You are on page 1of 21

Γιώργος Παν.

Σταυρόπουλος

Η ΛΑΜΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ


ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑ∆Α
Τα περιηγητικά κείµενα, έχουν µακρά παράδοση και ιστορία στον ευρωπαϊκό,
τουλάχιστον, χώρο. Οι περιγραφές των ξένων επισκεπτών, φορέων της δικής τους
παιδείας και πολιτισµού, ποικίλουν και διαφοροποιούνται ανά τους αιώνες,
αποτυπώνοντας έτσι τις µορφές αποδοχής ή απόρριψης του νεότερου ελληνισµού,
ιδωµένου, συνήθως, κάτω από το βάρος του αρχαίου παρελθόντος του1.
Όπως αναφέρει ο Νίκος Βαρδιάµπασης, «περιηγητής είναι λέξη πανάρχαια
[..]» και «[..]σηµαίνει πρωτ’ απ’ όλα «ιχνηλάτης». Αυτό το θεµατικό ηγ- του ηγέοµαι,
ηγούµαι, περι-ηγούµαι έχει τη ριζική σηµασία του «ιχνηλατείν» και «ανιχνεύειν» µε
«όσφρηση», µε αντίληψη και φαντασία τα αρχαία λείψανα: ναούς, αγάλµατα, αγγεία,
χειρόγραφα κ.λ.π.2»
Ποιους, όµως, µπορούµε να χαρακτηρίσουµε, σήµερα, ως περιηγητές και
ποια κείµενα περιηγητικά; Σύµφωνα µε την Ιόλη Βιγγοπούλου: «Περιηγητικό
θεωρούµε κάθε κείµενο που κληροδότησε κάθε ταξιδιώτης που πέρασε και κατέθεσε µε
γραπτό την εµπειρία του ή τη γνώση του ή το όραµά του για τον συγκεκριµένο χώρο του
νεώτερου Ελληνισµού […] Ταξιδιώτες, λόγιοι, γεωγράφοι, χαρτογράφοι, ουµανιστές,
διπλωµάτες, προσκυνητές, κατάσκοποι, φυσιοδίφες, τοπιογράφοι, αρχιτέκτονες,
αρχαιολόγοι, ροµαντικοί συγγραφείς, έµποροι, ιεραπόστολοι, επιστήµονες, πειρατές και
τυχοδιώκτες δίνουν πλούσιο υλικό για τη νεώτερη ιστορία του».3

Τα κίνητρα για την άφιξη ενός ξένου και την περιήγηση στη χώρα µας υπήρξαν
ποικίλα και σε γενικές γραµµές µπορούµε να τα συνοψίσουµε ως εξής:
1. Το πάθος για περιπλανήσεις, ανακαλύψεις και περιπέτειες
2. Λόγοι εµπορικοί και γενικότερα οικονοµικοί
3. Επιστηµονικές αποστολές
4. Πολιτικοί λόγοι, ιδιαίτερα µετά την εγκατάσταση διπλωµατικών αποστολών
των Ευρωπαίων ηγεµόνων στην Κων/πολη κατά το16ο αι.
5. Λόγοι ιδεολογικοί και θρησκευτικοί
6. Στρατιωτικές εκστρατείες και κατασκοπεία
7. Η γοητεία της ιστορίας και του πολιτισµού της αρχαίας Ελλάδας, αποτέλεσµα
των κάθε είδους διεργασιών που συντελέστηκαν κατά την εποχή της αναγέννησης.
«Έρχονται για να δουν από κοντά τα λείψανα του αρχαίου πολιτισµού, ν’ αγγίξουν
µε τα δάχτυλά τους τα µάρµαρα της Ακρόπολης και του Σουνίου, να χαράξουν τ’
όνοµά τους πάνω τους.»4

1
Πολυκανδριώτη Ράνια: «Μέσα από τα µάτια του άλλου», περ. ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ:
Περιηγητές- Εικόνες της Ελλάδας, τ. 2-4-2000, σ.26-27
2
Βαρδιάµπασης Νίκος: «Αντί Προλόγου» στο: Περιηγητές (ΙΧ): Η Ρούµελη πριν από την
Επανάσταση, ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τ. 147/22-8-2002, σελ.5
3
Κατηµερτζή Παρ.: «Έκθεση Συλλογής στο Μουσείο Μπενάκη- όταν η περιήγηση παράγει
πολιτισµό», εφηµ. ΤΑ ΝΕΑ, φ.18160/8-2-2005, σ.24
4
Βαρδιάµπασης Νίκος: «Αντί Προλόγου» στο: Περιηγητές (ΙΙΙ) -µαρτυρίες από την ελεύθερη Ελλάδα,
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τ. 45/24-8-2000, σελ.5, ο οποίος όµως προσθέτει ότι: «Η
αρχαιολατρία τότε συµβάδιζε µε την αρχαιοκαπηλία των µοναχικών «µιλόρδων» περιηγητών, αλλά και
των ξένων κυβερνήσεων. Καραβιές µε µάρµαρα φορτώνονται. Αρπαγές και εξαγωγές αρχαιοτήτων
πραγµατοποιούνται.»
Τα περιηγητικά κείµενα µπορούν να χωρισθούν σε διάφορες περιόδους:
α. αυτή της αποσπασµατικής και κοντόφθαλµης θεώρησης των (Νέο)Ελλήνων
κατά το 15ο και 16ο αιώνα,
β. την οποία ακολουθεί µια δεύτερη, κατά την οποία παρατηρείται η όλο και
πιο επιστηµονική, διεισδυτική και ορθολογική θεώρηση της ελληνικής κοινωνίας,
κατά το 17ο και, κυρίως , το 18ο αιώνα.
γ. η περίοδος των αρχών του 19ου αιώνα µε χαρακτηριστικό ότι: «ποτέ άλλοτε
δεν βρέθηκαν συγχρόνως τόσο σηµαντικοί και δραστήριοι ταξιδιώτες [..] που
αντικατοπτρίζουν τα πολλαπλά πρόσωπα του ταξιδιωτισµού5».
δ. η περίοδος της Επανάστασης του 1821 κατά την οποία «διάφοροι
διπλωµάτες και στρατιωτικοί συρρέουν µεταµορφωµένοι σε «φιλέρευνους
περιηγητές» για να συγκεντρώσουν πολιτικοστρατιωτικές πληροφορίες ή για να
έλθουν σε επαφές µε παράγοντες της οθωµανικής εξουσίας ή των επαναστατών.
Είναι η περίοδος των «κατασκόπων περιηγητών»6.
ε. τη δηµιουργία του πρώτου ελεύθερου ελληνικού κράτους ακολουθεί ένα
νέο κύµα περιηγητών που εµπνέεται ή υποκινείται από:
1. τον αγώνα για ανεξαρτησία και τα ποιήµατα του Λόρδου Μπάιρον,
2. τη Βαυαρική παρουσία στα ελληνικά πράγµατα αλλά και την επιρροή που ασκούν
ή θέλουν να ασκήσουν ξένες κυβερνήσεις µε προεξάρχουσες αυτές των Μεγάλων
∆υνάµεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας,
3. την ανάπτυξη επιστηµών όπως η Αρχαιολογία (που δηµιούργησε µια ανανεωµένη
και πιο οργανωµένη αρχαιολατρία), η Γεωγραφία, η Εθνολογία, και γενικότερα η
ανάπτυξη των Κοινωνικών (και όχι µόνο) Επιστηµών και
4. η βελτίωση των µεταφορικών µέσων που ευνόησε την ανάπτυξη κάποιου είδους
τουρισµού.
Οι περιηγητές αυτοί, εκτός από τη µελέτη και τις αναφορές στην αρχαιότητα,
στρέφονται όλο και περισσότερο και στη µελέτη του σύγχρονου Έλληνα, του
χαρακτήρα του, των ηθών και εθίµων, της πολιτικής ζωής, της οργάνωσης του
νεοελληνικού κράτους, των τεχνών και γραµµάτων, της νεοελληνικής γλώσσας, του
φυσικού περιβάλλοντος κ.λ.π. Αποτέλεσµα των περιηγήσεων αυτών υπήρξε η
συγγραφή και έκδοση θαυµάσιων µελετών, χρησιµότατων για τη σπουδή και
κατανόηση του ελληνικού 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου.
Ταυτόχρονα µπορούµε να πούµε ότι δηµιουργείται και το είδος των
εσωτερικών περιηγητικών κειµένων είτε ως πρωτεύουσα επιδίωξη (συχνά στα
πλαίσια δηµοσιογραφικής αποστολής) είτε ως δευτερεύον στοιχείο στην εξυπηρέτηση
άλλου βασικού στόχου (π.χ. σε κείµενα που περιγράφουν πολεµικές συγκρούσεις ή
υποστηρίζουν κάποια επιστηµονική έρευνα).

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ


Περιηγητικά κείµενα για την Ελλάδα έχουν γραφεί και εκδοθεί σε µεγάλο αριθµό.
Τα περισσότερα, όµως, αναφέρονται σε ορισµένα µέρη της χώρας µας για τους εξής
λόγους:
1. σύµφωνα µε τα όσα προαναφέραµε το περιηγητικό ενδιαφέρον προσείλκυαν
περιοχές, στον µεν Ελλαδικό χώρο, µε µεγάλη ιστορική και αρχαιολογική
σηµασία (Αθήνα, Κόρινθος, ∆ελφοί, Θήβα κ.λ.π.), γενικότερα δε περιοχές-
σύµβολα όπως η Κωνσταντινούπολη και οι Άγιοι Τόποι

5
Βιγγοπούλου Ιόλη: «Εισαγωγή» σ. ΧΧΙΙΙ στο: «Η Ανάδυση και Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισµού
στα Ταξίδια των Περιηγητών», ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ∆ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ,
Αθήνα 2005
6
Βαρδιάµπασης Νίκος: ό.π.
2. σηµαντικό ρόλο έπαιζε η εύκολη και ασφαλής πρόσβαση σύµφωνα µε τις
συνθήκες της εποχής. Έτσι ευνοούνταν οι περιοχές που διέθεταν µεγάλα και
ασφαλή λιµάνια κι ιδιαίτερα αυτές της δυτικής Ελλάδας, που, εξ αιτίας της
θέσης της, «υποδεχόταν» πρώτη τους ευρωπαίους ταξιδιώτες και
3. ενδιαφέρον παρουσίαζαν περιοχές µε γεωπολιτική - στρατηγική ή οικονοµική
- εµπορική σηµασία για κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες , συχνά, είχαν
κάποια σχέση µε τη χώρα προέλευσης του περιηγητή κατά το παρελθόν (π.χ.
νησιά, λιµάνια κ.λ.π.)
Η Λαµία και γενικότερα η Φθιώτιδα δεν ανήκαν, απόλυτα, σε κάποια από τις
παραπάνω κατηγορίες, ούτε βρισκόταν στο δρόµο για την Πόλη7 ή τα Ιεροσόλυµα,
γι’ αυτό και δεν τις επισκέφθηκε µεγάλος αριθµός περιηγητών. Στα αρνητικά της
περιοχής θα πρέπει να προσθέσουµε και το ορεινό του χαρακτήρα της που δυσκόλευε
ακόµη πιο πολύ τις µετακινήσεις και επιπλέον ευνοούσε το φαινόµενο των
επιδροµών8. Υπήρχε βεβαίως η ευτυχής εξαίρεση των Θερµοπυλών, τοποθεσίας που
προσείλκυσε αρκετούς περιηγητές, αλλά ήταν πιο πολύ ένας χώρος περισσότερο
συµβολικός, στερούµενος µνηµείων και άλλων αντικειµένων αρχαιολογικού
ενδιαφέροντος.

ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Η πρώτη µαρτυρία για τη Λαµία (Ζητούνι) των µεσαιωνικών και νεότερων


χρόνων προέρχεται από τον Ισπανοεβραίο ραβίνο Beniamin Tudelensis (Βενιαµίν εκ
Τουδέλας) ο οποίος ξεκίνησε το 1159 ένα µακρόχρονο ταξίδι για την Ευρώπη,
Αφρική και Ασία. Το οδοιπορικό του θεωρείται σηµαντικό. Είχε, όµως, την ατυχία
να κακοποιηθεί από εκδότες, µεταφραστές και ιστορικούς. Σ’ αυτό, παρότι υιοθετεί
κάθε παράδοξη πληροφορία µε ευπιστία, περιγράφει µε προσοχή και ακρίβεια ό,τι
βλέπει.
Για το Ζητούνι αναφέρει ότι βρισκόταν στα σύνορα της Βλαχίας9 και ότι σε
αυτό κατοικούσαν 50 Εβραίοι10. Η δεύτερη πληροφορία φαίνεται να είναι ακριβής
καθώς τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι στη Λαµία κατοικούσαν Εβραίοι, οι οποίοι
όµως µεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, λίγο µετά την άλωση11. Πρόκειται για
42 οικογένειες οι οποίες το 1455, µαζί µε πολλές άλλες, διαφόρων εθνοτήτων,
«εποίκισαν» την Πόλη για να ενισχύσουν τον πληθυσµό και την οικονοµική ζωή της
και να την καταστήσουν πάλι µια δυναµική πρωτεύουσα.
Στους επόµενους αιώνες ακολουθούν κάποιες αναφορές για την περιοχή σε
διάφορα βιβλία, αλλά: 1. δεν προσφέρουν κάποια σηµαντική πληροφορία και 2. δεν
είναι προϊόντα εργασίας πεδίου (επιτόπιας επίσκεψης) αλλά βιβλιογραφικής έρευνας.

