You are on page 1of 366

· Ο συγγραφέας των διηγημάτων του βι­

βλίου αύτου, Γεώργιος Μόδης, γεννήθηκε
στό Μοναστήρι της Μακεδονίας τό 1888.
Μεγάλωσε σέ μιά έποχή πατριωτικου άνα­
βρασμου, έθνικων άγώνων, καί κινδύνων. · Ο
Μόδης πολέμησε μέ τό δπλο καί κατόπιν σέ
δλη του τή ζωή μέ τήν πέννα γιά τή Μακε­
δονία καί τόν 'Ελληνισμό. Μετά τήν άπελευ­
θέρωση τής Μακεδονίας διετέλεσε έπανειλημ­
μένα βουλευτής καί ύπουργός. 'Υπήρξε άπα­
ράμιλλος έκφραστής του έπικου Μακεδονι­
κου Άγώνα. Πέθανε, πλήρης ήμερων, τό
1975.
'Ο Γ. Μόδης σέ δλο τόν βίο του άγωνίστηκε
γιά τήν ί'δρυση του Μουσείου του Μακεδο­
νικου Άγώνα.

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
έκλεκτά διηγήματα

/
'Ο συγγραφέας Γεώργιος Μόδης

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
εκλεκτά διηγήματα

'Επιλογή - επιμέλεια: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ
Είσαγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

'Έκδοση Μουσείου Μακεδονικου 'Αγώνα

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»
1985

Α' ΕΚΔΟΣΉ 1984. 'Αντίτυπα 2.000
Β' ΕΚΔΟΣΉ 1985. 'Αντίτυπα 2.000

ΕΠlΜΕΛΕΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΟΚΥΡΗ
ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΡΑΛΛΗ ΚΟΨΙΔΗ
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ: Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ-Π. ΠΙΕΡΟΠΟΥΛΟΥ Ο.Ε.
ΕΚΤΥΠΩΣΗ: Μ. ΧΟΝΔΡΟΡΙΖΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.
ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Α. ΠΕΤΡΕΛΗΣ & ΥΙΟΣ

'Οπισθόφυλλο: Συλλαλητήριο διαμαρτυρίας γιά τίς βουλγαρικές βιαιότητες
στή Θεσσαλονίκη

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος ....................................... : ........... 9
Είσαγωγή ................. . ................................ 11
Διηγήματα .................................................. 25
'Αναλυτικός πίνακας διηγημάτων ........................... 363

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
'Ο τόμος αύτός πού έκδίδεται μέ τήν εύκαιρία του έορτασμου τών
όγδόντα χρόνων από τήν έναρξη του Μακεδονικου 'Αγώνα. περιέχει
σαρανταδύο διηγήματα του Γεωργίου Μόδη, τά όποία έχουν έπιλεγεί
από τά τετρακόσια πενήντα καί πλέον πού απαρτίζουν το διηγηματο­
γραφικό έργο του, τίς «Μακεδονικές 'Ιστορίες».
Τά διηγήματα διαλέχθηκαν από τούς τόμους πού έχει έκδώσει ό
«Πάπυρος», ένώ άπλώς έλήφθησαν ύπ' οψη καί οί δύο τόμοι από
τίς εκδόσεις Μπαρμπουνάκη.
Πρώτος ό φιλόλογος κύριος Παναγιώτης Πίστας, μελετώντας τό
θέμα «Γεώργιος Μόδης καί Μακεδονικές Ίr;,τορίες», έγραψε γιά τό
έργο του Μόδη, τήν έκδοση, παρουσίαση καί τό περιεχόμενο τών
βιβλίων του καί πρότεινε δτι: «Χρειάζεται... μιά χρηστική καί
αύστηρή έπιλογή από τό διηγηματογραφικό του έργο, πού θά καταξιώ­
σει τόν συγγραφέα καί ώς λογοτέχνη».
Στήν έπιλογή τών διηγημάτων έγινε προσπάθεια νά τηρηθουν οί
δύο αύτές κατευθύνσεις. Τά κριτήρια της έπιλογης είναι αlσθητικά καί
πατριωτικά. Κατά τήν έπιλογή τών διηγημάτων καταβλήθηκε προ­
σπάθεια ωστε τά δύο αύτά κριτήρια νά μήν έπικαλύπτονται τό ενα από
τό άλλο.
Ή διάταξη τών διηγημάτων ακολούθησε τήν χρονολογική σειρά.
Τό πρώτο διήγημα χρονολογείται στό 1902 καί τό τελευταίο στό
1913. 'Όσα διηγήματα δέν φέρουν χρονολογικές ένδείξεις τοποθετή­
θηκαν ώς «Ιντερμέτζα» ανάμεσα στά χρονολογημένα. Δύο-τρία διηγή­
ματα χρονολογήθηκαν μέ κριτήριο τά έπεισόδια πού περιγράφουν. Τό
διήγημα «Τό ρολόγι» γιά παράδειγμα, χρονολογήθηκε στό 1906 γιατί
ή ένοπλη σύγκρουση πού περιγράφει καί στήν όποία έχασε τήν ζωή
του ό όπλαρχηγός Νικολούδης έγινε τό 1906.
'Ως πρός τήν όρθογραφία έγινε προσαρμογή κυρίως στήν ύποτα­
κτική καί τά παραθετικά.
9

'ο πίνακας προσώπων στό τέλος του βιβλίου άναφέρεται στά
σπουδαιότερα πρόσωπα τών διηγημάτων. Γιά κάθε πρόσωπο εγινε
προσπάθεια νά δοθουν πληροφορίες χαρακτηριστικές ώς πpός τήν
προσωπικότητα καί τή δράση του. Οί περισσότερες πληροφορίες γιά
τά πρόσωπα προέρχονται άπό τά ίδια τά διηγήματα του Μόδη.
Ή έπιλογή τών διηγημάτων του Γεωργίου Μόδη καί ή εκδοσή τους
έλπίζουμε νά δώσουν μιά καθαρή είκόνα του λογοτεχνικου εpγου του.
'Ένα εpγο πού πρέπει κάποτε -ας μας έπιτpαπεί νά τονίσουμε- νά
άξιολογηθέϊ καί νά καταταχθεί στήν έλληνική πεζογραφία καί νά
καταλάβει τή θέση πού τού προσήκει.
Θερμότατα εύχαpιστουμε τόν έκδοτικό οίκο «Πάπυρος», πού
εδωσε τήν άδεια γιά τή δημοσίευση τών διηγημάτων της άνθολογίας
αύτης.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ

10

ΕΙΣΑΓΩΓΉ
'Ο Γεώργιος Μόδης ε{ναι ενας άπό τούς κυριότερους καί ίσως_
ό αύθεντικότερος συγγραφέας τοϋ Μακεδονικοϋ 'Αγώνα. 'Ο·
Μακεδονικός 'Αγώνας ύπfjρξε σκληρός καί άδυσώπητος, γι'
αύτό καί τά κείμενα τοϋ Μόδη περιέχουν συχνά ίστορίες σκλη­
ρές, άπάνθρωπες, διαποτισμένες α{μα καί λύθρο. Μέσα στίς
διηγήσεις αύτές, σπάνιο φαινόμενο ή χαρά, σπάνιο τό είδύλλιο,
άλλά κι αύτό ωσπου νά εμφανιστεί εναρμονίζετω μέ τήν δλη
κατάσταση, παίρνοντας κάποια τραγική τροπή καί λύση.
'Ο συγγραφέας δονείται άπό τόν παλμό τοϋ μεγάλου 'Αγώνα,
στόν όποίο μάλιστα άπό ενα σημείο καί πέρα ελαβε καί ό ίδιος
μέρος, καί ετσι μόνο γι' αύτόν θέλει νά μιλάει, μόνο αύτόν νά
ίστορεί, καί μόνο μέσα άπό αύτόν νά κοιτάζει τήν ζωή τfjς
εποχfjς -καί όχι μόνο της εποχfjς εκείνης.
'Ο Μόδης μιλάει μέ κύρος καί ενθουσιασμό μά όχι μέ στόμφο,
καί αύτο τό τελευταίο, πού ε{ναι καί άπό τά πιό δύσκολα σέ
περιπτώσεις πατριωτικών άφηγήσεων, άνεβάζει τό εργο του
πάρα πολύ. 'Ο Μόδης ε{ναι τίμιος άφηγητής δέν ε{ναι τυφλός,
δέν ε{ναι ψεύτης, δέν παρασιωπα τίς σκληρότητες καί τίς άπαν­
θρωπιές άκόμα, στίς όποίες_εξαναγκάζονται νά κατέλθουν καί οί
'Έλληνες άγωνιστές, προκειμένου νά άντικρούσουν τούς Βουλ­
γάρους, τούς Τούρκους, καί τούς άλλους βαλκανικούς λαούς, πού
διεκδικοϋσαν -καί μέ πόσο μένος καί δολιότητα!- εδάφη η
ώφελήματα στή Μακεδονία. ΕΙναι δμως φυσικό, ό Μόδης νά
βλέπει μέ συμπάθεια καί νά. εχει διάθεση γιά κάποια ελαφρυ­
ντικά, δταν ίστορεί τίς πράξει�· των 'Ελλήνων άγωνιστων, των
μακεδονομάχων, οί όποίοι στό κάτω κάτω άγωνίζονταν γιά τή
δική τους χώρα.
'Εκείνο πού εχει ό Μόδης, καί δέν τό εχουν σέ τόσο βαθμό
'

11

αλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, πού εγραψαν γιά τόν Μακεδονικό
'Αγώνα, εΙναι ή γνώση, ή σωστή καί βαθιά γνώση του τόπου,
αύτου του πεδίου της μάχης, των ανθρώπων -εντόπιων, αγωνι­
στών, μακεδονομάχων, κομιτατζήδων, δυναστών, σπιούνων­
δλου αύτου του ανακατέματος, καί εΙναι ακόμη ή ίστορία του
Μακεδονικου 'Αγώνα, πού ό Μόδης τήν κατέχει από πρώτο χέρι,
πέρασε μέσα από τό αίμα του, τή γνώρισε από μικρό παιδί καί
τήν εζησε σέ δλες τίς φάσεις της. 'Έχει δηλαδή αύθεντικότητα ό
Μόδης στά κείμενά του καί τή μεταδίδει.
Δέν ξέρω αν οί μακεδονικές ίστορίες του Μόδη εΙναι αρι­
στουργήματα καί ουτε πολυπιστεύω σέ τέτοιες λέξεις. 'Εκείνο
δμως πού ξέρω εΙναι πώς οί ίστορίες αύτές, καί πολύ περισσό­
τερο 'αύτές εδώ οί διαλεγμένες, πού περιέχονται σ' αύτή τήν
ανθολόγηση, σου μεταδίδουν δταν τίς διαβάζεις -καί τίς ξανα­
διαβάζεις- κάτι. Σου μεταδίδουν μιά δύναμη, εναν ενθουσιασμό,
μιά αγάπη καί συγκίνηση γιά τήν πατρίδα, καί γενικότερα μιά
αίσιοδοξία γιά τή ζωή. Γιατί ή αγάπη γιά τήν αίώνια πατρίδα
είναι αίσιοδοξία γιά τή ζωή. ΕΙναι μεγάλη καί πολύ απτή πίστη,
ενα γερό στήριγμα.
'Ο Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε στό Μοναστήρι, πού τελικά
απόμεινε στή Γιουγκοσλαβία, τό 1887 καί πέθανε στή Θεσσαλο­
νίκη τό 1975. Στή μακρά ζωή του, πού εΙχε από τοπική αποψη ώς
επίκεντρο τή γειτονική πρός τό Μοναστήρι ακριτική Φλώρινα,
ασχολήθηκε πολύ μέ δύο κυρίως πράγματα: Μέ τήν πολιτική καί
μέ τή συγγραφή. Μίλησε καί εγραψε κυρίως γιά τόν Μακεδονικό
'Αγώνα, του όποίου ή πυρακτωμένη σφραγίδα αποτυπώθηκε
ανεξίτηλα στήν ψυχή του από τόν καιρό της εφηβείας του.
Δέν θά αναφερθουμε εδώ σέ λεπτομέρειες σχετικές μέ τή
σταδιοδρομία καί τίς ύπεύθυνες θέσεις, στή διοίκηση καί τήν
κυβέρνηση, πού ανέλαβε κατά καιρούς ό Γεώργιος Μόδης. Αύτά
μπορεί νά τά βρεί κανείς σέ όποιαδήποτε εγκυκλοπαιδεία. 'Εδώ
θά σταθουμε κυρίως στό μεγάλο αξίωμα, στήν αποφασιστική
γνώση, πού χάρισε στόν Μόδη ή πίστη καί τό θάρρος του. Στό
μεγάλο καί βαρύ αξίωμα του Μακεδονομάχου -Μακεδονομάχου
μέ τό δπλο καί τήν πέννα.

12

Ό Γεώργιος Μόδης, μόλις τελείωσε τό 1906 τό Γυμνάσιο
Μοναστηρίου, εσπευσε vά καταταγεί ώς εθελοντής μακεδονομά­
χος στό σώμα του Κρητικου όπλαρχηγου Γεωργίου Βολάν.η, πού
δρουσε στό Μορίχο�ο -μιά άλλη ελληνική περιοχή πού εμειvε
τελικά καί αύτή, δπως καί ή του Μοναστηρίου, εξω από τά
σημερινά κρατικά δρια του · Ελληvισμου.
Ό Μόδης πολέμησε σκληρά επί δυό χρόνια μέ τό σώμα του
Βολάν.η, ως τόv 'Ιούλιο του 1908, όπότε δημοσιεύτηκε τό
τουρκικό Σύνταγμα, τό όποίο μέ τήv ίσοvομία καί ίσοπολιτεία
πού διακήρυττε ανέκοψε πρός στιγμή τίς εvοπλες συγκρούσεις
μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων της Τουρκίας.
Πάντως, ό Γ. Μόδης δέv σταμάτησε τή συνωμοτική πατριω­
τική δράση του. • Απλώς επαψε vά τρέχει στά βουνά καί αγωνιζό­
ταν πιά μέσα στίς πολιτείες της Μακεδονίας, στή Φλώρινα καi τό
Μοναστήρι. ΤΗταv κιόλας μεστός από αγωνιστική πείρα. 'Ένας
ψημένος πολεμιστής, δοκιμασμένος σέ κρίσιμες φάσεις του
'Αγώνα, τραυματισμένος καί σωσμένος σάv από θαυμα. Μέ
θαυμαστή δραματικότητα καί λιτότητα διηγείται τίς συνθήκες
του τραυματισμου του στό διήγημα «Περικυκλωμένοι», πού
περιέχεται στήv ανθολόγηση.
Τά δύο αύτά τελευταία χρόνια, δπου στίς συγκρούσεις ελαβε
μέρος καί ό Μόδης, ύπfjρξαv αποφασιστικά γιά τόv Μακεδονικό
'Αγώνα -τόv δικό μας αγώνα. Μέ τό σταμάτημα των εχθροπρα­
ξιών, τόv 'Ιούλιο του 1908, ε{vαι φανερό δτι οί 'Έλληνες εχουv
βγεί νικητές σ' αύτή τήv αναμέτρηση μέ τούς Βουλγάρους καί
τούς άλλους Βαλκάνιους, αλλά τά εδάφη εξακολουθουv vά
ανήκουν στήv τουρκική αύτοκρατορία. Τώρα, εκ των ύστέρωv,
γνωρίζουμε, δτι τό ζήτημα αύτό θά λυθεί, ως εvα σημείο, μέ τή
συμμετοχή της επίσημης καί αναγεννημένης • Ελλάδας σέ διάφο­
ρες φάσεις, από τό 1912 καί πέρα. 'Αλλά βέβαια μέ αγώνες
σκληρούς καί θυσίες βαριές.
Δέv ε{vαι δυνατό vά καταλάβet• κανείς τό εργο του Γ. Μόδη,
καί vά χαρεί βέβαια καί αύτά εδώ τά ανθολογημένα διηγήματα,
εάν δέv γνωρίζει, σέ γενικές εστω γραμμές, τήv ίστορία καί τίς
συνθήκες του Μακεδοvικου 'Αγώνα. Καί αύτό δέv ε{vαι τόσο
13

άπλό, γιατί στόν μακεδονικό χώρο αναμειγνύονταν τότε τόσο
πολλοί, ώστε γιά χρόνια είχε δημιουργηθεί μία κατάσταση
εξαιρετικά περίπλοκη, πού γιά τούς ξένους παρατηρητές της
εποχής είχε καταντήσει παροιμιώδης. Καί εδώ ακριβώς εγκειτάι,
όχι μόνο ή εθνική, αλλά καί ή διεθνής αξία καί σημασία της
ελληνικής νίκης, δτι διέλυσε μέ τό σπαθί καί μέ τό νοϋ δλες
αύτές τίς απειράριθμες βλέψεις, πλεκτάνες καί παρεμβάσεις
πολλών λαών καί κρατών της Βαλκανικής, της Μεσευρώπης,
ακόμα καί της Βόρειας Εύρώπης, πού απέβλεπαν σέ ωφελήματα
καί απίθανες διεξόδους στή Μεσόγειο.
Κατά τά τέλη τοϋ περασμένου αίώνα καί τίς αρχές τοϋ
σημερινοϋ, ήταν φανερό πώς ή άπλωμένη σέ τρείς ηπείρους
(Εύρώπη, 'Ασία καί 'Αφρική) τουρκική αύτοκρατορία παρου­
σίαζε συμπτώματα μεγάλης κρατικής αδυναμίας καί βρισκόταν
στά πρόθυρα της καταρρεύσεως. Στούς διπλωματικούς κύκλους
της Εύρώπης ή Τουρκία όνομαζόταν «ό Μέγας 'Ασθενής» καί ή
κάθε Δύναμη πού είχε βλέψεις κατάστρωνε σχέδια γιά. τό σχετικό
μερίδιο. Δημιουργήθηκε ετσι ενας εντονος ανταγωνισμός μεταξύ
των μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, πού αντί νά επισπεύσει τό
τέλος παρέτεινε τή ζωή της τουρκικής αύτοκρατορίας. 'Η δια­
μάχη μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων ήταν κυρίως γιά τά Στενά,
τά όποία εφόσον δέν μποροϋσε νά θέσει κάτω &πό τόν απόλυτο
ελεγχό της ή μία από τίς Δυνάμεις, φρόντιζε ώστε νά μήν τά
πάρει καμιά άλλη. Είναι τό περίφημο «'Ανατολικό Ζήτημα»,
πού ύπηρξε ενας από τούς άξονες της παγκόσμιας πολιτικής
κατά τόν περασμένο αίώνα.
'Από δλους τούς λαούς περισσότερο, ή πιθανότητα της καταρ­
ρεύσεως της τουρκικής αύτοκρατορίας συγκινοϋσε τόν 'Ελληνι­
σμό, πού είχε πολλούς ύπόδουλους πληθυσμούς καί πολλά εδάφη
του κάτω από τό πέλμα τοϋ Σουλτάνου.
'Ενδιαφέρονταν δμως καί οί Σλάβοι γιά τά Βαλκάνια, πού
είχαν στήν περιοχή ώς κύριο, αν καί όχι μοναδικό, εκπρόσωπό
τους τούς Βουλγάρους, τούς όποίους καί κατηύθυναν. Οί Βούλγα­
ροι ζοϋσαν καί αύτοί ύπό τούς Τούρκους. τΗταν Χριστιανοί
'Ορθόδοξοι καί ως τό 1870 αναγνώριζαν ώς ανώτατη θρησκευ14

τική αρχή τους τό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα
πού γιά κείνη τήν εποχή σημαίνει δτι ύπάκουαν σ' αύτό. 'Αλλά
τό 1870, ϋστερα από ρωσική εμπνευση καί ισχυρή πίεση, εκδό­
θηκε σουλτανικό φιρμάνι, πού επέτρεπε τήν ϊδρυση χωριστής
καί ανεξάρτητης από τό Πατριαρχείο Βουλγαρικής 'Ορθόδοξης
'Εκκλησίας. 'Η 'Εκκλησία αύτή όνομάστηκε 'Εξαρχία καί ό
αρχt1γός της, ό 'Έξαρχος, εγκαταστάθηκε καί αύτός στήν Κων­
σταντινούπολη ώς θρησκευτικός αλλά καί εθνικός εκπρόσωπος
τοϋ λαοϋ του, δπως ακριβώς ό Πατριάρχης. Κυρίως ώς εθνικός
εκπρόσωπος, εδω αλλωστε ήταν τό θέμα.
'Από τήν πλευρά, πάντως, τοϋ Πατριαρχείου ή ενέργεια αύτή
των Βουλγάρων θεωρήθηκε Σχίσμα καί ή Βουλγαρική 'Εκκλη­
σία όνομάστηκε Σχισματική καί αντιμετωπίσθηκε ετσι. 'Η
'Εξαρχία επαιξε γιά τούς Βουλγάρους καθαρά εθνικό ρόλο καί
ούδέποτε απόχτησε, οϋτε καν στά μάτια των ύποστηρικτων της,
τό κύρος τοϋ Πατριαρχείου. 'Όμως ή φαινομενικά ασήμαντη
αύτή διαφοροποίηση τfjς Βουλγαρικής 'Εκκλησίας εμελε νά
δημιουργήσει τότε μεγάλα πολιτικά καί εθνολογικά προβλήματα
στό χώρο ιδίως τfjς Μακεδονίας. Τίς τελευταίες δεκαετίες, από
τό 1945 κι εδώ, οί σχέσεις μεταξύ τfjς Βουλγαρικής 'Εκκλησίας
καί του Πατριαρχείου εχουν αποκατασταθεί. 'Αλλά ή αποκατά­
σταση αύτή δέν εχει παρά εκκλησιαστική σημασία, διότι τήν
πολιτική τήν είχε χάσει εκ των πραγμάτων.
Τό φιρμάνι αύτό τοϋ 1870 περιείχε μιά διάταξη ή όποία
εξαρχής, βέβαια, ήταν ανησυχητική, αλλά λίγο αργότερα από­
χτησε περισσότερο ζέουσα σημασία. 'Έλεγε δτι γιά νά θεωρηθεί
ενα χωριό ώς Έξαρχικό επρεπε τά δύο τρίτα τοϋ πληθυσμοϋ του
νά αναγνωρίζουν τήν 'Εξαρχία. Καί ετσι μέ τή διάταξη αύτή, μέ
τήν όποία ανοίγονταν οί ασκοί τοϋ Αιόλου, δλοι οί ανεμοι
αρχισαν νά πνέουν στή δύσμοιρη Μακεδονία. 'Αμέσως φού­
ντωσε ή σλαβική προπαγάνδα, αρχισαν οί πιέσεις στούς πληθυ­
σμούς γιά τήν μέ κάθε μέσο εξασφάλιση των δύο τρίτων, καί σιγά
σιγά, καθώς αναπτυσσόταν καί �-άντίσταση, πfjραν νά σημειώ­
νονται καί βίαια επεισόδια, όλοένα καί πιό αίματηρά. 'Ο πονη­
ρός Τοϋρκος δυνάστης, ασπαζόμενος μέ περισσότερη ίσως από
15

δση χρειαζόταν χοντράδα τό δόγμα «διαίρει καί βασίλευε»,
περιοριζόταν στό νά επεμβαίνει, δταν τά πράγματα εκτραχύνο­
νταν καί κινδύνευε πλέον ή δημόσια τάξη καί τά συμφέροντα του
κράτους. �ι ετσι, γιά μας τούς 'Έλληνες, τυπικά τουλάχιστον, ό
Μακεδονικός 'Αγώνας, πού απέβλεπε στή διαφύλαξη της ελλη­
νικότητας των βορείων χωρων (Μακεδονίας-Θράκης) αρχίζει
αη;ό τό 1870.
Τό 1878 μέ τή Συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου τερματιζόταν ό
ρωσοτουρκικός πόλεμος. 'Ο πόλεμος αύτός είχε φέρει τούς
Ρώσους σχεδόν ως τήν Κωνσταντινούπολη, στό προάστιο της
όποίας "Αγιος Στέφανος ύπογράφηκε ή αποκαλυπτική εκείνη
συνθήκη είρήνης. Οί νικητές ανάμεσα στούς βαρείς δρους πού
επέβαλαν στήν Τουρκία ήταν �ωί ή ϊδρυση ενός τεράστιου
βουλ γαρικου κράτους, δπου ενσωματώνονταν πολλά εδάφη καί
πληθυσμοί των αλλων βαλκανικων λαων. 'Από τή συνθήκη δμως
αύτή βλάπτονταν κυρίως οί "Ελληνες, οί όποίοι πράγματι Jυνέ­
λαβαν αμέσως τή φοβερή σημασία πού θά είχε γι' αύτούς ή
τήρησή της. Εύτυχως δμως, ή συνθήκη του'Αγίου Στεφάνού δέν
ε{χε εφαρμόγή, γιατί σέ λίγο μέ τήν επέμβαση των αλλων
μεγάλων Δυνάμεων, πού ανησύχησαν γιά τά μεγάλα καί ετερο­
βαρή ωφελήματα πού εξασφάλιζε μ' αύτήν ή Ρωσία, ύπογράφηκε
ή συνθήκη του Βερολίνου, πού βελτίωσε κατά πολύ τά πράγματα,
ϊδρυσε περιορισμένη βουλγαρική ήγεμονία, φόρου ύποτελη στήν
Τουρκία, καί ακόμα παραχωρουσε στήν 'Ελλάδα τή Θεσσαλία.
Ή συνθήκη του Βερολίνου, μολονότι εδινε κρατική ύπό­
σταση στή Βουλγαρία, αποτελουσε εντούτοις μέ τήν ματαίωση
των σχεδίων περί μεγάλης Βουλγαρίας πλήγμα βαρύ γιά τούς
ενδιαφερομένους. 'Η πραγματοποίηση της συνθήκης του 'Αγίου
Στεφάνου παρέμεινε γιά πολλά χρόνια τό μέγα όνειρο καί ή
βαθύτερη επιδίωξη της βουλγαρικής πολιτικής. Καί, ακριβως,
μετά τήν εθνική αύτή απογοήτευση καί τή διάψευση των σχεδίων
γιά ενσωμάτωση διά συνθηκων, εντείνεται ή συστηματική καί μέ
κάθε τρόπο προσπάθεια του εξαναγκασμου των μακεδονικων
πληθυσμων νά αναγνωρίσουν τήν 'Εξαρχία καί νά δεχτουν
βουλγαρική εκπαίδευση -παπά καί δάσκαλο. Καί τό επεδίωκαν
16

αυτό οί Βούλγαροι, γιατί προέβλεπαν, δτι σέ όποιαδήποτε περί­
πτωση, είτε διάλυση της Τουρκίας, είτε επέμβαση των Δυνάμεων,
είτε επανάσταση, είτε όποιαδήποτε άναταραχή σ' αυτά τά μέρη,
ήταν βέβαια προτιμότερο νά μπορείς vά άποδείξεις δτι τά χωριά
εΙναι εξαρχικά καί εχουν βουλγαρική εκπαίδευση, παρά ό,τιδή­
ποτε αλλο. 'Ίδρυσαν μάλιστα άργότερα (1893) γιά τόν άθωο
δήθεν αυτό σκοπό καί μιά οργάνωση, πού τήν ονόμασαν Κομι­
τάτο. Τό παράδειγμα των Βουλγάρων άκολούθησαν καί αλλοι
βαλκανικοί λαοί, κυρίως οί Ρουμάνοι, άλλά πολύ άσθενέστερα.
Αυτοί προσπαθουσαν νά προσηλυτίσουν τό κουτσοβλαχικό στοι­
χείο, μοίραζαν βοηθήματα καί κατέδιδαν συστηματικά τούς
'Έλληνες άγωνιστές στίς τουρκικές άρχές. ·
Καί ετσι φούντωσε γιά καλά ό Μακεδονικός 'Αγώνας, πού
τυπικά κράτησε 40 περίπου χρόνια (1870-1908) καί πού σέ
γε 1ικές γραμμές μπορουμε νά πουμε δτι πέρασε άπό τίς έξης
,
φάbεις:
.:;Ι) 'Από τό 1870 ως τό 1897 -χρονιά της 'Ελληνικής ηττας
στόν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ή φάση αυτή χαρακτηρίζεται
πε�ισσότερο άπό τήv προπαγανδιστική δράση των ξένων κομι­
τάτων.
)2) 'Από τό 1897 ως τό 1904. Στήν περίοδο αυτή δρα τρομο­
κρατικά, καί σχεδόν χωρίς συστηματική άντίδραση, τό βουλγα­
ρικό κομιτάτο, καί
:3) 'Από τό 1904 ως τό 1908, όπότε εχουμε πιά τήν ενοπλη
άναμέτρηση του Έλληνισμου πρός τόν Βουλγαρισμό καί τίς
αλλες -μαλλοv άμελητέες- βαλκανικές όμάδες, μέσα στά
εδάφη της Μακεδονίας. 'Εδώ βρίσκεται ή κορύφωση του Μακε­
δοvικου 'Αγώνα, καί ή περίοδος αυτή εΙvαι πού άποκαλείται
συνήθως «Μακεδονικός 'Αγώνας». Αυτή τήν περίοδο άπηχεί καί
τό .εργο του Γ. Μόδη.
Ή προσπάθεια των Βουλγάρων στράφηκε, κυρίως, πρός τίς
περιοχές πού εΙχαν κατά ενα 1:-2.σοστό πληθυσμούς, οί όποίοι
χρησιμοποιουσαν σλαβόφωνα ιδιώματα. Αυτούς προσπάθησαν
μέ κάθε τρόπο νά παρασύρουν στήν 'Εξαρχία καί στή βουλγα­
ρική εκπαίδευση. Οί πληθυσμοί δμως αυτοί, μολονότι εντελώς
2

17

άβοήθητοι, προέβαλαν στήν πλειοψηφία τους σφοδρή άντίστα­
ση, γιατί κατέχονταν άπό ζωηρή 1:λληνική συνείδηση καί έπιθυ­
μουσαν νά μείνουν πιστοί στό Πατριαρχείο. Μέ τούς πληθυ­
σμούς αυτούς παρουσιάστηκαν καί πάλι, κατά τήν κατοχή,
παρόμοια φαινόμενα, δταν οί σύμμαχοι των Γερμανών Βούλγα­
ροι κινήθηκαν νά τούς έκμαυλίσουν. 'Αγαπουν οί περισσότεροι
τήν 'Ελλάδα καί δέν δελεάζονται μέ τίποτα.
'Από τήν άλλη πλευρά, οί έλληνόφωνοι πληθυσμοί δέν ήθε­
λαν οϋτε ν' άκούσουν γιά άποσκίρτηση καί Βουλγάρους. Καί
ετσι ή βουλγαρική προπαγάνδα καί τρομοκρατία σημείωσε
μερική μόνο έπιτυχία. Κυρίως, υπέφεραν πολύ οί τοπικοί πνευ­
ματικοί ήγέτες παπάδες, δάσκαλοι, γιατροί, πρόεδροι κοινοτή­
των, σύμβουλοι. Πολλοί άπό αυτούς ελαβαν μαρτυρικό θάνατο,
άπό μαχαίρι, κρεμάλα ή φωτιά.
Τό έλληνικό κράτος, μολονότι παρακολουθουσε άγρυπνα τά
συμβαίνοντα στόν μακεδονικό χώρο, δίσταζε νά συνδράμει,
συχνά μάλιστα εκανε πώς άντιδρα, γιατί δέν ήθελε νά προκαλέ­
σει περισσότερο τήν Τουρκία, πού ήδη «επνεε μένεα» γιά τίς
επαναστατικές κινήσεις στήν Κρήτη. 'Αφότου μάλιστα μεσολά­
βησε καί ό άτυχος πόλεμος του 1897, οί εχθροί του' Ελληνισμου
εγιναν έκβιαστικότεροι. 'Έπεσε τό ηθικό. Μεγάλοι κίνδυνοι
άρχισαν νά διαγράφονται γιά τά άλύτρωτα μέρη. Τότε ϋψωσαν τό
άνάστημά τους οί άφοσιωμένοι στήν πατρίδα ίδιώτες. Στήν
'Αθήνα, ή ίσχυρή μακεδονικής καταγωγής οίκογένεια του Στέ­
φανου Δραγούμη, ό Δ. Καλαποθάκής, οί Μελάδες, οί Κορομηλά­
δες, τά μέλη της ;, 'Εθνικής 'Εταιρείας». Στίς υπόδουλες περιο­
χές διάφοροι εντόπιοι όπλαρχηγοί, δπως ό καπετάν Κώτας άπό
τή Ρούλια, ό καπετάν Βαγγέλης άπό τό Στρέμπενο, ό Γκόνος
Γιώτας άπό τά Γιαννιτσά, ό Λάκης Πύρζας άπό τή Φλώρινα, ό
Παυλος Κύρου άπό τό 'Ανταρτικό, ό Δημήτριος Νταλίπης άπό
τόν Γάβρ(), ό Νικοτσάρας άπό τή Στρώμνιτσα, ό Μητρούσης άπό
τίς Σέρρες, ό παπα-Πασχάλης άπό τό Λειβαδοχώρι Σερρών, ό
παπα-Σταυρος άπό τό Πισοδέρι καί πλήθος άλλων καπεταναίων
καί όπαδών, πού εφεραν τήν πρώτη άντίσταση καί πλήρωσαν τόν
βαρύτερο φόρο αϊματος, κι αυτοί καί τά χωριά τους.
18

Καί τά πράγματα σιγά σιγά πfjραν ν' άλλάζουν. Τό 1900 τό
Πατριαρχείο στέλνει νεαρούς καί δυναμικούς μητροπολίτες σέ
περιοχές της Μακεδονίας πού κινδυνεύουν. 'Έτσι, τοποθετείται
ό Γερμανός Καραβαγγέλης στήν Καστοριά, ό 'Ιωακείμ Φορόπου­
λος στό Μοναστήρι, ό Χρυσόστομος Καλαφάτης, ό άργότερα
εθνομάρτυρας Σμύρνης, στή Δράμα, ό Φώτιος, πού δολοφονή­
θηκε άργότερα στήν Κορυτσά, ό Ειρηναίος στή Χαλκιδική, ό
Θεοδώρητος στό Νευροκόπι, ό Κωνσταντίνος στίς Σέρρες. 'Ό­
λοι αύτοί μαζί μέ τόν καλύτερο κλfjρο, τούς δασκάλους καί τίς
δασκάλες, τούς όπλαρχηγούς, τά παλικάρια, ενθαρρύνουν μέ
κίνδυνο της ζωfjς τους τούς πληθυσμούς, φροντίζουν γιά δπλα,
πολεμοφόδια, τρόφιμα, ενδυμασίες, καταλύματα. Οί πληθυσμοί
παίρνουν θάρρος, όργανώνονται, συνεργάζονται, φιλοτιμοϋνται,
εξασφαλίζουν τίς επικοινωνίες, κρύβουν τούς Μακεδονομάχους,
δταν οί Τοϋρκοι τούς κυνηγοϋν, σέ κατάλληλες κρύπτες, τίς
περίφημες κρυψάνες, τρέφουν άπό τό ύστέρημά τους, νοση­
λεύουν τούς πολεμιστές. Τούς χωρικούς αύτούς, ιδίως τούς
σλαβόφωνους, οί Βούλγαροι τούς όνόμαζαν περιφρονητικάΓραι­
κομάνους, άλλά τό δνομα εμεινε νά σημαίνει τήν μετά μανίας
άγάπη πρός τήν ελληνική πατρίδα.
Σιγά σιγά ερχονται τά ενοπλα σώματα άπό τήν ελεύθερη
'Ελλάδα. Εiσχωροϋν κρυφά άπό τά σύνορα -κρυφά καί άπό
τούς δικούς μας- καί ενφνονται. Γιά πολλά χρόνια, στήν άρχή,
επικρατεί ό αυτοσχεδιασμός καί ό ενθουσιασμός. 'Ακόμα καί ό
τυχοδιωκτισμός, σέ όρισμένες περιπτώσεις. Μέ τέτοιες προϋπο­
θέσεις ε{ναι φυσικό οί επιχειρήσεις των-- σωμάτων νά ε{ναι
βραχύβιες καί οί επιτυχίες τους περιορισμένης σημασίας, αν δχι
καί καταστρεπτικές. 'Ώσπου τό 1904, μετά άπό άλλεπάλληλα
κατατοπιστικά ταξίδια, φτάνει στή Μακεδονία, επικεφαλής σώ­
ματος, ό Παϋλος Μελίiς, γαμπρός των Δραγούμηδων, στήν κόρη
τους Ναταλία, μόνιμος άξιωματικός του ελληνικοϋ στρατοϋ,
σταλμένος μυστικά άπό τήν κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη καί άναλαμ­
βάνει, κατά κάποιο τρόπο, επίσημα τόν 'Αγώνα, μέ τό ψευδώ­
νυμο Μίκης Ζέζας. 'Ο Παϋλος Μελίiς, ϋστερα άπό προδοσία των
κομιτατζήδων, σκοτώθηκε πολύ γρήγορα, σέ μιά άψιμαχία μέ
19

τόν τουρκικό στρατό στό χωριό Στάτιτσα (σήμερα, Μελας) στίς
13.10.1904, δμως τό παράδειγμά του καί ή θυσία του άφύπνισαν
τίς συνειδήσεις. Τήν άναγγελία του θανάτου του, άκολούθησαν
συγκινητικές εκδηλώσεις, επίσημες καί μή, σ' δλη τή χώρα καί
πλήθος φλογεροί νέοι εσπευσαν νά μιμηθουν τό παράδειγμά του.
· Ο Παυλος Μελας θρηνήθηκε δσο λίγοι ηρωες καί άποτελεί
πάντα ενα ύψηλό πατριωτικό σύμβολο του Νέου 'Ελληνισμου.
Ό άγώνας μεταξύ 'Ελλήνων μακεδονομάχων καί Βουλγάρων
κομιτατζήδων συνεχίστηκε άμείωτος καί άμείλικτος ως τόν
'Ιούλιο του 1908, όπότε μέ τή νεοτουρκική επανάσταση επαψε
ύποκριτικά ή δίωξη των παρανόμων. Οί συγκρούσεις σταμάτη­
σαν, άλλά ό 'Αγώνας συνεχίστηκε μέ πιό περίτεχνα μέσα.
'Ώσπου οί νικηφόροι πόλεμοι του 1912-1913 εφεραν κάποια
μερική άποκατάσταση στά ονειρα του άλύτρωτου Έλληνισμου
του Βορρα.
'Ο Μακεδονικός 'Αγώνας διεξήχθη κυρίως στά βιλαέτια
(διοικητικές περιφέρειες) του Μοναστηρίου (Βιτώλια) καί της
Θεσσαλονίκης καί άποτελεί, άσφαλώς, μετά τήν 'Επανάσταση
του Είκοσιένα, τή σημαντικότερη καί πιό περίλαμπρη προσπά­
θεια του Νέου 'Ελληνισμου.
'Εκτός άπό τίς μάχες μέ τούς κομιτατζήδες καί τή συνεχή
καταδίωξη άπό είδικά τουρκικά σώματα κυνηγών, τούς άβτζή-τα­
μπούρ, ό 'Αγώνας εγινε στά χωριά καί στίς πόλεις σώμα πρός
σώμα, άνθρωπο μέ άνθρωπο, σπίτι μέ σπίτι, μαγαζί μέ μαγαζί,
εκκλησία μέ εκκλησία.
Σ' δλες τίς πολιτείες καί τά χωριά ύπηρχε 'Οργάνωση, πού
φρόντιζε γίά τόν άνεφοδιασμό, τή νοσηλεία, τό κρύψιμο καί τήv
πληροφόρηση των άνταρτών. 'Ακόμα καί άπό ποιά μαγαζιά θά
ψωνίζεις καθοριζόταν άπό τήν 'Οργάνωση. Τίς οργανώσεις
αύτές τίς ε{χαν σχεδιάσει καί τίς διηύθυναν άξιωματικοί του
έλληνικου στρατου, πού ε{χαν ερθει μέ διάφορα προσχήματα άπό
τή Νότια 'Ελλάδα στή Μακεδονία. Τή Θεσσαλονίκη λ.χ., τήν
ε{χε οργανώσει ό άξιωματικός 'Αθανάσιος Σουλιώτης - Νικο­
λαί'δης, συνεργάτης του 'Ίωνα Δραγούμη. Μέγα ρόλο στόν
'Αγώνα επαιξε τό Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ίδίως άφό20

του τό διηύθυνε ό Λάμπρος Κορομηλας. Τό Προξενείο του
άτυχου Μοναστηρίου άνάπτυξε, επίσης, μεγάλη καί τολμηρή
δράση. · Ανάμεσα σ' αυτούς πού ύπηρέτησαν εκεί ήταν άπό τό
1903 καί ό 'Ίων Δραγούμης.
Μά βέβαια, δέν ύπηρξαν μόνο οί παραπάνω. Πλήθος τολμη­
ροί διπλωμάτες, άξιωματικοί πού εκαμαν άκόμα καί τούς μεταφο­
ρείς, ίερείς καί άρχιερείς, πού άρκετοί τούς τράβηξαν πρός τό
μαρτύριο, δπως ό πάπα-Σταυρος άπό τό Πισοδέρι, καί δπως ό
Γρεβενών Αιμιλιανός καί ό Κορυτσας Φώτιος, δάσκαλοι καί
δασκάλες -αυτές κατά προτίμηση τίς εκαιγαν ζωντανές- σιδη­
ροδρομικοί ύπάλληλοι, χαμάληδες του τελωνείου, καραγωγείς,
γιατροί δπως ό Ζάννας στή Θεσσαλονίκη, πρόξενοι ξένων
Δυνάμεων, πού ε{χαν δμως ελληνική καταγωγή, δπως ό Χατζη­
λαζάρου, φυγόδικοι καί λήσταρχοι, πού ε{χε ξυπνήσει μέσα τους
ή πατρίδα, δπως ό 'Αλ. Καραλίβανος -σπουδαίος πολεμι­
στής!- παιδιά του σχολείου, πού εδιναν πληροφορίες, μετέφε­
ραν πληροφορίες ή εβγαιναν στά βουνά μέ τά σώματα των
'Ελλήνων, δπως ό συγγραφέας μας, ό Γεώργιος Μόδης, ό
Βιτωλιάνος, δπως τόν άποκαλουσαν, τέλος παλικαρόπουλα ευγε­
νικά, ευαίσθητα, πού βρήκαν εντούτοις τή δύναμη νά κάνουν τόν
επικό άγώνα της λίμνης των Γιαννιτσών, δπως ό Τέλος "Αγρας,
ό μεγαλομάρτυρας Τέλος 'Αγαπηνός, πού ε{χε εναν άπό τούς πιό
μαρτυρικούς θανάτους, πού ελαβε πολεμιστής σ' αυτόν τόν
'Αγώνα καί πού ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνιέται. Καί τέλος οί
μεγάλοι όπλαρχηγοί καπετάν Κώτας, Ευθύμιος Καούδης, Γεώρ­
γιος Τσόντας, Δικώνυμος Μακρής, Γεώργιος Βολάνης, Δούκας
Δούκας, Κων. Μαζαράκης, Γεώργιος Κατεχάκης, Παυλος Γύ­
παρης. 'Ακόμα, ό άξιωματικός Δημήτριος Κάκκαβος, πού μέ τό
ψευδώνυμο Δημήτριος Ζώης, βοήθησε στή διεύθυνση του 'Αγώ­
να μέσα άπό τό Προξενείο Θεσσαλονίκης.
'Αλλά δ,τι καί νά πουμε δέν ε{ναι ευκολο νά τούς άναφέρουμε
δλους. Γιατί δλοι πρέπει νά άναφερονται. Οί Μακεδονομάχοι
ήταν περίπου 2.000 (δύο χιλιάδες) άντρες, άλλά πρόσφεραν αυτό
τό σπουδσαίο εργο: 'Ετοίμασαν τούς τρίβους της 'Ελλάδας.
Μέ τόν Μακεδονικό 'Αγώνα δέν κερδήθηκε μόνο ή Μακεδο-

21

νία, άναζωογονήθηκε δλη ή 'Ελλάδα, άναμέτρησε τίς δυνάμεις
της, άπόχτησε πεποίθηση σ' αύτές, είδε τήν εξυπνάδα, τή
ζωτικότητά της, άκριβως πάνω στή στιγμή πού μεγάλη ηθική
κρίση κατέτρωγε τά ελληνικά σπλάχνα άπό τίς κομματικές
διαιρέσεις καί τήν ηττα του '97. Οί άπελευθερωτικοί πόλεμοι του
1912 καί του 1913 πού διπλασίασαν τήν 'Ελλάδα ήταν ή άνα­
γκαία συνέπεια δλης αύτης της προπαρασκευής καί της θυσίας.
Τά κείμενα του Γ. Μόδη εΙναι κείμενα δυνατά. Μεταδίδουν
στόν επαρκή ηθικά άναγνώστη δύνcψη καί πίστη γιά τήν πα­
τρίδα. 'Εκφράζουν τόν Μακεδονικό 'Αγώνα καί τόν Μακεδο­
νικό · Ελληνισμό, άλλά εκφράζουν άκόμα τήν αφοσίωση, τό
φιλότιμο καί τήν παλικαριά. 'Αρκετά άπό τά κείμενα αύτά
μπορουν νά σταθουν ώς λογοτεχνήματα άκόμα καί μέ τίς αύστη­
ρότερες άπαιτήσεις του δρου. · Ο Γ. Μόδης ήταν σίγουρα ενα
δυνατό λογοτεχνικό ταλέντο, όχι άκαλλιέργητο πνευματικά,
αλλά ακαλλιέργητο λογοτεχνικά. Καί εύτυχως... θά μπορουσε,
σέ αντίθετη περίπτωση, νά εχει χαθεί τό θέμα, νά εχει διαλυθεί τό
άντικείμενο πρός χάριν ύποκειμενικων ή δήθεν ύποκειμενικων
καταστάσεων. Θά μπορουσε, βέβαια, νά εχει ξεπεταχτεί καί κάτι
τό πολύ σπουδαιότερο, κάποιο μέγα λογοτέχνημα, κάποιο εθνι­
κής σημασίας αφήγημα -αλλά όχι! Ουτε κι αύτό θά τό ίσχυρι­
σθουμε. 'Έμεινε ενα εργο -άληθινά τεράστιο!- πού πατάει
συχνά στή δημοσιογραφία, στό χρονικό, στό χρονογράφημα,
στήν ύψηλή λογοτεχνία, δπως εϊπαμε, αλλά ούδέποτε στή φιλο­
λογία, σ' αύτό τό σαχλό παραγεμισμένο μέ λέξεις είδος, πού
καλλιεργείται από όρισμένους, πού δέν εχουν καί πολλά νά
πουνε, καί τό όποίο αποκαλείταί, «φιλολογία». 'Όχι, δέν συμβαί­
νει αύτό μέ τό εργο του Γ. Μόδη.
Ό Γ. Μόδης εΙναι ό πρώτος σπουδαίος πεζογράφος στή
σύγχρονη ίστορία του βορειοελλαδικου χώρου. Τό ταλέντο του
επιβεβαίώνεται μέ τετρακόσια πενήντα περίπου διηγήματα ή
αφηγήματα, χώρια τά εκτενέστερα χρονικά. 'Ο Γ. Μόδης είναι
καί λογοτέχνης καί χρονικογράφος καί ίστορικός καί προπαντός
δονούμενος 'Έλληνας.
22

Ή θαυμάσια αύτή επιλογή, καμωμένη άπό τόν εκλεκτό νέο
φιλόλογο κύριο Κώστα Καφαντάρη, δίνει μιά σαφή καί σωστή
ιδέα της άφηγηματικfjς ίκανότητας καί τοϋ πατριωτικοϋ παλμοϋ
τοϋ Γ. Μόδη.
Γιώργος 'Ιωάννου

23

1. Ο ΚΩΤΑΣ*
-'Ένας ίiνθρωπος εξω θέλει νά σέ ίδει· ε{πε του καπετάν
Κώτα ή γυναίκα του.
-'Από που είναι; ρώτησε εκεινος.
-Δέν ξέρω. Φαίνεται απ' τά πέρα χωριά.
-"Ας ερθει.
'Ο ξένος μπfjκε μέσα. 'Ηταν ενας ρωμαλέος ίiνδρας, 25-28
χρονών. 'Η κούραση, ή θλίψη καί ή πίκρα ήταν ζωγραφισμένες
στό πρόσωπό του. Ξεσκούφωτος, μονοσάνδαλος, είχε χωρίς
τσαρούχι τό αριστερό του πόδι. Τά μαλλιά του ήσαν όρθωμένα
καί ανακατεμένα σάν κυνηγημένου ζώου. Μιά νεκρική κιτρινι­
σμένη χλωμάδα άπλωνόταν στήν δψη του, πού δέν ταίριαζε
καθόλου μέ τίς φαρδιές πλάτες καί τά χονδρά μπράτσα του.
Ήταν όλοφάνερο πώς είχε ξεφύγει από κάποιο μεγάλο κίνδυνο.
* Δίνουμε σέ ύποσημείωση τό παρακάτω άπόσπασμα άπό τό διήγημα αύτό,
γιατί εκεί πού εlναι τοποθετημένο προκαλεί μαλλον διάσπαση στήν άφήγηση: ·
Ό καπετάν Κώτας ήταν ενας χωρικός άπ' τή Ρούλια, πού είχε τάξει στόν
_εαυτό του ν' άπαλλάξει τά χωριά της Φλώρινας, Καστοpίας καί Πpέσπας άπ' τή
μάστιγα των Τουpκαλβανων μπέηδων. Γεωργός, μπακάλης καί τσαγκάρης στό
χωριό του, αφηνε κρυφά άλέτpι, ζυγαριά καί σουβλί καί εστηνε καρτέρια στούς
τρομερούς αύτούς τυραννίσκους. 'Ένα άόpατο χέρι εμφανιζόταν ξαφνικά εκδικη­
τής των εξουθενωμένων ραγιάδων. 'Όταν οί τουρκικές άpχές τό μυρίστηκαν
προσποιήθηκε πώς εφευγε γιά τό εξωτερικό, άλλά άπ' τή Φλώρινα δπου εβγαλε
τό διαβατή pιό του πηpε τόν δρόμο γιά τά βουνά. Τώρα πιά εκήpυξε άπpοκάλυπτο
καί άμείλικτο τόν πόλεμο στούς διαφόρους άγάδες καί δεpβεναγάδες. 'Όπου
κανείς τσιφλικας η δεκατιστής μπέης η άγας τό παραξήλωνε καί εlχε άποχαλινω­
θεί παρουσιαζόταν · Αρχάγγελος Μιχαήλ'μέ τό μικρό του σώμα τήν κατάλληλη
στιγμή, ό Κώτας, καί στό αίμα του ξέπλυνε δλες τίς άνομίες του. Μιά μεγάλη
λαμπάδα καί όλίγο λάδι στήν 'Αγία Τριάδα τοϋ Πισοδεpιοϋ ήταν τό άντίτιμο
καθεμιας άπ' τίς άλαζονικές καί άνοικονόμητες αύτές κεφαλές. Διότι ό ίiγριος
τιμωρός καί εκδικητής δέν εννοοϋσε, δλα κι δλα, νά παραμελήσει τά θpησκευ-

25

'Έκαμε δυό-τρία βήματα καί στάθηκε όρθιος στό μέσο της
κάμαρας μέ τά μάτια του καταγής.
'Ο Κώτας καθόταν σταυροπόδι πάνω σέ μιά ψάθα στή γωνιά.
Κρατουσε στά χέρια του ενα άσημένιο τούρκίκο τσιμπούκι καί
κάπνιζε. Κοντός, άδύνατος, δλος νευρο, εμοιαζε τά καθαρόαιμα
άράπικα άλογα, πού δέν εχουν οϋτε ενα δράμι λίπος. Τό στήθος
του ήταν γυμνό άπό τσαπράζια, άσημικά, σταυρούς καί οίοδή­
ποτε τό παραμικρότερο στολίδι. Στήν άσκητική μορφή του
ξεχώριζαν ή μεγάλη φαλάκρα του, τά μικρά μάτια του καί τά
μακρυά μουστάκια του, πού επεφταν άπεριποίητα πρός τά κάτω.
Δυό άλλοι άνδρες ήσαν ξαπλωμένοι λίγο παραπέρα. Τά
τουφέκια των τά ε{χαν κρεμάσει στόν τοίχο.
· Ο καπετάνιος - οικοδεσπότης εριξε μιά γρήγορη ματιά στόν
ξένο καί τόν έκάλεσε νά καθήσει.
-'Από που ε{σαι; τόν ρώτησε.
- 'Απ' τήν Τύρσια.
-Πώς σέ λέν;
-Βαγγέλη.
-Κοίταξε, κακομοίρη, καλά μήν μου πείς κανένα ψέμα. Τό

τικά του καθήκοντα. Κpατουσε μάλιστα αύστηpά άκόμη καί δλες τίς άτέλειωτες
όpθόδοξες νηστείες. Ξεμπέρδεψε δεκάδες άπίστων. ΕΙχε γίνει τό ϊνδαλμα καί δ
σωτήρας των πολυβασανισμένων χριστιανικών πληθυσμών.
Μέ τό βουλγαρικό κομιτάτο οί σχέσεις του εύθύς εξ άpχης δέν ήταν
εγκάρδιες. Ήταν τόσο βαθύ τό χριστιανικό του αϊσθημα καί τόσο μεγάλο τό
άντιτουpκικό του μίσος, ωστε δέν iiφηναν περιθώρια γιά τίς iiλλες πολιτικές
βλέψεις των άpχηγων των κομιτατζήδων. Δέν μποpουσε νά καταλάβει γιατί οί
νέοι συνάδελφοί του σκότωναν περισσότερους χριστιανούς παρά Τούρκους.
Δοκίμασαν μέ δλα τά μέσα νά τόν ξεκάνουν. 'Ίσως καί ή ζήλεια είχε τό δάκτυλό
της. 'Αλλά τούς ξέφευγε. Σάν μεσαιωνικός βαρώνος εγκατέστησε τήν άπόλυτη
κυριαρχία του σ' ώpισμένα χωριά των Κοpεστίων καί της Πpέσπας, πού τά
βαστουσε ελεύθερα άπ' τίς ύπεpβασίες Τούρκων καί κομιτατζήδων. 'Αποτελου­
σαν μιά ησυχη νησίδα καί ενα άνεξάpτητο βασίλειο μέσα στήν 'Οθωμανική
Αύτοκpατοpία καί τήν παντοδυναμία του κομιτάτου, πού είχε πρωτεύουσα τό
χωριό του, τό Ρούλια (τώρα Κώτα).
Ό Κώτας άπέθανε στήν κρεμάλα τήν 27 Σεπτεμβρίου 1906 στό Μοναστήρι.

