You are on page 1of 27

Ζυμώνοντας

ψωμ
ί με
βασιλικό
1ο Πειραματικό Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο Πορταριάς «Ν. Τσοποτός»
ΥΛΙΚΑ
-1 κιλό αλεύρι
-Προζύμι, με βασιλικό και νερό, από
την ημέρα του σταυρού
-Ζεστό νερό
-Λίγο αλάτι ,λίγη ζάχαρη

Αρχικά τοποθετούμε το αλεύρι σε


μια λεκανίτσα και ζεσταίνουμε το
νερό.

Όργωμα και σπορά

Με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές γίνεται το όργωμα του χωραφιού. Κι ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και το
υψόμετρο του τόπου ο καλός ζευγάς αρχίζει το δύσκολο αγώνα της σποράς λίγο πριν από τον Αι Δημήτρη (26
Οκτωβρίου) και μέχρι τον Αι Γιώργη το σποριά (3 Νοεμβρίου) το αργότερο. "Οκτώβρης και δεν έσπειρες λίγα σιτάρια θα
κάμεις « υπενθυμίζει η λαϊκή παροιμία.
Ο σπόρος, αγιασμένος με τις ευχές της εκκλησίας, την ημέρα του Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, και με τα σπυριά του
δράκου, του σταυρού ή του χτενιού, ανακατωμένος και απολυμασμένος με γαλαζόπετρα (θειικό χαλκό) από τρεις μέρες
νωρίτερα, φορτώνεται στο υποζύγιο. Και κάνοντας το σταυρό του ο ζευγάς, με τις ευχές των σπιτικών του "για καλή
σοδειά", ξεκινά με τα ζώα του για το χωράφι.
Ρίχνουμε το αλάτι και τη
ζάχαρη στο αλεύρι.

Όργωμα και σπορά

Φτάνοντας εκεί, ξεφορτώνει το σπόρο, ζεύει τα βόδια στο ζυγό και συνδέει σ' αυτόν τ' αλέτρι με το "κλούρι". Σπάζει κατόπιν σε
σχήμα σταυρού τη μπουγάτσια του ψωμιού επάνω στο ζυγό, δίνει από ένα κομμάτι στα βόδια του για να 'ναι ευλογημένα και την
υπόλοιπη τη βάζει στο τροβά για το μεσημεριανό φαγητό του. Ύστερα γυρίζει προς την ανατολή. Κάμνει το σταυρό του, λέγοντας
"καλό καρπό να μας δώσει ο Θεός" κι αρχίζει τη δουλειά.
Χαράζει πρώτα το χωράφι σε σποριές, - παράλληλες λουρίδες πλάτους δέκα βημάτων (δρασκελιές) - για να πέσει ο σπόρος
ομοιόμορφα. Όταν τελειώνει το χάραγμα, παίρνει το σάκκο της σποράς στον αριστερό του ώμο και με σταθερό το δεξί του χέρι
πετά το σπόρο, πηγαινοερχόμενος, ώσπου γεμίζει τη σποριά. Κι ύστερα πιάνοντας τ' αλέτρι με το ένα χέρι και με το άλλο την
αξυάλη - τη βουκέντρα - δίνει το πα­ράγγελμα στα βόδια του: "Όι - Όι - πα - πα - πα, άιντε κοκκίνη, άιντε καρά μου".
Κάνουμε στο κέντρο της
λεκάνης ένα άνοιγμα για να
τοποθετήσουμε εκεί το
προζύμι.

Η παράκληση για βροχή

"Ο γεωργός θέλει βροχή κι ο κεραμάρης ξέρα."


"Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα χαρά σ' αυτόν τον γεωργό που 'χει πολλά σπαρμένα"
"ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ«

Η βροχή κατά τους δύο ανοιξιάτικους μήνες, Απρίλιο και Μάιο, αλλά και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου στην ύπαιθρο χώρα
είναι θεία ευλογία για τα σπαρτά, τα δέντρα και τα χορτάρια. Απ' αυτή περιμένει ο γεωργός να εξασφαλίσει το ψωμί της χρονιάς του
και την τροφή για τα ζώα του. Κι όταν τους μήνες αυτούς της άνοιξης τύχει μεγάλη ξηρασία ο Έλληνας αγρότης δεν κρύβει την
αγωνία του.
Ρίχνουμε μέσα το προζύμι.

Η Πιρπιρούνα

Πιρπιρούνα πιρπατεί
πιρπατεί καμαρουτή
κι του Θιό παρακαλεί:
Θε μου ρίξι μια βρουχή
δρουσιρή κι σιγανή
να φυτρώσουν τα χουρτάρια
κι να γίνουν τα σιτάρια.
Όσα στάχυα στα χουράφια
τόσα κούτσουρα στ' αμπέλια.
Κάθι στάχυ κι κιλό
κάθι κούτσουρου φουρτιό
Μπάρις, μπάρις τα νιρά
λίμνις, λίμνις τα κρασιά.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.

Η παράκληση για βροχή

Κάθε πρωί υψώνει τα μάτια του προς τον ουρανό, συμβουλεύεται τ' άστρα, το φεγγάρι, τον ήλιο, ακόμη και τους γέρους, τα πουλιά, τα
ζώα και η στενοχώρια του μεγαλώνει όταν το μάντεμα του καιρού δεν του δίνει καμιά ελπίδα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις ανομβρίας οι αρχαίοι επικαλούνταν τον πατέρα των θεών, τον νεφεληγερέτη Δία, που κατοικούσε στις
κορυφές του Ολύμπου, κρυμμένος μέσα στα σύννεφα, και κρατούσε φυλακισμένη τη βροχή. Και με την επικράτηση του Χριστιανισμού ο
κόσμος κατέφευγε πρώτα στην «Πιρπιρούνα» κι ύστερα στη «Λιτανεία»»
Ανακατεύουμε όλα τα υλικά
μαζί.

Ο θερισμός

"Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω τον βασιλικό, κι αργάτες θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνια·
άλλα χερόβολα σωριάζονταν στο χώμα αράδα αράδα κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες·
κι ήτανε τρεις πον τα δεμάτιαζαν, και πίσω τονς αγόρια τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν,
και τα 'διναν πιο πίσω ...
Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα· βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι
δούλες σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες.

(Ομήρου Ιλιάς Σ, στ. 550-556 και 558-560. Μετάφραση: Ι. Κακριδή - Ν. Καζαντζάκη)


Ζυμώνουμε προσθέτοντας ζεστό
νερό έτσι ώστε να γίνει μια μάζα
από ζυμάρι που δεν θα κολλά στα
χέρια.

Ο θερισμός

Όταν οι Πλειάδες, οι θυγατέρες του Άτλαντα, αρχίζουν να ανεβαίνουν  στον ουρανό, ξεκινά το θερισμό σου, και το
όργωμα όταν  πια γέρνουν προς τη δύση τους. Σαράντα νύχτες και ημέρες  κρυμμένες και παρουσιάζονται ξανά με το
γύρισμα του χρόνου  όταν πιάσεις να πρωτακονίσεις το δρεπάνι σου. Αυτός είναι των κάμπων, ο νόμος που έχουν όσοι
ζουν κοντά στην θάλασσα και  κατοικούν την πλούσια γη, φαράγγια δασωμένα και παχιά χωράφια :  Γυμνός να σπέρνεις
και γυμνός να οργώνεις και γυμνός να θερίζεις, αν θέλεις όλα της Δήμητρας τα δώρα να σοδειάζεις στη σωστή τους
εποχή κι όλοι οι καρποί να σου ωριμάζουν με τι τους. Γιατί αλλιώς, θα βρεθείς πιο ύστερα σ' ανάγκη και θα γυρίζεις
 ζητιανεύοντας τις ξένες πόρτες, αλλά κανείς δεν θα σου δίνει τίποτε.    (Ησίοδος: Έργα και Ημέραι)
Και το ζύμωμα ξεκινά……

