μυαλοά μου μπορεάσει να με πιαάσει, τιναάζω το κεφαάλι μου και πιεάζω το
σωάμα μου εναντιάον του καάτω αποά το νεροά.
"Δεν μπορουάμε να ειάμαστε μοάνο φιάλοι, το ξεάρεις εάτσι δεν ειάναι;" τα χειάλη του
αγγιάζουν το σαγοάνι μου, με καάνει να τρεάμω. Συνεχιάζει μια σειραά φιλιαά αποά το
σαγοάνι μου και εγωά γνευάω. Ξεάρω οάτι ειάναι σωστοά, δεν εάχω ιδεάα τι ειάναι αυτοά
που ειάμαστε, αλλαά ξεάρω οάτι δεν θα μπορεάσω ποτεά να ειάμαι φιάλη με τον
Χαάρρυ! Καθωάς τα χειάλη του αγγιάζουν το σημειάο καάτω αποά το αφτιά μου βογκαάω
και ο Χαάρρυ το καάνει ξαναά, αυτηά την φοραά πιπιλιάζοντας.
"Ω Χαάρρυ!" βογκαάω και τυλιάγω τα ποάδα μου σφιχταά. Φεάρνω τα χεάρια μου καάτω
αποά την πλαάτη του καιπιεάζω τα νυάχια μου παάνω στο δεάρμα του. Θα εκραγωά
μοάνο που μου φιλαάει τον λαιμοά μου.

90

"Θεάλω να σε καάνω να βογκηάξεις το οάνομα μου Tessa, ξαναά και ξαναά, σε
παρακαλωά αάσε με!" η φωνηά του ειάναι γεμαάτη απελπισιάα. Δεν υπαάρχει
κανεάνας τροάπος να πω οάχι.

Chapter 28
"Πες το Τεάσσα!" λεάει στο μες στο αυτιά μου, τοάτε παιάρνει τον λοβοά του αφτιουά
μου, αναάμεσα στα δοάντια του. Του γνεάφω ξαναά, αυτηά την φοραά
αποφασιστικοάτερα."Θεάλω να το πεις μωροά μου, φωναχταά, για να ξεάρω οάτι με
θεάλεις πραγματικαά.." το χεάρι του ταξιδευάει προς τα καάτω, και μεάσα αποά το
δικοά του πουκαάμισο, που φοραάω .
"Το θεάλω!" λεάω βιαστικαά τις λεάξεις και χαμογελαάει καάτω αποά το λαιμοά μου, το
στοάμα του συνεχιάζει την γλυκιαά του επιάθεση. Αυτοάς δεν λεάει τιάποτα, απλαά
αρπαάζει τους μηρουάς μου, για να με σηκωάσει ψηλοάτερα παάνω στον κορμοά του
και αρχιάζει να περπαταάει εάξω αποά το νεροά. Καθωάς φταάνουμε στην ακτηά με
αφηάνει καάτω και εγωά γκρινιαάζω, πυροδοτωάντας τον εγωισμοά του, ακοάμη
περισσοάτερο, αλλαά δεν με νοιαάζει. Το μοάνο που ξεάρω ειάναι οάτι τον θεάλω, τον
χρειαάζομαι. Τεντωάνεται για να πιαάσει τα χεάρια μου τραβωάντας με μαζιά του
στην οάχθη.
Δεν ειάμαι σιάγουρη για το τι θα καάνουμε, οποάτε στεάκομαι στο γρασιάδι. Το
πουκαάμισο του Χαάρρυ ειάναι βαρυά και μουσκεμεάνο. "Θεάλεις να γιάνει εδωά; ηά στο
δωμαάτιο μου;" ρωταάει και σηκωάνω του ωάμους νευρικαά. Δεν θεάλω να παάω στο
δωμαάτιο του, γιατιάδιαδρομηά μεάχρι εκειά θα μου δωάσει πολυά χροάνο να σκεφτωά
αυτοά που ειάμαι εάτοιμη να καάνω τωάρα.

91

"Εδωά!" λεάω και κοιταάω γυάρω μας. Δεν υπαάρχει κανεάνας τριγυάρω και
προσευάχομαι να μην εάρθει κανειάς.
"Ενθουσιωάδης;" χαμογελαάει και στριφογυριάζω τα μαάτια μου. Η θερμοάτητα στο
σωάμα μου, σιγαά- σιγαά σβηάνει οάσο το αάγγιγμα του Χαάρρυ δεν ειάναι επαάνω μου.
"Εάλα εδωά.." λεάει με σιγανηά φωνηά και η θερμοάτητα επιστεάφει.
Τα ποάδια μου παταάν ηάσυχα παάνω στο μαλακοά γρασιάδι και σταματαάω μοάνο
λιάγα εκατοσταά αποά τον Χαάρρυ. Τα χεάρια του αμεάσως πιαάνουν το στριάφωμα
του βρεγμεάνου πουκαμιάσου του και το ξεκολλαάει αποά το σωάμα μου. Μοάνο ο
τροάπος που με κοιταάει με καάνει να τρελαιάνομαι, οι ορμοάνες μου εάχουν βγει
εκτοάς ελεάγχου. Ο παλμοάς μου επιταχυάνει, καθωάς κοιταάζει το σωάμα μου παάνω
και καάτω για αάλλη μια φοραά, πριν παάρει το χεάρι μου.
"Ξαάπλωσε παάνω στο πουκαάμισο.." λεάει και μετακινειάτε προς το εάδαφος μαζιά
μου. Με ξαπλωάνει παάνω στο υγροά πουκαάμισο και στηριάζει τον εαυτοά του στον
αγκωάνα του για να κρατηάσει το βαάρος του, οποάτε ειάναι ξαπλωμεάνος αποά την
μια πλευραά του αντικριάζοντας με απεάναντι του, καθωάς εάχω ξαπλωάσει με την
πλαάτη μου. Κανειάς δεν με εάχει δει τοάσο εκτεθειμεάνη και ο Χαάρρυ εάχει δει τοάσα
πολλαά κοριάτσια πολυά πιο οάμορφα αποά μεάνα. Τα χεάρια μου κινουάνται για να
καλυάψουν το σωάμα μου, ο Χαάρρυ σηκωάνεται και αρπαάζει και τα δυο χεάρια μου
αποά τις φλεάβες και τα σπρωάχνει.
"Ποτεά μην καλυφτειάς, οάχι για μεάνα!" λεάει και κοιταάζει τα μαάτια μου. "Ειάναι
απλαά.." αρχιάζω να εξηγωά αλλαά με κοάβει.
"Οάχι δεν θα καλυφτειάς! Δεν εάχεις τιάποτα να ντρεάπεσαι Τεάσσα!" το εννοειά
αυτοά; 'Το εννοωά! Κοιάτα τον εαυτοά σου!" λεάει, φαιάνεται σαν να διαβαάζει το
μυαλοά μου.
"Εχεις παάει με τοάσα πολλαά κοριάτσια.." επισημαάνω και αυτοάς συνοφρυωάνεται.
"Καμιάα σαν εσεάνα.." μπορουάσα να ερμηνευάσω την απαάντηση του με πολλουάς
διαφορετικουάς τροάπους, αλλαά επιλεάγω να το αφηάσω.
'Εάχεις προφυλακτικοά;" Τον ρωταάω, προσπαθωάντας να θυμηθωά τα λιγοσταά
πραάματα που ξεάρω για το σεξ.
"Προφυλακτικο;” Γελαει. ” Δεν προάκειται να καάνω σεξ μαζιά σου.." λεάει και
αρχιάζω να πανικοβαάλλομαι. Ειάναι οάλα αυταά εάνα παιχνιάδι για να με
ταπεινωάσει;
"Ω" ειάναι το μοάνο που μπορωά να πω, αρχιάζω να τραβαάω τον εαυτοά μου να
σηκωθειά, αλλαά αυτοάς με αρπαάζει αποά τους ωάμους και με σπρωάχνει απαλαά
παάλι πιάσω.
"Που παάς;" Επανεάρχεται στην πραγματικοάτητα. "Αχ οάχι… δεν το εννοουάσα εάτσι,
απλαά ηθελα να πω αφου δεν εάχεις καάνει ποτε τιάποτα..οποτε γι 'αυτοά δεν
προάκειται να καάνω σεξ μαζιά σου! Σηάμερα.." προσθεάτει και αισθαάνομαι την
πιάεση στο στηάθος μου να φευάγει.
'Υπαάρχουν πολλαά πραάγματα που θεάλω να σου καάνω πρωάτα.." λεάει μες στο
αφτιά μου και ανεβαιάνει παάνω μου, οάλο το βαάρος του υποστηριάζετε στα χεάρια
του. Ειάναι σε θεάση push-up, τα βρεγμεάνα μαλλιαά του σταάζουν νεροά στο
προάσωπο μου και κουλουριαάζομαι.
"Δεν μπορωά να πιστεάψω οάτι κανεάνας δεν σε εάχει πηδηάξει νωριάτερα.." ψιθυριάζει
και μετατοπιάζει το σωάμα του προς το πλευροά του ξαναά. Φεάρνει το χεάρι του στο
λαιμοά μου και το κατεβαάζει προς τα καάτω, αγγιάζοντας με μοάνο με τα

92

ακροδαάχτυλα του. Μεταά γυάρω αποά την καμπυάλη του στηάθους μου, καάτω στο
στομαάχι μου και σταματαάει ακριβωάς παάνω στο εσωάρουχο μου. Σ' αληάθεια το
καάνουμε αυτοά, εγωά και ο Χαάρρυ. Τι προάκειται να καάνει; Θα πονεάσει; Εκατοά
σκεάψεις περνουάν αποά το μυαλοά μου, αλλαά εξαφανιάζονται αμεάσως μοάλις το
χεάρι του εισεάρχεται στο εσωάρουχο μου. Τον ακουάω να παιάρνει μια βαθιαά
αναάσα μεάσα αποά τα δοάντια του, και φεάρνει το στοάμα του στο δικοά μου. "Σου
αρεάσει αυτοά;" ρωταάει μεάσα στο στοάμα μου. Αισθαάνομαι σαν να με τριάβει
απλωάς, μα πως γιάνεται να’ναι να τοάσο ωραιάο; Γνεάφω και εκειάνος επιβραδυάνει
τα δαάχτυλα του.
"Αισθαάνεσαι καλυάτερα αποά οάτι οάταν το καάνεις;" Τι;
"Πες μου;" ρωταάει ξαναά.
"Τ-..τι;" καταφεάρνω να πω ακοάμα κι αν δεν εάχω κανεάνα εάλεγχο παάνω στο
σωάμα μου ηά το μυαλοά μου αυτηά την στιγμηά.
"οάταν αγγιάζεις τον εαυτοά σου, μηάπως αισθαάνεσαι παροάμοια; Μισοά.. δεν το
εάχεις καάνει ουάτε αυτοά, εάτσι;" η φωνηά του ειάναι γεμαάτη εάκπληξη και καάτι
αάλλο..λαγνειάα; Αρχιάζει ξαναά να με φιλαάει και τα δαάχτυλα του συνεχιάζουν
να κινουάνται παάνω και καάτω. "Ανταποκριάνεσαι αμεάσως σε μεάνα..ειάσαι τοάσο
υγρηά.." λεάει και βογκαάω. Γιατιά αυτεάς οι βρωάμικες λεάξεις ακουάγονται τοάσο
καυτεάς οάταν τις λεάει ο Χαάρρυ; Αισθαάνομαι εάνα απαλοά τσιάμπημα και στεάλνει
εάνα σοκ που διαπερναάει ολοάκληρο το σωάμα μου.
"Τι..ηάταν αυτοά;" μισοά ρωταάω και βογκαάω. Γελαάει και δεν απανταάει, αλλαά
αισθαάνομαι να το καάνει ξαναά και η πλαάτη μου ανασκκωάνεται αποά το χορταάρι.
Το στοάμα του ταξιδευάει καάτω στον λαιμοά μου και μεταά στο στηάθος μου. Η
γλωάσσα του βυθιάζεται καάτω αποά το σουτιεάν μου και το αάλλο του χεάρι καάνει
μαλαάζει το αάλλο. Νιωάθω μια πιάεση στο στομαάχι μου και ειάναι καθαρηά
ευτυχιάα. Κραταάω τα μαάτια μου κλεισταά και δαγκωάνω το καάτω χειάλος μου, η
πλαάτη μου ανασηκωάνεται αποά το γρασιάδι για αάλλη μια φοραά και τα ποάδια
μου αρχιάζουν να τρεάμουν.
"Σωσταά Τεάσσα, εάλα σε μεάνα.." λεάει και νιωάθω οάτι ειάμαι εκτοάς ελεάγχου. "κοιάτα
με, μωροά μου.." λεάει και ανοιάγω τα μαάτια μου, και τον κοιταάω. To θεάαμα του
στοάματος του να δαγκωάνει το δεάρμα αποά το στηάθος μου, με στεάλνει στα αάκρα
και η οάραση μου γιάνεται λευκηά για λιάγα δευτεροάλεπτα. "Χαρρυ.."
επαναλαμβαάνω και μπορωά να πω αποά τον τροάπο που τα μαάγουλα του
κοκκινιάζουν, οάτι το λατρευάει. Βγαάζει το χεάρι του και το ξεκουραάζει παάνω στο
στομαάχι μου, οάσο εγωά προσπαθωά να επαναφεάρω την αναπνοηά μου στο
κανονικοά. Το σωάμα μου δεν εάχει αισθανθειά ποτεά τοάσο χαλαροά στο παρελθοάν.
"θα σου δωάσω εάνα λεπτοά να συνεάρθεις." γελαάει με τον εαυτοά του και κινειάται
μακριαά αποά μεάνα. Συνοφρυωάνομαι, θεάλω να μειάνει κονταά μου. Μεταά αποά τα
καλυάτερα λεπταά της ζωηάς μου, σηκωάνομαι και κοιταάζω προς τον Χαρρυ. Εάχει
φορεάσει το τζιν του και τα παπουάτσια του.
"Φευάγουμε κι οάλας;" η αμηχανιάα ειάναι σαφηά στην φωνηά μου. Υπεάθεσα οάτι θα
ηάθελε να τον αγγιάξω κι εγωά, ξεάρω οάτι δεν γνωριάζω τι πρεάπει να καάνω, αλλαά
θα μπορουάσε να μου το εξηγηάσει.
"Ναι, θα ηάθελες να καάτσουμε περισσοάτερο;" "Απλαά σκεάφτηκα..δεν
ξεάρω..σκεάφτηκα οάτι ιάσως θα ηάθελες καάτι.." δεν εάχω ιδεάα πως να του το πω
αυτοά. Ευτυχωάς για μεάνα το καταάλαβε.

93

"Ω, οάχι, ειάμαι ενταάξει!Για τωάρα.." λεάει και μου διάνει εάνα μικροά χαμοάγελο. Αν
παάμε πιάσω, θα ειάναι παάλι κακοάς απεάναντιά μου; Ελπιάζω πως οάχι, οάχι μεταά αποά
αυτοά! Εγωά μοάλις μοιραάστηκα την πιο ενδοάμυχη εμπειριάα που ειάχα μαζιά του,
δεν θα ειάμαι σε θεάση να το αντεάξω, αν με αντιμετωπιάζει απαιάσια ξαναά. Ειάπε
"για τωάρα" οποάτε..θεάλει καάτι αργοάτερα; Αρχιάζω ηάδη να το μετανιωάνω. Εάβαλα
τα ρουάχα μου παάνω αποά το υγροά σουτιεάν και το κιλοταάκι μου προσπαθωάντας
να αγνοηάσω την υγρασιάα αναάμεσα στους μηρουάς μου. Ο Χαρρυ μαζευάει το
υγροά του πουκαάμισο και το διάνει σε μεάνα.
Καταλαβαιάνει την μπερδεμεάνη μου εάκφραση και λεάει:"για σκουπιστειάς.." Οάου!
Ξεκουμπωάνω το παντελοάνι μου και δεν μπαιάνει στον κοάπο να γυριάσει αποά την
αάλλη καθωάς καάνω αυτοά που μου προάτεινε, και του διάνω πιάσω το πουκαάμισο. Ο
ιάδιος δεν φαιάνεται να ενοχλειάται αποά αυτοά, αφουά το κουβαλαάει στο χεάρι του,
ενωά εγωά βαζω τα παπουάτσια μου. Ο αεάρας γυάρω μας εάχει αλλαάξει αποά
παάθους, σε αποάστασης. Και βριάσκω τον εαυτοά μου να ευάχεται να ηάμουν οάσο πιο
μακριαά αποά αυτοάν γιάνεται.
Περιμεάνω αποά αυτοάν να μου μιληάσει καθωάς περπαταάμε πιάσω στο αυτοκιάνητο,
αλλαά δεν το καάνει. Στο μυαλοά μου ηάδη εάρχεται καάθε πιθανοά σεναάριο
χειροάτερης περιάπτωσης που μπορειά να προκυάψει στην συνεάχεια. Μου ανοιάγει
την ποάρτα και εγωά γνεάφω για να τον ευχαριστηάσω.
"Συμβαιάνει καάτι;" ρωταάει ενωά οδηγαάει πιάσω στον χωματοάδρομο.
"Δεν ξεάρω, γιατιά ειάσαι τοάσο περιάεργος τωάρα;"τον ρωταάω αν και φοβαάμαι για
την απαάντηση του.
"Εγω δεν ειάμαι...εσυά ειάσαι!"
"οάχι...εσυά δεν μου εχεις πει λεάξη, αποά την στιγμηά που..ξεάρεις.."
"Αποά τοάτε που σου εάδωσα τον πρωάτο σου οργασμοά;" τελειωάνει την προτασηά μου
και μεάνω με το στοάμα ανοιχτοά. Γιατιά ειάμαι ακοάμα εάκπληκτη αποά το βρωάμικο
στοάμα του;
"Εμ, ναι..απο τοάτε..δεν εάχεις πει τιάποτα, ντυθηάκαμε και φυάγαμε! Με καάνει να
νιωάθω σαν να με χρησιμοποιάησες ηά καάτι τεάτοιο!" η ειλικριάνεια φαιάνεται να
ειάναι η καλυάτερη επιλογηά αυτηά την στιγμηά.
"Τι; Φυσικαά και δεν σε χρησιμοποιάησα! Για να χρησιμοποιηάσω καάποιον πρεάπει
να παάρω και καάτι αποά αυτοάν!" λεάει και νιωάθω τα δαάκρυα να εάρχονται. Βαάζω
τα δυναταά μου να συγκρατηθωά, αλλαά εάνα μου ξεφευάγει.
"Γιατι κλαις; Τι ειάπα;" Πλησιαάζεικαι βαάζει το χεάρι του παάνω στον μηροά μου.
Προς εάκπληξη μου με ηρεμειά. "Εγωά δεν το εννοουάσα εάτσι, λυπαάμαι, Δεν εάχω
συνηθιάσει σε οάτι υποτιάθεται πρεάπει να ακολουθηάσει μεταά αποά καάτι παροάμοιο,
επιπλεάον δεν προάκειται να σε αφηάσω εάξω αποά την ποάρτα του δωματιάου σου
και να φυάγω.. Σκεάφτηκα οάτι ιάσως μπορουάμε να φαάμε μαζιά για βραδινο; Ειάμαι
βεάβαιος οάτι πεθαινεις της πειάνας" χαμογελαάει ειρωνικαά και χουφτωάνει
απαλαά τον μηροά μου.
Του χαμογελαάω, ανακουφισμεάνη αποά τα λοάγια του. Δεν ξεάρω τι ειάναι αυτοά
στον Χαρρυ που με καάνει τοάσο συναισθηματικηά, με καάθε δυνατοά τροάπο. Η ιδεάα
του να με χρησιμοποιειά με καάνει ακοάμα πιο αναστατωμεάνη απ' οάτι θα εάπρεπε,
και για πρωάτη φοραά αποά τοάτε που με πηάρε θυμηάθηκα οάτι εάχω αγοάρι. Τα
συναισθηάματα μου για τον Χαρρυ ειάναι τοάσο συγκεχυμεάνα, τον μισωά την μια
και θεάλω να τον φιληάσω την εποάμενη. Με καάνει να νιωάθω πραάγματα που ποτεά

94

δεν πιάστευα οάτι θα μπορουάσα, οάχι μοάνο σεξουαλικαά. Με καάνει να γελαάω και
να κλαιάω,να φωναάζω, αλλαά παάνω απ' οάλα με καάνει να νιωάθω ζωντανηά.

Chapter 29
95

"Λοιποάν τι ειάδος φαγητουά σου αρεάσει;" ο Χαρρυ ρωταάει και γελαάω. Τι
φυσιολογικηά ερωάτηση γι'αυτοάν να με ρωτηάσει. Πραγματικαά δεν ξεάρουμε
πολλαά ο ενας για τον αάλλο, εκτοάς αποά το γεγονοάς οάτι δεν τα παμε καλα και
ειάμαστε τελειάως αντιάθετοι. Τραβαάω τα μπλεγμενα -σχεδοάν- στεγνωμενα
μαλλιαά μου και τα πιαάνω κοάτσο καθωάς παιρνω το χρονο μου να σκεφτωά το τι
θεάλω για να φαάω.
"Λοιποάν μου αρεάσουν τα παάντα αρκειά να ξεάρω τι ειάναι και να μην περιεχει
κεάτσαπ!" του λεάω και γελαάει.
"Δεν σου αρεάσει η κεάτσαπ; Υποτιάθεται οάτι ολοι οι Αμερικανοι λατρευουν την
κεάτσαπ!" με πειραάζει.
"Δεν εάχω καμιάα ιδεάα, αλλαά ειάναι αηδιαστικηά!" και οι δυο γελαάμε και κοιταάω
προς τον Χαρρυ. Το χεάρι του ειάναι ακοάμα στον μηροά μου και ελπιάζω να μη το
μετακινησει ποτεά.
"Ας αρκεστουμε σε εάνα απλοά δειάπνο τοάτε..;;" γνεάφω και πλησιαζει για να
ανοιάξει την μουσικηά αλλαά σταματαάει και βαάζει το χεάρι του παλι πιάσω στο ποδι
μου.
'Λοιποάν τι σκοπευάεις να καάνεις μεταά το κολεάγιο;" με ρωταάει. Μου το εάχει
ξαναρωτηάσει στο παρελθοάν, οταν ημασταν στο δωμαάτιο του.
"Θα παάω να μειάνω αμεσως στο Σιαάτλ, και ελπιάζω να δουλεάψω σε εάναν
εκδοτικοά οιάκο, ηά να γιάνω συγγραφεάας,ξεάρω οάτι ειάναι χαζοά.." λεάω και νιωάθω
ξαφνικαά αμηάχανα αποά τις υψηλεάς προσδοκιες μου. "Με εάχεις ρωτηάσει και στο
παρελθοάν θυμαάσαι;"
"Οάχι δεν ειάναι! Ξεάρω καάποιον που γνωριζει τον προεδρο του εκδοτικουά οιάκου
Vance…ειάναι λιγο μακρυς ο δρομος οδηγωάντας , αλλαά ιάσως θα πρεπει να
υποβαλεις αιτηση εκει ως ειδικευομενη, θα μπορουάσα να του μιληάσω.."
"Τι; Θα το εάκανες αυτοά;" Εκπληάσσομαι, παροάλο που ειναι καλοάς μαζι μου εδωά
και μια ωάρα, αυτοά ειάναι πεάρα αποά αυτοά περιάμενα.
"Ναι δεν ειάναι και μεγαάλη υποάθεση." φαιάνεται λιάγο αμηάχανος. Ειάμαι βεάβαιη
οάτι δεν εάχει συνηθιάσει να καάνει καλαά πραάγματα.
"Αχ, σε ευχαριστωά. Πραγματικαά. Πρεάπει να βρω μια δουλειάα ηά να κανω
πρακτικη ως ειδικευομενη συάντομα και ουάτως συ αάλλως αυτο κυριολεκτικαά θα
‘ταν εάνα οάνειρο για εμενα." του λεάω και χειροκροταάω. Γελαάει και κουναάει το
κεφαάλι του.
"Παρακαλωά!" στριάβει σε εάναν μικροά χωάρο σταάθμευσης που’χει εάνα παλιοά
κτηάριο αποά τουάβλα στο κεάντρο του. "Το φαγητοά εδωά ειάναι καταπληκτικοά!" λεάει

96

και βγαιάνει εάξω αποά το αυτοκιάνητο. Ο Χαρρυ προχωραάει προς το πορτ-παγκαζ
και ανοιάγει για να παρει μια ακομη μαυάρη μπλουάζα, πρεάπει να εάχει μια
ατελειάωτη στιάβα αποά τετοιες μπλουζες. Τον απολαάμβανα τοάσο πολυά χωριάς
μπλουάζα, που ξεάχασα οάτι τελικαά θα επρεπε να φορεάσει μια.
Οάταν μπαιάνουμε μεάσα, καθομαστε και το μεάρος μοιαάζει εάρημο. Μια
ηλικιωμεάνη κυριάα περπαταάπρος το τραπεάζι και μας διάνει τα μενουά μας. Ο
Χαρρυ καταληάγει στο να παραγγειάλει εάνα χαάμπουργκερ με παταάτες
τηγανιτες και παιρνω και εγω το ιάδιο.
"Ωραιάο ε;" ρωταάει καθωάς τρωάω την πρωάτη μου μπουκιαά, γνεάφω καταφατικα και
σκοπιάζω το στοάμα μου. Το φαγητοά ηταν πεντανοάστιμο και εάχουμε καθαριάσει
τα πιαάτα μας. Η διαδρομη πισω στην εστια ειάναι χαλαρη και μιλαω στον
Χαρρυ για την πολη στην οποια μεγαλωσα το Richland, μου λεει οάτι δεν την
εχει ξανακουσει. Δεν χανει και τιποτα, η πολη ειάναι μικρη και ολοι κανουν τα
ιδια πραγματα και κανεις ποτε δεν φευγει. Εκτος αποά εμενα, δεν προκειται
να ξαναγυρισω πισω. Εκεινος, δεν μου λεει και πολλα για τον εαυτο μου,
αλλα ελπιζω οάτι θα το κανει συντομα. Ειάναι πολυά περιάεργος για την παιδικηά
μου ηλικα και συνοφρυεται οάταν του αναφερερω το προβλημα του πατερα ου
με το αλκοολ. Του το ειχα αναφερει ξανα καθως μαλωναμε αλλα αυτηά την
φορα με περισσοτερες λεπτομερειες. Τα μακρια του δαχτυλα σχηματιζουν
κυκλους στο ποδι μου καθως οδηγει και στενοχωριεμαι οάταν βλεπω την
πιδακιδα του πανεπιστημιου οάτι φτασαμε πισω στις εστιες.
“Περασες ωραια? “ τον ρωταω. Νιωθω πολυά πιο ανετα μαζι του τωρα, απ’οάτι
μερικες ωρες πριν. Ξερω οάτι μπορει να γινει καλος, οάταν προσπαθει.
“Ναι, περασα ωραια παραδοξως“ ακουγεται εκπληκτος. “Θα σε πηγαινα
μεχρι το δωματιο σου αλλα θελω να αποφυγω τις “20 ερωτησεις“ με την Στεφ
“ χαμογελαει και γυριζει το σωμα του στο πλαι για να με αντικρισει.
“Δεν πειραζει, θα σε δω αυριο“ του λεω. Δεν ειμαι σιγουρη εαάν θα πρεπει να
πλησιασω για να τον φιλησω ηά οάχι. Ανακουφιζομαι οάταν τα δαχτυλα του
παιρνουν μερικες τουφες αποά τα μαλλια μου και τις βαζει πισω αποά το αυτι
μου. Ακουμπαω το προσωπο μου στο χερι του και εκεινος πλησιαζει πανω αποά
το διαχωριστικο σκυβοντας να με φιλησει. Ξεκινα σαν εάνα απλο και απαλο
φιλι, αλλα νιωθω να ζεσταινει ολο μου το σωμα και χρειαζομαι κι αάλλο. Ο
Χαρρυ αρπαζει τον ωμο μου και με τραβαει για να με βοηθησει να
σκαρφαλωσω πανω αποά το διαχωριστικο. Γρηγορα υπακουω και βρισκομαι
στην αγγαλια του, καθενα αποά τα ποδια μου στην δυο πλευρες του. Νιωάθω το
καθισμα να βυθιζεται λιγο προς τα πισω, δινοντας μας περισσοτερο χωρο
καθως ανεβαζω λιγο την μπουζα του για να περασω το χερι μου αποά κατω
της. Το στομαχι του ειάναι σκληρο και το δερμα του καυτο.
Η γλωσσα του μαλαζει την δικη μου και τυλιγει τα χερια του γυρω αποά την
πλατη μου σφιχτα. Το αισθημα ειάναι σχεδον οδυνηρο, αλλα ειάναι κατι που

97

ευχαριστως θα υπεμενα αμα ειάναι να βρισκομαι τοσο κοντα του. Βογγαει
μεσα στο στομα μου καθως τα χερια μου μετακινουνται πιο ψηλα, μεσα αποά
την μπλουζα του. Μ’αρεσει που μπορω να τον κανω και εγω να βογγαει, που
εχω αυτηά την επιδραση πανω του. Η στιγμη διακοπτεται αποά τον ηχο του
κινητου μου.
“Ακομη μια ειδοποιηση? “ με πειραζει και εγω γελαω.
“Οάχι, ειάναι…ο Νοάα“ λεω καθως κοιταω την οθονη του. Η εκφραση του Χαρρυ
αλλαζει και παταω το πληκτρο για να κλεισει, αφηνοντας το διπλα στην
θεση του συνοδηγου. Δεν θα σκεφτομαι για τον Νοάα τωρα, διωχνω τις σκεψεις
μου στο πισω μερος του μυαλου μου. Σκυβω παλι πλησιαζοντας να φιλησω τον
Χαρρυ αλλα με σταματαει και κανει πισω.
“Νομιζω οάτι πρεπει να φυγω“ ο τονος της φωνης του στελνει ανατριχιλα σε
ολο μου το κορμι. Οάταν γυριζω να τον κοιταξω, το βλεμμα του ειάναι απομακρο
και η φωτια στο σωμα μου, αμεσως αντικαθισταται αποά ψυχροτητα.
“Χαρρυ, αγνοησε το. Θα του μιλησω για ολο αυτοά, απλα δεν ξερω ακομη το
πωάς και ποάτε. Θα ειάναι συντομα οάμως, το υποσχομαι“ του λεω. Ηξερα οάτι στο
πισω μερος του μυαλου μου, θα επρεπε να χωρισω με τον Νοάα την στιγμη που
φιλησα τον Χαρρυ θα πρωτη φορα. Δεν μπορω να ειμαι μαζι του, αφου τον
εχω ηδη προδωσει. Δεν θα ηθελα να με βαραινει σαν εάνα μαυρο συννεφο αποά
τυψεις. Ο τροπος με τον οποιο νιωθω κατι για τον Χαρρυ ειάναι ακομη ενας
λογος που δεν μπορω να’μαι πια μαζι με τον Νοάα, αγαπαω τον Νοάα αλλα εαάν
τον αγαπουσα οάπως του αξιζε, τοτε δεν θα ειχα αισθηματα για τον Χαρρυ.
Δεν θελω να πληγωσω τον Νοάα, αλλα δεν μπορω να γυρισω πισω τωρα.
“Να του μιλησεις για ποιο πραγμα? “ ρωταει αποτομα.
“Για ολο αυτο“ δειχνω με τα χερια γυρω μου. “Εμας“ του εξηγω.
“Εμας? Δεν προσπαθεις να μου πεις οάτι θα χωρισεις μαζι του… εξαιτιας μου,
σωστα? “
Τι? Το κεφαλι μου αρχιζει να γυριζει. Ξερω οάτι πρεπει να φυγω αποά την
αγγαλια του, αλλα μενω ακινητη, παγωμενη.
“Δεν θες να χωρισω? “ η φωνη μου ακουγεται σαν ψιθιρος.
“Οάχι, γιατι να χωρισεις? Θελω να πω οάτι αν θες να τον παρατησεις καντο,
αλλα μην το κανεις για εμενα“.
“Απλα…νομιζα…“ αρχιζω να χανω τα λογια μου.

98

“Σου εχω ηδη ξεκαθαρισει, οάτι δεν κανω σχεσεις Τερεσα“ λεει. Το μονο
πραγμα που με ωθει να σηκωθω αποά την αγγαλια του ειάναι το γεγονος οάτι
αρνουμαι να το αφησω να με δει να κλαιω, ξανα.
“Με αηδιαζεις“ του λεω και παιρνω τα πραγματα μου. Φαινεται σαν να θελει
να μου πει κατι, αλλα δεν το κανει.
“Μεινει μακρυα μου αποά εδωά και περα, το εννοω! “ λεω και κλεινει τα ματια
του.
Περπαταω οσο το δυνατον γρηγοροτερα στο δωματιο μου, κατφερνω να
κρατησω τα δακρυα μου μεχρι να μπω μεσα και να κλεισω την πορτα. Ειμαι
τοσο ευγνωμων που το δωματιο ειάναι αδειο, καθως γλιστραω κατηφορικα στην
πορτα μου και ξεσπαω σε κλαματα. Πως γινεται να ειμαι τοσο χαζη? Ηξερα
αποά πριν πως ηταν οάταν συμφωνησα να βρεθω μονη μαζι του, και οάμως ειπα
ναι στην πρωτη ευκαιρια. Επειδη σημερα ηταν καλος απεναντι μου σκεφτηκα
οάτι τι? Θα γινοταν το αγορι μου? Γελαω μεσα αποά τα δακρυα μου, για το ποσο
χαζη και αφελης ημουν. Δεν μπορω οάμως να’μαι ουτε θυμωμενη με τον Χαρρυ,
μου ειπε οάτι δεν κανει σχεσεις, αλλα νομιζα οάτι σημερα περασαμε τοσο
ωραια, κρατησα τα κακογουστα σχολια του στο ελαχιστο και ηταν
πραγματικα ευχαρηστος και με περιπαιχτικη διαθεση. Ηταν οάλα ενα θεατρο,
απλα και μονο για με κανει να του δωθω και εγω τον αφησα.

99

Chapter 30
Τα δακρυα μου εχουν στεγνωσει και εχω κανει ντους και καταά καποιο τροπο
εχω ηρεμησει ψυχικα μεχρι την ωρα που η Στεφ επιστρεφει αποά το σινεμα.
"Λοιπον, πως ηταν η…εξοδος με τον Χαρρυ?" Με ρωταει καθως αρπαζει τις
πιτζαμες της αποά τν ντουλαπα.
"Ηταν ενταξει, ηταν ο κανονικος…γοητευτικος εαυτος του" της λεω
προσπαθωντας να χαμογελασω. Θελω να της πω για το τι καναμε αλλα
νιωθω αρκετα ντροπιασμενη. Ξερω οάτι δεν θα με εκρινε αλλα δεν θελω
κανεις να το μαθει, απλα ελπιζω ο Χαρρυ να μην το πει πουθενα, αν και δεν
θα το εκανε αυτοά. Η Στεφ με κοιταει ανησυχη και πρεπει να στρεψω αλλου το
βλεμμα μου.
"Απλα να προσεχεις, ενταξει? Εισαι πολυά καλη για καποιον σαν τον Χαρρυ"
μου λεει και θελω να την αγγαλιασω και να κλαψω στον ωμο της. Γνωριζει
τον Χαρρυ καλυτερα αποά ολους και ακομη και αυτηά νομιζει οάτι πρεπει να
μεινω μακρυα του.
"Πως ηταν η ταινια?" Αλλαζω θεμα. Μου λεει πως ο Τρισταν καθολη την
διαρκεια την ταάιζε ποπ-κορν και οάτι εχει αρχισει να της αρεσει πολυά. Θελω
να γελασω αλλα ξερω οάτι απλα ζηλευω που και στον Τρισταν αρεσει η Στεφ,
με τον ιδιο ακριβως τροπο που ο Χαρρυ δεν συμπαθει εμενα. Αλλα οάμως εχω
καποιον που με αγαπα και χρειαζεται να του φερομαι καλυτερα και να
μεινω μακρυα αποά τον Χαρρυ, στα αληθεια αυτηά την φορα.
Τελικα η Στεφ αποκοιμηθηκε και το ιδιο και εγω μετα αποά λιγο.
Το επομενο πρωινο αναγκαζω τον εαυτο μου να σηκωθει αποά το κρεβατι και
να ετοιμαστει. Νιωθω εξαντλημενη, δεν εχω καθολου ενεργεια και νιωθω οάτι
θα κλαψω ανα πασα στιγμη. Τα ματια μου ειάναι κοκκινα επειδη εχθες
εκλαιγα οποτε περπαταω προς την ντουλαπα της Στεφ και παιρνω το
βαλιτσακι του μεικ-απ. Παιρνω το καφε eyeliner και τραβαω μια λεπτη γραμμη

100

κατω αποά τα ματια μου και στο εσωτερικο τους. Με κανει να φαινομαι πολυά
καλυτερα. Βαζω και λιγη πουδρα για να καλυψω το κατω μερος του ματιου
μου δινοντας του λιγο χρωμα. Απλωνω και λιγη μασκαρα και δειχνω αάλλος
ανθρωπος. Νιωθω ευχαριστημενη τωρα με τον τροπο που δειχνω και φοραω το
στενο μου τζιν και εάνα φανελακι.
Νιωθω λιγο γυμνη, οποτε αρπαζω την ζακετα μου και την ριχνω αποά πανω.
Αυτηά ειάναι η μεγαλυτερη προσπαθεια που εχω κανει για να δειχνω
εμφανισιμη σε μια απλη σχολικη ημερα αποά την ημερα της αποφοιτησης μου.
Περναω αποά την καφετερια και παιρνω και εάνα καφε για τον Λιαμ. Εχω
φθασει αρκετα νωρις για το μαθημα, οποτε βαδιζω οσο πιο αργα μπορω.
"Γεια, εισαι η Τεσσα σωστα?" Ακουω την φωνη ενοάς αγοριου να μου μιλαει.
Κοιταζω και βλεπω το καλογουστο αγορι, Λουις νομιζω τον λενε.
"Ναι, ο Λουις σωστα?" Τον ρωταω και γνεφει.
"Θα ξαναρθεις αυτοά σαββατοκυριακο ετσι?" Με ρωτα. Μαλλον ειάναι και αυτος
μερος της αδελφοτητας του πανεπιστημιου. Φυσικα και ειάναι, αφου ειάναι
καλογουστος και πανεμορφος.
"Αχ οάχι...οάχι αυτοά το σαββατοκυριακο" Γελαει και χαμογελαει μαζι μου.
"Κριμα, ειχες πλακα. Αν αλλαξεις γνωμη ξερεις που θα μας βρεις."
Χαμογελαει."Πρεπει να φυγω αλλιως θα αργησω, τα λεμε" με χαιρεταιει
και απομακρυνεται.
Ο Λιαμ εχει ηδη καθισει και με ευχαριστει επανηλλημενα που του εφερα
καφε.
"Δειχνεις διαφορετικη σημερα" λεει καθως καθομαι.
"Εβαλα λιγο μεικ-απ" του λεω χαμογελωντας. Δεν με ρωταει για την βραδια
μου με τον Χαρρυ και ειμαι ευγνωμων για αυτοά. Δεν ειμαι ετοιμη να μιλησω
ακομη. Με το που σταματαω να σκεφτομαι τον Χαρρυ, φτανει η ωρα της
λογοτεχνιας.
Ο Χαρρυ καθεται στην κανονικη του θεση μπροστα. Θελω να ζητησω αποά τον
Λιαμ να αλλαξουμε θεσεις αλλα δεν μπορω να αρχισω να εξηγω τον λογο. Ο
Χαρρυ για πρωτη φορα φοραει εάνα λευκο φανελακι και τα τατουαζ του ειάναι
εμφανες. Εκπλησσομαι αποά το γεγονος οάτι βρισκω τα τατουαζ του και τις
τρυπες που εχει κανει ελκυστικες, δεν με πειραξε ποτε τιποτα αποά τα δυο.
Στρεφω γρηγορα το βλεμμα μου και βγαζω τις σημειωσεις μου. Ελπιζω ο Λιαμ
να ερθει συντομα για να μην νιωθω μονη με τον Χαρρυ απο διπλα μου.

101

"Τεσσα?" Ο Χαρρυ ψιθυριζει καθως η αιθουσα αρχιζει να γεμιζει. Οάχι. Μην του
απαντας. Αγνοησε τον. Λεω στον εαυτο μου.
"Τεσσα?" Λεει αυτηά την φορα δυνατοτερα.
"Μην μου μιλας Χαρρυ" λεω μεσα αποά τα δοντια μου και ακομη δεν τον εχω
αντικρυσει. Δεν θα πεσω παλι στην παγιδα του.
"Ω, ελα τωρα" λεει και μπορω να διακρινω οάτι γελαει μαζι μου.
"Το εννοω Χαρρυ, αφησε με ησυχη!" ο τονος μου ειάναι σκληρος, αλλα δεν με
νοιαζει.
"Καλα, οάπως θες!" λεει το ιδιο σκληρα και αναστεναζω. Ο Λιαμ καταφθανει
και ειμαι ευγνωμων.
"Εισαι καλα?" Ο Λιαμ με ρωταει ευγενικα.
"Ναι, ειμαι ενταξει." Λεω ψευδως και ξεκινα το μαθημα.
Μετα το μαθημα ο Χαρρυ φευγει πριν αποά εμενα και δεν προσπαθει να μου
ξαναμιλησει. Συνεχιζουμε να αγνοουμε ο ενας τον αλλον καθολη την
βδομαδα και εχω αρχισει να ξεχναω το λαθος που καναμε. Καάθε μερα που
περναει χωρις να του μιλαω το κανει πιο ευκολο να μην τον σκεφτομαι οταν
επιστρεφω στ δωματιο μου. Η Στεφ και ο Τρισταν εβγαιναν καθημερινα,
οποτε ειχα το δωματιο μονο για εμενα που ηταν και καλο και κακο. Καλο,
γιατι διαβαζα αρκετα αλλα κακο, διοτι εμενα μονη με τις σκεψεις μου να
τριγυρνουν στον Χαρρυ. Ολη αυτην την εβδομαδα εβαζα μεικ-απ αλλα
συνεχιζα να φοραω τα φαρδια και συντηρητικα μου ρουχα. Ερχεται η
παρασκευη λοιπον και νιωθω οάτι εχω ξεπερασει το ολο θεμα με το Χαρρυ,
αυτοά ισχυει μεχρι που αρχιζουν να μιλανε ολοι για το παρτυ. Γινεται παρτυ
καάθε παρασκευη και σαββατο συνηθως, οποτε γιατι νιωθουν την αναγκη να
ενθουσιαζονται τοσο με κατι που συμβαινει καάθε βδομαδα, απορω.
Αφου με εχουν ρωτησει ηδη 10 ατομα αν θα παω στ παρτυ, αποφασιζω να
κανω το μονο πραγμα που θα με αποτρεψει αποά το να παω. Τηλεφωνω στο
Νοάα.
"Γεια Τεσσα!" Λεει φωναχτα. Εχουν περασει οντως μερικες ημερες αποά τοτε
που μιλησαμε στο τηλεφωνο και μου’χει λειψει η φωνη του.
"Γεια, νομιζεις οάτι θα μπορουσες να ερθεις να με επισκεφθεις?" Τον ρωταω.
"Φυσικα, να το κανονησουμε για να ερθω το αάλλο σαββατοκυριακο" λεει και
γκρινιαζω.

102

"Οάχι, εννοω σημερα. Δηλαδη τωρα, θα μπορουσες να ερθεις τωρα?" Γνωριζω
οάτι του αρεσει να προσχεδιαζει τα πραγματα οάπως και σε εμενα, αλλα τον
χρειαζομαι τωρα.
"Εχω προπονηση μετα το σχολειο, ειμαι ακομη εδωά για την ακριβεια, τρωω
μεσημεριανο"
"Σε παρακαλω Νοάα, μου εχεις λειψει πολυά. Δεν μπορεις απλως να φυγεις
τωρα και να ερθεις εδωά για το σαββατοκυριακο? Σε παρακαλω!" ξερω οάτι τον
ικετευω αλλα δεν με νοιαζει.
"Χμμ..οκ φυσικα Τεσσα. Θα ερθω τωρα. Ειάναι οάλα ενταξει?" Εκλπησσομαι που
ο Νοάα συμφωνησε να’ρθει αλλα ειμαι χαρουμενη.
"Ναι, απλως μου λειπεις πολυά. Δεν σε εχω δει καθολου τις τελευταιες δυο
εβδομαδες" του υπενθυμιζω και γελαει.
"Και εμενα μου εχεις λειψει. Θα παω να παρω μια βεβαιωση και θα φυγω σε
λιγα λεπτα, οποτε θα’μαι εκει σε περιπου 3 ωρες. Σε αγαπω Τεσσα"
"Και εγω σ’αγαπω" του λεω και το κλεινω. Οποτε τωρα οποιαδηποτε
πιθανοτητα να καταληξω σε αυτοά το παρτυ εχει φυγει.
Νιωθω ανακουφισμενη καθως περπαταω για το μαθημα της λογοτεχνιας,
μεχρι που αντικρυζω τον Χαρρυ να καθεται πανω απο το θρανιο του Λιαμ. Τι
στο καλο συμβαινει?
Τρεχω γρηγορα και ο Χαρρυ χτυπαει το χερι του στο θρανιο με δυμανη." Μην
τολμησεις να ξαναπεις βλακειες σαν και αυτεάς, με ακουσες ηλιθιε?" Ο Χαρρυ
του λεει και ο Λιαμ σηκωνεται ορθιος. Ο Λιαμ πρεπει να’ναι τρελος αν νομιζει
οάτι μπορει να τα βαλει με τον Χαρρυ. Και ο Λιαμ ειάναι σωματωδης, αλλα
ειάναι τοσο ευγενικος, δεν μπορω να τον φανταστω να χτυπαει καποιον.
Αρπαζω τον ωμο του Χαρρυ και τον τραβαω μακρυα αποά τον Λιαμ. Το χερι του
υψωνεται στον αερα και οπισθοχωρω, μολις καταλαβαινει οάτι ειμαι εγω
κατεβαζει το χερι και βριζει κατω αποά την ανασα του.
"Aστον ησυχο Χαρρυ!" Φωναζω και αντικρυζω τον Λιαμ. Φαινεται το ιδιο
θυμωμενος με τον Χαρρυ αλλα καθεται παλι στην θεση του.
"Να κοιτας την δουλεια σου Τεσσα." Λεει φωναχτα ο Χαρρυ και καθεται κατω.
Στα αληθεια θα επρεπε να καθεται καπου στ πισω μερος.
Πλησιαζω στην μερια του Λιαμ και του ψιθυριζω "Εισαι ενταξει? Τι ηταν ολο
αυτοά?"

103

Κοταζει προς την μερια του Χαρρυ και αναστεναζει. "Ειάναι απλα ενας
μαλακας, αυτοά τα περιλαμβανει οάλα." Λεει χαμογελωντας. Γελαω
χαμηλοφωνα και γυριζω πισω στν θεση μου. Μπορω να ακουσω την βαρια
ανασα του Χαρρυ διπλα μου και εκεινη την στιγμη μου ερχεται μια ιδεα. Μια
παιδικη ιδεα, αλλα και παλι θα το κανω.
"Εχω καλα νεα!" Λεω στο Λιαμ με την πιο τελεια ευθυμη φωνη μου.
"Αληθεια? Τι ειάναι?"
"Ο Νοάα θα ερθει να με επισκεφθει σημερα και θα μεινει ΟΛΟ το
σαββατοκυριακο!" Λεω καθως χειροκτροταω απαλα. Το ξερω οάτι το παρακανω,
αλλα νιωθω το βλεμμα του Χαρρυ πανω μου και ξερω οάτι με ακουσε.
"Αληθεια? Αυταά ειάναι τελεια νεα!" Μου λεει χαμογελαστος ο Λιαμ. Το
μαθημα αρχιζει και τελειωνει με τον Χαρρυ να μην εχει πει λεξη. Ετσι θα’ναι
αποά εδωά και περα, και ειμαι ενταξει μ’αυτοά. Ευχομαι καλο σαββατοκυριακο
στο Λιαμ και επιστρεφω στο δωματιο μου να φρεσκαριστω και παιρνω κατι
να φαω πριν να ερθει ο Νοάα εδωά.
Χαμογελαω στον εαυτο μου καθως φτιαχνω το μεικ-απ μου, αποά ποτε ειμαι
εγω αποά εκεινες τις κοπελες που πρεπει να «φρεσκαριστουν» πριν να ερθει
το αγορι τους. Γνωριζω οάτι ειάναι αποά την ημερα στο ποταμι με τον Χαρρυ,
αυτηά η εμπειρια με αλλαξε και ο τροπος που με πληγωσε μετα, με αλλαξε
ακομη περισσοτερο. Ειάναι μονο μια μικρη διαφορα, αλλα ξερω οάτι ειάναι εκει.
Τρωω και συμαζευω λιγο το δωματιο μου, η μερια μου ειάναι ηδη καθαρη οποτε
διπλωνω τα ρουχα της Στεφ και τα βαζω στην θεση τους, ελπιζω να μην την
πειραξει. Το κινητο μου επιτελους χτυπαει και το μηνυμα του Νοάα οάτι εφτασε
εμφανιζεται. Πηδαω αποά το κρεβατι και τρεχω γρηγορα να τον χαιρετησω.
Δειχνει πιο ωραιος αποά ποτε, με τα μπλε του παντελονια, την μπεζ ζακετα
του και το ασπρο πουκαμισο αποά κατω της. Οντως φοραει πολλες ζακετες,
αλλα τις λατρευω. Το χαμογελο του ζεσταινει την καρδια μου και τυλιγει τα
χερια του γυρω μου και μου λεει ποσο ωραια ειάναι που με βλεπει επιτελους.
"Φορας μεικ-απ?" Με ρωταει καθως προχωραμε πισω στ δωματιο μου.
"Ναι, λιγουλακι. Ειάναι κατι που το δοκιμαζω τις τελευταιες ημερες" του εξηγω
και χαμογελαει.
"Σου πηγαινει!" μου κανει κοπλιμεντο και φιλαει το μετωπο μου.
"Σ’ευχαριστω. Λοιπον τι θελεις να κανεις το σαββατοκυριακο που θα’σαι εδωά?"
Τον ρωταω. Μου αφηνει να διαλεξω οποτε καταληγουμε στο να ψαχνουμε στο
Netflix να δουμε ταινια. Η Στεφ μου στελνει μηνυμα οάτι ειάναι με τον Τρισταν
και δεν θα επιστρεψει αποψε, οποτε κλεινω τα φωτα και ξαπλωνουμε στο
υψωμα του κρεβατιου με τα χερια του Νοάα γυρω αποά τον ωμο μου και το

104

κεφαλι μου να ακουμπαει στο στερνο του. Αυτηά ειμαι εγω, οάχι καποια αγρια
κοπελα που κολυμπαει με τν μπλουζα ενοάς punk αγοριου. Η πορτα ανοιγει και
περιμενω να δω την Στεφ αλλα φυσικα ειάναι ο Χαρρυ.
Τα ματια του στρεφονται κατευθειαν στον Νοάα και κοκκινιζω. Ηρθε για να το
πει στον Νοάα, το ξερω. Πανικοβαλλομαι και σηκωνομαι ορθια.
"Τι κανεις εσυ εδωά?" Λεω αποτομα και ο Χαρρυ γελαει.
"Θα συναντησω την Στεφ" απανταει και καθεται κατω." Γεια σου Νοάα,
χαιρομαι που σε ξαναβλεπω" λεει γελωντας πονηρα και ο Νοάα νιωθει αβολα.
Μαλλον θα αναρωτιεται γιατι ο Χαρρυ εχει αντικλειδι του δωματιου και δεν
μπαινει στον κοπο να χτυπησει πρωτα.
"Ειάναι με τον Τρισταν, μαλλον εχει φτασει ηδη στο σπιτι σου" λεω
χαμηλοφωνα, και τον παρακαλω να φυγει με το βλεμμα μου. Εαάν το πει στον
Νοάα τωρα, δεν εχω ιδεα πως θα ανακαμψω αποά αυτοά.
"Αα σοβαρα?" Ρωταει. Μπορω να καταλαβω αποά το υπουλο χαμογελο του οάτι
ηρθε εδωά για να με βασανησει. Μαλλον θα μεινει να περιμενει μεχρι να το
ομολογησω εγω η ιδια στον Νοάα. "Θα ερθετε εσεις οι δυο στο παρτυ?"
"Οάχι…δεν θα ερθουμε. Προσπαθουμε να δουμε ταινια βλεπεις!" Του απανταω
και ο Νοάα πλησιαζει και κραταει το χερι μου. Ακομη και στο σκοταδι, μπορω να
διακρινω το βλεμμα του Χαρρυ που ειάναι καρφωμενο πανω στο χερι του Νοάα
και το δικο μου.
"Αχ, πολυά κριμα. Καλυτερα να φευγω…Α και Νοάα.." ο Χαρρυ λεει και η καρδια
μου σταματα για μια στιγμη.
"Αυτο που φορας, ειάναι μια πολυά ωραια ζακετα." Δοξα το Θεο! Αφηνω μια
ανασα που δεν γνωριζα οάτι κρατουσα.
"Ευχαριστω, ειάναι αποά τα Gap." Απανταει ο Νοάα. Ειάναι τελειως αφελης, δεν
καταλαβε οάτι ο Χαρρυ τον κοροιδευει.
"Φυσικα και ειάναι!.. Να περαστε καλα οι δυο σας." Λεει ο Χαρρυ και φευγει
αποά το δωματιο.

105

Chapter 31
«Δεν ειάναι και τοσο κακος, υποθετω» λεει ο Νοάα και γελαω νευρικα. «Τι?»
σηκωνει το φρυδι του σε εμενα.
«Τιποτα, απλα εκπλησσομαι που το ειπες αυτοά» του λεω και ξαπλωνω παλι
πισω στο στερνο του. Ο ηλεκτρισμος που γεμισε το δωματιο λιγα λεπτα
νωριτερα εχει εξαφανιστει.
«Δεν λεω οάτι θα εκανα παρεα μαζι του αλλα ειάναι αρκετα φιλικος»

106

«Ο Χαρρυ δεν ειάναι ουτε στο ελαχιστο φιλικος» του λεω και γελαει
τυλιγοντας τα χερια του γυρω μου. Αχ και να ηξερε μονο τα πραγματα που
συνεβησαν αναμεσα σε εμενα και τον Χαρρυ, τον τροπο που φιλιθηκαμε, τον
τροπο που μουρμουριζα το ονομα του οάταν….για το Θεο Τεσσα σταματα.
Σηκωνω ψηλα το κεφαλι μου και φιλαω το πιγουνι του Νοάα, κανοντας τον να
χαμογελασει. Θελω ο Νοάα να με κανει να νιωσω οάπως με εκανε ο Χαρρυ.
Σηκωνομαι ορθια και τον αντικρυζω. Παιρνω το προσωπο του αναμεσα στα
χερια μου και αγγιζω τα χειλη μου πανω στα δικα του. Το στομα του ανοιγει
και με φιλα και αυτος. Τα χειλη του ειάναι απαλα, οάπως και το φιλι του.
Χρειαζομαι την φωτια, χρειαζομαι το παθος. Τυλιγω τα χερια μου γυρω αποά
τον λαιμο του και σηκωνω τον εαυτο του ωάστε να τοποθετηθω στην αγγαλια
του.
«Ει, Τεσσα τι κανεις?» Με ρωταει καθως προσπαθει να με σπρωξει απαλα
αποά επανω του.
«Τι? Τιποτα, εγω απλως…θελω να φιληθουμε υποθετω» λεω και κοιταω κατω.
Συνηθως δεν ντρεπομαι μπροστα στον Νοάα αλλα αυτοά δεν ειάναι κατι που
συζηταμε συχνα.
«Ενταξει?» μου απανταει και τον ξαναφιλαω. Νιωθω την ζεστασια αποά
εκεινον αλλα οχι την φωτια. Αρχιζω να κουναω τους γοφους μου, ελπιζοντας
να αναψω την φωτια που επιζητω. Τα χερια του κατεβαινουν στην μεση μου
αλλα με σπρωχνει ελαφρα αποά επανω του, σταματωντας τις κινησεις μου.
Ξερω οάτι εχουμε συμφωνησει να περιμενουμε μεχρι το γαμο αλλα εγω
απλως τον φιλαω. Αρπαζω τα χερια του και τα σπρωχνω μακρυα καθως
συνεχιζω να κουνιεμαι επανω του. Οσες φορες και να προσπαθησω να τον
φιλησω πιο εντονα, το στομα του παραμενει απαλο και σταθερο. Τον νιωθω
να αναβει αποά κατω μου, αλλα δεν κανει καμια κινηση για αυτοά.
Γνωριζω οάτι το κανω αυτοά για ολους τους λαθως λογους αλλα δεν με νοιαζει
αυτηά την στιγμη, απλα χρειαζομαι να μαθω εαάν ο Νοάα μπορει να εχει την
ιδια επιδραση με τον Χαρρυ πανω μου.
Δεν ειάναι ο Χαρρυ αυτοά που επιζητω, ειάναι το συναισθημα που μου προκαλει,
σωστα?
Σταματω να φιλω τον Νοάα και κατεβαινω αποά την ποδια του.
«Αυτοά ηταν ωραιο Τεσσα» μου χαμογελαει και ανταποδιδω. Ηταν «ωραιο».
Ειάναι τοσο προσεκτικος, παραειναι βασικα, αλλα τον αγαπω. Παταω εκκινηση
για να αρχισει η ταινια και μεσα σε λιγα λεπτα νιωθω να αποκοιμαμαι.
«Πρεπει να φυγω» λεει ο Χαρρυ. Τα πρασινα ματια του με κοιτουν.
«Να πας που?» δεν θελω να φυγει.

107

«Θα παω να μεινω σε εάνα ξενοδοχειο εδωά κοντα, θα επιστρεψω το πρωι» μου
λεει και το προσωπο του εξαφανιζεται και βλεπω μπροστα μου τον Νοάα.
Τιναζομαι και σηκωνομαι να τριψω τα ματια μου, ειάναι ο Νοάα. Δεν ηταν ποτε
ο Χαρρυ.
«Εισαι προφανως πολυά νυσταγμενη, και δεν μπορω να μεινω εδωά το βραδυ»
χαμογελαει και χαιϊδευει το μαγουλο μου. Θελω να μεινει αλλα φοβαμαι
για το τι θα πω στον υπνο μου. Γνωριζω οάτι ο Νοάα δεν θα θεωρουσε οάτι ειάναι
σωστο να μεινει στο δωματιο μου. Ο Χαρρυ και ο Νοάα ειάναι τελειως αντιθετοι.
Με καάθε τροπο.
«Ενταξει, σ’ευχαριστω και παλι που ηρθες» μουρμουριζω και με φιλαει
απαλα στο μαγουλο πριν να απομακρυνθει αποά διπλα μου.
«Σε αγαπαω» μου λεει και γνεφω καθως ακουμπω το κεφαλι μου παλι πισω
στο μαξιλαρι.
Το επομενο πρωινο με ξυπναει το τηλεφωνημα του Νοάα. Μου λεει οάτι
βρισκεται στο δρομο για να ερθει οποτε σηκωνομαι αποά το κρεβατι και παω
γρηγορα στις ντουζιερες. Ειχα υπολογησει να κανω εάνα γρηγορο μπανιο,
αλλα το ζεστο νερο ειάναι τοσο ωραιο πανω στους πιασμενους μου μυες. Τι να
κανουμε σημερα με τον Νοάα? Δεν εχει και πολλα να κανεις εδωά τριγυρω,
εκτος και εαάν παμε στην πολη, ισως πρεπει να στειλω μηνυμα στον Λιαμ για
να τον ρωτησω τι θα μπορουσαμε να κανουμε εδωά, περα αποά τα παρτυ.
Φαινεται να ειάναι ο μονος φιλος που εχω και μπορει να ξερει.
Αποφασιζω να φορεσω την γκριζα φουστα μου με πιετες και εάνα απλο μπλε
μπλουζακι. Αγνοω την φωνη του Χαρρυ στο πισω μερος του μυαλου μου, που
μου λεει οάτι η φουστα μου ειάναι ασχημη. Ο Νοάα βρισκεται στην εισοδο
περιμενοντας εξω αποά την πορτα καθως επιστρεφω με την πετσετα ακομη
στα μαλλια μου.
«Εισαι πανεμορφη» μου χαμογελαει και μου κραταει το χερι ενωά ανοιγω την
πορτα.
«Απλα πρεπει να φτιαξω τα μαλλια μου και να βαφτω λιγο» του λεω και
αρπαζω το βαλιτσακι της Στεφ. Ειμαι ευγνωμων που δεν το παιρνει μαζι της,
θα χρειαστει να αγορασω τα δικα μου, τωρα που ξερω οάτι μ’αρεσει ο τροπος
που δειχνει πανω μου το μακιγιαζ.
Καθεται υπομονετικα στο κρεβατι μου καθως στεγνωνω τα μαλλια μου και
στριφογυριζω τις ακρες. Σταματαω να τον φιλησω στο μαγουλο, πριν να παω
να μακιγιαριστω. «Τι θα ηθελες να κανεις σημερα?» τελειωνω με την
μασκαρα και τιναζω τα μαλλια μου.

108

«Το πανεπιστημιο σου πηγαινει Τεσσα, πραγματικα δεν εδειχνες ποτε
καλυτερα» Ο Νοάα με κολακευει. «Δεν ξερω, μαλλον θα μπορουσαμε να παμε
στο παρκο ηά κατι παρομοιο, μετα για δειπνο?» Μου απανταει και κοιταζω το
ρολοι. Ποτε πηγε 1 το μεσημερι? Στελνω μηνυμα στην Στεφ και την ενημερωνω
οάτι θα ειμαι εξω για σημερα και μου απανταει λεγοντας μου οάτι δεν θα ερθει
μεχρι αυριο. Εχω παρατηρησει οάτι πλεον μενει στο σπιτι της αδελφοτητας,
που ειάναι μελος και ο Χαρρυ, τα σαββατοκυριακα.
Οδηγουμε τριγυρω να βρουμε εάνα παρκο και μας παιρνει πολυά λιγο χρονο για
να βρουμε ενα.
«Ποτε θα αρχισεις να ψαχνεις για αμαξι?» Με ρωταει καθως παρκαρει ο
Νοάα. Το παρκο που βρηκαμε ειάναι μικρο και ησυχο.
«Νομιζω αυτη την εβδομαδα για την ακριβεια. Θα κανω αιτηση και για να βρω
δουλεια την ιδια βδομαδα» Δεν αναφερω την ειδικοτητα στον εκδοτικο οικο
Vance που ο Χαρρυ μου προτεινε.
«Αυταά ειάναι σπουδαια νεα, πες μου αν χρειαστεις τιποτα» μου λεει και
γνεφω. Περπαταμε γυρω αποά το παρκο και καθομαστε σε εάνα τραπεζι του
πικ-νικ. Μιλαει για το περισσοτερο της ωρας και εγω απλως γνεφω
καταφατικα. Νιωθω να αποσπουμε αποά την συζητηση περιοδικα, αλλα δεν
φαινεται να το παρατηρει. Καταληγουμε στο να περπατησουμε λιγο ακομη
και φτανουμε σε εάνα μικρο ποταμι. Γελαω με τον εαυτο μου και ο Νοάα με
κοιταζει μπερδεμενος.
«Θα ηθελες να κολυμπησεις?» δεν ειμαι σιγουρη γιατι το ειπα αυτοά.
«Εκει μεσα? Με τιποτα» γελαει και χαστουκιζω τον εαυτο μου εσωτερικα. Θα
πρεπει να σταματησω να συγκρινω τον Νοάα με τον Χαρρυ.
«Πλακα εκανα» λεω ψευδως και τον σερνω μαζι μου παρακατω στο μονοπατι.
Εχει παει 7 το απογευμα πριν γυρισουμε αποά το παρκο οποτε αποφασιζουμε
να παραγγειλουμε πιτσα οάταν επιστρεψουμε στο δωματιο μου και να δουμε
ταινια. Πεθαινω της πεινας την ωρα που καταφθανει η πιτσα μας οποτε τρωω
σχεδον την μιση μονη μου. Λεω στον εαυτο μου οάτι δεν εχω φαει ολη την
ημερα. Στα μεσα περιπου της ταινιας το κινητο μου χτυπαει και ο Νοάα
πλησιαζει και το πιανει για χαρη μου.
«Ποιος ειάναι ο Λιαμ?» με ρωταει. Δεν εχει καμια καχυποψια η φωνη του,
απλα περιεργεια. Δεν ηταν ποτε ο ζηλιαρης τυπος, δεν χρειαστηκε να γινει.
Μεχρι τωρα.
«Ειάναι ενας φιλος αποά το πανεπιστημιο» του απανταω και σηκωνω το
τηλεφωνο. Γιατι αραγε θα με επαιρνε τηλεφωνο ο Λιαμ τοσο αργα? Δεν με

109

εχει παρει ποτε για τιποτα αάλλο περα αποά το να συγκρινουμε τις σημειωσεις
μας.
«Τεσσα?» λεει δυνατα.
«Ναι, ειάναι οάλα ενταξει?»
«Εμ…, βασικα οάχι. Ξερω οάτι ο Νοάα ειάναι εκει αλλα…» δισταζει να μιλησει.
«Τι συμβαινει Λιαμ?» Η καρδια μου αρχιζει να χτυπα δυνατα. «Εισαι καλα?»
«Ναι, δεν ειμαι εγω. Ειάναι ο Χαρρυ» μου λεει και η καρδια μου φτερουγιζει.
«Ο Χ…χαρρυ?» τραυλιζω. Πανικοβαλλομαι αποά μεσα μου.
«Ναι, αν σου δωσω την διευθυνση μπορεις να ερθεις εδωά, σε παρακαλω?» μου
λεει και ακουω κατι να σπαει στο βαθος. Τιναζομαι αποά το κρεβατι και πριν
να το καταλαβω εχω βαλει ηδη τα παπουτσια μου.
«Λιαμ ο Χαρρυ προσπαθει να σε χτυπησει?» το μυαλο μου δεν μπορει να
βγαλει ακρη τι στο καλο θα μπορουσε να συμβανει.
«Οάχι, οάχι» μου απαντα.
«Στειλε μου την διευθυνση» του λεω και ακουω ξανα κατι να σπαει.
«Νοάα, χρειαζομαι το αμαξι σου.» Του λεω και γυρναει το κεφαλι του στο
πλαι.
«Τι συμβαινει?»
«Δεν ξερω…ο Χαρρυ.. Δωσε μου τα κλειδια σου!» του ξαναλεω και ψαχνει τις
τσεπες του.
«Θα ερθω μαζι σου» μου λεει και σηκωνεται. Αρπαζω τα κλειδια αποά τα
χερια του και κουνω το κεφαλι μου αρνητικα.
«Οάχι, εσυ… πρεπει να παω μονη μου» του λεω και δειχνει πληγωμενος.
Γνωριζω οάτι δεν ειάναι σωστο να τον αφησω εδωά αλλα το μονο που μπορω να
σκεφτω αυτηά την στιγμη ειάναι να φτασω στον Χαρρυ.

110

Chapter 32
'Εάσπευσα στο αυτοκιάνητο του Νοάα και το κινητοά μου δονηάθηκε με το μηάνυμα του
Λιάαμ.
''2875 Cornell RD'' Πληκτρολοάγησα την διευάθυνση στην πλοηάγηση του τηλεφωάνου
και βγηάκα εάξω αποάτο παάρκινγκ. Θα εάφτανα σε δεκαπεάντε λεπταά. Τι μπορειά να
γινοάταν εκειά ωάστε ο Λιάαμ να με χρειαάζεται εκειά. Εγωά και ο Χαάρρυ δεν μιλαάμε
καν. Ελπιάζω να ειάναι καλαά και να μην εάχει παάθει κακοά. Δεν μπορουάσα να
καταλαάβω τι ηάχος ηάταν αυτοάς, ακουγοάταν σαν καάτι να σπαάει. Ειάμαι ακοάμα
τοάσο μπερδεμεάνη αποά οάταν ηάρθα εδωά οάσο ηάμουν και οάταν εάφυγα αποά το
δωμαάτιο. Ο Νοάα μου εάκανε δυάο κληάσεις αλλαά τις αγνοάησα. Ειλικριναά, το
μπερδεμεάνο υάφος στο προάσωπο του οάταν τον αάφησα με στοιχειωάνει.
Τα σπιάτια σε αυτοά το δροάμο ειναιά οάλα μεγαάλα και μοιαάζουν με αρχοντικαά.
Αυτοά το σπιάτι ειδικαά ειάναι τουλαάχιστον τρεις φορεάς μεγαλυάτερο αποά της
μαμαάς μου.Ειάναι παλιομοδιάτικο και τουάβλινο. Η αυληά ειάναι κλειστηά με
αποτεάλεσμα να φαιάνεται σαν να ειάναι σε υάψωμα. Ακοάμακαι καάτω αποά τα
φωάτα του δροάμου ειάναι οάμορφο. Πρεάπει να ειάναι το σπιάτι του πατεάρα του
Χαάρρυ, αυτοά ειάναι το μοάνο συμπεάρασμα που μπορωά να βγαάλω επειδηά λογικαά
θα 'ναι και ο Λιάαμ εδωά. Πηάρα μια βαθιαά αναάσα και περπαάτησα στο δρομαάκι.
Οάταν εάφτασα, χτυάπησα δυναταά την σκοτεινηά ποάρτα και αάνοιξε εντοάς
δευτερολεάπτων.
-''Τεάσσα,σε ευχαριστωά που ηάρθες. Ο Νοάα ειάναι μαζιά σου?'' ρωάτησε ο Λιάαμ
καιμου εάκανε νοάημα να μπω μεάσα.
-''Οάχι, εάμεινε πιάσω στους κοιτωάνες. Τι συμβαιάνει? Πουάειάναι ο Χαάρρυ?''
-''Εάιάναι στην πιάσω αυληά. Ειάναι εκτοάς ελεάγχου.''αναστεάναξε.
-''Και εγωά για ποιοά λοάγο ειάμαι εδωά?'' ρωάτησα οάσο πιο ευγενικαά μπορουάσα. Τι
σχεάση εάχω εγωά που ο Χαάρρυ ειάναι εκτοάς ελεάγχου?
-''Δεν ξεάρω, το ξεάρω πως τον μισειάς αλλαά ειάναι μεθυσμεάνος και εντελωάς
επιθετικοάς. Εμφανιάστηκε εδωά και αάνοιξε εάνα μπουκαάλι ουιάσκι του πατεάρα του!
Ηάπιε το μισοά μπουκαάλι και αάρχισε να σπαάει πραάγματα. Οάλα τα πιαάτα της
μητεάρας μου, εάνα γυαάλινο ντουλαάπι και βασικαά οτιδηάποτε μπορουάσε να
πιαάσει στα χεάρια του''

111

-''Τι?? Γιατιά?? ''Ο Χαάρρυ μου εάχει πει οάτι δεν πιάνει... ''Ο πατεάρας του του ειάπε πως εκειάνος και η μητεάρα μου παντρευάονται'' μου
ειάπε για να μου εξηγηάσει.
-''Λοιποάν ο Χαάρρυ δεν τους θεάλει παντρεμεάνους?'' Ειάμαι ακοάμα μπερδεμεάνη. Ο
Λιάαμ με οδηάγησε στη μεγαάλη κουζιάνα οάπου ο Χαάρρυ ειάχε δημιουργηάσει μια
τεραάστια ακαταστασιάα. Υπαάρχουν σπασμεάνα πιαάτα διαάσπαρτα σε οάλο το
παάτωμα και εάνα μεγαάλο ξυάλινο ντουλαάπι χτυπημεάνο και σπασμεάνο.
-''Οχι, ειάναι μεγαάλη ιστοριάα. Αμεάσως μεταά αποά οάταν του ειάπε ο πατεάρας του
οάτι θα φυάγουν αποά τη ποάλη για το σαββατοκυάριακο. Ευχαριστωά το θεοά που δεν
ειάναι εδωά αλλαά νομιάζω γι' αυτοά ηάρθε εδωά ο Χαάρρυ, για να τον αντιμετωπιάσει.
Ποτεά δεν εάρχεται εδωά'' Μου εξηάγησε και αάνοιξε την πιάσω ποάρτα. Ειάδα μια σκιαά
να καάθεται σε εάνα μικροά τραπεάζι στην αυληά. Ο Χαάρρυ!
-''Δεν ξεάρω τι νομιάζεις οάτι μπορωά να καάνω, αλλαά θα προσπαθηάσω.''Ειπα στον
Λιάαμ και εάγνεψε καταφατικαά.
Ακουάμπησε το χεάρι του στον ωάμο μου.''Ζητουάσε εσεάνα!''Μου ειάπε σιγανοάφωνα
και η καρδιάα μου σταμαάτησε. Περπαάτησα καταά μηάκοςτου Χαάρρυ και με
κοιάταξε.Τα μαάτια του σκουάρυναν και τα μαλλιαά του ηάταν κρυμμεάνα καάτω αποά
εάνα γκρι σκουάφο. Με κοιάταξε αάγρια και εάκανα εάνα βηάμα πιάσω. Φαινοάταν
σχεδοάν τρομακτικοάς καάτω αποά το φως της αυληάς.
-''Πωάς ηάρθες εδωά?'' υάψωσε την φωνηά του και σηκωάθηκε οάρθιος.
-''Ο Λιάαμ...με καάλεσε'' Απαάντησα και ευχηάθηκα να μην του το ειάχα πει.
-''Την καάλεσες γαμωάτο?'' φωάναξε στον Λιάαμ και ο Λιάαμ απλωάς προχωάρησε
μεάσα αγνοωάντας τον.
-''Τον αάφησες μοάνο Χαάρρυ ,ανησυχειά για σεάνα'' τον επεάπληξα και καάθησε καάτω
καάνοντας μου χωάρο για να καθιάσω. Καάθισα απεάναντι του και τον κοιάταξα
καθωάς εάπιασε το μισοτελιωμεάνο μπουκαάλι του λικεάρ και το εάβαλε το στοάμα
του. Εάβλεπα τους μυς του καάθως κιάνησε το χεάρι του προς τα παάνω. Οάταν
τελειάωσε το μπουκαάλι το πεάταξε παάνω στο γυαάλινο τραπεάζι της αυληάς και
πεταάχτηκα οάρθια! Ειάμαι ευγνωάμων που δεν εάσπασε.
-''Αωω,ειάσαι τοάσο προβλεάψιμη. Ο φτωχοάς Χαάρρυ ειάναι θυμωμεάνος και
συνεννοηάθηκαν να με καάνεις να νιωάσω αάσχημα που εάσπασα μερικαά σκατεάνια
κινεάζικα.ειάπε με εάνα χαζοά χαμοάγελο.
-''Νοάμιζα οάτι δεν πιάνεις.'' Του ειάπα και σταυάρωσα τα χεάρια μου.

