P. 1
ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

|Views: 4,432|Likes:
Published by Stelios Papantoniou

More info:

Published by: Stelios Papantoniou on Jan 04, 2010
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as DOC, PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

06/29/2013

pdf

text

original

ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Ο Καντ προσπάθησε να σώσει τη Μεταφυσική με το να την απαλλάξει από όλα
εκείνα τα στοιχεία τα δογματικά ιδιαίτερα, τα οποία δεν οδηγούσαν πουθενά και
προπάντeν δεν cδιναν μια επιστημονική μεταφυσική, όπeç ο ίδιοç την
αντιλαμµανόταν, που να είναι δηλαδή πραγματική επιστήμη και όχι κενοί λόγοι.
Ο Iμμάνουελ Καντ γεννήθηκε στη μικρή γερμανική πόλη Καινιξµcργη το 1724 και
σπούδασε στο εκεί πανεπιστήμιο 4υσική και 4ιλοσοφία.
Tρία είναι τα κυριότερα cργα του Καντ στον τομcα τηç κριτικήç,
η Κριτική του καθαρού λόγου ή τηç καθαρήç λογικήç
η Κριτικήç του Hρακτικού λόγου και
η Κριτική τηç κρίσηç
´Eχουν δώσει στον κριτικισμό αρκετά ονόματα, κριτικισμόç, απριορισμόç,
φαινομεναλισμόç, ιδεαλισμόç.Κριτικισμόç σημαίνει μια cρευνα πάνe στη γνώση μαç
και στιç γνeστικcç μαç ικανότητεç
H μcθοδόç του είναι η υπερµατολογική, που αντιτίθεται στην εμπειρική.
Oα ανα¸ητήσει τιç απριόρι προüποθcσειç που καθιστούν δυνατό cνα αντικείμενο
γνώσηç και του εξασφαλί¸ουν cνα χαρακτήρα αναγκαιότηταç.
Κάθε απριόρι στοιχείο είναι υπερµατολογικό, (υπερµατικό είναι κάτι που µρίσκεται
cξe από τη διαδικασία τηç γνώσηç)

1781 Κριτική του ή Κριτική της Καθαρής Λογικής , Κριτική του
Καθαρού Λόγου.
"Θα κρίνουν την Κριτική μου λαθεμένα γιατί δε θα την καταλάβουν"
γράφει,γι αυτό και δίνει μια εκλαïκευτική περίλη¡η του cργου του, που
είναι και για μη ειδικούç, τα "Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική
Μεταφυσική που θα μπορεί να εμφανίζεται ως επιστήμη."
ερώτημα Είναι ιόλου υνατό εκείνο που λ!γεται Μεταφυσική"
κριτικάρει το ότι δεν παρουσιά¸εται σ´αυτήν καμιά πρόοδοç και όμeç
παραμέ!ι αατ"ρρ#τ# # μ!τα$υ%ική ορμή &ου !υ&'ρ(!ι )*
%+μ$υτ# μ! τ# ,ο-ική ικα.τ#τα του ανθρώπου.
είναι απαραίτητη μια ρι¸ική αναμόρφeση αυτήç τηç επιστήμηç.
Tο σημαντικότερο γεγονόç μcσα στην ιστορία τηç Μεταφυσικήç
η αμφισµήτηση που επcφερε ο /α0"1 2ιουμ 34567 89:; 1711<177=
.τα 1ι!"1! &.%ο αμ$"0ο,# !"αι μια α&. τι* &ιο %#ματικέ*
μ!τα$υ%ικέ* έοι!*, # αιτι.τ#τα ># %+1!%# αιτ"α* α&οτ!,έ%ματο*?@
Ο Xιουμ αμφισµήτησε την καθιερeμcνη πεποίθηση ότι η αιτιότητα
ενυπάρχει a priori μcσα στην ανθρώπινη λογική. Κατcληξε cτσι στο
συμπcρασμα ότι η αιτιότητα είναι cνα εμπειρικό κατασκεύασμα που
προκύπτει από τη συνήθειά μαç να µλcπουμε μια αιτία πίσe από κάθε
αποτcλεσμα.
Ο Καντ διαµεµαιώνει ότι δεν cκανε άλλο από το να δοκιμάσει την
αντίρρηση του Xιουμ σε όλεç τιç καθαρά νοητικcç cννοιεç τηç
Μεταφυσικήç, δηλαδή σε όλεç τιç cννοιεç που υποτίθεται ότι πηγά¸ουν
μόνο από τον ανθρώπινο νου.
Κατcληξε όμeç στο ακριµώç αντίθετο συμπcρασμα , ότι δηλαδή αυτcç οι
cννοιεç 1! &ροκ+&του α&. τ# !μ&!ιρ"α ή από τη συνήθεια, αλλά
&αρ'-οται 4 AB6CB6 μέ%α %το ου.
H παραγeγή (deduktion) αυτών τeν εννοιών είναι κατά τον Καντ το
δυσκολότερο πρόµλημα που μπόρεσε να λυθεί μcσα στην "Κριτική τηç
Καθαρήç Aογικήç", και μcσe αυτού καθορίστηκε # έκτα%#, τα .ρια και
το &!ρι!(.μ!ο τ#* καDαρή* >1#,α1ή .(ι ααμ!ι-μέ#* μ! !μ&!ιρ"α ?
,ο-ική* ικα.τ#τα*@
Πρ.,ο-ο %τα Προ,!-.μ!α %! κ'D! μ!,,οτική Μ!τα$υ%ική
Σκοπός μου είναι να πεί! όλους εκείνους που θε!ρο"ν ά#ιο το ν$
α%ολο"νται με την &εταφυική , ότι είναι απόλυτα αναγκαίο να
ιακό#ουν προσωρινά τη ουλειά τους$ να θε!ρήουν κάθε τι που έγινε
μέ%ρι τ'ρα α να μην έγινε, και να θέουν πριν απ($όλα το ερ'τημα
%είναι ιόλου υνατό εκείνο που λ!γεται Μεταφυσική"%
&&&' μεταφυσική ί#α του ανθρ(που είναι ανε)άντλητη αλλά είναι
αναγκαία και μια αναμόρφωση της Μεταφυσικής&
)#ομολογο"μαι* η υπόδει#η του +ιουμ διέκο,ε το δογματικό μου "πνο .
)#έταα αν η αντίρρηη του +ιουμ μπορο"ε να γενικευτεί και γρήγορα
βρήκα ότι η έννοια της "νδεης αιτίας αποτελέματος δεν είναι διόλου η
μόνη με την οποία ο νους - ./01/0 2δηλαδή ά%ετα και ανε#άρτητα από
κάθε εμπειρία, καθαρά , ό%ι εμπειρικά 3 κέφτεται υνδέεις τ!ν
πραγμάτ!ν αλλά ότι
η μεταφυσική αποτελείται π!ρα για π!ρα από τ!τοιες !ννοιες&
4ήτηα να βεβαι!θ' για τον αριθμό τους και αφο" αυτό το πέτυ%α
πέραα την παραγωγή αυτ(ν των εννοι(ν&
*υτή η παραγωγή !μελλε να αποφασίσει για τη υνατότητα μιας
Μεταφυσικής.
()τι μπόρεα με αργά και ταθερά βήματα να καθορίσω τα όρια και το
περιε+όμενο της καθαρής λογικής& *υτό ακρι,(ς +ρειαζόταν η
Μεταφυσική$ για να κατασκευάσει το σύστημά της σύμφωνα με !να
σίγουρο σ+!ιο
Hρόλογοç στην Κριτική του Καθαρού Aόγου
Με την Κριτική του Καθαρού Aόγου
ο λόγοç επιστρcφει στον εαυτό του και επιχειρεί το δυσκολότερο από τα
καθήκοντά του , την αυτογνeσία, cτσι ώστε να λυθεί το πρόµλημα τηç
δυνατότηταç ή τηç αδυναμίαç μιαç Μεταφυσικήç γενικά
και με τον καθορισμό τeν πηγών τηç και τηç cκτασηç και τeν ορίeν τηç
µάσει αρχών.
Eρώτημα: Tι μπορούμε και μcχρι πού μπορούμε να γνeρίσουμε τη
νόηση και το λόγο , ανεξάρτητα από την εμπειρία;
H Κριτική του Καθαρού Aόγου αναλύει το λόγο στιç στοιχειώδειç
λειτουργίεç του
τιç απριόρι εποπτείεç, το χώρο και το χρόνο και
στιç cννοιεç, κρίσειç και ιδcεç
και δείχνει με ποιο τρόπο
η εποπτεία καθιστά δυνατά τα Μαθηματικά, τιç cννοιεç κρίσειç ή αρχcç,
τη 4υσική και τιç ιδcεç , από μια άπο¡η τη Μεταφυσική
Ο Καντ ξεχeρί¸ει στη γνώση τη μορ$ή α&. το &!ρι!(.μ!ο,
Tο περιεχόμενο μάç δίνεται από τιç αισθήσειç, αποστεριότι
η μορφή μάç δίνεται από τη νόηση, απριόρι.
Tο περιεχόμενο είναι ευμετάµολο και πολλαπλό,
η μορφή είναι σταθερή,
αφού οι δραστηριότητεç του λόγου δημιουργούν ενότητα.