Όργωμα και σπορά

“Όταν πάλι το σαλιγκάρι ανεβαίνει από την γη στα δέντρα, ζητώντας προστασία από την ζέστη που φέρνουν οι Πλειάδες, τότε πια
δεν είν' άλλο καιρός να σκάβεις τα αμπέλια. Πρέπει τότε ν' ακονίζεις τα δρεπάνια σου και τους υποταχτικούς σου να κεντρίζεις
για δουλειά. Μην αποζητάς τους ίσκιους και τον πρωινό ύπνο, όταν φθάσει η ώρα για τον θερισμό, την εποχή που ο ήλιος ψήνει το
δέρμα. Τέτοιες στιγμές πρέπει να βιάζεσαι και να κουβαλάς τον καρπό στις αποθήκες, πιάνοντας χαράματα δουλειά, για να έχεις το
βιός σου ασφαλισμένο. Γιατί με την αυγή φεύγει το ένα τρίτο της δουλειάς, με την αυγή πηγαίνει κανείς καλύτερα στον δρόμο,
προκόβει και στο μεροκάματο, με την αυγή, που μόλις φανεί, βγάζει τόσους ανθρώπους ξαφνικά στους δρόμους και τόσα βόδια
βάζει στο ζυγό".
(Ησίοδος: Έργα και Ημέραι, στ. 571-581. Μετάφραση: Α. Ι. Γαβρίλη)
Τα υλικά όλα ομογενοποιούνται και το ζυμάρι γίνεται όλο και πιο σφιχτό.
Όταν τα στάχυα κιτρινίσουν σαν το κυδώνι τότε το σιτάρι είναι ώριμο και πρέπει ν' αρχίσει ο
θερισμός. Αυτό στον τόπο μας γίνεται τον Ιούλιο, γι' αυτό κι ο μήνας λέγεται "Θεριστής".
Οι θεριστάδες ετοίμαζαν τα εργαλεία του θερισμού, δρεπάνια, ακονόπετρες και παλαμαριές, ετοίμαζαν
και τα δεματικά από βριζαμιά για να δέσουν τα δεμάτια.
Οι άντρες με την ισκιάδα - πλατύγυρο ψάθινο καπέλο στο κεφάλι κι οι γυναίκες με τη μπαρμπούλα
(μαντήλι) στο πρόσωπο, πρωί με τη δροσιά ξεκινούσαν για τα χωράφια τους. Εκεί έμπαιναν με τη σειρά
κι έπαιρνε ο καθένας τον όργο του. Στο δεξί χέρι κρατούσαν το δρεπάνι και στ' αριστερό έβαζαν την
παλαμαριά στα δάκτυλα, που προστάτευε το χέρι και βοηθούσε να πιάνουν μεγαλύτερες χεριές.
Πρώτος άρχιζε ο πρωτεργάτης, που ήταν ο πιο καλός κι έμπειρος θεριστής της ομάδας. Προτού
αρχίσει, γυρνώντας "καταηλιού", έκανε το σταυρό του λέγοντας: "Αιντε στ' όνο­μα του Θεού!
Καλοξόδιαστα και τυχερά! Τ' χρόν' πλειότερα! Χίλια κιλά να δώσ' ου Θεός. Αφεντικό! (το κιλό 22
οκάδες). Αμήν! Γεια στα χέρια σας. Και δύναμη να σας δίν' ου Θιός" απαντούσε τ' αφεντικό.
Κι ο πρωτεργάτης άρχιζε και θέριζε τόσο, όσο μπορούσε να φτιάσει ένα δεμάτι. Βάζοντας τις χεριές
επάνω στ' ανοιχτό δεματικό, τις έδενε κι έστηνε όρθιο το πρώτο δεμάτι με τα στάχυα κοιτάζοντας τον
ουρανό. Το πρώτο αυτό δεμάτι, που το στόλιζαν με παπαρούνες κι αγριολούλουδα, θα έστεκε όρθιο σ'
όλη τη διάρκεια του θερισμού σαν προσφορά και θυσία του γεωργού στο Θεό, όπως έκαναν και οι
αρχαίοι ικετεύοντας τη γη να είναι πάντοτε καλή κι απλόχερη μαζί τους.
Το μεσημέρι, όταν η ζέστη γινόταν αφόρητη, κάθονταν όλοι στον ίσκιο κάποιου κοντινού δέντρου για
να ξεκουραστούν και να φάνε το φαγητό που ετοίμαζε η νοικοκυρά μαζί με το δροσερό σκορδάρι (ξίδι,
σκόρδο κοπανισμένο και κρύο νερό). =άπλωναν μετά να κοιμηθούν για λίγο ώσπου να πέσει η ζέστη.
Κι όταν ξυπνούσαν, αφού τρόχιζαν τα "λελέκια τους" (δρεπάνια) με το λαδάκονο, άρχιζαν τη δουλειά
με το τραγούδι:
Όργωμα και σπορά

"Κάτω στους τρανούς τους κάμπους και στα πράσινα λιβάδια


έσπειρα σπυρί σιτάρι, φύτρωσε μαργαριτάρι
κι έβαλα περσούς εργάτες, έβαλα κι ένα λεβέντη
νια να δένει τα δεμάτια.» Ήλιε μ' τι αργοπόρησες,
τι αργείς να βασιλέψεις;
σε καταργιέτι η αργατιά
απού ξενοδουλεύει»
Το ζυμάρι βρίσκεται στο τελικό στάδιο.
Κι έτσι δουλεύοντας έφτανε η τελευταία μέρα του θερισμού, η οποία έπαιρνε χαρούμενο και
πανηγυρικό χαρακτήρα. Στο τελευταίο χωράφι που θέριζαν άφηναν ένα μέρος αθέριστο για να κάνουν
το "δράκο" κι έβγαιναν στον ίσκιο όπου ξάπλωναν λίγα λεπτά "για να βαϊσουν τα σπαρτά της επόμενης
χρονιάς από το βάρος των καρπών τους". Σε λίγο σηκώνονταν με τα δρεπάνια και τις παλαμαριές κι
έστηναν χορό γύρω από το δράκο. Ο πρωτοθεριστής, μπαίνοντας μέ­σα στο αθέριστο κομμάτι,
ξερίζωνε τα πιο ψηλά και μεστωμένα στάχυα και τα έδινε στα κορίτσια για να πλέξουν το "Χτένι" και
το "Σταυρό". Και τα κορίτσια άρχιζαν να πλέκουν με τέχνη τραγουδώντας:
"Το δράκο μας τον πλέκουμε
κυρά μας κοσκινίζει
να φκιάσει πίττα και γλυκό
να σφάξει κοκοτσέλια".
Ύστερα οι θερισταδες άρχιζαν να θερίζουν το δράκο (δραξιά, δρακιά, χεριά). Γέμιζαν καλά τις
παλαμαριές με μεγάλες χεριές για να γίνει χοντρό και βαρύ το δεμάτι του δράκου. Όσο γεμάτες ήταν
οι χεριές τόσο πολύ και βαρύ θα ήταν το σιτάρι του νοικοκύρη την επόμενη χρονιά. Ο μπακλατζής
(δεματάς) έδενε το δεμάτι, το έστηνε όρθιο και οι άλλοι το στόλιζαν με αγριολούλουδα και
παπαρούνες. Το δεμάτι αυτό το έριχνε ο νοικοκύρης στ' αλώνι που προοριζόταν για το σπόρο της
άλλης χρονιάς.
Τελειώνοντας το δράκο ο θεριστάδες πετούσαν ψηλά και προς τα πίσω τα δρεπάνια τους με την ευχή
"όσο ψηλά φτάνει ο λέλεκας τόσο ψηλά να γίνουν του χρόνου τα σιτάρια".
Σε πολλά χωριά της περιοχής τα καλύτερα στάχυα τα ξερίζωναν ο γυναίκες, αφού πρώτα μια νέα
έριχνε άφθονο νερό στις ρίζες τους, και τα στόλιζαν με αγριολούλουδα. Τα έδεναν κατόπιν με κόκκινη
κλωστή σε τρία μέρη, στις ρίζες, στη μέση και στην κορυφή κοντά στα στάχυα, γιατί τρία είναι και τα
Όργωμα και σπορά πρόσωπα της Αγίας Τριάδας.