112

-''Δεν πιάνω. Μεάχρι τωάρα φανταάζομαι. Μην προσπαθειάς να με καάνεις οάπως
θεάλεις, δεν ειάσαι καλυάτερη αποά μεάνα'' ειάπε και ηάπιε ακοάμα μιάα γουλιαά. Δεν
μπορωά να αρνηθωά πως το να ειάμαι διάπλα του ακοάμα και αν ειάναι μεθυσμεάνος,
μου διάνει ζωηά. Μου ειάχε λειάψει αυτοά το συναιάσθημα που μου εάδινε ο Χαάρρυ.
-''Ποτεά δεν ειάπα οάτι ειάμαι καλυάτερη αποά σεάνα. Τι σε καάνει να πιάνειςτωάρα?''
-''Τι σημασιάα εάχει για σεάνα? Πουά ειάναι το αγοάρι σου?'' Τα μαάτια του
κεάντρισαντα δικαά μου και το συναιάσθημα που κρυβοάταν πιάσω αποά αυταά ηάταν
τοάσο δυνατοά που αναγκαάστηκα να κοιταάξω μακρυαά. Δεν ηάξερα τι ηάταν το
συναιάσθημα αυτοά, μιάσοςυποθεάτω''
-'''Εμεινε πιάσω στο δωμαάτιο μου. Ειάμαι εδωά απλωάς για να σε βοηθηάσω
Χαάρρυ.''Ακουάμπησα παάνω στο τραπεάζι για να του πιαάσω το χεάρι αλλαά
αποτραβηάχτηκε.
-''Για να με βοηθηάσεις?''γεάλασε. Θεάλω να τον ρωτηάσω γιατιά φωάναζε το οάνομα
μου.''Αν θες να με βοηθηάσεις φυάγε!''
-''Γιατιά απλωάς δεν μου λες τι εάγινε που σε εάκανε να σπαάσεις οάλα τα
πραάγματα τους''΄ Κοιάταξα καάτω στα χεάρια μου και εάνωσα τους αντιάχειρες μου.
Αναστεάναξε. εάβγαλε το σκουάφο του και πεάρασε το χεάρι του αποά τα μαλλιαά
του προς τα πιάσω.''Ο πατεάρας μου αποφαάσισε μοάλις τωάρα να μου πει οάτι
παντρευάεται την Καάρεν και ο γαάμος ειάναι τον εποάμενο μηάνα. Εάπρεπε να μου
το ειάχε πει πολυά πριν. Ειάμαι σιάγουρος πως ο τεάλειος Λιάαμ το ηάξερε''
Δεν περιάμενα οάτι πραγματικαά θα μου πει, οποάτε δεν ειάμαι πραγματικαά
σιάγουρη για το τι να πω.''Ειάμαι σιάγουρη πως καάποιο καλοά λοάγο θα 'χε που δεν
στο ειάπε''
-''Δεν τον ξεάρεις, δεν τον νοιαάζει για μεάνα. Ξεάρεις ποάσες φορεάς του ειάχα
μιληάσει πεάρσι? Μπορειά και δεάκα!Το μοάνο που νοιαάζεται ειάναι το μεγαάλο του
σπιάτι, την συάντομα καινουάργια του συάζυγο και τον καινουάργιο τεάλειο γιο του''
τον κατηγοάρησε και ηάπιε ακοάμα μια γουλιαά.
Εάμεινα σιωπηληά.''Θα πρεπε να δεις την χωματερηά που ζει η μητεάρα μου
στηνΑγγλιάα.Λεάει πως της αρεάσει εκειά αλλαά ειάμαι σιάγουρος πως οάχι.Ειάναι
μικροάτερο αποάτοά υπνοδωμαάτιο του πατεάρα μου!Η μαάνα μου με εάσπρωξε να
εάρθω εδωά γιαπανεπιστηάμιο για να ειάμαι πιο κονταά σε αυτοάν και να δουάμε πως
θα παάει τοπραάγμα.''Ξαναηάπιε λιάγο.
Με αυτεάς τις λιγοστεάς πληροφοριάες που μου εάδωσε μεεάκανε να τον καταλαάβω
πολυά περισσοάτερο.Ο πατεάρας του τον αάφησε και η μητεάρα τουειάναι στην
Αγγλιάα.Ο Χαάρρυ πρεάπει να ειάναι πληγωμεάνος,γι' αυτοά ειάναι εάτσι.

113

-''Ποάσο χρονωάν ηάσουν οάταν σε αάφησε?''τον ρωάτησα.
-''Δεάκα, ακοάμα και αποά πρωτουά φυάγει ποτεά δεν ηάταν εκειά. Ηάταν σε διαφορετικοά
μπαρ τη καάθε νυάχτα. Τωάρα ειάναι ο κυάριος τεάλειος και εάχει οάλα αυταά.''ειάπε ο
Χαάρρυ δειάχνοντας μου το σπιάτι. Ο πατεάρας του των αάφησε οάταν ηάταν 10,
ακριβωάς οάπως ο δικοάς μου και ειάναι και οι δυο αλκοολικοιά. Εάχουμε περισσοάτερα
κοιναά αποά οάσα νοάμιζα. Αυτοάς ο πληγωμεάνος και μεθυσμεάνος Χαάρρυ φαιάνεται
πολυά νεοάτερος και πολυά πιο ευθραστος.
-''Λυπαάμαι που σε αάφησε,αλλαά...''
-''Δεν χρειαάζομαι τον οιάκτο σου'' Με διεάκοψε.
-''Δεν σε λυπαάμαι Χαάρρυ, απλωάς προσπαθωά να......''
-''Προσπαθειάς τι?''Με διεάκοψε παάλι.
-''Να σε βοηθηάσω. Να ειάμαι εδωά για σεάνα'
΄ 'Του ειάπα και χαμογεάλασε. Ειάναι
εάνα οάμορφο χαμοάγελο και ξεάρω τι θα συμβει...''
-''Ειάσαι τοάσο παθητικηά. Δεν βλεάπεις πως δεν σε θεάλω εδωά? Δεν θεάλω να ειάσαι
εδωά για μεάνα. Απλαά επειδηά εάγινε εάνα μπεάρδεμα μεταξυά μας δεν σημαιάνει
πως θεάλω να καάνω οτιδηάποτε μαζιά σου. Και τωάρα αφηάνεις το αγοάρι σου που
μπορειά πραγματικαά να σταθειά διάπλα σου και εάρχεσαι εδωά να προσπαθηάσεις
να με βοηθηάσεις. Αυτοά Τερεάσα ειάναι ο ορισμοάς της αξιολυάπησης.''ειάπε
χρησιμοποιωάντας λοάγια του αεάρα. Η φωάνη του ηάταν γεμαάτη αλαζονιάα, οάπως
ακριβωάς περιάμενα''
-''Δεν το εννοειάς αυτοά.'' Αγνοάησα τον ποάνο στο στηάθος μου καθωάς τον κοιάταξα.
Θυμαάμαι μιάα βδομαάδα πριν οάταν γελουάσε και με πεάταγε στο νεροά. Δεν μπορωά
να αποφασισωά αν ειάναι μεγαάλος ηθοποιοάς ηά μεγαάλος ψευάτης!
-''Πηάγενε σπιάτι'' ειάπε και σηάκωσε το μπουκαάλι για να πιειά ακοάμα μιαγουλιαά. Το
εάπιασα το εάσυρα μακριαά αποά εκειάνον και το πεάταξα στην αυληά.
-''Τι στο διαάλο?''φωάναξε αλλαά τον αγνοάησα. Περπαάτησα προς την ποάρτα και
εκειάνος μπηάκε μπροσταά μου.
-''Πουά πας??''Το προάσωπο του ειάναι εκατοσταά αποά το δικοά μου.
-''Παάω να βοηθηάσω τον Λιάαμ να καθαριάσει το χαάλι που εάκανες και μεταά θα
φυάγω'' η φωνηά μου βγηάκε πιο ηάρεμη αποά οάτι η ιάδια ηάμουν.
-''Γιατιά να τον βοηθηάσεις αυτοάν?''Η αηδιάα στην φωνηά του ηάταν ξεκαάθαρη οάταν
ειάπε ''αυτοάν''.

114

-''Επειδηά, αντιθεάτως με 'σεάνα αξιάζει καάποιον να τον βοηθηάσει. ''Ειάπα και
συναρθρωάθηκε. Θα εάπρεπε να του πω περισσοάτερα, να φωναάξω για οάλα αυταά
τα οδυνηραά πραάγματα που μου ειάπε, αλλαά ξερωά πως αυτοά ειάναι αυτοά που
θεάλει. Αυτοά καάνει παάντα, πληγωάνει οποιονδηάποτε κονταά του και μεταά το
απολαμβαάνει.
Βγηάκε αποά το δροάμο μου και μπηάκα μεάσα. Ο Λιάαμ μαζευάει τα σπασμεάνα και ο
Χαάρρυ εάμεινε εάξω.
-''Πουά ειάναι η σκουάπα'' ρωάτησα και με κοιάταξε με χαμοάγελο
-''ακριβωάς εδωά.''μου εάδειξε και την βρηάκα.
-''σε ευχαριστωά για οάλα.'' ειάπε και χαμογεάλασα. Αάρχισα να σκουπιάζω το
γυαλιάα ποάτα σπασμεάνα πιαάτα. Ειάναι τοάσα πολλαά. Νιωάθω απαιάσια που οάταν
εάρθει η Καάρεν θα δει οάλα της τα πιαάτα να λειάπουν. Ελπιάζω να μην εάχουν
καμιαά συναισθηματικηά αξιάαγι'αυτηάν. ''Αάουτσ!!''ειάπα καθωάς εάνα μικροά κομμαάτι γυαλιά εισχωάρησε στο δαάχτυλο
μου.Σταγοάνες αιάματος εάπεσαν στο ξυάλινο παάτωμα. Πεταάχτηκα παάνω για να
φταάσω στον νεροχυάτη.
-''Ειάσαι καλαά?'' ρωάτησε ο Λιάαμ και εάγνεψα καταφατικαά.
-''Ναι, ειάναι απλωάς εάνα μικροά κομματαάκι, δεν ξεάρω γιατιά τρεάχει τοάσο πολυά
αιάμα.'' του ειάπα. Δεν ποναάει και τοάσο πολυά. Εάκλεισα τα μαάτια μου καθωάς το
κρυάο νεροά εάτρεχε παάνω στο δαάχτυλο μου. Αάκουσα την πιάσω ποάρτα να ανοιάγει.
Αάνοιξα ταμαάτια μου και ειάδα τον Χαάρρυ να στεάκεται στην ποάρτα.
-''Τεάσσα, μπορωά να σου μιληάσω?'' με ρωάτησε. Το ξεάρω πως πρεάπει να πω οάχι
αλλαά καάτι γυάρω αποά τα κοάκκινα μαάτια του με εάκανε να πω ναι. Τα μαάτια του
κοιάταξαν τοχεάρι μου και αμεάσως μεταά το αιάμα στο παάτωμα.
-''Ειάσαι καλαά, τι συνεάβη?'' ειάπε και περπαάτησε προς το μεάρος μου.
-''Δεν ειάναι τιάποτα απλαά εάνα μικροά γυαλιά'' του ειάπα. Μοάλις πριν απο λιάγο με
εάλεγε αξιολυάπητη και τωάρα νοιαάζεται για την υγειάα μου? Θα με καάνει
κυριολεκτικαά τρεληά. Εάπιασε το χεάρι μου και το εάβαλε καάτω αποά το νεροά. Ακοάμα
και οάταν αγγιάζει το χεάρι μου νιωάθω τον ηλεκτρισμοά. Συναρθρωάθηκε και με
πηάγε σε εάνα ντουλαάπι.
-''Πουά ειάναι το βαμβαάκι?'' ρωάτησε και ο Λιάαμ του ειάπε οάτι ειάναι στο μπαάνιο.
Εντοάς ενοάς λεπτουά ηάταν πιάσω με το βαμβαάκι στο χεάρι και εάπιασε το δικοά μου
ξαναά. Το τυάλιξε γυάρω αποά το χεάρι μου απαλαά οάσο εγωά παρεάμενα σιωπηληά. Ο
Λιάαμ κοιτουάσε τοάσο μπερδεμεάνα οάσο εγωά ειάμαι αποά τις κινηάσεις του Χαάρρυ.

115

-''Μπορωά να σου μιληάσω?'' ζηάτησε ξαναά. -''Ναι, φανταάζομαι.''απαάντησα. Το
ξεάρω πως δεν θα πρεπε. εάβαλε το χεάρι του γυάρω αποά το καρποά μου και με
οδηάγησε εάξω....

Chapter 33
Καθως φτανουμε στο τραπεζι ο Χαρρυ αφηνει το χερι μου και βγαζει την
καρεκλα για να καθησω. Νιωθω οάτι το χερι μου κυριολεκτικα καιει αποά το
αγγιγμα του, τριβω τον καρπο μου με τα χερια και εκεινος παιρνει την
καρεκλα που βρισκεται διπλα μου και την σερνει πανω αποά το τσιμεντενιο
δαπεδο ωάστε να τοποθετηθει ακριβως μπροστα μου. Η καρεκλα του ειάναι τοσο
κοντα, που τα γονατα του σχεδον αγγιζουν τα δικα μου.
«Για ποιο πραγμα μπορει να ηθελες να μου μιλησεις , Χαρρυ?» Τον ρωταω με
τον πιο σκληρο τονο στην φωνη μου.
Παιρνει μια βαθια ανασα και ξαναβγαζει το σκουφακι του και το ακουμπαει
στο τραπεζι. Τον παρατηρω καθως τα μακρια του δαχτυλα περνανε μεσα αποά
τα μαλλια του και με κοιταει στα ματια.
«Συγγνωμη» μου λεει και απομακρυνω το βλεμμα μου επικεντρωνοντας το στο
μεγαλο δεντρο της αυλης. «Με ακουσες?» με ρωταει και σκυβει.
«Ναι σε ακουσα» του απαντω. Ειάναι πιο τρελος αποά οάτι νομιζα, εαάν πιστευει
οάτι απλως με το να απολογειται θα ξεχασω τα απαισια πραγματα που
συνεχιζει να μου κανει σε σχεδον καθημερινη βαση.

116

«Εισαι τοσο δυσκολη για να ασχοληθω μαζι σου» λεει και καθεται παλι στην
καρεκλα. Το μπουκαλι που πεταξα στην αυλη βρισκεται στα χερια του και
ξαναπινει μια γουλια. Πως και δεν εχει λυποθημισει με τοσο που εχει πιει?
«Εγω ειμαι δυσκολη? Μου κανεις πλακα! Τι περιμενεις να κανω Χαρρυ? Εσυ
εισαι σκληρος μαζι μου, τοσο αδιστακτος» απαντω και μασουλαω το κατω
χειλος μου με τα δοντια μου.
Δεν θα κλαψω για χαρη του. Ο Νοάα δεν με εχει κανει ποτε να κλαψω, εχουμε
τσακωθει μερικες φορες στα τοσα χρονια που ειμαστε μαζι αλλα δεν με
εχει αναστατωσει τοσο πολυά ωάστε να κλαψω.
«Δεν ειάναι η προθεση μου» η φωνη του ειάναι σιωπηλη.
«Ναι ειάναι και το ξερεις. Το κανεις επιτηδες. Δεν μου εχουν φερθει ποτε τοσο
ασχημα σε ολοκληρη τη ζωη μου» δαγκωνω το χειλος μου πιο δυνατα. Μπορω
να νιωσω τον λυγμο στον λαιμο μου. Εαάν κλαψω, θα νικησει. Αυτοά θελει.
«Τοτε γιατι συνεχιζεις να ερχεσαι? Γιατι απλως δεν εγκαταλειπεις?»
«Εαάν εγω... εγω δεν ξερω αλλα σε διαβεβαιω οάτι μετα αποά το σημερινο βραδυ
θα το κανω.
Θα παρω απαλλαγη αποά την λογοτεχνια και θα την επιλεξω στον επομενο
εξαμηνο» του λεω, δεν ειχα σχεδιασει να το κανω αυτοά μεχρι τωρα αλλα
ετσι πρεπει να γινει.
«Μη, σε παρακαλω μην το κανεις αυτοά»
«Τι σε νοιαζει? Δεν θα ηθελες να βρισκεσαι διπλα σε καποιον τοσο
απελπιστικο οσο εμενα, σωστα?» Το αιμα μου βραζει. Εαάν γνωριζα, τι θα
επρεπε να πω για να τον πληγωσω τοσο ασχημα, οάπως αυτος κανει συνηθως,
τοτε θα το ελεγα.
«Δεν το εννοουσα αυτοά. Εγω ειμαι ο αξιολυπητος» αφηνω το χειλος μου
ελευθερο αποά τα δοντια μου και μενω με το στομα ανοιχτο.
«Δεν θα διαφωνησω με αυτοά» του λεω και ξαναπινει μια γουλια. Πλησιαζω
να παρω το πουκαλι και το τραβαει μακρυα. «Δηλαδη μονο εσυ δικαιουσαι να
μεθυσεις?» τον ρωταω και εάνα μικρο χαμογελο εμφανιζεται στο προσωπο
του. O φωτισμος της αυλης αντανακλαται στο σκουλαρικι του φρυδιου του
καθως μου δινει το μπουκαλι.
«Νομιζα οάτι θα μου το ριξεις ξανα» λεει και βαζω το μπουκαλι στα χειλη μου.
To υγρο ειάναι ζεστο και εχει γευση καμμενης γλυκοριζας βυθισμενη στο
αλκοολ. Βηχω και ο Χαρρυ γελαει.

117

«Ποσο συχνα πινεις?» τον ρωταω. Πρεπει ο θυμος μου απεναντι του να
ξαναεπιστρεψει μετα την απαντηση του.
«Πριν την σημερινη βραδια, ειχα να πιω εδωά και εξι μηνες» τα ματια του
κοιταζουν το πατωμα σαν να ντρεπεται.
«Λοιπον, δεν θα επρεπε να πινεις πια. Σε κανει ακομη πιο χειροτερο ανθρωπο
αποά οάτι ησουν πριν»
«Πιστευεις οάτι ειάμαι κακος ανθρωπος?»ο τονος του ειάναι σοβαρος. Ειάναι τοσο
μεθυσμενος που στα αληθεια πιστευει οάτι ειάναι καλος ανθρωπος?
«Ναι» απαντω.
«Δεν ειμαι. Βασικα ισως και να’μια. Θα ηθελα να..» σταματαει.
«Θα ηθελες τι?» πρεπει να μαθω τι ηθελε να πει. Του δινω πισω το μπουκαλι
και καθεται στο τραπεζι. Δεν θελω να πιω, αυτηά η μια γουλια ηταν αρκετη και
εχω ηδη σχηματησει μια ασχημη κριση για τον Χαρρυ οάπως ειάναι τωρα.
«Τιποτα» μου λεει και ξερω οάτι ψευδεται.
Γιατι βρισκομαι εδωά? Ο Νοάα ειάναι στο δωματιο μου και με περιμενει ενωά εγω
καθομαι εδωά σπαταλωντας το χρονο μου ακομη πιο πολυά με τον Χαρρυ.
«Καλυτερα να φυγω» λεω και ανασηκωνομαι.
«Μην φυγεις» τα ποδια μου σταματανε στο ικετευτικο τονο της φωνης του.
Γυριζω να δω και βρισκεται λιγα μονο μετρα μακρυα μου.
«Γιατι οάχι? Εχεις και αάλλες προσβολες να μου πεις?» φωναζω και γυριζω
αποά την αάλλη.
Νιωθω το χερι του να τυλιγεται γυρω αποά τον ωμο μου και με τραβαει προς τα
πισω.
«Μην μου γυριζεις εμενα την πλατη!» φωναζει ακομη πιο δυνατα αποά εμενα.
«Θα επρεπε να σου ειχα γυρισει την πλατη πολυά καιρο πριν!» τσιριζω και
σπρωχνω εναντια στο στερνο του. «Δεν ξερω καν γιατι ειμαι εδωά! Εκανα ολο
αυτοά δρομο για να ερθω με το που μου τηλεφωνησε ο Λιαμ! Αφησα το αγορι
μου που οάπως ειπες και εσυ μονο εκεινος αντεχει να βρισκεται γυρω μου, για
να ερθω εδωά σε εσενα! Ξερεις κατι? Εχεις δικιο Χαρρυ, ειμαι αξιολυπητη.
Ειμαι αξιολυπητη που ηρθα εδωά, ειμαι αξιολυπητη που προσπαθησα..»
διακοπτομαι αποά τα χειλη του πανω στα δικα μου.

118

Σπρωχνω στο στηθος του για να τον σταματησω αλλα δεν κουνιεται. Καάθε
μερος του σωματος μου θελει να τον φιλησω αλλα συγκρατιεμαι. Νιωθω την
γλωσσα του να προσπαθει να εισβαλει αναμεσα στα χειλη μου και τυλιγει
τα χερια του γυρω μου φερνοντας με πιο κοντα του, παρολο που εγω συνεχιζω
να τον σπρωχνω.
«Φιλα με Τεσσα» λεει πανω στα χειλη μου.
Κουναω το κεφαλι μου και γρυλιζει θυμωμενα.
«Σε παρακαλω, απλως φιλα με. Σε χρειαζομαι» τα λογια του με ξετυλιγουν.
Αυτοάς ο ασεμνος, μεθυσμενος, απαισιος αντρας μολις ειπε οάτι με χρειαζεται
και με καποιο τροπο αυτοά ακουστηκε σαν ποιηση στα αυτια μου. Ο Χαρρυ ειάναι
σαν ναρκωτικο για εμενα, ακομη και αν παρω εστω και την μικροτερη δοση
αποά εκεινον, επιθυμω και αάλλο. Κυριαρχει στις σκεψεις μου και ερχεται στα
ονειρα μου.
Την στιγμη που τα χειλη μου ανοιγουν, το στομα του ξαναβρισκεται στο δικο
μου, αυτηά την φορα δεν αντιστεκομαι. Δεν μπορω. Ξερω οάτι αυτηά δεν ειάναι η
απαντηση στο προβλημα μου και απλως χωνομαι ακομη πιο βαθια αλλα δεν
εχει σημασια τωρα. Αυτοά που μετραει ειάναι τα λογια του «Σε χρειαζομαι».
Μπορει αραγε ο Χαρρυ να με χρειαζεται τοσο απελπιστικα οσο τον
χρειαζομαι και εγω? Αμφιβαλλω, αλλα για τωρα προσπιουμαι οάτι με
χρειαζεται. Φερνει το εάνα του χερι και χαιϊδευει το μαγουλο μου και τυλιγει
την γλωσσα του στο κατω χειλος μου. Ανατριχιαζω και χαμογελαει, το
σκουλαρικι στο στομα του γαργαλαει την γωνια του στοματος μου. Ακουω εάνα
θορυβο και απομακρυνομαι. Με αφηνει να σταματησω το φιλι, αλλα
εξακολουθει να εχει τυλιγμενα τα χερια του σφιχτα γυρω μου, το σωμα μου
ακουμπαει το δικο του. Κοιταζω στην πισω πορτα και προσευχομαι ο Λιαμ να
μην εχει δει την ελλειψη κρισης μου. Δεν τον βλεπω, δοξα το Θεο!
«Χαρρυ, πρεπει στα αληθεια να φυγω. Δεν γινεται να συνεχιστει αυτοά, δεν
ειάναι καλο για κανεναν αποά τους δυο μας» του λεω και κοιταζω κατω.
«Ναι γινεται» απαντα και σηκωνει το πηγουνι μου, αναγκαζοντας με να δω
μεσα στα πρασινα ματια του.
«Οάχι δεν μπορουμε. Με μισεις και δεν θελω να ειμαι πια ενας ‘σακος του
μποξ’ για εσενα.
Με μπερδευεις. Την μια μου λες ποσο πολυά δεν με αντεχεις και την αάλλη με
εξευτελιζεις μετα αποά την πιο ενδομυχη εμπειρια μου» ανοιγει το στομα του
να με διακοψει και βαζω το δαχτυλο μου να τον σταματησω και συνεχιζω
«μετα την αάλλη στιγη με φιλας και μου λες οάτι με χρειαζεσαι. Δεν μου
αρεσει ο εαυτος μου οάταν βρισκομαι μαζι σου και μισω τον τροπο που νιωθω
μετα αποά τα απαισια πραγματα που μου λες»

119

«Ποια εισαι οάταν βρισκεσαι μαζι μου?» με ρωταει.
«Καποια που δεν θελω να’μαι, καποια που απαταει το αγορι της και κλαει
συνεχεια» του εξηγω.
«Ξερεις ποια πιστευω οάτι εισαι οάτι βρισκεσαι μαζι μου?» χαιϊδευει με τον
αντιχειρα του το προσωπο μου και προσπαθω να μεινω συγκεντρωμενη.
«Ποια?»
«Ο εαυτος σου. Πιστευω οάτι αυτηά εισαι πραγματικα, απλα εισαι πολυά
απασχολημενη με το να σκεφτεσαι τι πιστεουν οι αλλοι για εσενα για να το
συνειδητοποιησεις» ακουγεται τοσο ειλικρινης και σιγουρος για την απαντηση
του, ωάστε παιρνω λιγο χρονο να σκεφτω τα λογια του. «Και ξερω τι σου εκανα
μετα που σου εβαλα δαχτυλο» παρατηρει το κατσουφιασμα μου και
συνεχιζει. «συγγνωμη…μετα την εμπειρια μας, οτι ηταν λαθος. Ενιωσα
απαισια αφου βγηκες αποά το αμαξι μου»
«Αμφιβαλλω» του απαντω αποτομα, καθως θυμαμαι ποσο πολυά εκλαψα
εκεινο το βραδυ.
«Ειάναι αληθεια, το ορκιζομαι. Ξερω οάτι πιστευεις πως ειμαι κακος ανθρωπος..
αλλα με κανεις…» γιατι σταματαει παντα σε αυτοά σημειο?
«Τελειωσε την προταση σου αλλιως θα φυγω» του λεω και το εννοω.
«Εσυ… εσυ με κανεις να θελω να ειμαι καλος, για εσενα.. θελω να γινω
καλος για εσενα, Τεσσα».

Chapter 34
"Τι;" προσπαθωά να καάνω εάνα βηάμα μακριαά του, αλλαά το πιαάσιμο του ειάναι
πολυά δυνατοά. Πρεάπει να αάκουσα λαάθος.
"Με αάκουσες.."
" οάχι ειάμαι σιάγουρη πως παρεξηάγησα.."

120

"Δεν το εάκανες, με καάνεις να νιωάθω πραάγματα που ειάναι ασυνηάθιστα για
μεάνα! Δεν ξεάρω πως να χειριστωά τεάτοιου ειάδους συναισθηάματα Τεάσσα. Οποάτε
καάνω το μοάνο πραάγμα μου ξεάρω να καάνω καλα, τo οποιάο ειάναι να ειάμαι
κοάπανος." Ακοάμη μια φοραά βριάσκω τον εαυτοά μου υπνωτισμεάνο.
"Αυτοά δεν θα μπορουάσε να δουλεάψει ποτεά Χαάρρυ, ειάμαστε τοάσο διαφορετικοιά.
Εάχω ηάδη αγοάρι και εσυά δεν βγαιάνεις ραντεβουά θυμαάσαι;"
"Δεν ειάμαστε τοάσο διαφορετικοιά, μοιαάζουμε πολυά.. Μας αρεάσουν τα ιάδια
πραάγματα, και οι δυο λατρευουμε τα βιβλιάα για παραάδειγμα!" λεάει. Δεν
μπορωά να το χωνεψω στο μυαλοά μου, την προσπαθεια του Χαρρυ να με πειάσει
οάτι θα μπορουάσαμε να ειάμαστε καλαά μαζιά.
"Δεν βγαιάνεις ραντεβουά!" του θυμιάζω ξαναά. "Το ξεάρω.. αλλαά θα μπορουάσαμε
να ειάμαστε φιάλοι;" Να το. Ειάμαστε παλι πιάσω στην αρχη. "Νοάμιζα οάτι ειάπες οάτι
δεν μπορουάμε να ειάμαστε φιάλοι; Δεν θεάλω απλαά να ειάμαι φιάλη μαζιά σου,
ξεάρω τι εννοειάς με αυτοά, θες οάλα τα πλεονεκτηματα του να ειάσαι αγοάρι μου
χωριάς να χρειαάζεται να δεσμευτειάς σε εμεάνα" το σωάμα του ταλαντευάεται και
στηριζεται στο τραπεάζι καθως χαλαρωάνει το κραάτημα του.
"Γιατιά αυτοά ειάναι τοάσο κακοά; Γιατιά χρειαάζεσαι την ετικεάτα;"
"Γιατιά Χαάρρυ, σεάβομαι τον εαυτοά μου! Δεν θα ειάμαι το παιχνιδαάκι σου, ειδικαά
οάταν μου φεάρεσαι σαν εάνα τιποτα. Ειάμαι ηάδη πιασμεάνη Χαάρρυ. "
"Παρολα αυταά κοιτα που βρισκεσαι αυτηά τη στιγμηά.." Δειάχνει. Δεν μπορωά να
αρνηθωά οάτι εάχει διάκιο, αλλα δε μπορωά και δεν προάκειται να συμφωνησω στο
να γιάνω φιάλη με πλεονεκτηάματα μαζιά του.
"Τον αγαπαάω, και εκειάνος αγαπαάει εμεάνα.." λεάω και βλεάπω την εάκφραση του
Χαρρυ να αλλαάζει.
Απομακρυάνεται αποά εμεάνα και σκονταάφτει στην καρεάκλα.
"Μη τα λες αυταά σε μεάνα!" τραυλιάζει. Σχεδοάν ειάχα ξεχαάσει ποάσο μεθυσμεάνος
ηάταν. Τα λοάγια του ρεουν γρηάγορα αποά το στομα του, οάπως ποτεά πριν.
"Τα λες οάλα αυταά, γιατιά ειάσαι μεθυσμεάνος, αυάριο θα γυρισεις πιάσω, στο να με
μισειάς.."
"Δεν σε μισωά.." μακαάρι να μην ειάχε αυτηά την αντιάδραση παάνω μου. "Αν
μπορειάς να με κοιταάξεις στα μαάτια και να μου πεις, οάτι θεάλεις να σε αφηάσω
ηάσυχη, και να μη σου μιληάσω ξαναά, θα το καάνω. Ορκιάζομαι αποά' δω και πεάρα
δεν θα σε ξαναά πλησιαάσω, ποτεά ξαναά, απλαά πες τις λεάξεις.." ανοιάγω το στοάμα
μου να του πω ολα αυταά. Να του πω να μειάνει μακριαά μου,να του πω οάτι ποτεά
δεν ηάθελα να τον υψωσω το βλεμμα μου πανω του.

121

"Πες μου Τεάσσα, πες μου οάτι δεν θεάλεις να με δεις ξαναά." Πλησιαζει κονταά μου
ξαναά.Tα χεάρια του τρεάχουν καταά μηάκους των χεριωάν μου και ανατριάχιαζει οάλο
μου το δεάρμα.
"Πες μου οάτι δεν θεάλεις να ξαναά νιωάσεις το αάγγιγμα μου.." ψιθυριάζει και
φεάρνει το χεάρι του στον λαιμοά μου. Ο δειάκτης του αγγιζει την κλειάδα μου
χαιϊδευοντας παάνω καάτω τον λαιμοά μου.
Ακουάω την αναπνοηά μου να αυξαάνεται καθως φεάρνει τα χειάλη του αργαά μολις
λιγα εκατοστα αποά τα δικαά μου.
"Οάτι δεν θεάλεις να σε ξαναά φιληάσω.." λεάει και μπορωά να μυριάσω το ουιάσκι και
να νιωάσω την ζεάστη της αναάσα του.
"Πες μου Τερεάσσα.." μουρμουριάζει και γκρινιαάζω. "Χαρρυ.." ψιθυριάζω.
"Δεν μπορειάς να μου αντισταθειάς Τεάσσα, οάπως κι εγωά δεν μπορωά να σου
αντισταθωά.." τα χειάλη του ειάναι κονταά στα δικαά μου, σχεδοάν αγγιάζονται.
"Μειάνε μαζιά μου αποάψε..;" με ρωταάει και θεάλω να καάνω αυτοά που θα μου πει.
Μια κιάνηση στην ποάρτας τραβηξε την προσοχη μου και απομακρυάνθηκα αποά τον
Χαρρυ. To προάσωπο του Λιάαμ ειάναι φαινεται πολυά μπερδεμεάνο, καθωάς
γυρναάει και εξαφανιάζετε αποά την ποάρτα. Επανηάλθα στην πραγματικοάτητα.
"Πρεάπει να φυάγω.." λεάω και ο Χαάρρυ βριάζει καάτω αποά την αναάσα του
"Σε παρακαλωά, σε παρακαλωά μειάνε. Απλαά μειάνε μαζιά μου αποάψε, και αν
αποφασιάσεις το πρωιά να μου πεις οάτι δεν θεάλεις να με ξαναά δεις αάλλο πια..
απλαά σε παρακαλωά μειάνε.. Σε ικετευάω και εγωά συνηθως δεν ικετευάω
Τεάρεσσα" βριάσκω τον εαυτοά μου να γνεάφει πριν προλαάβω να με σταματηάσω.
"Τι θα πω στον Νοάα; Με περιμεάνει και εάχω το αμαάξι του..." δε το πιστευάω οτι
στ’αληθεια σκεάφτομαι να μεινω.
"Απλαά πες του οάτι πρεάπει να μειάνεις επειδηά.. δεν ξεάρω. Μη του πεις τιάποτα,
ποιο ειάναι το χειροάτερο πραάγμα που μπορειά να καάνει;" ο Χαρρυ ρωταάει και
ανατριχιαάζω.
Θα το πει στην μαμαά μου. Ενοχλουμαι σκεφτοντας αυτοά για τον Νοάα. Δεν θα
εάπρεπε να ανησυχωά αν το αγοάρι μου θα το εάλεγε στην μαμαά μου για μεάνα.
"Θα πρεάπει να ειάναι ηδη αποκοιμισμεάνος.." λεάει ο Χαάρρυ.
"Οάχι δεν εάχει τροάπο να παάει πιάσω στο ξενοδοχειάο.

122

"Ξενοδοχειάο; Καάτσε... δεν μεάνει μαζιά σου;"
"Οάχι εάχει εάνα κλεισει δωμαάτιο σε ξενοδοχειάο.."
"Και εσυά μεάνεις στο ξενοδοχειάο μαζιά του;"
"Οάχι εκειάνος μεάνει εκειά και εγωά στο δωμαάτιο μου."
"Τι συμβαιάνει μαζιά του; Ειάναι στρεάιτ;" ο Χαρρυ ρωταάει, τα κοκκινισμεάνα μαάτια
του δειχνουν οάτι το διασκεδαζει.
"Φυσικαά και ειάναι!"
"Συγνωάμη αλλαά καάτι δεν παάει καλαά. Αν ηάσουν δικιαά μου δεν θα ειάχα την
ικανοάτητα να μειάνω μακριαά σου, θα σε επαιρνα με καάθε ευκαιριάα που ειάχα."
Το στοάμα μου μεάνει ορθανοιχτο. Τα βρωάμικα λοάγια του Χαάρρυ εάχουν μια
περιάεργη επιάδραση παάνω
μου. Κοκκινιάζω και κοιταάω μακριαά αποά αυτοάν. "Παάμε μεάσα τα δεάντρα
ταλαντευάονται μπρος πιάσω.
Νομιάζω οάτι αυτοά ειάναι το συάνθημα να παάω μεάσα. Ηάπια αρκεταά'
"Θα μειάνεις εδωά;" τον ρωταάω, ειάχα υποθεάσει οάτι θα πηάγαινε πιάσω στο δωμαάτιο
που εχει.
"Ναι, οπως κι εσυά, παάμε.." αρπαάζει το χεάρι μου και προχωραάμε προς την πιάσω
ποάρτα.
Θα ηάθελα να βρω τον Λιάαμ και να του εξηγηάσω τι ηάταν αυτοά που ειάδε μεάσα
αποά την ποάρτα. Δεν ξεάρω τι συμβαιάνει ουτε και εγω, οποάτε δεν ειάμαι σιάγουρη
πως θα το εξηγηάσω, αλλαά πρεάπει να τον καάνω καάπως να το καταλαάβει. Καθωάς
περναάμε μεάσα αποά την κουζιάνα, παρατηρωά οάτι το χαάλι ειάναι σχεδοάν
καθαρισμεάνο. "Θα πρεάπει να καθαριάσεις τα υποάλοιπα αυάριο.." του λεάω και
γνεάφει.
"Θα το καάνω!" υποάσχεται και ελπιάζω να την κρατηάσει.
Συνεχιάζει να κραταάει το χεάρι μου στο δικοά του, καθωάς με οδηγειά
στην μεγαάλη
σκαάλα. Προσευάχομαι οάτι δεν θα συναντηάσουμε τον Λιαμ στον διαάδρομο και
ανακουφιάζομαι που δεν τον ειδαμε. O Χαρρυ ανοιάγει την ποάρτα σε εάνα
κατασκοτεινο δωμαάτιο και με τραβαάει απαλα μεάσα.

123

Chapter 35
Τα ματια μου συνηθιζουν στο σκοταδι, το μοναδικο φως ειάναι μια μικρη αχτιδα
αποά την πανσεληνο που εισερχεται μεσα αποά την εξοχη του παραθυρου.
«Χαρρυ?» ψιθυριζω. Τον ακουω να βριζει καθως σκονταφτει πανω σε κατι και
προσπαθω να μην γελασω.
«Ειμαι ακριβως εδωά» λεει και αναβει το φωτιστικο του γραφειου. Κοιταζω
τριγυρω μου και μοιαζει με δωματιο ξενοδοχειου. Ειάναι μεγαλο και εχει εάνα
κρεβατι με δικο του ουρανο με σκουροχρωμα σεντονια να κρεμονται αποά τις
ακρες του τοποθετημενα σε ολο το μηκος του τοιχου, μοιαζει να’ναι υπερδιπλο
και εχει τουλαχιστον 20 μαξιλαρια πανω του. Το ξυλινο γραφειο ειάναι επισης
πολυά μεγαλο στο χρωμα του κερασιου, ο υπολογιστης που βρισκεται επανω
του εχει μεγαλυτερη οθονη αποά την τηλεοραση στην εστια μου. Κοντα στο
παραθυρο υπαρχει εάνα ενσωματωμενο παγκακι στο τοιχο και λιγοστες
κουρτινες, τα αλλα παραθυρα στο δωματιο εχουν πιο χοντρες κουρτινες σε
σκουρο μπλε χρωμα εμποδιζοντας το φως του φεγγαριου να εισελθει.
«Αυτοά ειάναι το δωματιο μου» λεει και τριβει τον αυχενα του με το χερι του.
Δειχνει σχεδον ντροπιασμενος.
«Εχεις το δικο σου δωματιο εδωά?» ρωταω, φυσικα και θα’χε. Ειάναι το σπιτι του
πατερα του και προφανως ο Λιαμ μενει σ’αυτοά. Ο Λιαμ ειχε αναφερει οάτι Ο
Χαρρυ δεν ερχεται ποτε, οποτε ισως γι’αυτοά να μοιαζει με μουσειο,
απροσωπο και χωρις να το’χει αγγιξει κανεις.
«Ναι.. δεν εχω κοιμηθει ποτε εδωά…μεχρι σημερα» Καθεται στην γωνια του
κρεβατιου και λυνει τα κορδονια του. Βγαζει τις καλτσες του και τις ακουμπα
πανω στα παπουτσια του. Η καρδια μου φτερουγιζει καθως σκεφτομαι οάτι
ειμαι μερος αυτης της πρωτης του νυχτας στο δωματιο του.
«Αα..και γιατι δεν εχεις ερθει ξανα?» εκμεταλλευομαι την ειλικρινια του
επειδη ειάναι μεθυσμενος.
«Επειδη δεν θελω. Μισω να βρισκομαι εδωά» απανταει σιωπηλα και
ξεκουμπωνει τα μαυρα του παντελονια και τα κατεβαζει στα ποδια του.
«Τι κανεις?»
«Ξεντυνομαι?» λεει το προφανες.
«Εννοω γιατι?» ελεπιζω να μην νομιζει οάτι θα κανω σεξ μαζι του. Ακομη και
εαάν μερος του εαυτου μου πεθαινει να ξανανιωσει το αγγιγμα του επανω
μου.

124

«Δεν γινεται να κοιμηθω με το τζιν και τα μποτακια μου» χαμογελαει. Το
χερι του σπρωχνει τα μαλλια απο το προσωπο του κανοντας τα να καθησουν
ισια. Οάτι και αν κανει στελνει αυτοά το συναισθημα που διαπερνα ολο μου το
κορμι.
«Οκ» βγαζει την μπουζα του και δεν παιρνω τα ματια μου αποά πανω του. Το
στομαχι του καλλυμενο με ταττουαζ δειχνει τελειο. Μου ριχνει την μπουζα
του και δεν την πιανω, αφηνοντας την να πεσει στο εδαφος. Σηκωνω το φρυδι
μου σε εκεινον και μου χαμογελαει.
«Μπορεις να κοιμηθεις φορωντας αυτοά, υποθετω οάτι δεν θα ηθελες να
κοιμηθεις με τα εσωρουχα σου. Αλλα φυσικα και δεν με πειραζει εαάν το
κανεις» μου κλεινει το ματι και γελαω. Σκυβω για να μαζεψω το μαυρο
υφασμα αποά το πατωμα και το κραταω στα χερια μου.
«Ειμαι ενταξει, θα κοιμηθω μ’αυταά που φοραω» του λεω και κοιταζει το
ντυσιμο μου. Δεν εχει κανει ουτε εάνα αγενες σχολιο για την μακρια μου
φουστα και την φαρδια μου μπλε μπουζα.
«Καλα. Οάπως θες, αν θες να κοιμηθεις αβολα, καντο» χαμογελαει και
παιρνει την μπλουζα αποά το χερι μου και την βαζει στην ντουλαπα.
Αναρωτιεμαι αν υπαρχουν ρουχα μεσα της. Μετακινειται προς το κρεβατι
μονο με το μποξερακι του και αρχιζει να ριχνει τα μαξιλαρια στο πατωμα.
Πλησιαζω και ανοιγω το συρταρι, οάπως το φανταστηκα ειάναι αδειο.
«Τα μαξιλαρια μπαινουν εδωά μεσα» του λεω και γελαει πριν πεταξει εάνα
ακομη στο πατωμα.
Μουγκριζω και σηκωνω τα μαξιλαρια τοποθετωντας τα στο συρταρι. Γελαει
μαζι μου και σηκωνει το παπλωμα για να μπει μεσα. Σταυρωνει τα χερια
πισω αποά το κεφαλι του, μετα τα ποδια του και μου χαμογελαει. Οι λεξεις
που εχει κανει ταττουαζ στα πλευρα του, διαστελονται διοτι ακριβως τα
χερια του εχουν ανασηκωθει πισω αποά το κεφαλι του. Το μακρυ του σωμα
μοιαζει σαν ονειρο ξαπλωμενο πανω στο κρεβατι.
«Δεν θα αρχιζεις να γκρινιαζεις που θα κοιμηθεις στο κρεβατι σωστα?» Με
ρωταει και στριφογυριζω τα ματια μου. Δεν σκοπευα να το κανω. Ξερω οάτι
ειάναι λαθος αλλα θελω να κοιμηθω στο κρεβατι με το Χαρρυ περισσοτερο
αποά οάτιδηποτε αάλλο.
«Οάχι, το κρεβατι ειάναι αρκετα μεγαλο και για τους δυο μας» λεω
χαμογελαστη. Δεν ξερω αν ειάναι
το χαμογελο του Χαρρυ ηά το γεγονος οάτι απλως φοραει το μποξερακι του
αλλα ειμαι σε πολυ καλυτερη διαθεση απ’οάτι ημουν πριν.

125

«Αυτηά ειάναι η Τεσσα που αγαπαω» με πειραζει και η καρδια μου φτερουγιζει
με την επιλογη των λεξεων του. Το ξερω οάτι δεν τις εννοει ετς,ι και δεν θα τις
εννοουσε ποτε με τετοιο τροπο αλλα ακουστηκε τοσο ωραιο αφου προηλθε
αποά τα χειλη του.
Σκαρφαλωνω στο κρεβατι και πηγαινω στην αάλλη ακρη του, οσο πιο μακρυα
γινεται αποά το σωμα του Χαρρυ. Τον ακουω να γελαει και γυρναω αποά την
πλευρα του να τον αντικρυσω.
«Τι ειάναι τοσο αστειο?» τον ρωτω.
«Τιποτα» λεει ψευδως και δαγκωνει το χειλος του για να μην γελασει. Μου
αρεσει αυτος ο παιχνιδιαρης Χαρρυ, το χιουμορ του ειάναι μεταδοτικο.
«Πες μου!» σουφρωνω τα χειλη μου. Τα ματια του κοιταζουν αμεσως το στομα
μου και γλυφει τα χειλη του πριν να παρει το σκουλαρικι του αναμεσα στα
δοντια του.
«Δεν εχεις ξανακοιμηθει σε κρεβατι με αγορι, σωστα?» γυριζει στην μια
πλευρα του και πλησιαζει πιο κοντα μου. Εαάν κανω αάλλο λιγο πισω, θα πεσω
αποά το κρεβατι.
«Οάχι» του απαντω απλα και το χαμογελο του μεγαλωνει. Ειμαστε λιγα
εκατοστα μακρυα και πριν να το καταλαβω το χερι μου ασυναισθητα
πλησιαζει στο μαγουλο του και ακουμπαει το λακακι του. Τα ματια του
γυριζουν σε εμενα εκπληκτα και αποτραβω το χερι μου, αλλα εκεινος το
πιανει και το επανατοποθετει ξανα στο μαγουλο του, κουνωντας του πανω
κατω με αργες κινησεις.
«Δεν ξερω γιατι κανεις μεχρι τωρα δεν σε εχει πηδηξει, πρεπει να εισαι
πολυά καλη στο να αντιστεκεσαι» λεει και ξεροκαταπινω.
«Δεν χρειαστηκε ποτε να αντισταθω σε καποιον» παραδεχομαι. Τα αγορια
στο λυκειο μου με εβρισκαν ελκυστικη και μου την επεφταν αλλα κανεις ποτε
δεν προσπαθησε να κανει σεξ μαζι μου. Ολοι ηξεραν οάτι ειχα αγορι. Ημουν
αρκετα συμπαθητικη στο λυκειο μου, το ιδιο και ο Νοάα.
Ημασταν και οι δυο μελη του μαθητικου συμβουλιου καάθε χρονο.
«Αυτοά ειτε ειάναι ψεμμα ηά πηγαινες σε σχολειων τυφλων. Μονο τα χειλη σου
ειάναι αρκετα για να με αναψουν» αναστεναζω στα λογια του και γελαει.
Φερνει το χερι μου στο στομα του και το ακουμπαει πανω στα βρεγμενα του
χειλη. Η ανασα του ειάναι καυτη πανω στα δαχτυλα μου και εκλπησσομαι
ακομη περισσοτερο οάταν με τα δοντια του δακγωνει απαλα το εσωτερικο του
δεικτη μου, και το συναισθημα με καποιο τροπο αντανακλαται μες στο
στομαχι μου. Μετακινει το χερι μου κατω στο λαιμο του και τα δαχτυλα μου

126

χαιϊδευουν τα τατουαζ που βρισκονται σε ολο το μηκος του λαιμου του. Με
κοιταει προσεχτικα, αλλα δεν με σταματαει.
«Σ’αρεσει ο τροπος που σου μιλαω, σωστα?» Η εκφραση του ειάναι σκοτεινη
αλλα και τοσο σεξυ.
Ανεσταζω ξανα και μου χαμογελαει. «Μπορω να δω οάτι τα μαγουλα σου
κοκκινιζουν και μπορω να ακουσω οάτι η αναπνοη σου εχει αλλαξει. Απαντησε
μου Τεσσα, ας χρησιμευσουν σε κατι αυταά τα σαρκωδη σου χειλη» λεει και
γελαω. Δεν ξερω τι αάλλο να κανω αποά το να γελασω. Δεν θα παραδεχτω
ποτε τον τροπο με τον οποιο τα λογια του αναβουν κατι βαθια μεσα μου.
Αφηνει το χερι μου αλλα τυλιγει τα δαχτυλα του γυρω αποά τον καρπο μου και
κλεινει το κενο αναμεσα μας.
Ειμαι ζεστη, ζεστενομαι υπερβολικα. Χρειαζομαι λιγο αερα, αλλιως θα
αρχισω να ιδρωνω συντομα. «Μπορεις να αναψεις τον ανεμιστηρα?» ρωταω
τον Χαρρυ και συνοφρυεται. «Σε παρακαλω» τον ξαναρωταω και αφου
αναστεναζει, σηκωνεται αποά το κρεβατι.
«Αν ζεστενεσαι, γιατι δεν αλλαζεις αποά αυταά τα χοντρα ρουχα, αυτηά η
φουστα δειχνει απαισια ετσι και αλλιως» μου απαντα και χαμογελαω. Το
περιμενα να με πειραξει για τα ρουχα μου.
«Πρεπει να ντυνεσαι για το σωματοτυπο σου Τεσσα, αυταά τα ρουχα κρυβουν
ολες σου τις καμπυλες. Εαάν δεν σε ειχα δει με τα εσωρουχα σου δεν θα
ηξερα ποτε ποσο σεξυ και καμπυλωτο ειάναι το σωμα σου. Αυτηά η φουστα
πραγματικα μοιαζει με σακο για πατατες» μου λεει και χαζογελαω, παρολο
που με προσβαλλει και με καποιο τροπο με κολακευει ταυτοχρονα.
«Τι προτεινεις να βαλω? Διχτιωτα και εφαρμοστα?» τον ρωταω
«Οάχι, βασικα θα μου αρεσε να το εβλεπα και αυτοά, αλλα οάχι. Μπορεις να
καλυψεις τον εαυτο σου και να φορας ρουχα στο νουμερο σου. Αυτοά το
μπλουζακι κρυβει το στηθος σου, και τα βυζια σου δεν ειναι κατι που θα
επρεπε να καλυπτεις»
«Σταματα να χρησιμοποιεις αυτεάς τις λεξεις!» τον μαλωνω και χαμογελαει.
Επιτελους επιστρεφει παλι πισω στο κρεβατι, πλησιαζοντας το σχεδον γυμνο
του κορμι διπλα στο δικο μου. Ακομη ζεστενομαι, και ο περιεργος τροπος που ο
Χαρρυ μου κανει κοπλιμεντα αποψε μου εχει ανεβασει την αυτοπεποιθηση.
«Που πηγαινεις?» ρωταει πανικοβλητος καθως σηκωνομαι αποά το κρεβατι.
«Παω να αλλαξω» του απανταω και κατευθυνομαι προς την ντουλαπα για να
παρω το μπλουζακι του. «Τωρα γυρνα αποά την αάλλη και μην κρυφοκοιτας»
βαζω τα χερια μου στους γοφους μου.

127

«Οάχι»
«Τι εννοεις οάχι?» Πως γινεται να αρνειται?
«Δεν θα γυρισω αποά την αάλλη, θελω να σε δω.» Μαλιστα. Κουναω το κεφαλι
μου και σβηνω το φως. Γκρινιαζει και χαμογελαω στον εαυτο μου καθως
ξεκουμπωνω την φουστα μου. Πεφτει στα ποδια μου και εάνα φως ξαφνικα
αναβει.
«Χαρρυ!!!» γρηγορα ανασηκωνω την φουστα αποά το πατωμα. Με εχει δει με
πολυά λιγοτερα ρουχα και γνωριζω οάτι δεν θα με ακουσει οποτε παιρνω μια
βαθια ανασα και σηκωνω το μπλουζακι μου. Πρεπει να παραδεχτω οάτι
μ’αρεσει αυτοά το παιχνιδακι που παιζουμε τωρα. Ξερω καταά βαθος οάτι θελω
να με βλεπει, να με ποθει. Φοραω εάνα απλο ασπρο σουτιεν και εάνα λευκο
εσωρουχο, τιποτα ιδιαιτερο αλλα η εκφραση του Χαρρυ με κανει να νιωθω
σεξυ. Αρπαζω το μπλουζακι του και το φοραω. Μυριζει τοσο ωραια, οάπως και ο
Χαρρυ. Στηριζεται στους αγκωνες του για να με δει, δεν ντρεπεται καθως το
βλεμμα του σκαναρει πανω-κατω το κορμι μου.
«Ελα εδωά» μου λεει και αγνοω το υποσυνηδειτο μου που με συβουλευει να
τρεξω οσο πιο μακρυα γινεται, και κατευθυνομαι ξανα προς το κρεβατι.

128

Chapter 36
Τα φλεγοάμενα μαάτια του Χαρρυ δεν αφηάνουν τα δικαά μου, καθωάς
κατευθυάνομαι προς το μεάρος του. Στηριάζω το γοάνατο μου παάνω στο κρεβαάτι και
τραβαάω το σωάμα μου για να ανεάβω. Την ιάδια στιγμηά, o Χαρρυ ανυψωάνει το
εαυτοά του, κοάντρα στο κεφαλαάρι του κρεβατιουά, και μου διάνει το χεάρι του, για
να το πιαάσω. Το στιγμηάπου το μικροά μου χεάρι ακουμπαάει στο δικοά του, τυλιάγει
τα δαάχτυλα του γυάρω του και με τραβαάεικονταά του. Τα γοάνατα μου ανοιάγουν
σε καάθεμια αποά τις πλευρεάς του και εάτσι βριάσκομαι καβαάλα επαάνω στην
αγκαλιαά του.
Το' χω ξανακαάνει αυτοά μαζιά του, αλλαά οάχι με τοάσα λιάγα ρουάχα. Ανασηκωάνω
τον εαυτοά μου παάνω, χρησιμοποιωάντας τα γοάνατα μου, εάτσι ωάστε να μην
αγγιζοάμαστε, αλλαά ο Χαρρυδεν το θεάλει αυτοά. Τοποθετειά τα χεάρια του στους
γοφουάς μου και μαλακαά με πιεάζει παάλι προς τα καάτω. Το μπλουζαάκι
του που
φοραάω εάχει ανεάβει αφηάνονταςτους μηρουάς μου ακαάλυπτους. Ειάμαι
ευγνωάμων που ξυάρισα τα ποάδια μου το πρωιά. Τα στιγμηά που τα σωάματα μας
αγγιάζονται το στομαάχι μου αρχιάζει να ανακατευάεται. Ξεάρω οάτι αυτηά η
ευτυχιάα που νιωάθω δεν θα κρατηάσει και αισθαάνομαι
σαν την σταχτοπουάτα,
περιμεάνοντας το ρολοάι να χτυπηάσει μεσαάνυχτα για να τελειωάσει η υπεάροχη
νυάχτα μου.
"Πολυά καλυάτερα!" λεάει και μου σκαάει εάνα
χαμοάγελο.
Ξεάρω οάτι ειάναι μεθυσμεάνος, γι' αυτοά και ειάναι τοάσο καλοάς, , εάστω οάσο καλοάς θα
μπορουάσε να γιάνει, αλλαά θα το δεχτωά. Αν αυτηά ειάναι πραγματικαά η τελευταιάα
φοραά που θα ειάμαι γυάρω του τοάτε, αυτοάς ειάναι ο τροάπος
που θα ηάθελα να την
περαάσω. Συνεχιάζω να το υπενθυμιάζω στον εαυτοά μου.
Μπορωά να συμπεριφερθωά οάπως θεάλω αποάψε με τον Χαρρυ, γιατιά οάταν
ξημερωάσει θα του ζητηάσω να μη με πλησιαάσει ξαναά

129

και θα ειάναι αναγκασμεάνοςνα υπακουάσει. Προς υπεραάσπιση μου, ειάμαι
εξιάσου μεθυσμεάνη αποά τον Χαρρυ, οάσο ειάναι και αυτοάς αποά το μπουκαάλι ουιάσκι
που καταναάλωσε.
Καθωάς ο Χαρρυ συνεχιάζει να κοιταάει μεάσα στα μαάτια μου, αισθαάνομαι
νευρικηά. Τι θα εάπρεπε να καάνω μεταά;
Δεν εάχω ιδεάα μεάχρι που θα το παάει ο Χαρρυ
αυτοά, και δεν θεάλω να φανωά
χαζηά προσπαθωάνταςνα ξεκινηάσω εγωάπρωάτη. Μοιαάζει να προάσεξε την
αμηάχανη εάκφραση μου.
"Τι συμβαιάνει;" ρωταάει και φεάρνει το χεάρι του στο προάσωπο μου. Τα δαάχτυλα
του χαιϊδευάουν τα ζυγωματικαάμου και τα μαάτια μου κλειάνουν στο αάγγιγμα
του. Tο αάγγιγμα του ειάναι εκπληκτικαά αναάλαφρο.
"Τιάποτα, απλαά δεν ξεάρω τι να καάνω.." παραδεάχομαι και κοιταάω καάτω.
"Καάνε οάτι θεάλεις Τες, μη το πολυά σκεάφτεσαι." με συμβουλευάει και γνεάφω.
Γεάρνω λιάγο προς τα πιάσω για να δημιουργηάσω λιάγο χωάρο αναάμεσα στα στηάθη
μας, και φεάρνω το χεάρι μου παάνω στο γυμνοά του στηάθος. Τον κοιταάω για
εάγκριση και γνεάφει. Πιεάζω με τα δυο μου χεάρια εναάντια στο στηάθος του απαλαά
και κλειάνει τα μαάτια του.
Τα δαάχτυλα μου χαιϊδευάουν ταχελιδοάνια στο στηάθος του και καάτω την
πεταλουάδα στο στομαάχι του. Oι βλεφαριάδες του πεταριάζουν οάταν χαιϊδευάω τα
λοάγια που ειάναι γραμμεάναστο πλευροά του.
Η εάκφραση του ειάναι τοάσο ηάρεμη αλλαά το στηάθος του κινειάτε παάνω-καάτω πολυά
πιο γρηάγορα απ' οάτι εάνα λεπτοά πριν. Ειάμαι ανιάκανη να ελεάγξω τον εαυτοά μου
οάσο φεάρνω το χεάρι μου καάτω και βαάζω τον δειάκτη μου καταά μηάκος του λαάστιχου
αποά το μποξεραάκι του.
Τα μαάτια του ανοιάγουν διαάπλατα και μοιαάζει νευρικοάς. Ο Χαρρυ, νευρικοάς;;
"Μπορωά να...εε.. σε αγγιάξω;" ρωταάω και ελπιάζω να καταλαάβει τι εννοωά, χωριάς
να πρεάπει να το πω. Νιωάθω απομακρυσμεάνη αποά τον εαυτοά μου, ποιο ειάναι
αυτοά το κοριάτσι που καβαλαάει εάνα punk αγοάρι
και ζηταάει να τον αγγιάξει...
εκειά καάτω..?
Σκεάφτομαι εκειάνο που ο Χαρρυ ειάχε πει πριν, για μεάνα, που ειάμαι ο
πραγματικοάς μου εαυτοάς μαζιά του. Μπορειά να εάχει διάκαιο. Λατρευάω τον τροάπο
που νιωάθω αυτηά τη στιγμηά, αγαπωά τον ηλεκτρισμοά που διαπερναά το σωάμα μου,
καθωάς αυτοάς γνεάφει. "Σε παρακαλωά.." απανταάει και κατεβαάζω τα χεάρια μου.
Κραταάω το χεάρι μου στην κορυφηά του μποάξερ και με αργεάς κινηάσεις φταάνω
στο μεάρος που εάχει διογκωθειά ελαφρωάς
η περιοχηά του. Ρουφαάει μια αναάσα

130

καθωάς το χεάρι μου περναάει ξυσταά αποά παάνω του. Δεν ξεάρω τι να καάνω οάποτε
συνεχιάζω απλαά να τον αγγιάζω, τρεάχοντας τα δαάχτυλα μου παάνω και καάτω.
Ειάμαι πολυά νευρικηά να τον κοιταάξω και
κραταάω τα μαάτια μου στο μεγαάλο του
καβαάλο.
"Θεάλεις να σου δειάξω τι να καάνεις;" ρωταάει σιωπιλαά, η φωνηά του ειάναι
ασταθηάς. Ο συνηάθης υπεροπτικοάς τοάνος του εάχει εξαφανιστειά.
Γνεάφω και τοποθετειά τα χεάρια του παάνω αποά τα δικαά μου αάλλη μια φοραά και
τα φεάρνει καάτω να τον αγγιάξουν ξαναά.
Ανοιάγει το χεάρι μου και καάνει τα δαάχτυλα μου να καλυάψουν οάλο του το μηάκος
της στυάσης του. Παιάρνει μια αναάσα αναάμεσα αποά τα χειάλη του και τον κοιταάω
καάτω αποά τις βλεφαριάδες μου.
Παιάρνει τα χεάρια του αποά τα δικαά μου, διάνοντας μου πληάρη εάλεγχο.
"Γαμωάτο, Τεάσσα μη το καάνεις αυτοά.." γρυλιάζει. Ακινητοποιωά τα χεάρια μου και
τα τραβαάω μακριαά.
"Οάχι, οάχι αυτοά. Συνεάχισε να το καάνεις αυτοά, εννοωά μη με κοιταάς με αυτοάν το
υάφος."
"Ποιο υάφος;"
"Αυτοάν τον αθωάο τροάπο, με καάνει να θεάλω να σου καάνω τοάσα βρωάμικα
πραάγματα.." με ενημερωάνει και θεάλω να ριάξω τον εαυτοά μου πιάσω στο κρεβαάτι
και να τον αφηάσω να καάνει οάτι θεάλει.
Του διάνω εάνα μικροά χαμοάγελο και ξεκιναάω να κουναάω τα χεάρια μου ξαναά.
Θεάλω να του βγαάλω το μποξεραάκιαλλαά φοβαάμαι να το καάνω. Εάνα βογκητοά
ξεφευάγει αποά τα χειάλη του καθωάς σφιάγγω τα χεάρια μου γυάρω του, θεάλω να
ακουάσω, αυτοάν τον ηάχο ξαναά.
Δεν ξεάρω αν πρεάπει να κουναάω το χεάρι μου πιο γρηάγορα ηά οάχι, οποάτε συνεχιάζω
αργαά, με σφιχτεάςκινηάσεις και μοιαάζει να του αρεάσει. Γεάρνω προς το μεάρος
του και πιεάζω τα χειάλη μου εναάντια σ το υγροά δεάρμα του λαιμουά του, καάνοντας
τον να βογκηάξει ξαναά.
"Γαμωάτο Τεάσσα, τα χεάρια σου με καάνουν να νιωάθω τοάσο ωραιάα, οάπως ειάναι
τυλιγμεάνα γυάρω μου." λεάει. Του διάνω εάνα ακοάμη πιο σφιχτοά ζουάληγμα και
συσπαάτε. "Οάχι τοάσο σκληραά μωροά μου.." η φωνηά του ειάναι απαληά και καθοάλου
ειρωνικηά.
"Συγνωάμη.." λεάω και φιλαάω τον λαιμοά του ξαναά. Η γλωάσσα μου χαιϊδευάει το
δεάρμα πιάσω αποά το αφτιά του και το σωάμα του αναπηδαά, τα χεάρια του

131

πηγαιάνουν στο στεάρνο μου και καάτω αποά την μπλουάζα μου με ζουλαάει απαλαά
στο στηάθος.
"Μπορωά..να..σου...βγαάλω....το..σουτιεάν;;" η φωνηά του ειάναι τοάσο ακανοάνιστη και
βραχνηά. Ειάμαι εάκπληκτη αποά την επιάδραση που εάχω παάνω του.
Γνεάφω και τα μαάτια του φωτιάζονται αποά την εάξαψη. Tα
χεάρια του ειάναι
ασταθηά και φταάνει καάτω αποά την μπλουάζα και παάνω στην πλαάτη μου, μου
ξεκουμπωάνει το σουτιεάν αμεάσως, μοάλις τα δαάχτυλα του αγγιάζουν το κουάμπωμα
και αρχιάζω να σκεάφτομαι ποάσες φορεάς το εάχει καάνει αυτοά για να ειάναι τοάσο
ικανοάς να το καάνει τοάσο γρηάγορα.
Αναγκαάζω τις σκεάψεις να παάνε στο πιάσω μεάρος του κεφαλιουά μου και ο Χαρρυ
γλιστραάει τις τιραάντες στους ωάμους και τις κατεβαάζει στα χεάρια μου,
ελευθερωάνοντας με. Αφου το σουτιεάν εξαφανιάζετε, τοποθετειά τα χεάρια του
παάνω στο μπροστινοά μεάρος της μπλουάζας και αρπαάζει το στηάθος μου ξαναά. Τα
δαάχτυλα του τσιμπουάν ελαφραά τις θηλεάς μου καθωάς πλησιαάζει εμπροάς να με
φιληάσει.
Βογκαάω μεάσα στο στοάμα του και φταάνω καάτω αρπαάζοντας ξαναά την στυάση του.
"Ω Τεσσα, θα τελειωάσω.." λεάει και πιστευάω οάτι η υγρασιάα αυξαάνεται στο
εσωάρουχο μου, ακοάμα και αν αγγιάζει μοάνο το στηάθος μου. Το αάγγιγμα του
ειάναι θεσπεάσιο και νιωάθω οάτι μπορειά να τελειωάσω κι εγωά, απλαά και μοάνο αποά
το βογκητοά του και την απαληά του επιάθεση στο στηάθος μου.
Τα ποάδια του
τεντωάνονται αποά καάτω μου και το φιλιά γλυστραει αποά το στοάμα μου, τα χεάρια
του μετακινουάνται στην μεάση μου και νιωάθω αναάμεσα μας
μια υγρασιάα να
εξαπλωάνετε μεάσα αποά τομποξερ του και τραβαάω τα χεάρια μου. Δεν εάχω
καάνει κανεάνα αάλλο να τελειωάσει, προφανωάς.
Το κεφαάλι του Χαρρυ κυλαάει προς τα πιάσω και παιάρνει μερικεάς αναάσες, ενωά
εγωά καάθομαι παάνω στους μηρουάς του, αβεάβαιη για το τι να καάνω.
Τα μαάτια του ανοιάγουν και σηκωάνει το κεφαάλι του κοιτωάντας με. Εάνα
τεμπεάλικο χαμοάγελο απλωάνετε στο προάσωπο του και σκυάβει μπροσταά
φιλωάντας με στο μεάτωπο.
"Δεν εάχω τελειωάσει ποτεά ξαναά εάτσι.." λεάει και αρχιάζω παάλι να νιωάθω
αμηάχανα.
"Ηάταν τοάσο χαάλια;" ρωταάω και προσπαθωά να μετακινηθωά αποά τα ποάδια του. Με
σταματαάει.
"Τι; Οάχι, ηάσουν αρκεταά καληά! Συνηάθως χρειαάζεται καάτι παραπαάνω αποά το να
με πιαάνεις απλωάςστο καάτω μεάρος του μποάξερ μου." απανταάει και εάνα
αιάσθημα ζηάλιας με χτυπαάει. Δεν θεάλω να σκεφτωά για οάλα τα αάλλα κοριάτσια,

132

που εάκαναν τον Χαρρυ να νιωάσει εάτσι. Καταλαβαιάνει την σιωπηά μου και
χαιϊδευάει το μαάγουλο μου ακουμπωάντας με τον αντιάχειρα του τον κροάταφο
μου. Ειάμαι ανακουφισμεάνη αποά το γεγονοάς οάτι οι αάλλες εάπρεπε να καάνουν
περισσοάτερα απ' οάτι εγωά εάκανα, αλλαά και παάλι θα ευχοάμουν να μην υπηάρχαν
αάλλες. Δεν ξεάρω γιατιά νιωάθω εάτσι, εγωά με τον Χαρρυ ειάμαστε ακοάμα σε
περιάεργη καταάσταση.
Εμειάς ποτεά δεν θα βγουάμε ραντεβουά ηά οτιδηάποτε αάλλο αποά αυτοά, αλλαά τωάρα
απλωάς θεάλω να ζηάσω τη στιγμηά.
Γελαάω λιάγο καθωάς η σκεάψη περναάει
αποά το
μυαλοά μου. Δεν ειάμαι εάνας "ζηάσε τη στιγμηά" τυάπος ανθρωάπου.
"Τι σκεάφτεσαι;" ρωταάει και κουναάω το κεφαάλι μου. Δεν θεάλω να του πω για τις
σκεάψεις ζηάλιας μου.
"Ω εάλα τωάρα Τεάσσα, απλαά πες μου!" λεάει και κουναάω ξαναά το κεφαάλι μου. Με
εάναν οάχι και τοάσο χαρακτηριστικοά τροάπο
κινειάτε για να αρπαάξει τους γοφουάς
μου και αρχιάζει να με γαργαλαάει. Ουρλιαάζω αποά τα γεάλια και πεάφτω
ακριβωάς επαάνω του στο μαλακοά κρεβαάτι.
Συνεχιάζει να με γαργαλαάει και δεν μπορωά να ανασαάνω. Γελαάει δυναταά και
αντηχειά σε οάλο το δωμαάτιο και ειάναι ο πιο οάμορφος ηάχος που εάχω ακουάσει. Δεν
τον ειάχα ακουάσει να γελαάει μ' αυτοάν τον τροάπο και καάτι μου λεάει σχεδοάν
κανεάνας δεν τον εάχει ακουάσει. Παραά τα ελαττωάματα του, τα πολλαά
ελαττωάματα του, θεωρωά τον εαυτοά μου τυχεροά να το βλεάπω μ' αυτοά τον τροάπο.
"Ενταάξει, ενταάξει θα σου πω!" τσιριάζω και σταματαάει. "Καληά επιλογηά.." λεάει
"Αλλαά κραάτα αυτηά τη σκεάψη, πρεάπει να αλλαάξω το μποξεραάκι μου"
χαμογελαάει και εγωά κοκκινιάζω.

Chapter 37
Ο Χαρρυ σηκωνενται αποά το κρεβατι και κατευθυνεται προς την ντουλαπα.
Ανοιγει το πρωτο συρταρι και αρπαζει εάνα ζευγαρι μπλε και εάνα ασπρο-καρο
μποξερακια και τα σηκωνει στον αερα με μια εκφραση αηδιας στο προσωπο
του.
«Τι?» τον ρωταω και στηριζω το κεφαλι στον αγκωνα μου και τον κοιταω.
«Αυταά ειάναι απαισια» μου απαντα και γελαω.

133

Αυτοά που αναρωτιωμουν προηγουμενως για το αν υπαρχουν ρουχα ηά οάχι στην
ντουλαπα μολις απαντηθηκε. Η μητερα του Λιαμ ηά ο πατερας του Χαρρυ
πρεπει να εχουν αγορασει οάλα αυταά τα ρουχα που υπαρχουν στο δωματιο
του. Ειάναι πραγματικα λυπηρο, το γεγονος οάτι θα αγοραζαν ρουχα να
γεμισουν τις ντουλαπες με την ελπιδα οάτι ο Χαρρυ θα ερχοταν καποια
στιγμη.
«Δεν ειάναι και τοσο κακογουστα» Του λεω και στριφογυριζει τα ματια του.
Αμφιβαλλω αν κατι θα δειχνει τοσο ωραιο επανω του οσο τα μαυρα
μποξερακια που συνηθως φοραει αλλα και παλι δεν μπορω να φανταστω
κατι που να μην του πηγαινει.
«Εφοσον οι ζητιανοι δέν μπορουν να έπιλέξουν, υποθετω οάτι θα επιστρεψω σε
εάνα λεπτο» μου απαντα και βγαινει αποά το δωματιο φορωντας μονο το υγρο
του μποξερακι.
Ωω Θεεά μου, αμα τον δει ο Λιαμ? Θα εξευτιλιστω. Πρεπει να βρω τον Λιαμ
αυριο το πρωι και να του εξηγησω τι συνεβη. Τι προκειται να του πω? « Δεν
ειάναι αυτοά που νομιζεις, απλα μιλουσαμε και μετα συμφωνησα να μεινω εδωά
για το βραδυ και με καποιο τροπο κατεληξα με τα εσωρουχα μου και εάνα
μπλουζακι και τον βοηθησα να ανακουφιστει με τα χερια μου, αποά τα
ελαχιστα που γνωριζω?» Αυτοά ακουγεται αθλιο. Θα σκεφτω κατι το πρωι.
Ξαπλωνω το κεφαλι στα μαξιλαρια και κοιταω το ταβανι.
Σκεφτομαι να σηκωθω και να τσεκαρω το τηλεφωνο μου οσο ο Χαρρυ ειάναι
ακομη στο μπανιο αλλα δεν το κανω. Το τελευταιο πραγμα που χρειαζομαι
ειάναι να διαβασω τα μηνυματα του Νοάα.
Θα εχει πανικοβληθει αλλα ειλικρινα, αμα δεν το πει στην μητερα μου, δεν
με νοιαζει οσο θα επρεπε. Για να’μαι απολυτα ειλικρινης με τον εαυτο μου,
δεν εχω νιωσει το ιδιο για τον Νοάα αποά τοτε που φιλησα τον Χαρρυ για πρωτη
φορα.
Γνωριζω οάτι αγαπω τον Νοάα, παντα τον αγαπουσα αλλα εχω αρχισει να
αναρωτιεμαι αν πραγματικα τον αγαπουσα σαν το αγορι μου και τον
ανθρωπο που θα περνουσα την ζωη μου μαζι του ηά τον αγαπουσα επειδη
παντα ηταν εάνα σταθερο ατομο που υπηρξε στην ζωη μου.
Παντα βρισκεται εκει για εμενα και θεωρητικα ειμαστε τελειοι ο ενας για
τον αλλον, αλλα δεν μπορω να αγνοησω το συναισθημα που νιωθω οάταν ειμαι
με το Χαρρυ. Δεν ειχα ποτε μου νιωσει παρομοια συναισθηματα. Οάχι απλως
σεξουαλκα, ο τροπος που μου δημιουργει πεταλουδες στο στομαχι μονο με
εάνα του βλεμμα, ο τροπος που θελω απελπιστικα να τον δω ακομη και οάταν
ειμαι απιστευτα θυμωμενη μαζι του, και κυριως ο τροπος με τον οποιο παντα
εισβαλλει στις σκεψεις μου ακομη και οάταν προσπαθω να πεισω τον εαυτο
μου οάτι τον μισω.

134

Ο Χαρρυ εχει μπει για τα καλα στην ζωη οσο και εαάν προσπαθω να το
αρνηθω. Ειμαι στο κρεβατι του, μπορει να μην εχει ξανακοιμηθει εδωά ποτε,
αλλα βρισκομαι εδωά μαζι του, αντι να’μαι με τον Νοάα. Η πορτα ανοιγει και
επιστρεφω αποά τις σκεψεις μου. Κοιταζω ψηλα και βλεπω το Χαρρυ να φορα
το καθαρο καρο μποξερακι και γελαω. Ειάναι λιγο μεγαλο και πολυά πιο μακρυ
αποά τα δικα του αλλα και παλι του πηγαινουν.
«Μου αρεσουν» του χαμογελαω και με κοιταει πριν να σβησει το φως και
ανοιγει την τηλεοραση.
Ερχεται πισω στο κρεβατι και πλησιαζει πολυά πιο κοντα μου απ’οάσο περιμενα,
βασικα δεν ξερω ποτεά τι να περιμενω αποά αυτοάν.
«Λοιπον τι θα μου ελεγες?» με ρωταει και παγωνω, ηλπιζα οάτι δεν θα το
ανεφερε μετα που θα επεστρεφε αποά το μπανιο.
«Ελα τωρα, μην ντρεπεσαι, μολις με εκανες να τελειωσω στο μποξερ μου»
λεει και με τραβαει πιο κοντα του. Βαζω το κεφαλι μου κατω αποά το μαξιλαρι
και γελαει.
Σηκωνω το κεφαλι μου και ο Χαρρυ περναει μια τουφα αποά τα μαλλια μου
και την βαζει πισω αποά το αυτι μου πριν να μου δωσει εάνα απαλο φιλι στα
χειλη. Ειάναι η πρωτη φορα που μ’εχει φιλησει ετσι και με καποιο τροπο νιωθω
να’ναι πιο οικειο απ’οάτι οάταν δινουμε γλωσσοφιλο. Ξαπλωνει το κεφαλι του
πισω στο μαξιλαρι και αλλαζει καναλι. Θελω να με κρατησει μεχρι να με
παρει ο υπνος αλλα εχω την εντυπωση οάτι ο Χαρρυ δεν ειάναι τετοιος τυπος.
‘Θέλω να γινω καλος για έσένα Τέσσα’ τα λογια του Χαρρυ αποά την
σημερινη βραδια γυριζουν στο μυαλο μου και αναρωτιεμαι εαάν τα εννοουσε ηά
απλως ηταν πολυά πιωμενος.
«Εισαι ακομη μεθυσμενος?» τον ρωταω και ακουμπω το κεφαλι μου στο
στηθος του. Το σωμα του ακινητοποιειται αλλα δεν με απομακρυνει.
«Οάχι, νομιζω οάτι ο μικρος μας καυγας στην αυλη με ξεμεθυσε» μου απαντα.
Το εάνα αποά τα χερια του κραταει το τηλεκοντρολ και το αάλλο καθεται
παραξενα στον αερα σαν να μην ξερει που να το το τοποθετησει.
«Ε λοιπον, τουλαχιστον κατι καλο βγηκε απ’αυτοά» του λεω και γυριζει το
κεφαλι του να με δει.
«Ναι, υποθετω» λεει και τελικα ακουμπαει το χερι του στην πλατη μου. Ειάναι
εάνα απιστευτο συναισθημα το να με κραταει, οάτι απαισιο και να μου πει
αυριο, δεν μπορει να παρει πισω αυτηά την στιγμη, οπως που ειμαστε τωρα.
Αυτοά ειάναι το νεάο αγαπημενο μου μερος, το κεφαλι μου ακουμπημενο στο
στερνο του και το χερι του στην πλατη μου.

