ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

,
ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ;
Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μας αναφέρει ένα ακόμα από τα θαύματα που
επιτέλεσε ο Χριστός. Πρόκειται για το θαύμα της θεραπείας του δούλου του
εκατόνταρχου της Καπερναούμ.
Ποιος ήταν ο εκατόνταρχος; Το επάγγελμά του σημαίνει τον αξιωματικό του
Ρωμαϊκού στρατού πού έχει υπό τις διαταγές του εκατό στρατιώτες. Πρόκειται
λοιπόν για έναν μη Ισραηλίτη, για έναν άνθρωπο διαφορετικής θρησκείας ειδωλολάτρη - με τον οποίο ο Χριστός έρχεται αντιμέτωπος. Ο εκατόνταρχος
εκδηλώνει μία ισχυρή πίστη προς το πρόσωπο του Χριστού, χωρίς το επάγγελμά
του να του δημιουργεί κανένα πρόβλημα ή πρόφαση, για να μην δεχθεί την αξία
της πίστεως ή ν’ αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Χριστού τον απεσταλμένο του
Θεού.
Αυτό πρέπει να γίνει σοβαρό παράδειγμα προς όλους εμάς οι οποίοι
χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και μία καθησυχαστική λογικοφάνεια, για να
δικαιολογήσουμε παρεκκλίσεις από την
εφαρμογή του νόμου του Θεού. Γι’ αυτό και
επιχειρούμε να καθησυχάσουμε τη συνείδηση
μας προβάλλοντας την έμφυτη αδυναμία μας
και τον κόσμο καθώς και το φρόνημα που
τον χαρακτηρίζει.
Έτσι, ορισμένες φορές οι δικαιολογίες μας
στρέφονται προς το επάγγελμα που ασκούμε,
ότι δήθεν φταίει η εργασία που κάνουμε, και
γι’ αυτό η πίστη μας δεν είναι και τόσο θερμή
και οι σχέσεις μας με το Θεό δεν είναι τόσο
φιλικές και στενές.
Είναι σωστή η δικαιολογία αυτή; Και βέβαια όχι, αν λάβουμε υπ’ όψη μας τη
σημερινή ευαγγελική διήγηση. Κεντρικό πρόσωπο του σημερινού ευαγγελίου
είναι ο εκατόνταρχος της Καπερναούμ. Ο ι. ευαγγελιστής δεν μας αναφέρει το

1

όνομά του, όμως μας διάσωσε το ήθος του και την αξιοθαύμαστη πίστη του.
Πλησιάζει τον Χριστό και ζητάει υγεία και ζωή για το δούλο του που κινδυνεύει
να πεθάνει. Ο Κύριος προθυμοποιείται να επισκεφθεί το σπίτι του εκατόνταρχου,
αλλ’ αυτός αρνείται αυτή την επίσκεψη με την δικαιολογία, ότι δεν κρίνει τον
εαυτό του άξιο να μπει ο Χριστός στο σπίτι του. Μπροστά στο Χριστό ο
εκατόνταρχος αισθάνεται τον εαυτό του αμαρτωλό, πιστεύει όμως, ότι αν ο
Χριστός ήθελε μπορούσε να πραγματοποιήσει το θαύμα που του ζητά.
Ο εκατόνταρχος παρακαλεί το Χριστό να θεραπεύσει όχι το παιδί του, αλλά το
δούλο του. Σε μία εποχή που οι φτωχοί δούλοι θεωρούνταν άχρηστα
«πράγματα», ο εκατόνταρχος δείχνει μία σπάνια στοργή και ενδιαφέρον για τον
άρρωστο δούλο του. «Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικώς,
δεινώς βασανιζόμενος».
Είναι ν’ απορεί κανείς πώς ένα σκληρό επάγγελμα, όπως είναι του
στρατιωτικού, δεν επηρέασε τον συναισθηματικό του κόσμο, ώστε η καρδιά του
να φιλοξενεί τέτοια αισθήματα στοργής και συμπάθειας για έναν δούλο!
Αλλά εκείνο που προσελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον μας από την ζωή του
εκατόνταρχου είναι η πίστη του στο πρόσωπο του Χριστού. Ο εκατόνταρχος
ζώντας μέσα σ’ ένα έθνος υπόδουλο στη ρωμαϊκή εξουσία έμεινε ανεπηρέαστος
από την αλαζονεία της εξουσίας και διαφύλαξε την ανθρωπιά του. Γνώριζε ο
ευγενής αυτός ρωμαίος στρατιωτικός την Ιουδαϊκή θρησκεία και έτσι
προετοιμάστηκε να δεχθεί τον Χριστό ως θαυματουργό και σοφό διδάσκαλο κα
υιό του Θεού.
Η συμπεριφορά και το παράδειγμα του ευγενούς αυτού ρωμαίου εκατόνταρχου
αποτελεί φωτεινό παράδειγμα για όλες τις γενιές των χριστιανών και
καθοδηγητικό υπόδειγμα στη σχέση του επαγγέλματος και της θρησκευτικής
πίστεως. Πολλοί που πίστευαν στο ευαγγέλιο δεν διαφοροποιήθηκαν στο θέμα
του επαγγέλματός τους. Εξακολούθησαν να ασκούν τα συνηθισμένα
επαγγέλματα για να συντηρηθούν, όπως λ.χ. ο απ. Παύλος που ασκούσε το
επάγγελμα του σκηνοποιού για να μην επιβαρύνει την χριστιανικές κοινότητες.
Εξ άλλου στη χορεία των αγίων απαριθμούνται και στρατιωτικοί άγιοι οι οποίοι
ανεδείχθησαν ήρωες και μάρτυρες της πίστεως, όπως οι Άγιοι Δημήτριος,
Γεώργιος κ.α.
Συνεπώς όσοι θέλουν να ζήσουν κατά Θεό δεν μπορούν να επικαλούνται τη
φύση του επαγγέλματος τους ως ένα εμπόδιο για τη γνησιότητα της πίστεως
τους. Για τους πιστούς το πρώτο «επάγγελμα» είναι πώς να τηρήσουν τις εντολές
του Θεού, να είναι καλοί και συνεπείς χριστιανοί. Το επάγγελμα δεν είναι
αυτοσκοπός, αλλά μέσον για να επιτευχθεί ο ύψιστος σκοπός της ζωής μας που
είναι η σωτηρία μας. «Οι χριστιανοί επί γης διατρίβουν, αλλ’ εν ουρανώ
πολιτεύονται».
Ο χριστιανός δεν δίνει υπεροχική αξία σε κάποια επαγγέλματα, όμως το
ευαγγέλιο αποτρέπει τους πιστούς από κάποια επαγγέλματα τα οποία έρχονται
σε αντίθεση με βασικά στοιχεία της πίστεώς μας. Ο χριστιανισμός τιμά και το
ευτελέστερο επάγγελμα. Τιμά αυτόν που αγωνίζεται και κουράζεται για την
2