Το "Δράκο" αυτόν τον έδιναν στο νοικοκύρη με την ευχή "Του χρόνου πλειότεοα να δώσει ο Θεός αφεντικό". Κι ο νοικοκύρης τον
έπαιρνε και τον έβαζε στο εικονοστάσι του σπι­τιού του, κάτω από τη θεϊκή προστασία. Εκεί παρέμενε ώσπου να 'ρθει ο καιρός να
τον τρίψουν με τις παλάμες τους και να τον ρίξουν στο σπόρο για τή νέα σπορά, ώστε να με­ταδώσει σ' αυτόν τη γονιμοποιό του
δύναμη.
Σε λίγο στο θερισμένο χωράφι έμενε μόνο η καλαμιά και τα δεμάτια συγκεντρωμένα σε μικροθημωνιές, που έμοιαζαν με ορθογώνιες
πυραμίδες με εννέα ή δώδεκα δεμάτια η καθεμιά (γκουρτζούμια ή τσιρένια). Επάνω στο τελευταίο δεμά­τι έμπηγαν ένα πράσινο κλαδί.
Με τον τρόπο αυτό στεφάνω­ναν το τέλος της πομπής του θερισμού και αποχαιρετούσαν Το χωράφι με χορούς και τραγούδια.
Στο σπίτι ο αποχαιρετισμός του θερισμού τελείωνε με τον "Κριτσμά", το φαγοπότι με γλέντι, που κρατούσε ως τα μεσάνυχτα.
Χωρίζουμε το ζυμάρι σε δυο
μέρη.

Αλώνισμα

"Στρώσε ύστερα του υποταχτικούς της Δήμητρας να λιχνίσουν τ' άγιο σιτάρι, μόλις πρωτοφανεί ο μέγας και φοβερός Ωρίωνας, σε τόπο
που να το πιάνη καλά ο αέρας και σε καλοστρωμένο αλώνι. Κι αφού προσεχτικά μετρήσεις όλο σου το βιός, σιγούρεψε το σε αγγεία. Κι
όταν τους καρπούς θα έχεις πια αποθηκέψει με ασφάλεια στο σπιτικό σου μέσα, τότε σου λέω να προμηθευτείς έναν εργένη υπηρέτη και
δούλα οικονόμο δίχως παιδί γιατί η γυναίκα που έχει γίνει μά­να είναι επικίνδυνη. Να βρεις και σκύλο με δόντια κοφτερά και να τον
τρέφεις δίχως τσιγκουνιές στο φαΐ του, μην τύχη και σου πάρει κάποια στιγμή κανείς το βιός σου, απ' αυτούς που κοιμούνται την ημέρα.
Σύναξε σανό και άχυρα, για να 'χουν όλη τη χρονιά τα βόδια και τα μουλάρια σου. Κι ύστερα άφησε τους υποταχτικούς σου να
χαλαρώσουν πια τα γόνα­τα και λύσε και τα βόδια."
(Ησιόδου: Έργα και Ημέραι, στ. 597-608. Απόδοση στη νέα ελληνική των κειμένων του Ησιόδου Α. Ι. Γαβρίλη)
Τα τοποθετούμε μέσα στη λεκανίτσα.

Την ημέρα του αλωνισμού όλοι οι σπιτικοί βρίσκονταν στο πόδι από τα βαθιά χαράματα. Έστρωναν
σ' όλο το χώρο τ' αλωνιού 100 - 120 μεγάλα δεμάτια σιταριού, απλωμένα χωρίς τα δεματικά τους,
με το πρώτο δεμάτι όρθιο, στηριγμένο στο στέντζιρο σαν σημάδι αρχής του αλωνισμού. Και μόλις
ανέτειλε ο ήλιος και οι κοφτερές ακτίνες του έψηναν τα στάχυα και την καλαμιά, έβαζαν ζεμένα
τρία - τέσσερα και πέντε άλογα στ' αλώνι, γαντζώνοντας τον κλούτσο της τριχιάς στη θηλιά, που
είχε στο λαιμό του το πρώτο άλογο.
Πρώτος ο νοικοκύρης, κάνοντας το σταυρό του κι ανεμίζοντας το καμτσίκι, με μια φωνή "οτς - οτς
- οτς, άιντε αλο­γάκια μου" ανάγκαζε τα ζώα ν' αρχίσουν το γύρισμα επάνω στα απλωμένα δεμάτια.
Καθώς η τριχιά ξετυλιγόταν τα ζώα κάλυπταν με τους γύρους όλο τον κύκλο τ' αλωνιού κι έσπαζαν
κάτω από τη βαριά πατησιά τους τις καλαμιές. Κι όταν πάλι μαζευόταν η τριχιά στο στέντζιρο, ο
αλωνιστής γυρνούσε τα ζώα στην αντί­θετη κατεύθυνση, περνούσε τον κλούτσο στο άλλο ζώο κι
άρχιζε πάλι από την αρχή το γύρισμα των αλόγων στο αλώνι με το ξετύλιγμα και το επανατύλιγμα
της τριχιάς.
Στην αρχή οι γύροι στο αλώνι γίνονταν με δυσκολία, σιγά - σιγά όμως οι καλαμιές συνθλίβονταν και
τα ζώα με τη φωνή του αλωνιστή έτρεχαν όλο και πιο γρήγορα και λιάνιζαν συ­νεχώς με τα πόδια
τους ό,τι είχε απομείνει ακέραιο από τα σταχοκάλαμα.
Σε μερικά από τα χωριά του Νομού στον αλωνισμό χρησιμοποιούσαν τη βαριά δοκάνη. Ήταν ένα
είδος σβάρνας, που την έσερναν δυο βόδια ή ένα άλογο πάνω από τα απλωμένα δεμάτια του
σιταριού στ' αλώνι. Σ' όλη την κάτω επιφάνεια της δοκάνης ήταν καρφωμένες τεχνικά κοφτερές
τσακμακό­πετρες από χαλαζία ή δόντια κοφτερά από λεπίδες σιδηρένιες.
Αλώνισμα

Μετά την ανάπαυση με καινούριες δυνάμεις όλοι μαζί οι σπιτικοί με τα δικράνια και τις ξύλινες τζουγκράνες
αφαιρούσαν το χοντρό άχυρο και ξανάρχιζαν τον αλωνισμό έως ότου γίνει καλά το τρίψιμο των σταχυών και
του άχυρου. Κι όταν έβλεπαν ότι όλα είχαν γίνει κανονικά, έβγαζαν τα ζώα από τ' αλώνι και τα έστελναν
στη βοσκή.
Κι αυτοί με καρπολόγια, ξυλόφτυαρα και τσουγκράνες μάζευαν στο κέντρο τ' αλωνιού το "λαμνί", μίγμα
σιταριού και άχυρου, σταυρώνοντας πρώτα τ' αλώνι με βάση το στέντζιρα. Ένα πέταλο κι ένα σκόρδο
έμπαινε τότε στην κορυφή του σωρού από τη νοικοκυρά "για να μη βασκαίνεται ο καρπός".
Πλάι πλάι το ένα στο άλλο θα πρέπει
να ζεσταθούν για να φουσκώσουν.

