Τυφλός εκ γενετής !

Το μεγάλο θέμα της προσευχής και μάλιστα της θερμής και επίμονης
προσευχής μας παρουσιάζει η Ευαγγελική μας περικοπή. Γεμάτος πόνο,
εκραύγαζε ο τυφλός εκείνος της Ιεριχούς, και όχι μόνο δεν σταματούσε ,αλλά
όταν «επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση», αυτός ακόμα περισσότερο «έκραζε υιέ
Δαυίδ, ελέησόν με ». Και το αποτέλεσμα ; Μα, ο θρίαμβος της πίστεως και της
προσευχής. Ο τυφλός θεραπεύεται! Βλέπει τα πάντα θαυμαστά και πεντακάθαρα.
Τώρα ατενίζει τον μεγάλο Ιατρό και Σωτήρα του Ιησού. Έλαβε την ευλογία να
βλέπει το πρόσωπο Αυτού ο οποίος είναι το «Φως το αληθινόν».
Ο πόνος και η
κραυγή μεταβάλλονται
τώρα σε ακατάπαυστη
δοξολογία και στη
συνέχεια γίνεται αυτός
ο ίδιος η αφορμή,
ώστε ολόκληρος ο
λαός να δοξολογεί τον
Θεό. Όταν λοιπόν ο
τυφλός ήκουσε ότι
περνάει ο Χριστός η
καρδιά του εσκίρτησε.
Ήλθε η ώρα και είπε
μέσα του, μέχρι εδώ
ήταν η δυστυχία μου
και «εβόησε λέγων Ιησού Υιέ του Δαυίδ ελέησόν με», εφώναξε δηλαδή έντονα
με όλη την δύναμη της ψυχής του.
Παρακαλεί τον Χριστό να το ελεήσει, να τον βγάλει από το φρικτό μαρτύριο
στο οποίο εβρίσκετο. Αντελήφθη ότι δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο ικανό να τον
βοηθήσει, να του γλυκάνει την ζωή και καταφεύγει με πίστη, με λαχτάρα, με
πόθο εις τον μόνον Σωτήρα Χριστό. Πόσο μας διδάσκει ο τυφλός ! Πόσοι
άνθρωποι σήμερα χάνονται μέσα στα πηκτά ψυχικά σκοτάδια ! Πόσοι νιώθουν

1

μέσα των το κενό, την ερημιά, την θλίψη ! Πόσοι λαχταρούν για λίγη χαρά, για
λίγη γαλήνη ψυχής ! Πόσοι ποθούν μια ζωή από συναισθήματα ικανοποιήσεως !
Κάνουν όμως το λάθος, το κάνουμε πολλές φορές κι εμείς. Να εξαρτώμεν την
χαρά μας από άλλους παράγοντες και όχι από τον Χριστό. Δεν καταφεύγουμε εις
Εκείνον. Δεν ζητούμε με πόθο από Εκείνον το φώς της ψυχής μας.
Άλλα πράγματα μας παρασύρουν, άλλες φωνές μας ελκύουν, άλλα φώτα μας
σαγηνεύουν και η ψυχή μας είναι πάντοτε άδεια, είναι πάντοτε πτωχή. Ενώ
αντιθέτως όσοι καταφεύγουν εις τον Θεό και ζητούν με πίστη την βοήθεια Του
βλέπουν ότι έρχεται Εκείνος να τους γεμίσει την ψυχή με τα ουράνια αγαθά και
δώρα Του.
Πράγματι, η μελέτη της περικοπής αυτής, όπως μας την περιγράφει ο Ιερός
Ευαγγελιστής Λουκάς, που είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στις σωματικές παθήσεις ως
ιατρός που ήταν, μας συγκλονίζει και μας κάνει ν’ ανοίξουμε τα ώτα των καρδιών
μας στον Ευαγγελικό-Αποκαλυπτικό λόγο, όπως βεβαίως ερμηνεύεται ο λόγος
αυτός από την Εκκλησία μας.
Προσευχή λοιπόν. Το μεγάλο κεφάλαιο της ορθοδόξου πνευματικότητας που
ποτέ δεν είναι δυνατόν να εξαντλήσει ο πιστός...
Από τις τόσες πολύτιμες πτυχές που αποθησαυρίζονται μέσα στην ζωντανή
παράδοση των αγίων μας, να σταθούμε μόνο σε δύο.
α) Στην θερμότητα και β) στην επιμονή που φυσικά είναι αναγκαία να δείχνουμε.
Δεν θα είναι υπερβολή αν υποστηρίξουμε ότι ο άνθρωπος, όχι απλώς θα πρέπει
με συνείδηση να προσέρχεται στο μεγάλο αυτό έργο, αλλά θα αποτελεί ευλογία
να συγκλονίζεται ολόκληρος ο εσωτερικός του κόσμος την ιερή ώρα της
επικοινωνίας του με τον Θεό.
Σαλπίζει από τα βάθη των αιώνων ο υιός της Ανθούσας, ο άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος. «Ουδέν ευχής δυνατώτερον πεπυρωμένης και γνησίας....». Και
φυσικά, η θερμότητα της προσευχής δεν έγκειται στην ένταση της φωνής μας,
αλλά στην καρδιακή μας διάθεση. Στη θέρμη και την φλόγα της υπάρξεώς μας. Γι
αυτό και είναι δυνατόν οι θερμότερες δεήσεις και ικεσίες να γίνονται εν σιωπή και
νοερώς, δίχως ν’ ακούγεται λέξη... Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους
ησυχαστές μας, τους επίγειους αυτούς αγγέλους, που νύχτα και ημέρα δέονται με
την καρδιακή προσευχή, υπέρ όλου του κόσμου... (καταστάσεις δηλ. χάριτος που
είναι εντελώς ασύλληπτες για τον κόσμο ο οποίος όλος έγκειται εν τω πονηρώ).
Οπωσδήποτε η κοινή προσευχή στο ναό είναι ό,τι ανώτερο και εκ των ων ουκ
άνευ. Η πνοή όμως της ψυχής, η προσευχή δηλ. θα πρέπει να συνεχίζεται και
εκτός του ναού, παντού και πάντοτε με ζήλο και επιμονή.
Τα δε παραδείγματα των αγίων μας είναι πολλά και καταπληκτικά. Οι φίλοι του
Θεού, αισθάνονται την πανταχού παρουσία του Κυρίου και μέσα στις πλέον
αντίξοες συνθήκες. Ο Ιερεμίας βρισκόταν μέσα στη λάσπη και προσείλκυσε τον
Θεό με τη θέρμη της καρδιάς του. Ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο εξημέρωσε τα άγρια
και πεινασμένα λιοντάρια με τις δυνατές ικεσίες του. Και οι Τρεις Παίδες μέσα στο
καμίνι της φωτιάς με τις εγκάρδιες υμνωδίες τους έκαναν τον Θεό ευσπλαχνικό.
Ο Ιώβ ήταν στην κοπριά και προσείλκυσε το θεϊκό έλεος. Βεβαίως, αναγκαία
2

