Τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος

Τό χρίσμα εἶναι θεοσύστατο μυστήριο καί αὐτό, τό ὁποῖο, ὅπως σέ πολλά μέρη
τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων βλέπουμε, τό τελοῦσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διά τῆς
ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τους στίς κεφαλές τῶν πιστῶν. Τότε ἐκεῖνοι λάμβαναν τό
Πνεῦμα τό Ἅγιο: Πράξ. η' 17· «τότε ἐπετίθουν τάς χεῖρας ἐπ' αὐτούς (οἱ Ἀπόστολοι
σέ αὐτούς πού πίστευαν καί βαπτίζονταν), καί ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον» καί ιθ' 6·
«καί ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τάς χεῖρας (ὅταν ἔβαλε τά χέρια τοῦ ἐπάνω τους ὁ
Παῦλος) ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπ' αὐτούς». Τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος γίνεται
εὐθύς μετά τό βάπτισμα σέ μᾶς
τούς Ὀρθοδόξους. Ἀπό τούς
αἱρετικούς, οἱ μέν προτεστάντες τό
ἀπορρίπτουν
καί
δέν
τό
παραδέχονται, οἱ δέ παπικοί τό
κάνουν
ὅταν
τά
παιδιά
συμπληρώσουν τό 12ο ἔτος τῆς
ἡλικίας τους. Ἄλλη καινοτομία καί
αὐτή, πού εἶναι ἐντελῶς ξένη πρός
τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Σήμερα τό χρίσμα δέν γίνεται μέ
ἐπίθεση τῶν χειρῶν τοῦ λειτουργοῦ τοῦ μυστηρίου ἀλλά μέ τό Ἅγιο Μύρο. Αὐτό τό
Ἅγιο Μύρο ἀποτελεῖται ἀπό 40 εὐώδη ὑλικά, τά ὁποῖα συμβολίζουν τά πολλά
χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα λαμβάνει ὁ Χριστιανός μετά τό βάπτισμά
του. Τότε ὁ ἱερέας τοῦ ἀλείφει ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός του, τό κεφάλι, τά πλευρά,
τά χέρια, τά ἀφτιά, τά πόδια, τό στόμα καί λέει: «Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου.
Ἀμήν.». Δηλαδή τό μύρο αὐτό τό ἁγιασμένο εἶναι βεβαίωση καί ἐπισφράγιση, ὅτι
αὐτός πού βαπτίσθηκε ἔλαβε τίς δωρεές καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ
λόγοι αὐτοί τοῦ λειτουργοῦ τοῦ μυστηρίου στηρίζονται σέ ὅσα λέει ὁ ἀπόστολος
Παῦλος σχετικά μέ τή χρίση αὐτή· «Ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σύν ὑμῖν εἰς Χριστόν καί χρίσας
ἡμᾶς (εἶναι ὁ) Θεός, ὁ καί σφραγισάμενος ἡμᾶς καί δούς τόν ἀρραβῶνα τοῦ
Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Β' Κορινθ. ἀ' 21-22). Δηλαδή ὁ Θεός εἶναι
ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνισχύει στό νά μένουμε πιστοί στό Χριστό. Καί τό κάνει αὐτό
μέ τή χρίση πού μᾶς ἔκανε, καί μέ τό Ἅγιό του Πνεῦμα πού ἔδωσε στίς καρδιές μας