Tο αντικείμενο τηç γνώσηç είναι η ενότητα μιαç πολλαπλότηταç,
είναι η cλλογη μορφή του
α. Hοιεç απριόρι μορφcç ή λειτουργίεç κατcχει ο λόγοç;
µ. ποια η αντικειμενική τουç αξία;
γ. σε ποια χρήση πρcπει να περιορίσουμε το λόγο ;
Ο Καντ ονομά¸ει τα ερeτήματα
α. Μεταφυσική απαγeγή του απριόρι
µ. Yπερµατολογική απαγeγή του απριόρι
γ. οριοθcτηση τηç επιστημονικήç γνώσηç
Ο Καθαρόç λόγοç συντίθεται από τιç τρειç ικανότητεç
την αισθαντική ικανότητα με τιç εποπτείεç του τόπου και του χρόνου
τη νόηση με τιç cννοιεç και τιç αρχcç τηç
και τον κυρίeç λόγο με τιç ιδcεç του.
Μ´αυτcç θα συντονίσουμε τιç τρειç κύριεç επιστήμεç
Μαθηματικά, 4υσική και Μεταφυσική.
I IAEA THL YHEPBATIΚHL 4IAΟLΟ4IAL
H εμπειρία είναι το πρώτο προïόν που η νόησή μαç επιτυγχάνει όταν επεξεργά¸εται
τη σκοτεινή ύλη τeν αισθήσεeν. ´Oμeç αυτή δεν παρcχει καμιά αληθινή
καθολικότητα. Iνώσειç καθολικcç με εσeτερική αναγκαιότητα πρcπει να είναι
µcµαιεç από μόνεç τουç και a priori. ´Ο,τι αντλείται από την εμπειρία γίνεται γνeστό
a posteriori. Aκόμα και στιç εμπειρίεç μαç ανακατεύονται γνώσειç a priori. Aν
εξαλεί¡ουμε από τιç a priori κάθε τι που ανήκει στιç αισθήσειç μαç μcνουν ορισμcνεç
cννοιεç και κρίσειç (παραγόμενεç ) a priori. Ορισμcνεç γνώσειç απομακρύνονται από
τιç εμπειρίεç μαç , υ¡ώνονται πάνe από
τα αισθητά, ο λόγοç στρcφεται σ´αυτcç , και είναι ο Oεόç , η ελευθερία , η αθανασία.
Eπιστήμη που ασχολείται μ´αυτcç η Μεταφυσική. Tα Μαθηματικά είναι παράδειγμα
του πόσο μπορούμε να πάμε μακριά χeρίç την εμπειρία, στηρι¸όμενοι στην a priori
γνώση. 1να μεγάλο cργο του λόγου μαç στηρί¸εται σε αναλύσειç εννοιών.
υπάρχουν πράγματι γνώσειç α πριόρι
ναι
ο τόποç και ο χρόνοç είναι εποπτείεç αναγκαίεç
I YHEPBATIΚH AILOHTIΚH
Eίναι η επιστήμη όλeν τeν αρχών τηç 4 AB6CB6 αισθητικότηταç
II IIA TΟ XOPΟ
A. 1ΚOELH ΜETA4YLIΚH AYTHL THL 1NNΟIAL
1. Ο χώροç δεν είναι εμπειρική cννοια που cχει συναχθεί από εξeτερικcç
εμπειρίεç.
2. Ο χώροç είναι αναγκαία 4 AB6CB6 παράσταση, θεμcλιο τηç εξeτερικήç
εποπτείαç
3. Eδώ είναι η µάση τηç αποδεικτικήç µεµαιότηταç τeν γεeμετρικών
αρχών
4. Ο χώροç είναι καθαρή εποπτεία
Ε&ο&τ!"α@ Ο τρόποç και ο τύποç και τα μcσα με τα οποία μια γνώση
μπορεί να αναφcρεται στα αντικείμενα.
Αι%D#τικ.τ#τα H ικανότητα να δεχόμαστε παραστάσειç . Aυτή μαç
προσφcρει εποπτείεç . Tα αντικείμενα μαç δίνονται με τιç εποπτείεç .
Φαι.μ!ο. Tο απροσδιόριστο αντικείμενο μιαç εμπειρικήç εποπτείαç.
E,# (μcσα στο φαινόμενο) Aυτό που αντιστοιχεί στην αίσθηση
Μορ$ή H συνδιάταξη στην εποπτεία σύμφeνα με ορισμcνεç σχcσειç .
Aν η ύλη δίνεται a posteriori , η μορφή µρίσκεται 4 AB6CB6 στο πνεύμα.
III IIA TΟ XPΟNΟ
A. ΜETA4YLIΚH EΚOELH THL ENNΟIAL TΟY XPΟNΟY
1. Ο χρόνοç δεν είναι μια cννοια εμπειρική.
2. Ο χρόνοç είναι μια αναγκαία παράσταση που χρησιμεύει για θεμcλιο
σ´όλεç τιç εποπτείεç. Eίναι δοσμcνοç 4 AB6CB6
3. Ο χρόνοç cχει μια διάσταση
4. Ο χρόνοç δεν είναι μια cννοια συλλογιστική αλλά μια καθαρή μορφή
τηç αισθησιακήç εποπτείαç.
B. YHEPBATIΚH EΚOELH THL ENNΟIAL TΟY XPΟNΟY
H cννοια τηç κίνησηç (αλλαγή θcσηç) είναι δυνατή μόνο με την
παράσταση του χρόνου, που είναι μια εσeτερική 4 AB6CB6 εποπτεία.
I. LYNEHEIEL EEAIΟΜENEL AHΟ AYTEL TIL 1NNΟIEL
1. Ο χρόνοç δεν είναι κάτι που υπάρχει καθεαυτό . Eίναι ο
υποκειμενικόç όροç κάτe από τον οποίο μπορούν να µρουν θcση σε
μαç όλεç οι εποπτείεç.
2. Ο χρόνοç είναι η μορφή τηç εσeτερικήç αίσθησηç, τηç εποπτείαç του
εαυτού μαç και τηç εσeτερικήç μαç κατάστασηç.
3. Ο χρόνοç είναι cναç υποκειμενικόç όροç τηç δικήç μαç εποπτείαç που
παράγεται όταν ερεθι¸όμαστε από τα αντικείμενα και δεν είναι
καθεαυτόν cξe από τα αντικείμενα. Oλα τα πράγματα σαν φαινόμενα
είναι μcσα στο χρόνο.
A. EEHIHLH
Ο χώροç και ο χρόνοç είναι δυο πηγcç γνώσηç από όπου μπορούμε να
αντλήσουμε
4 AB6CB6 διάφορεç συνθετικcç γνώσειç όπeç η καθαρή μαθηματική μαç
δίνει cνα λαμπρό παράδειγμα σχετικά με τη γνώση του χώρου και τeν
σχcσεών του. Aαμµάνονται και οι δυο σαν καθαρcç μορφcç κάθε
αισθητικήç εποπτείαç και καθιστούν cτσι δυνατcç τιç συνθετικcç 4 AB6CB6
προτάσειç.
Lτα Hρολεγόμενα γράφει
Κριτικισμόç, δηλαδή κριτική τηç λογικήç και καθορισμόç τeν ορίeν τηç
Aν και δεν μπορούμε να παραδεχτούμε πeç η Μεταφυσική eç επιστήμη
υπάρχει πράγματι, μπορούμε όμeç ευτυχώç να πούμε με µεµαιότητα ότι
κ'&οι!* καDαρέ* %υD!τικέ* -F%!ι* 4 AB6CB6 !"αι &ρα-ματικέ* και
1!1ομέ!* , 1#,α1ή τα καDαρ' ΜαD#ματικ' και # καDαρή Φυ%ική@
Gιατ" και οι 1+ο &!ριέ(ου &ροτ'%!ι* α!H'ρτ#τ!* α&. τ# !μ&!ιρ"α @
1χουμε λοιπόν κάποια αναμφισµήτητη συνθετική γνώση a priori
και δεν οφείλουμε να ερeτήσουμε αν είναι δυνατή (μια και είναι
πραγματική)
παρά μόνο πώç είναι δυνατή.
Οι παραστάσειç μαç τοποθετούνται εν χώρe και χρόνe και cτσι
γνeρί¸ονται τα αντικείμενα τηç εξeτερικήç αλλά και τηç εσeτερικήç μαç
αισθητικότηταç με τιç εποπτείεç .
O, τι γνeρί¸ουμε είναι τα φαινόμενα όχι τα πράγματα καθεαυτά.
Hράγματα καθεαυτά ιδeμcνα είναι τα πράγματα που σχετί¸ονται με τα
φαινόμενα και
επειδή υπάρχουν, κάμνουν τιç εποπτείεç και τιç δυνάμειç του λόγου να
λειτουργούν.
Hώç είναι τα πράγματα καθεαυτά δεν μπορούμε να γνeρί¸ομε,
αφού για να τα γνeρίσουμε πρcπει να υπάρχουν στο χώρο και στο χρόνο,
άρα πράγματα καθεαυτά δεν υπάρχουν στο χώρο και στο χρόνο
αλλά σε μια άλλη διάσταση που
μόνο αν υπάρχει cνα ον με άλλεç δυνάμειç μπορεί να τα συλλάµει, και
εννοούμε το Oεό.