135

«Νομιζω οάτι μου αρεσει καλυτερα ο μεθυσμενος Χαρρυ» λεω καθως
χασμουριεμαι.
«Αληθεια?» λεει και γυρναει παλι να με αντικρυσει.
«Ισως» τον πειραζω και κλεινω τα ματια μου.
«Δεν εισαι καλη στο να μου αποσπας την προσοχη, τωρα πες μου»
Ισως και να του το πω, ξερω οάτι δεν θα το αφησει να περασει.
«Λοιπον, απλα σκεφτομουνα ολες τις κοπελες που…ξερεις εχεις κανει
πραγματα μαζι τους» προσπαθω να κρυψω το προσωπο μου στο στερνο του
αλλα αφηνει το τηλεκοντρολ και ανασηκωνει το πηγουνι μου για να τον
κοιταξω.
«Γιατι το σκεφτοσουν αυτοά?»
«Δεν ξερω…επειδη κυριολεκτικα δεν εχω προηγουμενες εμπειριες και εσυ
εχεις αρκετες.
Αναμεσα σ’αυτεάς και η Στεφ» του απαντω. Η εικονα του Χαρρυ και της Στεφ
μαζι με κανει να νιωθω ναυτια.
«Μηπως ζηλευεις Τεσσα?» η φωνη του ειάναι χιουμοριστικη
«Οάχι, φυσικα και οάχι» απανταω ψευδως.
«Οποάτε δεν σε πειραζει να σου πω μερικες λεπτομεριες»
«Οάχι! Σε παρακαλω οάχι.» τον ικευτευω και γελαει καθως τυλιγει τα χερια του
λιγο πιο σφιχτα γυρω μου.
Δεν λεει τιποτα αάλλο για αυτοά το θεμα και ανακουφιζομαι. Δεν θα αντεχα
να ακουσω τις λεπτομεριες για αυτοάν και την Στεφ οάταν ηταν μαζι, εστω αυτοά
το συντομο διαστημα. Νιωθω τα ματια μου να βαραινουν και προσπαθω να
επικεντρωθω στην τηλεοραση. Ειμαι τοσο ανετα ετσι ξαπλωμενη στην
αγγαλια του.
«Δεν θα κοιμηθεις αποά τωρα ετσι? Ειάναι ακομη νωρις» λεει ο Χαρρυ.
«Αληθεια?» νιωθω σαν να εχει παει τουλαχιστον 2 η ωρα το πρωι, ηρθα εδωά
καταά τις εννεα.
«Ναι, ειάναι ακομη μεσανυχτα»
«Αυτοά ειάναι το νωρις?» χασμουριεμαι ξανα.

136

«Για εμενα ειάναι. Επισης, θα ηθελα να ανταποδωσω την χαρη» Τι? Ωω..Το
δερμα μου αρχιζει να καιει αποά τωρα.
«Το θελεις και εσυ, σωστα?» με ρωταει και ξεροκαταπινω. Φυσικα και το
θελω. Κοιταζω ψηλα για να τον δω προσπαθωντας να κρυψω το προθυμο
χαμογελο μου, το παρατηρει και τυλιγει τα χερια του πιο σφιχτα, και μας
αναποδογυριζει ωάστε να βρισκεται αποά πανω μου. Στηριζει το βαρος του στο
εάνα του μπρατσο και το αάλλο του χερι κατεβαινει προς τα κατω καθως φερνω
το ποδι μου αποά την μια πλευρα του, το γονατο μου λυγισμενο καθως φερνει
το χερι του χαιδευάοντας αποά τον αστραγαλο μου μεχρι το επανο μερος του
μηρου μου.
«Τοσο μαλακοά» Λεει και ξαναεπαναλαμβανει την ιδια κινηση. Το χερι του
ζουλαει το μηρο μου
απαλα και το δερμα μου αρχιζει να ερεθιζεται καθως νιωθω να καρδιοχτυπω
δυνατα μεσα σε
δευτερολεπτα. Ο Χαρρυ σκυβει και φιλαει απαλα την ακρη του γονατου μου,
κανοντας το να τιναχτει στον αερα, χωρις να το καταλαβω. Το αρπαζει
γελωντας και τοποθετει ξανα το χερι του γυρω αποά το ποδι μου. Τι θα κανει
αραγε? Η αναμονη με τρελενει.
«Θελω να σε γευτω Τεσσα» Μου λεει, τα ματια του εχουν καρφωθει στα δικα
μου, καθως περιμενει την αντιδραση μου. Τα χειλη μου αυτομαάτως
ξεραινονται. Δεν μπορει να εννοει αυτοά που νομιζω, σωστα? Εχω
συνειδητοποιησει οάτι εχω μεινει με το στομα ανοιχτο.
«Εκει κατω» απανταει στις σκεψεις μου και φερνει το χερι του αναμεσα στα
ποδια μου. Η ελλειψη εμπειριας μου πρεπει να τον αφηνει αφωνο, γιατι
προσπαθει να κρυψει το χαμογελο του.
Σουφρωνω τα φρυδια μου σε εκεινον και τα δαχτυλα του με αγγιζουν πανω
αποά το εσωρουχο μου κανοντας με να ρουφηξω μια βαθια ανασα. Το δαχτυλο
του πιεζει ελαφρως το ευαισθητο σημειο μου και συνεχιζει να με κοιτα στα
ματια.
«Εισαι ηδη υγρη για εμενα» η φωνη του ειάναι πιο χοντρη απ’οάτι συνηθως. Η
καυτη του ανασα κανει τα αυτια μου να τσουζουν καθως γλειφει με την
γλωσσα του τον λοβο του αυτιου μου.
«Θα μπορουσες να πεις κατι, ωάστε να μην νιωθω σαν να’μαι ο μονος που το
θελει αυτοά, αν και γνωριζω οάτι αυτοά δεν ειάναι αληθεια.» Χαμογελαει πονηρα
και κουλουριαζω τα ποδια μου καθως
πιεζει ακομα περισσοτερο την ευαισθητη περιοχη μου.
Δεν μπορω να βρω την φωνη μου επειδη το σωμα μου φλεγεται αποά το
αγγιγμα του. Βγαζει το χερι του αποτομα και του γκρινιαζω.

137

«Λοιπον, γιατι δεν ειπες τιποτα οάταν σε ρωτησα?» μου λεει και αναπηδω προς
τα πισω. Δεν θελω αυτοάν τον Χαρρυ, θελω τον χαμογελαστο και παιχνιδιαρη
Χαρρυ.
«Μου αποσπουσες την προσοχη» του απαντω και παω να σηκωθω. Ανυψωνεται
και καθεται πανω αποά τους μηρους μου, στηριζοντας το βαρος του στα
λυγισμενα του γονατα.
«Οποτε το θες και εσυ?» Ξερω οάτι το γνωριζει πολυά καλα, απλα θελει να του
το πω φωναχτα.
Γνεφω και κουναει το δαχτυλο του μπροστα στο προσωπο μου.
«Οάχι δεν γινεται να γνεφεις, ειάτε θα το πεις ειάτε θα παω για υπνο» λεει και
σηκωνεται αποά τους μηρους μου. Στο μυαλο μου ζυγιζω τα αρνητικα και τα
θετικα της καταστασης. Αξιζει ο εξευτελισμος του να παραδεχτω οάτι θελω ο
Χαρρυ να…με φιλησει εκει κατω, για το συναισθημα που θα νιωσω μετα αποά
αυτοά? Εαάν ειάναι εστω και λιγο παρομοιο με το συναισθημα που μου
προκαλεσε με τα δαχτυλα του τις προαλλες στο ποταμι, τοτε ειμαι σιγουρη
οάτι αξιζει. Πλησιαζω αρπαζοντας τον γυμνο του ωμο, για να τον σταματησω
αποά το να απομακρυνθει περαιτεάρω.
«Ενταξει, θελω να το κανεις.» αναστεναζω εφοσον υπεκυψα.
«Να κανω τι, Τερεσα?» Πρεπει να μου κανει πλακα, ξερεις ακριβως τι μου
κανει.
«Ξερεις..εε..να με φιλησεις» Του λεω και το χαμογελο του πλαταινει.
Πλησιαζει για να μου δωσει εάνα φιλι στα χειλη.
«Ωάστε αυτοά ειάναι που θες?» χαμογελαει πονηρα και τον σκουνταω στον ωμο.
Θα με κανει να τον ικετεψω.
«Φιλα με…εκει..» Κοκκινιζω και καλυπτω το προσωπο μου με τα χερια μου. Τα
απομακρυνει, γελωντας και κατσουφιαζω.
«Με ντροπιαζεις επιτηδες» τον μαλωνω. Τα χερια του ειάναι ακομη πανω στα
δικα μου.
«Το ξερω, συγγνωμη. Απλως ειάναι που μου φαινεται τοσο παραξενο που δεν
εχεις κανει τιποτα αποά οάλα αυταά στο παρελθον»
«Πφφ, αστο Χαρρυ, δεν πειραζει» Δεν θελω να ειμαι το επικεντρο στο δικο
του αστειακι πια. Η ωρα εχει περασει και πλεον εχω αρχισει να ενοχλουμαι
αποά τον εγωισμο του. Στριφογυριζω και ξαπλωνω στην μερια μου,
αντικρυζοντας αποά την αάλλη μερια και σκεπαζομαι με την κουβερτα.

138

«Ει, συγγνωμη» μου λεει και τον αγνοω. Γνωριζω οάτι εάνα μερος του εαυτου μου
ειάναι απλως ενοχλημενο επειδη οάταν βρισκομαι γυρω αποά το Χαρρυ
μεταμορφωνομαι σε μια εφηβη με τρελαμενες ορμονες.
«Καληνυχτα Χαρρυ»
του λεω αποτομα και τον ακουω να αναστεναζει. Μουρμουριζει κατι κατω
αποά την ανασα του που ακουστηκε σαν «καλα» αλλα δεν το λεω να το
επαναλαβει. Αναγκαζω τα ματια μου να κλεισουν και προσπαθω να σκεφτω
οτιδηποτε αάλλο εκτος αποά την γλωσσα του Χαρρυ, καθως αποκοιμαμαι.

Chapter 38
Ειμαι ζεστηά, παρα πολυά ζεστηά. Προσπαθω να βγαλω αποά πανω μου τα
σκεπασματα, αλλα δεν μετακινουνται. Οάταν τα ματια μου ανοιγουν, η
χθεσινη νυχτα ερχεται στο μυαλο μου. Ο Χαρρυ να μου φωναζει στην αυλη, η
ανασα του που μυριζε ουισκι, το σπασμενο ποτηρι στην κουζινα, ο Χαρρυ να με
φιλαει, Ο Χαρρυ να μουρμουριζει το ονομα μου οάταν τον αγγιζα, τα
βρεγμενα του μποξερακια. Προσπαθω να σηκωθω αλλα ειάναι πολυά βαρυς.
Ειμαι εκπληκτη που το κεφαλι του ειάναι ξαπλωμενο στο στηθος μου και ο
τροπος που το χερι του ειάναι τυλιγμενο γυρω αποά την μεση μου, το σωμα του
καλυπτει το δικο μου. Πρεπει να βρεθηκε σε αυτηά την σταση, καθως
στριφογυριζε στον υπνο του. Παραδεχομαι οάτι δεν θελω να αφησω αυτοά το
κρεβατι, να αφησω τον Χαρρυ, αλλα πρεπει να το κανω. Πρεπει να
επιστρεψω στο δωματιο μου, ο Νοάα ειάναι εκει. Ο Νοάα. Σπρωχνω απαλα τον
Χαρρυ αποά τον ωμο του, στριφογυριζοντας τον ωάστε να ακουμπαει στην πλατη
του. Προσευχομαι αποά μεσα μου να κοιμαται βαθια, στριφογυριζει ωάστε να
ακουμπαει στο στομαχι του και βογγαει ελαφρως αλλα δεν ξυπναει.
Γρηγορα στεκομαι ορθια και μαζευω τα πεταμενα μου ρουχα αποά το πατωμα.
Επειδη ειμαι δειλη, δεν θελω να βρισκομαι εδωά οάταν θα ξυπνησει. Δεν νομιζω
να τον πειραξει οάμως, τουλαχιστον δεν θα χρειαστει να χρησιμοποιησει την
ενεργεια του για να με πληγωσει επιτηδες, οποτε ας φυγω καλυτερα αποά
μονη μου. Με αυτοάν τον τροπο ειάναι καλυτερο και για τους δυο μας, παρολο
τον τροπο που γελαγαμε χθες βραδυ, τιποτα δεν θα ειάναι το ιδιο με το φως
της ημερας. Ο Χαρρυ θα θυμαται ποσο καλα τα πηγαμε εχθες και θα νιωσει
την αναγκη να ειάναι παραπανω εχθρικος μαζι μου για να μου το
ανταποδωσει. Αυτοά κανει παντα, και δεν θα βρισκομαι εδω αυτηά την φορα.
Θα ειμαι εκει που ανηκω, μακρυα αποά αυτοάν. Για μια στιγμη χθες βραδυ, μου
περασε η σκεψη αποά το μυαλο οάτι αυτηά η νυχτα θα αλλαζε την γνωμη του
Χαρρυ, θα τον εκανε να ηθελε παραπανω αποά εμενα, αλλα τον ξερω
καλυτερα τωρα. Διπλωνω το μπλουζακι του και το βαζω στο κομοδινο,
κουμπωνω την φουστα μου, η μπλουζα μου εχει ζαρωσει αφου βρισκοταν στο

139

πατωμα ολη νυχτα, αλλα αυτοά ειάναι το λιγοτερο που με απασχολει. Βαζω τα
παπουτσια μου και πλησιαζω στο χερουλι της πορτας.
Μια ακομη ματια πισω δεν θα πειραξει, πειθω τον εαυτο μου και κοιτω πισω
τον Χαρρυ που κοιμαται. Τα μαλλια του ειάναι ανακατα πανω στο μαξιλαρι
του, και το χερι του τωρα εχει αρπαξει την ακρη του κρεβατιου. Δειχνει τοσο
γαληνιος, τοσο ομορφος παρα τα σκουλαρικια στο προσωπο του.
Γυριζω αποά την αάλλη και τραβαω το χερουλι της πορτας.
«Τεσσα?» Η καρδια μου σταματα. Γυρνω αργα προς τα πισω, περιμενοντας το
σκληρο του βλεμμα, τα πρασινα ματια του να με αντικρυσουν. Οάμως,
παραμενουν κλειστα, το προσωπο του συνοφρυεται, αλλα ακομη κοιμαται.
Δεν μπορω να αποφασισω εαάν ειμαι ανακουφισμενη ειάναι ακομη
κοιμησμενος ηά μελαγχολικη που ειπε το ονομα μου στον υπνο του. Βγαινω αποά
το δωματιο και κλεινω ελαφρα την πορτα πισω μου. Δεν εχω ιδεα πωάς να βγω
αποά αυτοά το σπιτι,περπατω ευθεια κατω στο σαλονι και ανακουφιζομαι
καθως βρισκω ευκολα τις σκαλες. Κατεβαινω σιγα τα σκαλια και παραλιγο
να πεσω πανω στον Λιαμ. Ο χτυπος της καρδιας μου εχει επιταχυνει καθως
προσπαθω να σκεφτω κατι να του πω. Τα ματια του παρατηρουν το προσωπο
μου και μενει σιωπηλος, περιμενοντας μια εξηγηση υποθετω.
«Λιαμ… Εγω..» δεν εχω ιδεα τι να πω.
«Εισαι καλα?» με ρωταει ανησυχος.
«Ναι, ειμαι ενταξει. Ξερω θα νομιζεις…»
«Δεν νομιζω τιποτα, στα αληθεια το εκτιμω που ηρθες. Γνωριζω οάτι δεν
συμπαθεις τον Χαρρυ και σημαινει πολλα για εμενα το γεγονος οάτι ηρθες
εδωά για να με βοηθησεις να τον σταματησουμε» μου λεει ο Λιαμ.
Ωω. Ειάναι τοσο καλος, παρα πολυά καλος. Σχεδον θελω να του πω, ποσο
αηδιασμενος πρεπει να ειάναι που εμεινα εδωά την νυχτα με τον Χαρρυ, που
αφησα το αγορι μου μονο του στο δωματιο μου ολο το βραδυ, αφου πηρα το
αμαξι του και ετρεξα εδωά για να βοηθησω τον Χαρρυ, ετσι ωάστε να νιωσω
τοσο χαλια οάσο θα επρεπε.
«Λοιπον, εσυ και ο Χαρρυ ειστε ξανα φιλοι?» με ρωταει και σηκωνω τους
ωμους.
«Δεν εχω ιδεα τι ειμαστε. Δεν ξερω τι να κανω. Ειάναι απλως… αχ» ξεσπαω
σε κλαμματα. Ο Λιαμ τυλιγει τα χερια του γυρω μου σε μια ζεστη και
παρηγορητικη αγγαλια.

140

«Δεν πειραζει, ξερω οάτι μπορει να γινει απαισιος» λεει σιγανα ο Λιαμ.
Περιμενε.. μαλλον θα νομιζει οάτι κλαιω επειδη ο Χαρρυ μου εκανε κατι κακο.
Μαλλον δεν θα φανταζοταν ποτε οάτι κλαιω επειδη εχω αισθηματα για τον
Χαρρυ.
«Δεν ειάναι αυτοά Λιαμ…» συνεχιζω να κλαιω. Πρεπει να φυγω αο εδωά πριν να
καταστρεψω και την καλη γνωμη που εχει σχηματισει ο Λιαμ για εμενα, πριν
ξυπνησει ο Χαρρυ.
«Πρεπει να φυγω, ο Νοάα με περιμενει» του απαντω και μου δινει εάνα
παρηγορητικο χαμογελο πριν με αποχαιρετησει. Μπαινω στο αμαξι του Νοάα
και οδηγω πισω στις εστιες οσο πιο γρηγορα μπορω. Κλαιω σχεδον σ’ολη την
διαδρομη πως θα το εξηγησω αυτοά στον Νοάα? Ξερω οάτι πρεπει, δεν μπορω να
του πω ψεματα. Απλα δεν μπορω να φανταστω ποσο πολυά θα τον πληγωσω.
Ειμαι απαισιος ανθρωπος, πως του το εκανα αυτοά, γιατι δεν μπορουσα απλως
να μεινω μακρυα αποά τον Χαρρυ?
Εχω ηρεμησει οσο γινεται πριν να παρκαρω το αμαξι. Περπαταω οσο πιο
αργα γινεται στο δωματο μου, δεν ξερω πως θα τον αντικρυσσω. Οάταν ανοιγω
την πορτα ο Νοάα βρισκεται ξαπλωμενος στον μικρο μου κρεβατι κοιταζοντας
το ταβανι. Ανασηκωνεται αμεσως, μολις λεω το ονομα του.
«Τεσσα για το Θεο! Που ησουν ολο το βραδυ? Σε επαιρνα ασταματητα
τηλεφωνο!» μου λεει φωναχτα. Αυτηά ειάναι η πρωτη φορα που ο Νοάα εχει
υψωσει την φωνη του σε εμενα. Εχουμε τσακωθει και στο παρελθον αλλα
ποτε δεν μου’χε φωναξει.
«Συγγνωμη Νοάα, πηγα στο σπιτι του Λιαμ επειδη ο Χαρρυ ηταν μεθυσμενος και
εσπαγε πραγματα, και εχασα την αισθηση του χρονου και υποθετω οάτι οάταν
τελειωσαμε να συμμαζευουμε ειχε παει πολυά αργα και το κινητο μου εμεινε
αποά μπαταρια» του απανταω ψευδως. Δεν μπορω να πιστεψω οάτι του λεω
ψεμματα μες στα μουτρα του, ολον αυτοάν τον καιρο ηταν εκει για εμενα που
τον χρειαζομουν και εγω… Γνωριζω οάτι πρεπει να του το πω αλλα δεν μπορω
να φανταστω ποσο θα τον πληγωσω.
«Ο Χαρρυ εσπαγε πραγματα? Εισαι καλα? Γιατι εμεινες εκει αφου ηταν
τοσο βιαιος?» Νιωθω σαν να με ρωταει 100 πραγματα ταυτοχρονα.
«Δεν ηταν βιαιος, ηταν απλως μεθυσμενος, δεν θα με εβλαπτε» λεω και
καλυπτω το στομα μου, προσπαθωντας απελπισμενα να παρω πισω αυτοά που
ειπα.
«Τι εννοεις οάταν λες οάτι δεν θα σε εβλαπτε? Ουτε καν που τον ξερεις Τεσσα!»
λεει αποτομα και ερχεται προς το μερος μου.

141

«Απλως λεω οάτι δεν θα με εβλαπτε σωματικα, τον ξερω αρκετα καλα, για να
το λεω αυτοά. Απλως προσπαθουσα να βοηθησω τον Λιαμ» του απαντω. Ο
Χαρρυ θα με πληγωνε συναισθηματικα, το εχει κανει ηδη και θα το
ξαναπροσπαθησει, ειμαι σιγουρη. Ειάναι ειρωνικο το γεγονος οάτι τον
υπερασπιζομαι χωρις να βρισκεται εδωά τωρα.
«Νομιζα οάτι θα σταματουσες να κανεις παρεα με τετοιους ανθρωπους? Δεν
το υποσχεθηκες σε εμενα και την μητερα σου? Τεσσα, δεν ειάναι καλοι
ανθρωποι για να συναναστρεφεσαι. Εχεις αρχισει να πινεις και να μενεις
εξω ολη την νυχτα και με αφησες εδωά μονο μου. Δεν ξερω καν γιατι μου΄ πες
να ερθω εαάν επροκειτο να εφευγες» Καθεται κατω στο κρεβατι με τα χερια
στο σκυμμενο του κεφαλι.
«Δεν ειάναι κακοι ανθρωποι, δεν τους γνωριζεις. Αποά ποτε εισαι τοσο κριτικος?»
τον ρωταω. Θα επρεπε να τον ικετευω να με συγχωρησει που εμεινα εξω ολο
το βραδυ αλλα με ενοχλει ο τροπος που μιλαει για τους φιλους μου. Κυριως
για τον Χαρρυ, το υποσυνειάδητο μου, μου υπενθιμιζει και θελω να με
χαστουκησω.
«Δεν γινομαι επικριτικος αλλα ποτε δεν θα εκανες παρα με αυταά τα γκοθικ
ατομα στον παρελθον»
«Δεν ειάναι γκοθικ Νοάα, ειάναι οι εαυτοι τους. Απλα δεν τους ενδιαφερει να
ειάναι οπως εμεις, αυτοά δεν τους κανει διαφορετικους αποά εμας.» του απαντω.
Μενω εκπληκτη αποά τα λογια μου οάπως και ο Νοάα.
«Και παλι, δεν μου αρεσει να κανεις παρεα μαζι τους, σε αλλαζουν. Δεν
εισαι η ιδια Τεσσα που ερωτευτηκα» η φωνη του δεν ειάναι καθολου εχθρικη,
απλως λυπητερη.
«Κοιτα Νοάα…» ξεκινω να του πω και η πορτα ανοιγει. Τα ματια μου
ακολουθουν αυταά του Νοάα καθως ενας υπερβολικα θυμωμενος Χαρρυ,
εισερχεται στο δωματιο.

142

Chapter 39
Κοιταζω τον Χαρρυ, μετα τον Νοάα, και ξανακοιταω τον Χαρρυ. Δεν υπαρχει
καμια περιπτωση να εχουμε καλη καταληξη.
«Τι κανεις εσυ εδωά?» ρωτω τον Χαρρυ, παρολο που δεν θελω να ακουσω την
απαντηση του, ειδικα μπροστα στον Νοάα.
«Τι νομιζεις οάτι κανω εδωά! Το εσκασες αποά εμενα οταν κοιμομουν, τι στο καλο
ηταν αυτοά?!» φωναζει ο Χαρρυ. Κραταω την ανασα μου, καθως η φωνη του
αντηχει σε ολο το δωματιο. Το προσωπο του Νοάα αλλαζει μορφη, ειάναι

143

θυμωμενος και ξερω οάτι τωρα αρχιζει να ενωνει τα κομματια του παζλ αυτης
της καταστασης.
Ειμαι διχασμενη αναμεσα στο να προσπαθησω να εξηγησω στον Νοάα τι
συμβαινει και αποά την αάλλη να εξηγησω στον Χαρρυ γιατι εφυγα.
«Απαντησε μου!» μου φωναζει ο Χαρρυ και στεκεται ακριβως μπροστα μου.
Εκπλησσομαι οάταν ο Νοάα μπαινει αναμεσα μας.
«Μην της φωναζεις» προειδοποιει τον Χαρρυ. Εχω παγωσει στο σημειο που
βρισκομαι καθως το προσωπο του Χαρρυ αλλαζει σε ακομη πιο θυμωμενο.
Γιατι κανει ετσι επειδη εφυγα? Θα με εδιωχνε ετσι και αλλιως. Πρεπει να πω
κατι πριν ολο αυτοά να μου γυρισει μπουμερανγκ. Μαλλον ειάναι θυμωμενος
επειδη δεν προλαβε να με κανει να κλαψω πρωτουά φυγω.
«Χαρρυ.. σε παρακαλω μην το κανεις αυτοά τωρα.» τον ικετευω. Εαάν φυγει
τωρα, μπορω να προσπαθησω να εξηγησω στον Νοάα τι συμβαινει.
«Να κανω τι Τερεσα?» ρωταει ο Χαρρυ καθως περπαταει γυρω αποά τον Νοάα.
Ελπιζω ο Νοάα να κρατησει τις αποστασεις του, δεν νομιζω ο Χαρρυ να
διστασει να τον ριξει κατω. Ο Νοάα ειάναι αρκετα σωματωδης, ειδικα εαάν τον
συγκρινεις με τον Χαρρυ αλλα δεν εχω καμια αμφιβολια οάτι ο Χαρρυ θα
ξερει να τον αντιμετωπισει και πιθανον θα τον νικουσε. Τι στο καλο συμβαινει
στην ζωη μου, που πρεπει να ανησυχω για το εαάν ο Νοάα και ο Χαάρρυ θα
τσακωθουάν?
«Χαρρυ σε παρακαλω, απλως φυγε και θα μιλησουμε γι’αυτοά μετα» του
απαντω και ο Νοάα κουναει το κεφαλι του.
«Να μιλησετε για ποιο πραγμα? Τι στο καλο συμβαινει Τεσσα?» με διακοπτει
ο Νοάα. Ωω Θεεά μου!
«Πες του, εμπρος πες του το» μου λεει ο Χαρρυ. Δεν μπορω να πιστεψω οάτι το
κανει αυτοά.
Ξερω ποσο αδιστακτος μπορει να γινει αλλα αυτοά ειάναι αλλου επιπεδου, με
ξεπερνα.
«Τι να μου πει Τεσσα?» ρωταει ο Νοάα.
«Τιποτα, απλως οάτι εμεινα στου Λιαμ χθες το βραδυ» του απαντω ψευδως.
Προσπαθω να βρω το βλεμμα του Χαρρυ, να τον κανει να δει τα γκρι μου
ματια με την ελπιδα οάτι θα σταματησει, αλλα κοιταζει αμεσως αποά την αάλλη
μερια.
«Πες του το Τεσσα αλλιως θα το κανω εγω» ο Χαρρυ γρυλιζει και ξεκινω να
κλαιω.

144

«Νοάα.. Εγω.. εγω και ο Χαρρυ εχουμε..» ξεκιναω. Το θυμωμενο προσωπο του
Χαρρυ αλλαζει σε αυταρεσκο. Δεν μπορω να πιστεψω οάτι περασα την νυχτα
μαζι του, η χθεσινη βραδια ηταν υπεροχη αλλα γνωριζα οάτι θα κατεληγα να
το μετανιωνω. Απλα δεν ηξερα αποά την αρχη οάτι θα γινοταν τοσο χαλια.
«Ωω Θεεά μου» ο Νοάα τραυλιζει και τα ματια του αρχιζουν να δακρυζουν. Πως
μπορεσα να του το κανω αυτοά? Τι στο καλο σκεφτομουν? Ο Νοάα ειάναι τοσο
ευγενικος και ο Χαρρυ τοσο αδιστακτος που με εκανε να πω στον Νοάα για
εμας, μποροστα του. Τα χερια του αγγιζουν το μετωπο του και κουναει το
κεφαλι του.
«Πως μπορεσες Τεσσα? Μετα αποά οάλα οσα εχουμε περασει? Ποτε ξεκινησε
αυτοά?» Δακρυα κυλανε αποά τα μπλε του ματια στο προσωπο του. Δεν εχω
νιωσει ποτε μου τοσο απαισια, εγω προκαλεσα αυταά τα δακρυα. Κοιταζω τον
Χαρρυ και μετα ξανα τον Νοάα. Το μισος μου για το Χαρρυ με κυριευει και τον
σπρωχνω πισω αντι να απαντησω στον Νοάα. Ο Χαρρυ βρισκεται
απροετοιμαστος και παραπαταει προς τα πισω αλλα σταθεροποιειται πριν
να πεσει.
«Νοάα λυπαμαι παρα πολυά, συγγνωμη. Δεν ηξερα τι σκεφτομουν» Ειμαι
ειλικρινης, δεν ηξερα τι στο καλο σκεφτομουν. Υποθετω οάτι σκεφτομουν πως ο
Χαρρυ θα ηταν κοσμιος και ισως θα μπορουσα να χωρισω με τον Νοάα, για να
βγω με τον Χαρρυ. Ποσο ηλιθια μπορει να’μαι?
Ηά οάτι θα μπορουσα να μεινωμακρια αποά τον Χαρρυ και ο Νοάα δεν θα
μαθαινε ποτε τι συνεβη αναμεσα μας. Το προβλημα ειάναι οάτι δεν μπορω να
μεινω μακρυα αποά τον Χαρρυ.
Ελκυομαι αποά την φλογα του, και οάμως αυτος δεν διστασε να με καψει. Και οι
δυο επιλογες μου ηταν χαζες και αφελης, αλλα και παλι δεν εχω κανει ουτε
μια σωστη επιλογη αποά τοτε που γνωρισα τον Χαρρυ.
«Δεν ξερω ουτε και εγω τι σκεφτοσουν, δεν γνωριζω πλεον ποια εισαι!» ο Νοάα
φωναζει και φευγει προς την πορτα.
«Νοάα σε παρακαλω! Περιμενε!» του φωναζω και τρεχω αποά πισω του. Ο Χαρρυ
αρπαζει τον ωμο μου και προσπαθει να με συρει πισω.
«Μην με αγγιζεις! Δεν σε πιστευω! Αυτοά ηταν τοσο χαμηλο χτυπημα, ακομη
και εσενα» του φωναζω και τραβαω το χερι μου αποά την γροθια του. Τον
σπρωχνω ξανα. Δεν εχω σπρωξει
κανεναν αλλον στην ζωη μου, εκτος αποά αυτοάν, τοσες φορες!
«Εαάν τρεξεις αποά πισω του, εγω τελειωσα» μου λεει και μενω με το στομα
ανοιχτο. Τελειωσε με τι?

145

«Τελειωσες? Με τι τελειωσες? Να παιζεις με τα αισθηματα μου? Σε μισω!!
Δεν μπορεις να τελειωσεις κατι που ποτε δεν ξεκινησε» του λεω, δεν φωναζω
πλεον. Τα χερια του πεφτουν στις δυο πλευρες του και το στομα του ανοιγει
αλλα δεν λεει τιποτα.
«Νοάα!» φωναζω και βγαινω βιαστικα εξω αποά την πορτα. Τρεχω στον
διαδρομο και επιτελους τον πλησιαζω κοντα στο παρκινγκ. Με παρατηρει και
προχωρα ακομη πιο
γρηγορα.
«Νοάα σε παρακαλω, ακουσε με. Συγγνωμη, λυπαμαι πολυά. Ειχα πιει, ξερω οάτι
αυτοά δεν ειάναι δικαιολογια αλλα..εγω..» σκουπιζω τα ματια μου και το
προσωπο του μαλακωνει.
«Δεν μπορω να ακουσω αλλα..» μου απανταει. Τα ματια του ειάναι κοκκινα.
Παω να πιασω το χερι του και απομακρυνεται.
«Νοάα σε παρακαλω, συγγνωμη. Σε παρακαλω συγχωρεσε με» δεν μπορω να
χασω και αυτοάν και τον Χαρρυ μεσα μια ημερα. Εαάν και ο Χαρρυ δεν ηταν
ποτεά δικος μου για να τον χασω και ποτεά δεν θα’ναι, και παλι με ποναει να
τον βλεπω να με μισει. Ειδικα μετα τον τροπο που με κρατησε και ειπε το
ονομα μου στον υπνο του.
«Απλα χρειαζομαι λιγο χρονο, Τεσσα. Δεν ξερω τι να σκεφτω..» μου λεει
καθως περναει το χερι του γυρω αποά τα μαλλια του.
«Καλα» αναστεναζω. Απλα χρειαζεται χρονο για να το ξεπερασει και μετα
μπορουμε να επιστρεψουμε παλι στο φυσιολογικο.
«Σε αγαπω Τεσσα» μου λεει και με εκπλησει καθως μου δινει εάνα φιλι στο
μετωπο πρωτουά μπει μες στο αμαξι.

Chapter 40

146

Προχωρω πισω στο δωματιο μου με την ελπιδα οάτι ο Χαρρυ θα’χει φυγει,
δεναντεχω ουτε να τον βλεπω. Αλλα ειάναι τοσο αναισθητος, που καθεται και
περιμενειστο κρεβατι μου οάταν επιστρεφω. Ιδεες μου περνανε αποά το μυαλο
να αρπαξω τοφωτιστικο και να του το φερω στο κεφαλι, αλλα δεν εχω την
ενεργεια να τσακωθωμαζι του.
«Δεν προκειται να ζητησω συγγνωμη» μου λεει καθως τον προσπερναω
καιπηγαινω προς το κρεβατι της Στεφ. Δεν θα κατσω στο κρεβατι μου μαζι του.
«Ξερω οάτι δεν θα το κανεις» του απαντω και ξαπλωνω πισω.
Δεν θα πιαστω ως δολωμα σε αυτοά τον τσακωμο, ετσι και αλλιως δεν
περιμενανα απολογηθει. Τον ξερω καλυτερα τωρα. Βασικα, για να ειμαι
ειλικρινης δεν τοξερω καθολου. Χθες βραδυ νομιζα οάτι ηταν απλως εάνα
θυμωμενο αγορι που τον ειχεεγκαταλειψει ο πατερας του και τον πληγωσε,
χρησιμοποιωντας τον πονο, το μονοσυναισθημα για να μπορεσει να κρατησει
τους ανθρωπους μακρυα του. Σημερα τοπρωι απλως ειδα οάτι ειάναι απλα ενας
απαισιος και μισητοάς ανθρωπος. Δεν υπαρχειτιποτα καλο επανω στον Χαρρυ,
καάθε φορα που πιστευα οάτι υπηρχε κατι, ητανεπειδη αυτος με εκανε να
νομιζω οάτι υπαρχει.
«Επρεπε να το μαθει» μου λεει και δαγκωνω τα χειλη μου για να εμποδισω
ταδακρυα μου να επιστρεψουν. Καθομαι ησυχη μεχρι που ακουω τον Χαρρυ να
σηκωνεταικαι ερχεται προς εμενα.
«Απλως φυγε Χαρρυ» οάταν κοιταζω πανω, στεκεται ορθιος μπροστα μου,
καικαθεται στο κρεβατι, ενωά εγω σηκωνομαι.
«Επρεπε να το μαθει» επαναλαμβανει και ο θυμος βραζει μεσα μου. Ξερω
οάτι τοκανει επιτηδες για να αντιδρασω απεναντι του.
«Γιατι Χαρρυ? Γιατι επρεπε να το μαθει? Πως ειάναι δυνατον το να
τονπληγωσεις, να του κανει καλο? Δεν σε επηρεαζε καθολου το γεγονος οάτι
δεν τοηξερε, θα μπορουσες να συνεχισεις την ημερα σου, χωρις να το
γνωριζε. Δεν ειχεςκανενα δικαιωμα να το κανεις αυτοά σε εκεινον, ουτε και σε
εμενα» νιωθω ταδακρυα μου να επιστρεφουν, αυτηά την φορα δεν μπορω να
κρατηθω.
«Θα ηθελα να το μαθω, εαάν ημουν στην θεση του» μου απαντα, η φωνη του
ειάναισταθερη και ο τονος του ψυχρος.
«Δεν εισαι εκεινος οάμως, και δεν θα εισαι ποτε. Ημουν τοσο ηλιθια
πουπιστεψα οάτι θα μπορουσες εστω να του μοιασεις. Και αποά ποάτε σε
ενδιαφερει ποιοειάναι το σωστο?»
«Μην τολμησεις να με συγκρινεις μαζι του» μου απαντα αποτομα. Μισω
τοντροπο που επιλεγει να απαντα μονο σε μια αποά τις ερωτησεις μου.
Σηκωνεται καιερχεται παλι προς το μερος μου αλλα απομακρυνομαι,
κρατωντας μεταξυ μας αρκετηαποσταση.
«Δεν υπαρχει συγκριση. Δεν το’χεις συνειδητοποιησει μεχρι τωρα? Εισαι
εναςαδιστακτος και αηδιαστικος κοάπανος που δεν δινει δεκαρα για κανεναν
παρα μονογια τον εαυτο του, ενωά εκεινος με αγαπαει. Ειάναι διατεθειμενος
να προσπαθησεινα συγχωρησει τα λαθη μου. Τα τεραστια λαθη μου»
προσθετω.
Ο Χαρρυ κανει εάνα βημα πισω, σαν να τον εσπρωξα.
«Να σε συγχωρησει?»

147

«Ναι, θα με συγχωρησει για αυτοά. Ξερω οάτι θα το κανει. Επειδη με
αγαπαει,οποτε το υπουλο σχεδιο σου να με κανεις να χωρισω μαζι του, ετσι
ωάστε να γελαςεις βαρος μου, δεν πετυχε. Τωρα βγες αποά το δωματιο μου»
«Αυτοά δεν ηταν…εγω..» αρχιζει να λεει αλλα τον διακοπτω. Εχω ξοδεψει
αρκετοχρονο μαζι του.
«Βγες εξω! Ξερω οάτι μαλλον ηδη θα ετοιμαζεις την επομενη κινηση
σουεναντιον μου, αλλα μαντεψε Χαρρυ? Δεν θα πετυχει πλεον, τωρα βγες
αποά τοδωματιο και αντε μου στο διαολο» εκπλησσομαι αποά τα σκληρα μου
λογια αλλα δεννιωθω ασχημα που τα χρησιμοποιησα στο Χαρρυ.
«Δεν ειάναι αυτοά που προσπαθω να κανω Τεσσα, νομιζα οάτι μετα την
χθεσινηβραδια… δεν ξερω, νομιζα οάτι εσυ και εγω..» μοιαζει να εχει χασει
τα λογια του,πρωτη φορα συμβαινει αυτοά. Εάνα μερος του εαυτου μου πεθαινει
να μαθει τι εχεινα μου πει αλλα ετσι ακριβως πλεχτηκα στον ιστοά του,
εξαρχης. Χρησιμοποιει τηνπεριεργεια μου σε βαρος μου, ειάναι οάλα εάνα
παιχνιδι για αυτοάν. Σκουπιζω θυμωμενητα ματια μου, ειμαι ευγνωμων που δεν
εβαλα μεικ-απ εχθες.
«Δεν περιμενεις στα αληθεια να το πιστεψω οάλο αυτοά, ετσι? Οάτι νιωθεις
καικαλα διαφορετικα για εμενα απ’οάτι πριν?» Πρεπει να σταματησω και
εκεινοςνα φυγει πριν να ειάναι πολυά αργα και βρεθω πιο χωμενη, ακομη πιο
βαθια μεσασ’ολο αυτοά.
«Φυσικα και το πιστευω, Τεσσα. Με κανεις να νιωθω τοσο..»
«Οάχι! Δεν θελω να το ακουσω Χαρρυ. Ξερω οάτι λες ψεμματα και αυτος ειάναι
οαρρωστος τροπος που επιλεγεις να το κανεις. Να με κανεις να πιστεψω οάτι
θαμπορουσες να νιωσεις με τον ιδιο τροπο οάπως νιωθω εγω, και μετα
αλλαζεις.Γνωριζω πως παει αποά εδωά και περα, και δεν θα το συνεχισω
αάλλο.»
«Να νιωσεις με τον ιδιο τροπο, οάπως νιωθω εγω? Δηλαδη μου λες οάτι εσυ..
εσυεχεις αισθηματα για εμενα?» Τα ματια του φωτιζουν με κατι που μοιαζει
σανελπιδα. Ειάναι καλυτερος ηθοποιος απ΄ οάτι νομιζα.
Ξερει πως νιωθω, πρεπει να το’χει καταλαβει. Τι αάλλος λογος θα μπορουσε
ναυπαρχει για συνεχισω να κραταω αυτοάν τον βλαβερο κυκλο αναμεσα μας?
Συνηδητοποιω οάτι δεν ειχα παραδεχτει τα αισθηματα που εχω για τον Χαρρυ
ουτεστον εαυτο μου, και τωρα τα εβγαλα οάλα στην φορα, δινοντας του
προσβαση να τακαταστρεψει. Χειροτερα απ’οάτι εχει ηδη καταφερει.
«Φυγε Χαρρυ, δεν θα το ξαναπω. Εαάν δεν φυγεις θα καλεσω την ασφαλεια
τηςεστιας». Του λεω και το εννοω. Νιωθω το τειχος προστασιας μου σιγα-σιγα
νακατεβαινει αποά τον τροπο που με κοιταει ο Χαρρυ και δεν μπορω να το
αφησω νασυμβει.
«Τες, σε παρακαλω απαντησε μου!» με ικετευει.
«Μην με ξαναπεις Τες, αυτοά το ονομα ειάναι για τους φιλους και την
οικογενειαμου, τα ατομα που πραγματικα νοιαζονται για εμενα. Τωρα
φυγε!» του φωναζω, πολυάπιο δυνατα. Χρειαζεται να φυγει, να μεινει μακρυα
μου. Το μισω οάταν με φωναζειΤερεάσα, αλλα μισω ακομη περισσοτερο οάταν
με λεει Τες. Κατι στον τροπο με τονοποιο τα χειλη του κινουνται οάταν με
φωναζει ετσι το κανει να ακουγεται τοσοοικειο, τοσο υπεροχο. Γαμωτο,
Τεσσα. Σταματα.

148

«Σε παρακαλαω, πρεπει να ξερω εαάν εσυ..»
«Τι κουραστικο σαββατοκυριακο, ειμαι εξαντλημενη!» λεει η Στεφ
καθωςεισερχεται στο δωματιο. Τα ματια της κοιτουν προς τον Χαρρυ καθως
βλεπει ταπρησμενα μου ματια αποά το κλαμμα.
«Τι συμβαινει? Τι εκανες?» φωναζει στον Χαρρυ. «Που ειάναι ο Νοάα?»
ρωταεικαι κοιταει προς εμενα.
«Εφυγε, οάπως θα πρεπει να φυγει και ο Χαρρυ» της απαντω.
«Τεσσα..» ο Χαρρυ αρχιζει.
«Στεφ, σε παρακαλω κανε τον να φυγει!» την ικετευω και γνεφει. Το στομα
τουΧαρρυ μενει ορθανοιχτο,ενοχλημενος που χρησιμοποιω την Στεφ εναντιον
του.Νομιζε οάτι με ειχε παγιδεψει ξανα.
«Χαρρυ, παμε να φυγουμε» Του λεει και τον αρπαζει αποά τον ωμο,
σερνονταςτον στην πορτα. Αρνουμαι να τον κοιταξω. Αντικρυζω τον τοιχο
μεχρι να ακουσωτην πορτα να κλεινει. Αμεσως ακουω τις φωνες του στο
διαδρομο.
«Τι στο καλο, Χαρρυ? Σου ειπα να μεινεις μακρυα της, ειάναι η συγκατοικοςμου
και δεν δεν ειάναι σαν τα αλλα κοριτσακια που μπλεκεσαι. Ειάναι αθωα
καιειλικρινα ειάναι πολυά καλη για εσενα» του λεει η Στεφ. Ειμαι εκπληκτη
καιευχαριστημενη αποά τον τροπο που με υπερασπιζεται.
Και παλι δεν απαλυνει τον πονο στο στηθος μου. Η καρδια μου παει να
σπασει.Νομιζω οάτι ειχα περασει αποά αυτοά το σταδιο οάταν περασα την ημερα
μονη μου μετον Χαρρυ την προηγουμενη βδομαδα, αλλα δεν συγκρινεται με
τιποτα , το πωάςνιωθω τωρα. Μισωά να το παραδεχομαι στον εαυτο μου αλλα
γνωριζω οάτι η νυχτα πουπερασα εχθες με τον Χαρρυ εχει δυναμωσει τα
αισθηματα μου για αυτοάν. Ακουάγονταςτον να γελαει οάταν με γαργαλουσε, ο
τροπος που με φιλουσε γλυκα στα χειλη, ταχερια του να ειάναι τυλιγμενα
γυρω μου, ο τροπος με τον οποιο τα ματια τουανοιγοκλειναν οάταν εφερνα το
χερι μου στο γυμνο του δερμα, χαιδευοντας τον, οάλααυταά με εκαναν να
νιωσω ακομη πιο μεγαλα πραγματα. Αυτεάς οι οικειες στιγμεςαναμεσα μας
με εκαναν να νοιαστω περισσοτερο για εκεινον, αλλα με εκαναν ναπονεσω
και περισσοτερο. Μεσα σ’ολο αυτοά, εχω πληγωσει και τον Νοάα με
τονχειροτερο τροπο και ευχομαι μονο να με συγχωρεσει.
«Δεν ειάναι ετσι» η προφορα του ειάναι σκληρη και η φωνη του θυμωμενη.
«Βλακειες Χαρρυ, σε ξερω. Βρες καποιον αλλον να βασανισεις, υπαρχουν
εάνασωρο κοπελες. Δεν ειάναι ο τυπος της κοπελας που θα επρεπε να της το
κανειςαυτοά, εχει αγορι και ειάναι πολυά ευασθητη για να ειάναι «φιλη με
πλεονεκτηματα»μαζι σου».
Δεν μου αρεσει να την ακουω να λεει οάτι ειμαι πολυά ευαισθητη, αλλα
υποθετωεχει δικιο. Δεν εχω κανει και τιποτα αάλλο, εκτος αποά το να κλαιω,
αποά τοτε πουγνωρισα τον Χαρρυ και τωρα προσπαθησε να καταστρεψει και
την σχεση μου με τονΝοάα. Δεν εχω τα κοτσια να ειμαι μαζι του ουτε «φιλη με
πλεονεκτηματα», ασχετααποά το πωάς με κανει να νιωθω. Εχω και μια
αξιοπρεπεια και ειμαι αρκεταευσυγκινητη.
«Καλα. Θα μεινω μακρυα της. Αλλα μην την ξαναφερεις σε κανενα αποά τα
παρτυστο σπιτι μου. Το εννοω, δεν θελω να την ξαναδω, εαάν γινει αυτοά, θα

149

τηνκαταστρεψω!» απαντα αποτομα και ακουω το χερουλι της πορτας να
ανοιγει και ναμπαινει η Στεφ.

Chapter 41
«Ειάσαι καλα?» με ρωταει η Στεφ. Ερχεται προς το μερος μου και τυλιγει τα
μικροσκοπικα χερια της γυρω μου. Ειάναι παραξενο που η αδυναμη αγγαλια
της με παρηγορει.
«Ναι, βασικα οάχι. Αλλα θα γινω καλα. Σ’ευχαριστω που τον εκανες να φυγει»
της λεω και με αγγαλιαζει πιο σφιχτα, τα δακρυα μου πεφτουν βροχη τωρα
και δεν βλεπω καθαρα.
«Μην με ευχαριστεις, ο Χαρρυ μπορει να ειάναι φιλος μου αλλα εισαι και εσυ
και δεν θελω να σε ταραζει. Λυπαμαι, ολο αυτοά ειάναι δικο μου λαθος. Εαάν δεν
τον αφηνα να ερχεται γυρω σου συνεχωάς. Μπορει να γινει πολυά μαλακας».
«Οάχι, δεν φταις εσυ. Εγω λυπαμαι, δεν θελω να μπω αναμεσα στην φιλια
σας. Απλως θελω να μην ερχεται πια στο δωματιο μας.»
«Φυσικα, θα παρω πισω το κλειδι του. Επρεπε να το ξερω αποά την αρχη και να
το ειχα δωσει στον Ναάιαλλ» μου απαντα και χαμογελαω ελαφρως, καθως
φευγω αποά την αγγαλια της. Το εκτιμω που βρισκεται εδωά για εμενα,
περισσοτερο απ’οάσο γνωριζει. Νιωθω τελειως μονη, ο Νοάα περνει το χρονο του
για να σκεφτει εαάν θα με χωρισει ηά οάχι, ο Χαρρυ ειάναι ηλιθιος, η μητερα μου
θα τα εχανε εαάν της μιλουσα για οάλα αυταά, και ο Λιαμ θα απογοητευοταν.
Κυριολεκτικα δεν εχω κανεναν εκτος αποά αυτηά την κοκκινομαλα κοπελα με τα
ταττουαζ που δεν περιμενα ποτε να γιάνει φιλη μου, αλλα χαιρομαι που
ειάναι.
«Θελεις να μιλησεις για αυτοά?» Με ρωταει και γνεφω. Βασικα θελω να
μιλησω, να τα βγαλω αποά μεσα μου.

150

Της λεω τα παντα αποά την πρωτη φορα που φιλησα τον Χαρρυ στο δωματιο
του μεχρι την ημερα μας στο ποταμι, τον οργασμο που τον εκανα να νιωσει
εχθες, τον τροπο που ειπε το ονομα μου στον υπνο του, καθως και τον τροπο
που κατεστρεψε καάθε ειδος σεβασμου που ειχα για αυτοάν οάταν με αναγκασε
να το αποκαλυψω στον Νοάα μπροστα του. Το προσωπο της αλλαζει αποά
ανησυχο σε σοκαρισμενο και τελος σε στεναχωρημενο καταά την διαρκεια της
ιστοριας μου. Το μπλουζακι μου εχει μουσκεψει αποά τα δακρυα οάταν τελειωνω
να μιλαω και η Στεφ κραταει το χερι μου.
«Wow, δεν ειχα ιδεα οάτι τοσα πολλα συνεβησαν. Μπορουσες να μου το’χες πει
μετα την πρωτη φορα. Ηξερα οάτι κατι επαιζε οάταν ο Χαρρυ εμφανιστηκε εδωά
το βραδυ που θα πηγαιναμε για ταινια, μολις ειχα μιλησει μαζι του στο
κινητο, και μετα ηρθε κατευθειαν εδωά. Ειχα υποψιαστει οάτι θα ερχοταν για
να δει εσενα, τωρα ξερω οάτι ειχα δικιο. Ο Χαρρυ ειάναι καλο παιδι, μερικες
φορες.
Εννοω οάτι καταά βαθος μπορει, απλα δεν ξερει πωάς να ενδιαφερθει για
καποιον με τον τροπο που εσυ, και γενικοτερα οι κοπελες, χρειαζεται να
νιωσουν φροντιδα. Εαάν ημουν στην θεση σου, θα προσπαθουσα να τα ξαναβρω
με τον Νοάα επειδη ο Χαρρυ δεν ειάναι ικανος να γινει το αγορι κανενος». Μου
λεει και σφιγγει το χερι μου. Γνωριζω οάτι οάλα οσα λεει ειάναι αληθεια και
εχει δικιο, οάμως γιατι ποναάω τοσο?
«Θελεις να παρουμε παγωτο? Υπαρχει εάνα ωραιο μερος, λιγο πιο εξω αποά
τις εστιες, μπορουμε να περπατησουμε» με ρωταει. Σκουπιζω τα δακρυα μου
και της γνεφω. Ειάναι ακομη μεσημερι και εαάν κατσω εστω λιγο παραπανω
στο δωματιο μου, θα τρελαθω.
…..
Ο Λιαμ ειάναι ακουμπισμενος στον τοιχο εξω αποά την καφετερια,
περιμεάνονταάς με, το πρωινο της Δευτερας.
«Τι επαθε το ματι σου?!» Εχει δημιουργηθει ενας μωβ κυκλος γυρω αποά το
αριστερο του ματι και τωρα που τον κοιταζω καλυτερα διακρινω και μια
μελανια στο μαγουλο του.
Μολις το συνειδητοποιωά. «Λιάαμ! Ο Χαρρυ το εκανε αυτοά?» η φωνη μου τρεμει.
«Ναι.. »παραδεχεται.
«Γιατι? Τι συνεβη?» θελω να σκοτωσω τον Χαρρυ που χτυπησε τον Λιαμ .
«Εφυγε αποά το σπιτι εξαλλος, μετα που ειχες φυγει εσυ και οάταν επεστρεψε
μετα αποά μια ωρα, ηταν τοσο θυμωμενος. Αρχισε να ψαχνει και αλλα
πραγματα για να σπασει και τον σταματησα.

151

Δεν ηταν και τοσο ασχημα βασικα, νομιζω οάτι και οι δυο βγαλαμε τον θυμο
που ειχαμε ο ενας απεναντι στον αλλον. Του εχωσα και εγω μερικες καλες»
γελαει και μενω με ανοιχτο το στομα.
Εκπλησσομαι αποά την χαρουμενη διαθεση του Λιαμ καθως μιλαει για τον
τσακωμο του με τον Χαρρυ.
«Εισαι σιγουρος οάτι εισαι καλα? Υπαρχει κατι που μπορω να κανω?» τον
ρωταω. Νιωθω οάτι φταιω εγω για αυτοά, ο Χαρρυ ηταν θυμωμενος εξαιτιας
μου, αλλα δεν μπορω να τον φανταστω τοσο θυμωμενο ωάστε να πιαστει στα
χερια με τον Λιάαμ.
«Οάχι, αληθεια ειμαι ενταξει.» μου χαμογελαει.
«Τι ειπε η μητερα σου οάταν γυρισε σπιτι?» τον ρωταω.
Καθως περπαταμε προς την αιθουσα, μου λεει πως ο πατερας του Χαρρυ του
χωρισε απο τον τσακωμο, ευτυχως εφτασαν σπιτι πριν σκοτωσουν ο ενας τον
αλλον και για τον τροπο που η μητερα του στεναχωρηθηκε επειδη ο Χαρρυ
εσπασε οάλα τα πιατα της. Με διαβεβαιωνει οάτι δεν ειχα καμια
συναισθηματικη αξια, αλλα πληγωθηκε που ο Χαρρυ θα εκανε κατι τετοιο.
«Αλλα παρολα αυταά, εχω καλα νεα, η Ντανιεάλ θα ερθει να με επισκεφθει το
σαββατοκυριακο. Θα ερθει και στην γιορτη!
«Ποια γιορτη?» δεν εχω ακουσει τιποτα.
«Ναι, δεν εχει δει τις αφιάσες σε ολο το πανεπιστημιο? Ειάναι ετησια, για να
αρχισει η νεα σχολικη χρονια. Ολοι θα πανε. Δεν μου αρεσουν συνηθως
τετοιου ειδους γιορτες, αλλα αυτηά θα’χει πλακα.
Θα πρεπει να πεις στον Νοάα να ερθει ξανα και ετσι να βγουμε μαζι διπλο
ραντεβου». Αχ και να ηξερε μονο ο Λιάαμ οάτι απατησα τον Νοάα με τον Χαρρυ
και οάτι μπορει να εχουμε ηδη χωρισει. Του χαμογελαω και γνεφω. Ισως να
προσκαλεσω τον Νοάα, για να δει οάτι εχω και φιλους σαν τον Λιάαμ.
Ξερω οάτι ο Χαρρυ και ο Λιάαμ.. δηλαδη ο Νοάα και ο Λιάαμ θελω να πω, θα τα
πηγαινανε καλα, και θελω πολυά να γνωρισω την Ντανιεάλ.
Τωρα που ο Λιάαμ ανεφερε την γιορτη, παρατηρω τις αφιάσες σχεδον σ’ολους
τους τοιχους.
Υποθετω επειδηά ημουν απασχολημενη αποά τον Χαρρυ ολη την βδομαδα, δεν
τις ειάχα προσεξει.
Πριν να το καταλαβω βρισκομαι στο μαθημα της Λογοτεχνιας, παρατηρωντας
το δωματιο για βρω τον Χαρρυ, παρολο που το ενστικτο μου με αποθαρρυνει.
Δεν τον βλεπω και ουτε καθεται στην συνηθισμενη του θεση διπλα μου. ΄΄Θα
την καταστρεψω΄΄ η φωνη του αντηχει στο μυαλο μου.
Τι θα μπορουσε να κανει που να’ναι χειροτερο αποά το να το μαθει ο Νοάα? Δεν
ξερω και ουτε θελω να μαθω.

152

«Δεν νομιζω οάτι ειάναι εδωά, τον ακουσα να μιλαει με αυτοάν τον τυάπο τον Ζεάυν
οάτι θα αλλαζε μαθημα. Αλλα θα ευχομουν να εβλεπες το μαυρισμενο του
ματι» ο Λιαμ μου χαμογελα και τα ματια μου κατευθυνονται στην εισοδο της
αιθουσας. Θελω να αρνηθω οάτι εψαχνα για τον Χαρρυ αλλα ξερω οάτι δεν
μπορω. Ο Χαρρυ με μαυρισμενο ματι? Ελπιζω να’ναι καλα, βασικα οάχι,
ελπιζω να τον ποναει πολυά.
«Ενταξει» ψιθυριζω και τραβαω την φουστα μου. Ο Λιάαμ δεν αναφερει τον
Χαρρυ για το υπολοιπο της ωρας.
Ολη η εβδομαδα που περναει ειάναι ακριβως η ιδια, δεν μιλαω σε κανεναν για
τον Χαρρυ και κανεις δεν μου τον αναφερει. Η Στεφ παραλιγο να το κανει
δυο φορες, αλλα γρηγορα το καταλαβαινει και το παιρνει πισω. Ο Τρισταν
συχναζει στο δωματιο μας καθολη την διαρκεια της εβδομαδας, αλλα δεν με
πειραζει, βασικα τον συμπαθω αρκετα και κανει την Στεφ να χαμογελαει,
και βριάσκω το εαυτο μου να γελαει μερικες φορες καταά την διαρκεια της
χειροτερης εβδομαδας της ζωης μου. Φορουσα οτιδηποτε ηταν καθαρο και
επιανα τα μαλλια μου κοάτσο καάθε μερα. Η μικρη μου συνηθεια με το eyeliner
κοπηκε και ξαναγυρισα στην ρουτινα μου. Υπνος, μαθημα, διαβασμα, γευμα,
υπνος, μαθημα, διαβασμα, γευμα και ξανα.
«Ελα τωρα Τεσσα, ειάναι παρασκευη, απλως ελα μαζι μας και θα σε
πεταξουμε πισω πριν να παμε στου Χαρ.. εννοω στο παρτυ» η Στεφ με
ικετευει και κουναω το κεφαλι μου αρνητικα. Δεν νιωθω οάτι θελω να κανω
τιποτα πρεπει να διαβασω και να τηλεφωνησω στην μητερα μου. Απεφευγα
τις κλησεις της ολη την βδομαδα και θελω να μιλησω και στον Νοάα για να
μαθω εαάν πηρε την αποφαση του. Του εδωσα χρονο ολη αυτηά την βδομαδα για
να σκεφτει, μονο του εστειλα κανα δυο μηνυματα με την ελπιδα οάτι θα τα δει
θετικα. Στα αληθεια θελω να παμε μαζι στην γιορτη που θα γιάνει την αάλλη
παρασκευη.
«Νομιάζω οάτι θα αρνηθωά… θα παω να δω για αμαξια αυριο, οποτε χρειαζομαι
ξεκουραση» λεω προσπαθωντας να την πεισω. Πραγματικα θα παω να δω για
αυτοκινητα αυριο, αλλα ξερω οάτι δεν θα ξεκουραστω εαάν μεινω εδωά μονη μου
με τις σκεψεις μου. Επρεπε να ενιωθα ανακουφισμενη, εαάν εξαιρεσεις την
αναποφασιστικοτητα του Νοάα για την σχεση μας. Τουλαχιστον δεν
χρειαζεται να ανησυχω για τον Χαάρρυ πλεον. Προφανως και ηταν σοβαρος
οάταν ελεγε οάτι θα μεινει μακρυα μου και ειμαι ευγνωμων. Απλως δεν μπορω
να τον βγαλω αποά τις σκεψεις μου, απλως θελω και αάλλο χρονο. Συνεχιζω να
υπενθιμιζω στον εαυτο μου. Ο τροπος που προσπαθησε να με πεισει οάτι ηθελε
κατι παραπανω αποά εμενα, ισως και να βγαιναμε ραντεβου, με επηρεασε
βαθια.
Το μυαλο μου ταξιδευει σε εάνα μερος οπου ο Χαρρυ ηταν ευχαριστος και
αστειος, και τα πηγαιναμε καλα. Εάνα μερος στο οποιο θα μπορουσαμε να
βγαινουμε αληθινα ραντεβου, και θα με πηγαινε στο σινεμα ηά για φαγητο.

153

Θα μπορουσε να περασει το χερι του γυρω μου και θα ηταν περηφανος που
ημουν η κοπελα του, θα μου εδινε το σακαάκι του εαάν κρυάωνα για να φορεσω
και θα με καληνυχτουάσε γλυκα φιλωάντας με, με την υποσχεση οάτι θα με
εβλεπε παλι αυριο.
«Τεάσσα?» η Στεφ λεει και οι σκεψεις μου εξαφανιζονται σαν καπνος. Αυτοά
δεν ηταν η πραγματικοτητα και το αγορι που ονειρευομουν δεν θα μπορουσε
ποτε να ειάναι ο Χαρρυ.
«Ωω ελα τωρα, φορας αυταά τα χνουδωτα παντελονια με τα συννεφακια ολη
την βδομαδα!» ο Τριάσταν με πειραάζει και γελαάω. Αυτεάς οι πιτζαάμες ειάναι οι
αγαπημενες μου οάταν καθομαι μεάσα, ειδικα οάταν ειμαι αρρωστη, ηά σαν αυτηά
την εβδομαδα που περναάω εάναν χωρισμοά ηά δυο, ειμαι ακομη μπερδεμενη πως
εγω και ο Χαρρυ τελειωσαμε κατι που δεν ξεκινησε καν.
«Ενταξει. Οκ, θα ερθω αλλα θελω να με φερετε πισω αμεσως μετα το δειπνο
επειδη εχω να διαβασω και πρεπει να ξυπνησω και νωρις» την προειδοποιωά
και χτυπαει παλαμακια τα χερια της χοροπηδωάντας πανω-κατω.
«Τελεια! Απλως σε παρακαλω ασε με να σου κανω μια χαρη?» με ρωταει με
εάνα αθωο χαμογελο καθως πεταριζει τις βλεφαριάδες της.
«Τι?» γκρινιαζω, γνωριζοντας οάτι δεν προκειται για καλο.
«Ασε με να σε περιποιηθω λιγο? Σε παρακαλωωωω!» λεει τραβωντας την
λεξη για να δωσει δραματικο τοάνο.
«Με τιάποτα!» μπορω να φανταστω τον εαυτο μου με ροζ μαλλια και τονους
eyeliner, φορωντας μονο εάνα σουτιεν για μπλουζακι.
«Τιποτα πολυά δραματικο, απλα θελω να σε κανω να δειχνεις… οάτι δεν
κρυβοσουν ολη μερα μεάσα, φορωντας τις πιτζαμες σου» μου χαμογελαει και
ο Τριάσταν προσπαθει να μην γελασει και αυτος.
«Ενταξει!» παραδινομαι και χτυπα ξανα παλαμακια τα χερια της.

154

Chapter 42
Αφου η Στεφ βγαζει τα φρυδια μου, που πονεσε χειροτερα απ’οάτι
φανταζομουν, με γυρναει αποά την αάλλη και αρνηάται να με αφησει να δω τον
εαυτο μου, μεχρι να τελειωσει. Νιωθω νευρικη καθως βαζει πουδρα σ’ολο μου
το προάσωπο. Της υπενθυμιζω ξανα και ξανα να μην το παρακανει με το μεικαπ και μου υποσχεται οάτι θα το τηρησει. Βουρτσιζει τα μαλλια μου και τα
κανει μπουκλες, ψεκαζοντας πανω τους και σχεδον το μισο δωματιο με λακ,
για να κρατησουν.
«Το μακιγιαζ και τα μαλλια ειάναι ετοιμα! Ας αλλαξουμε τωρα τα ρουχα σου
και μετα θα μπορεις να δεις τον εαυτο σου. Εχω μερικα συνολακια που
μπορει να σου κανουν» Φαινεται οάτι ειάναι περηφανη αποά το αποτελεσμα που
βλεπει πανω μου. Απλως ελπιζω να μην μοιαζω με κλοάουν.

155

Την ακολουθω στην ντουλαπα και προσπαθω να κρυφοκοιταξω στον μικρο της
καθρεφτη, αλλα με τραβαει μακρυα.
«Πιασε, δοκιμασε αυτοά εδωά» μου λεει καθως ξεκρεμαει εάνα μαυρο φορεμα.
«Εξω ,εσυ!» λεει στον Τριάσταν και γελαει καθως φευγει αποά το δωματιο.
«Δεν μπορω να το φορεάσω αυτοά!» της απαντω. Το φορεμα ειάναι στραπλες και
δειχνει υπερβολικα κοντο.
«Καλα… τι λες γι αυτοά?» ξεκρεμαει ακομη εάνα μαυρο φορεμα αποά την
ντουλαπα. Πρεπει να εχει τουλαχιστον δεκα. Αυτοά δειχνει λιγο μακρυτερο,
και εχει δυο χοντρες τιραάντες. Το ντεκολτεά με ανησυχει λιγοο επειδη ειάναι σε
σχημα καρδιας και το στηθος μου δεν ειάναι μικρο, οάπως το δικο της. Το
ξανακοιταω και αναστεναζει.
«Απλως δοκιμασε το, σε παρακαλω?»
Υπακουω και βγαζω τις ανετες πιτζαμες μου και τις διπλωνω στην ακρη.
Στριφογυριζει τα ματια της σε εμενα χαριτωμενα και της χαμογελαω καθως
βαζω το φορεμα. Το στρωνω κατω και νιωθω με με στενευει χωρις καν να το
εχουμε κουμπωσει. Η Στεφ και εγω δεν διαφερουμε πολυά στο νουμερο, απλα
αυτηά ειάναι ψηλοτερη και εγω πιο καμπυλωτη. Το υφασμα ειάναι καπως
γυαλιστερο και μοιαζει με μεταξυ. Το κατω μερος του φορεματος φτανει
περιπου στο μεσο του μηρου μου.
Δεν ειάναι τοσο κοντο οσο νομιζα, αλλα και παλι κοντυτερο απ’οάτι θα εβαζα
ποτεά. Νιωθω σχεδον γυμνη με τα ποδια μου τοσο εκτεθειμενα. Τα δαχτυλα
μου το τραβουν για να το κατεβασουν λιγο.
«Θελεις να φορεσεις καλσον?» με ρωταει και γνεφω.
«Ναι, απλως νιωθω τοσο.. γυμνη» της χαμογελαω. Πηγαινει στο συρταρι της
και βγαζει δυο διαφορετικα μαυρα καλσον.
«Αυταά ειάναι σκετο μαυρο, και τα αλλα εχουν δερματινο σχεδιο» μου εξηγει
και πλησιαζω να παρω
το σκετο ζευγαρι. Αυταά με τη δερματινη λεπτομερεια παραειναι για εμενα,
ειδικα εαάν συλλογιστουμε το γεγονος οάτι εχω εκατο στρωσεις μακιγιαζ.
Φοραω το καλσον, καθως η Στεφ ψαχνει στην ντουλαπα της για παπουτσια.
«Δεν μπορω να βαλω τακουνια» της υπενθιμιζω. Κυριολεκτικα δεν μπορω,
περπαταω σαν πιγκουινος με αυταά.
«Λοιπον, εχω χαμηλα τακουνια ηά πλατφορμες. Τεσσα, λυπαμαι αλλα τα
αθλητικα σου δεν πανε μ αυτοά το φορεμα» μου λεει και κατσουφιαζω. Νιωθω
πολυά ανετη φορωντας αθλητικα καάθε μερα.

156

Βγαζει εάνα ζευγαρι μαυρα τακουνια με μια ασημενια κορδελα μπροστα και
πρεπει να παραδεχτω οάτι μου τραβουν την προσοχη. Δεν θα μπορουσα να τα
φορεσω, αλλα για μια φορα θα ευχομουν να το εκανα.
«Σου αρεσουν αυταά?» με ρωταει και γνεφω.
«Ναι, αλλα δεν μπορω να τα περπατησω» της εξηγω και συνοφρυεται.
«Φυσικα και μπορεις, εχουν μια λωριδα γυρω αποά το ποδι που κουμπωνει για
να σε εμποδισουν αποά το να πεσεις.»
«Για αυτοά εχουν την λωριδα, στα αληθεια?» την ρωταω και γελαει.
«Οάχι, αλλα βοηθαει και σαάυτο» γελαει ξανα. «Απλως δοκιμασε τα» με
ικετευει και καθομαι στο κρεβατι και τεντωνω το ποδι μου, ζητωντας την
βοηθεια της για να τα βαλω.
Μου δινει το χερι της να σηκωθω και κανω μερικα βηματα. Οι λωριδες
πραγματικα με βοηθουν στην ισσοροπια μου. Αντικρυζω την Στεφ προσωπο με
προσωπο τωρα, ενωά εκεινη ειάναι ξυπολυτη φυσικα.
«Δεν μπορω να περιμενω αάλλο! Κοιτα τον εαυτο σου τωρα» μου χαμογελαει
και ανοιγει την πορτα της ντουλαπας. Κοιταζω στον ολοσωμο καθρεφτη και
αναστεναζω. Ποια στο καλο ειάναι αυτηά? Η αντανακλαση μου δειχνει πολυά
καλυτερη. Φοβουμουν οάτι θα το παρακανει με το μακιγιαζ, αλλα κρατηθηκε.
Τα γκριζα μου ματια λαμπυριζουν κατω αποά την καστανη σκια και το απαλο
ρουζ στα ζυγωματικα μου, τα κανει να φαινονται πιο εντονα. Τα μαλλια μου
μοιαζουν γυαλιστερα και ειάναι σχηματισμενα σε μεγαλες μπουκλες, οάχι τις
μικρες μπουκλιτσες που περιμενα.
«Ειμαι εντυπωσιασμενη» χαμογελαω και κοιταω καλυτερα. Τσιμπαω το
μαγουλο μου για να βεβαιωθω οάτι αυτοά που βλεπω δεν ειάναι αυταπατη.
«Ειδες? Εισαι ακομη εσυ, απλως μια πιο σεξυ εκδοση του εαυτου σου»
χαζογελαει και φωναζει τον Τρισταν στο δωματιο. Ανοιγει την πορτα και
μενει με το στομα ανοιχτο.
«Που ειάναι η Τεσσα?» ρωταει και ψαχνει στο δωματιο με παιχνιδιαρικο τονο.
Σηκωνει εάνα μαξιλαρι και κοιταζει αποά κατω του.
«Τι νομιζεις?» τον ρωταω και κατεβαζω παλι το φορεμα.
«Δειχνεις πολυά ωραια, υπεροχη» χαμογελαει και τυλιγει τα χερια του γυρω
αποά την μεση της Στεφ. Γερνει προς το μερος του και κοιταζω αλλου.

157

«Εάνα ακομη πραγμα» μου λεει και ξαναπηγαινει στην ντουλαπα. Βγαζει εάνα
σωληνακι με λιπ-γκλος και σουφρωνει τα χειλη της. Κλεινω τα ματια μου και
κανω το ιδιο καθως μου βαζει το γυαλιστερο υγρο στα χειλη μου.
«Ετοιμη?» ρωταει ο Τρισταν και του γνεφει. Αρπαζω την τσαντα μου και βαζω
μεσα εάνα ζευγαρι αποά τα αθλητικα μου, ετσι για να υπαρχουν.
Καταά την διαρκεια της οδηγησης καθομαι πισω και κοιταω αποά το παραθυρο.
Οάταν φτανουμε στο εστιατοριο, εκπλησσομαι αποά τα μηχανακια που ειάναι
παρκαρισμενα. Υπεθεσα οάτι θα πηγαιναμε καπου οάπως στα TGI Fridays ηά στα
Applebee’s, οάχι σε καποιο μπαρακι που σερβιρει ψηταά.
Οάταν περπαταμε μεσα νιωθω οάτι ολοι με κοιταζουν, αν και μαλλον δεν ισχυει
αυτοά. Η Στεφ αρπαζει το χερι μου και με τραβαει καθως περπαταει σε εάνα
τραπεζι στην πισω πλευρα.
«Ο Ναάιαλλ θα ερθει, εισαι ενταξει μ’αάυτο?» με ρωταει καθως καθομαστε.
«Ναι, φυσικα» της απαντω. Αρκει να μην ειάναι ο Χαρρυ, οι αλλοι δεν με
πειραζουν. Εξαλλου, λιγη παρεα θα’ταν καλη, γιατι αυτηά την στιγμη νιωθω
λιγο στην απ’εξω με τον Τρισταν και την Στεφ.
Μια γυναικα με ακομη περισσοτερα ταττου αποά την Στεφ και τον Τρισταν
ερχεται προς το τραπεζι μας και παιρνει την παραγγελια μας για τα ποτα.
Η Στεφ και ο Τρισταν παιρνουν μπυρα. Αυτος ειάναι και ο λογος τους αρεσει να
ερχονται εδωά, επειδη μπορουν να πιουν και ας μην τους επιτρεπεται ακομη. Η
γυναικα μου σηκωνει το φρυδι καθως της λεω οάτι θεάλω κοκα-κολα, αλλα δεν
με νοιαζει. Εχω να διαβασω οάταν επιστρεψω. Λιγα λεπτα αργοτερα φερνει
τα ποτα μας και ακουω εάνα σφυρισμα καθως μια ομαδα παιδιων πλησιαζει το
τραπεζι μας. Αναγνωριζω τον Ναάιαλλ και τον Ζεάυν καθως ερχονται πιο κοντα
και τα ροζ μαλλια της Μοάλλυ ξεπροβαλλον στην θεα, ακολουθωντας πισω της
ο Χαρρυ. Φτυνω την κοκα-κολα πισω στο ποτηρι μου.
Τα ματια της Στεφ γουρλωνουν καθως βλεπει τον Χαρρυ και κοιταει προς το
μερος μου. «Το ορκιζομαι, δεν ηξερα οάτι θα ερχοταν, τον εχω δει ελαχιστα
ολη την εβδομαδα, μπορουμε να φυγουμε τωρα εαάν θελεις» μου ψυθιριζει
καθως ο Ζεάυν καθεται στην καρεκλα διπλα μου. Πρεπει να αναγκασω τον
εαυτο μου να μην κοιταξει προς την μερια του Χαρρυ.
«Wow Τεσσα, δειχνεις πολυά σεξυ» μου λεει ο Ζεάυν και κοκκινιζω. «Στα
αληθεια, wow! Δεν σε εχω δει ποτε ξανα ετσι» με κολακευει και τον
ευχαριστω σιωπηλα. Ο Ναάιαλλ, ο Χαρρυ και η Μοάλλυ καθονται στο χωάρο
απεάναντι μας. Θελω να ζητησω απο την Στεφ να αλλαξουμε θεσεις, ωάστε η
πλατη μου να’ναι πισω αποά τον Χαρρυ, αλλα δεν εχω το κουραγιο να της το
πω. Απλως θα τον αγνοησω για το υπολοιπο του δειπνου, μπορω να το κανω.

158

«Πραγματικα καιάς καρδιες αποψε Τεσσα» μου λεει ο Ναάιαλλ και του σκαω
εάνα χαμογελω. Δεν εχω συνηθησει να τραβαω την προσοχη. Ο Χαρρυ δεν
σχολιασε το νεάο μου λουκ, αλλα δεν περιμενω να το κανει, απλως ειμαι
ευγνωμων που δεν με προσβαλλει.
Ο Χαρρυ και η Μοάλλυ καθονται ακριβως στο οπτικο μου πεδιο, μπορω να δω
ολο το προσωπο του αναμεσα στους ωμους της Στεφ και του Τρισταν. Μια μοάνο
ματια δεν βλαπτει. Κοιταζω προς το μερος του πριν να το καταλαβω και
αμεσως το μετανιωάνω. Το χερι του ειάναι τυλιγμενο γυρω αποά τον ωμο της
Μολλυ. Γιατι επρεπε να κοιταξω? Το αισθημα ζηλειας που νιωθω ειάναι η
τιμωρια μου, επειδη τον κοιταξα, ενωά δεν επρεπε να το κανω. Φυσικα και θα
εχουν μπλεχτει παλι μεταξυ τους, ηά ακομη μπορει και ποτεά να μην ειχαν
σταματησει. Θυμαμαι ποσο ανετη ηταν η Μοάλλυ καθισμεάνη στην αγκαλια του
στο παρτυ και ξεροκαταπινω. Ο Χαρρυ ειάναι ελευθερος να κανει οάτι θελει και
με οποια θελει.
«Δειχνει υπεροχη, σωστα?» τους ρωταει η Στεφ και ολοι γνεφουν. Νιωάθω το
βλεμμα του Χαρρυ επανω μου αλλα δεν γινεται να τον κοιταξω παλι. Φοραει
εάνα ασπρο μπουζακι ωστε να φαινονται τα ταττου του αλλα δεν με
ενδιαφερει. Δεν με μοιαζει ποσο ωραιος δειχνει και ποσο προκλητικα εχει
ντυθει η Μολλυ. Στα αληθεια θα μπορουσε να φοραει πιο πολλα ρουχα. Ειάναι
ενοχλητικη με τα ηλιθια ροζ μαλλια της και τα ασεμνα ρουχα της, ειάναι μια
τσουλα. Ειμαι εκπληκτη αποά τις σκεψεις μου και τον θυμο μου απεναντι της,
αλλα ειάναι αληθεια δεν την συμπαθω! Πραγματικα δεν νομιζω να εχω
αποκαλεσει ποτε καποια τσουλα, ουτε καν αποά μεσα μου. Σχεδον νιωθω ενοχη
μεχρι που φωναζει το ονομα μου.
«Δειχνεις ωραια βρε κοριτσι, καλυτερα απ’οάτι ησουν πριν» μου λεει και
γερνει προς το στερνο του Χαρρυ. Γυριζω το βλεμμα μου σ’αυτην
χαμογελωντας της ψευτικα.
«Σε πειραζει να πιω μια γουλια?» ρωταει ο Ζαυν καθως παιρνει το ποτηρι
μου. Του επιτρεπω να πιει απ’αυτοά, που συνηθως δεν το εγκριάνω, αλλα νιωθω
τοσο αμηχανα τωρα που δεν μπορω να σκεφτω καθαρα. Κατεβαζει
παραπανω αποά το μισο ποτο μου και τον σκουνταω.
«Σορρυ βρε μωρο, θα σου παραγγειλω αάλλο» μου χαμογελαει. Ειάναι
πραγματικα ελκυστικος, μοιαζει πιο πολυά με μοντελο παρα με φοιτητηά. Εαάν
δεν ειχε τοσα πολλα ταττουαζ ισως και να ηταν μοντελο. Εάνα θορυβος
ερχεται αποά απεναντι και το βλεμα μου βρισκει τον Χαρρυ. Εριξε κατω το
μπουκαλακι με το αλατι και με κοιταει επιμονα με τα φλογερα του ματια.
Θελω να γυρισω το βλεμα μου αλλου, αλλα δεν μπορω, ειμαι
αιχμαλωτισμενη αποά το βλεμμα του καθως ο Ζεάυν σηκωνει το χερι του και το
τοποθετει στην ακρη της καρεκλας, ακριβως αποά πισω μου. Τα ματια του
Χαρρυ γουρλωνουν και αποφασιζω να σπασω λιγη πλακα. Αμφιβαλλω εαάν

159

θα τον νοιαάξει, αλλα ηταν πολυά καθετος στο γεγονος οάτι δεν του αρεσει να
κανω παρεα με το Ζεάυν, οποτε μπορει και να πετυχει.

