You are on page 1of 4

Κυριακή Β’ Νηστειών : Η Θεραπεία του παραλυτικού

"Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν
φέροντες, αιρόμενον υπό τεσσάρων"
ΠΟΛΛΑ ΕΙΝΑΙ τα πρόσωπα που προβάλλουν στη
σημερινή ευαγγελική περικοπή. Εν πρώτοις ο
Κύριος μας, διδάσκαλος για μια ακόμη φορά της
θείας αλήθειας και παράλληλα φιλάνθρωπος
ιατρός μιας δυστυχισμένης ανθρώπινης ύπαρξης.
Έπειτα ο παραλυτικός, οι Γραμματείς, το
συναγμένο
πλήθος.
Τέλος,
οι
τέσσερις
μεταφορείς του παραλυτικού, αυτοί που με
αγάπη και αποφασιστικότητα τον μετέφεραν
κοντά στον Ιησού και συνείργησαν έτσι στη
θαυμαστή θεραπεία του.
Αφήνοντας σήμερα άλλες πλευρές της
ευαγγελικής διηγήσεως, ας εστιάσουμε την
προσοχή μας στα πρόσωπα των τεσσάρων αυτών
ανδρών, των αχθοφόρων της αγάπης, που σήκωσαν και οδήγησαν κοντά στο Χριστό
τον παραλυτικό της Καπερναούμ. Το Ευαγγέλιο δεν μας παρέδωσε τα ονόματα τους.
Τι μ' αυτό όμως; Πολύ μεγαλύτερη σημασία από το να γνωρίζαμε τα ονόματα τους
έχει η πράξη τους, η συμπεριφορά που επέδειξαν και που κατέγραψε με ακρίβεια ο
ιερός Μάρκος.
Όταν εμπνέει η αγάπη...
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ παρατηρούμε στους τέσσερις αυτούς άνδρες είναι η αγάπη που τους
εμπνέει. Η γεμάτη στοργή στάση τους στο πλευρό του παράλυτου συνανθρώπου
τους. Η πρόθυμη συμπαράσταση τους στον ανθρώπινο πόνο. Αγόγγυστα αφήνουν
τις ασχολίες τους και τρέχουν με χαρά να βοηθήσουν έναν συνάνθρωπο τους. Πρέπει
να τον σηκώσουν επάνω σ' ένα φορείο και να τον μεταφέρουν κοντά στον Χριστό.
Και το κάνουν πρόθυμα, χωρίς να το θεωρούν ταπεινωτικό και να ντρέπονται.
Πόσο συγκινητική και αξιοθαύμαστη υπήρξε η πράξη τους φαίνεται αν τη
συγκρίνουμε με τη στάση των άλλων. Του μεγάλου πλήθους. Ενώ, καθώς δείχνουν,
διψούν να ακούσουν τη διδασκαλία του Χριστού. και γι' αυτό έτρεξαν και