Με το ηλιοβασίλεμα, μόλις άρχιζε το πρώτο φύσημα του


αέρα, οι λιχνιστές, άντρας και γυναίκα, χαράζοντας στο
λαμνί το σημείο του σταυρού, πετούσαν προς τα πάνω το
μίγμα του άχυρου και του σιταριού με τα ειδικά
καρπολόγια. Ο αέρας παρέσυρε το άχυρο κι άφηνε τους
κόκκους του σιταριού να πέσουν στο αλώνι.
Όταν το λίχνισμα τελείωνε οι γυναίκες του σπιτιού
κοσκίνιζαν το σωρό με το δερμόνι, μεγάλο αραιό κόσκινο,
που άφηνε να πέφτει το σιτάρι καθαρό και να μένουν τα
σκύβαλα και τα κότσαλα σ' αυτό. Μετά το δερμόνισμα ο
νοικοκύρης ανυπόμονος έμπηγε όρθιο το χερούλι του
ξυλοφτυαρου στη μέση του σωρού για να υπολογίσει την
παραγωγή του πρώτου αλωνιού κι από αυτό το μέτρημα
κι όλη την παραγωγή της χρονιάς. Η μέρα τελείωνε. Μα
η εργασία δεν σταματούσε εδώ. Έπρεπε να μεταφερθεί
το σιτάρι στ' αμπάρια του σπιτιού και τ' άχυρο στον
αχυρώνα ώστε να ετοιμαστεί τ' αλώνι για το επόμενο
αλώνισμα, ώσπου να τελειώσουν όλα τα δεμάτια από τις
θημωνιές. Γονάτιζε γι' αυτό ο νοικοκύρης μπροστά στο
σωρό, γέμιζε το ξύλινο ταγάρι, που έπαιρνε 12 οκάδες
Λίχνισμα - Δερμόνισμα σιτάρι, κι έτσι μετρώντας άδειαζε τον καρπό στα μάλλινα

σακκιά, τα υφασμένα από τα χέρια της γυναίκας του στον αργαλειό της. Σε λίγο το σιτάρι
ήταν ασφαλισμένο στ' αμπάρια του σπιτιού και μετά απ' αυτό και τ' άχυρο στον αχυρώνα για
την τροφή των ζώων το χειμώνα.
Όταν τελείωνε ο αλωνισμός όλων των σιτηρών της αγροτικής οικογένειας, η κορυφή του
στέντζιρου στολίζονταν με μια σκούπα στεφανωμένη με κλαδιά και αγριολούλουδα. Κι ήταν
σημάδι αποχαιρετισμού του αλωνιού, που πα­ρέμεινε ελεύθερο όλο το χρόνο για τα παιγνίδια
των παιδιών της γειτονιάς και του χωριού.
Σκεπάζουμε τη λεκάνη με το ζυμάρι με μια
πετσέτα και την τοποθετούμε σε ζεστό μέρος
για 1 ώρα μέχρι να φουσκώσει το ζυμάρι και
γίνει τουλάχιστον το διπλάσιο.

Το άλεσμα του σταριού γίνονταν στους μύλους. Ανεμόμυλους ή


νερόμυλους ανάλογα με τον τρόπο κίνησης. Οι νερόμυλοι, που
συναντάμε κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα και σπανιότερα στα
νησιά, κατά κανόνα ανήκαν σε φυσικά πρόσωπα και αποτελούσαν
επιχειρήσεις οικογενειών μυλωνάδων. Πολλοί ανήκαν σε
μοναστήρια (καλογερικοί) και λιγότεροι ήταν εκκλησιαστικοί,
κοινοτικοί ή σχολικοί, συνήθως από κληροδοτήματα ή δωρεές.
Εξυπηρετούσαν τους τοπικές ανάγκες και μόνο τα ορεινά,
τελείως άνυδρα χωριά έστελναν αλλού τα αλέσματα τους. Άλεθαν
συνήθως κριθάρι και σμιγάδι και πιο σπάνια σιτάρι, καλαμπόκι και
ζωοτροφές, ιδίως τα τελευταία τους χρόνους. Η αμοιβή του
μυλωνά (αλεστικό ή αξάι) καταβαλλόταν συνήθως σε είδος με
ποσοστό που άρχιζε από 3% έως 5% σε όγκο, όπου υπήρχε
μεγάλη παραγωγή και έφτανε στο 10%-12%, όπου οι μύλοι

Άλεσμα δούλευαν λίγο.

Από το αλεύρι αυτό οι μυλωνάδες κάλυπταν τους οικογενειακές ανάγκες τους και το υπόλοιπο το
πουλούσαν σε ακτήμονες χωρικούς. Η αλεστική ικανότητα τους μύλου, όσο υπήρχε η απαιτούμενη
ποσότητα νερού, έφθανε τους 100 οκάδες την ώρα και επειδή δούλευε συνήθως δωδεκάωρο,
μπορούσε να αλέσει 1200 οκάδες την ημέρα. Όταν, τους, το νερό ήταν λίγο και έπρεπε να
περιμένουν για να ξαναγεμίσει η στέρνα, με δυσκολία έφθανε τους 200 οκάδες.
Σπανιότερα όταν δεν υπήρχε η δυνατότητα να πάνε στο μύλο άλεθαν το στάρι σε χειροκίνητους
μύλους ή όταν θέλανε να φτιάξουν άλλα παρασκευάσματα όπως ο τραχανάς.
Μετά από μια ώρα το ζυμάρι
φουσκώνει και γίνεται
διπλάσιο.
Το ψήνουμε για 1 ώρα στους
180ο .

Ζύμωμα

Μια φορά την εβδομάδα, συνήθως Σάββατο, ζύμωνε η νοικοκυρά κάθε σπιτιού. Ποτέ δε ζύμωνε Παρασκευή, γιατί τέτοια
μέρα σταυρώθηκε ο Χριστός κι όπως πίστευαν "Όποια γυναίκα ζύ­μωνε Παρασκευή θα πήγαινε στην κόλαση".
Κοσκινούσε πρώτα με την πυκνή τη σίτα τ' αλεύρι στο ξύλινο σκαφίδι. Ανάπιανε ύστερα από βραδίς το προζύμι με λίγο
από τ' αλεύρι και με χλιαρό νερό και το σκέπαζε σε ζεστό μέρος να φουσκώσει, να "γίνει", όπως έλεγε. Την άλλη μέρα,
πρωί - πρωί, ανακάτωνε το υπόλοιπο αλεύρι με χλιαρό νερό, στο οποίο διέλυε το προζύμι με λίγο αλάτι, και ζύμωνε το
ζυμάρι για πολλή ώρα για να γίνει αφράτο το ψωμί. Αφού τελείωνε το ζύμωμα, σταύρωνε το ζυμάρι και το σκέπαζε με
χοντρό μάλλινο ύφασμα για να φουσκώσει.
Το ψωμί μας είναι έτοιμο!!!

Φούρνισμα
Όταν το ζυμάρι ήταν πια "γινωμένο" το χώριζε σε ψωμιά στρογγυλά (καρβέλια, πισνίκια ή πλαστάρια) και τάβαζε στην ξύλινη
πινακωτή, στρωμένη με τη μακρόστενη ψωμόταβλα, το πεσκίρι, (βαμβακερό ύφασμα), στην οποία πασπάλιζε λίγο αλεύρι για να μη
κολλήσουν. Αναβε ύστερα το φούρνο, που φλόγιζε και μπουμπούνιζε με τα ξερά τσάκνα. Καθώς καίγον­ταν τα τσάκνα, η
νοικοκυρά με ένα μακρύ φουρνόξυλο σκόρ­πιζε σ' όλη την επιφάνεια τη φωτιά για να καεί καλά ο φούρ­νος. Κι όταν τα κεραμίδια
του θόλου άσπριζαν, με το σιδηρόφτυαρο τραβούσε από μέσα τα κάρβουνα και με τη βρεγμένη πάνα ξεπάνιαζε την επιφάνεια για
να φύγουν οι στάχτες. Ύστερα, κάνοντας στο άνοιγμα του φούρνου το σημείο του σταυρού με το φουρνόφτυαρο, έβαζε μ' αυτό
μέσα τα ψωμιά ένα - ένα για να ψηθούν και παρακολουθώντας τα να μην "αδράξουν", έκλεινε το στόμιο με τη λαμαρινένια πόρτα.
Όλη η αυλή του σπιτιού κι η γειτονιά μοσχοβολούσε την ώρα εκεί­νη από την ευωδιά του σιταρόψωμου, που ψηνόταν.
Μικρός οδηγός λέξεων από τον κύκλο του σταριού:

Αλέτρι          
Το πατροπαράδοτο ξύλινο αλέτρι που μας περιγράφει ο Ησίοδος ήταν το βασικό εργαλείο του γεωργού
για το όργωμα του χωραφιού. Τα διάφορα κομμάτια του παίρνουν και διαφορετικά ονόματα. Το κάτω
χοντρό ξύλο συνήθως λέγεται "κουντούρι". Μπροστά του στηρίζεται το "υνί". Πίσω από το "υνί" είναι
το "παράβολο" για να στρώνει το χώμα και στη μέση είναι η "σπάθα".
Ένα αλέτρι μπορεί να έχει ένα υνί, μπορεί όμως να έχει και δύο (δίλετρο).
Η όλη κατασκευή στηρίζεται στο ζυγό, που στα βόδια ήταν μπροστά στο λαιμό, στηριγμένος με τις
"ζεύλες" ενώ στα μουλάρια, κάτω απ' το στήθος. Επίσης στο αλέτρι που το χρησιμοποιούσαν με τα
μουλάρια υπάρχουν και οι παλάντζες, απ' όπου σέρνεται το αλέτρι.
Κατά το όργωμα απαραίτητα εργαλεία για το αλέτρι ήταν η βίτσα για τα βόδια, το καμουτσίκι για τα
μουλάρια και η ξύστρα (το ξάλι) για το ξύσιμο της λάσπης απ' το υνί και διάφορα άλλα μέρη του
αλετριού.
 Αμπάρι  
Το αμπάρι χρησιμοποιούνταν για αποθήκη, λέγονταν και αμπαντάρα και είτε το άφηναν ανοιχτό, χωρίς
κάλυμμα ή το κλείνανε με σανίδες και έφτιαχναν μια μικρή πορτούλα για είσοδο. Φύλαγαν εκεί το
αλεύρι για να προστατεύεται από υγρασία
Βουκέντρα
Η βουκέντρα ή φκέντρα είναι ένα μακρύ λεπτό κυλινδρικό ξύλο μήκους 1,30m περίπου, με σιδερένια
αιχμή μπροστά, το κεντρί με το οποίο ο γεωργός κέντριζε τα βόδια να προχωρήσουν,  και την ξύστρα
ή αξάλη πίσω, με την οποία ξύνει και απαλλάσσει τ’ αλέτρι από τα βαριά χώματα ο γεωργός. 

Τ’ αλευράμπαρο: Κατασκευασμένο από ξύλο πλατανιού, με δύο χωρίσματα, ήταν τ' αλευράμπαρο και χρησίμευε
γι αποθήκευση τ' αλευριού. Όταν έρχονταν οι «μεριές» απ' το μύλο, αδειάζονταν σ' αυτό.
Εκεί φυλάσσονταν και οι δύο σήτες - ξάρες, χοντρή και ψιλή, το προζύμι, το πλαστήρι (στρογγυλό σαν ταψί από
πλατανίσιο ξύλο με μακριά, μονοκόμματη ουρά, παχύ ως τρία εκατοστά), πάνω στο οποίο πλάθονταν τα φύλλα
για τις πίτες (που πάντα ήταν στην ημερήσια διάταξη), ο πλάστης (μακρύ, κυλινδρικό, καλομπλανισμένο ή
ξυλοφαγωμένο, τριμμένο με το ξυλοφάι, ξύλο ενός περίπου μέτρου) για το άνοιγμα και πλάσιμο των φύλλων, ο
βλόγερος για τις λειτουργιές. Τ’ αλευράμπαρο: ο πολύτιμος βοηθός της νοικοκυράς.
Γάστρα  
Μεταλλική κατασκευή για το ψήσιμο του ψωμιού. 
Δερμόνι
Είναι ένα μεγάλο κόσκινο,  διαμέτρου 0,80μ. περίπου, για δημητριακά, φτιαγμένο από χοιρινό ή βοδινό
δέρμα. Το χρησιμοποιούσαν στο κοσκίνισμα του καρπού, μετά το λίχνισμα, για την απομάκρυνση
σκουπιδιών (πέτρες κ.λπ.).
Διράβδια ή λιράδια
Πρόκειται για δύο ισομήκη κυλινδρικά ξύλα, προσδεμένα στις άκρες ενός κοντού και γερού σχοινιού.
Το πιο λεπτό ξύλο, τη λαβή, κρατά ο γεωργός και με το πιο χοντρό, το δάρτη, χτυπά δυνατά τα
δημητριακά που θέλει να αλωνίσει.  
Δικούλι (ή δικράνι)
Είναι το ξύλινο δικριάνι. Αλλού λέγεται και τρικούλι. Ήταν απλό και αδάπανο εργαλείο και δεν έλειπε
από κανένα σπίτι. Χρησιμοποιείταν μαζί με το δικριάνι, στο αλώνισμα για το γύρισμα του αλωνιού, στο
ξαχύρισμα του αλωνισθέντος προϊόντος και στην συγκομιδή του σανού.
Δοκάνη
Η δοκάνη (ή αδοκάνη ή αλοκάνη) ήταν ένα πλατύ ξύλο, που στο κάτω μέρος είχε κοφτερές πέτρες και
χρησίμευε στο αλώνισμα. Ήταν ξύλινη τραπεζοειδής κατασκευή.  Η δοκάνη ζευόταν στα βόδια. Στην
πάνω επιφάνεια στεκόταν ο γεωργός για να δίνει βάρος και οδηγούσε τα ζώα γύρω γύρω στο αλώνι.
Καθώς γύριζαν τα ζώα, η δοκάνη έκοβε στα στάχυα και έβγαινε το σιτάρι.
 
Δρεπάνι,το λελέκι,
Το δρεπάνι   είναι ένα κοφτερό θεριστικό εργαλείο που χρησιμοποιείται στη γεωργία για τον θερισμό.
Έχει κοντή ξύλινη ή μεταλλική χειρολαβή και κυρτή μεταλλική λάμα.
Το λελέκι έχει μακρύτερη λαβή από το δρεπάνι και χρησίμευε στο θερισμό των χαμηλών σταχυών.
Καλάθα ή κοφίνα
Ένα μεγάλο καλάθι που βάζουν το έτοιμο ψωμί   
Καρπολόι ή Ξυλόφτιαρο,
Ξύλινη κατασκευή που χρησίμευε στο λίχνισμα. Πολλές φορές αντικαθιστούταν από το δικούλι, είχε
όμως πυκνότερα δόντια και γενικά έκανε καλύτερα τη δουλειά του χοντροξεδιαλέγματος του καρπού
από τα άχερα.
Κλητσίνικος
Είναι ξύλινο μυτερό εργαλείο, που χρησίμευε στο θεριστή για το δέσιμο των σταχυών με το δεματικό,
δηλαδή το γερό στέλεχος των φυτών που το χρησιμοποιούσε σαν σχοινί.  
 Κρισάρα (αριά ή δασιά)
Πρόκειται για σίτα με την οποία κοσκίνιζαν το αλεύρι. Η αριά άφηνε να περάσει περισσότερο πίτουρο
από τη δασιά.  
 Κλέμπρα, Λιάμπα, Αχυροψόης, Παπαδιά,
Είναι ξύλινα εργαλεία που χρησίμευαν στο γεωργό για το αλώνισμα, το λίχνισμα και το φόρτωμα του
καρπού στα κάρα ή στα ζώα.  
Λεμαριά
Απαραίτητο μέρος του εξοπλισμού των ζώων στις αγροτικές εργασίες που χρησιμοποιύνταν στο
όργωμα, αλώνισμα, σβάρνισμα και όπου απαιτούνταν μεταφορά μέσω τραβήγματος από τα ζώα.
Ξυαλη
Γεωργικό σιδερένιο δρεπανόσχημο ξυστικό στην κυρτή μεριά εργαλείο με υποδοχή, η οποία δέχεται
ξύλινη λαβή από κρανιά  κυρίως, που το πάχος της είναι γύρω στα 3 εκατοστά και το μήκος της κοντά
στο ένα μέτρο για αλέτρι, που έλκεται από μουλάρια ή άλογα ,και διπλάσιο περίπου απ' αυτό για αλέτρι
που έλκεται από βόδια. Με το εργαλείο αυτό ο γεωργός κατά το όργωμα ξύνει και απομακρύνει από το
υνί του αλετριού του το χώμα που κολλά πάνω του και τα χόρτα που τυλίγονται γύρω του.
Πινακωτή  
Εξάρτημα όπου τοποθετούσαν εκεί το ζυμάρι για να φουσκώσει. Είχε πολλά χωρίσματα, όπου σε
καθένα απ' αυτά έβαζαν κι ένα καρβέλι.
Πλαστήρι  
Κυκλική επιφάνεια από σανίδες, όπου ανοίγουν φύλλα από ζυμάρι.
Παλαμαριά
Η παλαμαριά είναι ένα ξύλινο γάντι για να μην κόβονται οι θεριστές. Τη χρησιμοποιούσε ο θεριστής
για να πιάνει και να θερίζει περισσότερα στάχυα
Ρεμόνι
Ήταν ένα μεγάλο κόσκινο πατωμένο με τρυπητή λαμαρίνα ή πλέγμα και σ΄ ένα σημείο της περιφέρειάς
του έφερε μια θηλιά. Χρησιμοποιούταν για λίχνισμα και ρεμόνιασμα (κοσκίνισμα) του καρπού επί
τόπου, στο αλώνι. Δίπλα στον αλίχνιστο σωρό έστηναν όρθιο το δικούλι, στην μεσαία διχάλα του
περνούσαν την θηλιά του ρεμονιού. Ένας κρατούσε, απέναντι από την θηλιά, το ρεμόνι και το
κουνούσε πέρα δώθε και άλλος ένας γέμιζε το ρεμόνι με καρπό. Με το κούνημα ο καρπός με τον
μπουχό έφευγε από τις τρύπες, όπου ο μεν καρπός έπεφτε στο αλώνι ο δε μπουχός έφευγε μαζί με
τον αέρα και τα ξαχυρίδια έμεναν στο ρεμόνι.
Σβάρνα
Η σάρνα είναι φτιαγμένη από ξύλα, αποτελείται από έναν ξύλινο παραλληλόγραμμο σκελετό,
σκεπασμένο με καμμένα και πλεγμένα κλαδιά λυγαριάς. Την έδεναν πίσω από το μουλάρι, που οδηγείτο
από το γεωργό ο οποίος ήταν πάνω στη σβάρνα, και χρησίμευε στο γεωργό για το βολοκόπισμα του
χωραφιού και το ψιλοχωμάτισμα μετά τη σπορά
 Σκαφίδι
Ξύλινη κατασκευή που τη χρησιμοποιούσαν για το ζύμωμα  
Ταψιά  
Χαλκωματένιες κατασκευές, τις οποίες γάνωναν κατά καιρούς οι καλαϊτζήδες. Έβαζαν εκεί το ψωμί
να το ψήσουν (πίτες).
Φουρνόφτιαρο,
Ξύλινο εργαλέιο της νοικοκυράς όπου τοποθετούσε η νοικοκυρά ένα - ένα τα ψωμιά στο φούρνο,
αλλιώς και πυρίφτε.  
 