1

ὡς ἀρραβῶνα καί ἐγγύηση, πώς θά ἐκπληρώνει ὅλα ὅσα μᾶς ὑπόσχεται καί τή δωρεά
τῆς αἰωνίου ζωῆς πού θά μᾶς δώσει. Ἀλλά καί ὁ λόγος τοῦ εὐαγγελιστή Ἰωάννη «καί
ὑμεῖς χρίσμα ἔχετε ἀπό τοῦ ἁγίου, καί οἴδατε πάντα» (Ἀ' Ιωάν. β' 20) στηρίζει τό
μυστήριο αὐτό.
Ὡς πρός τό σκοπό τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ πρέπει νά ποῦμε
τά ἑξῆς: Ὁ Χριστιανός μετά τό βάπτισμά του εἰσέρχεται,
ὅπως εἴπαμε, σέ νέα ζωή, τή ζωή τῆς ἀρετῆς καί
ἁγιότητας, τῆς κατά Θεόν ζωῆς. Ἀλλ' εἴπαμε πάλι, ὅτι καί
μετά τό βάπτισμα, παρότι ἐξαλείφεται τό προπατορικό
ἁμάρτημα καί ἐξασθενεῖ κατά πολύ ὁ παλαιός τῆς ἁμαρτίας
ἄνθρωπος, μένουν κάποια ροπή καί κλίση πρός τό κακό,
κάτι ἀδυναμίες τῆς ψυχῆς πού ἀνοίγουν τήν θύραν τῆς
ἁμαρτίας. Αὐτές πρέπει νά ἀγωνισθεῖ ὁ Χριστιανός νά τίς
νεκρώσει καί ἐξαφανίσει, καί να ὁλοκληρώσει καί μέ δικό
του προσωπικό ἀγῶνα τήν ἀναγέννησή του. Πάλι ὅμως
μόνος του, χωρίς τή θεία χάρη καί δύναμη, τοῦ εἶναι
ἀδύνατο καί τόν ἀγῶνα νά ἀναλάβει καί τή νέκρωση τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου νά
πετύχει. Ἔρχεται λοιπόν τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος καί μέ τό Ἅγιο Μύρο τοῦ
μεταδίδει τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τά χαρίσματα αὐτά εἶναι δυνάμεις
μυστικές μέν, ἀλλ' ἱερές καί θεῖες, μέ τίς ὁποῖες χαριτωμένος καί ὁπλισμένος ὁ
Χριστιανός ἀγωνίζεται πανίσχυρος, παλεύει ἀποφασισμένος καί πάνοπλος κατά τοῦ
κακοῦ, βγαίνει νικητής καί κατορθώνει σέ ὅλες τίς φάσεις τοῦ βίου του τήν κατά Θεό
ἐνάρετη ζωή, ἐνισχύεται καί κρατύνεται γιά τή ζωή τῆς ἀρετῆς, γιά τή νέα ζωή, στήν
ὁποία μπῆκε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Αὐτή τήν ἔννοια ἔχει ἡ χρίση τοῦ βαπτισθέντος μέ
τό Ἅγιο Μύρο. Καί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἱεροσολύμων· «Ὥσπερ γάρ ὁ
Χριστός, μετά τό βάπτισμα καί τήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιφοίτησιν, ἐξελθών
κατηγωνίσατο τόν ἀντικείμενον (βγῆκε στήν ἔρημο καί πάλεψε μέ τό διάβολο, ὁπότε
καί τόν νίκησε), οὕτω καί ἡμεῖς μετά τό ἱερόν βάπτισμα καί τό μυστικόν χρίσμα·
ἐνδεδυμένοι τήν πανοπλίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἵστασθε πρός τήν ἀντικειμένη
δύναμιν». Ἔτσι μέ τήν πανοπλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁπλισμένοι στεκόμαστε
ἄφοβοι καί θαρραλέοι μπροστά στήν πονηρή δύναμη πού ζητᾶ νά μᾶς ἐπιτεθεῖ καί
ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον της καί τή νικᾶμε. Τήν κατατροπώνουμε λέγοντας καί ἐμεῖς τό
λόγο τοῦ Παύλου: ὅλα ἔχω τή δύναμη νά τά ἐπιτύχω μέ τό Χριστό πού μένει μέσα
μου καί μοῦ χαρίζει δύναμη ἀήττητη, «Καί ταύτην καταγωνίζεσθε λέγοντες· πάντα
ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί μέ Χριστῷ».
(πηγή : www.xfd.gr)

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΜΗΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ :
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος (23 Ὀκτωβρίου)
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος ἑορτάζει στίς 23 Ὀκτωβρίου καί τήν Κυριακή μετά
τήν Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τή μνήμη τοῦ Δαβίδ τοῦ Προφήτου καί
Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος.

