You are on page 1of 4

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (Α’ Νηστειῶν

)
Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν νηστειῶν ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἁγία μας
ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν ἡμέρα αὐτή πέτυχε ἕναν ἀπό τούς πιό μεγάλους θριάμβους
της∙ κατατρόπωσε, ἐξουδετέρωσε τούς φοβερούς εἰκονομάχους. Οἱ πατέρες τῆς
ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποφάσισαν τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων
στίς ἐκκλησίες μας. Τά ἐγκαίνια τῆς ἀναστήλωσης ἔγιναν ἐπί πατριάρχου Φωτίου
μέσα στήν Ἐκκλησία τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὅπου παρευρέθησαν οἱ ἱεράρχες καί οἱ
αὐτοκράτορες τήν 29η Μαρτίου τοῦ 867μ.Χ.
Μέ τό δίκιο της λοιπόν ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γιορτάζει μέ ἔμφαση καί στόμφο
τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, γιατί δέν πρόκειται γιά ἕνα ἁπλό θέμα, ἀλλά γιά
ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονός τό ὁποῖο καθόρισε καί καθορίζει τήν πνευματική στάση
καί πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μέσα ἀπό πολλούς ἀγῶνες, μέσα ἀπό πάλη καί
διαμάχη μέ ἰδεολογίες καί φρονήματα αἱρετικά, διατρανώθηκε τό ὀρθόδοξο δόγμα
τῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὅπως τό
καθορίζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος ὅτι ἡ
προσκύνησις τῶν εἰκόνων «ἐπί τό πρωτότυπον
διαβαίνει».
Οἱ εἰκόνες μας δέν εἶναι μόνον ὅπως φαίνονται
ξύλα, χρώματα καί ψηφίδες. Εἶναι ἔκφραση τῆς
πνευματικῆς καί θεολογικῆς συνείδησης τῆς
Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἱερά παράδοση. Εἶναι τό
συνέχεια ἀνοιχτό εὐαγγέλιο πού μποροῦν νά
διαβάσουν ἐγγράμματοι καί ἀγράμματοι. Εἶναι
ἄνοιγμα πρός τόν οὐρανό. Εἶναι ἀντίκρισμα
αἰώνιο γιατί ἀκριβῶς ἔχουν τά πρωτότυπά τους
τά εἰκονιζόμενά τους στόν οὐρανό. Γι' αὐτό καί
κάθε εἰκόνα εἶναι ὁ αἰσθητός χῶρος πού
ἐπενεργεῖ τό πνεῦμα τό ἅγιον. Εἶναι σχέσις
Θεοῦ, ἀνθρώπων καί κτίσεως.
Μέ τέτοια συνείδηση ἁγιογραφοῦν οἱ
βυζαντινοί ἁγιογράφοι. Ἡ βυζαντινή ἁγιογραφία δέν εἶναι μιά κοινή ζωγραφική. Ἄν
σκοπός τῆς ζωγραφικῆς εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ «φυσικοῦ», σκοπός τῆς βυζαντινῆς
ἁγιογραφίας-τεχνοτροπίας εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ «ὑπερφυσικοῦ», τοῦ τέλειου, τοῦ