Ήθη κι έθιμα: Η Πιρπιρούνα κι άλλα τελετουργικά

Είναι συνηθισμένη σ' όλη την Ελλάδα η τελετή της Πιρπιρούνας για την πρόκληση βροχής. Το έθιμο αυτό με αιτητικό μανικό χαρακτήρα απευθύνεται στο Θεό,
ρυθμιστή των πάντων και ζητά βροχή να ποτιστεί η διψασμένη γη και να καρπίσουν τα σιτάρια και τα αμπέλια, όπως φανερώνουν οι παρακάτω στίχοι που
τραγουδούσαν παρακαλεστικά τα παιδιά στο Βογατσικό - Καστοριάς:
"Θε μου ρίξε τη βροχουλα για να τα ποτίσει ούλα,
όλη η γη χαρομαχάει κι όλα δα ψυχομαχούν.
Τη βροχουλα χάρισε μας, αχ θεούλη ανάστησε μας."
Το έθιμο της Πιρπιρούνας στα χωριά του Νομού Κοζάνης προετοίμαζαν και τελούσαν τα κορίτσια της σχολικής ηλικίας και τ' αγόρια συνήθως ακολουθούσαν.
Την ημέρα της τελε-τής διάλεγαν ένα ψηλόλιγνο συνομήλικο τους κορίτσι, κατά προτίμηση φτωχό και ορφανό, και το στόλιζαν από την κορυ-φή ως τα νύχια με
πρασινάδες. Ξυπόλητη και κουρελιασμένη με μακρύ ως τα πόδια φόρεμα κι ένα τρύπιο τσιουβάλι περα-σμένο από τα λαιμό περιτυλίγονταν η Πιρπιρούνα με
κλιματσίδες ανθισμένης λυγαριάς, στις οποίες κρεμούσαν μαγγούτες, φτέρες και βούζιλα. Στο κεφάλι της έβαζαν μια κατσαρόλα σαν κράνος κι από το λαιμό της
κρεμούσαν ένα στεφάνι, καμωμένο με παπαρούνες και μαργαρίτες. Ύστερα από την προετοιμασία, η Πιρπιρούνα και η παρέα των κοριτσιών, με το σύνθημα
του αρχηγού, ξεκινούσε για τα σπίτια, τραγουδώντας και χορεύοντας. Οι νοικοκυρές τις υποδέχονταν με χαρά και συγκίνηση. Σε κάθε σπίτι, πλούσιο ή φτωχό,
μπαίνοντας στην αυλή, προσκαλούσαν τη νοικοκυ-ρά του να ραντίσει με νερό την Πιρπιρούνα, ενώ εκείνα τραγουδούσαν:
Πιρπιρούνα πιρπατεί
πιρπατεί καμαρουτή
κι του Θιό παρακαλεί:
Θε μου ρίξι μια βρουχή
δρουσιρή κι σιγανή
να φυτρώσουν τα χουρτάρια
κι να γίνουν τα σιτάρια.
Όσα στάχυα στα χουράφια
τόσα κούτσουρα στ' αμπέλια.
Κάθι στάχυ κι κιλό
κάθι κούτσουρου φουρτιό
Μπάρις, μπάρις τα νιρά
λίμνις, λίμνις τα κρασιά.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Κατά τη διάρκεια του τραγουδιού η πιρπιρούνα χοροπηδούσε σύμφωνα με το ρυθμό του. Κι η νοικοκυρά με ένα κόσκινο ψηλά από το μπαλκόνι του σπιτιού ή το
παράθυρο πά-νω στο κεφάλι της Πιρπιρούνας έχυνε νερό από την κανάτα της. Το νερό σκορπίζονταν σε σταλαγματιές στο στολισμέ-νο σώμα της και τριγύρω
της σαν βροχή υπό τα συνεχή τρε-μουλιαστά χοροπηδήματα, ενώ τα παιδιά σταυροκοπούμενα έψαλαν: τρεις φορές το "Κύριε ελέησον".
Ύστερα τα παιδιά της συντροφιάς συνέχιζαν ρυθμικά όλα μαζί:
"Μώρ' καλή νοικοκυρά, που μας κοιτάς καμαρωτά δώρισε την πιρπιρούνα, που θα φέρει τη βροχουλα."
Κάθε σπίτι δώριζε ό,τι μπορούσε, χρήματα, αλεύρι, ξηρούς καρπούς και κυρίως μαλλί προβάτων. Και τα παιδιά με χαρούμενα ξεφωνητά αποχωρούσαν
λέγοντας: "Να ζήστε, να ζήστε, ο Θεός να σας έχει καλά και του χρόνου".
Όλη την ημέρα η συντροφιά της Πιρπιρούνας γύριζε σ' όλα τα σπίτια του χωριού. Και κατά το σούρουπο μαζεύονταν στ' αλώνι κάποιας γειτονιάς και
προσεύχονταν στο Θεό να εισακουσθεί η προσευχή τους και να στείλει τη βροχούλα. Ύστερα ξαρμάτωναν την Πιρπιρούνα, της έδιναν τα αλεύρι για ψωμί και το
μαλλί για να κάνει τα προικιά της, μοίραζαν τους ξηρούς καρπούς μεταξύ τους και με χρήματα αγόραζαν κηριά για την εκκλησία και λάδι, άναβαν τα καντήλια
της, πρόσφεραν λειτουργίες για τη λειτουργία και περίμεναν με απόλυτη βεβαιότητα τον έφορο της βροχής, της βροντής και των κεραυνών, τον Προφήτη Ηλία,
να στείλει τη βροχή για να γίνουν τα σπαρτά και τα αμπέλια.
Πανάρχαιο το έθιμο της Πιρπιρούνας, συνδέεται με προ-χριστιανικές λατρευτικές δοξασίες. Οι Αθηναίοι, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος στο έργο του "Βίοι
Παράλληλοι" στα χρόνια του Θησέα τελούσαν το έθιμο της Ειρισιώνης στη γιορτή των Ωσχοφορίων "Διά το λήξαι την αφορίαν επάδοντες", δηλαδή για να λήξει η
αφορία με την επωδή. Κι η στολισμένη κορασίδα συμβολίζει την ίδια την ανθισμένη και καταπράσινη φύση, που διψάει για νερό, ώστε να ευδοκήσει ο ουρανός
να στείλει τη βροχή.
"Περπερούνα περπατεί, το Θεό παρακαλεί
Θε μου ρίξε μια βροχούλα, μια βροχούλα σιγανούλα,
για να γίνουν τα σταράκια και τα λιανοκριθαράκια,
να φυτρώσουν χορταράκια, να καρπίσουν τ' αμπελάκια.
Θε μου ρίξε τη βροχούλα για να τα ποτίσει ούλα,
όλη η γη χαρομαχάει κι όλα δα ψυχομαχούν.
Τη βροχούλα χάρισε μας, αχ Θεούλη ανάστησε μας
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον".
Και, ω, του θαύματος, τι σύμπτωση! Ο Θεός εισάκουε την προσευχή. Μπουμπουνητά ακούονταν, αστραπές έσχιζαν τον ουρανό, μαύρα σύννεφα
παρουσιάζονταν κι άρχιζαν να πέφτουν οι πρώτες σταλαγματιές της βροχής. "Δεν προλαβαίναμε να πάμε στο σπίτι μας" μας γράφει η Αρετή Τζίντζιου από τη
Χρυσαυγή Βοίου, 75 χρονών σήμερα, που μας έστειλε το παραπάνω τραγούδι της Πιρπιρούνας, και άρχιζε να μπουμπουνίζει και έβρεχε. . . Αυτό είναι γεγονός.
Κάθε καλοκαίρι εμείς το κάναμε αυτό. Αλλά μπροστά από πολλά χρόνια!". Τα παιδιά σταυροκοπιούνταν κι ευχαριστούσαν το Θεό που έγινε δεκτή η παράκληση
τους κι όλοι οι χωριανοί δόξαζαν το Άγιο όνομα του Κυρίου.
Η Λιτανεία.