2

Ζωή Ἀσκητική
Ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου, ἦταν ἀπό τήν Ἰουδαία, υἱός τοῦ
μνήστορος Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσήφ ἦταν παντρεμένος προτοῦ μνηστευθεῖ τήν Παρθένο καί
ἀπό τήν γυναίκα του ἐκείνη εἶχε ἑπτά
παιδιά, τόν Ἰάκωβο, τόν Ιωσή, τόν Ἰούδα,
τόν Σίμωνα (Συμεών), τήν Ἐσθήρ, τήν
Μάρθα καί τήν Σαλώμη, ἡ ὁποία ἦτο
μητέρα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰωάννου καί
Ἰακώβου.
Εἶχε
πεθάνει
ἐκείνη
καί
μνηστεύθει τήν Ἀειπάρθενο Μαριάμ, διά νά
μεγαλώσει τά παιδιά του, πού ἕνα ἀπό αὐτά
εἴπαμε εἶναι καί ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος.
Λέγεται Ἀδελφόθεος, ὄχι διότι ἦταν
ἀδελφός, ἀλλά διότι ἔζησαν σάν ἀδέλφια
κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη, τοῦ Ἰωσήφ.
Πρῶτα τόν ὀνόμαζαν Ιοβλίαν, πού σημαίνει
στήν Ἑβραϊκή δίκαιος, διότι τόσο ἐνάρετα
ἀπό βρέφος ἔζησε καί τόση ἐγκράτεια εἶχε
εἰς ὅλες του τίς αἰσθήσεις καί τά μέλη του,
πού ἦταν παράξενο. Τά μάτια του ἔβλεπαν
πάντα δίκαια, γι' αὐτό ἦταν πάντοτε ἄξιος
τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀκοή του ἦταν
πάντοτε
γιά
νά
ἀκούει
σωτήρια
ἀναγνώσματα. Στό στόμα του εἶχε πάντοτε
τόν νόμο. Τό δεξί του χέρι ἦταν πάντοτε ἕτοιμο γιά ἐλεημοσύνη, ἡ δέ τροφή του
ἦταν πάντοτε ἐγκρατής ἀπό ὅλα τά περιττά καί ἄχρηστα. Ποτέ στή ζωή του δέν
ἔφαγε ἔμψυχο πράγμα, δηλ. κρέας, ψάρι, θαλασσινά, ἤ ἄλλο πού νά εἶχε πνοή καί
ζωή. Κρασί δέν ἔπινε ποτέ του. Μόνον μέ νερό ξεδιψοῦσε. Ἡ τροφή του ἦταν, ψωμί
καί δάκρυα. Τίς μετάνοιές του φανέρωναν τά σκελετωμένα γόνατά του, εἰς τά ὁποῖα
φαίνονταν μόνο τό δέρμα μέ τά ὀστά, ἐνῶ ἡ σάρκα εἶχε χαθεῖ ἀπό τήν νηστεία. Τό
ἔνδυμά του ἦταν ράσο τρίχινο. Λινό φοροῦσε μόνον, ὅταν ἔμπαινε στό ἱερόν.
Παράδειγμα Ἐπισκόπου
Ὅταν ἔγινε Ἐπίσκοπος ὁ μέγας αὐτός Ἰάκωβος ἔδειξε τίς ἀρετές του μέ τήν
ταπεινοσύνη του καί τήν μετριοφροσύνη του. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς
τοῦ Ἀποστόλου τούτου, φαίνεται πόσο ταπεινός καί μετριόφρων ἦταν. Διότι
ὑπογράφεται σ' αὐτήν: «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος», δέν
ἀναφέρει κανένα ἀπό τά τρία μεγαλεῖα καί ἀξιώματα πού εἶχε, Ἐπίσκοπος,
Ἀπόστολος, Ἀδελφόθεος, καθώς ὁ Παῦλος πρός Γαλάτας τόν μαρτύρησε : Παίρνει
παράδειγμα τόν Διδάσκαλο.
Τόν εὐλαβοῦντο καί οἱ Ἀπόστολοι
Τόν θεῖον τοῦτον Ἰάκωβο τόν Ἀδελφόθεο ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι τόν εἶχαν σέ μεγάλη
εὐλάβεια καί τόν λόγο του ἐφύλαττον ὡς νόμο, καθώς φαίνεται σέ πολλά μέρη ἀπό
τίς πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