26

ξέρεις δέν χωρατεύω. Δυό άπ' τά παλικάρια μου ξέρουν πολύ
καλά τό χωριό σου.
-" Αν σου. πω ψέμα, καπετάνιο, νά μου κόψεις τή γλώσσα.
-Λέγε τώρα τί θέλεις καί γιατί ήρθες.
-Νά μείνω κοντά σου, καπετάνιο. Δέν εχω που άλλου νά
πάω. 'Ο Τσακαλάρωφ, ό Ποπώφ καί οί άλλοι θέλησαν ψές νά μέ
σκοτώσουν.
-Πώς εΙπες;
-Μ' επιασαν τή νύχτα καί μ' εδεσαν γιά νά μέ σφάξουν.
Τούς ξέφυγα. Μου εριξαν πολλές τουφεκιές. 'Έδωκε ό Θεός καί
δέν μέ βρήκε καμιά σφαίρα. 'Έχασα στή φυγή άνάμεσα άπ' τά
κλαδιά, τόν σκουφο καί τό ενα τσαρούχι μου.
-Μά γιατί; Τί τούς εκαμες;
-Κι εγώ δέν ξέρω. Δέν εκαμα τίποτα. Είμαι ενας καλός
. χριστιανός πού εβοήθησα μέ δλη μου τήν ψυχή τόν άγώνα γιά τή
λευτεριά. Θέλησαν νά μέ σκοτώσουν ίσως γιατί σ' ενα γάμο, τίς
προάλλες, εΙπα πώς γιά μας είναι μονάχα ό καπετάν Κώτας.
Αύτός ξεπαστρεύει τούς άγάδες καί δλα τά τούρκικα άγκάθια καί
δέν πειράζει ποτέ κανένα χριστιανό.
-Καί γι' αύτό θέλησαν νά σέ σκοτώσουν!; Σάν πώς ψέματα
εΙπες;
-Κι εγώ δέν μπορώ νά τό καταλάβω.
-Τό παραξήλωσαν τά παλιόσκυλα... Γιατί δέν σκοτώνουν κι
αύτοί Τούρκους; Τό βρήκαν πιό ευκολο νά σφάζουν χριστιανούς
ξερμάτωτους. Καί μένα πάσχισαν πολλές φορές νά μέ βαρέσουν
μέ μπαμπεσιά.
-Μου πήραν καί τή γυναίκα, καπετάνιο, καί μιά μικρή
άνεψούλα.
-Σου πήραν τή γυναίκα;! Γιατί;!
-Δέν ξέρω. Που νά ξέρω ό φ,τωχός!... Οί τσομπάνοι τό πρωί
μου εiπαν, πώς αμα εγώ τούς ξέφυγα πήγαν στό σπίτι μου καί τίς
πήραν.
'Ο ξένος άρχισε νά κλαίει.
-Παράξενο, εΙπε ό καπετάν Κώτας, στριφογυρίζοντας νευ­
ρικά στά χέρια του τήν πίπα. Τί θά τήν κάνουν; Θά τήν βράσουν;
27

-Φοβαμαι μήν τή σφάξουν καπετάνιο. Μήν τήν εσφαξαν.
-Δέν τό πιστεύω, δσο καί να.ναι λυσσασμένοι. Δέν μου λές,
τήν άγαπας πολύ τή γυναίκα σου;
-'Όπως κάθε άνδρας καπετάνιο. Πούλησα τά βώδια μου καί
τά καλύτερα χωράφια γιά νά τήν πάρω.
- · Ακριβά μωρέ τήν πλήρωσες. Θά πεί πώς τήν άγαπουσες.
Φοβαμαι τώρα μή σου στείλουν κανένα μήνυμα: «ή θαρθείς ή θά
σφάξουμε τή γυναίκα σου».
-Ξέρω κι εγώ! Θεός φυλάξει. Δέν ξέρω τί νά σκεφτώ ό
κακομοίρης. Τέτοιο πάθημα! Που νά τά φαντασθώ! Καί γιατί;
Γιά τίποτε.
-Τόσο κουτός δέν πιστεύω να.σαι, ε{πε ενα άπ' τά δυό
παλικάρια του καπετάνιου. Γιά μιά γυναίκα νά πας νά παραδοθείς
μονάχος σου στό μαχαίρι.
-Σύ Μfjτρο νά μή μιλας, του ε{πε ό Κώτας. Δέν παντρεύτη­
κες καί δέν καταλαβαίνεις άπ' αύτά τά πράγματα.
-Κατάλαβα μέ τόν καιρό νά μήν εχω μπελάδες καί ντρά­
βαλα...
-"Αν τάξερα κι εγώ, ε{πε ό Βαγγέλης, θάπαιρνα τή γυναίκα
μου καί θάφευγα στήν · Ανατολή, στήν 'Αμερική κι δπου να.ταν.
Μακριά άπ' τόν τόπο μας. Μά που νά τά ξέρω! ...
-Παιδί μου, κανένας δέν ξέρει τήν μοίρα του, άποκρίθηκε ό
Κώτας. 'Όσο γιά τή γυναίκα σου μπορ& νά σου πω, δέν φοβαμαι
πώς θά της κάμουν κακό. "Αν ήταν νά τήν σκοτώσουν θά τήν
ε{χαν σκοτώσει μέσα στό χωριό γιά νά ίδουν καί άλλοι καί νά
φοβηθουν. 'Έχει ό Θεός. Θά δουμε.
- 'Ο Θεός καί σύ καπετάνιε.
-Κάμε λίγη ύπομονή.
-Ε{ναι ομορφη ή γυναίκα σου; ερώτησε ό Σπυρος, τό
πρωτοπαλίκαρο του Κώτα.
-'Έ, λιγάκι. Ε{ναι ομορφη. 'Άνθρωπος του Θεου.
'Ο Σπυρος εκλεισε πονηρά τό μάτι στόν σύντροφό του, τόν
Μητρο, λέγοντας:
-Οί παλιοί κλέφτες δέν πλησίαζαν γυναίκα. 'Ο :rσακαλά­
ρωφ θέλει πάντοτε νά νταλαβερίζεται μέ ξένες γυναίκες ...

28

-Εlναι βλέπεις γραμματισμένος, ε{πε ό Κώτας. Οί παλιοί
ήταν αγράμματοι. Σάν κ' εμi'iς.
Γυρίζοντας επειτα στόν Βαγγέλη.
-Καί τώρα τί ζητi'iς από μένα;
-Νά μ' εχεις κοντά σου, σύντροφό σου, σκλάβο σου. Νά μέ
γλυτώσεις απ' τά χέρια τους. Νά γλυτώσεις καί τή γυναίκα μου
καπετάνιε.
-Καλά. Μείνε. Θέλεις κάτι νά φας; Θάσαι πεινασμένος.
-'Όχι. Δέ θέλω. Κάτι εμάσησα άπ' τούς τσομπαναραίους.
Καί που νά εχω όρεξη...
-Πήγαινε τώρα σ' ενα κατάλυμα νά ξεκουραστείς. Καί τά
ξαναλέμε.
'Ένας χωρικός παράλαβε τόν Βαγγέλη καί τόν όδήγησε στό
σπίτι δπου ήσαν οί άλλοι άνδρες του μικρου σώματος.
-Τά σκυλιά, είπε ό Κώτας. Δέν εχουν πιά μήτε πίστη, μήτε
θρησκεία επάνω τους. Του παράβγαλαν τά μάτια.
-'Εμένα νά σου πω, άνδρα, είπε ή γυναίκα του, δέν μ' αρέσει
καί πολύ τουτος ό Βαγγέλης.
-Κι εμένα, επρόσθεσε ό Σπύρος.
�Δέν βαριέσθε, αποκρίθηκε ό καπετάνιος. 'Ένας δυστυχι­
σμένος άνθρωπος'. Καί τά παθαίνει άπ' αυτούς πού ήρθαν νά μας
ελευθερώσουν.
Τό βράδυ ό Κώτας κάλεσε στό τραπέζι του τόν Βαγγέλη.
Είχαν ενα ψητό αρνί της σούβλας.
-'Έ, πώς τά πέρασες; τόν ρώτησε, πετώντας του ενα μεγάλο
κομμάτι κρέας.
-Καλά καπετάνιε.
-Μέ τούς καινούργιους συντρόφους σου; Είναι καλά παιδιά.
Σέ περιποιήθηκαν;
-Μέ περιποιήθηκαν καπετάνιε.
-Μά τρώγε. Τί περιμένεις; Γιατί κάθεσαι σά παγωμένος; Στή
δουλειά μας δταν βρίσκαμε πρέru;ι νά τρώμε καλά. Γιατί ερχο­
νται μέρες πού νηστεύουμε.
-Τρώγω καπετάνιε, μά δέν πάει κάτω τό φαγί.
29

-Θυμiiται τή γυναίκα του καί του κόβεται ή όρεξη, ε{πε ό
Μητρος.
-Σύ νά σωπαίνεις, σου είπα. Πρέπει νά τόν λυπiiσαι τόν
φτωχό καί νά μήν τόν πειράζεις. Τόν φθάνουν τά βάσανά του.
Γυρίζοντας επειτα στόν Βαγγέλη:
-Μήπως σέ πείραξαν καί οί σύντροφοί σου απ' τό κατά­
λυμα;
· Ο Βαγγέλης σιωπουσε.
-Γιατί δέ μιλiiς;
-Καπετάνιε καλύτερα νά φύγω.
-Νά φύγεις; Καί που θά πας; Που σέ χωρεί;
-Κι εγώ δέν ξέρω. Στήν Κορυτσά κι απ· εκεί νά πάω νά χαθω
στά ξένα.
�Μά γιατί; Τί εγινε;
-Καπετάνιε. Τά παλικάρια σου δέ μέ θέλουν. Δέν μου εχουν
εμπιστοσύνη. Μέ τόν Κίτσο από τήν Κονομλάτη γνωριζόμαστε.
Είχαμε μαλώσει τά παληά χρόνια.
-Τό λοιπόν, ακουσέ με καλά. Έδω πάνω εγώ μονάχα όρίζω.
Έμένα θά κοιτiiς καί θ' ακους. Έγώ σου εχω εμπιστοσύνη.
Βγήκα στά βουνά γιά τούς κατατρεγμένους σάν καί σένα. Θά τά
σιάξουμε. Καλά πού μου τόπες. Είναι λαμπρά παιδιά. Θά ήθελαν
νά γελάσουν μαζί σου γιά νά περνάει ή ώρα. Γρήγορα θά γίνετε
πολύ καλοί φίλοι. Φάγε τώρα.
Λέει επειτα της γυναίκας του:
-Βγάλε τό τουφέκι μέ τά φυσέκια του καί ενα πιστόλι.
Ή συμβία του ύπάκουσε χωρίς αντίρρηση. Τούς είχε συνηθί­
σει δλους σέ σκληρή πειθαρχία. 'Από ενα γειτονικό σπίτι, δπου
ήταν ή κρύπτη μέ τά δπλα, εφεραν ενα κοντό γκρα μέ διπλη
φυσιγγιοθήκη καί ενα καινούργιο πιστόλι.
-Πάρτα. Ε{ναι δικά σου, ε{πε ό Κώτας του Βαγγέλη.
-Δικά μου! Καί τό πιστόλι! Μου τά δίνεις! ... Γιά μένα! ...
-"Αμ βέβαια. Τί ήθελες καημένε; Νά φορείς πετραχήλι εδω
πού ήρθες; Κοίταξε μόνο νά φανείς αξιος. Θέλω λίγους συντρό­
φους, μά καλούς καί πιστούς.
-Καλά καπετάνιε. 'Έννοια σου. Θά κάμω δ,τι μπορω.
30

-Πήγαινε τώρα στό κατάλυμά σου. 'Από αϋριο θά μένεις
μαζί μου, κοντά μου.
-Κοντά σου; Μαζί σου!
-Μαζί μου. Στό ίδιο κατάλυμα. Δέ σ' αρέζει;
-Πως όχι; ΕΙσαι πολύ καλός. Φχαριστω. Σπολαέτη μου.
-Θά ίδουμε καί τί θά κάνουμε γιά τή γυναίκα σου. 'Από
αϋριο. Καλή νύχτα.
'Ο Βαγγέλης εφυγε.
-Παράξενος άνθρωπος, εΙπε τότε ό Κώτας. Κάνει σάν μικρό
παιδί.
-Σάν νά μήν εΙχε ξαναδεί τουφέκι, παρατήρησε καί ό
Σπύρος. Ν ά μήν παν άδικα τά άρματα πού του εδωσες. 'Εγώ δέ θά
του τάδινα τόσο γλήγορα.
-Είναι ακόμα μέ τήν ψεσινή λαχτάρα. Δέν ήταν λίγο αύτό
πού επαθε. Τόν δυστυχισμένο!
Τήν άλλη μέρα απ' τήν αύγή ό Βαγγέλης ξαναπαρουσιά­
σθηκε χλωμότερος, ταραγμένος, όλότελα αναστατωμένος. Πέ­
φτει στά γόνατα καί βάνει τά κλάματα.
-Καπετάνιε σφάξε με. Πάρε μου τό τουφέκι καί τό πιστόλι.
-Τρελάθηκες μωρέ; Τί είν' αύτά;
-Καπετάνιε κι εγώ δέν ξέρω πιά. 'Όλη τή νύχτα δέν μπόρεσα
νά κλείσω μάτι. Σφάξε με. Τ' αξίζω. Πάρε τό τουφέκι. Μου καίει
τά χέριά. 'Έναν άνθρωπο σάν καί μένα! ...
-Βρέ παιδί ελα στά συγκαλά σου. Τί επαθες; "Αν θέλεις νά
φύγεις, φύγε. Δέ σέ κρατάω μέ τό ζόρι. "Αν εΙναι γιά τή γυναίκα
σου κάμε λίγη ύπομονή. 'Έχει ό Θεός.
-'Όχι, όχι. Σφάξε με. Μου πρέπει. ΕΙμαι ενας άπιστος.
'Ένας άτιμος. Σου εΙπα ψέματα.
-Τί ψέματα είπες;
-Δέν τούς ξέφυγα. Μ' εστειλαν. Κι εριξαν τίς τουφεκιές γιά
νά ξεγελάσουν τόν κόσμο καί σένα.
-Ποιοί;
- Ό Τσακαλάρωφ, ό Ποπώφ καί οί άλλοι.
-Πάει νά πεί σ' εστειλαν νάρθεις μαζί μου, νά μείνεις κοντά
31

μου καί μέ τήν πρώτη ευκαιρία νά μου τήν άνάψεις. Προδοτικά.
Καλή δουλειά! ... Μέ δικό μου τουφέκι κι δλας.
-" Ατιμο παληόσκυλο θέλεις γδάρσιμο. Καλά τό κατάλαβα
εγώ, έφώναξε ό Σπυρος, ετοιμος νά σύρει τό μαχαίρι του.
· Ο Κώτας τόν κάρφωσε μέ μιά ματιά στή θέση του.
-Γι' αυτό τό λοιπόν σ' εστειλαν; ρώτησε τόν Βαγγέλη.
-Γι' αυτό. Σφάξε με. Κομμάτιασέ με. Μά έγώ δέν fjθελα.
-Τότε πώς ήρθες;
-Κι έγώ δέν ξέρω. Μέ γέλασαν. Μά σάν είδα κατάλαβα πώς
δέν θά μπορουσα νά τό κάμω. 'Ήσουνα τόσο καλός! ... Κάτι μου
ελεγε μέσα μου: Αυτός ε{ναι γιά μας καί κανένας αλλος. Αυτός
ξεπάστρεψε τούς μπέηδες καί άγάδες. Αυτός δέν πείραξε κανένα
χριστιανό. 'Όλη τή νύχτα βασανίσθηκα. Κάνε με τώρα δ,τι
θέλεις.
Ό Κώτας τόν κοίταζε μέ ο{κτο καί άπορία, κουνώντας τό
κεφάλι.
'Έρχεσαι νά μέ σκοτώσεις. Κι άπ' τή δεύτερη ·μέρα μου
φανερώνεσαι. Τί νά πω! Δέν σέ καταλαβαίνω...
-Δέν τό fjθελα κι έγώ καπετάνιε. Στό όρκίζομαι στήν ψυχή
της μάνας μου.
- Ώς τόσο ήρθες καί μου είπες ενα σωρό ψέματα.
-Μ' εστειλαν μέ τή βία. Καί μέ γέλασαν. Μου εταξαν καί...
-Λέγε λοιπόν. Σου εταξαν;
- 'Εξήντα λίρες. Μου μέτρησαν τίς δέκα...
-'Έτσι ντέ. Καθαρές κουβέντες. Δέν πιστεύω νά μου λές καί
τώρα ψέματα καί νά κρύβεις τίποτε.
-'Όχι, δχι. 'Όλα στά είπα. Κρέμασέ με. ΕΙμαι στά χέρια
σου. Είμαι ενας παλιάνθρωπος καί απιστος.
-Καί τή γυναίκα σου, τό κορίτσι;! Γιατί τίς πfjραν;
-Γιά νά μή βάνεις ύποψίες.
-Καί γιά νά τίς εχουν στά χέρια τους, αν δέν τά καταφέρεις
νά μέ σκοτώσεις. Θαχανες τίς πενήντα λίρες καί τή γυναίκα σου.
Δέν είναι κουτοί.
'Ο Βαγγέλης ξανάβαλε τά κλάματα.
32

-'Έλα, μή κλαίς, του ε{πε ό Κώτας. Δέν σου κάνω τίποτε.
Δέν φταίς εσύ. Αυτοί οί άτιμοι.
-Κλαίω τή γυναίκα μου. Θά τήν σφάξουν αν τό μάθουν πώς
στά μαρτύρησα.
-'Αλήθεια είναι όμορφη καί τήν πήρες τόσο άκριβά δπως
εΙή:ες;
-'Αλήθεια. Πούλησα τά βώδια μου καί τά καλύτερα χωρά­
φια. Μέτρησα είκοσι λίρες στή μάνα της γιά νά τήν πάρω.
-Βλάκα. Δέν εκανες καλά. Δέν ε{ναι εποχή νάχει κανείς
τόσο όμορφη γυναίκα στά χωριά μας. Δέν πρέπει νά μείνει
πολλές μέρες στά χέρια του Τσακαλάρωφ.
-'Άφησε νά πάω νά τή γλυτώσω ή νά σκοτωθώ.
-Που τήν εχουν;
-Στή Κονομλάτη.
-Καλά, θά παμε μαζί. Καί ουδ' άπόψε. Δέν μπορεί σύ νά
εΙσαι μαζί μας καί ή γυναίκα σου μέ τούς κομιτατζήδες. Γιατί κι
εγώ δέν μπορώ νά σου εχω εμπιστοσύνη δσο είν' εκείνη στά
χέρια τους. Φοβαμαι μήν ξαναμετανιώσεις...
Τό βράδυ ξεκίνησαν. Ήταν 18 Αυγούστου 1902. 'Όλοι τους
ήσαν εξι. �Όύς περισσότερους ανδρες εΙχε στείλει εκείνη τήν
εποχή ό Κώτας στά χωριά τους γιά ν' άλλάξουν, νά ίδουν τίς
οίκογένειες καί τόν θερισμό. 'Η μερική αυτή άποστράτευση
ήταν, ίσως, ό κυριότερος λόγος πού εστειλαν τότε τόν Βαγγέλη.
Πέρασαν τόν 'Αλιάκμονα καί ελαφροί σάν φαντάσματα προχώ­
ρησαν άνάμεσα άπό δάση καί ρεματιές. Τίς κάπες καί τά ταγάρια
τά είχαν άφήσει στή Ρούλια. 'Ο Κώτας εΙχε κτυπήσει σέ
καρτέρια πολλούς εχθρούς του. Ποτέ δμως ό ίδιος δέν εΙχε πέσει
σέ εχθρική ενέδρα, γιατί άκολουθουσε πάντοτε ιδικούς δρόμους,
πού δέν ήσαν χαραγμένοι σέ κανένα μονοπάτι. Σάν σίμωσαν
στήν Κονομλάτη ό.Κώτας ξεχώρισε μέ δυό άνδρες, πού ήσαν άπό
μέσα άπ' τό ίδιο τό χωριό. 'Ήξεραν τή θέση πού φύλαγε τό
καραούλι. Σιγά-σιγά σερνάμενοι στήν κοιλιά καί γλιστρώντας
στά χαντάκια τόν κύκλωσαν καί τόν αίχμαλώτισαν, πρίν προφθά­
σει νά φωνάξει ή νά πυροβολήσει. 'Ο φτωχ?ς χωρικός στήν
άρχή τρόμαξε. 'Όταν δμως εΙδε τόν Κώτα κάπως ήσύχασε. Τόν
3

33

ρώτησαν σέ ποιό σπίτι ε{χαν τή γυναίκα του Βαγγέλη καί τήν
κόρη του καί τόν άφησαν στήν ίδια θέση δεμένο μέ τό ζωνάρι του
σ' ενα δέντρο, περισσότερο γιά νά δικαιολογηθεί τό πρωί ό ίδιος
στούς κομιτατζήδες, παρά γιά νά μή τούς κάνει κακό.
'Απ' τή ζέστα ή γυναίκα καί τό κορίτσι κοιμουνταν μέ τήν
πόρτα ανοιχτή. Τίς πi'jραν κι εφυγαν χωρίς νά τούς πάρει είδηση
κανένας.
Ό Κώτας μέ τόν Σπυρο τράβηξαν γιά τήν 'Όστιμα (Τρίγωνο).
Οί άλλοι άνδρες μέ τή γυναίκα καί τήν κόρη εμειναν στό δάσος
επάνω απ' τό χωριό.
Οί κομιτατζήδες δταν τό πρωί εμαθαν τήν νυκτερινή απαγωγή
φρένιασαν. 'Όρμησαν σέ λυσσαλέα καταδίωξη. Κατά τό μεση­
μέρι εφθασαν κι αύτοί στήν 'Όστιμα καί μοιράστηκαν σέ
καταλύματα. Κανένας δέν τούς φανέρωσε πώς τήν ίδια στιγμή
στό ίδιο χωριό βρισκόταν καί ό Κώτας μ' ενα μονάχα σύντροφο.
'Ένας δμως χωρικός πού δέν ήξερε τίποτε τούς είπε πώς εκεί πού
Θέριζε ενα χωράφι του στό βουνό είδε 4-5 συντρόφους των μέσα
στό δάσος. Οί κομιτατζήδες κατάλαβαν ποιοί t'jσαν καί σέ
συναγερμό ετρεξαν νά τούς κυκλώσουν. Πίσω τους ό Κώτας μέ
τόν Σπυρο χύμηξαν νά τούς κτυπήσουν απ' τά νώτα. 'Άρχισε ή
μάχη. Σέ βοήθεια του Κώτα ήλθαν Πισοδερίτες καί Ζελοβίτες,
ενω ή στρατιωτική φρουρά του Πισοδερίου προτίμησε νά κρατή­
σει στόν πόλεμο των γκιαούρηδων αύστηρή καί άψογο ουδετε­
ρότητα.
Στό τέλος οϋς ό Θεός συνέζευξε καί εχώρισαν οί κομιτατζή­
δες ξαναένωσε ό Κώτας. 'Ο Βαγγέλης πήρε τή γυναίκα του. Τρία
δμώς απ' τά παλικάρια του Κώτα, ή μισή δηλαδή δύναμή του,
επλήρωσαν μέ τήν ζωή τους τήν απελευθέρωσή της. Περισσότε­
ροι κομιτατζήδες επεσαν γιά τήν διατήρηση της αιχμαλωσίας
της.
'Η γυναίκα του Βαγγέλη πληρώθηκε γιά δεύτερη φορά πολύ
ακριβά.
(«' Η Πεταλούδα»)

34

2. ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Τό σκυλί ξάφνου γαύγισε δυνατά. 'Ακούστηκαν καί βήματα
κάτω στήν αύλή. 'Ο Παπαϊωανίκειος του 'Αμμοχωρίου τινά­
χθηκε ανήσυχος. 'Η εξώπορτα ήταν κλειστή. Πώς μπόρεσαν καί
μπήκαν ξένοι μέσα; Σίγουρα θά ήταν οί γειτόνοι.
Τά βήματα αρχισαν ν' ανεβαίνουν επειτα την ξύλινη σκάλα.
Ό παπάς εσκυψε, πfjρε απ' τόν χαμηλό σοφρά δπου δειπνουσε
μέ τήν παπαδιά καί τά δυό μικρά παιδιά του τό λυχνάρι καί πfjγε
νά ιδεί τί επαθαν οί γειτόνοι πού ερχονταν ετσι ξαφνικά νά τόν
συμβουλευθουν.
Μέ φρίκη είδε τότε νά προβαίνει ψηλός χοντρός δ βοεβόδας
Τζόλε μέ 5 αλλους κομιτατζήδες. Λίγο ελειψε νά του πέσει ή
λαμπίτσα από τό χέρι. Μ' ενα βεβιασμένο χαμόγελο προσπά­
θησε νά σκεπάσει τήν ταραχή του.
-Καλώς ήλθατε, καλώς ήλθατε, ε{πε μέ σβησμένη φωνή.
-Κακό είναι τό σκυλί σου παπά, αποκρίθηκε δ βοεβόδας.
-Σάν τό αφεντικό του, επρόσθεσε ενας όπαδός του, δ Κίτσε.
-Σκυλί, είναι καπετάνιε, ψιθύρισε δ παπάς κρατώντας ετσι
τήν λαμπίτσα γιά νά μή φαίνεται ή ώχράδα του προσώπου του
καί ευθύς ρώτησε:
-Μά πώς μπήκατε; Δέν ήταν κλειστή ή εξώπορτα;
-'Απ' τό σπίτι του γείτονα, είπε γελώντας δ Τζόλε.
Τά καλά τά παλικάρια ξέρουν πολλά μονοπάτια.
-Καλά πολύ καλά κάματε. 'Ορίστε στό τραπέζι μας. Μ' δ,τι
εδωσε δ Θεός.
-Δέν θέλω νά σας χαλάσω τό ·-·
δείπνο. Μας συγχωρείτε γιά
τήν ξαφνική επίσκεψη.
-Τί λόγος! ... Γιά παλικάρια σάν καί σας... 'Ορίστε. Κά­
τσετε.

35

-Μέ τά λίγα αύτά ξερά φασόλια θά μας ταίσεις μωρέ παπά;!
-Εlναι Παρασκευή σήμερα.
· Η παπαδιά δμως πού ε{χε πεταχθεί μόλις τούς ε{δε, μπηκε
τότε μέσα μ' ενα πιάτο τυρί καί ενα μπουκάλι ρακή!
-Θά σφάξουμε αμέσως καπετάνιε, είπε, τέσσαρες, πέντε
κότες, θά σας κάμω καί μιά πίττα μέ σαράντα φύλλα. 'Έχομε καί
αύγά. Σέ μιά ωρα θά ε{ναι δλα ετοιμα.
-Δέν χρειάζεται παπαδιά. Είμαστε βιαστικοί. Ηλθα μόνο
νά πω κάτι στό αύτί του παπα.
Πηρε τή μοναδική καρέκλα καί στρογγυλοκάθησε. "Άδειασε
καί ενα ποτήρι ρακή.
-Τό παίρνω, ε{πε γιά v' ανοίξει ή ορεξη. 'Έχω βλέπεις
μεγάλη ανορεξιά...
Γέλασαν καί οί όπαδοί του μέ τό αστείο.
Γύρισε επειτα στόv παπά.
-'Έλα τώρα παπούλη κάθησε κοντά μου. 'Εδώ στήv ψάθq.
Καί δέv ε{ναι ανάγκη νά τρέμεις. 'Εγώ σέ ε{χα πάντοτε γιά καλό
καί πιστό φίλο καί αφοσιωμένο στόv αγώνα γιά τήv λευτεριά.
-Καί ε{μαι βοεβόδα μου.
-Θά τό δουμε. "Αν μου πείς τήv αλήθεια.
-Είμαι παπάς. Μπορώ νά πω ψέματα;
-Πές μου τώρα παπούλη, σέ κάλεσαν αυτές τίς μέρες στή
Νεγοβάνη; (Φλάμπουρο).
-'Όχι.
-Σέ κάλεσαν Γραικοί αντάρτες στό βουνό;
-"Οχι.
-Συναντήθηκες καθόλου μαζί τους;
'Ο Παπαϊωανίκειος δίσταζε νά μιλήσει. 'Η παπαδιά πού
εστεκε ορθια μ' ενα πιάτο πιπεριές τουρσί ε{χε μαρμαρώσει.
'Έτρεμε τό πιάτο στά χέρια της.
-Μίλα παπά. Τί επαθε ή γλώσσα σου; Φώναξε ό Τζόλες.
-Συναντήθηκα, ε{πε σιγά στό τέλος.
-Γιατί τότε, γάϊδαρε, μας κοπανουσες οχι, οχι;
-Μά δέ μέ κάλεσαν. Πηγα στό βουνό γιά ξύλα. Χειμώνας
ερχεται.
τ

36

-" Α! Γιά ξύλα πήγες...
-Τί νά κάμω; Χρειάζεται τό σπίτι. 'Έχομε καί παιδιά. Κι
εκεί πού εκοβα μ' επιασαν κάτι άγριάνθρωποι μέ τουφέκια, γένια
καί φουστανέλλες. Τούς πήρα στήν άρχή γιά κλέφτες. 'Έπειτα
μουπαν πώς ε{ναι Γραικοί άντάρτες.
-Σ' επιασαν είπες. Σ' επιασαν άπ' τά γένια;
-" Α! όχι. Νά βγήκαν ξαφνικά τρείς μέ τά τουφέκια εκεί πού
πελεκουσα ενα δένδρο. Τούς πήρα γιά Τούρκους 'Αρβανίτες.
Καί τρόμαξα.
-'Ά! τρόμαξες τότϊ Καί δταν σουπαν πώς.ε{ναι Γραικοί
χάρηκες;
· Ο παπάς δάγκασε τή γλώσσα του.
-'Ήθελα νά πω, πάσχισε νά δικαιολογηθεί, πώς τρόμαξα
ετσι πού πρόβαλαν ξαφνικά. "Αμα ε{ναι κλέφτες είτε Τουρκοι
είτε Χριστιανοί τό ίδιο ε{ναι.
-Καί δέ μου λές παπούλη, πέρσι πήγες γιά ξύλα στό βουνό;
-Πέρσι. Πέρσι. "Α! 'Ήμουν άρρωστος.
-Πρόπερσι, πήγες;
-Δέ θυμαμαι. "Αν μέ ρωτουσες τί εφαγα χθές δέν θά μπορουσα νά σου πω.
-"Αν ε{χες πάει δέ θά τό θυμόσουνα;
-'Ίσως. Δέν τό ξέρω. Μέ πήραν καί τά χρόνια καί τά
βάσανα.
-Μά εγώ ξέρω δτι ποτέ-άλλοτε δέν εχεις πάει γιά ξύλα. Τώρα
γιά πρώτη φορά πήγες.
-Φέτος ό χειμώνας θά ε{ναι πολύ βαρύς, λέει ό γέρο Στάϊκος.
Καί ό κόσμος τώρα δέν πολυέρχεται στήν εκκλησία. Ειναι καί τά
ξύλα άκριβά.
-• Ωστόσο οί γριές δέν επαψαν νά σου φέρνουν άφράτες
λειτουργιές, δπως φαίνεται άπό τό τραπέζι σου.
-"Αν ελειπαν καί οί γριές θά είχαμε πεθάνει άπ' τήν πείνα.
-Καί ποιοί άλλοι ε{χαν πάει κε'ινη τήν ήμέρα γιά ξύλα στό
βουνό;
-Μόνος πήγα.
37

-Ξέρω, απ' τό χωριό σου σύ μονάχα πήγες. 'Απ' άλλα
χωριά;
-'Έκοβαν καί άλλοι ξύλα. Δέν τούς ε{δα. Κοίταζα νά
τελειώσω τή δουλειά μου καί νά φύγω.
-Δέν ήταν απ' τό γειτονικό σας Λεσκοβέτσι (Λεπτοκαρυά) ό
Μήτσος καί οί δυό αδελφοί Μηνίiς καί Ζαφείρης, δλοι ενας καί
ενας;
· Ο Παπαϊωανίκειος κύτταξε στά μάτια τόν Τζόλε, γιά νά
καταλάβει εως που εφταναν οί πληροφορίες του.
Πραγματικά κείνες τίς μέρες του Σεπτέμβρη 1904 ε{χε καλέ­
σει ό Παυλος Μελίiς στό δάσος του Φλάμπουρου κοντά σ'
άλλους καί τόν Παπαϊωανίκειο καί απ' τήν Λεπτοκαρυά τόν
Μήτσο Κωνσταντινίδη μέ τό γυιό του Πέτρο καί τούς αδελφούς
Μηνίi καί Ζαφείρη 'Ιωαννίδη.
-Θαρρω ε{πε πώς εκοβαν κι αύτοί ξύλα κάπως ψηλότερα στό
βουνό.
-Δέ σμίξατε καθόλου;
-'Όταν μέ πήγαν οί τρείς αντάρτες στόν αρχηγό τους ήταν
μερικοί χωριάτες πίσω από κάτι κλαδιά. 'Ίσως ήταν εκείνοι.
-Σου στέλνουν τώρα καί οί τέσσαρες χαιρετίσματα. 'Έφυ­
γαν χθές σ' ενα πολύ μακρυνό ταξείδι.
-'Όπου δέν γυρίζει κανένας πίσω, συμπλήρωσε γελώντας ό
Κίτσε.
Τούς επιασαν ξαφνικά εκεί πού δούλευαν σκυφτοί στά χωρά­
φια. Δέν ήταν απ' τούς ανθρώπους πού μπορουσαν νά πέσουν
ευκολα στά χέρια τους. Ό Μηνίiς ε{χε καταφύγει ενοπλος στήν
Θεσσαλία.
· Ο Παπαϊωανίκειος κέρωσε.
-Τούς χάλασες καί αύτούς Τζόλε; ε{πε κυττάζοντάς τον στά
μάτια. Δέν ήταν κακοί. Τό λέω σά,ν παπάς.
-Τό ξέρω εγώ καλλίτερα ποιοί ε{ναι οί καλοί καί ποιοί οί
κακοί. Μά σύ τραγόπαπα, μέ τό τσιγκέλι πρέπει νά σου βγάζω τά
λόγια. Δέν μας ε{πες τί σας ε{πε τέλος πάντων ό Γραικός
αρχηγός.
-Τί νά πεί; τά συνηθισμένα. Καί ποιός τόν άκουε;! 'Έτσι πού
38

ημουν ταραγμένος. 'Ωστόσο δέν ε{πε θαρρώ καί ασχημα πράγ­
ματα. Ν' αγαπιόμαστε σάν Χριστιανοί, νά μήν αλληλοσκοτωνό­
μαστε.
-'Όχι δέν τά ε{πε ετσι. Σας ε{πε πώς είμαστε κακουργοι, πώς
σφάζουμε καί ληστεύουμε τούς Χριστιανούς, ένω αύτοί πληρώ­
νουν δ,τι χρειάζονται. Σας ε{πε πώς θαρθει ή ψωρο-' Ελλάδα καί
πώς δέν πρέπει νά πητε σέ κανένα τίποτε. Σύ τόν ακουσες καί δέν
τά ε{πες οϋτε στήν 'Επιτροπή του χωριου σου.
Καί γι' απόδειξη εβγαλε τό μαχαίρι του καί εκοψε σύρριζα τά
δυό αύτιά του παπα.
-Γιά νά μήν ακους αλλοτε κακές συστάσεις, ε{πε φεύγοντας.
'Ο Παπαϊωανίκειος ε{χε δεμένο ίσα μέ τό θάνατό του ενα
μαυρο μαντήλι όλόγυρα απ' τά μέρη δπου είχε τά αύτιά αλλοτε.
(«Τά δύο στρατόπεδα»)

39

3. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΑ ΠΟΡΕΙΑ
12 'Οκτωβρίου 1904 ξεκίνησε ό Παυλος Μελας μέ τούς 35
άντρες του άπό τήν Μπελκαμένη (Δροσοπηγή) ψηλά στό Βίτσι
γιά τό Ζέλοβο ('Ανταρτικό), νά συναντήσει τόν όπλαρχηγό
Θύμιον Καούδη.
Είχε ήδη καταρτίσει 'Επιτροπές καί διόρισε όδηγούς καί
άγγελιοφόρους σέ κάμποσα χωριά της Φλώρινας.
'Έκλαψε δμως 24 ώρες, δπως εγραψε στήν σύζυγό του, καί 72
ώρες δέν μίλησε στόν Φλωρινιώτη όπλαρχηγό Λάκη Πίρζαν,
δεξί του χέρι, γιατί είχε ξεκάμει ενα Βούλγάρο δάσκαλο καί ενα
Βούλγαρο παπά, πού είχαν στείλει στόν άλλο κόσμο δυό εφημε­
ρίους άπό τό ϊδιο χωριό καί άλλους χωρικούς άπό άλλα χωριά.
'Ένοιωθε συντριβή, φρίκη, άποτροπιασμό γιά κάθε εγκλημα
-καί η ταν τό μοναδικό- πού εκαμαν άντρες καί ύπαρχηγοί του,·
εστω καί χωρίς τήν εγκρισή του, ή άπλωζ τό μελετουσαν! ...
'Έχασε στό μεταξύ ενάν έξαιρετικόv οπαδό καί πρώτο νεκρό
τακτικόv άvτάρτη, τόv Φίλιππο Καπετανόπουλο, φαρμακοποιό
στό Μοναστήρι, γεννημένο στήv Κατραvίτσα (Πύργον 'Εορ­
δαίας) της Πτολεμα'fδας.
Ήταν ενας «ενθουσιώδης καί κάλλιστος νέος» δπως εγραψε ό
Μελας. 'Αvηκε στήν διοίκηση της παλιας "Αμυvας καί της νέας
καί πολύ σοβαρότερης «'Εσωτερικής 'Οργάνωσης Μοναστη­
ρίου». Καί δταν δολοφονήθηκε στό γραφείο του άπό βουλγαρική
σφαίρα πού άποστρακίσθηκε (4 Σεπτεμβρίου), ό φίλος καί συνερ­
γάτης του Θεόδωρος Μόδης παράτησε εύθύς φαρμακείο, πλουτο,
καλοπέραση καί εφυγε στήν Μπελκαμένη, vά καταταχθεί άvτάρ­
της. Είχαν πάει στήv Νερέτη (Πολυπόταμο), δπου είχε κατακρε­
ουργηθεί άπό κομιτατζήδες ό εφημέριος Παπακωvσταvτίνος
-είχε τήv ϊδια τύχη καί δεύτερος εφημέριος, ό Παπαγιάνvης,
άργότερα. 'Ο Παπακωνσταντίνος είχε πάνω του καί 80 λίρες του
40

χωριου νά τίς δώσει στόν Τουρκον ένοικιαστή της δεκάτης, πού
εκαμαν φτερά... 'Από τά σπίτια δύο πρακτόρων του Κομιτάτου
τούς ρίχθηκαν πολλές τουφεκιές. 'Ο Μελίiς δέν αφησε νά τούς
βάλουν φωτιά, γιατί άκούσθηκαν άπό μέσα κλάματα γυναικο­
παίδων ...
Τό πρωί, δταν εφευγαν καί άνέβαιναν άπότομο άνήφορο, τούς
πρόλαβε στρατιωτικόν άπόσπασμα, πού τούς αρχισε στίς όμο­
βροντίες. Τραυματίσθηκε πολύ ασχημα ό Καπετανόπουλος. 'Ε­
πιχείρησαν Μελίiς καί Λαμπρινός νά τόν σηκώσουν. Μά στά­
θηκε άδύνατο. Τόν αφησε σέ μερικά χαμόκλαδα, γιά νά τόν
πάρουν τήν νύχτα. Σέ λίγη ωρα δμως ξεψύχησε... 'Ο Μελίiς τόν
σκέπασε μέ τήν δική του κάπα καί εμεινε μέ μιά ψιλή καπαρντίνα
πάνω σέ μεγάλα βρεγμένα καί χιονισμένα βουνά...
'Ο Θύμιος Καούδης, πού πήγαιναν νά συναντήσουν, ενας
ξανθός καί φρόνιμος δσον καί γενναίος Σφακιανός, ε{χεν ελθει
μέ αλλους χωριανούς του τόν Μάιον 1903 νά ένισχύσουν τόν
καπετάν Βαγγέλη άπό τό Στρέμπενο ( 'Ασπρώγεια), πού ε{χεν
κηρύξει άπροκάλυπτο τόν πόλεμο στό Κομιτάτο. Στίς 20 'Ιου­
λίου, στό περιβόητο 'Ήλιντεν, κομιτατζήδες καί πολλοί ενοπλοι
χωρικοί -καί μερικοί μέ τσεκούρια καί ρόπαλα- μπήκαν στήν
Κλεισούρα.
'Ο Βαγγέλης άντιστάθηκε πολλές ώρες. 'Ο τουρκικός δμως
λόχος, πού ε{χεν έκεί τήν εδρα του, τό 'βαλε στά πόδια πρός τήν
Πτολεμαίδα (Καϊλάρια). 'Αναγκάσθηκε καί ό Βαγγέλης νά
ύποχωρήσει. 'Έγινε δμως αίτία νά σωθεί ενας πασάς πού πήγαινε
ξέγνοιαστος, μέ ενα άμάξι καί τόν ύπασπιστή του, άπό τόν
σιδηροδρομικό σταθμό του 'Αμυνταίου στήν Νεάπολη (Λάψι­
στα), εδρα μεραρχίας.
Τήν νύχτα ό Σεϊμάνης, ενας άπό τούς έννέα μεγαλωμένους
στήν Κρήτη μέ άγωνες κατά των Τούρκων, άφήνει τούς συντρό­
φους του καί πηγαίνει στήν Κλεισούρα, στούς κομιτατζήδες. 'Ο
άπαίσιος Τσακαλάρωφ πρόσταξε καί τόν θανάτωσαν ...
Μέ τήν αύγή άνέβηκαν τό άπέραντο δάσος της Δροσοπηγής
άπό όξυές καί πηραν επειτα τήν κορυφογραμμή του Βίτσι.
Βάδιζαν πλάι της. Δρόμος δέν ύπηρχε. Σέ μερικά μέρη ύπηρχαν
41

δυσδιάκριτα σημάδια κατσικόδρομου, πού τόν ε{χαν εξαφανίσει
τά χιόνια καί οί βροχές. Οί 35 αντρες, ό ενας πίσω απο τόν
αλλον, πατουσαν βράχους, χαράδρες, λακκουβες γεμάτες νερό
καί συχνά καί χιόνια.
Καί εβρεχε μέ τό τουλούμι δέκα μέρες συνέχεια. 'Ένα διά­
στημα καί χιόνιζε. 'Όλο τό εδαφος ήταν βρεγμένο καί γλιστερό.
Οί κάπες βάραιναν από τήν βροχή πολλές οκάδες. Τά πόδια δλων
μουσκεμένα.
'Ο Μελας σερνόταν μέ πολλή δυσκολία. Τά φουντοφόρα
τσαρούχια εΙχαν πληγώσει ασχημα τά πόδια του. Δέν τά εβγαζε
οϋτε τή νύχτα, γιατί δέν μποροϋσε νά τά ξαναφορέσει! ...
Μέ τά πρησμένα καί πονεμένα πόδια του λογάριαζε νά πάει
στό Μεγάροβο καί Τύρναβο, δυό κωμοπόλεις μιά καί μισή ωρα
από τό Μοναστήρι! 'Έπρεπε δηλαδή νά διασχίσει τήν ατέλειωτη
κορυφογραμμή του Περιστέρι, ψηλότερη καί αγριότερη από
εκείνη του Βίτσι! Έννοουσε νά ύπερπηδήσει δλα τά εμπόδια καί
νά προσπεράσει δλες τίς αδυναμίες του μέ τό αδάμαστο θάρρος
καί τήν αλύγιστη θέλησή του. Κάπου τό μεσημέρι κάθησε σ' ενα
βράχο νά ξαποστάσει. 'Έτρεξε κοντά του ό Πίρζας.
-Τά ατιμα τά τσαρούχια! Του είπε μ' εναν αναστεναγμό.
-Μά σου εχω πεί τόσες φορές νά φορέσεις μπόττες. Αυτά τά
τσαρούχια δέν είναι γιά δλα τά πόδια.
-' Αντάρτης καί κλέφτης μέ μπόττες γίνεται, μωρέ Νίκο;!
-Γιατί δχι; Οί Κρητικοί εχουν μπόττες. Οί μεγάλοι αρχικομιτατζηδες φορουν μπόττες καί χακί στολές. 'Έτσι επρεπε νά
ντυθείς καί σύ. Καί ό μανδύας καί ή φουστανέλλα δέν εΙναι γιά
ανθρώπους της πολιτείας.
-Νά μοιάζω μέ τούς κομιτατζηδες;!
Συγκεντρώθηκαν γύρω οί αντρες καί ετρωγαν τό ψωμοτύρι
τους. Μερικών τό ψωμί τους ε{χε βραχεί καί γίνει αποκρουστικός
πολτός. Ό Μελας εφαγε ενα παξιμαδάκι. Τόν πλησίασε ό
Γεώργης Βολάνης, νεαρός από τούς Λάκκους της Κρήτης μέ
αγγελική μορφή, πού αποδείχθηκε αργότερα φοβερός καί τρομε­
ρός, καί είπε:

42

-Νά φορέσεις, αρχηγέ, κρητικά στιβάνια. ΕΙναι μαλακά, δέν
πληγώνουν τά πόδια. Σου δίνω τά δικά μου.
-Καί σύ τί θά φορας, μωρέ Γιώργη;
-'Εγώ; Θά τά οίκονομήσω. Φορώ καί γουρουνοτσάρουχα.
-Δέν γίνεται, Γιώργη μου.
'Ο Βολάνης αίχμαλωτίσθηκε τήν αλλη μέρα στήν Στάτιστα,
εδραπεύτευσε από τίς φυλακές Μοναστηρίου καί τήν ανοιξη του
1906 ήλθε μέ δικό του σώμα στό Μορίχοβο, δπου επέδειξε
παλικαριά καταπληκτική καί σκληρότητα αρκετή.
-'Εγώ μιά φορά, εΙπεν ό Πίρζας, θά παραγγείλω από τό
Ζέλοβο στό Μοναστήρι ενα ζευγάρι μπόττες, από κείνες πού
ετοιμάζουν γιά τούς Τούρκους αξιωματικούς. 'Όλοι οί τσαγκά­
ρηδες ε{ναι δικοί μας. Θά παραγγείλω καί μιά χακί στολή καί δέν
ρωτώ κανένα.
-'Όλα αύτά γιά μένα, Νίκο;
-Γιά σένα. Γιά ποιόν αλλον;!
-Καί δέν μέ ρωτας αν τά θέλω;
-Δέν θά σέ ρωταμε πιά.
- 'Εγώ λέγω, εΙπεν ό Χρήστος Μαλέτσκος ή Παναγιωτίδης,
ψυχογιός του καπετάν Βαγγέλη, πού αίχμαλωτίσθηκε τήν αλλη
μέρα καί τό 'σκασε από τίς φυλακές Μοναστηρίου τόν Φεβρουά­
ριο του 1908- εγώ λέγω νά φορέσεις αυτά τά τσαρούχια πού
φορουν στά χωριά μας. Δέν εΙναι γουρουνοτσάρουχα, εΙναι
χοντρότερα, σκεπάζουν κάπως τά πόδια καί δέν τά πληγώνουν.
Τά φορουν οί Τουρκοι στρατιώτες καί οί κομιτατζήδες.
-Τουρκον καί κομιτατζή, μωρέ,·θά μέ κάνετε; Διαμαρτυρή­
θηκε ό Μελας.
-Καλύτερα τά ποδήματα, οί μπόττες, εΙπε ό Πίρζας.
Κείνη τήν στιγμή πρόβαλε ενας χωριάτης, πού πήγαινε
καβάλλα. Τρέχει αμέσως ό Πίρζας καί του λέει στά βουλγαρομα­
κεδονικά νά κατέβει, γιά ν' ανεβεί ό αρχηγός στό αλογο, πού
εΙναι αρρωστος.
Καί πετάχθηκε πρόθυμος απ' τό αλογό του.
Καβαλλίκεψε ό Μελας καί πήγαινε μπροστά, τυλιγμένος
στήν καινούργια μεγάλη κάπα του, πού τήν ε{χε αγοράσει στήν
43