7
Οι περισσότεροι περιηγητές επέλεγαν το θαλάσσιο δρόµο για την Κων/πολη κι όχι το στεριανό, που
θα µπορούσε να διέρχεται από τη Λαµία, ή συνδυασµό των δύο που, συνήθως, παρέκαµπτε την
περιοχή µας.
8
Επιδροµές γίνονταν και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστική είναι η επισήµανση
του Bramsen: «Το Ζητούνι, η Λάρισα και οι Θερµοπύλες θεωρούνται περιοχές πολύ επικίνδυνες, γι’
αυτό θα είναι αναγκαίο να µη διέρχεται κανείς από αυτές χωρίς ικανοποιητικά µέσα αντίστασης σε
περίπτωση επίθεσης». Επιδροµές γίνονταν και σχεδόν, σε όλον το 19ο αι.
9
Πάνω σ’ αυτήν την περί Βλάχων αναφορά, αλλά και γενικότερα για τους Βλάχους, βλέπε το εκτενές
σχόλιο-µελέτη του Αχχ. Λαζάρου: «Βενιαµίν ο εκ Τουδέλας και η φθιωτική Βλαχία», εισήγηση στο Α’
Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών, Λ.Υπάτης 27-29/4/1990, ΠΡΑΚΤΙΚΑ, Λαµία 1993, σελ. 147-160
10
Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία- Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ.13
11
www.encislam.brill.nl/data/ENCISLAM
ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
ος ος ος
Α. 15 – 16 – 17 αιώνας

Η περίοδος αυτή12 «εγκαινιάζεται» µε κείµενο του Giovanni Maria Angiollelo.


Κατά τη διάρκεια της αιχµαλωσίας του, µετά την κατάληψη της Χαλκίδας από τον
Μεχµέτ Β΄, έµαθε τα τουρκικά αρκετά καλά, έτσι που, ο Πορθητής, όχι µόνο τον
απελευθέρωσε αλλά, τον κράτησε στην αυλή του δίνοντάς του µεγάλα αξιώµατα.
Αυτός γράφει ότι, τότε (1470), στην περιοχή µας υπήρχαν 4 δυνατά κάστρα
(Μενδενίτσας, Λαµίας, Υπάτης και ∆οµοκού), αναφέρει την ύπαρξη ιαµατικών
λουτρών (που τα παροµοιάζει µε αυτά του Abando της Ιταλίας) και επισηµαίνει την
καλλιέργεια της ίσατης, ενός φυτού από το οποίο προέρχεται το λουλάκι13.
Ο Tomas Dallam βρέθηκε στο Ζητούνι το 1599. Το οδοιπορικό του θεωρείται,
γενικά, φτωχό και το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του στο Ζητούνι. Γράφει µόνο
για τις συνθήκες διαµονής του αναφέροντας ότι η µεγαλύτερη άνεση που είχε ήταν
καλό κρασί και νόστιµο αρνίσιο κρέας.14
Ο Robert de Dreux ήταν ένας Γάλλος Καπουκίνος που ταξίδεψε από την
Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα συνοδεύοντας τον Γάλλο πρεσβευτή La Haye-
Vantelet. Στο οδοιπορικό του (1674) περιγράφει τη Θεσσαλία και κυρίως τη Λάρισα,
ενώ λίγα µας πληροφορεί για τη Λαµία που την αναφέρει ως πόλη ερειπωµένη.
Η σηµαντικότερη µαρτυρία της περιόδου αυτής είναι του Τούρκου Evliya
Celembi. Ο θείος του, υψηλόβαθµος αυλικός, τον πήρε στο παλάτι όπου και
υπηρέτησε σε υψηλά πόστα. Αυτά του έδωσαν και τη δυνατότητα των πολλών
ταξιδιών, οι εντυπώσεις των οποίων αποτυπώθηκαν µε µορφή οδοιπορικού. Από το
έργο του, όµως, δεν λείπει και το στοιχείο του παραµυθιού. Εδώ βρέθηκε µετά το
τέλος της εκστρατείας των Τούρκων εναντίον των Βενετσιάνων στην Κρήτη (1667).
Η περιγραφή του Celembi επικεντρώνεται στο µουσουλµανικό στοιχείο της
Λαµίας, χωρίς όµως να παραλείπει αναφορές και σε αυτό των «απίστων», όπως
ονοµάζει τους µη µουσουλµάνους. Στην κατηγορία αυτή εντάσσει όχι µόνο Έλληνες
αλλά και Βούλγαρους, Αρµένιους και διάφορους Ευρωπαίους 15 , ενώ αναφέρει ότι
κυριαρχούσε η ελληνική και η τουρκική γλώσσα. . Παρά τα µυθολογικά στοιχεία που
υιοθετεί σχετικά µε την ονοµασία της πόλης, δίνει πολλά στοιχεία για τη διοικητική,
οικονοµική, στρατιωτική, κοινωνική και θρησκευτική οργάνωσή της, ενώ περιγράφει
αναλυτικά και την κατάσταση του κάστρου, επισηµαίνοντας την σπουδαιότητα και το
εντυπωσιακό της κατασκευής και της θέσης του. ∆ίνει ακόµη στοιχεία για τη
χωροθέτηση της πόλης, την αρχιτεκτονική σπιτιών και θρησκευτικών τεµένων, την
ενδυµασία, τα παραγόµενα προϊόντα και για το ποταµάκι που διέρρεε (ακόµη τότε)
την πόλη µε τα πέντε πέτρινα, όµορφα, γεφύρια του. Αναφέρει ακόµη τα σχέδια
άµυνας απέναντι στις Βενετσιάνικες επιδροµές ενώ σχολιάζει και την κατάσταση των
λιµανιών της περιοχής16.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιγραφές άλλων κέντρων της περιοχής µας
όπως του ∆οµοκού, της Υπάτης και της Μενδενίτσας. Ιδιαίτερα για την τελευταία

12
Και κατά την περίοδο αυτή η Λαµία ονοµάζεται Ζητούνι (και για τους Τούρκους Ιζντίν), η Υπάτη
Νέα Πάτρα (Πατρατζίκι) και ο Σπερχειός Ελλάδα..
13
Ν.Τ.∆.-Γ.Π.Σ.: ό.π. σ.13
14
ό.π. σ.14
15
Μην ξεχνάµε, άλλωστε, ότι ο Celembi επισκέπτεται τη Λαµία της εποχή των Τουρκοενετικών
πολέµων.
16
Ό.π. σ.15-17
αναφέρει πολλά στοιχεία, µεταξύ των οποίων και περιγραφή µιας επιδροµής εναντίον
της και ενός θαύµατος µουσουλµάνου, τοπικού, αγίου17.
Ο Γάλλος µαρκήσιος και πρόξενος της χώρας του στην Αθήνα Jean Giraud,
περίπου την ίδια εποχή, γράφει για τη σπουδαιότητα του παζαριού της Λαµίας, το
οποίο θεωρεί ως ένα από τα τρία πιο φηµισµένα της Ελλάδας18.
Ένας άλλος σπουδαίος περιηγητής της εποχής, ο Γάλλος γιατρός (και διάφορα
άλλα) Jacob Spon, προσπάθησε να προσεγγίσει τη Λαµία (1676) αλλά µια σφοδρή
χιονόπτωση είχε αποκλείσει τους δρόµους µαταιώνοντας, δυστυχώς, τα σχέδιά του.
Το µόνο στοιχείο που αντλούµε από τα γραπτά του είναι η πληροφορία ότι γινόταν
εµπόριο σαπουνιού από την Αθήνα προς τη Λαµία19.

Β. 18ος αιώνας

Το 1705 επισκέπτεται την πόλη µια ενδιαφέρουσα όσο και τυχοδιωκτική


προσωπικότητα: ο Paul Lukas, αρχαιοθήρας, αρχαιοκάπηλος, ψευτογιατρός κ.α. Το
αρχαιολογικό υλικό που συνέλεγε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του το έθετε στη
διάθεση γάλλων ακαδηµαϊκών προς επεξεργασία και µετά το δηµοσίευε ως δικό του.
Έτσι απέκτησε µεγάλη φήµη και πλούτο. Είναι, νοµίζουµε, ο πρώτος περιηγητής που
αναφέρει πληροφορίες για κατάλοιπα (επιγραφές, ανάγλυφα κ.λ.π.) από τα αρχαία
χρόνια της Λαµίας. Με βάση αυτά "ταύτισε" το Ζητούνι µε την αρχαία Λαµία. Μας
πληροφορεί επίσης ότι η πόλη είχε δύο φρούρια, το ένα απέναντι από το άλλο, µόνο
που το δεύτερο από αυτά ήταν ήδη κατεστραµµένο. Εκθειάζει ακόµα και την
ωραιότητα και γονιµότητα της κοιλάδας του Σπερχειού20.
Μερικές δεκαετίες αργότερα (1740) τη Λαµία επισκέπτεται ο Άγγλος
κληρικός Richard Pockoke. Κατά τη διάρκεια της παραµονής του στην πόλη συνέβη
ο ένας από τους δυο καταστροφικούς σεισµούς του 17ου αιώνα, µε µέγεθος που
υπολογίζεται ότι είχε ξεπεράσει τα 6,5 Ρίχτερ 21 . Έτσι οι περιγραφές του
επικεντρώνονται σε λεπτοµέρειες σχετικές µε το σεισµό, αναφέροντας ότι τις
µεγαλύτερες ζηµιές είχαν πάθει τα λασπόχτιστα σπίτια των χριστιανών, σε αντίθεση
µε τα πιο στέρεα των Τούρκων. Ανάλογα ήταν και τα θύµατα του σεισµού, ενώ στην
κοιλάδα είχαν δηµιουργηθεί µεγάλες εδαφικές ρωγµές22.
Στα 1776 περνάει από τη Λαµία ο Γάλλος περιηγητής de Choiseul Gouffier ,
που δυστυχώς δεν την αναφέρει καθόλου στα γραπτά του. Συναντιέται όµως µε τον
Τούρκο διοικητή και ανταλλάσσουν δώρα, ενώ προσφέρεται σ’ αυτόν και στη
συνοδεία του κι ένα εξαιρετικό γεύµα. Αυτά διασώζει στα γραπτά του ένα µέλος της
συνοδείας του, ο χαρτογράφος Franz Kauffer.