1

ἁγίου, τῆς θέωσης, τοῦ πέραν ἀπό φθαρτά πράγματα καί καταστάσεις. Γι' αὐτό καί
οἱ βυζαντινές εἰκόνες μᾶς ὁδηγοῦν πέρα ἀπό τήν πτωτική κατάσταση, μᾶς ὁδηγοῦν
στήν ζωή τῆς χάριτος καί τῆς μεταμόρφωσης. Ἡ κατανόηση λοιπόν τοῦ ἱεροῦ
μυστικοῦ κόσμου τῶν εἰκόνων ἐναπόκειται στό ἀπόθεμα τῶν πνευματικῶν
προϋποθέσεων πού πρέπει νά ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος καί τό ὁποῖο ἀντίστοιχα τό
χρειάζεται γι' αὐτή τήν κατανόηση. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχή καί ἡ ἐσωτερική κάθαρση
εἶναι δυνάμεις πού θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἀποκάλυψη τοῦ ὑπερκόσμιου κόσμου τῆς
βυζαντινῆς τεχνοτροπίας καί θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν κατανόηση του, πράγμα τό
ὁποῖον δέν μπόρεσαν νά καταλάβουν οἱ πολεμοῦντες καί βλασφημοῦντες τίς ἱερές
εἰκόνες, εἰκονομάχοι, πού χαρακτήριζαν τίς ἱερές εἰκόνες ὡς εἴδωλα καί τήν
προσκύνησίν των ὡς εἰδωλολατρία.
Οἱ ἱερές εἰκόνες τῶν Ἐκκλησιῶν ἀναστηλώθηκαν. Μέσα στίς ἐκκλησίες ὅμως
ὑπάρχουν καί οἱ ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Αὐτές εἶναι οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις. Αὐτή
εἶναι ἡ δική μας ἑνός ἑκάστου εἰκόνα. Εἴμαστε ἐμεῖς πού μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός «κατ'
εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν» γιά νά γίνουμε εἰκόνα δική Του. Μᾶς καλεῖ λοιπόν σέ μιά
προσωπική συνάντηση γιά νά ἐρευνήσουμε καί νά ἀνακαλύψουμε τούς θησαυρούς
καί τά ἀγαθά τῆς πίστεως μας, καί ἔπειτα νά τά ἐγκολπωθοῦμε ἐλεύθερα καί
ἐνσυνείδητα, οὕτως ὥστε ἀβίαστα νά ἀναστηλώσουμε μέσα μας τήν πεσμένη ἀπό
τήν ἁμαρτία μας εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὄχι μόνο νά ποιοῦμε
ἀνάμνηση τῆς ἀναστήλωσης τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀλλά διαρκῶς νά ἀναστηλώνουμε
καί τήν δική μας προσωπική εἰκόνα. Διότι ἡ θέση πού τῆς ἀξίζει, ἡ θέση πού τῆς
πρέπει εἶναι κοντά στήν ἄπειρη αἰωνιότητα τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖ πού τήν
τοποθέτησε τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Χριστός, ὅταν τήν προσέλαβε
καί τήν ἕνωσε μέ τήν δική Του θεία φύση. Καί ἡ θέση αὐτή τῆς ἀναλογεῖ λόγω τῆς
ἄπειρης τιμῆς πού τῆς ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ δημιουργός καί πλάστης Της.
Σήμερα ὡς Κυριακή Α' Νηστειῶν τιμᾶται καί ἑορτάζεται ἡ ὀρθοδοξία γι' αὐτό καί ἡ
Κυριακή χαρακτηρίζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τί εἶναι ὅμως Ὀρθοδοξία ;
Μήπως Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παλιές εἰκόνες ; Τά ξωκλήσια ; Τά Βυζαντινά Μουσεῖα ;
Ἀσφαλῶς κι αὐτά εἶναι στοιχεῖα καί ἔκφραση τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν εἶναι ὅμως μόνο
αὐτά Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ζωντανή γραπτή καί ἄγραφη παράδοση τῆς
Ἐκκλησίας. Εἶναι τό δόγμα πού θεσπίστηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί
ἀποτελεῖ δείκτη πορείας γιά τήν συνείδηση ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἡ λατρεία μέσα στήν ὁποία τά Μυστήρια, τό μέλος, καί ἡ ὑμνογραφία ἁγιάζουν
τόν πιστό. Εἶναι τό ἦθος πού ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τοῦ δόγματος καί τῆς λατρείας
στήν καθημέρινή μας ζωή. Εἶναι τό αἷμα καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων Μαρτύρων καί
Ἀσκητῶν. Μόνο ἡ Ἐκκλησία πού ἔχει αὐτά τά στοιχεῖα ἀποτελεῖ τό φρούριο τῆς
Ὀρθοδοξίας. Ἔχουμε ἱστορία γεμάτη ἀπό Ὀρθοδοξία. Θά πρέπει νά ἀποδείξουμε ὅτι
ἔχουμε καί ἱστορία προσωπική μέ ὀρθοπραξία. Διότι τό νά καυχόμεθα διά τήν
ὀρθοδοξία μας, ἀλλά νά ἀπατόμεθα διά τήν ὀρθοπραξία μας μᾶς ὁδηγεῖ σέ λάθος
δρόμους καί μᾶς ἐξοκείλει ἀπό τήν μοναδική πορεία τῆς σωτηρίας μας.
Ὀρθοδοξολογία χωρίς ὀρθοπραξία εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀποτυχία.
Εὐχόμεθα λοιπόν στόν ἕνα καί μοναδικό Θεό, τόν Ἱδρυτή καί τήν κεφαλή τῆς
Ἐκκλησίας μας, νά μᾶς διατηρήσει ἀκλόνητους στήν πίστη, σταθερούς στά δόγματα
καί στό φρόνημα τῆς ἐκκλησίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δυνατούς ὥστε νά μήν
παρασυρθοῦμε ἀπό πεπλανημένες ἰδεολογίες καί αἱρέσεις, ἰσχυρούς ὥστε νά μήν