Μπελκαμένη. Τά πόδια δμως τά εδερνε ή βροχή.
-Γι' αύτό χρειάζονται οί μπόττες, παρατήρησε ό Πίρζας.
'Ακολουθουσαν πίσω δλοι οί άλλοι τυλιγμένοι στίς κάπες.
Τόν χωρικόν εβαλαν στήν μέση ό Πίρζας καί Μαλέτσκος, γιά
νά μήν καταλάβει δτι ε{χε νά κάνει μέ Έλληνοαντάρτες.
-'Από που είσαι; τόν ρώτησε ό Πίρζας.
-'Από τήν Στάπ�σα.
-Καί εκεί πήγαινες;
-Πάω σπίτι. Ε{μαι μυλωνάς.
-Λίγο κλέφτης, παρατήρησε ό Μαλέτσκος.
-'Όχι, βρέ αδελφέ. "Αδικα μας κατηγορουν. 'Έχομε φτώχεια.
-Δέν εχετε δουλειές; 'Έχετε κεσάτια καί οί μυλωνάδες;
-'Έχουμε φτώχεια.
-Δέν αλέθει ό κόσμος; Δέν τρώει ψωμί;
-' Αλέθει. Μά δχι πολύ. 'Ίσως εγιναν πολλοί μύλοι. Τό κακό
είναι άλλο, οί Τουρκοι. Πότε θά γκρεμοτσακισθουν τά σκυλιά;
Μπορείτε νά μου πητε;
-Θά ξεκουμπισθουν. Θά 'ρθει ή μέρα.
-Πολλά μας εχουν είπεί. Καί δέν βλέπομε τίποτε. Καί οί
Τοϋρκοι σκύλιασαν. Τώρα, λέγουν, φάνηκαν καί οί 'Έλληνες
άντάρτες.
-Μπά. Που τούς βαστάει;!
-'Όχι. Φάνηκαν σίγουρα. Μου τό ε{παν στήν Φλώρινα.
'Έγιναν καί συμπλοκές μαζί τους. 'Ακούσθηκαν οί τουφεκιές.
-Θά ε{ναι γιά λίγες μέρες. Μέ τό πρώτο χιόνι θά φύγουν
στήν 'Αθήνα.
-Μακάρι. Καί σείς που πηγαίνετε; "Αν επιτρέπεται.
-Πρός τά πέρα, ε{πε ό Πίρζας.
-Παμε κατά τό Ζέλοβο, ε{πέ ό Χρήστος.
-Στό Ζέλοβο;! Ηναι Γραικομάνοι.
-Παμε νά τούς δώσουμε ενα μάθημα.
Πήγαιναν καί κουβέντιαζαν κάτω άπ' τήν ατέλειωτη βροχή.
Κάποια στιγμή δμως ό χωρικός κατάλαβε άπ' τίς κουβέντες των
44

ι'iλλων, δτι 'Έλληνες ήταν οί συνοδοιπόροι του. Καί ζήτησε
άμέσως νά πάρει τό ι'iλογο.
-Βρέ παλιόσκυλο! του είπε θυμωμένος ό Πίρζας. 'Όσο μας
επαιρνες γιά κομιτατζfjδες δέν ελεγες τίποτε. 'Άμα κατάλαβες
δτι εϊμαστε Γρ_αικοί ζήτησες τό ι'iλογο.
-'Όχι. Μά τόν Θεό... ΕΙναι μονάχη στό μύλο ή γυναίκα μου.
-Μέ τό καλό Νίκο. Μέ τό καλό, του φώναξε ό Μελας.
-Μέ τό καλό τέτοιον ι'iτιμο!; 'Όσο μας επαιρνε γιά κομιτατζfjδες δέν μιλουσε. Εύθύς πού κατάλαβε δτι εϊμαστε 'Έλληνες
ζήτησε τό ι'iλογο.
-Δικαίωμά του, είπε ό Μελας καί κατέβηκε άπ' τό ι'iλογο.
-Μά... Μά... Μή κατεβαίνεlς. Δέν θά τό φαμε τό ι'iλογο.
Ρίχθηκαν τότε πολλοί μέ σηκωμένα τά ραβδιά στόν χωρικό.
'Όχι. 'Όχι. Μή τόν πειράζετε, επρόσταξε ό Μελας.
Ό χωρικός ετρεμε άπ' τόν φόβο του. Καί ελεγε ι'iς ξανανεβεί
στό ι'iλογο ό άρχηγός. Τέτοιος ι'iνθρωπος! ... Τόν εΙχε εντυπωσιά­
σει καί ή εύγενική μορφή του Μελα. Καί δέν εΙμαι δπως νομίζετε.
'Ήμουν στενός φίλος του Κώτα. Αύτός ήταν γιά μας τούς
χωριάτες. Δέν θά γεννήσει ι'iλλον Κώτα ι'iλλη μάννα.
-Μωρέ που εχετε πίστη εσείς, είπε ό Πίρζας.
-Μά τόν Θεό. Μά τόν Χριστό. Καί εΙπε στόν άρχηγό νά
ξανανεβεί στό ι'iλογο. 'Εγώ δέν τό καβαλλικεύω. Πλησίασε καί ό
ϊδιος στόν Μελα καί έίπε: "Αλογο ντικό σου. Νά τό παίρνεις. 'Ο
Μελας ι'iρχισε νά βαδίζει. Καί ενοιωθε τώρα μεγαλύτερους
πόνους, γιατί δέν εΙχεν περπατήσει πολλήν ωρα. Ό χωρικός
άκολουθουσε πεζός. 'Έσερνε τό ι'iλογο μέ τό σχοινί. Ό Πίρζας
τόν ρώτησε:
-'Έρχεται στό χωριό ό Μητρο-Βλάχος;
- 'Αραιά... Πολύ άραιά. Αύτός ό 'Αρβανιτόβλαχος είναι
σκυλί μοναχό. Δέν λογαριάζει τή ζωή ενός άνθρώπου περισσό­
τερο από μιά μύγα. Γι' αύτό τούς φοβόμαστε.
-Καί ό Τσακαλάρωφ; 'Έρχεταί'στό χωριό; 'Ακούεται; ρώ­
τησε ό Μαλέτσκος.
-Δέν άκούεται καθόλου. Δέν θά εΙναι εδω.
-'Ά! 'Έφυγε ό Τσακαλάρωφ στήν Βουλγαρία μαζί μέ τόν
45

Κλιάσεφ, άφου πέρασαν άπό τήν 'Ελλάδα, ε{πεν ό Πίρζας
ελληνικά.
-'Έτσι τό άκούσαμε και εμείς, ε{πε στή διάλεκτό του ό
χωρικός πού τά κατάλαβε δλα.
'Ακούσθηκαν δμως πολλές καί ζωηρές διαμαρτυρίες.
-Πως;! Πως;! φώναξαν πολλοί. 'Έφυγε ό Τσακαλάρωφ στήν
Βουλγαρία μέσ(Q 'Ελλάδας; Καί τί εκαμνε ή 'Ελληνική Κυβέρ­
νηση; Τυφλώθηκε;
-Οϋ νά χαθουν... Ε{ναι γιά τά πανηγύρια, φώναζαν άλλοι.
Καί ό Γρηγόρης ό Βαγενας άπ' τά παλικάρια του καπετάν
Βαγγέλη ε{πε:
-'Έδωσαν καί δίνουν τά δπλα στούς κομιτατζηδες γιά νά μας
σκοτώνουν. Τούς δίνουν καί πλάτες γιά νά φεύγουν στήν Βουλ­
γαρία! Καί σέ ποιόν; Στόν Τσακαλάρωφ, τόν χειρότερο.
'Απ' τήν 'Ελλάδα ε{χε προμηθευθεί τά περισσότερα δπλα τό
Κομιτάτο.
-'Έπρεπε, νομίζω νά άρχίζαμε τόν 'Αγώνα άπ' τήν 'Αθήνα,
ε{πε ό Χρηστος Μαλέτσκος.
'Ο Μελας τούς ίiκουε καί χαμογελώντας ε{πε:
-'Έννοια σας παιδιά... Τά πράγματα τώρα εσιαξαν. Διορθώ­
θηκαν.
Βράδιαζε πιά. Βρέθηκαν στή ράχη πάνω άπ' τήν Στάτιτσα
πού φαινόταν. 'Ο χωρικός έπρόσφερε πάλι τό άλογό του στόν
Μελα.
'Εκείνος τόν είπε: Εύχαριστω. Εύχαριστω πολύ. Πήγαινε μέ
τό άλογό σου. Καί του εσφιξε τό χέρι. 'Ίσως καί του εδωσε
κανένα μετζίτι η ενα «τέταρτο» (του μιτζιτιου), μιά χρυσή
δραχμή.
'Ο χωρικός καβαλλίκεψε τό άλογο εκαμε μέ τό χέρι ενα
χαιρετισμό καί τράβηξε γιά τό σπίτι του.
-Παμε καί εμείς, ε{πε ϋστερα άπό λίγο δισταγμό ό Μελας,
-Που; Στή Στάτιτσα; ρώτησε ό Πίρζας.
Είχε ρωτήσει τόν Δήμο, ενα παιδί άπ' τήν Στάτιτσα τί
άνθρωπος ηταν ό μυλωνας. 'Απάντησε:
-Δέν ε{ναι κακός. Μά ξέρει κανείς;! Καλύτερα νά μήν παμε.

46

στό χωριό μου αποψε. Δέν τό εχομε προετοιμάσει.
-Εlναι κουρασμένα καί μουσκεμένα τά παιδιά. Πρέπει νά
περάσουμε τή νύχτα κάτω άπό στέγη.
-Μά θά πηγαίναμε σέ μιά άπ' τές πολλές Ζελοβίτικες
καλύβες. Είναι μιά, μιάμιση ωρα μακριά.
-Νά ψάχνουμε γιά καλύβες σέ βουνά καί δάση στό σκοτάδι
αύτή
τήν κατακλυσμιαία βροχή;! Τό πρωί, θά φύγουμε άπ' τήν
μέ
Στάτιτσα.
"Αν είχε μείνει καβάλλα στό άλογο ϊσως θά προχωρουσε γιά
τίς Ζελοβίτικες καλύβες. 'Έμειναν καί τήν ήμέρα στό χωριό. Καί
ήρθε τό μοιραίο, τό παράξενο. 'Από τόσους άντρες μονάχα ό
Μελίiς σκοτώθηκε. Αίχμαλωτίσθηκαν ό Γ. Βολάνης, ό Χρήστος
Μαλέτσκος καί άλλοι τέσσαρες (4), άφου πολέμησαν καί δλη τή
νύχτα άπ' τό σπίτι πού είχαν κυκλωθεί.
'Απ' τίς άθηναϊκές εφημερίδες εμαθαν οί Τουρκοι τόν θάνατο
του Μελίi, καί τό μέρος της πρόχειρης ταφής του. 'Έτσι βρήκαν
καί τό άκέφαλο πτώμα του. Τό κεφάλι είχε ταφεί στήν 'Αγία
Παρασκευή του Πισοδερίου.
'Ο Μελίiς είχε άναλάβει τόν σκληρό 'Αγώνα σέ άγρια βουνά
μέ άγριους άνθρώπους, γιατί πίστευε δτι είχε ύποχρέωση νά τό
κάμει. Δέν ήταν παρασκευασμένος σωματικά, άκόμα λιγότερο
ψυχικά. Είχεν δμως θέληση μεγάλη καί άδάμαστη. Λογάριαζε νά
φέρει σέ καλό τέλος τόν 'Αγώνα μέ «όλίγην γενναιότητα καί
πολλήν καλοσύνην καί φιλανθρωπία». Καί δέν είναι καθόλου
άβέβαιο δτι δέν θά ήταν άποδοτικότερη ή τακτική αύτή άπό τούς
σκοτωμούς, τίς σφαγές, τούς εμπρησμούς.
Ύπηρξε άναμφιβόλως ίδανικός ηρωας, εύγενέστατος άνθρω­
πος καί λαμπρός χριστιανός.
(«'Ο δραπέτης»)

47

4. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΚΕΦΑΛΗΣ
'Ο Ντίνες, ενα γεροδεμένο παλικάρι, γλίστρησε απ' τήν πίσω
πορτούλα στό σπίτι του 'Ηλία Γκαντούτση, πού ήταν στήν άκρη
του 'Ανταρτικοϋ (τότε Ζελόβου), κρέμασε σ' ενα καρφί στόν
τοίχο τήν χωριάτικη κάπα καί ενα τορβά καί κάθησε κοντά στό
τζάκι δπου εκί:ιιαν πολλά χοντρά ξύλα. Ήταν 18 'Οκτώβρη του
1904.
-Μπά;! Πως έδω Ντίνε; Ε{σαι καί μέ τά χωριάτικα, ε{πε ή
σπιτονοικοκυρά μπαίνοντας στήν κάμαρη.
'Εκείνος ρώτησε.
-Που ε{ναι ό 'Ηλίας;
-Πήγε στό βουνό γιά ξύλα.
Καί αφου εριξε μηχανικά μιά γλήγορη ματιά γύρω του
αποκρίθηκε κατεβάζοντας τή φωνή.
-Είναι στό μαντρί τs-�υ Πάνου.
-Καί ό Παϋλος; (ό Άνταρτικιώτης όπλαρχηγός Παϋλος
Κύρου) καί ό Τύμιος; (ό Κρητικός ·αρχηγός Θύμιος Καούδης);
-Είναι εκεί δλοι μαζί.
-Θά πάω νά τούς βρω. Μά νά ξαποστάσω λιγάκι. Δωσε μου
αν θέλεις 'Ήλενα ρακή καί ζεστή ναναι.
-Καί ζεστή τήν θέλεις! Κουράστηκε ό παλικαράς, ε{πε ή
Γκατούτσαινα βάζοντας στή φωτιά ενα μικρό μπρίκι μέ ρακή καί
λίγη ζάχαρη.
-'Έρχομαι από μακριά. Περπάτησα δλη τή νύχτα μέσα στό
δάσος μέ σκοτάδι καί χιονόνερο. Καί φορτωμένος. Καί τί
φορτίο!
-Τί φορτίο; 'Ένα τορβά ε{χες.
-'Ένα τορβά μά πολύ βαρύ.
-Φυσέκια γιά λίρες εχεις μέσα;! Κι από που τόσο μακριά
ερχεσαι;
48

--' Απ' τήv Στάτιτσα (σήμερα Μελα).
-:--Τήv Στάτιτσα! χμ..
· Η Γκανούτσαιvα εκαμε εvα μορφασμό.
-Δέν ε{vαι καλό τό χωριό μας 'Ήλεvα;
-Τί καλοσύνη μπρέ εχει;! Σάν τόv Χριστό τόν περιμέναμε.
Καί χάθηκε τζάμπα καί άδικα στό χωριό σας.
-Γιά τό Θεό. Μή μου τό θυμίζεις Ναστασία.
-Κοντά σαράντα άντρες ησαστε. Καί εvας χάθηκε. 'Ο
άρχηγός! Που άκούρ-τηκε τέτοιο πράγμα;!
· Μακάρι vά σκοτωvόμουvα εγώ, vά ζουσε εκείνος. Ήταν ενας
μεγάλος άνθρωπος καί ίiγιος.
,, Η Γκαvτούτσαιvα σφούγγισε μέ τόν άγκώvα τά μάτια της καί
ε{πε μέ ραγισμένη φωνή.
-Σάv τό θυμαμαι μου 'ρχεται τρέλα. Τέτοιο άνθρωπο δέv θά
ξαvαγεννήσει ίiλλη μάνα. Τί εύγεvικός, τί καλός καί δμορφος!
Γιατί μπρέ Ντίνε δέv του ε{πες νά μή μένατε έκείvη τήv καταρα­
μένη μέρα στό χωριό σας;!
-Του ε{πα. Μά ήταν μερικά παιδιά κουρασμένα κι άρρωστα .
. Ό Ντίvες ε{δε άπ' τό παράθυρο εκείνη τή στιγμή vά 'ρχεται ό
άστυvομικός σταθμάρχης Φέιμ 'Όvμπασης. 'Αρπάζει εύθύς τόv
τόρβά καί μπαίνει σ' εvα ίσόγειο πού ήταν άποθήκη καί μα­
γειρείο .
. Ό Φέιμ ρώτησε τήv Γκαvτούτσαιvα μέ τά κουτσοβουλγαρο­
μακεδονικά του αν ήταν ό άντρας της σπίτι. Κι επειδή του
άποκρίθηκε πώς ε{χε πάει γιά ξύλα εκαμε νά φύγει.
-Στάσου στάσου Φέιμ. Νά πάρεις εvα καφέ η καλλίτερα μιά
ζεστή ρακή.
Ε{χαv φίλο τόv σταθμάρχη. Του 'διναv καί κανένα «μπα­
χτσίς» γιά vά τούς δίνει πληροφορίες. 'Ο Φέιμ 'Όvμπασης πήρε
τήν ρακή πού ήταν. γιά τόv Ντίνε καί ε{πε.
-'Ήθελα νά τό είπω τό 'Ηλία πήρα διαταγή vά τό βρω εvας
σκοτωμένος καπετάvος! Χά χά χά. Δέ φτάνει τό ζωντανός
καπετάvος vά κυνηγάω τώρα καί τό σκοτωμένος καπετάvος! χά
χά χά. Νά τό είπείς τό 'Ηλία·.-·
Καί εφυγε.
4

49

-Ψάχνουν τό λοιπόν κι εδώ γιά τό νεκρό αρχηγό! είπε ό
Ντίνες βγαίνοντας απ' τό ισόγειο μέ τό τορβά στό χέρι, πού τόν
ξανακρέμασε στό καρφί.
-Δουλειά δέν είχαν δουλειά βρηκαν, αποκρίθηκε ή Γκαντού­
τσαινα. Καί τί θά τόν κάμουν αν τόν βρουν;!
-Θά τόν ρεζιλέψουν θά τόν παν στήν Καστοριά στό παζάρι...
Νά πάρουν δώρο.
Τά σκυλιά! ....
-Τό κεφάλι μιά φορά δέν θά τό βρουν δ,τι κι αν κάμουν. Δέν
θά τό βάλουν σ' ενα παλούκι νά τό γυρίσουν στά χωριά σάν νά
'ταν ληστής ή λύκος.
-Είναι αχώρια τό κεφάλι κι αχώρια τό κορμί;!
-Είναι αχώρια.
-Πώς τό ξέρεις;! Γιατί δέν μιλας καθαρά Ντίνε;
-Τί νά σου πω; Κύτταξε αν θέλεις τόν τορβά.
Ή Γκαντούτσαινα κύτταξε τόν τορβά αφου εριξε μιά ερευνη­
τική ματιά στόν Ντίνε, τόν ξεκρέμασε μέ χέρια πού ετρεμαν καί
τόν άνοιξε.
'Ένα ανθρώπινο κεφάλι επρόβαλε τότε απ' τόν τορβά!
Ηταν του Παύλου Μελα. Καί μιά σπαραχτική κραυγή βγηκε
από τό στηθος της γυναίκας. Πετάχθηκε ό Ντίνες καί τή βάσταξε
νά μή πέσει.
Δάκρυα αύλάκωναν τό πρόσωπό της. Δέν φρόντιζε κάν νά τά
σφουγγίζει. ΕΙχε συγκεντρώσει δλη τήν προσοχή της στό κε­
φάλι. Τό 'πλενε, τό χτένιζε, τό φιλουσε. Καί μουρμούριζε.
-Δέν μου τό 'λεγες τόση ωρα, καημένε Ντίνε;! ...
Ξέσπασε επειτα αγριεμένη.
-Καί γιατί τόκοψες παλιόσκυλο;! Που τό βρηκες τό δι­
καίωμα;! Κριάρι ή τραγί ήταν;! Καί πώς μπόρεσες; Πώς βάσταξε
ή ψυχή σου;!
'Ο Ντίνες τά δικηγήθηκε.
Τόν είχε στείλει ό Παυλος Κύρου νά ξεθάψει τόν 'Αρχηγό,
νά τόν φορτώσει σ' ενα άλογο καί νά τόν φέρει στό 'Ανταρτικό.
'Ο Ντίνες ξαναφόρεσε τά χωριάτικα καί πηγε στό χωριό του.
Μόλις νύχτωσε πηρε δύο εξαδέλφους του καί τόν ξέθαψε. Ηταν
7

7

50

ό τάφος σέ μιά ρεματιά πάνω απ' τό χωριό. 'Εκείνη δμως τή
στιγμή ε{δαν νά ερχεται στήν Στάτιτσα ό λόχος του Μακρυχω­
ρίου. Ό Τουρκος λοχαγός κάλεσε εύθύς τόν «μουχτάρη», τούς
«αζάδες» (κοινοτ. σύμβουλους), τούς αγροφύλακες καί ζήτησε νά
του δείξουν που ήταν παραχωμένος ό «Γιουνανλης» αρχηγός.
'Απ' τόν θόρυβο των 'Αθηναϊκών εφημερίδων καί τήν αναστά­
τωση δλης της 'Ελλάδας εμαθαν οί Τουρκοι τόν θάνατο του
Μελα. Κι επειδή οί χωρικοί, δπως πάντα, ελεγαν «'Εφέντη, δέν
ξέρομε» τούς εστρωσε καί αύτός δπως πάντοτε στό ξύλο...
'Επρόσταξε νά παρουσιασθουν δλοι οί άνδρες του χωριου
μπροστά του. 'Αναγκάστηκαν καί οί δύο εξάδελφοι νά φύγουν.
Ό Ντίνες εμειvε μόνος στό ερημικό σκοτάδι μέ τήν συντροφιά
του νεκρου. Στάθηκε ωρα πολλή. Καί οί Τουρκοι δμως δέν τό
κουνουσαν. Πήρε τότε τήν απόφασή του. 'Έκοψε τό κεφάλι καί
τό εβαλε στόν τορβά, ξανάθαψε τό νεκρό, εριξε πάνω αγριόχορτα
καί πεσμένα φύλλα των δένδρων γιά νά μή φαίνεται τό σκάψιμο
καί πέρασε τό μεγάλο ανηφορικό δάσος δπου ήξερε πώς ύπηρχε
κομιτατζίδικη συμμορία καί τούρκικο απόσπασμα.
-'Έκοψα τό κεφάλι, εfπε, γιατί σκέφθηκα πώς μπορουσαν νά
τό παλουκώσουν οί Τουρκοι καί νά τό γυρίζουν στά χωριά.
-Καλά εκαμες, του αποκρίθηκε ή Γκαντούτσαινα. Μά δέν
ετρεμε τό χέρι σου;! Ξέρεις τί άνθρωπος ήταν;! ...
-Τό ξέρω πολύ καλά, Στάσα.
-"Αχ τά σκυλιά... Τόν εφαγαν.
Γύρισε τότε στό μικρότερο παιδί της:
-Τρέξε στό μαντρί του Πάνου καί πές στόν πατέρα σου νά
'ρθει γλήγορα σπίτι. Νά τούς πείς ήρθε ό Ντίνες καί θά
καταλάβουν.
'Έδεσε επειτα ενα μαυρο μανδήλι στό κεφάλι, εριξε εvα
καινούργιο πανωφόρι πάνω της κι άρχισε τό μοιρολόγι. 'Έκλαιε
καί σιγοτραγουδουσε τόν εύγενικό καί όμορφο αξιωματικό πού
άφησε γυναίκα, μικρά παιδιά κα,t,πλούτη καί ήρθε νά σκοτωθεί
στόν αγριότοπό τους. 'Έκλαιε τήν λεβεντιά, τήν γλύκα, τήν
καλοσύνη του.
Στά διαλείμματα ελεγε του Ντίνε.
51

-Δέν ξέρεις Ντίνε. Γλύκα εσταζε άπ' τό στόμα καί τά μάτια
του. Ποτέ δέν είπε κακό λόγο. Τόν περασμένο Μάρτη ηρθε τρεις
τέσσερες φορές σπίτι μας καί μου 'λεγε: Κυρά 'Αναστασία,
ντώσεις εμένα μικρό παιντί σου στό 'Ατίνα. Κι εγώ του ελεγα.
Ντικό σου Κύριος Μελας. Νά τό παίρνεις στό 'Ατίνα. 'Εκείνος
γελουσε γελουσε μέ τά έλληνικά μου... εδινε πάντοτε χρήματα
στά παιδιά μου.
'Απαντουσε καί ό Ντίνες μέ αναφιλητά.
-Νά σο� πω κι εγώ Στάσα. Δέν ηταν γιά τά βουνά... 'Άλλος
ανθρωπος. "Αφοβο παλικάρι μά καί αγιος καί αγγελος. 'Έκλαψε
σάν μωρό παιδί δταν οί αντρες του σκότωσαν δύο χωριάτες πού
είχαν πάρει πολλούς Γραικούς στό λαιμό τους! ... Στόν δρόμο εξω
άπό τό χωριό μας είδε θυμωμένο τόν Λάκη Πίρζα τόν Φλωρι­
νιώτη καί τό δεξί του χέρι νά φωνάζει γιατί ενας μυλωνάς πού
ηταν δλος χαρά δσο μας επαιρνε γιά κομιτατζήδες ζητουσε νά
φύγει αμα κατάλαβε πώς ήμασταν Γραικοί. Του είπε: 'Όχι φωνές
Νικολάκη. Μέ τό καλό, μέ καλά λόγια... Τί ανθρωπος, τί
ανθρωπος... θαρρουσε πώς καί οί άλλοι ησαν καλοί σάν κι
αυτόν ... Μ' εβλεπε πού στενοχωριόμουν γιατί δέν τά κατάφερνα
τά ερμα τά ελληνικά καί μου 'λεγε: "Ας νά είναι Ντίνε δέν
πειράζει. 'Έτσι άγαπάω εσένα πιό πολύ...
Ήρθαν μέ νεκρολούλουδα κι αλλες γυναίκες άπ' τήν γειτονιά
καί τό μοιρολόγι γενικεύθηκε. Κάποτε εφθασε κι ό Γκαντούτσης.
Μαζί του ηταν μερικοί 'Ανταρτικιωτες καί πέντε ξένοι, ό
μακαρίτης Βασίλης 'Αγοραστός, υπάλληλος του Προξενείου
Μοναστηρίου, οί Μιχαήλ Χασόπουλος καί Χατζηκώτσης μέλη
της 'Επιτροπής Πισοδερίου, πού τήν ε{χε καταρτίσει ό ίδιος ό
Π. Μελας, καί οί Ήλ. Φίτζος καί 'Αθ. Παπαφιλίππου δάσκαλοι
Πισοδερίου.
Μόλις εγινε γνωστός στό Μοναστήρι ό θάνατος του Μελα ό
Β. 'Αγοραστός παλιός φιλόλογος του Μοναστηρίου, σεμνός,
κοντός, καχεκτικός μά χαλκέντερος στήν δουλειά, ξεκίνησε
ευθύς νά εξασφαλίσει τόν τάφο κ:αί νά διαφυλάξει τό νεκρό άπ'
τήν διαπόμπευση. Πηγε μέ τό τραίνο στή Φλώρινα καί καβάλλα
στό Πισοδέρι. 'Επειδή ύπηρχε εκεί στρατιωτική φρουρά εφυγαν

52

μεσάνυχτα μέ άντάρα καί χιόνι γιά τό 'Ανταρτικό.
Νέα φιλιά, κλάματα καί δάκρυα δταν άντίκρυσε ό 'Αγορα­
στός τό κεφάλι του μεγάλου φίλου του. «Τρέμων εκ συγκινήσεως
σύσσωμος καί κλαίων κατεφίλησα» πρώτα τόν «γενναίο Ντίνε»
γράφει στό συγκινητικό άπό 20 'Οκτώβρη 1904 γράμμα του πρός
τόν 'Ίωνα Δραγούμη.
Γιά μεγαλύτερη άσφάλεια πηρε μαζί το'-!_ τό σακκίδιο μέ τό
κεφάλι. "Αν επεφτε στά χέρια των Τούρκων, γράφει «πόσοι
εξευτελισμοί καί πόσοι όνειδισμοί»!
'Έφυγε πρώτος στό Πισοδέρι ό Χασόπουλος, νά παρακολου­
θήσει άπό κοντά τήν τουρκική φρουρά. 'Ακολούθησε ό 'Αγορα­
στός μέ τούς δύο δασκάλους. "Αν καί ε{χε άλογο προτίμησε νά
πάει πεζη στή λάσπη, στά χιόνια καί τόν άνήφορο δπως ταίριαζε
σ' ενα προσκυνητή. Στή μέση του δρόμου εστριψαν στό περί­
φημο μοναστήρι της· Αγίας Τριάδας, δπου μάζεψαν κάτω άπ' τίς
πανύψηλες όξυές καί τό λιγοστό χιόνι πολλά άγριολούλουδα γιά
νά νεκροστολίσουν τό κεφάλι. Τελευταίος ήρθε καβάλλα στήν
· Αγία Τριάδα ό Χατζηκώτσης μέ τό πολύτιμο κεφάλι σ' ενα
σακκί. Μόλις νύχτωσε μπηκαν δλοι μαζί στό Πισοδέρι.
Περασμένα μεσάνυχτα δταν οί Τοϋρκοι είχαν βυθιστεί στόν
ϋπνο γλύστρησαν σιγά σιγά σάν σκιές οί πέντε μαζί μέ τόν
ενθουσιώδη εφημέριο Παπασταυρο καί κατέβηκαν στό παρεκ­
κλήσι της · Αγίας Παρασκευής. Μπροστά στήν · Ωραία Πύλη
εβγαλαν μιά πλάκα, εσκαψαν ενα μικρό λάκκο, εβαλαν προσε­
χτικά μέσα ενα φρεσκοφτιαγμένο εκείνη τή νύχτα κουτί μέ τό
κεφάλι τυλιγμένο σέ σάβανο του Παναγίου Τάφου πού ε{χε φέρει
άπ' τήν 'Ιερουσαλήμ ό 'Αγιοταφίτης άρχιμανδρίτης καί εύεργέ­
της του Πισοδερίου Μόδεστος καί τό σκέπασαν μέ τ' άγριολού­
λουδα της 'Αγίας Τριάδας. Μιά μικρή κανδήλα τούς φώτιζε πού
τρεμόσβηνε στό πηχτό σκοτάδι. "Αναψαν τώρα μιά λαμπάδα καί
εψαλαν δλοι μαζί τήν νεκρώσιμη άκολουθiα «εν όλολυγμοίς»
δπως γράφει ό 'Αγοραστός και, άφοϋ εδωσαν τόν τελευταίο
άσπασμό ξανάβαλαν τήν πλάκα στήν θέση της.
Είχαν πάρει δλα τά μέτρα ωστε καί αν ξαφνικά ξυπνουσαν οί
53

Τουρκοι δέν θά εϋρισκαν τίποτε τό επιλήψιμο. Τά είχαν ετοιμά­
σει δλα γιά μιά κανονική «άγρυπνία».
'Εκεί μπροστά στήν εικόνα της Παναγίας όρκίσθηκαν δλοι νά
φυλάξουν αυστηρότατα τό μυστικό καί νά μήν είπουν σέ κανένα
άπολύτως τίποτε.

***
Τέλη του · Απρίλη του 1907 πfjγε στήν Καστοριά ή χήρα κ.
Ναταλία Μελα μέ άδεια των τουρκικών άρχων νά τακτοποι�σει
τόν τάφο του συζύγου της. 'Έπρεπε νά μεταφερθεί στήν Καστο­
ριά καί τό κεφάλι γιά νά ενωθεί μέ τό κορμί.
Δύο μέρες άπ' τόν άποκεφαλισμό ξαναπfjγαν στήν Στάτιτσα
οί Τουρκοι καί χωρίς δυσκολίες, καί ξυλοδαρμούς αυτή τή φορά
βρfjκαν τόν τάφο γιατί οί άθηναϊκές εφημερίδες ε{χαν άναγράψει
μέ πολλήν άκρίβεια τήν θέση του... Παράδωσαν τό άκέφαλο
πτωμα στόν Μητροπολίτη Καστοριας.
Γιά τή μεταφορά τfjς κεφαλfjς όρίσθηκε ό κ. Παναγιώτης
Ζησιάδης. Φόρεσε γκέγκικα ρουχα, πfjρε άπ' τόν Μητροπολίτη
μιά μικρή βαλίτσα μέ άρχιερατική μίτρα γιά νά βάλει μέσα τό
κεφάλι καί ξεκίνησε μέ δύο «σοβαρfjδες». Τούς ε{χε ζητήσει ό
Μητροπολίτης άπ' τόν «Καϊμακάμη» γιατί εστελνε, δπως του
ε{πε, τόν Ζησιάδη νά πάρει άπ' τόν Μητροπολίτη της Φλώρινας
μιά μίτρα καί άλλα «δεσποτικά» πράγματα πού του ήσαν άπαραί­
τητα τώρα πού πήγαινε «συνοδικός» στήν Πόλη.
Οί δυό σοβαρfjδες τόν άφησαν στό 'Ανταρτικό, πού άνηκε
στόν «καζά» (επαρχία) της Φλώρινας, καί τόν παρέλαβε ό Φέιν
'Όνμπασης. Μ' ενα χωροφύλακα καί ί5 στρατιώτες τόν εστειλε
στό Πισοδέρι. 'Ο Ναούμ Λιάκος δμως, τό μόνο μέλος της
'Επιτροπfjς πού βρfjκε, άρνήθηκε νά του παραδώσει τό κεφάλι.
'Ίσως καί δέν ήξερε που άκριβως ε{χε παραχωθεί. 'Αναγκάστηκε
νά κατεβεί στήν Φλώρινα. Σ' ενα χάνι βρfjκε τόν Λάζαρο Τσάμη
πού ερχόταν εκείνη τήν ωρα άπ' τό Μοναστήρι. Ξαναγύρισε
μαζί του στό Πισοδέρι, πfjρε τό κεφάλι, τό 'βαλε στήν άρχιερα­
τική μίτρα, ιδανική άληθινά θήκη καί εκλεισε ησυχος τήν
54

βαλίτσα. Πρωί πρωί θά 'φευγε στήν Καστοριά. Τό βράδυ δμως
εκεί πού δειπνοϋσαν παρουσιάσθηκαν δύο άλλοι σοβαρfjδες.
Τούς εστειλε ό Καϊμακάμης τfjς Φλώρινας, νά τόν πιάσουν, γιατί
κάποιος καλοθελητής τοϋ είχε σφυρίξει πώς ό Ζησιάδης ήταν
'Έλληνας αξιωματικός...! Μέ τήν καινούργια συνοδεία ξανακα­
τέβηκε ό Ζησιάδης στήν Φλώρινα. Τόν εριξαν ευθύς στήν
φυλακή καί τόν εστρωσαν σ' αλύπητο καί άγριο ξύλο ...
Είχε ευτυχώς τήν πρόβλεψη νά παραδώσει τό άλογό του μέ
τήν πολύτιμη βαλίτσα σ' ενα Πισοδερίτη, πού δταν είδε πώς τόν
πfjγαν φυλακή ετρεξε στό Μητροπολίτη. 'Ο «Μογλενων καί
Φλωρίνης» εστειλε ευθύς μέ τόν ανεψιό του καί τό άλογο τοϋ
Ζησιάδη τήν βαλίτσα στήν Καστοριά.
Τό κεφάλι ενώθηκε τώρα μέ τό κορμί κάτω απ' τήν 'Αγία
Τράπεζα τοϋ Μητροπολιτικοϋ ναοϋ τfjς Καστοριiiς. 'Έξω στόν
περίβολο ύπfjρχε ενας μεγάλος μαρμάρινος σταυρός καί κάτι σάν
τάφος. Μά ήταν γιά τά «μάτια», γιά τά τουρκικά δηλ. μάτια...
τΗταν άδειο κενοτάφιο... Τά κόκκαλα τοϋ εύγενικοϋ ηρωα
αναπαύονταν στό ίερό άδυτο τοϋ 'Αγίου Βήματος.
'Ύστερα από 10 μέρες εφθασε καί ό Ζησιάδης στήv Καστοριά
σακατεμένος καί κατάμαυρος ακόμα άπ' τό ξύλο.
(«Ντόκτορ Γιάννης»)

55

5. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Ό 'Ελληνικός στόλος ξεκίνησε. 'Οκτώ πλάβες -μονόξυλα
χωρίς καρίνα τοϋ Βάλτου των Γιαννιτσών- προχωροϋσαν ή μιά
πίσω άπ' τήν αλλη μέ τρείς όπλοφόρους ή καθεμιά. Φιλοδοξοϋ­
σαν νά ξεκαθαρίσουν τόν Βάλτο άπ' τά κομιτατζήδικα άγκάθια
καί ν' άπαλλάξουν τά χωριά άπ' τή Βουλγαρική τρομοκρατία:
Καί χαιρετοϋσαν προκαταβολικά τόν θρίαμβό τους μέ λίγες
ντουφεκιές καί πολλές ζητωκραυγές. Μερικά ποτήρια ρακή
ε{χαν δυναμώσει τήν αίσιοδοξία τους. 'Απ' τήν παραλία τούς
φώναζαν πολλοί χωρικοί: «Ούώρα κ'λή πιδιά... Ούώρα κ'λή. Ό
Χριστός κ' η Παν'γιά μαζί σας».
τΗταν τό πρώτο 'Ελληνικό Σώμα στόν Βάλτο πού εγκαινίαζε
τήν εκστρατεία εναντίον της κομιτατζήδικής παντοκρατορίας.
Ε{χαν άπλωθεί τώρα οί κομιτατζηδες σ' δλο τόν Βάλτο καί σέ
μέρη πού ήταν καθαρά 'Ελληνικά. Καί ε{χαν γίνει άνυπόφοροι.
Πίεζαν καί τυραννοϋσαν καί τά 'Ελληνόφωνα χωριά πού ε{χαν
μείνει στήν άρχή άνενόχλητα. Δέν αφηναν οί κομιτατζηδες νά
ψαρεύουν στόν Βάλτο η νά κόβουν ψάθες παρά μόνο δικοί τους
εμπιστοι. Οί αλλοι επρεπε νά πληρώσουν φόρο μεγαλύτερο άπ'
τόν επίσημο Τουρκικό, δταν δέν πλήρωναν μέ τό κεφάλι. Ήταν
πιά ό Βάλτος ή «Σπηλιά του Δράκου», πού σκορποϋσε παντοϋ
γύρω τόν φόβο καί τρόμο μά παράλληλα καί άπέραντο πλούσιο
τσιφλίκι, πού άνηκε θεωρητικά στόν Σουλτάνο, ήταν δμως
ουσιαστικά άποκλειστική ίδιοκτησία τους. Καί γιά νά επιβε­
βαιώσουν τήν επιβολή καί δύναμή τους εβαλαν φωτιά στό μικρό
'Ελληνικό χωριό Νησί.
'Αποτελοϋσαν τό σώμα ό Τζόλας ό Περήφανος καί ό Χάρης
άπ' τόν Γιδα, τή σημερινή 'Αλεξάνδρεια, ελεεινό τότε χωριου­
δάκι, καί μερικοί άπό αλλα χωριά του «Ρουμλούκι» - (τοϋ
'Ελληνόφωνου κάμπου). Ήταν καί «βουνήσιοι» άπ' τά Πιέρια
56

καί τόν 'Όλυμπον «αντάρτες» λίγο διάστημα τό 1896, 1897,
«κλέφτες» τόν άλλο καιρό μέ διαλείμματα,· τσομπαναραίοι τό
καλοκαίρι στά βουνά, στή Θεσσαλία τόν χειμώνα - γιά μεγαλύ­
τερη ασφάλεια.
'Ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στήν εκκληση πο6 τούς εκαμε
ενας φίλος τους τυρέμπορος πού τούς παρουσιάσθηκε σάν άντι­
πρόσωπος του Δεσπότη καί του Προξενείου. Μά σάν κατέβηκαν
στόν λασπωμένο κάμπο καί άντίκρυσαν τόν Βάλτο βάλτωσε ή
ψυχή τους.
-Εϊπαμε νά πάμ' άντάρτες μά στά β 'νά, δχ' στόν βουρκο,
ε{πε ό ΤΘιουμής, ενα λεβεντόκορμο παλικάρι.
-Κι θά μας βαστάξΌυν εμας τουτα τά σάπιοσάνιδα;! επρό­
σθεσε ό Νάκος κουτός, χοντρός μά καί. σβέλτος.
-Μιά βολά πού ήρθαμε δέ μπορουμ' νά γ'ρίσουμε πίσω, ε{πε
ό Τασιούλας ψηλός μέ γένεια καί μεγάλα άτακτα μαλλιά άρχη­
γός μιας μικρής όμάδας.
'Έκαμε τό σταυρό του καί μπήκε σέ μιάν πλάβα.
Τόν άκολούθησαν οί άλλοι άνά δυό σέ κάθε πλάβα μ' ενα
τρίτο πού ήξευρε νά τήν κατευθύνει καί νά κρατάει τό πλακίδι
(κουπί).
'Υ πηρχε καί ή παράδοση δτι παλιοί μεγάλοι κλέφτες καί
άρματωλοί του 'Ολύμπου, δπως ό Νικοτσάρας, εγιναν καί κουρ­
σάροι στή θάλασσα. Φορουσαν δλοι φουστανέλλες μέ βαριά
φουντοφόρα τσαρούχια, πολύ λίγο κατάλληλα γιά τόν Βάλτο.
'Εκτός άπ' τούς βουνήσιους καί πολλοί άλλοι δέν είχαν
ξαναμπεί στόν Βάλτο καί δλοι δέν είχαν ιδέα του πολέμου στόν
Βάλτο πού ήταν τόσο παράξενος καί ιδιότυπος. Ηχαν δμως πολύ
μεγάλην ιδέα γιά τόν εαυτό τους καί τήν παλικαριά τους.
Τό «Κέντρον» δμως της Θεσσαλονίκης, οί άνθυπολοχαγοί
δηλαδή Κάκαβος καί 'Αλέξ. Μαζαράκης, πού ύπηρετουσαν στό
Προξενείο μέ τά ψευδώνυμα Ζώης καί 'Ιωαννίδης, τούς εστειλαν.
τόν Γκόνο Γιώτα άπ' τά Γιαν��.σά μέ δυό δικούς του.
'Ό Γκόνος ε{χε επαναστατήσει ενωρίς άμούστακο παλικάρι.
Τά 'βαλε μέ τούς επιστάτες καί φύλακες των Τουρκικών τσιφλι­
κιών, πού ήταν άληθινή μάστιγα του άγροτικου πληθυσμοϋ.
57

Σκότωσε δυό, ανακηρύχθηκε απ' τή Τουρκική αρχή «φεράρ»
(φυγόδικος) καί εγκαταστάθηκε στόν Βάλτο. 'Εκεί τόν βρfjκαν
οί πρώτοι κομιτατζfjδες καί τόν αγκάλιασαν. Μά γρήγορα τούς
σιχάθηκε. Οί περίφημοι πρόμαχοι της λευτεριας καί Τουρκομά­
χοι φρόντιζαν περισσότερο γιά τόν εκβουλ γαρισμό παρά γιά τήν
απελευθέρωση. Ύπfjρχε στά Γιαννιτσά καί σχολή Γάλλων
καλογήρων, πού ήταν καθαρά Βουλγαρική εστία. Καί τήν ήμέρα
πού τούς είδε νά επιβάλλουν μέ φωνές, βρισιές, απειλές, γυμνά
μαχαίρια τήν Βουλγαρική λειτουργία στόν "Αγιο Λουκα τούς
είπε: 'Έτσι θά διώξουμε τόν Τουρκο;! 'Εγώ σας αφήνω. Μέ δυό
φίλους του εγκαταστάθηκε σέ μιά μικρή καλύβα στήν καρδιά του
Βάλτου, πού τήν ήξευραν μόνο λίγοι εμπιστοι ψαράδες.
Σάν τά 'μαθε ό περιβόητος βοεβόδας 'Αποστόλ, σκύλιασε
καί επρόσταξε νά τόν ξεκάμουν μέ κάθε μέσο καί θυσία. Μά τό
πουλί είχε πετάξει.
Δικοί μας των Γιαννιτσών, δπου αρκετοί είχαν βρεί τόν
θάνατο από όργανα του Κομιτάτου, μίλησαν στή Θεσσαλονίκη
στούς άρμοδίους γιά τόν Γκόνο. 'Έτσι βρέθηκε στήν πρώτη
ναυτική μας επιχείρηση. 'Ο Τζόλας καί ό Χάρης πού παρίστα­
ναν τούς μεγάλους αρχηγούς καί πολεμάρχους δέν θά τόν
δέχονταν, πού δέν ήξευρε «ρωμέικα» καί μπορουσε νά τούς
κλέψει τίς δάφνες. Ύπfjρχεν δμως ή φήμη δτι ήξευρε δλα τά
κατατόπια του Βάλτου καί δλα τά τερτίπια των κομιτατζήδων.
Ύπfjρχε καί ή διαταγή του «Προκσιενείου» πού είχεν απεριόρι­
στο κύρος καί επιβολή μεγαλύτερη από ενα 'Υπουργείο στήν
κάτω 'Ελλάδα.
'Ο Γκόνος εκαμε τρείς φορές τόν σταυρό του καί τράβηξε
μπροστά μέ τούς δυό συντρόφους.
Κύριος στόχος της εκστρατείας ήταν ή καταστροφή μιας
καινούριας καλύβας, πού. είχαν σκαρώσει τόν τελευταίο καιρό οί
κομιτατζfjδες σ' εκείνα τά μέρη καί ήταν επικίνδυνη απειλή γιά
τά δικά μας χωριά.
'Έτρεξε δμως ό Τζόλας μέ τήν πλάβα του καί του επρόσφερε
ενα παγούρι νά ρουφήξει ρακή.
58

-Πιές, Γκόνο, τόν εlπε, νά πάρ'ς δύναμη. Καί τί λές; Δέν θά
τούς φαμε;
- 'Ο Τεός... · Ο Τεός... απάντησε.
- Ό Τεός... Ό Τεός... Μά κι τά τουφέκια μας.
-Δείξε μας εσύ τήν καλύβα κι τ' άλλα δική μας δ'λειά. Δέν
τήν ξιέρ'ς τήν καλύβα;!
-Ντέν.
-Ντέν; Κι τότ'ς τί θά κάν'με;!
-Νά τό βρουμε τό καλύβα.
Είχαν πλησιάσει τώρα καί άλλες πλάβες καί παρακολουθοϋ­
σαν τή συζήτηση αναστατωμένες.
-Κι μας ελ'γαν πώς ήξ'ρε δλες τίς καλύβες καί δλα τά
μονοπάτια, εlπεν απαγοητευμένος ό Χάρης. Πετάχθηκεν δμως ό
Γρηγόρης ό ανεψιός του καπετάν Παύλου άπ' τόν Ζορμπα,
παλιου αγωνιστfj πού τόν φαρμάκωσε ,ό Κομιτάτο.
Ήταν της παλιας σχολfjς μέ παλιά μυαλά πού δέν μπορουσαν
νά καταλάβουν τά καινά δαιμόνια του Κομιτάτου, δτι ό δρόμος
γιά τή λευτεριά περνουσε πάνω απ' τά ερείπια καί τά πτώματα
του Έλληνισμου.
-Πως μπορουσε νά τήν ξέρει ό Γκόνος τήν καλύβα;! ε{πε.
ΕΙναι καινούρια. Τήν εφτιαξαν τώρα οί κομιτατζfjδες κάπου εδω
κοντά.
-Καί πως θά τή βρουμε;!
-Θά ψάξουμε. Τά τό βρουμε... 'Ο Τεός βοηθός, είπε κάνοντας τόν σταυρό ό Γκόνος. Μά οχι λόγια... 'Όχι τραγούδια...
φωνές.
-Τί;! Θά πηγαίνουμε σάν μοϋτοι;! διαμαρτυρήθηκε ό Χάρης.
-Μά πηγαίνουμε σέ γάμο;! παρατήρησε ό Γρηγόρης.
-Καλά λέει ό Γκόνος, ακούσθηκε δυνατή ή φωνή του
Τασιούλα. Ξέρ' κ'λά τή δουλειά. Σείς δέν ξέρ'τε τίποτις... Καί
δέν είστε γιά τίπ'τις.
-Πως δέν ξέρ'με;! Σύ ξέρ'(;..JCαλύτερα;! ακούσθηκε ό Χάρης.
-Ξέρ'τε νά μεγαλών'τε βουβάλια;!
Γιά νά σταματήσει τόν καβγά ό Γκόνος, συνέχισε τίς συστά59

σεις: Τό ενα πλάβα πίσω άπό τό αλλο πενήντα μέτρα, όγδόντα
μέτρα.
-Πολύ σωστά, έπιδοκίμασε ό Τασιούλας.
-Μωρέ πως βρίσκ'με τήν καλύβα. Καί επειτα... ε{πε ό
Τζόλας.
-Τί επειτα;
-'Έπειτα θά τούς ριχτοϋμε κι θάν τούς πάρ' ό διάβολος τόν
πατέρα.
-'Ά ... 'Όχι! ... φώναξε δυνατά ό Γκόνος.
-Νά μήν τούς πάρ' ,ό διάβολος τόν πατέρα;! ρώτησε ό
Τζόλας ξεσπώντας στά γέλια.
-'Όχι νά ριχτοϋμε.
-Νά μήν τούς ριχτοϋμε;! Τί λές μωρέ Γκόνο;! Καί γιατί
ξεκινήσαμε;!
-Τό κομιτατζfjδες μέσα στό καλύβα... Πίσω άπό μετερίζι! ...
πίσω άπό τοίχος.,.. καί έμείς μέσα στό πλάβα;!
Κι τί θά κάν'με; θά σταθοϋμ' νά τούς κοιτάζουμ' μέ σταυρωμένα τά χέρια;!
-Μυαλό... Τέλει μυαλό...
Καί εδειξε μέ τό δάχτυλο τό κεφάλι.
-Μά αν εϊχ'με μυαλό δέν θά γυρίζαμε στόν Βάλτο μέ πλάβες
τέτοιον καιρό! Θά καθόμαστε σπίτι κοντά στό τζάκι.
'Όλοι γέλασαν χωρίς νά έξαιρείται καί ό Γκόνος.
Ξαναπfjρε τόν λόγο ό Γρηγόρης γιά νά έξηγήσε1 τά λόγια τοϋ
Γκόνου, καί ε{πε:
-'Έχει δίκιο ό Γκόνος... Πολύ σωστά λέγει. Οί κομιτατζfj­
δες εχουν όχυρώσει τίς καλύβες. Φτιάνουν γύρω-γύρω ενα τοίχο
άπό χωμα καί σακκιά μέ χωμα. Καί θά χτυποϋν αύτοί προφυλαγ­
μένοι έμείς ξεσκέπαστοι στίς πλάβες! Καταλαβαίνετε τί μπορεί
νά γίνει ... Είναι σά νά χτυποϋμε μέ τό κεφάλι ενα χόντρό.τοίχο.
Κατάλαβαν δλοι καί σώπασαν. Κατάλαβαν έπίσης δτι ό
Γκό-νος ήταν ό μόνος πού ηξευρε καλά τόν Βάλτο καί τόν πόλεμό
του.
-Ό Γκόνος άρχ'γός καί καπ'τάνιος, άκούσθηκε ή φωνή
τοϋ Τασιούλα. 'Εγώ αύτόν δέχομαι. Ε{ν' ό μόνος αξιος.
60

Κανένας δέν εφερε αντίρρηση.
Ήταν μέσα του Νοέμβρη 1904. Ό Βάλτος είχεν αρχίσει νά
κιτρινίζει. 'Έκανε κρύο καί ψιχάλιζε. Σύννεφα. Σύννεφα είχαν
κατέβει χαμηλά. Τά καλάμια φαίνονταν σάν νά λύγιζαν απ' τό
βάρος τους. 'Η ύγρασία εμπαινε στά κόκκαλα.
-Μωρ' !.δουν' χειρότ'ρα καί απ' τά χιονισμένα β'νά,
φώναξε ό Τσιουμής ενώ εσφιγγε τήν -κάπα πάνω του.
-Χμ! Τί θαρρουσες;! 'Έτσι εϋκολος εΙν' ό Βάλτος;! απά­
ντησε ό Χάρης.
Ώς τόσο εξακολουθουσε ό στόλος ν' άλωνίζει τόν Βάλτο γιά
νά βρουν τήν εχθρικιά καλύβα ή εχθρικιά πλάβα. Οί όχτώ
πλάβες πήγαιναν ή μιά πίσω απ' τήν άλλη σέ ορισμένη πάντοτε
απόσταση. Δεξιά καί αριστερά ύψώνονταν αδιαπέραστος τοίχος
τά καλάμια. 'Επικρατουσε απόλυτη ήσυχία πού τήν τάρατταν
μονάχα τά αγριοπούλια. Τόν χειμώνα κατέβαιναν στόν Βάλτο
απ' τόν βορρii μεγάλα καί πολλά κοπ11;δια αγριόπαπιες, αγριόχη­
νες, αγριόγαλοι κτλ. τΗταν ό παράδεισος του κυνηγιου.
Καί όμως, κανένας δέν πυροβολουσε όσο καί αν σκανδα­
λίζονταν.
'Ο Γκόνος μπροστά πάντοτε δέν επαυσε νά συνιστii μέ νοή­
ματα σιωπη καί τάξη. 'Ήθελε νά πηγαίνουν όλοι όπως ή σκιά, ή
σκιά όμως πού θά σκόρπιζε φωτιά καί θάνατο. Του εκαμε
εντύπωση ή ερημιά του Βάλτου σέ εκείνα τά μέρη. Δέν εμπαιναν
τώρα πολλοί στόν Βάλτο γιά ψάρια ή γιά ψάθες απ' τόν φόβο
τ&ν κομιτατζήδων. Γι' αυτό εϋρισκε κλειστούς παλιούς δρόμους
- διαύλους. Δέν δουλεύθηκαν καί τούς κυρίευσαν τά καλάμια
πού ξεφύτρωναν καί όπου δέν τά εσπερνε κανένας.
Κάποτε είδαν μιά πλάβα, πού πάσχιζε όμως νά ξεφύγει.
'Έτρεξε ό Γκόνος καί τήν πρόλαβε. τΗταν μέσα ενας γέρος μ'
ενα παιδάκι.
-Γιατί εφευγες γέρο; τόν ρώτησε στή γλώσσα του.
__:Φοβήθηκα.
-Ποιούς φοβiiσαι;
-" Αν ήξευρα πως ήσουνα εσύ (Ίcόνο δέν θά εφευγα.
-Μέ γνωρίζεις;
61