160

Chapter 43
Πλησιαάζω ελαφρωάς προς το μερος του Ζεάυν και τα ματια του Χαρρυ
γουρλωνουν, αλλα επανερχεται γρηγορα. Γνωριζω ποσο ανωριμο και γελοιο
ειάναι ολο αυτοά, αλλα δεν με νοιαζει. Εαάν ειάναι να βρισκομαι γυρω του, τοτε
θελω να ενοχληται οπως και εγω.
Η γυναικα, ντυμενη στα δερματινα, παιρνει ολονωάν τις παραγγελιες.
Διαλεγω σαντουιτς και τηγανιτες πατατες, χωρις κετσαπ και ολοι οι
υπολοιποι παραγγελνουν καυτερες φτερουγες κοτοπουλου. Φερνει στον
Χαρρυ μια κοκα-κολα και στους αλλους εάνα ακομη γυάρο απο μπυρες.
Ακομη περιμενω την δικη μου κοκα-κολα, αλλα δεν θελω να φανω αγενης.
«Εχουν τις καλυτερες φτερουγες εδωά» με ενημερωνει ο Ζεάυν και του
χαμογελαω.
«Λοιπον, θα πας στην γιορτη το αάλλο σαββατοκυριακο?» ρωταω τον Ζεάυν.
«Δεν ξερω, δεν ειάναι του στυλ μου» γελαει και πινει λιγο αποά την μπυρα του.
«Εσυ θα πας?» με ρωταει και κατεβαζει το χερι του τελειως αποά το στηριγμα,
ακουμπωάνντας το στον ωμο μου.
Νιωθω ενοχη που φλερταρω μαζι του με αυτοά τον τροπο, βασικα δεν
φλερταρουμε, απλως τον ρωταω πραγματα αλλα και παλι νιωθω ασχημα.
Δεν εχω δοκιμασει να φλερταρω στο παρελθον, οποτε ειμαι σιγουρη οάτι τα
παω χαλια.
«Ναι, θα παω με το Λιάαμ» του απαντω και ολοι σκανε στα γελια.
«Τον Λιαμ Πεάυν?» ρωτα ο Ζεάυν, χαχανιζοντας.
«Ναι, ειάναι φιλος μου» του λεω αποτομα. Δεν μου αρεσε ο τροπος που γελανε
εις βαρος του.
«Αυτος σιγουρα θα πηγαινε σ’εκεινη την γιορτη! Ειάναι τοσο βαρετος» λεει η
Μολλυ και την αγριοκοιταζω.
«Οάχι, δεν ειάναι. Βασικα ειάναι πολυά κουλ» τον υπερασπιζομαι. Καταλαβαινω
οάτι ο δικος μου ορισμος του ‘κουλ’ δεν ειάναι ο ιδιος με τον δικο τους, αλλα
εμενα ειάναι καλυτερος.
«Ο Λιαμ Πεάυν και η λεξη ‘κουλ’ δεν ανηκουν στην ιδια προταση» μου λεει η
Μολλυ και βαζει πισω
τα μαλλια του Χαρρυ που πεφτουν στο μετωπο του. Την μισω.

161

«Λοιπον, λυπαμαι που δεν ειάναι τοσο ‘κουλ’ ωάστε να κανει παρεα μαζι σας,
αλλα ειάναι..» αρχιζω να φωναζω και σηκωνομαι αποά το ραπεζι.
«Ει, Τεσσα ηρεμησε. Απλως σε πειραζουμε» λεει ο Ναάιαλλ και η Μοάλλυ μου
σκαει εάνα πονηρο χαμογελο. Εχω την αισθηση οάτι δεν την πολυνοιαζει για
εμενα.
«Λοιπον δεν μου αρεσει οάταν οι αλλοι πειραζουν τους φιλους μου, ειδικα οάταν
δεν ειάναι παρωάν να υπερασπιστουν τον εαυτο τους!» Πρεπει να ηρεμησω, τα
συναισθηματα μου εχουν αρχισει να τρελενονται επειδη βρισκομαι κοντα
στον Χαρρυ και το γεγονος οάτι κρεμεται αποά την Μοάλλυ, ακριβως μες στα
μουτρα μου.
«Ενταξει, συγγνωμη που τον κοροιδεψα. Εξαλλου, πρεπει να του το
αναγνωρισω, εφοσον ‘χαρισε’
στον Χαρρυ αυτοά το μαυρισμενο ματι.» απαντα ο Ζεάυν και τυλιγει τα χερια
του παλι γυρω αποά τον ωμο μου. Ολοι γελανε, ακομη και εγω, εκτος αποά τον
Χαρρυ.
«Ναι. Παλι καλα που ενας καθηγητης τους χωρισε αποά τον τσακωμο αλλιως ο
Χαρρυ θα τις ετρωγε ακομη παραπανω αποά τον χαμεάνο..» λεει ο Ναάιαλλ και
με κοιταζει. «Συγγνωμη, μου ξεφυγε» μου απαντα και χαμογελαει
απολογητικα.
Ενας καθηγητης? Δεν του χωρισε ενας τυχαιος αποά τον τσακωμο, ηταν ο
πατερας του Χαρρυ.
Αναρωτιεμαι εαάν ξερουν οάτι πολυά συντομα ο Λιάαμ και ο Χαάρρυ θα γινουν
ετεροθαλη αδερφια. Κοιταζω προς τον Χαρρυ και δειχνει ανησυχος. Τους ειπε
ψεμματα. Θα επρεπε να τον ξεμπροστιασω μπροστα σε ολους αλλα δεν
μπορω. Δεν ειμαι σαν αυτοάν, μου ειάναι δυσκολο να πληγωνω του ανθρωπους,
οάπως εκεινος. Εκτος αποά τον Νοάα, μου υπενθιμιζει το υποσυνειδητο μου και το
απωθωά.
«Λοιπον νομιζω οάτι η γιορτη θα’χει πλακα» λεω και ο Ζεάυν χαμογελαει.
«Ισως και να εμφανιστω τελικα» μου απαντα.
«Εγω θα παω» λεει ο Χαρρυ αποά το αάλλο καθισμα. Ολοι γυρνανε να τον
κοιταξουν και η Μοάλλυ γελαει.
«Φυσικα και θα πας» στριφογυριζει τα ματια της και χασκογελαει ξανα.
«Στα αληθεια θα παω, δεν θα’ναι τοσο χαλια» ο Χαρρυ απαντα και η Μοάλλυ
υψωνει ξανα το βλεμμα της στον ουρανο. Γιατι θα παει? Ισως επειδη ο Ζεάυν
ειπε οάτι μπορει να ερθει. Αυτοά το ενοχλητικο παιχνιδι που παιζω, ισως και να
δουλευει τελικα.

162

Η σερβιτορα φερνει τα φαγητα μας και μου δινει το σαντουιτς μου. Δειχνει
πολυά ωραιο, εκτος του οάτι η κετσαπ σταζει στην ακρη. Τριβω την μυτη μου και
προσπαθω να σκουπισω την κετσαπ με την πετσετα. Δεν μ’αρεσει να στελνω
το φαγητο πισω και ηδη αυτηά η βραδια δεν εχει κυλησει ομαλα, το τελευταιο
πραγμα που χρειαζομαι αυτηά την στιγμη ειάναι να τραβηξω και αάλλο την
προσοχη.
Ολοι αρχιζουν να τρωνε και παιζω με τις πατατες μου καθως ολοι μιλανε για
το αποψινο παρτυ.
«Μπορω να σας φερω τιποτα αάλλο?» ρωταει η γυναικα καθως κατευθυνεται
προάς εμας.
«Οάχι, νομιζω ειμαστε ενταξει» της απαντα ο Τρισταν και παει να φυγει.
«Παρηγγειλε το σαντουιτς χωρις κετσαπ» λεει ο Χαρρυ και μου πεφτει η
πατατα αποά τα χερια.
Η σερβιτορα με κοιταει, «Θα ηθελες να το παρω πισω?» με ρωταει ευγενικα
και κουναω αρνητικα το κεφαλι μου.
«Ναι…θα ηθελε» απαντα ο Χαρρυ για εμενα. Τι στο καλο συμβαινει? Και πως
ηξερε οάτι ειχε κετσαπ μεσα? Απλως προσπαθει να με κανει να νιωσω αβολα.
«Ελα, δωσε μου το πιατο σου. Θα σου φερω εάνα καινουργιο σαντουιτς και
πατατες» χαμογελαει και μου δινει το χερι της. Της παραδιδω το πιατο και
κοιταω το πατωμα καθως την ευχαριστω.
«Τι ηταν αυτοά?» Ακουω την Μολλυ να ρωταει το Χαρρυ στο αυτι. Θα πρεπει να
μαθει να ψιθυριζει καλυτερα.
«Τιποτα, δεν της αρεσει η κετσαπ» της απαντα και η Μολλυ ξεφυσαει πριν να
πιει λιγο αποά την μπυρα της.
«Και λοιπον?» λεει η Μοάλλυ και ο Χαρρυ την αγριοκοιταζει.
«Λοιπον, τιποτα. Αστο!» της λεει αποτομα και στριφογυριζει τα ματια της
ξανα και πλησιαζει ακομη πιο κοντα του.
Τουλαχιστον ξερω οάτι δεν ειμαι η μονη στην οποια φερεται αγενεστατα.
Το νεάο μου σαντουιτς με τις πατατες φθανει και τρωω το περισσοτερο αποά
αυτοά, παρα την ελλειψη ορεξης μου. Ο Ζεάυν καταληγει να πληρωσει για το
γευμα μου, που ειάναι ταυτοχρονως ευγενικο εκ μερους του, αλλα και
παραξενο. Ο Χαρρυ φαινεται να ενοχλειται ακομη παραπανω καθως ο Ζεάυν
βαζει ξανα το χερι του γυρω μου, οάπως προχωραμε προς την εξοδο.

163

«Ο Λουις λεει οάτι το παρτυ ειάναι γεματο!» μας ενημερωνει ο Ναάιαλλ.
«Πρεπει να ερθεις μαζι μου στο παρτυ» προσφερεται ο Ζεάυν και κουναω το
κεφαλι μου.
«Α, δεν θα παω στο παρτυ, ο Τρισταν θα με γυρισει σπιτι» του απαντω και
κατσουφιαζει.
«Μπορω να την γυρισω εγω πισω, αφου ηρθα εδωά με το αμαξι μου» λεει ο
Χαρρυ και παραλιγο να σκονταψω.
«Οάχι, ο Τρισταν και εγω θα την παμε. Ο Ζεάυν μπορει να ερθει μαζι μας» η
Στεφ χαμογελαει στον Χαρρυ. Εαάν το βλεμμα του μπορουσε να σκοτωσει, η
Στεφ θα βρισκοταν στο πατωμα αυτηά την στιγμη.
«Δεν θελεις να οδηγησεις μεθυσμενος στις εστιες, η αστυνομια θα ψαχνει
για να κοψει κλησεις μιας και ειάναι παρασκευη» λεει ο Χαρρυ στον Τρισταν.
Η Στεφ με κοιταει περιμενοντας να μιλησω αλλα δεν ξερω τι να πω. Δεν
θελω να βρεθω μονη στο αμαξι του Χαρρυ μαζι του, οάμως απ΄ την αλλην δεν
θελω να οδηγησει ο Τρισταν μιας και εχει πιει. Σηκωνω τους ωμους μου και
ακουμπαω στον Ζεάυν καθως αυτοι αποφασιζουν τι θα κανουν μεταξυ τους.
«Θα ερθω μαζι σου» λεει η Μολλυ στον Χαρρυ και κουναει το κεφαλι του.
«Οάχι, εσυ να πας με τον Τρισταν και την Στεφ» λεει αναγκαζοντας την με το
ζορι.
«Για ονομα του Θεου, μπορουμε να μπουμε στα αμαξια και να φυγουμε
επιτελους!» ο Ναάιαλλ γκρινιαζει και βγαζει εξω τα κλειδια του.
«Ναι, ελα παμε Τεσσα» με διαταζει ο Χαρρυ και κοιταω τον Ζεάυν και μετα
την Στεφ.
«Τεσσα!» ξαναφωναζει ο Χαρρυ καθως ξεκλειδωνει την πορτα του
αυτοκινητου. Με κοιταει και εχω την εντυπωση οάτι αμα δεν τον ακολουθησω
πισω στο αμαξι θα μα συρει με το ζορι. Γιατι αραγε να θελει να βρισκεται
γυρω μου, εαάν ειπε στην Στεφ οάτι δεν θελει να τον ξαναπλησιασω?
Εξαφανιζεται μεσα στο αμαξι και βαζει μπρος.
«Στειλε μου μηνυμα μολις φτασεις στο δωματιο σου» λεει η Στεφ και της
γνεφω, καθως
προχωρω προς το αμαξι του Χαρρυ.

164

Chapter 44
Ανοιγω την πορτα του συνοδηγου και μπαινω μεσα στο αμαξι του Χαρρυ.
Ασχετα αποά το ποσο σκληρα προσπαθησα να τον αγνοησω ολη την εβδομαδα,
με καποιο τροπο βρεθηκα στο αμαξι του, μαζι του. Δεν με κοιταει καθως δενω
την ζωνη μου. Στρωνω παλι το φορεμα μου προς τα κατω, προσπαθωντας να
καλυψει τους μηρους μου. Καθομαστε σε πληρη ησυχια κθως ξεκινα να
ξεπαρκαρει. Ειμαι τοσο ανακουφισμενη που δεν επετρεψε στην
Μολλυ να ερθει μαζι μας, αλλιως θα προτιμουσα να περπατησω προς το
σπιτι.
«Τι συμβαινει με το νεάο λουκ?» με ρωταει επιτελους αφου εχουμε βγει πια
στην εθνικη οδο.
«Εμ.. λοιπον η Στεφ ηθελε να δοκιμασω κατι διαφορετικο υποθετω» του
απαντω αλλα το βλεμμα μου συνεχιζει να κοιτα τα κτηρια εξω αποά το
παραθυρο. Η συνηθισμενη ροκ μουσικη του παιζει σε χαμηλη ενταση στ’αμαξι.
«Δεν νομιζεις οάτι ειάναι λιγο υπερβολικο?» με ρωταει και τυλιγω τα χερια μου
ωάστε να σχηματιζουν μπουνια, κρατωντας τα στην ποδιαά μου. Οποάτε αυτοά
ειάναι το σημερινο του σχεδιο, να με προσβαλλει καθολη την διαδρομη πισω
στο δωματιο μου.
«Δεν χρειαζοταν να με πας σπιτι και δεν ηξερα οάτι θα ερχοσουν αλλιως δεν
θα δεχομουν να ερθω και εγω» ακουμπαω το κεφαλι μου στο παραθυρο,
προσπαθωντας να δημιουργησω οσο περισσοτερο χωάρο μεταξυ μας γινεται.
«Μην εισαι τοσο επιθετικη, αυτοά που σου ειπα μονο ειάναι οάτι η ‘μικρη’ σου
μεταμορφωση ηταν λγο υπερβολικη»

165

"Παλι καλα λοιπον που δεν με νοιαζει τι πιστευεις, αλλα εκπλησσομαι που
δεν νομιζεις οάτι δεν δειχνω καλυτερη αποά πριν, αν λαβουμε υποψην την
απεχθεια σου στην συνηθισμενη μου εμφανιση» του λεω αποτομα και κλεινω
τα ματια μου. Ειμαι ηδη εξουθενομενη που βρισκομαι γυρω του και μου
ρουφαάει την λιγοστη ενεργεια που μου εχει απομεινει.
Τον ακουω να γελαει σιγανα και κλεινει τελειως την ενταση του ραδιοφωνου.
«Ποτεά δεν ειπα οάτι συμβαινει κατι με την εμφανιση σου, τα ρουχα σου ναι,
αλλα σε συγκριση με αυταά που φορας τωρα, θα προτιμουσα να ξαναεβλεπα
τις χαζες μακριες σου φουστες». Προσπαθει να εξηγησει αλλα η απαντηση
του δεν βγαζει και πολυά νοημα.
Φαινεται να του αρεσει οάταν η Μοάλλυ ντυνεται ετσι, και ακομη πιο ασεμνα,
οποάτε γιατι οάχι και σ’εμενα.
«Με ακουσες Τεσσα?» ρωταει και νιωθω το χερι του να αγγιζει το μηρο μου.
Τιναζομαι αποά το αγγιγμα του και ανοιγω τα ματια μου.
«Ναι, σε ακουσα. Απλως δεν εχω τιποτα να πω για αυτοά. Εαάν δεν σ’αρεσει ο
τροπος που ντυνομαι, απλως μην με κοιτας.» Εάνα καλο πραγμα που εχει βγει
αποά το να μιλαω με τον Χαρρυ ειάναι οάτι για πρωτη φορα στην ζωη μου μπορω
να πω ακριβως αυτοά που μου ερχεται στο νου, χωρις να ανησυχω για το εαάν
θα πληγωσω τα αισθηματα του, αφου δεν εχει.
«Αυτοά ακριβως ειάναι και το προβλημα εδωά, σωστα? Οάτι δεν μπορω να παρω τα
ματια μου αποά πανω σου» τα λογια βγαινουν αποά το στομα του και σκεφτομαι
να ανοιξω την πορτα και να κυλιστωά στην εθνικη οδο.
«Ωω! Σε παρακαλω!» γελαω. Αναγκαζω τον εαυτο μου να βρει το χιουμορ
πισω αποά την προσπαθεια του να με βασανισει σ’οάλη την διαδρομη. Θα μου
πει αρκετα ωραια αλλα αινιγματικα πραγματα και μετα θα τα παρει πισω
και θα με προσβαλει.
«Τι? Ειάναι αληθεια. Εγκρινω τα καινουργια ρουχα, αλλα δεν χρειαζεσαι ολο
αυτοά το μακιγιαζ.
Τα συνηθισμενα κοριτσια φορανε τονους μεικ-απ για να δειχνουν τοσο
ωραιες, οσο εσυ
οάταν δεν φορας» μου λεει. Τι? Θα πρεπει να’χει ξεχασει οάτι δεν μιλαμε, οάτι
προσπαθησε να καταστεψει την σχεση μου μια βδομαδα πριν, και οάτι
απεχθανομαστε ο ενας τον αλλον. Για το τελευταιο που ανεφερα, ακομη το
παλευω.

166

«Δεν περιμενεις να σε ευχαριστησω, σωστα?» γελαω. Ειάναι τοσο περιπλοκος,
ειάναι μελαγχολικος και θυμωμενος το εάνα λεπτο και το επομενο που λεει οάτι
δεν χρειαζομαι μεικ-απ για να δειχνω ομορφη.
«Γιατι δεν ειπες την αληθεια για εμενα και τον Λιαμ?» με ρωταει.
Αλλαζοντας το θεμα.
«Γιατι προφανως δεν ηθελες να το μαθουν»
«Και παλι, γιατι θα κρατουσες το μυστικο μου?»
«Επειδη δεν ειάναι δικο μου, για να το πω»
Με κοιταει με μισανοιχτα ματια και εάνα απαλο χαμογελο στα χειλη του.
«Δεν θα σε κατηγορουσα εαάν το εκανες, αν λαβουμε υποψην οάτι στο εκανα με
το θεμα του Νοάα»
«Ναι, τι να κανουμε, δεν ειμαι εσυ!»
«Οάχι, φυσικα και δεν εισαι» η φωνη του ειάναι ακομη πιο σιγανη.Παραμενει
σιωπηλος για το υπολοιπο της οδηγησης, το ιδιο και εγω. Δεν εχω τιποτα να
του πω, βασικα εχω, αλλα καλυτερα να μην μιλησω. Επιτελους φθανουμε
στην εστια και παρκαρει οσο πιο μακρυα γινεται αποά το δωματιο μου. Φυσικα.
Παω να πιασεω το χερουλι της πορτας και το χερι του Χαρρυ αγγιζει ξανα το
μηρο μου.
«Δεν θα με ευχαριστησεις?» μου χαμογελαει και κουναω το κεφαλι μου.
«Σ’ευχαριστω για την διαδρομη» του απαντω ειρωνικα. «Θα πρεπει μαλλον
να βιαστεις και να επιστρεψεις στην Μολλυ» προσθετω καθως βγαινω αποά το
αμαξι. Ελπιζω να μην με ακουσε, δεν ειμαι σιγουρη γιατι το ειπα αυτοά.
«Ναι.. καλυτερα να βιαστω, εχει στ’αληθεια περισσοτερη πλακα οάταν ειάναι
μεθυσμενη» μου χαμογελαει πονηρα. Προσπαθω να κρυψω το γεγονος οάτι
νιωθω σαν να μου εδωσε μπουνια στο στομαχι. Σκυβω για να τον κοιταξω αποά
το παραθυρο του συνοδηγου και ο Χαρρυ το κατεβαζει κατω.
«Ναι, ειμαι σιγουρη οάτι θα’χει πλακα. Ο Νοάα θα ερχοταν ετσι και αλλιως» του
λεω ψεμματα και βλεπω τα ματια του να γουρλωνουν.
«Θα ερθει?» ρωτα ο Χαρρυ καθως ξυνει τα νυχια του, μια νευρικη συνηθεια
υποθετω.
«Ναι, τα λεμε» του χαμογελω. Τον ακουω να κατεβαινει αποά το αμαξι και να
κλεινει την πορτα.

167

«Περιμενε!» μου λεει και γυριζω να τον δω. «Εγω.. αστο δεν πειραζει, νομιζα
οάτι εμ.. σου
επεσε κατι, αλλα δεν ηταν τιποτα» μου λεει και τα μαγουλα του κοκκινιζουν.
Ξερω οάτι λεει ψεμματα και θελω να μαθω τι θα μου ελεγε, αλλα καταφερα
να τον αποφυγω ολη την βδομαδα, προσπαθωντας να ξεπερασω οάτι ηταν αυτοά
που μας εάδενε. Πρεπει να φυγω τωρα, οποάτε συνεχιζω να περπαταω.
«Αντιο Χαρρυ» τα λογια μου σημαινουν παραπανω απ’οάτι αφηνω να
εννοηθει. Δεν κοιταζω πισω μου για να δω εαάν θα ερθει γιατι ξερω οάτι δεν θα
το κανει.

Βγαζω τα τακουνια μου πριν να φτασω καν στο δωματιο και περπατω
ξυπολυτη στην υπολοιπη διαδρομη. Με το που φτανω στο δωματιο, φοραω τις
πιτζαμες μου και τηλεφωνω στον Νοάα. Απαντα στο δευτερο χτυπημα.
«Γεια» λεω με τσιριχτη φωνη. Η φωνη μου ακουγεται πολυά νευρικη, αλλα
μιλαω με τον Νοάα, γιατι νιωθω ετσι?
«Γεια σου Τεσσα, πως ηταν η μερα σου?» με ρωταει απαλα. Δεν ακουγεται
σαν το απομακρυσμενο Νοάα που μιλουσα ολη την εβδομαδα και αναστεναζω
ανακουφισμενη.
«Ηταν ενταξει, απλως καθομαι στο δωματιο μου αποψε, εσυ τι κανεις?»
Αφηνω σκοπιμα εξω το δειπνο μου με την Στεφ και ολους τους αλλους,
συμπεριλαμβανομεάνου και του Χαρρυ. Αυτοά δεν θα βοηθουσε στην ‘σε
παρακαλω, συγχωρεσε με’ προσπαθεια μου.
«Μολις τελειωσα την προπονηση, απλως θα διαβασω αποψε επειδη αυριο θα
βοηθησω του νεους μας γειτονες να κοψουν εάνα δεντρο» Παντα βοηθαει του
αλλους. Ειάναι πολυά καλος για εμενα.
«Απλως θα διαβασω και εγω αποψε»
«Ευχομαι να διαβαζαμε μαζι» μου λεει και χαμογελαω καθως παιζω με τις
καλτσες μου.
«Αληθεια?»
«Ναι, φυσικα Τεσσα. Ακομη σε αγαπαω και μου λειπεις. Αλλα πρεπει να
σιγουρευτω οάτι τιποτα σαν και αυτοά δεν θα ξανασυμβει. Ειμαι διατεθειμενος
να το αφησω πισω μας, αλλα θα πρεπει να μου υποσχεθεις οάτι θα μεινεις
μακρυα του» μου απανταει. Δεν χρειαζεται να πει το ονομα του.

168

«Φυσικα, θα το κανω, το ορκιζομαι» του λεω. Εάνα μερος του εαυτου μου
γνωριζει οάτι θελω απεγνωσμενα να με συγχωρησει ο Νοάα, επειδη δεν θελω
να ειμαι τελειως μονη μου και να σκεφτομαι τις κολακιάες του Χαρρυ, αλλα το
αγνοω.
Αφου ανταλλασουμε τα «Σ’αγαπω» ο Νοάα συμφωνει να με συνοδεψει στην
γιορτη το αάλλο σαββατοκυριακο και κλεινω το τηλεφωνο. Ψαχνω στο διαδικτυο
για τις πιο κοντινες αντιπροσωπιες αυτοάκινητων στο πανεπιστημιο, θα παρω
το λεωφορειο οποτε θα χρειαστει να μην παω μακρυα, ευτυχως για εμενα
υπαρχουν αρκετα μεταχειρησμενα αμαξια αρκετα κονταά, εάτοιμα για
μαθητες. Ψαχνω στο βαλιτσακι της Στεφ και επιτελους βρισκω τα μαντηλακια
για να καθαρισω το προσωπο μου. Μου παιρνει πολυά ωρα, και μονο η
διαδικασια αφαιρεσης του μεικ-απ με κανει να μην θελω να το ξαναφοραω
ποτεά, παρολο που εδειχνε ωραιο πανω μου.

Chapter 45
Βγαζω τις σημειωσεις μου και τα τετραδια μου και ξεκινω να διαβασω.
Δουλευω τις εργασιες της επομενης εβδομαδας, μου αρεσει να βρισκομαι
μπροστα τουλαχιστον μια εβδομαδα, ετσι ωάστε να μην υπαρχει πιθανοτητα
να μεινω πισω στις σπουδες μου.Ακομη δεν μπορω να το πιστεψω οάτι ο Χαρρυ
σταματησε το μαθημα της Λογοτεχνιας μονο και μονο για να μην χρειαζεται
να με βλεπει. Θα επρεπε να τον ρωτησω για αυτοά, αλλα ημουν τοσο
εκνευρισμενη και ενοχλημενη για να το σκεφτω. Τιποτα απ’οάτι κανει, δεν
βγαζει νοημα, σταματαει εάνα ολοκληρο μαθημα για να με αποφυγει και
απ΄την αάλλη πρακτικα με αναγκαζει να τον αφησω να με γυρισει σπιτι? Μου

169

δημιουργει πονοκεφαλο. Γνωριζω οάτι δεν συγκεντρωνομαι στην εκθεση που
εχω να γραψω, ισως καλυτερα να βρω μια ταινια να δω και να ξαπλωσω
μεχρι να αποκοιμηθω. Εχουν περασει μολις 2 ωρες αποά τοτε που μιλησα με
τον Νοάα, και μου φαινονται περισσοτερες.
Αποφασιζω να δω μια ρομαντικη ταινια, για μια γυναικα που χανει την μνημη
της, παρολο που την εχω δει απειρες φορες. Λιγοτερο αποά 10 λεπτα περνανε
που εχει αρχισει η ταινια και ακουω καποιον να βριζει εξω στον διαδρομο.
Ανεβαζω την ενταση στο λαπτοπ μου και το αγνοω. Ειάναι παρασκευη, οποάτε
ξερω οάτι θα υπαρχουν πολλοι μεθυσμενοι στις εστιες αποψε. Λιγα λεπτα
αργοτερα ακουω παλι καποιον να βριζει, ειάναι μια αντρικη φωνη και μετα
μια γυναικεια ακολουθει. Η αντρικη φωνη φωναζει δυνατοτερα και
αναγνωριζω την προφορα. Ειάναι ο Χαρρυ.
Σηκωνομαι αποά το κρεβατι μου και ανοιγω την πορτα ελαφρως και τον βρισκω
να καθεται στο πατωμα με την πλατη του να ακουμπαει στον τοιχο, εξω αποά
το δωματιο μου. Μια θυμωμενη ξανθια κοπελα καθεται μπροστα του
μαλωνοντας τον, με τα χερια της στους γοφους της.
«Χαρρυ?» φωναζω και κοιταει ψηλα. Εάνα τεραστιο χαμογελο εμφανιζεται
στο προσωπο του.
«Τερεσα?» απαντα και ξεκιναει να σηκωθει.
«Μπορεις σε παρακαλω να πεις στο αγορι σου να φυγει αποά την πορτα μου,
εχυσε βοτκα σ΄ολο το πατωμα και εγω θα πρεπει να το καθαρησω!» φωναζει η
ξανθια και κοιταω προς τον Χαρρυ.
«Δεν ειάναι το..» ξεκιναω να πω αλλα ο Χαρρυ αρπαζει το χερι μου και με
τραβαει προς την δικη μου πορτα.
«Σορρυ για την βοτκα» λεει στην ξανθια στριφογυριζοντας τα ματια του.
Αναστεναζει και μπαινει εξαλλη στο δωματιο της.
«Τι κανεις εδωά Χαρρυ?» τον ρωταω. Προσπαθει να με προσπερασει και να
μπει στο δωματιο μου, αλλα τον εμποδιζω να εισελθει.
«Γιατι δεν μπορω να μπω μεσα Τεσσα? Θα ειμαι καλος με τον παππου σου»
γελαει και στριφογυριζω τα ματια μου. Ξερω οάτι κοροιδευει τον Νοάα.
«Δεν ειάναι μεσα»
«Γιατι οάχι? Οκ τοτε, ασε με να μπω»

170

«Οάχι, εισαι μεθυσμενος?» τα ματια μου παρατηρουν το προσωπο του. Τα
ματια του ειάναι κοκκινα και το χαμογελο του τον προδιδει. Δαγκωνει το χειλος
του και βαζει τα χερια του στις τσεπες.
«Νομιζα οάτι δεν επινες, τωρα τελευταια πινεις αρκετα»
«Μονο δυο φορες εχει γινει, ηρεμησε» μου λεει και με προσπερναει.
«Λοιπον, γιατι δεν ηρθε ο Νοάα» ρωτα και καθεται στο κρεβατι μου.
«Δεν ξερω» λεω ψευδως και γελαει.
«Φυσικα. Η Gap θα ειχει μαλλον εκπτωσεις στις ζακετες, οποάτε στο ακυρωσε»
γελαει και δεν μπορω παρα να γελασω και εγω μαζι του.
«Λοιπον, που ειάναι η Μολλυ? Στις εκπτωσεις για τα ξεάκολα?» γελαω και ο
Χαρρυ σταματαει για εάνα λεπτο και γελαει ακομη πιο δυνατα.
«Αυτοά ηταν μια αποτυχημενη προσπαθεια να μου το ανταποδωσεις Τερεσα»
λεει γελωντας και τον κλωτσαω στο ποδι.
«Οάπως και να’χει, δεν μπορεις να μεινεις εδωά. Εγω και ο Νοάα ειμαστε και
παλι μαζι»
Παρατηρω οάτι το χαμοάγελο του ξεθωριαζει και τριβει με τα χερια του τα
γονατα του. «Ωραιες πιτζαμες» μου λεει και κοιταω κατω. Γιατι προσπαθει
να’ναι παιχνιδιαρης? Δεν εχουμε λυσει τιποτα και την τελευταια φορα
συμφωνησαμε να μεινουμε μακρυα ο ενας αποά τον αλλον.
«Χαρρυ, πρεπει να φυγεις»
«Ασε με να μαντεψω, ενας αποά τους ορους του Νοάα ηταν οάτι θα πρεπει να
μεινεις μακρυα μου?» ο τονος του ειάναι πιο σοβαρος τωρα.
«Ναι, και νομιζω οάτι την τελευταια φορα συμφωνησαμε οτι δεν ημασταν ουτε
φιλοι, ουάτε θα μιλουσαμε ο ενας στον αλλον. Γιατι σταματησες το μαθημα
της Λογοτεχνιας και γιατι χτυπησες τον Λιαμ?»
«Γιατι παντα μου κανεις τοσες πολλες ερωτησεις?» γκρινιαζει. «Δεν θελω να
μιλησω για τιποτα αποά αυταά! Τι εκανες εσυ και οι ‘κουλ’ πιτζαμες σου πριν να
ερθω εδωά και γιατι το φως σου ειάναι κλειστο?» λεει χαμογελωντας. Ο Χαρρυ
ειάναι πολυά πιο παιχνιδιαρης οάταν εχει πιει αλλα συνεχιζω να αναρωτιεμαι
γιατι πινει τωρα, ενωά πριν το’χε κοψει.
«Εβλεπα ταινια» του απαντω, ισως αμα ειμαι καλη μαζι του να απαντησει σε
μερικες αποά τις ερωτησεις μου.

171

«Τι ταινια?»
«Τον Οάρκο» του απαντω και τον κοιταζω. Περιμενω να γελασει και μετα αποά
λιγα λεπτα αυτοά κανει.
«Φυσικα και θα σου αρεσει αυτηά η μιζερη ταινια. Ειάναι τοσο εξωπραγματικη»
«Ειάναι βασισμενη σε πραγματικη ιστορια» τον διορθωνω.
«Και παλι φαινεται αάθλια»
«Την εχεις δει ποτε σου?» τον ρωτω και κουναει το κεφαλι του.
«Δεν χρειαζεται να την δω για να μαθω ποσο αάθλια ειάναι, μπορω να σου πω
τωρα κιολας πως τελειωνει, επανερχεται η μνημη της γυναικας και ζουνε
ευτιχισμενο τελος» λεει με τσιριχτη φωνη.
«Οάχι, βασικα δεν τελειωνει ετσι» γελαω. Ο Χαρρυ με κανει να τρελενομαι
τις περισσοτερες φορες, αλλα ειάναι οι σπανιες περιπτωσεις οάπως αυτηά, που
με κανει να ξεχναω ποσο απαισιος μπορει να γινει. Ξεχναω οάτι θα επρεπε
να τον μισω και του πεταω εάνα μαξιλαρι της Στεφ. Το αφηνει να τον
χτυπησει, παρολο που μπορουσε ευκολα να το αποφυγει, φωναζει σαν να τον
πληγωσε στ’αληθεια και γελαμε και οι δυο με την υπερβολη του.
«Ασε με να κατσω και να την δω μαζι σου» με ρωταει ηά με διαταζει?
«Δεν νομιζω οάτι ειάναι καλη ιδεα» του λεω και ανασηκωνει τους ωμους του.
«Οι χειροτερες ιδεες καταληγουν να’ναι οι καλυτερες. Εξαλλου δεν θα
ηθελες να οδηγησω πισω μεθυσμενος, σωστα?» μου χαμογελαει και δεν
μπορω να του αντισταθω, εαάν και ξερω οάτι πρεπει.
«Ενταξει, αλλα θα κατσεις ηά στο πατωμα ηά στο κρεβατι της Στεφ»
Σουφρωνει τα χειλη του αλλα αντιστεκομαι, ενας Θεος ξερει τι θα συμβει
εάνα κατσουμε και οι δυο στο μικρο μου κρεβατι. Κοκκινιζω στην ιδεα και μετα
μαλωνω τον εαυτο μου που μου επετρεψε να σκεφτω με αυτοάν τον τροπο,
αφου μολις εχω υποσχεθει στον Νοάα οάτι θα εμενα μακρυα αποά τον Χαρρυ.
Ακουγεται σαν μια τοσο ευκολη υποσχεση, αλλα με καποιο τροπο παλι
καταληγω κοντα στον Χαρρυ. Ηά οάπως σημερα που ηρθε εκεινος σε εμενα.
Ο Χαρρυ γλιστραει κατω στο πατωμα και επιτελους παιρνω το χρονο μου να
θαυμασω ποσο σεξυ δειχνει στο ασπρο του μπλουζακι. Η αντιθεση του μαυρου
μελανιου και το ασπρο μπλουζακι του, ειάναι τελεια και λατρευω τον τροπο
που τα ταττουαζ του ξεπροβαλλουν κατω αποά τον λαιμο του και τα μανικια
του.

172

«Εχεις καθολου ποπ-κορν?» με ρωταει μολις παταω εναρξη.
«Οάχι, να εφερνες τα δικα σου» τον πειραζω και γυριζω την οθονη για να
βλεπει καλυτερα αποά το πατωμα.
«Θα μπορουσα βεβαια να αρκεστω και σε αάλλο επιδορπιο» μου λεει και τον
σκουνταω παιχνιδιαρικα στο κεφαλι.
«Δες την ταινια, και μην μιλας αάλλο, αλλιως θα σε πεταξω εξω» ο Χαρρυ
προσποιειται οάτι ραβει το στομα του και κανει οάτι μου παραδιδει το αορατο
κλειδι που το πεταω πισω μου, καθως χαζογελαω. Οάπως ο Χαρρυ ακουμπαει το
κεφαλι του στο κρεβατι, νιωθω τοσο ηρεμη και γαληνια οσο δεν ειχα νιωσει
ολη την εβδομαδα.
Ο Χαρρυ με παρατηρει περισσοτερο αποά την ταινια αλλα δεν με πειραζει,
προσεχω τον τροπο που χαμογελαει οάταν γελαω με μια αστεια ατακα, τον
τροπο που κατσουφιαζει οάταν κλαιω μετα που η κοπελα χανει την μνημη της
και τον τροπο που και αυτος αναστεναζει αποά ανακουφηση οάταν καταληγουν
μαζι στο τελος.
«Λοιπον, πως σου φανηκε?» τον ρωταω καθως ψαχνω να βρω μια νεα ταινια.
«Ηταν απαισια» μου χαμογελαει και ανακατευω τα μαλλια του με το χερι
μου, πρωτου το συνειδητοποιησω. Σηκωνομαι και γυρνα αποά την αάλλη
κοιταζοντας τον τοιχο. Ωραιος τροπος να τον κανεις να νιωσει αμηχανα
Τεσσα.
«Ασε με να διαλεξω την επομενη ταινια» μου λεει καθως παιρνει το λαπτοπ
μου.
«Ποιος σου ειπε οάτι μπορεις να μεινεις και για αάλλη?» τον ρωταω και
στριφογυριζει τα ματια του.
«Δεν μπορω να οδηγησω, ειμαι ακομη μεθυσμενος» με πληροφορει. Γνωριζω
οάτι λεει ψεμματα, μπορω να καταλαβω οάτι εχει σχεδον συνελθει, αλλα εχει
δικιο.
Πρεπει να μεινει. Θα αντιμετωπισω αυριο οάτι εχει σκοπο να κανει ο Χαρρυ,
απλα και μονο για να μπορεσω να περασω λιγο χρονο μαζι του. Ειμαι
στ’αληθεια απελπιστικη, οάπως μου το’χε πει. Αυτηά την στιγμη, δεν με νοιαζει.
Θελω να τον ρωτησω γιατι ηρθε εδωά και γιατι δεν βρισκεται στο παρτυ που
γινεται σπιτι του, αλλα θα περιμενω μεχρι να τελειωσει η ταινια, επειδη
γνωριζω οάτι θα γινει ξινος μολις αρχισω να τον ρωταω ξανα.
Ο Χαρρυ επιλεγει μια ταινια του Μπατμαν που δεν την εχω δει και ορκιζεται
οάτι ειάναι η καλυτερη ταινια των εποχων. Γελαω με τον ενθουσιασμο του

173

καθως προσπαθει να μου εξηγησει τι συμβαινει στις προηγουάμενες ταινιες
της τριλογιας, αλλα δεν εχω ιδεα για τι πραγμα μιλαει. Ο Νοάα και εγω
παντα βλεπαμε ταινιες μαζι, αλλα δεν το’χω διασκεδασει ποτεά τοσο, οάσο το
διασκεδαζω μα τον Χαρρυ.
«Ο πισινοάς μου εχει μουδιασει αποά το σκληρο σου πατωμα» ο Χαρρυ
παραπονιεται μολις η ταινια αρχιζει.
«Το κρεβατι της Στεφ ειάναι μαλακο» του λεω και κατσουφιαζει.
«Δεν θα μπορεσω να δω την οθονη αποά εκει. Ελα τωρα Τεσσα, θα κρατησω τα
χερια μου κοντα μου»
«Ενταξει» γκρινιαζω και κανω πιο περα. Χαμογελαει και ξαπλωνει διπλα
μου, ακουμπωντας στο στομαχι του, αντιγραφωντας με, καθως λυγιζει τα
γονατα του και βαζει τα ποδια του στον αερα. Μπορω να νιωσω την ενταση
αναμεσα μας καθως βρισκεται λιγα εκατοστα μακρυα μου, αλλα αναγκαζω
τον εαυτο μου να το αγνοησει. Ο Χαρρυ ακουμπαει το κεφαλι του στα
διπλωμενα του χερια και δειχνει αξιαγαπητος. Η ταινια ειάναι πιο ωραια,
αποάτι περιμενα, μαλλον μου αρεσε περισσοτερο αποά τον Χαρρυ, γιατι οάταν
γυριζω να τον δω ειάναι μισοκοιμησμενος. Δειχνει τοσο τελειος, θελω να
πλησιασω και να αγγιξω το προσωπο του, αλλα δεν το κανω. Παρα το γεγονος
οάτι πρεπει να τον ξυπνησω και να τον κανω να φυγει, τον σκεπαζω με την
κουβερτα μου και κλειδωνω την πορτα, πριν να ξαπλωσω στο κρεβατι της
Στεφ. Εχω περασει την νυχτα με το Χαρρυ πολλες φορες τωρα, και καμιάα με
τον Νοάα. Και εχω κανει πολλα πραγματα με τον Χαρρυ, που δεν τα’χα
σκεφτει καν με τον Νοά

174

Chapter 46
Εάνας ενοχλητικος θορυβος με ξυπνησε στην μεση της νυχτας. Ειχα σχεδον
ξεχασει οάτι ο Χαάρρυ ηάταν στο δωμαάτιο μου.
Πως γιάνεται να καταληάγουμε
παντα μαζι? Και το πιο σημαντικο αποά πουά εάρχεται αυτος ο ενοχλητικος
ηάχος? Ακολουθω τον ηάχο και με οδηγειά στην τσεάπη του Χαάρρυ, φυσικαά που
αλλουά… Σταματαάει να χτυπαάει καθως φταάνω στο κρεβατι μου, οποάτε παιάρνω
εάνα λεπτοά για να παρατηρησω ποάσο γαληάνιος φαινεται ο Χαάρρυ οάταν
κοιμαται. Δεν υπαάρχει καμιάα ρυτιάδα στο μεάτωπο του, παροάλο που
κατσουφιαάζει συνεχωάς, και ουάτε τα ροζ χειάλη του ειάναι σφιγμεάνα.
Αναστεναζω και γυρναω αποά την αλλη, μοάνο που αρχιάζει και παάλι ο θοάρυβος.
Κατεβαάζω το χεάρι μου καάτω και προσπαθωά να φταάσω την τσεάπη του Χαάρρυ, αν
το παντελοάνι του δεν ηάταν τοάσο στενοά ιάσως και να μπορουάσα να μετακινηάσω το
κινητοά αποά την τσεάπη του, αλλαά που τεάτοια τυάχη…
«Τι καάνεις?» βογκαάει. Τα ποάδια μου με οδηγουάν πιάσω,
λιάγα μεάτρα μακριαά αποά
το κρεβαάτι.
«Το τηλεάφωνο σου δονουάσεκαι με ξυάπνησε» ψιθυριάζω παροάλο που ειάμαστε
μοάνοι μας στο δωμαάτιο. Κοιτωά σιωπηλαά καθωάς ψαάχνει στην τσεάπη του,
το
μεγαάλο χεάρι του ζοριάζεται αλλαά καταφεάρνει να βγαάλει το κινητοά του και το
απανταάει.
«Τι?» λεάει αποάτομα. Λιάγα δευτεροάλεπτα αργοάτερα στριφογυριάζει τα μαάτια
του και χτυπαάει το μεάτωπο του με το χεάρι του.
«Δεν θα επιστρεψω αποψε, ειμαι στο σπιτι ενοάς φιλου» ειμαστε φιλοι?
Φυσικα και οάχι, απλως το λεει σαν δικαιολογια σε οποιον και να μιλαει τωρα,
επειδη δεν θα επιστρεψει. Στεκομαι αμηχανα και στηριζω το βαρος μου αποά
το εάνα ποδι στο αάλλο.
«Οάχι, δεν μπορεις να μπεις στο δωματιο μου. Το ξερεις αυτοά, παω να κοιμηθω
παάλι, οποτε μην με ξαναξυπνησεις, και η πορτα μου ειάναι κλειδωμενη γι’αυτοά
μην χανεις το χρονο σου αδικα» κλεινει το κινητο και κανω εάνα βημα πισω
ενστικτωδωάς, ειάναι σε κακη διαθεση και δεν θελω να ξεσπασει σε εμενα.
Πλησιαζω το κρεβατι της Στεφ και αρπαζω την κουβερτα αποά το πατωμα, την
εριξα στην προσπαθεια μου να βρω αποά πουά ερχοταν ο ηάχος.
«Συγγνωμη που το κινητο μου σε ξυπνησε» λεει σιωπηλα. «Ηταν η Μοάλλυ» η
αντιπαθεια που νιωθω για αυτηά ολο και μεγαλωνει.
«Αα» ανεσταναζω και ξαπλωνω στην μερια μου, αντικρυζοντας το κρεβατι
απεναντι μου. Ο Χαάρρυ μου δινει εάνα μικρο χαμογελο σαν να ξεάρει τι

175

σκεφτομουν για την Μοάλλυ. Δεν μπορω να αγνοησω τον μικρο ενθουσιασμο
που νιωθω, αφου ειάναι εδωά μαζι μου αντι να βρισκεται με την Μοάλλυ, παρολο
που οι πραξεις του δεν βγαζουν νοημα.
«Δεν την συμπαθεις, σωστα?» ξαπλωνει στην μερια του για να με κοιταξει
και κουναω το κεφαλι μου.
«Οάχι ιδιαιτερα, αλλα σε παρακαλω μην της το πεις. Δεν θελω καιμα
συγκρουση ηά να εχουμε δραάματα» τον ικετευω. Γνωριζω οάτι δεν μπορω να τον
εμπιστευτω αλλα ελπιζω να μην χρησιμοποιησει αυτηά την πληροφορια για
να με βασανησει.
«Δεν θα της το πω, δεν με νοιαζει ουτε εμενα για αυτην» μουρμουριζει και
στριφογυριζω τα ματια μου.
«Ναι.., φαινεται οάτι την αντιπαθεις» ακουγομαι τοσο σαρκαστικη, οάσο
σκοάπευα.
«Δεν την αντιπαθω, εννοωά οάτι μπορει να εχει πλακα, αλλα ειάναι αρκετα
ενοχλητικη» παραδεχεται, κανοντας την ενοχληση μου απεναντι της πιο
εντονη.
«Τοτε ισως θα επρεπε να σταματησεις να μπλεκεσαι μαζι της» του προτεινω
και γυρναω την πλατη μου για να μην μπορει να δει το προσωπο μου.
«Υπαρχει καποιος λογος που δεν θα επρεπε να μπλεκομαι μαζι της?»
«Οάχι. Εννοω, εφοσον ειάναι ενοχλητικη, τοτε γιατι να το συνεχισεις?» ξερω οάτι
δεν θελω να μαθω, αλλα και παάλι ρωταω.
«Για να εχω κατι να ασχοληθω, υποθετω.»
Κλεινω τα ματια μου και παιρνω μια βαθια ανασα. Το να μιλαάω με τον
Χαρρυ για την οάποια σχεση διατηρει με την Μοάλλυ με πληγωνει χειροτερα
απ’οάτι θα επρεπε.
«Ελα να ξαπλωσεις μαζι μου» διακοπτει τις σκεψεις της ζηλιας μου.
«Οάχι!»
«Ελα τωρα, απλως ξαπλωσε μαζι μου. Κοιμαμαι καλυτερα οάταν εισαι κοντα
μου» παραδεχεται και σηκωνομαι για να τον κοιταξω.
«Τι?» δεν μπορω να κρυψω την εκπληξη μου στα λογια του. Ειάτε τα εννοειά, ειάτε
οάχι, με κανει να λιωνω.

176

«Κοιμαμαι καλυτερα οάταν εισαι μαζι μου, το προηγουμενο σαββατοκυριακο
ειχα κοιμηθει τοσο ησυχα, οσο δεν ειχα εδωά και καιρο.» παιρνει το βλεμμα
του αποά πανω μου και κοιταει κατω.
«Μαλλον ηταν το ουιάσκι, οάχι εγω» προσπαθω να ελαφρυνω τα λογια του, δεν
ξερω τι αλλω να κανω ηά να πω.
«Οάχι, ησουν εσυ» με διαβεβαιωνει.
«Καληνυχτα Χαρρυ» γυρνω αποά την αάλλη, εαάν συνεχισει να λεει τετοια
πραγματα και εγω συνεχιζω να τον ακουω, θα βρεθω ξανα στα χερια του.
«Γιατι δεν με πιστευεις?» ιάσα που ψιθυριζει.
«Επειδη παντα το κανεις αυτοά, λες μερικα ωραια πραγματα και μετα
αλλαζεις γνωμη και καταληγω να κλαιω»
«Σε κανω να κλαις?» πως και δεν το ξερει αυτοά? Με εχει δει να κλαιω
περισσοτερο αποά τον καθενα.
«Ναι, συχνα.» νιωθω ξανα ευσιγκινητη.
Αντιλαμβανομαι το κρεβατι μου να τριζει ελαφρως και κλεινω τα ματια μου.
Τα δαχτυλα του τριβουν ελαφρα τον ωμο μου καθως καθεται στην ακρη του
κρεβατιου της Στεφ. Ειάναι πολυά αργα, βασικα πολυά νωρις γι’αάυτο, εχει παει 4
το ξημερωμα.
«Δεν σε καάνω να κλαις επιτηδες.»
«Ναι, αυτοά κανεις. Αυτος ειάναι ο ακριβης σκοπος σου καάθε φορα που μου λες
πραγματα που με πληγωνουν. Και οάταν με αναγκασες να πω στον Νοάα για
εμας. Για παραδειγμα, μολις μου ειπες οάτι κοιμασαι καλυτερα οάταν
βρισκομαι κοντα σου, αλλα εαάν ξαπλωνα μαζι σου, με το που θα ξυπνουάσαμε
το πρωι θα μου ελεγες οάτι ειμαι ασχημη, ηά οάτι δεν με αντεχεις. Με ρεζιλεψες
μετα που γυρισαμε αποά την ημερα στο ποταμι, νομιζα οάτι… αστο καλυτερα.
Ποσες ακομη φορες θα κανω την ιδια συζητηση μαζι σου?» παιρνω μια ανασα.
«Θα σε ακουσω αυτηά την φορα!» δεν μπορω να διαβασω την εκφραση στα
ματια του.
«Απλα δεν ξερω γιατι σου αρεσει αυτοά το παιχνιδι τοσο πολυά, παιζουμε τη
γατα με το ποντικι. Εισαι καλος, μετα κακος. Και σε ακουσα να λες στην Στεφ
οάτι θα με καταστρεψεις εαάν ερχομουν κοντα σου, ομως μετα ηθελες να με
γυρισεις πισω με το αμαξι σου. Εισαι τοσο δυσκολος να σε καταλαβω»

177

«Δεν το εννοουσα αυτοά. Οάτι θα σε καταστρεψω, απλα… δεν ξερω απλως
μερικες φορες λεω πραγματα χωρις να σκεφτομαι» απανταει.
«Γιατι παρατησες το μαθημα της Λογοτεχνιας?» επιτελους τον ρωταάω.
«Επειδη ηθελες να μεινω μακρυα σου, και χρειαζεται να μεινω μακρυα αποά
εσενα»
«Τοτε γιατι δεν το κανεις?» συνειδητοποιω οάτι η ενεργεια εχει αλλαξει
αναμεσα μας.
Με καποιο τροπο εχουμε ερθει πιο κοντα, τα κορμια μας μονο λιγα εκατοστα
χωάρια. Παντα φαινεται να υπαρχει αυτηά η μαγνητικη ενεργεια αναμεσα
μας, που μας τραβαει μαζι.
«Δεν γνωριζω» ξεφυσαει. Τριβει τα χερια του και τα ακουμπαει στα γονατα
του.
Θελω να πω κατι, οτιδηάποτε, αλλα δεν μπορω χωρις να αποκαλυψω στον
Χαρρυ οάτι θελω να μεινει και οάτι τον σκεφτομαι συνεχεια.
«Μπορω να σε ρωτησω κατι και θελω να’σαι απολυτα ειλικρινης?» επιτελους
μιλαει διακοπτωντας την σιωπη. Του γνεφω καταφατικα.
«Εμ, σου… σου ελειψα καθολου αυτηά την βδομαδα?» αυτοά ηταν το τελευταιο
πραγμα που περιμενα να με ρωτησει.

178

Chapter 47
Ανοιγοκλειάνω τα μαάτια μου αρκετεάς φορεάς για να καθαριάσω το ξεάφρενο
μυαλοάμου. Του ειάπα πως θα απαντουάσα ειλικριναά, αλλαά φοβαάμαι να το καάνω.
“Λοιποάν;” Επαναλαμβαάνει για δευάτερη φοραά μεταά την αρχικηά του ερωάτηση.
“Ναι”. Μουρμουριάζω και κρυάβω το προάσωπο μου με τα χεάρια μου, μοάνο μεάχρι
ναμου τα απομακρυάνει αυτοάς. Ακοάμα και το αάγγιγμα του στον καρποά μου,
στεάλνειφλοάγες στο δεάρμα μου.
“Ναι τι;” Η φωνηά του ειάναι τεταμεάνη σαν να ειάναι απελπισμεάνος για
τηναπαάντηση μου.
“Μου εάλειψες”. Καταπιάνω, περιμεάνοντας τα χειροάτερα . αλλαά αυτοά που
δενπεριάμενα ηάταν η ανακουάφιση και το χαμοάγελο που εμφανιάστηκαν στο
οάμορφο προάσωποτου.
Θεάλω να τον ρωτηάσω αν του εάλειψα και εγωά αλλαά αυτοάς αρχιάζει να μιλαάει
πρινβρω την ευκαιριάα.
“Αληάθεια;” ερωταάει. Ποάσες φορεάς θα με καάνει να το απαντηάσω αυτοά; Γνεάφω
ωςαπαάντηση και αυτοάς μου διάνει εάνα ντροπαλοά χαμοάγελο, ο Χαάρρυ
ντροπαλοάς; Φαιάνεταινα ειάναι ευχαριστημεάνος που το παραδεάχτηκα, πιθανοάν
επειδηά ξεάρει πως με εάχειτου χεριουά του.

179

“Τωάρα μπορωά να παάω παάλι για υάπνο;”
Παραπονιεάμαι, ξεάρονταςπως δεν θα
ανταποδωάσει την ομολογιάα μου με μια δικηά του, και ειάναι στα αληάθειααργαά.
“Μοάνο αν κοιμηθειάς μαζιά μου, στο ιάδιο κρεβαάτι εννοωά φυσικαά”, χαμογελαάει
Αναστεναάζω και ξαπλωάνω στο κρεβαάτι της Στεφ, προσεκτικαά για να μην
αγγιάξωτον Χαάρρυ . Εάνα ξαφνικοά τραάβηγμα στα ποάδια μου με εάκανε να
φωναάξω εάκπληκτη. ΟΧαάρρυ με σηκωάνει αποά το κρεβαάτι και με ριάχνει πιάσω
στους ωάμους του Αδιαφορωάνταςγια τις κλωτσιεάς και τα παρακαάλια να με
αφηάσει καάτω, μεάχρι να φταάσουμε στοκρεβαάτι μου. Ακουμπαά εάνα του γοάνατο
στο κρεβαάτι και με ξαπλωάνει αποά τηνμεριαά του τοιάχου και εάπειτα ξαπλωάνει
και αυτοάς διάπλα μου. Τον κοιτωά επιάμονασιωπηλαά φοβουάμενη οάτι αν παλεάψω
πολυά σκληραά θα φυάγει και ξεάρω πως δεν το θεάλωαυτοά.
Σκυάβει και μαζευάει το μαξιλαάρι που του πεάταξα νωριάτερα τοποθετωάντας
τοαναάμεσα μας, ως διαχωριστικοά.
“Οριάστε, τωάρα μπορειάς να κοιμηθειάς”, χαμογελαά πονηραά και του ανταποδιάδω
τοχαμοάγελο, χωριάς να μπορωά να το ελεάγξω .
“Καληνυάχτα”. Σχεδοάν χαχανιάζω.
“Νυάχτα Τεάσσα”, Γελαάσει και αυτοάς και εγωά γυριάζω προς την μεριαά μου.
Δεννιωάθω καθοάλου κουρασμεάνη για αυτοά απλαά κοιταάζω τον τοιάχο.
Λιάγα λεπταά αργοάτερα νιωάθω το μαξιλαάρι να μετακινειάται αποά αναάμεσα μας,
καιτο χεάρι του Χαάρρυ να τυλιάγεται γυάρω αποά την μεάση μου και να με τραβαά
στο στηάθοςτου. Δεν το μετακινωά ουάτε διάνω προσοχηά στις πραάξεις του.
Απολαμβαάνω τοσυναιάσθημα υπερβολικαά πολυά.
“Και εμεάνα μου εάλειψες”Ψιθυριάζει στα μαλλιαάμου. Χαμογελαά γνωριάζοντας
πως δεν μπορειά να με δει. Νιωάθω την ελαφρυά πιάεση τωνχειλιωάν του εναάντια
στο πιάσω μεάρος του κεφαλιουά μου και το στομαάχι μου γυριάζει.Οάσο και αν μου
αρεάσει, ειάμαι πιο μπερδεμεάνη αποά ποτεά καθωάς προσπαθωά να κοιμηθωά.

Το ξυπνητηάρι μου χτυπαάει πολυά νωριάς και γυριάζω πλευραά για να το κλειάσω.
Ηαναάμνηση του Χαάρρυ να εάρχεται στο δωμαάτιο μου εχθεάς το βραάδυ γεμιάζει το
μυαλοάμου και ανοιάγω τα μαάτια μου, για να βρω τον Χαάρρυ οάρθιο διάπλα μου να
κοιταά καάτωσε εμεάνα με εάνα αυταάρεσκο χαμοάγελο.
“Ειάσαι πολυά χαριτωμεάνη οάταν κοιμαάσαι” με πειραάζει και εγωά σηκωάνομαι οάσο
πιογρηάγορα μπορωά.
“Για πιο λοάγο το ξυπνητηάρι;” Ρωταάει και μου διάνει το κινητοά μου. Κλειάνω
τοξυπνητηάρι και σηκωάνομαι αποά το κρεβαάτι.

180

“Θα παάω να ψαάξω για αυτοκιάνητο σηάμερα οποάτε μπορειάς να φυάγεις οάποτε
θες”του λεάω και κατσουφιαάζει.
“Προφανωάς δεν ειάσαι και πολυά πρωινοάς τυάπος”
“Ειάμαι… Απλαά δεν θεάλω να σε κραταάω” νιωάθω λιάγο ενοχεάς που ηάμουν
αγενηάς,αλλαά περιάμενα να ηάταν και αυτοάς αγενηάς απεάναντι
μου.
“Δεν με κραταάς. Μπορωά να εάρθω μαζιά σου;”
“Για να ψαάξεις για αμαάξι; Γιατιά να θεάλεις καάτι τεάτοιο;” Ειάμαι υάποπτη για
τακιάνητρα του.
“Γιατιά πρεάπει να εάχω λοάγο; Καάνεις λες και σχεδιαάζω να σε σκοτωάσω η
καάτιτεάτοιο” γελαάει και ανακατευάει τα μαλλιαά του.
“Λοιποάν δεν περιάμενα οάλη σου αυτηά τη χαρουάμενη διαάθεση αυτοά το
πρωιά”παραδεάχομαι.
“Απλαά θεάλω… δεν εάχω τιάποτα αάλλο να καάνω”
“Νομιάζω το να μετραάς τα πλακαάκια στο ταβαάνι θα ειάναι πιο διασκεδαστικοά
αποάτο να εάρθεις μαζιά μου” θεάλω να περαάσω περισσοάτερο χροάνο μαζιά
του, αλλαά η κριάση μου ειάναι συννεφιασμεάνη αποά αυτοάν. Με μπερδευάει τοάσο
πολυά.Υπαάρχουν τοάσα μπρος και πιάσω αναάμεσα μας.
“Κοιάτα αν δεν θες να εάρθω απλαά πες το και θα φυάγω” Η ενοάχλησηά του
ειάναιεμφανηάς.
“Θεάλω απλαά…”
“Απλαά τι;”
“Φοβαάμαι πως δεν θα ειάσαι ευχαάριστος για εμεάνα.” Γυριάζω μακριαά του
καιμαζευάω τα ρουάχα μου. Χρειαάζομαι εάνα μπαάνιο πριν παάω οπουδηάποτε.
“Θα ειάμαι ευχαάριστος .Το υποάσχομαι, απλαά αάσε με να σου δειάξω πως εμειάς…
πωςεγωά μπορωά να ειάμαι καλοάς .Ειάναι απλαά μια μεάρα!” χαμογελαάει.
Νιωάθω σαν να προσπαθουάμε , διαρκωάς να γιάνουμε φιάλοι ,να μην ειάμαστε
φιάλοι ,να μειάνουμε μακριαά ο εάνας αποά τον αάλλον, μεταά να περναάμε το βραάδυ
μαζιά ,χρειαάζεται τοάση ενεάργεια σε οάτι και αν ειάναι αυτοά αναάμεσα μας. Ο
Νοάα σιάγουρα θαμε χωριάσει καιν δεν θα μου ξαναά μιληάσει αν μαάθει πως ο
Χαάρρυ εάμεινε το βραάδυμαζιά μου, στο κρεβαάτι μου, κρατωάντας με καθωάς
κοιμοάμασταν. Καθωάς ειάμαι χαμεάνηστις σκεάψεις μου, φαιάνεται πια σωστοά σε

181

εμεάνα να παραδεχτωά πως το να ακουάω τησταθερηά αναάσα του Χαάρρυ στο αυτιά
μου ενωά κοιμαάται, αξιάζει ωάστε να μην ξαναάμιληάσω
στο Νοάα.
Δεν ξεάρω τι ειάναι αυτοά που με καάνει να φοβαάμαι, διαρκωάς να χαάσω το Νοάα
,ιάσως να ειάναι ο φοάβος του πως θα αντιδραάσει η μητεάρα μου αν χωριάσουμε, ηά
ιάσωςτο οάτι ο παλιοάς μου εαυτοάς ηάταν τοάσο δεμεάνος με τον Νοάα, ηάταν παάντα
εκειά γιαεμεάνα και νιωάθω σαν να οφειάλω τοάσο σε εμεάνα και σε αυτοάν να
συνεχιάσω την σχεάση.
Αλλαά νομιάζω πως ο μεγαλυάτερος λοάγος ειάναι πως ξεάρω οάτι ο Χαάρρυ ουάτε
μπορειά,ουάτε θα μου δωάσει το ειάδος της σχεάσης που χρειαάζομαι και ειλικριναά
θεάλω αποάαυτοάν.
“Η Γη καλειά την Τεάσσα”, O Χαάρρυ φωναάζει αποά την αάλλη μεριαά του
δωματιάου.Στεκοάμουν οάρθια συζητωάντας διανοητικαά με τον εαυτοά μου, εάχοντας
ξεχαάσει πως οΧαάρρυ ηάταν στο δωμαάτιο μου.
“Τρεάχει καάτι;” Ρωταάει και προχωραά προς το μεάρος μου.
Ω τιάποτα απλαά επιτεάλους μοάλις παραδεάχτηκα στο εαυτοά μου οάτι εάχω
αισθηάματαγια εσεάνα και οάτι θεάλω περισσοάτερα, αλλαά ξεάρω πως εσυά δεν θα
νοιαστειάς ποτεά γιακανεάναν, ειδικαά για εμεάνα.
“Οάχι, απλαά σκεφτοάμουν τι να βαάλλω”, λεάω ψεάματα. Τα μαάτια του
μετακινουάνταιστα ρουάχα που εάχω στα χεάρια μου και γεάρνει το κεφαάλι του,
αλλαά δεν λεάει τιάποτα.
“Οποάτε μπορωά να εάρθω; Θα ειάναι και πιο ευάκολο για εσεάνα, ωάστε να
μηνχρειαστειά να παάρεις το λεωφορειάο. Αυτοά δεν ειάχες σκοποά να καάνεις;”
‘Εάχει διάκιο θα ειάναι πιο ευάκολο. “Ναι”
“ Ναι τι; Θα με αφηάσεις να εάρθω ηά σκοάπευες να πηγαινες με το λεωφορειάο;”’
“Και τα δυάο,” Προχωραάω προς την ποάρτα και αυτοάς με ακολουθειά.
“Τι καάνεις;” Το ρωταάω
“Εάρχομαι μαζιά σου”
“Εγωά παάω να καάνω ντους” Κουναάω την τσαάντα του μπαάνιου μου μπροσταά του
καιαυτοάς μου την αρπαάζει.
“Και εγωά το ιάδιο”, χαμογελαάει. Γαμωάτο, κοινοάχρηστες τουαλεάτες.
Περναάειμπροσταά μου και ανοιάγει την ποάρτα χωριάς να κοιταάξει πιάσω. Τρεάχω
για να τονπρολαάβω και κρατιεάμαι αποά την μπλουάζα του.
“Καλωάς την “, αστειευάεται και εγωά στριφογυριάζω τα μαάτια μου.

182

“Δεν εάχουμε αρχιάσει καν τη μεάρα και ηάδη με ενοχλειάς”, του λεάω και γελαάω.
Εάνα γκρουπ κοριτσιωάν περπαταάει διάπλα μας και μεάσα στο μπαάνιο,
δενπροσπαθουάν καν να ειάναι διακριτικεάς καθωάς χαζευάουν τον Χαάρρυ.
Και δεν τον χαζευάουν για τα τατουαάζ και τα σκουλαριάκια του, τον
χαζευάουνγιατιά ειάναι σεάξι.
“Κυριάες μου”, Ο Χαάρρυ τους χαμογελαάει και αυτεάς χαχανιάζουν σαν κοπεάλες
στοσχολειάο. Βασικαά, τεχνικαά ειάναι ακοάμη κοπεάλες στο σχολειάο, αλλαά ειάναι
ενηάλικεςκαι εάτσι πρεάπει να συμπεριφεάρονται. Μαλωάνω τον εαυτοά μου που
εκνευριάζεται μεκαάθε κοριάτσι που εάρχεται σε επαφηά με το Χαάρρυ ειάναι
ελευάθερος και μπορειά νακαάνει οά,τι τον ευχαριστηάσει, απλαά ευχοάμουν να τα
εάκανε μαζιά μου.

Chapter 48
Ουτε βλεπω, ουτε ακουω τον Χαρρυ στις κοινοχρηστες τουαλετες, οποτε
ελπιζω οάτι δεν εφυγε καπου μαζι με αυτεάς τις κοπελες. Δεν εφερε καν ρουχα
μαζι του, αρα εαάν κανει μπανιο, θα φορουσε παλι τα ιδια βρωμικα ρουχα. Ο
Χαρρυ θα μπορουσε να φοραει ρουχα που ειάναι λεκιασμενα με λασπη και να
εδειχνε και παλι καλυτερα αποά οποιοδηποτε αάλλο αγορι. Με εξαιρεση τον
Νοάα, υπενθιμιζω στον εαυτο μου. Στεγνωνω γρηγορα και φοραω τα ρουχα μου
καθως γυρναω πισω στο δωματιο μου. Ανακουφιζομαι οάταν βρισκω τον Χαρρυ
να καθεται στο κρεβατι μου. Ειάναι χωρις μπλουζα και τα μαλλια του ειάναι
ακομη υγρα. Κλεινω το στομα μου για να βεβαιωθω οάτι η γλωσσα μου δεν
κρεμεται εξω. Το χαλαρο μοβ μπλουζακι μου και το τζιν μου φαινονται αθλια

183

μπροστα στο δικο του αναπαυτικο μαυρο τζιν και το γυμνο του στερνο.
Τουλαχιστον φοραω και εγω κολλητα παντελονια.
«Σου πηρε αρκετα» λεει και ξαπλωνει πισω. Οι μυες του ξεπροβαλλουν καθως
σηκωνει τα χερια του πισω αποά το κεφαλι του.
«Υποτιθεται οάτι θα εισαι καλος μαζι μου, θυμασαι?» του λεω και περπαταω
στην ντουλαπα της Στεφ, ανοιγοντας την για να εμφανιστει ο καθρεπτης.
Αρπαζω το βαλιτσακι του μεικ- απ, καθομαι κατω και σταυρωνω τα ποδια μου.
«Μα ειμαι καλος».
Καθομαι ησυχη καθως προσπαθω να μακιγιαριστω. Μετα αποά 3 προσπαθειες
να τραβηξω μια ευθεια γραμμη στην κορυφη του ματιου μου, πεταω το eyeliner
στον καθρεπτη και ο Χαρρυ γελαει.
«Δεν το χρειαζεσαι ετσι και αλλιως» μου λεει.
«Μου αρεσει» υπερασπιζομαι τον εαυτο μου και στριφογυριζει τα ματια του.
«Ενταξει, μπορουμε απλως να κατσουμε εδωά ολη μερα καθως θα προσπαθεις
να ζωγραφησεις το προσωπο σου» μου λεει. Αυτοά τωρα ειάναι καλη
συμπεριφορα?
Το αντιλαμβανεται και ζηταει συγγνωμη καθως σκουπιζω τα ματια μου,
εγκαταλειποντας το μεικ-απ.
«Ειμαι ετοιμη» του λεω και σηκωνεται.
«Θα φορεσεις καμια μπλουζα?» τον ρωταω και κουναει το κεφαλι του.
«Ναι, εχω μια στο αμαξι μου» θυμαμαι πως και την ημερα στο ποταμι ειχε
επισης τραβηξει μια μλπουζα αποά το αμαξι του. Ειχα δικιο, μαλλον θα εχει
εάνα ατελειωτο αποθεμα αποά μπλουζες εκει.
Δεν θελω να σκεφτω το λογο πισω αποά αυτοά.
Καθως φτανουμε, βγαζει μια σκετη μαυρη μπλουζα και την φοραει.
«Σταματα να με κοιταζεις και μπες στο αμαξι» με πειραζει. Αρνουμαι οάτι τον
κοιτουσα και υπακουω.
«Μου αρεσει οάταν φορας ασπρα μπλουζακια» οι λεξεις βγαινουν αποά το
στομα μου, πρωτου το συνειδητοποιησω. Γεάρνει το κεφαλι του στο πλαάι και μου
δινει εάνα πονηρο χαμογελο.