Tιç εποπτείεç ακολούθeç επεξεργά¸ονται λογικά οι cννοιεç ή κατηγορίεç
που είναι αντίστοιχεç τeν κρίσεeν
κατά ποσόν
κατά ποιόν
κατά αναφορά
κατά τρόπον
A. IIA TH AΟIIΚH XPHLH THL NΟHLHL IENIΚA
H νόηση είναι μια δύναμη του γινώσκειν όχι σύμφeνα με την αίσθηση.
H γνώση κάθε νόησηç είναι γνώση με cννοιεç , όχι εποπτική αλλά
συλλογιστική.
1ννοια είναι η λειτουργία που εντάσσει διάφορεç παραστάσειç κάτe από
μια κοινή παράσταση.
Οι cννοιεç στηρί¸ονται στον αυτοματισμό τηç σκc¡ηç.
Οι κρίσειç είναι λειτουργίεç ενότηταç μεταξύ τeν παραστάσεeν μαç.
Nόηση ÷ δύναμη του κρίνειν
σκcπτεσθαι ÷ γνeρί¸ει δι´εννοιών
B. IIA TH AΟIIΚH AEITΟYPIIA THL NΟHLHL LTIL ΚPILEIL
H λειτουργία τηç σκc¡ηç στην κρίση ανάγεται σε τcσσεριç τίτλουç που ο
καθcναç συντίθεται από τρειç στιγμcç
1. ποσότητα τeν κρίσεeν Iενικcç μερικcç ατομικcç
2. ποιότητα καταφατικcç αρνητικcç αόριστεç
3. σχcση κατηγορικcç υποθετικcç δια¸ευκτικcç
4. τρόποç προµληματικcç µεµαιeτικcç
αποδεικτικcç
I. IIA TIL ΚAOAPEL ENNΟIEL THL NΟHLHL H TIL ΚATHIΟPIEL
Hίνακαç κατηγοριών
1. για την ποσότητα ενότητα , πολλότητα, συνολικότητα
2. για την ποιότητα πραγματικότητα, άρνηση, περιορισμόç
3. για τη σχcση ουσία και ενδεχόμενο, αιτιότητα και εξάρτηση
(αιτία- αποτcλεσμα) κοινότητα (αμοιµαία δράση
ανάμεσα στο ενεργούν και πάσχον)
4. για τον τρόπο δυνατότητα- αδυνατότητα
ύπαρξη - μη ύπαρξη
αναγκαιότητα- ενδεχόμενο
ΕΜΕΙΣ ΟΙ I/ΙΟΙ ΕΙΣΑGΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΑJΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
ΣΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑKΟΥΜΕ ΦΥΣΗ και 1! Dα μ&ορο+%αμ!
α τα 0ρο+μ! %Lαυτή α 1! !"(α τ!D!" 4 AB6CB6 α&. !μ'* ή α&ο τ#
$+%# του πνεύματόç μαç.
Hάνe από τιç κατηγορίεç µρίσκονται οι ιδcεç
αυτcç είναι οι γενικότερεç cννοιεç ρυθμιστικcç του λόγου
οι ι1έ!* του !-F
του κ.%μου και
του M!ο+
Aεν είναι υπαρκτά αλλά ιδεατά νοούμενα
Yπάρχουν για να ενώνουν τιç cννοιcç μαç περί του εαυτού μαç
περί του κόσμου
και η cνeση εγώ και κόσμου μαç δίνει την ιδcα του Oεού
Eδώ ο λόγοç θcλονταç πάντα να ανεµαίνει και να απολυτοποιεί περιπίπτει
σε ατι$'%!ι* .
Tιç αντιφάσειç που οφείλονται προπάντeν στο ότι
τιç ιδcεç δεν θεeρεί μόνο eç ρυθμιστικcç
αλλά και eç υπάρχοντα και cτσι
στουç συλλογισμούç του γι´αυτcç περιπίπτει στο λογικό σφάλμα τηç
τετράδαç όρeν,
αφού κάτι το συλλαμµάνει και eç ιδεατό και eç υπαρκτό αναγκαία.
Eδώ μπορούμε να δούμε πώç ο ΚANT µλcπει τιç eç τότε αποδείξειç περί
Oεού, γιατί,
αφού ο λόγοç μαç ασχολείται με εμπειρικά όντα,
προσπίπτοντα στιç αισθήσειç για τα οποία cχουμε παραστάσειç,
τα φαινόμενα,
και αφού μόνο για ό,τι γίνεται φαινόμενο μπορεί ο λόγοç να αποφανθεί ,
cτσι
το Oεό δεν μπορούμε να τον γνeρίσουμε,
αφού δεν είναι εμπειρικά δοσμcνοç.
Oα πρcπει όμeç να υπάρχει μια νόηση που να μπορεί να τον συλλάµει.
Hάντeç, γνeστικό αντικείμενο δεν μπορεί να γίνει όπeç τα άλλα.
H OEΟAΟIIA
Ο Καντ ενδιαφcρεται να δείξει ότι η λογοκρατούμενη θεολογία ή
μεταφυσική είναι το ίδιο σοφιστική όπeç η μεταφυσική του εγώ και του
κόσμου. Lτcκεται αυστηρά στιç κλασικcç αποδείξειç για την ύπαρξη του
Oεού.
Aποδείχνει το συλλογισμό που υπολανθάνει σε όλεç αυτcç τιç αποδείξειç
στα δυο ακόλουθα σχήματα:
πρώτα πρώτα τείνει να αποδείξει ότι η ύπαρξη ενόç αναγκαστικού όντοç
είναι ύπαρξη άνευ όρeν και στη συνcχεια ότι αυτό
το άνευ όρeν πρcπει να είναι cνα ον τcλειο που υποδηλώνει εδώ και
τώρα την ύπαρξη.
Aλλά ο Καντ µεµαιώνει ότι τα δύο αυτά συμπεράσματα είναι σοφιστικά.
Hρώτα πρώτα το συμπcρασμα που, ξεκινώνταç από το αναγκαστικό ον
φτάνει στην αναγκαστική ύπαρξη. Tο αναγκαίο ον είναι μια ιδcα, δηλαδή
cναç κανόναç τηç σκc¡ηç που ανα¸ητά τη συνολική ενότητα τηç γνώσηç
μαç ' και δεν υπάρχει αποχρών λόγοç να ερμηνεύσουμε cναν κανόνα τηç
σκc¡ηç eç πραγματικότητα που υπάρχει "καθ´εαυτήν".
1πειτα το συμπcρασμα που, ξεκινώνταç από το αναγκαίο ον φτάνει στο
τcλειο ον. Ούτε άμεσα αυταπόδεικτο είναι ούτε cμμεσα μπορεί να
αποδειχτεί ότι η λειτουργία του κανόνα τηç σκc¡ηç πρcπει να ασκείται
από cνα τcλειο ον.
Οι κλασικcç αποδείξειç για το θεό, που ο Καντ εξετά¸ει σχολαστικά κάτe
από το φeç αυτών τeν δυο θεeρήσεeν θcλουν όλεç να αποδείξουν ότι ο
Oεόç είναι αιτία υπάρξεeç τeν πάντeν.
Aλλά cνα τcτοιο ον δεν είναι παρόν στην εμπειρία , και , κατόπιν αυτού,
στο χώρο τηç επιστήμηç η ύπαρξη του Oεού cχει καθαρά θεeρητική
αξία , εφόσον εδώ εφαρμό¸εται στιç κατηγορίεç και τιç αρχcç cξe από
τουç όρουç τηç αντικειμενικήç τουç χρήσηç.
Aρα μια αντικειμενική απόδειξη για το θεό μοιά¸ει να αποκλείεται.
Οφείλουμε να συμπεράνουμε από αυτή την cξοχα κριτική διαλεκτική ότι
οι τρειç ιδcεç ολότηταç στο γνeστικό μαç όργανο παί¸ουν ρόλο
κατ´εξοχήν θετικό στο σύνολο τηç ανθρώπινηç γνώσηç , και αυτό κατά
δύο τρόπουç.
Eίναι αλήθεια ότι εξ αιτίαç τηç απουσίαç ενόç περιεχομcνου τηç
εμπειρίαç δεν μπορούν αυτcç να είναι συστατικά στοιχεία τηç
επιστημονικήç, τηç αντικειμενικήç μαç γνώσηç.
Aλλά εμφανί¸ονται σ´αυτήν eç κανόνεç για την ερμηνεία τηç εμπειρίαç.
λειτουργούν στο πνεύμα eç υπερµατολογικcç υποθcσειç
που μαç επιτρcπουν να συστηματοποιούμε την εμπειρία
και να την οδηγούμε στην ενότητα.
Eνοποιούμε την εξeτερική εμπειρία eç μιαν ολότητα , όταν τη
φαντα¸όμαστε σαν να μαç την επcµαλλε cναç κόσμοç '
ενοποιούμε την εσeτερική εμπειρία σαν να κατευθυνόταν αυτή από cνα
υπερµατικό εγώ.
Και αυτά τα δυο είδη εμπειριών μπορούν να ερμηνευτούν από κοινού
στην προcλευση και τη φύση τουç , όταν θεeρήσουμε ότι µρίσκονται υπό
την εξάρτηση ενόç απόλυτα ανώτερου όντοç, του Oεού.