3

Αὐτός λοιπόν ὁ μέγας καί θεῖος Ἰάκωβος ἦταν Ἅγιος, ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας του
ἁγιασμένος, καθώς λέγουν τά ἱερά βιβλία. Διά τοῦτο καί μετά Χριστό πρῶτος
χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων. Μονάχα αὐτός ἔμπαινε εἰς τά ἅγια τῶν
ἁγίων, ὄχι μιά φορά τό χρόνο ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλά κάθε ἡμέρα, ἐπειδή ἦταν ἁγνός
καί καθαρότατος ἀπό κάθε ἁμαρτία. Ἐκεῖ εὑρισκόταν πάντοτε γονατισμένος
παρακαλώντας τόν Κύριο γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ. Περισσότεροι καί ἀπό τόν Μωυσῆ
προσευχόταν.
Ὁ Ἰάκωβος ὀμολογεῖ
Μιά μέρα οἱ ἀσεβεῖς Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ἐπῆγαν λοιπόν στόν Ἰάκωβο καί τοῦ
εἶπαν: «Σέ παρακαλοῦμε Δίκαιε, δίδαξε τόν λαό, διότι πλανήθηκαν καί πιστεύουν
στόν Ἰησοῦ, νομίζοντες ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Γι' αὐτό τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα,
κατά τήν ὁποία θά συγκεντρώνουν, προσπάθησε πολύ νά τούς πείσεις, νά μή
πλανῶνται πιστεύοντας ἕνα ἄνθρωπο γιά Θεό». Ἀμέσως λοιπόν, ἐπειδή ἦλθε ἡ ὥρα
νά ἀντισταθεῖ ὁ Ἅγιος κατά τῶν Φαρισαίων καί τοῦ ψεύδους, δέν δείλιασε γιά τόν
πρόσκαιρο θάνατον πού τόν περίμενε. Ἄφησε τήν φωνή τήν ψυχή καί τήν γλώσσα
ἐλεύθερη καί εἶπε: «Τί μέ ἐρωτᾶτε γιά τόν Ἰησοῦ; Αὐτός κάθεται στόν οὐρανό στά
δεξιά τοῦ Πατρός Του. Αὐτός πάλι θά ἔλθει καθισμένος σέ νεφέλη τοῦ οὐρανοῦ νά
κρίνει μέ δικαιοσύνη τήν οἰκουμένη ἅπασα». Μέ τήν μαρτυρία αὐτή τοῦ Ἰακώβου
πίστεψαν καί ἄλλοι πολλοί καί φώναζαν: «Ὡσαννά τῷ Υιώ Δαβίδ». Οἱ τυφλοί
Φαρισαῖοι καί Γραμματεῖς ὅρμησαν κατά πάνω του φωνάζοντας δυνατά γιά νά τούς
ἀκούσει ὁ λαός: «Ὡς καί ὁ δίκαιος πλανήθηκε».
Ὁ Ἰάκωβος λιθοβολεῖται
Ἡ μανία τῶν Φαρισαίων γίνεται ἀκράτητη. Ἀνέβηκαν στό πτερύγιο, τόν ἅρπαξαν τόν
Ἰάκωβο σάν ἄγρια θηρία καί τόν γκρέμισαν στή γῆ. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος δέν πέθανε
ἀμέσως, ἀρχίζουν νά τόν λιθοβολοῦν οἱ κακοῦργοι. Ἐκεῖνος δεχόταν τίς πέτρες
τάραχος, σάν θησαυρό πολυτίμητο, καί ἔλεγε γονατισμένος: «Κύριε Θεέ, Πάτερ,
συγχώρεσέ τούς, γιατί δέν ξέρουν τί κάνουν». Προσευχόταν γιά τούς φονιάδες καί
τούς ἀχάριστους, οἱ ὁποῖοι, καίτοι τόν ἄκουσαν νά προσεύχεται γι' αὐτούς, δέν
σεβαστήκανε τήν μακροθυμία του οἱ ἀχάριστοι, ἀλλά ἀκόμη τόν πετροβολοῦσαν.
Ἕνας δέ Ἱερέας ἀπό τούς υἱούς τοῦ Ρηχάβ, φώναζε: «Σταματῆστε, τί κάνετε
δυστυχισμένοι; γιά μᾶς εὔχεται ὁ Δίκαιος, καί σεῖς, ὦ ἄδικοι, τόν πετροβολᾶτε;».
Τότε ἕνας ἀπό τούς κακούργους ἐκείνους ἅρπαξε τό ξύλο καί μέ αὐτό τόν κτύπησε
δυνατά στό κεφάλι καί τόν σκότωσε. Ἀμέσως τόν πῆραν αὐτοί καί τόν ἔβαψαν κοντά
στό Ναό. Μετά τόν φόνο τοῦ Ἰακώβου ἔπαθαν πολλά κακά οἱ Ἰουδαῖοι.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν μέ τό Μαρτύριο τοῦ Δικαίου Ἰακώβου, προστέθηκε ἕνας
ἀκόμη Μάρτυς στούς Μάρτυρες καί τούς Δικαίους.

4