-Καί ποιός δέν σέ γνωρίζει;
-Φοβασαι τούς κομιτατζήδες; Δέν τούς αγαπας;
_'Εγώ τούς αγαπάω. Μά δέν ξεύρω αν έκείνοι μέ αγαπουν...
Στείλ' τους τό γρηγορότερο στόν διάβολο. Νά γλυτώσουμε καί
ν' ανασάνουμε.
-Γιά πές μου τώρα στόν Θεό σου, ξέρεις καμιά καινούρια
κομιτατζήδικη καλύβα έδω κοντά;
-'Όχι, Γκόνο μου. Δέν ξεύρω. Στό όρκίζομαι. Καί εχω καιρό
νά μπω στόν Βάλτο.
Πέρασαν ώρες πολλές. · Η ψιλή βροχή εγινε χιόνι καί τό
κρύο δυνάμωσε. 'Απ' τίς άλλες πλάβες εκαμναν νοήματα νά
γυρίσουν πίσω στό χωριό. Κρύωναν. Καί ε{χαν κουρασθεί καί
βαρεθεί. 'Ο Γκόνος δμως έννοουσε νά συνεχίσει. Θά ήταν
έντροπή καί προσωπική του προσβολή αν δέν μπορουσε οϋτε τή
θέση της καλύβας νά έπισημάνει.
Βράδιαζε πιά. Κόντευε νά σουρουπώσει. 'Αναγκάσθηκε νά
πάρει περίλυπος τήν απόφαση νά γυρίσει πίσω άπρακτος. 'Έ­
στριψε πίσω τήν πλάβα του. Μερικές πλάβες χειροκρότησαν.
Μά ξάφνου από ενα κάθετο δίαυλο πρόβαλε μιά μεγάλη παρα­
φορτωμένη πλάβα. 'Ο Γκόνος ανατινάχθηκε. ΕΙδε τόν δάχτυλο
της θείας προνοίας... Καί τήν ευχαρίστησε μέ πολλά σταυρο­
κοπήματα.
· Η πλάβα ήταν αληθινά γεμάτη μέ πάμπολλα πράγματα. Τήν
εΙχαν δυό παιδιά τό ενα 17-18 χρόνων, τό άλλο 14-15, ό Στέφος.
Τούς πλησίασε. Δέν ύπηρχε φόβος νά τόν αναγνωρίσουν. ΤΗταν
πολύ νεαροί. Τούς χαιρέτησε καί τούς ρώτησε στά Βουλγαρομα­
κεδονικά μέ κάποιο τόνο της καθαρεύουσας Βουλγαρικης:
-Γιά που ώρα καλή τό βάλατε παιδιά;
-Δέν καταλαβαίνεις; Γιά τούς συντρόφους σας.
ΤοίJς πήραν τά δυό παιδιά γιά κομιτατζήδες.
Φ ορουσαν ό Γκόνος καί οί δυό σύντροφοί του τά ρουχα της
περιοχής Γιαννιτσών, πού τά κρατουσαν μέ μερικά στολίδια καί
οί κομιτατζήδες. 'Έκαμε νοήματα νά μείνουν μακριά οί άλλες
πλάβες. 'Υπήρχε φόβος νά τούς προδώσουν οί φουστανέλλες.
62

Καί μερικοί καμπίσιοι ε{χαν αντικαταστήσει τά μπενοβρέκια μέ
τήν κλασική κλέφτικη στολή. Ευτυχώς ήταν σφιχτοτυλιγμένοι
στίς κάπες.
-Καί τί καλά εχετε στήv πλάβα σας;
-Ρώτησε καλύτερα, τί δέν εχομε, απάντησε ό μικρός Στέφος.
'Έχομε αλεύρι, ψωμιά, πίτες, κρέας, φασόλια, κρεμμύδια, αυγά,
τυρί, βούτυρο κρασί, ρακή.
Πώ! Πώ! Μπράβο σας. 'Έχετε άπ' δλα. Δώστε μας καί έμiiς
κάτι νά μασήσουμε καί λίγη ρακή νά ζεσταθοϋμε.
-" Α! 'Όχι θά τά πάρετε μαζί μέ τούς αλλους στήν καλύβα.
Δέν ε{ναι μακριά.
-Τόσο σφιχτοί καί τσιγγούνηδες είστε;
-'Εμείς τρώμε ξηρή μπομπότα καί φέρναμε σέ σας καί τοϋ
πουλιοϋ τό γάλα.
-Γιατί δέν ερχεσαι καί σύ μαζί μας vά χορτάσεις πουλιοϋ
γάλα;...
-Δέν μ' αφήνει ή μάνα μου.
-Θέλει νά σέ παντρέψει;
-Ου! Ου! Μ' εχει κιόλας αρραβωνιάσει.
-Θά γίνω στόν γάμο σου έγώ μπράτιμος. Δώσε μας λοιπόν
λίγο ρακή.
'Ο μικρός σήκωσε τούς ώμους καί εδειξε τόν μεγάλο πού ήταν
ό πλοίαρχος της πλάβας.
-Μά έρχόμαστε από μακριά, απ' τά μέρη της Καρ·υώτισας.
-Ουχουού! Τόσο μακριά;!
-Μας στέλνουν έδώ γιά ένίσχυση. Γιατί φάνηκαν έδώ,
καθώς λέγουν, Γραικοί αντάρτες.
-Πούφ. Γραικοί αντάρτες! ψόφιες ψείρες! ... είπε περιφρονη­
τικά ό μεγάλος.
Στό μεταξύ οί πλάβες προχωροϋσαν. Μπροστά ή κομιτατζή­
δικη.
-'Ώστε τζάμπα κάνουμε τόg.,9 δρόμο;! ξαvαείπε ό Γκόνος.
Καί μας αφήνετε νηστικούς! ...
-Μά δχι, θά φiiτε μαζί μέ τούς αλλους μ' δλη σας τήv
63

ήσυχία. 'Όλα αυτά, πού κουβαλαμε είναι καί δικά σας. Νά.
Φαίνεται τώρα ή καλύβα. Φτάσαμε..
Φάνηκε πραγματικά ή καλύβα άρκετά μεγάλη μέ το οχυρό
γύρω περιτείχισμα. Κάμποσοι κομιτατζήδες καθόνταν γύρω άπό
ενα μαγκάλι μέ φωτιά, πού τούς φώτιζε καί τούς κοκκίνιζε στό
μισοσκόταδο.
-Σας φέρνουμε καί καινούριους συντρόφους, φώναξε ό
μικρός Στέφος.
Δέν φάνηκε δμως νά χαρουν πολύ. Θά τούς ετρωγαν τά φαγιά
οί «καινούριοι». 'Ένας μονάχα σηκώθηκε βαρύς νά τούς κοιτά­
ξει. Περιορίσθηκε νά εiπεί στά παιδιά. Ξεφορτώστε.
"Αρχισε τό ξεφόρτωμα. Πλησίασαν καί αλλες πλάβες. 'Ο
Γρηγόρης καί δυό αλλοι πού φορουσαν τά χωριάτικα εστεκαν
ορθιοι οί αλλοι σκυφτοί. 'Ο Τασιούλας δμως δέν μπορουσε νά
συγκρατηθεί καί τινάχθηκε όλόρθος. Τόν είδαν οί κομιτατζήδες
καί πετάχθηκαν καί αυτοί άλαφιασμένοι νά πάρουν τά δπλα.
'Ακολούθησε σύντομη καί σκληρή άπό κοντά συμπλοκή. Δυό
άντάρτες πληγώθηκαν ελαφρά καί δυό δικοί μας πλαβαδόροι
καθώς καί ό μεγάλος της κομιτατζήδικης πλάβας σκοτώθηκαν.
Πολύ περισσότεροι δμως κομιτατζήδες επεσαν νεκροί. _Καί ή
καλύβα εμεινε όριστικά δική μας.
Ό μικρός Στέφος πού είχε τρυπώσει κάτω άπ' τή σκάλα της
καλύβας, παρουσιάσθηκε δταν πήρε τέλος ή συμπλοκή καί εΙπε
του Γκόνου:
-Γιατί δέν μου ελεγες πως εΙστε δικοί μας;
-Καί τί θά 'καμνες μικρέ;
-Ξέρω εγώ. Τώρα ερχομαι μαζί σας.
-Καί ή μαμάκα σου; 'Η άρραβωνιαστικιά;
-Δέν μέ νοιάζει, θέλω νά πολεμήσω.
-Καλά. Τώρα πού γνωρισθήκαμε θά σέ καλέσω. �Έννοια
σου.
Οί δυό πληγωμένοι άντάρτες καί οί δυό σκοτωμένοι πλαβαδό­
ροι μεταφέρθηκαν μέ δυό πλάβες στό πλησιέστερο χωριό γιά νά
τούς δεί γιατρούς άπ' τή Βέροια, οί πρώτοι, καί οί αλλοι γιά νά
64

ταφουv. Τά κομιτατζήδικα πτώματα ρίχθηκαν παραπέρα στόν
Βάλτο, δπου τά νερά ήταν βαθύτερα καί κινούμενα. Καί οί
προμήθειες των κομιτατζήδων χρησίμευσαν γιά πλούσιο φαγο­
πότι των ίδικων μας.
(«'Ο δραπέτης»)

5

(i5

6. Ο ΜΟΥΧΤΑΡΗΣ
Τό χωριό ξεφάντωνε. Πολλά σώματα καί κάπου 250 άντάρτες
ε{χαν συγκεντρωθεί μιά ήλιόλουστη μέρα του 'Απρίλη του 1905
στό χωριό, τότε σωστή άετοφωλιά. Πολλοί νόμιζαν πώς πάει τό
«Τούρκικο» καί ήλθε τό «'Ελλtινικό». 'Ενθουσιασμένοι ήταν
καί οί νεόβγαλτοι άντάρτες. Ήταν τό πρώτο χωριό άπ' τά
θεσσαλικά σύνορα δπου στάθηκαν ϋστερ' άπό άτέλειωτες νυχτε­
ρινές πορείες. Καί εβλεπαν μέ πόση λαχτάρα τούς ύποδέχονταν ό
πληθυσμός.
Ή έπιτροπή, οί άγγελιαφόροι καί οί αλλοι άρμόδιοι του
χωριου ήταν στό πόδι.
· Εκατό άρνιά ψένονταν στίς σουβλες. Θαφευγαν δλοι τό
βράδυ, οί περισσότεροι γιά τό Λέχοβ� καί επειτα γιά τήν
Δροσοπηγή, τό Φλάμπουρο. 'Απ' έκεί κάθε σώμα θά τραβουσε
γιά τόν προορισμό του, τό Βίτσι, τά Κορέστια, τό Περιστέρι καί
τό Μορίχοβο. 'Έπρεπε ναχουν τά παιδιά γιά καλό καί γιά κακό
στά σακκίδιά τους κρέας, τυρί, ψωμί, γιά 24 τουλάχιστο ώρες.
'Έγινε καί ή άπαραίτητη δοξολογία. 'Η έκκλησία γέμισε άπό
κόσμο δσο καμιάν αλλη φορά. Χωριάτες καί χωριάτισσες, έπι­
βλητικοί ανδρες μέ χακί στολές καί ποδήματα ή μέ ντουλαμάδες
καί τσαρούχια, φορτωμένοι δλοι αρματα, φυσιγγιοθfjκες, μερι­
κοί καί άσημικά -οί παλαίμαχοι- άποτελουσαv τό παράξενο
έκκλησίασμα. Λειτουργουσε ό ίδιος ό Μητροπολίτης Κάστοριας
Γερμανός Καραβαγγέλης. Ε{χε βγεί τή νύχτα μέ μιά βάρκα άπ'
τήv Καστοριά παρ' δλες τίς άντιρρήσεις της έκεί Έπιτροπfjς.
Έκήρυξε καί τόν θείον λόγον. Καί ήταν ό λόγος του πολεμικό
σάλπισμα. Μέ μάτια πού εβγαζαv σπίθες, καί πρόσωπο πού
ελαμπε περισσότερο καί άπό τά χρυσαφικά του, ελεγε: «Εύλογη­
μένοι οί έρχόμενοι έν ονόματι Κυρίου. Ε{σθε οί έκλεκτοί στρα­
τιώται του Γένους καί της 'Εκκλησίας, οί ίδανικοί σταυροφόροι
66

της έλευθερίας, οί άσπιλοι λυτρωταί των δεδουλωμένων. 'Η
Παναγία ή υπέρμαχος στρατηγός ε{ναι μαζί σας». Συνέχισε στόν
ίδιο υψηλό τόνο καί ε{πε: «' Ανεβαπτίσθητε ήδη είς τήν κολυμ­
βήθραν του Γένους καί της θυσίας, είς νέαν Σιλωάμ. 'Όλα τά
παραπτώματά σας, τά όποία ώς άνθρωποι είχατε, έξαλείφθησαν
καί διεγράφησαν. 'Αφίενται αί άμαρτίαι σας πα.σαι, παλαιαί καί
μέλλουσαι».
Μά ξαφνικά άκούσθηκε ή κραυγή «Τουρκοι, Τουρκοι!».
Τό «καραούλι» εφερε λαχανιασμένο τήν είδηση πώς ερχονται
Τουρκοι. Ήταν ενα άπόσπασμα άπό 70-80 «κυνηγούς».
'Η έκκλησία διά μιας άδειασε πατείς με πατώ. σε. Οί άντάρτες
ετρεξαν νά βρουν τά σώματά τους καί οί χωριάτες τά παιδιά τους.
Ό Μητροπολίτης άναγκάσθηκε νά κόψει τό κήρυγμα. Κατέ­
βηκε άπ' τόν πρόχειρο θρόνο, εκαμε τό σταυρό του, ε{πε
βιαστικά «Κύριε έλέησον» καί δυνατότερα «Κύριε, Κύριε βοήθει
ήμίν. Γίνου ιλεως καί άρωγός» καί βγήκε έπίσης εξω.
'Ο Βάρδας συζητουσε μέ τούς όπλαρχηγούς καί εδινε τίς
τελευταίες όδηγίες. Γύρισε επειτα στόν Μητροπολίτη.
-Πήραμε τήν άπόφασή μας, Σεβασμιώτατε. Δέν ε{ναι δυνα­
τόν νά φύγουμε χωρίς νά μας ίδουν καί νά μας πάρουν καταπόδι.
Τό βουνό ε{ναι γυμνό καί όχι μεγάλο. Νά κρυφθουμε μέσα στά
σπίτια ε{ναι άκόμα λιγότερο δυνατόν. Είμεθα πολλοί. Ε{ναι καί
οί φωτιές μέ τ' άρνιά στή σούβλα. Θά τούς κτυπήσουμε ξαφνικά
καί άσχημα μέσα στό χωριό γιά νά τούς διαλύσουμε, θά τό
βάλομε επειτα στά πόδια άλλοι γιά τό Βίτσι καί άλλοι γιά τό
Μουρίκι καί τό Σνιάτσκο. Καί ό Θεός βοηθός. Θά τήν πάθει τό
χωριό. Μά τί νά γίνει;
-Πολύ καλά, πολύ ώραία, ε{πε ό Μητροπολίτης.
Δέν ήταν δμως καθόλου καλά οϋτε ώραία τά πράγματα.
Παντου όλόγυρα υπήρχαν στρατιωτικοί σταθμοί καί φρουρές.
'Η Καστοριά δέν ήταν μακριά. Μέ τίς τουφεκιές θά έξορμουσαν
πολλά στρατεύματα καί τό χωριό θ4 τά πλήρωνε πολύ άσχημα.
-Μέ σας Σεβασμιώτατε τί θά γίνει; Αυτό μ' ένοχλεί, ήθελα
νά πω μέ στενοχωρεί περισσότερο.
-"Α, γιά μένα στενοχωρείσθε; ΕΙναι άπλούστατο.

67

-Πως ε{ναι τόσο άπλουν, Σεβασμιώτατε;
-Θαρθω μαζί σας.
-Μαζί μας; Σείς! Ε{ναι δυνατόν;!
Ό Καραβαγγέλης απ' τό θάνατο του Μελα ετρεφε τ' δνειρο
νά βγεί στό κλαρί. Μά δέν τόν αφιναν. Τώρα εϋρισκε τήν ποθητή
εύκαιρία.
-Δέν υπάρχει πλέον αλλη διέξοδος, ε{πε. 'Έννοια σας
αρχηγέ. Βαστουν τά κότσια μου.
-Καί τί θά ειπουν οί Τουρκοι, «οί Εύρωπαίοι», τό Πα­
τριαρχείον;!
-" Αν γυρίσω στήν Καστοριά μετά τήν συμπλοκή θά φυλακι­
σθω, θά ρεζιλευθω κι εγώ καί τό Πατριαρχείον.
-Καί αμα αρχίσει ή συμπλοκή;
-Θά δράξω κι έγώ τό τουφέκι. Ξέρω από δπλα. Εlμαι καί
κυνηγός.
-Σεβασμιώτατε, μέ φέρνετε σέ δύσκολη θέση. Δέν ξέρω τί νά
πω. 'Η εύθύνη ε{ναι μεγάλη. Τό πολύ νά σας βοηθήσω κι εγώ νά
φύγετε. κάτω στήν Θεσσαλία.
-Αύτό θά τό δουμε αργότερα. Εlναι ζήτημα του μέλλοντος.
Προέχει τώρα ή σωτηρία των σωμάτων. Ξέρω πόσο πολύτιμα
ε{ναι καί μέ τί καρδιοχτύπι τά περιμένουν.
Στό μεταξύ τά σώματ.α επιαναν θέσεις μέσα στά σπίτια καί
πίσω από τούς τοίχους όλόγυρα απ' τό μεσοχώρι. Θαβρισκαν
πολύ καλή υποδοχή οί αβτζfjδες (κυνηγοί)... "Αλλο τό ζήτημα αν
τό χωριό θά περνουσε επειτα πολύ χειρότερα...
Οί χωρικοί ετρεχαν αλαφιασμένοι. Γυναίκες ζητουσαν τά
παιδιά τους. Οί άνδρες εβγαζαν εξω παιδιά καί ζωα. Τά σπίτια
ι'iδειαζαν.
Ό Μητροπολίτης ε{χε απομείνει στήν πλατεία ερημος, βαρύς
καί μόνος. 'Έβλεπε δτι ό Βάρδας δέν εδειξε μεγάλο ενθουσιασμό
γιά τήν αρματωλική προσφορά του. Δέν ήταν εϋκολο νά γίνει
«ιδανικός σταυροφόρος τfjς ελευθερίας». "Αρχισε ν' ανησυχεί
καί ν' αμφιβάλλει. 'Ίσως εχει δίκηο ή 'Επιτροπή πού τόν
εξόρκιζε νά μείνει στό γραφείο του.
68

Πέρασε βιαστικά κείνη τή στιγμή ό Πρόεδρος της 'Επιτροπής του χωριου.
-Που είναι ό παπάς; τόν ρώτησε.
-Χάθ' κ'. Μήν πάθ' ή παπαδιά.
-Καί ό μουχτάρης, ό κύρ Ζησος;
-Χάθ'κ' κι αύτουνος. Ίέχασ' σήμ'ρα ή μάνα τό π'δί. Κι
μας χρειάζ'τ σήμερα ό γουρσούζης. Ποιός θά πάει νά καλωσο­
ρίσ' τούς Τούρκς;
'Ο Καραβαγγέλης κούνησε τό κεφάλι.
-'Έτσι πώς ήλθαν τά πράγματα! Εϊτε πάει εϊτε δέν πάει
κανείς... Τό ίδιο είναι. Στείλε μου τους σέ παρακαλώ, τούς θέλω.
-Ού θιός ν' βάλ' τό χέρ' του. Μά τί τούς χαλεύ'ς Δέσποτα;
-Θέλω ενα καλό τουφέκι μέ πολλά φυσέκια.
-Τουφέκ'. Νά σ' δώσ' τό δικό μ, Δεσπότη. Θά καεί π' θά
καεί μαζί μέ τό σπίτ', είναι λιγάκι σκουριασμένο, μά κ'λό.
Ό Πρόεδρος της 'Επιτροπής πήγε νά ξεθάψει τό δπλο του
πού θά γινόταν στάχτη μαζί μέ τό σπίτι του, βρίζοντας τόν
μουχτάρη.
'Ο κύρ Ζησος δέν είχε χαθεί οϋτε είχε χάσει τήν ψυχραιμία
του. Κατέβηκε κάτω χαμηλά στήν είσοδο του χωριου καί μπήκε
στό πρώτο άκρινό σπίτι πού είχε άδειάσει. Φώναξε δυό γειτόνισ­
σες καί τίς δασκάλεψε.
Δέν άργησε νά προβάλει ό Τουρκος άξιωματικός μέ τούς
πρώτους «κυνηγούς».
'Ο μουχτάρης βγήκε τότε βιαστικός μέ ενα μεγάλο μπουκάλι
ρακί καί ποτήρια στά χέριά. 'Έκαμε πώς ξαφνιάστηκε σάν τούς
άντίκρυσε.
-Μπάά. Πως βρεθήκατε έδω μπέη μου; Δέν τό πήραμε
είδηση, είπε τούριcικα του άξιωματικου. Είχε δουλέψει πολλά
χρόνια στήν Πόλη.
-Δέν συνηθίζω νά βαράω σάλπιγγα δταν βγαίνω εξω, άπο­
κρίθηκε ό ύπολοχαγός.
-" Α! Μέ συγχωρείτε μπέη μου. Καλώς ήλθατε στό χωριό
μας. Είμαι ό μουχτάρης. Μόνο πού διαλέξατε άσχημη μέρα.
-Δέν τήν διάΧεξα εγώ. Σείς μέ ξεποδαριάζετε. Τρώτε τό ψωμί
69

του Πολυχρονεμένου Σουλτάνου μας καί τό πατατε μέ τούς
λησταντάρτες σας.
-Λησταντάρτες στό χωριό μας;! 'Όχι πασα μου. Σας γέλασε
δποιος σας τώπε.
-Θέλεις νά πείς πώς δέν εχουν πατήσει λησταντάρτες στό
χωριό;
-Δέν ξέρω πως ε{ναι τά μουτρα τους. Δέν τούς εχο iδεί. Στό
δρκίζομαι.
-Μωρέ σας ξέρω εγώ, τί κουμάσια ε{στε.
-"Α! μέ συγχωρείς. Εlμαι ζαλισμένος. Πιαστήκαμε καί στήν
κουβέντα. Ξέχασα νά σας κεράσω. 'Ορίστε. Πάρτε ενα ποτηράκι
ρακί. Θά σας κάνει καλό. Εlστε κουρασμένοι. Ν ά πιουν καί νά
ξαποστάσουν καί οί στρατιώτες, θά είδοποιήσω άμέσως, τούς
άζάδες καί τόν παπά. Δέν ξέρουν πώς ήλθατε.
· Ο ύπολοχαγός ήπιε ενα ποτηράκι.
-Μά τί συμβαίνει; ρώτησε μέ άπορία. Δέν βλέπω ψυχή στό
χωριό. 'Ερημώθηκε;
-" Αχ Πασά μου. Μας βρfjκε μεγάλο κακό. 'Έχομε νά
θάψουμε σήμερα τρείς νεκρούς.
-Τρείς νεκρούς; .
-"Αλλους τρείς θάψαμε χθές.
-Τί λέτε; Τόσοι θάνατοι διά μιας σ' ενα χωριό; 'Από τί
πέθαναν;
-Μήπως ξέρουμε καί μείς; 'Έτσι σέ λίγες ώρες πάει δ
ι'iνθρwπος...
-'Αλλάχ. 'Αλλάχ.
-Στά χέρια του 'Αλλάχ ειμαστε. Τί ε{ναι δ άνθρωπος;
Πέθανε σήμερα καί δ κουνιάδος μου -ε{χε άποθάνει πρίν πολλά
χρόνια. Ήλθα σ' αύτό το σπίτι νά πάρω ρακί νά μοιράσουμε
στήν κηδεία. 'Έτσι εχομε τή συνήθεια.
Ε{χαν πλησιάσει καί πολλοί στρατιώτες καί ι'iκουαν μέ
προσοχή τά λόγια του.
-Πάρετε καί σείς άπό ενα ποτηράκι, παιδιά, τούς ε{πε. Γιά
τήν ψυχή του πεθαμένου. Κάνει καλό καί στήν άρρώστια. 'Όσοι
βέβαια τό πίνετε.

70

Πηραν δλοι καί οί φανατικότεροι μουσουλμάνοι.
-Μά δέν φέρατε γιατρό; Ρώτησε ό αξιωματικός. Δέν ειδο­
ποιήσατε τήν Καστοριά;
-Χθές ξέσπασε τό κακό πασά μου, λογαριάζω νά κατεβώ
αϋριο στήν Καστοριά καί νά πάω καί στό χοκιουμάτι (τή
διοίκηση). "Αν θέλει ό 'Αλλάχ καί μ' εχει καλά.
Βγηκαν τότε απ' τό σπίτι οί δυό γυναίκες μέ καρέκλες πού τίς
εβαλαν κάτω στόν ισκιο ενός δένδρου..'Έφεραν καί κάμποσους
καφέδες.
Ό αξιωματικός κάθησε σέ μιά καρέκλα σκεπτικός, λίγο
παραπέρα, τρείς υπαξιωματικοί. Οί στρατιώτες, στρώθηκαν κα­
ταγης μέ τά μάτια καί τ αύτιά τεντωμένα στό στόμα του
μουχτάρη.
-Δέν παμε τώρα καί μέσα στό χωριό; τούς εΙπε. Νά iδητε καί
τούς νεκρούς.
-Τί νά τούς κάμω; Δέν εΙμαι γιατρός.
-Μά νά σας φιλέψουμε. Μιά πού κάματε τόν κόπο καί μας
ήλθατε, θαταν ντροπή μας νά μείνετε εδώ εξω.
-'Όχι, δχι, δέν χρειάζεται.
-Τό σωστό εΙναι ναλθετε. 'Έχομε τήν αρρώστια, μά ό
'Αλλάχ εΙναι μεγάλος.
Ό επιλοχίας Σελήμ μπάσ-τσαούς εσκυψε στό αύτί του υπο­
λοχαγου καί του είπε: 'Ανησυχοϋν βλέπω οί νεφέρηδες (στρατιώ­
τες). Καλλίτερα νά φύγουμε γλήγορα.
Γύρισε ό αξιωματικός στόν μουχτάρη.
-Γιά πές μου τώρα καθαρά. Δέν εχετε λησταντάρτες στό
χωριό;
-Ποιοί θά ήταν τρελλοί πασά μου ναλθουν σήμερα στό
χωριό σέ τέτοια φωτιά; Φεύγουν καί οί κάτοικοι.
-Φεύγουν; 'Έφυγαν πολλοί;
-'Άδειασαν εως τώρα εικοσι σπίτια. Γι' αυτό δέν βλέπετε
κόσμο, θά εΙχα φύγει κι εγώ αν σέν είχα τόν πεθαμένο κουνιάδο.
-"Ακου μουχτάρη, υπογράφεις δτι δέν υπάρχουν λησταντάρ­
τες καί υποπτα ξένα πρόσωπα στό χωριό;
-Καί μέ τά δυό χέρια πασά μου.
71

-Σκέψου καλά. Θά τά μάθουμε. Τό χέρι του χοκιουμάτι ε{ναι
μεγάλο, τό λέει καί ή παροιμία. Καί αλίμονό σου.
-'Έννοια σου πασα μου. Ξέρω εγώ τήν δουλειά μου.
· Ο άξιωματικός ε{χε ετοιμα κάμποσα πανομοιότυπα εγγραφα
πού ελεγαν:
«·Ο υπογεγραμμένος μουχτάρης του χωριου. .. του Καζα
kαστοριας, δτι δέν υπάρχουν λησταντάρτες ή ϋποπτα ξένα
πρόσωπα στό χωριό μας... υπευθύνως καί έν πλήρει γνώσει των
συνεπειών βεβαιώ καί προσυπογράφω». 'Έγραψε στά κενά μέ τό
«καλέμι» τό όνομα του χωριου. · Ο κύρ Ζησος εβαλε ευθύς
αδίστακτα τήν υπογραφή καί τήν μουχτάρικη σφραγίδα.
-Φεύγετε κιόλας; ε{πε. Μά κάτι επρεπε νά φατε. Ειναι
ντροπή νά φύγετε ετσι.
-'Όχι. 'Όχι. Δέν θέλομε τίποτε.
-'Ώρα καλή πασά μου. Νά μας ξανάλθετε μέ τό καλό άλλη
μέρα.
(«Τά δύο σ-fρατόπεδα»)

72

7. Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΉ ΠΟΥ ΠΡΟΔΙΔΕΙ
Ό διδάσκαλος Βασίλης Βαλτετσιώτης ήρθε μιά μέρα τόν
Αύγουστο 1905 μέ τό τραίνο στόν σιδηροδρομικό σταθμό της
Φλώρινας πού ήταν τότε κάτω στό 'Αρμενοχώρι. Δέν εμοιαζε
πολύ γιά δάσκαλος της εποχής εκείνης. Ήταν ενα λυγερό καί
ζωηρό ξανθό παλικάρι.
Μπήκε κι αυτός στήν γραμμή δπως · δλοι οί ταξιδιώτες
μπροστά στό δωματιάκι, δπου ό «κομισέρης» τοϋ σταθμοϋ
εγραφε δλους πού πήγαιναν στήν Φλώρινα. Φρόντισε νά πάρει
δσο μποροϋσε περισσότερο κακόμοιρο ϋφος. 'Όταν ήρθε' ή
σειρά του καί εδειξε τό ελληνικό διαβατήριο ό άστυνομικός
τινάχθηκε. Τό «καλέμι» του (ό κάλαμος) επεσε κατά γης. «Γιου­
νανλής»! «Γιουνανλής»! καί «ντάσκαλλη»! φώναξε μέ κατά­
πληξη. 'Όλοι οί άλλοι γύρισαν καί κύτταξαν επίσης μέ άπορία
καί περιέργεια τόν ξένο.
'Ο «κομισέρης» επειτα πήρε τό καλέμι του κι εγραψε βιαστικά
ενα σημείωμα πού τό εδωσε σέ κάποιο χωροφύ�ακα. Ύπηρχε
διαταγή νά καταγράφονται σέ μιά κατάσταση οί ύπήκοοι «της
ύψηλης καί θεόσωστης Αυτοκρατορίας» καί οί σπάνιοι ξένοι
πού τολμοϋσαν νά επισκεφτοϋν τότε τή Φλώρινα σέ χωριστά
σημειώματα, πού είδικοί χωροφύλακες επρεπε νά παραδίνουν
στήν 'Αστυνομική Διεύθυνση.
'Ο δάσκαλος Βασίλης πήγε μ' ενα άμάξι στή Φλώρινα,
ενοίκιασε ενα δωμάτιο καί άρχισε άπ' τήν πρώτη Σεπτεμβρίου τά
μαθήματα. Πήρε καί 'τήν γυμναστική. Τήν εκf1μνε μέ πολύ ζηλο
καί ζέση πού δλα τά παιδιά ε{χαν κατενθουσιασθεί. Φρόνιμος,
ήσυχος, ταπεινός πήγαινε άπ'. ..J,ό σχολειό στό σπίτι του ή στήν
Μητρόπολη. 'Έτρωγε σ' ενα μικρό μαγειρείο. Δέν κυκλοφο­
ροϋσε στούς δρόμους. Τά χρόνια ήταν δύσκολα καί ταραγμένα.
Στήν γυμναστική δμως ήταν άλλος άνθρωπος. 'Όλος λεβεντιά,
73

άέρα, νευρα, εδινε τά παραγγέλματα μέ τόση εντονη ζωηρότητα
καί επιβολή πού εγιναν σέ δέκα μέρες τά παιδιά της «'Αστικής
σχολής» σωστοί στρατιώτες.
'Απορουσε μόνο πως ή άστυνομία δέν τόν ενόχλησε ουτε κάν
τόν ρώτησε, εναν «Γιουνανλή».
'Ένα δμως ήλιόλουστο άπομεσήμερο τήν πρώτη του 'Οκτώ­
βρη ό καϊμακάμης της Φλώρινας μέ τόν άρχιαστυνόμο, τόν
είσαγγελέα καί άλλους μπέηδες καί άγάδες άνέβηκαν στόν λόφο
που 'ναι πάνω άπό τήν πόλη ν' άπολαύσουν άλκυονική θαλπωρή
του «γαϊδουροκαλόκαιρου». 'Ένας χωροφύλακας καί ενας κλη­
τήρας κουβάλησαν χαλιά, ουζο καί μεζέδες. Στρώθηκαν στό
ηρεμο τούρκικο «μουχαμπέτ», άτέλειωτο άερολόγημα «περί άνέ­
μων καί ύδάτων». · Η πολιτεία μέ τά δένδρα καί τά τζαμιά της καί
δλος ό κάμπος μέ τά νε?σπαρμένα χωράφια καί τά νερά πού
γυάλιζαν στόν ηλιο, άπλώνονταν στά πόδια τους.
Ξάφνου άκούσθηκαν άπό κάτω, δπου τά ελληνικά σχολεία,
δυνατά: «'Εμπρός, μάρς: "Εν δυό, εν δυό, μεταβολή μάρς,
άριστρά μάρς». Οί Τουρκοι άλληλοκοιτάχθηκαν. Τά δυνατά καί
ζεστά παραγγέλματα άκούονταν εκεί πάνω καθαρότερα, παρά
κάτω. Νόμισαν πώς γυμνάζονταν γκιαούρηδες στρατιώτες. 'Ο
Καϊμακάμης εΙπε στόν «πάς-πολί τς» ( άρχιαστυνόμο).
-Τόν ξέρεις αύτόν τόν φωνακλά;
-Θα.ναι κανένας ρούμντασκάλ, μπέη εφέντη.
-Τόν εχεις ίδεί στά μουτρα; Σάν τί άνθρωπος εΙναι;
-Δέν τόν εΙδα, μπέη εφέντη.
-Κάλεσέ τον αυριο καί στείλτον καί σέ εμένα νά τόν ίδω.
Περίεργος, πολύ περίεργος, μου φαίνεται.
Τά εν δυό εξακολούθησαν νά δίνουν καί νά παίρνουν. Χαλ­
νουσαν καί τό μουχαμπέτι.
Τήν άλλη μέρα άναστάτωση στήν άστυνομία... · Ο «ντασκάλ»
ήταν ξένος καί μάλιστα «Γιουνανλής»! Καί δέν βρισκόταν
πουθενά στά τεφτέρια της άστυνομίας! Διατάχτηκαν «άνακρί­
σεις». · Ο «κομισέρης» εΙπε δτι εγραψε τό σχετικό σημείωμα καί
τό 'δωσε στόν χωροφύλακα Μεμέτ. 'Ο Μεμέτ βεβαίωσε δτι τό
εδωσε τό ίδιο βράδυ στά χέρια του «κομισέρ Γρηγόρ εφέντη».
74

)-

ο
Q.

Ζ

ο

::ι:
....w

Ζ

<
<
ω

ο

::ι:

Ζ

ο
Ζ

w

Ζ

>-

L

Ν

Σάν περισσότερο γραμματισμένος εκανε τόν ύπασπιστή στήν
άστυνομική διεύθυνση. 'Ο Γρηγόρ εφέντης τό είχε κομματιάσει.
Μυρίσθηκε άμέσως τί είδος δάσκαλος θά ήταν ό ξένος. 'Έσκυψε
ώστόσο μέ πολλή ψυχραιμία στ' αύτί του «μπάς-πολίτς» καί του
λέγει:
-Μπέη εφέντη, σας τό 'δωσα τό σημείωμα τό ίδιο βράδυ. Τό
βάλατε στήν άριστερή τσέπη. Μά είσαστε λιγάκι στό τσακίρ κέφι, θά τό πετάξατε.
'Ο μπέη-εφέντης άγαπουσε πολύ τό ερημο τό ούζο...
'Η άνάκριση εκλεισε.
Δέν εκλεισε δμως καθόλου τό ζήτημα του δάσκαλου, πού τόν
είχε προδώσει ή γυμναστική. Ό Καϊμακάμης του εδωσε τά
παπούτσια στό χέρι. 'Επρόσταξε νά φύγει άπό τήν Φλώρινα
μέσα σέ 24 ώρες. Είχε τήν εύθύνη γιά τήν τάξη, ήσυχία καί
άσφάλεια του «καζά» (επαρχίας) καί δέν μπορουσε ν' άφήσει τόν
ξένο, πού κανένας δέν ηξερε πουθε κρατουσε ή σκούφια του νά
γυμνάζει τούς γκιαούρηδες.
'Ο δάσκαλος άναγκάσθηκε νά φύγει. Πηγε στό Μοναστήρι,
δπου ή εδρα του Βαλη. Τά σχετικά διαβήματα του ελληνικου
προξενείου εμειναν χωρίς άποτέλεσμα. Παρουσιάσθηκε ό μη­
τροπολίτης της Φλώρινας μαζί μέ τόν μητροπολίτη Μοναστη­
ρίου στόν ίδιο τόν «επιθεωρητή των τριών βιλαετίων» Χιλμή πασα πού ετυχε νά βρίσκεται στό Μοναστήρι. Του είπαν δτι τό
«' Υψηλό Πρόσωπό Του,; είχε εύαρεστηθεί νά επιτρέψει νά
παίρνουν καί ξένους δασκάλους, άφου τόσοι εντόπιοι εΙχαν
εξοντωθεί άπό τούς κομιτατζήδες. Δέν επρεπε νά γίνει εξαίρεση
γιά τόν Βασίλη πού ήταν διπλωματουχος δάσκαλος. Του είχαν
προπληρώσει μάλιστα τά εξοδα του ταξειδίου καί εξ μηνιάτικα.
'Ο Χιλμή άκουσε μέ εύμένεια καί προσοχή καί τούς άποκρίθηκε:
Ουδείς κανών ίiνευ εξαιρέσεως.
'Ο δάσκαλος άποφάσισε πιά νά φύγει πίσω στήν πατρίδα του.
Θεώρησε τό διαβατήριο, πηγε στΘ,,σιδηροδρομικό σταθμό καί
πέρασε στό τεφτέρι του «κομισέρη». Πετάχτηκε δμως μιά στιγμή
ν' άγοράσει κουλούρια γιά τόν δρόμο καί μ' ενα άμάξι βρέθηκε
στήν Φλώρινα, στό σπίτι του Ί. Θεοδοσίου.
77

Πρωί-πρωί τήν άλλη μέρα μ' ενα καλό άλογο πού ένοίκιασε
άπό εναν Τοϋρκο εφυγε γιά τό Πισοδέρι. 'Ο Τοϋρκος ε{πε τοϋ
Θεοδοσίου.
-Τοϋτος ό τσορμπαζής θά εχει κάμει πολύν καιρό στό ίππικό.
Τόν κατάλαβε καί τό άλογο.
ΤΗταν ό ανθυπίλαρχος Βασίλης Πανουσόπουλος.
'Αφοϋ δέν τόν ήθελαν δάσκαλο πήγαινε τώρα καπετάνιος στά
βουνά τοϋ Πισοδέρι - 'Ανταρτικοϋ καί τfjς Πρέσπας.
(«Ντόκτορ Γιάννη»)

78

8. ΦΑΝΤΆΣΜΑΤΑ
Εlχε νυχτώσει καί επεφτε πυκνό χιόνι, δταν τό στρατιωτικό
άπόσπασμα μπηκε ξάφνου στό χωριό. Οί δυό χωρικοί πού
φύλαγαν εξω σκοποί δέν τό πηραν είδηση.
Εlχαν ερθει άπ' τό πίσω μέρος του χωριου, άπ' τήν πλευρά
του βουνου, δπου δέν πολυσύχναζαν οί Τουρκοι. Προτιμουσαν
τόν κανονικό δημόσιο δρόμο. Σέ κείνο τό μέρος φύλαγε μιά
γυναίκα πού μόλις νύχτωσε πηγε σπίτι της, δπως ε{χε καθορι­
σθεί. Κανένας δέν περίμενε Τούρκους νύχτα άπ' τό δύσβατο
εκείνο δρόμο.
· Ο άξιωματικός πηγε στό μικρομπακάλικο πού ήταν φωτι­
σμένο καί άνοιχτό άκόμα. Κουβέντιαζαν εκεί μέσα μερικοί
χωρικοί καί κατέβαζαν κανένα ποτηράκι. · Ο άξιωματικός χωρίς
κάν νά χαιρετήσει επρόσταξε νά τρέξει ενας, νά φέρει τόν
μουχτάρη καί νά του δώσουν ενα ποτήρι ουζο, πού τό άδειασε διά
μιας.
Βγηκαν άμέσως εξω δλοι καί ετρεξαν ενας γιά τό σπίτι του
μουχτάρη καί οί άλλοι γιά άλλα. Βρίσκονταν στό χωριό τά
Σώματα του Παύλου Ρακοβίτη καί του Δοξογιάννη κάπου 20
άντρες σκορπισμένοι σέ πέντε καταλύματα.
'Έπρεπε νά είδοποιηθουν καί νά πάρουν τά μέτρα τους γιά νά
μήν άκολουθήσουν συγκρούσεις, σκοτωμοί καί μεγάλο κακό γιά
τό χωριό. Τά ξαφνικά συναπαντήματα στρατιωτών μέ άντάρτες
ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνα καί φονικά.
'Έξω άπ' τό Μοναστήρι του Χριστοφόρου, μιάν ωρα άπ' τό
μοναστήρι, συναντήθηκαν ξάφνου μιά νύχτα ενα μικρό άπόσπα­
σμα μέ τό μικρό Σώμα του Κουρfi .. .Jό πρωί βρέθηκαν νεκροί μέ
μιά σφαίρα στό κεφάλι καί ό άξιωματικός καί ό όπλαρχηγός.
Εlχαν άλληλοπυροβοληθεί άπό κοντά τό ίδιο ύποδευτερόλεπτο!

79

Σκοτώθηκαν επίσης ενας άντάρτης καί δυό στρατιώτες. Οί
πληγωμένοι βέβαια δέν ε{χαν μείνει στόν τόπο.
Ό χωρικός πού ε{χε πάει γιά τό μουχτάρη εφερε τήν πληρο­
φορία δτι ό πρόεδρός του χωριου γύριζε εξω γιά νά βρεί τήν
άγελάδα του, πού δέν ε{χε γυρίσει άπ' τή βοσκή. "Αν εμενε δλη
νύχτα εξω θά τήν ετρωγαν οί λύκοι.
Θά εκαμναν καλύτερα οί λύκοι αν ετρωγαν τόν μουχτάρη καί
δλους σας, ε{πε ό άξιωματικός.
-Είδοποιήσαμε τόν παπά, μπέη, καί ερχεται νά σας βοη­
θήσει.
-Δέν χρειάζομαι ουτε παπά ουτε διάβολο, άπάντησε νευρια­
σμένος ό άξιωματικός.
Γύρισε επειτα στούς στρατιώτες του πού εστεκαν στό μεσο­
χώρι κουκουλωμένοι μέ χιόνια στούς ώμους καί ετριβαν τά χέρια
γιά νά ζεσταθουν.
-Παιδιά, τούς φώναξε. Μπfίτε σέ δποιο σπίτι θέλετε. 'Από
επτά ως οχτώ στό καθένα. 'Όχι περισσότεροι. Δέν θά κάτσαμε
στό χιόνι νά περιμέναμε τόν παλιομουχτάρη τους.
Οί στρατιώτες, κάπου 80, άλλο πού δέν ήθελαν. Ήταν
χιονισμένοι, βρεγμένοι, κουρασμένοι, πεινασμένοι. 'Αλώνιζαν
άπ' τήν αυγή δλη μέρα τό βουνό, τήν πλαγιά του Περιστέρι,
γιατί ενα παιδάκι των Τουρκαλβανων της Κισάβας ε{χε πεί πρίν
δυό τρείς ήμέρΕς δτι ε{χε δεί άντάρτες στό δάσος. 'Ο άξιωματι­
κός ζήτησε νά τό δεί, γιά νά τό δείρει, γιά τά ψέματα πού ε{πε,
δπως φαντάσθηκε. Ε{χε δμως πραγματικά δεί τά δυό Σώματα πού
δέν κάθησαν νά χαζεύουν στό ίδιο μέρος μέ τόν άσχημο εκείνο
καιρό. Εlχαν κατεβεί στό χωριό.
'Έβρισκαν οί στρατιώτες άνοιχτά σπίτια καί δωμάτια. Σέ
κείνα πού φιλοξενουσαν άντάρτες, ύπfίρχε κλειδωμένο ενα δωμά­
τιο, γιατί ε{χε μέσα λεχώνα ή άρρωστο ... Τούς περίμενε δμως
άνοιχτό ενα άλλο καλύτερο δωμάτιο μέ άναμμένη τή λάμπα καί
τή σόμπα ή τό τζάκι καί στρωμένες καταγfjς βελέντζες καί ψάθες.
'Όρθιοι στήν πόρτα τούς ύποδέχονταν ό σπιτονοικοκύρης καί ή
γριά γυναίκα ή μάνα του, πρόθυμοι καί περιποιητικοί. Δέ\t
ύπfjρχε καιρός νά πανε νά τρυπώσουν σέ κρυψώνες οί άντάρτες.
80

'Αναγκάσθηκαν νά μείνουν στά δωμάτιά τους καί νά τούς
χωρίζει ενας έλαφρός μεσότοιχος άπ' τούς Τούρκους!
Στρώθηκαν οί στρατιώτες ένθουσιασμένοι στίς βελέντζες καί
. τίς ψάθες. Τό ταπεινότερο δωμάτιο φάνταζε μπροστά τους σάν
παλάτι. 'Έβρισκαν στέγη καί ζεστασιά! 'Έβγαλαν τίς χλαίνες,
τίναξαν άπό πάνω τους τό χιόνι καί τίς άφησαν εξω, κάθησαν
επειτα γύρω άπ' τή φωτιά, ζέσταναν πάνω της τά χέρια καί
εβγαλαν άπ' τό σακίδιο κομμάτι κουραμάνας καί τυρί. Δέν τούς
ελειπε ή όρεξη υστερα άπ' τήν όλοήμερη περιπλάνησή τους στό
βουνό...
Στά. σπίτια πού ε{χαν άντάρτες, φάνηκαν πολύ περιποιητικό­
τεροι οί σπιτονοικοκυραίοι. Πρόσφεραν στούς στρατιώτες καί
άπ' τό δικό τους ζεστό φαγί. Κι επειτα ήταν νηστείες, τούς
εδωσαν βραστά φασόλια μέ κόκκινες πιπεργιές καί λίγο λάδι πού
τά δέχθηκαν μέ ένθουσιασμό οί στρατιώτες. Σ' ενα άπ' τά άλλα
σπίτια τούς πρόσφεραν φασόλια βρασμένα μέ λίγδα άντίς λάδι!
Τά βρήκαν πολύ νόστιμα... Μά αν μάθαιναν τό μαγάρισμα μέ τό
μέ τό λίπος του ζώου, πού ε{χε καταρασθεί ό Προφήτης, δέν θά
περνουσαν καθόλου καλά οί θρασείς έκείνοι καί άπιστοι γκιαού­
ρηδες. 'Ο Παυλος Ρακοβίτης ε{πε στόν σπιτονοικοκύρη του
Κίτσο.
-Δόστους καί έκείνο τό ψητό μπούτι πού περίσσεψε. "Ας τό
φανε τά σκυλιά.
'Η Κίτσαινα πού καταλάβαινε τά ελληνικά ε{πε στό ίδίωμά
της.
-Πέτρες γιά τά κεφάλια τους νά τούς δώσουμε.
-Σφαίρες καί μπόμπες ε{ναι καλύτερες γιά τά κεφάλια τους,
άπάντησε ό Παυλος στό ίδιο ίδίωμα.
Ό Κίτσος ι'iργησε νά γυρίσει. Οί επτά στρατιώτες ένθουσιά­
σθηκαν μέ τό άνέλπιστο δώρο. Περνουσαν γιά νεοσύλλεκτοι αν
καί ε{χαν δυό χρόνια στόν στρατό. Βαστουσε επτά δλα χρόνια
τότε ή τακτική θητεία των Το�κων. Ήταν δλοι τους άπ' τά
μέρη του Μπαλίκεσίφ τής Δυτικής Μικρασίας. Ό Κίτσος ε{χε
δουλέψει σ' έκείνη τήν περιοχή καρβουνιάρης, κτίστης, πριονάς
καί ε{χε μάθει καλά τά τουρκικά. Βρέθηκαν σχεδόν πατριώτες.

.

6

.