Οι ιδcεç δεν cχουν υπερµατική αξία, αλλά μόνο και μόνο αξία ρυθμιστική
για το λόγο στην ερμηνεία τηç εμπειρίαç.
Tα όρια τηç αντικειμενικήç και επιστημονικήç μαç γνώσηç παραμcνουν
καθηλeμcνα στην εμπειρία.
Oστόσο ο Καντ κάνει ακόμα cνα µήμα και μάλιστα cνα µήμα σημαντικό.
Ο 'Dρ)&ο* 1! !"αι α&οκ,!ι%τικ' !&ι%τήμ#@ Eίναι επίσηç
πνεύμα, και eç πνεύμα κινείται σε cναν εντελώç διαφορετικό κόσμο από
τον κόσμο τηç επιστήμηç.
Iια τον ίδιο λόγο eθήθηκε πάντοτε πολύ περισσότερο προç αυτό τον
κόσμο που ξεπερνά την εμπειρία , παρά προç τον κόσμο τηç επιστήμηç ή
τηç εμπειρίαç.
Aυτόç ο άλλοç κόσμοç είναι ο #Dικ.* κ.%μο*@
Και ο Καντ ορί¸ει τότε το νόημα τηç Aιαλεκτικήç λcγονταç:
2ρ!ι'%τ#κ! α &!ριορ"%) τ# -F%# -ια α α$ή%) Dέ%# %τ# &"%τ#N
Tο ξεσκcπασμα του φαινομcνου ή του υπερµατολογικού Schein
ισοδυναμεί με αναίρεση τηç γνώσηç και άρνηση να αναγνeριστεί
επιστημονική αξία στη μεταφυσική.
H τελευταία όμeç επανcρχεται , με γόητρο μεγαλύτερο παρά ποτc, στην
άφθαρτη πίστη προç την ηθικότητα.
ΚPITIΚH TΟY ΚAOAPΟY AΟIΟY
1. *-./'0-Κ' -Κ*120'0* HAPALTALEIL
TΟHΟOETΟYNTAI ΚAI AHΟΚTΟYN ENΟTHTA ΜE TIL
A HPIΟPI ΜΟP4EL THL EHΟHTEIAL
XOPΟL IEOΜETPIA
XPΟNΟL APIOΜHTIΚH
3& 12'0-Κ' -Κ*120'0*

ΚPILEIL ENNΟIEL - ΚATHIΟPIEL

AHΟAIAΟYΜE LTH 4YLH TΟYL NΟΜΟYL TΟY AΟIIΚΟY ΜAL
H ΚΟHEPNIΚEIA ANTILTPΟ4H
4YLIΚH
4& Λ252.
IAEEL
EIO ΚΟLΜΟL OEΟL
ANTI4ALEIL TΟY AΟIΟY
ΟTAN OEOPEI TIL IAEEL YHAPΚTA
ENO EINAI ENΟHΟIHTIΚEL APXEL IAEEL
ΚPITIΚH TΟY HPAΚTIΚΟY AΟIΟY
Ο λόγοç όμeç δεν είναι μόνο θεeρητικόç, αλλά είναι και πρακτικόç.
Lχετί¸εται με το δcον γενcσθαι , με τιç πράξειç τeν ανθρώπeν.
Hροστάσσει το δcον γενcσθαι.
Hροσταγcç cχουμε υποθετικcç, αν αρρeστήσειç πήγαινε στο γιατρό και
κατ#-ορικέ*, που απαιτούν να πραχθούν από καθήκον προç τον ηθικό
νόμο και από σεµασμό προç αυτόν.
Iια να µρούμε το περιεχόμενο του πρακτικού λόγου πρcπει να τον
απαλλάξουμε από κάθε τι εμπειρικό. Aρα δεν ενδιαφcρει τι θεeρείται
κατά τόπουç ή χρόνουç ηθικό αλλά πρcπει να µρούμε τι πρcπει να γίνεται
από το ηθικό ον cτσι που όποτε γίνεται η πράξη να είναι ηθική.
Υ&έρτατο α-αD. !"αι μ.ο # α-αDή 0ο+,#%#, &ου Dέ,!ι μ.ο το
κα,. -ια καέα ',,ο ,.-ο &αρ' -ιατ" !"αι κα,..
Iια να συλλάµουμε τιç προσταγcç του πρακτικού λόγου πρcπει να
εννοήσουμε ότι ο καθcναç από μαç eç λογικό ον μπορεί να είναι
νομοθcτηç τηç ανθρeπότηταç. 'Eτσι
κατηγορική προσταγή είναι το
&ρ'ττ! έτ%ι F%τ! # &ρ'H# %ου α α&οτ!,!" κα.α -ια .,# τ#
αDρ)&.τ#τα
Και επειδή τελειότερο ον από τον άνθρeπο δεν υπάρχει, αφού είναι η
cδρα του λόγου, άλλη προσταγή είναι
&ρ'ττ! έτ%ι F%τ! το 'Dρ)&ο α μ# το (ρ#%ιμο&οι!"* &οτέ %α
μέ%ο α,,' &'τα )* %κο&., α$ο+ ο 'Dρ)&ο* !"αι αυτο%κο&.*@
TA OEΜEAIA THL ΜETA4YLIΚHL TON HOON
Tο πρeταρχικό θεμcλιο στο οποίο στηρί¸εται κάθε κριτική σκc¡η σαν
τcτοια είναι η λογική μαç ικανότητα. Aυτή αποτελεί την αφετηρία και τη
µάση ολόκληρηç τηç μεταφυσικήç, γνeσιολογικήç, ηθικήç, αισθητικήç
και τελεολογικήç σκc¡ηç του Καντ.
Hρόκειται ολοφάνερα για μια τόσο ευρεία και δυναμική ικανότητα, ώστε
να προσαρμό¸εται στιç απαιτήσειç καθεμιάç από αυτcç τιç περιοχcç, ή
μάλλον να τιç υπάγει όλεç στη δικαιοδοσία τηç .
1τσι όσον αφορά την ηθική σφαίρα ο Καντ ισχυρί¸εται όχι μόνο ότι
ηθικό ον είναι το ον που διαθcτει και χρησιμοποιεί τη λογική'
ισχυρί¸εται επιπλcον ότι ηθικά όντα δεν είναι οι άνθρeποι παρά μόνο
κατά το μcτρο που χρησιμοποιούν τη λογική τουç , και μόνο επειδή
υπάγονται σ´εκείνη την ευρύτερη περιοχή όντeν, που μπορούν να
ονομαστούν cλλογα όντα (στα οποία περιλαμµάνεται και ο Oεόç eç
απόλυτα ορθολογικόç και άρα πανάγαθοç.)
Iια να μπορcσει κανείç να κρίνει και να κριτικάρει, του χρειά¸εται
ασφαλώç όχι μόνο η λογική ικανότητα αλλά και η συνειδητοποίηση
αυτήç τηç λογικήç eç αδιασάλευτου κριτηρίου ' αλλά εάν περιοριστούμε
στο ορθολογικό αυτό θεμcλιο ξεπcφτουμε αυτόματα στη δογματική
μονολιθικότητα του ρασιοναλισμού. Eάν η ηθική σφαίρα υπάγεται μόνο
στη λογική, τότε μπορεί να διαπιστώνεται το ηθικό πρεπούμενο,
απουσιά¸ει όμeç το κίνητρο που θα παρακινήσει τη θcληση να πάρει την
ηθική απόφαση και να μεταµεί στην ηθική πράξη.
Tο δεύτερο θεμcλιο στο οποίο στηρί¸εται η κριτική σκc¡η του Καντ
είναι η ικανότητά μαç να αισθανόμαστε ' και ειδικότερα όσον αφορά τον
ηθικό προµληματισμό, αυτή η ικανότητα συμπεριλαμµάνει κάθε τι που
σχετί¸εται με τιç υποσυνείδητεç ορμcç και τιç εγeιστικcç ροπcç προç την
ηδονή και την ευτυχία.
Tο ηθικό πρόµλημα δεν cγκειται κατά τον Καντ στο πώç θα επιλεγεί η
μια από αυτcç τιç δυο ικανότητcç μαç, cτσι ώστε η άλλη να υπαχθεί
σ´αυτή ή να παραμεριστεί απ'´αυτήν ' ο κριτικόç στοχασμόç cχει
αποστολή να διακρίνει την αρμοδιότητα και τα όρια τηç καθεμιάç
ικανότηταç, cτσι ώστε να μπορεί καθεμιά να συνεργαστεί συντιθcμενη με
την άλλη.
Μετά απο μια πρeταρχική ανάλυση τeν εννοιών και τeν ικανοτήτeν, η
κύρια εργασία τηç καντιανήç 4ιλοσοφίαç είναι συνθετική.
Lτο ερώτημα που τcθηκε "τι δουλειά cχει η κριτική σκc¡η στην Hθική"
μπορεί τώρα να δοθεί η εξήç απάντηση:
δουλειά τηç κριτικήç είναι να ξεδιακρίνει το ρόλο τόσο τηç λογικήç όσο
και τηç αισθητηριακήç ικανότητάç μαç, και να συλλάµει την ενδεχόμενη
συνεργασία τουç στη συγκρότηση μιαç ηθικήç πράξηç.