προϋπόθεση όλων αυτών είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε ανάγκη να
αγγίξει την καρδιά μας το φως το αληθινόν.
Και όταν συμβεί αυτό, τότε με όλη την δύναμη της υπάρξεώς μας, συνεχώς θα
ικετεύουμε εκ βαθέων «Ιησού Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Δηλαδή «...Κύριε ημών
Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό...».
Αν θα θέλαμε κι εμείς να μιμηθούμε το παράδειγμα του τυφλού πόσα
πράγματα θα είχαμε πετύχει. Δεν λυγίζει ο τυφλός μπροστά στα εμπόδια. Δεν
αποκάμνει αλλά επιμένει και προχωρεί γιατί έχει θερμή πίστη, ζέουσα επιθυμία
και ακλόνητη επιμονή, που σε συνδυασμό με την προσευχή και την καταφυγή
του προς τον Θεό επιφέρει την θαυματοποιία. Διότι όταν ο Κύριος άκουσε την
γεμάτη αγωνία κραυγή του τυφλού εσταμάτησε και διέταξε να οδηγήσουν
εμπρός Του τον άνθρωπο που φώναζε : «Τι θέλεις να σου κάμω;» τον ηρώτησε.
«Θέλω να ιδώ Κύριε», απάντησε με πόνο και πίστη «Ανάβλεψον, η πίστη σου σε
έσωσε» είπε επιβλητικά ο Χριστός και ανακτά την ίδια στιγμή το φώς του.
Χάρη εις την πίστη του και εις την επίμονον παράκλησίν του επέτυχε ο τυφλός
να νικήσει και να ξαναβρεί την ευτυχία και την χαράν του. Πόσοι τέτοιοι
δυστυχισμένοι, αμαρτωλοί, δεσμώται της αμαρτίας, αιχμάλωτοι του κακού, δεν
κατόρθωσαν να ξαναβρούν τον εαυτόν των και την χαράν των, να ανακτήσουν
την αξιοπρέπειά τους χάρη στην πίστη και στην καταφυγή τους εις τον Χριστόν.
Ένας διαπρεπής ιατρός της Ελλάδος πέρασε κατά την κατοχή μεγάλα βάσανα.
Από την πολλή στεναχώρια του τυφλώθηκε. Τότε αποφάσισε να αυτοκτονήσει…
Όμως ένας συγγενής του τυφλός κι αυτός εκ γεννετής, κατόρθωσε να τον
παρηγορήσει. Τον έμαθε κατ’ αρχήν να διαβάζει με το σύστημα Μπράιγ, όπως
λέγεται η ειδική γραφή των τυφλών. Το πρώτο βιβλίο που άρχισε να διαβάζει
ήταν οι Πράξεις των Αποστόλων. Αφού το διάβασε πολλές φορές ζήτησε να
διαβάσει και τα Ευαγγέλια. Αυτό ήταν…
Τότε άρχισε να δοξάζει τον Θεό που επέτρεψε να χάσει εις τα 68 του χρόνια το
φως του δια να γνωρίσει το άλλος φως το πνευματικό το ανέσπερο. Μέχρι το
τέλος της ζωής του υπήρξε ένας αεικίνητος αγγελιοφόρος της χριστιανικής
πίστης.
Είχε έναν ανεψιό, ο οποίος τον οδηγούσε σε νοσοκομεία και σε άλλα άσυλα
πόνου. Ο τυφλός ιατρός παντού σκόρπιζε την αισιοδοξία. Είχε αποκαλεσθεί ως
«ο περιοδεύων Ιεροκήρυξ». Όταν πέθανε χιλιάδες άνθρωποι πήγαν στην κηδεία
του. Άπειρα μάτια εδάκρυσαν, διότι είχαν βρει το αληθινό φως οδηγούμενοι από
τον τυφλό μεν αλλά πιστό ιατρόν.
Μπορεί να μην ανέκτησε το φως του όπως ο τυφλός του Ευαγγελίου όμως με
την βαθειά του πίστη ενίκησε τον πόνο και την απελπισία. Εκέρδισε το άλλο φως
το αιώνιο. Έγινε παρηγορητής στρατιάς απελπισμένων. Ανεδείχθη δείκτης
οδηγητικός εκείνων που είχαν τα μάτια τους…
Ναι, έγινε αυτός ο τυφλός ο οδηγός των άλλων προς το Φως !...