προκοπή προπαντός του κοινωνικού συνόλου, αλλά τιμά και τον οδοκαθαριστή
που εργάζεται για την υγεία όλων μας. Απεναντίας δεν έχει καμία εκτίμηση για
όσους επιλέγουν επαγγέλματα με σκοπό μόνο και μόνο να πλουτίζουν εις βάρος
των άλλων χρησιμοποιώντας κάθε μέσον θεμιτό και αθέμιτο καταπατώντας
αρχές, συνείδηση, και κάθε έννοια δικαιοσύνης.
Αν λοιπόν θέλουμε να είμαστε συνεργοί του Θεού, έχουμε τη δυνατότητα να
εργασθούμε το οποιοδήποτε τίμιο επάγγελμά μας χωρίς αυτό να γίνεται αφορμή
και εμπόδιο για παρεκκλίσεις και παρασπονδίες από την πίστη μας, για να
κερδίσουμε το πολυπόθητο αγαθό, τη βασιλεία του Θεού.
(http://kirigmata.blogspot.gr/)

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Άξιον Eστί (11 Ιουνίου)
Στον ιστορικό ναό του Πρωτάτου, στο άγιο Βήμα, βρίσκεται ενθρονισμένη
πάνω στο ιερό σύνθρονο η σεβάσμια και θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, που
επονομάζεται «Άξιον Εστίν». Ονομάζεται έτσι, γιατί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα
πρωτοψαλθηκε απ’ τον αρχάγγελο Γαβριήλ ο γνωστός αυτός ύμνος. «Η
πάνσεπτος αύτη και αγία εικών, εξ αρχαίων και παλαιών χρόνων, εστάθη το
καύχημα των Καρεών, η δόξα των Πρωτατινών, η σκέπη και προστασία των
πέριξ Κελλίων», αλλά και όλου του Αγίου Όρους δόξα, καύχημα και προστασία.
Την ιστορία της εικόνας έγραψε το 1548 ο Πρώτος του Άγιου Όρους
ιερομόναχος Σεραφείμ που διέπρεψε στην αρετή, τη σοφία, τη μάθηση και την
ακτημοσύνη.
Κάπου στα τέλη του 10ου αιώνα σε ένα κελί στις Καρυές του Αγίου Όρους
ασκήτευαν δύο μοναχοί. Ο ένας από τους δύο τελούσε την προσευχή του
όρθρου της Κυριακής ενώ ο άλλος έλειπε από το κελί. Δέχτηκε τότε την επίσκεψη
ενός άγνωστου μοναχού και συνέχισαν μαζί τον όρθρο. Όταν έφτασαν στο
σημείο που έπρεπε να ψάλλουν στην Παναγία «Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ»
ο φιλοξενούμενος μοναχός άρχισε να ψέλνει το «Άξιον εστίν ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα
του Θεού ημών».
Ο ύμνος αυτός άρεσε τόσο πολύ στο μοναχό του κελιού που τον άκουγε για
πρώτη φορά ώστε ζήτησε από τον άγνωστο μοναχό να του τον γράψει για να
τον έχει και να τον ψέλνει κι αυτός. Αλλά δε βρέθηκε μελάνι και χαρτί στο κελί.
Ζήτησε τότε ο φιλοξενούμενος μοναχός μια πλάκα από μάρμαρο και όταν την
πήρε στα χέρια του άρχισε με το δάχτυλό του να χαράζει την πλάκα γράφοντας
τον ύμνο όπως του ζήτησε ο μοναχός. Τόσο εύκολα έγραφε πάνω στην πλάκα
σαν να έγραφε πάνω σε πηλό! Έπειτα είπε στον ντόπιο μοναχό στο εξής να
ψέλνουν όλου οι Ορθόδοξοι αυτό τον ύμνο. Αφού τελείωσε, ο ξένος μοναχός
εξαφανίστηκε. Ήταν Άγγελος Κυρίου - πιθανόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ - για να
αποκαλύψει τον Αγγελικό ύμνο.