Όταν η ξηρασία εξακολουθούσε και τα σπαρτά κινδύνευαν να καταστραφούν τότε ο κόσμος κατέφευγε στη λιτανεία. Ο παπάς του χωριού ειδοποιούσε τους
κατοίκους από την προηγούμενη μέρα και συγκεντρώνονταν όλοι, μικροί και μεγάλοι, στην εκκλησία τους. Τις πρώτες απογευ-ματινές ώρες ο παπάς
λαμπροφορεμένος με τα ιερά του άμ-φια και κρατώντας την εικόνα της Παναγίας στο χέρι προπορεύονταν απευθύνοντας ικετήριες παρακλητικές ευχές και
δεήσεις στον Πανάγαθο Θεό για την ανομβρία:
Πίσω από τον παπά ακολουθούσαν τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, το λάβαρο και τους φανούς και παραπίσω όλος ο λαός, λέγοντας ομαδικά, ρυθμικά και
λυπητερά, σε κάθε δέηση το "Κύριε ελέησον". Η λιτανεία έκαμνε το γύρο του χωρι-ού, περνώντας από τα εξωκκλήσια κι όταν συμπληρώνονταν ο κύκλος στο
τελευταίο εξωκκλήσι ασπάζονταν όλοι την εικόνα της Παναγίας με ευλάβεια και πίστη και την τοποθετούσαν στο εικονοστάσι της. Και η ευλογία του Θεού δεν
αργούσε να Φανεί. Οι κρουνοί του ουρανού άνοιγαν και τα υπαρτά αναζωογονούντα.

Η αποτροπή του χαλάζιου.


Όσο επιθυμητή είναι η βροχή για τους γεωργούς, τόσο ανεπιθύμητο είναι το χαλάζι για την καταστροφή, που προκαλεί. Για να αποφύγουν οι αγρότες τις
καταστρεπτικές συνέπειες του και να αποτρέψουν το πέσιμο, χάραζαν σταυρό στους κορμούς των δέντρων, που ήταν στα χωράφια τους ή κάρφωναν έναν
ξύλινο σταυρό στα μεγάλα δέντρα, γύρω από το χωριό, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όταν πρόκειται να πέσει χαλάζι ακούγεται μεγάλη βοή Στην
περίπτωση αυτή χτυπούσαν τις καμπάνες και σταυροκοπιούνταν για να το απομακρύνουν. Όταν άρχιζε να πέφτει το χαλάζι έδιναν στο μικρότερο παιδί της
οικογένειας, το σουγκάρι, να καταπιεί τρία σπυριά αλάτι και το χαλάζι σταματούσε.
Για να μη καταστραφούν τα γεννήματα κι ο μόχθος του αγρότη "απόδεναν" το χαλάζι. Την ώρα, δηλαδή, που άρχιζε να πέφτει, έβγαζαν έξω στη στέγη του
σπιτιού μια πυροστιά, που κατά τη λαϊκή φαντασία αποκτούσε από τη φωτιά θεϊκή - μαγική - αποτρεπτική δύναμη, και την τοποθετούσαν ανάσκελα.
Έπαιρναν κι ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, έβγαιναν έξω στο μπαλκόνι του σπιτιού, χάραζαν με αυτό τρεις φορές το σταυρό στον αέρα, σχημάτιζαν την πεντάλφα
στη στέγη του μαγειρείου και κάρφωναν το μαχαίρι στη μέση. Θυμούμαστε ακόμα τον μακαρίτη παππού μας με πόση γρη-γοράδα και βιασύνη έκανε αυτή την
αποτρεπτική - μαγική τε-λετουργία, την ώρα που άρχιζε να πέφτει το χαλάζι, ενώ νο-ερά το εξόρκιζε τρεις φορές, λέγοντας πρώτα: "Εις το όνο­μα του Πατρός
και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν.", συνέχιζε με το "Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος" και τελείωνε με την αποτρεπτική φράση "Ιησούς Χριστός νικά κι
όλα τα κακά σκορπά", κάνοντας με την κόψη της παλά-μης του το σημείο του σταυρού στη θέση, που έμπηγε το μα-χαίρι.
Εργαλεία του Μυλωνά

Για να λειτουργήσει κανονικά ο μύλος, ο μυλωνάς χρησιμοποιεί και διάφορα εργαλεία. Αυτά είναι απαραίτητα γιατί τον
διευκολύνουν να φέρει εις πέρας το έργο του. Κάθε φάση της εργασίας του μύλου και κάθε εξάρτημά του έχει ανάγκη και των
ειδικών εργαλείων. Έτσι τα πιο απαραίτητα εργαλεία του είναι τα εξής:

1. Τα σφυριά: Όταν οι μυλόπετρες δεν αλέθουν καλά το σιτάρι και δεν βγαίνει καλό αλεύρι, τότε με τα σφυριά ο Μυλωνάς τις
χαράζει (κάνει χαρακιές, χαραγματιές). Όταν χαράζονται οι μυλόπετρες πρέπει οπωσδήποτε η επάνω μυλόπετρα να σηκωθεί
από τη θέση της.Τότε γίνεται χρήση ειδικού μοχλού, γιατί η μετακίνηση της πέτρας και η επανατοποθέτησή της απαιτεί έμπειρο
και ειδικευμένο τεχνίτη, μαζί με αυτά και σωματικές ικανότητες. Σφυριά μπορεί ο μυλωνάς να έχει ένα ή δύο ή και
περισσότερα, να τα αντικαθιστά όταν στομώνουν. Διαφέρουν δε από τα κοινά σφυριά, στο ότι κόβουν και από τα δύο μέρη,
κοφτερά κοπίδια.