81

Οί στρατιώτες τόν ελεγαν «'Εμσερί» (Πατριώτη). Τόν κράτησαν
νά κουβεντιάζουν γιά τή μακρινή πατρίδα τους πού τήν νοσταλ­
γουσαν.
-Μά τί εκαμες τόσην ώρα μαζί τους; τόν ρώτησε ό Παυλος,
σάν γύρισε στό δωμάτιό τους.
Χτύπησε έλαφρά μέ τά δάχτυλα δυό φορές τήν πόρτα κοντά
στήν κλειδαριά καί ετσι του άνοιξαν.
-Κουβεντιάζαμε, καπετάνιε. Ε{ναι απ' τά μέρη του Μπαλί­
κεσερ, δπου εχω δουλέψει. ΕΙναι καλοί άνθρωποι.
-Τουρκος καί καλός γίνεται, μωρέ Κίτσο;
-Δέν εΙναι σάν τούς δικούς μας τούς σκυλαρβανιτάδες. ΕΙναι
ησυχοι άνθρωποι. 'Εγώ πιστεύω καί αν εβλεπαν κάτι τό ϋποπτο
δέν θά τό ελεγαν γιά τό χατήρι μου. Νά κοιμηθείς ξέγνοιαστος
καί σύ καί τά παιδιά.
-Μωρέ δέν μπιστεύουμαι έγώ τά σκυλιά. Καί δέν μπορώ νά
μιλώ σιγανά γιά νά μή μ' ακούσουν οί γειτόνοι. Μπορουν αυτοί
νά μας κλείσουν μέσα σέ τούτη τήν κάμαρη σάν ποντίκια.
Κοιμήθηκαν οί τρείς άντρες. 'Ο Παυλος δμως αγρυπνουσε μέ
τό τουφέκι στό χέρι. Δέν έννοουσε νά κλείσει μάτι. Καί τά
μεσάνυχτα σηκώθηκε νά φύγει. Του κάκου προσπάθησε ό Κίτσος
νά τόν μεταπείσει. 'Αναγκάσθηκε νά βγεί πρώτα αυτός εξω πάνω
στά νύχια γιά νά κατοπτεύσει μή τυχόν κανείς στρατιώτης ήταν
εξω. Τούς πέρασε από μιά πισινή πορτούλα εξω. Τό σπίτι ήταν
στήν άκρη του χωριου. Οϋτε τό σκυλί, πού ήταν δεμένο κάτω στό
ύπόγειο εβγαλε φωνή. Έξακολουθουσε νά πέφτει πυκνό χιόνι.
Οί τέσσερεις άντρες σιγά-σιγά έξαφανίσθηκαν. Τρύπωσαν σέ μιά
καλύβα κοντά στό χωριό, γιατί ήθελε ό Παυλος νά τρέξουν
αμέσως, αν άναβε τό τουφεκίδι.
Τό πρωί ό στρατιώτης Χασάν είπε του Κίτσου.
-Έμσερί Κίτσο. Τά ε{δα ψές.
-Τί εΙδες; ρώτησε μέ απορία καί ανησυχία ό Κίτσος.
-Ε{δα... είδα... τά... τά... φαντάσματα.
-Τά φαντάσματα;
-Τά ε{δα. Ήταν τρείς τέσσερεις σκιές πού πετουσαν σιγάσιγά έκεί αντίκρυ.
82

'Ο Κίτσος συνηρθε. Κατάλαβε δτι ε{χε δεί τόν Παυλο καί τούς
συντρόφους του πού ανέβαιναν ενα μικρό ύψωματάκι εξω απ' τό
σπίτι.
-Τά ε{δες;
-Ειχα βγεί κατά τά μεσάνυχτα γιά φυσική μου ανάγκη. Καί
στάθηκα κάμποση ώρα κάτω απ' τό αμπάρι, γιατί πονουσε καί
εκαιε τό κεφάλι μου... Τά ε{δα... Καί αμάν πόσο τρόμαξα! 'Όλη
τή νύχτα τά εβλεπα στόν ϋπνο μου. 'Έχετε συχνά φαντάσματα
στό χωριό;
-'Έχομε κάποτε... Τέτοιαν έποχή... Μά δέν τό λέμε... Καί
δποιος τά δεί δέν πρέπει νά τό λέγει. Γιά νά μήν πάθει μεγάλο
κακό.
-Μά έγώ τό ε{πα στούς συντρόφους καί ε{παν νά τό πουμε
στόν αξιωματικό. "Ασχημα εκαμα;
-Πολύ άσχημα εκαμες. Παμε μέσα.
Μπηκε στό δωμάτιο των στρατιωτών καί παράγγειλε στή
γυναίκα του νά φέρει καφέδες γιά δλους. Τόν ύποδεχθήκανε μέ
εύχαρίστηση οί στρατιώτες μά καί μέ ανησυχία. 'Η κουβέντα
ήταν γιά τά φαντάσματα. Τούς ε{πε δέν πρέπει νά μιλουν γι'
αύτά, γιατί θυμώνουν. Κι δποιος τά δεί πρέπει νά βουλώσει τό
στόμα του. 'Η γυναίκα του επεσε τρείς εβδομάδες βαριά άρρω­
στη, γιατί τά ε{δε καί τόπε στήν αδελφή της.
-Βάι! ... Βάι! ...
'Ο Χασάν χλωμός σάν κερί ρώτησε:
-Καί έγώ τί θά πάθω;
-Σένα μπορεί ό 'Αλλάχ νά σέ φυλάξει, γιατί ε{σαι στρατιώτης.
-Ίνσαλλά! ε{παν δλοι.
-Καί στό χωριό μου φαίνονται κάποτε φαντάσματα καί δέν
τό λέμε, ε{πεν ό Σελίμ.
-'Έτσι ε{ναι... Καθώς ξέρω παντου δέν τό λένε.
-Μά γιατί εχετε φαντάσμα� στό χωριό σας;
-'Ο Κίτσος σοφίσθηκε εύθύς ενα παραμύθι πού ε{χε καί
κάποια βάση.
-Ξέρω κι έγώ; Οί γέρόι διηγουνται μιά θλιβερή ίστορία.
83

Πρίν εκατό καί περισσότερα χρόνια ύπήρχε στό χωριό ενα καλό
χάνι. Ήταν του μπέη, πού ε{χε τό χωριό τσιφλίκι. Τό ε{χαν
νοικιάσει δυό άδελφοί άπ' τά μέρη τής Κορυτσας, άρβανιτόβλα­
χοι. 'Η δουλειά τους πήγαινε πολύ καλά. Μιά βραδιά ομως
ήρθαν στό χάνι δυό άδελφοί μέ δυό παιδιά άπ' τά μέρη τής
Κορυτσας καί τής Μοσχόπολης πού ε{χαν δουλέψει πολλά
χρόνια στήν Βλαχιά καί γύριζαν πιά στήν πατρίδα. Ε{χαν καί
πολλά χρήματα στά κεμέρια τους. Οί χαντζήδες τούς ύποδέχθη­
καν σάν πατριώτες. Μά τή νύχτα, εκεί πού κοιμουνταν, τούς
χτύπησαν μέ τσεκούρια στά κεφάλια! Τούς παράχωσαν σ' ενα
λάκκο... τΗταν χινόπωρο. 'Από τότε τά φαντάσματα γυρίζουν
τέτοια εποχή στό χωριό.
-Βρέ τούς ίiτιμους, τούς κακούργους χαντζήδες!! Γδάρσιμο
ήθελαν. Πήραν τά χρήματα;
-Τά πήραν, μά τούς πήρε καί αυτούς ό διάβολος. Ό 'Αλλάχ
τούς τιμώρησε οπως τούς ίiξιζε.
- 'Ο 'Αλλάχ! Ευλογημένο τό δνομά του. Τί τούς εκαμε;
-Τόν ενα χαντζή τόν σκότωσε μέ μιά κλωτσιά ενας γάϊδαρος... Τόν ίiλλο δάγκωσε φαρμακερό φίδι. Καί μιά νύχτα εγινε τό
χάνι στάχτη. Χάθηκαν καί τά ματοβαμμένα ξένα χρήματα.
Παιδιά τους πού ε{χαν ερθει γιά νά συνεχίσουν τή δουλειά
γλίτωσαν άπ' τήν φωτιά μέ τό πουκάμισό τους.
-'Αλλάχ! 'Αλλάχ! 'Αλλάχ!
-'Ο 'Αλλάχ ε{ναι μέγάλος. Ξέρει τή δουλειά του. Μά ίiς
άφήσομε τά φαντάσματα καί ίiς κάνομε ίiλλο μουχαμπέτι.
Οί στρατιώτες δέν ξαναμίλησαν γιά τά φαντάσματα καί οϋτε
ε{παν τίποτε στόν άξιωματικό.
'Έφυγαν ϋστερα άπό λίγη ωρα, άφου άποχαιρέτησαν μέ πολλή
θέρμη τό «έμσερί» Κίτσο.
(«Κρυψάνες»)

84

9. ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ
·Η«· Ελληνική 'Ορθόδοξος Κοινότης Γευγελης» εκαμνε κάθε
δεύτερη μέρα του Πάσχα μεγάλη λιτανεία, πού άνέβαινε στήν
κορυφή ενός γειτονικου λόφου. Ύπηρχαν έκεί έρείπια κάποιας
παλιας, δπώς ελεγαν, έκκλησίας, πού κανένας δέν ήξερε σέ ποιόν
άγιο ήταν άφιερωμένη. Μπορεί νά ήταν καί άπομεινάρια άρχαίου
είδωλολατρικου ναου.
Σ' ενα αλλο λόφο μικρότερο καί χαμηλότερο πήγαιναν οί
Βούλγαροι. Ήταν πάντα δεύτεροι. Οί «ούρούμ» ('Έλληνες)
άποτελουσαν τό «βασιλικό γένος».
Τό Πάσχα του 1906 ξαναέγινε ή λιτανεία μέ περισσότερη
μεγαλοπρέπεια, μεγαλύτερη κοσμοσυρροή καί ζωηρότερο ένθου­
σιασμό. Μπροστά βάδιζε ή μουσική της «Φιλαρμονικής» άπό 32
όργανα, πού ε{χε τότε όργανωθεί. Ποτέ άλλοτε δέν ε{χε ίδεί ή
Γευγελή «μπάντα» τόσο μάλιστα μεγάλη. 'Ακολουθουσαν τά
εξαπτέρυγα, οί ψάλτες, μιά χορωδία άπό κορίτσια, δ 'Αρχιερατι­
κός 'Επίτροπος καί οί παπάδες ντυμένοι στά χρυσούφαντα, καί
πίσω δ κοσμάκης άντρες καί γυναίκες, γέροι καί παιδιά. Κανένας
δέν άπουσίαζε, λές καί τούς συνεπήρε δλους άκράτητος θρη­
σκευτικός ζήλος ή τούς έκινητοποίησε κάποια μυστική έπιταγή.
• Ομάδες νέοι άπ' τή «Φιλόπτωχο 'Αδελφότητα» κρατουσαν
αύστηρά τήν τάξη.
• Η μέρα ήταν άληθινά «λαμπρή». Καταγάλανος δ ούρανός,
καταπράσινα γύρω τά δάση άπό μωρεόδεντρα καί δ άστραφτερός
ήλιος εβγαζε σπίθες άπ' τά μουσικά όργανα, τά εξαπτέρυγα, τά
χρυσαφικά των παπάδων καί τά έντόπια μεταξωτά των γυναικών.
'Όταν οί ψάλτες ελεγαν τό «Χριστόι;· 'Ανέστη» καί τό «'Ανα­
στάσεως ήμέρα λαμπρυνθώμεν λαοί Πάσχα Κυρίου Πάσχα»
εψελνε καί δλος ό λαός καί βούιζε δ τόπος. Τά κορίτσια
κελαϊδουσαν τό «Κύριε έλέησον», «Κύριε ελέησον», μέ τόση

85

γλύκα πού δέν τό βαρυόταν καί δ Θεός δσες φορές καί αν ε{χε
έπαναληφθεί... Καί ή μουσική έπαιάνιζε τό «Χριστός 'Ανέστη»
καί συχνότερα καί δυνατότερα τό «Μαύρ' ε{ν' ή νύχτα στά
βουνά», τό «Βουλγαρισμου ή ψώρα». Κάπου-κάπου σταματουσαν
γιά νά γίνει «δέησις» ύπέρ του πατριάρχη, του μητροπολίτη,
ύπέρ «εύκρασίας άέρων καί καιρών ειρηνικών» κλπ. Στά σταυρο­
δρόμια ή «δέηση» έπλάτυνε καί ύπέρ των «δωρητών καί εύεργε­
τών, ύπέρ των νοσούντων, πλεόντων καί άγωνιζομένων καί των
άγωνισαμένων καί πεσόντων». Ό χορός των κοριτσιών ξαναέ­
λεγε τό «Κύριε έλέησον», «Κύριε έλέησον» καί δυνατότερα μαζί
μέ τούς νέους της 'Αδελφότητας τό «Αιωνία των . ή μνήμη,
Αιωνία αύτών ή μνήμη».
τΗταν ή λιτανεία περισσότερο έθνική έπίδειξη καί λαϊκό
ξέσπασμα, παρά θρησκευτική τελετή. 'Ήθελαν νά δείξουν οί
δικοί μας τόν άριθμό, τήν δύναμη, τήν άποφασιστικότητα, τόν
ένθουσιασμό τους. Πάνω άπ' τά εξαπτέρυγα, τά αμφια, τά.
τροπάρια, άέρας πολεμικός φυσούσε. Πολλά πικρά ποτήρια
ε{χαν πιεί τά τελευταία χρόνια. Τό πένθος ε{χαν στήν ψυχή.
Πολλοί Γευγελιώτες (Γεώργιος Βαφόπουλος, Δημήτρ. Κυβερνί­
δης γιατρός, Χρηστος Τσίτσης μεγαλέμπορος, Χατζηγεώργης
Τσορλίνης, ή ήρωική δασκάλα Χατζηγεωργίου Κατερίνη, Χαρα­
λάμπης Γκαλίτσης δάσκαλος, Γεώργιος Ξάνθος καί αλλοι) βρη­
καν τόν θάνατο άπ' τά χέρια των κομιτατζήδων, γιατί δέν ηθελαν
ν' άναγνωρίσουν δτι ήταν καθαρόαιμοι Βούλγαροι. Τώρα δμως
καί άρκετοί Βούλγαροι εβαψαν μέ τό αΙμα τους τά καλντερίμια
της ατυχης πολιτείας. Δέν ήταν πιά ό παλιός καιρός. Οί σκληρο­
τράχηλοι «γραικομάνοι» άκολούθησαν τήν έπιταγή του Μωυ­
σαϊκου νόμου «όδόντα άντί όδόντος». Προχώρησαν μάλιστα
περισσότερο καί κάποτε ζητούσαν «δυό όφθαλμούς», άντί ενός.
Σκάρωσαν τήν μεγάλη «μπάντα» γιά νά τούς ξεκουφαίνει μέ τά
ελληνικά τραγούδια καί ϊδρυσαν τήν «Φιλόπτωχο ' Αδελφότητα»
πού ήταν στήν πραγματικότητα καί «Κομιτάτο». Τήν ελεγαν καί
«Φιλική 'Εταιρία». Καί μέθυσαν μέ τίς πρώτες έπιτυχίες, τούς
φόνους δηλ. Βουλγάρων, δπως οί καταφρονεμένοι καί ταπεινω­
μένοι μέ τίς πρώτες νίκες.
R6

Σιγά - σιγά μέ βημα τελετουργικό εφθασε ή πομπή στόν ίερό
λόφο. Οί ψάλτες, οί παπάδες καί οί νέοι άνέβηκαν στήν κορυφή.
Οί ι'iλλοι στρώθηκαν καταγής κάτω. Γλήγορα ι'iρχισαν νά τσου­
γκρίζουν κόκκινα αυγά, νά βγάζουν ψημένα κρέατα καί τυριά,
τυλιγμένα σέ μεταξωτά μαντήλια καί ν' άδειάζουν μπουκάλια μέ
τσίπουρο η μαυρο κρασί της Γουμέντζας. Σιγανά τραγούδια
επειτα άκούσθηκαν πού όλοένα δυνάμωναν. Καί χωρίς πιά ι'iλλη
χρονοτριβή πιάσθηκαν στόν χορό. Οί ψάλτες ε{χαν πεί πολλές
φορές «Φωτίζου, Φωτίζου ή νέα 'Ιερουσαλήμ. 'Η γάρ δόξα
Κυρίου έπί σέ άνέτειλε. Χόρευε νυν καί άγάλλου...» καί τό
«Δευτε πίωμεν πόμα τό καινόν». Σάν καλοί ορθόδοξοι Χριστια­
νοί συμμορφώθηκαν... Καί χασομέρησαν...
Στόν γυρισμό σταμάτησαν πάλι γιά νά πουν δλοι μαζί μέ
κανονάρχες τά κορίτσια, τό «Αιωνία ή μνήμη. Αιωνία αυτων ή
μνήμη, των δωρητών, ευεργετών, άγωνισαμένων καί πεσόντων».
Καί βαρύγδουπη ή μουσική τά ξανάλεγε μέ τόνους λυπητερούς
πού εκαμναν νά δακρύζουν οί συγγενείς των θυμάτων.
Μά δταν εστριψαν γιά νά πάρουν τόν κεντρικό δρόμο καί νά
μπουν «έν πομπij καί παρατάξει» στήν πόλη, βρήκαν μπροστά
τους Βούλγαρους! Πήγαιναν νά προχωρήσουν πρώτοι στήν πόλη
μέ άνήκουστη αυθάδεια. Πανάρχαιοι νόμοι ποδοπατουνταν! Τούς
πρόσταξαν ευθύς νά παραμερίσουν καί νά 'ρθουν πίσω σύμφωνα
μέ τήν καθιερωμένη παλι!i τάξη. ΤΗταν ίερό καί άπαραβίαστο τό
'Ελληνικό δικαίωμα στά πρωτεία. Αιέν άριστεύειν... Οί Βούλγα­
ροι άπαντουσαν: «Δέν φταίμε εμείς ι'iν σείς τό ρίξατε στό γλέντ.ι.
Δέν μπορούσαμε νά περιμένουμε ως τό βράδυ».
-'Όχι, δχι! 'Έπρεπε νά περιμένετε η νά πάρετε" ι'iλλο δρόμο.
-Νά μπουμε άπό στενοσόκακο στήν πόλη μέρα του Πάσχα;!
-Νά μπητε καί άπ' τούς ύπονόμους. 'Εκεί ε{ναι ή θέση σας.
Δέν ε{σθε 'Ορθόδοξοι ουτε καί Χριστιάνοί...
Πίσω ό λαός εσπρωχνε μέ βρισιές καί κραυγές «τί τά κυττίiτε
τά παλιόσκυλα» σέ πυκνή καί άγρι�ένη μάζα. Τά τροπάρια, οί
αίνοι, τά έξαποστειλάρια, ό Κανών της 'Αναστάσεως, τό Χρι­
στός 'Ανέστη κλπ. εδωσαν τώρα τήν θέση στό «του βουλγαρι87

σμου ή ψώρα Μακεδόνας δέν μολύνει». Τό εψαλλαν εκατοντάδες
κα.ί χιλιάδες στόματα.
Οί Βούλγαροι δμως δέν έννοουσαν νά ύποχωρήσουν. Λιγότε­
ροι, στηρίζονταν στίς πλάτες των κομιτατζήδων καί τόν φόβο
πού σκορπουσαν. Ξέχασαν δτι ε{χε γίνει κάποια ριζική μετα­
βολή.
Ξάφνου τότε, μπαστούνια, εξαπτέρυγα, μουσικά όργανα, γρόν­
θοι, κλωτσιές, πέτρες επεσαν βροχή πάνω τους. Ξεχύθηκαν δλοι
έναντίον τους σάν τακτικός στρατός σ' εφοδο.
Καί οί όργανωμένοι νέοι της «' Αδελφότητος» πρόβαλαν
αριστερά μέ τά περίστροφα στά χέρια. Τούς εριξαν κάμποσες
πιστολιές κάτω απ' τά πόδια τους στό χώμα... Τούς βομβάρδισαν
καί μέ πολλά δυνατά βαρελότα.
Οί Βούλγαροι τό 'βαλαν πανικόβλητοι στά πόδια ανάμεσα
απ' τά χωράφια. Τά εξαπτέρυγά τους εμειναν σκορπισμένα
καταγής.
Ή λιτανεία ανασυγκροτήθηκε καί άρχισε πάλι νά προχωράε,t
μέ τελετουργικό βημα καί ψαλμωδίες σάν νά μήν ε{χε γίνει
τίποτε. 'Η μουσική επαιζε τό «Χριστός 'Ανέστη» καί τόν
σουλτανικό ϋμνο. Μερικά όργανα μόνο είχαν σπάσει...
'Έφτασαν τρεχάτοι πολίτσηδες καί τζανταρμάδες. Οί Βούλγα­
ροι τούς ε{χαν παραστήσει δτι οί «ουρούμ» τούς ρίχτηκαν στά
καλά καθούμενα μέ πιστόλια καί βόμπες! Τόν τελευταίο καιρό
τρελλάθηκ:αν καί λύσσιαξαν...
'Έπιασαν οί Τουρκοι μερικούς άπ' τούς νέους ποy είχαν
κατονομάσει οί Βούλγαροι πώς όπλοφορουσαν. Μά δέν βρήκαν
τίποτε πάνω τους. Τά πιστόλια είχαν περάσει στίς φαρδειές
τσέπες των γυναικών.
'Όλοι τότε άρχισαν νά φωνάζουν δτι οί Βούλγαροι εριξαν
τούς πυροβολισμούς γιά νά χαλάσουν τήν θρησκευτική εορτή
καί νά περάσουν πρώτοι. Πήραν επειτα τόν λόγο μερικοί πρόκρι­
τοι (ίλερί γκελέν) αζάδες του μετζλίσι ίντάρι (μέλη του 'Επαρ­
χιακου Συμβουλίου) νοικοκυραίοι άξιόπιστοι καί αξιοσέβαστοι.
Τούς βεβαίωσαν δτι αυτοί οί «ταραξίες» καί «κομιτατζήδες»
εκαμαν,. δπως πάντοτε, αρχή «χειρών αδίκων». Τό 'βαλαν πείσμα
88

νά μπουν πρώτοι στήν πόλη γιά νά δείξουν στούς Φράγκους τήν
δύναμή τους, πού εΙναι καί δύναμη τοϋ Κομιτάτου. 'Αψευδείς
μάρτυρες παρουσίασαν δυό σπασμένα κλαρίνα. Οί Βούλγαροι
εριξαν τίς πιστολιές. καί κάτι σάν βόμπες καί εκαμαν πώς
φεύγουν γιά νά μή φανεί πώς αυτοί χτύπησαν...
Οί Τοϋρκοι ξαναγύρισαν τρεχάτοι πάλι πίσω. 'Έπιασαν
δσους Βουλγάρους βρήκαν, πού πέρασαν τό Πάσχα στή φυ­
λακή...
(«Χριστίνα»)

89

10. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ
Τρείς «πλάβες» -βάρκες χωρίς καρίνα- γλιστρουσαν σιγά
καί άθόρυβα στούς στενούς μαιάνδρους του Βάλτου των Γιαννι­
τσων σ' άπόσταση ή μιά άπ' τήν άλλη.
Δεξιά καί άριστερά όρθώνονταν σωστοί τοίχοι τά πυκνά καί
άδιαπέραστα καλάμια.
Καί αν ήθελαν νά περάσουν μαζί πλάι - πλάι δυό πλάβες, δέν
τίς χωρουσε ό ύγρός δρόμος.
τΗταν Μάιος του 1906. Ζέστη, κουφόβραση καί άπόλυτη
ήσυχία.
Καί αύτά τά τρομερά μεγαλόσωμα κουνούπια ξεκουράζονταν
ναρκωμένα. Που καί που μόνο άκούονταν κοασμοί βατράχων καί
κραυγές πουλιων, πού διαμαρτύρονταν γιατί οί πλάβες καί οί
άπρόσκλητοι ξένοι τούς χαλνουσαν τήν ήσυχία καί τούς «κύ­
κλους των ετάραττον».
Κάθε πλάβα ε{χε τρείς άντρες. Μπροστά πήγαινε ό όπλαρχη­
γός Γκόνος Γιώτας άπ' τά Γιαννιτσά, βετεράνος καί τό «στοι­
χειό» του Βάλτου. 'Όλοι οί άλλοι άπ' τίς πρωτες κιόλας
εβδομάδες στόν Βάλτο πάθαιναν δυνατούς πυρετούς μέ πολλές
καί περίπλοκες συνέπειες καί γίνονταν «πετσί καί κόκκαλο»,
σωστοί σκελετοί.
'Ο Γκόνος ε{χε τόν Βάλτο γιά τό ύγιεινότερο εξοχικό κέντρο!
Σκυφτός, μέ τό τουφέκι ετοιμο, κοίταζε μπροστά καί γύρω μέ τήν
εντατικότερη προσοχή. Νόμιζες πώς πήγαινε νά διασχίσει, νά
διαπεράσει τά καλάμια. Μέ τό ενα χέρι εκαμνε νοήματα στούς
άλλους νά προχωρουν ή νά σταματήσουν. Μέ τό άλλο κουνουσε
τό «πλακίδι» (κουπί), μέ τόση προσοχή, πού δέν εβγαζε καί τόν
μικρότερο θόρυβο.
'Έψαχναν νά βρουν, που εfχαν φιάξει οί κομιτατζfjδες τήν
καινούρια τους μεγάλη καλύβα, άφου εξαναγκάσθηκαν άπ' τούς
90

ιδικούς μας να υποχωρήσουν στή δυτική άκρη του Βάλτου.
Ήταν ενα απ' τά τελευταία τους όχυρά. Γύριζαν πολλές ώρες
στή ζέστα καί εΙχαν πιά κουρασθεί καί βαρεθεί. 'Ο Γκόνος ηξερε
«πιθαμή μέ πιθαμή» τόν Βάλτο, δλα τά κατατόπια, δλους τούς
«δρόμους», δλα τά τερτίπια των κομιτατζήδων. 'Εκείνη δμως τήv
ήμέρα εΙχε ατυχίες καί δέν τά κατάφερνε. 'Η περίφημη καλύβα
εξακολουθουσε νά παραμένει άγνωστη καί αφανής στή ζούγκλα
των καλαμιών. ΕΙχαν άλωνίσει παλιούς γνώριμους «δρόμους».
Βρήκαν πολλούς κλειστούς. ΕΙχαν ξεφυτρώσει καινούρια καλά­
μια καί ραγάζια, χωρίς νά τά σπέρνει κανείς, γιατί εΙχαν μείνει
αδούλευτα λίγο καιρό. 'Ακράτητη καί οργιαστική ήταν ή βλά­
στηση στόν Βάλτο.
Κάποια στιγμή ή δεύτερη πλάβα άρχισε νά τρέχει σά v'
αφηνίασε, καί ό αρχηγός καί. .. πλοίαρχός της Χατζής νά χαχανί­
ζει δρθιος. ΤΗταν από κάποιο όρεινό χωριό της Ρούμελης,
σκότωσε τήν ήμέρα του γάμου γαμπρό καί νύφη, γιατί εκείνη,
πού τόν είχε πρωτοαρραβωνιασθεί, τόν άφησε γιά τόν άλλον, καί
από βουνό σέ βουνό μπήκε στό· «Τούρκικο». Προσκολλήθηκε
λίγο καιρό στόν 'Όλυμπο, σέ μερικούς «κλέφτες», πού τούς
βρήκε χαραμοφάγους κατσικοκλέφτες καί κατέβηκε στόv Βάλτο,
γιά vά εχει δράση καί αγώνα. 'Αμέσως αναδείχθηκε λαμπρός καί
εξαίρετος πολεμιστής. Πίσω του σηκώθηκαν επίσης δρθιοι καί
γελουσαν οί σύντροφοί του Ντάσκας απ' τήν Στρώμνιτσα καί
Πέτσης απ' τό Κρούσοβο. Είχαν συνωμοτήσει γιά νά πειράξουν
τόν αρχηγό τους πού τόν λάτρευαν. 'Ο Γκόνος αναστατωμένος,
τούς εΙπε σιγανά:
-Τί κάνιτε, μπρέ;
-'Ακόμα θά φοβόμαστε τούς γουρουνομύτες; απάντησε ό
Χατζής.
- 'Εγώ δέν φοβάει τούς Βουλγάρους. Φοβάει τό τρέλες.
Ό Γκόνος εΙχε σκοτώσει πολλούς Βουλγάρους. Μά σκότωνε
καί τά ελληνικά... 'Ήθελε πάντο�!,στίς επιχειρήσεις προσοχή
καί αύστηρή πειθαρχία καί τάξη.
Κείνη τή στιγμή πετάχθηκαν απ' τά καλάμια μέ κραυγές καί
91

πλαταγισμούς πολλά αγριοπούλια του Βάλτου. 'Ο Χατζής ξαφ­
νιάστηκε καί του ξέφυγε μιά τουφεκιά.
-'Εσύ φοβάεις τά πουλιά. Καί δέν ακούεις εμένα, τόν
παρατήρησε ό Γκόνος.
Γιά πρώτη φορά στή ζωή του ό Χατζής ενιωσε κάποιο
κοκκίνισμα στά μάγουλά του.
Δέν ύπήρχε πιά λόγος νά συνεχίσουν τή διαδρομή. 'Η
τουφεκιά φανέρωσε τήν παρουσία τους. 'Έκλεινε εξ ι'iλλου από
καινούργια καλάμια ό «δρόμος» πού ακολούθησαν. 'Αποφάσισε
ό Γκόνος νά βγουν εξω στή στεριά. 'Ίσως εβρισκαν κανένα
χωρικό, πού θά τούς εδινε χρήσιμες πληροφορίες.
ΕΙδαν, ανάμεσα απ' τά ακρινά καλάμια, κάποιον πού εβοσκε
μερικά βουβάλια. Ήταν μεσόκοπος, από γειτονικό χωριό, δπου
κυριαρχουσαν ακόμα ,οί κομιτατζήδες. Βγήκαν εξω ό Ντάσκας
καί ό Πέτσης, πού ήξεραν τά βουλγαρομακεδονικά καί μπορου­
σαν νά παραστήσουν, στήν ανάγκη, τόν κομιτατζή. 'Ακολου­
θουσε πίσω ό Χατζής. 'Ο Γκόνος στάθηκε στήν ι'iκρη καί
κράτησε πίσω του τίς δύο ι'iλλες πλάβες.
'Ο χωρικός μέ τά βουβάλια ηταν κωφάλαλος. 'Έβγαζε μόνο
ι'iναρθρες κραυγές. Στίς προσπάθειες του Ντάσκα καί του Πέτση
νά του δώσουν νά καταλάβει τί ζητουσαν, τούς εδειχνε μέ τό χέρι
τά αύτιά καί τή γλώσσα, γιά νά καταλάβουν δτι δέν ι'iκουε καί δέν
μιλουσε.
'Ο Χατζής, πού είχε σιμώσει, είπε φουρκισμένος:
-Που νά πάρ' ό διάτανος. Σέ μουγκό πέσαμε;
'Ο Ντάσκας καί ό Πέτσης σκέφθηκαν νά ψάξουν νά βρουν
κανέναν ι'iλλο χωρικό. 'Έκαμαν μερικά βήματα. Δέν φαινόταν
δμως πουθενά ψυχή. Φτάνει τότε ό Γκόνος καί δίνει αμέσως δύο
γερούς μπάτσους στόν κωφάλαλο... Λύθηκε εύθύς ή γλώσσα του
καί μέ τήν καθαρότερη φωνή είπε:
-'Αμάν, καπιτάνε, αμάν.
'Ανεγνώρισε τόν Γκόνο.
-Μπρέ, μασκαρά, του απάντησε. 'Εμίiς πήγες νά κοροϊ­
δέψεις;
-Φοβήθηκα, καπιτάνε. Είμαι όλημερίς εξω.
92

'Ο Χατζής πού κατάλαβε τότε τήν κωμωδία πού τούς είχε
παίξει ό «μουγκός», εβαλε τό χέρι του στό μαχαίρι. 'Ο Γκόνος
του τό κράτησε καί είπε του «κωφάλαλου»:
-Καί δέν φοβήθηκες νά μας κοροϊδέψεις;
-Δέν ήθελα νά κοροϊδέψω. Μά νά φυλαχθω... Καταλαβαίνεις... ΕΙvαι αγρια σκυλιά έκείνοι.
-Θαλεγες δηλαδή στό χωριό πώς σ' επιασαν Γραικοί άντάρ­
τες, σέ ρωτουσαν γιά κάποια καινούργια καλύβα καί σύ τούς
κορόιδεψες κάνοντας τόν κωφάλαλο; Καί θά γελουσαν οί χωρια­
νοί καί οί κομιτατζfjδες. 'Έτσι δέν είναι;
'Αναγκάσθηκε νά συγκατανεύσει ό χωρικός κοκκινίζοντας.
Ό Ντάσκας άγανάκτησε καί εβγαλε τό μαχαίρι. Ό Γκόνος τόν
εσπρωξε καί ε{πε του χωρικου:
-Τά βλέπεις; Θά πληρώσεις πολύ άκριβά τήν κοροϊδία σου.
"Αν θέλεις vά γλιτώσεις, πρέπει νά μου πείς τήν άλήθεια σ' δ,τι
σέ ρωτήσω.
-Θά τήν πω, θά σου πω τήν άλήθεια, καπιτάνε.
-Θέλω νά μου πείς, που εφτιαξαv οί κομιτατζfjδες τήν
καινούργια μεγάλη καλύβα. Τό ξέρεις. Τό ξέρεις. Δέν μπορεί. Θά
ε{vαι κοντά στό χωριό σου.
Δίστασε εvα λεπτό ό χωρικός καί επειτα άποφασιστικά είπε:
-Ξέρω. Προχθές τούς πfjγα καί έγώ μέ τήv πλάβα μου
άλεύρι.
-" Α! Πολύ καλά! Τώρα θά τά πίiμε καλά.
'Ο χωρικός του εδειξε πραγματικά τήν άκριβfj θέση της
καλύβας. 'Επρόσθεσε μάλιστα δτι είναι γερά οχυρωμένη μέ
χώμα καί «σακιά» (γαιόσακους).
Δέν ήταν δύσκολο στόν Γκόνο vά κατατοπισθεί. 'Ήξερε τόν
Βάλτο σάν τό σπίτι του.
'Ο χωρικός σά νά ξύπνησε ξαφνικά ή νά μετάνοιωσε γιά δσα
είπε, ξεφώνησε:
-'Αμάν, καπιτάνε! Γιά ονομα του Θεου! Στήν ψυχή της
μάνας σου. Νά μή βγεί κουβέντα. Θά μέ κομματιάσουν... Είναι
άγρίμια... Τούς ξέρεις.
-'Αμπρέ, μπουνταλά. 'Εμείς καί νά θέλομε, δέν μπορουμε
93

νά τά πουμε στούς κομιτατζfjδες!... Που θά τούς βρουμε; Κοίταξε
σύ μή σου ξεφύγει κουβέντα... Οϋτε στή γυναίκα σου.
'Έπειτα από μέρες ξαναβγfjκε ό Γκόνος σ' αναζήτηση τfjς
καλύβας. Εlχε μαζί του καί τόν Παπατζανετέα. 'Έλεγαν νά
ξεκινήσουν τό απομεσήμερο. 'Έπρεπε δμως νά δειπνήσουν
ενωρίς, πολύ πρίν τό σούρουπο. 'Αργότερα θι':iμπαιναν στό
στόμα μέ κάθε μπουκιά καί πολλά μεγάλα κουνούπια!
Ξεκίνησαν τό πρωί μέ τρείς πλάβες.
'Ο Παπατζανετέας ήταν λοχίας, Μανιάτης ιδιόρρυθμος, μά
τίμιος καί γενναίος. "Αφησε καί. γραφικά απομνημονεύματα, πού
δίνουν παραστατική εικόνα τfjς ζωfjς στόν Βάλτο. 'Εκθειάζει τόν
"Αγρα καί επικρίνει άλλους αξιωματικούς, ίσως δχι καί πολύ
άδικα. Γράφει δτι στίς συγκρούσεις εξόδευε πολύ γρήγορα δλα
τά φυσίγγιά του καί ζητουσε επειτα από άλλους.
'Ο Γκόνος μέ τίς όδηγίες του «κωφάλαλου» εξακρίβωσε
εϋκολα τή θέση τfjς καλύβας. Τήν εΙδε καί από μιά ραχητική
ιτιά, δπου ανέβηκε πρώτος αύτός ϋστερα καί ό Παπατζανετέας.
Ήταν αληθινά μεγάλη. Είδαν καί τήν κυκλική της οχυρωματική
γραμμή, πού είχε γκριζωπό χρώμα. Χτυπητή παρατονία στό
βασίλειο του πράσινου.
Ό Παπατζανετέας του πρότεινε νά πανε οί δυό μέ τά μικρά
Σώματά τους καί νά χτυπήσουν αιφνιδιαστικά.
-'Ά! 'Όχι1 'Απάντησε. 'Όχι τρέλες!... Νά ανοίξομε πρώτα
καινούργιος ντρόμος καί νά φιάξομε πίσω ντικό μας καλύβα.
Έννοουσε νά διανοίξουν καινούργιο δίαυλο, άγνωστο στούς
κομιτατζfjδες καί νά στήσουν δική τους καινούργια καλύβα,
πίσω ή πλάι στή βουλγαρική, γιά νά τήν εχουν στήριγμα καί
όρμητήριο. Θά μπορουσαν ετσι νά αιφνιδιάσουν τούς κομιτατζfj­
δες καί νά κυριεύσουν τήν καλύβα. Καί αν δέν τό πετύχαιναν θά
τούς ανάγκαζαν νά τήν αφήσουν καί νά αποσυρθουν. Θά κινδύ­
νευαν νά πλευροκοπηθουν καί νά αποκλεισθουν.
'Ο Γκόνος ήθελε πόλεμο χαρακωμάτων καί οχυρών μέσα στό
νερό!!!
Τό «Κέντρον» Θεσσαλονίκης, οί αξιωματικοί δηλαδή του
Προξενείου, Κάκαβος, 'Αλέξ. Μαζαράκης, 'Α. 'Οθωναίος, 'Ε94

ξαδάκτυλος, ε{χε άπαγορεύσει τίς «κατά μέτωπον» επιθέσεις.
Ήταν πολύ επικίνδυνες. Οί κομιτατζηδες ταμπουρωμένοι στά
οχυρά της καλύβας θά χτυπουσαν «εκ του άσφαλους» καί μ' δλη
τους τήν άνεση, ενω οί δικοί μας θά ήταν άκάλυπτοι στίς πλάβες.
Δέν θά μπορουσαν, μάλιστα, οϋτε δλοι μαζί νά εξορμήσουν, γιατί
θά εβγαινε άπ' τόν στενό δίαυλο ή μιά πλάβα χωριστά καί πίσω
άπ' τήν άλλη καί θά συγκέντρωνε ή κάθε μιά πάνω της δλη τήν
εχθρική βολή.
Ό άνθυπολοχαγός Πραντούνας πρίν ξεκινήσει γιά τό Πάικο,
βουνό της 'Αλμωπίας, θεώρησε άπαραί τητο νά στήσει ενα
τρόπαιο μέσα στό Βάλτο. Καί δρμησε νά καταλάβει μιά βουλγα­
ρική καλύβα. Πλήρωσε μέ τό κεφάλι του, γενναίο, μά παρά­
φορο! ...
Συνεννοήθηκε ό Γκόνος μέ τόν άρχηγό Κλάπα (άνθυπολο­
χαγό Μαυρόπουλο) καί εβαλε λίγους άντάρτες καί πολλούς
χωριάτες ν' άνοίξουν καινούργιο «δρόμο» - (κανάλι) πρός τήν
πισινή πλευρά της βουλγαρικης καλύβας. Τούς εδωσε καί τή
γραμμή πού επρεπε ν' άκολουθήσουν. Χωμένοι εκείνοι στό νερό
ϊσα μέ τή μέση καί κάποτε εως τήν μασχάλη, εκοβαν μέ τό
δρεπάνι άπ' τή ρίζα καλάμια καί ραγάζια στήν όρισμένη ϊσια
στενή γραμμή. "Αν τό νερό ήταν κάπου βαθύτερο, μετακινουσαν
τήν «γραμμή». 'Έπρεπε νά σιωπαίνουν, νά μή καπνίζουν καί νά
μή κάμνουν οϋτε μέ τά δρεπάνια τόν μικρότερο θόρυβο."Αν τούς
επαιρναν εϊδηση οί κομιτατζηδες, θά ματαίωναν τό εργο καί θά
τούς άποδεκάτιζαν, άφου μάλιστα ήταν άοπλοι. Μόνο πιστοί,
άφοσιωμένοι καί σκληραγωγημένοι χωρικοί μπορουσαν νά κά­
μνουν τή δύσκολη αυτή δουλειά.
'Ο Παπατζανετέας δμως άνυπομονουσε. 'Ήθελε νά δρέψει
αυτός τίς δάφνες. Δέν χώνευε καί τόν Κλάπα.
'Ένα βραδάκι, άφου εφαγαν, ξεκίνησε μέ πέν:rε πλάβες καί 15
άνδρες. Ή μία ήταν του Γκόνου μέ τήν τριάδα Χατζη, Ντάσκα
καί Πέτση. Ξέφυγαν κρυφά άπΌ...:r.όν άρχηγό τους. Δέν περίμενε
βέβαια νά κυριεύσει τήν περίφημη καλύβα, εκτός αν βοηθουσαν
«σκανδαλωδώς» ό Χριστός, ή Παναγία καί οί "Αγιοι Πάντες.
Καί εκαμε πολλές φορές τόν σταυρό του, γιά νά τούς τό

95

ύπενθυμίσει. Λογάριαζε δμως νά ρίξει ξαφνικά μερικές μπατα­
ριές στούς άνύποπτους κομιτατζηδες, νά ξεκαθαρίσει κάμποσους
καί νά τό σκάσει γρήγορα, χωρίς καμιά δική του άπώλεια. 'Έτσι
εκαμνε καί ό Γκόνος, μέ μόνη τή διαφορά δτι ήξερε νά διαλέγει
τήν κατάλληλη μέρα ή νύχτα, δταν π.χ. ε{χαν έορτή καί τό ε{χαν
ρίξει στό γλέντι καί στόν χορό ή ε{χαν καμιά συνεδρίαση ή καί
νεκρό.
"Ως τόσο κατόρθωσε νά φθάσει 30 καί 20 μέτρα κοντά στήν
καλύβα, χωρίς νά τό μυρισθουν οί κομιτατζηδες. 'Ακολούθησε
τόν καινούργιο «δρόμο» πού αύτοί ε{χαν άνοίξει, καί πίστευαν
δτι δέν τόν ήξεραν καν οί δικοί μας. "Ακουσε δμως δυό φορές
τήν κραυγή:
«Αί! Αί!». Κατάλαβε δτι θά ήταν ό σκοπός, πού φύλαγε σέ
πλάβα καί άκουσε τόν θόρυβο. Δέν θέλησε νά βάλει τόν Ντάσκα
ή άλλον ξενόφωνο νά του πεί δτι ήταν σύντροφοί του άπό άλλη
κομιτατζήδικη συμμορία. 'Έκαμνε νόημα στόν Παπαδάκη ν'
άνάψει τήν βόμβα καί νά τήν πετάξει στήν καλύβα. Αύτός άρχισε
ν' άδειάζει πολύ γρήγορα τό μάνλιχέρ του πρός τή διεύθυνση
της κραυγης. Δέν εβλεπε βέβαια τόν άντίπαλο, γιατί μεσολαβου­
σαν τά καλάμια. Περίμενε δμως νά τόν βρεί μιά άπ' τίς πολλές
σφαίρες του.
'Ο Παπαδάκης στήν ταραχή του άναψε δλο τό κουτί των
σπίρτων! Καί ή βόμβα επεσε στό νερό! ... 'Απ' τήν καινούργια
ταραχή του εγειρε ή πλάβα καί βρέθηκαν οί τρείς μέσα στό
νερό! ... Νόμισαν καί οί άλλοι άπ' τίς ύπόλοι-πες πλάβες δτι ήταν
διαταγή ή ύπόδειξη του άρχηγου καί βούτηξαν καί αύτοί στό
νερό!... 'Έγιναν δλοι τους άμφίβιοι καί πολεμουσαν μέ πολλή
θέρμη μέσα άπ' τό κρύο νερό! Ήταν σκληρή ή μάχη. ·:Επεφταν
βροχή οί σφαίρες. 'Ο Παπατζανετέας ξόδεψε, δπως εγραψε, καί
τά 30 φυσίγγιά του σέ λίγη ωρα, χωρίς νά βλέπει τόν άντίπαλο.
ΤΗταν μάχη στά τυφλά μέ πρώτα θύματα τά καλάμια πού
εμπαιναν στή μέση. Πυροβολουσε καθένας στόν άντικρινό κρότο
πίσω άπ' τά καλάμια ή σέ μιά λάμψη...
Οί κομιτατζηδες ήταν προφυλαγμένοι πίσω άπ' τήν οχυρω­
ματική γραμμή της καλύβας. Ε{χαν καί ύπεροχή στόν όπλισμό.

96

Κρατουσαν οί περισσότεροι έπαναληπτικά μάνλιχερ, ένω οί
περισσότεροι δικοί μας είχαν τά παλιά γκρά, πού εβγαζαν καί
πολύ καπνό, καί τούς τύφλωνε, εως δτου διαλυθεί. "Ως τόσο,
βάσταξε ή άνιση μάχη πολλή ωρα. 'Έτρεξαν σέ βοήθεια ό
Γκόνος καί ό Ματαπάς (άνθυπασπιστής 'Αναγνωστάκος), λα­
μπρός όπλαρχηγός, πού ηταν πολύ καιρό ήγούμενος(!) στό
Μοναστήρι του 'Αρχαγγέλου καί επεσε λοχαγός στόν Έλληνο­
βουλγαρικό Πόλεμο του 1913.
Γύρισαν στήν καλύβα τους οί άντρες του Παπατζανετέα
μουσκεμένοι σάν βρεγμένες γάτες. 'Έφεραν νεκρό τόν Θωμα άπ'
τό Νησί, πού τό είχαν κάψει πρίν ενα χρόνο οί κομιτατζήδες, καί
βαριά πληγωμένο τόν Ντάσκα, πού ξεψύχησε λίγη ωρα προτου
φτάσει γιατρός άπ' τήν Βέροια.
Μιά σφαίρα χτύπησε άσχημα τήν τελευταία στιγμή στό
στήθος καί τόν Χατζή. 'Έκαμε κουράγιο καί κρατήθηκε ντουρος
στήν πλάβα εως δτου είδε τόν Γκόνο καί του είπε:
-Αϊ, ρέ Γκόνο, πόσο δίκιο είχες! ...
'Ο Γκόνος ηταν άπαρηγόρητος. 'Έχασε δύο άπ' τά καλύτερά
του παλικάρια ετσι άδικα. Γλίτωσε μονάχα ό Πέτσης, πού εζησε
πολλά χρόνια άργότερα στή Φλώρινα, φύλακας ενός άγροκτή­
ματος.
'Εκείνες τίς μέρες ήταν μεσίστια ή σημαία στή μεγάλη
καλύβα «Νίκη», δπου γυμνάζονταν στά δπλα νέοι άπ' τά χωριά.
'Όλο τόν άλλο καιρό κυμάτιζε περήφανα, ψηλά στόν ιστό.
Τήν εβλεπαν μέ τά κυάλια καί οί Τουρκοι. Μά ό Βάλτος άνηκε
στήν Τουρκική Αυτοκρατορία, όχι δμως καί στήν τουρκική
εξουσία.
(«Κρυψάνες»)

7

97

11. ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Οί απέραντες φυλακές Μοναστηρίου ήσαν στίς δόξες τους.
Ποτέ άλλοτε δέν είχαν ίδεί τόση κοσμοπλημμύρα. 'Έλληνες
αξιωματικοί, ύπαξιωματικοί, καπεταναίοι καί αντάρτες, Βούλγα­
ροι βοεβοδάδες καί κομιτατζήδες, Τουρκοι μπέηδες καί τουρκαλ­
βανοί ληστές, παπάδες, χοτζάδες, χωριάτες, επιστήμονες, φοιτη­
τές, εργάτες γέμιζαν ασφυκτικά καί τό παραμικρότερο κελλί
τους. 'Όλες οί φυλές, οί τάξεις καί οί στολές της βαλκανικής
είχαν εκεί αντιπροσώπους. Ήταν μιά σωστή πολιτεία, ενας
παράξενος καί χωριστός κόσμος αποκλεισμένος απ' τόν άλλο,
πού είχε τά βάσανα καί τούς καημούς του, δική του ζωή καί
νοοτροπία καί ζουσε μέ μιάν ελπίδα: τήν &μνηστεία.
Στήν εϊσοδο ήταν ενα παλιό καί σαθρό κτίριο, ό μπασμαχα­
νές (φυλακή ύποδίκων), καί αριστερά τό μπορτσλfj (των κρατου­
μένων γιά χρέη). Δεξιά στό βάθος επρόβαλλε ενα βαρύ καί
γκρίζο πέτρινο οίκοδόμημα, ό κατίλ χανές (των βαρυποινιτών).
Μιά κληματαριά καί μιά βρύση εδιναν κάποιο χαρούμενο τόνο
στήν πένθιμη καί σκυθρωπή δψη του. Παραπέρα είχαν ανεγερθεί
οί καινούργιες φυλακές (γενή) πού είχαν αποστολή νά λύσουν τό
πρόβλημα του αδιαχωρήτου. Χωριστά ήσαν τά γραφεία του
διευθυντου καί της υπηρεσίας, οί θάλαμοι των δεσμοφυλάκων
καί της φρουράς, τό χαμάμι κλπ. Καθένα απ' τά τέσσαρα κύρια
διαμερίσματα χωριζόταν απ' τ' ίiλλα μέ ξύλινα κάγκελα. Μο­
νάχα ό κατίλ χανές τά είχε σιδερένια. Στή μέση ύπfjρχε ενας
φαρδύς καί ατέλειωτος διάδρομος, δπου ερχονταν οί επισκέπτες
γιά νά ίδουν καί νά κουβεντιάσουν μέ τούς φυλακισμένους, αφου,
εννοείται, τούς γινόταν στήν εϊσοδο ή σχετική τυπική ερευνα.
Μά ό πληθυσμός των φυλακισμένων είχε τόσον αύξηθεί καί
πληθυνθεί, ωστε ή παλιά διάκριση των τεσσάρων διαμερισμάτων
είχεν ούσιαστικά καταργηθεί. 'Ακόμα καί τά παραρτήματα πού
98

ήσαν προορισμένα γιά τούς ύποδίκους καί γιά τούς κρατουμέ­
νους γιά χρέη είχαν καταληφθει από ανθρώπους πού εΙχαν στή
ράχη τους καταδίκες πολλών ετων η κατηγορίες σφαγών καί
ερημώσεων. Καί τό εκτακτο δικαστήριο Μοναστηρίου εδούλευε
ακούραστα καί εστελνε αδιάκοπα καινούργιες φουρνιές...
'Έξω ό πόλεμος, πολύμορφος, πολυμέτωπος καί πολύνεκρος,
βρισκόταν στό απόκορύφωμά του. 'Έλληνες καί Βούλγαροι ιδίq.
πετσοκόβουνταν μέ λύσσα στά βουνά, στά χωριά καί στίς
πολιτειες. Οικογένειες εΙχαν μοιρασθεί σέ αντίπαλα στρατόπεδα
πού τά χώριζαν αβυσσαλέα μίση. Οί Τουρκοι άφηναν μέ πολλήν
εύχαρίστηση τά λυσσιάρικα σκυλιά νά αλληλοεξοντωθουν, δταν
δέν τά κυνηγουσαν μέ όρμή πού ύπενθύμιζε τήν εποχή των
κατακτήσεών τους. Μέσα δμως στή φυλακή εβασίλευε ή ειρήνη.
Τά θηρία των όρέων εγtναν στό κλουβί ι'iκακα αρνιά. 'Αντάρτες
καί κομιτατζήδες, τουρκαλβανοί χριστιανομάχοι καί χριστιανοί
τουρκοφάγοι, ληστές καί νοικοκυραιοι ζουσαν κάτω απ' τήν ίδια
στέγη καί κοιμουνταν αδελφικά στό ίδιο δωμάτιο ό ενας κοντά
στόν ι'iλλο...
Τό Πάσχα του 1906 εγινε τό πρώτο αίματηρό επεισόδιο.
Είχαν φέρει στούς Βουλγάρους, δπως στούς δικούς μας, σφαχτά,
αύγά καί πίτες. 'Ο βοεβόδας Σιακίρεφ σάν ανώτερος θέλησε νά
τά μοιράει. 'Ο συνάδελφός του Τζόρλε του 'φερε, φαίνεται,·
αντιρρήσεις. 'Ο Σιακίρεφ άρπάζει τότε μιά στάμνα νερου καί τήν
πετάει επάνω του. Τό σταμνί δμως εκαμε λάθος στή διεύθυνση
καί βρήκε τό κεφάλι του καπετάν Βαγγέλη του Κρητικου. Τόν
εριξε αναίσθητο καταγής. Οί Ρωμιοί νόμισαν πώς σκοτώθηκε.
Καί χωρίς καμιά χρονοτριβή καί διαδικασία ρίχθηκαν στόν
Σιακίρεφ, τόν Τζόρλε καί δλη τους τήν παρέα. Πολλά βουλγά­
ρικα κεφάλια πλέρωσαν τήν ο.για εκείνη μέρα τό λάθος της
στάμνας...
Αύτή ή εϋκολη ελληνική νίκη δέν πολυάρεσε στούς Τούρ­
κους καί τούς Τουρκαλβανούς. Είχq,,ν εως τότε τό μονοπώλιο της
παλικαροσύνης καί επιβολής στή φυλακή. Οί 'Έλληνες τώρα
αποδείκνυαν πώς ήσαν ίκανοί νά σπάσουν σέ όλίγα λεπτά
εχθρικά κεφάλια μέ τό σωρό. 'Ίσως τό χρήμα καί ι'iλλοι εξωτερι99