Γ. 19ος αιώνας
α. Πριν την επανάσταση του 1821

17
∆ες περισσότερα στο ίδιο το οδοιπορικό του αλλά και στο: Βαρβούνης Μ.: «Η διήγηση του Εβλιά
Τσελεµπή για τον τάφο του Βελιουλάχ στη Μενδενίτσα»,περ. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τ.13/1992
18
Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία- Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ.18
19
ό.π. σ.19
20
ό.π. σ.20
21
Ο άλλος συνέβη λίγα χρόνια µετά, τα 1758, και είχε πιθανό µέγεθος 6,8 Ρίχτερ. Βλέπε και:
∆ελήµπαση Ν.: «Σεισµοί- ελληνική πραγµατικότητα και τρόποι προφύλαξης», περ. ΥΠΑΤΗ, τ. ,σ.90-
93
22
Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία - Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ.21-22
Ο 19ος αιώνας ξεκινά µε µια σειρά από αρκετά και ενδιαφέροντα περιηγητικά
κείµενα, που φωτίζουν διάφορες πτυχές της κοινωνικής, οικονοµικής, διοικητικής,
αλλά και τοπογραφικής και τοπιογραφικής κατάστασης της πόλης και της ευρύτερης
περιοχής της.
Πρώτος που την επισκέφθηκε, στα 1801, ήταν ο Edward Daniel Clarke, γιος
περιηγητή και συγγραφέα, εγγονός αρχαιολόγου και ο ίδιος µεταλλειολόγος,
περιηγητής και συλλέκτης. Το 1799 ξεκίνησε ένα µεγάλο ταξίδι από τη Λαπωνία ως
το Κάιρο. Την Ελλάδα επισκέφτηκε το 1801. Χαρακτηρίζεται ως ακούραστος,
ανήσυχος και ερευνητικός περιηγητής. Η "δίψα" της µατιάς του θεωρείται το
µεγαλύτερο προτέρηµά του.
Στην πορεία του προς τη Λαµία σηµειώνει τα έλη που συνάντησε και τα
βουβάλια που έβοσκαν εκεί, παροµοιάζει τον ξεχειλισµένο, τότε, Σπερχειό µε τον
Νείλο, ενώ τη Λαµία θεωρεί ως µικρογραφία των Αθηνών. Γράφει επίσης για µια
µεγάλη πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει την ίδια εποχή 23 και είχε προξενήσει πολλές
καταστροφές στην πόλη και για την οικονοµική ύφεση που επικρατούσε, ιδιαίτερα
στον τοµέα του εµπορίου (το οποίο βασιζόταν στην εξαγωγή µεταξιού, βαµβακιού
και σιτηρών). Αναφέρει επίσης ότι η περιοχή ανήκε στη δικαιοδοσία του Αλή Πασά,
τον οποίο έτρεµαν όλοι, ότι είχε περίπου 1000 (!) καταστήµατα24 και 800-1000 σπίτια,
ενώ καταγράφει και την ύπαρξη της µειονότητας των γύφτων25.
∆υο χρόνια µετά (1803) περνάει από τη Λαµία ο Πρώσσος Jacob Salomon
Bartoldy, που, από ορισµένους, κατατάσσεται στην οµάδα των "µισελλήνων". Με
εξαιρετικές σπουδές, ελληνοµαθής, αρχαιολάτρης, ανήσυχος, παρατηρητικός,
εγκαινιάζει έναν νέο τύπο ταξιδιωτικού αφηγήµατος. ∆εν καταγράφει τις εντυπώσεις
του ηµερολογιακά και κατά περιοχή, µα παρουσιάζει συνθετική εργασία που
αναφέρεται στην Ελλάδα και στους Έλληνες ως σύνολο, ως ενότητα. Είναι η πρώτη
συστηµατική µελέτη Ευρωπαίου για την Ελλάδα.
Ένα µεγάλο µέρος του οδοιπορικού του στην περιοχή µας αφορά τα
προβλήµατα που συνάντησε στην πορεία του από το ∆οµοκό στη Λαµία, ενώ για την
ίδια την πόλη αναφέρει ότι υπήρχε υποπρόξενος, που εκπροσωπούσε πολλά
ευρωπαϊκά κράτη, ο γιατρός Coitan. Αναφέρει ακόµη ότι το χάνι στο οποίο κατέλυσε
µε τη συνοδεία του ήταν µεν καινούργιο, αλλά ένα ολονύχτιο, ελληνικό, γλέντι δεν
τον άφησε να ξεκουραστεί όσο ήθελε26!
Στα 1805 επισκέπτεται τη Λαµία ο Άγγλος αρχαιολόγος και τοπογράφος
William Gell. Είχε τιµηθεί µε τον τίτλο του Σερ για τις επιτυχηµένες διπλωµατικές
αποστολές του, αποτέλεσµα των οποίων ήταν και η συγγραφή και έκδοση βιβλίων. Σε
αυτά κυριαρχεί το τοπογραφικό στοιχείο, οι αρχαιολογικές και ιστορικές αναφορές.
Λεπτολόγος στις περιγραφές, σηµειώνει τα πάντα µε βάση το χρόνο ή τις γιάρδες. Οι
αναφορές του όµως στη σύγχρονη του ζωή είναι λιγοστές.
Σηµειώνει την ύπαρξη ανακουφιστικών καναλιών για τα νερά του Σπερχειού,
ενώ για τη Λαµία αναφέρει ότι παράγει αρκετό λάδι. Συνεχίζοντας την πορεία του
προς τα ανατολικά περιγράφει µε αρκετές λεπτοµέρειες σηµεία της διαδροµής. Στον
Αχινό ξεχωρίζει ένα πανέµορφο τουρκικό κιόσκι, φτιαγµένο ανάµεσα στα πλατάνια
και τα νερά του µικρού, τοπικού, ποταµιού27.

23
Σύµφωνα µε έγγραφο που βρίσκεται στα ΓΑΚ-Αρχείο Νοµού Φθιώτιδας η πυρκαγιά αυτή
εκδηλώθηκε τη νύχτα της 22 προς 23 Αυγούστου του 1800.
24
Οπωσδήποτε ο αριθµός αυτός, αν και θεωρείται από υπερβολικός έως λανθασµένος, απηχεί το
βασικό γνώρισµα της λαµιώτικης οικονοµίας, τον µεταπρατικό και εµπορικό χαρακτήρα της.
25
Ό.π. σ.23-24
26
ό.π. σ.25-27
27
ό.π. σ.28-29
Την ίδια χρονιά περιηγήθηκε την περιοχή µας ο William Martin Leake.
Έχοντας αριστοκρατική καταγωγή, ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού µε πολλές
αποστολές στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Την Ελλάδα περιηγήθηκε στη
διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέµων και συγκεκριµένα στα χρόνια 1804-1810, µε
µυστική στρατιωτική και διπλωµατική αποστολή. Θεωρείται ως ο σπουδαιότερος
περιηγητής της προεπαναστατικής περιόδου. Πολυµαθής, γνώστης των αρχαίων και
νέων ελληνικών, παρατηρητικός, λεπτολόγος, µεθοδικός και αµερόληπτος
παρατηρητής, µε ελάχιστες ανακρίβειες στα γραπτά του.
Ο Leake περιγράφει µε λεπτοµέρειες το σπίτι ενός Λαµιώτη εµπόρου στο οποίο
φιλοξενήθηκε, αναφέρει διάφορα δηµογραφικά στοιχεία καθώς και τα προβλήµατα
µετανάστευσης ολόκληρων χωριών της ευρύτερης περιοχής, ίσως, λόγω της
αυταρχικής διοίκησης του Αλή Πασά. Αναφέρει ακόµα τους 14 νερόµυλους που
κινούσε το Μυλαύλακο του Αγίου Λουκά, ενώ σηµειώνει και την ένταση του
φαινοµένου των προσχώσεων του Σπερχειού ποταµού28. ∆ίνει ακόµη πληροφορίες
για την Υπάτη και τα διάφορα άλλα χωριά που επισκέφθηκε. Γενικά πρόκειται για
ένα πολύ ενδιαφέρον οδοιπορικό για όλη, σχεδόν, τη Φθιώτιδα.
Ανάµεσα στο 1805-1806 ήλθε στη Λαµία κι ο Edward Dodwell, λόγιος,
κλασσικός φιλόλογος, αρχαιολόγος και σχεδιαστής. Στόχος των ταξιδιών του ήταν
να γνωρίσει την αρχαία Ελλάδα, δείχνει όµως ενδιαφέρον και για τους σύγχρονους
Έλληνες. Στο δεύτερο ταξίδι του συνοδευόταν από τον Ιταλό ζωγράφο Simone
Pomardi µε το οποίο σχεδίασαν πάνω από 1000 σχέδια. Μετά την έκδοση του
βιβλίου του Dodwell, ο Pomardi δηµοσίευσε το δικό του, γράφοντας ότι το έργο του
Dodwell δεν ήταν κατάλληλο για τους συµπατριώτες του. Μετά από αυτό ο Dodwell
έπαψε να τον αναφέρει στα επόµενα βιβλία του.
Αναφέρεται κι αυτός στα ανακουφιστικά κανάλια του Σπερχειού και στον
πλακόστρωτο δρόµο που οδηγούσε στη Λαµία, καθώς επίσης και στα βασικά
προϊόντα της περιοχής: σιτηρά, καπνό, ρύζι, βαµβάκι. Σηµειώνει επίσης το ανθυγιεινό
της περιοχής λόγω των βάλτων και των ορυζώνων29.
Ο Ιταλός ζωγράφος S. Pomardi γεννήθηκε το 1760. Ειδικεύτηκε στην
ακουαρέλα και στη θεµατολογία του συναντάµε κυρίως αρχιτεκτονικές απεικονίσεις
της εποχής του αλλά και της αρχαιότητας.
Αυτός αναφέρει ότι υπήρχε τότε γιατρός στη Λαµία, στο σπίτι του οποίου
φιλοξενήθηκε, καθώς και ότι συνάντησε πολλές χριστιανικές εκκλησίες και 4
µουσουλµανικά τζαµιά. Αναφέρει επίσης δηµογραφικά στοιχεία και τα κυριότερα
προϊόντα της περιοχής, ενώ επισηµαίνει την καλή ποιότητα του τοπικού κρασιού και
των γαλακτοκοµικών. Καταγράφει ακόµη τα χωριά της περιοχής και τις (χρονικές)
αποστάσεις τους από τη Λαµία. Συνεχίζει το οδοιπορικό του προς τα ανατολικά και
σηµειώνει κι αυτός το ωραίο κιόσκι του Αχινού30.
Η περίπτωση του Francois C.H.L. Pouqoueville είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Ήταν Γάλλος γιατρός και πρώην κληρικός που το 1799 βρέθηκε στην Ελλάδα και
γνώρισε, ακούσια, την Πελοπόννησο ως αιχµάλωτος των Τούρκων, ενώ φυλακίσθηκε
δύο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Την περίοδο αυτή έµαθε τη νεοελληνική
γλώσσα και τα χρόνια 1806-1816 ήρθε πάλι στην Ελλάδα, σταλµένος από το
Ναπολέοντα ως Πρόξενος της Γαλλίας στην Αυλή του Αλή Πασά. Ήταν τολµηρός,
αποφασιστικός, µε πρακτικό µυαλό και φίλος των περιπετειών. Η διπλωµατική
ιδιότητα του επέτρεψε να περιοδεύσει όλη την Ελλάδα και να καταγράψει µε
λεπτοµέρειες το χώρο και τη ζωή των νεοελλήνων. Η ψύχραιµη και µεθοδική µατιά
28
ό.π. σ.33-34
29
ό.π. σ.35
30
ό.π. σ.30-31
του ανέλυε προσεκτικά και σε βάθος τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες της
εποχής εκείνης.
Στα κείµενά του δίνει πολλά ιστορικά, µυθολογικά, γεωγραφικά, δηµογραφικά,
οικονοµικά και κοινωνικά στοιχεία για την περιοχή µας. Έτσι µαθαίνουµε τη
διοικητική (και όχι µόνο) διαίρεση της περιοχής31, τη φυλετική ή γλωσσική σύνθεση
των κατοίκων της, αλλά και στοιχεία για τα λιµάνια και το εµπόριό της. Συγχρόνως
γίνεται εκτενής αναφορά στο ανάγλυφό της µε αξιόλογες περιγραφές και
πληροφορίες. Ξεχωρίζουν, επίσης, οι αναφορές του στην οµορφιά της Οίτης, στο
σχέδιο της γέφυρας του Σπερχειού και στα πολλά κυπαρίσσια που στόλιζαν τη Λαµία.
Ο John Galt ήταν γιος ενός καπετάνιου από τη Σκωτία. Μεγάλωσε µε τους
θρύλους της περιοχής που άκουγε από τη µητέρα του και άλλες γυναίκες. Σπούδασε
πολιτική οικονοµία και ιστορία του εµπορίου στο Λονδίνο και στα 24 χρόνια του
άρχισε να γράφει λογοτεχνικά έργα. Μεταξύ των ετών 1809- 1811 περιηγήθηκε
µεγάλο µέρος της Οθωµανικής αυτοκρατορίας. Ως περιηγητής δεν ενδιαφέρθηκε
τόσο για τις αρχαιότητες αλλά για τα ήθη, έθιµα, και άλλα στοιχεία της ελληνικής
κοινωνικής και οικονοµικής ζωής.
Περιγράφει τη διαδροµή από τη δυτική Λοκρίδα στην ανατολική και στέκεται
ιδιαίτερα στο χωριό του Μώλου. Εκεί σηµειώνει ότι και ο Μώλος είχε υποστεί τους
εκβιασµούς του Αλή Πασά µε αποτέλεσµα τη µείωση του πληθυσµού του, λόγω
µετανάστευσης. Κατόπιν αναφέρει την παράδοση της ανθρώπινης θυσίας για το
στέριωµα της γέφυρας του Σπερχειού στην Αλαµάνα. Φτάνοντας στο Ζητούνι το
περιγράφει µέσα στους κήπους και στα κυπαρίσσια, δίνει στοιχεία για την οικονοµία
της περιοχής και αναφέρεται κι αυτός στη µεγάλη πυρκαγιά των αρχών του 19ου αι.
Επίσης µας πληροφορεί για τη σχέση του Μπέη του Ζητουνιού µε τον Αλή Πασά και
σηµειώνει την ύπαρξη ενός παράξενου γιατρού, καταγράφοντας τις απόψεις του για
την κατάσταση της υγείας στην περιοχή32.
Ο γιατρός Henry Holland κατά τη διάρκεια της ζωής του έφθασε σε πολύ
ψηλά αξιώµατα. Το Νοέµβριο του 1812 ξεκινά από τα Γιάννενα να επισκεφθεί τη
Θεσσαλία. Στο ταξίδι του αυτό περνά από όλα τα σηµαντικά µέρη της Θεσσαλίας και
συνεχίζει το ταξίδι του φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί επιστρέφει στη
Λάρισα µέσω Στυλίδας και Ζητουνίου. Τα γραπτά του έχουν περιγραφικό ενδιαφέρον
και κριτική διάθεση αλλά οι πολλές αοριστίες του αποτελούν το µειονέκτηµά του.
O Holland περιγράφει µε ροµαντική διάθεση τη νυχτερινή πορεία του από τη
Στυλίδα στη Λαµία, κάτω από το φεγγαρόφωτο και την εικόνα του, σκαρφαλωµένου
στους λόφους, Ζητουνίου γραφική. Αναφέρεται επίσης σε στοιχεία για την οικονοµία
της περιοχής (εµπόριο, γεωργία, κτηνοτροφία) και τα λιµάνια της και επισκέπτεται
το χώρο των Θερµοπυλών33.
Ένας άλλος αξιόλογος περιηγητής, ο Cockerell, πέρασε το 1814 από τη
Λαµία χωρίς να σταθεί. Όχι πάντως από έλλειψη ενδιαφέροντος µα εξαιτίας της
πανώλης, της φοβερής αυτής µεταδοτικής αρρώστιας του παρελθόντος, η οποία είχε
ξεσπάσει και εξαπλωθεί τότε µε µορφή επιδηµίας34. Σε ένα γράµµα που έστειλε από
τη Λιβαδειά στον άλλο αξιόλογο περιηγητή T. S. Hughes, περιγράφει την πορεία του
από τη Θεσσαλία προς τη Φθιώτιδα και τη Βοιωτία, ένα οδοιπορικό τρόµου και