2

ἀκολουθήσουμε παρατάξεις καί σχίσματα, καί νά μᾶς βοηθήσει νά ζοῦμε ὄχι μόνο τήν
Ὀρθοδοξία ἀλλά καί τήν ἀδελφή της τήν ὀρθοπραξία γιά νά συμμετάσχουμε ἄδολοι
καί καθαροί στό πανηγύρι τοῦ Παραδείσου καί νά παραβρεθοῦμε μέ ἔνδυμα γάμου
στόν νυμφώνα τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν !

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Ακάθιστος Ύμνος)
Μπήκαμε στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Περίοδος Νηστείας και περίοδος
των Χαιρετισμών. Εκατομμύρια πιστοί σε όλο τον κόσμο θα κατακλύσουν τις
Παρασκευές τις Εκκλησίες για να δηλώσουν την αγάπη τους στην Παναγία και να
αποδώσουν τιμές στο Πρόσωπό της.
Τι είναι οι Χαιρετισμοί ; Οι Χαιρετισμοί στην Παναγία είναι ο Ακάθιστος Ύμνος.
Ένα από τα πιο σπουδαία και σημαντικά κείμενα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως
αριστούργημα της Βυζαντινής υμνογραφίας.
Από τεχνικής πλευράς ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα Κοντάκιο (εισαγωγή, προοίμιο του
εκκλησιαστικού ύμνου που ακολουθεί). Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται σε ήχο πλάγιο
δεύτερο, τμηματικά κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της
Μεγ.Σαρακοστής (6 οίκοι με απόδειπνο - Χαιρετισμοί), ενώ την Παρασκευή της
πέμπτης εβδομάδας ψάλλεται ολόκληρος ο Ύμνος (και οι 24 οίκοι). Ως «οίκοι»
χαρακτηρίζονται όλα τα τροπάρια ενός ύμνου, που ακολουθούν το πρώτο τροπάριο
το οποίο λέγεται «προοίμιο ή κοντάκιο» (Τη Υπερμάχω). Σε έναν ύμνο, λοιπόν
έχουμε το πρώτο τροπάριο δηλαδή το «προοίμιο» και όλα τα άλλα που ακολουθούν
είναι οι «οίκοι».
Το προοίμιο του Ακάθιστου Ύμνου είναι το γνωστό τροπάριο «Τη υπερμάχω
στρατηγώ», ο εθνικός ύμνος του Βυζαντίου κατά τον Στρατή Μυριβήλη.
Ο Ακάθιστος Ύμνος έχει αλφαβητική ακροστιχίδα, δηλαδή κάθε οίκος από τους 24,
αρχίζει με ένα γράμμα της αλφαβήτου και μάλιστα κατά αλφαβητική σειρά. Ο πρώτος
οίκος αρχίζει με Α, ο δεύτερος με Β, ο τρίτος με Γ και ούτω καθεξής. Επίσης ο κάθε
οίκος φέρνει ένα εφύμνιο, δηλαδή μία τελευταία φράση που επαναλαμβάνουν οι
πιστοί. Έτσι οι οίκοι που έχουν περιττό αριθμό, δηλαδή ο πρώτος, τρίτος, πέμπτος
κλπ, αναφέρονται στη Θεοτόκο και έχουν εφύμνιο το "Χαίρε νύμφη ανύμφευτε" ενώ
οι οίκοι που έχουν άρτιο αριθμό, δηλαδή ο δεύτερος, τέταρτος, έκτος κλπ.
αναφέρονται στο Θεό και ως εφύμνιο έχουν το "Αλληλούια" που σημαίνει "Αινείται το
Θεό".
Στους 72 συνολικά στίχους του ύμνου συναντάμε 144 φορές το χαιρετισμό
«χαίρε» στην Παναγία όπως "χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις, χαίρε των
δακρύων της Εύας η λύτρωσις". Από τη λέξη «χαίρε» ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.
Ως προς το περιεχόμενο ο Ακάθιστος Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες :
Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τους «οίκους» από Α έως και Μ, και αποτελούν το
ιστορικό τμήμα δηλαδή τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την σύλληψη του Χριστού
από την Παναγία, την επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, την ανησυχία Ιωσήφ,
την επίσκεψη των ποιμένων και των μάγων στο νεογέννητο Χριστό, την επιστροφή
Μάγων, την φυγή στην Αίγυπτο, την Υπαπαντή). Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει

3

τους «οίκους» από Ν έως Ω, οι οποίοι αποτελούν το δογματικό-θεολογικό τμήμα
(άσπορος σύλληψη, θεότης και ανθρωπότης του Χριστού, σωτηρία του ανθρώπινου
γένους με τη θυσία του Ιησού, θέωση των ανθρώπων, θεομητορικής αξίας της
Θεοτόκου κ.ά.) χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης.
Πηγές του ύμνου είναι η Αγία Γραφή και τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας.
Γιατί ονομάζεται Ακάθιστος Ύμνος. Σύμφωνα με το
Συναξαριστή ή Συναξάρι ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλει το
καλοκαίρι του 626. Την εποχή εκείνη ο αυτοκράτορας
Ηράκλειος βρισκόταν σε εκστρατεία στο εσωτερικό της Ασίας.
Την απουσία του αυτοκράτορα εκμεταλλεύτηκαν οι Πέρσες
και οι Άβαροι οι οποίοι πολιόρκησαν το Βυζάντιο. Ο
φρούραρχος Βώνος και ο Πατριάρχης Σέργιος εμψύχωναν το
λαό που ετοιμαζόταν να πολεμήσει τις πολεμικές μηχανές των
Περσών και των Αβαρών, χωρίς να έχει πολλές ελπίδες για
νίκη. Ο Πατριάρχης Σέργιος κρατώντας την εικόνα της
Παναγίας των Βλαχερνών, περιδιάβαινε τα τείχη από άκρη σε
άκρη για να δώσει θάρρος και ελπίδα. Την ημέρα που οι εχθροί της Πόλης ετοίμαζαν
τη μεγάλη τους επίθεση και καθώς ο Πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της
Παναγίας προσπαθούσε να εμψυχώσει το λαό, ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος
προξένησε ανεπανόρθωτες ζημίες σε μεγάλο μέρος της ναυτικής δύναμης των
εχθρών αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν σχέδια και να λύσουν την πολιορκία.
Βλέποντας ο λαός το θαύμα αυτό και θέλοντας να ευχαριστήσει την Παναγία
συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών όπου όλοι οι πιστοί, όρθιοι,
έψαλλαν, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία της Πόλης, τον Ύμνο προς
την Παναγία, ο οποίος αργότερα θα ονομαστεί Ακάθιστος διότι «ορθοστάδην τότε
πας ο λαός κατά την νύκτα εκείνην τον ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν και ότι
πάσι τοις άλλοις οίκοις καθήσθαι εξ έθους έχοντες, εν τοις παρούσι της θεομήτορος
όρθοὶ πάντες ακροώμεθα».
Σε ποια περίοδο ψάλλεται ; Ο Ακάθιστος Ύμνος, όπως προαναφέρθηκε, ψάλει το
καλοκαίρι του 626 μετά από την σωτηρία της Πόλης (8 Αυγούστου).
Σύμφωνα με θεολόγους ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται παρ’ όλα αυτά την Μεγάλη
Τεσσαρακοστή (και όχι τον 15Άυγουστο) για να συνοδεύσει την γιορτή του
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού, επειδή βρίσκεται
ημερολογιακά μέσα σε περίοδο Νηστείας, στερείται προεόρτιων και μεθεόρτιων. Ο
Ακάθιστος Ύμνος, λοιπόν, έρχεται να συνοδέψει την γιορτή του Ευαγγελισμού και να
καλύψει το κενό που δημιουργείται λόγω της περιόδου της Νηστείας, όσον αφορά τα
προεόρτια και μεθεόρτια. Και επειδή ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, κατά την
περίοδο Νηστείας, επιτρέπεται μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, η ψαλμωδία του
Ακάθιστου ψάλλεται κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών τα οποία λειτουργικά
ανήκουν στην ημέρα του Σαββάτου.

4