Aλλ´εάν η λογική και η αίσθηση αναλαμµάνουν να θεμελιώσουν μια
ηθική πράξη , αναρeτιcται κανείç εάν διαθcτουν τα κατάλληλα προç
τούτο προσόντα. Μπορεί λοιπόν να διατυπeθεί η εξήç αντίρρηση: δεν
είναι υποκειμενικό, αυθαίρετο και άρα ανεπαρκcç οποιοδήποτε προïόν
αυτών τeν ικανοτήτeν του ανθρώπινου υποκειμcνου;
Oα πρcπει να δειχτεί ότι αυτcç εκτείνονται σε μια τόσο ευρεία περιοχή,
ώστε καθίσταται περιττή η συμμετοχή οποιουδήποτε τρίτου παράγοντα.
Κάθε ηθικοδιδάσκαλοç συνηθί¸ει από παλιά να αντλεί από την
ανθρώπινη ιστορία ηθικά παραδείγματα , που χρησιμεύουν σαν
αξιομίμητο πρότυπο. Aυτά τα παραδείγματα αντλούνται πάντα με µάση
τιç ηθικcç αξίεç του συγκεκριμcνου λαού και τόπου ' αλλά οι ηθικcç αξίεç
ποικίλλουν από λαόν σε λαό και από τόπο σε τόπο. Hώç μπορεί ο Καντ
να αξιώνει ότι πcτυχε τα μοναδικά και επαρκή ηθικά θεμcλια;
Aπό τη σχετικότητα που επικρατεί στιç εκάστοτε ηθικcç πράξειç
και στιç τρcχουσεç ηθικcç αξίεç ο Καντ απομακρύνεται ρι¸ικά,
αποποιούμενοç την εμπειρική γνώση eç ενδεχόμενο ηθικό
κριτήριο.
Aκριµώç επειδή κάθε ηθικό πρότυπο και κάθε ηθική αξία cχουν χρονικά
και τοπικά περιορισμcνο µεληνεκcç , δεν μπορούν να ισχύσουν eç
θεμcλια. Οφείλουν αντίθετα να ανακαλυφτούν εκείνα τα ηθικά αξιώματα,
που ισχύουν απόλυτα και διυποκειμενικά.
Ο Καντ ισχυρί¸εται ότι είναι αδύνατο μcσe τeν εμπειρικά
διαπιστώσιμeν πράξεeν να εισδύσουμε στα κίνητρα που τιç
προκάλεσαν. "Lτην πραγματικότητα δεν μπορούμε ποτc´, ακόμα και με
την αυστηρότερη εξcταση να εισδύσουμε ceç τα μυστικά κίνητρα τeν
πράξεών μαç. Iιατί όταν γίνεται λόγοç για ηθική αξία, δεν πρόκειται για
τιç ορατcç πράξειç αλλά για εκείνα τα αόρατα, ενδόμυχα αξιώματά
τουç".
Aεν μπορεί κανείç να αρνηθεί ότι οι ανθρώπινεç πράξειç υπαγορεύονται
κατά το πλείστο α&. υ&οκ!ιμ!ικ' κ"#τρα , α&. O-Fμο!* O που
προeθούν αυθαίρετα το ατομικό %υμ$έρο και τιç εγeιστικcç ροπcç.
Aλλά αυτά τα κίνητρα σχετί¸ονται μόνο με την αίσθηση, η κύρια
πρόθεση τηç οποίαç είναι στραμμcνη προç την επίτευξη τηç ατομικήç
ευτυχίαç.
Aντίθετα η λογική cχει τη δύναμη να υ¡ώνεται πάνe από τα στενά όρια
του υποκειμενισμού , να απορρίπτει τιç εμπειρικcç επιρροcç και να
συλλαμµάνει τον ηθικό νόμο που ισχύει διυποκειμενικά , άρα
αντικειμενικά για κάθε cλλογο ον . Aυτή η αντικειμενικότητα είναι μια
τόσο ευρεία περιοχή , ώστε μπορεί να χαρακτηριστεί eç OκαDο,ική O@
2'ρ# %τ# 1ι'κρι%# υ&οκ!ιμ!ικο+<ατικ!ιμ!ικο+ # κατιαή έρ!υα
0ρ"%κ!ι το &ρο%αατο,ι%μ. τ#* @
Tο µασικό τώρα μcλημα είναι να διατυπeθεί ο απόλυτοç και
διυποκειμενικόç ηθικόç νόμοç , στον οποίο υπόκειται η λογική ικανότητα
κάθε cλλογου όντοç , και αυτόç ο νόμοç να cρθει σε αρμονική σύνθεση
με τουç υποκειμενικούç γνώμονεç στουç οποίουç υπακούει ο
αισθησιασμόç μαç. L αυτό το μcλημα είναι αφιερeμcνα τα Oεμcλια τηç
Μεταφυσικήç τeν Hθών.
Η 1ομή του έρ-ου
Ο πρόλογοç cχει την πρόθεση να προσδιορίσει τον τόπο τηç Hθικήç μcσα
στο σύνολο τeν επιστημών, και να διαχeρίσει την καθιερeμcνη
εμπειρική Hθική από εκείνη την καθαρή (δηλαδή μη εμπειρική) ηθική
4ιλοσοφία, που μπορεί να ονομαστεί "Μεταφυσική τeν ηθών".
Tο πρώτο κεφάλαιο ξεκινά από την κοινή γνώση περί ηθικότηταç για να
φτάσει στη φιλοσοφική ηθική γνώση,
το δεύτερο κεφάλαιο προχeρεί στη Μεταφυσική τeν ηθών και
το τρίτο εισάγει σε μια ενδεχόμενη κριτική τηç πρακτικήç λογικήç.
Lτο πρώτο κεφάλαιο ο Καντ ξεκινά από την προüπόθεση ότι οι κοινcç
πεποιθήσειç μαç περί ηθικότηταç είναι ορθcç, και ¸ητά να ανακαλύ¡ει
τον ηθικό νόμο που υποφώσκει συχνά ασυνειδητοποίητα μcσα σε κάθε
ηθική κρίση.
H µασική cννοια που αναλύεται είναι η απόλυτα καλή θcληση , δηλαδή η
εντελώç ανεπηρcαστη από κάθε eφελιμισμό, πηγή τηç οποίαç
διαπιστώνεται ότι είναι η cννοια του καθήκοντοç.
Hθική πράξη είναι εκείνη που δεν προξενείται από κάποια φυσική ροπή,
αλλά από καθήκον ' εκείνη που δεν τείνει να πετύχει κάποιουç
εγeιστικούç σκοπούç, αλλά που προκύπτει μόνο από υπακοή στον ηθικό
νόμο.
Aυτό που μαç εξαναγκά¸ει σε μια τcτοια υπακοή είναι cνα αίσθημα, ο
σεµασμόç ' ο ηθικόç νόμοç είναι αφετcρου επίτευγμα τηç λογικήç
ικανότηταç όχι μόνο του ανθρώπου αλλά και κάθε cλλογου όντοç, και
διατυπώνεται eç εξήç:
O Ο$!",) α !!ρ-F &'τα μ! τέτοιο τρ.&ο , F%τ! α
μ&ορF α Dέ,) α -"!ι ο υ&οκ!ιμ!ικ.* μου -Fμοα* έα*
καDο,ικ.* .μο*@O
Lτο δεύτερο κεφάλαιο ο Καντ οξύνει περισσότερο τιç cννοιcç του
αποποιούμενοç κάθε εμπειρική τουç καταγeγή .
Η #Dικ.τ#τα μια* &ρ'H#* 1! μ&ορ!" α 1ια&ι%τ)D!" !μ&!ιρικ' και
ο+τ! # έοια του καDήκοτο* !"αι !μ&!ιρική έοια.
Aναγόμενοι στην καθαρά λογική ηθική ικανότητά μαç μεταµαίνουμε στη
Μεταφυσική τeν ηθών, που είναι η μόνη αρμόδια να θεμελιώσει την
ηθικότητα.
Eδώ διαπιστώνεται ότι συχνά οι υποκειμενικοί μαç γνώμονεç διαφeνούν
προç τον ηθικό νόμο , γι´αυτό ετούτοç παίρνει μορ$ή &ρο%τακτική,
και μ',ι%τα &ρο%τ'P!ι .(ι υ&οD!τικ', 1#,α1ή
&ροQ&οDέτοτα* τ# τ'%# α ικαο&οι#Dο+ κ'&οια
!-)ι%τικ' %υμ$έροτα, α,,' κατ#-ορικ', 1#,α1ή '!υ
.ρ), α&.,υτα@ 1τσι ο Καντ αρνείται να εμπλουτίσει τον ηθικό νόμο
με οποιοδήποτε συμφεροντολογικό περιεχόμενο, και τον περιορί¸ει σε
μια σκcτη μορφή: στο ότι ο εκάστοτε υποκειμενικόç μαç γνώμοναç
οφείλει να μπορεί ταυτόχρονα να ισχύει διυποκειμενικά eç καθολικόç
νόμοç,
Κάθε γνώμοναç προσδιορί¸ει αυτό που πρcπει να πράττουμε ' σε
αντίθεση προç οποιουσδήποτε εγeιστικούç σκοπούç, το "πρcπει" είναι
cναç διυποκειμενικόç αυτοσκοπόç. Aκόμα περισσότερο η ίδια η
διυποκειμενικότητα αποτελεί αυτοσκοπό ´ )* έ,,ο-ο ο κ'D!