184

«Ωάστε ετσι?» σηκωνει το φρυδι του. «Λοιπον και εμενα μ’αρεσουν τα τζιν που
φορας, κανουν τον κωλο σου να φαινεται τελειος» μου λεει και μενω με το
στομα ανοιχτο. Ο Χαρρυ και οι βρωμικες λεξεις του. Αντιλαμβανεται την
αντιδραση μου και γελαει.
Τον σκουνταω παιχνιδιαρικα, αλλα διανοητικα συγχαιρω τον εαυτο μου που
φορεσα αυταά τα τζιν, θελω ο Χαρρυ να με βλεπει ακομη και εαάν δεν θα το
παραδεχτω ποτε, και ειμαι κολακευμενη αποά τον παραξενο τροπο που μου
εκανε κομπλιμεντο.
«Οποτε που παμε?» με ρωταει και βγαζω το κινητο μου. Του διαβαζω την λιστα
με τις μαάντρες αυτοκινητων που βρισκονται κοντα μας και του λεω μερικες
αποά τις κριτικες στην καθεμια.
«Σχεδιαζεις τα πραγματα υπερβολικα πολυά, αρα δεν θα παμε σε κανενα
αποά αυταά τα μερη» μου λεει.
«Ναι θα παμε. Το εχω σχεδιασει αποά πριν αυτοά, υπαρχει εάνα Prius που θελω
να δω στου “Bob Super Cars” του λεω και ανατριχιαζω στο ηλιθιο ονομα της
μαάντρας.
«Εάνα Prius?» λεει κοροιδευτικα.
«Ναι? Εχουν την καλυτερη χωρητικοτητα βενζινης και ειάναι ασφαλη και..»
«Βαρετο, καταά βαθος ηξερα οάτι θα ηθελες εάνα Prius, φαινεται αποά μακρυα “η
κυρια που σχεδιαζει τα παντα αποά πριν, μεσα στο αυτοκινηταάκι Prius!” λεει
μια μια ψευτικη γυναικεια φωνη και γελαω μαζι του.
«Κοροιδεψε οσο θελεις αλλα εγω θα κανω οικονομια στην βενζινη καάθε
χρονο» του υπενθιμιζω και πλησιαζει να τσιμπησει το μαγουλο μου.
Kοιταάω προς το μερος του, σοκαρισμενη αποά αυτηά την μικρη αλλα τοσο γλυκια
χειρονομια και φαινεται να’ναι τοσο εκπληκτος αποά αυτηά, οσο και εγω.
«Εισαι γλυκουλα μερικες φορες» μου λεει και κοιταω εξω αποά το παραθυρο.
«Εμ, ευχαριστω».
«Το εννοω με την καλη εννοια, μερικες φορες κανεις χαριτωμενα πραγματα»
εξηγει. Τα λογια φαινεται οάτι ειάναι καινουργια για αυτοάν, δεν εχει συνηθισει
να λεει τετοια πραγματα.
«Ενταξει..» λεω και κοιτω ξανα το παραθυρο. Καάθε λεπτο που περναω με τον
Χαρρυ δυναμωνει τα αισθηματα μου απεναντι του, ειάναι επικινδυνο για
εμενα να επιτρεψω σε αυτεάς τις μικρες φαινομενικα ασημαντες στιγμες να

185

συμβουν, αλλα δεν εχω τον ελεγχο της καταστασης οάταν ο Χαρρυ
εμπλεκεται.
Ο Χαρρυ καταληγει να οδηγει στου “Bob” και τον ευχαριστω, δεν μου αρεσει
οάταν τα πραγματα δεν πανε συμφωνα με το προγραμμα, που συμβαινει
αρκετα τελευταια. Ο Bob ειάναι ενας ιδρωμενος ανδρας με υπερβολικο τζελ
στα μαλλια του που μυριζει νικοτινη και δερμα αμαξιου. Το χαμογελο του
περιεχει εάνα χρυσο δοντι και ο Χαρρυ στεκεται ορθιος.. βασικα τον καλυπτει,
και τον κοροιδευει οάταν δεν κοιταει. Ο μικρος ανδρας φαινεται να φοβαται
την σκληρη εμφανιση του Χαρρυ, αλλα δεν το κατηγορω. Ριχνω μια ματια στο
αυτοκινητο Prius και αλλαζω γνωμη. Εχω εάνα αισθημα οάτι την στιγμη που θα
το οδηγουσα εξω αποά την μαντρα, θα διαλυοάταν και ο Bob ακολουθει την
πολιτικη της μη-επιστροφηάς.
Επισκεπτομαστε ακομη μερικες μαντρες και ειάναι τα ιδια χαλια. Μετα αποά
ωρες συζητωάντας με φαλακρους ανδρες, αποφασιζω να σταματησω την
ερευνα για αυτοκινητο, θα πρεπει να παω αρκετα μακρυα αποά την περιοχη
για να βρω εάνα αξιοπρεπες αμαξι και δεν εχω το κουραγιο να το κανω
σημερα. Αποφασιζουμε να αγορασουμε κατι για μεσημεριανο και τρωμε
μεσα στο αμαξι καθως ο Χαρρυ μου λεει αναπαντεχα την ιστορια για το πωάς
συνεάλαβαν τον Ζεάυν επειδη ξερασε μεσα στο πατωμα ενοάς καταστηματος
περυσι. Η ημεάρα πηγαινει καλυτερα αποάτι φανταζομουν και για πρωτη φορα
νιωθω οάτι μπορει και να αντεξουμε σ’ολο το εξαάμηνο χωρις να σκοτωάσουμε ο
ενας τον αλλον.
Στον δρομο της επιστροφης, περναμε αποά εάνα μαγαζι με frozen yogurt και
ικετευω τον Χαρρυ να σταματησει. Γρυλλιάζει και υποκρινεται οάτι δεν θελει,
αλλα βλεπω το χαμογελο που κρυβεται πισω αποά την εκφραση του. Ο Χαρρυ,
μου λεει να κατσω καθως παει να φερει τα γιαουρτια μας, στολισμενα με
καάθε ειδους μπισκοτου και γλυκου, φαινονται αηδιαστικα αλλα με πειθει οάτι
αυτος ειάναι ο μονος τροπος για να αξιζουν τα λεφτα που ξοδεψε σ’αυταά.
Οάπως και να εχει, ειάναι γευστικοτατο. Ειμαι στην μεση του δικου μου και αφου
ο Χαρρυ εχει ηδη τελειωσει το δικο, προσπαθει να φαει και αποά το δικο μου
κυπελακι.
«Χαρρυ?» η φωνη ενοάς ανδρα ακουγεται. Το κεφαλι του γυριζει να τον
κοιταξει και τα ματια του γουρλωνουν. Ηταν αυτοά που ακουσα προφοραά?
Κραταει μια σακουλα και εάνα κουτακι γεματο με frozen yogurt.
«Εμ.. γεια» απαντα ο Χαρρυ και ο ανδρας χαμογελαει. Καταλαβαινω
αμεσως οάτι ειάναι ο πατερας του Χαρρυ. Ειάναι ψηλος και αδυνατος σαν τον
Χαρρυ και εχει το ιδιο σχημα ματιων, μονο που τα δικα του ειάναι σκουρα
καστανα αντιά για πρασινα. Περα αποά αυτοά, ειάναι τελειάως αντιάθετοι. Ο
πατερας του φοραει εάνα γκρι παντελονι και εάνα πουλοβερ. Τα καστανα του
μαλλια εχουν μερικες γκριζες τριχες στις γωνιες και δειχνει πολυά

186

επαγγελματιάας. Μεχρι που χαμογελαει, το χαμογελο του ειάναι ζεστο, σαν
του Χαρρυ οάταν δεν προσπαθει υπερβολικα να ειάναι τοσο κοάπανος.
«Γεια, ειμαι η Τεάσσα» λεω ευγενικα και του δινω το χερι μου. Ο Χαρρυ με
αγριοκοιταζει αλλα τον αγνοωά. Ετσι και αλλιως δεν θα με συστηνε.
«Γεια σου Τεάσσα, ειμαι ο Κεν, ο πατερας του Χαρρυ» μου λεει φιγγοντας το
χερι μου.
«Χαρρυ, δεν μου΄πες οάτι ειχες κοπελα, εσεις οι δυο πρεπει να ερθετε για
δειπνο αποψε. Η Καάρεν θα ετοιμασει εάνα ωραιο γευμα για ολους μας,
μαγειρευει τελεια.» θελω να του πω οάτι δεν ειμαι η κοπελα του, αλλα ο
Χαρρυ μιλαει πρωτου προλαβω.
«Δεν μπορουμε αποψε, εχω να παω σ’εάνα παρτυ και εκεινη δεν θελει να
ερθει» λεει αποτομα.
Ενας αναστεναγμος φευγει αποά τα χειλη μου απ’τον τροπο που ο Χαρρυ μιλα
στον πατερα του. Φαινεται οάτι στεναχωρηθηκε και νιωθω ασχημα για αυτοάν.
«Βασικα, θα το ηθελα πολυά. Ειμαι φιλη και με τον Λιάαμ» λεω στον λυπημενο
ανδρα και το χαμογελο του εμφανιζεται ξανα.
«Αληθεια? Αυτοά ειάναι τελειο. Ο Λιάαμ ειάναι πολυά καλο παιδι. Θα ημουν
χαρουμενος αάμα ερχοσουν» μου λεει ο Κεν και του χαμογελω.
«Τι ωρα να ειάμαστε εκει?» τον ρωταω και νιωθω το βλεμμα του Χαρρυ πανω
μου.
«Να ειάσαστε?» ρωτα ο πατερας του και γνεφω. «Ενταξει.. ας πουμε στις
επτα, πρεπει να ειδοποιησω την Καρεν καποιες ωρες πριν, αλλα θα με
δειρει» γελαει και κανω το ιδιο. Ο Χαρρυ κοιτα θυμωμενος εξω στην γυαλινη
μερια του τοιχου.
«Ωραια τοτε! Τα λεμε αποψε» του απαντω. Αποχαιρετα τον Χαρρυ, που τον
αγνοει αγενεστατα, παρολο που τον σκουντηξα κατω αποά το τραπεζι. Αφου ο
πατερας του εχει φυγει αποά το κτηριο, ο Χαρρυ σηκωνεται αποάτομα και χτυπα
την καρεκλα του πισω στο τραπεζι, αναποδογυριζει και την κλωτσαει πριν
ανοιξει την πορτα και φυγει αποά το μαγαζι, αφηνοντας με να γινω το
επικεντρο της προσοχης με οάλα τα βλεμματα πανω μου. Σηκωνω την καρεκλα
που εριξε και τρεχω αποά πισω του.
Φωναζω το ονομα του, αλλα με αγνοει μεχρι να φτασει κοντα στο αμαξι του.
Γυριζει αποτομα τοσο γρηγορα που παραλιγο να πεσω πανω του.
«Τι στο καλο Τεσσα! Τι στο διαλο ηταν αυτοά?» μου φωναζει. Οι περαστικοι
αρχιζουν να μας κοιτανε, αλλα συνεχιάζει.

187

Chapter 49
“Τι ειάδος παιχνιάδι προσπαθειάς να παιάξεις εδωά πεάρα;” Ο Χαάρρυ ουρλιαάζει και
προχωραά προς το μεάρος μου. Ειάναι θυμωμεάνος, παραπαάνω αποά θυμωμεάνος.
“Δεν παιάζω κανεάνα παιχνιάδι Χαάρρυ! Δεν ειάδες ποάσο πολυά ηάθελε να εάρθεις
μαζιά; Προσπαθουάσε να εάρθει πιο κονταά σου και εσυά ηάσουν τοάσο αγενηάς!” Δεν
ξεάρω γιατιά του ουρλιαάζω και εγωά, αλλαά αρνουάμαι να καάθομαι απλαά ενωά
αυτοάς μου φωναάζει.
“Να εάρθει κονταά μου; Με δουλευάεις; Ιάσως θα εάπρεπε να ειάχε εάρθει πιο κονταά
μου οάταν ηάμουν παιδιά, παραά να εγκαταλειάψει την οικογεάνειαά του!” Η φλεάβα
στο λαιμοά του ειάναι τεταμεάνη καάτω αποά το δεάρμα.
“Σταμαάτα να τα ριάχνεις επαάνω μου! Ιάσως προσπαθειά να επανορθωάσει για τον
χαμεάνο χροάνο. Οι αάνθρωποι καάνουν λαάθη Χαάρρυ, και αυτοάς προφανωάς
νοιαάζεται για εσεάνα. Εάχει εκειάνο το δωμαάτιο για εσεάνα στο σπιάτι του, γεμαάτο
ρουάχα σε περιάπτωση που αν ποτεά αποφασιάσεις να πας.” Του υπενθυμιάζω και
αυτοάς ανατριχιαάζει αποά θυμοά.
“Δεν ξεάρεις τιάποτα για αυτοάν Τεάσσα! Μεάνει σε μια ριμαάδα εάπαυλη με τη νεάα
του οικογεάνεια, ενωά η μαμαά μου σκοτωάνεται δουλευάοντας πενηάντα ωάρες την
εβδομαάδα για να πληρωάσει τους λογαριασμουάς της! Οποάτε μην προσπαθειάς
να μου καάνεις κηάρυγμα, κοιάτα τη δικηά σου δουλειάα.” Λεάει αποάτομα και μπαιάνει
στο αυτοκιάνητο.
“Ενταάξει Χαάρρυ! Θα κοιταάξω τη δικηά μου δουλειαά, αλλαά εγωά θα παάω αποάψε
ειάτε εάρχεσαι ειάτε οάχι.” Λεάω το ιάδιο
αποάτομα με αυτοάν και μπαιάνω στο αμαάξι του. Μεάχρι εδωά ηάταν η μεάρα μας
χωριάς τσακωμουάς. Το ηάξερα οάτι η ιδεάα δεν ηάταν πιστευτηά αλλαά ηάλπιζα οάτι θα
μπορουάσε να γιάνει.
“ Οάχι δεν θα πας!” Αρπαάζει το χερουάλι της ποάρτας και τη χτυπαά με δυάναμη για
να κλειάσει. Αν ηάξερα οάτι το να δεχτωά την προάσκληση του πατεάρα του θα
οδηγουάσε σε αυτοά δεν θα το ειάχα καάνει, αλλαά ο Χαάρρυ πρεάπει να καταλαάβει
οάτι δεν θα καάτσω να μου φωναάζει ηά να μου λεάει τι να καάνω. Αυτοά ειάναι εάνα
ανταποδοτικοά προτεάρημα που πηάρα αποά τη μητεάρα μου, μου εάδειξε ακριβωάς
πωάς να μην μεταχειριάζομαι αποά εάναν αάντρα.
“Δεν εάχεις κανεάνα δικαιάωμα να μου πεις τι να καάνω και σε περιάπτωση που δεν
το καταάλαβες, με προσκαάλεσε. Ιάσως να δω αν ο Ζεάιν θεάλει να εάρθει μαζιά
μου.;” Το ξεάρω σιάγουρα οάτι καάνω σαν παιδιά και το να αναφεάρω το Ζεάιν ειάναι
εάνας σιάγουρος τροάπος να καάνω τον Χαάρρυ να αντιδραά υπερβολικαά, οάπως τωάρα.

188

Ειάναι προφανεάς οάτι τον εάφερα στα οάριαά του οάταν ο Χαάρρυ τιναάζει τις ροάδες
και μπαιάνει στο κραάσπεδο του γεμαάτου δροάμου.
“Τι ειάπες μοάλις;” Βρωάμια και σκοάνη πεταάνε γυάρω αποά το λευκοά αυτοκιάνητο.
“Τι στο καλοά παάει λαάθος μαζιά σου; Και μπαιάνεις στο δροάμο με αυτοάν τον
τροάπο!” Ειάμαι οάσο θυμωμεάνος ειάναι και αυτοάς τωάρα. Το να ειάμαι κονταά του με
καάνει να χαάνω τα λογικαά μου, ειάμαι σιάγουρη για αυτοά.
“Τι στο καλοά παάει λαάθος μαζιά σου ειάναι το ερωάτημα! Λες στον μπαμπαά μου οάτι
θα παάω στο σπιάτι του για βραδινοά και μεταά εάχεις το θραάσος να λες οάτι θα
φεάρεις τον Ζεάιν;”
“Oh ναι συγνωάμη. Ξεάχασα οάτι οι κουλ φιάλοι σου δεν ξεάρουν οάτι ο Λιάαμ ειάναι ο
ετεροθαληάς αδερφοάς σου και εσυά φοβαάσαι οάτι θα το ανακαλυάψουν;” Tον
πειραάζω.
“Πρωάτων δεν ειάναι ετεροθαληάς αδερφοάς μου και δευάτερων ξεάρεις οάτι δεν ειάναι
αυτοάς ο λοάγος που δεν θεάλω τον Ζεάιν εκειά” η φωνηά του ειάναι πιο χαμηληά τωάρα,
σε συνδυασμοά με τον θυμοά.
Μεάσα στον θυμοά μου, αυτηά η ανοάητη φουάσκα ελπιάδας φουσκωάνει ξαναά
απεάναντι στη ζηάλια του Χαάρρυ. Το ξεάρω οάτι ειάναι περισσοάτερο θεάμα
ανταγωνισμουά για αυτοάν και οάχι οάτι νοιαάζεται για το αν ειάμαι με καάποιον
αάλλο αλλαά ακοάμα καάνει το στομαάχι μου να γυριάζει με τον ιάδιο τροάπο. Ακοάμη
και η κοινηά μου αιάσθηση ειάναι εξασθενημεάνη αποά τον Χαάρρυ.
“Λοιποάν αν δεν θες να εάρθεις εσυά μαζιά μου, θα χρειαστειά να καλεάσω αυτοάν.”
Λεάω, καάνοντας στα ψεάματα εάνα αθωάο χαμοάγελο. Δεν θα καλουάσα ποάτε
πραγματικαά τον Ζεάιν στο σπιάτι του πατεάρα του Χαάρρυ αλλαά αυτοάς δεν
χρειαάζεται να το ξεάρει.
“Τεάσσα, στα αληάθεια δεν θεάλω να παάω. Δεν θεάλω να καθιάσω παρεάα με την
τεάλεια οικογεάνεια του μπαμπαά μου. Τους αποφευάγω για καάποιον λοάγο.”
Αναστεναάζει και εγωά ανιχνευάω εάναν υπαινιγμοά ευαισθησιάας τον οποιάον ειάναι
τεάλειος να κρυάβει.
“Λοιποάν δεν θεάλω να σε πιεάσω να εάρθεις αν αυτοά θα σου καάνει κακοά, αλλαά
εμεάνα πραγματικαά θα μου αάρεσε αν μπορουάσες να εάρθεις μαζιά μου, εγωά θα
παάω οάπως και αν εάχει. Με προσκαάλεσε και με εκειάνο το βλεάμμα στο προάσωποά
του ηάταν αδυάνατον να τον απορριάψεις, συγνωάμη.” H φωνηά μου ειάναι απαληά
τωάρα καθωάς προσπαθωά να ηρεμηάσω την καταάσταση. Ο Χαάρρυ και εγωά πηάγαμε
αποά το να τρωάμε γιαουάρτι στο να φωναάζουμε ο εάνας στον αάλλο και μεταά να
ειάμαστε ηάρεμοι ξαναά. Το κεφαάλι μου γυριάζει, και ειάναι εάτσι αποά τοάτε που τον
γνωάρισα.

189

“Να μου καάνει κακοά;”Ακουάγεται δυάσπιστος.
“Ναι, αν θα σε ενοχληάσει τοάσο πολυά να ειάσαι εκειά δεν θα προσπαθηάσω να σε
καάνω να εάρθεις. Απλαά νοάμιζα πως ηάταν μια καληά ιδεάα αλλαά βλεάπω τωάρα πως
εσυά δεν συμφωνειάς.” Συναντωά τα μαάτια αλλαά αυτοάς γρηάγορα κοιταάει αλλουά.
Ξεάρω οάτι δεν θα καταφεάρω ποτεά τον Χαάρρυ να καάνει καάτι που δεν θεάλει και
δεν εάχει υπαάρξει συνεργαάσιμος στο παρελθοάν οποάτε γιατιά να ασχοληθωά;
“Γιατιά να σε νοιαάξει για το αν θα μου καάνει κακοά;” Φεάρνει τα πραάσινα μαάτια
του πιάσω στα δικαά μου και εγωά προσπαθωά να κοιταάξω αλλουά αλλαά για αάλλη
μια φοραά ειάμαι καάτω αποά τον εάλεγχοά του.
“Φυσικαά και θα με νοιαάξει, γιατιά οάχι;”
“Για ποιάο λοάγο θα σε νοιαάξει ειάναι η ερωάτηση.” Ανακατευάει με το εάνα χεάρι τα
μαλλιαά του και το βλεάμμα στα μαάτια του μου διάνει οάτι με παρακαλαάει, λες
και θεάλει αποά εμεάνα να ακουάσει τις λεάξεις, αλλαά εγωά δεν μπορωά. Θα τις
χρησιμοποιηάσει εναντιάον μου και πιθανοάν να μην θεληάσει να καάνει παρεάα
μαζιά μου ξαναά. Θα γιάνω το ενοχλητικοά κοριάτσι που της αρεάσει ο Χαάρρυ,
ακριβωάς σαν τα κοριάτσια που μου μιάλησε η Στεφ. Αρνουάμαι να γιάνω μια αποά
αυτεάς, θεάλω να γιάνω παραπαάνω αλλαά ξεάρω οάτι ουάτε αυτοά θα συμβειά, οποάτε θα
προτιμουάσα να κρατηάσω μια αξιοπρεάπεια.
“Νοιαάζομαι για το πωάς νιωάθεις.” Ελπιάζω αυτηά η απαάντηση να του ειάναι αρκετηά ,
ειάναι οάτι ειάμαι εάτοιμη να πω.
Διακοάπτοντας την ντροπιαστικηά μου ομολογιάα, το κινητοά κου χτυπαάει και σκυάβω
βγαάζοντας το αποά την τσαάντα μου.
Το οάνομα και η φωτογραφιάα του Νοάα εμφανιάζονται στην οθοάνη και χωριάς να
το σκεφτωά, παταάω αποάρριψη πριν καταλαάβω τι καάνω.
“Ποιος ηάταν;” Ο Χαάρρυ ρωταά, ειάναι τοάσο αδιαάκριτος.
“Ο Νοάα.”
“Δεν θα απαντηάσεις;” Φαιάνεται εάκπληκτος οάπως και θα εάπρεπε να ειάναι. Οάπως
εγωά θα εάπρεπε να ηάμουν.
“ Οάχι μιλαάμε.”Και προτιμωέ να μιλαέω μαζιέ σου,
το υποσυνειάδητο μου προθεάτει.
“Oh” απανταά απλαά, το χαμοάγελοά του εμφανεάς.
“Λοιποάν θα εάρθεις μαζιά μου; Εάχει περαάσει καιροάς αποά τοάτε που εάφαγα σπιτικοά
φαγητοά, οποάτε δεν το προσπερνωά.” Χαμογελαάω, η διαάθεση μεάσα στο
αυτοκιάνητο εάχει ελαφρυάνει αλλαά η εάνταση εάχει παραμειάνει ιάδια.

190

“ Οάχι, δεν θα εάρθω. Εάχω αάλλα σχεάδια ουάτως ηά αάλλως.” Ψελλιάζει. Δεν θεάλω να
μαάθω αν αυταά τα σχεάδια περιλαμβαάνουν τη Μοάλλυ. Προσπαθωά να μην
επιμειάνω σε αυτοά αλλαά δεν φαιάνεται να τα καταφεάρνω.
“Oh, ok. Θα μου θυμωάσεις αν παάω εγωά;” Ειάναι περιάεργο για εμεάνα να παάω στο
σπιάτι του πατεάρα του Χαάρρυ χωριάς αυτοάν αλλαά ο Λιάαμ ειάναι και αυτοάς φιάλος
μου και με προσκαάλεσαν.
“Ειάμαι παάντα θυμωμεάνος μαζιά σου, Τες.” Λεάει και εγωά γελαάω.
“Και εγωά ειάμαι παάντα θυμωμεάνη μαζιά σου.” Συμφωνωά μαζιά του, μοιαάζει
σιάγουρα να συμβαιάνει αυτοά.
“Μπορουάμε να παάμε πιάσω τωάρα; Αν καάποιος αστυνομικοάς εάρθει θα μας κοάψει
κληάση.” Του υπενθυμιάζω και αυτοάς γνεάφει, ξεκινωάντας το αυτοκιάνητο και
μπαιάνοντας στο δροάμο. Ειάμαι ανακουφισμεάνη που ο καυγαάς μας τελειάωσε
πριν βγει εκτοάς ελεάγχου.
“Ποια ειάναι… αμ..τα σχεάδιαά σου για αποάψε;” Ρωάτησα, υποσχεάθηκα στον εαυτοά
μου οάτι δεν θα ρωτουάσα αλλαά εάπρεπε να μαάθω.
“Γιατιά ρωταάς;” Μπορωά να νιωάσω τα μαάτια του παάνω μου αλλαά επικεντρωάνομαι
στο να χαζευάω εάξω αποά το παραάθυρο.
“Απλαά αναρωτιοάμουν, ειάπες οάτι ειάχες αάλλα σχεάδια ουάτως ηά αάλλως οποάτε
απλαά αναρωτιοάμουν.”
“ Εάχουμε παάρτι ξαναά. Αυτοάς ειάναι βασικαά οάτι καάνω καάθε Παρασκευηά και
Σαάββατο, εκτοάς αποά χθες βραάδυ και το προηγουάμενο Σαάββατο …”
“Δεν κατανταάει παλιοά; Απλαά να καάνεις το ιάδιο πραάγμα καάθε Σαββατοκυάριακο
με τους ιάδιους μεθυσμεάνους ανθρωάπους;” Ελπιάζω αυτοά να μην τον προσβαάλλει
αλλαά ειάμαι ειλικριναά περιάεργη.
“Ναι, νομιάζω κατανταάει αλλαά ειάμαστε στο κολεάγιο και εγωά ειάμαι σε
αδελφοάτητα, τι αάλλο υπαάρχει να καάνουμε;”
Σηκωάνει εάνα του φρυάδι σε εμεάνα. Ακοάμα δεν μπορωά να συνδεάσω τον Χαάρρυ
Σταάιλς και την αδελφοάτητα στο μυαλοά μου.

“Δεν ξεάρω… απλαά φαιάνεται κουραστικοά, να καθαριάζεις την ακαταστασιάα του
καθενοάς, καάθε Σαββατοκυάριακο ειδικαά οάταν εσυά δεν πιάνεις καν.”
“Ειάναι απλαά δεν εάχω βρει τιάποτα αάλλο να καάνω με το χροάνο μου οποάτε…” Η
φωνηά του αργοσβηάνει. Ξεάρω οάτι ακοάμα με κοιταάει, αλλαά κρατωά τα μαάτια μου
μακριαά αποά αυτοάν.

191

Η υποάλοιπη διαδρομηά ειάναι ηάσυχη, οάχι αάβολη απλαά ηάσυχη.
“Λοιποάν, ευχαριστωά που με συνοάδευσες ακοάμα και αν δεν βρηάκα αυτοκιάνητο. Το
εκτιμωά που με πηάγες.” Του λεάω και αυτοάς παρκαάρει μπροσταά αποά την εστιάα.
“Ναι, κανεάνα προάβλημα”, τριάβει το πιάσω μεάρος του λαιμουά του με το χεάρι του.
Προσπαθωά να σκεφτωά μια δικαιολογιάα για να εάρθει μεάσα απλαά και μοάνο για
να περαάσω περισσοάτερο χροάνο μαζιά του αλλαά ξεάρω πως δεν υπαάρχει καμιάα
και αρχιάζω να ανησυχωά πως κολλαάω υπερβολικαά σε αυτοάν.
“Αντιάο Χαάρρυ!” Του φωναάζω και αυτοάς με χαιρεταά.
Ειάμαι μπερδεμεάνη, τα συναισθηάματαά μου ειάναι σε υπερκινητικοάτητα. Μοάλις
πεάρασα το βραάδυ και το περισσοάτερο
αποά το αποάγευμαά μου με τον Χαάρρυ και τα πηγαιάναμε καλαά, το περισσοάτερο
χροάνο. Ειάχε στα αληάθεια πλαάκα, πολυά πλαάκα και στεναχωριεάμαι που
τελειάωσε. Γιατιά δεν μπορωά να περναάω τοάσο καλαά με καάποιον που πραγματικαά
με συμπαθειά; Οάπως ο Νοάα, για παραάδειγμα ξεάρω οάτι πρεάπει να του
τηλεφωνηάσω αλλαά θεάλω να απολαυάσω
αυτοά που νιωάθω τωάρα, θεάλω να
απολαυάσω τον τροάπο που το αιάμα μου χτυπαάει στη φλεάβα μου, θεάλω να νιωάσω
νεάα και ενθουσιασμεάνη για λιάγο παραπαάνω.
Οάταν γυριάζω στο δωμαάτιοά μου βλεάπω με εάκπληξη τη Στεφ εκειά, αυτηά συνηάθως
μεάνει εάξω οάλο το Σαββατοκυάριακο.
“Πουά ηάσουν μικρηά μου κυριάα;” Με πειραάζει και βαάζει μια χουάφτα ποπ-κορν με
τυριά στο στοάμα της. Γελαάω και βγαάζω τα παπουάτσια μου πεάφτοντας στο
κρεβαάτι.
“ Εάψαχνα για αυτοκιάνητο.” Αφηάνω αποά εάξω την αναάμειξη του Χαάρρυ, το
τελευταιάο πραάγμα που θεάλω να καάνω ειάναι να απανταάω στις ερωτηάσεις της.
“Βρηάκες κανεάνα;” ρωταάει διάνονταάς μου τη σακουάλα με τα ποπ-κορν. Κουναάω και
το κεφαάλι μου αρνητικαά και βαάζω μια χουάφτα ποπ-κορν στο στοάμα μου.
Καθωάς εξηγουάσα τα γεγονοάτα της μεάρας, εκτοάς του Χαάρρυ φυσικαά, ακουάγεται
εάνα χτυάπημα στην ποάρτα και η Στεφ σηκωάνεται για να απαντηάσει.
“Τι καάνεις εδωά Χαάρρυ;” γρυλιάζει. Για ποιο λοάγο γυάρισε πιάσω; Κοιτωά παάνω
ανηάσυχα και αυτοάς προχωραά προς το κρεβαάτι μου. Εάχει και τα δυάο του χεάρια
στις τσεάπες του και κουνιεάται μπρος πιάσω στα παπουάτσια του.
“Ξεάχασα τιάποτα στο αυτοκιάνητοά σου;” Ρωταάω, αγνοωάντας την οάχι και τοάσο
διακριτικηά αναπνοηά της Στεφ. Θα χρειαστειά να της εξηγηάσω πιο μεταά, δεν
ειάμαι καν σιάγουρη πως καταληάξαμε να καάνουμε παρεάα οποάτε χρειαάζομαι
χροάνο να σκεφτωά μιάα δικαιολογιάα.

192

“Εεε… οάχι… Εγωά εε.. σκεάφτηκα πως ιάσως μπορουάσα να σε παάω σε εκειάνο το
δειάπνο αποάψε. Ξεάρεις, μιας και δεν βρηάκες αυτοκιάνητο.” Τραυλιάζει, αφηάνονταάς
με εάκπληκτη αποά τη νευρικοάτητα στη φωνηά του. Δεν φαιάνεται να τον πειραάζει
ηά να εάχει παρατηρηάσει οάτι η Στεφ στεάκεται στο δωμαάτιο με το στοάμα της
ανοιχτοά σχεδοάν μεάχρι το παάτωμα.
“Αν οάχι… δεν υπαάρχει προάβλημα. Απλαά σκεάφτηκα οάτι θα μπορουάσα να
προσφερθωά” Προσθεάτει. Σηκωάνομαι οάρθια και αυτοάς τραβαάει το σκουλαριάκι
που εάχει στα χειάλι αναάμεσα στα δοάντια του. Το λατρευάω οάταν το καάνει αυτοά
και μου τραβαά την προσοχηά για μια στιγμηά. Αυτοά σε συνδυασμοά με την
προάταση που μου εάκανε, με καάνει να ξεχαάσω να του απαντηάσω για αρκεταά
λεπταά.
“Ναι… αυτοά θα ηάταν υπεάροχο. Ευχαριστωά” χαμογελαάω.
Μου χαμογελαάει και αυτοάς, εάνα ζεστοά και φανεραά γεμαάτο ανακουάφιση
χαμοάγελο. Βγαάζει εάνα του χεάρι αποά τη τσεάπη και βαάζει τα μαλλιαά του πιάσω
πριν το τοποθετηάσει παάλι στην τσεάπη.
“Ok… εε, τι ωάρα θα πρεάπει να ειάμαι εδωά;”
“ Εάξι και μισηά;”
“Οk… λοιποάν τα λεάμε τοάτε.”Λεάει και γυριάζει για να φυάγει.
“Σε ευχαριστωά, Χαάρρυ!” Του φωναάζω καθωάς φταάνει στην ποάρτα.
“Τεάσσα” Απανταά ηάρεμα πριν βγει αποά την ποάρτα τραβωάντας την πιάσω του να
κλειάσει.
“Τι στο καλοά ηάταν αυτοά;” Η Στεφ τσιριάζει.
“Δεν ξεάρω, βασικαά” Παραδεάχομαι. Μοάλις αρχιάζω να νομιάζω οάτι ο Χαάρρυ δεν
μπορειά να με μπερδεάψει περισσοάτερο, καάνει καάτι σαν και αυτοά. Δεν ξεάρω
γιατιά θα ηάθελε να με παάει, αλλαά ειάμαι σιάγουρα πως θα μαάθω τις προθεάσεις
του αρκεταά συάντομα. Το μονοά που μπορωά να καάνω ειάναι να ευάχομαι για τα
καλυάτερα, υποθεάτω.
“Δεν μπορωά να το πιστεάψω οάτι αυτοά μοάλις εάγινε! Θεάλω να πω ο Χαάρρυ… ο
τροάπος με τον οποιάο ηάρθε εδωά πεάρα, εάμοιαζε αγχωμεάνος ηά καάτι τεάτοιο! Θεεά
μου! Και προσφεάρθηκε να σε παάει σε εάνα δειάπνο… περιάμενε με ποιοάν θα
δειπνιάσεις; Και νοάμισες οάτι ξεάχασες καάτι στο αυτοκιάνητοά του, που σημαιάνει οάτι
ηάσουν στο αυτοκιάνητοά του σηάμερα;
Ηά μιλουάσε για χθες; Πωάς εάχασα τοάσα πολλαά! Χρειαάζομαι λεπτομεάρειες!”
Πολυλογειά και καάθεται στη γωνιάα αποά το μικροά μου κρεβαάτι.

193

Της εξηγωά πως εμφανιάστηκε εδωά χθες βραάδυ και ειάδαμε ταινιάα και οάτι αυτοάς
κοιμηάθηκε, μεταά πηάγαμε να κοιταάξουμε
για αυτοκιάνητα σηάμερα, αφηάνω αποά εάξω τις λεπτομεάρειες για τον μπαμπαά
του και ειάμαι ευγνωάμων που ειάναι αρκεταά ευχαριστημεάνη με οάλες τις αάλλες
λεπτομεάρειες αποά σηάμερα και αποά χθες το βραάδυ που δεν ρωταά ξαναά.
“Δεν μπορωά να το πιστεάψω οάτι εάμεινε εδωά, αυτοά ειάναι πολυά σημαντικοά. Ο
Χαάρρυ δεν μεάνει απλαά καάπου, ποτεά. Και δεν αφηάνει κανεάναν να μειάνει μαζιά
του. Εάχω ακουάσει οάτι εάχει εφιαάλτες ηά καάτι τεάτοιο. Δεν ξεάρω, αλλαά σοβαραά τι
του εάχεις καάνει; Μακαάρι να ειάχα τραβηάξει το πωάς εάμοιαζε οάταν μπηάκε εδωά
μεάσα!” η Στεφ γελαάει, προφανωάς την ενδιαφεάρει πολυά η… φιλιάα μου με τον
Χαάρρυ. Δεν εάχω την παραμικρηά ιδεάα του πωάς να ονομαάσω αυτοά που καάνουμε.
“Ακοάμη δεν πιστευάω οάτι αυτοά ειάναι καληά ιδεάα, αλλαά εσυά φαιάνεται να τον
χειριάζεσαι καλυάτερα αποά τους περισσοάτερους, απλαά προάσεχε.” Προειδοποιειά
ξαναά. Νιωάθω πως εάχει και αάλλα να πει αλλαά απλαά γεμιάζει το στοάμα της με
ποπ-κορν ξαναά.
Τι του εάχω καάνει; Τιάποτα, σιάγουρα. Απλαά δεν ειάναι συνηθισμεάνος στο να ειάναι
καλοάς και για καάποιον λοάγο ειάναι καλοάς μαζιά μου. Ιάσως απλαά για να
αποδειάξει οάτι μπορειά; Δεν ειάμαι σιάγουρη και αν καάτσω να το σκεφτωά παάνω
αποά τριαάντα δευτεροάλεπτα μου προκαλειά πονοκεάφαλο.
Αναφεάρω τον Τριάσταν και αναλαμβαάνει αυτηά τη συζηάτηση αποά εδωά και πεάρα.
Προσπαθωά να δωάσω προσοχηά στις ιστοριάες της αποά το χθεσινοβραδινοά παάρτι,
πως η Μοάλλυ κατεάλειψε χωριάς μπλουάζα, (για φανταάσου) και ο Λουάις νιάκησε
τον Ναάιαλ σε εάνα μεθυσμεάνο μπραάντιφερ, ορκιάζεται οάτι ειάναι εάνα αποά αυταά
τα πραάγματα που ειάναι πιο αστειάα οάταν ειάσαι παροάν. Οι σκεάψεις μου
γυριάζουν στον Χαάρρυ φυσικαά, και κοιτωά το ρολοάι για να βεβαιωθωά οάτι εάχω
αρκετοά χροάνο να ετοιμαστωά για αποάψε. Ειάναι τεάσσερις ακριβωάς τωάρα, οποάτε
θα πρεάπει να αρχιάσω να ετοιμαάζομαι στις πεάντε.
Δεν ξεάρω για πιο λοάγο καάνω τοάσες προσπαάθειες στο να φαιάνομαι ενταάξει για
εάνα οικογενειακοά δειάπνο στο οποιάο στα αληάθεια δεν θα εάπρεπε να παάω, αλλαά
θα παάω ουάτως ηά αάλλως. Μου βαάζει ανοιχτοά μεάικ απ, που σχεδοάν δεν φαιάνεται
αλλαά μοιαάζει υπεάροχο. Φυσικοά αλλαά οάμορφο, και σγουραιάνει τα μαλλιαά μου
με τον τροάπο που το εάκανε και χθες.
Ηάταν αυτοά μοάλις χθες; Μοιαάζει λες και εάχει περαάσει πολληάς περισσοάτερος
χροάνος αποά τοάτε. Αποφασιάζω να φορεάσω το καφεά μου φοάρεμα, παάρα τις
προσπαάθειες της Στεφ να με καάνει να φορεάσω καάτι αποά τη δικηά της ντουλαάπα.
Το καφεά μου φοάρεμα μου ειάναι οικειάο και συντηρητικοά, ειάναι το αγαπημεάνο
μου.

194

“Τουλαάχιστον φοάρα αυτοά το καλσοάν αποά καάτω ηά αάσε με να κοάψω τα μανιάκια.”
Βογκαάει.
“Καλαά δωάσε μου το καλσοάν, νομιάζω. Δεν ειάναι και τοάσο αάσχημο οάμως, εάχει
ταιριαστηά φοάρμα.” Υπερασπιάζομαι το φοάρεμα μου.
“Το ξεάρω ειάναι απλαά… βαρετοά.” Λεάει ζαρωάνοντας τη μυάτη της. Η Στεφ τελικαά
γελαάει οάταν φοραάω το καλσοάν και συμφωνωά να βαάλλω ψηλοταάκουνα. ‘Εάχω
ακοάμα εάνα ζευγαάρι Τομς στην τσαάντα μου αποά χθες οποάτε τα αφηάνω εκειά σε
περιάπτωση ποτ τα χρειαστωά.
Ειάμαι περισσοάτερο αγχωμεάνη για τη διαδρομηά μεάχρι το σπιάτι του πατεάρα του
παραά για το πραγματικοά δειάπνο.
Κινουάμαι νευρικαά με το καλσοάν καάνοντας κυάκλους στο δωμαάτιο μεάχρι που ο
Χαάρρυ χτυπαά επιτεάλους την ποάρτα. Η
Στεφ μου ριάχνει εάνα περιάεργο χαμοάγελο, και εγωά ανοιάγω την ποάρτα.
“Ουαου Τεάσσα, ειάσαι εε… ωραιάα” Μουρμουριάζει και εγωά χαμογελαάω. Αποά
ποάτε λεάει “εε” σε καάθε του προάταση;
“Να περαάσετε καλαά” λεάει η Στεφ και κλειάνει το μαάτι. Ο Χαάρρυ σηκωάνει το
μεσαιάο του δαάχτυλο στον αεάρα για αυτηάν και αυτηά του ανταποδιάδει τη χυδαιάα
χειρονομιάα καθωάς αυτοάς κλειάνει την ποάρτα στα μουάτρα της.
Ο Χαάρρυ και εγωά μπαιάνουμε στο αυτοκιάνητο και ανοιάγει το ραδιοάφωνο
κρατωάντας οάμως χαμηλοά τον ηάχο. Αρχιάζω να ανησυχωά για το δειάπνο, η
διαδρομηά ειάναι αάβολη και ο Χαάρρυ συμπεριφεάρεται περιάεργα.
“Δεν ξεάρω γιατιά ετοιμαάστηκε τοάσο πολυά απλαά και μοάνο για να πας στον
μπαμπαά μου οάταν εγωά δεν πηγαιάνω καν. Ειάναι περιάεργο.” Πεταάει αποά το
πουθεναά. Στριφογυριάζω τα μαάτια μου και νοητικαά χτυπωά το κεφαάλι μου στο
τζαάμι. Το ηάξερα οάτι η καληά του συμπεριφοραά δεν θα διαρκουάσε.

195

Chapter 50
Αγνοωά την προσβοληά του και απλαά περιμεάνω για την εποάμενη. Και οάντας ο
Χαάρρυ, δεν χαάνει χροάνο.
“Απλαά για ξεάρεις, δεν θα σε παάω παάλι πιάσω μεταά.” Προσθεάτει και γνεάφω. Δεν
θεάλω να φταάσω στο δειάπνο του πατεάρα του Χαάρρυ με ξινηά διαάθεση.
“Με αάκουσες;”
“Ναι, σε αάκουσα. Δεν περιάμενα να το καάνεις.” Αναστεναάζω και σκυάβω το
κεφαάλι μου ακουμπωάντας στο παραάθυρο. Το ξεάρω οάτι το να μην του παάω
κοάντρα τον καάνει ακοάμα πιο ενοχλητικοά αλλαά δεν με νοιαάζει.

196

“Γιατιά δεν μιλαάς;” Η φωνηά του ακουάγεται υπερβολικαά δυνατηά μεάσα στο μικροά
χωάρο του αυτοκινηάτου.
“Γιατιά ειάσαι σε κακηά διαάθεση για καάποιον λοάγο που δεν γνωριάζω και δεν θεάλω
να τσακωθωά μαζιά σου.”
“Για καάποιον λοάγο που δεν γνωριάζεις; Σοβαραά;” γρυλιάζει.
“Ποάσο εάχουμε ακοάμα μεάχρι να φταάσουμε;” Αγνοωά εντελωάς την ερωάτησηά του.
“Να παάρει Τεάσσα! Γιατιά ειάσαι τοάσο δυάσκολη οάλη την ωάρα;”
“Εσυά ειάσαι ο δυάσκολος, προσπαθειάς απλαά να αρχιάσεις καυγαά μαζιά μου και δεν
του διάνω συνεάχεια. Εάχω τελειωάσει με αυτοά το μπρος πιάσω πραάγμα μαζιά σου.
Τωάρα ηά θα προσπαθηάσεις να ειάσαι πιο καλοάς μαζιά μου ηά δεν θα σου μιλαάω.”
Του λεάω και το εννοωά.
“Δεν ειάναι αυτοά που καάνω.”
“Ναι, ειάναι. Δεν εάχεις κανεάναν λοάγο να ειάσαι αναστατωμεάνος μαζιά μου και
οάμως να ‘σαι εδωά προσβαάλλονταάς και κοροιϊδευάοντας με. Το μοάνο που καάνω
ειάναι να προσπαθωά να δειάχνω ευπρεπηάς στο δειάπνο με την οικογεάνειαά σου
οάταν εσυά το αρνηάθηκες.” Ανασαιάνω.
“Δεν κοροάιδευα την εμφαάνισηά σου, εγωά… δεν ξεάρω… αλλαά ειάμαι τρομεραά
ενοχλημεάνος που πας.” Παραδεάχεται, και εγωά θεάλω τοάσο πολυά να τον
πλησιαάσω και να τον αγγιάξω, εάστω και εάνα ευγενικοά χαάδι στο χεάρι του. Αν ο
Χαάρρυ ηάταν φυσιολογικοά αγοάρι, θα μπορουάσα να το καάνω.
“Τοάτε γιατιά προσφεάρθηκες να με πας; Ηάρθες μεάχρι το δωμαάτιο μου και
προσφεάρθηκες, γιατιά;”
“Δεν ξεάρω Τεάσσα, ιάσως για να μπορεάσω να σε δω.” Η φωνηά του ειάναι χαμηληά,
μια απληά ομολογιάα αλλαά οι λεάξεις χτυπαάνε μεάσα μου.
“Μην παιάζεις μαζιά μου Χαάρρυ.” Προειδοποιωά.
“Δεν παιάζω. Μπορουάμε να μιληάσουμε; Εννοωά πραγματικαά να μιληάσουμε;”
“Τωάρα; Μπορουάμε να το καάνουμε αυτοά μεταά το δειάπνο; Δεν θεάλω να αργηάσω.”
Του λεάω. Δεν ειάναι οάτι ενδιαφεάρομαι τοάσο πολυά για το αν θα αργηάσω, αλλαά
δεν ειάμαι εάτοιμη να μιληάσω με τον Χαάρρυ. Δεν ξεάρω γιατιά θεάλει να μιληάσει
και δεν ξεάρω αν θεάλω να ξεάρω.
Λοιποάν θεάλω αλλαά ξεάρω πως δεν θα εάπρεπε. Φυσικαά και θεάλω να μαάθω απλαά
δεν νομιάζω πως θα εάχει καλοά τεάλος.

197

“Θα ειάμαι απασχολημεάνος μεταά το δειάπνο.”
“Λοιποάν Χαάρρυ, προφανωάς το παάρτι σου ειάναι πιο σημαντικοά αποά το να
μιληάσεις μαζιά μου οποάτε ξεάχνα το. Δεν θεάλω να ξεάρω τι θες να πεις εάτσι και
αλλιωάς.” Το μισωά που εάχω αισθηάματα για τον Χαάρρυ και αυτοάς ουάτε καν
νοιαάζεται να βρει χροάνο για να εάχουμε αυτηά τη “συζηάτηση” που θεάλει.
“Δεν ειάναι οάτι ειάναι πιο σημαντικοά… απλαά θεάλω να μιληάσω τωάρα.”
Αναγνωριάζω το δροάμο και τα τεραάστια σπιάτια, ειάμαστε κονταά.
“Λοιποάν, εάχω σχεάδια για δειάπνο στα οποιάα εσυά αρνηάθηκες να παραβρεθειάς
μαζιά μου.” Στριφογυριάζω τα μαάτια μου. Μιλαάω πιο ελευάθερα στο Χαάρρυ καάθε
μεάρα και χαιάρομαι για αυτοά. Δεν με εκφοβιάζει τοάσο οάσο συνηάθιζε να.
“Αυταά τα σχεάδια τυχαιάνει να ειάναι με τον πατεάρα μου στον οποιάο δεν μιλαάω,
το σπιάτι του οποιάου βανδαάλισα μοάλις την προηγουάμενη εβδομαάδα.” Μου
υπενθυμιάζει και το αυτοκιάνητο σταματαά. Το σπιάτι ειάναι ακοάμα πιο οάμορφο τη
μεάρα.
“Λοιποάν θα καθοάμουν να συζητηάσω αλλαά εάχω ραντεβουά.” χαμογελαάω και το
σαγοάνι του σφιάχτηκε.
Βγαιάνω αποά το αυτοκιάνητο και ανεβαιάνω τα σκαλιαά στο πεζοδροάμιο. Στο
απογευματινοά φως μπορωά να δω τις καρποφοάρες κληματαριεάς στα πλαάγια
και μπροσταά αποά το σπιάτι και τα μικραά αάσπρα λουλουάδια να συνοδευάουν τις
κληματαριεάς. Ακουάω την ποάρτα του αυτοκινηάτου του Χαάρρυ να κλειάνει και
ακολουθουάν τα βηάματαά του με τις βαριεάς του μποάτες στο πεζοδροάμιο.
Γυριάζω για να τον δω μερικαά βηάματα πιάσω μου.
“Τι καάνεις;” Τον ρωταάω.
“ Εάρχομαι μαζιά σου, προφανωάς.” Στριφογυριάζει τα μαάτια του και καάνει εάνα
μεγαάλο βηάμα για να με φταάσει στην κορυφηά της σκαάλας.
“Αληάθεια;”
“Ναι.” Ειάναι ξεκαάθαρα ενοχλημεάνος. “Tωάρα ας παάμε μεάσα για το χειροάτερο
βραάδυ της ζωηάς μας.” Το προάσωποά του αλλαάζει στο πιο ψευάτικο αλλαά αποά την
αάλλη ελκυστικοά χαμοάγελο, καάτι που μοάνο ο Χαάρρυ Σταάιλς μπορειά να πετυάχει.
Τον σκουνταάω με τον αγκωάνα μου και χτυπαάω το κουδουάνι.
“Δεν χτυπαάω κουδουάνια.” Μου λεάει περνωάντας μπροσταά αποά εμεάνα για να
γυριάσει το ποάμολο. Νιωάθω αάβολα με την εάλλειψη τροάπων που εάχει αλλαά ειάναι
το σπιάτι του πατεάρα του οποάτε ιάσως να μην ειάναι και τοάσο αάβολο.

198

Προχωραάμε μεάσα και πεάρα αποά τον προθαάλαμο πριν εμφανιστειά ο πατεάρας
του. Η εάκπληξη ειάναι εμφανηάς στο προάσωποά του, δεν περιάμενε πως ο Χαάρρυ θα
εμφανιστειά. Χαμογελαάει εκειάνο το γοητευτικοά χαμοάγελο και προσπαθειά να
αγκαλιαάσει το Χαάρρυ αλλαά αυτοάς αποφευάγει τη χειρονομιάα του και προχωραά
πεάρα αποά αυτοάν. Η ντροπηά λαάμπει στα οάμορφα χαρακτηριστικαά του αλλαά
εγωά κοιταάω αλλουά πριν συνειδητοποιηάσει οάτι ειάδα τη χειρονομιάα του.
“Σε ευχαριστωά πολυά που ηάρθες Τεάσσα. Ο Λιάαμ μου ειάπε καάποια πραάγματα για
εσεάνα. Φαιάνεται να συμπαθειά πολυά.”
Χαμογελαάει και τον ακολουθωά στο σαλοάνι.
Ο Λιάαμ καάθεται στον καναπεά με το βιβλιάο της Λογοτεχνιάας στα ποάδια του οάταν
μπαιάνω στο δωμαάτιο. Το προάσωποά του φωτιάζεται και μου χαμογελαάει
κλειάνοντας το βιβλιάο.
Προχωρωά προς το μεάρος του και καάθομαι διάπλα του, δεν ειάμαι σιάγουρη για το
που εάχει παάει ο Χαάρρυ αλλαά ξεάρω οάτι θα εμφανιστειά αργαά ηά γρηάγορα.
“Οποάτε εσειάς οι δυάο διάνετε αάλλη μια ευκαιριάα στη φιλιάα σας;” Ρωταάει με εάνα
συνοφρυάωμα. Θεάλω να του εξηγηάσω τι συμβαιάνει με εμεάνα και τον Χαάρρυ
αλλαά ειλικριναά ουάτε εγωά εάχω ιδεάα.
“Ειάναι περιάπλοκο.” Προσπαθωά να χαμογελαάσω αλλαά κομπιαάζω.
“Ειάσαι ακοάμα με το Νοάα σωσταά; Επειδηά ο Κεν φαιάνεται να πιστευάει οάτι εσυά και
ο Χαάρρυ βγαιάνετε.” Γελαάει. Ελπιάζω το γεάλιο μου να μην ακουάγεται οάσο
ψευάτικο το νιωάθω. “Δεν ειάχα το κουραάγιο να του πω το αντιάθετο αλλαά ειάμαι
σιάγουρος οάτι ο Χαάρρυ θα το καάνει.” Λεάει. Μετακινουάμαι αάβολα, μην ξεάρωντας
τι να πω.
“Ναι ειάμαι ακοάμα με το Νοάα, αάπλα…”
“Εσυά πρεάπει να ειάσαι η Τεάσσα!” Μια γυναικειάα φωνηά ηχειά στο δωμαάτιο. Η
μητεάρα του Λιάαμ προχωραά προς το μεάρος μου και εγωά σηκωάνομαι για να τη
χαιρετηάσω με χειραψιάα. Τα μαάτια της ειάναι φωτειναά και το χαμοάγελοά της
ειάναι υπεάροχο. Φοραάει εάνα τιρκουαάζ φοάρεμα, παροάμοιο με το δικοά μου καφεά,
με μια ποδιαά καλυμμεάνη με μικρεάς φραάουλες και μπαναάνες στην κορυφηά της.
“Χαιάρομαι πολυά που σας γνωριάζω, ευχαριστωά που με καλεάσατε. Το σπιάτι σας
ειάναι οάμορφο.” Της λεάω. Το χαμοάγελοά της καλυάπτει το προάσωποά της και
σφιάγγει το χεάρι μου. Ειάναι πολυά πιο οάμορφη αποά οάτι ειάχα φανταστειά. Ο Κεν
ειάναι εάνας οάμορφος αάνδρας αλλαά η Καάρεν ειάναι εκθαμβωτικηά. Κομψηά και
οάμορφη, μοιαάζει πολυά νεοάτερη και λιγοάτερη πλαστικηά αποά οάτι την ειάχα
φανταστειά.

199

“Ειάσαι ευπροάσδεκτη καληά μου, ειάναι δικηά μου η ευχαριάστηση.” Το χαμοάγελοά της
λαάμπει. Εάνας χρονοδιακοάπτης αρχιάζει να χτυπαά αποά την κουζιάνα και αυτηά
γυριάζει το κεφαάλι της, δειάχνοντας τα μεγαάλα διαμαντεάνια σκουλαριάκια της.
“Λοιποάν, εγωά θα παάω να τελειωάσω στην κουζιάνα και θα σε δω στην
τραπεζαριάα σε λιάγα λεπταά.” Η Καάρεν ευγενικαά απολογειάται.
“Παάνω σε τι δουλευάεις;” Ρωταάω τον Λιάαμ και αυτοάς βγαάζει εάναν φαάκελο.
“Τις εργασιάες της εποάμενης εβδομαάδας, αυτηά η εάκθεση για τον Τολστοάι θα με
πεθαάνει.” Χαμογελαάει, εγωά γελαάω και γνεάφω, καθωάς θυμαάμαι ποάσες ωάρες
μου πηάρε για να γραάψω την ιάδια εάκθεση.
“ Ηάταν στα αληάθεια δολοφοάνος. Την τελειάωσα μοάλις μερικεάς μεάρες πριν.”
Tου
λεάω.
“Λοιποάν, αν εσειάς οι δυάο σπασιάκλες τελειωάσατε στο να συγκριάνετε σημειωάσεις
θα ηάθελα πολυά να φαάω βραδινοά καάποια στιγμηά μες στον εποάμενο χροάνο.” Λεάει
ο Χαάρρυ. Τον κοιταάω επιάμονα αλλαά ο Λιάαμ απλαά γελαάει και αφηάνει καάτω το
βιβλιάο του πριν προχωρηάσει προς την τραπεζαριάα.
Φαιάνεται πως ο καυγαάς τους εάκανε καλοά τελικαά. Ακολουθωά αυτοάν και τον
Χαάρρυ μεάχρι να φταάσουμε στο μεγαάλο δωμαάτιο τραπεζαριάας. Το μεγαάλο
τραπεάζι εάχει διακοσμηθειά οάμορφα
με μεγαάλους χωάρους θεάσεων και
πολλαπλεάς πιατεάλες φαγητουά στο κεάντρο. Η Καάρεν πραγματικαά εάκανε
πολλαά για αυτοά, καλυάτερα ο Χαάρρυ να συμπεριφερθειά σωσταά ηά θα τον
σκοτωάσω.
“Τεάσσα, εσυά και ο Χαάρρυ θα καθιάσετε αποά αυτηάν τη μεριαά.” Η Καάρεν καθοδηγειά
και μας δειάχνει στα αριστεραά του τραπεζιουά. Ο Λιάαμ καάθεται απεάναντι αποά
τον Χαάρρυ. Ο Κεν και η Καάρεν παιάρνουν τις θεάσεις μερικεάς καρεάκλες πιο καάτω
αποά τον Λιάαμ.
Την ευχαριστωά και καάθομαι καάτω διάπλα στον Χαάρρυ. Ειάναι ηάσυχος και μοιαάζει
να νιωάθει αάβολα αλλαά μεάνει σιωπηλοάς συμπεριφεροάμενος πολυά καλυάτερα
αποά οάτι περιάμενα. Παρακολουθωά καθωάς η Καάρεν γεμιάζει το πιαάτο του Κεν και
αυτοάς την ευχαριστειά με εάνα συάντομο φιλιά στο μαάγουλο. Ειάναι μια τοάσο
γλυκιαά χειρονομιάα, χρειαάζεται να κοιταάξω αλλουά.
Γεμιάζω το πιαάτο μου με
ψητεάς παταάτες και κολοκυθαάκια και μεταά βαάζω εάνα ψωμαάκι αποά παάνω. Ο
Χαάρρυ κρυφογελαάει σιγαναά αποά την ποσοάτητα φαγητουά στο πιαάτο μου.
“Τι; Πειναάω.” Του ψιθυριάζω.
“Τιάποτα.” Γελαάει ξαναά και γεμιάζει το πιαάτο του πιο πολυά αποά το δικοά μου,
κουνωάντας ακοάμα το κεφαάλι του.

200

“Λοιποάν Τεάσσα πως σου φαιάνεται η Ουαάσινγκτον μεάχρι τωάρα;” Με ρωταάει ο
Κεν. Μασαάω το φαγητοά μου γρηάγορα για να μπορεάσω να απαντηάσω.
“Το απολαμβαάνω πραγματικαά, ειάναι μοάλις το πρωάτο μου εξαάμηνο οποάτε
ρωτηάστε με ξαναά σε λιάγους μηάνες.” Αστειευάομαι και οάλοι εκτοάς του Χαάρρυ
γελαάνε.
“Λοιποάν χαιάρομαι που μεάχρι τωάρα σου αρεάσει, ειάσαι σε κανεάναν συάλλογο στο
Πανεπιστηάμιο;” Η Καάρεν με ρωταάει και σκουπιάζει το στοάμα της με την πετσεάτα.
“Οάχι ακοάμα, προγραμματιάζω να συμμεταάσχω στο Λογοτεχνικοά συάλλογο το
εποάμενο εξαάμηνο.”
“Αληάθεια; Προσπαθουάσα να πειάσω τον Χαάρρυ να γιάνει μεάλος.” Ο Κεν προσθεάτει
και κοιταάζω τον Χαάρρυ. Τα μαάτια του εάχουν στενεάψει και φαιάνεται
ενοχλημεάνος.
“Λοιποάν πως ειάναι να ζεις διάπλα στο Πανεπιστηάμιο της Ουαάσινγκτον;” Ρωταάω
για να τραβηάξω την προσοχηά αποά τον Χαάρρυ. Τα μαάτια του χαλαρωάνουν και
πιστευάω οάτι με ευχαριστειά.
“Το απολαμβαάνουμε, πριν ο Κεν γιάνει Πρυάτανης ζουάσαμε σε εάνα πολυά
μικροάτερο μεάρος μεάχρι να βρουάμε αυτοά το σπιάτι και το ερωτευτηάκαμε
αμεάσως.”
Το πιρουάνι μου πεάφτει στο γυαάλινο πιαάτο. “Πρυάτανης; Του Πανεπιστημιάου της
Ουαάσινγκτον;” Κοντανασαιάνω.
“Ναι, δεν το ηάξερες αυτοά;” Ο Κεν ρωταάει και κοιταάζει τον Χαάρρυ.
“ Οάχι… Δεν το ηάξερα.” Κοιταάζω τον Χαάρρυ.
Η Καάρεν κοιταάζει τον Χαάρρυ και ο Λιάαμ τον κοιταάζει.
“ Οάχι! Οκ, οάχι δεν της το ειάπα δεν ξεάρω για ποιοάν λοάγο εάχει σημασιάα. Δεν
χρειαάζεται να χρησιμοποιηάσω το οάνομαά σου ηά τη θεάση σου!” Ο Χαάρρυ φωναάζει
και σηκωάνεται οάρθιος, φευάγοντας αποά το τραπεάζι. Η Καάρεν μοιαάζει λες και θα
κλαάψει και το προάσωπο του Κεν ειάναι κοάκκινο.
“Λυπαάμαι πολυά, δεν ηάξερα οάτι αυτοάς…” Αρχιάζω.
“ Οάχι, μην απολογηάσε για την κακηά του συμπεριφοραά.” Ο Κεν μου λεάει. Ακουάω
την πιάσω ποάρτα να κλειάνει με δυάναμη και σηκωάνομαι οάρθια.
“Με συγχωρειάτε.” Σηκωάνομαι αποά το τραπεάζι γρηάγορα και φευάγω αποά το
δωμαάτιο της τραπεζαριάας ψαάχνοντας τον Χαάρρυ.

201

Chapter 51

202

Φταάνω γρηάγορα στην πιάσω ποάρτα για να βρω τον Χαάρρυ. Εάχει ριάξει καάτω το
τραπεάζι της βεραάντας και περπαταάει μπρος-πιάσω, με το εάνα το χεάρι εάχει
σχηματιάσει μπουνιαά στην μιάα πλευραά του και με το αάλλο να τραβαάει τα
πυκναά μαλλιαά του.
Δεν ειάμαι σιάγουρη πως και εαάν θα μπορεάσω να βοηθηάσω την καταάσταση, αλλαά
γνωριάζω οάτι προτιμωά να βριάσκομαι εδωά εάξω με τον Χαάρρυ παραά στην
τραπεζαριάα μεταά το ξεάσπασμαά του.
Νιωάθω υπευάθυνη για οάλο αυτοά το χαάλι γιατιά εγωά ηάμουν που συμφωάνησα να
εάρθω εξαρχηάς, ενωά ο Χαάρρυ δεν ηάθελε, τωάρα ξεάρω το γιατιά.
Ο Χαάρρυ καταλαβαιάνει οάτι ηάρθα και μου στεάλνει εάνα ενοχλημεάνο βλεάμμα και
γυριάζει αποά την αάλλη καθωάς πλησιαάζω οάλο και πιο κονταά.
«Χαάρρυ» κραταάω την φωνηά μου χαμηλοάτονη και ευγενικηά.
«Μην, Τεάσσα» με προειδοποιειά. Παάντα αυτοά καάνει αλλαά ποτεά δεν τον ακουάω.
«Ξεάρω τι θα μου πειάς. Οάτι θα πρεάπει να γυριάσω πιάσω στο τραπεάζι και να
ζητηάσω συγγνωάμη σε αυτουάς και δεν υπαάρχει καμιάα περιάπτωση να συμβειά
αυτοά, οποάτε μην χαάνεις τον χροάνο σου! Γιατιά απλωάς δεν πας εκειά πιάσω να
απολαυάσεις το βραδινοά σου και αάσεμε εμεάνα ηάσυχο». Λεάει θυμωμεάνος.
«Δεν θεάλω να γυριάσω εκειά πιάσω». Μοάνο αυτοά καταφεάρνω να του απαντηάσω.
«Γιατιά οάχι? Ταιριαάζεις αποάλυτα με την σεμνηά και βαρετηά προσωπικοάτηταά
τους.»
Αάουτς. Γιατιά βριάσκομαι εδωά ξαναά? Α ναι σωσταά, για να γιάνω ξαναά ο σαάκος του
μποξ για τον Χαάρρυ.
«Ξεάρεις καάτι?» Υψωάνω την φωνηά μου. «Ενταάξει! Θα φυάγω, δεν γνωριάζω γιατιά
δεν μπορωά επιτεάλους να σταματηάσω να προσπαθωά μαζιά σου!» του φωναάζω.
Ελπιάζω να μην μπορουάν να με ακουάσουν μεάσα αποά το σπιάτι.
«Ουάτε και εγωά ξεάρω! Δεν μπορειάς να το συνειδητοποιηάσεις υποθεάτω». Καθωάς
τα λοάγια φευάγουν αποά το στοάμα του, νιωάθω τον σβωάλο στον λαιμοά μου να
μεγαλωάνει.
«Πλεάον το εάχω εμπεδωάσει». Προσπαθωά να ξεροκαταπιωά το δηλητηάριο αποά τις
λεάξεις του αλλαά ειάναι σχεδοάν αδυάνατον. Κοιταάζω ψηλαά τον Χαάρρυ και τα
ψυχραά του μαάτια συναντουάν τα δικαά μου.
«Αυτοά ηάταν? Εάτσι υπερασπιάζεσαι τον εαυτοά σου?» γελαάει και κουναάει τα
μαλλιαά του.

203

«Δεν αξιάζεις πλεάον τον χροάνο μου. Δεν αξιάζεις ουάτε καν να σου μιλαάω, ηά
αυτουάς τους υπεάροχους ανθρωάπους εκειά μεάσα που ξοάδεψαν χροάνο για να
ετοιμαάσουν αυτοά το δειάπνο που εσυά κατεάστρεψες! Αυτοά καάνεις παάντα,
καταστρεάφεις πραάγματα, οάτι βρεθειά μπροσταά σου! Και εγωά πλεάον τελειάωσα
με αυτοά». Φωναάζω δυναταά.
Ανεπιθυάμητα δαάκρυα υγραιάνουν το προάσωπο μου καθωάς ο Χαάρρυ με πλησιαάζει.
Καάνω πιάσω, τα ποάδια μου διαφωνουάν και περιπλεάκονται. Το χεάρι του Χαάρρυ
προσπαθειά να με σταθεροποιηάσει, αλλαά πιαάνομαι αποά την αάκρη της
βεραάντας. Δεν θεάλω και ουάτε χρειαάζομαι την βοηάθεια του.
«Εάχεις διάκιο» ακουάγεται εξαντλημεάνος.
Τι?
«Ξεάρω οάτι εάχω διάκιο.» Γυρναάω ξαναά ωάστε να μην τον αντικρυάσω.
Τυλιάγει το χεάρι του γυάρω αποά τον καρποά μου και με τραβαάει στο στηάθος του.
Γεάρνω προς το μεάρος του χωριάς δισταγμοά, θεάλω να τον αγγιάξω τοάσο πολυά,
αλλαά πλεάον γνωριάζω καλυάτερα.
Μπορωά να ακουάσω τον βαρυά χτυάπο της καρδιαά μου, που επιταχυάνει καάτω αποά το
στηάθος μου. Αναρωτιεάμαι εαάν μπορειά να το ακουάσει και εκειάνος, μοιαάζει
αδυάνατον να μην μπορειά.
Μπορειά να νιωάσει τον σφυγμοά μου που σφυροκοπαάει μεάσα αποά την αγκαλιαά
του? Τα μαάτια του ειάναι γεμαάτα θυμοά και ξεάρω οάτι το ιάδιο συμβαιάνει και με τα
δικαά μου.
Δεν εάχω καμιάα προειδοποιάηση προτουά τα χειάλη του αγγιάξουν τα δικαά μου, η
δυάναμη του στοάματος του, ειάναι σχεδοάν επωάδυνη. Η πραάξη του ειάναι γεμαάτη
απελπισιάα και ποάθο και νιωάθω χαμεάνη. Χαάνομαι μεάσα στον Χαάρρυ. Χαμεάνη
μεάσα στην αλμυρηά γευάση των δακρυάων μου που υπαάρχει και στα χειάλη μας,
χαμεάνη στα δαάχτυλα του που πλεάκονται μεάσα αποά τα μαλλιαά μου. Τα χεάρια
του μετακινουάνται αποά τα μαλλιαά μου στην μεάση μου και με σηκωάνει στα
καάγκελα της βεραάντας. Τα ποάδια μου ανοιάγουν για αυτοάν και μετακινειάται
αναάμεσα τους, χωριάς να χαάσει επαφηά με το στοάμα μου. Ειάμαστε μες στην
ζεστασιαά και κοντανασαιάνουμε, μπλεγμεάνοι ο εάνας με τον αάλλον. Τα δοάντια
μου δαγκωάνουν το καάτω χειάλος του προκαλωάντας εάνα βογγητοά αποά αυτοάν
καθωάς με φεάρνει ακοάμη πιο κονταά στο στηάθος του.
Η πιάσω ποάρτα ανοιάγει, χαλωάντας την μαγειάα. Τρομοκρατουάμαι καθωάς τα
μαάτια του Λιάαμ συναντουάν τα δικαά μου. Τα μαάγουλα του εάχουν κοκκινιάσει, και
τα μαάτια του εάχουν γουρλωάσει αποά εάκπληξη. Σπρωάχνω τον Χαάρρυ αποά παάνω
μου και κατεβαιάνω καάτω αποά τα καάγκελα, φτιαάχνοντας το φοάρεμα μου.
«Λιάαμ, εγωά…» Αρχιάζω να πω. Κραταάει ψηλαά το χεάρι του για να με σιωπηάσει
και προχωραά προς το μεάρος μας. Η αναάσα του Χαάρρυ ειάναι τοάσο δυνατηά που

204

θα ορκιζοάμουν οάτι αντηχειά σε οάλο το σπιάτι και αναάμεσα στα δεάντρα. Τα
μαάγουλα του ειάναι κοάκκινα και τα μαάτια του αάγρια.
«Δεν καταλαβαιάνω? Νοάμιζα οάτι εσειάς μισουάσατε ο εάνας τον αάλλον, και να που
ειάστε εδωά τωάρα… και εσυά Τεάσσα εάχεις αγοάρι, δεν πιάστευα οάτι θα ηάσουν εάτσι.»
Μου λεάει. Τα λοάγια του ειάναι σκληραά, αλλαά ο τοάνος το απαλοάς.
«Δεν ειάμαι.. δεν ξεάρω καν τι ειάναι αυτοά» λεάω κουνωάντας το χεάρι αναάμεσα σε
εμεάνα και τον Χαάρρυ. Ο Χαάρρυ καάθεται αμιάλητος, που ειάμαι ευγνωάμων για
αυτοά. Ειάμαι ντροπιασμεάνη αποά την συμπεριφοραά μου και αυτηά η ντροπηά
πολλαπλασιαάζεται αποά την απογοηάτευση του Λιάαμ.
«Ο Νοάα ξεάρει, βασικαά για το πριν. Θα σου το εάλεγα, απλωάς δεν ηάθελα να
σκεφτειάς διαφορετικαά για εμεάνα.» Υπερασπιάζομαι τον εαυτοά μου, παροάλο
που ξεάρω οάτι καάνω λαάθος. Μεγαάλο λαάθος.
«Δεν ξεάρω τι να σκεφτωά..» Ο Λιάαμ λεάει καθωάς φευάγει προς την ποάρτα. Σαν
αποά ταινιάα, μιάα αστραπηά εμφανιάζεται στον ουρανο.
«Μαάλλον θα εάχουμε καταιγιάδα» λεάει ο Χαάρρυ, καθωάς τα μαάτια του
παρατηρουάν τον σκουάρο ουρανοά. Παροάλη την αναάκατη εμφαάνιση του, η φωνηά
του ειάναι ηάρεμη.
«Καταιγιάδα? Ο Λιάαμ μοάλις μας εάπιασε.. να φιλιοάμαστε.» του λεάω και νιωάθω
την φωτιαά να σιγοσβηάνει αναάμεσαά μας.
«Θα ειάναι ενταάξει» μου απανταά ο Χαάρρυ.
Κοιταάζω ψηλαά και περιμεάνω να δω μιάα αυταάρεσκη εάκφραση στο προάσωποά του,
αλλαά δεν υπαάρχει. Βαάζει το χεάρι του στην πλαάτη μου και με τριάβει απαλαά. Η
φωτιαά ξαναναάβει. Ακοάμη να περαάσει η επιάδραση του φιλιουά και τωάρα με
παρηγορειά? Δεν μπορωά να αποφασιάσω τι με σοκαάρει περισσοάτερο.
«Θεάλεις να παάμε πιάσω στο τραπεάζι ηά θες να σε γυριάσω σπιάτι?» με ρωταάει.
Ειάναι εντυπωσιακοά πως η διαάθεση του μπορειά να αλλαάξει αποάτομα αποά θυμοά
σε ποάθο και τεάλος σε ηρεμιάα.
«Θα ηάθελα να παάμε πιάσω και να τελειωάσουμε το δειάπνο, εσυά τι θες να
καάνεις?»
«Υποθεάτω οάτι μπορουάμε να παάμε μεάσα, το φαγητοά ηάταν καλοά» χαμογελαάει
και παροάλη την περιάεργη καταάσταση βριάσκω τον εαυτοά μου να γελαάει.
«Αυτοάς ειάναι ο αγαπημεάνος μου ηάχος» με εκπληάσσει ο Χαάρρυ λεάγονταάς μου.

205

«Ειάσαι σε πολυά καλυάτερη διαάθεση» συναντωά τα μαάτια του και μου
χαμογελαάει ξαναά.
«Ουάτε εγωά το καταλαβαιάνω» μου λεάει, καθωάς τριάβει τον λαιμοά του, οάπως καάνει
παάντα.
Οποάτε ειάναι το ιάδιο μπερδεμεάνος με εμεάνα? Θα ευχοάμουν τα αισθηάματαά μου
να μην ηάταν τοάσο δυναταά για εκειάνον, τοάτε θα μπορουάσα να τον χειριστωά
καλυάτερα. Οάταν λεάει πραάγματα σαν και αυταά με καάνει να νοιαάζομαι ακοάμη
παραπαάνω για αυτοάν. Απλαά ευάχομαι να εάνιωθε το ιάδιο, αλλαά με εάχει
προειδοποιηάσει και η Στεφ και ο ιάδιος ο Χαάρρυ οάτι αυτοά δεν θα συμβειά ποτεά.
Θυμαάμαι οάταν μου ειάπε οάτι δεν ηάμουν ο τυάπος του, με ειάχε πληγωάσει λιάγο τοάτε,
αλλαά ουάτε αυτοάς ηάταν ο τυάπος μου, οποάτε δεν με πειάραζε. Που να ηάξερα οάτι θα
με κρατουάσε στην αάκρη της βεραάντας φιλωάντας με, εάνα μηάνα αργοάτερα.
Αστραπηά ξαναπροβαάλλει και οΧαάρρυ παιάρνει το χεάρι μου. «Ας παάμε μεάσα
πριν αρχιάσει να βρεάχει.»
Γνεάφω και ανοιάγει την ποάρτα και με οδηγειά μεάσα. Δεν απομακρυάνει το χεάρι
του αποά το δικοά
μου καθωάς επιστρεάφουμε στο τραπεάζι. Τα μαάτια του Λιάαμ εστιαάζουν στα
χεάρια μας, αλλαά δεν λεάει τιάποτα. Οάσο και να μην θεάλω να το δει ο Λιάαμ,
λατρευάω τον τροάπο που νιωάθωτο χεάρι του Χαάρρυ στο δικοά μου. Τοάσο που δεν
μπορωά να το απομακρυάνω. Ο Λιάαμ εστιαάζει παάλι στο πιαάτο του καθωάς
καθοάμαστε. Ο Χαάρρυ αφηάνει το χεάρι μου πολυά συάντομα και κοιταάει ψηλαά τον
πατεάρα του και την Καάρεν.
«Συγγνωάμη που σου φωάναξα με αυτοάν τον τροάπο» λεάει στον πατεάρα του.
Η εάκπληξη στο προάσωπο οάλων ειάναι εμφανηάς και ο Χαάρρυ κοιταάζει καάτω στο
τραπεάζι.
«Ελπιάζω να μην κατεάστρεψα το δειάπνο που προσπαάθησες τοάσο για να
ετοιμαάσεις» συνεχιάζει. Δεν μπορωά να κρατηθωά, πλησιαάζω το χεάρι μου και το
ακουμπωά παάνω στου Χαάρρυ, σφιάγγοντας το ελαφρωάς.
«Δεν πειραάζει Χαάρρυ, καταλαβαιάνουμε. Ας μην αφηάσουμε την βραδιαά να
χαλαάσει, μπορουάμε ακοάμη να απολαυάσουμε το δειάπνο.» Η Καάρεν χαμογελαάει
και ο Χαάρρυ την κοιταάει. Της διάνει εάνα μικροά χαμοάγελο, που γνωριάζω οάτι
χρειαάστηκε πολυά προσπαάθεια αποά αυτοάν. Ο Κεν δεν λεάει τιάποτα αλλαά
κουναάει το κεφαάλι του στον Χαάρρυ σαν να του λεάει ‘‘δεν πειραάζει’’. Η
συγχωάρεση ειάναι εάνα δυνατοά προτεάρημα σε αυτηά την οικογεάνεια, εκτοάς του
Χαάρρυ.
Τραβαάω αργαά το χεάρι μου, αλλαά ο Χαάρρυ πλεάκει τα δαάχτυλαά του μεάσα αποά
τα δικαά μου και με κοιταά αποά την πλευραά του. Ελπιάζω να μην φορωά την
εάκπληκτη αλλαά ευχαάριστη εάκφραση στο προάσωπο, που νιωάθω και μεάσα μου.
Για καάτι που μοιαάζει σαν την πρωάτη φοραά που τον γνωάρισα,, δεν

206

πολυσκεάφτομαι γιατιά κραταάω το χεάρι του καάτω αποά το τραπεάζι καταά την
διαάρκεια του δειάπνου με την οικογεάνεια του ενωά ακοάμη βγαιάνω με τον Νοάα.
Το δειάπνο κυλαάει ομαλαά, αλλαά νιωάθω λιάγο φοβισμεάνη αποά το γεγονοάς οάτι ο
Κεν ειάναι ο Πρυάτανης του πανεπιστημιάου. Αυτοά ειάναι μεγαάλο θεάμα. Ο Κεν μας
εξιστορειά για την επιστροφηά του αποά την Αγγλιάα, ποάσο αγαπαάει την Αμερικηά
και ιδιαιάτερα την Ουαάσινγκτον. Ο Χαάρρυ ακοάμη κραταά το χεάρι μου και οι δυάο
μας δυσκολευοάμαστε να φαάμε μοάνο με εάνα χεάρι, αλλαά δεν διάνουμε σημασιάα.
«Ο καιροάς θα μπορουάσε να ηάταν καλυάτερος, αλλαά ειάναι πανεάμορφα εδωά».
Περιαυτολογειά και γνεάφω καταφατικαά.
«Ποια ειάναι τα σχεάδιαά σου μεταά το κολλεάγιο?» Η Καάρεν με ρωταάει καθως
τελειωάνουμε το φαγητοά μας.
«Θα μετακομιάσω στο Σιαάτλ, και ιδανικαά θα δουλευάω σε καάποιον ιδιωτικοά οιάκο
καθωάς θα σχεδιαάζω το πρωάτο μου βιβλιάο» λεάω με αυτοπεποιάθηση.
«Εκδοτικοά οιάκο? Εάχεις καάποιο συγκεκριμεάνο στο μυαλοά σου?» ρωτα ο Κεν.
«Οάχι ακριβωάς, θα αρπαάξω οάποια ευκαιριάα βρεθειά μπροσταά μου για να
μπορεάσω να εισεάλθω σε αυτοά τον χωάρο, ξεάρω ποάσο σκληροά ειάναι για εάναν
φοιτητηά να βρει οτιδηάποτε, οποάτε δεν θα ειάμαι επιλεκτικηά»
«Αυτοά ειάναι καλοά, τυχαιάνει να εάχω μερικουάς γνωστουάς στον εκδοτικοά οιάκο
Vance, τον εάχεις ακουσταά?» με ρωτα και κοιτω τον Χαάρρυ. Ειάχε αναφεάρει και
εκειάνος στο παρελθοάν οάτι γνωάριζε καάποιον αποά αυτοάν τον εκδοτικοά οιάκο.
«Ναι, εάχω ακουάσει σπουδαιάα πραάγματα» χαμογελαω.
«Θα μπορουάσα να καάνω εάνα τηλεφωάνημα εαάν ηάθελες, θα ηάταν μιάα καληά
ευκαιριάα για εσεάνα και φαιάνεται οάτι ειάσαι μια λαμπρηά νεάα κοπεάλα, θα ηταν
ευχαριάστηση μου να βοηθηάσω» προσφεάρει και παιρνω το χεάρι μου αποά του
Χαάρρυ να το βαάλω καάτω αποά το πιγουάνι μου.
«Σοβαραά? Αυτοά θα ηάταν τοάσο ευγενικοά εκ μεάρους σας! Θα το εκτιμουάσα πολυά»
Του απαντω και πλησιαζω το χερι μου παλι κατω αποά το τραπζι για να το
ακουμπισω στου Χαρρυ, αλλα γρηγορα το μετακινει. Φαινεται η επιάδραση δεν
κραάτησε πολυά.
Ο Κεν μου λεάει οάτι θα καλεσει οποιον γνωριζει την δευτερα και τον ευχαριστω
επανειλημμεάνως. Με διαβεβαιωνει οάτι δεν ειάναι κοπος και του αρεσει να
βοηθαει. Ο Χαρρυ αποχωρει ευγενικα οάταν ο Καρεν σηκωνεται και ξεκινα να
καθαριζει το τραπεζι, αποφασιζω να μην το ακολουθησω αυτηά την φορα.
«Μπορωά να σε βοηθηάσω?» ρωτω την Καρεν και μου χαμγελαει καταφατικα.