2. Ο τρίποδας. Μπορεί να είναι πραγματικά με τρία πόδια ξύλινος, η και χαμηλό τραπεζάκι. Επάνω τοποθετούν την πέτρα για
να την χαράζουν.

3. Ο παπάς: Είναι ξύλινο στρογγυλό ξύλο, επάνω στο οποίο τοποθετούν τη μυλόπετρα και κυλώντας το, την μεταφέρουν όπου
θέλουν.
4. Αναγκαία επίσης εργαλεία στο Μυλωνά είναι το φτυάρι, το τσαπί το κλαδευτήρι, η κοσιά κλπ. Όλα αυτά τα χρησιμοποιεί
για να καθαρίζει το μυλαύλακο και να τρέχει ανεμπόδιστα το νερό στο μύλο.

5. Ο μυλωνάς πρέπει να έχει γνώσεις μαραγκού, γι’ αυτό κρατά και μερικά εργαλεία της μαραγκοσύνης όπως πριόνι,- ροκάνι,-
σκεπάρνι,- βαριά ξύλινη και σιδερένια και άλλα.Επίσης απαραίτητο εργαλείο του είναι το κωνικό ζύγι, για να ελέγχει το
κατακόρυφο του άξονος της μυλόπετρας. Το αλφάδι για την οριζόντια των πετρών και μερικές σφήνες για τους άξονες.

6. Η σέσουλα ξύλινη τσίγκινη για να μαζεύει το αλεύρι στην αλευροθήκη και να το βάζει στα σακιά.

7. Η πλάστιγγα για ζύγισμα των καρπών . Παλαιότερα είχαν το καντάρι (στατήρας) που ζυγίζει 44 οκάδες (56κιλα
320γραμμάρια). Ακόμη παλαιότερα οι μυλωνάδες για δικαίωμα έπαιρναν σε μια βιδούρα (11 οκάδες) , (2-3) κουβελάκια
(σέσουλες ανοικονόμητες).
Η ιστορία του ψωμιού είναι τόσο μεγάλη, όσο και η παρουσία σχεδόν του ανθρώπου πάνω στη γη. Στην αρχαία
Στάρι και ψωμί
Αίγυπτο με την ανατολή του πολιτισμού άρχισε να παρασκεύαζεται και το ψωμί. Από την αρχή της ζωής στον
πλανήτη μας, οι άνθρωποι έτρωγαν ωμούς τους δημητριακούς καρπούς, αργότερα έμαθαν να τούς
καβουρδίζουν. Το πρώτο αλεύρι δεν είχε καμιά ομοιότητα με το σημερινό. Ήταν αλεύρι από καβουρδισμένους
ή αποξηραμένους σπόρους που είχαν τριφτεί ή κοπανιστεί ανάμεσα σε δυο λείες πείρες. Αργότερα, έμαθαν να
ανακατεύουν αυτό το πρωτόγονο αλεύρι με νερό και να παρασκευάζουν τούς πρώτους χυλούς που είναι οι
πραγματικοί πρόγονοι του σημερινού ψωμιού. Στη συνέχεια έμαθαν να φτιάχνουν πιο πηχτούς χυλούς, τους
οποίους έψηναν απευθείας στη φωτιά ή τούς άπλωναν μέσα σε πυρακτωμένους λίθους. Τα πρώτα σκεύη που
χρησιμοποιήθηκαν ήταν πήλινα ταψιά. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στην αρχαία Αίγυπτο το ψωμί ζυμωνόταν με
τα πόδια, κάτι που συνεχιζόταν ως τις αρχές του αιώνα μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και της
Ευρώπης. Τα πρώτα οργανωμένα αρτοποιεία εμφανίστηκαν στη Ρώμη επί αυτοκράτορα Τραϊανού το 97 - 117
μ.Χ. Στην αρχαία Ελλάδα, το ψωμί παρασκευαζόταν και ψηνόταν στα σπίτια. Τα αρτοποιεία εμφανίστηκαν
κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ανάμεσα στις πολλές ποιότητες ψωμιού που παρασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα
ήταν ο ζυμίτης, από αλεύρι, νερό και προζύμι, ο άζυμος, από αλεύρι και νερό, ο σιμιγδαλίτης, από λεπτότατο
αλεύρι προερχόμενο από καλής ποιότητας σιτάρι κλπ.
Από αρχαία κείμενα προκύπτει ότι οι Έλληνες προσέφεραν άρτους στους θεούς, στους οποίους ονόμαζαν
θειαγόνους άρτους. Στο ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, κατά την εορτή των θεσμοφορίων, προσφερόταν
στη θεά μεγάλος άρτος από τον οποίο η συγκεκριμένη γιορτή ονομαζόταν μεγαλάρτια.
Στην προσευχή που έδωσε ο ίδιος ο Χριστός, υπάρχει αίτημα για τον άρτον τον επιούσιον. Στο Μυστικό
Δείπνο ο Χριστός ευλόγησε τον άρτο και τον ομοίωσε με το Σώμα Του. Η ευλάβεια των ανθρώπων απέναντι
στο καθημερινό ψωμί που ποτέ δεν πετούν δείχνει τη σημασία του στη διαβίωση αλλά και στη θρησκευτική
ζωή.
Tα παλιότερα χρόνια έσπερναν σιτάρια, κριθάρια και άλλα δημητριακά που χρησιμοποιούσαν ως ζωοτροφές.
Το σιτάρι όμως κάλυπτε τις ανάγκες της κάθε οικογένειας. Το άλεθαν στους μύλους, που τώρα δεν υπάρχουν
Basket of Bread, 1945, Salvador Dali
πια, και κατόπιν ζύμωναν το ψωμί οι γυναίκες και το έψηναν στο φούρνο του σπιτιού τους για τις ανάγκες της
οικογένειας. Σε κάθε περιοχή έφτιαχναν ιδιαίτερα αρτοσκευάσματα. Τώρα πολύ σπάνια σπέρνουν πια σιτάρι
στην περιοχή. Οι αλευρόμυλοι έκλεισαν. Ελάχιστες νοικοκυρές φτιάχνουν μόνες τους το ψωμί της
οικογένειας..

Χωρικός που μοιράζει ψωμί, από το Livre du roi Modus et


de la reine Ratio, Γαλλία, 14ος αι., Βibliothèque
Nationale de France
Στάρι και ψωμί (στην τέχνη και την αρχαιότητα)

«Mέγα aρτοποιείον Γεωργίου Παναγιώτου Kοντουφούρναρη. Eκ Θεσσαλίας της Πρωτευούσης Λαρίσσης». Πίνακας
του Θεόφιλου, 1933. Eμβληματικό έργο για το ψωμί και αντιρεαλιστικό στη δομή του (Mουσείο Eργων Θεόφιλου,
Bαρειά Mυτιλήνης).

Nικολάου Γύζη, «Ψωμιά», 1876-85, ελαιογραφία σε μουσαμά.


Έργο στο οποίο ο ζωγράφος αξιοποιεί θαυμάσια το φως στον τονισμό των όγκων των ψωμιών
(Eθνική Πινακοθήκη και Mουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου).

Θόδωρου Παπαγιάννη, τμήμα της


O Kαραγκιόζης φούρναρης του Eυγένιου Σπαθάρη,
εγκατάστασης «Tο ψωμί», 1998, aίθουσα
εξώφυλλο ψηφιακού δίσκου. O αγαπημένος ήρωας
Tέχνης aθηνών και Πνευματικού Kέντρου
του ελληνικού Θεάτρου Σκιών απεικονίζεται με το
Iωαννιτών. O γλύπτης, χρησιμοποιώντας
καπέλο και το φτυάρι του δίπλα στον αυτοσχέδιο
ψημένο πηλό και μέταλλο, έδωσε μια
φούρνο του με τα ψωμιά.
συγκλονιστική εικόνα του ψωμιού στα
στάδιά του.

Άγαλμα μιας μιας ομάδας τεσσάρων


αρτοποιών γυναικών που διασκεδάζουν
ενώ εργάζονται από κάποιον που παίζει
φλάουτο.