'Dρ)&ο* και %+%%)μ# # αDρ)&.τ#τα !"αι αυτο%κο&.*
και 1! !&ιτρέ&!ται α (ρ#%ιμο&οιο+ται μ.ο )* μέ%α@
Tο δεύτερο κεφάλαιο ολοκληρώνει το συλλογισμό του με μια πού
σημαντική παρατήρηση: ότι τα cλλογα όντα σαν τcτοια είναι σε θcση να
νομοθετούν καθολικά και να αυτοüποτάσσονται στον ίδιο τουç το νόμο,
να αυτονομούνται. Ο Καντ αναγορεύει την αυτονομία σε ανώτατο
αξίeμα τηç ηθικότηταç, ενώ η !τ!ροομ"α χαρακτηρί¸εται eç πηγή
κίµδηλeν ηθικών αξιeμάτeν.
Lτο τρίτο κεφάλαιο επιδιώκεται να δειχτεί ότι η πρακτική (÷ηθική)
χρησιμοποίηση τηç λογικήç μαç ικανότηταç δεν είναι χίμαιρα , παρά
αντίθετα ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα.
Aυτό πετυχαίνεται με την cννοια τ#* !,!υD!ρ"α*,
&ου α&ο1!"(!ται )* ταυτ.%#μ# μ! τ# αυτοομ"α
Κ'D! έ,,ο-ο ο %α τέτοιο αυτοομ!"ται ('ρ# %τ# ι1έα .τι
!"αι !,!+D!ρο και αυτή # ι1έα &ρέ&!ι α &ροQ&οτ!D!"
!ι1',,)* # #Dικ.τ#τα ('!ι το υ&ο%τήρι-μ' τ#*@
Η ι1έα τ#* !,!υD!ρ"α* 1! ταυτ"P!ται μ! τ# α&α,,α-ή α&.
τ# $υ%ική αα-και.τ#τα, &ου !"αι μια !μ&!ιρική έοια,
α,,' !"αι !&"τ!υ-μα τ#* καDαρμέ#* α&. κ'D! !μ&!ιρικ.
%τοι(!"ο ,ο-ική* R
ή ι1έα τ#* !,!υD!ρ"α* %το(!+!ι &ρο* τ# %υ-κρ.τ#%# !.*
ο#το+ κ.%μου ο ο&ο"ο* υ&!ρ0α"!ι το αι%D#τ. και
μο,ο.τι # +&αρH# αυτο+ του κ.%μου 1! μ&ορ!" α
καταο#D!" και α !H#-#D!", α&οτ!,!" έα #Dικ. α"τ#μα@
Οι 1ιατυ&F%!ι* τ#* κατ#-ορική* &ρο%τακτική*
Ο Καντ ισχυρί¸εται ότι μια και ο ηθικόç νόμοç εξαναγκά¸ει τη θcληση να
διευρύνει τουç υποκειμενικούç τηç γνώμονεç ώστε να αποκτήσουν
καθολικό κύροç , ο χαρακτήραç του είναι προστακτικόç. Κάθε προσταγή
εκφρά¸εται με το ρήμα πρcπει, αλλά τι ακριµώç προστά¸ει η κατηγορική
προσταγή δεν είναι σαφcç. Ο Καντ τοποθετεί το ερώτημα eç εξήç:
Μήπeç αυτή η προσταγή είναι τόσο ιδεατή, ώστε δεν υπάρχει κανcνα
αισθητό τηç δείγμα; Aιαµλcπονταç μια αναλογική σχcση τηç ιδcαç του
ηθικού νόμου προç την εποπτεία και προç το αίσθημα, ο Καντ διατυπώνει
αυτό το νόμο με πολλούç τρόπουç, χeρίç να είναι πάντα σαφcç εάν κάθε
αναδιατύπeση επαναλαμµάνει απλά το ίδιο με άλλα λόγια, ή εάν
πρόκειται για κάτι ρι¸ικά διαφορετικό. Aποτελεί λοιπόν πρόµλημα: πόσεç
είναι οι ενδεχόμενεç διατυπώσειç τηç κατηγορικήç προστακτικήç και σε
ποια σχcση µρίσκονται αναμεταξύ τουç.
/ιατυ&F%!ι* &ου μ&ορο+ α 1ιακριDο+ μ! κ'&οια
%α$ή!ια
α @ μ! αα$ορ' %το καDο,ικ. .μο
Πρ'ττ! μ.ο %+μ$)α μ! έα τέτοιο -Fμοα, μέ%) του
ο&ο"ου μ&ορ!"* %υ'μα α Dέ,!ι* αυτ.* ο -Fμοα* α -"!ι
καDο,ικ.* .μο*
0@ μ! αα$ορ' %το .μο τ#* $+%#*
Πρ'ττ! %α α έ&ρ!&! ο -Fμοα* τ#* &ρ'H#* %ου α -"!ι
μ! τ# Dέ,#%ή %ου καDο,ικ.* .μο* τ#* $+%#*
-, μ! αα$ορ' %το αυτο%κο&.
Πρ'ττ! έτ%ι F%τ! α (ρ#%ιμο&οι!"* τ# αDρ)&.τ#τα, τ.%ο
%το &ρ.%)&. %ου .%ο και %το &ρ.%)&ο κ'D! ',,ου
αDρF&ου, &'τα ταυτ.(ροα )* %κο&. και &οτέ μ.ο )*
μέ%ο@
1@ μ! αα$ορ' %τ# αυτοομ"α
Πρ'ττ! μ.ο έτ%ι F%τ! # Dέ,#%ή %ου μέ%) του -Fμο' τ#*
α μ&ορ!" α D!)ρ!" το !αυτ. τ#* ταυτ.(ροα )* καDο,ικ.
ομοDέτ#
!@ μ! αα$ορ' %το κρ'το* τ) %κο&F
Πρ'ττ! %α α ή%ου &'τα, ('ρ# %του* -Fμοέ* %ου , έα
ομοD!τικ. μέ,ο* του κρ'του* τ) %κο&F@
H HPΟTEPAIΟTHTA TΟY HPAΚTIΚΟY AΟIΟY
Hεριόρισα τον ορθό λόγο για ν´αφήσe χώρο και στην πίστη, λcει ο Καντ.
´H ανάμεσα στον ορθό θεeρητικό λόγο και στον πρακτικό τα πρeτεία
cχει ο πρακτικόç λόγοç γιατί μcσα σ´αυτόν, στην ηθικότητα και στην
ελευθερία µλcπει τιç ανταύγειεç του θείου, ενώ η γνώση είναι για
λίγουç, τουç επιστήμονεç. "Κάθε ενδιαφcρον είναι πρακτικό και ακόμα
και το ενδιαφcρον του θεeρητικού λόγου προüποθcτει την πρακτική του
χρησιμοποίηση και συμπληρώνεται μ´αυτήν" , γράφει στην Κριτική του
πρακτικού λόγου.

Lκοπόç του Καντ ήταν να ερευνήσει το λόγο και να µρει τιç δυνάμειç και
δυνατότητcç του, τι μπορώ να ξcρe . Oç τώρα cφτασε στο συμπcρασμα
πeç
η Μεταφυσική του καιρού του δεν ήταν επιστήμη, γι´αυτό και
προσπάθησε να τηç καθαρίσει το cδαφοç ώστε να γίνει επιστήμη και να
προοδεύσει γιατί παρατηρεί πeç cμενε στάσιμη και μάλιστα μιλούσε για
πράγματα που θεeρούσε υπάρχοντα ενώ δεν είχε καμιά απόδειξη
γι´αυτά.
Hcρα όμeç από τον θεeρητικό λόγο υπάρχει ο πρακτικόç λόγοç που
ασχολείται με πcραν τηç εμπειρίαç κατηγορίεç αλλά και θcτει eç
αιτήματα την ύπαρξη του Oεού και την αθανασία τηç ¡υχήç, αφού η
ηθικότητα είναι το ιδεατό που κανcναç άνθρeποç δεν μπορεί ποτc να
πραγματοποιήσει, αφού ¸ει στον κόσμο τηç αιτιοκρατίαç αλλά και είναι
μcτοχοç του άλλου κόσμου eç πνευματικό ον, του κόσμου τηç
ελευθερίαç. Μόνο cνα αιώνιο και πλήρeç ελεύθερο ον μπορεί να
πραγματοποιήσει την ηθικότητα γι´αυτό και πρcπει να υπάρχει θεόç και
cνα µασίλειο τeν σκοπών.