κοί λόγοι νά επαιξαν τό ρόλο τους. Τό βέβαιο είναι δτι αλλαξαν
συμπεριφορά. Γι' αύτούς βέβαια, 'Έλληνες καί Βούλγαροι ήσαν
άσπρα καί μαυρα σκυλιά. Μά τό μαυρο σκυλί ήταν ό Βούλγαρος.
Τώρα τή θέση του πfjρε ό 'Έλληνας. Κρυφομιλήματα, διαβούλια,
λοξές ματιές καί κάποτε καί άπροκάλυπτες άπειλές έπρόδιναν
πώς κάτι τό σοβαρό καί σκοτεινό ήταν στά σκαριά.
Λίγες εβδομάδες άργότερα, στίς 3 'Ιουνίου, εγινε τό ξέσπα­
σμα. Ξημέρωνε. 'Απ' τά δύο άνοικτά σιδερόφρακτα παράθυρα
του 6ου θαλάμου του κατιλχανέ εμπαιναν ή πρωινή δροσιά καί τό
σιγανό τραγούδι τfjς βρύσης. Μέσα κοιμουνται 35 'Έλληνες καί
18 Τουρκοι. Ήσαν πλαγιασμένοι ό ενας κολλητά στόν άλλο.
Λίγοι ε{χαν στρώματα καί παπλώματα. "Αλλοι μιά βελέντζα καί
μιά ψάθα. Καί μερικοί μοναχά τήν κάπα τους. 'Απ' τήν μιά μεριά
ήσαν οί Ρωμιοί άπ' τήν άλλη οί μουσουλμάνοι. 'Ο καφετζής του
θαλάμου, ενας φτωχός Βούλγαρος χωρικός, ε{χε συμμαζωχθεί σέ
μιά άπόμερη γωνιά. Κοιμουνταν δλοι στό βαθύ καί ληθαργικό
ϋπνο των άνθρώπων, πού τίποτε δέν τούς άπασχολουσε καί καμι�
δουλειά δέν τούς περίμενε.
Ξάφνου ενας άντάρτης εβαλε τίς φωνές.
-Σηκωθfjτε βρέ παιδιά ... Ξυπνfjστε...
-Τόν σταυρό σου... 'Απ' τό πρωί μωρέ τρελάθηκες; Διαβεντισμένε ... του άποκρίθηκαν νυσταλέες βρισιές κάτω άπ' τά
σκεπάσματα.
-Αί! Ζωντανέψτε! Ξυπνfjστε!
-Τί επαθες μωρέ στά καλά καθούμενα;
-Δέν είμαστε καθόλου καλά καθούμενοι. Μας μαγάρισαν
τόν σταυρό! Τ' άκαυτε;
Παπλώματα, κουβέρτες, κάπες τινάχθηκαν διά μιας καί πρόβαλαν άγριεμένες καί άκτένιστες κεφαλές.
-Τί λές βρέ σκυλί; 'Ονειρεύεσαι;
- 'Ελίiτε νά τό δfjτε μέ τά μάτια σας!
Πετάχθηκαν άρκετοί. Πραγματικά, στόν τοίχο του άποχωρη­
τηρίου ήταν σχεδιασμένος μέ άκαθαρσίες ενας μεγάλος σταυρός.
'Όλοι τώρα βρέθηκαν όρθιοι. Τά μάτια τους εβγαναν σπίθες,
τά πρόσωπά τους καθρέφτιζαν όργή, άγανάκτηση, μίσος, κατά100

πληξη, άπόγνωση. Φωνές, βρισιές, άπειλές επαιρναν κι εδιναν.
Μπορεί νά ε{χαν ποδοπατήσει τίς περισσότερες άπό τίς δέκα
έντολές. Μπορεί νά ε{χαν όλότελα ξεγράψει τόν νόμο της
άγάπης του σταυρωμένου. Μά στόν σταυρό ε{χαν μείνει πιστοί.
'Ασημένιο τόν εκρυβαν φυλακτό κάτω άπό τή φανέλα ή τόν
ε{χαν κρεμασμένο στό στηθος. 'Η αισχρή βεβήλωσή του ήταν
καί μιά άτομική γιά τόν καθένα πρόκληση. Οί ζωηρότεροι
ελεγαν νά ριχθουν στούς Τούρκους πού ήσαν άκόμα πλαγιασμέ­
νοι, πρίν άνοίξουν οί πόρτες. 'Ανάμεσα σ' αυτούς θά ήταν ό
δράστης. 'Η φοβερή προσβολή επρεπε νά ξεπλυθεί μέ α{μα.
Οί Τουρκοι εβλεπαν τήν ταραχή καί άναστάτωσή τους καί
άπορουσαν. Ρώτησαν άρβανίτικα τόν Κόλα Μωρα'fτη τί ε{χε
συμβεί. 'Εκείνος δέν άπάντησε. Οί άλλοι δμως τόν εβαναν νά
τούς μιλήσει.
-Πές τους μωρέ τά κατορθώματά τους. Τά σκυλιά, θά τούς
βάλουμε νά τά γλείψουν δπως γλείφουν τή μελάνη καί τίς
ύπογραφές τους. Πές τα. Που νά πάρει ό διάβολος τό Μωχαμέτη
τους!
Μπηκε στή μέση ό Καραλίβανος, ό άρχηγός του θαλάμου.
ΤΗταν ενας πρώην ληστής άπ' τήν Παλιά' Ελλάδα, πού ήρθ.ε καί
νοικοκυρεύθηκε στήν Κοζάνη καί ξαναπήρε πάλι τά βουνά, δταν
ό Παϋλος Μελας άνοιξε τόν δρόμο. Πολύπειρος καί πολύπαθος,
διατήρησε τήν ψυχραιμία του.
-Σταθητ' μπρέ παιδιά. Ν ά iδουμ' ...
-Τί νά δουμε άκόμα καπετάνιε; Οί άπιστοι σκύλοι εκαμαν τή
δουλειά τους.
-Μιά στιγμή. Κάμιτι πομονή. Στή φυλακή εϊμαστε. Στά
χέρια τους.
Σηκώθηκε ψηλός, βαρύς μέ τό κεντημένο ντουλαμά, τίς χυτές
κάλτσες, τό μαϋρο σκουφο καί τά στρογγυλά γένεια του. Πηγε νά
βρεί τόν Μπεσίμ άγα, παλιό λήσταρχο καί άρχηγό των όμοθρή­
σκων του. Μόλις τόν ε{δε έκείν2_ς νά πλησιάζει, σηκώθηκε καί
παράγγειλε ενα καφέ στόν καφεντζή, πού τά ε{χε κι αυτός
όλότελα χάσει. Σέβονταν δλοι τόν Καραλίβανο γιά τή φρονι­
μάδα του καί iδίq γιά ενα δχι πολύ παλιό ληστρικό κατόρθωμα
101

στήν Κλεισούρα, πού ε{χε αριστοτεχνικά φιλοτεχνήσει.
-Δέν ε{ναι καιρός γιά καφέ, Μπεσίμ αγίi, του ε{πε μέ τά
κουτσοτούρκικά του. Νά: σας τό λέω. Δέν ε{vαι τουτα καλό
πράγμα. Πίiσα ανθρωπος εχουν τό θρησκεία του. Χωρίς πίστη
γίνεται; 'Όλοι μέσα σ' ενα κάμαρη ζουμε.
-Μά τί εγινε καπετάνιε;
Οί αντάρτες πού ε{χαν μαζωχθεί όλόγυρά τους ξέσπασαν σέ
διαμαρτυρίες.
-Μωρέ μας κοροϊδεύει τουτος. Κάνει τόν ανήξερο κι εμείς
τόν είχαμε γιά καλό!!...
'Ο Καραλίβανος χωρίς νά τούς δώσει προσοχή διηγήθηκε του
συναδέλφού του ποιά τοιχογραφία ε{χε τό πρωί ανακαλυφθεί.
-'Αλλάχ, 'Αλλάχ, ε{πε αγανακτισμένος ό Μπεσίμ αγίiς. Τ'
ε{ν' αύτά!
-'Έτσι ε{ναι. Τό πίστη τί φταίει;
-Μασκαριλίκια! Προστυχιές! 'Ατιμίες!
-Μασκαριλίκια, φίλε μου Μπεσίμ αγίi, ε{πε ό Πέτρος Χατζητάσης, ενας γενειοφόρος αντάρτης απ' τή Φλώρινα, πού δέν
τά περιμέναμε. Ξέρεις πόσο εμείς σέ αγαπουμε καί σέ τιμουμε.
Ε{ναι ντροπή καί γιά σένα αν δέν βρεθεί αύτός πού τά 'καμε. Νά
δώσουμε τόπο στήν όργή. 'Εμείς εδώ είμαστε σάν ενα σπίτι, σάν
αδέρφια.
-" Α! Βέβαια. Πρέπει νά βρεθεί, νά τό πουμε τό διευθυντή νά
τό σηκωθfj απ' εδώ, επιβεβαίωσε καί ό Καραλίβανος.
-'Από μας μιά φορά πρέπει νά ε{σθε ησυχοι, αποκρίθηκε ό
Μπεσίμ. Δέν ε{ναι από τό θάλαμό μας ό μασκαράς πού τά 'καμε.
-Τί λές όρέ Μπεσίμ, ε{πε αρβανίτικα ό Κόλας ό Μωρα"fτης.
'Η πόρτα ήταν κλειστή. Πουλί εγινε ό μαγαρισμένος; Γιά τό
σταυρό, Μπεσίμ, πολεμίiμε καί χύσαμε τό α{μα μας.
'Άναψαν καί οί αλλοι πού δέν καταλάβαιναν τά τούρκικα καί
τ' αρβανίτικα.
-Τό σταυρό σας... Τί λέτε τόση ωρα; Καιρός γιά παραμύθια
ε{ναι; 'Ένα καί ενα κάνουν δυό. Νά μας πουν ποιός ε{ναι ό
παλιάνθρωπος. 'Αλλιώς θά τά πληρώσουν δλοι τους μαζωμένοι.
-Πέστε τους, ελεγε αλλος, ό σταυρός γίνεται εϋκολα μισο102

φέγγαρο. Μά εμείς δέν καταδεχόμαστε νά τά βάλουμε μέ τήν
πίστη τους καί τό βρωμομωχαμέτη τους. Είμαστε ίiνδρες.
-" Αδικα τά βάζουν τά παιδιά μαζί μας, εΙπε ό Μπεσίμ,
βλέποντας τήν εξέγερσή τους. Βάνω τό κεφάλι μου πώς δέν
φταίει κανένας απ' τούς δικούς μου.
Διαμαρτυρήθηκαν ζωηρά καί δλοι οί ίiλλοι Τουρκοι καί μέ
νοήματα εδιναν στούς δικούς μας νά καταλάβουν πώς δέν ήσαν
αυτοί οί δράστες.
-Καλά, παρατήρησε ό Μωραίτης. Δέν τό κάνατε σείς. Δέν τό
κάναμε βέβαια καί εμείς. Ποιός λοιπόν εκαμε τήν προστυχιά;
Σηκώθηκε τότε ό Μπεσίμ καί πfjρε παράμερα τόν Καραλί­
βανο, τόν Χατζητάση καί τόν Μωραt'τη.
-Θά σας τά πω. ΕΙναι δυό φορές τώρα πού μου εΙπε ό Ρέτζιο,
ό Σέρτ 'Aλfj καί ή παρέα τους νά συνεννοηθουμε καί νά σας
χτυπήσουμε. 'Εγώ τούς εΙπα περνάω καλά μαζί σας. Δέν εχομε
κανtνα παράπονο. Πολλές φορές μας δώσατε απ' τό φαγί σας.
Αυτοί θύμωσαν. Κοντεύεις νά γίνεις καί σύ γκιαούρης, μου
εΙπαν. Χωρίς ίiλλο αυτοί θά 'βαλαν κανένα αποβραδίς καί εκαμε
τή βρωμοδουλr:ιά. Γιά ν' αρχίσει ό καυγάς απ' τό θάλαμό μας.
Πρέπει νά φυλαχθfjτε σήμερα: Μέ καταλαβαίνετε; Αυτό εχω νά
σας πω.
-Μά γιατί; Τί εχουν μαζί μας;
-Δέν ξέρω. 'Εμένα μου εΙπαν γιά νά σας πάρουμε τ' ασημικά
καί τά χρήματα. 'Ίσως νά τούς βάζουν οί Βούλγαροι η καί ίiλλοι.
-Καί εΙναι πολλοί μέ τόν Ρέτζιο καί τόν Σέρτ-' Aλfj;
-'Όλοι οί Γκέγκηδες καί οί ίiλλοι Τοίφκοι εξόν από μας.
Καί οί τρείς μπέηδες εχουν τήν ουρά τους. Φαίνεται πώς καί ό
αξιωματικός τής φρουρας καί οί δεσμοφύλακες τά ξέρουν καί θά
τούς βοηθήσουν. 'Ανοίξτε τά μάτια σας. Χρειάζεται μυαλό.
'Εγώ τί ίiλλο μπορώ νά κάμω; ...
Ό Καραλίβανος εσύστησε σ' δλους ψυχραιμί�α καί προσοχή.
Μά τί μπορουσε νά συγκρατήσει τήν ίiγρια τρικυμία; 'Από
παραθύρι σέ παραθύρι ή εϊδηση'εγινε κοινό μυστικό σ' δλο τό
ατελείωτο συγκρότημα των φυλακών. "Ως νά φθάσει μάλιστα
στό τμfjμα των ύποδίκων, ό ενας σταυρός εΙχε γεννοβολήσει...
105

'Όταν οί πόρτες άνοιξαν γιά τό κανονικό παϊντός (διάλειμμα)
καί ξεχύθηκαν στίς αύλές οί φυλακισμένοι, μιά βαρειά ατμό­
σφαιρα παντοϋ επικρατοϋσε. Μπουλούκια μπουλούκια, Ρωμιοί
καί Τοϋρκοι, σιγοκουβέντιαζαν καί άλλαζαν ματιές γεμάτες
μίσος.
τΗταν φανερό πώς κάτι τό τραγικό καί φοβερό κρεμόταν πάνω
απ' τίς κεφαλές δλων.
'Ο Καραλίβανος συνεννοήθηκε μέ τούς άλλους αρχηγούς καί
πηγε μαζί μέ τόν Χατζητάση νά βρεί τόν διευθυντή. Κατά τύχη
ελειπε απ' τό γραφείο του... ΕΙχε εκδώσει δμως τή διαταγή γιά
γενική ερευνα, πού περιορίσθηκε φυσικά μονάχα στούς δικούς
μας. 'Όσοι βρέθηκαν μέ τά μαχαίρια επάνω τους τά 'χασαν.
'Ολίγοι πρόλαβαν νά τά κρύψουν βαθύτερα στούς θαλάμους σέ
στρώματα, μαξιλάρια, μαγκάλια, μέσα στό πάτωμα κλπ. Κατά
παράξενη σύμπτωση εφθασαν εκείνη τήν ήμέρα καί πολλά
φορτία μέ χονδρά καί μακριά καυσόξυλα γιά τό χαμάμι, πού
ξεφορτώθηκαν εκεί πού βρίσκονταν οί περισσότεροι Γκέγκηδες.
'Επίσης οί τρείς μπέηδες πού κάθονταν τακτικά στόν κεντρικό
διάδρομο καί επαιζαν τάβλι ή κοίταζαν τίς γυναίκες πού ερχο­
νταν γιά τούς δικούς τους ε{χαν απ' τό πρωί εξαφανισθεί.
Παρ' δλα αύτά οί αγριεμένοι στρατιώτες τοϋ σταυροϋ δέν
εννοοϋσαν νά συμμαζωχθοϋν. ''Αρχισαν νά φωνάζουν τώρα, γιά
νά τ' ακοϋν καί οί Τουρκαλβανοί πώς ή βρωμερή προσβολή θά
ξεπλυνόταν μέ αίμα. Μερικοί κιόλας πού ήξεραν τ' αρβανίτικα
καί τούρκικα εφθασαν νά ρωτοϋν ποϋ ήσαν τρυπωμένοι ό Ρέτζιο
καί ό Σέρτ 'Αλη, πού ήξεραν τόσο καλά νά ανακατεύονται μέ τίς
ακαθαρσίες... Τοϋ κάκου ό Καραλίβανος τούς συνιστοϋσε νά παν
νά κλειδωθοϋν στούς θαλάμους τους, δπως κρυφά τοϋ ε{χε
μηνύσει ό Μπεσίμ. 'Αντάρτες, χωριάτες, πολίτες εξακολουθοϋ­
σαν νά μένουν κάτω στίς αύλές, νά θορυβοϋν, νά προκαλοϋν καί
διαμαρτύρουνται άοπλοι μά άφοβοι, ζωηροί καί απειλητικοί. 'Ο
Ντημκος, ενας χωρικός-αντάρτης από τό Σόνοδολ, τήν ωρα πού
τοϋ ελεγαν νά φύγει αποκρίθηκε:
-Γιά τό σταυρός καί τό Χριστός είμαστε εντω.
Κατά τίς 10 l/2 οί Καραλίβανος καί Χατζητάσης κατόρθω106

σαν επί τέλους νά επιτύχουν στό γραφείο του τόν κ. Διευθυντή,
ετοιμο πάλι νά ξαναβγεί καί εξαφανισθεί.
-Σέ ζητίiμε τόσην ωρα μουντίρ εφέντη...
-'Ήμουν στό χαμάμι. 'Έπαθε κάποια βλάβη. Τί τρέχει;
-Δέν τά 'μαθες μουντίρ έφέντη;
-'Όχι. Δέν ξέρω τίποτε.
-Ψές στό θάλαμό μας άριθμός 6 μας εγινε μεγάλη προσβολή.
Βρέθηκε στόν τοίχο του άποχωρητηρίου ενας σταυρός άπό
άκαθαρσίες.
-Μπά! Θά στείλω νά τόν καθαρίσουν.
-Δέν φθάνει αυτό μουντίρ έφέντη! Δέν παίζουν μέ τίς
θρησκείες...
-Τί άλλο θέλετε νά κάμω; Ξέρετε ποιός ε{vαι ό ενοχος;
-'Άνθρωποι του Ρέτζιο.
-Τούς είδατε;
-"Αν τούς βλέπαμε! ...
-Καί πως τό ξέρετε;
'Έφθασαν τότε στό γραφείο ό λοχαγός Καλομενόπουλος μέ
τούς ύπαρχηγούς του Λάμπρον καί Νώτην. 'Οδηγουσαν τόν
Νάκο Χασιώτη μέ τό κεφάλι αίματωμένο. Του τό 'σπασε μέ μιά
στάμνα ετσι χωρίς καμιά αιτία ό Σέρτ-'Αλης.
Κι ευθύς άμέσως ξέσπασε άγρία όχλοβοή. Σάν νά ήταν τό
αίμα του Νάκου τό σύνθημα, ρίχθηκαν διά μιας οί Γκέκηδες μέ
μαχαίρια, ρόπαλα καί ουρλιαχτά καί κτυπουσαν αλύπητα. 'Ολό­
τελα άοπλοι οί δικοί μας, άμύνουνταν μέ δ,τι τύχαινε ό καθένας,
πέτρες, σταμνιά, τσουκάλια, γροθιές. Οί στρατιώτες, οί χωροφύ­
λακες καί οί δεσμοφύλακες περιορίσθηκαν νά ρίχνουν στούς
Τούρκους καί τούς Τουρκαλβανούς ξιφολόγχες...
'Ο Κόλας ό Μωρα'fτης αρπαξε ενα ξύλο άπ' τήν κληματαριά
καί εστρωσε νεκρό καταγής ενα Γκέγκη. Τόν περικύκλωσαν
περισσότεροι μέ μεγαλύτερη λύσσα. 'Απ' τό μπορτσλη ε{δε τήν
δύσκολη θέση του ό φίλος του καί ψυχογιός του Κώτα, Κώτσης,
άπ' τά χωριά της Κορυτσίiς, πετάχθηκε εξω, πέρασε τήν αυλή
καί δρμησε νά διασκελίσει τά κάγκελα του κατιλχανέ. Μά ενας
στρατιώτης τόν εσούβλισε μέ τήν λόγχη.
107

'Εκείνη τήν στιγμή εφθασε μέ μιά πίτα στό χέρι ή μάνα του
Μωραίτη. ΕΙχε τρία άλλα παιδιά άντάρτες στά βουνά. • Η φτωχή
γριά πέταξε ευθύς τήν πίτα καί ετρεξε μέ δλη τήν δύναμη των·
γεροντικών ποδιών της νά ειδοποιήσει τόν Μητροπολίτη καί τά
Προξενεία.
Στό μεταξύ τό ξύλο πού κρατουσε ό υίός της εσπανε καί επεσε
γεμάτος πληγές. ΕΙχε τήν πρόβλεψη νά κάμει τόν πεθαμένο
άνάμεσα στ' άλλα πτώματα.
· Ο Ντημκος παρέκει καθόταν άκουμπισμένος στόν τοίχο μέ τό
κεφάλι άνοικτό καί τά εντερα στά χέρια.
'Αποθηριωμένοι οί Γκέγκηδες άπ' τό αίμα ξεχύθηκαν παντου.
Σ' ενα θάλαμο δπου δυό Κρητικοί κοιμουνταν άρρωστοι τούς
κάρφωσαν άπάνω στά στρώματά τους.
'Όλες οί φυλακές εγιναν πεδίο της άνισης πάλης..
Στό μπορτσλη τό πάτωμα είχε σκεπασθεί μέ γιαούρτι καί
αίμα, δπου οί Γκέγκηδες μέ τά γουρουνοτσάρουχά τους γλι­
στρουσαν καί επεφταν. · Ο Λάκης ό Πισοδερίτης χρησιμοποίησε
άποτελεσματικά γιά δπλα γιαουρτοκεσέδες. · Ο κουρέας ό Ζώτος
εδρασε μέ τό ξυράφι του. Κι ό καφετζής 'Ίτσος, ενας φυματικός
ισοβίτης, γιά φόνο Βουλγάρου, πρόφθασε νά βγάλει κάμποσα
μαχαίρια κρυμμένα στό μαγκάλι δπου εψηνε τούς καφέδες. · Ο
Γιαλίρης καί δ Μπενούκας διαφύλαξαν μέ τά μαχαίρια άπαρα­
βίαστη τήν είσοδο του θαλάμου των. 'Ένας καλός Τουρκος
δεσμοφύλακας, δ 'Ακίφ, πρόλαβε νά κλειδώσει άρκετούς θαλά­
μους καί νά σώσει πολλού�.
Δυό ώρες βάσταξε ή άνιση σύγκρουση καί άληθινή μάχη του
σταυροί>. Χρειάσθηκε ν' άναστατωθεί ή πόλη, νά κινητοποιηθεί
ό μητροπολίτης, νά επέμβουν οί πρόξενοι των Μεγάλων Δυνά­
μεων γιά νά τεθεί τέρμα. Σ' δλο αυτό τό διάστημα ό διευθυντής
των φυλακών παρέμεινε κλειδωμένος στό γραφείο του. 'Έτσι
. εσωσε χωρίς ίσως νά τό θέλει τούς Καλομενόπουλο, Καραλίβανο
καί λοιπούς. Οί Βούλγαροι φυλακισμένοι κράτησαν ουδετερό­
τητα σάν νά ήταν άποκλειστικά ελληνικός ό σταυρός.
'Επτά ήσαν οί δικοί μας νεκροί καί 60-70 οί πληγωμένοι πού
ξέπλυναν μέ τό αίμα τους τή βεβήλωση του σταυροί>. Τούς
108

σκοτωμένους τούς πηγαν στό ελληνικό νοσοκομείο, δπου τούς
ενδυσαν καί τούς στόλισαν καί όλη τή νύχτα τούς μοιρολόγησαν
κυρίες καί κοινές γυναίκες.
Τήν άλλη μέρα όλος ό ελληνικός πληθυσμός παρακολούθησε
τήν κηδεία τους μέ τά φεσάκια στό χέρι. 'Η αστυνομία εlχε
απαγορεύσει τά στεφάνια. 'Ένα παιδάκι μονάχα κρατουσε μπρο­
στά απ' τά 7 φέρετρα ενα σταυρό από κόκκινα τριαντάφυλλα ...
(«Πάντεφ ό δυναμιτιστής»)

109

12. Ο ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ
''Ένα κάρο της δημαρχίας εφερε κοντά τό βράδυ δύο πτώματα
στό 'Ελληνικό νοσοκομειο Μοναστηρίου. Γιά νά μή φαίνονται
τά είχαν τυλίξει σέ ψάθες. Ήσαν βουτηγμένα στό αlμα! Αίμα
εσταζε καί άπ' τό κάρο καί εβαφε τό καλντερίμι.
'Ο Τουρκος καραγωγέας στάθηκε μπροστά στή μεγάλη πόρτα
του νοσοκομείου καί είπε στό θυρωρό: «Πάρ' τους. 'Έτσι μέ
πρόσταξαν».
'Ο θυρωρός ετρεξε μέσα νά ειδοποιήσει. 'Ο διευθυντής άπου­
σίαζε. Οί νοσοκόμοι καί ό διαχειριστής βρέθηκαν σέ άμηχανία.
Τί θά εκαναν τούς δύο νεκρούς καί τί δουλειά είχαν μαζί τους;
Δέν είχαν πεθάνει στό νοσοκομειο. 'Αποφάσισαν ν' άναφερθουν
στό Μητροπολίτη.
Γύρω δμως άπ' τό ματωμένο κάρο μαζώχθηκε γλήγορα
κόσμος. «"Α! Είπαν. Είναι τά παλικάρια πού σκοτώθηκαν στή
φυλακή γιά τό σταυρό!». Καί άνδρες καί γυναικες ίiρπαξαν στά
χέρια τούς δύο νεκρούς καί τους πfjγαν μέσα, χωρίς νά ρωτήσουν
οϋτε τόν διαχειριστή, οϋτε τόν Μητροπολίτη. Τούς ίiπλωσαν
σιγά σιγά καί προσεκτικά στό μικρό θάλαμο, δπου τό νοσοκο­
μειο εβαζε κανένα νεκρό του. Οί γυναικες άρχισαν τό μοιρολόγι.
"Αλλες πfjραν στάμνες καί μπουκάλια του νοσοκομείου γιά νά
ξεπλύνουν άπ' τούς νεκρούς τά αιματα... Γυναικες καί ίiνδρες
ετρεξαν στά σπίτια νά φέρουν ρουχα καί νά τούς άλλάξουν.
'Ένα ίiλλο κάρο εφερε άργότερα μέ τό σούρουπο δύο ίiλλα
πτώματα. Καί νύχτα πιά ενα τρίτο εφθασε μέ τρία πτώματα!
Είχε έκτυλιχθει εκείνη τήν ήμέρα (3 'Ιουνίου 1906) στίς
φυλακές φρικτή τραγωδία. Βρέθηκε τό πρωί χαραγμένος σ' ενα
τοιχο μέ άκαθαρσίες ενας σταυρός. Οί Βούλγαροι εκαμαν τήν
πάπια. 'Ίσως ησαν καί συνεννοημένοι μέ τούς Τούρκους.
'Όταν σήμανε «παϊντός» (διάλειμμα) καί ίiνοιξαν οί πόρτες

ι ιο

των θαλάμων γιά νά πάρουν οί φυλακισμένοι αέρα στή μικρο­
σκοπική καί περίφρακτη αύλή, ρίχθηκαν ξαφνικά στούς άο­
πλους καί ανύποπτους ίππότες τοϋ σταυροϋ ώπλισμένοι μέ κάμες,
ξιφολόγχες ή ρόπαλα Τουρκαλβανοί κατάδικοι καί φοβεροί
κακοϋργοι· Τοϋρκοι λαθρέμποροι καί λήσταρχοι, έπαγγελματίες
φονιάδες, τό έγκληματικό γενικά κατακάθι δλης της 'Αλβανίας
καί της Δυτικης Μακεδονίας, καθώς καί δεσμοφύλακες, χωροφύ­
λακες καί στρατιώτες.
'Επτά οί νεκροί, εξηντα οί λαβωμένοι. "Αλλοι τρείς πέθαναν
σέ λίγο απ' τά τραύματα. Δύο liλλοι αργότερα! ...
Τό νοσοκομείο γέμισε όχλοβοή. Ε{χε πλημμυρίσει από α­
γριεμένο καί εξαλλο κόσμο πού εκλαιε, εβριζε ή εκανε τό σταυρό
του. Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικοϋλες, πόρνες, μαυροφορε­
μένες χαροκαμένες γριές, κορίτσια, πού δέν εβγαιναν εϋκολα καί
μέρα απ' τό σπίτι τους, ξέπλεναν, εντυναν, εκλαιαν καί μοιρολο­
γουσαν τούς νεκρούς σάν νά ήταν σπιτικοί τους. Τά ροϋχα
βρέθηκαν γρήγορα καί περίσσεψαν.
Ήταν ενας έπιτάφιος θρηνος όλάκερου λαου. Καί δσο περ­
νουσε ή ωρα καί ή νύχτα προχωρουσε, τόσο βοερότερος γινόταν.
Μιά νέα ξανθή καί χλωμή, φτωχικά ντυμένη, εκλαιε σπαρα­
κτικά τόν Παυλο Μαρκάκη, ενα Κρητικό μέ λίγα γένεια καί
λεπτά χαρακτηριστικά, πού ε{χε αίχμαλωτισθεί τή νύχτα πού ό
Παυλος Μελας επεσε. Τόν ε{χε αγκαλιάσει, τόν φιλουσε καί τόν
επλενε μέ τά δάκρυά της. Στό πρόσωπο καί τά χέρια της ε{χαν
κολλήσει τά αιματά του.
Τήν τράβηξαν μέ δύναμη τρείς ανδρες γιά νά τόν πλύνουν καί
νά τόν ντύσουν.
Ξανά επεσε εύθύς επειτα πάνω του. Θά ένόμιζε κανείς δτι
τουλάχιστον αγαπημένος αδελφός ή αρραβωνιαστικός της ήταν
ό νεκρός.
-Τί κάνεις ετσι Δόμνα; της ε{πε κάποτε μιά αδύνατη γυ­
ναίκα, ή Κία (Βασιλική), πού ε{χε άλλοτε «ο{κο ανοχης» καί ε{χε
ριχθεί τώρα στόν έθνικό αγώνα, μέ δλη τήν ψυχή καί δλη τή
δύναμή της, πρόθυμη γιά κάθε ύπηρεσία καί ετοιμη γιά κάθε
111

κίνδυνο. Ε{χε τήν Δόμνα μαζί της καί στήν παλιά καί στήv
καινούργια δουλειά...
· Η Δόμνα δέν της άποκρίθηκε.
-Γιά σήκω καημένη, της ξαναείπε ή Κία. Τόν Παϋλο · καί
· τούς ίiλλους εξι τούς ηξερα καί έγώ καλλίτερα άπό σένα. Τόν
ηξεραν κι ίiλλες. Μά δέν κάνομε ετσι. Καί σκοτώθηκε γιά τό
σταυρό! ...
-· Ο Παϋλος γιά μένα δέν ήταν δπως γιά τίς ίiλλες, ε{πε
θυμωμένη ή Δόμνα, χωρίς νά ξεκολλήσει άπ' τόν νεκρό η νά
σηκώσει τό κεφάλι.
-Καί τί σοϋ ήταν έσένα ό Παϋλος; 'Αδελφός;
-Ήταν ό ίiνδρας μου!
-Μπα; Καί πότε τόν παντρεύθηκες; Στή φυλακή εγινε ό
γάμος χωρίς νά τό πάρουμε εϊδηση;
-Δέν τόν παντρεύθηκα. Θά μέ παντρευόταν δταν θά εβγαινε
άπ' τή φυλακή.
-Καί πως τό ξέρεις; Σοϋ εδωσε κανένα χαρτί, κανένα δα:
χτυλίδι;
-'Όχι.
-Σοϋδωσε τουλάχιστο τόν λόγο;
-'Όχι.
-Καί πως δέν μοϋ ε{πε έμένα τίποτε; Οϋτε σύ μοϋ είπες.
-Γιατί νά στό ποϋμε; Σύ δέν εΙσαι ίiνθρωπος.
-Καλά δέν είμαι... Μά πως ξέρεις, δτι θά σέ επαιρνε;
-Τό κατάλαβα.
-Πως τό κατάλαβες;
-'Απ' τά μάτια. Πως νά στό πω. 'Έτσι νά, μοϋ τολεγε ή
ψυχή. Μιά μέρα, πού τοϋ πηγα πλυμένα τά ροϋχα του καί ενα
κομμάτι πίττα, μοϋ είπε: Νά μοϋ ζήσεις Δομνίτσα. Σύ είσαι γιά
μένα. Είσαι δική μου καί είμαι δικός σου.
-Αυτό ήταν; 'Εμένα μοϋ εχουv πεί οί φυλακισμένοι καί οί
άvτάρτες στά βουνά πολύ περισσότερα καί πολλές φορές. Θά
τούς παντρευθω δλους; 'Εμείς δέ δουλεύουμε γιά παντρολογή­
ματα μά γιά τήν πατρίδα.
Τήν ξανασίμωσε ή Κία κατά τά ξημερώματα.
112

-'Ακόμα τέλος πάντων θά ε{σαι άγκαλιασμένη μ' ενα
νεκρό;
'Η Δόμνα πεσμένη πάνω στόν Παυλο δέν εβγαλε μιλιά οϋτε
σήκωσε τό κεφάλι νά τήν iδεί.
Ήταν πιά ήσυχία. Ε{χαν σταματήσει τά κλάματα καί τά
μοιρολόγια. Στό μικρό δωμάτιο πού έφώτιζε μιά λάμπα μέ
κατεβασμένο τό φυτίλι, κείτονταν κοντά στόν Μαρκάκη καί δυό
άλλοι σκοτωμένοι.
-'Εσένα σου μιλώ, ξαναείπε ή Κία. Σήκω. Κοντεύει νά
ξημερώσει.
Κι έπειδή έκείνη οϋτε μίλησε, οϋτε κουνήθηκε, της έφώναξε:
-Σήκω ντεέ. Μή σ' άρπάξω άπ' τά μαλλιά... Δέν ε{σαι
βέβαια καί σύ πεθαμένη.
Τινάχθηκε τότε ή Δόμνα άγριεμένη καί εβγαλε μιά άγρια
φωνή:
-Φύγε! Φύγε... Βρώμα! Ε{σαι μιά βρωμογυναίκα.
Τά μάτια της ορθάνοιχτα εβγαζαν σπίθες. Τά μάγουλά της
ε{χαν κοκκινίσει.
Μερικές γυναίκες πού κοιμόνταν συμμαζεμένες σέ μιά γωνιά
ή σέ μιά καρέκλα πετάχθηκαν τρομαγμένες.
-Ποωώ. Ποώώώ! ε{πε ή Κία, πιάνοντας άπό κατάπληξη τά
δυό μάγουλα μέ τά νύχια της. 'Εμένα μου μιλας ετσι; Πού σέ
κοίταξα σάν μεγαλύτερη άδελφή σου, σάν μητέρα... Γιά τό καλό
σου στά λέγω.
-Ώραία μέ κοίταξες! ... Καί μέ πρόκοψες. Δέν ντρέπεσαι! ...
-Δόμνα... Ντόγκα... Δομνίτσα... Τί επαθες παιδί μου; 'Έλα
στά καλά σου. 'Έλα σήκω. Νά πλυθείς λιγάκι νά πάρεις λίγο
άέρα εξω...
-Φύγε σου λέω. Φύγε... Δέν θέλω πιά νά εχω καμιά σχέση
μαζί σου καί μέ άλλες σάν καί σένα... 'Ε:yώ τώρα αλλος
άνθρωπος ε{μαι. Μιλάω μέ τόν Παυλο... Ε{ναι οί ψυχές μας
άγκαλιασμένες... Ε{δα καί τήν .Dαναγία! ...
'Η Κία βγήκε εξω μέ τό κεφάλι σκυμμένο καί μέ άναφιλητά.
Οί αλλες γυναίκες εκαμαν μ' εύλάβεια τό σταυρό τους.

8

113

-Θάμα... Θάμα! ... ε{παν σιγά μεταξύ τους. Τό κορίτσι ά­
γίασε... Εlναι άγγελοπαρμένο.
Μόνο δταν ξημέρωσε, σηκώθηκε άμίλητη ή Δόμνα καί πήγε
σπίτι της νά πλυθεί καί νά φορέσει μαυρα.
· Η κηδεία εγινε ενωρίς.
'Επειδή ή αστυνομία ε{χε απαγορέψει τά στεφάνια καί τή
μουσική, ενα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ' ενα σταυρό στό χέρι
από κόκκινα τριαντάφυλλα σάν τό α{μα των παλικαριών πού
πέθαναν γιά τό σταυρό.
Τά επτά φέρετρα τά κρατουσαν πολλοί νέοι, ψηλά στούς
ώμους, γιά νά φαίνονται καλλίτερα. 'Όλη ή πόλη ακολουθουσε
βουβή.
Γιά πρώτη φορά ε{χαν βγάλει τά φεσάκια καί τά κρατουσαν
στά χέρια.
Παρά τήν αστυνομική απαγόρευση πέρασε ή πομπή μπροστά
άπ' τά προξενεία των Εύρωπαϊκών Δυνάμεων, πού ε{χαν ανακα­
τωθεί στίς «Εύρωπαϊκές Μεταρρυθμίσεις».
Σήκωσαν τότε ψηλότερα τά φέρετρα.
Χαμένη στό άπέραντο πλήθος πήγαινε καί ή Δόμνα, σκυφτή
καί εκλαιε. Φορουσε μαυρα καί μαύρη σάρπα τύλιγε τό χλωμό
πρόσωπό της, πού ε{χε πάρει τώρα μιά παράξενη κατάχλωμη
όψη.
Κάθε πρωί πήγαινε τακτικά στό νεκροταφείο, που ηταν
άρκετά εξω απ' τήν πόλη καί στόλιζε μέ λουλούδια τόν τάφο του
Μαρκάκη. "Αν ευρισκε εκεί παπα, του εκαμνε καί τρισάγιο.
Εlχε παραμερίσει κάθε δουλειά.
-Παιδί μου, της ελεγε μέ κλάματα ή μάνα της. 'Αρκετά
εκαμες γιά τό νεκρό. Κοίταξε καί τόν εαυτό σου. Δέ βλέπεις τό
πρόσωπό σου; 'Έγινες, πώς νά τό πω, σά σκιά, σάν νά μήν εΙσαι
από κρέας καί κόκαλα.
· Η Δόμνα σιωπουσε.
-Δομνίτσα μου, της ελεγε καί ή Κία. Σκέψου. Μας θέλουν οί
φυλακισμένοι. Μας χρειάζονται τά παιδιά του εκτελεστικου καί
εξω οί αντάρτες. 'Έχουμε δουλειά, πολλή δουλειά.
- 'Εγώ πιά δέν εΙμαι γιά δουλειά! ψιθύρισε σκυφτή ή Δόμνα.
114

-'Εγώ σοϋ λέω καί ό Παϋλος αν ζοϋσε, θά σοϋλεγε: Πήγαινε
Δόμνα, βοήθησε τά παιδιά πού εΙναι στή φυλακή καί τά άλλα πού
πολεμοϋν.
-'Εγώ τόν βλέπω τόν Παϋλο... ξαναψιθύρισε.
Τότε σήκωσε καί τό κεφάλι της. Στό κατάχλωμο πρόσωπό
της τά γαλανά μάτια της κυριαρχοϋσαν θλιμμένα. 'Ενόμιζε
κανείς πώς εΙχαν μεγαλώσει καί άπλωθεί... Τά ξανθά μαλλιά
επεφταν κάτω άπ' τήν μαύρη σάρπα άτακτα. 'Όλη ή μορφή της
εΙχε πάρει μιά άλλόΊςοτη εκφραση, άυλη καί ύπερκόσμια.
-Τόν βλέπεις; Καί τί λέει; Τί σοϋ εΙπε;
'Η Δόμνα εσκυψε πάλι τό κεφάλι της κqί σιώπησε.
-Μά στάσου! Σκοτώθηκαν έκείνη τή μέρα άλλοι εξι. Θάψαμε
προχθές άλλους τρείς. Καί ή άστυνομία μας κυνήγησε. 'Ακόμα
μέ πονάει ή πλάτη άπό μιά κοντακιά. Καί σύ θά κλαίς τόν Παϋλο,
πού δέν σοϋ ήταν τίποτε;
-Ήταααν! φώναξε άγριεμένη ή Δόμνα.
-Καλά. 'Αφοϋ εΙσαι χήρα άντάρτη, πού σκοτώθηκε γιά τό
σταυρό, δέν πρέπει νά βοηθήσεις καί σύ τόν άγώνα; Κάθε μέρα
σκοτώνονται παλικάρια μέσα στήν πόλη καί στά βουνά. Καί σύ
δέ θά δουλέψεις;
-'Εγώ πιά δέν εΙμαι γιά δουλ.ειά...
-Καί τί θά κάμεις; Θά κάθεσαι μέ σταυρωμένα χέρια καί θά
μοιρολογας;
-Θά πάω νά βρω τόν άνδρα μου.
Τό σαραντάμερο πήγε στό νεκροταφείο μ' ενα δίσκο κόλ­
λυβα σκεπασμένα μέ παχύ στρώμα άσπρη ζάχαρι, πού ήταν
γραμμένο μέ κόκκινα κουφέτα τό δνομα Παϋλος. 'Έβαλε καί
τρείς παπάδες νά κάμουν τό τακτικό μνημόσυνο.
'Έπειτα πλάγιασε σπίτι της εξαντλημένη καί τσακισμένη
άλλά καί ίκανοποιημένη.
Πηγαίνω πιά νά βρω τόν άνδρα μου, εΙπε της μάνας της, πού
εκλαιε καί χτυπιόταν.
Καί δέν ξανασηκώθηκε.
( «Πενήντα θρεφτάρια»)

115

13. ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
Ή μεγάλη πλατεία του 'Άτ Παζάρ, στό Μοναστήρι, ήταν
γεμάτη τετράποδα καί άνθρώπους. Μιά Δευτέρα, ή μέρα παζαριου
(εβδομαδιαίας άγορας) τόν 'Ιούνιο του 1906. 'Άλογα, μουλάρια,
γαϊδούρια, βόδια κτλ., εστεκαν τό ενα κοντά στό άλλο γιά
νάβρουν άγοραστή. Ύπfjρχαν άλογα άκόμα κι άπ' τήν περιοχή
Κομανόβου, πού περνουσαν γιά γερά καί άλλα τfjς Μουζακιας,
κοντά στόν Αύλώνα, πού ήταν γρήγορα. Ήταν καί μερικά πολύ
λίγα, χωρίς κτυπητή έξωτερική έμφάνιση, πού ε{χαν δμως ενα
στρωτό καί πεταχτό «ραβάνι», .σάν νά ήταν φτεροπόδαρα.
'Αγόραζαν καί πουλουσαν χωριάτες του κάμπου μέ άσπρες
πουκαμίσες, πού τίς ε{χαν όλάνοιχτες καί τό χειμώνα, άλλοι άπ'
τά χωριά του Περιστέρι μέ άσπρες έπίσης πουκαμίσες, πού
εμοιαζαν κάπως μέ ψιλή φουστανέλα, Τουρκαλβανοί χωρικοί μέ
τά πλατιά ζωνάρια, Σαρακατσαναίοι καί Βλάχοι κτηνοτρόφοι μέ
τίς ξεχωριστές φορεσιές τους, λίγοι 'Εβραίοι, πού άγόραζαν
κανένα βόδι γιά τά εβραϊκά χασάπικα, καί πολλοί γύφτοι, είδικοί
στό άλογοεμπόριο, πού «παζάρευαν» μέ πολ?,.ές χειρονομίες,
φωνές, έπικλήσεις καί δρκους.
'Έκαναν καί «τράμπα», εδιναν δηλαδή ενα μουλάρι γιά ενα
γαϊδούρι κι ενα βόδι. ΕΙχαν θρέψει καλά αρρωστιάρικα καί
κάτισχνα άλογα, πού τά πουλουσαν γιά γερά. 'Έκαναν ενα γύρο
στό παζάρι καί μερικοί μπέηδες καί αγάδες τfjς πολιτείας, μή
τυχόν βρουν κανένα «κελεπούρι», κανένα έξαιρετικό δηλαδή
άλογο. 'Όπως οί βαρώνοι καί οί ίππότες ε{χαν αδυναμία γιά τά
ώραία άλογα καί διατηρουσαν πάντοτε στόν στάβλο τους ενα
τουλάχιστον ύπερήφανο άτι.
Ξάφνου επεσαν τρείς βροντεροί πυροβολισμοί. 'Όλη ή πλα­
τεία αναταράχθηκε. ΤΗταν ή έποχή πού 'Έλληνες καί Βούλγαροι
σκοτώνονταν στούς δρόμους του Μοναστηριου. Τώρα οί δικοί
116

μας εΙχαν άναμφισβήτητη καί μεγάλη τήν ύπεροχή. Μιά μέρα,
πρίν δυό βδομάδες, τρείς Βούλγαροι επεσαν νεκροί διαδοχικά
στόν κεντρικό δρόμο κι ενας τέταρτος σέ άπόμερο. Ποιανου
ίiραγε yά σώθηκε τώρα τό λαδάκι;
Μά κόσμος μαζώχθηκε στό πεταλάδικο του Σελήμ. ΕΙχε
σκοτωθεί ό Τουρκαλβανός πεταλωτής!!
'Έχασαν τό μονοπώλιο του σκοτωμου οί γκιαούρηδες καί δέν
θά ξεσπουσαν σέ καμιά ξαφνική σφαγή οί Τουρκοι; ΕΙχαν φέρει
ήδη δσοι ήταν στό παζάρι τό χέρι στήν πλατιά κόκκινη ζώνη,
δπου δέν ελειπαν ποτέ ενα μεγάλο περίστροφο καί μιά κάμα.
ΕΙδαν δμως νά φεύγει τρεχάτος ό φονιάς μ' ενα μεγάλο μαυρο­
βουνιώτικο περίστροφο στό χέρι, δπως τδδειχνε ή φορεσιά του,
fιταν Τουρκαλβανός χωρικός. 'Έκαμαν μερικοί Τουρκοι νά
τρέξουν πίσω του, γρήγορα δμως σταμάτησαν. Τόν άκολούθησε
μονάχα ενας πολίτσης μά άπό άπόσταση.
'Ο φονιάς ετρεχε γρήγορα πρός τήν εξοδο της πολιτείας,
σκόνταψε δμως καί επεσε. Λύθηκε καί τό πλατύ ζωνάρι του καί
του εφυγε τό περίστροφο άπ' τά χέρια. Πρόβαλε κι άπό μιά
γωνία μιά περίπολος, πού τόν επιασε. Τοϋδωσαν μερικούς μπά­
τσους καί πήγαν νά τόν δέσουν. Μέ κατάπληξή τους δμως εΙδαν
δτι εΙχαν νά κάνουν μ' ενα κορίτσι!! Ήταν ή 'Αισέ άπό τήν
Κισσάβα, ενα τουρκαλβανικό χωριό, κοντά στά έλληγιουγκοσ­
λαβικά σύνορα της περιφερείας Φλώρινας. Τόν πατέρα της εΙχε
σκοτώσει ό Σελήμ, επίσης άπ' τήν Κισσάβα, πρίν πολλά χρόνια
καί γιά ν' άποφύγει τήν εκδίκηση συγγενών του εγκαταστάθηκε
στό Μοναστήρι κι ίiνοιξε τό μοναδικό στήν πλατεία"Ατ Παζάρ
πεταλάδικο.
Σάν εγινε 16 χρονών ή 'Αισέ, τήν κάλεσε μιά μέρα ή μητέρα
της καί μπροστά άπ' τήν μικρότερη άδελφή της της εΙπε:
-Ξέρεις κόρη μου δτι σκότωσε τόν πατέρα σου ό ίiτιμος ό
Σελήμ, πού εΙναι τώρα πεταλωτής στό Μοναστήρι; Τό α{μα του
πατέρα σου ζητάει εκδίκηση. 'Η ψtJχή του δέν θά ήσυχάσει, ίiν
δέν τιμωρηθεί ό Σελήμ. Οί θείοι σου ξέχασαν τό καθήκον τους
καί συμπεθέριασαν κιόλας μέ τόν Σελήμ. Σέ σένα τώρα άπομένει
117

νά πάρεις τό αlμα του πατέρα σου. Δέν εχεις άδελφό. Ησαι ή
μεγαλύτερη.
'Η 'Αισέ δέν εφερε άντίρρηση καί ενα πρωί πέταξε τό
φερετζέ, εκοψε τά μαλλιά, φόρεσε ρουχα του πατέρα της -κά­
πως τά ε{χε στενέψει- καί ξεκίνησε μ' ενα μουλάρι γιά τό
Μοναστήρι.
Παρουσιάσθηκε στό πεταλάδικο του Σελήμ καί του εΙπε
άρβανίτικα:
-Σύ είσαι ό πεταλωτής Σελήμ;
-'Εγώ εΙμαι, της άπάντησε, γιατί ρωτίiς;
-Νά μου πεταλώσεις τό μουλάρι. 'Έχω ακούσει, είσαι ό
καλύτερος πεταλωτής.
-Καί άπό που είσαι παλικαράκι; τήν ρώτησε εκείνος από
περιέργεια.
-'Από τό Κάζανι, άποκρίθηκε.
Ήταν ενα τουρκαλβανίτικο χωριό σ' άντίθετη μέ τήν Κισ­
σάβα διεύθυνση, επάνω στόν δρόμο γιά τή Ρέσνα καί τήν
Κορυτσά.
-'Από τόσο μακριά; ρωτάει ό Σελήμ. Καί πως λέγεται ό
πατέρας σου;
-Ό πατέρας μου, Άλfj, πέθανε πρίν πολλά χρόνια...
'Ο Σελήμ εσκυψε νά πεταλώσει τό μουλάρι καί ή 'Αισέ του
εφύτεψε ευθύς τρείς σφαίρες, μέ τό μαυροβουνιώτικο περίστροφο,
στό κεφάλι του.
Πfjρε τό αίμα του πατέρα της καί ήσύχασε ή ψυχή του.
(«'Ο μισότρελος κουρελής»)

ι ιs

14. ΑΔΕΛΦΙΚΉ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Τό Σώμα του Γιώργη Βολάνη γύρισε στά χωριά του Μοριχό­
βου, από μιάν έπιδρομή στόν κάμπο του Μοναστηριου. Τήν εΙχε
κάμει γιά τιμωρία κι έκδίκηση.
'Έστειλε μερικούς νά συναντήσουν στόν ι'iλλο κόσμο τόν
παπά καί τέσσερεις προκρίτους του Δομπρομίρη, πού τούς ε{χαν
πελεκήσει οί κομιτατζήδες.
Πέρασε νύχτα δύο φορές τήν Τσέρνα (' Εριγώνα), κλεισμένη
ανάμεσα από δύο απότομα καί ι'iγρια βουνά γιά όχθες. Τό νερό
όρμητικό εφτανε στόν ώμο. 'Ένα γλίστρημα ή μετακίνηση μιας
πέτρας ή ενα κούτσουρο, πού κατρακυλουσε κρυμμένο ϋπουλα
στό νερό, μπορουσε νά παρασύρει τον καθένα πρός τά κάτω,
πρός τή θάλασσα. Γι' αύτό δέθηκαν ανά πέντε μέ τά ζουνάρια
τουιg... θά γλίτωναν ή θά χάνονταν καί οί πέντε μαζί...
Στόν γυρισμό 80 στρατιώτες κρυμμένοι πίσω από βράχους καί
κλαδιά τούς ετοίμαζαν θερμή ύποδοχή στόν καλύτερο «πόρο»
του ποταμου. 'Ο αξιωματικός ήταν βέβαιος δτι απ' έκεί θά
περνουσε ό Βολάνης. Εlχε δώσει αύστηρή διαταγή_στούς «νεφέ­
ρηδες» (στρατιώτες) νά μή σαλέψουν, νά μή μιλήσουν, νά μήν
πταρνισθουν ή νά βήξουν καί νά γίνουν ενα μέ τόν βράχο δπου
ακουμπουσαν. Κι δταν θι'iρριχνε αύτός μιά πιστολιά, ν' αρχί­
σουν «πυρ-ταχύ» καί νά έξοντώσουν δλους τούς «έσκιάδες», πού
θι'iπεφταν σάν κοτσύφια μπροστά στίς μπουκες των τουφεκιών
τους. Θά ε{χαν δλοι τους μέρος απ' τά πλιάτσικα καί δέν επρεπε
νά τούς ξεφύγει κανένας.
'Αξιωματικός καί στρατιώτες αγρύπνησαν δλη τή νύχτα μέ τά
δπλα ετοιμα, τά μάτια όρθάνοιχτα καί μέ λαχτάρα καί καρδιο­
χτύπι. 'Ο 'Αλλάχ ήταν μαζί τους. 'Από στιγμή σέ στιγμή
θι'iβρισκε τό τέλος της, δίκαιο τέλος, ή «Τσέτα» (συμμορία) πού
τούς είχε ξεποδαριάσει πολλές φορές.
119