31
Βλέπε περισσότερα στοιχεία στην ενδιαφέρουσα έκδοση των Αφών ΤΟΛΙ∆Η, η οποία όµως έχει
ατυχήσει στη µετάφραση των φθιωτικών τοπωνυµίων, µε αποτέλεσµα να δηµιουργεί συγχύσεις και
παρανοήσεις σε ντόπιους λογίους και συγγραφείς της τοπικής µας ιστορίας.
32
Όπ. σ. 44-45
33
ό.π. σ.47-48
34
Η επιδηµία ήταν τόσο φοβερή κι είχε τόσες χιλιάδες θύµατα, ώστε έµεινε στη µνήµη των κατοίκων
της περιοχής µε διάφορους, βέβαια, τρόπους (διάφορες παραδόσεις κ.λ.π).
θανάτου. Λόγω, λοιπόν, της επιδηµίας δεν διανυχτέρευσε στη πολυσύχναστη Λαµία,
αλλά προτίµησε τον, προσωρινά, εγκαταλειµµένο από τους κατοίκους του Μώλο και
την δυτική Λοκρίδα.
Το πιο ενδιαφέρον, όµως, οδοιπορικό της περιόδου προέρχεται από τον
Πηλιορείτη Αργύρη Φιλιππίδη. Γεννήθηκε στις Μηλιές και ήταν γόνος παλιάς,
αρχοντικής οικογένειας και αδελφός του δασκάλου του Γένους και κορυφαίου
διαφωτιστή ∆ανιήλ Φιλιππίδη. Στα 1815 κι ενώ ήταν πρόκριτος των Μηλεών,
κυνηγηµένος από τους ανταγωνιστές του, αποφάσισε να φύγει από το χωριό του για
να γλιτώσει τη ζωή του ή τη φυλακή. Έτσι ξεκίνησε το οδοιπορικό του, το οποίο
αποτύπωσε στο έργο του "Μερική Γεωγραφία" (χρονικό διάστηµα 1-6 έως 15-10-
1815). Όπως φαίνεται κι απ’ το οδοιπορικό του µπορούµε να τον κατατάξουµε στους
διαφωτιστές και τους πρωτοπόρους δηµοτικιστές,. Προσπάθησε κι αυτός για την
εθνική αναγέννηση πολεµώντας τις υπερβολές του λογιοτατισµού.
Το ενδιαφέρον οδοιπορικό του δεν µπορεί να συνοψιστεί σε λίγες γραµµές και
καλό θα ήταν να διαβαστεί ολόκληρο, όχι µόνο το απόσπασµα που αφορά τη Λαµία
αλλά και οι αναφορές στα υπόλοιπα χωριά της Φθιώτιδας που επισκέφθηκε. Με λίγα
λόγια αναφέρεται στη χωροταξία της πόλης, στην αγορά, τα προϊόντα της, στο
Σπερχειό ποταµό και στην κοιλάδα του. Αξιοσηµείωτη είναι η, φορτισµένη
συναισθηµατικά, αναφορά, στην έλλειψη σχολείων και ενδιαφέροντος, γενικά, για
την παιδεία των Λαµιωτών35.
Ο Edward Everett το 1815 και πριν αναλάβει στο Harvard την τότε
νεοϊδρυθείσα έδρα της Ελληνικής Λογοτεχνίας, φεύγει για περαιτέρω σπουδές στην
Ευρώπη. Στο Λονδίνο γνώρισε πολλούς φιλέλληνες και Έλληνες και άρχισε να
προετοιµάζει ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο του 1819 ξεκινάει το ταξίδι αυτό
από τα Γιάννενα προς την Πελοπόννησο. Μετά την επιστροφή του στις Η.Π.Α.
αναδεικνύεται σε ηγετική φυσιογνωµία του αµερικανικού φιλελληνισµού, βοηθώντας
σηµαντικά τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. ∆ιετέλεσε πρεσβευτής,
γερουσιαστής, κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, υπουργός και πρόεδρος του Harvard.
Περιγράφει, µε λεπτοµέρειες, τις µικροπεριπέτειες κατά την πορεία του προς
και από το Ζητούνι, ενώ για την πόλη αναφέρει ότι έτυχε σε ένα πασχαλιάτικο γλέντι
µε χορούς και τραγούδια, στην είσοδό της. Περιγράφει, επίσης, την περιοχή των
Θερµοπυλών και το χάνι της Αλαµάνας36.
Τις χρονιές 1819 και 1821 πέρασαν από την περιοχή µας και οι Γάλλοι Luis
Dupre, ζωγράφος και Felix Beaujour, διπλωµάτης και πολύ καλός γνώστης της
ελληνικής πραγµατικότητας. Το αξιοσηµείωτο στο βιβλίο του πρώτου είναι η έντονα
συναισθηµατική αναφορά του στις Θερµοπύλες, αλλά και τα πολύ ενδιαφέροντα
χαρακτικά του. Ο δεύτερος, χωρίς να παραλείπει τις αναφορές σε οικονοµικά
στοιχεία, περιγράφει στο (χαµένο τώρα) ανάγλυφο της µιας πύλης του κάστρου και
εκθειάζει την οµορφιά των γυναικών της περιοχής37.

β. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης

Προς το παρόν δεν έχουν επισηµανθεί πολλά κείµενα που να αφορούν τη


Λαµία των χρόνων της επανάστασης. Η πόλη, αφού δεν κατελήφθη ποτέ από τους
επαναστατηµένους Έλληνες, υπήρξε ένα από τα στρατηγικά κέντρα των Τούρκων,
καθώς:
α. υπήρχαν πάντα πολλές στρατιωτικές δυνάµεις
35
Ό.π. σ.49-51
36
ό.π. σ.53-55
37
όπ. σ.56-57
β. ήταν σταθµός των, από βορρά, διερχοµένων στρατευµάτων και ως εκ τούτου
κέντρο ανεφοδιασµού των δυνάµεων που εκστράτευαν στο νότο.
Για τους λόγους αυτούς η ευρύτερη περιοχή υπέστη πολλές καταστροφές
κατά τη διάρκεια των χρόνων της επανάστασης και οι περισσότεροι κάτοικοί της
αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες πιο «ασφαλείς» περιοχές (νησιά, Ευρυτανία,
νότια Ελλάδα).
Ο ελληνικής καταγωγής K.Manos (1826) αναφέρεται στα γεωγραφικά,
διοικητικά και πληθυσµιακά στοιχεία της περιοχής, καθώς και στις οδικές αρτηρίες
που τη διασχίζουν. Σηµειώνει ως κύρια οικονοµική δραστηριότητα την παραγωγή και
εξαγωγή λαδιού και αλατιού, ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη σπουδαιότητα
του παζαριού της Λαµίας, το οποίο διαρκούσε 8 ηµέρες38.
Ο Jucherau de Saint Denis είχε αξιόλογη καριέρα ως αξιωµατικός του
γαλλικού στρατού σε διάφορα µέρη της Ευρώπης. Στην Ελλάδα υπηρέτησε ως
Προξενικός Πράκτορας της Γαλλίας κατά το διάστηµα 1828-1829. Σε µια από τις
εκθέσεις του αναφέρει την ευφορία της κοιλάδας και των πλούτο των παραγόµενων
προϊόντων της, δεν παραλείπει όµως να σηµειώσει και τα προβλήµατα που της
δηµιούργησε η διέλευση των τουρκικών στρατευµάτων39.
Ο Christopher Wordsworth, ελληνιστής, θεολόγος και συγγραφέας
αναφέρεται κι αυτός στην οµορφιά και ευφορία της κοιλάδας του Σπερχειού (1832-
33), ενώ στέκεται ιδιαίτερα στη σύνδεση του νέου µε τον αρχαίο κόσµο. Καθώς στο
µυαλό του έρχονται οι µύθοι του Ηρακλή και οι στίχοι από τις «Τραχίνιες», «βλέπει»
στις φτωχές χωρικές της περιοχής πρόσωπα από το χορό των Τραχινίων γυναικών
του Σοφοκλή40.

γ. Η Λαµία ελεύθερη

Η Λαµία ελευθερώθηκε στις 28 Μαρτίου 1833, µε βάση τις συνθήκες που


είχαν συµφωνηθεί και υπογραφεί, εν τω µεταξύ. Σηµαντικά στιγµιότυπα της
απελευθέρωσης της πόλης µας περιγράφει ο Χριστόφορος Νέεζερ, Βαυαρός
στρατιωτικός, από τους πολλούς που βρέθηκαν στην Ελλάδα, τα χρόνια εκείνα,
συνοδεύοντας το βασιλιά Όθωνα.
Την ήδη ελεύθερη, µα µισοκατεστραµµένη κι σχεδόν εγκαταλειµµένη από
Έλληνες, Λαµία περιγράφει µε µελανά χρώµατα (αλλά και µε µια, µάλλον,
αδικαιολόγητη από τις συνθήκες απέχθεια) ο Φαναριώτης πολιτικός και συγγραφέας
Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, πρώτος Έλληνας διοικητής της πόλης41.
Ο Ludwig Ross πολύγλωσσος και πολυµαθής, ήρθε στην Ελλάδα το 1832 και
ανέλαβε τη διεύθυνση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και την έδρα της αρχαιολογίας
στο Πανεπιστήµιο Αθηνών. Θεωρείται ότι πρόσφερε καλές υπηρεσίες στην
αρχαιολογία µας και έδωσε υπόσταση στα αρχαιολογικά ευρήµατα και µνηµεία
προστατεύοντάς τα και οργανώνοντάς τα µουσειακά. Τα καθήκοντα του αυτά και η
σχέση του µε την αυλή του Όθωνα του έδωσαν την ευκαιρία να γυρίσει την τότε
ελεύθερη Ελλάδα και να καταγράψει όχι µόνο τις αρχαιότητες µα και το σύγχρονο
τρόπο ζωής.
Ο Ross βρέθηκε δυο φορές στην περιοχή µας. Την πρώτη (1834) έχοντας ως
βάση τη Λαµία και τη δεύτερη (1845) την Υπάτη. Τα κείµενα που αφορούν το 1834