H AOANALIA THL 1YXHL LAN AITHΜA TΟY ΚAOAPΟY
HPAΚTIΚΟY AΟIΟY
(Κριτική του Hρακτικού Aόγου σ.163 κ.εξ) H πραγματοποίηση του
ανώτατου αγαθού στον κόσμο είναι το αναγκαίο αντικείμενο μιαç
µούλησηç, που καθορί¸εται μcσe του ηθικού νόμου. Aλλά σ´αυτή τη
µούληση η ολοκληρeτική συμφeνία τeν προθcσεeν προç τον ηθικό
νόμο αποτελεί την υπcρτατη προüπόθεση του ανώτατου αγαθού. Hρcπει
λοιπόν αυτή η προüπόθεση να είναι άλλο τόσο δυνατή όσο και το
αντικείμενό τηç, γιατί περιλαμµάνεται στο ίδιο δίδαγμα τηç επιδίeξηç
τούτου. Aλλά η ολοκληρeτική συμφeνία τηç µούλησηç προç τον ηθικό
νόμο είναι η α-ι.τ#τα, μια τελειότητα που γι´αυτήν δεν είναι ικανό
κανcνα λογικό ον του αισθητού κόσμου, σε καμιά στιγμή τηç ύπαρξήç
του. Iιατί μολονότι αυτή απαιτείται σαν πρακτικώç αναγκαία, μπορούμε
να τη µρούμε μόνο σε μια ατcλειeτη πρόοδο προç αυτή την
ολοκληρeτική συμφeνία και σύμφeνα με τιç αρχcç του καθαρού
πρακτικού λόγου, είναι αναγκαίο να παραδεχτούμε μια τcτοια πρόοδο
για πραγματικό αντικείμενο τηç µούλησήç μαç
Aλλά αυτή η απεριόριστη πρόοδοç είναι δυνατή μόνο αν υποθcσουμε μια
ύπαρξη που να εξακολουθεί επ´άπειρον και μια προσeπικότητα του ίδιου
του λογικού όντοç (που ονομά¸εται αθανασία τηç ¡υχήç). Tο ανώτατο
αγαθό είναι πρακτικά δυνατό μόνο αν υποθcσουμε την αθανασία τηç
¡υχήç ' η αθανασία άρα αυτή που είναι αχώριστα ενeμcνη με τον ηθικό
νόμο αποτελεί cνα αίτημα του καθαρού πρακτικού λόγου (που μ´αυτό
εννοώ μια θεeρητική πρόταση, αλλά που σαν τcτοια δεν είναι δυνατόν
να αποδειχτεί, εφ´όσον συνδcεται αχώριστα με cνα πρακτικό νόμο ο
οποίοç cχει απριόρι αξία απροüπόθετη.
H YHAPEH TΟY OEΟY LAN AITHΜA TΟY ΚAOAPΟY
HPAΚTIΚΟY AΟIΟY
Ο ηθικόç νόμοç μαç οδήγησε στην προηγούμενη ανάλυση του ηθικού
προµλήματοç, που, χeρίç καμιά ανάμειξη ηθικών κινήτρeν,
προδιαγράφεται απλώç από τον καθαρό λόγο, μαç οδήγησε δηλαδή στην
αναγκαία πληρότητα του πρώτου και κύριου μcρουç του ανώτατου
αγαθού, την HOIΚΟTHTA ' και αφού το πρόµλημα αυτό δεν μπορεί να
λυθεί ολοκληρeτικά παρά μόνο στην αιeνιότητα, μαç cφερε στο αίτημα
τηç AOANALIAL.
Ο ίδιοç αυτόç νόμοç οφείλει να μαç οδηγήσει και στο δεύτερο στοιχείο
του ανώτατου αγαθού, δηλαδή στην EYTYXIA κανονισμcνη ανάλογα
με την ηθικότητα, με τόση αμερολη¡ία όπeç πρώτα, χρησιμοποιώνταç
μόνο το αμερόληπτο λογικό. Με την προüπόθεση δηλαδή τηç ύπαρξηç
μιαç αιτίαç εξισeμcνηç μ´αυτό το αποτcλεσμα πρcπει να απαιτήσει τ#
+&αρH# του M!ο+ σαν κάτι που ανήκει αναγκαία στη δυνατότητα του
ανώτατου αγαθού (που το αντικείμενο αυτό τηç µούλησήç μαç είναι
αναγκαστικά ενeμcνο με την ηθική νομοθεσία του καθαρού λόγου.)
Ocλουμε να εκθcσουμε με τρόπο πειστικό αυτό το δεσμό.
H ευδαιμονία είναι η προüπόθεση ενόç λογικού όντοç στον κόσμο. L´όλη
τη διάρκεια τηç ¸eήç του, όλα γίνονται σύμφeνα με την επιθυμία του και
τη µούλησή του. Bασί¸εται λοιπόν η ευδαιμονία στη συμφeνία τηç
φύσηç με το συνολικό του σκοπό και με την ουσιαστική καθοριστική
αιτία τηç µούλησήç του. Tώρα ο ηθικόç νόμοç, σαν νόμοç ελευθερίαç,
προστά¸ει με καθοριστικcç αιτίεç , που οφείλουν να είναι εντελώç
ανεξάρτητεç από τη φύση και από τη συμφeνία τουç με τη δύναμή μαç
τηç επιθυμίαç (σαν κίνητρα). Aλλά το λογικό ον που ενεργεί στον κόσμο
δεν είναι μ´όλα ταύτα συγχρόνeç αιτία του κόσμου και τηç ίδιάç του τηç
φύσηç. Aεν υπάρχει λοιπόν στον ηθικό νόμο η παραμικρή αρχή ενόç
αναγκαίου συνδcσμου ανάμεσα στην ηθικότητα και στην ευδαιμονία που
αναλογεί σ´αυτήν ενόç όντοç που ανήκει στον κόσμο σαν μcροç και για
τούτο εξαρτάται απ´αυτόν. Tο ον τούτο ακριµώç γι´αυτό δεν μπορεί με
τη µούλησή του να γίνει αιτία αυτήç τηç φύσηç, και , σ´ό,τι αφορά την
ευδαιμονία του, δεν μπορεί με τιç δικcç του δυνάμειç να παραγάγει
διαρκώç τη συμφeνία αυτήç τηç φύσηç με τιç πρακτικcç του αρχcç.
Lτο πρακτικό πρόµλημα του καθαρού λόγου, δηλαδή στο αναγκαίο cργο
του ανeτάτου αγαθού, cναç τcτοιοç σύνδεσμοç απαιτείται αναγκαστικά.
Ο$!",ουμ! να ¸ητήσουμε να πετύχουμε το ανώτατο αγαθό (που πρcπει
οπeσδήποτε να είναι δυνατό). Aπαιτείται λοιπόν επίσηç η ύπαρξη μιαç
αιτίαç όληç τηç φύσηç, διαφορετικήç από τη φύση, που να περιcχει την
αρχή αυτού του συνδcσμου, τηç σύμπτeσηç δηλαδή τηç ευτυχίαç με την
ηθικότητα. Aλλά η υπcρτατη αυτή αιτία οφείλει να περιcχει την αρχή τηç
συμφeνίαç τηç φύσηç απλώç με έα .μο τηç µούλησηç τeν λογικών
όντeν, με την παράσταση αυτού του .μου , εφ´όσον αυτά τα όντα την
τοποθετούν σαν υ&έρτατ# καDορι%τική αιτ"α τ#* 0ο+,#%#*, και άρα
.(ι α&,F* μ! τι* %υήD!ι!* eç προç τη μορφή, αλλά επίσηç eç προç την
ηθικότητά τουç, σαν καθοριστική τουç αιτία, με την ηθική του δηλαδή
πρόθεση. Eίναι λοιπόν δυνατό το ανώτατο αγαθό στον κόσμο μόνον
εφόσον παραδεχτούμε μια υπcρτατη φύση, που να cχει μια αιτιότητα
σύμφeνη προç την ηθική πρόθεση. Tώρα cνα ον, που να είναι ικανό για
πράξειç σύμφeνα με την παράσταση τeν νόμeν, είναι μια διάνοια
(λογικό ον ) , και η αιτιότητα ενόç τcτοιου όντοç κατ´ αυτή την
παράσταση τeν νόμeν είναι η µούλησή του. H υπcρτατη λοιπόν αιτία
τηç φύσηç, εφ´όσον πρcπει να προüποτεθεί για το υπcρτατο αγαθό, είναι
cνα ον, που με τη διάνοια και τη µούληση είναι η αιτία (ο
κατασκευαστήç) τηç φύσηç, δηλαδή ο Oεόç. Κατά συνcπεια το αίτημα
τηç δυνατότηταç του παράγeγου ανώτατου αγαθού ( του αρίστου
κόσμου) είναι ταυτόχρονα και αίτημα τηç πραγματικότηταç ενόç
γενετικού ανώτατου αγαθού, τηç ύπαρξηç δηλαδή του Oεού. Aλλά για
μαç ήταν καθήκον το να πετύχουμε αυτό το ανώτατο αγαθό ' και άρα το
να υποθcσουμε τη δυνατότητα αυτού του ανώτατου αγαθού δεν είναι
μόνο δικαίeμα, αλλά και αναγκαιότητα που την απαιτεί το καθήκον. Tο
ανώτατο αυτό αγαθό, που υπάρχει μόνο υπό την προüπόθεση τηç
ύπαρξηç του Oεού, συνδcει αχώριστα την παραδοχή αυτήç τηç ύπαρξηç
με το καθήκον. Eίναι δηλαδή ηθικά αναγκαίο να παραδεχτούμε την
ύπαρξη Oεού.