207

«Αυτοά θα ηταν ωραιο» Απανταει και την βοηθαω να καθαρισει το τραπεζι.
Γεμιζω το πλυντηριο πιατων καθως πλενει τις μεγαες πιατελες που δεν
χωρανε μεσα. Μακαρι ο Χαρρυ να μην ειχε καταστρεψει εάνα μεγαλο μερος
αποά τα σερβιτσια της, μπορει να γινει πολυά σκληρος.
«Εαάν δεν σε πειραάζει να σε ρωτηάσω, ποάσο καιροά βγαιάνετε με τον Χαάρρυ?»
κοκκινιάζει με την ερωάτηση της διάνω εάνα ζεστοά χαμοάγελο.
«Γνωριζομαστε μονο εάναν μηνα, ειάναι φιλος με την συγκατοικο μου, την
Στεφ.» Δεν της εξηγησα ακριβως οάτι δεν βγαινουμε, απλως απεφυγα την
ερωτηση.
«Δεν εχω γνωρισει κανεναν αποά τους φιλους του Χαρρυ, μονο τους εχω δει να
περνανε αλλα εσυ, εσυ εισαι.. λοιπον, εισαι διαφορετικη αποά αυτους που εχω
συναντησει».
Καταλαβαινω οάτι θελει να πει πως δεν ειμαι καλυμμεάνη με τατουαζ και
σκουλαρικια οάπως οι αλλοι, αλλα ειάναι πολυά ευγενικη για να το πει με αυτοά
τον τροπο.
«Ναι, εγωά και ο Χαάρρυ ειάμαστε πολυά διαφορετικοιά» της απαντωά και το εννοωά
με περισσοάτερους τροάπους απ’οάτι φανταάζεται.
Κεραυνοάς αστραάφτει και η βροχηά αρχιάζει να χτυπαά παάνω στο παραάθυρο.
«Wow, φαιάνεται οάτι θα βρεάξει αρκεταά εδωά καάτω» Λεει η Καρεν και κλειάνει το
μικροά παραάθυρο μπροστα αποά τν νεροχυάτη.
«Ο Χαρρυ δεν ειάναι τοσο κακος οσο φαινεται» η φωνη της ειάναι τοσο γλυκια
οάταν μου το λεει αυτοά και δεν μπορω παρα να γελασω. Δεν μπορω να
φανταστω τα απαισια πραγματα που θα της εχει πει αποά τοτε που την
γνωρισε και γνωριζω πολυά καλα οάτι κατεστρεψε τα πιατα της.
«Ειάναι απλως πληγωμενος, θα μου αρεσε να πιστευω οάτι δεν θα ειάναι παντα
ετσι. Πρεπει να παραδεχτω οάτι δεν περιμενα να ερθει αποψε, και το μονο που
μπορω να πιστεψω ειάναι οάτι εσυ ειχες αυτηά την επιρροη πανω του.»
Με πιανει απροετοιμαστη οάταν με σφιάγγει στην αγκαλιαά της. Χωρις να ειάναι
σιγουρη για το τι θα πω, την αγκαλιαάζω και εγω και απομακρυνεται
κρατωντας τα περιποιημενα χερια της στους ωμους μου.
«Στα αληάθεια, σ’ευχαριστωά» μου ξαναλεει και μετακινει τα χερια της.
Σκουπιζει τα ματια της και γυρναει πισω στο πλυσιμο των πιατων. Ειάναι πολυά
ευγενικηά μαζι

208

μου για να της αποκαλυψω οάτι δεν εχω καμια επιδραση πανω στον Χαρρυ.
Απλως ηρθε αποψε μονο επειδη ηρθα και εγω, και ηθελε να με ενοχλησει.
Αφου τελειωνω με το πλυντηάριο πιατων, κοιταω εξω αποά το παραθυρο καθως
οι σταγονες βροχες πεφτουν πανω στο γρασιάδι. Ειάναι αξιοσημειάωτο πως ο
Χαάρρυ που μισει τους παντες, εκτος αποά τον εαυτοά τουκαι ισως την μητερα
του, εχει ολους αυτους τους ανθρωπους που νιαζονται για αυτοάν αλλα
αρνειάται να νοιαστειά και ο ιδιος για αυτους. Ειάναι τυχερος που τους εχει, μας
εχει. Ξερω οάτι ειμαι και εγω ενας αποά αυτους, θα εκανα τα παντα για τον
Χαρρυ, ακομη και εαάν θα το αρνιομουν μπροστα του, ξερω την αληθεια. Δεν
εάχω κανεάναν, εκτος αποά τον Νοάα και την μητεάρα μου και οι δυάο τους μαζιά δεν
νοιαάζονται τοάσο για εμεάνα οάσο νοιαάζεται η μελλοντικηά μητριαά του Χαρρυ, η
Καρεν.
«Θα παω να δω τι κανει ο Κεν, βολεψου σαν στο σπιάτι σου» Η Καρεν μου λεει.
Γνεφω και αποφασιζω να παω να βρω τον Χαρρυ, ηά τον Λιαμ, οάποιον αποά τους
δυο πετυχω πρωάτο.
Ο Λιαμ δεν φιανεται να βρισκεται πουθενα κατω, οποτε ανεβαινω τα σκαλια
και παω να βρω το δωματιο του Χαρρυ. Ελπιάζω να ειάναι εκειά, εαάν οάχι, τοτε θα
χρειαστειά να καάτσω στο σαλοάνι μοάνη μου. Γυριάζω το ποάμολο αλλαά δεν
ανοιάγει. Εάχει κλειδωάσει την ποάρτα.
«Χαάρρυ?» προσπαθω να μιλησω σιγανα για να μην με ακουσουν. Χτυπω την
πορτα αλλα δεν ακουω τιάποτα. Μοάλις εάχω γυριάσει αποά την αλληά και η ποάρτα
ανοιγει.
«Μπορωά να περαάσω μεάσα?» τον ρωταάω και γνεάφει μια φοραά καθως ανοιγει
την πορτα, ιάσα για να χωρεάσω να περαάσω. Υπαάρχει εάνα αεραάκι στο δωμαάτιο
και μπορωά να μυριάσω την βροχηά που εάρχεται αποά το ανοιχτο παραθυρο.
Περπαταει πιάσω στο παγκακι που υπαρχει σο παραθυρο του και σηκωνει τα
γονατα ψηλα για να κατσει. Κοιταζει εξω αποά το παραθυρο αλλα χωρις να
λεει λεξη. Καθομαι απεναντι αποά τον Χαρρυ και περιμενω καθως ο συνεχης
ηχος της βροχης δημιουργει εάναν γαληάνιο ρυθμοά.
«Τι συνεάβη?» τον ρωταάω επιτεάλους. Με κοιταάει με μια μπερδεμεάνη εάκφραση
στο προάσωποά του.
«Εννοωά οάτι καάτω στην τραπεζαριάα, κρατουάσες το χεάρι μου και μεταά.. γιατιά το
απομαάκρυνες?» ντρεάπομαι αποά το ποάσο απελπιστικηά ακουάγεται η φωνηά μου,
αλλαά οι λεάξεις εάχουν ηάδη ειπωθειά.
«Δεν θεάλεις να παάρω αυτηά την δουλειαά για καποιο λοάγο? Ειχες προσφερθειά
να με βοηθηάσεις στο παρελθοάν?» τον ρωταάω.
«Αυτοά ειάναι και το θεάμα Τεάσσα, εγωά θεάλω να ειάμαι αυτοάς που θα σε βοηθηάσει,
οάχι εκειάνος» μου απανταά.

209

«Γιατιά? Δεν ειάναι διαγωνισμοάς και εσυά ηάσουν που προσφεάρθηκες πρωάτος,
οποάτε σε ευχαριστωά» προσπαθω να απαλυνω το αγχος του αλλα δεν
καταλαβαινω γιατι εχει τοση σημασια για αυτοάν.
Αναστεναάζει με δραματικο υφος και αγκαλιαάζει τα γοάνατα του. Η σιωπηά μας
καταβαάλλει καθως κοιταμε και οι δυο εξω αποά το παραθυρο. Ο αάνεμος εχει
δυναμωσει κουνωντας τα δεντρα και οι αστραπες ειάναι πιο συχνες πλεον.
«Θα ηάθελες να φυγω τωρα? Μπορω να καλεσω την Στεφ για να δω εαάν ο
Τρισταν μπορει να με γυρισει?» του ψιθυριάζω. Δεν θεάλω να φυάγω, αλλα
πρεάπει και το να καάθομαι στην αποάλυτη σιωπηά με το
Χαρρυ με κανει να
τρελεάνομαι.
«Να φυάγεις? Πως καταλαβαιάνεις οάτι θελω να φυάγεις, ενωά σου λεω οάτι θελω
να σε βοηθηάσω?» υψωνει την φωνηά του.
«Δεν ξεάρω, δεν μου μιλαάς και η καταιγιάδα δυναμωάνει..» τραυλιζω.
«Με εξοργιάζεις Τερεάσα»
«Πωάς?» απαντω με τσιριχτη φωνη.
«Προσπαθω να σου πω οάτι .. θελω να σε βοηθησω και κραταω και το χερι σου
αλλα και παλι δεν κανει διαφορα.. ακομη δεν το καταλαβαινεις. Δεν ξεάρω τι
αάλλο να καάνω». Βαζει το προάσωπο στα χεάρια του. Δεν μπορειά να εννοειά αυτοά
που νομιάζω, ετσι?
«Τι να καταλαάβω? Τι δεν καταλαβαιάνω Χαάρρυ?»
«Οάτι σε θεάλω. Περισσοάτερο απ’ οτιδηάποτε και απ’ οποιονδηάποτε
σε οάλη μου την
ζωηά.» κοιταάζει απ’ την αάλλη.
Το στομαάχι μου γυριάζει ξανα και ξανα και το κεφαλι μου ακολουθει. Ο αεάρας
αναάμεσα μας εάχει αλλαάξει για ακοάμη μια φοραά. Η απροστατευτη παραδοχηά
του Χαρρυ με σημαδεψε, και εγω τον θελω. Περισσοάτερο αποά οτιδηάποτε, οάχι με
τον ιδιο τροπο, ειμαι σιγουρη αλλα και αυτος με θελει. Περισσοάτερο αποά
καάθετι.
«Ξεάρω οάτι δεν νιωάθεις ..το ιδιο αλλα εγω..» ξεκινα να μιλησει και αυτηά την
φορα τον διακοπτω εγω.
Τραβαω τα χερια αποά τα γονατα του και τον φερνω κοντα μου. Με επισκιαζει,
αβεβαιοτητα κυριαρχει στα πρασινα ματια του. Βαζω το δαχτυλο μου στο
κολαρο της μπλουζας του και τον κατεβαζω προς το μερος μου. Ακουμπαει το

210

γοάνατο του, πισω αποά τους μηρους μου στο παγκακι του παραθυρου και τον
ξανακοιταω. Περιμενα να με εχει φιλησει μεχρι τωρα.
«Φιάλα με» τον ικετευω και πλησιαζει το κεφαλι του πιο κοντα. Γεάρνοντας
προς το μερος μου, τυλιγει τα χερια του γυρω αποά την πλατη μου και με
καθοδηγει προς τα κατω, ωάστε η πλατη μου να ακουμπαει οριζοντια στο
μαξιλαρι αποά το παγκακι. Ανοιάγω τα ποάδια μου για αυτοάν, δευάτερη φοραά
σημερα, και ξαπλωνει το σωμα του αναμεσα μου.
Το προάσωπο του Χαάρρυ ειάναι λιγα εκατοσταά αποά το δικο μου οάταν σηκωνω το
κεφαλι μου για να τον φιλησω, δεν μπορω να περιμεάνω αάλλο. Καθωάς τα
χειάλη μας ακουμπουν, απομακρυάνεται ελαφρα, βαζει το κεφαλι του στον
λαιμο μου, δινοντας μου εάνα μικρο φιλι και αργαά ξαναφερνει τα χειλη του
στα δικα μου. Φιλαάει την γωνιάα στο στομα μου, μετα το πηγουνι μου, πριν να
στειλει ανατριχιάλα σε οάλο μου το κορμιά. Τα χειάλη του βρισκουν ξανα τα δικα
μου, και η γλωσσα του χαιδευει το κατω μερος του χειλους μου, καθως με
ξαναφιλαει.
Το φιλιά ειάναι απαλοά και αργοά, οάπως η γλωσσα του διπλωάνει γυρω αποά την δικηά
μου. Το εάνα του χεάρι ακουμπαει τον γοφο μου, πιανωντας το υφασμα του
φορεάματος μου που εχει ανεάβει στους μηρουάς μου. Το αάλλο του χεάρι χαιδευει
το μαγουλο μου και με φιλαάει, τα δικα μου χερια ειάναι τυλιγμεάνα στην πλατη
του, αγκαλιαάζοντας τον σφιχταά. Καάθε ιάνα του σωάματοάς μου θεάλει να
δαγκωάσω το χειάλος του και να του βγαλω το μπλουζακι, αλλα ο απαλοάς και
ευγενικοάς τροάπος που με φιλαάει με κανει να νιωάθω ακομη καλυάτερα αποά τη
συνηάθη φλογα των αλλων φορων.

Chapter 52
Τα χειλη του Χαρρυ παραμενουν πανω στα δικα μου και τα χερια μου
χαιδευουν την πλατη του. Οι στενοι γοφοι του τριβουν προς τα κατω τους
δικους μου και εάνα βογγητο ξεφευγει αποά τα χειλη μου. Καταπιάνει τους
αναστεναγμους μου καθως τα χειλη του εξερευνουν τα δικα μου, κινηση προς
κινηση.
«Oh, Τεσσα τι μου κανεις.. ο τροπος που νιωθω» ψυθιριζει μεσα στο στομα μου.
Τα λογια του με απελευθερωνουν και πιανω το στριφωμα της μπλουζας του.
Το χερι του ταξιδευει κατω αποά το μαγουλο μου, στο στηθος μου, και στο
στομαχι μου. Το χοντρο υφασμα του φορεματος μου καλυπτει τα
καρδιοχτυπια που σχηματιζονται μεσα μου. Το χερι του μετακινειται στο
μικρο χωρο αναμεσα στα σωματα μας, εκει οπου τα ποδια μου ειάναι ανοιχτα
και αναστεναζω καθως τριβει απαλα επανω αποά την δαντελα του καλσον

211

μου. Ασκει λιγη παραπανω πιεση και βογγαω καθως η πλατη μου
ανασηκωνεται αποά το παγκακι.
Ασχετα αποά το ποσο θυμωμενη με κανει ηά με αναστατωνει, εάνα αγγιγμα του
και ειμαι υπο τον ελεγχο του. Αυτηά την στιγμη, ο ελεγχος φαινεται να ειάναι
ασταθης.
Προσπαθει να τον κρατησει αλλα μπορω να δω οάτι γκρεμιζεται. Χαιδευει με
την μυτη του το μαγουλο μου καθως σηκωνω το μπλουζακι του να το βγαλω,
σκαλωνει λιγο στα μαλλια του, αλλα με εάνα του χερι πλησιαζει να το
τραβηξει καθως σηκωνεται αποά πανω μου. Πεταει το μπλουζακι και αμεσως
βαζει παλι κατω το κεφαλι του για να ξαναβρει τα χειλη μου. Νιωάθοντας
απογνωση και ανυπομονη, αρπαζω το χερι του και το μετακινω ξανα
αναμεσα στους μηρους μου, εάνα μικρο γελιο ακουγεται αποά αυτοάν και κοιταει
προς εμενα.
«Τι θες να κανεις Τεσσα?» η φωνη του ειάναι βραχνη.
«Οτιδηάποτε» του λεω, εννοωντας την λεξη. Θα κανω οτιδηάποτε μαζι του, θα τον
αφησω να μου κανει οάτι θελει, και δεν με νοιαζει για τις συνεπειες που θα
υποστω αυριο. Ειπε οάτι με θελει και ειμαι δικη του για να με παρει, ειχα γινει
αποά την πρωτη φορα που τα χειλη μου αγγιξαν τα δικα του.
«Μην μου λες οτιδηποτε, γιατι υπαρχουν πολλα πραγματα που μπορω και
θελω να σου κανω» βογγαει και σπρωχνει τον αντιάχειρα του εναντια στο
καλσον μου και το εσωρουχο μου. Η φαντασια μου τρεχει στα διαφορα
πραγματα που θα μπορουσε να μου κανει.
«Εσυ αποφασιζεις» μουρμουριζω καθως κινει τον αντιχειρα του κυκλικα. Δεν
εχω
καμια προταση, απλως θελω να συνεχισει να με αγγιζει με αυτοάν τον τροπο.
«Εισαι τοσο υγρη για εμενα, μπορω να σε νιωσω μεσα αποά το καλσον» η
γλωσσα του γλυφει τα χειλη του υγραινοντας τα και ξανα βογγαω. «Ας
βγαλουμε πρωτα αυτοά το καλσον, οκ?»
Πριν προλαβω να απαντησω σηκωνεται αποά επανω μου. Τα χερια του
ανυψωνουν το φορεμα μου και αρπαζουν το λαστιχο αποά το καλσον μου,
καταβαζοντας το κατω στους μηρους μου. Ο κρυος αερας με χτυπαει και
αναστρεφω τους γοφους μου, χωρις τη θεληση μου.
«Γαμωτο, εχεις γινει μουσκεμα» λεει ψιθυριστα καθως τα ματια του
αντικρυζουν το κορμι μου και σταματουν αναμεσα στα ποδια μου. Ανικανος να
ελεγξει τον εαυτο του αποάτι φαινεται, γλιστραει το δαχτυλο του κατω στις
πτυχωσεις μου για να μαζεψει την υγρασια που εχει δημιουργηθει. Φερνει το
δαχτυλο στα χειλη του και το ρουφαει με κλειστα τα ματια. Δεν εχω ξαναδει
τιποτα πιο ερωτικο στην ζωη μου.

212

Βλεποντας τον να ρουφαει το δαχτυλο του στελνει ζεστη σε ολο μου το κορμι.
«Θυμαάσαι που σου ειάχα πει οάτι ηάθελα να σε γευτωά?» με ρωταάει και γνεάφω.
«Λοιποάν, το θεάλω τωάρα. Ενταάξει?» Η εάκφραση του δειάχνει οάτι ειάναι πολυά
προάθυμος.
Ντρεάπομαι λιάγο στην ιδεάα, αλλαά εαάν με καάνει να νιωάσω τοάσο ωραιάα, οάσο
οάταν με εάτριψε στο ποταάμι, τοάτε θεάλω να το καάνει. Γλυάφει τα χειάλη του ξαναά
και διατηρειά το βλεάμμα του σταθεροά παάνω στο δικοά μου. Την τελευταιάα φοραά
που θα τον αάφηνα να το καάνει αυτοά, καταληάξαμε να μαλωάσουμε επειδηά ηάταν
σκληροάς μαζιά μου. Ελπιάζω να μην μου το χαλαάσει παάλι.
«Θεάλεις να το καάνω?» με ρωταάει και βογκαάω.
«Σε παρακαλωά μην με καάνεις να το πω» τον ικετευάω. Φεάρνει παάλι πιάσω το
χεάρι του και χαιϊδευάει με τα δαάχτυλα τους γοφουάς μου με κυκλικεάς κινηάσεις.
«Δεν θα σε πιεάσω να το πεις» μου υποάσχεται. Νιωάθω ανακουφισμεάνη, του
γνεάφω καταφατικαά και αφηάνει μια αναάσα.
«Πρεάπει να μετακινηθουάμε στο κρεβαάτι, για να εάχεις πιο πολυά χωάρο»
προτειάνει και μου διάνει το χεάρι του. Κατεβαάζω το φοάρεμα μου καάτω με το που
σηκωάνομαι και μου χαμογελαάει πονηραά. Περπαταά στην αάκρη του παραθυάρου
και τραβαάει το κορδοάνι, αφηάνοντας ελευάθερες τις μπλε κουρτιάνες να πεάσουν,
καάνοντας το δωμαάτιο πιο σκοτεινοά.
«Βγαάλτο» με διαταάζει σιωπιλαά και καάνω αυτοά που μου λεάει. Το φοάρεμα
πεάφτει στα ποάδια μου και μεάνω μοάνο με το σουτιεάν μου. Το σουτιεάν μου ειάναι
σκεάτο αάσπρο, με εάνα μικροά φιογκαάκι στo σημειάο αναάμεσα στα στηάθη μου.
Πρεάπει να δωάσω περισσοάτερη προσοχηά στα εσωάρουχα μου, εαάν ο Χαάρρυ
προάκειται να συνεχιάσει να με βλεάπει σε αυταά. Τα μαάτια του γουρλωάνουν και
χαζευάει το στηάθος μου, καθωάς πλησιαάζει φεάρνοντας τον μικροά φιοάγκο
αναάμεσα στα δαάχτυλαά του.
«Χαριτωμεάνο» μου χαμογελαάει και μαζευάομαι. Προσπαθωά να καλυάψω το
γυμνοά μου σωάμα αποά εκειάνον, νιωάθω πιο αάνετα με τον Χαάρρυ απ’ οάτι με
κανεάναν αάλλο, αλλαά και παάλι ντρεάπομαι να στεάκομαι μοάνο με το σουτιεάν
μου. Κοιταάζω προς την ποάρτα και ο Χαάρρυ παάει να βεβαιωθειά οάτι εάχει
κλειδωάσει.
«Μου χαμογελαάς πονηραά?» τον μαλωάνω και κουναάει το κεφαάλι του.
«Ποτεά» χαζογελαάει και με οδηγειά στο κρεβαάτι. «Ξαάπλωσε στην αάκρη του
κρεβατιουά, με τα ποάδια σου στο παάτωμα ωάστε να μπορεάσω να γονατιάσω
μπροσταά σου» με καθοδηγειά.

213

Ξαπλωάνω πιάσω στο μεγαάλο κρεβαάτι και με τραβαάει καάτω αποά τους μηρουάς
μου, προς την αάκρη του κρεβατιουά. Τα ποάδια μου αιωρουάνται, δεν ακουμπουάν το
παάτωμα.
«Δεν ειάχα καταλαάβει ποάσο ψηλοά ειάναι το κρεβαάτι» μου χαμογελαάει. «Οποάτε
ξαάπλωσε προς την παάνω μεριαά του» σκαρφαλωάνω στην κορυφηά του κρεβατιουά
και ο Χαάρρυ με ακολουθειά. Τυλιάγει τα χεάρια του γυάρω αποά τους μηρουάς μου και
λυγιάζει τα γοάναταά του ελαφρωάς οποάτε ειάναι σχεδοάν σκυφτοάς
αναάμεσα στα
ποάδια μου. Η αναμονηά για το πωάς θα με καάνει να νιωάσω με τρελαιάνει, θα
ευχοάμουν να ειάχα παραπαάνω εμπειριάα για να ξεάρω τι με περιμεάνει. Οι
μπουάκλες του γαργαλουάν το εσωτερικοά των μηρωάν μου καθωάς χαμηλωάνει το
κεφαάλι του.
«Θα σε καάνω να νιωάσεις τοάσο υπεάροχα» μουρμουριάζει στο στομαάχι μου. Ο
σφυγμοάς μου βουιάζει μεάσα αποά τα αυτιαά μου και προς στιγμηάν ξεχνωά οάτι
ειάμαστε στο σπιάτι με αάλλα αάτομα, ευτυχωάς που ειάναι τεραάστιο.
«Αάνοιξε τα ποάδια σου μωροά μου» ψιθυριάζει και υπακουάω. Μου διάνει εάνα
εάκπληκτο χαμοάγελο και φεάρνει το στοάμα του καάτω και με φιλαάει ακριβωάς
καάτω αποά τον αφαλοά μου. Η γλωάσσα του γλιστραάει γυάρω αποά την κρεμωάδη
επιδερμιάδα μου και τα μαάτια μου κλειάνουν αποάτομα. Δαγκωάνει το μαλακοά
δεάρμα που καλυάπτει το γοφοά μου και ουρλιαάζω αποά την εάκπληξη. Ρουφαάει το
δεάρμα με τα χειάλη του. Τσουάζει, αλλαά ειάναι καάτι τοάσο αισθησιακοά που δεν με
πειραάζει ο ποάνος.
«Χαάρρυ, σε παρακαλωά» ανασαιάνω. Χρειαάζομαι καάποιου ειάδους ανακουάφιση
αποά το αργοά βασαάνισμα του. Χωριάς προειδοποιάηση, η γλωάσσα του πιεάζει
εναάντιας στο κεάντρο μου, καάνοντας με να φωναάξω αποά ευχαριάστηση. Καάνει
μικρεάς κινηάσεις με την γλωάσσα του και τα χεάρια μου γαντζωάνουν στο στρωάμα
του κρεβατιουά.
Στριφογυριάζω καάτω αποά την εάμπειρη γλωάσσα του και τυλιάγει πιο σφιχταά τα
χεάρια του γυάρω μου, για να με κρατηάσει σταθερηά. Νιωάθω το χεάρι του Χαάρρυ να
τριάβει σε συνδυασμοά με τα χαάδια της γλωάσσα του, εάτσι η φλοάγα ξεκιναάει να
καιάει μεάσα στο στομαάχι μου. Νιωάθω και το κρυάο μεάταλλο αποά το σκουλαριάκι
του χειάλους του που προσθεάτει παραπαάνω αιάσθηση.
Χωριάς την αάδεια μου, ο Χαάρρυ γλιστραάει αργαά εάνα δαάχτυλο μεάσα μου,
πιεάζοντας το απαλαά. Κλειάνω τα μαάτια μου σφιχταά, περιμεάνοντας το αάβολο
τσουάξιμο να περαάσει.
«Ειάσαι ενταάξει?» σηκωάνει ελαφραά το κεφαάλι του. Τα σαρκωάδη χειάλη του
γυαλιάζουν εξαιτιάας μου. Του γνεάφω, ανιάκανη να βρω τις λεάξεις καθωάς
αποσυάρει το δαάχτυλοά του αργαά και το εισχωρειά ξαναά μεάσα. Νιωάθω απιάστευτα
σε συνδυασμοά με την γλωάσσα του. Βογκαάω και μετακινωά εάνα χεάρι στα απαλαά

214

του μαλλιαά, πλεάκοντας τα δαάχτυλα μου και τραβωάντας. Τα δαάχτυλαά του
συνεχιάζουν να εισχωρουάν μεάσα μου καθωάς αποσυάρει με αργεάς κινηάσεις καάθε
φοραά, μεάσα-εάξω. Κεραυνοάς ξεσπαά, αντηχωάντας
σ’ οάλο το σπιάτι, αλλαά ειάμαι
πολυά απασχολημεάνη για να νοιαστωά.
«Χαάρρυ» στεναάζω καθωάς η γλωάσσα του βριάσκει το υπερευαιάσθητο σημειάο μου,
και το ρουφαάει απαλαά. Δεν ηάξερα οάτι ποτεά θα εάνιωθα με αυτοά τον τροάπο, τοάσο
υπεάροχα. Το σωάμα μου εάχει πλημμυριστειά αποά αισθηάσεις και ευχαριάστηση
και κρυφοκοιταάζω τον Χαάρρυ που δειάχνει απιάστευτα σεάξι αναάμεσα στα ποάδια
μου, οι σκληροιά μυάες καάτω αποά το δεάρμα του συστεάλλονται καθωάς μετακινειά το
δαάχτυλο του μεάσα μου.
«Να σε καάνω να τελειωάσεις με αυτοάν τον τροάπο?» με ρωταάει. Γκρινιαάζω οάταν
η γλωάσσα του απομακρυάνεται και γνεάφω καταφατικαά. Χαμογελαάει πονηραά
και με ακουμπαάει ξαναά με την γλωάσσα του, αυτηά την φοραά με γρηάγορες
κινηάσεις εναάντια στο ευαιάσθητο σημειάο που μου αρεάσει, με πολλουάς τροάπους
πλεάον.
«Ω θεεά μου» ανασαιάνω και βογκαάει μεάσα μου, στεάλνοντας δονηάσεις που με
διαπερνουάν ολοάκληρη. Τα ποάδια μου μαζευάονται και μουρμουριάζω το οάνομα
του επανειλημμεάνα καθωάς τελειωάνω. Η οάραση μου θολωάνει και τα μαάτια μου
κλειάνουν σφιχταά. Ο Χαάρρυ με κραταάει και μετακινειά την γλωάσσα του
αυξαάνοντας ρυθμοά. Φεάρνω το χεάρι μου αποά τα μαλλιαά του και καλυάπτω το
στοάμα μου, δαγκωάνοντας το για να σιγουρευτωά οάτι δεν θα φωναάξω. Λιάγα
δευτεροάλεπτα μεταά, το κεφαάλι μου χτυπαά στο μαξιλαάρι και το στηάθος μου
ανεβοκατεβαιάνει καθωάς προσπαθωά να βρω την αναάσα μου. Το κορμιά μου ακοάμη
γαργαλιεάται αποά την καταάσταση ευφοριάας στην οποιάα βρισκοάμουν. Δεν
συνειδητοποιωά το σωάμα του Χαάρρυ που ανεβαιάνει προς τα παάνω και ξαπλωάνει
διάπλα μου. Στηριάζει τον εαυτοά του στον αγκωάνα του και φεάρνει τον αντιάχειρα
του για να χαιδεάψει το μαάγουλοά μου. Με αφηάνει να επανεάλθω στην
πραγματικοάτητα προτουά προσπαθηάσει να με καάνει να μιληάσω.
«Πως ηάταν αυτοά?» με ρωταάει, στη φωνηά του διακριάνει αβεβαιοάτητα καθωάς
γυριάζω το
κεφαάλι μου να τον αντικρυάσω.
«Μμμμμ» του γνεάφω και γελαάει. Ηάταν απιάστευτο, και ακοάμη παραπαάνω αποά
αυτοά.
Τωάρα ξεάρω γιατιά οάλοι δοκιμαάζουν να καάνουν τεάτοια πραάγματα.
«Τοάσο χορταστικοά, ε?» με πειραάζει. Ο αντιάχειρας του χαιδευάει το καάτω χειάλος
μου.
Βγαάζω την γλωάσσα μου εάξω για να υγραάνω τα χειάλη μου και τον ακουμπαάω.
«Σε ευχαριστωά» χαμογελαάω ντροπαλαά. Δεν ξεάρω γιατιά νιωάθω εάτσι μεταά αποά
αυτοά που καάναμε, αλλαά ειάναι η αληάθεια. Ο Χαάρρυ με εάχει δει στην πιο

215

αδυάναμη και ευαιάσθητη καταάσταση, που κανειάς δεν με ειάχε δει ως τωάρα και
αυτοά με φοβιάζει, οάσο και να με ενθουσιαάζει.
«Θα εάπρεπε να σε προειδοποιηάσω προτουά χρησιμοποιηάσω τα δαάχτυλα μου,
προσπαάθησα να ειάμαι ευγενικοάς» απολογειάται και κουναάω το κεφαάλι μου.
«Δεν πειραάζει, εάνιωσα ωραιάα» κοκκινιάζω. Χαμογελαάει και βαάζει μια τουάφα
μαλλιωάν πιάσω αποά το αυτιά μου.
Εάνα μικροά τρεάμουλο διαπερναά την πλαάτη μου και ο Χαάρρυ εάρχεται πιο κονταά.
«Κρυωάνεις?» με ρωταάει και γνεάφω. Με εκπληάσσει καθωάς σηκωάνει το παάπλωμα
αποά
την αάκρη σκεπαάζοντας το σχεδοάν γυμνοά κορμιά μου.
Νιωάθοντας υπερβολικαά κονταά του, νιωάθω γενναιάα και πλησιαάζω προς το μεάρος
του.
Τα μαάτια του με παρατηρουάν προσεχτικαά καθωάς μαζευάομαι και ξαπλωάνω το
κεφαάλι μου στην επιφαάνεια των κοιλιακωάν του. Το δεάρμα του ειάναι πιο κρυάο
απ’ οάτι περιάμενα, το αεραάκι ακοάμη φυσαάει στο δωμαάτιο. Ανυψωάνω τα
καλυάμματα και σκεπαάζω το στεάρνο του, κρυάβοντας το κεφαάλι μου αποά καάτω
του. Σηκωάνει ψηλαά την κουβεάρτα αποκαλυάπτοντας το προάσωποά μου και σκυάβω,
γελωάντας με το μικροά κρυφτουάλι που παιάζουμε.
«Ποάσο ακοάμη μεάχρι να ξαναπαάμε καάτω?» τον ρωτωά και σηκωάνει τους ωάμους.
Μακαάρι να ξαάπλωνα μαζιά του για ωάρες, νιωάθοντας τον χτυάπο της καρδιαάς του
στο μαάγουλοά μου.
«Μαάλλον θα πρεάπει να παάμε καάτω πριν να αρχιάσουν να νομιάζουν οάτι το
καάνουμε εδωά μεάσα» μου λεάει. Συνηθιάζω μεάρα με τη μεάρα το βρωάμικο στοάμα
του, αλλαά ακοάμη σοκαάρομαι οάταν ακουάω να μιλαάει εάτσι τοάσο καθημεριναά.
Οάμως αυτοά που με εκπληάσσει περισσοάτερο ειάναι ο τροάπος που το δεάρμα μου
γαργαλιεάται καάθε φοραά μου μιλαάει εάτσι.
Στεναάζω και σηκωάνομαι αποά το κρεβαάτι. Νιωάθω το βλεάμμα του Χαάρρυ παάνω
μου καθωάς σκυάβω για να παάρω τα ρουάχα μου. Του πεταάω το μπλουζαάκι του και
το φοραάει, μεταά ανακατευάει τα ατιάθασα μαλλιαά του. Φορωά το εσωάρουχοά μου
καθωάς το κουναάω καάτω αποά το βλεάμμα του. Το καλσοάν ακολουθειά και παραλιάγο
να πεάσω, καθωάς γλιστραάω παάνω του.
«Σταμαάτα να με κοιταάς, με καάνεις νευρικηά» του λεάω και χαμογελαάει, τα
λακκαάκια του πιο εμφανηά αποά ποτεά.
Ο Χαάρρυ βαάζει το χεάρι στην τσεάπη του και κοιταάζει το ταβαάνι. Χαζογελαάω και
επιτεάλους φοραάω το καλσοάν μου.

216

«Μπορειάς να κουμπωάσεις το φοάρεμα μου οάταν το βαάλω?» τον ρωταάω. Τα μαάτια
του σκαναάρουν το κορμιά μου και μπορωά να δω τις κοάρες τον ματιωάν του να
διαστεάλλονται αποά μακριαά. Κοιταάζω καάτω και καταλαβαιάνω το γιατιά. Το
στηάθος μου εάχει βγει εάξω αποά το σουτιεάν μου και το δαντελωτοά καλσοάν
κρεάμεται παάνω αποά τους γοφουάς μου, ξαφνικαά νιωάθω σαν pin up girl.
«Ν …. Ναι. Θα σε κουμπωάσω» καταπιάνει. Ειάναι απιάστευτο πως καάποιος κουάκλος
και σεάξι, σαν τον Χαάρρυ θα επηρεαζοάταν τοάσο πολυά αποά εμεάνα. Με εάχουν
αποκαλεάσει οάμορφη αρκετεάς φορεάς, αλλαά ποτεά σεάξι, δεν μοιαάζω καθοάλου με
τις κοπεάλες που συνηάθως μπλεάκεται. Δεν εάχω ταττουά, ουτε σκουλαρικια και
ντυάνομαι με συντηρητικαά ρουάχα.
Βαάζω το φοάρεμα και του γυρνωά την πλαάτη μου, περιμεάνοντας να με
κουμπωάσει.
Σηκωάνω τα μαλλιαά μου παάνω απ’ το κεφαάλι μου. Το δαάχτυλοά του χαιδευάει το
δεάρμα μου, αποφευάγοντας το κουάμπωμα του σουτιεάν, πριν να το κουμπωάσει.
Ανατριχιαάζω και γεάρνω προς τα πιάσω του. Επιάτηδες σπρωάχνω τον πισινοά μου
σε αυτοάν και τον ακουάω να ρουφαάει μια αναάσα. Τα χεάρια του μετακινουάνται
στους γοφουάς μου και με χουφτωάνει απαλαά. Τον νιωάθω να σκληραιάνει αποά
πιάσω μου, στεάλνοντας ηλεκτρισμοά που με διαπερναά σαν να ειάναι η εκατοστηά
φοραά, σηάμερα.
«Χαάρρυ?» η φωνη της Καάρεν ακουγεται αποά εξω, καθως χτυπα ελαφρως την
πορτα. Αναβει το φως, πριν ανοιξει την πορτα και εμφανιστει η Καρεν. Ειμαι
ευγνωμων που ειάμαστε και οι δυάο ντυμεάνοι.
«Λυπαάμαι που διακοάπτω, αλλαά εάχω φτιαάξει μερικαά επιδοάρπια, και υπεάθεσα
οάτι ιάσως θα θεάλατε να δοκιμαάσετε?» προσφερεται ευγενικαά. Ο Χαάρρυ δεν
απανταά αλλα κοιτα προς το μεάρος μου, περιμεάνοντας να απαντηάσω εγω.
«Ναι, αυτοά θα΄ ταν θαυμασιο» χαμογελαάω και ανταποδιάδει.
«Τεάλεια! Θα σας δω καάτω» μας λεάει και φευάγει.
«Εγωά εάφαγα ηάδη το γλυκοά μου» με πειραάζει ο Χαάρρυ και τον σκουνταάω.
Περπαταάμε στο σαλοάνι μαζιά με το χεάρι του στην μεάση μου, καθοδηγωάντας με.
Ο Λιάαμ καάθεται στον καναπεά με εάνα βιβλιάο στην αγκαλιαά του. Πρεάπει να
σιγουρευτωά οάτι θα του μιληάσω, δεν θεάλω να χαάσω την φιλιάα του.

217

Chapter 53
Η Καάρεν ειάχε φτιαάξει πολλαά γλυκαά για εμαάς. Εάφαγα μερικαά ενωά η Καάρεν
και εγωά συζητουάσαμε την αγαάπη της για το ψηάσιμο.
Ο Λιάαμ δεν ειάναι μαζιά μας στην τραπεζαριάα αλλαά δεν φαιάνεται αυτοά να
δημιουργειά υποψιάες. “ και εμεάνα μου αάρεσε να ψηάνω.
Απλαά δεν ειάμαι καληά σε αυτοά”, της λεάω και γελαάει.
“Θα μου αάρεσε πολυά να σε διδαάξω, ειάμαι παάρα πολυά καληά ψηάστης” λεάει με
καμαάρι και χαμογελαάω. Η ελπιάδα ειάναι εμφανηάς στα κασταναά της μαάτια και
εγωά γνεάφω.
“Αυτοά θα ηάταν υπεάροχο”. Δεν εάχω την δυνατοάτητα να πω οάχι. Τη νιωάθω θεάλει
πραγματικαά να καάνει μια προσπαάθεια να με γνωριάσει. Πιστευάει πως ειάμαι η
κοπεάλα του Χαάρρυ και δεν μπορωά να της πω το αντιάθετο. Ο Χαάρρυ δεν εάχει
καάνει ουάτε και αυτοάς κιάνηση να της το πει ουάτε και στον πατεάρα του, καάτι που
με καάνει να γεμιάζω ελπιάδα. Ευάχομαι η ζωηά μου οάλη να μπορουάσε να ειάναι
οάπως αυτοά το βραάδυ, να περναάω ευχαάριστα με τον Χαάρρυ, τα μαάτια του να
συνανταάνε διαρκωάς τα δικαά μου καθωάς συζητωά με τον πατεάρα του και την
μελλοντικηά του μητριαά. Φεάρεται καλαά, για την τελευταιάα
ωάρα τουλαάχιστον
και ο αντιάχειρας του τριάβει το χεάρι μου , μια ευγενικηά χειρονομιάα που μου
προκαλειά μια διαρκειά σειραά αποά πεταλουάδες μεάσα μου. Η βροχηά εάξω
συνεχιάζεται και ο αεάρας ειάναι δυνατοάς…
Αφουά τελειωάνουμε το επιδοάρπιο, ο Χαάρρυ σηκωάνεται αποά το τραπεάζι. Τον
κοιταάζω ερωτηματικαά και αυτοάς σκυάβει αποά παάνω μου για να ψιθυριάσει στο
αυτιά μου.
“επιστρεάφω αμεάσως, απλαά πηγαιάνω στην τουαλεάτα.” Μου λεάει και
χαμογελαάω. Τον παρακολουθωά καθωάς απομακρυάνεται και εξαφανιάζεται στο
χολ.

218

“Κανειάς αποά τους δυάο δεν μπορειά να σε ευχαριστηάσει αρκεταά, ηάταν υπεάροχο
να εάχουμε εδωά τον Χαάρρυ , ακοάμα και αν ειάναι απλαά για εάνα δειάπνο. ” Λεάει η
Καάρεν και ο Κεν παιάρνει το χεάρι της στο δικοά του παάνω στο τραπεάζι.
“ Εάχει διάκιο, ειάναι υπεάροχο ως πατεάρας να βλεάπω το γιο μου ερωτευμεάνο,
παάντα ανησυχουάσα πως δεν θα μπορουάσε… ηάταν εάνα.. θυμωμεάνο αγοάρι.” Ο
Κεν ψελλιάζει και με κοιταάει.
Πρεάπει να παρατηάρησε πως μετακινηάθηκα αάβολα στην καρεάκλα μου. “
Συγνωάμη δεν ηάθελα να νιωάσεις αάβολα , απλαά μας αρεάσει να τον βλεάπουμε
χαρουάμενο.”
Χαρουάμενο; Ερωτευμεάνο; Πνιάγομαι στην ιάδια μου την αναπνοηά και ξεσπωά σε
εάναν συνεχοάμενο βηάχα, το κρυάο νεροά στο ποτηάρι μου γλιστραάει στο λαιμοά μου
ηρεμωάντας τον και κοιτωά ξαναά αυτουάς. Πιστευάουν πως ο Χαάρρυ ειάναι
ερωτευμεάνος μαζιά μου; Θα ηάταν υπερβολικαά αγενεάς να γελαάσω απεάναντιά
τους , αλλαά προφανωάς δεν γνωριάζουν τον Χαάρρυ.
Πριν προλαάβω να απαντηάσω ο Χαάρρυ επιστρεάφει και ευχαριστωά το Θεοά που
δεν χρειαάστηκε να απαντηάσω στις γλυκεάς αλλαά λανθασμεάνες υποθεάσεις
τους. Δεν καάθεται, αντιθεάτως στεάκεται πιάσω μου με τα χεάρια του στην πλαάτη
της καρεάκλας.
“Καλυάτερα να φευάγουμε, πρεάπει να γυριάσω την Τεάσσα στην Εστιάα.” Ο Χαάρρυ
τους λεάει.
“Oh, μην ειάσαι ανοάητος. Μειάνετε και οι δυάο εδωά για αποάψε. Βρεάχει
καταρρακτωδωάς εάξω και εμειάς εάχουμε πολυά χωάρο, σωσταά Κεν;” Κοιταάζει τον
αρραβωνιαστικοά της και αυτοάς γνεάφει.
“Φυσικαά, ειάστε και οι δυάο ευπροάσδεκτοι νε μειάνετε.” Λεάει και ο Χαάρρυ με
κοιταάζει. Θεάλω να μειάνω. Για να παρατειάνω την ωάρα μου με τον Χαάρρυ ειδικαά
οάταν ειάναι σε τοάσο καληά διαάθεση.
“Δεν εάχω προάβλημα.” απανταάω και προσπαθωά να κοιταάξω στα μαάτια τον
Χαάρρυ. Δεν θεάλω να τον ταραάξω θεάλοντας να μειάνουμε εδωά και αάλλο. Τα
μαάτια του δεν μπορουάν να διαβαστουάν αλλαά δεν φαιάνεται θυμωμεάνος.
“Τεάλεια! Εάκλεισε. Θα δειάξω στην Τεάσσα εάνα δωμαάτιο εκτοάς κι αν μειάνεις με
τον Χαάρρυ στο δικοά του;” Ρωταάει, δεν υπαάρχει καμιάα κατηγοριάα στη φωνηά της
μοναχαά καλοσυάνη.
“Οάχι θα προτιμουάσα δικοά μου δωμαάτιο παρακαλωά. Αν δεν υπαάρχει προάβλημα;”
ρωταάω και ο Χαάρρυ με κοιταάζει επιάμονα.

219

Οποάτε με θεάλει στο δωμαάτιοά του μαζιά του; Η σκεάψη με συναρπαάζει αλλαά δεν
θεάλω να ξεάρουν πως εγωά και ο Χαάρρυ φταάσαμε σε αυτοά το σημειάο, ακοάμη. Η
υάπουλη συνειάδηση μου, μου υπενθυμιάζει πως δεν βγαιάνουμε καν, ουάτε τιάποτα
κονταά σε αυτοά. Εάχω αγοάρι που δεν ειάναι ο Χαάρρυ. Την αγνοωά οάπως συνηάθως και
ακολουθωά την Καάρεν στον επαάνω οάροφο. Ο Χαάρρυ δεν ακολουθειά.
Μου δειάχνει εάνα δωμαάτιο ακριβωάς απεάναντι αποά του Χαάρρυ. Δεν ειάναι τοάσο
μεγαάλο οάσο το δικοά του , αλλαά ειάναι διακοσμημεάνο το ιάδιο οάμορφα. Το κρεβαάτι
ειάναι λιάγο μικροάτερο με λευκοά σκελετοά στο προσκεφαάλι. Υπαάρχουν
φωτογραφιάες αποά πλοιάα και αάγκυρες σκορπισμεάνες στο δωμαάτιο. Την
ευχαριστωά πολλεάς φορεάς και αυτηά με αγκαλιαάζει ξαναά πριν με αφηάσει μοάνη
μου στο δωμαάτιοά μου.
Προχωρωά γυάρω στο δωμαάτιο φταάνοντας στο παραάθυρο. Η πιάσω αυληά ειάναι
πολυά πιο μεγαάλη αποά οάτι περιάμενα. Ειάχα δει μοναάχα τη βεραάντα και τα
δεάντρα στην αριστερηά μεριαά. Στη δεξιαά μεριαά υπαάρχει εάνα κτιάσμα, μοιαάζει
με θερμοκηάπιο, αλλαά δεν μπορωά να ειάμαι σιάγουρη εξαιτιάας της βροχηάς. Θα
πρεάπει να ρωτηάσω τον Χαάρρυ, αν ξεάρει και ο ιάδιος βεάβαια. Δεν περναάει και
πολυά χροάνο εδωά, οποάτε μαάλλον δεν θα ξεάρει.
Καθωάς χαζευάω τη βροχηά οι σκεάψεις μου αρχιάζουν να τρελαιάνονται. Σηάμερα
ηάταν η καλυάτερη μεάρα που ειάχα με τον Χαάρρυ, παραά τα πολλαπλαά του
ξεσπαάσματα. Κραάτησε το χεάρι μου, καάτι που ποτεά δεν καάνει, ακουάμπησε το
χεάρι του στη πλαάτη μου καθωάς περπατουάσαμε, και εάβαλε τα δυναταά του νε με
καθησυχαάσει οάταν ανησυχουάσα για τον Λιάαμ. Μεάχρι αυτοά το σημειάο εάχει
φταάσει η.. φιλιάα μας ηά οάτι κι αν ειάναι αυτοά. Εδωά ειάναι το μπεάρδεμα, ξεάρω οάτι
δεν μπορουάμε και ποτεά δεν θα βγαιάνουμε κανονικαά, αλλαά ιάσως οάτι καάνουμε
τωάρα θα μπορουάσε να ειάναιαρκετοά; Δεν ειάχα φανταστειά οάτι θα ηάμουν φιάλος
με προτερηάματα με καάποιον αλλαά ξεάρω πως δεν θα μπορεάσω να μειάνω
μακριαά του. Εάχω προσπαθηάσει αρκετεάς φορεάς μεάχρι τωάρα και ποτεά δεν
λειτουάργησε.
Εάνα σιγανοά χτυάπημα στην ποάρτα με βγαάζει αποά τις σκεάψεις μου. Περιάμενα να
δω την Καάρεν ηά τον Χαάρρυ οάταν θα αάνοιγα, αλλαά αντιθεάτως βλεάπω τον Λιάαμ.
Εάχει τα χεάρια του στις τσεάπες και υπαάρχει εάνα αάβολο χαμοάγελο στο οάμορφο
προάσωποά του.
“Γεια.” λεάει και χαμογελωά.
“Γεια, θες να περαάσεις μεάσα;” Τον ρωταάω και γνεάφει.
Περπαταάω και καάθομαι στο κρεβαάτι. Αυτοάς τραβαάει μια καρεάκλα αποά το μικροά
τραπεάζι στη γωνιάα και καάθεται.
“Εγωά…” λεάμε και οι δυάο ταυτοάχρονα και γελαάμε.

220

“Εσυά πρωάτη.” Προτειάνει.
“Οκ, λυπαάμαι πολυά που εάμαθες για εμεάνα και τον Χαάρρυ με αυτοάν τον τροάπο,
δεν πηάγα εκειά εάξω με αυτηά την προάθεση.
Απλαά ηάθελα να σιγουρευτωά πως ηάταν καλαά, οάλο αυτοά το δειάπνο με τον
πατεάρα του τον ειάχε πραγματικαά επηρεαάσει και με καάποιον τροάπο
καταληάξαμε απλαά… να φιλιοάμαστε. Ξεάρω ποάσο τρομεροά ειάναι εκ μεάρους μου
και ξεάρω πως ειάναι απαιάσιο που απαταάω το Νοάα, αλλαά ειάμαι απλαά τοάσο
μπερδεμεάνη, και προσπαάθησα να μειάνω μακριαά αποά το Χαάρρυ, πραγματικαά
προσπαάθησα.” Παιάρνω αναάσα.
“Δεν σε κριάνω Τεάσσα. Ηάμουν απλαά εάκπληκτος οάταν σας ειάδα να φιλιεάστε στη
βεραάντα, πιάστευα οάτι οάταν εάβγαινα εάξω θα σας εάβλεπα να ουρλιαάζετε ο εάνας
στον αάλλον.” Γελαάει και συνεχιάζει. “ Ηάξερα πως καάτι εάτρεχε με εσαάς τους δυάο
οάταν ειάχατε εκειάνον τον καυγαά στη μεάση της Λογοτεχνιάας και μεταά οάταν
εάμεινες το προηγουάμενο Σαββατοκυάριακο, και μεταά οάταν γυάρισε πιάσω και
αάρχισε καυγαά μαζιά μου. Τα σημαάδια ηάταν οάλα εκειά αλλαά περιάμενα πως θα
μου το εάλεγες εσυά, αλλαά καταλαβαιάνω γιατιά δεν το εάκανες.” Λεάει και εγωά
νιωάθω εάνα μεγαάλο βαάρος στους ωάμους μου.
“Δεν ειάσαι θυμωμεάνος μαζιά μου; Ηά να εάχεις αλλαάξει γνωάμη για εμεάνα;” Τον
ρωταάω και κουναάει το κεφαάλι του αρνητικαά.
“ Οάχι, φυσικαά και οάχι. Ανησυχωά για εσεάνα και τον Χαάρρυ παρ’ οάλα αυταά. Δεν
θεάλω να σε πληγωάσει και πιστευάω πως θα το καάνει.
Συγνωάμη που το λεάω αυτοά,
αλλαά ως φιάλος σου πρεάπει να σε ενημερωάσω πως θα το καάνει.” Λεάει. Θεάλω να
γιάνω αμυντικηά ακοάμα και θυμωμεάνη, αλλαά εάνα μεάρος μου ξεάρει πως εάχει
διάκιο, απλαά ελπιάζω να μην εάχει.
“Λοιποάν, τι θα καάνεις με το Νοάα;” ρωταάει και αναστεναάζω.
“Δεν εάχω ιδεάα, φοβαάμαι πως αν τον χωριάσω θα το μετανιωάσω, αλλαά αυτοά που
του καάνω δεν ειάναι διάκαιο. Απλαά χρειαάζομαι λιάγο χροάνο να αποφασιάσω τι θα
καάνω.”
Γνεάφει.
“Ειάμαι πραγματικαά ανακουφισμεάνη που δεν μου εάχεις θυμωάσει.” Του λεάω και
χαμογελαάει.
“ Εάκανα σαν κοάπανος νωριάτερα, απλαά δεν ηάξερα τι να πω, λυπαάμαι.”
“Και εγωά το ιάδιο, καταλαβαιάνω αποάλυτα.” Σηκωνοάμαστε και οι δυάο και με
αγκαλιαάζει. Μια ζεστηά και παρηγορητικηά αγκαλιαά καθωάς η ποάρτα ανοιάγει.
“Εεε.. διακοάπτω καάτι;” Η φωνηά του Χαάρρυ ταξιδευάει στο δωμαάτιο.

221

“ Οάχι, πεάρασε.” Του λεάω και στριφογυριάζω τα μαάτια του.
Ελπιάζω να ειάναι
ακοάμα σε καληά διαάθεση.
“Σου εάφερα καάποια ρουάχα για να φορεάσεις να κοιμηθειάς.” Μου λεάει. Αφηάνει
μια μικρηά στοιάβα με ρουάχα στο κρεβαάτι και καάνει να φυάγει.
“Ευχαριστωά, μπορειάς να μειάνεις.” Δεν θεάλω να φυάγει.
“ Οάχι, καλαά ειάμαι.” Λεάει αποάτομα και φευάγει αποά το δωμαάτιο.
“ Αλλαάζει τοάσο συχναά η διαάθεσηά του!” γκρινιαάζω και πεάφτω στο κρεβαάτι.
Ο Λιάαμ κρυφογελαάει και καάθεται ξαναά. “ Ναι, το οάτι αλλαάζει συχναά η διαάθεσηά
του ειάναι καάτι που μπορειάς να πεις για αυτοάν.”
Λεάει και ξεσπαάμε και οι δυάο σε γεάλια. Ο Λιάαμ αρχιάζει να μιλαάει για την
Ντανιεάλα και για το οάτι δεν μπορειά να περιμεάνει μεάχρι το Σαββατοκυάριακο
που θα τον επισκεφτειά. Σχεδοάν ξεάχασα για την φωτιαά. Ο Νοάα εάρχεται. Ιάσως
θα πρεάπει να του πω να μην εάρθει. Τι και αν αυτηά η αλλαγηά αναάμεσα σε
εμεάνα και τον Χαάρρυ ειάναι μοναχαά στο μυαλοά μου; Νιωάθω πως καάτι εάχει
αλλαάξει αναάμεσαά μας σηάμερα, και αυτοάς μου ειάπε πως με θεάλει οάσο δεν εάχει
θεληάσει ποτεά κανεάναν.Αλλαά δεν ειάπε ακριβωάς πως εάχει αισθηάματα για
εμεάνα, μοάνο οάτι με θεάλει. Υστεάρα αποά μιάα ωάρα που μιλουάσα με τον Λιάαμ για
οτιδηάποτε, αποά τον Τολστοάι ως τον οριάζοντα του Σιαάτλ, με καληνυχτιάζει και
επιστρεάφει στο δωμαάτιοά του αφηάνοντας με μοάνη μου με τις σκεάψεις μου και
τον ηάχο της βροχηάς.
Παιάρνω τα ρουάχα που μου εάφερε ο Χαάρρυ για να φορεάσω. Εάνα αποά τα
χαρακτηριστικαά μαυάρα μπλουζαάκια του ειάναι παάνω αποά εάνα ζευγαάρι κοάκκινα
και γκρι καροά εσωάρουχα. Γελαάω στην ιδεάα του Χαάρρυ να τα φοραάει, αλλαά
μεταά συνειδητοποιωά πως ποτεά δεν τα εάχει βαάλλει. Ειάναι αποά το ντουλαάπι με
τα ρουάχα που δεν εάχουν ποτεά φορεθειά. Σηκωάνω το μπλουζαάκι και μυριάζει σαν
και αυτοάν. Το εάχει φορεάσει αυτοά εδωά και πολυά προάσφατα μαάλιστα. Η μυρωδιαά
ειάναι εθιστικηά, μεάντα και ειάναι απεριάγραπτη αλλαά ειάναι η καινουάρια μου
αγαπημεάνη μυρωδιαά σε οάλον τον κοάσμο. Εάνα ζευγαάρι αποά μεγαάλες μαυάρες
καάλτσες συνοδευάει τα ρουάχα και βγαάζω το καλσοάν, το φοάρεμα και το σουτιεάν
μου πριν φορεάσω τα ρουάχα. Το εσωάρουχα ειάναι υπερβολικαά μεγαάλο αλλαά
ειάναι πολυά βολικαά. Ξαπλωάνω στο κρεβαάτι και τραβαάω την κουβεάρτα μεάχρι το
στηάθος μου, τα μαάτια μου καρφωμεάνα στο ταβαάνι καθωάς ξαναά ζω τη μεάρα στο
μυαλοά μου. Ονειρευάομαι πραάσινα μαάτια και μαυάρα μπλουζαάκια καθωάς με
παιάρνει ο υάπνος.
“ΟΧΙ!!” Πεταάγομαι οάρθια οάταν ο ακουάω τον Χαάρρυ να φωναάζει. Ακουάω
πραάγματα;

222

“Παρακαλωά!” φωναάζει ξαναά. Πηδωά αποά το κρεβαάτι και τρεάχω στο χολ.

Chapter 54
Tα χεάρια μου βριάσκουν το μεταλλικοά ποάμολο της ποάρτας του δωματιάου του
Χαάρρυ και το γυριάζω. Ευτυχωάς ανοιάγει, πρεάπει να ξεάχασε να κλειδωάσει.
“ΟΧΙ! Παρακαλωά..” Ουρλιαάζει ξαναά. Αν καάποιος του καάνει κακοά, δεν εάχω ιδεάα τι
θα καάνω, δεν το σκεάφτηκα καθοάλου αυτοά.
Παάω με δυσκολιάα προς τη λαάμπα και
την ανοιάγω. Ο Χαάρρυ ειάναι χωριάς μπλουάζα τυλιγμεάνος με το χοντροά παάπλωμα,
και χτυπιεάται διωάχνοντας το αποά παάνω του. Θυμαάμαι αμυδραά τη Στεφ να

223

αναφεάρει πως ειάχε ακουάσει οάτι ο Χαάρρυ ειάχε εφιαάλτες, οι φηάμες πρεάπει να
ειάναι αληθινεάς.
Χωριάς να το σκεφτωά, καάθομαι στο κρεβαάτι και ακουμπωά τον ωάμο του. Το δεάρμα
του ειάναι καυτοά, υπερβολικαά καυτοά.
“Χαάρρυ!” λεάω ηάρεμα, προσπαθωάντας να τον ξυπνηάσω. Το κεφαάλι του πεάφτει
στο πλαάι και κλαψουριάζει αλλαά δεν ξυπναάει.
“Χαάρρυ, ξυάπνα!” Κλαιάω και τον σκουντωά πιο δυναταά ενωά το σωάμα μου κινειάτε
και καάθομαι επαάνω του. Και τα δυάο μου χεάρια παάνε στους ωάμους τους αάλλη
μιάα φοραά και τον κουναάω ξαναά. Τρεμοπαιάζει τα μαάτια πριν τα ανοιάξει, ειάναι
γεμαάτα τροάμο για μια συάντομη στιγμηά πριν τα γεμιάσει η ανασταάτωση, και
μεταά η ανακουάφιση. Σταγοάνες ιδρωάτα καλυάπτουν το μεάτωποά του.
“Τες.” Πνιάγεται. Ο τροάπος που λεάει το οάνομαά μου σπαάει την καρδιάα μου και
μεταά τη θεραπευάει. Μεάσα σε δευτεροάλεπτα ξεμπλεάκει τα χεάρια του και τα
τοποθετειά στην πλαάτη μου, σπρωάχνοντας με μπροσταά να ξαπλωάσω στο στηάθος
του. Η υγρασιάα στο στηάθος του με βριάσει απροετοιάμαστη αλλαά δεν κουνιεάμαι.
Μπορωά να ακουάσω την καρδιάα του να χτυπαά γρηάγορα στο μαάγουλοά μου.
Καημεάνε Χαάρρυ. Βαάζω και τα δυάο μου χεάρια στα πλαάγια του σωάματοάς του και
τον αγκαλιαάζω. Χαιϊδευάει τα μαλλιαά μου καθωάς επαναλαμβαάνει το οάνομαά
μου ξαναά και ξαναά, λες και ειάμαι το φυλαχτοά του στο σκοταάδι.
“Χαάρρυ, ειάσαι καλαά;” Η φωνηά μου ειάναι πιο χαμηληά και αποά ψιάθυρο.
“ Οάχι.” Ομολογειά. Το στηάθος του σηκωάνεται και κατεβαιάνει πιο αργαά αποά πριν,
αλλαά η αναάσα του δεν εάχει ηρεμηάσει ακοάμα. Δεν θεάλω να τον πιεάσω να
συζητηάσει τον τροάμο που μοάλις ονειρευάτηκε.
Δεν τον ρωταάω αν θεάλει να μειάνω, καταά καάποιον τροάπο ξεάρω οάτι το θεάλει.
Οάταν σηκωάνομαι να κλειάσω τη λαάμπα το σωάμα του ακινητοποιειάτε.
“Παάω να κλειάσω τη λαάμπα εκτοάς και αν τη θες ανοιχτηά;” τον ρωταάω. Μοάλις
καταλαβαιάνει τι καάνω χαλαρωάνει, αφηάνονταάς με να φταάσω τη λαάμπα.
“Κλειστηά παρακαλωά” Ικετευάει. Οάταν το δωμαάτιο επιστρεάφει στο αποάλυτο
σκοταάδι ξαπλωάνω ξαναά στο στηάθος του.
Ειάχα φανταστειά πως το να ξαπλωάσω με αυτοάν τον τροάπο, ανεβασμεάνη στο
σωάμα του θα ηάταν αάβολο, αλλαά ειάναι παρηγορητικοά και για εκειάνον και για
εμεάνα. Το να ακουάω την καρδιάα του να χτυπαά καάτω αποά τη σκληρηά του
επιφαάνεια με ηρεμειά, περισσοάτερο αποά τις σταγοάνες της βροχηάς στην οροφηά.
Θα εάκανα τα παάντα, θα εάδινα τα παάντα για να μπορωά να περναάω καάθε βραάδυ
με τον Χαάρρυ, να ξαπλωάνω με αυτοάν τον τροάπο μαζιά του, να εάχω τα χεάρια του
γυάρω αποά τη πλαάτη μου καθωάς η αναάσα του ηρεμειά.

224


Ξυπναάω νιωάθοντας τον Χαάρρυ να κινειάτε αποά καάτω μου. Ειάμαι ακοάμα
ξαπλωμεάνη αποά παάνω του, τα ποάδια μου στις δυάο πλευρεάς του. Το μαάγουλοά μου
πιεάζεται στο στηάθος του, σηκωάνω το κεφαάλι μου και τα μαάτια του συναντουάν
τα δικαά μου. Στο φως της μεάρας δεν ξεάρω αν με θεάλει οάπως και χθες το
βραάδυ. Δεν μπορωά να διαβαάσω την εάκφρασηά του, και η ανησυχιάα μου
μεγαλωάνει. Νιωάθω το λαιμοά μου να ποναάει επειδηά κοιμηάθηκα παάνω στο
σκληροά στηάθος του Χαάρρυ, και πρεάπει να τεντωάσω τα ποάδια μου.
“Καλημεάρα.” Μου χαμογελαάει και τα λακκαάκια του εμφανιάζονται, ηρεμωάντας
τον φοάβο μου.
“Καλημεάρα.” Μετακινουάμαι για να σηκωθωά αποά παάνω του αλλαά με σταματαάει.
“Πουά πας;” Με ρωταάει.
“ Ο λαιμοάς μου ποναάει.” Λεάω και με φεάρνει να ξαπλωάσω διάπλα του, η πλαάτη
μου πιεσμεάνη στο στηάθος του. Με εκπληάσσει οάταν φεάρνει το χεάρι του στο λαιμοά
μου, καάνονταάς με να πηδηάξω. Το ξεπερνωά γρηάγορα καθωάς το χεάρι του αρχιάζει
να τριάβει το λαιμοά μου. Τα μαάτια μου κλειάνουν και μορφαάζω αποά το αάγγιγμα
του στο σημειάο του ποάνου αλλαά εξαφανιάζεται γρηάγορα καθωάς μου καάνει
μασαάζ.
“Σε ευχαριστωά.” Μιλαάει πριν αποά εμεάνα. Γυριάζω το κεφαάλι μου για να τον
κοιταάξω.
“Για τι;” Ιάσως μου λεάει να τον ευχαριστηάσω για το τριάψιμο στο λαιμοά;
“ Επειδηά… ηάρθες εδωά. Επειδηά εάμεινες.” Τα μαάγουλαά του κοκκινιάζουν και τα
μαάτια του απομακρυάνονται αποά τα δικαά μου. Ντρεάπεται. Ο ντροπιασμεάνος
Χαάρρυ καταφεάρνει παάντα να με θαυμαάζει και να μπερδευάει.
“Δεν χρειαάζεται να με ευχαριστειάς, θεάλεις να το συζητηάσεις;” Ελπιάζω να
θεάλει, θεάλω να μαάθω τι ονειρευάεται.
“ Οάχι.” δηλωάνει και εγωά γνεάφω. Θεάλω να τον πιεάσω παραπαάνω αλλαά ξεάρω τι
θα γιάνει εαάν το καάνω.
“Ειάσαι απιάστευτα σεάξι φορωάντας το μπλουζαάκι μου.”
Μουρμουριάζει στο αυτιά
μου. Σπρωάχνει το κεφαάλι μου με το δικοά του και φεάρνει τα χειάλι του στο δεάρμα
μου. Συνειδητοποιωά οάτι μου εάφερε το μπλουζαάκι που φορουάσε χθες και για
αυτοά η μυρωδιαά ηάταν τοάσο εάντονη στο υάφασμα. Τα μαάτια μου κλειάνουν ως
απαάντηση στα χειάλη του γυάρω αποά το λοβοά του αυτιουά μου, τραβωάντας τον
ελαφραά. Μπορωά να τον νιωάσω να σκληραιάνει και αυτοά με καάνει να νιωάθω

225

χαλαρηά, με εάναν υπεάροχο τροάπο. Η διαάθεση του Χαάρρυ αλλαάζει συνεχωάς,
αλλαά αυτουά του ειάδους η αλλαγηά ειάναι αυτηά που απολαμβαάνω περισσοάτερο.
“Χαάρρυ.” Η φωνηά μου βγαιάνει σαν τσιριάδα και αυτοάς κρυφογελαάει στο λαιμοά
μου. Το χεάρι του ταξιδευάει καάτω στο σωάμα μου, και φεάρνει τον αντιάχειραά του
στη ζωάνη της μεγαάλης μου πιτζαάμας.Ο σφυγμοάς μου αρχιάζει να αυξαάνεται
και η αναάσα μου κοάβεται οάταν γλιστραάει το χεάρι του στο μπροσταά μεάρος του
εσωρουάχου μου. Εάχει παάντα την ιάδια επιάδραση παάνω μου, μεάσα σε
δευτεροάλεπτα με καάνει να σταάζω στο εσωάρουχοά μου. Το αάλλο του χεάρι πιαάνει
το στηάθος μου και ξεφυσαά καθωάς χτυπαά τον αντιάχειρα του στην ευαιάσθητη
ρωάγα μου, καάνοντας με να χαιάρομαι που δεν κοιμηάθηκα με το σουτιεάν μου.
“Δεν μπορωά να σε χορταάσω Τες.” Η βραχνηά του φωνηά ειάναι ακοάμη πιο γεμαάτη
αποά λαχταάρα. Το χεάρι του ακουμπαά το εσωάρουχοά μου και με τραβαάει οάσο πιο
κονταά του γιάνεται. Η στυάση του πιεάζεται επαάνω μου. Ψαάχνω καάτω και πιαάνω το
χεάρι του, μετακινωάντας το αποά το εσωάρουχοά μου. Οάταν γυριάζω να τον
αντικριάζω, εάνα κατσουάφιασμα καλυάπτει το προάσωποά του.
“Εγωά… θεάλω να καάνω καάτι για εσεάνα.” Ψιθυριάζω σιγαναά, ντροπιασμεάνη.
Εάνα χαμοάγελο αντικαθισταά το κατσουάφιασμα του και παιάρνει το πιγουάνι μου
αναάμεσα στα δαάχτυλαά του αναγκαάζονταάς με να τον κοιταάξω.
“Τι θες να καάνεις;” ρωταάει. Δεν ξεάρω ακριβωάς, το μοάνο που ξεάρω ειάναι οάτι θεάλω
να τον καάνω να νιωάσει οάσο ωραιάα καάνει εμεάνα να νιωάθω. Θεάλω να τον δω να
χαάνει τον εάλεγχο οάπως τον εάχασα και εγωά τον προηγουάμενο Σαββατοκυάριακο,
σε αυτοά ακριβωάς το κρεβαάτι.
“Δεν ξεάρω… τι θες εσυά να σου καάνω;” Η εάλλειψη εμπειριάας ειάναι εμφανηάς στη
φωνηά μου. Ο Χαάρρυ παιάρνει τα χεάρια μου στα δικαά του και τα κατεβαάζει στο
εξοάγκωμα στο παντελοάνι του.
“Θεάλω στα αληάθεια τα γεμαάτα χειάλι σου γυάρω μου.” Η αναάσα μου κοάβεται με
τα λοάγια του και νιωάθω την πιάεση αναάμεσα στα μπουάτια μου.
“Αυτοά θεάλεις;” Ρωταάει, τα χεάρια του κινουάνται κυκλικαά γυάρω αποά τον καβαάλο
του. Τα σκουάρα του μαάτια με παρατηρουάν, ψαάχνοντας την εάκφραση μου.
Γνεάφω και καταπιάνω, κερδιάζοντας εάνα χαμοάγελο αποά αυτοάν. Σηκωάνεται και
με τραβαάει να τον συνοδευάσω. Αάγχος και θεάληση πλημμυριάζουν το σωάμα μου.
Το δυνατοά κουδουάνισμα του κινητουά του ηχειά στο δωμαάτιο
και γρυλιάζει πριν το
αρπαάξει αποά το τραπεάζι. Τα μαάτια του συνανταάνε την οθοάνη και αναστεναάζει.
“Επιστρεάφω αμεάσως.” Με ενημερωάνει και εξαφανιάζεται εάξω αποά το δωμαάτιο.
Επιστρεάφει μερικαά λεπταά μεταά και η διαάθεσηά του εάχει αλλαάξει ξαναά.

226

“Η Καάρεν φτιαάχνει πρωινοά, ειάναι σχεδοάν εάτοιμο.” Ανοιάγει την ντουλαάπα και
αρπαάζει εάνα μπλουζαάκι. Το φοραάει χωριάς να κοιταάξει στην κατευάθυνσηά μου.
“Οκ..” Σηκωάνομαι και προχωρωά προς την ποάρτα. Πρεάπει να παάω πιάσω στο
δωμαάτιοά μου και να φορεάσω εάνα σουτιεάν.
“ Τα λεάμε καάτω.” Δεν υπαάρχει κανεάνα συναιάσθημα στη φωνηά του.
Καταπιάνω
νευρικαά. Ο προσεκτικοάς Χαάρρυ ειάναι ο λιγοάτερο αγαπημεάνος μου, ακοάμα και
αποά τον θυμωμεάνο Χαάρρυ. Γνεάφω και προχωρωά στο χολ. Γιατιά δεν μπορειά
απλαά να παραμειάνειστην καληά του διαάθεση; Η μυρωδιαά του μπεάικον φταάνει
μεάχρι εδωά παάνω και η κοιλιαά μου γουργουριάζει. Ποιος τηλεφωάνησε στον Χαάρρυ
και γιατιά τον εάκανε να επιστρεάψει στο δωμαάτιο τοάσο αποάμακρος;
Φοραάω το σουτιεάν μου, και δεάνω την πυτζαάμα μου οάσο πιο σφιχταά γιάνεται.
Σκεάφτομαι να φορεάσω ξαναά το φοάρεμαά μου, αλλαά ειάναι ακοάμη πρωιά και θεάλω
νιωάθω αάνετα. Τα ποάδια μου με οδηγουάν στο μεγαάλο καθρεάφτη στον τοιάχο,
φτιαάχνω με τα χεάρια μου τις μπουάκλες που εάχουν χαλαάσει στα μαλλιαά μου
και σκουπιάζω τα μαάτια μου αποά τον υάπνο.
Καθωάς κλειάνω την ποάρτα του δωματιάου, ο Χαάρρυ ανοιάγει τη δικηά του. Αντιά να
τον κοιταάξω, επικεντρωάνομαι στην ταπετσαριάα στον τοιάχο και συνεχιάζω να
περπαταάω στο χολ. Μπορωά να ακουάσω τα βηάματαά του πιάσω μου, οάταν φταάνω
στη σκαάλα το χεάρι του τυλιάγεται γυάρω αποά τον αγκωάνα μου, τραβωάντας με
μαλακαά.
“Τι εάγινε;” Ρωταάει. Ανησυχιάα καλυάπτει το προάσωποά του.
“Τιάποτα Χαάρρυ.” Λεάω αποάτομα. Ειάμαι πολυά συναισθηματικηά και δεν εάχω φαάει
ουάτε πρωινοά ακοάμα.
“Πες μου.” Απαιτειά, σκυάβει το κεφαάλι του ωάστε να ειάναι ακριβωάς απεάναντιά μου.
Τα παραταάω. “Ποιος σου τηλεφωάνησε;”
“Κανειάς.” Λεάει ψεάματα.
“Η Μοάλλυ ηάταν;” δεν θεάλω να ξεάρω την απαάντηση.
Δεν λεάει τιάποτα, η εάκφραση του μου δειάχνει πως εάχω διάκιο. Εάφυγε αποά το
δωμαάτιο τη στιγμηά που εγωά ηάμουν εάτοιμη να… να του καάνω εκειάνο εκειά… για
να απαντηάσει στη Μοάλλυ; Θα εάπρεπε να με ειάχε εκπληάξει περισσοάτερο.
“ Τεάσσα, δεν…” Αρχιάζει. Τραβωά το χεάρι μου αποά το δικοά του και το σαγοάνι του
σφιάγγεται.