38
ό.π. σ. 60
39
ό.π. σ. 61
40
ό.π. σ. 62
41
ό.π. σ. 64-65. Βλέπε και περ. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ τ. 6/1985 σε µετάφραση Αφροδίτης.
Θεοδώρου.
περιγράφουν τη Λαµία ως ανατολίτικη πόλη, µε εντελώς κατεστραµµένο το αρχαίο
παρελθόν της, ενώ αναφέρουν τα πιο σηµαντικά πρόσωπα της πόλης και την νέα
χρήση του σεραγιού ως στρατώνα42. Καταγράφουν τις επισκέψεις του Όθωνα και της
συνοδείας του σε Αγία Μαρία και Στυλίδα καθώς και στο ελληνικό τµήµα της Όθρης
(Αντίνιτσα κ.λ.π.). Η εξαιρετική θέα του επιτρέπει να περιγράψει όλη τη γύρω
περιοχή στα βόρεια (τουρκική τότε Θεσσαλία), στα νότια και ανατολικά, µε λυρικό
τρόπο και να κάνει συγκινητικές αναφορές στην αρχαία αλλά και πιο πρόσφατη
ιστορία. Υποβαθµίζει, όµως, τη σηµασία του φαινοµένου της ληστείας που από τότε
είχε αρχίζει να εµφανίζεται και που τόσο ταλαιπώρησε τη χώρα κατά το µεγαλύτερο
µέρος του 19ο αιώνα. Στα γραπτά της δεύτερης επίσκεψής του (1845) κυριαρχεί η
πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της ανάβασης των βασιλιάδων και της συνοδείας τους
στην Οίτη43.
Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση «περιηγητή» ήταν κι αυτή του Gustave d’
Eichthal. Σπούδασε στο Παρίσι όπου και προσχώρησε στον Σαινσιµονισµό. Ύστερα
από δίκη του αρχηγού της εταιρείας, αυτή διαλύθηκε και τα µέλη της κατέφυγαν στο
εξωτερικό, µε σκοπό τη διάδοση και εφαρµογή των ιδεών τους σε άλλες χώρες.
Κάποιοι ήρθαν στην Ελλάδα και πήραν σηµαντικές θέσεις στον κρατικό µηχανισµό.
Ο Eichthal βρέθηκε στο Γραφείο Πολιτικής Οικονοµίας, µε αποστολή να οργανώσει
την οικονοµική δραστηριότητα του νέου κράτους. Οι προτάσεις του όµως για την
οικονοµική ανάπτυξη της Ελλάδας δεν έγιναν δεκτές. Μετά από αυτό ξεκίνησε µια
περιοδεία στην Ανατ. Στερεά (1834-35) µε σκοπό να εξετάσει την κατάσταση που
επικρατούσε και το εφικτό ή µη των προτάσεων. Τα συµπεράσµατά του ήταν µάλλον
δυσάρεστα για την κοινωνική, οικονοµική και διοικητική κατάσταση της χώρας. Με
την επάνοδό του στην Αθήνα αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να επιστρέψει τελικά
στη Γαλλία. Εκεί συνέχισε να ενδιαφέρεται για τα ελληνικά πράγµατα µε διάφορες
δραστηριότητες.
Το οδοιπορικό του, πολύ σηµαντικό και µεγάλο, αφορά όχι µόνο τη Λαµία
αλλά και άλλες περιοχές της Φθιώτιδας. ∆ίνονται πολλά στοιχεία για τον πληθυσµό,
τις καλλιέργειες, την γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, το ιδιοκτησιακό
καθεστώς, το βιοτικό επίπεδο, την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, τα κάθε
είδους προβλήµατα, µε κορυφαίο το ληστρικό και διατυπώνονται σκέψεις και σχέδια
για τη βελτίωση των συνθηκών και την ανάπτυξη της περιοχής. Περιγράφονται
επίσης πρόσωπα και τρόπος ζωής στη Λαµία και άλλα χωριά. Σχολιάζεται επίσης η
κατάσταση στη γειτονική, τουρκοκρατούµενη Θεσσαλία και αναφέρονται τα
προβλήµατα που δηµιουργεί ο συνοριακός χαρακτήρας της περιοχής και η
τελωνειακή πολιτική σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο.44.
Πολύ ενδιαφέροντα κείµενα και του επόµενου «περιηγητή», του George
Finlay. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του τον συγκίνησε η ελληνική επανάσταση
κι έτσι ήρθε στην Ελλάδα το 1823. Ένα σοβαρό πρόβληµα υγείας τον ανάγκασε να
πάει στην Ιταλία για ανάρρωση και κατόπιν στη Σκωτία για το δίπλωµά του.
Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1827 κι εγκαταστάθηκε µόνιµα στην Αττική. Αφού οι
προσπάθειές του για µεταρρύθµιση του ελληνικού αγροτικού συστήµατος απέτυχαν,
στράφηκε στα γράµµατα. Έγραψε πολλά κι ενδιαφέροντα βιβλία για την ελληνική
ιστορία, αρχαία, µέση και νεότερη. Οι ανταποκρίσεις του στους Times (1864-1870)
και η αλληλογραφία του, επηρέασαν πολλές φορές έντονα την ελληνική πολιτική
σκηνή.

42
Ό.π. σ. 67-69
43
ό.π. σ. 109-110
44
ό.π. σ. 71-77 δες επίσης όλο το κείµενο στο: Εϊχτάλ Γκ. «Οικονοµική και κοινωνική κατάσταση
στην Ελλάδα µετά το 1821», ΜΠΑΫΡΟΝ - 1974
O Finlay βρέθηκε στην περιοχή µας το 1835. Αναφέρεται στην κακή
κατάσταση της περιοχής, την οποία είχε προκαλέσει η στρεβλή οργάνωση του
Ελληνικού κράτους, µε την έλλειψη ορθολογισµού , τη διαφθορά, τη γραφειοκρατία,
το φαινόµενο της ληστείας, µια πραγµατικότητα που είχε δηµιουργήσει µεγάλη
ανασφάλεια στους κατοίκους. Αναφέρεται επίσης στην ύπαρξη ενός «γιατρού» µε
οπερατική εµφάνιση, και περιγράφει µε πολλές λεπτοµέρειες το µισοκατεστραµµένο
σεράι του Πασά, παραδίδοντάς µας κι ένα σκαρίφηµά του, διαφωνώντας µε την
βαυαρική κι ελληνική τακτική να καταστρέφεται κάθε τι τουρκικό αριστούργηµα ή
µη. Σχολιάζει, επίσης, αρνητικά την κυβερνητική απόφαση να χτιστεί στρατώνας
στο Κάστρο της Λαµίας κι όχι σπάνω στη συνοριακή γραµµή και σηµειώνει τα
διαρκή επεισόδια µε τους ληστές στην φθιωτική ύπαιθρο αλλά και στη Λαµία και
µάλιστα εναντίον του σπιτιού του Μητροπολίτη. Στέκεται ιδιαίτερα στο ανθυγιεινό
του κλίµατος της περιοχής και αναφέρει την κυβερνητική απόφαση για απαγόρευση
της καλλιέργειας καπνού και ρυζιού, µε σκοπό την προστασία της δηµόσιας υγείας45.
Γενικά είναι ένα εκτεταµένο και πολύ ενδιαφέρον κείµενο για την περιοχή µας, παρά
το γεγονός ότι βλέπει τα πράγµατα µε τη µατιά της αγγλικής πολιτικής.
Ο Herman Furst von Puckler-Muskau ήταν ένας Γερµανός βαρώνος, ο
οποίος έζησε µια έντονη ζωή γεµάτη ταξίδια, περιπέτειες, γλέντια ,έρωτες, γνωριµίες
µε προσωπικότητες της εποχής κ.λ.π. Ασχολήθηκε µε το γράψιµο και την
αρχιτεκτονική του τοπίου. Την Ελλάδα επισκέφτηκε το 1835.
Είδε τη Λαµία µέσα από τα µάτια του αριστοκράτη, σηµειώνοντας τις
ελάχιστες ανέσεις που του προσέφερε η διαµονή του σ’ αυτή και τη θλιβερή όψη της,
σε αντίθεση µε την οµορφιά του ορεινού φυσικού τοπίου. Επισκέφτηκε την Υπάτη,
που τις ηµέρες εκείνες είχε το παζάρι της και τα ιαµατικά της λουτρά. Φεύγοντας από
τη Λαµία, αλγεινή εντύπωση του προκάλεσε και η κατάσταση του παλιού σεραγιού,
το οποίο είχε µετατραπεί σε στρατώνα, και η έλλειψη πειθαρχίας και καθαριότητας
των Ελλήνων στρατιωτών και του διοικητή τους46.
O Karl Gustav Fiedler, γεωλόγος, περιόδευσε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες
µεταξύ 1834-1837. Στην Φθιώτιδα ήρθε το 1836. Περιγράφει το Σπερχειό κι
αναφέρεται ιδιαίτερα στις πληµµύρες του, ενώ δεν παραλείπει να κάνει και διάφορες
γεωλογικές- ορυκτολογικές παρατηρήσεις. Γράφει για τους νερόµυλους της Λαµίας
καθώς και για τα υπολείµµατα του αρχαίου τείχους. Για την ίδια την πόλη λέει ότι
ήταν ερειπωµένη, είχε διάφορες στρατιωτικές µονάδες και Στρατοδικείο. Μεταξύ των
αξιωµατικών της αναφέρει και το όνοµα του θεατρικού συγγραφέα Μιλτιάδη
Χουρµούζη47.
Συγκλονιστική είναι η µαρτυρία του επόµενου περιηγητή, του Josef baron
Ow. Είχε βρεθεί το 1837 στην Αθήνα και περιόδευσε αρχικά στην Πελοπόννησο ως
µέλος της αυλής του Όθωνα, ενώ το 1838 βρέθηκε στη Λαµία. Στα κείµενά του
φαίνεται το ροµαντικό πνεύµα που τον διέκρινε και η έντονη απογοήτευσή του από
την τροπή που είχαν πάρει τα πράγµατα στην ελεύθερη Ελλάδα. Αιχµή του
προβλήµατος η εµφάνιση του φαινοµένου της ληστείας και οι τρόποι αντιµετώπισής
του, αλλά και ο αυταρχισµός της εξουσίας, η έλλειψη δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, η
κακή κρατική οργάνωση, η διαφθορά, η παρεοκρατία κ.λ.π., προβλήµατα που µας
ταλαιπωρούν µέχρι σήµερα, προσαρµοσµένα βέβαια στις συνθήκες τις εποχής µας.
Φθάνει στην πόλη την περίοδο της νηστείας της Σαρακοστής κι αυτό του
δηµιούργησε πολλά προβλήµατα, όπως και το κρύο που επικρατούσε. Τα πράγµατα

45
ό.π. σ. 79-81
46
ό.π. σ. 83-84
47
Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία - Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ.85-86
όµως αλλάζουν µε τον ερχοµό του Πάσχα. Εδώ συναντά τον συγγραφέα και
αγωνιστή Περραιβό ενώ περιγράφει το τούρκικο σεράι και το κάστρο της πόλης.
Αναφέρεται στις κάθε είδους στρατιωτικές µονάδες που υπήρχαν, στην έλλειψη
συνεργασίας τους και στις εγκληµατικές αυθαιρεσίες των ηγετών τους (βασανισµοί,
εκτελέσεις κ.λ.π.). Το σηµείο αυτό του κειµένου του είναι και το πιο ενδιαφέρον και
αγγίζει ορισµένα από τα αίτια της νεοελληνικής «κακοδαιµονίας»48.
Πολύ σηµαντικό οδοιπορικό είναι κι αυτό του Jean A. Buchon, ιστορικού της
περιόδου της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του
1821 εκδήλωσε µε θέρµη τα φιλελληνικά του αισθήµατα.. Μεταξύ 1840-42 ταξίδεψε
στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι εντυπώσεις από το ταξίδι του στην Ελλάδα
δηµοσιεύθηκαν στο έργο του: «Η Στερεά Ελλάδα και ο Μοριάς». Οι περιγραφές του
είναι πολύ λεπτοµερείς κι ενδιαφέρουσες.
Τον απασχολεί το αγροτικό – ιδιοκτησιακό πρόβληµα της περιοχής. Κάνοντας
µια αναδροµή στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της
Επανάστασης , αναφέρει συνοπτικά την εξέλιξη του προβλήµατος, τονίζοντας την
άσχηµη σύγχρονή του εξέλιξη που είχε ως αποτέλεσµα τη γεωργική υπανάπτυξη και
τη φτώχεια των ντόπιων αγροτών. Για τη Λαµία αναφέρει ότι είναι µια πόλη σε
άνθηση, µε ενδιαφέροντες δηµόσιους χώρους και ορισµένους σηµαντικούς
ανθρώπους, σηµειώνει όµως την έλλειψη καλού ξενοδοχείου. Επισκέπτεται και
περιγράφει το Σεράι του Χαλήλ-µπεη, το Κάστρο και το συνοριακό,
Λοιµοκαθαρτήρο (καραντίνα) της Ταράτσας, αναφέροντας τα προβλήµατα που
δηµιουργεί στις µετακινήσεις από την γειτονική Θεσσαλία (τότε ακόµα τουρκική)49.
Και το επόµενο κείµενο είναι πολύ ενδιαφέρον. Πρόκειται για γραπτά του
αρχαιολόγου Ludolf Stefani (1840), ο οποίος χρηµάτισε καθηγητής Φιλολογίας και
Αρχαιολογίας στο πανεπιστήµιο του Ντόπαρτ. Κατόπιν ανέλαβε τη διεύθυνση του
τµήµατος κλασσικών αρχαιοτήτων του Ερµιτάζ. Ο Stefani αναφέρεται µε
λεπτοµέρειες στις αρχαιότητες που συνάντησε στη Λαµία κι είναι ο πρώτος
περιηγητής που το κάνει αυτό. ∆εν παραλείπει όµως να περιγράψει και την ίδια την
πόλη αλλά και τη φθιωτική φύση, βουνά και κοιλάδα του Σπερχειού50.
Την ίδια εποχή (1841) συντάχθηκαν επτά εκθέσεις, για λογαριασµό της
γαλλικής κυβέρνησης, σχετικά µε την κατάσταση στην Ελλάδα. Την αποστολή αυτή
είχε αναλάβει ο Γάλλος Φιλέλληνας Teobald Piscatory που πολέµησε στο πλευρό
των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ήταν άριστος γνώστης της τότε
ελληνικής πραγµατικότητας και για αυτό κατά τα έτη 1843-1848 χρηµάτισε πρέσβης
της Γαλλίας στην Αθήνα.
Μέρος της τρίτης και της έβδοµης έκθεσης αναφέρονται αναλυτικότατα σε
πρόσωπα και καταστάσεις της Στερεάς Ελλάδας. Μας δίνουν ενδιαφέρουσες
πληροφορίες για τα πλέον σηµαίνοντα πρόσωπα στην περιοχή, τις πολιτικές-
κοµµατικές τους πεποιθήσεις, τη σχέση τους µε τις τρεις µεγάλες δυνάµεις της εποχής
(Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), το χαρακτήρα και τις ικανότητές τους. Αναφέρονται επίσης
στην κατάσταση της περιοχής οικονοµική και κοινωνική, µε ιδιαίτερη έµφαση στο
αγροτικό - ιδιοκτησιακό πρόβληµα. Ενδιαφέρουσες είναι και οι απόψεις και