1

συνωστίζονταν στο σπίτι που βρισκόταν και δίδασκε ο Κύριος, απέναντι στον πόνο
και τη δυστυχία του συνανθρώπου τους στέκονται ψυχροί και αδιάφοροι. Το θέαμα
του παραλύτου που μετέφεραν οι τέσσερις άνδρες δεν τους συγκινεί. Κρατούν όλοι
καλά τη θέση που έχουν καταλάβει και δεν θέλουν να παραμερίσουν για να φθάσει ο
άρρωστος κοντά στο Χριστό.
Η γνήσια αγάπη γίνεται εφευρετική
ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΣΠΛΑΧΝΙΑ των πολλών, του πλήθους, υπερνικά ο ζήλος και το θερμό
ενδιαφέρον των τεσσάρων. Συνάντησαν εμπόδια. Η προσπάθεια τους να φέρουν τον
άρρωστο κοντά στον Ιησού φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδύνατη. Και όμως δεν
απογοητεύτηκαν. Δεν παραιτήθηκαν από το σκοπό τους. Επιμένουν και αρχίζουν να
σκέπτονται τι θα μπορούσε να γίνει. Η αγάπη όταν είναι γνήσια και θερμή γίνεται
εφευρετική. Επινοεί τρόπους για να υπερπηδά τα εμπόδια και να παρακάμπτει τις
δυσκολίες. "Και επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του
πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και
κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος".
Εδώ ακριβώς έγκειται το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη στάση των τεσσάρων
μεταφορέων: η τόλμη της αγάπης και η εφευρετικότητα του ενδιαφέροντος τους.
Είναι αυτό που επισημαίνει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο: "Ου γαρ
έδωκεν υμίν ο Θεός πνεύμα δειλίας αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (Β'
Τιμ. 1, 7).
Η ζωντανή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της αγάπης
ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ και ένα τρίτο στοιχείο που αποτελεί, θα λέγαμε, το θεμέλιο και των
δυο άλλων. Και αυτό είναι η πίστη των τεσσάρων ανδρών. Μια πίστη που λάμπει και
φανερώνεται όχι μόνο στα μάτια του παντογνώστη Κυρίου αλλά και όλων των
συγκεντρωμένων. Πίστη δυνατή, που τους έκανε να ελπίζουν ακλόνητα ότι ο Κύριος
είχε τη δύναμη και την αγαθότητα να ανορθώσει το ζωντανό εκείνο πτώμα και να το
κάνει άνθρωπο υγιή. Πίστη ταπεινή, διότι, ενώ ο ασθενής ήταν παράλυτος και
ανίκανος να μετακινηθεί, αυτοί δεν ζήτησαν να τον επισκεφτεί ο Χριστός για να τον
θεραπεύσει, αλλά έφεραν αυτοί τον ασθενή στον Χριστό υπερνικώντας εμπόδια.
Και την πίστη αυτή βλέποντας ο Κύριος χαρίζει την ίαση και την άφεση αμαρτιών
στον παράλυτο. Ο ίδιος άλλωστε επισημαίνει σε άλλη περίσταση πόση δύναμη κρύβει
η ζωντανή πίστη. Τι εκπληκτικά πράγματα μπορεί να επιτελέσει. «Εάν έχητε πίστιν
και μη διακριθήτε…καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν,
γενήσεται» (Ματθ. 21,21).
Οι ανάγκες της εποχής και το δικό μας χρέος
Η ΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ των τεσσάρων άγνωστων ανδρών που εμπνέει η πίστη και καθοδηγεί
η αγάπη, ανταποκρίνεται σ’ ένα υπαρκτό πρόβλημα. Καλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη
ανάγκη. Παρόμοια προβλήματα και ανάλογες ανάγκες εξακολουθούν να υπάρχουν και
σήμερα ανάμεσα μας. Στις συγκεκριμένες κοινωνίες και στις σύγχρονες συνθήκες στις
οποίες ζούμε κι εμείς. Ας μνημονεύσουμε μερικές περιπτώσεις.
* Ξεχασμένοι άρρωστοι σε νοσοκομεία ή παρατημένοι τρόφιμοι σε διάφορα
ιδρύματα. Άνθρωποι, που πέρα από τον πόνο που τους βασανίζει, αντιμετωπίζουν και
την πικρία της μοναξιάς. Αισθάνονται εγκαταλειμμένοι. Τους λείπει η ζεστασιά της
ανθρώπινης παρουσίας. Το χαμόγελο και το ενδιαφέρον κάποιου που θα τους

2

επισκεφτεί. Αισθάνονται – ιδιαίτερα όταν και η πίστη τους δεν είναι ζωντανή – ότι
τους έχουν ξεχάσει οι πάντες, ο Θεός και οι άνθρωποι.
* Άνθρωποι ανήμποροι ή ανάπηροι, που περνούν μια ζωή ολόκληρη πάνω στο
αναπηρικό καροτσάκι ή κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Θέλουν να
εκκλησιαστούν. Έχουν κι αυτοί ανάγκη ενός περιπάτου στην όμορφη φύση. Όμως
κάποιοι θα πρέπει να τους φροντίσουν. Χρειάζονται, όπως όλοι μας, να κάνουν
μερικές προμήθειες. Αλλά κάποιοι θα πρέπει να διαθέσουν τον απαιτούμενο χρόνο για
να τους εξυπηρετήσουν.
* Άλλοι που είναι κατάκοιτοι και μόνοι, χωρίς κανένα στον κόσμο, έχουν ανάγκη από
περιποίηση ή λίγη συντροφιά. Θέλουν να κουβεντιάσουν με κάποιον. Να πουν τον
πόνο τους. Να επικοινωνήσουν κι αυτοί ως άνθρωποι μ’ έναν συνάνθρωπο τους.
* Απέναντι όλων αυτών των αδελφών μας έχουμε χρέος να σταθούμε με αγάπη. Να
τους αναζητήσουμε όπου υπάρχουν. Να τους πλησιάσουμε με ενδιαφέρον. Να τους
ακούσουμε με προσοχή. Στο όνομα του Χριστού ν’ απλώσουμε το χέρι μας και να
τους συμπαρασταθούμε αδελφικά.
Ας μας εμπνέει στην άσκηση του ιερού αυτού χρέους το συγκινητικό παράδειγμα των
τεσσάρων μεταφορέων του παραλύτου που είδαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Είναι ο
δρόμος της ζωντανής και έμπρακτης αγάπης. Είναι ο δρόμος του Θεού. «Ο Θεός
αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει» (Α’ Ιω. 4, 16).