227

“Γεια σας παιδιαά.” Ο Λιάαμ εμφανιάζεται στο χολ και χαμογελαάω. Τα μαλλιαά
του ειάναι ελαφρωάς σηκωμεάνα επαάνω και φοραάει καροά πυτζαάμα παροάμοια με
τη δικηά μου. Δειάχνει υπεάροχος και νυσταγμεάνος. Προσπερνωά τον Χαάρρυ και
προχωρωά προς τον Λιάαμ. Αρνουάμαι να αφηάσω τον Χαάρρυ να δει ποάσο
ντροπιασμεάνη και πληγωμεάνη ειάμαι επειδηά απαάντησε στη Μοάλλυ ενωά ηάταν
μαζιά μου.
“Πωάς κοιμηάθηκες;” ρωταάει ο Λιάαμ και κατεβαιάνω μαζιά του τις σκαάλες
αφηάνοντας τον εάξαλλο Χαάρρυ μοάνο του.
Η Καάρεν εάχει φτιαάξει τοάσο πολυά πρωινοά, το ηάξερα οάτι θα το εάκανε. Ο Χαάρρυ
καάθεται και αυτοάς στο τραπεάζι λιάγα λεπταά μεταά. Αποφασιάζω να γεμιάσω το
πιαάτο μου με αυγαά, μπεάικον, τοστ, μια βαάφλα και μερικαά σταφυάλια.
“Ευχαριστουάμε πολυά που εάφτιαξες αυτοά το πρωινοά για εμαάς” Λεάω στην Καάρεν
και για τον Χαάρρυ και για εμεάνα. Ξεάρω πως ο Χαάρρυ δεν θα μπει στον κοάπο να
την ευχαριστηάσει.
“Ειάναι ευχαριάστησηά μου, αγαπητηά μου, πωάς κοιμηάθηκες; Ελπιάζω η καταιγιάδα να
μην σε κραάτησε ξυάπνια.” Χαμογελαάει.
Ο Χαάρρυ βριάσκεται σε εάνταση διάπλα μου, πρεάπει να ανησυχειά πως θα
αναφεάρω τον εφιαάλτη του. Θα εάπρεπε να ξεάρει μεάχρι τωάρα πως ποτεά δεν θα
το εάκανα αυτοά.
“Κοιμηάθηκα υπεάροχα, βασικαά, δεν μου εάλειψε καθοάλου το κρεβαάτι μου στην
εστιάα.” Γελαάω και οάλοι γελαάνε μαζιά μου, εκτοάς αποά τον Χαάρρυ φυσικαά. Αυτοάς
πιάνει τον χυμοά πορτοκαάλι του και κραταά τα μαάτια του στον τοιάχο. Το υποάλοιπο
πρωινοά πεάρασε με ευκολιάα καθωάς ο Κεν με τον Λιάαμ συζητουάσαν για εάναν
αγωάνα ποδοσφαιάρου.
“Αν δεν υπαάρχει προάβλημα που ρωταάω, θερμοκηάπιο ειάναι αυτοά στη πιάσω αυληά;”
ρωταάω την Καάρεν και τη βοηθωά να καθαριάσει την κουζιάνα για αάλλη μιάα φοραά.
Εκπληάσσομαι οάταν βλεάπω τον Χαάρρυ στεάκεται στην ποάρτα, δεν προσφεάρεται
να βοηθηάσει φυσικαά, απλαά με παρακολουθειά.
“Ναι, ειάναι. Δεν εάχω ασχοληθειά πολυά μαζιά του αυτοά το χροάνο αλλαά λατρευάω
την κηπουρικηά. Εάπρεπε να το ειάχες δει το προηγουάμενο καλοκαιάρι.”
Χαμογελαάει. “Σου αρεάσει η κηπουρικηά;”
“Οh ναι, η μαμαά εάχει και αυτηά εάνα θερμοκηάπιο εάξω και εκειά περνουάσα τον
περισσοάτερο χροάνο μου οάταν ηάμουν μικρηά.”
“Αληάθεια; Λοιποάν αν εσειάς οι δυάο εάρχεστε πιο συχναά, θα μπορουάσαμε να
καάνουμε καάτι και με το δικοά μου.” Προτειάνει. Ειάναι τοάσο ευγενικηά, και
αξιολαάτρευτη. Οάλα οάσα ηάθελα να εάχει η μητεάρα μου.

228

“Αυτοά θα ηάταν υπεάροχο.” Χαμογελαάω και ο Χαάρρυ καθαριάζει το λαιμοά του.
Γυρναάμε και οι δυάο να τον κοιταάξουμε.
“Θα πρεάπει να φυάγουμε συάντομα.” Ο Χαάρρυ λεάει και κατσουφιαάζω. Το ηάξερα
οάτι η ωάρα μου εδωά θα τελειάωνε αλλαά ηάταν μιάα τοάσο ωραιάα αλλαγηά αποά την
καθημερινηά μου ζωηά, χωριάς προγραάμματα, χωριάς ξυπνητηάρια, χωριάς
υποχρεωάσεις, δεν ειάμαι ακοάμη εάτοιμη να τελειωάσει. Εξαφανιάζεται και
επιστρεάφει ξαναά μεταά αποά λιάγα λεπταά με τα ρουάχα μου και την τσαάντα μου
στα χεάρια του, κρατωάντας τα Τομς μου εάξω αποά την τσαάντα. Ειάναι λιγαάκι
ενοχλητικοά που εάψαξε τα πραάγματαά μου αλλαά το αγνοωά. Αποχαιρετουάμε και
εγωά αγκαλιαάζω την Καάρεν και τον Κεν ενωά ο Χαάρρυ περιμεάνει ανυποάμονα
στην ποάρτα. Τους υποάσχομαι οάτι θα ξαναά εάρθουμε συάντομα, ελπιάζοντας να
ειάναι και αληάθεια.

229

Chapter 55
Η διαδρομηά με το αυτοκιάνητο ειάναι αάβολη, κρατωά τα ρουάχα στα ποάδια μου και
περιμεάνω να δω αν ο Χαάρρυ θα σπαάσει τη σιωπηά αναάμεσαά μας. Δεν καάνει
καμιάα κιάνηση να μιληάσει οποάτε πιαάνω το κινητοά αποά την τσαάντα μου. Ειάναι
κλειστοά, θα πρεάπει να τελειάωσε η μπαταριάα χθες βραάδυ. Παρ’ οάλα αυταά,
προσπαθωά να το ανοιάξω και η οθοάνη φωτιάζεται. Ειάμαι ανακουφισμεάνη οάταν
βλεάπω πως δεν εάχω καινουάρια φωνητικαά ηά γραπταά μηνυάματα. Ο μοάνος ηάχος
που ακουάγεται ειάναι το ψιχαάλισμα της βροχηάς και το τριάξιμο των
υαλοκαθαριστηάρων στο παρμπριάζ.
“Ειάσαι ακοάμα θυμωμεάνη;” Ρωταάει, τελικαά, καθωάς μπαιάνει στο χωάρο του
Πανεπιστημιάου.
“Οάχι” λεάω ψεάματα. Δεν ειάμαι θυμωμεάνη απλαά πληγωμεάνη.
“Εγωά βλεάπω πως ειάσαι. Μην καάνεις σαν μωροά.”
“Λοιποάν δεν ειάμαι. Δεν με ενδιαφεάρει καθοάλου αν θεάλεις απλαά να με
αφηάσεις και να πας να φασωθειάς με τη Μοάλλυ.”
Οι λεάξεις βγαιάνουν πριν προλαάβω να τις σταματηάσω. Μισωά το πωάς νιωάθω γι
αυτοάν και τη Μοάλλυ. Νιωάθω εάναν ποάνο στο στομαάχι καάθε φοραά που τους
σκεάφτομαι μαζιά. Τι εάχει αυτηά τεάλος παάντως; Ειάναι τα ροζ της μαλλιαά;
Τα
τατουαάζ της;
“Δεν ειάναι αυτοά που καάνω. Οάχι οάτι εσεάνα σε αφοραά βεάβαια.” Με ειρωνευάομαι.
“Ναι, λοιποάν απλαά εάτρεξες να απαντηάσεις στο τηλεάφωνο ενωά ηάμουν εάτοιμη
να… ξεάρεις.” Μουρμουριάζω. Εάπρεπε απλαά να μειάνω σιωπηληά. Δεν θεάλω να
τσακωθωά με τον Χαάρρυ τωάρα. Ειδικαά οάταν δεν ξεάρω ποάτε θα τον ξαναδωά.
Πραγματικαά ευάχομαι να μην ειάχε φυάγει αποά την Λογοτεχνιάα. Απλαά με
νευριαάζει, συνεχωάς.
“Δεν ειάναι εάτσι τα πραάγματα, Τερεάσα.” Υπερασπιάζεται τον εαυτοά του. Οποάτε
το γυριάσαμε στο Τερεάσα;
“Αληάθεια Χαάρρυ; Εάτσι μου φαιάνονται εμεάνα. Αλλαά εάτσι και αλλιωάς δεν με
ενδιαφεάρει. Ηάξερα οάτι δεν θα διαρκουάσε.”

230

Παραδεάχομαι τελικαά και σε αυτοάν και στον εαυτοά μου. Ο λοάγος που δεν ηάθελα
να φυάγουμε αποά το σπιάτι του πατεάρα του εάναι επειδηά ηάξερα πως οάταν δεν θα
ειάμαστε απλαά ο Χαάρρυ και εγωά, θα γυριάζαμε σε αυτοά. Παάντα το ιάδιο
συμβαιάνει.
“Τι δεν θα διαρκουάσε;”
“Αυτοά… εμειάς. Ηάσουν καλοάς μαζιά μου για πρωάτη φοραά.” Δεν γυρναάω να τον
κοιταάξω, καάπως εάτσι καταληάγω να τον χαζευάω καάθε φοραά.
“Οποάτε τι; Θα με αποφευάγεις για αάλλη μιάα εβδομαάδα; Και οι δυάο ξεάρουμε πως
μεάχρι το Σαββατοκυάριακο θα ειάσαι πιάσω στο κρεβαάτι μου.” Λεάει αποάτομα. Το
στοάμα μου ανοιάγει αποά την εάκπληξη. Δεν μπορειά να το ειάπε αυτοά;
“Συγνωάμη;” Φωναάζω. Δεν εάχω τι να πω. Κανεάνας δεν μου εάχει μιληάσει με τον
τροάπο που μου μιλαάει αυτοάς, κανεάνας δεν ηάταν ποτεά τοάσο αγενηάς. Δαάκρυα
κυλαάνε αποά τα μαάτια μου, καθωάς το αυτοκιάνητο χαμηλωάνει ταχυάτητα. Πριν
προλαάβει να απαντηάσει, ανοιάγω την ποάρτα, αρπαάζω τα πραάγματαά μου και
τρεάχω προς το δωμαάτιοά μου. Περνωά μεάσα αποά το υγροά γρασιάδι και βριάζω τον
εαυτοά μου που δεν πηάγα αποά το πεζοδροάμιο. Απλαά θεάλω να παάω οάσο πιο
μακριαά αποά τον Χαάρρυ γιάνεται. Οάταν ειάπε οάτι με θεάλει εννοουάσε σεξουαλικαά,
το ηάξερα αλλαά ποναάει τωάρα που συνειδητοποιωά πως ισχυάει.
“Τεάσσα!” Τον ακουάω να φωναάζει, και ο ηάχος της ποάρτας του που κλειάνει
αποάτομα ακολουθειά. ‘Εάνα αποά τα ψηλοταάκουνα της Στεφ πεάφτει στο εάδαφος,
αλλαά εγωά συνεχιάζω να τρεάχω, θα της παάρω εάνα καινουάριο ζευγαάρι.
“Να παάρει Τεάσσα! Σταμαάτα!” Φωναάζει ξαναά. Δεν περιάμενα να με
ακολουθηάσει. Πιεάζω τον εαυτοά μου να τρεάξει πιο γρηάγορα.
Τελικαά φταάνω στο κτηάριο μου και αρχιάζω να τρεάχω στο διαάδρομο. Οάταν πια
φταάνω στην ποάρτα του δωματιάου μου κλαιάω με αναφιληταά, και τραβαάω την
ποάρτα να ανοιάξει, χτυπωάντας τη μεταά πιάσω μου. Τα δαάκρυαά μου εάχουν
μπλεχτειά με τη βροχηά και καθαριάζω νευρικαά το προάσωποά μου.
Παγωάνω στη θεάση μου οάταν βλεάπω το Νοάα να καάθεται στο κρεβαάτι μου. Oh Θεεά
μου, οάχι τωάρα. Ο Χαάρρυ θα εάρθει αποά στιγμηά σε στιγμηά.
“Τεάσσα τι εάγινε; Πουά ηάσουν;” Σηκωάνεται και εάρχεται γρηάγορα προς το μεάρος
μου. Καάνει την κιάνηση να χαιϊδεάψει το μαάγουλοά μου αλλαά τραβιεάμαι. Τα μαάτια
του ειάναι γεμαάτα ποάνο, σαν να με ρωταά γιατιά τραβηάχτηκα αποά το αάγγιγμαά
του.
“Ειάναι… Λυπαάμαι πολυά Νοάα.” Κλαιάω καθωάς ο Χαάρρυ ανοιάγει με δυάναμη την
ποάρτα, καάνονταάς την να τριάξει και να ραγιάσει. Ο Νοάα γουρλωάνει τα μαάτια του
μοάλις το βλεάμμα του αντικριάζει αυτοά του Χαάρρυ. Απομακρυάνεται αποά εμεάνα
με μιάα τρομοκρατημεάνη εάκφραση.

231

Ο Χαάρρυ πεταάει το ψηλοταάκουνο που μου εάπεσε πριν και προχωραά πιο μεάσα
στο δωμαάτιο. Δεν εάχει καταλαάβει καθοάλου την παρουσιάα του Νοάα.
“Δεν το εννοουάσα, αυτοά που μοάλις ειάπα.” Ο Χαάρρυ περπαταά προς το μεάρος μου.
“Εκειά ηάσουν; Ηάσουν με αυτοάν οάλο το βραάδυ; Τα ρουάχα του ειάναι αυταά;
Προσπαθουάσα να σου τηλεφωνηάσω να σου στειάλω μηάνυμα οάλο το βραάδυ και
οάλο το πρωιά. Σου αάφησα αμεάτρητα φωνητικαά μηνυάματα και εσυά ηάσουν με
αυτοάν;” Η φωνηά του ειάναι γεμαάτη μιάσος.
“Πειάραξες το κινητοά μου; Εάσβησες τα μηνυάματα!” Φωναάζω στον Χαάρρυ.
Το μυαλοά μου, μου λεάει να απαντηάσω στο Νοάα αλλαά η καρδιαά μου ειάναι
επικεντρωμεάνη μοναχαά στο Χαάρρυ.
“Ναι… το εάκανα” Παραδεάχεται.
“Ποιος ο λοάγος να το καάνεις αυτοά; Μπορειάς να απανταάς στις κληάσεις της
Μοάλλυ, αλλαά σβηάνεις τα μηνυάματα αποά το αγοάρι μου;!” Μορφαάζει οάταν λεάω το
Νοάα αγοάρι μου.
“Πως τολμαάς να παιάζεις τεάτοια παιχνιάδι μαζιά μου Χαάρρυ!” Ουρλιαάζω,
κλαιάγοντας με λυγμουάς ξαναά. Ο Νοάα πιαάνει τον καρποά μου και με γυριάζει να
τον κοιταάξω, τοάτε ο Χαάρρυ τον σπρωάχνει μακριαά αποά τους ωάμους.
“Μην την ξαναά αγγιάξεις.” Ο Χαάρρυ γρυλιάζει στο Νοάα. Αυτοά δεν μπορειά να
συμβαιάνει. Παρακολουθωά καθωάς η σαπουνοάπερα που εάχει γιάνει η ζωηά μου
διαδραματιάζεται μπροσταά μου.
“Δεν μπορειάς να μου πεις τι να καάνω με την κοπεάλα μου κοάπανε.” Ο Νοάα λεάει
αποάτομα και σπρωάχνει τον Χαάρρυ. Ο Χαάρρυ πλησιαάζει το Νοάα ξαναά αλλαά
πιαάνω το μπλουζαάκι του και τον τραβαάω πιάσω. Ιάσως πρεάπει να τους αφηάσω να
τσακωθουάν, του Χαάρρυ του αξιάζει μια γερηά μπουνιαά στο σαγοάνι.
“Σταματηάστε το! Χαάρρυ απλαά φυάγε!” Σκουπιάζω τα δαάκρυαά μου. Ο Χαάρρυ κοιταά
επιάμονα το Νοάα για αάλλη μιάα φοραά και μετακινειάτε για να σταθειά μπροσταά
μου.
“ Οάχι δεν φευάγω αυτηά τη φοραά Τεάσσα, το εάχω καάνει ηάδη αυτοά υπερβολικαά
πολλεάς φορεάς.” Αναστεναάζει και μπλεάκει τα δαάχτυλαά του στα μαλλιαά του.
“Τεάσσα, καάνε τον να φυάγει!” με παρακαλειά ο Νοάα αλλαά τον αγνοωά. Θεάλω να
μαάθω τι θα πει ο Χαάρρυ.

232

“Δεν εννοουάσα αυτοά που ειάπα στο αυτοκιάνητο, δεν ξεάρω γιατιά απαάντησα στην
κληάση της Μοάλλυ. Ειάναι απλαά μια συνηάθεια νομιάζω, παρακαλωά απλαά δωάσε
μου μιάα ευκαιριάα. Το ξεάρω οάτι μου εάχεις ηάδη δωάσει τοάσες ευκαιριάες αλλαά
χρειαάζομαι αάλλη μιάα. Παρακαλωά Τες.” Ανασαιάνει. Ακουάγεται κουρασμεάνος.
“Γιατιά να το καάνω αυτοά Χαάρρυ; Σου εάχω δωάσει ευκαιριάες να γιάνεις φιάλος μου,
ξαναά και ξαναά, δεν νομιάζω οάτι θεάλω να το προσπαθηάσω παάλι.” Του λεάω. Δεν
διάνω σχεδοάν καμιάα σημασιάα στο Νοάα που στεάκεται αναάμεσαά μας, αλλαά αυτηά
τη στιγμηά δεν με νοιαάζει.
“Δεν θεάλω να ειάμαστε απλαά φιάλοι… θεάλω παραπαάνω.” Οι λεάξεις του μου
κοάβουν αμεάσως την αναάσα.
“Οάχι δεν θεάλεις.” Ο Χαάρρυ δεν καάνει σχεάσεις.
“ Ναι, θεάλω. Θεάλω.”
“Ειάπες οάτι δεν καάνεις σχεάσεις και πως δεν ειάμαι ο τυάπος σου.” Του υπενθυμιάζω.
Το μυαλοά μου δεν μπορειά να καταλαάβει ακοάμα πως καάνω αυτηά τη συζηάτηση με
τον Χαάρρυ, και μαάλιστα μπροσταά στο Νοάα.
“Δεν ειάσαι ο τυάπος μου, οάπως ακριβωάς δεν ειάμαι εγωά ο δικοάς σου. Αλλαά γι αυτοά
ειάμαστε καλοιά ο εάνας για τον αάλλον, τοάσο διαφορετικοιά μα τοάσο ιάδιοι. Μου
ειάχες πει καάποτε οάτι σου βγαάζω το χειροάτεροά σου εαυτοά, λοιποάν εσυά μου
βγαάζεις τον καλυάτερο. Το ξεάρω οάτι το νιωάθεις και εσυά Τεάσσα. Και ναι δεν
εάκανα σχεάσεις, μεάχρι που ηάρθες εσυά. Με καάνεις να θεάλω να εάχω κοπεάλα, με
καάνεις να θεάλω να ειάμαι καλυάτερος. Θεάλω να σε καάνω να πιστευάεις πως
αξιάζω, θεάλω να με θεάλεις με τον τροάπο που σε θεάλω και εγωά. Θεάλω να
μαλωάνουμε, ακοάμα και να φωναάζουμε ο εάνας στον αάλλον, μεάχρι εάνας αποά
εμαάς να παραδεχτειά πως εάχει αάδικο. Θεάλω να σε καάνω να γελαάς, να σε
ακουάω να πολυλογειάς για τα κλασσικαά βιβλιάα, εγωά απλαά… Σε χρειαάζομαι.
Ξεάρω οάτι βγαιάνω εκτοάς εαυτουάς καάποιες φορεάς… λοιποάν, οάλη την ωάρα, αλλαά
αυτοά συμβαιάνει γιατιά δεν ξεάρω πως αλλιωάς να φερθωά. Ηάμουν εάτσι τοάσο πολυά
καιροά, δεν θεάλησα ποτεά μου να αλλαάξω. Μεάχρι τωάρα, μεάχρι να εάρθεις εσυά.” Η
φωνηά του ειάναι σαν ψιάθυρος και τα μαάτια του αάγρια. Αυτοά ειάναι καάτι
διαφορετικοά για αυτοάν, αλλαά ο τροάπος που τα λοάγια του βγηάκαν βιαστικαά και
η βαριαά του αναπνοηά που τα συνοάδευε τα εάκαναν να μοιαάζουν φυσικαά. Εάχω
μειάνει αάναυδη.
Δεν ειάμαι σιάγουρη πως στεάκομαι ακοάμη οάρθια μεταά αποά αυτηά τη δηάλωση.
“Τι στο καλοά; Τεάσσα;” Ο Νοάα λεάει πανικοάβλητος.
“Καλυάτερα να πηγαιάνεις.” Ψιθυριάζω, χωριάς να παάρω τα μαάτια μου αποά τα
μαάτια του Χαάρρυ.

233

“Ευχαριστωά! Νοάμιζα πως αυτοά δεν θα τελειάωνε ποτεά.” Λεάει ο Νοάα.
Ο Χαάρρυ μοιαάζει να του εάχει ραγιάσει η καρδιαά, εντελωάς πληγωμεάνος.
“Νοάα, ειάπα καλυάτερα να πηγαιάνεις.” Επαναλαμβαάνω. Ακουάω τον Χαάρρυ και το
Νοάα να παιάρνουν βαθιαά αναάσα. Ανακουάφιση γεμιάζει το Χαάρρυ και εγωά πιαάνω
τα χεάρια μου μπλεάκοντας τα μικραά μου δαάχτυλα με τα δικαά του που τρεάμουν.
“Τι;” Ο Νοάα φωναάζει. “Δεν μπορειά να ειάσαι σοβαρηά Τεάσσα, γνωριζοάμαστε τοάσο
καιροά, αυτοά το αγοάρι απλαά σε χρησιμοποιειά.
Θα σε πεταάξει πεάρα μοάλις
τελειωάσει μαζιά σου, και εγωά σε αγαπωά. Μην καάνεις αυτοά το λαάθος Τεάσσα.”
Παρακαλαάει. Τον νιωάθω, και με πληγωάνει που του το καάνω αυτοά αλλαά ξεάρω οάτι
δεν μπορωά να ειάμαι με το Νοάα, θεάλω τον Χαάρρυ. Και ο Χαάρρυ με θεάλει. Η
καάρδια μου φτερουγιάζει ξαναά και κοιταάζω το Νοάα.
“Εγωά θα σταματουάσα να μιλαάω. Τωάρα.” Ο Χαάρρυ προειδοποιειά το Νοάα.
“Λυπαάμαι πολυά που εάγινε με αυτοάν τροάπο, πραγματικαά λυπαάμαι.” Tου λεάω.
Δεν λεάει τιάποτα αάλλο, μοιαάζει πληγωμεάνος καθωάς φευάγει αποά το δωμαάτιοά
μου. Ξεάρω οάτι εφυάγε επειδηά δεν ηάθελε να κλαάψει μπροσταά στο Χαάρρυ.
“Τεάσσα… εγωά… νιωάθεις αληάθεια το ιάδιο;” Ο Χαάρρυ λεάει με κομμεάνη την αναάσα
και εγωά γνεάφω. Πωάς μπορειά να μην το ξεάρει αυτοά μεάχρι τωάρα; Πιάστευα πως
εάμοιαζα απεγνωσμεάνη και τα αισθηάματαά μου ηάταν εμφανηάς.
“Μην γνεάφεις, παρακαλωά πες το.” Οι λεάξεις του ειάναι γεμαάτες απελπισιάα.
“Ναι, Χαάρρυ νιωάθω.” Λεάω. Δεν εάχω καάποιον οάμορφο και γεμαάτο νοάημα λοάγο
οάπως αυτοάς αλλαά αυτεάς οι απλεάς λεάξεις φαιάνεται να του αρκουάν.
Το χαμοάγελο που μου διάνει θεραπευάει λιάγο αποά τον ποάνο που νιωάθω επειδηά
ραάγισα την καρδιαά του Νοάα ελαάχιστα λεπταά πριν. Ακοάμα ζαλιάζομαι αποά αυταά
που μοάλις ειάπε ο Χαάρρυ. Ειάναι οάλα οάσα ηάθελα να πει, αλλαά ποτεά μου δεν
φανταάστηκα πως οάντως θα το εάκανε.
“Οποάτε τι καάνουμε τωάρα;” Ρωταάει. “ Ειάμαι καινουάριος σε αυτοά.” Κοκκινιάζει. Αυτοά
μοιαάζει με οάνειρο.
“Φιάλα με.” Λεάω και με τραβαάω στο στηάθος του, το χεάρι του γραπωάνει το
χαλαροά υάφασμα της μπλουάζα του που φοραάω. Τα χειάλι του ειάναι κρυάα και η
γλωάσσα του ζεστηά καθωάς γλιστραά στο σωάμα μου. Παάρα το χαάος που μοάλις
εάγινε σε αυτοά το μικροά δωμαάτιο, νιωάθω ηάρεμη. Με καάποιον τροάμο ξεάρω πως
ειάναι η ηρεμιάα πριν να εάρθει η καταιγιάδα αλλαά αυτηά τη στιγμηά ο Χαάρρυ ειάναι
η αάγκυραά μου. Απλαά ευάχομαι να μην με βουλαάξει.

234

Chapter 56
“Ποια ειάναι τα σχεάδιαά σου για την υποάλοιπη μεάρα;”
Ο Χαάρρυ ρωταάει οάταν
επιτεάλους σταματαάει το φιλιά μας. Καάθεται στο κρεβαάτι μου και τον ακολουθωά
και εγωά.
“Τιάποτα, απλαά διαάβασμα.” Νιωάθω αγχωμεάνη αυτηά τη στιγμηά, λες και υπαάρχει
εάνας συγκεκριμεάνος τροάπος που πρεάπει να συμπεριφεάρομαι τωάρα που
ειάμαστε…. Καάτι παραπαάνω, αλλαά δεν εάχω ιδεάα τι τροάπος ειάναι αυτοάς.
“Ωραιάα.” Λεάει και ακουμπαά τη γλωάσσα του στον ουρανιάσκο του.
Μοιαάζει και αυτοάς αγχωμεάνος, χαιάρομαι που δεν ειάμαι μοναχαά εγωά.
“Εάλα εδωά.” Μου γνεάφει ο Χαάρρυ και ανοιάγει τα χεάρια του. Τη στιγμηά που
καάθομαι στα ποάδια του η ποάρτα ανοιάγει και αυτοάς γρυλιάζει. Η Στεάφ, ο Τριάσταν
και ο Ναάιαλ μπαιάνουν μαζιά στο δωμαάτιο. Μας κοιταάνε οάλοι επιάμονα και εγωά
σηκωάνομαι αποά το Χαάρρυ και καάθομαι στην αάλλη μεριαά του κρεβατιουά.
“Τι εάγινε παιδιαά ειάστε καλαά φιλαραάκια τωάρα;” Ρωταάει ο Ναάιαλ και μια
τσιριάδα βγαιάνει αποά εμεάνα.

235

“Οάχι! Δεν ειάμαστε!” Τους λεάω. Δεν ξεάρω τι πρεάπει να τους πω, θα περιμεάνω τον
Χαάρρυ να πει αυτοάς καάτι. Μεάνει ηάσυχος καθωάς ο Ναάιαλ και ο Τριάσταν
αρχιάζουν να του μιλουάν για το χθεσινοά παάρτι.
“Δεν εάχασα και πολλαά.” Ο Χαάρρυ τους λεάει και ο Ναάιαλ ανασηκωάνει τους
ωάμους.
“Μεάχρι που η Μοάλλυ μας εάκανε στριπτιάζ, εάμεινε εντελωάς γυμνηά, εάπρεπε να το
ειάχες δει.” Ο Ναάιαλ λεάει στον Χαάρρυ.
Μορφαάζω και κοιτωά τη Στεφ η οποιάα χαζευάει τον Τριάσταν, ιάσως να ευάχεται να
μην καάνει κανεάνα σχοάλιο για τη γυμνηά Μοάλλυ.
“Τιάποτα καινουάριο για εμεάνα.” Ο Χαάρρυ χαμογελαάει και η αναάσα μου κοάβεται
και προσπαθωά να το κρυάψω σαν βηάχας. Δεν μπορειά να το ειάπε αυτοά. Σκυάβει το
προάσωποά του, δειάχνοντας να καταάλαβε τι εάκανε μοάλις.
Ιάσως αυτοά να ηάταν μια απαιάσια ιδεάα, ειάναι ηάδη καάπως αάβολα και τωάρα που
οάλοι ειάναι στο δωμαάτιο ειάναι ακοάμα χειροάτερα. Γιατιά δεν τους ειάπε πως
ειάμαστε μαζιά; Ειάμαστε μαζιά; Ουάτε εγωά η ιάδια δεν ξεάρω. Πιάστευα πως μεταά την
εξομολοάγηση του ηάμασταν αλλαά ποτεά δεν το ειάπαμε ξεκαάθαρα. Ιάσως να μην
χρειαάζεται; Αυτηά η αβεβαιοάτητα με καάνει και τρελαιάνομαι, οάσο καιροά ηάμουν
με το Νοάα δεν χρειαάστηκε ποτεά να ανησυχηάσω για τα συναισθηάματαά του για
εμεάνα. Δεν χρειαάστηκε ποτεά να ασχοληθωά με πρωάην κοπεάλες με
προτερηάματα, ειάμαι το μοάνο κοριάτσι που ο Νοάα εάχει φιληάσει στη ζωηά του, και
ειλικριναά το προτιμουάσα εάτσι. Μακαάρι ο Χαάρρυ να μην ειάχε καάνει τιάποτα με
καμιάα αάλλη κοπεάλα, ηά να ειάχε καάνει λιγοάτερα τουλαάχιστον.
“Θα παάμε για μποάουλινγκ μοάλις αλλαάξω, θεάλεις να εάρθεις;” Ρωταάει η Στεφ
και κουνωά αρνητικαά το κεφαάλι.
“Πρεάπει να προχωρηάσω με το διαάβασμαά μου, δεν εάχω καάνει σχεδοάν τιάποτα
αυτοά το Σαββατοκυάριακο.” Της λεάω και κοιτωά αλλουά καθωάς οι αναμνηάσεις αποά
αυτοά το Σαββατοκυάριακο γεμιάζουν το μυαλοά μου.
Ποάτε εάκανε ο Χαάρρυ τα σχεάδια να παάει, μαάλλον πριν συμβουάν οάλα αυταά.
“Θα πρεάπει να εάρθεις, θα περαάσουμε ωραιάα.” Ο Χαάρρυ προτειάνει αλλαά κουνωά
αρνητικαά το κεφαάλι. Πραγματικαά χρειαάζεται να μειάνω μεάσα, για λιάγο ηάλπιζα
πως θα εάμενε και αυτοάς μαζιά μου. Η Στεάφ μπαιάνει στην ντουλαάπα και
επιστρεάφει μεταά αποά λιάγα λεπταά φορωάντας διαφορετικαά ρουάχα.
“Εάτοιμοι παιδιαά; Ειάσαι σιάγουρη πως δεν θες να εάρθεις;” Με ρωταάει και εγωά
γνεάθω.
“Ειάμαι σιάγουρη.” Της λεάω. Οάλοι σηκωάνονται να φυάγουν και ο Χαάρρυ με
χαιρεταάει και μου ριάχνει εάνα μικροά χαμοάγελο πριν βγει αποά το δωμαάτιο.

236

Ειάμαι λιγαάκι απογοητευμεάνη αποά το αντιάο του, αλλαά τι περιάμενα; Να εάρθει
εδωά και να με φιληάσει, να μου πει οάτι θα του λειάψω; Γελαάω στη σκεάψη αυτηά.
Δεν ξεάρω αν θα αλλαάξει εάστω και καάτι αναάμεσα σε εμεάνα και τον Χαάρρυ
εκτοάς αποά το να μηνπροσπαθουάμε διαρκωάς να μειάνουμε μακριαά ο εάνας αποά
τον αάλλον. Ειάμαι υπερβολικαά συνηθισμεάνη στον τροάπο που ηάταν τα πραάγματα
με το Νοάα οποάτε δεν εάχω καμιάα ιδεάα πως θα ειάναι οάλο αυτοά και το μισωά να
μην εάχω τον εάλεγχο της καάθε περιάπτωσης.
Υάστερα αποά μιάα ωάρα διαβαάσματος και προσπαθειωάν να κοιμηθωά, πιαάνω το
κινητοά μου για να στειάλω στο Χαάρρυ. Περιάμενε, δεν εάχω καν τον αριθμοά του.
Δεν το ειάχα σκεφτειά ποτεά πριν, δεν ειάχαμε μιληάσει ποτεά στο τηλεάφωνο ουάτε
ειάχαμε στειάλει μηνυάματα. Ποάτε δεν χρειαάστηκε, δεν μπορουάσαμε να
αντεάξουμε ο εάνας τον αάλλον. Αυτοά προάκειται να ειάναι πιο περιάπλοκο αποά οάτι
ειάχα φανταστειά.
Παιάρνω τηλεάφωνο τη μητεάρα μου για να μαάθω τα νεάα της, και πιο πολυά για να
δω αν ο Νοάα της ειάπε τι συνεάβη. Θα φταάσει συάντομα μεταά τη διάωρη διαδρομηά,
και ειάμαι σιάγουρη πως θα της τα πει οάλα αμεάσως. Απανταάει με εάνα απλοά
γεια, οποάτε ξεάρω πως δεν γνωριάζει ακοάμα. Της λεάω για την προσπαάθειαά μου
να βρω αυτοκιάνητο, και για την πιθανηά μου πρακτικηά στην εταιριάα Vance.
Φυσικαά και μου υπενθυμιάζει πως βριάσκομαι στο κολεάγιο παάνω αποά εάνα μηάνα
και δεν εάχω βρει ακοάμα αυτοκιάνητο. Στριφογυριάζω τα μαάτια μου και την
αφηάνω να συνεχιάσει να πολυλογειά για το τι εάκανε την προηγουάμενη
εβδομαάδα. Το κινητοά μου φωτιάζεται ενωά την ακουάω να μιλαά, την βαάζω την
ανοιχτηά ακροάαση και διαβαάζω το μηάνυμα.
*Θα εάπρεπε να ειάχες εάρθεις μαζιά μας, μαζιά μου.* λεάει το μηάνυμα. Η καρδιάα
μου χτυπαά δυναταά αποά τη χαραά, ειάναι ο Χαάρρυ.
Καάνω οάτι ακουάω τη μητεάρα μου και μουρμουριάζω, “χμμ…. Oh…” μερικεάς φορεάς
πριν απαντηάσω στο μηάνυμα.
*Θα εάπρεπε να ειάχες μειάνει.* στεάλνω. Κοιτωά επιάμονα την οθοάνη περιμεάνοντας
να απαντηάσει.
*Εάρχομαι να σε παάρω.* απανταάει μεταά αποά τοάση ωάρα που φαάνηκε αιωάνας.
*Τι; Οάχι, δεν θεάλω να παάω για μποάουλινγκ, ειάσαι ηάδη εκειά. Απλαά μειάνε.*
*Εάφυγα ηάδη, ετοιμαάσου.* ειάναι απαιτητικοάς ακοάμα και στα μηνυάματα.
Η μητεάρα μου μιλαάει ακοάμα και δεν εάχω ιδεάα για τι. Σταμαάτησα να την ακουάω
αποά τη στιγμηά που μου εάστειλε ο Χαάρρυ.
“Μαμαά, θα σε ξαναπαάρω.” Την διακοάπτω.

237

“Tι;” η φωνηά της ειάναι γεμαάτη εάκπληξη.
“Εγωά αμμ… εάχυσα καφεά στις σημειωάσεις μου. Πρεάπει να σε κλειάσω.” Λεάω
ψεάματα και της το κλειάνω.
Παάω βιαστικαά προς την ντουλαάπα και βγαάζω τις πυτζαάμες του Χαάρρυ και
αρπαάζω το καινουάριο μου τζιν και μια σκεάτη μωβ μπλουάζα. Χτενιάζω τα μαλλιαά
μου, φαιάνονται ωραιάα παραά το γεγονοάς οάτι ειάναι αάπλυτα. Κοιταάω την ωάρα και
κατεβαιάνω στο μπαάνιο να βουρτσιάσω τα δοάντια μου, οάταν γυριάζω ο Χαάρρυ με
περιμεάνει στο κρεβαάτι μου.
“Που ηάσουν;” ρωταάει.
“Βουάρτσιζα τα δοάντια μου.” Του λεάω και αφηάνω την τσαάντα του μπαάνιο μου
παραπεάρα.
“ Εάτοιμη;” Σηκωάνεται και προχωραά προς το μεάρος μου. Για καάποια στιγμηά
περιάμενα να με αγκαλιαάσει, αλλαά δεν το καάνει.
Απλαά προχωραά μεάχρι την ποάρτα.
Γνεάφω και αρπαάζω την τσαάντα και το κινητοά μου.
Οάταν φταάνουμε στο αυτοκιάνητοά του, κραταάει την εάνταση του ραδιοφωάνου
χαμηληά ενωά οδηγαάει. Δεν θεάλω στα αληάθεια να παάω για μποάουλινγκ. Μισωά το
μποάουλινγκ, αλλαά θεάλω να περαάσω χροάνο μαζιά του. Δεν μου αρεάσει το ποάσο
εξαρτημεάνη αποά αυτοάν νιωάθω ηάδη.
“Για ποάση ωάρα νομιάζεις πως θα μειάνουμε εκειά;” Ρωταάω υάστερα αποά μερικαά
λεπταά σιωπηάς.
“Δεν ξεάρω… γιατιά;” κοιταάει πλαάγια σε εμεάνα.
“Δεν ξεάρω…. Δεν τρελαιάνομαι κιοάλας για το μποάουλινγκ.”
“Δεν θα ειάναι τοάσο αάσχημα. Οάλοι ειάναι εκειά.” Με διαβεβαιωάνει. Ελπιάζω το οάλοι
να μην περιλαμβαάνει και τη Μοάλλυ.
“Υποθεάτω εάχεις διάκιο.” Μουρμουριάζω και κοιτωά εάξω αποά το παραάθυρο.
“Δεν θεάλεις να πας;” Η φωνηά του ειάναι σιγανηά.
“Οάχι ιδιαιάτερα, για αυτοά ειάπα και οάχι την πρωάτη φοραά.” Γελαάω λιγαάκι.
“Ας παάμε καάπου αλλουά τοάτε;”
“Πουά;” Ειάμαι λιγαάκι ενοχλημεάνη μαζιά του αλλαά δεν ξεάρω γιατιά.

238

“Σπιάτι μου.” Προτειάνει και εγωά χαμογελαάω και γνεάφω. Το χαμοάγελοά του
μεγαλωάνει, και τα λακκαάκια τα οποιάα εάχουμε αρχιάσει και μου αρεάσουν
υπερβολικαά πολυά εμφανιάζονται.
“Στο σπιάτι μου τοάτε.” Τεντωάνεται και ακουμπαά το χεάρι του στο μπουάτι μου. Το
δεάρμα μου ζεσταιάνεται, και βαάζω το χεάρι μου παάνω αποά το δικοά του.
Δεκαπεάντε λεπταά μεταά παρκαάρουμε στο μεγαάλο σπιάτι της αδελφοάτητας. Δεν
εάχω ξαναεάρθει εδωά αποά τοάτε που εγωά και ο Χαάρρυ μαλωάσαμε, ως συνηάθως,
και εγωά περπαάτησα πιάσω στο δωμαάτιο μου. Περπαταάει λιάγο πιο μπροσταά αποά
εμεάνα και με οδηγειά παάνω στις σκαάλες, γνωριάζω πιο καλαά αυτοά το κτηάριο αποά
οάτι θα εάπρεπε. Κανεάνα αποά τα αγοάρια δεν μας ριάχνει δευάτερη ματιαά, θα
πρεάπει να ειάναι συνηθισμεάνα στην εικοάνα του Χαάρρυ να φεάρνει εάνα κοριάτσι
στο σπιάτι. Το στομαάχι μου ανακατευάεται στη σκεάψη. Πρεάπει να σταματηάσω να
σκεάφτομαι με αυτοάν τον τροάπο, γιατιά αλλιωάς θα με τρελαάνει και δεν υπαάρχει
τιάποτα που να μπορωά να καάνω για να το αλλαάξω.
“Εδωά ειάμαστε.” Ο Χαάρρυ λεάει και ξεκλειδωάνει την ποάρτα. Τον ακολουθωά μεάσα
και αυτοάς ανοιάγει το φως, βγαάζοντας τις μποάτες του και κλοτσωάντας τες στο
παάτωμα. Μετακινειάτε στο κρεβαάτι και με το χεάρι του χτυπαά το σημειάο διάπλα
του.
Καθωάς προχωρωά προς το μεάρος μου, η περιεάργεια μου μεγαλωάνει. “Ηάταν και η
Μοάλλυ εκειά; Στο κτηάριο του μποάουλινγκ;”
Κοιτωά εάξω αποά το παραάθυροά του ενωά ρωταάω.
“Ναι φυσικαά και ηάταν.” Απανταάει χαλαραά. “Γιατιά;”
Καάθομαι στο μαλακοά κρεβαάτι και ο Χαάρρυ με τραβαάει αποά τα ποάδια πιο κονταά
του. Γελαάω και γλιστραάω πιο κονταά, η πλαάτη μου ακουμπαά το κρεβαάτι, και
μπλεάκω τα ποάδια μου με τα δικαά του.
“Απλαά αναρωτιοάμουν.” Του λεάω και μου ριάχνει εάνα ειρωνικοά χαμοάγελο.
“Θα ειάναι παάντα τριγυάρω, ειάναι μεάρος της παρεάας.” Με ενημερωάνει και
γνεάφω. Ξεάρω οάτι ειάναι ανοάητο που την ζηλευάω τοάσο, αλλαά απλαά με ενοχλειά.
Συμπεριφεάρεται λες και με συμπαθειά ενωά ξεάρω πως καάτι τεάτοιο δεν ισχυάει,
και ξεάρω πως της αρεάσει ο Χαάρρυ. Τωάρα που ειάμαστε… οάτι κι αν ειάμαστε, δεν
τη θεάλω κονταά του.
“Δεν πιστευάω να ανησυχειάς πως θα τη γαμηάσω εάτσι;” Χτυπωά το χεάρι του για τη
λεάξη που διαάλεξε να πει. Μου αρεάσει ο τροάπος που οι βρωάμικες λεάξεις
βγαιάνουν αποά το στοάμα του, αλλαά οάχι οάταν ειάναι και αυτηά μεάρος τους.
“ Οάχι, λοιποάν εγωά.. ιάσως. Απλαά ξεάρω οάτι το εάχεις καάνει στο παρελθοάν και δεν
θεάλω να ξαναγιάνει.” Παραδεάχομαι τη ζηάλια μου. Ειάμαι σιάγουρη πως θα με

239

κοροιϊδεάψει ηά θα γελαάσει οποάτε γυριάζω το κεφαάλι μου στο πλαάι. Το χεάρι του
ακουμπαά το γοάνατοά μου και το πιεάζει ελαφραά.
“Δεν θα το εάκανα αυτοά… οάχι τωάρα. Μην ανησυχειάς για αυτηά, ενταάξει;” Τα
λοάγια του ειάναι ευγενικαά και τον πιστευάω.
“Γιατιά δεν ειάπες σε κανεάναν για εμαάς;” Ξεάρω οάτι απλαά πρεάπει να κλειάσω το
στοάμα μου αλλαά πραγματικαά με ενοάχλησε.
“Δεν ξεάρω… Δεν ηάμουν σιάγουρος αν εσυά το ηάθελες. Εξαάλλου το τι καάνουμε
ειάναι δικηά μας δουλειαά. Οάχι δικηά τους.” Εξηγειά.
Η απαάντηση του ειάναι πολυά καλυάτερη αποά αυτηά που ειάχα σκεφτειά.
“Υποθεάτω εάχεις διάκιο, πιάστευα πως ντρεποάσουν ηά καάτι τεάτοιο;” Λεάω και γελαάει.
“Για πιο λοάγο να ντραπωά για εσεάνα; Κοιάτα τον εαυτοά σου.” Τα μαάτια του
σκουραιάνουν και μετακινειά το χεάρι του στο στομαάχι μου. Τα δαάχτυλαά του
σηκωάνουν το μπλουζαάκι μου και σχεδιαάζει κυάκλους στο γυμνοά μου δεάρμα.
Ανατριχιαάζω και αυτοάς χαμογελαάει.
“Λατρευάω τον τροάπο που το σωάμα σου αντιδραά σε εμεάνα.” Αναπνεάει. Ξεάρω τι
ειάναι αυτοά που ακολουθειά και δεν μπορωά να περιμεάνω.

Chapter 57
Τα δαάχτυλα του Χαάρρυ ανεβαιάνουν πιο ψηλαά καάτω αποά την μπλουάζα μου,
καάνοντας την αναπνοηά μου να επιταχυάνει. Εάνα χαμοάγελο σχηματιάζεται στο
προάσωποά του οάταν το καταλαβαιάνει.
«Εάνα αάγγιγμα και εάχεις κιοάλας λαχανιαάσει» η βραχνηά του φωνηά μου
ψιθυριάζει. Πλησιαάζει κονταά, μετακινωάντας τα ποάδια μου αποά την αγκαλιαά του,
για να μπορεάσει να φεάρει το στοάμα του στον λαιμοά μου. Η γλωάσσα του

240

αγγιάζει τον λαιμοά μου και ανατριχιαάζω. Τα δαάχτυλαά μου πλεάκονται στις
μπουάκλες του και τις τραβαάω, καθωάς δαγκωάνει το δεάρμα μου. Εάνα αποά τα
χεάρια του γλιστραάει καάτω αναάμεσα στα ποάδια μου αλλαά πιαάνω το καρποά του
να τον σταματηάσω.
«Τι συμβαινει?» ανασαιάνει.
«Τιποτα.. απλως σκεφτηκα οάτι ισως θα εκανα εγω κατι για εσενα αυτηά την
φορα?» κοιταω αποά την αάλλη. Τα δαχτυλα του παιρνουν το πηγουάνι μου ωάστε
να μπορεσω να τον κοιταξω ξανα. Προσπαθει να κρυψει το χαμογελο του
αλλα τον καταλαβαινω.
«Και τι θα ηθελες να κανεις για εμενα?»
«Λοιπον.. σκεφτηκα οάτι θα μπορουσα, ξερεις τι ειχες πει την προηγουμενη
ημερα?» Δεν ξερω γιατι ειμαι τσο ντροπαλη, οάταν ο Χαάρρυ λεει αυτοά που
παντα σκεφτεται, αλλα η λεξη ‘‘πιάπα’’ δεν ειάναι στο λεξιλογιο μου.
«Θεάλεις να ρουφηάξεις το πουλιά μου?» με ρωταει, με εκπληξη. Ειάμαι πλεάον
τρομοκρατημεάνη, αλλαά με καάποιο περιεργο τροάπο εάχω αναάψει.
«Εμμ.. ναι. Εννοωά εαάν το θες και εσυ?» ελπιζω οσο η σχεση μας προχωραει
θα ειμαι πιο θαρραλεάα να του λεω τετοια πραγματα.
«Φυσικα και θεάλω, ηάθελα τα χειάλη σου γυάρω μου αποά τοάτε που σε πρωτοειάδα»
μου λεει. Ειμαι περιεάργως κολακευμεάνη αποά το σχοάλιο του.
«Ειάσαι σιάγουρη οάμως? Εχεις δει ποτε σου…πως ειάναι εάνα πουλιά?» Γνωριάζω τι
ξερει την απαντηση σε αυτοά, ισως προσπαθει να μου το υπενθυμιάσει?
«Φυσικα και εχω δει. Οάχι στην πραγματικοτητα, αλλα εικοάνες και μια φορα
πεάτυχα τον γειάτονα να βλεάπει μια πονηρηά ταινιάα.» του λεω και γελαάει.
«Σταματα να γελας μαζι μου, Χαρρυ» τον προειδοποιωά.
«Προσπαθω μωρο μου, σορρυ. Ειάναι απλωάς που δεν εχω γνωρισει καποια που
να εχει τοση λιγη εμπειριάα. Ειάναι καλοά ωστοάσο, στο ορκιάζομαι. Μερικες φορες
η αθωοάτητα σου με αποσυντονιάζει. Με οάλα αυταά λοιπον, να σου πω οάτι ειάναι
πολυά ερεθιστικο που μοάνο εγωά σε εάχω κανει να τελειωσεις, αφου δεν το’χες
προσπαθηάσει ουάτε εσυά η ιάδια.» Δεν γελαει αυτηά την φορα, ετσι με κανει να
νιωθω καλυτερα.
«Οκευ…οποτε ας αρχισουμε» του λεω. Χαμογελαάει και χαιδευει με τον
αντιχειρα το μαγουλο μου.
«Τοάσο αυθαάδης, γουσταρω»λεει και σηκωνεται ορθιος.

241

«Που πας?» τον ρωτω και χαμογελα.
«Πουθενα, απλως να βγαλω τα παντελοάνια μου»
«Εγω ηθελα να το κανω αυτοά» σουφρωνω τα χειλη μου και γελαει καθως
σηκωνει παλι τα παντελονια του.
«Οριστε μωρο μου» βαζει τα χερια του στους γοφους του.
Χαμογελαω και ερχομαι μπροστα, κατεβαζοντας τα παντελονια του. Να
κατεβαάσω και το μποάξερ του? Ο Χαάρρυ κανει εάνα βημα πισω
ακουμπωάντας τα
ποδια του εναντια στο κρεβατι πριν να κατσει κατω.
Πεφτω στα γοάνατα μου μπροσταά του και παιρνει μια βαθαια αναάσα.
«Εάλα πιο κονταά μωροά μου»
Πλησιαάζω και αάλλο και τοποθετω τα χερια μου στα λυγισμενα του γονατα.
«Ειάσαι ενταάξει?» με ρωταάει προσεκτικαά.
Γνεφω και με σηκωάνει αποά τους αγκωάνες μου.
«Ας φιληθουάμε για λιάγο πρωάτα?» προτεινει. Ειμαι ανακουφισμενη, ακομη το
θελω, αλλα χρειζομαι εάνα λεπτο να το επεξεργαστω στο μυαλο μου και το
φιλι του θα με κανει να νιωσω πιο ανετα.
Με φιλαει αρφα στην αρχη αλλα μεσα σε μια στιγμη ο ηλεκτρισμος
ανεβαινει και με κατακλυάζει. Αρπαάζω τους ωμους του, σκληροι κατω αποά τα
δαχτυλα μου, και κουνιεμαι μπρος-πισω στην αγκαλια του. Το εξοάγκωμα στο
μποάξερ του μεγαλωάνει και τραβαω ελαφρως τα μαλλια του. Ευχοάμουν να
ειχα φορεσει φουστα για να μπορουσα να την σηκωσω και να τον ενιωθα αποά
κατω μου.. Εκπληάσσομαι αποά τις σκεψεις μου καθως φερνω το χερι μου και τον
τριβω μεσα αποά το μποάξερ του.
«Γαμωάτο Τεάσσα. Εαάν συνεχιάσεις να το καάνεις αυτοά θα τελειωάσω στο μποάξερ
μου ξανα» μουρμουριάζει και σταματαάω, μετακινουμε αποά την αγκαλια του
και πεφτω παλι στα γοάνατα μου.
«Βλαάλε το τζιάν σου» μου δινει οδηγιες και γνεφω πριν να το ξεκουμπωάσω και
το κατεβαάσω καάτω στα ποάδια μου. Νιωάθοντας γενναιάα, βγαζω και την μπλουάζα
μου και την πεταάω στην ακρη. Ο Χαάρρυ δαγκωάνει το χειάλος του καθως
ξανακαάθομαι καάτω μπροσταά του. Τα δαχτυλα μου πιανουν το λαστιχο του
μποξερ του και τραβαάνε, σηκωάνεται ελαφρως αποά το κρεβαάτι για να μπορεάσω
να τα κατεβαάσω.
Νιωθω τα μαάτια μου να γουρλωάνουν και ακουω τον αναστεναγμο μου καθως ο
ανδρισμος του Χαάρρυ ερχεται στην επιφαάνεια. Wow, ειάναι μεγαάλο.

242

Μεγαλυάτερο απ’οάτι περιάμενα. Πως στο καλοά θα καταφεάρω να το βαάλω στο
στοάμα μου. Κοιταζω επιμονα μερικα λεπτα μεχρι που πλησιαάζω να το αγγιάξω
με το δαχτυλοά μου. Ο Χαάρρυ γελαάει καθως κινειται ελαφρως και
ξαναγυρναάει στην θεάση του.
«Πως.. εννοωά.. τι να καάνω πρωάτα?» τραυλιάζω. Ειάμαι σοκαρισμεάνη αποά το
μεάγεθος του αλλα θεάλω να το κανω.
«Θα σου δειάξω, εδωά.. τυλιξε τα δαχτυλα σαν την προηγουμενη φορα» μου
λεει. Τα δαχτυλα μου τυλιγονται γυρω του και τα κουναάω με φοάρα. Το δερμα
που τον καλυπτει ειάναι πολυά πιο απαλο αποάτι περιμενα. Ξερω οάτι το τσιμπαω
και το εξταζω σαν να ειάναι πειραμα φυσικης αλλα αυτοά για εμενα ειάναι
τοσο καινουργιο, που ετσι μου μοιαζει. Το αρπαζω ελεφρα και κινω το χερι
μου πανω- κατω σιγανα.
«Καπως ετσι?» τον ρωτω και ο Χαάρρυ γνεφει, το στηθος του σηκωνεται και
πεφτει.
«Τωρα.. απλως βαλω το στομα σου γυρω του. Οάχι οάλο, εκτοάς και εαάν μπορεις..
απλως βαλε οάσο πιο πολυά γιάνεται.» με καθοδηγει. Παιρνω μια βαθια ανασα
και σκυάβω. Ανοιάγοντας το στομα μου, τον παιρνω, μεχρι περιπου ττην μεση.
Μουρμουραάει και βαζει τα χερια του στους ωμους μου. Γυριζω πισω ελαφρως
και γευομαι κατι αλμυρο, τελειωσε κιοάλας? Η γευση φευγει και κινω το
κεφαλι μου πανω και καάτω. Εάνα εάνστινκτο που δεν ηάξερα οάτι ειάχα μου λεάει να
κινηάσω την γλωάσσα μου σ’οάλο το μηάκος του, σε συνδιασμοά με το κουάνημα του
κεφαλιου.
«Γαμωάτο, Ναι, ετσι!» ο Χαρρυ βογγαάει και επαναλαμβανω την κινηση. Το
κρατημα του στου ωμους μου σφιάγγει και οι γοφοι του ερχονται προς τα πανω
να συναντησουν το στομα μου. Σπρ’ωχνω και αάλλο τον εαυτοά μου, παιάρνοντας
τον σχεδοάν οάλο και τον κοιταάω ψηλαά. Τα ματια του εχουν γυρισει στο πισω
μερος του κεφαλιου του και το μοιαζει παραδεισεάνιος. Στρεφω την προσοχη
μου παλι στο ρουάφηγμα και αυξαάνω τον ρυθμοά.
«Χρησιμοποιάησε το χερι…σου…στο..υποάλοιπο» αναστεναζει και υπακουάω. Το
χερι μου κινειάται πανω και κατω στο πισω μερος του καθως το στομα μου
δουλευει την κορυφηά του. Ρουφαω τα μαάγουλαά μου ξανα και βογγαάει.
«Γαμωάτο..γαμωάτο. Τεάσσα. Ειμαι.. ειμαι τοσο κονταά.» τραυλιάζει. «Εαάν δεν το
θελεις στο στοάμα σου .. τοάτε .. πρεπει να σταματησεις»
Τον κοιταάω ψηλαά, κρατωάντας τον στον στοάμα μου. Μ’αρεσι ο τρπος που χανει
τον ελεγχο εξαιτιάας μου.
«Γαμωάτο.. συνεάχισε να .. με.. κοιταάς ετσι» το σωάμα του σφιάγγεται καθως με
κοιταάει. Ανοιγοκλειάνω τις βλεφαριάδες μου διάνοντας του πληάρη εάλεγχο. Ο

243

Χαάρρυ λεάει το οάνομα μου επανειλημμεάνα και νιωάθω εάνα μικροά αποάσταγμα
στο στοάμα μου, η ζεστηά αλμυρηά υγρασιάα κατεβαιάνει στο λαιμοά μου. Τραβιεάμαι
προς τα πιάσω. Δεν ειάχε τοάσο ασχημη γευάση σο περιάμενα, αλλα σιγουρα δεν
ειάναι μια ωραιάα γευση. Τα χεάρια του μετακινουάνται αποά του ωμους μου στα
μαγουλα μου.
«Πωάς ηάταν?» λεει λαχανιασμενος. Σηκωνομαι και καθομαι διπλα του στο
κρεβατι. Τα χερια του τυλιγονται γυρω μου και ξαπλωάνει το κεφαάλι του στον
ωάμο μου.
«Νομιάζω οάτιμου αάρεσε» του λεω και γελαά.
«Ωραιάο?»
«Ναι, ειάχε ενδιαφεάρον. Να σε βλεάπω με αυτοά τον τροάπο. Και δεν ειάχε τοάσο
ασχημη γευάση οάσο πιστευα.» εξομολογουμαι. Πρεπει να ντρεπομαι που μολις
παραδεχτηκα οάτι μου αρεσε, αλλα δεν νιωάθω ετσι. «Πωάς ηταν για εσενα?»
τον ρωτω νευρικαά.
«Ηταν μια ευχαάριστη εκπληξη. Η καλυάτερη πιάπα που μου εάχουν καάνει»
κοκκινιάζω αποά τα λογια του.
«Ναι καλα..» γελαω. Εκτιμω που προσπαθει να με κανει να νιωσω καλυτερα
για την ελλειψη εμπειριάας μου.
«Οάχι, σοβαραά. Ο τροάπος που εισαι τοσο.. αγνηά, μου καάνει κατι μεάσα μου. Και
οάταν με κοιταξες με αυτοά βλεμμα, την ωρα που..»
«Οκευ! Οκευ!» τον διακοπτω και κουνω το χερι μου. Δεν θελω να
ξαναεπαναλαβει καάθε λεπτομερεια της πρωτης μου φορας. Χαζογελαάει και
με σπρωάχνει απαλα στο στρωάμα.
«Τωάρα ασε με να σε κανω να νιωσεις οάσο ωραια με εκανες να νιωσω και
εγω» γρυλιάζει στο αυτι μου και ριυφα το δερμα κατω αποά το λαιμο μου. Τα
δαχτυλα του μπαινουν μεσα στο εσω ρουχοά μου και τα κατεβαάζουν κατω.
«Θελεις με τα δαχτυλαά μου ηά με την γλωάσσα μου?» μου ψιθυριάζει ερωτικα.
«Και με τα δυο» του απαντω και χαμογελα.
«Οάπως επιθυμειται» λεει και σκυβει το κεφαάλι του. Μουρμουριάζω και τραβαάω
τα μαλλια του ξανα. Το καάνω συχνα αυτοά, αλλα φαινεται να του αρεσει.
«Θα δοκιμαάσω δυο δαχτυλα την αάλλη φορα» λεει στην ευαισθητη περιοχη
μου. Η πλαάτη μου ανασηκωάνεται αποά το κρεβαάτι και μεσα σε λιγα λεπτα
ειάμαι σε μια ατελειάωτη κατασταση ευφοριάας, φωναάζοντας το οάνομα του
Χαάρρυ καθως τελειωάνω.

244

Μενει σιωπηλος καθως ξαπλωνει διπλα μου, αφηάνωντας με να απολαυσω την
κατασταση που βρισκομουν πριν λιγο. Αφου η αναπνοη μου επανερχεται,
σηκωάνομαι και με τα δαχτυλα μου χαιδευω το μαυρο μελανι στο δερμα του
στεάρνου του. Με παρατηρει προσεχτικα αλλα δεν με σταματαει.
«Κανεις δεν με εχει αγγιάξει με αυτοά τον τροάτο» παραδεχεται και καταπιάνω
οάλες τις ερωτησεις που θεάλω να του καάνω. Αντι να τον ανακριάνω, του διάνω εάνα
μικρο χαμοάγελο και τον φιλαω απαλα στο στεάρνο του.
«Μειάνε μαζιά μου αποάψε?» με ρωταει και κουνω το κεφαλι μου.
«Δεν μπορω, αυριο ειάναι δευτερα και εχουμε μαθημα» θελω να μεινω μαζι
του αλλα οάχι σημερα που ειάναι Κυριακηά.
«Σε παρακαλωά»
«Δεν εχω ρουχα για να φορεσω αυριο»
«Βαλε αυταά που φορας, σε παρακαλω μειάνε. Μοάνο μια νυάχτα, σου υποάσχομαι
οάτι θα φταάσεις στο μαάθημα σου εγκαιάρως»
«Δεν ξερω..»
«Θα φροντιάσω ακοάμη και να φταάσεις 15 λεπτα νωριάτερα ωστε να εχεις χροάνο
να περασεις αποά την καφετεάρια να συναντηάσεις τον Λιάαμ» μου λεει και το
στοάμα μου ανοιάγει.
«Πωάς το ξεάρεις αυτοά?»
«Σε παρατηρωά.. εννοωά οάχι οάλη την ωάρα. Αλλα περισσοάτερο απ’οάσο νομιάζεις»
μου λεει και η καρδιάα μου λιωάνει. Τον ερωτευάομαι, βαθιαά και γρηάγορα.
«Θα μειάνω» του λεάω αλλα σηκωάνω το χερι μου να συνεχισω, «Υπο εάναν οάρο»
«Και ποιος ειάναι αυτος?» μου χαμογελα.
«Θα ερθεις πισω στο μαθημα της λογοτεχνιάας» τον ρωτω και μου σηκωνει το
φρυάδι του.
«Ενταξει»
Χαμογελω με την συντομη απαντηση του και με τραβαάει κοντα στο στεάρνο του,
αγκαλιαάζονταάς με.

245

Chapter 58
Αφουά εάμεινα ξαπλωμεάνη στα χεάρια του Χαάρρυ για λιάγο, αάρχισα να
σκεάφτομαι τη συμφωνιάα μας να μειάνω μαζιά του αποάψε.
“Δεν εάχω τα βιβλιάα μου, ουάτε οδοντοάβουρτσα. Και δεν εάχω καάνει και μπαάνιο.”
Του λεάω. Αναστεναάζει και σηκωάνεται, ξετυλιάγοντας τον εαυτοά του αποά εμεάνα.
“ Μπορουάμε να παάρουμε τα βιβλιάα σου αυάριο το πρωιά πριν το πρωάτο σου
μαάθημα, ηά μπορουάμε ακοάμα και να παάμε να τα παάρουμε τωάρα, αρκειά να
γυριάσεις πιάσω μαζιά μου. Το υποσχεάθηκες.” Μου υπενθυμιάζει με εάνα χαμοάγελο.
Τα χειάλη του βριάσκουν το σαγοάνι μου, φιλωάντας παάνω και καάτω. Τα χειάλη του
στο δεάρμα μου καάνουν την λογικηά μου να συννεφιαάζει, ξεάρει ακριβωάς τι καάνει.
“Και τι θα γιάνει με το μπαάνιο μου;” Του υπενθυμιάζω.
“Μπορειάς να καάνεις εάνα εδωά, καάτω στο διαάδρομο.”
“Σε σπιάτι αδελφοάτητας; Ποιος ξεάρει ποιος μπορειά να μπει.”
“Πρωάτον, η ποάρτα κλειδωάνει και δευάτερον, θα σε συνοδευάσω εγωά προφανωάς.”
Δηλωάνει.
Ο τοάνος του με νευριαάζει καάπως αλλαά αποφασιάζω να το αγνοηάσω. “Καλαά. Θα
ηάθελα να καάνω μπαάνιο τωάρα, πριν νυχτωάσει αρκεταά.”
Γνεάφει και σηκωάνεται πιαάνοντας το τζιν του. Κατεβαιάνω αποά το κρεβαάτι και
ακολουθωά τις κινηάσεις του, χωριάς να φορεάσω το εσωάρουχοά μου. Δεν μου αρεάσει
η ιδεάα να φορεάσω τα ιάδια αυταά ρουάχα ξαναά αυάριο αλλαά μιας και ο Χαάρρυ θα
με παάει μεάχρι το δωμαάτιοά μου το πρωιά, θα αλλαάξω τοάτε.
“Οάχι εσωάρουχο;” Χαμογελαάει πονηραά και εγωά στριφογυριάζω τα μαάτια μου.
“Εάχεις σαμπουαάν; Δεν εάχω καν χτεάνα.” Αρχιάζω και αγχωάνομαι σκεφτοάμενη
οάλα οάσα δεν εάχω μαζιά μου. “Και μπατονεάτες; Στοματικοά νηάμα;” Συνεχιάζω.

246

“Ηρεάμησε, εάχουμε και μπατονεάτες και νηάμα. Πιθανοάν να εάχουμε και μια
επιπλεάον οδοντοάβουρτσα και ξεάρω πως υπαάρχουν μιάα ηά δυάο χτεάνες εκειά μεάσα.
Πιθανοάν να υπαάρχουν ακοάμα και επιπλεάον εσωάρουχα σε καάθε νουάμερο αν θες
εάνα.” Με πληροφορειά.
“Εσωάρουχα;” Ρωταάω πριν συνειδητοποιηάσω οάτι εννοουάσε πως εάχουν μειάνει αποά
αάλλα κοριάτσια. “Τεάλος παάντων.” Λεάω πριν μπορεάσει να εξηγηάσει. Ελπιάζω ο
Χαάρρυ να μην εάχει μια περιάεργη συλλογηά με εσωάρουχα αποά τα κοριάτσια με
τα οποιάα εάχει κοιμηθειά.
Με οδηγειά στο μπαάνιο, νιωάθω πιο αάνετα εδωά αποά οάτι φανταζοάμουν, μοάνο
επειδηά εάχω εάρθει σε αυτοά το μπαάνιο καάμποσες φορεάς.
Ο Χαάρρυ ανοιάγει το νεροά και βγαάζει το μπλουζαάκι του.
“Τι καάνεις;” Ρωταάω.
“Θα καάνω μπαάνιο;”
“Oh, νοάμιζα πως θα εάκανα εγωά πρωάτη.”
“Μπορειάς να καάνεις εάνα μαζιά μου.” Λεάει χαλαραά.
“Αμμ… οάχι! Δεν θα καάνω.” Γελαάω. Δεν μπορωά να καάνω μπαάνιο μαζιά του.
“ Γιατιά οάχι; Σε εάχω ηάδη δει και εσυά εάχεις δει εμεάνα. Που ειάναι το προάβλημα;”
Αναστεναάζει.
“Δεν ξεάρω… απλαά δεν θεάλω.” Το ξεάρω οάτι με εάχει ηάδη δει γυμνηά αλλαά το να
καάνουμε μπαάνιο μαζιά απλαά μοιαάζει τοάσο προσωπικοά. Πιο προσωπικοά και αποά
αυτοά που μοάλις καάναμε.
“Καλαά. Εσυά πρωάτη τοάτε.” Ακουάγεται λιγαάκι εκνευρισμεάνος.
Χαμογελωά γλυκαά αγνοωάνταςτον ξινοά του τοάνο και ξεντυάνομαι. Τα μαάτια του
εξεταάζουν το σωάμα μου και μεταά κοιταά αλλουά.
Τεντωάνω το χεάρι μου πιάσω αποά την κουρτιάνα για να ελεάγξω τη θερμοκρασιάα
του νερουά και μπαιάνω μεάσα.
Ο Χαάρρυ παραμεάνει σιωπηλοάς καθωάς βρεάχω τα μαλλιαά μου. Υπερβολικαά
σιωπηλοάς. “Χαάρρυ;” Φωναάζω. Εάφυγε αποά το μπαάνιο;
“Ναι;”
“Ειάπα μηάπως εάφυγες.” Παραδεάχομαι. Τραβαά λιγαάκι την κουρτιάνα και το σγουροά
κεφαάλι του εμφανιάζεται.

247

“Οάχι, ακοάμα εδωά.”
“Τρεάχει καάτι;” Τον ρωταάω. Κουναάει αρνητικαά το κεφαάλι του ως απαάντηση αλλαά
δεν λεάει τιάποτα. Μου κραταάει στα αληάθεια μουάτρα σαν μικροά παιδιά επειδηά δεν
καάνω μπαάνιο μαζιά του; Θεάλω σχεδοάν να του πω να μπει μαζιά μου αλλαά θεάλω
να καταλαάβει πως δεν μπορειά να γιάνεται το δικοά του οάλη την ωάρα. Το κεφαάλι
του εξαφανιάζεται αποά τη μπανιεάρα και τον ακουάω να καάθεται στην τουαλεάτα.
Το σαμπουαάν και το αφροάλουτρο εάχουν και τα δυάο μια βαριαά οάχι και τοάσο
ευχαάριστη μυρωδιαά, μου λειάπει το σαμπουαάν βανιάλια μου αλλαά αυτοά ειάναι
ενταάξει για εάνα βραάδυ. Πιθανοάν να ηάταν πιο λογικοά αν εάμενε ο Χαάρρυ μαζιά
μου στο δικοά μου δωμαάτιο, αλλαά η Στεφ θα ηάταν εκειά και θα ηάταν αάβολο να
εξηγηάσω τα παάντα και δεν νομιάζω πως ο Χαάρρυ θα ηάταν τοάσο τρυφεροάς αν
ηάταν και αυτηά γυάρω. Η σκεάψη με ενοχλειά αλλαά τη διωάχνω μακριαά.
“Μπορειάς να μου δωάσεις μια πετσεάτα;” τον ρωταάω και κλειάνω το νεροά. “Ηά και
δυάο, αν εάχεις αρκετεάς.” Μου αρεάσει να εάχω μιάα για τα μαλλιαά και μιάα για το
σωάμα.
Το χεάρι του σπρωάχνει την κουρτιάνα κρατωάντας δυάο πετσεάτες, τον ευχαριστωά
και αυτοάς μουρμουριάζει καάτι που δεν καταάλαβα.
Βγαάζει το τζιν του καθωάς στεγνωάνω και ξαναά ανοιάγει το νεροά. Δεν μπορωά να
καάνω αλλιωάς αποά το να κοιταάω το γυμνοά του σωάμα καθωάς μπαιάνει στη
μπανιεάρα. Θα εάπρεπε να καάνω εάνα μπαάνιο μαζιά του, οάχι επειδηά κατσουφιαάζει
αλλαά επειδηά πραγματικαά το θεάλω.
“Λεάω να παάω πιάσω στο δωμαάτιοά σου.” Του λεάω. Δεν μου διάνει σημασιάα εάτσι και
αλλιωάς.
Τραβαάει την κουρτιάνα, καάνοντας του μεταλλικουάς κυάκλους που την συγκρατουάν
να γδαρθουάν παάνω στη μεταλλικηά ραάβδο.
“Οάχι, δεν θα πας.”
“Ποιο ειάναι το προάβλημαά σου;” λεάω αποάτομα. Με ενοχλειά τωάρα.
“Κανεάνα, απλαά δεν θα πας πιάσω στο δωμαάτιο μοάνη σου. Μεάνουν τριαάντα
αγοάρια εδωά μεάσα, δεν χρειαάζεται να τριγυρναάς
στους διαδροάμους.”
“Πρεάπει να υπαάρχει και καάτι αάλλο, κραταάς μουάτρα αποά τοάτε που σου ειάπα πως
δεν μπορειάς να καάνεις μπαάνιο μαζιά μου.”
“Οάχι… δεν κραταάω μουάτρα.”

248

“Πες μου για ποιο λοάγο ηά θα βγω εάξω με αυτηά την πετσεάτα.” Απειλωά, ξεάροντας
πως ποτεά δεν θα το εάκανα πραγματικαά. Τα μαάτια του στενευάουν και πιαάνει το
χεάρι μου να με σταματηάσει, ριάχνοντας νεροά στο παάτωμα.
“Απλαά δεν μου αρεάσει να μου λεάνε οάχι.” Η φωνηά του ειάναι σιγανηά αλλαά πολυά
πιο απαληά αποά οάτι ηάταν λιάγο πιο πριν.
Φανταάζομαι πως οάσων αφοραά τις κοπεάλες ο Χαάρρυ ακουάει ελαάχιστα, αν
ακουάει και καθοάλου, το οάχι. Το μυαλοά μου λεάει να του πω να το συνηθιάσει,
αλλαά μεάχρι στιγμηάς ουάτε και εγωά του ειάχα πει οάχι. Με το που με αγγιάζει,
καάνω οτιδηάποτε θεάλει.
“Λοιποάν, δεν ειάμαι σαν τις αάλλες κοπεάλες Χαάρρυ.” Λεάω αποάτομα. Η ζηάλια μου
ξεπερναά την ενοάχλησηά μου απεάναντιά του.
Εάνα μικροά χαμοάγελο παιάζει στα χειάλη του καθωάς το νεροά τρεάχει στο προάσωποά
του. “ Το ξεάρω, Τες, το ξεάρω.” Κλειάνει την κουρτιάνα και φοραάω τα ρουάχα μου
ενωά αυτοάς κλειάνει το νεροά.
“Μπορειάς να φορεάσεις καάποια αποά τα δικαά μου ρουάχα στο κρεβαάτι.” Μου λεάει
και γνεάφω. Ιάσα που τον ακουάω, ειάμαι επικεντρωμεάνη στο σωάμα του που
γυαλιάζει μπροσταά μου. Τριάβει την πετσεάτα στα μαλλιαά του, αφηάνονταάς τα
σηκωμεάνα γυάρω αποά το κεφαάλι του, και μεταά την τυλιάγει γυάρω αποά τη μεάση
του. Η αάσπρη πετσεάτα κρεάμεται τοάσο χαμηλαά στους γοφουάς του, μοιαάζει με
καθαροά σεξ. Ειάναι λες και η θερμοκρασιάα στο μπαάνιο εάχει ανεάβει ειάκοσι
βαθμουάς. Σκυάβει και ανοιάγει το ντουλαπαάκι, βγαάζοντας μια χτεάνα και
τοποθετωάντας την στο χεάρι μου.
“Εάλα.” Λεάει και κουνωά το κεφαάλι μου, προσπαθωάντας να διωάξω τις βρωάμικες
σκεάψεις αποά το μυαλοά μου. Προχωραάμε στο διαάδρομο και στριάβουμε στη γωνιάα
καθωάς εάνα ξανθοά αγοάρι σχεδοάν πεάφτει επαάνω μας… Κοιτωά το προάσωποά του
και ανατριχιαάζω.
“Δεν σε εάχω δει εδωά και καιροά.” Μουγκριάζει και μου εάρχεται εμετοάς.
“Χαάρρυ.” Τσιριάζω και αυτοάς γυριάζει, του παιάρνει μοναάχα μια στιγμηά να
θυμηθειά πως ειάναι το ιάδιο αγοάρι που ειάχε προσπαθηάσει να καάνει κιάνηση πριν
καιροά.
“Φυάγε μακριαά της Νεάιλ.” Λεάει αποάτομα και ο Νεάιλ χλομιαάζει. Δεν πρεάπει να
ειάχε δει τον Χαάρρυ πριν στριάψει στη γωνιάα.
“ Δικοά μου λαάθος Σταάιλς.” Ο Νεάιλ λεάει και απομακρυάνεται.
“Ευχαριστωά.” Ψιθυριάζω στο Χαάρρυ. Τυλιάγει το χεάρι του γυάρω αποά το δικοά μου και
ξεκλειδωάνει την ποάρτα.