48
ό.π. σ. 87-89
49
ό.π. σ. 90-94 και βέβαια την αρχική πηγή, το δηµοσίευµα του Κων/νου Κοτσίλη στα ΦΘΙΩΤΙΚΑ
ΧΡΟΝΙΚΑ τ.5/1984.
50
Ό.π. σ. 95-98 και φυσικά την αρχική πηγή: Γ. Πλατή: «Λαµία - Ιστορική και Κοινωνική έρευνα»,
∆ΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ, Αθήναι 1973, σ. 129-134
πληροφορίες του για τη µελλοντική επέκταση της Ελλάδας προς τα βόρεια και τον
τρόπο µε τον οποίο, πίστευε ότι, θα πρέπει να γίνει51.
∆υο χρόνια µετά (1843) τη Λαµία επισκέπτεται ο Antoine-Marie Chenavard
συνοδευόµενος από το ζωγράφο Etienne Rey. Ο Chenavard σπούδασε αρχιτεκτονική
και κατόρθωσε να γίνει ένας από τους πιο γνωστούς αρχιτέκτονες της εποχής του.
Σπουδαία έργα του κοσµούν την πατρίδα του Lyon (όπερα, εκκλησίες, δικαστικό
µέγαρο κ.α.) και άλλες γαλλικές πόλεις. Έκανε πολλά ταξίδια στην Ιταλία και Ελλάδα,
εικόνες και εντυπώσεις των οποίων δηµοσίευσε στα βιβλία του. Για τη Λαµία βέβαια
οι πληροφορίες του είναι λίγες, εξαντλούµενες στην περιγραφή του κάστρου, της
θέας του, στην επισήµανση της, στρατηγικής σηµασίας, θέσης της και την αναφορά
του ως πόλης ακόµη µισοερειπωµένης. Σε αντίθεση µε το φτωχό κείµενό του οι
εικόνες που άφησε, µαζί µε το συνεργάτη του Rey, µας είναι πολύτιµες κι
ενδιαφέρουσες52.
Ένα, ακόµα, ενδιαφέρον κείµενο είναι κι αυτό του, Ελληνοαµερικάνου,
Γρηγόρη Περδικάρη, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα το 1837 υπηρετώντας ως
πρόξενος των Η.Π.Α. στην Αθήνα. Με την ιδιότητά του αυτή περιόδευσε σε όλη την
Ελλάδα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε δίτοµο έργο. Στον πρώτο τόµο αυτού
του βιβλίου περιγράφεται η Φθιώτιδα, την οποία επισκέφθηκε το 1844.
Προσεγγίζοντας τη Λαµία από το δρόµο της Υπάτης µας περιγράφει το ήρεµο
Σπερχειό, τα αµπέλια της Λαµίας, τη θέα του Κάστρου και τους µύλους. Σηµειώνει
τον τουρκικό χαρακτήρα που διατηρεί ακόµη η όψη της πόλης, περιγράφει το σπίτι
του ∆ρόσου Μανσόλα και συναντάται µε άλλες προσωπικότητες της πόλης µε τις
οποίες είχε ενδιαφέρουσες συζητήσεις για την ανάπτυξή της, µε βασικό άξονα την
ενίσχυση της παιδείας53.
Ο Edward Lear υπήρξε καλλιτεχνικός συνεργάτης στην Zoological Society
και στο Βρετανικό Μουσείο. Ασχολήθηκε επίσης µε τη συγγραφή και µε τις
περιηγήσεις σε όλη την Ευρώπη. Αποτέλεσµα η έκδοση περιηγητικών βιβλίων,
σχεδίων και ελαιογραφιών. Είναι πολύ γνωστός από τα λίµερικς, τα χιουµοριστικά
στιχουργήµατα µε τη χαρακτηριστική µορφή.
Το 1848 ήταν µια ταραγµένη χρονιά για την Ελλάδα καθώς είχε ξεσπάσει το
αντιοθωνικό κίνηµα και διεξάγονταν σφοδρές συγκρούσεις ανάµεσα στους
επαναστάτες και στα φιλοβασιλικά στρατεύµατα, ιδιαίτερα στην περιοχή µας. Ο Lear
µας περιγράφει µε χιούµορ τη γραφική εικόνα των στρατευµάτων, αναφέροντας και
τις φήµες που ακολουθούσαν πρόσωπα και καταστάσεις, µη παραλείποντας να σταθεί
και στην περιπέτεια που είχε στη Στυλίδα, όταν τραυµατίστηκε από έναν… τράγο
στην προσπάθειά του να ζωγραφίσει το τοπίο.
Τη Λαµία βρήκε, όχι και τόσο όµορφη, γεµάτη από στρατιώτες. Αναφέρει
τους µιναρέδες της πόλης και τους πολλούς πελαργούς της µε τους χαρακτηριστικούς
τους θορύβους. Καθισµένος σε ένα µπαλκόνι, την ώρα του δειλινού, κι ακούγοντας
το «τραγούδι» των πελαργών και τις σάλπιγγες των στρατιωτών, ένιωσε να βρίσκεται
σε ατµόσφαιρα ονείρου54.

51
ό.π. Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία - Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ. 99-104 και Πούλου Χ.Ι.: «Πολιτικά της Στερεάς Ελλάδος επί Όθωνος»,
ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΟΕΛΛΑ∆ΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
52
ό.π. σ. 105-106
53
ό.π. σ. 107-108 και ακόµα: Κοτσίλης Κ. : «Τζ. Περδικάρης: η Ελλάδα των Ελλήνων», περ.
ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ τ.6/1985
54
ό.π. σ. 111-112 και ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ: Έντ. Ληρ: «Ταξίδια στα 1848-49», τ.45 / 24-
8-2000
Στους περιηγητές θα µπορούσαµε να εντάξουµε και τον Edmont About. Το
1848, σε πολύ νεαρή ηλικία ήρθε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει στη Γαλλική
Αρχαιολογική Σχολή,. Το ανήσυχο πνεύµα του τον έκανε να ασχοληθεί µε την
ιστοριογραφία, τη λογοτεχνία, τον περιηγητισµό, την κοινωνιολογία, την πολιτική και
την οικονοµία ακόµα. Ήταν εχθρός της καταπίεσης των µικρών εθνών από τις
Μεγάλες ∆υνάµεις και φιλελεύθερος σε ακραίο βαθµό. Αν και επικρίθηκε για την
αυστηρότητα της κριτικής του απέναντι στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, ο χρόνος
µάλλον τον δικαιώνει.
∆εν περιγράφει εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος και µάλλον δεν είχε
επισκεφθεί τη Φθιώτιδα. Αναφέρεται όµως σε πρόσωπα και καταστάσεις-
προβλήµατα της κοινωνικής και πολιτικής πραγµατικότητας της περιοχής µας, αλλά
και της κεντρικής πολιτικής σκηνής, όπως το πολυσύνθετο φαινόµενο της ληστείας, η
κρατική αυθαιρεσία και καταπίεση, οι φατρίες, το παρακράτος της εποχής, η
βασιλική ανοχή απέναντι σε όλα αυτά και , συνάµα, η ανεπάρκεια ή η έλλειψη
διάθεσης για βελτίωση ή λύση τους. (περίοδος 1848-1854)55.
Συγκλονιστικό και το κείµενο του Appert (1856). Παράξενη και ροµαντική
φυσιογνωµία, ο Benjamin Nicolas Marie Appert ή chevalier Appert , αρχικά
ακολούθησε το στρατιωτικό κλάδο, αλλά διάφορα γεγονότα του έστρεψαν την
προσοχή στην κακή κατάσταση του σωφρονιστικού συστήµατος. Πρότεινε ένα άλλο
σύστηµα κράτησης των φυλακισµένων, µε στόχο καλές συνθήκες διαβίωσης και
οµαλή επανένταξη στην κοινωνία. Για το σκοπό αυτό έγραψε πολλά βιβλία που
µεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και επηρέασαν αρκετούς. Στα µέσα του 19ου αι.
ήρθε στην Ελλάδα, όπου πάλεψε για τους ίδιους σκοπούς. Το 1855 βρέθηκε στη
Μεθώνη και προσπάθησε να µετατρέψει το κάστρο της σε πρωτότυπη "αποικία"
φυλακισµένων. Παρ΄ όλες τις υποσχέσεις που έλαβε από την κεντρική εξουσία, δεν
το κατάφερε. Παρέµεινε στη Μεθώνη µέχρι το θάνατό του (17-1-1873), γραφικός και
απόκοσµος, έχοντας εξαντλήσει όλη του την περιουσία σε φιλανθρωπίες.
Στη Λαµία επισκέπτεται τις φυλακές (αλλά και κάποιες στρατιωτικές µονάδες
και το Στρατιωτικό Νοσοκοµείο) και αποτυπώνει την τραγικές και απάνθρωπες
συνθήκες που επικρατούσαν εκεί. Προτείνει και κάποιες λύσεις για τη βελτίωση των
συνθηκών, ενώ αναφέρεται και στο γενικότερο κλίµα ανασφάλειας που επικρατούσε
λόγω των ληστρικών επιδροµών και απαγωγών. Επειδή µε λίγα λόγια είναι δύσκολο
να µεταφέρει κανείς το κλίµα και τις εικόνες που περιγράφει ο Appert, νοµίζουµε ότι
απαιτείται η ανάγνωση του ίδιου του κειµένου του για να αντιληφθεί κάποιος
σφαιρικά το θέµα.
Η Dora d' Istria, ψευδώνυµο της Ελένης Γκίκα, είχε φαναριώτικη
καταγωγή. Πολυσύνθετη, ανήσυχη και φιλελεύθερη φύση ασχολήθηκε, µεταξύ των
άλλων, µε τη συγγραφή, την εθνογραφία, την ιστορία, τη σύνθεση και το φεµινιστικό
κίνηµα. Γύρισε πολλές χώρες του κόσµου και στάθηκε αλληλέγγυα στα κυριότερα
φιλελεύθερα κινήµατα της εποχής της. Έγραψε βιβλία σε 5 γλώσσες και θεωρείται
µια από τις σηµαντικότερες συγγραφείς του 19ου αιώνα. Για την περιοχή µας
αναφέρει λίγα και γενικά πράγµατα, σε σχέση µε το παραµεθόριο της θέσης της και
την αµυντική λειτουργία της σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης. Σηµειώνει, όµως, ότι
κάτι τέτοιο δεν ανησυχεί τους κατοίκους της, οι οποίοι κυριαρχούνται από επιθετική
διάθεση, µε σκοπό την απελευθέρωση των , τότε, σκλαβωµένων ελληνικών
περιοχών56 (1867).