'Ο Βολάνης δμως πέρασε τό ποτάμι τρία χιλιόμετρα χαμηλό­
τερα, σέ μέρος δπου δέν ύπfjρχε κανονικός «πόρος».
ΤΗταν 'Ιούλιος του 1906.
Στή Γραδέσνιτσα, δπου ξεκουράζονταν, ήρθε, μέ εiδικόν
άπεσταλμένο, πληροφορία του «Κέντρου» Μοναστηριου, δτι
ήταν στά σκαριά μεγάλη εκστρατεία εναντίον του. Θά ξεκινου­
σαν όλάκαιρο τάγμα άπ' τόν Περλεπέ. τΗταν εκλεκτές μονάδες
ειδικευμένες στόν κλεφτοπόλεμο. Τίς άποτελουσαν Τουρκαλβα­
νοί καί εντόπιοι Τουρκοι. Ε{χε τότε ή Τουρκία τακτική στρατιω­
τική θητεία επτά δλα χρόνια. Θά κινητοποιουνταν καί οί μόνιμες
στήν περιοχή φρουρές, καθώς καί εκείνες των σταθμών όπτικου
τηλεγράφου, πού ε{χαν στηθεί τά καλοκαίρια σέ κάμποσες
βουνοκορφές. 'Επιτελάρχης καί τό γενικό πρόσταγμα θά ε{χε ό
τότε λοχαγός 'Εμβέρ καί δικτάτορας της Τουρκίας στόν Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο.
'Ο Βολάνης εΙχε αιχμαλωτισθεί μέ αλλους πέντε στή Στάτιτσα
(σήμερα Μελας) τήν βραδιά πού επεσε ό Παυλος Μελας. 'Έμεινε
κάπου ενάμιση χρόνο στίς φυλακές Μοναστηριου, δπου φο­
ρουσε τήν κρητική βράκα. Κατάφερε νά τό σκάσει καί ξαναfjρθε
τήν ανοιξη στή Μακεδονία μέ 40 αντρες, τούς περισσότερους
συγγενεις του, άπ' τούς Λάκκους των Χανίων, μεγάλο όρεινό
χωριό, μέ ήρωικές παραδόσεις. Οί Κρητικοί, τότε τουλάχιστον,
θεωρουσαν στενούς συγγενείς καί τά «ξαδερφάκια» 14ου βαθ­
μου... 'Έχασε τούς μισούς αντρες σέ μιά μεγάλη μάχη μέ πολύ
τουρκικό στρατό στήν αίματόβρεκτη ράχη Λεχόβου - Στρεμπέ­
νου. ΕΙχε τώρα 23 αντρες. ΤΗταν δλο τό καλοκαίρι τό μόνο Σώμα
στό Μορίχοβο, πού ε{χε κάμει δμως πολύ «αισθητή» τήν παρου­
σία του. 'Ο Βολάνης ε{χε άπεριόριστο θάρρος καί τόλμη καί
ήταν πιά προσανατολισμένος στά μακεδονικά πράγματα.
Δέν πολυπίστευε στίς πληροφορίες του «Κέντρου». ΕΙχαν
άποδειχθει αλλη μιά φορά ψεύτικες. "Ως τόσο τό βραδάκι πfjρε
τόν άνήφορο καί δέν σταμάτησε παρά στήν παρυφή της δασικής
ζώνης, κοντά σέ μιά βρύση καί ενα άπόμερο μαντρί, γιά νά εχει
πρόχειρο φαγί. Πέρασαν εκεί δύο μέρες ζωή χαρισάμενη. Χόρτα­
σαν φαγί, ξάπλα, γάργαρο νερό, ϋπνο. Μερικά παιδιά αρχισαν νά
120

κοροϊδεύουν τό «Κέντρο»: Κάποιος θά τούς ξεγέλασε καί τούς
τσιμπολόγησε χρήματα.
Μά δέν άργησαν τά άσχημα μαντάτα απ' τά χωριά. «Πολλή
μαυρίλα πλάκωσε» ελεγαν. Τά αποσπάσματα των «αβτζήδων»
(κυνηγων) γύριζαν εξω σάν πεινασμένα σκυλιά καί οί διλοχίες
της Σταραβίvας, Βιτώλιτσας, καί δλων των άλλων χωριων,
άλώνιζαν αδιάκοπα τά βουνά καί έρευνουσαν καλύβες καί μα­
ντριά. Καί Ί'jταν οί κινήσεις τους προγραμματισμένες, μέ βάση
κάποιο σχέδιο.
Τό Σωμα μπήκε στό απέραντο δάσος καί γύρισε στό ταχτικό
του λημέρι, δπου είχε τό καταφύγιό του πρίν 25 χρόνια ό
τρομερός λήσταρχος Καταραχιάς.
Ήταν σέ μιά χαμηλή πλαγιά, μέσα σέ πυκνά όλόισια καί
πανύψηλα πεϋκα μέ λίγα ελατα. Μιά βρύση κάτω στή ρίζα ενός
πεύκου κελάριζε μέ τό θαυμασιότερο νερό καί πάνω εστεκαν σάν
άγρυπνοι φρουροί πελώριοι γκρίζοι καί κοκκινωποί βράχοι, πού
μποροϋσαν στήν ανάγκη νά χρησιμεύσουν γιά αποτελεσματικό
οχυρό. 'Υπήρχαν καί κάμποσες κωνικές καλύβες από ελατό­
κλαδα κρυμμένες στά δέντρα. Κάποτε, δταν ήταν άδειες, φιλοξε­
νοϋσαν καί κανένα λύκο ή αρκούδα...
Πέρασαν τήν πρώτη μέρα μέ γαλήνη καί μακαριότητα. Μά τή
δεύτερη μέρα, κοντά τό μεσημέρι, ακούστηκαν στό δάσος γαυγί­
σματα σκύλων. Τινάχτηκαν όλοι δρθιοι! Τί άλλο θά ήταν παρά
είδικά σκυλιά των «αβτζήδων» (κυνηγων); Είχαν αρχίσει τόν
τελευταίο καιρό νά τά χρησιμοπqιοϋν. Τούς τό είχαν συστήσει
ξένοι, Γερμανοί δηλαδή αξιωματικοί από εκείνους πού είχαν
τήν εκπαίδευση του τουρκικοϋ στρατοϋ.
Τούς είχαν μάθει καί πολλά άλλα, καθώς καί τό «βάδισμα της
χήνας» σέ στρατιωτες πού είχαν τσαρούχια... αντί μπότες...
'Έχυσαν αμέσως νερό στή φωτιά γιά νά μήν βγαίyει καί ό λίγος
καπνός, κατέβασαν απ' τίς σοϋβλες τά δύο αρνιά, πρίν καλοψη­
θοϋv, τά κομμάτιασαν άψε-σβηq,!;, εβαλαν τά κομμάτια στά
σακίδια μέ δσο ψωμί είχαν καί ανέβηκαν γρήγορα στούς οχυ­
ρούς βράχους. 'Έπιασαν τίς κατάλληλες θέσεις, ετοίμασαν τά
όπλα, δρισαν πρός τά που θά εφευγαν μέ τήν πρώτη ευκαιρία καί
121

καθόρισαν τό μέρος, δπου επρεπε τή νύχτα νά βρεθουν δσοι θά
είχαν γλιτώσει απ' τή συμπλοκή. Τά γαυγίσματα όλοένα πλη­
σίαζαν καί οί Τουρκοι θά τούς εβλεπαν ή θά συνέχιζαν ησυχα
τόν δρόμο τους πρός τά κάτω; "Αχ! Αύτά τά άτιμα σκυλιά! "Αν
ελειπαν δέν θά τούς εβλεπαν σίγουρα οί Τουρκοι, οϋτε αύτούς
κρυμμένους στούς βράχους οϋτε στίς καλύβες σκεπασμένες απ'
τά δέντρα. 'Έπρεπε τώρα νά κρατουν εκτός απ' δλα τ' άλλα καί
καλές... φόλες. Θά τίς ζητουσε ό καπετάνιος απ' τό «Κέντρο»
εύθύς τήν άλλη μέρα. «Τά παλιόσκυλα! Ξεκοίλιασμα θέλουν»
είπε ό αράπης.
'Ένα σούσστ... ακούσθηκε από πολλούς γιά απάντηση. Καθέ­
νας εσφιξε τώρα τό ντουφέκι καί εκαμε νοερά τήν προσευχή του.
'Ο σεβάσμιος μέ τά μεγάλα γένια Σαrιδογιάννης εκαμνε αδιά­
κοπα καί τόν σταυρό του. Τόν μιμήθηκαν καί πολλοί άλλοι.
Καί «'Ώ του θαύματος»! Τά γαυγίσματα ξάφνου παραμέρι­
σαν, εστριψαν δεξιά καί κατέβαιναν πρός τά κάτω, πρός τό
ανοιχτό κανονικό μονοπάτι. 'Ο 'Ύψιστος τούς προστάτευε,
δπως πάντοτε... 'Όσο γενναίος καί αν είναι κανένας δέν θέλει
τήν άσκοπη σύγκρουση μέ πολλαπλάσιο εχθρό, πού μπορουσε
νά πάρει γρήγορα καί πολλές ενισχύσεις. Δέν ήταν αποστολή
τους νά τά βάζουν μέ τόν τουρκικό στρατό, πού αριθμουσε στή
Μακεδονία 200.000 άντρες τουλάχιστον.
Μέ κατάπληξη βλέπουν τότε νά ροβολουν κάτω στό μονοπάτι.
γύφτοι! 'Ένα ατσιγγάνικο καραβάνι από γαϊδούρια, άλογα, κου­
ρέλια, γυναίκες, άντρες, πολλά παιδιά, σκυλιά καί μιάν ... αρ­
κούδα, είχαν αντικαταστήσει τούς χακιφόρους «αβτζηδες».
-Διάολε τσ' αποθαμένα τους. Τούς γιαβεντισμένους... Νά
τούς πιάσομε θέλει καί νά τούς στρώσαμε στό ξύλο, φώναξε ό
Μανώλης, βετεράνος του Μορίχοβου μέ δυό τραύματα από τούς
Τούρκους χτυπώντας τό μάνλιχερ καταγής.
-Αύτή τή δουλειά θά κάνομε τώρα, Μανώλη; απάντησε ό
αρχηγός.
-'Έμειναν άψητα τά ψητά μας! ... Μας χάλασαν τήν ήμέρα
-δπως ελεγε καί ό Ρωμαίος αύτοκράτορας Τίτο, δταν «εχανε τήν

122

ήμέρα του», γιατί δέν εΙχε κάμει καμιά καλή πράξη- καί ίντα
γύρευαν εδώ πά; Γυφτοπάζαρο θά τό κάνομε; ...
-Δέν ζήτησαν τήν αδειά σου, Μανώλη.
"Ως τόσο κατέβηκε τρεχάτος κάτω νά τούς συναντήσει ό
Βολάνης. Τούς εΙχαν ήδη σταματήσει, τούς γύφτους, οί τρείς του
καραουλιου, πού φύλαγαν τόν δρόμο πρός τά κάτω, πρός τά
χωριά, άπ' δπου μπορουσαν νά 'ρθουν οί Τουρκοι.
-Που πηγαίνετε, μωρέ; τούς ρώτησε ό Μαυρής.
-Στόν Περλεπέ καί στά Σκόπια, άπάντησε ενας ψηλός καί
άδύνατος μέ γκρίζα μουστάκια.
-Καί άπό που ερχεστε;
-'Απ' τά Βοδενά ('Έδεσσα).
-Καί άπό που εΙστε, τέλος πάντων, σείς οί γύφτοι;-'Απ' τή Βλαχιά, άπ' τήν Ρουμανία.
-Ξέρετε ρουμάνικα; Ρώτησε ελληνικά καί κουτσοβλάχικα ό
Μοναστηριώτης Τάσιος.
-Είμαστε καί άπ' τή Σερβία καί άπό τή Βουλγαρία, πρό­
σθεσε ό ελληνομαθής. Τόν χειμώνα θά κατεβουμε στή Λάρισα,
στή Λαμία καί πάρα κάτω... Περνί'iμε ελεύθερα τά σύνορα.
Είμαστε γύφτοι.
-Περνί'iτε ελεύθερα τά σύνορα. Μά γιατί περάσατε καί από
τά αγρια τουτα βουνά; Δέν ξέρετε δτι θά συναντήσετε αντάρτες,
κομιτατζfjδες;
-Περάσαμε απ' εδώ, γιατί είναι πολύ κοντύτερα. 'Εμείς δέν
φοβόμαστε αντάρτες καί κομιτατζfjδες. Δέν πειράζαμε κανένα
καί δέν μας πειράζει κανένας. Είμαστε γύφτοι, άτσίγγανοι.
ΤΗ ταν οί μόνοι πού μπορουσαν νά ταξιδέψουν τότε άνενόχλη­
τοι ανάμεσα απ' τίς αίματηρές συμπληγάδες πού σκέπαζαν τή
Μακεδονία.
-Εlστε πραγματικά προνομιουχοι, τούς εΙπε ό Τάσιος.
-Μά αν πfjτε κάτω στούς Τούρκους πώς μας συναντήσατε
εδώ, δέν θά τά παμε καθόλου καλά,JΡ.ώναξε ό Βολάνης, πού εΙχε
παρακολουθήσει μέ ενδιαφέρον τόν διάλογο.
-'Όχι καπετάνιε- κατάλαβαν δτι ηταν ό αρχηγός. Μή

123

φοβασαι. 'Εμείς στόμα εχομε, δντας χρειάζεται... Ξέρομε τή
δουλειά μας... 'Έννοια σας.
-" Αιντε στό καλό καί δπως είπαμε, τούς ε{πε ό αρχηγός.
-Νι'iστε καλά κι εσείς καί ό Θεός μαζί σας. Καί πfjραν τόν
κατήφορο.
'Ο Βολάνης γύρισε στόν Μανώλη.
- 'Ο Τάσιος τούς είπε τούς γύφτους «προνομιούχους». Τί
λές;
-Ξέρω κι εγώ; Θαρρω ξέρουν νά ζήσουν... Καλιά από μας...
Τίς άλλες δύο μέρες πέρασαν τρείς φορές αποσπάσματα
κοντά στό λημέρι. Δέν ε{δαν τίς πράσινες καλύβες, μά λίγο
ελειψε νά πέσουν πάνω τους. 'Ίσως κάτι ε{πε κανένας γύφτος
στούς Τούρκους. 'Αποφάσισε ό Βολάνης ν' αφήσει τό αγαπητό
του λημέρι.
'Αναρριχήθηκαν ώρες πολλές μέσα στό ατέλειωτο δάσος,
μακριά καί απ' τό προχειρότερο μονοπάτι. Οί Τουρκοι προτι­
μουσαν τά μονοπάτια καί μάλιστα τά καλά. Κοντά τό βραδάκι
βγfjκαν στή γυμνή ράχη, δπου τά καλύβια του Σαρακατσάνου
αρχιτσέλιγκα Σουλτογιάννη. Ήταν τόσο μεγάλος καί πλούσιος,
πού περνουσε γιά σουλτάνος... 'Ένας άλλος πάρα πέρα λεγόταν
Γεωργόπασας. Βρfjκαν στήν κατασκήνωση ήγεμονική αληθινά
φιλοξενία καί εκλεκτό φαγοπότι. Κατάφεραν οί Σαρακατσάνισσες
νά ετοιμάσουν γρήγορα πίτες, φαγιά, ψητά κλπ. Μά τό πρωί ενα
τσοπανόπουλο, πού ήταν μέ τό κοπάδι χαμηλότερα, εβγαλε μιά
δυνατή κραυγή λύκου, πού σήμαινε δτι ερχονται Τουρκοι! 'Η
ήγεμονική ύποδοχή, τά σουλτανικά φαγιά, πfjγαν αμέσως περί­
πατο... Ξαναμπfjκαν στό δάσος. Δέν πfjραν μαζί τους, στήν βία,
παρά λίγο ψωμί καί τυρί. Πίστευαν δτι θά ξαναγύριζαν ως τό
μεσημέρι στίς πλούσιες καλύβες μέ τά εκλεκτά φαγητά. Μά
καλοστρώθηκαν τώρα εκεί οί Τουρκοι ... 'Όχι μόνο τούς εδιωξαν
στό δάσος, μά καί τούς αντικατέστησαν στό φαγοπότι καί
χόρτασαν ψητά, τυριά, πίτες κλπ.
Περιπλανήθηκαν δύο μέρες στό δάσος νηστικοί, κάτω απ'
τήν πράσινη σκέπη του. Ειχαν μείνει μικρά στρατιωτικά τμή­
ματα στίς σαρακατσάνικες κατασκηνώσεις, γιά νά τίς επιτηρουν.
124

ΕΙχαν παρθεί δλα τά μέτρα γιά νά εμποδισθεί ή εξαγωγή τροφών
άπ' τά χωριά. 'Απαγορεύθηκε στά μαντριά νά εχουν περισσό­
τερο άπό μισό πλαστό ψωμί τήν ήμέρα. Οί εσκιάδες επρεπε νά
τραφοϋν στό δάσος τους μέ καθαρό άέρα, κρύα νερά καί μέ φύλλα
δέντρων!
Τήν τρίτη μέρα είπε ό Χρήστος Μπεσιστάνος η 'Αράπης του
άρχηγοϋ.
-Δέν παμε, καπετάνιε, στήν Καρατζόβα, στό Μπάχοβο; Νά
βροϋμε ήσυχία.
-Ξέρεις τόν δρόμο Χρηστο; 'Έχεις πάει;
-'Όχι!
-Πώς θά παμε τότε;
-Θά ξέρει δ Σουδίας.
Ό Σουδίας άπό τή Γραδέσνιτσα, ψηλόλιγνος, σωστός πετσί
καί κόκαλο, ήταν εξαίρετος όδηγός, πού ηξερε καλά δλο τόν
γύρω τόπο καί περίφημος δρομέας πού μποροϋσε νά μεταφέρει
μιά διαταγή ενωρίτερα καί άπό εναν καβαλάρη. Τόν ρώτησε ό
Βολάνης!
-Ξέρεις τόν δρόμο, Σουδία; 'Έχεις πάει στό Μπάχοβο;
Κούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
-" Α! Τό Μπάχοβο, πολύ καλό ( .... ).
Ρώτησε ό Βολάνης καί τόν Πετρούση, επίσης άπό τή Γρα­
δέσνιτσα.
-'Εγώ ντέν εχει πάει στό Μπάχοβο... Μά ξέρει τό ντρόμος...
Μπάχοβο, πολύ καλό.
Οί δύο φοροϋσαν τά χωριάτικα γιά νά μποροϋν νά κινοϋνται
ελεύθερα σέ περίπτωση άνάγκης. Φανατικότατοι 'Έλληνες, δέν
κατόρθωσαν νά μάθουν καλά τά ελληνικά. Τούς πείραζε γι' αυτό
ό 'Αράπης, πού ήταν άπό μεσοβέζικο χωριό, άσύγκριτα κατώ­
τερο σέ πίστη καί άφοσίωση άπ' τήν άφθαστn Γραδέσνιτσα.
Ε{χε μάθει τά ελληνικά μέ τούς Κρητικούς καί τά μιλοϋσε συχνά
μέ κρητικούς ίδιωματισμούς. 'Α?!,_qφάσισαν ν' άλλάξουν κατοι­
κία καί νά μετακινηθοϋν στό Μπάχοβο η άκριβέστερα στά
μαντριά του. Είχε τό Μπάχοβο καί τό μεγάλο προσόν δτι άνηκε
στό βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Οί πασάδες του δέν είχαν τήν
125

ϊδια λύσσα εναντίον του Σώματος, μέ τούς πασάδες του Μονα­
στηριου, ουτε θά μπορουσε νά χώσει εκεί τή μύτη του ό 'Εμβέρ.
Καβαλίκεψαν τήν ύψηλή καί απότομη κορυφογραμμή, πού
χώριζε τά δύο βιλαέτια κάί χωρίζέι σήμερα τήν 'Ελλάδα καί τή
Γιουγκοσλαβία. 'Εκεί εσπασε τό Βουλγαρογερμανικό μέτωπο
τόν Σεπτέμβρη του 1918 καί άρχισε ή κατάρρευση της καϊζερι­
κης Γερμανίας καί των συμμάχων της.
'Απλώθηκε μπροστά τους ό κάμπος της 'Αλμωπίας ή 'Αρι­
δέας μέ τά πολλά νερά, τά χωριά, τίς πιπεριές, τά καλαμπόκια, τά
φασόλια του. Στό βάθος εκλειναv τόν όρίζοντα τά βουνά της
Τζένας καί του Σκρα.
"Άρχισαν νά κατεβαίνουν ενθουσιασμένοι καί ξέγνοιαστοι.
Σιγανοτραγουδουσαν. Μά τά μαντριά καί τά καλύβια του Μπαχό­
βου πουθενά δέν φαίνονταν.
-Πουν�ι τά καλύβια του Μπαχόβου, Σουδία; ρώτησε ό
αρχηγός.
-Έντω!
-Που εντω; Δέν βλέπω ουτε ενα μαντρί ή καλύβι. Πα.με
καλά, μωρέ Σουδία καί Πετρούση;
Κούνησαν καταφατικά τά κεφάλια μέ κάποιον δμως δισταγμό
καί αβεβαιότητα. Καί επρεiτε νά πατουν σίγουρα καί χωρίς καμιά
αμφιβολία στήν περιοχή του Μπάχοβου, γιατί ύπηρχαν εκεί
κοντά τούρκικα χωριά καί θά κινδύνευαν τόν εσχατο κίνδυνο, αν
παραστράτευαν καί επεφταν σέ κανένα από δαϋτα.
Μπήκαν στό καινούργιο δάσος, επίσης μεγάλο καί πυκνό από
όλόισα πεϋκα καί πελώριες όξυές. Πήγαιναν τώρα μέ πολλή
προσοχή.
Ξάφνου δέχθηκαν λίγες τουφεκιές. 'Έπεσαν καταγής καί
απάντησαν χωρίς νά βλέπουν τόν εχθρό. Οί τουφεκιές συνεχί­
σθηκαν αραιές. Κάποτε καί αλάργευαν. Θάταν λίγοι οί αντίπαλοι
καί ύποχωρουσαν αθέατοι· στό δάσος. «ΕΙναι κομιτατζήδες»,
φώναξε κάποιος. «"Αν ήταν Τουρκοι θαπεφταν όμοβροντίες».
Τινάχθηκαν αμέσως δλοι δρθιοι καί ξεχύθηκαν πρός τά πίσω.
ΕΙχαν πάρει γενικά τόν αέρα των κομιτατζήδων. Μέ δυσκολία
τούς συγκράτησε ό Βολάνης. Σταθητες, βρέ παιδιά, φώναξε. Νά
126

ιδουμε πρώτα που βρισκόμαστε. Στά σύνορα του Μπαχόβου η
άλλου;
Ρώτησε τόν Σουδία. Εfχε δμως τά μάτια σκυμμένα καταγης...
'Ο γιγαντόσωμος 'Αράπης, ό μόνος φουστανελοφόρος του
Σώματος πετάχθηκε δρθιος νά πιάσει εναν βράχο. «Πέσε κάτω
παλιοαράπη», του φώναξε ό Βολάνης. Οί τουφεκιές δμως από
κείνη τή στιγμή αραίωσαν περισσότερο καί ευθύς επειτα σταμά­
τησαν.
Ό Μαυρογένης πού πήγαινε σκυφτός πηρε από κάτω εναν
άδειο κάλυκα καί φώναξε:
-Ε{ναι από δικά μας Μάνλιχερ Σινάουερ.
Σταμάτησαν δλοι περίεργοι. Πηρε τόν κάΧυκα ό αρχηγός καί
συμφώνησε. Εfπε δμως: «Μπορεί νά εχουν καί οί κομιτατζηδες
ιδικό μας Μάνλιχερ άπό κανένα σκοτωμένο». 'Ο Τζέκος δμως
καί ό Κονδυλάκης βρηκαν όλάκερες άδειες δεσμίδες του ίδιου
δπλου. Σταμάτησαν πιά κι άπ' τίς δυό μεριές οί πυροβολισμοί.
'Ακούσθηκαν καί μερικές μπερδεμένες φωνές άπ' τό δάσος.
Φώναξε κaί ό Βολάνης.
-Τί ε{στε, μωρέ σείς, εκεί κάτω; 'Ακαθάριστη καί μπερδε­
μένη ήταν πάλι ή απάντηση.
Σηκώθηκε όλόρθος πάνω στόν βράχο ό 'Αράπης καί μέ τή
δυνατή φωνή του ρώτησε ελληνικά καί βουλγαρομακεδόνικα:
-'Έλληνες είστε γιά Βούλγαροι;
'Ακούσθηκε τώρα καθαρή μιά φωνή:
-Ε{στε αντάρτες του Μορίχοβου;
-Είμαστε του καπετάν Βολάνη.
-Κι εμείς είμαστε του καπετάν Τσάτσου.
Οί δύο άρχηγοί άγκαλιάσθηκαν καί φιλήθηκαν γιά λογαρια­
σμό καί των άλλων.
Ό Τσάτσος άπ' τούς Προμάχους ε{χε εξι �ντρες, στενούς
συγγενείς του. Μαζί του ήταν καί ό Ζαρκάδας, παλιός «κλέφτης»
άπ' τά μέρη της Δεσκάτης των !)εβενων. Ό Τσάτσος ελεγε:
-'Εγώ είπε... 'Όχι... Μή... Νά ιντουμε πρώτα. Μά ό Ζαρκά­
ντρας εριξε ... Ζαρκάντας γέρος μέ μυαλό παιντί...
Καί ό Ζαρκάντας ε{πε κάνοντας τόν σταυρό του:
127

-Δόξα τφ Θεtρ!... Δέν είχαμε αϊματα... 'Εμένα δέν μου
ξεφεύγει σφαίρα... Βοήθησε ή Παναγία... καί ξανάκανε τόν
σταυρό του. -Λέγαμε νά σας παρασύρομε χαμηλότερα, δπου θά
παίρναμε ένίσχυση άπ' τά μαντριά καί τίς καλύβες... Τό χωριό
είναι μακριά.
-'Έννοια σου, του άποκρίθηκε ό Βολάνης. Τρυπήσατε πολ­
λές κάπες. Μιά σφαίρα πέρασε ξέφορτση άπ' τή μασχάλη του
Πετρούση καί τήν αίμάτωσε. Μιά άλλη τρύπησε στήν άκρη τό
ύπόδημα του Κόσυβα καί τό γέμισε αϊματα.
-'Ο Θεός μας φύλαξε άπό χειρότερα. Καί ξανάκανε τόν
σταυρό του. Τόν μιμήθηκαν καί δλοι οί άλλοι.
Τό Σώμα του Βολάνη βρήκε στό βιλαέτι της Θεσσαλονίκης
ήσυχία καί άσφάλεια πού τήν εlχε χάσει τόν τελευταίο καιρό στό
Μορίχοβο.
(«Κρυψάνες»)

128

15. ΝΑΚΗΣ ΚΟΛΙΝΤΣΑΣ
'Απόσπασμα κυνηγών του τουρκιιωυ στρατου ε{χε στήσει
ενέδρα μιά καλοκαιρινή νύκτα του 1906 στή ρεματιά πάνω άπ' τό
Μεγάροβο. Βασίλευε άπόλυτη σιωπή καί ήσυχία. Κάπου κάπου
άκούονταν άπ' τό χωριό μακρινά γαυγίσματα. Οί στρατιώτες
κολλημένοι πίσω άπ' τούς βράχους βουβοί κι άκίνητοι δέν
εδιναν κανένα σημείο ζωfjς θά νόμιζε κανείς πώς ε{χαν κι αυτοί
άπολιθωθεί.
Κάτω στό βάθος της ρεματιάς, λίγα μέτρα χαμηλότερα ά­
σπριζε τό μονοπάτι. 'Όσοι θά ε{χαν τήν κακή τύχη νά μπουν
στήν ποντικοπαγίδα αυτή, ήταν καταδικασμένοι, όσοδήποτε
πολλοί καί γενναίοι κι αν ήταν.
Ξάφνου άκούστηκαν ελαφρά καί γοργά βήματα. 'Από ψηλά,
άπ' τήν άρχή της ρεματιάς πρόβαλε ενας άγνωστος πού κατέ­
βαινε άπ' τό βουνό. Φορουσε γουρουνοτσάρουχα. Φαινόταν
βιαστικός. Που καί που δμως σταματουσε κι εγύριζε όλόγυρα τό
κεφάλι του σάν νά ε{χε μυριστεί κάποιον κίνδυνο.
. 'Όταν εφθασε στό καρτέρι άντήχησε ενα τραχύ αλτ καί
συγχρόνως πολλές κάννες εκαμαν τήν εμφάνισή τους άνάμεσα
άπ' τούς βράχους. Ό άγνωστος κοκκάλωσε στή θέση του.
Μερικοί στρατιώτες κατέβηκαν γλήγορα κάτω καί κρατώντας
τον άπ' τά χέρια τόν εφεραν επάνω στόν άρχηγό τους.
-· Από που είσαι; τόν ρώτησε σιγά εκείνος, ενας νεαρός
ύπολοχαγός του πεζικου, άπό τούς Τούρκους άξιωματικούς της
νέας σχολής, πού εκρυβαν κάτω άπό τό λουστρο του εξευρωπαϊ­
σμένου δλα τ' άγρια ενστικτα πού άπέδειξαν άργοτερα στούς
'Έλληνες καί τούς 'Αρμενίους της
·-· Μ. 'Ασίας.
-· Απ' τό Μεγάροβο.
-Πως λέγεσαι;
-Νάκης Κολίντσας.
9

129

-Τί δουλειά κάνεις;
-'Έχω μικρομπακάλικο στό χωριό.
-Μπορείς νά μας πείς πουθε ερχεσαι καί τί γυρεύεις τέτοια
ώρα στό βουνό;
-'Έχασα τήν αγελάδα μου καί βγfjκα νά τήν ζητήσω.
-Περίμενα τήν απάντηση αυτή. Γι' αυτό καί μπακάλης εσύ
φόρεσες γουρουνοτσάρουχα. 'Έλα αφ 'στα αυτά. Δέν εχουν πέρα­
ση. Πές μου καθαρά που ακριβώς βρίσκονται τώρα οί αντάρ­
τες.
-Δέν ξέρω μπέη μου. Οϋτε ι'iκουσα οϋτε ε{δα αντάρτες.
-'Επιμένεις λοιπόν νά μας κοροϊδεύεις; Νά ίδουμε ποιός θά
βγεί στό τέλος ζημιωμένος.
-Δέν ξέρω τίποτα.
-Καλά. Τό περίμενα κι αυτό. 'Έχομε καιρό καί θά λογαριαστουμε.
Του εκαμαν επειτα λεπτομερή ερευνα χωρίς δμως αποτέ­
λεσμα.
Δυό στρατιώτες του εδεσαν όπισθάγκωνα τά χέρια. 'Ένας
τρίτος διατάχθηκε νά κρατάει, διαρκώς τήν ι'iκρη του σχοινιου.
Ό ύπολοχαγός πfjρε τότε τό δπλο ενός στρατιώτου καί του
εδωσε στά πλευρά κάμποσες δυνατές κοντακιές πού τόν εκαμαν
νά λιγοθυμήσει από τόν πόνο.
-Πάρτες αυτές γιά μεζέ. "Αν εχεις τήν κακή τύχη νά μή
πέσουν απόψε οί αντάρτες στά χέρια μου, θά πίiμε αϋριο τήν
αυγή νά τούς ζητήσουμε μαζί στό βουνό. Κι αλίμονό σου αν δέν
τούς βρουμε. Θά μείνεις γιά πάντα εκεί νά ζητας τήν αγελάδα
σου.
'Η σιωπή άπλώθηκε πάλι στό καρτέρι. Δέν πέρασε πολλή ώρα
κι ακούστηκαν πάλι βήματα, αυτή τή φορά πολλά καί βαριά.
Ξεχώριζε καθαρά ό κρότος πού κάνουν οί μπρόκες καί τά χονδρά
ύποδήματα πάνω στήν πέτρα. Κατέβαιναν από ψηλά κι όλοένα
πλησίαζαν. 'Απ' τήν καμπή πού ήταν στήν αρχή της ρεματιίiς
πρόβαλε πρώτα ενας, επειτα δεύτερος, επειτα τρίτος, τέταρτος,
πέμπτος. 'Ο θόρυβος των πολλων βημάτων πρόδιδε πώς πίσω
τους ακολουθουσαν κι ι'iλλοι πολύ περισσότεροι. Φορουσαν
130

κάπες. ΕΙχαν κι δπλα πού διακρίνουνταν άπό τίς άναλαμπές τους
στό φως του φεγγαριου.
Πάνω στό καρτέρι μπορουσες ν' άκούσεις καί τή μύγα ν'
άνασαίνει.
'Ο Νάκης άκουσε τά βήματα αύτά, πού άλλωστε τά περίμενε,
κι ενοιωσε νά παγώνει τό αίμα στίς φλέβες του. Μέ τά μάτια τfjς
ταραγμένης φαντασίας του ε{δε ξαφνικά τή ρεματιά γεμάτη
σαράντα αίματωμένα πτώματα άνταρτων, είδε τόν θρίαμβο των
Τούρκων πού περιέφεραν τά δπλα καί τ' άσημικά τους, τή χαρά
των Βουλγάρων καί Ρωμούνων, τό βαρύ πένθος των 'Ελλήνων.
Τήν ίδια στιγμή μιά άλλη σκέψη πέρασε γοργά άπ' τό μυαλό του
πού τόν εκανε ν' άνατριχιάσει. Δέν θά τόν θεωρουσαν δλοι αύτόν
γιά προδότη καί δολοφόνο των σαράντα παλικαριών; Σάν τρελός
τότε ό Νάκης ξεπετιέται στήν κορυφή των βράχων προτου
προφθάσει ό στρατιώτης νά τόν συγκρατήσει κι άπό κεί ψηλά
δρθιος μέ τά χέρια δεμένα πάντοτε πίσω βάζει μιά άγρια φωνή.
«Πίίίσω, παιδιά, πίίσωω γλήγορα... 'Η ρεματιά ε{ναι πιασμένη
άπ' τούς Τούρκους. Πίίσω γιά τ' όνομα του Θεου».
Οί άντάρτες στήν πρώτη αύτή άπροσδόκητη κραυγή σταμά­
τησαν καί ετοίμασαν τά δπλα τους. 'Έπειτα σάν τήν άναγνώρι­
σαν άρχισαν νά ύποχωροϋν. Οί δυό τελευταίοι εγιναν ήδη
άφαντοι πίσω άπ' τήν καμπή. 'Ένα παράγγελμα τότε άκούστηκε
καί ογδόντα μάουζερ liστραψαν κι εβρόντησαν διά μιας. Ή
σιγαλιά τfjς νύχτας κι ό άντίλαλος τfjς ρεματιiiς ετριπλασίασε
τόν βρόντο τους. 'Ένας άντάρτης εμεινε στόν τόπο. 'Ο Νάκης
κατρακύλησε άπό ψηλά άπ' τούς βράχους κάτω στό βάθος τfjς
ρεματιiiς.
Τήν μεθεπομένη ή επίσημη εφημερίδα τfjς Νομαρχίας Μονα­
στηρίου εγραφε: Του γενναίου καί ενδόξου Αύτοκρατορικου
Στρατου επίλεκτον άπόσπασμα ύπό τήν διοίκηq_ιν του ήρωικου
ύπολοχαγου 'Ετέμ βέη συγκρουσθέν διαρκούσης τfjς προπαρελ­
θούσης νυκτός επί του όρους ϋπε,12..�εν τfjς κωμοπόλεως Μεγαρό­
βου μετά κακοποιου συμμορίας 'Ελλήνων ληστανταρτων εξό­
ντωσε ενα λησταντάρτην άγνώστου ονοματεπωνύμου καί επότισε
δι' άφθόνων ίχνων αϊματος των συντρόφων του τήν ίεράν ταύτην
131

γην, τήν όποίαν οί άνίεροι πόδες των ρυπαίνουσι. 'Εν τφ τόπφ
της συγκρούσεως ευρέθη νεκρός καί εlς κάτοικος Μεγαρόβου
άκούων είς τό δνομα Νάκης Κολίντσας συνεργαζόμενος μετά
των ληστανταρτων καί εξυπηρετων τούς σκοτίους αυτών σκο­
πούς. Τό ήρωικόν άπόσπασμα κατεδίωκε κατά πόδας τούς επωφε­
ληθέντας του σκότους καί των εδαφικών άνωμαλιων κακοποιούς,
εύελπιστουμεν δέ, δτι λίαν προσεχώς θέλομεν εισθαι είς τήν
εύχάριστον θέσιν ν' άvαγγείλώμεν τήν πλήρη έξόντωσιν των
κακοποιών, οϊτινες διαταράττουσι τήν ήσυχίαν καί γαλήνην των
πιστών υπηκόων καί επιβουλεύονται τήν ευημερίαν, ής ουτοι
άπολαύουσι υπό τήν πατρικήν αίγίδα της Α. Αυτοκρατορικής
Μεγαλειότητος του Σουλτάνου, ου μακρά τά ετη.
Λίγες μέρες άργότερα στή γειτονιά του μακαρίτη του Νάκη
γινότqν γάμος. 'Αργά τή νύκτα τό σπίτι του γαμπρου επλεε στά
φώτα κι άπ' τ' άνοικτά παράθυρά του ξεχύνονταν εξω τραγούδια,
βιολιά κι ό ρυθμικός κρότος του χορου. 'Έξαφνα εμφανίζεται τά
μεσάνυχτα άθόρυβα σάν φάντασμα ό 'Ετέμ μπέης μ' ενα τμήμα
των άνδρων του καί περικυκλώνει τό σπίτι. 'Εκεί μέσα στήν
άρχή σημειώθηκε κάποια συγκίνηση καί ταραχή. 'Αλλά γλή­
γορα ξανάρχισαν τόν χορό καί τά τραγούδια σάν νά μήν ε{χαν
νοιώσει τήν παρουσία τους. Κατέβηκαν επειτα κάτω ό γαμπρός,
ό πατέρας του, ή μητέρα του κι ό κουμπάρος κι ε{παν στόν
υπολοχαγό.
- 'Ορίστε, μπέη, επάνω νά πάρετε κανένα γλυκό η κρασί.
Νέος κι άνύπανδρος ε{σθε καί σείς.
-Ευχαριστώ. Πήγαινα μέ τούς ι':iνδρες μου περίπατο ως τό
δάσος. Μ' ι':iρεσαν τά τραγούδια σας καί στάθηκα νά τ' άκούσω.
-Περάστε λοιπόν επάνω νά τ' άκούσετε άπό κοντά. Εlναι
ντροπή μας νά μείνετ' εξω.
'Ο άξιωματικός δέν εφερε πολλές ι':iλλες δυσκολίες καί μπήκε
μέσα μέ συνοδεία δυό λοχιών. Οί ι':iλλοι ι':iνδρες εμειναν στίς
θέσεις τους καταμαγεμένοι ίσως κι αυτοί άπ' τή μελωδία των
τραγουδιών καί του χορου.
'Επάνω στή σκάλα τόν περίμενε ή νύφη μέ μιά λάμπα στό
132

χέρι. Ήταν ενα όλόδροσο καί χαριτωμένο κορίτσι, πού ή
άθωότητά του ήταν περιχυμένη έπάνω του, όπως κι ή άσπρη
νυφική του στολή. Του εδωσε χαμογελώντας τό χέρι καί του ε{πε
ελληνικά, «στίς χαρές σου, μπέη».
-Εύχαριστω, άπάντησε έκείνος. 'Ήξευρε λίγα ελληνικά.
Μπροστά ή νύφη μέ τή λάμπα στό χέρι τόν όδήγησε στό
δωμάτιο πού ήταν τά κορίτσια, οί νέες γυναίκες κι οί νέοι. Ό
ύπολοχαγός βρέθηκε σέ στενόχωρη θέση. Ε{χ' ελθει μέ διαθέ­
σεις κάθε άλλο παρά καλές ϋστερα άπ' τήν πληροφορία πού του
εδωσε άργά τή νύκτα ενας Ρουμάνος, πώς στόν γάμο ήταν κι
έχόρευαν τρείς άντάρτες, πού ό ενας ήταν μονόφθαλμος. 'Έβλεπε
τώρα τήν προθυμία, τήν εύγένεια καί τήν καλοσύνη των άνθρώ­
πων αύτων καί συγκινήθηκε. Οί παραδόσεις των παλαιών Τούρ­
κων κι 'Αλβανών, πού δέν έπέτρεπαν ν' άγγίξουν οϋτε τρίχα άπό
τό σπίτι πού φιλοξενούντανε, ξύπνησαν μέσα του. 'Ίσως οί
πληροφορίες του Ρουμάνου ήταν γέννημα της φαντασίας του,
της φυλετικfjς εχθρας. 'Έκαμε τήν παρατήρηση στόν γαμπρό νά
μή σταματήσει ό χορός έξ αιτίας της παρουσίας του.
-'Όχι, βέβαια. Θά χορέψετε μάλιστα καί σείς.
-'Εγώ δέν ξέρω χορό. Ζουμε βλέπετε στά βουνά άπασχολημένοι μέ άλλα πράγματα.
-Δέν μπορείτε νά μή ξέρετε. Στή σχολή μαθαίνετε. Τό ξέρω
καλά. 'Εμείς ράβουμε τά ρουχα των μαθητών της στρατιωτικfjς
σχολfjς. 'Η συνήθειά μας είναι νά χορέψουν όλοι δσοι είναι
στόν γάμο.
Ήρθε ή νύφη καί τόν σήκωσε. Στή σχολή ε{χε πάρει πραγμα­
τικά κι αύτός μαθήματα χορου. 'Αφ' δτου δμως άποφοίτησε κι
εγινε άξιωματικός, μιά φορά μόνο είχε άξιωθεί νά χορέψει
μεθυσμένος σ' ενα καφεσαντάν μέ μιά Αύστριακιά τραγουδί­
στρια. Τώρα πρώτη φορά επρεπε νά χορέψει μέ _μιά γυναίκα άπό
σπίτι. Θά προτιμουσε ν' άρνηθεί. Μά φοβήθηκε μήπως χαρακτη­
ρισθεί στά μάτια των πολιτισμέ';'�V αύτων χωρικών βάρβαρος κι
αύτός δπως οί άλλοι Τουρκοι. 'Αναγκάστηκε λοιπόν νά ύποκύ­
ψει μέ τήν ψυχική διάθεση καταδίκου, πού πηγαίνει στήν.
κρεμάλα. Είχε γίνει περισσότερο άσπρος κι άπ' τό νυφικό

133

φόρεμα της ντάμας του. Εύτυχώς ή νύφη •χόρευε καί τόν δδη­
γουσε καλά. 'Ύστερα απ' τούς πρώτους γύρους ξαναβρήκε τό
ηθικό του κι άρχισε νά τά καταφέρνει. Δυό άλλα κορίτσια, φίλες
της νύφης, τόν χόρεψαν διαδοχικά. Κάθησε σέ μιά καρέκλα νά
πιεί ενα κρασί καί ν' ανάψει ενα τσιγάρο. Ήταν πληρέστατα
ίκανοποιημένος. Ε{χε αποδείξει πώς ήταν καλός αξιωματικός καί
καλός χορευτής. Δέν του χωρουσε πιά καμιά αμφιβολία πώς οί
πλούσιοι αύτοί νοικοκυραίοι δέν μπορουσαν νά εχουν μέσα στό
σπίτι τους καί στό γάμο τους λησταντάρτες. Πώς ήταν δυνατό νά
κρατήσουν τήν ψυχραιμία δλοι τους, ακόμα κι ή νύφη καί τά
κορίτσια καί νά συνεχίσουν αδιάκοπα ενα τόσο αθώο καί πολιτι­
σμένο γλέντι; 'Ασφαλώς ό Ρουμάνος καταδότης τόν γέλασε.
Σηκώθηκε καί κάλεσε λίγο παράμερα εναν απ' τούς δυό
λοχίες γιά νά τόν στείλει νά λύσει τήν πολιορκία. Κείνη δμως τή
στιγμή επεσε τό μάτι του σ' εναν άνθρωπο μονόφθαλμο πού , ταν
χωμένος σέ μιά άλλη κάμαρα ανάμεσα σέ γέρόυς καί γριές.
Ξύπνησαν τότε μέσα του δλες οί ύποψίες καί τ' άγρια ενστικτά
του. 'Αγανακτουσε ίδίως κατά του εαυτου του, διότι λίγο ελειψε
νά τόν κοροϊδέψουν οί πονηροί αύτοί ραγιάδες μέ τήν ψευτοπερι­
ποιητικότητα καί τήν απίστευτη ψυχραιμία τους. Πέταξε τώρα
τό προσωπείο _του πολιτισμένου καί παραγγέλνει του πατέρα του
γαμπρου νά καλέσει τόν μονόφθαλμο. Ήταν ενας ψηλός ήλιοκα­
μένος άνδρας 25-30 τό πολύ χρόνων. Φορουσε ρουχα από ντόπιο
σαγιάκι.
-Τόν ξέρεις αύτόν τόν άνθρωπο;
-Πώς δχι; 'Αφου τόν εχω καλεσμένο στόν γάμο... Ε{ναι
χωριανός μας. Ζήσης Κόλας.
Ό ύπολοχαγός του μίλησε τούρκικα κι αρβανίτικα.
-Μπέη μου, δέν ξέρει παρά μόνο βλάχικα κι ελληνικά, δπως
κι δλοι οί χωριανοί μας, δσοι δέν δουλεύουν στό Μοναστήρι. Τό
παιδί εδώ ελειπε πολλά χρόνια στή Ρουμανία. 'Εκεί εχασε καί τό
μάτ_ι του καί τώρα δέν μπορεί ό καημένος νά παντρευτεί.
-Αύτά δέν μ' ενδιαφέρουν. 'Έχει επάνω του τό διαβατήριο ή
τq νοφούσι του; (πιστοποιητικό ταυτότητος).
-Κουβαλουν τέτοια πράγματα στούς γάμους, μπέη μου;
134

-Τότε θά περάσει τήν άποψινή νύχτα στόν στρατώνα.
-'Αμάν, μπέη μου! Λογάριασε τήν προσβολή πού γίνεται σέ
μένα καί στό σπίτι μου.
-Δέν ε{ναι μονάχα αύτός. ΕΙναι κι ίiλλοι δυό υποπτοι.
Μήπως ύπάρχουν κι ίiλλοι δω μέσα πού κατά τύχη δέν ξέρουν
ουτε τούρκικα, ουτ' άρβανίτικα, ουτε βουλγάρικα;
-Πολλοί, μπέη μου. Οί περισσότεροι χωριανοί μας δέν
ξέρουν παρά μόνο βλάχικα κι ελληνικά.
-Τό λέτε γιατί ξέρετε πώς ουτ' εγώ, οϋτε κανένας άπ' τούς
στρατιώτες μου ξέρουμε βλάχικα. 'Όλοι οί καλεσμένοι σου εΙναι
άπ' τό Μεγάροβο;
-ΕΙναι κι άπ' ίiλλα χωριά· τό Τύρνοβο, τήν Νιζόπολη, τήν
Μυλοβίστα καί τό Μοναστήρι.
-Πως νά κάμω λοιπόν τήν εκκαθάριση; Δέν μου μένει παρά
νά σας όδηγήσω δλους άπόψε στόν στρατώνα. "Αν προτιματε,
μένομε δλη τήν νύχτα εδω μέσα καί τό πρωί βλέπομε. Στέλνω
τώρα δυό στρατιώτες στό Μοναστήρι, ωστε τό πραιί νά βρίσκο­
νται άστυνόμοι κι ίiλλοι πού νά ξέρουν καί βλάχικα καί νά
γνωρίζουν πρόσωπα καί πράγματα. Σας ειδοποιώ μονάχα πώς οί
άνδρες μου κάτω εχουν διαταγή νά πυροβολήσουν δποιον επιχει­
ρήσει νά βγεί άπό δω χωρίς τήν ίiδειά μου.
-'Όπως διατάξετε, μπέη μου. 'Αλλά γάμος μέ πολιορκία
γίνεται; Κρίμα σέ μένα πού ράβω τόσα χρόνια τά ρουχα τfjς
στρατιωτικfjς σχολfjς.
Τά τραγούδια κι ό χορός είχαν πιά ξεψυχήσει. 'Ολόγυρα απ'
τό σύμπλεγμα του αξιωματικου, του πεθερου, του μονόφθαλμ�υ
καί των δύο λοχιών παράστεκαν δλοι κι δλες περίλυποι καί
πικραμένοι.
Τή στιγμή κείνη μπfjκε μέσα ό μουχτάρης (πρόεδρος) του
χωριου μαζί μέ δυό άζάδες (συμβούλους).
-Πήγαμε τά παιδιά σπίτι νά κοιμηθουν κι εμείς ξαναγυρί­
ζουμε πίσω γιά νά ξεφαντώσουμξ..φς τό πρωί. Καλά πού 'σαι καί
σύ εδω, 'Ετέμ-μπέη.
-" Αφ' στα αύτά, κύριε μουχτάρη. 'Έχομε τώρα κάτι σπου­
δαιότερο.
135

-Τί συμβαίνει λοιπόν; Καί στόν γάμο ερχεσαι γιά σοβαρά
πράματα;
-Δέν θά 'ρχόμουνα στόν γάμο γιά κέφι τά μεσάνυκτα. Οϋτε
σύ ερχεσαι γιά ξεφάντωμα. Σέ ξεσήκωσαν γιατί ακριβώς ήμουν
κι έγώ έδω.
-Στοιχηματίζω πώς κάποιος απ' τούς φίλους σου τούς
Ρουμάνους θά σ' εχει κοροϊδέψει πάλι.
-Δέν θέλω vi προσποιουμαι. 'Έχω πληροφορίες πώς δω
μέσα στόν γάμο βρίσκονται μεταμφιεσμένοι τρείς αντάρτες. Καί
χορεύουν κι αυτοί σάν καλοί ραγιάδες.
-Γιά τόσο κουτούς μας πfjρες, μπέη μου; Νά φέρουμε
αντάρτες σέ γάμο, μέσα σέ διακόσιους ανθρώπους, ανδρες γυναί­
κες καί παιδιά, πού αρκετοί είναι ξένοι από αλλα χωριά άπλως
καί μόνο γιά vά χορέψουν; Καί πότε δλα αυτά; Τήv έποχή πού
είσαι σύ στό χωριό μας πού φυλάγεις δσο δέv θά τό εκαμαν δέκα
τάγματα.
-Αυτό τό σκέφθηκα, είv' αλήθεια κι ί\γώ, απάντησε ό
αξιωματικός, κολακευμένος απ' τό δίκαιο έγκώμιο. Μά κάποτε
ετσι τά φέρνει ό διάβολος. Σεις πολλές φορές τό παρακάνετε.
'Έχετε αποθρασυνθεί. 'Η παρουσία του μονόφθαλμου αυτου πού
δέν ξέρει παρά μόνο ελληνικά καί δπως λέγει καί βλάχικα καί
δέν καταλαβαίνει καμιά απ' τίς αλλες γλώσσες, πού είναι τόσο
κοινές στά μέρη αυτά, δέv είναι γιά vά διαλύσει τίς ύποψίες μου.
-" Αν είv' αυτό, μπέη μου, σου φέρνω έγώ απ' τό χωριό μας
εκατό αvδρες καί τριακόσιες γυναίκες πού ξέρουν μόνο βλάχικα.
-'Οπωσδήποτε ό μονόφθαλμος, ό κύρ-Νάκης, δπως τόv
λέτε, θά περάσει τήν αποψινή νύχτα στόv στρατώνα. Τό ζήτημα
είναι πως θ' ανακαλύψω τούς αλλους δυό ϋποπτους.
-Δέν μένει παρά vά μας όδηγήσεις δλους μας, μαζί μέ τόν
γαμπρό καί τή νύφη, στόν στρατώνα, έκεί νά κάνουμε τόv γάμο,
γιατί δλοι εϊμεθα συνένοχοι, αφου χορεύουμε μέ αντάρτες.
-Αυτό είπα κι έγώ, εΙπε ό πεθερός.
-'Υπάρχει καί κάτι, απάντησε ο αξιωματικός. Νά στείλω
τόν μονόφθαλμο στόν στρατώνα καί vά μείνουμε δλοι δω μέσα ως
δτου ελθουv αϋριο αστυνομικοί απ' τό Μοναστήρι. 'Έχω ετοι136