(Πηγή : http://kirigmata.blogspot.gr)

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Θαυματουργός
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν δεινός θεολόγος και διαπρεπέστατος ρήτορας
και φιλόσοφος. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο και τον τόπο της γέννησής του. (Ο Σ.
Ευστρατιάδης όμως, στο αγιολόγιο του, αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε
το 1296 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από τον Κωνσταντίνο τον Συγκλητικό και την
ευσεβέστατη Καλλονή). Ξέρουμε όμως, ότι κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα μ.Χ.
ήταν στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, απ' οπού και αποσύρθηκε
στο Άγιο Όρος χάρη ησυχότερης ζωής, και αφιερώθηκε στην ηθική του τελειοποίηση
και σε διάφορες μελέτες.
Το 1335 μ.Χ. με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου
Πνεύματος», ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε
πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί
να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον
εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι
«ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει
καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού
Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το
Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά
«μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι». Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του

3

Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον
αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό,
συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Το ζητούμενο της πάλης
αυτής ήταν κυρίως το μεθεκτικόν ή αμέθεκτον της
θείας ουσίας. Ο Γρηγόριος, οπλισμένος με μεγάλη
πολυμάθεια και ισχυρή κριτική για θέματα αγίων
Γραφών, διέκρινε μεταξύ θείας ουσίας αμεθέκτου και
θείας ενεργείας μεθεκτής. Και αυτό το στήριξε
σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων και η Εκκλησία
επικύρωσε την ερμηνεία του με τέσσερις Συνόδους.
Στην τελευταία, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το
1351 μ.Χ., ήταν και ο ίδιος ο Παλαμάς. Αλλά ο
Γρηγόριος έγραψε πολλά και διάφορα θεολογικά έργα,
περίπου 60.
Αργότερα ο Πατριάρχης Ισίδωρος, τον εξέλεξε αρχικά
επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω όμως των τότε
ζητημάτων, αποχώρησε πρόσκαιρα στη Λήμνο. Αλλά
κατόπιν ανέλαβε τα καθήκοντα του. Πέθανε το 1360
μ.Χ. και τιμήθηκε αμέσως σαν Άγιος. Ο Πατριάρχης
Φιλόθεος, έγραψε το 1376 μ.Χ. εγκωμιαστικό λόγο στο
Γρηγόριο Παλαμά, μαζί και ακολουθία και όρισε την
εκκλησιαστική μνήμη του στη Β' Κυριακή της Μ.
Τεσσαρακοστής.
Το τίμιο σώμα του, μετά από την εκταφή, υπήρξε
άφθαρτο, δηλαδή δέν σάπισε, αλλά ευωδίαζε και
θαυματουργούσε. Στούς λατίνους όμως, τους υποτελείς
του Πάπα, ήταν χονδρό αγκάθι η ενθύμιση του Αγίου
και μάλιστα ολόσωμου. Γι αυτό πολλες φορές τον
συκοφαντούσαν λέγοντας, πως για τα αμαρτήματά του
έμεινε «άλυωτος», δέν δέχθηκε από απέχθεια η γη να τον διαλύσει «στα εξ ων
συνετέθη»! Τον 19ο αιώνα μ.Χ. ο ναός του Αγίου καταστράφηκε από φωτιά και το
τίμιο σκήνωμά του κάηκε αφήνοντας μόνον τα οστά ανέπαφα!
Τόσο γινάτι κράτησαν οι καθολικοί που όταν τυπώνονταν οι εκκλησιαστικές μας
ακολουθίες στην Βενετία - κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας - ο Δόγης έδινε την
άδειά του για την έκδοση, μόνον εφόσον δέν υπήρχε σχετική αναφορά στον Αγιο.
Έτσι για αρκετά χρόνια που κυκλοφορούσαν τα έντυπα από την Βενετία, η γιορτή
του είχε σχεδόν ξεχαστεί. Περί τα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα, επανήλθε η μνήμη
των ενδόξων αγώνων του και έλαβε την πρέπουσα θέση στον χώρο των Ορθόδοξων
ναών.

4