55
ό.π. σ.113-115 και Αµπού Εντµόντ: «Η Ελλάδα του Όθωνος», Αφοι ΤΟΛΙ∆Η
56
ό.π. σ.122-123
Ο Henri Belle από το 1868 έως το 1872 βρέθηκε στην Αθήνα ως 3ος
γραµµατέας της γαλλικής Πρεσβείας. Το 1874 επανήλθε ως 2ος γραµµατέας, αλλά για
έναν µόνο χρόνο. Ήταν ένα άτοµο εξαιρετικής µόρφωσης, χαρακτηρίζεται ως
"πανεπιστήµονας" της εποχής του. Στα κείµενά του παρουσιάζει τα γεγονότα µε
συνεχή διαπλοκή παρόντος-παρελθόντος, σαφήνεια, γλαφυρότητα, πειστικότητα
επιχειρηµάτων και έντονο το συγκινησιακό στοιχείο.
Αφιερώνει ένα µέρος της αναφοράς του στην περιοχή µας, στο σχολιασµό των
σχεδίων της εποχής για δηµιουργία µεγάλου σιδηροδροµικού δικτύου, διαφωνώντας.
Βρίσκει τα µεγαλεπήβολα αυτά σχέδια57 µη βιώσιµα και προτείνει την κατασκευή
δικτύου αµαξιτών δρόµων και σιδηροδροµικές συνδέσεις µικρών αποστάσεων
λιµανιών-ενδοχώρας. Εκτενώς, επίσης, αναφέρεται και στο µεγάλο πρόβληµα της
ληστείας που µάστιζε τη χώρα κι ιδιαίτερα τη Φθιώτιδα. Γι’ αυτό κάνει
ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σηµειώνοντας την ανεπάρκεια των διωκτικών
δυνάµεων, τη διασύνδεση ληστών- κτηνοτρόφων- πολιτικών, το συνοριακό και
ορεινό χαρακτήρα της περιοχής καθώς και τη στάση των ελλήνων χωρικών απέναντί
τους.
Περνώντας από εάν µικρό ποτάµι µε λεύκες φτάνει στα πρώτα σπίτια της
Λαµίας όµορφα βαµµένα και τριγυρισµένα από κήπους. Εδώ συναντά το ∆ιοικητή
της Θεσσαλίας Οσµάν Πασά, Πολωνό στην υπηρεσία των Τούρκων, που είχε έρθει
για να συζητήσει µε τις τοπικές αρχές το ζήτηµα της αντιµετώπισης της ληστείας. Ο
Οσµάν εκθέτει τις δικές του προτάσεις που βασίζονται στην απόλυτη συνεργασία των
δύο πλευρών. ∆ιαφωνεί, επίσης, αυτός εύλογα, και στην προοπτική κατασκευής του
ελληνικού σιδηροδρόµου. Ο Belle περιγράφει επίσης την κεντρική πλατεία µε τους
θαµώνες της και τις προεκλογικές συζητήσεις58 και τη Λαµία από το Κάστρο την ώρα
του δειλινού.59
Από τους πολλούς ταξιδιωτικούς οδηγούς που άρχισαν να εκδίδονται από
Έλληνες, εκείνη την περίοδο, ξεχωρίζει αυτός του Μιλτιάδη Μπούκα (1875)
Περιλαµβάνει περιγραφή της πόλης, αναφορές στην οικονοµία της περιοχής και
εκτενή κατάλογο δηµόσιων υπηρεσιών καθώς και πολλών βιοτεχνών και
επαγγελµατιών της πόλης. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αναφορές του στην
τοπική, τότε δηµιουργούµενη, βιοµηχανία.60
Ο Habbo Gerhard Lolling σπούδασε κλασσική φιλολογία και αρχαιολογία
και ανέλαβε το ελληνικό τµήµα της εγκυκλοπαίδειας του Baedeker: "Εγχειριδίο για
ταξιδιώτες", το οποίο δούλεψε µέχρι το 1878. Τότε ολοκληρώθηκαν τα δύο µέρη τα
οποία αναφέρονται στην Κεντρική Ελλάδα. Σε αυτά δεν περιγράφει µόνο τη
σύγχρονη Ελλάδα αλλά συµπεριλαµβάνει ιστορικά στοιχεία και περιγραφή των
µνηµείων κάθε εποχής κι ιδιαίτερα αυτών της αρχαιότητας.
Περιγράφει τη Λαµία (1876-1877) ως «ρέουσα ζωγραφιά» και υπό ανάπτυξη
πόλη, η οποία όµως στερείται ξενοδοχείου. Σηµειώνει την, µε γοργούς ρυθµούς,
ανοικοδόµηση της, τα καφενεία και εστιατόρια της πλατείας και την ύπαρξη
αθηναϊκών εφηµερίδων. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα αρχαιολογικά «υπολείµµατα»
της πόλης και στο Κάστρο, ενώ σηµειώνει και την ύπαρξη ιχνών πολλών

57
Το σχέδιο, πέραν του υπάρχοντος σήµερα δικτύου, πρόβλεπε κατασκευή γραµµής που θα διέσχιζε
όλη την Πίνδο και θα έφθανε ως την Αυλώνα της Αλβανίας.
58
Το ότι ήταν περίοδος δηµοτικών εκλογών µας κάνει να πιθανολογούµε ότι ο Belle ήρθε στη Λαµία
ή το 1870 ή το 1874, χρονιές κατά τις οποίες έγιναν δηµοτικές εκλογές. Κατά τη γνώµη µας το 1870
είναι η πιθανότερη χρονιά επίσκεψής του.
59
Ό.π. σ.124-129 και στο Μπελ Ανρί: «Ταξίδι στην Ελλάδα (1861-1864)», ΙΣΤΟΡΗΤΗΣ 1993
60
ό.π. σ.130-132 και όλο το δηµοσίευµα του Μπούκα στο: Χειµώνας Χρήστος: «Σελίδες για τη Λαµία
του 1875», περ. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τ.8/1987
παρεκκλησίων γύρω από αυτό. ∆εν παραλείπει επίσης να αναφερθεί στις
µισοκατεστραµµένες ζωγραφιές που είχαν αποµείνει στο εξωτερικό πολλών σπιτιών,
από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.61
Ο Γ.Π. Πολίτης ήταν ένας από τους, νεαρής ηλικίας, εθελοντές που µε
ενθουσιασµό θέλησαν να συνεισφέρουν κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1879.
Απογοητευµένος από την κακή οργάνωση και την ατυχή έκβαση του εγχειρήµατος
κατέγραψε όλες τις εµπειρίες του σε ένα µικρό, αλλά ενδιαφέρον, βιβλίο που εξέδωσε
µερικούς µήνες αργότερα. Σ' αυτό περιγράφει, µεταξύ των άλλων, την κατάσταση
στη Λαµία και την εξέλιξη των πολεµικών επιχειρήσεων στα µέρη του ∆οµοκού.62
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καταγραφή της επίσκεψης του βασιλιά
Γεώργιου του Α΄ το 1881 στην ελεύθερη Θεσσαλία 63 και Φθιώτιδα. Ο άγνωστος
συντάκτης της, µέλος του βασιλικού επιτελείου, περιγράφει τη διαδροµή από ∆οµοκό
προς Λαµία, µε αυστηρά υπηρεσιακό ύφος, καταγράφοντας τις αποστάσεις χρονικά,
µε ακρίβεια λεπτού. Τα σχετικά µε τη Λαµία επικεντρώνονται στα της βασιλικής
υποδοχής (επιγραφές, λόγοι, συνθήµατα, πρόσωπα, χώροι κ.λ.π.).64
Στα 1886 ο Σόντερς Φόρστερ κάνει µια, διαφορετική, λυρική περιγραφή της
Λαµίας, αν και για να φθάσει σ’ αυτή ταλαιπωρήθηκε από την κακοκαιρία.
Αναφέρεται στην πανίδα των εκβολών του Σπερχειού, ξεχωρίζοντας τους ερωδιούς,
τις πάπιες και τα σκουφοβουτηχτάρια. Στα µάτια του η Λαµία φαντάζει γραφική,
ανάµεσα σε πολυάριθµα δέντρα - «ακρίτες» που την προστατεύουν από τους
βόρειους παγωµένους ανέµους, σε ανθισµένους κήπους και πλούσια περιβόλια.
Συνοµιλεί µε την κόρη του πανδοχέα η οποία τον οδηγεί στη σοφίτα µε τη θαυµάσια
θέα των νεότερων αλλά και τουρκικών κτιρίων της πόλης, των µύλων του Αγίου
Λουκά και των γύρω βουνών. Στο κελάρι υπάρχουν δοχεία µε κρασί από τα
λαµιώτικα αµπέλια, ενώ στην αυλή τρέχουν πέρα-δώθε τα πουλερικά. Στο δωµάτιο
του κοριτσιού κρέµονται πολλές ρόκες. Η πόλη κατοικείται από καλοστεκούµενους
ανθρώπους που περηφανεύονται ότι είναι απόγονοι των Μυρµιδόνων του Αχιλλέα
και είναι απασχοληµένοι µε προεκλογικά ζητήµατα. Φεύγοντας από τη Λαµία µας
περιγράφει εξίσου γλαφυρά τη Μεγάλη Βρύση και τη Στυλίδα.65
Την ίδια χρονιά περιηγήθηκε την περιοχή µας κι ο Σουηδός Γιούλιους
Σέντερβαλ, ο οποίος βρέθηκε στη χώρα µας µετά από υποτροφία της πατρίδας του. Ο
Σέντερβαλ είχε διατελέσει διευθυντής σχολείων και του Ινστιτούτου Εργατών του
Soderham.
Σηµειώνει τη φιλόξενη διάθεση των κατοίκων και συναντάται µε την ελίτ της
πόλης από την οποία ξεχωρίζει το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας Μάρκο Ρενιέρη.
Αναφέρεται θετικά στο ξενοδοχείο στο οποίο διέµεινε καθώς και στο εστιατόριο, µε
τον ωραίο κήπο, στο οποίο δείπνησε. Θετικά είναι τα λόγια του και για τα φαγητά
που δοκίµασε καθώς και για το λαµιώτικο χαλβά.
Επισκέπτεται τις Θερµοπύλες και περιγράφει τα µέσα µεταφοράς,
σηµειώνοντας τη φήµη της Λαµίας στην κατασκευή σαµαριών, καθώς και τις
ενδυµατολογικές συνήθειες µερίδας των κατοίκων. ∆ίνει επίσης αρκετές πληροφορίες
τόσο για το χώρο των Θερµοπυλών όσο και για τα λουτρά και τη χρήση τους. Ως

61
ό.π. σ. 133-134
62
ό.π. σ. 135-138 και στο Γ.Π.Πολίτης: «Αποµνηµονεύµατα περί της τελευταίας εν Θεσσαλία
Επαναστάσεως», Αθήναι 1879
63
Η επίσκεψη έγινε λίγο µετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο τότε ελληνικό κράτος, το 1881.
64
Ν.Τ.∆αβανέλλος - Γ.Π.Σταυρόπουλος: «Λαµία - Με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)»,
ΟΙΩΝΟΣ, Λαµία 2005, σ. 139-142 και ∆ιαµαντής Κ. : « Ταξίδιο του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ εις
Φθιώτιδα (1881)», ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΟΕΛΛΑ∆ΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, τ.5/1961
65
ό.π. σ. 143-144
δάσκαλο τον ενδιαφέρουν στοιχεία για την εκπαιδευτική πραγµατικότητα τα οποία
αντλεί ερχόµενος σε επαφή µε την οικογένεια του γιατρού Ζαγγογιάννη. Επισηµαίνει
την υιοθέτηση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής από την ανώτερη τάξη της πόλης ενώ
αναφέρεται και στο, τότε, κτίριο των δικαστηρίων της Λαµίας όχι µε τόσο
κολακευτικά λόγια66.
Πολλές σελίδες για τόπους, πρόσωπα και καταστάσεις της Φθιώτιδας
αφιερώνει κι ο Gaston Dechamps. Ο Dechamps διορίστηκε στη Γαλλική Σχολή των
Αθηνών το 1885 και συµµετείχε σε αρχαιολογικές αποστολές στην Μ. Ασία (1887),
την Αµοργό και την κοιλάδα του Σπερχειού (1888). Καρπός αυτών των επισκέψεών
του ήταν τα δύο βιβλία του: "Στους δρόµους της Μικρασίας" και η "Ελλάδα σήµερα".
Επιστρέφοντας στη Γαλλία ασχολήθηκε επίσης µε τη δηµοσιογραφία, την πολιτική
και τη λογοτεχνία.
Περιγράφει µια πολύµηνη δίκη, µε πανελλήνιο ενδιαφέρον, που είχε διεξαχθεί
τότε στη Λαµία και δίνει πολλές πληροφορίες για τη στάση δικαστών, ενόρκων,
µαρτύρων, κατηγορουµένων, συνηγόρων, τις απόψεις της κοινής γνώµης καθώς και
για τις πολιτικές παραµέτρους της υπόθεσης ( η οποία αφορούσε κατάχρηση του
Γενικού ∆ιευθυντή των Τελωνείων και της κλίκας του).
Όσον αφορά την ίδια την πόλη την περιγράφει ως καινούργια µε τετράγωνες
πλατείες, ίσιους δρόµους και σύγχρονα σπίτια, να χάνει σταδιακά τον «τουρκικό»
χαρακτήρα της. ∆ιαπιστώνει ότι και στη Λαµία κυριαρχεί ένα αίσθηµα ανανέωσης
και αναγέννησης, µια διάθεση για εκσυγχρονισµό και µεταρρυθµίσεις, πολλές από τις
οποίες δεν είναι έτοιµος ο λαός να δεχθεί. Σηµειώνει ότι η βιαστική αυτή αναγέννηση
προκαλεί γραφικούς συνδυασµούς του νέου µε το απερχόµενο (;) παλιό. Περιγράφει
επίσης την καρδιά της πόλης, την πλατεία Ελευθερίας, και τον τρόπο «λειτουργίας»
της στη ζωή της Λαµίας.
Αναφέρεται επίσης στα αρνητικά της περιοχής: στο ανθυγιεινό κλίµα της και
στο µέγα πρόβληµα της ελονοσίας, καθώς και την ανάγκη διευθέτησης του Σπερχειού,
ώστε να πάψει να είναι η «µάστιγα» της περιοχής. Αρκετές γραµµές αφιερώνει και
στην ιστορία του τέλους του ∆ιάκου, παραθέτοντας και το σχετικό, γνωστό δηµοτικό
τραγούδι67.
Ο Rufus Byam Richardson, µεταξύ των ετών 1893 και 1903 διετέλεσε
∆ιευθυντής της Αµερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών της Αθήνας και
υπεύθυνος για τις ανασκαφές στην Κόρινθο και την Ερέτρια. Εξέδωσε πολλά βιβλία
µε θέµατα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Επισκέφτηκε την περιοχή µας για να µελετήσει τα της µάχης των
Θερµοπυλών. Λίγα γράφει για τη Λαµία, περιγράφοντας όµως µε ενδιαφέρον την
προσπάθειά του να περάσει το Σπερχειό, χρησιµοποιώντας τις περαταριές, τα
πρωτόγονα πορθµεία, που χρησιµοποιούντο µέχρι πριν µερικές δεκαετίες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απόψεις του (αρνητική κριτική) για την
αναπτυξιακή πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, τις υπέρογκες αµυντικές
δαπάνες και την προστασία του δηµόσιου χρήµατος68.
Ο Κων/νος Καπράλος, λόγιος, περιηγήθηκε την περιοχή µας το 1891. Το
1886 είχε εκδώσει στην Πάτρα το οδοιπορικό του "Ανά τα όρη" ενώ συνεργάστηκε
µε το περιοδικό "Παρνασσός" και το "Ηµερολόγιο" του Σκόκου. Φθάνοντας στη
Στυλίδα εντυπωσιάζεται από τη θέα του Μαλιακού, της Οίτης και της Εύβοιας.
Περιγράφει τη Λαµία µε εξωστρεφή, κοσµική, θα λέγαµε, διάθεση χαρακτηρίζοντάς