249

“Θα εάπρεπε απλαά να τον βαρεάσω, εάτσι;” Ο Χαάρρυ λεάει καθωάς καάθομαι στο
κρεβαάτι.
“Οάχι! Δεν θα εάπρεπε.” Παρακαλωά. Δεν μπορωά να πω αν μιλαάει σοβαραά αλλαά
δεν θεάλω να μαάθω. Αρπαάζει το τηλεκοντροάλ αποά το ντουλαάπι και ανοιάγει την
τηλεοάραση πριν μου πεταάξει εάνα κοντομαάνικο μπλουζαάκι και εάνα του
μποξεραάκι.
Βγαάζω το παντελοάνι και φοραάω το μποξεραάκι, γυριάζονταάς το μερικεάς φορεάς
στην κορυφηά.
“Θα μπορουάσα ιάσως να φορεάσω το μπλουζαάκι που φορουάσες σηάμερα;” Δεν
ειάχα συνειδητοποιηάσει ποάσο περιάεργο ακουάγεται μεάχρι που οι λεάξεις
ακουάστηκαν δυναταά.
“Τι;” χαμογελαάει ειρωνικαά.
“Εγωά… λοιποάν.. Ξεάχασεά το. Δεν ηάξερα τι εάλεγα.” Λεάω ψεάματα. Θεάλω να
φορεάσω το βρωάμικο μπλουζαάκι σου επειδηά μυριάζει ωραιάα; Αυτοά ακουάγεται
περιάεργο και τρελοά. Γελαάει και μαζευάει το μπλουζαάκι του αποά το παάτωμα και
προχωραά προς το μεάρος μου.
“Οριάστε μωροά μου.” Λεάει και μου διάνει το φορεμεάνο μπλουζαάκι. Χαιάρομαι που
δεν με εάκανε να ντραπωά παραπαάνω, αλλαά ακοάμα νιωάθω καάπως ανοάητη.
“Ευχαριστωά.” Λεάω καάπως τσιριχταά και βγαάζω το μοβ μου μπλουζαάκι και το
σουτιεάν, αντικαθιστωάντας τα με το μπλουζαάκι του.
Μυριάζει τοάσο υπεάροχα οάσο ηάξερα πως θα μυριάζει… Τα μαάτια του μαλακωάνουν
καθωάς με κοιταάζει.
“Ειάσαι οάμορφη.” Λεάει και κοιταά αλλουά. Πιστευάω πως δεν ηάθελε να πεις τις
λεάξεις δυναταά, καάτι που καάνει την καρδιαά μου να λιωάνει ακοάμα περισσοάτερο.
Του χαμογελαάω και καάνω εάνα βηάμα προς το μεάρος του.
“Το ιάδιο και εσυά.” Τον κολακευάω και τα μαάγουλαά του κοκκινιάζουν.
“Αρκεταά με αυτοά.” Γελαάει. “ Τι ωάρα πρεάπει να ξυπνηάσεις το πρωιά;” Ρωταάει και
καάθεται στο κρεβαάτι, καάνοντας ζαάπινγκ στη τηλεοάραση.
“Πεάντε, αλλαά θα ρυθμιάσω το δικοά μου ξυπνητηάρι.”
“Πεάντε; Πεάντε το πρωιά; Το πρωάτο σου μαάθημα ειάναι ποάτε, στις εννιαά; Γιατιά
σηκωάνεσαι τοάσο νωριάς;”

250

“Δεν ξεάρω, απλαά για να ετοιμαστωά, φανταάζομαι;” Χτενιάζω με τη χτεάνα τα
μαλλιαά μου.
“Λοιποάν, ας σηκωθουάμε στις επταά, το σωάμα μου δεν λειτουργειά πριν τις επταά.”
Μου λεάει και μουγκριάζω. Ο Χαάρρυ και εγωά ειάμαστε τοάσο διαφορετικοιά.
“Εάξι και μισηά;” Προσπαθωά να συμβιβαστωά.
“Καλαά, εάξι και μισηά.” Συμφωνειά.
Περαάσαμε το υποάλοιπο αποάγευμα βλεάποντας τυχαιάα σοάου στη τηλεοάραση
μεάχρι που ο Χαάρρυ κοιμηάθηκε στην αγκαλιαά μου, τα δαάχτυλαά μου να
χαιϊδευάουν τα μαλλιαά του. Γλιστρωά και ξαπλωάνω διάπλα του, προσπαθωάντας
να μην τον ξυπνηάσω.
“ Τες;” αναστεναάζει και κουναάει τα χεάρια του μπροσταά του σαν να προσπαθειά
να με βρει.
“Εδωά.” Ψιθυριάζω αποά πιάσω του, γυρναάει πλευροά και τυλιάγει το χεάρι του γυάρω
μου πριν πεάσει ξαναά για υάπνο. Λεάει οάτι κοιμαάται καλυάτερα οάταν ειάμαι κονταά
του, το ιάδιο ισχυάει και για εμεάνα.

Το εποάμενο πρωιά το ξυπνητηάρι μου χτυπαά στις εάξι και μισηά και βιαάζομαι
προσπαθωάντας να φορεάσω τα χθεσιναά ρουάχα και να σηκωάσω και να ντυάσω το
Χαάρρυ. Ειάναι τοάσο δυάσκολος να ξυπνηάσει. Νιωάθω μπερδεμεάνη και
απροετοιάμαστη αλλαά φταάνουμε στο δωμαάτιοά μου στις 7:15, καάτι που μου διάνει
αάφθονο χροάνο να αλλαάξω και να βουρτσιάσω τα μαλλιαά μου και τα δοάντια μου
ξαναά. Η Στεφ κοιμαάται οάσο ειάμαστε εκειά και αποτρεάπω το Χαάρρυ αποά το να
της ριάξει εάνα ποτηάρι νεροά στο κεφαάλι για να ξυπνηάσει. Ο Χαάρρυ δεν καάνει
κανεάνα αγενεάς σχοάλια καθωάς φοραάω μιάα αποά τις μακριεάς μου φουάστες και
εάνα σκεάτο μπλε μπλουζαάκι.
“Βλεάπεις, ειάναι μοάλις οχτωά, εάχουμε ειάκοσι λεπταά πριν χρειαστειά να φυάγουμε
για να περπατηάσουμε μεάχρι την καφετεάρια.” Ο Χαάρρυ καυχιεάται.
“Περπατηάσουμε;”
“Ναι, νοάμιζα πως θα μπορουάσα να περπατηάσω μεάχρι εκειά μαζιά σου; Αν οάχι και
αυτοά ειάναι μια χαραά.” Λεάει και κοιταάζει αλλουά.
“Ναι, φυσικαά κανεάνα προάβλημα.”Απλαά δεν ειάμαι συνηθισμεάνη σε οάτι κι αν
ειάναι αυτοά που εάχει αλλαάξει μεταξυά μας. Θα ειάναι ωραιάο να μην χρειαάζεται
να αποφευάγω το Χαάρρυ, ηά να ανησυχωά μηάπως τον πετυάχω τυχαιάα.

251

Τι θα πιστεάψει ο Λιάαμ; Θα το πουάμε στον Λιάαμ; “Τι θα καάνουμε με τα ειάκοσι
λεπταά μας;” Χαμογελαάω.
“Εάχω μερικεάς ιδεάες.” Τα χειάλη του γυριάζουν σε εάνα πονηροά χαμοάγελο και με
τραβαάει επαάνω του.
“Η Στεφ ειάναι εδωά.” Του υπενθυμιάζω ενωά ρουφαάει το δεάρμα καάτω αποά το αυτιά
μου.
“Το ξεάρω, απλαά φιλιοάμαστε.” Γελαάει και πιεάζει τα χειάλη του στα δικαά μου.
Φευάγουμε πριν ξυπνηάσει η Στεφ και ο Χαάρρυ προσφεάρεται να κουβαληάσει την
τσαάντα μου καάτι που ειάναι μια ωραιάα αλλαά απροάσμενη χειρονομιάα.
“Πουά ειάναι τα βιβλιάα σου;” τον ρωταάω.
“Δεν τα φεάρνω. Απλαά δανειάζομαι εάνα καάθε μεάρα, σε καάθε μαάθημα. Με
αποτρεάπει αποά το να χρειαάζεται να κουβαλωά μιάα τεάτοια.” Λεάει και δειάχνει την
τσαάντα μου στον ωάμο του. Στριφογυριάζω τα μαάτια μου και γελαάω μαζιά του.
Οάταν φταάνουμε στην καφετεάρια ο Λιάαμ γεάρνει παάνω στον παάγκο και
φαιάνεται εάκπληκτος που βλεάπει το Χαάρρυ και εμεάνα μαζιά. Του ριάχνω εάνα “θα
σου τα εξηγηάσω οάλα αργοάτερα” υάφος και χαμογελαάει.
“Λοιποάν, καλυάτερα να πηγαιάνω, εάχω μαθηάματα να κοιμηθωά.” Ο Χαάρρυ λεάει και
γνεάφω. Δεν ειάμαι σιάγουρη αν πρεάπει να τον αγκαλιαάσω; Αφηάνει την τσαάντα
μου και τυλιάγει το χεάρι του γυάρω αποά τη μεάση μου, τραβωάντας με στο στηάθος
του πριν με φιληάσει. Δεν το περιάμενα αυτοά. Τον φιλωά και εγωά και με
απελευθερωάνει.
“Τα λεάμε αργοάτερα.” Λεάει με εάνα ειρωνικοά χαμοάγελο και κοιταάζει τον Λιάαμ.
Αυτοά δεν μπορουάσε να ειάναι πιο αάβολο. Το στοάμα του Λιάαμ ειάναι ανοιχτοά
κυριολεκτικαά μεάχρι το παάτωμα και εγωά ειάμαι ντροπιασμεάνη αποά την τολμηρηά
κιάνηση του Χαάρρυ.
“Αμμ… συγνωάμη για αυτοά.” Δεν με ενδιαφεάρουν και πολυά οι δημοάσιες
επιδειάξεις φροντιάδας. Ο Νοάα και εγωά δεν εάχουμε καάνει ποτεά καάτι τεάτοιο, εκτοάς
αποά τοάτε που προσπαάθησα να τον φιληάσω στο εμπορικοά για να διωάξω τον
Χαάρρυ αποά το μυαλοά μου. “Εάχω πολλαά να σου πω.” Κοκκινιάζω και ο Λιάαμ
σηκωάνει την τσαάντα μου.

252

Chapter 59
Εξηγωά στο Λιάαμ οάτι εγωά και ο Νοάα χωριάσαμε και πως δεν ειάμαι σιάγουρη πωάς
να αποκαλεάσω τη σχεάση μου με το Χαάρρυ.
Νομιάζω οάτι βγαιάνουμε, αλλαά δεν εάχουμε ακριβωάς συζητηάσει τους τεχνικουάς
οάρους. Μεάνει σιωπηλοάς την περισσοάτερη ωάρα.
“Το ξεάρω οάτι σε εάχω ηάδη προειδοποιηάσει, οποάτε δεν θα το καάνω ξαναά. Αλλαά
παρακαλωά απλαά να ειάσαι προσεκτικηά μαζιά του.
Θα παραδεχτωά οάτι μοιαάζει να του αρεάσεις πολυά, τοάσο οάσο μπορειά να του
αρεάσει καάποιος μιας και ειάναι ο Χαάρρυ.” Μου λεάει ενωά καθοάμαστε στις θεάσεις
μας.

253

“Σε ευχαριστωά.” Σημαιάνει πολλαά για εμεάνα που παραά το γεγονοάς οάτι δεν
συμπαθειά τον Χαάρρυ καάνει οάτι μπορειά να με καταλαάβει και να με στηριάξει.
Καθωάς περπατωά στο τριάτο μου μαάθημα οά καθηγητηάς της Κοινωνιολογιάας μου,
μου καάνει νευάμα να παάω στην εάδρα του.
“ Μοάλις με ειδοποιάησαν να σου πω πως σε ζηάτησαν αποά το γραφειάο του
πρυάτανη.” Μου λεάει. Τι; Γιατιά; Για μια στιγμηά ξεάχασα πως ο πατεάρας του
Χαάρρυ ειάναι ο πρυάτανης. Ηρεμωά καάπως αλλαά μεταά αγχωάνομαι ξαναά. Τι
μπορειά να χρειαάζεται;
Το ξεάρω οάτι το κολεάγιο δεν λειτουργειά οάπως ακριβωάς και το λυάκειο, αλλαά
νιωάθω λες και με φωάναξαν στο γραφειάο του διευθυντηά, μοάνο που ο διευθυντηάς
τυχαιάνει να ειάναι ο πατεάρας του… αγοριουά μου;
“ Oh ok.” Απαντωά τελικαά.
“Θα εξεταάσουμε απλαά το φαινοάμενο της φυσικηάς επιλογηάς. Ειάμαι σιάγουρος
πως εάχεις ηάδη καάνει την εργασιάα.” Χαμογελαάει και γνεάφω. Μου αρεάσει οάταν
οι καθηγητεάς αναγνωριάζουν τη σκληρηά μου δουλειαά.
Βαάζω την τσαάντα στον ωάμο μου και προχωρωά μεάχρι το γραφειάο της
διευάθυνσης. Ειάναι αρκεταά μακριαά και μου παιάρνει παάνω αποά μισηά ωάρα μεάχρι
να φταάσω εκειά. Πραγματικαά χρειαάζεται να αγοραάσω αυτοκιάνητο, αυτηά την
εβδομαάδα. Θα πρεάπει να παάω πιο μακριαά αποά το χωάρο του Πανεπιστημιάου για
να μην με κλεάψουν στα χρηάματα αλλαά δεν μπορωά να περαάσω αάλλη μιάα
εβδομαάδα χωριάς αυτοκιάνητο.
Διάνω στη γραμματεάα στο μπροστινοά γραφειάο το οάνομαά μου και αυτηά σηκωάνει
γρηάγορα το τηλεάφωνο. Δεν μπορωά να ακουάσω τιάποτα εκτοάς αποά “Δοάκτωρ
Σταάιλς” Μα φυσικαά ο Κεν θα ειάχε διδακτορικοά τιάτλο.
“Ειάναι εάτοιμος για εσεάνα.” Χαμογελαάει και δειάχνει την ξυάλινη ποάρτα
απεάναντι στο διαάδρομο.
Πριν προλαάβω να χτυπηάσω, η ποάρτα ανοιάγει με εάνα τριάξιμο και ο Κεν με
υποδεάχεται με εάνα χαμοάγελο. “Τεάσσα σε ευχαριστωά που ηάρθες.” Λεάει και
καάνει νοάημα να καθιάσω. Καάθεται στη μεγαάλη περιστρεφοάμενη καρεάκλα πιάσω
αποά εάνα πολυά μεγαάλο γραφειάο αποά ξυάλο κερασιαάς. Νιωάθω πολυά πιο αάνετα με
αυτοάν σε αυτοάτο γραφειάο αποά οάτι εάνιωσα ποτεά στο σπιάτι του.
“Συγνωάμη που σε πηάρα αποά το μαάθημα, δεν ηάξερα πως αλλιωάς να εάρθω σε
επαφηά μαζιά σου και ξεάρεις οάτι ο Χαάρρυ μπορειά να γιάνει… δυάσκολος.” Λεάει και
γελαάω.
“Δεν πειραάζει αληάθεια. Υπαάρχει καάποιο προάβλημα;” Ρωταάω ανηάσυχα.

254

“Οάχι, οάχι κανεάνα. Ειάναι μερικαά πραάγματα που θεάλω να συζητηάσω μαζιά σου. Θα
ξεκινηάσω με την πρακτικηά σου, μιάλησα με τον φιάλο μου στην εταιριάα Vance και
θα του αάρεσε πολυά να σε συναντηάσει, το συντομοάτερο. Αν ειάσαι ελευάθερη
αυάριο αυτοά θα ηάταν το καλυάτερο.” Λεάει.
“Αληάθεια!” Ξεφωνιάζω, η τοάση χαραά που νιωάθω με καάνει να σηκωθωά αποά την
καρεάκλα. Καταλαβαιάνω πως ειάναι περιάεργο που στεάκομαι οάρθια, οποάτε
καάθομαι βιαστικαά ξαναά. “Αυτοά ειάναι τοάσο υπεάροχο, ευχαριστωά παάρα πολυά! Δεν
εάχετε ιδεάα ποάσο πολυά το εκτιμωά!” του λεάω. Αυταά ειάναι τοάσο ωραιάα νεάα, δεν το
πιστευάω οάτι το εάκανε αυτοά για εμεάνα.
“Πραγματικαά ειάναι ευχαριάστηση μου Τεάσσα. Να του πω οάτι θα πας αυάριο;”
Ρωταάει. Δεν θεάλω στα αληάθεια να χαάσω καάποιο μαάθημα αλλαά αυτοά αξιάζει
και ειάμαι πιο μπροσταά εάτσι και αλλιωάς.
“Ναι αυτοά θα ηάταν υπεάροχο. Ευχαριστωά ξαναά Ουαάου.” Λεάω και αυτοάς γελαάει.
“Τωάρα για το δευάτερο, αν πεις οάχι δεν υπαάρχει κανεάνα προάβλημα. Ειάναι
περισσοάτερο εάνα προσωπικοά αιάτημα, ηά χαάρη φανταάζομαι. Η πρακτικηά σου στην
εταιριάα Vance δεν θα επηρεαστειά καθοάλου αν αρνηθειάς.” Γνεάφω και συνεχιάζει.
“Δεν ειάμαι σιάγουρος αν ο Χαάρρυ σου εάχει πει οάτι η Καάρεν και εγωά
παντρευοάμαστε την εποάμενη εβδομαάδα.”
“Το ηάξερα οάτι ο γαάμος ηάταν κονταά.” Του λεάω. Δεν ηάξερα οάτι ηάταν τοάσο κονταά. Οι
σκεάψεις μου γυρναάνε τοάτε που ο Χαάρρυ διεάλυσε το σπιάτι τους και ηάπιε εάνα
σχεδοάν ολοάκληρο μπουκαάλι σκοάτς.
“Αναρωτιοάμουν αν υπαάρχει καάποιος τροάπος… που θα μπορουάσες να πειάσεις
τον Χαάρρυ να εάρθει.” Τα μαάτια του φευάγουν αποά τα δικαά μου και κοιταάζει
επιάμονα τον τοιάχο.“ Το ξεάρω οάτι αυτοά υπερβαιάνει τα οάριαά μου αλλαά δεν θα
μου αάρεσε καθοάλου να μην ειάναι παροάν και ειλικριναά, πιστευάω πως ειάσαι η
μοάνη που θα μπορουάσε να τον πειάσει να εμφανιστειά.
Τον εάχω ρωτηάσει
μερικεάς φορεάς αλλαά λεάει αμεάσως οάχι.” Παιάρνει αναάσα.
Δεν εάχω ιδεάα τι να του πω, θα μου αάρεσε πολυά να παάω τον Χαάρρυ στο γαάμο
του πατεάρα του αλλαά αμφιβαάλλω για το αν θα με ακουάσει. Γιατιά οάλοι
φαιάνεται να πιστευάουν πως θα το καάνει; Θυμαάμαι οάταν που ο Κεν μου ειάπε
πως πιστευάει οάτι ο Χαάρρυ ειάναι ερωτευμεάνος μαζιά μου. Παραά λιάγο να γελαάσω
ξαναά στη σκεάψη.
“Θα του μιληάσω σιάγουρα. Θα μου αάρεσε πολυά αν πηάγαινε.” Του λεάω ειλικριναά.
“Αληάθεια; Ευχαριστωά παάρα πολυά Τεάσσα. Ευάχομαι να μην νιωάθεις πιεσμεάνη να
πεις ναι. Ανυπομονωά να σας δω και τους δυάο εκειά.” Χαμογελαάει. Εάνας γαάμος
με τον Χαάρρυ; Η ιδεάα ακουάγεται τοάσο ωραιάα, ο Χαάρρυ θα ειάναι δυάσκολος να
πειστειά. “ Η

255

Καάρεν σε συμπαθειά πολυά, το αποάλαυσε πραγματικαά που ηάσουν μαζιά μας το
Σαββατοκυάριακο. Ειάσαι ευπροάσδεκτη οάποτε θεάλεις.”
“Το αποάλαυσα και εγωά πραγματικαά που ηάμουν εκειά, ιάσως μπορωά να εάρθω σε
επαφηά μαζιά της για εκειάνα τα μαθηάματα ψησιάματος που προάτεινε.” Γελαάω και
γελαάει και αυτοάς πνιχταά.
Μοιαάζει τοάσο πολυά στον Χαάρρυ οάταν γελαάει καάτι που ζεσταιάνει την καρδιαά
μου. Ο πατεάρας του Χαάρρυ θεάλει τοάσο απελπισμεάνα να φτιαάξει μια σχεάση με
τον θυμωμεάνο, διαλυμεάνο γιο του που μου ραγιάζει την καρδιαά. Αν υπαάρχει καάτι
που μπορωά να καάνω για να βοηθηάσω τον Κεν, θα το καάνω σιάγουρα.
“Θα της αάρεσε πολυά αυτοά! Εάλα οάποτε θεληάσεις.” Λεάει και σηκωάνομαι.
“Ευχαριστωά και παάλι που με βοηθηάσατε με την πρακτικηά μου. Σημαιάνει τοάσα
πολλαά για εμεάνα.” Του λεάω.
“Κοιάταξα τους βαθμουάς σου μεάχρι τωάρα και ηάταν πολυά εντυπωσιακοιά. Πιστευάω
πως ο Χαάρρυ μπορειά να μαάθει πολλαά αποά εσεάνα.” Λεάει με τα πραάσινα μαάτια
του γεμαάτα ελπιάδα.
Νιωάθω τα μαάγουλαά μου να κοκκινιάζουν καθωάς χαμογελαάω και τον
αποχαιρετωά. Οάταν πια φταάνω πεάρα αποά χωάρο του Πανεπιστημιάου στην ταάξη
της Λογοτεχνιάας, μου εάχουν μειάνει μοναχαά πεάντε λεπταά μεάχρι να αρχιάσει το
μαάθημα. Ο Χαάρρυ βριάσκεται στην παλιαά του θεάση και δεν μπορωά ελεάγξω το
χαμοάγελο στο προάσωποά μου.
“Κραάτησες το δικοά σου μεάρος της συμφωνιάας, και αυτοά εάκανα και εγωά.”
Ανταποδιάδει το χαμοάγελο. Χαιρετωά τον Λιάαμ και καάθομαι στη θεάση μου
αναάμεσαά τους.
“Γιατιά αάργησες τοάσο;” Ο Χαάρρυ ψιθυριάζει καθωάς ο καθηγητηάς αρχιάζει το
μαάθημα.
“Θα σου πω μεταά το μαάθημα.” Χαμογελαάω. Ξεάρω πως αν το αναφεάρω τωάρα θα
καάνει σκηνηά μες στη μεάση της ταάξης.
“Πες μου”
“Σου ειάπα θα σου πω μεταά το μαάθημα. Δεν ειάναι καάτι σοβαροά.” Του υποάσχομαι.
Αναστεναάζει αλλαά δεν το συνεχιάζει.
Οάταν το μαάθημα τελειωάνει, ο Χαάρρυ και ο Λιάαμ σηκωάνονται και ο δυάο και δεν
ξεάρω σε ποιοάν θα πρεάπει να μιληάσω. Συνηάθως μιλωά με το Λιάαμ μεταά το
μαάθημα και βγαιάνουμε αποά την ταάξη μαζιά, αλλαά τωάρα ο Χαάρρυ γυάρισε και δεν
ειάμαι σιάγουρη.

256

“Ισχυάει ακοάμα οάτι θα εάρθεις με εμεάνα και την Ντανιεάλ στη γιορτηά την
Παρασκευηά; Σκεφτοάμουν πως θα μπορουάσες να εάρθεις για δειάπνο πρωάτα.
Ξεάρω πως της μαμαάς μου θα της αάρεσε πολυά αυτοά.” Ο Λιάαμ λεάει πριν ο Χαάρρυ
μπορεάσει να μιληάσει.
“Ναι φυσικαά και ισχυάει ακοάμα. Το δειάπνο ακουάγεται υπεάροχο, απλαά
ενημεάρωσε με για τις λεπτομεάρειες και θα ειάμαι εκειά.” Χαμογελαάω.
Ανυπομονωά να γνωριάσω την Ντανιεάλ, καάνει το Λιάαμ χαρουάμενο και για αυτοά
την αγαπωά ηάδη.
“Θα σου στειάλω.” Λεάει και απομακρυάνεται.
“Θα σου στειάλω.” Ο Χαάρρυ κοροιϊδευάει και στριφογυριάζω τα μαάτια μου.
“Μην τον κοροιϊδευάεις.” Προειδοποιωά.
“Oh ναι, ξεάχασα ποάσο θυμωάνεις. Σε θυμαάμαι που παραλιάγο να χιμηάξεις στη
Μοάλλυ παάνω αποά το τραπεάζι του εστιατοριάου οάταν σε θυάμωσε.” Γελαάει και
σκουντωά τον ωάμο του.
“Το εννοωά Χαάρρυ, ας τον ηάσυχο. Παρακαλωά.” Προσθεάτω για να ελαφρυάνω την
ατμοάσφαιρα.
“Μεάνει με τον μπαμπαά μου, δικαιουάμαι να τον κοροιϊδευάω.” Μου χαμογελαάει
και γελαάω.
Καθωάς βγαιάνουμε αποά το κτηάριο αποφασιάζω πως ειάναι τωάρα ηά ποτεά.
“Μιλωάντας για τον μπαμπαά σου…” Κοιτωά πεάρα και ειάναι ηάδη τσιτωμεάνος. “Εκειά
ηάμουν σηάμερα. Στο γραφειάο του, εάχει κανονιάσει μια συνεάντευξη για εμεάνα
στην εταιριάα Vance αυάριο. Δεν ειάναι υπεάροχο;”
“Τι εάκανε;” Χλευαάζει. Και ξεκιναάμε.
“Κανοάνισε μια συνεάντευξη για εμεάνα. Ειάναι υπεάροχη ευκαιριάα για εμεάνα
Χαάρρυ.” Τον παρακαλωά να με καταλαάβει.
“Καλαά.” Αναστεναάζει.
“Ειάναι και καάτι αάλλο.” Προσθεάτω.
“Φυσικαά υπαάρχει και αάλλο…”
“Με προσκαάλεσε στο γαάμο το εποάμενο Σαββατοκυάριακο… λοιποάν μας. Μας
προσκαάλεσε στο γαάμο.” Τραυλιάζω και με κοιταά επιάμονα.

257

“Οάχι, δεν θα παάω. Τεάλος συζηάτησης.” Γυρναά να περπατηάσει μακριαά αποά εμεάνα.
“Περιάμενε, απλαά αάκουσεά με. Παρακαλωά;” Προσπαθωά να πιαάσω τον καρποά του
αλλαά τραβιεάται.
“Οάχι. Στα αληάθεια πρεάπει να μειάνεις εάξω αποά αυτοά Τεάσσα, δεν καάνω πλαάκα.
Κοιταά τη δικηά σου δουλειαά για μια φοραά.” Λεάει αποάτομα και κατσουφιαάζω.
“Χαάρρυ…” Λεάω αάλλη μιάα φοραά αλλαά δεν μου διάνει σημασιάα. Περπαταάει
μακριαά προς το χωάρο του παρκινγκ. Τα ποάδια μου εάχουν μαρμαρωάσει, και με
κραταάνε αποά το να τον ακολουθηάσω.
Παρακολουθωά καθωάς το λευκοά του αμαάξι βγαιάνει αποά το παρκινγκ. Αντιδραά
υπερβολικαά και εγωά δεν προάκειται να το αφηάσω να με επηρεαάσει.
Χρειαάζεται καάποιον χροάνο να ηρεμηάσει πριν μιληάσουμε ξαναά. Το ηάξερα πως
δεν θα ηάθελε να παάει αλλαά ευχοάμουν τουλαάχιστον να ηάθελε να το συζητηάσει.
Ποιοάν κοροιϊδευάω; Αρχιάσαμε αυτοά το “παραπαάνω” πραάγμα μοάλις δυάο μεάρες
πριν. Δεν ξεάρω γιατιά συνεχιάζω να περιμεάνω πως τα πραάγματα θα ειάναι τοάσο
πολυά διαφορετικαά. Ειάναι στα ιάδια πλαιάσια, ο Χαάρρυ ειάναι πιο καλοάς μαζιά μου
την περισσοάτερη ωάρα, και με φιλαάει σε δημοάσιο χωάρο καάτι που ηάταν
πραγματικαά εάκπληξη. Παροάλα αυταά, Χαάρρυ
ο
ειάναι ακοάμα ο ουσιαστικοάς
Χαάρρυ και ειάναι πεισματαάρης και εάχει προβληάματα συμπεριφοραάς.
Αναστεναάζοντας, βαάζω την τσαάντα στον ωάμο μου και περπατωά πιάσω στο
δωμαάτιοά μου.
H Στεφ καάθεται σταυροποάδι στο παάτωμα και κοιταά την τηλεοάρασηά της οάταν
μπαιάνω στο δωμαάτιο.
“Που ηάσουν χθες βραάδυ; Δεν το συνηθιάζεις να μεάνει εάξω βραάδυ καθημερινηάς
μικρηά μου.” Με πειραάζει και στριφογυριάζω τα μαάτια μου παιχνιδιαάρικα.
“Ηάμουν… εάξω” Της λεάω. Δεν ξεάρω αν πρεάπει να της πω οάτι εάμεινα με το Χαάρρυ.
“Με τον Χαάρρυ.” Προσθεάτει και κοιτωά αλλουά.
“Ξεάρω οάτι ηάσουν μαζιά του, μου ζηάτησε το νουάμεροά σου τοάτε εάφυγε αποά το κτηάριο
του μποάουλινγκ και δεν ξαναά γυάρισε πιάσω.” Δηλωάνει.
“Μην το πεις σε κανεάναν, δεν ξεάρω ουάτε εγωά η ιάδια ακριβωάς τι συμβαιάνει.” Της
λεάω. Υποάσχεται να μην πει τιάποτα σε κανεάναν. Περαάσαμε το υποάλοιπο
αποάγευμα συζητωάντας για αυτηά και τον Τριάσταν πριν αυτοάς περαάσει να την
παάρει για δειάπνο. Οάταν φταάνει στο δωμαάτιο τη φιλαάει με το που ανοιάγει την
ποάρτα, της κραταά το χεάρι καθωάς μαζευάει τα πραάγματαά της και της
χαμογελαάει οάλη την ωάρα. Γιατιά δεν μπορειά ο Χαάρρυ να ειάναι εάτσι μαζιά μου;
Δεν εάχω καθοάλου νεάα του Χαάρρυ τις τελευταιάες ωάρες αλλαά δεν θεάλω να
ειάμαι εγωά η πρωάτη που θα στειάλει. Καθοάλου σοβαροά, το ξεάρω αλλαά δεν με
νοιαάζει. Τελειωάνω τα μαθηάματαά μου και μαζευάω τα πραάγματαά μου για να

258

παάω για μπαάνιο. Το κινητοά μου δονειάται καθωάς φταάνω στην ποάρτα. Πηδωά αποά
τη χαραά μου με το που βλεάπω το οάνομα του Χαάρρυ.
*Θα μειάνεις μαζιά μου αποάψε;* Γραάφει το μηάνυμα. Δεν μου εάχει μιληάσει για
ωάρες και θεάλει να μειάνω μαζιά του; Ξαναά;
*Γιατιά; Ωάστε να μπορεάσεις να ειάσαι κοάπανος μαζιά μου;* απανταάω. Θεάλω να
τον δω αλλαά ειάμαι ακοάμη ενοχλημεάνη.
*Εάρχομαι, ετοιμαάσου.* στεάλνει. Στριφογυριάζω τα μαάτια μου στον αυταρχικοά
του τοάνο αλλαά δεν μπορωά να μην νιωάθω ενθουσιασμεάνη που θα τον δω.
Τρεάχω καάτω και καάνω μπαάνιο ωάστε να μην χρειαστειά να καάνω εάνα στο σπιάτι
της αδελφοάτητας ξαναά. Οάταν τελειωάνω, εάχω ελαάχιστο χροάνο για να μαζεάψω
τα ρουάχα μου για αυάριο. Τρεάμω στη ιδεάα οάτι θα παάρω το λεωφορειάο για να
παάω στη εταιριάα Vance, ειάναι μισηά ωάρα διαδρομηά. Διπλωάνω τα ρουάχα μου
οάμορφα στην τσαάντα οάταν ο Χαάρρυ ανοιάγει την ποάρτα, χωριάς να χτυπηάσει
φυσικαά.
“Εάτοιμη;” Ρωταάει και παιάρνει το τσανταάκι μου αποά το τραπεάζι. Γνεάφω και
τοποθετωά την τσαάντα στον ωάμο μου ακολουθωάντας τον εάξω. Περπαταάμε μεάχρι
το αυτοκιάνητοά του σιωπηλαά, ευάχομαι το υποάλοιπο βραάδυ να μην συνεχιάσει εάτσι.

259

Chapter 60
Ο Χαάρρυ βγαιάνει αποά το χωάρο του παρκινγκ και εγωά κοιταάζω εάξω αποά το
παραάθυρο του συνοδηγουά, δεν θεάλω να μιληάσω πρωάτη. Πρεάπει να δω πως ειάναι
η διαάθεσηά του πρωάτα. Ανοιάγει το ραδιοάφωνο και ανεβαάζει την εάνταση
υπερβολικαά πολυά. Στριφογυριάζω τα μαάτια μου αλλαά προσπαθωά να το
αγνοηάσω, μοάνο που δεν μπορωά. Μισωά τα τραγουάδια που ακουάει, μου προκαλουάν
αμεάσως πονοκεάφαλο. Χωριάς να ρωτηάσω κλειάνω το ραδιοάφωνο και ο Χαάρρυ
κοιταά προς τα εμεάνα.
“Τι?” λεάω αποάτομα
“Οουά, καάποιος ειάναι λιγαάκι νευριασμεάνος” λεάει.
“Οάχι, απλαά δεν ηάθελα να ακουάσω αυταά τα τραγουάδια και αν καάποιος δεν ειάναι
σε καληά διαάθεση αυτοάς ειάσαι εσυά. Ηάσουν αγενηάς μαζιά μου νωριάτερα, μεταά μου
στεάλνεις και μου ζηταάς να μειάνω μαζιά σου, δεν το καταλαβαιάνω”
“Ηάμουν νευριασμεάνος επειδηά ανεάφερες το γαάμο, τωάρα που κανονιάστηκε πως
δεν θα παάμε δεν υπαάρχει λοάγος να ειάμαι νευριασμεάνος” Ακουάγεται ηάρεμος
και σιάγουρος.
“Δεν κανονιάστηκε, δεν το συζητηάσαμε καν”
“Ναι το συζητηάσαμε. Σου ειάπα πως δεν θα παάω οποάτε παραάτα το Τερεάσα.”
“Λοιποάν, εσυά μπορειά να μην πας, αλλαά εγωά θα παάω. Και θα παάω και στο σπιάτι
του μπαμπαά σου να μαάθω να ψηάνω με τη Καάρεν αυτηά την εβδομαάδα.” Του λεάω.
Σφιάγγει το πιγουάνι του και με κοιταά επιάμονα.
“Δεν θα πας στο γαάμο, και τι εσυά και η Καάρεν ειάστε κολλητεάς τωάρα. Ιάσα που
την γνωριάζεις. Για ποιο λοάγο θες να πας στο γαάμο, εάτσι και αλλιωάς?”
“Ναι θα παάω στον γαάμο, και τι σχεάση εάχει που την ξεάρω λιάγο. Και εσεάνα ιάσα
που σε γνωριάζω.” Του λεάω. Σκυάβει το κεφαάλι και νιωάθω αάσχημα αλλαά αυτηά
ειάναι η αληάθεια.

260

“Γιατιά ειάσαι τοάσο δυάσκολη?” Λεάει μεάσα αποά τα δοάντια του.
“Επειδηά δεν προάκειται να μου λες τι να καάνω Χαάρρυ. Δεν προάκειται να γιάνει
αυτοά. Αν θεάλω να παάω στο γαάμο θα παάω και πραγματικαά θα μου αάρεσε
αν
ερχοάσουν μαζιά μου. Θα εάχει πλαάκα, μπορειά ακοάμη και να περαάσεις καλαά. Θα
σηάμαινε πολλαά στον πατεάρα σου και στην Καάρεν , οάχι οάτι σε νοιαάζει αυτοά.”
Δεν λεάει τιάποτα. Αφηάνει μια βαθιαά εκπνοηά και εγωά κοιτωά ξαναά εάξω αποά το
παραάθυρο. Περαάσαμε την υποάλοιπη διαδρομηά στην σιωπηά , και οι δυο μας πολυά
θυμωμεάνοι για να μιληάσουμε. Οάταν παρκαάρει στο σπιάτι της αδελφοάτητας, ο
Χαάρρυ αρπαάζει την τσαάντα μου αποά το πιάσω καάθισμα
και την βαάζει στον ωάμο
του.
“Γιατιά ειάσαι μεάλος της αδελφοάτητας ουάτως ηά αάλλως?” Τον ρωταάω ηάθελα να
μαάθω την απαάντηση αποά την πρωάτη φοραά που ανακαάλυψα το δωμαάτιο του.
Παιάρνει αάλλη μιάα βαθιαά αναάσα καθωάς ανεβαιάνουμε τα σκαλιαά. “Γιατιά, οάταν
συμφωάνησα να εάρθω εδωά τα δωμαάτια ηάταν γεμαάτα και δεν υπηάρχε περιάπτωση
να μειάνω με τον πατεάρα μου, οποάτε αυτηά ηάταν μιάα αποά τις λιάγες επιλογεάς που
ειάχα.”
“Τοάτε γιατιά να μειάνεις;”
“Γιατιά δεν ηάθελα να μειάνω με τον πατεάρα μου Τεάσσα. Εξαάλλου, κοιάτα το σπιάτι,
ειάναι ωραιάο και πηάρα το μεγαλυάτερο δωμαάτιο.” Χαμογελαάει λιγαάκι πονηραά.
Χαιάρομαι που βλεάπω πως ο θυμοάς του χαάνεται.
“Γιατιά δεν εάμεινες καάπου κονταά στο Πανεπιστηάμιο;” Τον ρωταάω και αυτοάς
ανασηκωάνει τους ωάμους. Ιάσως δεν θεάλει να ειάναι αναγκασμεάνος να βρει
δουλειαά. Τον ακολουθωά ηάρεμη μεάχρι το δωμαάτιοά του και περιμεάνω μεάχρι να
ξεκλειδωάσει την ποάρτα.
Ποιο ειάναι το προάβλημαά του και η εμμονηά του
αυτηά με το να μην μπαιάνει
κανειάς στο δωμαάτιοά του.
“Γιατιά δεν αφηάνεις κανεάναν να μπει στο δωμαάτιοά σου;” Ρωταάω και
στριφογυριάζει τα μαάτια του. Αφηάνει την τσαάντα μου στο παάτωμα.
“Γιατιά καάνεις παάντα τοάσες πολλεάς ερωτηάσεις;” Γρυλιάζει και καάθεται στην
καρεάκλα.
“Δεν ξεάρω, γιατιά δεν τις απανταάς;” Ρωταάω αλλαά φυσικαά με αγνοειά.
“Μπορωά να κρεμαάσω τα ρουάχα μου για αυάριο; Δεν θεάλω να τσαλακωθουάν πολυά
που ειάναι μεάσα στην τσαάντα.”

261

Φαιάνεται να το σκεάφτεται για λιάγο πριν μου γνεάψει και σηκωθειά για να
βγαάλει μια κρεμαάστρα αποά την ντουλαάπα. Πιαάνω τη φουάστα και τη μπλουάζα
αποά τη τσαάντα και τα κρεμωά μαζιά στην κρεμαάστρα, αγνοωάντας τη ξινηά του
εάκφραση για τα ρουάχα.
“Θα πρεάπει να ξυπνηάσω πιο νωριάς αποά οάτι συνηάθως αυάριο ωάστε να μπορεάσω να
ειάμαι στη σταάση του λεωφορειάου στις 8:45, θα σταματηάσω στη σταάση μεταά
αποά τρεις δροάμους και θα ειάμαι δυάο τετραάγωνα μακριαά αποά την εταιριάα
Vance.” Τον ενημερωάνω.
“Τι; Θα πας εκειά αυάριο; Γιατιά δεν μου το ειάπες;”
“Στο ειάπα… αλλαά εσυά ηάσουν πολυά απασχολημεάνος με το να καάνεις μουάτρα
που δεν εάδωσες σημασιάα.” Λεάω αποάτομα.
“Θα σε παάω εγωά, δεν χρειαάζεται να καάνεις μιάα ωάρα δροάμο με το λεωφορειάο.”
Δεν θεάλω να δεχτωά τη προσφοραά απλαά για τον ενοχληάσω αλλαά αποφασιάζω
να μην το καάνω. Το αυτοκιάνητοά του ειάναι πολυά καλυάτερος τροάπος να φταάσω
εκειά αποά εάνα γεμαάτο κοάσμο λεωφορειάο.
“Θα αγοραάσω εάνα αυτοκιάνητο συάντομα, δεν μπορωά να αντεάξω παραπαάνω
χωριάς αυτοά. Αν με δεχτουάν για την πρακτικηά, θα χρειαάζεται να παιάρνω το
λεωφορειάο για εκειά τρεις φορεάς την εβδομαάδα.”
“Θα σε πηγαιάνω εγωά.” Λεάει, η φωνηά του ειάναι σχεδοάν ψιάθυρος.
“Θα παάρω απλαά το δικοά μου αυτοκιάνητο.”Του λεάω. “Το τελευταιάο που
χρειαάζομαι ειάναι να θυμωάσεις μαζιά μου και να μην εάρθεις να με παάρεις.”
“ Δεν θα το εάκανα ποτεά αυτοά.” Ακουάγεται σοβαροάς.
“Ναι θα το εάκανες. Και τοάτε εγωά θα ειάχα κολληάσει εκειά προσπαθωάντας να βρω
καάποια σταάση λεωφορειάου. Οάχι ευχαριστωά.” Αστειευάομαι καάπως. Ειλικριναά
πιστευάω οάτι θα μπορουάσα να βασιστωά επαάνω του αλλαά δεν θεάλω να το
διακινδυνευάσω, αλλαάζει τοάσο γρηάγορα διαάθεση.
Ο Χαάρρυ ανοιάγει την τηλεοάραση και σηκωάνεται να αλλαάξει τα ρουάχα του. Οάσο
ενοχλημεάνη και αν ειάμαι μαζιά του, δεν θα απεάρριπτα ποτεά μια ευκαιριάα να
τον δω να ξεντυάνεται. Βγαάζει το μπλουζαάκι του πρωάτα, και τοάτε κοιτωά τους
μυάες του να προβαάλλουν καάτω αποά το δεάρμα του καθωάς ξεκουμπωάνει και
κατεβαάζει το μαυάρο του κολλητοά τζιν. Ενωά πιστευάω οάτι θα μειάνει να φοραάει
μοναχαά το μποξεραάκι, βγαάζει εάνα ζευγαάρι στενεάς βαμβακερεάς πυτζαάμες και
τις φοραάει. Δεν φοραάει μπλουάζα, καλοά για εμεάνα.
“Εάλα.” Μουρμουριάζει και μου διάνει το μπλουζαάκι που μοάλις εάβγαλε. Δεν μπορωά
να διωάξω το χαμοάγελοά μου καθωάς το παιάρνω στα χεάρια μου. Αυτοά θα πρεάπει

262

να ειάναι καάτι δικοά μας τωάρα, πρεάπει να του αρεάσει οάταν φοραάω το μπλουζαάκι
του στον υάπνο τοάσο οάσο μου αρεάσει το αάρωμαά του στο υάφασμα. Ο Χαάρρυ
επικεντρωάνεται στη τηλεοάραση καθωάς ακολουθωά τις κινηάσεις του και μεάνοντας
με το μπλουζαάκι του και μια φοάρμα γιοάγκας. Η φοάρμα ειάναι κολλητηά
φτιαγμεάνη αποά συνθετικοά υλικοά αλλαά ειάναι αάνετη. Αφουά διπλωάσω το σουτιεάν
και τα ρουάχα μου ο Χαάρρυ επιτεάλους κοιταά προς τα εμεάνα ξαναά. Καθαριάζει το
λαιμοά του και τα μαάτια του σκαναάρουν το σωάμα μου.
“Αυτηά αμμ… η φοάρμα ειάναι στα αληάθεια σεάξι.” Μου καάνει κομπλιμεάντο και
εγωά κοκκινιάζω.
“Ευχαριστωά.”
“Πολυά καλυάτερη αποά τη χνουδωτηά γεμαάτη συάννεφα πυτζαάμα σου.” Με πειραάζει
και γελαάω ενωά καάθομαι στο παάτωμα. Καταά περιάεργο τροάπο νιωάθω
αρκεταά
αάνετα σε αυτοά το δωμαάτιο. Ιάσως να φταιάνε τα βιβλιάα, ηά ο Χαάρρυ, δεν ειάμαι
σιάγουρη. Ο Χαάρρυ.
“Το εννοειάς αυτοά που ειάπες στο αυτοκιάνητο πως ιάσα που με γνωριάζεις;” Ρωταάει
σιγαναά. Δεν την περιάμενα αυτηά την ερωάτηση.
“Καταά καάποιον τροάπο. Δεν ειάσαι και ο πιο ευάκολος αάνθρωπος να γνωριάσει
κανειάς.” Παραδεάχομαι.
“Εγωά νιωάθω πως σε ξεάρω.” Λεάει τα μαάτια του καρφωμεάνα στα δικαά μου.
“Ναι επειδηά σε αφηάνω να με μαάθεις, σου λεάω πραάγματα για εμεάνα.”
“ Και εγωά σου λεάω πραάγματα. Μπορειά να μην σου φαιάνεται εάτσι , αλλαά με
ξεάρεις καλυάτερα αποά τον καθεάνα.” Κοιταά στο παάτωμα και μεταά ξαναά στα
μαάτια μου. Δειάχνει στενοχωρημεάνος και ευαιάσθητος, τοάσο διαφορετικοάς αποά
τον συνηθισμεάνο Χαάρρυ αλλαά εξιάσου γοητευτικοάς.
Δεν ειάμαι σιάγουρη για το τι πρεάπει να πω για την ομολογιάα του, νιωάθω οάντως
πως ξεάρω τον Χαάρρυ σε εάνα πολυά προσωπικοά επιάπεδο, λες και ενωνοάμαστε
περισσοάτερο μαθαιάνοντας μικραά πραάγματα ο εάνας για τον αάλλον αλλαά θεάλω
να μαάθω περισσοάτερα.
“Με ξεάρεις καλυάτερα αποά τον καθεάνα επιάσης.” Του λεάω. Ξεάρει εμεάνα, την
αληθινηά Τεάσσα. Οάχι την Τεάσσα που εάπρεπε να υποδυάομαι μπροσταά στη μητεάρα
μου, ηά ακοάμα και στο Νοάα. Εάχω πει πραάγματα στο Χαάρρυ για τον πατεάρα μου
που εάφυγε, την κριτικηά της μητεάρας μου, και τους φοάβους μου που δεν εάχω πει
ποτεά σε κανεάναν αάλλον. Ο Χαάρρυ φαιάνεται πολυά ευχαριστημεάνος με αυτηά την
πληροφοριάα, εάνα χαμοάγελο καλυάπτει το οάμορφο προάσωποά του καθωάς
σηκωάνεται αποά την καρεάκλα και μετακινειάτε στο παάτωμα. Καάθεται διάπλα μου
και παιάρνει το χεάρι μου στο δικοά του.

263

“Τι θες να μαάθεις Τεάσσα;” Ρωταάει και σχεδοάν να μου βγουν τα μαάτια αποά την
εάκπληξη. Ο Χαάρρυ ειάναι επιτεάλους προάθυμος να μου πει περισσοάτερα για τον
εαυτοά του. Ειάμαι τοάσο κονταά στο να καταλαάβω αυτοά το περιάπλοκο, θυμωμεάνο,
αλλαά μερικεάς φορεάς υπεάροχο αάντρα.
Ο Χαάρρυ και εγωά ξαπλωάνουμε και οι δυάο ωάστε να ακουμπαάμε στο κρεβαάτι, τα
μαάτια μας να κοιταάνε το ταβαάνι ενωά τον ρωταάω τουλαάχιστον εκατοά
ερωτηάσεις. Μιλαάει για το μεάρος που γεννηάθηκε, Χαάμσιντ και ποάσο ωραιάα ηάταν
να ζει εκειά. Μιλαάει για το σημαάδι στο γοάνατοά του αποά την πρωάτη φοραά που
εάμαθε να καάνει ποδηάλατο χωριάς βοηθητικεάς ροάδες, και πως η μητεάρα του
λιποθυάμησε αποά το αιάμα. Ο πατεάρας του ηάταν στο μπαρ εκειάνη τη μεάρα, οάλη
την ημεάρα οποάτε η μητεάρα του τον βοηάθησε να μαάθει. Μου λεάει για το
γυμναάσιο και για το οάτι περνουάσε την περισσοάτερη ωάρα διαβαάζοντας . Δεν
ηάταν ποτεά πολυά κοινωνικοάς, και καθωάς μεγαάλωνε, ο πατεάρας του εάπινε οάλο και
περισσοάτερο και οι γονειάς του μαάλωναν οάλο και περισσοάτερο. Μου λεάει πως
τον εάδιωξαν αποά το λυάκειο επειδηά μπλεάχτηκε σε καυγαά αλλαά η μητεάρα του
τους παρακαάλεσε να τον αφηάσουν να γυριάσει. Αάρχισε να καάνει τατουαάζ στα
δεκαεάξι, του τα εάκαναν οι φιάλοι του στο υποάγειο. Το πρωάτο του τατουαάζ ηάταν
εάνα αστεάρι, και με το που εάκανε εάνα ηάθελε οάλο και περισσοάτερα. Μου λεάει
πως δεν υπαάρχει συγκεκριμεάνος λοάγος που δεν εάχει κανεάνα στην πλαάτη απλαά
δεν εάτυχε μεάχρι τωάρα. Μισειά τα πουλιαά και λατρευάει τα κλασικαά αυτοκιάνητα.
Η καλυάτερη μεάρα της ζωηάς του ηάταν οάταν εάμαθε να οδηγειά και η χειροάτερη
οάταν οι γονειάς του χωάρισαν. Ο πατεάρας του σταμαάτησε να πιάνει οάταν αυτοάς
ηάταν δεκατεάσσερα και προσπαθειά να επανορθωάσει για οάλα τα αάσχημα
χροάνια αλλαά ο Χαάρρυ δεν το δεάχεται. Το μυαλοά μου γυριάζει με οάλες αυτεάς τις
νεάες πληροφοριάες και νιωάθω πως επιτεάλους τον καταλαβαιάνω.
Υπαάρχουν ακοάμα πολλαά πραάγματα που θα μου αάρεσε να μαάθω για αυτοάν
αλλαά τον παιάρνει ο υάπνος ενωά μου μιλαάει για το σπιταάκι που ειάχε φτιαάξει
αποά χαρτοάκουτα μαζιά με τη μητεάρα του οάταν ηάταν οκτωά. Καθωάς τον βλεάπω να
κοιμαάται μου μοιαάζει πιο νεάος τωάρα που ξεάρω για την παιδικηά του ηλικιάα. Ηάταν
καταά κυάριο λοάγο χαρουάμενη μεάχρι ο αλκοολισμοάς του πατεάρα του να τη
δηλητηριαάσει, δημιουργωάντας τον αάγριο Χαάρρυ που ειάναι σηάμερα. Σκυάβω και
φιλωά τον Χαάρρυ στο μαάγουλο πριν συρθωά στο κρεβαάτι για να κοιμηθωά, δεν
θεάλω να τον ξυπνηάσω οποάτε τραβωά την κουβεάρτα στο πλαάι να σκεπαστωά. Τα
οάνειραά μου ειάναι γεμαάτα αποά εάνα μικροά αγοάρι με σγουραά μαλλιαά να πεάφτει
αποά εάνα ποδηάλατο.
“Σταμαάτα!” Ξυπνωά αποάτομα αποά την πανικοάβλητη φωνηά του Χαάρρυ. Το σωάμα
του χτυπιεάται στο παάτωμα. Σηκωάνομαι βιαστικαά αποά το κρεβαάτι για να καθιάσω
καάτω σε αυτοάν και κουνωά τους ωάμους του ευγενικαά προσπαθωάντας να τον
ξυπνηάσω. Θυμαάμαι ποάσο δυάσκολο ηάταν να τον ξυπνηάσω την προηγουάμενη φοραά,
οποάτε ξαπλωάνω καάτω και τυλιάγω τα μικραά μου χεάρια γυάρω αποά τους ωάμους του
καθωάς προσπαθειά να φυάγει μακριαά μου. Εάνα κλαψουάρισμα ξεφευάγει αποά τα
χειάλη του και ξυπναάει.

264

“Τες.” Αναπνεάει κα τυλιάγει τα χεάρια του γυάρω μου. Ειάναι λαχανιασμεάνος, δεν
μπορειά να παάρει αναάσα και ειάναι ιδρωμεάνος.
Εάπρεπε να τον ειάχα ρωτηάσει για τους εφιαάλτες, αλλαά δεν ηάθελα να ειάμαι
αάπληστη, μου ειάπε πολλαά, πολλαά, πολλαά περισσοάτερα αποά οάσα περιάμενα
ποτεά αποά αυτοάν.
“Εδωά ειάμαι, εδωά ειάμαι.” Τον καθησυχαάζω. Σηκωάνω το χεάρι του, καάνονταάς του
νοάημα να σηκωθειά και να εάρθει στο κρεβαάτι. Οάταν τα μαάτια του συναντουάν τα
δικαά μου, η συάγχυση και ο φοάβος σιγαά σιγαά σβηάνουν αποά αυταά.
“Νοάμιζα οάτι εάφυγες.” Ψιθυριάζει. Ξαπλωάνουμε και με τραβαά οάσο πιο κονταά του
γιάνεται. Χαιϊδευάω με τα δαάχτυλαά μου τα υγραά και αάναρχα μαλλιαά του, τα
μαάτια του πεταριάζουν και κλειάνουν.
Δεν λεάω τιάποτα, απλαά συνεχιάζω να τριάβω το κεφαάλι του για να ηρεμιάσει.
“Μην με αφηάσεις ποτεά, Τες.” Ψιθυριάζει και πεάφτει ξαναά για υάπνο. Η καρδιαά
μου παραλιάγο να εκραγειά αποά τα παρακαάλια του, και ξεάρω πως για οάσο
αυτοάς με θεάλει εδωά, εγωά θα ειάμαι εδωά

Chapter 61
Το εποάμενο πρωινοά ξυπναάω πριν αποά το Χαάρρυ και καταφεάρνω να τον γυριάσω
αποά την αάλλη μεριαά ξεμπλεάκοντας τα ποάδια μας, χωριάς να τον ξυπνηάσω. Η
αναάμνηση αποά εκειάνον να λεάει το οάνομα μου ανακουφισμεάνος και οάλα τα
μυστικαά για αυτοάν που μοιραάστηκε μαζιά μου καάνει το στομαάχι μου να
φτερουγιάζει. Ηάταν τοάσο ανοιχτοάς εχθεάς το βραάδυ, που με εάκανε να νοιαστωά
ακοάμη περισσοάτερο για αυτοάν. Το βαάθος των συναισθημαάτων μου για εκειάνον
με φοβιάζει και δεν ειάμαι εάτοιμη να το αντιμετωπιάσω ακοάμη. Παιάρνω το σιάδερο
για τα μαλλιαά μου και το μικροά βαλιτσαάκι του μεάικ-απ που δανειάστηκα αποά
την Στεάφ, με την αάδεια της βεβαιάως, και κατευθυάνομαι καάτω στο μπαάνιο για
να ετοιμαστωά και να βουρτσιάσω τα δοάντια μου. Ο διαάδρομος ειάναι αάδειος και
κανειάς δεν χτυπαάει την ποάρτα οάσο ετοιμαάζομαι. Δεν ειάμαι τοάσο τυχερηά οάμως
στην επιστροφηά μου στο δωμαάτιο του Χαάρρυ. Τριάα αγοάρια περπατουάν στο χολ
και αναγνωριάζω τον εάναν αποά αυτουάς, τον Λουάι.
«Γειαά σου Τεάσσα!» λεάει τσιριχταά και μου δειάχνει το υπεάροχο χαμοάγελοά του.

265

«Γειάα, πως ειάσαι?» τον ρωτωά ευγενικαά. Νιωάθω περιάεργα ενωά και οι τρεις τους
με κοιταάνε.
«Καλαά, μοάλις φευάγαμε. Εάχεις εγκατασταθειά εδωά ηά κατι τεάτοιο?» γελαάει.
«Οάχι, φυσικαά και οάχι. Απλωάς εμ… επιάσκεψη». Δεν εάχω ιδεάα τι να του πω. Ο
ψηλοάς αάνδρας σκυάβει και ψιθυριάζει καάτι στο αυτιά του Λουάι αλλαά δεν μπορωά να
ακουάσω τι, οποάτε κοιταάω αποά την αάλλη.
«Λοιποάν, θα σας δω αργοτερα παιδιαά» τους λεω.
«Ναι, θα σε δω αποάψε στο παάρτυ.» Λεει ο Λουάι και φευάγει. Ποιο παάρτυ? Γιατιά ο
Χαάρρυ δεν θα μου το ανεάφερε αυτοά? Ισως επειδη δεν σκοπευει να παάει? Ηά
ισως επειδη δεν θεάλει να ερθεις. Το υποσυνειάδητο μου προσθεάτει. Ποιος
οργανωάνει παάρτυ τις Τριάτες ετσι και αλλιωάς. Οάταν πλησιαάζω την ποάρτα του
Χαάρρυ, ανοιάγει πριν να αγγιάξω το χερουάλι.
«Που ηάσουν?» μου λεάει και ανοιάγει την ποάρτα ιάσα για να μπω μεάσα.
«Εφτιαχνα τα μαλλια μου, ηθελα να σε αφηάσω να κοιμηθειάς» του εξηγω.
«Σου εάχω πει να μην γυροφεάρνεις στους διαδροάμους Τεάσσα» με μαλωάνει.
«Και εγωά σου εάχω πει να μην με διαταάζεις, Χαάρρυ» προσθεάτω με σαρκασμοά
και γελαάει, τα χαρακτηριστικαά του απαλυάνουν.
«Θιάχτηκες» γελαάει και εάρχεται πιο κονταά μου. Τοποθετειά εάνα του χεάρι στην
πλαάτη μου και το αάλλο καάτω αποά το μπλουζαάκι του που φορωά, στο στομαάχι
μου. Τα δαάχτυλαά του ειάναι σκληραά και σκασμεάνα, αλλαά παάντα απαλαά παάνω
στο δεάρμα μου, καθωάς ανεβαιάνουν οάλο και πιο ψηλαά αποά το στομαάχι μου.
«Παροάλα αυταά, θα εάπρεπε απαραιτηάτως να φοραάς σουτιεάν οάταν τριγυριάζεις
τους διαδροάμους ενοάς σπιτιουά της αδελφοάτητας, Τερεάσα» Φεάρνει το στοάμα του
στο αυτιά μου την ιάδια στιγμηά που τα δαάχτυλα του βριάσκουν το στηάθος μου.
Τριάβει επαάνω στην ευαιάσθητη περιοχηά με τους αντιάχειρες του, καάνοντας τα να
σκληρυάνουν καάτω αποά το αάγγιγμα του. Ανασαιάνει βαθιαά και παγωάνω, οάμως η
καρδιαά μου σφυροκοπαά δυναταά.
«Ποάτε δεν ξεάρεις τι ειάδους ανωάμαλοι κυκλοφορουάν στο χολ» ανασαινει
απαλα στο αυτιά μου. Τα δαάχτυλαά του τριάβουν τις θηλεάς μου, πριν να τις
τσιμπησει απαλα με τον αντιχειρα και το δεικτη του. Το κεφαάλι μου πεάφτει
στο στεάρνο του και ειάμαι ανιάκανη να ελεάγξω τα βογγηταά μου οάσο τα δαάχτυλα
του συνεχιάζουν την ευγενικηά τους επιάθεση.

266

«Στοιχηματιάζω οάτι θα μπορουάσα να σε καάνω να τελειωάσεις μοάνο αποά αυτοά»
λεάει και ασκειά παραπαάνω πιάεση. Δεν ειάχα ιδεάα οάτι αυτοά θα με εάκανε να
νιωάσω τοάσο… ωραιάα. Του γνεάφω και ο Χαρρυ γελαει, το στοάμα του παάνω στο
αυτιά μου.
«Θεάλεις να το καάνω αυτοά? Να σε βοηθηάσω να τελειωάσεις?» με ρωταάει και
γνεάφω ξαναά. Χρειαάζεται στα αληάθεια να ρωτηάσει? Η βαριαά μου αναπνοηά και
τα τρεμοάμενα γοάνατα μου το μαρτυρουάν αποά μοάνα τους.
«Καλοά κοριάτσι, τωάρα ας μετακινηθουάμε στο.. » ξεκιναά να πει, αλλαά η
ειδοποιάηση στο κινητοά μου μας διακοάπτει.
«Ω Θεεά μου! Πρεάπει να φυάγουμε σε 10 λεπταά Χαάρρυ και δεν εάχεις ντυθειά
ακοάμη. Ουάτε και εγωά!» απομακρυάνομαι και κουναά το κεφαάλι του καθως με
ξανατραβαά πιάσω. Αυτηά την φοραά κατεβαάζοντας τα παντελοάνια μου και το
εσωάρουχο μου κατω στα ποάδια μου. Πλησιαάζει και κλειάνει το τηλεάφωνο.
«Χρειαάζομαι μοάνο 2 λεπταά, αρα θα μας απομειάνουν 8 λεπτα για να
ντυθουμε.» λεει και με σηκωάνει αποά το παάτωμα, κουβαλωάντας με στο κρεβαάτι.
Με κατεβαάζει καάτω στην αάκρη του κρεβατιουά και γονατιάζει μπροσταά μου,
καθως με τραβαει αποά τους αστραάγαλους.
«Αάνοιξε τα ποάδια σου μωροά μου» διαταάζει και υπακουάω. Ξεάρω οάτι ειάναι εκτοάς
προγραάμματος, αλλαά δεν μπορωά να σκεφτωά καλυάτερο τροάπο για να αρχιάσει
η μεάρα μου. Τα μακρυάα του δαάχτυλα χαιδευάουν τους μηρουάς μου και με
κραταάει καάτω με εάνα χεάρι. Σκυάβει καάτω το κεφαάλι του και ξεκιναά να γλυάφει το
κεάντρο μου παάνω-καάτω προτουά σουφρωάσει τα χειάλη του και ρουφηάξει. Ειάναι
παάλι αυτοά το σημειάο, Ωω θεεά και κυάριε! Οι γοφοιά μου ανασηκωάνονται αποά το
κρεβαάτι και με σπρωάχνει παάλι πιάσω συνεχιάζοντας να με κραταάει καάτω.
Χρησιμοποιωάντας το αάλλο του χεάρι, εισαάγει εάνα του δαάχτυλο μεάσα μου,
μετακινωάντας το πιο γρηάγορα αποά καάθε αάλλη φοραά. Δεν μπορω να
αποφασιάσω εαάν τα δαάχτυλα του ηά το ρουάφηγμα του με καάνει να νιωάθω
καλυάτερα, αλλαά ο συνδυασμοάς ειάναι εξωπραγματικοάς. Μεάσα σε μια στιγμη
νιωάθω εκειάνο το καάψιμο στη μεάση του στομαχιουά μου και κουναάει το δαάχτυλο
του γρηγοροάτερα.
«Θα προσπαθηάσω να βαάλω δυάο, ενταάξει?» μου λεάει και βογγαάω
συμφωνωάντας. Το αιάσθημα ειάναι περιάεργο, οάπως την πρωάτη φοραά και αάβολο
αλλαά καθωάς βαάζει παάλι τα χειάλη του παάνω μου και ξαναρουφαάει, με καάνει
να ξεχαάσω τον υποφερτο ποάνο. Μουρμουριάζω οάταν ο Χαάρρυ μετακινειά το
στοάμα του αποά παάνω μου ξαναά. «Γαμωάτο, ειάσαι τοάσο σφιχτηά μωροά μου» Τα
λοάγια του και μοάνο θα με στειάλουν στην κορυάφωση μου.
«Ειάσαι ενταάξει?» με ρωταάει. Αρπαάζω τις μπουάκλες του και σπρωάχνω καάτω το
κεφαάλι του ξαναά. Γελαάει και ξανατοποθετειά τα χειάλη του γυάρω μου.

267

Μουρμουριάζω το οάνομαά του και τραβαάω τα μαλλιαά του καθωάς απολαμβανω τον
πιο δυνατο μου οργασμοά. Οάχι οάτι ειάχα και πολλουάς, αλλαά αυτοάς ηάταν σιάγουρα
ο πιο γρηάγορος και πιο δυνατοάς. Ο Χαάρρυ φιλαάει απαλαά το γοφοά μου πριν να
σηκωθειά να παάει στην ντουλαάπα. Σηκωάνω το κεφαάλι μου, προσπαθωάντας να
σταθεροποιηάσω την αναπνοηά μου. Γυριάζει πιάσω και με σκουπιάζει με εάνα
μπλουζαάκι, θα ηάμουν πιο ντροπιασμεάνη εαάν ειάχα πληρως τις αισθησεις μου.
«Θα γυριάσω αμεάσως, παάω να βουρτσιάσω τα δοάντια μου.» Μου χαμογελαάει και
βγαιάνει αποά το δωμαάτιο. Σηκωάνομαι και ντυάνομαι καθωάς τσεκαάρω την ωάρα.
Εάχουμε μοάνο τριάα λεπταά μεάχρι να φυάγουμε. Οάταν ο Χαάρρυ επιστρεάφει,
ντυάνεται βιαστικαά και φευάγουμε.

“Ξεάρεις πως θα πας εκειά;” ρωταάω καθωάς βγαιάνει στο δροάμο.
“Ναι, ο καλυάτερος φιάλος του μπαμπαά μου αποά το Πανεπιστηάμιο ειάναι ο
Κριάστιαν Βαάνς.” Μου λεάει.
“Οοο… Ουαάου.” Ηάξερα οάτι ο Κεν ειάχε καάποιες διασυνδεάσεις εκειά αλλαά δεν
ηάξερα πως ο διευθυντηάς της εταιριάας ηάταν ο κολλητοάς του.
“Μην ανησυχειάς, ειάναι ωραιάος τυάπος. Δεν τα πιαάνει και πολυά ευάκολα αλλαά
ωραιάος, θα ταιριαάξεις εκειά πεάρα αμεάσως..” Το χαμοάγελοά του ειάναι
κολλητικοά.
“Δειάχνεις υπεάροχηπαρεμπιπτοάντως.” Με επαινειά.
“Σε ευχαριστωά, φαιάνεται πως ειάσαι σε καληά διαάθεση σηάμερα το πρωιά.” Τον
πειραάζω.
“Ναι, το να εάχω το κεφαάλι μου αναάμεσα στα ποάδια σου τοάσο νωριάς το πρωιά μου
καάνει για μια καληά μεάρα.” Γελαάει και παιάρνει το χεάρι μου στο δικοά του.
“Χαάρρυ!” Tον μαλωάνω και αυτοάς γελαάει αάλλη μιάα φοραά. Η διαδρομηά ειάναι
γρηάγορη και σε σχεδοάν καθοάλου χροάνο παρκαάρουμε στο χωάρο σταάθμευσης
πιάσω αποά το μεγαάλο κτηάριο. Ο εκδοτικοάς οιάκος Vance ειάναι εάνα 6ωάροφο κτηάριο
με γυαλιά στα πλαάγια και εάνα μεγαάλο V στο μπροστινοά μεάρος.
“Ειάμαι αγχωμεάνη.” Παραδεάχομαι στο Χαάρρυ ενωά εάλεγχο το μεικ απ μου στον
καθρεάφτη.
“Μην ειάσαι, θα τα πας μια χαραά. Ειάσαι τοάσο εάξυπνη και θα το δει αυτοά.” Ο
Χαάρρυ με διαβεβαιωάνει. Το λατρευάω οάταν ειάναι καλοάς οάπως τωάρα.
“Σε ευχαριστωά.” Λεάω και σκυάβω για να τον φιληάσω. Ειάναι εάνα γλυκοά και απλοά
φιλιά.
“Θα ειάμαι στο αυτοκιάνητο και θα σε περιμεάνω.” Λεάει και με φιλαάει ξαναά.

268

Το εσωτερικοά του κτηριάου ειάναι τοάσο κομψοά οάσο και το εξωτερικοά. Οάταν φταάνω
στο μπροστινοά γραφειάο, μου λεάνε να παάω στον εάκτο οάροφο. Προχωραάω προς το
γραφειάο του εάκτου οροάφου και διάνω στο νεαροά αάντρα το οάνομαά μου.
Μου ριάχνει το τεάλειο αάσπρο χαμοάγελοά του πριν με συνοδευάσει σε εάνα μεγαάλο
γραφειάο.
“Κυάριε Βανς, η Τερεάσα Γιαάνγκ ειάναι εδωά.” Λεάει και εάνας κυάριος μεάσης ηλικιάας
με μουάσι γνεάφει προς εμεάνα. Τα πραάσινα μαάτια του φαιάνονται αποά την αάλλη
αάκρη του δωματιάου καθωάς προχωραά προς τα εμεάνα και χαιρετιοάμαστε με
χειραψιάα. Το χαμοάγελο του ειάναι παρηγορητικοά και με ηρεμειά καθωάς μου λεάει
να καθιάσω.
“Χαιάρομαι πολυά που σε γνωριάζω Τερεάσα. Σε ευχαριστωά που ηάρθες.” Ο Κριάστιαν
Βανς με υποδεάχεται.
“Τεάσσα, να με λεάτε Τεάσσα. Ευχαριστωά που με καλεάσατε.” Χαμογελαάω.
“Λοιποάν, Τεάσσα ειάσαι πρωτοετηάς φοιτηάτριας της Αγγλικηάς γλωάσσας;” Ρωταάει
και εγωά γνεάφω.
“Ναι, κυάριε.” Απαντωά.
“Ο Κεν Σταάιλς εάδωσε μια υπεάροχη κριτικηά για εσεάνα, ειάπε πως θα χαάσω εγωά
αν δεν σου δωάσω μια υποτροφιάα.” Χαμογελαάει.
“Ο Κεν ειάναι εάνας πολυά ευγενικοάς αάντρας.” Λεάω και αυτοάς γνεάφει
χαιϊδευάοντας με τα δαάχτυλαά του το μουάσι του.
Μου ζηταάει να ονοματιάσω τους αγαπημεάνους μου και τους λιγοάτερο
αγαπημεάνους μου συγγραφειάς και να εξηγηάσω γιατιά νιωάθω εάτσι. Γνεάφει και
βγαάζει επιφωνηάματα καταά τη διαάρκεια της εξηάγησηάς μου και οάταν τελειωάνω
χαμογελαάει.
“Λοιποάν Τεάσσα, ποάτε μπορειάς να ξεκινηάσεις; Ο Κεάν συμφωάνησε να αλλαάξει το
προάγραμμαά σου ωάστε να μπορειάς να ειάσαι τρεις μεάρες την εβδομαάδα εδωά και
να καάνεις τα μαθηάματαά σου τις αάλλες δυάο.” Μου λεάει και το στοάμα μου
ανοιάγει αποά την εάκπληξη.
“Αληάθεια;” ειάναι το μοάνο που μπορωά να πω. Αυτοά ειάναι παραπαάνω αποά οάτι
περιάμενα. Πιάστευα πως θα χρειαζοάταν να καάνω νυχτεριναά μαθηάματα και να
εάρχομαι εδωά το πρωιά ΑΝ με δεχοάντουσαν.
“Ναι, και θα παάρεις επιάσης προνομιακεάς ωάρες για το πτυχιάο σου για τις ωάρες
που θα περναάς εδωά.”

269

“Ευχαριστωά τοάσο πολυά. Αυτηά ειάναι μια τοάσο υπεάροχη ευκαιριάα, ευχαριστωά
ξαναά.” Δεν μπορωά να πιστεάψω ποάσο τυχερηά ειάμαι.
“Θα συζητηάσουμε για τον μισθοά σου τη Δευτεάρα που θα ξεκινηάσεις.”
“Μισθοάς;” πιάστευα πως θα ηάταν μια υποτροφιάα χωριάς πληρωμηά. Αυτηά ειάναι στα
αληάθεια η καλυάτερη μεάρα της ζωηάς μου.
“Ναι φυσικαά και θα πληρωάνεσαι για την ωάρα σου.” χαμογελαάει και εγωά
γνεάφω. Φοβαάμαι πως αν ανοιάξω το στοάμα μου θα τον ευχαριστηάσω για
εκατοστηά φοραά.
Τρεάχω κυριολεκτικαά στο αυτοκιάνητο και ο Χαάρρυ βγαιάνει γρηάγορα καθωάς
φταάνω.
“Λοιποάν;” ρωταάει και εγωά τσιριάζω.
“Την πηάρα! Θα πληρωάνομαι και θα ειάμαι εδωά τρειάς μεάρες την εβδομαάδα και
στο σχολειάο δυάο μεάρες και θα εάχω και προνομιακεάς ωάρες και ηάταν τοάσο καλοάς
και ο μπαμπαάς σου ειάναι υπεάροχος που το καάνει αυτοά για εμεάνα, και εσυά
επιάσης φυσικαά. Ειάμαι απλαά τοάσο ενθουσιασμεάνη και εγωά… αμ λοιποάν αυτοά.”
Γελαάω και τυλιάγει τα χεάρια του γυάρω μου, πιεάζοντας με σφικταά και
σηκωάνονταάς με στον αεάρα.
“Ειάμαι χαρουάμενος για εσεάνα.” Λεάει και χωάνω τα δαάχτυλαά μου στα μαλλιαά
του.
“Ευχαριστωά” Λεάω και με αφηάνει καάτω. “Στα αληάθεια σε ευχαριστωά που με
εάφερες και περιάμενες στο αυτοκιάνητο.”
Με διαβεβαιωάνει πως δεν υπαάρχει κανεάνα προάβλημα και μπαιάνουμε και οι δυάο
στο αυτοκιάνητο.
“Τι θεάλεις να καάνεις για το υποάλοιπο αποάγευμα;” Ο Χαάρρυ ρωταάει.
“Να παάω πιάσω στο σχολειάο φυσικαά, μπορουάμε ακοάμα να φταάσουμε στη
λογοτεχνιάα.”
“Αληάθεια; Μπορουάμε να βρουάμε καάτι με πολυά περισσοάτερη πλαάκα να καάνουμε.”
“Οάχι, εάχω χαάσει ηάδη τοάσες πολλεάς ταάξεις αυτηά την εβδομαάδα, δεν θεάλω να
χαάσω και αάλλες. Θα παάω στο μαάθημα της λογοτεχνιάας και το ιάδιο θα πρεάπει
να καάνεις και εσυά.” Χαμογελαάω. Στριφογυριάζει τα μαάτια του αλλαά γνεάφει
συμφωνωάντας.

270

Φταάνουμε ακριβωάς την ωάρα που το μαάθημα αρχιάζει και λεάω με ενθουσιασμοά
στο Λιάαμ για την υποτροφιάα. Με συγχαιάρει και μου διάνει μια σφιχτηά αγκαλιαά.
Ο Χαάρρυ καάνει αγενηάς ηάχους αποά πιάσω μας και εγωά κλωτσαάω το ποάδι του.
Μεταά το μαάθημα ο Χαάρρυ περπαταά εάξω με τον Λιάαμ και εμεάνα ενωά συζηταάμε
τις λεπτομεάρειες για τη γιορτηά αυτηά την Παρασκευηά. Συμφωνουάμε πως θα
συναντηάσω το Λιάαμ στο σπιάτι του στις πεάντε για δειάπνο και μεταά θα παάμε στη
γιορτηά στις εφταά. Ο Χαάρρυ μεάνει σιωπηλοάς καταά τη διαάρκεια της συζηάτησης
μας και αναρωτιεάμαι αν θα με συνοδευάσει. Μου ειάχε πει πριν καιροά πως θα
πηάγαινε στη γιορτηά, αλλαά πιστευάω πως ηάταν μοάνο για να συναγωνιστειά τον
Ζεάιν. Ο Λιάαμ με αποχαιρεταά καθωάς φταάνουμε στο χωάρο σταάθμευσης.
“Σταάιλς!” Καάποιος φωναάζει. Γυριάζουμε και οι δυάο για να δουάμε τον Ναάιαλ και
τη Μοάλλυ να περπαταάνε προς το μεάρος μας.
Τεάλεια, η Μοάλλυ. Φοραάει εάνα κοντοά τοπαάκι
και μια κοάκκινη δερμαάτινη
μπλουάζα. Ειάναι μοάλις Τριάτη, θα εάπρεπε να φιλαά τα εάξαλλα συνολαάκια για το
Σαββατοκυάριακο.
“Hey.” Ο Χαάρρυ λεάει και καάνει εάνα βηάμα μακριαά αποά εμεάνα.
“Γεια σου Τεάσσα.” Η Μοάλλυ χαμογελαάει. Τη χαιρετωά και εγωά και στεάκομαι
αάβολα ενωά ο Χαάρρυ και ο Ναάιαλ χαιρετιουάνται.
“ Ειάσαι εάτοιμος σωσταά;” Ο Ναάιαλ τον ρωταάει και ειάναι ξεκαάθαρο πως ο Χαάρρυ
τους ειάπε να τον συναντηάσουν εδωά. Δεν ξεάρω για ποιο λοάγο πιάστευα πως θα
βγαιάναμε μαζιά ξαναά, δεν μπορουάμε να περναάμε και την καάθε μεάρα μαζιά.
Παροάλο που ευάχομαι να μπορουάσαμε.
“Ναι, ειάμαι εάτοιμος.” Τους λεάει και κοιταά προς τα εμεάνα. “Θα τα ξαναπουάμε
Τεάσσα.” Λεάει απλαά και προχωραά μακριαά μου. Η Μοάλλυ κοιταά πιάσω σε εμεάνα
με εάνα ειρωνικοά χαμοάγελο στο γεμαάτο μεικ απ προάσωποά της καθωάς οι τρειάς
τους μπαιάνουν στο αυτοκιάνητο του Χαάρρυ, η Μοάλλυ στη θεάση του συνοδηγουά.
Ενωά εγωά στεάκομαι στο πεζοδροάμιο και σκεάφτομαι τι στο καλοά συνεάβη μοάλις.

271

Chapter 62
Καθωάς περπαταάω πιάσω στο δωμαάτιο συνειδητοποιωά ποάσο ανοάητη ηάμουν που
περιάμενα ο Χαάρρυ να ειάναι διαφορετικοάς αποά πριν. Θα εάπρεπε να ξεάρω
καλυάτερα. Εάπρεπε να ξεάρω πως ηάταν πολυά καλοά για να ειάναι αληθινοά. Ο
Χαάρρυ που με φιλαάει μπροσταά αποά το Λιάαμ, ο Χαάρρυ που ειάναι καλοάς και
θεάλει “περισσοάτερα”, o Χαάρρυ που μου λεάει για την παιδικηά του ηλικιάα.
Θ