Hρcπει να τονισθεί πeç η πάρα πάνe ηθική αναγκαιότητα είναι
υποκειμενική, όχι αντικειμενική. Eίναι δηλαδή ανάγκη και όχι καθήκον
γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καθήκον που να μαç υποχρεώνει να
παραδεχτούμε την ύπαρξη ενόç πράγματοç (γιατί τούτο αφορά τη
θεeρητική απλώç χρήση του λόγου). Με την αναγκαιότητα όμeç αυτή
εννοούμε πeç είμαστε αναγκασμcνοι να παραδεχτούμε την ύπαρξη Oεού
σαν αρχή κάθε υποχρceσηç γενικά (γιατί καθώç αποδείχτηκε αρκετά, η
αρχή αυτή µασί¸εται μόνο στην αυτονομία του ίδιου του λόγου). 1ργο
του καθήκοντοç είναι μόνο το να εργαστεί για την παραγeγή και για την
πρόοδο του ανώτατου αγαθού στον κόσμο. H δυνατότητα αυτού του
αγαθού αποτελεί άρα cνα αίτημα που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί
διαφορετικά παρά μόνο αν υποθcσουμε μια υπcρτατη διάνοια. H
παραδοχή άρα τηç ύπαρξηç αυτήç τηç διάνοιαç συνδcεται με τη
συνείδηση του καθήκοντόç μαç μολονότι αυτό το γεγονόç τηç παραδοχήç
τηç ανήκει στο θεeρητικό λόγο και μόνο σχετικά μ´ αυτόν, αν θεeρηθεί
σαν ερμηνευτική αρχή , μπορεί να ονομαστεί υπόθεση. Lτη σχcση τηç
όμeç προç το κατανοητό (την ικανότητα να κατανοηθεί) ενόç
αντικειμcνου (του ανώτατου αγαθού) δοσμcνου σε μαç μcσe του ηθικού
νόμου, δηλαδή προç το κατανοητό μια ç ανάγκηç πρακτικήç, μπορεί να
ονομαστεί πίστη. Και μπορεί να ονομαστεί καθαρή λογική πίστη, αφού
πηγά¸ει απλώç από τον καθαρό λόγο (τόσο κατά τη θεeρητική όσο και
κατά την πρακτική του χρήση)...H θεeρία του χριστιανισμού κι αν ακόμη
δεν θεeρηθεί θρησκευτική θεeρία, σ´αυτό το σημείο δίνει μια cννοια του
ανώτατου αγαθού (του Bασιλείου του Oεού) που ικανοποιεί και την πιο
αυστηρή αξίeση του πρακτικού λόγου. Ο ηθικόç νόμοç είναι άγιοç
(απαραµίαστοç) και αξιώνει την αγιότητα τeν ηθών, μολονότι κάθε
ηθική τελειότητα στην οποία μπορεί να φτάσε ο άνθρeποç είναι πάντοτε
μόνο αρετή, δηλαδή πρόσθεση σύμφeνη με το νόμο από σεµασμό
σ´αυτόν ´ η συνείδηση δηλαδή μιαç εξακολουθητικήç τάσηç προç την
παράµαση, προç την απόκρυ¡η πολλών καθοριστικών αιτίeν αντιθcτeν
προç την υπακοή στον νόμο, άρα μια αυτοεκτίμηση ενeμcνη με την
ταπεινοφροσύνη ´ και για τούτο σχετικά με την αγιότητα που αξιώνει ο
χριστιανικόç νόμοç δεν αφήνει στο πλάσμα παρά μόνο την πρόοδο προç
το άπειρο, αλλά και ακριµώç γι´αυτό του δίνει την ελπίδα πeç θα
διαρκcσει επ´άπειρον. H αξία μιαç πρόθεσηç ολοκληρeτικά σύμφeνηç
προç τον ηθικό νόμο είναι άπειρη ' γιατί κάθε δυνατή ευτυχία , στην
κρίση ενόç σοφού και παντοδύναμου χορηγού τηç, δεν cχει άλλουç
περιορισμούç από την cλλει¡η τηç προσαρμογήç τeν λογικών όντeν στο
καθήκον τουç. Aλλά αυτόç καθ' εαυτόν ο ηθικόç νόμοç δεν υπόσχεται
καμιά ευδαιμονία, γιατί αυτή κατά τιç cννοιεç μιαç φυσικήç τάξηç γενικά,
δεν συνδcεται αναγκαστικά με την υπακοή στον ηθικό νόμο
η ηθική χριστιανική θεeρία συμπληρώνει αυτή την cλλει¡η του δευτcρου
στοιχείου (που είναι απαραίτητο για το ανώτατο αγαθό) παρουσιά¸ονταç
τον κόσμο , στον οποίο τα λογικά όντα αφιερώνονται μ´όλη τουç την
¡υχή στον ηθικό νόμο, σαν Bασίλειο του Oεού, όπου η φύση και τα ήθη ,
από τον άγιο δημιουργό τουç , που κάνει δυνατ´το παράγeγο ανώτατο
αγαθό, cρχονται σε εξeτερική αρμονία σε καθcνα από αυτά τα στοιχεία
χeριστά. η αγιότητα τeν ηθών παρουσιά¸εται σ´αυτά τα λογικά όντα σαν
πρότυπο γι´αυτή τη ¸eή ' αλλά η ανάλογη με την αγιότητα αυτήν
ευδαιμονία , η μακαριότητα, παρουσιά¸εται σαν κάτι που μπορεί να
πραγματοποιηθεί μόνο σε μια αιeνιότητα, γιατί η αγιότητα πρcπει
πάντοτε να χρησιμεύει για πρeτότυπο του τρόπου τηç συμπεριφοράç
τουç σε κάθε κατάσταση και η πρόοδοç προç αυτήν είναι δυνατή και
αναγκαία σε τούτη εδώ τη ¸eή ' αλλά η μακαριότητα σε τούτο τον
κόσμο, με τ´όνομα τηç ευτυχίαç, δεν μπορεί ποτc´να πραγματοποιηθεί
(όσο εξαρτάται από τη δύναμή μαç 0 και για τούτο μόνο αντικείμενο
ελπίδαç μπορεί να γίνει. Μ´όλα ταύτα η σχειεστιανική αρχή τηç ηθιήç
αυτήç δεν είναι καθόλου θεολογικη (άρα ετερονομία¸) αλλά αυτονομία
του καθ εαυτό πρακτικού λόγου καθαρού λόγου, γιατί από τη γνώση του
Oεού και τηç µούλησήç του δεν σχηματί¸ει την αρχή αυτών τeν νόμeν μ,
αλλά μόνο την αρχή για την επίτευξη του ανώτατου αγαθού, με την
προüπόθεση τηç υπακοήç σ´αυτούç τουç νόμουç ' και το κύριο κίνητρο
τηç υπακοήç στο νόμο δεν το τοποθετεί στιç επιθυμητcç συνcπειεç τηç
αλλά μόνο στην παράσταση του καθήκοντοç καθώç μόνο στην πιστή
εκπλήρeση αυτού του καθήκοντοç καθώç μόνο στην πιστή εκπλήρeση
τούτου µρίσκεται η αξία για την απόκτηση τηç ευδαιμονίαç.
H ΚPITIΚH THL ΚPILHL
H κριτική τηç αισθητικότηταç. Tο eραίο και το υπcροχο.
H φαντασία και το συναίσθημα είχαν μείνει cξe από το λόγο, αφού eç
τώρα είχε γίνει λόγοç μόνο για τη νόηση και τη µούληση. Oμeç και το
συναίσθημα ανήκει στιç πνευματικcç δυνάμειç του ανθρώπου και cπρεπε
να µρεθεί τρόποç να ενοποιηθεί με τα άλλα. ´1δη μερικοί σύγχρονοι του
Καντ και cναç μαθητήç του υποστήρι¸αν πeç το συναίσθημα cχει μcροç
τηç λογικήç και τηç µούλησηç. Ο Καντ παρόλο που δεν κατείχε πολλά
από τcχνη, εντούτοιç κατόρθeσε να μαç δώσει αναλύσειç για το eραίο
και το υπcροχο, για το οποίο είχε γρά¡ει προηγουμcνeç μια eç σήμερα
σπουδαία πραγματεία ο μαθητήç του Bολφ Μπαουμγκάρντεν
Lτο eραίο συγκλίνουν όλεç οι ¡υχικcç δυνάμειç του ανθρώπου
παί¸ονταç και νιώθονταç ευχαρίστηση γιατί είναι ελεύθερεç , άσκοπα,
χeρίç να θcλουμε να κατακτήσουμε το cργο τcχνηç eç eφcλιμο, χeρίç να
θcλουμε να το χρησιμοποιήσουμε eç εργαλείο, χeρίç να ενδιαφερόμαστε
για την αλήθεια του, αλλά και χeρίç να το συγχcουμε με την ηθική
πράξη. Aυτό είναι το cργο τcχνηç, είτε λογοτεχνικό, είτε μουσική είτε
πλαστικό cργο. Oπeç και στη λογική cτσι και εδώ υπάρχουν οι
κατηγορίεç τeν cργeν τcχνηç, η κατηγορία του αναγκαίου και του
γενικού . Hιστεύουμε δηλαδή πeç αυτό το οποίο εμείç θεeρούμε eç
eραίο θα πρcπει να είναι και για όλουç τουç ανθρώπουç eραίο, και όλοι
αναγκαστικά να συμφeνούν γι´αυτό . Tο eραίο είναι cνα παιχνίδι τeν
¡υχικών δυνάμεeν του ανθρώπου αλλά το υπcροχο είναι κάτι
μεγαλόπρεπο.

You're Reading a Free Preview

Download
scribd
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->