66
ό.π. σ. 145-147
67
ό.π. σ. 149-153 που αντλεί από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Ντεσάν: «Η Ελλάδα σήµερα:
Οδοιπορικό 1890», ΤΡΟΧΑΛΙΑ, Αθήνα 1992
68
ό.π. σ. 155-156
την πολύ όµορφη, περιποιηµένη, καθαρή, µε πολλές νέες οικοδοµές. Φθάνει στην
πλατεία Ελευθερίας όπου έπαιζε η στρατιωτική µουσική και όπου «νεάνιδες δροσεραί
και καλλίµορφοι περιεπάτουν». ∆εν παραλείπει όµως να σηµειώσει ότι τα τραπέζια
των καφενείων είχαν καταλάβει µέγα µέρος της πλατείας, µικραίνοντας το χώρο69.
Καταγράφει µια λαϊκή παράδοση για το παλιό όνοµα της πόλης και
επισκέπτεται το κάστρο, όπου εντυπωσιάζεται από την θέα που προσφέρει. ∆εν
παραλείπει να επισκεφθεί και τις εκκλησίες Αρχοντική, Παναγία ∆έσποινα και
Επισκοπή (τότε ερειπωµένη). Κατόπιν πηγαίνει στο κενοτάφιο του ∆ιάκου,
καταγράφει, σύντοµα, το χρονικό της δηµιουργίας του και καταλήγει στην πλατεία
∆ιάκου. Επόµενη επίσκεψή του τα Πηγαδούλια 70 όπου ήταν εξοχικά καφενεία µε
Γερµανίδες τραγουδίστριες αλλά και ορχήστρες δηµοτικών τραγουδιών. Από εκεί
πηγαίνει στον άλλο χώρο αναψυχής των Λαµιωτών των Άγιο Λουκά και τελειώνει το
οδοιπορικό του µε αναφορά στην οικονοµία και τα προϊόντα της περιοχής71.
Η δηµοσιογραφική δραστηριότητα του Βλάση Γαβριηλίδη ενόχλησε τους
Τούρκους που τον έδιωξαν από την Κων/πολη, το 1878. Ερχόµενος στην Ελλάδα
συνεργάστηκε µε τα περιοδικά "Ραµπαγάς" και "Μη χάνεσαι", το οποίο µετέτρεψε
στην εφηµερίδα "Ακρόπολις". Με τη µαχητικότητα και το ριζοσπαστισµό του έθεσε
τις βάσεις της δηµοσιογραφίας στην Ελλάδα, αγωνιζόµενος συνεχώς για την πρόοδο
και ανανέωση της πολιτικής, οικονοµικής και κοινωνικής ζωής της χώρας.
Η επίσκεψή του στην περιοχή µας (1892) µάς άφησε µία από τις πιο
σπουδαίες καταγραφές της κατάστασής της κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου
αιώνα. Χωρίς να υστερεί σε κοσµική διάθεση, από τον Καπράλο, η θεµατολογία του
άπτεται κυρίως κοινωνικών προβληµάτων. Ως τέτοια θεωρεί την κατάσταση των
αγροτών (λευκούς σκλάβους τους χαρακτηρίζει), την κακή οργάνωση του κράτους
στους τοµείς της οικονοµίας, εκπαίδευσης, δικαιοσύνης, δηµόσιας τάξης κ.λ.π. Οι
εκτενείς, και σε βάθος αναφορές του δεν µπορούν να συνοψιστούν σε λίγες γραµµές
και θεωρούµε, γενικά, ότι είναι αναγκαία η ανάγνωση ολόκληρου του κειµένου του.
Με λίγα λόγια θα µπορούσαµε να συνοψίσουµε τα της διαµονής του στη
Λαµία, όπου σηµειώνει την ποιότητα της λαµιώτικης κοινωνίας και την οµορφιά του
τοπίου της πόλης. Επισκέπτεται τις πλατείες Λαού (των µικροαστικών στρωµάτων)
και Ελευθερίας (κοσµικότερη), τα Πηγαδούλια, τον Άγιο Λουκά, το Κάστρο, τα
καφενεία, τα εστιατόρια και αποκοµίζει τις καλύτερες των εντυπώσεων. Σκωπτικά,
όµως, σχολιάζει την κατάσταση του ξενοδοχείου που διέµεινε και το χαρακτήρα του
ξενοδόχου72.
Ο µοναχός και λόγιος Ζωσιµάς Εσφιγµενίτης υπήρξε πολυγραφότατος. Με
έδρα το Βόλο εξέδωσε το περιοδικό ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, το ηµερολόγιο ΦΗΜΗ,
συνέγραψε πολλά βιβλία και άρθρα και ίδρυσε δηµόσιο αναγνωστήριο. Με τα γραπτά
του στηλίτευε την λειψανοκαπηλεία και την εκµετάλλευση των αγιασµάτων και των
θαυµατουργών εικόνων.
Η περιγραφή της περιοχής µας, που δηµοσίευσε στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ το 1894,
ξεκινά µε δηµογραφικά και διοικητικά στοιχεία και συνεχίζεται µε άλλες
πληροφορίες για την πόλη. Ιδιαίτερα στέκεται στην κατάσταση του κτιρίου του ναού
της Ευαγγελίστριας (Μητροπολιτικός Ναός) και αναφέρει ότι επειδή ο ναός ήταν

69
∆ιαχρονικό… φαινόµενο, όπως αποδεικνύει και η σηµερινή πραγµατικότητα της πλατείας (και όχι
µόνο)!
70
Πηγαδούλια, µε την ευρύτερη έννοια, ήταν η περιοχή που άρχιζε λίγο µετά από το σηµερινό
Χειµερινό Θέατρο και τελείωνε στο Ορφανοτροφείο Θηλέων. Τότε βέβαια, ήταν από
αραιοκατοικηµένη έως ακατοίκητη.
71
ό.π. σ. 157-160
72
ό.π. σ.161-165
ηµιτελής, είχε δηµιουργηθεί ένας δεύτερος, µικρότερος και προσωρινός, στο
εσωτερικό του πρώτου. Συνεχίζει µε την περιγραφή και άλλων ναών, των πλατειών,
των δρόµων και των υπόλοιπων κτηρίων της πόλης. Αναφέρεται στην καθυστέρηση
των εργασιών κατασκευής του σιδηροδρόµου και περιγράφει την κατάσταση του
µνηµείου του ∆ιάκου73.
Ο Νικόλαος Γερακάρης υπηρέτησε ως δικαστικός στη Λαµία αυτής της
περιόδου. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει στοιχεία για τη ζωή στην πόλη, η οποία,
λόγω της κατασκευής του σιδηροδρόµου, είχε προσελκύσει πολλούς έλληνες και
ξένους µηχανικούς, εργάτες, υπαλλήλους κ.λ.π. και παρουσίαζε όψη µεγαλούπολης.
Περισσότερα και πιο ενδιαφέροντα στοιχεία όµως καταγράφει σχετικά µε τα
δικαστικά ζητήµατα της περιοχής, αναφέρεται δε εκτενώς στην υπόθεση
Παπακυριτσόπουλου και τη δολοφονία των Ροζάκη και Αγελή74.
Ο γεωγράφος και πανεπιστηµιακός Alfred Philippson σπούδασε στα
πανεπιστήµια της Βόννης και της Λειψίας γεωλογία, γεωγραφία, µεταλλειολογία κ.α.
Έκανε πολλά ταξίδια σε Ευρώπη και Ασία όπου µελέτησε διάφορες περιοχές τους
από γεωγραφικής απόψεως, µε την ευρεία όµως έννοια. Έτσι τα κείµενά του είναι
πολύ ενδιαφέροντα, αφού δεν περιορίζεται µόνο στην περιγραφή και ανάλυση των
φυσικών δεδοµένων κάθε περιοχής, αλλά ανιχνεύει και την επιρροή τους στη ζωή και
την εξέλιξη των κατοίκων τους.
Την περιοχή µας επισκέφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1890, κατά τη
διάρκεια κατασκευής των έργων του σιδηροδρόµου. Αναφέρεται όχι µόνο σε
πολεοδοµικά και ιστορικά στοιχεία της πόλης άλλα και στην πανίδα σηµειώνοντας
την ύπαρξη πολλών καµηλών. Καταγράφει την οικονοµική κατάσταση της περιοχής
δίνοντας έµφαση στο σύστηµα των τσιφλικιών, το οποίο θεωρεί επιζήµιο για την
ανάπτυξή της. Ενδιαφέρουσα και η επίσκεψή του στο Λιµογάρδι και στη Γούρα,
καθώς και η αναφορά του στην ιστορία του λήσταρχου Τσουλή75.
Ο µεγάλος λογοτέχνης µας Ανδρέας Καρκαβίτσας, εκτός από το καθαρά
λογοτεχνικό έργο του, µας άφησε και πολλά οδοιπορικά. Ένα από αυτά αναφέρεται
και στη Λαµία του 1896. Σχολιάζει τις πολιτικές απόψεις των κατοίκων και
αναφέρεται στη δίκη του διευθυντού του ΣΡΙΠΤ. Αναφέρεται στα λαµιώτικα κουρεία,
ως χώρους όχι µόνο καλλωπισµού, µα και γενικότερα συναθροίσεων, συζητήσεων
και ζυµώσεων. Αναφέρεται ακόµη στα καφενεία, στα εστιατόρια και στον τρόπο
διασκέδασης, ενώ θετική είναι και η αναφορά του στην κατάσταση των φυλακών76.
Τη Λαµία την δραµατική περίοδο του Ελληνοτουρκικού πολέµου
περιγράφουν πολλά κείµενα του 1897. Από τα πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά των
Henri Turot και Πάτροκλου Κοντογιάννη77.
Για τη Λαµία (και την Υπάτη) του 1909 ενδιαφέρον είναι το κείµενο του
Καταλανού Ramon d' Alos-Moner ο οποίος συνόδευσε τον βυζαντινολόγο Antonio
Rubio I Liuch κατά τη διάρκεια του τρίτου ταξιδιού του στην Ελλάδα. Τις εµπειρίες
του αυτές δηµοσίευσε στο βιβλίο: "Εντυπώσεις από ένα ταξίδι στην Ελλάδα" (1911).
Ο Ramon d' Alos συγκρίνοντας συνεχώς τα τοπία της Ελλάδας µε εκείνα της
Καταλωνίας, µας δίνει µια χαριτωµένη εικόνα της Φθιώτιδας των αρχών του 20ου

73
ό.π. σ.166-167
74
ό.π. σ. 168-169 και στο: Γερακάρη Νικολάου: «Σελίδες εκ της συγχρόνου Ιστορίας: Πρόσωπα και
Πράγµατα», Αθήναι 1936
75
ό.π. σ. 171-174
76
ό.π. σ.175-176
77
ό.π. σ.177-184
αιώνα, όπου συνυπάρχουν το ανατολίτικο µε το διαρκώς εντεινόµενο ευρωπαϊκό
χρώµα και πνεύµα78.
Τέλος, χρησιµότατα είναι και τα κείµενα του Fr. Stahlin που επισκέφτηκε τη
Λαµία το 1912 και δίνει πολλές πληροφορίες για τις αρχαιότητες της Λαµίας79, του
Μπάµπη Κλάρα στα βιβλία του: «Ο αδερφός µου ο Άρης» και «Η περιπέτεια ενός
ανθρώπου του 20ου αιώνα»80, ενώ πολλές πληροφορίες αντλούνται και από πολλά
δηµοσιεύµατα ντόπιων και Αθηναϊκών εφηµερίδων81.
Ασφαλώς υπάρχουν και άλλα κείµενα που αναφέρονται στη Λαµία. ∆εν
αποµένει παρά να βρεθούν και να δηµοσιευτούν ώστε να συµπληρώσουν τα ήδη
υπάρχοντα και τις γνώσεις µας για το παρελθόν της πόλης µας.-

78
ό.π. σ.188-189 και στο περιοδικό ΥΠΑΤΗ, τ.37-41/1999 κείµενο του E.Ayensa: «Η παλιά Φθιώτιδα
µε τα µάτια του Καταλανού ταξιδιώτη των αρχών του αιώνα»
79
ό.π. σ. 190-193
80
ό.π. σ.194-197
81
ό.π. σ. 185-187 και 198-202

Rate