3

Συναξάριον μηνός Δεκεμβρίου :
Ἡ Ἁγία Βαρβάρα ἡ Μεγαλομάρτυς, 4/12
Ἀποτελεῖ κόσμημα τῶν μαρτύρων τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας της ἦταν ἀπὸ
τοὺς πιὸ πλούσιους εἰδωλολάτρες τῆς Ἠλιουπόλεως καὶ ὀνομαζόταν Διόσκορος.
Μοναχοκόρη ἡ Βαρβάρα, διακρινόταν γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σώματός της, τὴν
εὐφυΐα καὶ σωφροσύνη της. Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατήχησε καὶ εἵλκυσε τὴν
Βαρβάρα μία εὐσεβῆς χριστιανὴ γυναίκα. Τὴν ζωή της μέσα στὸ εἰδωλολατρικὸ
περιβάλλον ἡ Βαρβάρα περνοῦσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι». Δηλαδὴ μὲ
κάθε εὐσέβεια καὶ σεμνότητα.
Ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ καιρὸ μυστικό. Ὁ Διόσκορος ἔμαθε
ὅτι ἡ κόρη του εἶναι χριστιανὴ καὶ ἐκνευρισμένος διέταξε τὸν αὐστηρὸ
περιορισμό της. Ἀλλὰ ἡ Βαρβάρα κατόρθωσε
καὶ δραπέτευσε. Ὁ πατέρας της τότε
ἐξαπέλυσε ἄγριο κυνηγητὸ μέσα στὶς σπηλιὲς
καὶ τὰ δάση, ὅπου κρυβόταν ἡ κόρη του.
Τελικά, κατόρθωσε καὶ τὴν συνέλαβε.
Ἀλλὰ

ἄσπλαχνος
καὶ
πωρωμένος
εἰδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε τὴν κόρη
του στὸν ἡγεμόνα Μαρκιανό. Αὐτός, ἀφοῦ
στὴν ἀρχὴ δὲν κατόρθωσε μὲ δελεαστικοὺς
τρόπους νὰ μεταβάλει τὴν πίστη της, διέταξε
καὶ τὴν μαστίγωσαν ἀνελέητα. Κατόπιν τὴν
φυλάκισε, ἀλλὰ μέσα ἐκεῖ ὁ Θεὸς θεράπευσε
τὶς πληγὲς τῆς Βαρβάρας καὶ ἐνίσχυσε τὸ
θάρρος της.
Τότε ὁ ἡγεμόνας θέλησε νὰ τὴ διαπομπεύσει
δημόσια γυμνή. Ἀλλὰ ἐνῶ ἔβγαζαν τὰ ροῦχα
της, ἄλλα ὡραιότερα ἐμφανίζονταν στὸ σῶμα
της. Ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τὸ θαῦμα, διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ. Χωρὶς
καθυστέρηση, ὁ ἴδιος ὁ κακοῦργος πατέρας της, ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀποκεφάλισε.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω
σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς
παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν,
ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
(πήγη : www.synaxarion.gr)

4