3

Από τότε ο Αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την οικουμένην για να
ψάλλεται εις την Θεομήτορα. Η Αγία εικόνα της Θεοτόκου, η οποία βρισκόταν
στην Εκκλησία του κελιού εκείνου, όπου έγινε το θαύμα, μεταφέρθηκε από τους
πατέρες του Αγίου Όρους, στην Έκκλησία του Πρωτάτου. Εκεί βρίσκεται μέχρι
σήμερα, μέσα στο Άγιο Βήμα, επειδή μπροστά στην εικόνα ο Άγγελος έψαλλε τον
ύμνο. Το δε κελί εκείνο, ονομάζεται «Άξιον έστι» ενώ η περιοχή που βρισκόταν
το κελί πίσω από τη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα που έγινε το θαύμα ονομάστηκε
«κοιλάδα του Άδειν» από το ρήμα άδω που σημαίνει υμνώ, ψάλλω.
Το θεομητορικό μεγαλυνάριο «Άξιον Εστίν» αποτελείται από δύο
διακεκριμένους ύμνους, από το αγγελο-δίδακτο προΰμνιο «Αξιον έστιν ως
αληθώς, μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και
Μητέρα του Θεού ημών» και από τον ειρμό
της θ’ ωδής του κανόνα της Μεγάλης
Παρασκευής
«Την
τιμιωτέραν
των
Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως
των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν
Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον Σε
μεγαλύνωμεν», ποίημα του αγίου Κοσμά του
Ποιητού (8ος αι.).
Ο ύμνος πέρασε από τα τέλη του 10ου
αιώνα σε λειτουργική χρήση και ψάλλεται στη
θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου, όποια
ημέρα κι αν τελείται αυτή, μετά την εκφώνηση
«Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…» απ’ τον α΄ χορό, στον ήχο που ψάλθηκε
και το Χερουβικό. Ψάλλεται επίσης στον Όρθρο και στους δύο Παρακλητικούς
κανόνες της Θεοτόκου και αναγιγνώσκεται στις ακολουθίες της Τραπέζης και του
Μικρού Αποδείπνου.
Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα γίνεται στον ιερό ναό του Πρωτάτου πανηγυρική
θεία Λειτουργία και ακολουθεί μεγαλοπρεπέστατη λιτανεία της θαυματουργής
εικόνας στα όρια της σκήτης των Καρεών «μετά σκήπτρων και Θείων εικόνων,
λαμπαδοφορουμένων ιερέων και διακόνων, μετά μανουολίων και μετά της του
σύμπαντος μοναχικού ομηγύρεως ψαλλόντων της λαμπράς τα μελίρρυτα άσματα
και ευωχίαν παρακλήσεως εν ειθισμένοις τόποις ποιούμενων».
Συμμετέχουν ο χοροστατών αρχιερεύς, η Ιερά Επιστασία, οι πολιτικές αρχές και
πλήθος κόσμου που συρρέει απ’ τα διάφορα μέρη του Όρους, απ’ τα μοναστήρια,
απ’ τις σκήτες και ιδιαίτερα απ’ τα πέριξ των Καρεών κελιά, δείχνοντας έτσι τη
θερμή ευλάβεια και το σεβασμό προς την Κοινή Προστάτιδα, Φρουρό και Φύλακα
του Ιερού Τόπου Κυρία Θεοτόκο και έφορο του Αγιώνυμου Όρους Άθω.

4