μους δυό στρατιώτες νά τούς στείλω νά είδοποιήσουν. 'Ο γάμος
θά έξακολουθήσει ετσι έλεύθερα.
-Μαϋρος γάμος πού θά γίνει μέσα σέ κλουβί. 'Εγώ προτείνω
κάτι άλλο καλύτερο. Θά σοϋ δώσω εγγραφο ύπογραμμένο καί
σφραγισμένο από μένα καί τούς δυό αζάδες πώς έγγυούμεθα μέ τό
κεφάλι μας καί μ' δλη τήν περιουσία μας πώς δέν ύπάρχει ουτε
στό χωριό δλο, ουτε σ' αύτό έδώ τό σπίτι κανένα ξένο κι ϋποπτο
πρόσωπο κι αναλαμβάνουμε νά σοϋ φέρουμε αϋριο τό πρωί, ή
δποτε θελήσεις, τόν περίφημο αύτό μονόφθαλμο κι δποιον ίiλλο
απ' αύτούς πού εΙναι στόν γάμο, ζητήσεις.
'Ο αξιωματικός δέν απαντοϋσε. Βαριά σιωπή καί αγωνία
βασίλευε σ' δλα τά πρόσωπα.
"Αξαφvα ακούστηκαν δυνατά κλάματα της νύφης πού εΙχε
σωριασθεί σέ μιά καρέκλα στή γωνία.
-Μά τί εχει ή νύφη; Γιατί κλαίει; Δέν εχει νά πάθει τίποτε.
Δέν πρέπει νά φοβαται, εΙπε ταραγμένος ό αξιωματικός. ΕΙχε
συμπαθήσει τό όλόδροσο, εύγενικό κι αθώο αύτό κορίτσι.
-Δέν φοβαται, μπέη μου, απάντησε ό πεθερός της, ετοιμος κι
αύτός νά κλάψει. 'Αλλά θεωρεί κακό σημάδι στήv νέα της ζωή
δλ' αύτά πού γίνονται απόψε τήv νύκτα τοϋ γάμου της.
'Ο ύπολοχαγός κλονίστηκε.
-Μοϋ δίνεις, μουχτάρη, είπε τοϋ προέδρου, τό πιστοποιη­
τικό πού εΙπες; Σκέψου καλά. Μέ ξέρεις.
-Σοϋ τό δίνω καί τό παραδίνω αμέσως, απάντησε πρόθυμα
έκείνος. Τό ύπογράφω μέ τά δυό μου χέρια. Πίστεψέ με. Δέv
εχομε τίποτε. Μέ ξέρεις. Οί Ρουμάvοι σοϋ είπαν τά παραμύθια
αύτά γιά νά μας χαλάσουν τόν γάμο. Κάτσε ήσυχος νά γλεντή­
σουμε.
'Ο ύπολοχαγός ύπαγόρεψε κι ενας λοχίας εγραψε τό περίφημο
εγγραφο. 'Ο πρόεδρος κι οί δύο σύμβουλοι ύπέγραψαν κι εβαλαν
τίς σφραγίδες τους.
'Ο γάμος έξακολούθησε ως τ9..,πρωί. Οί στρατιώτες κι οί δυό
λοχίες εφυγαv νά κοιμηθοϋv. 'Ο ύπολοχαγός έχόρεψε κι ίiλλες
πόλκες. Έχόρεψε κι ό μονόφθαλμος.
Τήν άλλη μέρα παρουσιάζονται στό παλιό σχολείο, πού
117

έχρησίμευε τώρα γιά στρατώνας, ό πρόεδρος, οί δύο σύμβουλοι
κι ό πατέρας του γαμπρου.
-Σου φέραμε, μπέη, τόν μονόφθαλμο.
Ό μπέης μόλις τόν εΙδε κιτρίνισε καί πρασίνισε.
-Αύτός είναι;
-Αύτός, μπέη μου.
-Αύτό βάλλαχι δέν τόν περίμενα... Τό θράσος σας δέν εχει
δρια... Φέρνετε ενα γέρο στή θέση ενός νέου καί ψηλου.
-Δέν εχομ' άλλο μονόφθαλμο στό χωριό, μπέη. 'Ίσως τά
μάτια σας ήσαν ζαλισμένα στόν γάμο απ' τά πολλά φώτα. 'Ίσως
κι απ' τό κρασί.
-Μέ κάμετε λοιπόν καί μεθυσμένο! ... Αύτόν τόν παλιόγερο
τόν ξέρω, είναι ό πατέρας του Νάκη Κολίντσα. 'Έως ψές είχε τά
γένεια γιά τό πένθος του προκομμένου του γιου του. Τόν βάλατε
νά τά ξουρίσει καί νά φορέσει τά ρουχα αύτά γιά πρώτη φορά ένω
φορουσε πάντα τσιπούνια. Αύτός ξέρει καί τούρκικα κι αρβανί­
τικα καί βουλγάρικα. Τί θά γύρευε στόν γάμο; Προχθές μόλις
εθαψε τόν γιό του...
-Μήν στενοχωρείσαι, μπέη. Κάποια σύγχυση παθαίνετε.
Αύτό πού σας λέμε είναι αλήθεια... Πίστεψέ μας.
-Σκασμός... Φθάνει πιά... "Αν δέν ήταν μέρα καί κόσμος απ'
εξω θά σας διόρθωνα. Τό εγγραφό σας, βλέπετε, τό κάνω
κομάτια. Καθώς καταλαβαίνετε καί σείς καλύτερα από μένα δέν
εχω διάθεση νά ρεζιλευθω στό Μοναστήρι γιά τήν ψεσινή μου
βλακεία. 'Αλλά βάλλαχι μπίλλαχι σας όρκίζομαι καί στή στρα­
τιωτική μου τιμή θά μου τό πληρώσετε δλοι σας ακριβά.
Τήν ϊδια μέρα ό πρόεδρος, οί δύο σύμβουλοι κι ό πατέρας του
;'αμπρου εφευγαν μ' δλες τίς οικογένειές τους στό Μοναστήρι
δπου εμειναν εως δτου παράμενε στό Μεγάροβο ό Έτέμ-μπέης.
'Ο γέρο-μονόφθαλμος γύρισε στό φτωχόσπιτό του, δπου ή γριά
του κι ή χήρα του Νάκη μέ τά δυό μικρά κορίτσια της μέ πολλή
εκπληξη είδαν τήν μεταμόρφωσή του.
Δέν πέρασαν δμως πολλές μέρες κι ό γερο-Κολίντσας βρέ­
θηκε σκοτωμένος στό δάσος δπου εΙχε πάει μέ τό γαϊδούρι του
γιά ξύλα.
( « 'Η Γεωργίτσα»)
138

16. ΤΑ ΣΥΛΛΥΠΗΤΉΡΙΑ
· Ο γέρο Κουπτσης ήρθε πρωί πρωί απ' τό χωριό στήν Δράμα
μιά ζεστή μέρα στίς 14 Σεπτεμβρίου 1906. ΕΙχε κρεμασμένο στόν
γάϊδαρό του ενα μάλλινο τορβά μέ κομμάτια πίτα, αυγά, τυρί καί
μιά κάτασπρη καί αφράτη «πογάτσα». ΕΙδε στούς δρόμους
κάποια πρωινή κίνηση μεγαλύτερη από τήν συνηθισμένη. Μά
δέν της εδωσε σημασία. 'Ο λογισμός, τό μυαλό του ήταν
στραμμένα στόν γιό του "Αρμεν πού ήταν τώρα στή φυλακή της
Δράμας.
ΕΙχε καταδικασθεί σέ θάνατο απ' τό 'Έκτακτο «Δικαστήριο,,
της Θεσσαλονίκης, γιατί μέ κάποιο φίλο του σκότωσαν κάποιο
Βούλγαρο πού ετυχε νά συναντήσουν εξω στόν κάμπο. Γιά τήν
κακή τους τύχη βρέθηκαν εκεί κοντά δυό «σοβαρηδες» (εφιπποι
χωροφύλακες) πού τούς κυνήγησαν. 'Ο φίλος του ξέφυγε. 'Ο
"Αρμεν πιάστηκε.
Δέν ανησύχησε πολύ μέ τήν καταδίκη του ό γέρος. Τόν
διαβεβαίωσαν δλοι, δτι ήταν στά χαρτιά καί γιά τόν τύπο.
Σύντομα θά εβγαινε εξω. Πρίν τέσσερα-πέντε χρόνια δέν ε{χαν
βγεί πανηγυρικά απ' τίς φυλακές μέ αλλεπάλληλες αμνηστίες
πολλοί καί μεγάλοι κομιτατζήδες πού ε{χαν στή ράχη τους
παρόμοιες καταδίκες; (Ίντάμ). Ό μητροπολίτης του εδωσε νά
καταλάβει δτι θά εκαμναν κάθε προσπάθεια, δσα χρήματα καί αν
κόστιζε γιά νά τόν γλυτώσουν. 'Εφρόντιζαν μάλιστα καί νά τόν
μεταφέρουν στήν Δράμα γιά νά τόν εχει κοντά.
Τήν προηγούμενη μέρα εγινε ή «μεταγωγή». 'Η ύπόσχεση
του μητροπολίτη πραγματοποιήθηκε γρήγορα. -, Η γριά μόλις αργά τό 'μαθ,!!,γ στρώθηκε νά ζυμώσει καί νά
ψήσει τήν πίτα καί τήν πογάτσα. 'Αγρύπνησαν δλη τήν νύχτα.
'Έπρεπε νά δώσουν στό παιδί κάτι τό σπιτικό. Θά ερχόταν καί ή
139

ίδια στή Δρά.μα. Μά τό πρωί αρρώστησε. Τήν άλλη φορά δμως
θά σερνόταν καί θά πήγαινε.
'Ικανοποιημένος καί χαρούμενος ό γέρος τράβηξε ίσια στό
φιλικό του χάνι. τΗταν πολύ νωρίς ακόμα γιά τήν φυλακή. Τό
είχε πάρει απόφαση νά πάει επειτα καί στήν Μητρόπολη νά
ευχαριστήσει τόν μητροπολίτη. Θά του ελεγε: 'Έκαμες τήν μισή
δουλειά. Κάμε καί τήν άλλη. Βγάλτον απ' τήν φυλακή. Είναι
τόσο καλό παιδί! ... 'Όσο ,ίi::αί όμορφο. Δέν εχει τό ταίρι του σ'
δλο τόν ντουνιά.
'Έδεσε τόν γάιδαρο στό παχνί, του 'βαλε χορτάρι καί του
χάιδεψε τόν λαιμό. Γέρασες καί σύ καημένε, του ε{πε. Μά κάμε
κουράγιο. Θά έρχόμαστε τώρα συχνά στήν Δράμα.
Κρέμασε επειτα τόν τορβά στόν ώμο καί πηγε νά χαιρετήσει
τόν φίλο του χαντζη. Τόν βρηκε σκυμμένο στόν μπάγκο. Δυό
άλλοι Δραμινοί, πού εστεκαν όρθιοι του φάνηκαν κάπως ταραγ­
μένοι καί χλωμοί.
-Καλημέρα, ε{πε. Τί γίνεσαι; Ε{σαι καλά;
-'Εγώ; 'Εγώ καλά ε{μαι... Καλως ήρθες... 'Αποκρίθηκε ό
χαντζής σκυμμένος.
-Τί εχεις; Ε{σαι άρρωστος;
-'Εγώ; ... 'Όχι... Καλά ε{μαι. Μονάχα τό κεφάλι μου πονάει
καί · δακρύζουν τά μάτια.
-Νά βάλεις στά μάτια κρύο νερό. ΕΙναι ενα καί ενα.
-Θά βάλω.
'Ο γέρος ακούμπησε τόν τορβά καταγής, κάθησε σέ μιά
καρέκλα καί εβγαλε τήν τενεκεδένια ταμπακιέρα του νά στρίψει
τσιγάρο.
-Πάρε καί σύ, είπε του χαντζη. Ε{ναι πολύ καλός καπνός.
-Δέν θέλω ευχαριστώ.
-Πού λές εφερα κάτι γιά τό παιδί. Ξέρεις; Τόν εφεραν στήν
έδω φυλακή. 'Ανασκουμπώθηκε ή γριά καί ζύμωσε, εψησε τήν
νύχτα μιά πίτα καί μιά πογάτσα... 'Έπεσ.ε άρρωστη τό πρωί.
-τΗταν ανάγκη νά 'ρθείς ό ίδιος; Μέ τά γεράματα ... Νά τά
'στελνες... Θά τά πήγαινα έγώ.
-Τί λές; 'Έχω τόσο καιρό νά ίδω τό παιδί μου! Καί μ' άφηνε
140

ή γριά; Θά · ρχοταν καί αυτή αν δέν άρρώσταινε. Μά αϋριο θά
'ρθει. Θά ' ρθουμε μαζί. Τήν ξέρω εγώ.
Ό χαντζfjς εσκυψε άκόμα περισσότερο τό κεφάλι του στόν
μπάγκο.
Οί αλλοι δύο εφυγαν βιαστικοί.
-Τί επαθαν τουτοι; Ρώτησε.
-Τί νά πάθουν; Πfjγαν στήν δουλειά τους οί ανθρωποι.
Εfδε τότε ό γέρος πολύ κόσμο πού πήγαινε τρεχάτος πρός τήν
πλατεία.
-Που τρέχουν δλοι αυτοί; Ρώτησε.
-Χασομέρηδες... Ξέρει κανείς;...
-" Ας πάω κι εγώ. Νά σεργιανίσω καί λιγάκι... 'Έως δτου
άνοίξει ή φυλακή.
-'Όχι, όχι. Κάτσε εδώ. Καλά εΙσαι. Θά σου ψήσω ενα καφέ.
Εfσαι κουρασμένος, άποκρίθηκε ζωηρά ό χαντζfjς καί σηκώ­
θηκε, σφουγγίζοντας μέ τά μανίκια τά μάτια του.
-Καλά... Μά κάμε γλήγορα.
-Τί βιάζεσω; Εfναι καμιά ανάγκη; 'Εγώ θά 'λεγα... Νά σου
πω. Θά 'λεγα... ,Νά γύριζες καλύτερα σπίτι σου. Νά μή κουρα­
σθεις... Μήν τό ξεχνας εΙσαι γέρος... Θά 'βλεπες καί τήν γριά
πού τήν αφησες αρρωστη. Θά πάγω εγώ τόν τορβά στή φυλακή.
-Εrσαι στά καλά σου;... Ή γριά θά μέ κυνηγουσε μέ τή
σκούπα. Νά 'ρθω εδώ καί νά μήν ίδω τό παιδί μας;! Γίνεται;!
Μπfjκαν στό χάνι δυό γνωστοί του Δραμινοί.
-Καλά σοϋ λέει, ε{παν καί αυτοί. Πήγαινε σπίτι σου, στή
γριά σου. Λογαριάζαμε νά παμε καί εμεις στό χωριό. 'Έχομε
δουλειά... Θά πάρουμε λαντόνι. 'Έλα καί σύ. Γιά τόν τορβά καί
τόν γάιδαρο μή σέ νοιάζει.
'Ο γέρος εκαμε τόν σταυρό του.
-Τί πάθατε σήμερα;! Εfναι νά λέγεται;! Που άκούσθηκε;!
Κείνη τήν· στιγμή ακουσε μιά παρέα Τούρκους πού περνου­
σαν βιαστικά εξω στό δρόμο νά"Jlίλουν γιά κάποιο κρεμασμένο.
'Ο γέρος τινάχθηκε.
-Τί ελεγαν οί Τουρκοι; Γιά κάποιον κρεμασμένο μιλου­
σαν;
...
.
141

-'Ακους τόν κόσμο τί λέγει; Κουβέντες του δρόμου... 'Απο­
κρίθηκε ό χαντζής.
'Ο γέρος δμως ε{χε ταραχθεί.
Πήρε τόν λόγο ενας άπ' τούς δυό γνωστούς του.
-'Άκουσα έγώ πώς κάποιος κρεμάστηκε μοναχός του...
Γίνονται τέτοια πράγματα στίς πολιτείες. Στά χωριά δέν τά
εχετε... Γι' αύτό έμείς τώρα θά φύγουμε γιά τό χωριό. "Αν θέλεις
ελα κάί σύ. Τόσο τό καλύτερο. Μέ λαντόνι θά παμε.
-Μά πως μπορεί νά γίνει; Ξεχνατε πώς ήρθα γιά νά iδω τόν
γιό μου; Θά πάω κι έγώ μέ τόν κόσμο.
'Ήπιε βιαστικά τόν καφέ καί σηκώθηκε.
-Μωρέ κάτσε έδω. Καλά είμαστε, ε{πε ό χαντζής.
-'Όχι θά πάω.
-Στάσου νά πάρεις μιά ρακή.
-Δέν χρειάζεται.
-Χρειάζεται 1'.αί παραχρειάζεται. ΕΙσαι κουρασμένος καί
άυπνος.
-Πώ, πώ, θά μέ μεθύσεις.
_:'Έλα, πιέ.το σιγά - σιγά. Θά σου κάμει καλό. Ε{χες τόσο
καιρό νά μας ερθεις.
Τράβηξε δυό ρουφηξιές καί ξανασηκώθηκε. Προσπάθησαν
πάλι νά τόν κρατήσουν μά στάθηκε άδύνατο.
-Θέλω νά iδω καί μερικούς άλλους, ε{πε. 'Όπου νά 'ναι θ'
άνοίξει ή φυλακή.
Πυκνά κύματα κόσμου, οί περισσότεροι Τουρκοι, ξεχύνονταν
τώρα άπ' δλους τούς δρόμους πρός τήν πλατεία. Οί Τουρκοι
ήταν χαρούμενοι.
Ε{δε τήν πλατεία πλημμυρισμένη φεσάκια. Καί στό βάθος
κάποιον κρεμασμένο άπ' τό μεγάλο πλάτανο. 'Από κάτω χωρο­
φύλακες καί στρατιώτες κρατουσαν τό πλήθος σ' απόσταση.
Κάποιο μεγάλο βάρος εσφιξε τήν καρδιά του... Στύλωσε τά πόδια
καί κοίταξε ... Καί τί νά iδεί! Κρεμασμένος ήταν ό γιός του! Γι'
αύτό εχαιραν οί Τουρκοι. Τό «ντοβλέτι τους εδειξε τή δύναμή
του σ' ενα γκιαούρη». Μά δχι... Δέν μπορουσε νά 'ναι ό γιός
του... Ήταν πανώριος καί ό κρεμασμένος άσχημος... 'Έφερε τό
142

χέρι στά μάτια κι εδιωξε ενα μαυρο σύννεφο πού ξαφνικά τά εΙχε
σκεπάσει... 'Έκαμε μερικά βήματα εμπρός, νά ίδεί καλύτερα...
Τά μάτια του ορθάνοιχτα καί μεγάλα σάν νά 'θελαν νά βγουν απ'
τίς κόγχες. 'Όλο τό αΙμα ε{χε συγκεντρωθεί πάνω τους. Κι εύθύς
του ήρθε μιά καινούρια σκοτοδίνη. Δέν χwρουσε πιά αμφιβολία.
Κρεμασμένος ήταν ό γιός του... 'Όλο τό αfμα του διά μιας
χάθηκε. Τό πρόσωπό του εγινε πιό ασπρο απ' τά ασημένια
μαλλιά του. Πήγε νά πέσει.' Ο τορβάς του γλίστρησε κιόλας απ'
τόν ώμο καταγής.
Τόν κράτησαν οί δυό γνωστοί του Δραμινοί πού τόν ε{χαν
πάρει καταπόδι.
-Παμε, του ψιθύρισαν.
Σιγά - σιγά ενα κενό σχηματίσθηκε όλόγυρά του. 'Έμαθαν ό
ενας απ' τόν αλλο πώς ήταν ό «πατέρας». 'Αποτραβήχθηκαν μέ
σεβασμό καί οί Τουρκοι.
'Έτσι μόνος, κατάμονος, αντίκρυζε αφωνος πάντα καί ασάλευ­
τος τόν γέρο πλάτανο ετοιμος ν' αναμετρηθεί μαζί του. Ουτε ενα
βλέφαρό του κουνήθηκε. 'Ο ηλιος επεφτε όλόθερμος πάνω του
καί μέ τά κάτασπρα μαλλιά του εκαμνε ασημένιο φωτοστέφανο.
'Ένα κάν δάκρυ δέν ήρθε νά τόν ελαφρύνει.
Στάθηκε δρθιος καί απομονωμένος ωρα πολλή. Τόν κύτταζαν
δλοι. Αύτός κύτταζε μπροστά του τόν πλάτανο, δπως τό κενό.
'Ένας «πολίτσης» (αστυνόμος) πλησίασε νά τόν πάρει μά δέν τόν
αφησαν οί αλλοι Τουρκοι.
Κάποτε τέλος σύρθηκε μέ κόπο διπλωμένος σ' ενα γειτονικό
τούρκικο καφενείο. Σωριάσθηκε σέ μιά καρέκλα καί ζήτησε
ρακή. 'Άδειασε δυό ποτήρια. Ξέχασε νά πληρώσει. Καί ό
καφετζής δέν τόλμησε νά του τό ύπενθυμίσει. 'Έστριψε ενα
τσιγάρο, τό 'φερε στό στόμα καί τό αναψε. Μά εύθύς τό ξέχασε
καί εσβησε. Ξαναζήτησε ρακή. 'Ήπιε αλλο ενα_ποτήρι.
Σάν νά τόν πότισε τό οινόπνευμα δύναμη σηκώθηκε απότομα
καί ξεκίνησε μέ βήματα ύπνοβάτ:ι;� 1 πού γίνονταν όλοένα ασταθέ­
στερα γιά τήν «' Ιερά Μητρόπολη Δράμας».
'Εκεί βρισκόταν κείνη τήν ήμέρα μαζί μέ τόν Μητροπολίτη
Χρυσόστομο (τόν εθνομάρτυρα αργότερα της Σμύρνης) καί ό
143

«γραμματικός» του 'Ελλην. Προξενείου Καβάλας Μαυρομιχά­
λης, άξιωματικός του ναυτικου, πού ηξερε καί καλά τουρκικά.
Ε{χαν αίφνιδιαστεί κι αυτοί μέ τήν τόσο ξαφνική εκτέλεση. Καί
ήταν συντετριμμένοι. 'Ο Χρυσόστομος δέν κρατουσε τά δάκρυα.
Ήταν ό μόνος άπαγχονισμός πού ε{χε γίνει εως τότε στή Δράμα.
Ε{χαν κάμει πολλές καί επίμονες ενέργειες στην Πόλη καί στόν
Χιλμη πασα στήν Θεσσαλονίκη. Φαίνεται πώς οί δυό «πράκτο­
ρες», ό Ρωσος καί ό Αυστριακός, ε{χαν ζητήσει τήν άμεση
εκτέλεση.
Ξάφνου ταραγμένος ό κλητήρας της μητροπόλεως τούς ε{πε:
'Έρχεται ό γέρο Κουπτσης! ... Ό πατέρας...
Μητροπολίτης καί προξενικός «γραμματέας» τινάχθηκαν
σάν νά τούς κέντησαν πυρωμένες βελόνες. Δέν θά ήταν καθόλου
μικρή δοκιμασία ν' άντικρύσουν τόν σπαραγμό, τά δάκρυα, τά
κλάματα καί ίσως καί τίς φωνές καί διαμαρτυρίες του τραγικου
γέρου.
Ό Χρυσόστομος σφούγγισε τά μάτια καί προχώρησε νά τόν
ύποδεχθεί, νά τόν παρηγορήσει, μέ τήν άπόφαση νά πιεί «μέχρι
τρυγάς» τό πικρό ποτήρι.
Τόν ε{δε ν' άνεβαίνει κυρτωμένος καί τρικλίζοντας τά σκαλο­
πάτια. Σάν εφτασε δμως στήν πόρτα ορθώθηκε άπότομα καί .
μπήκε μέ τό άσπρο κεφάλι ψηλά, καί ορθάνοιχτα τά μεγάλα
μάτια. 'Ωστόσο δέν ε{δε τόν μητροπολίτη πού εστεκε ολόρθος
μπροστά του καί ε{χε άνοιχτά τά μπράτσα νά τόν άγκαλιάσει,
ενω δάκρυα αυλάκωναν τό πρόσωπό του. 'Έπεσε πάνω του.
Ταράχθηκε τότε, συνήλθε καί εσκυψε νά του φιλήσει τό χέρι. 'Ο
μητροπολίτης τό τράβηξε καί τόν φίλησε ελαφρά στό μέτωπο.
"Αφωνος καί άδάκρυτος ό γέρος πήγε καί επεσε σέ μιά πολυ­
θρόνα. 'Έριξε μιά άφηρημένη ματιά γύρω χωρίς νά βλέπει καί
πολλά πράγματα, άναστέναξε βαθιά καί εσκυψε τό κεφάλι.
Μητροπολίτης, «γραμματικός», πρωτοσύγκελλος, οί ύπάλληλοι
του γραφείου καί μερικοί παπάδες πού βρέθηκαν εκεί τόν κύττα­
ζαν μέ άμηχανία καί άγωνία, χωρίς νά ξέρουν τί νά κάμουν καί τί
νά ειπουν. Βαρειά σιωπή επικρατουσε άρκετή ωρα. 'Έπειτα ό
άμοιρος γέρος εβγαλε τήν ταμπακιέρα καί εστριψε τσιγάρο ενω
144

στήν ι'iκρη στά χείλη του σιγότρεμε τό παλιότερο σβησμένο. Τό
τσιγάρο του ευθύς άνοιξε... Πετάχθηκε τότε ό Μαυρομιχάλης καί
του πρόσφερε ενα καλό ετοιμο τσιγάρο της Ρετζη (Μονοπωλίου
καπνών). Ό κλητήρας τό άναψε.
Ό γέρος τράβηξε μιά δυνατή ρουφηξιά, κύτταξε όλόγυρά του
καί μέ ραγισμένη φωνή κι ενα χαμόγελο πικρότερο άπό ποτάμι
δάκρυα ε{πε τουρκικά, γιατί δέν ήξερε ελληνικά:
-Ντεσπότη. Τά συλλυπητήρια... Νά μέ συχωρέσεις ... Σέ
συλλυπουμαι... 'Έχασες τό καλύτερό σου παλικάρι, τό δεξί σου
χέρι... Ξέρεις τί παλικάρι ήταν ό "Αρμεν μου; ... 'Όσο ώραίος
τόσο καί γενναίος. Δέν θά ξαναγεννήσει ι'iλλη μάνα. 'Η καημένη
ή γριά του εψηνε ψές δλη τή νύχτα πίτα και πογάτσα... Τόν
κλαίω, τόν κλαίω... Σάν πατέρας. Μά περισσότερο κλαίω σένα
Ντεσπότη... Όρφάνεψες.
Ό μητροπολίτης τραβήχθηκε σ' ενα δωμάτιο νά κρύψει τά
δάκρυά του.
(«Χριστίνα»)

10

145

17. ΦΑΡΣΑ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
'Ο Βασίλειος Παπαγεωργίου «διδάσκαλος» καί «διευθυντής»
του «εξαταξίου αστικου σχολείου» της Μπελκαμένης (Δροσοπη­
γής) κατέβαινε μιά βροχερή μέρα του 'Οκτώβρη 1906, απ' τό
χωριό καβάλλα νά πάει στήν Φλώρινα.
'Η παλιά Δροσοπηγή ήταν σκαρφαλωμένη σέ μιά δασωμένη
απόμερη καί απόκρυφη πτυχή του Βίτσι. Οί Ήπειρ&τες, πού τήν
θεμελίωσαν, ε{χαν διαλέξει εκείνη τήν αετοφωλιά γιά νά ε{ναι
μακριά από Τούρκους καί τούρκικες ενοχλήσεις. 'Αναγκάσθη­
καν ν' αφήσουν γενέτειρα, σπίτια, κτήματα, τάφους καί νά
εκπατρισθουν απ' τίς αχαλίνωτες ύπερβασίες των Τουρκαλβα­
ν&ν.
Πήγαινε σιγά. 'Ο κατήφορος ήταν απότομος. Τό γέρικο
αλογο κοίταζε προσεκτικά αν ήταν σταθερή κάθε πέτρα ή τρύπα,
δπου θά 'βαζε τό πόδι του. Πίσω του ό αγωγιάτης Γιαννούλης
τόν καθοδηγουσε καί του 'δινε κουράγιο μέ αδιάκοπες κραυγές.
Πάνω τους οί όξυές ε{χαν κοκκινίσει καί πολλά ξηρά φύλλα
σέρνονταν στόν στενό δρομάκο. Πλάγιαζε μισοπεθαμένη καί ή
φτέρη.
'Ο Παπαγεωργίου ε{χε ανοιχτή μπροστά του τήν όμπρέλλα
καί εγερνε πίσω στό σαμάρι νά κρατήσει κάποια ίσορροπία.
-Μή φοβασαι δάσκαλε, του ελεγε ό αγωγιάτης Γιαννούλης.
Τό αλογό μου ε{ναι παλιό. Ξέρει καλά τόν δρόμο.
'Ο δάσκαλος τόν κοίταζε πάνω απ' τά ματογυάλια, σκούπιζε
τά ψαρά μουστάκια καί του απαντουσε.
-'Έχε τό νου σου, Γιαννούλη... Καί τά μάτια ανοιχτά... Γιά
δλα...
'Έπρεπε νά προσέχουν γιατί πολλά ε{χαν νά φοβηθουν. Μπο­
ρουσαν νά συναντήσουν Τούρκους... Ό Παπαγεωργίου ε{χε
λόγους νά θέλει νά τούς ίδεί από μακριά γιά νά προλάβει νά
146

παραχώσει στά κλαδιά κάποια επιλήψιμα καί επικίνδυνα πράγ­
ματα. Καί άκόμα χειρότερα μπορουσαν ν' άντικρύσουν ξαφνικά
κανένα κρυφό «καρτέρι» κομιτατζήδων πού τόν ε{χαν προγρά­
ψει. · Ο δάσκαλος ε{χε φροντίσει νά εξοπλισθεί μ' ενα μικρό
πιστολάκι. Καταλάβαινε δμως δτι δέν του εδινε πολλή άσφά­
λεια...
Πάνω στό χωριό τά πράγματα στένευαν. Οί Τουρκοι ερχο­
νταν συχνά πυκνά; εψαχναν, εσκαβαν, αρπαζαν, εδερναν. Κά­
ποιος Ρωμουνος επρόδινε! Πρίν λίγες μέρες ε{χαν στρώσει στό
ξύλο μέσα στό Μεσοχώρι τόν Παπαγεωργίου καί τόν εφημέριο
Παπανικόλα γιά νά δείξουν που είχαν τούς άντάρτες, τίς κρυψά­
νες, τά δπλα, τίς άποθηκες των δπλων, κτλ.
'Απ' τήν αλλη μεριά τά σώματα ήθελαν νά μπαινοβγαίνουν
ελεύθερα στό χωριό δπως πρώτα, νά στρώνονται στά σπίτια, νά
βρίσκουν ετοιμα καί μπόλικα τά τρόφιμα χωρίς καθόλου νά
λογαριάζουν τούς κινδύνους καί τά βάσανα των χωρικών.
Καί πάνω σ' δλα είδοποιήθηκαν πώς σέ λίγες μέρες θά
ερχόταν στό χωριό όλάκερο καραβάνι μέ δπλα, πού επρεπε νά
εναποθηκευθουν! ...
Ό Παπαγεωργίου πήγαινε τώρα άπό μέρος της Έπιτροπης νά
συνεννοηθεί μέ τήν Φλώρινα καί τό Μοναστήρι, νά δώσει
πληροφορίες, νά πάρει όδηγίες. Εlχε εντολή νά τούς πεί δτι
άνάγκη ήταν νά κτυπηθουν όπωσδήποτε ό προδότης καί οί αλλοι
ϋποπτοι.
Πολλές μαϋρες σκέψεις στριφογύριζαν στό μυαλό του. Γιά
πρώτη φορά ενοιωθε ετσι βαρύ τό κεφάλι καί άνήσυχη τήν ψυχή.
'Έκαμε ευθύς τόν σταυρό τρείς φορές καί ε{πε στόν έαυτό του γιά
νά του δώσει θάρρος: «Μεγάλος ε{ναι ό Θεός». Σέ πολλές αλλες
δύσκολες στιγμές τούς ε{χε δείξει τήν Χάρη Του.
Ξάφνου σέ μιά στροφή του δρομάκου κάτf.Q. άπ' τό γεφύρι
πρόβαλε μιά μεγάλη άρκούδα του Βίτσι! 'Ορθώνεται στά πισινά
της πόδια καί άγκαλιάζει τό (Ώ,ργο. Τό άριστερό της πόδι
στηρίχθηκε στήν χαίτη του άλόγου καί τό αλλο στά καπούλια
του δπου ήταν κρεμασμένο τό δισάκκι του δασκάλου. Μέ τά
147

ι'iγρια μάτια καί ανοιχτό τό στόμα σάν νά γελουσε κοίταζε τόν
Παπαγεωργίου καί τό κεφάλι του αλόγου.
'Ο Γιαννούλης, πού ήταν καί «αγγελιοφόρος» καί εκαμνε τόν
παλικαρά, επεσε αμέσως ξερός καταγής. Παρέστησε τόν ψόφιο ...
Τό ι'iλογο κοκκάλωσε ακίνητο. Τά μπροστινά του γόνατα μονάχα
ετρεμαν ... Ό δάσκαλος τά 'χασε. Ηδε τό ι'iγριο κεφάλι μέ τά
μεγάλα δόντια, τήν πατούσα μέ τά τεράστια νύχια, ενοιωσε τήν
βαρειά ανάσα του αγριμιου. Στήν ταραχή καί παραζάλη του
εκλεισε τήν όμπρέλα σάν νά ετοιμάσθηκε νά παλαίψει μέ τήν
αρκούδα. 'Εκείνη είτε γιατί φοβήθηκε τήν όμπρέλα είτε γιατί
μετάνοιωσε καί βαρέθηκε νά παίζει μαζί τους, κατέβασε τά
μπροστινά της πόδια καί αρχισε νά φεύγει σιγά σιγά πρός τό
δάσος. Τό δισάκκι μονάχα κομματιάσθηκε απ' τά πελώρια νύχια
της.
-Μήν κουνηθείς δάσκαλε. Μπορεί νά γυρίσει πίσω, μουρ­
μούρισε ό Γιαννούλης ξαπλωμένος πάντα ανάσκελα.
Ό δάσκαλος δμως μέ λεβεντιά παλικαριου βρέθηκε κάτω απ'
τό αλογο καί χωρίς όμπρέλλα, παλτό καί φεσάκι, τό 'βαλε στά
πόδια πρός τά κάτω. Δέν λογάριαζε πιά ουτε βροχή ουτε κομι­
τατζήδες.
'Ένας λόχος «κυνηγών» πού ανέβαινε γιά τό χωριό σταμάτησε
τήν τρελή φυγή του. 'Αρχηγό εΙχε τόν ίδιο λοχαγό πού τόν εΙχε
ξυλοφορτώσει μαζί μέ τόν Παπανικόλα στό Μεσοχώρι.
-'Αρκούδα! 'Αρκούδα! τούς εΙπε τούρκικα αλαφιασμένος.
- 'Από σένα χειρότερη αρκούδα ύπάρχει; απάντησε ό λοχαγός κατεβάζοντας μιά καμτσικιά στό κεφάλι του.
-'Αλήθεια, εΙδες αρκούδα; ρώτησε ενας νεαρός ανθυπολοχαγός.
-Βαλλαχί! (Μά τό Θεό). Γι' αύτό καί μέ βλέπετε ετσι.
-Που εΙναι;
-Πάνω στό γεφύρι, θά iδήτε τίς πατημασιές της στήν λάσπη.
Στρατιώτες καί αξιωματικοί ετρεξαν νά τήν βρουν.
Κατέβηκε καί ό Γιαννούλης μέ τό αλογο πού τό εσερνε μέ
δυσκολία απ' τό καπίστρι. Ήταν ακόμη τρομαγμένο. Οί Τουρ­
κοι ουτε τόν ρώτησαν.
148

Τότε εΙδε ό Παπαγεωργίου δτι τό δισάκι ήταν ξεσχισμένο καί
ίiδειο. ΕΙχε ενα κομμάτι πίτας καί ενα Ευαγγέλιο πού εκρυβε
μέσα τόν καινούριο κρυπτογραφικό κώδικα, μιάν εκθεση όπλαρ­
χηγοϋ καί μερικά σημειώματά του πολύ επιλήψιμα!
"Αν τό εϋρισκαν οί Τοϋρκοι;!
'Έδεσαν τό ίiλογο σ' ενα δεντράκι καί γύρισαν τρεχάτοι πίσω
δάσκαλος καί αγωγιάτης. Βρήκαν τό κομμάτι της πίτας. Μά τό
Ευαγγέλιο πουθενά δέν φαινόταν! Τό εΙχαν βρεί οί Τοϋρκοι;!
Ό δάσκαλος ενοιωσε νά όρθώνονται οί λίγες γκρίζες τρίχες
στό βασανισμένο κεφάλι του.
Ό ίδιος βέβαια θά πήγαινε ευθύς νά κρυφθεί σέ κάποιο άλλο
χωριό καί θά 'φευγε στήν 'Ελλάδα. Μά θά τήν πάθαιναν πολλοί
άλλοι...
Ευτυχώς φάνηκε μιά ίiκρη τοϋ Ευαγγελίου. 'Η αρκούδα τό
εΙχε πατήσει μέ τήν βαρειά πατούσα καί τό είχε παραχώσει
βαθειά στήν λάσπη καί τά πεσμένα φύλλα!
Δίχως τήν παράξενη επέμβασή της οί Τοϋρκοι θά εΙχαν κάμει
ερευνα τοϋ δασκάλου καί θά εϋρισκαν τό πιστολάκι του. Ήταν
αρκετό γιά νά τόν στείλουν κατ' ευθείαν στήν φυλακή μαζί μέ τό
Ευαγγέλιο καί τό φοβερό περιεχόμενό του. Εlχε ήδη δοκιμάσει
τίς μεγάλες φυλακές Μοναστηρίου, δπου τόν κρέμασαν πολλές
ώρες μέ τά χέρια δεμένα στήν όροφή γιά νά μαρτυρήσει ποϋ
εΙχαν τίς αποθήκες μέ τά δπλα καί βόμβες.
(«Χριστίνα»)

149

18. Σ' ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑ
Βαρύς, βαρύτατος ήταν ό χειμώνας τόν Δεκέμβριο 1906 στό
Ράκοβο (Κρατερό). Βρίσκεται τό χωριό ψηλά σέ μιάν πλαγιά στό
Περιστέρι. Χιόνια πολλά καί πάγοι τό σκέπαζαν. 'Όλοι οί
κάτοικοί του εστεκαν κλεισμένοι στά σπίτια, κοντά στίς σόμπες
καί στά τζάκια, καί τά ζώα στούς στάβλους.
'Ωστόσο πρόβαλε ξάφνου στό χωριό ενας λόχος χακηφόρων
«κυνηγών,, (άβτζfj ταμπόρ). Δέν ερχονταν άπ' τό κανονικό
δρόμο, μά πάνω άπ' τήν πάνω μεριά του χωριου, γιά ν' άποκλεί­
σουν διαφυγή των άνταρτών πρός τό βουνό. 'Ήξευραν δτι
φύλαγαν χωρικοί, άντρες καί γυναίκες, άγρυπνοι τόν κανονικό
δρόμο, δταν ύπfjρχε σ' ενα χωριό ανταρτικό σώμα.
Οί στρατιώτες, εκλεκτοί δλοι άντρες μέ τούς γιακάδες της
χλαίνης σηκωμένους, ετριβαν τά χέρια καί χτυπουσαν τά τσα­
ρουχοφόρα πόδια τους καταγής νά ζεσταθουν. Πfjραν δμως
αμέσως διαταγή καί σκόρπισαν γύρω άπ' τό χωριό, μέσα στά
χιόνια, νά τό κυκλώσουν.
Ό λοχαγός, μ' ενα λοχία καί κάμποσους στρατιώτες, ήρθε
στό μεσοχώρι καί εριξε μιάν όργισμένη ματιά γύρω.
τΗταν ενας ψηλός καί γερός άντρας. Κρύσταλλοι πάγου
κρέμονταν απ' τά μεγάλα μουστάκια του. ΕΙδε τόν κύριο Πα­
ντελή Βλάση, πού εβγαινε κείνη τήν στιγμή απ' τό δωμάτιό του.
Τοϋ ε{πε μέ θυμό, τούρκικα:
-Σύ από που ε{σαι; Δέν εΙσαι χωριάτης.
-Ε{μαι απ' τήν Φλώρινα, μπέη μου.
-Καί τί γυρεύεις εδώ;!
-ΕΙμαι δάσκαλος, μπέη εφέντη.
Χμ. Ξέρω τί δάσκαλοι ε{στε...
-Ε{μαι δάσκαλος, εξοχότατε μπέη μου. Διορισμένος απ' τόν
Μητροπολίτη. Μά ελατε, παρακαλώ, μέσα στό δωμάτιό μου νά
150

ζεσταθήτε. Νά πάρετε ενα τσάι ή καφέ. Καίει ή σόμπα.
-Σάματης ό Μητροπολίτης είναι καλύτερος! ...
-"Αν δέν μέ θέλετέ, μπέη εφέντη, φεύγω. Ειδοποιήσατε δμως
τόν Μητροπολίτη. Μά ελάτε μιά στιγμή μέσα νά ζεσταθείτε.
Παρακαλώ θερμώς τό ύψηλό άτομό σας.
'Ο Βλάσης μιλουσε καλά τουρκικά. · Ο λοχαγός μπήκε στό
δωμάτιο μουρμουρίζοντας: «Δάσκαλοι... Μητροπολίτες... άντάρτες ... κομιτατζήδες, δλοι ενα σκατό... ». Στάθηκε πάνω άπ' τή
σόμπα μέ τά χέρια άπλωμένα. Τήν άγκάλιασε σχεδόν. 'Έλιωσαν
οί κρύσταλλοι άπ' τά μουστάκια. 'Ήπιε τσάι, καφέ καί ενα
ποτήρι κονιάκ. Καί είπε:
-'Έκαμες καλά, ντασκάλ εφέντη, πού ζήτησες μ' επιμονή νά
' ρθω μέσα. Σ' εύχαριστω.
-Ήταν καθήκον μου, μπέη εφέντη.
-Πολύ άτιμος ό καιρός. Ξεπαγιάσαμε.
-Μά πως ξεκινήσατε μέ τέτοιο καιρό;! Κρύωσαν καί κουράσθηκαν καί οί στρατιώτες.
-Τί νά κάνουμε;! Διαταγή. Παράξενος αύτός ό τόπος. 'Εγώ
είμαι άπ' τήν 'Ανατολή. Κάτω δλος ό κόσμος είναι σκεπασμέ­
νος μέ καταχνιά... Πού τήν λέτε σιλάκι... σαλίακ.
-Σινιάκι.
-Κάτω σινιάκι παγερό... φοβερό... 'Εδώ πάνω δέν εχει
σινιάκι. Μά οϋτε καί ήλιο.
-Είναι πολύ βαρύς φέτος ό χειμώνας.
-Κακοί εδώ οί άνθρωποι... Κακός ό τόπος... Καί ό καιρός.
-Τόσο κακοί είμαστε;!
-Καί δχι μόνο οί Χριστιανοί μέ τούς άντάρτες καί τούς
κομιτατζήδες. Μά καί οί Μουσουλμάνοι. Τούς βλέπεις νά γυρί­
ζουν στούς δρόμους στό Μοναστήρι μ' ενα περίστροφο καί μιάν
κάμα στό πλατύ ζουνάρι τους.
· Ο λοχαγός βγήκε μιά στιγμή εξω καί ρώτησε ενα άνθυπολο­
χαγό αν συμπληρώθηκε ή κύκλωqη του χωριου. Σέ καταφατική
του άπάντηση, επρόσταξε νά στείλει κάποιον νά φέρει τόν
μουχτάρη του χωριου.
151

Ό μουχτάρης (πρόεδρος της κοινότητας) ήταν άπαραίτητος
στήν ερευνα των σπιτιών.
ΕΙπεν επειτα στόν Βλάση:
-Ντασκάλ εφέντη, παγώσαμε σήμερα. Κουρασθήκαμε... Μά
θά πιάσω μεγάλο ψάρι.
-Ψάρι εδω πάνω;!
-'Όχι, μωρέ μπουνταλά. Θά πιάσω ενα μεγάλο πρόσωπο.
-Στό χωριό μεγάλο πρόσωπο;! 'Όλοι άστοιχείωτοι, άγράμματοι καί ταπεινοί χωριάτες εΙναι.
-Στό φανερώνω λοιπόν. Θά πιάσω τόν Βάρντα.
Πραγματικά, ό Βάρδας βρισκόταν τότε στό Κρατερό. ΕΙχε
άφήσει τά Κορέτσια καί παραχείμαζε στό «Περιστέρι», στά
χωριά δηλαδή άνάμεσα Φλώρινα καί Μοναστήρι, στά ριζά του
βουνου, δπου μπαινοέβγαινε στίς «κρυψάνες».
-Τόν Βάρδα; Ποιός εΙναι αυτός;
-Μήν τό παρακάνεις, ντασκάλ εφέντη, καί θελήσεις νά μέ
κοροϊδέψεις. Δέν ειμαστε τόσο κουτοί δλοι οί Τουρκοι. ΕΙναι γιά
τά πανηγύρια καί κουτοί οί κυβερνήτες μας.
'Ο λοχαγός εΙχεν ήδη μυηθεί στήν Νεοτουρκική κίνηση.
-Σέ βεβαιώνω, μπέη εφέντη μου, δέν γνωρίζω αυτόν τόν
Βάρδα. 'Εγώ άπ' τό σχολείο ερχομαι σπίτι, σέ τουτο τό δωμάτιο.
'Εκτός άπ' τά παιδιά του σχολείου δέν βλέπω άλλους.
-Καλά τό λοιπόν. Σέ λίγο θά γνωρίσεις τόν Βάρντα.
Ήρθε καί ό μουχτάρης, ό γερο-Μητρος, ενας καμπουριασμέ­
νος γέρος μέ εξυπνα μάτια.
-Καλώς ήρθες στό φτωχικό χωριό μας, εξοχότατε μπέη
εφέντη, εΙπε τουρκικά.
-Ξέρεις, βλέπω, καλά τουρκικά.
-'Έχω δουλέψει πολλά χρόνια στήν 'Ανατολή.
-Που;
-Στά μέρη της Προύσας. Δούλευα κτίστης, πριονάς, τσομπάνος.
-Κι εγώ άπ' εκεί κοντά εΙμαι.
-'Ά! Καλός καί πλούσιος τόπος. Τόν θυμαμαι μ' εύγνωμοσύνη. "Αν ήμουν νεώτερος, θά ξαναπήγαινα εκεί.
152

-ΕΙναι καλός εκείνος ό τόπος. 'Εδώ εχουν μαζωχθεί δλοι οί
διαβόλοι. Παμε τώρα στό σπίτι του Μάρκου Κολάρη. Ντασκάλ
εφέντη, ελα καί σύ νά ίδείς.
-Κάποιος μασκαράς καί ψεύτης θά σας ξεγέλασε καί σας
κουβάλησε μέ τουτο τόν καιρό, ε{πε ό μουχτάρης.
Κοίταξε δμως τόν δάσκαλο μ' ενα βλέμμα γεμάτο άπορία καί
άνησυχία.
-Θά τό δουμε σέ λίγο, άπάντησε μ' ενα πονηρό χαμόγελο ό
λοχαγός. Φαινόταν βέβαιος καί σίγουρος γιά τό άποτέλεσμα της
εκστρατείας του.
Τό σπίτι του Μάρκου ηταν πολύ μεγάλο: Ζουσαν εκεί μέσα
κάπου 40 άτομα. 'Υπήρχαν τότε στά χωριά της Φλώρινας
μεγάλες πατριαρχικές οίκογένειες.
'Επρόσταξε ό λοχαγός νά συγκεντρωθουν δλοι, άντρες καί
γυναίκες, μεγάλοι καί μικροί, στό μεγάλο κάτω δωμάτιο. Κοίταξε
μέ προσοχή τά χέρια των άντρων, νά βεβαιωθεί δτι ηταν χωριά­
τικα καί άγροτικά. Πρόσταξε καί τίς γυναίκες νά κατεβάσουν
άπ' τό κεφάλι τά μεγάλα άσπρα μαντήλια τους, μή τυχόν
κρύβονταν άντάρτες. ΕΙχαν γλιτώσει πολλές φορές κομιτατζήδες
πού ντύθηκαν γυναίκες. ΕΙπεν επειτα νά βγάλουν τά ζώα άπ' τόν
στάβλο καί νά φέρουν σκαπάνες καί φτυάρια. Ό μουχτάρης
εφερε καί άπό άλλα σπίτια, δπου ελεγε: «'Έχομε νά κάνουμε μέ
άτιμη προδοσία. Μά ποιός ε{ναι ό προδότης; Δέν ε{ναι βέβαια
Ρακοβίτης... Θέλει γδάρσιμο, δποιος καί νά 'ναι».
-Θά 'ναι κανένας άπό άλλο χωριό, πού ήπιε πολύ κρασί
στήν Φλώρινα καί του ξέφυγαν λόγια. Πρέπει νά τόν μάθουμε
είπε ό Κίτσος, πού ηταν πρόεδρος της 'Επιτροπής.
Τελευταία διαταγή του λοχαγου ηταν νά κλειστουν δλοι οί
άνθρωποι του σπιτιου στό μεγάλο δωμάτιο καί νά μή βγεί
κανένας εξω. 'Έβαλε καί τρείς στρατιώτες νά τούς φυλάγουν. Οί
στρατιώτες άρχισαν νά σκάβουν κάτω άπ' τό άπέραντο παχνί,
άφου παραμέρισαν κοπριές καί..{iχυρα.
-Σκάψτε, παιδιά... Θά ζεσταθητε... Καί θά ζεσταθητε περισ­
σότερο σέ λίγο... Θά βγάλετε άπ' τό χώμα ενα «Γιουνανλη»
153

('Έλληνα) άξιωματικό καί άρχηγό των «εσκιάδων» (ληστανταρ­
των).
-Τά 'χουμε άκούσει πολλές φορές, μουρμούριζαν 'μεταξύ
τους οί στρατιώτες καί πάντα πάει άδικα δλος ό κόπος μας..
'Ο στάβλος ήταν άρκετά σκοτεινός. ΕΙ χε συννεφιάσει κιόλας.
Πετάχτηκε ό μουχτάρης καί ε{πε του λοχαγου:
-Μπέη εφέντη. Μέ τουτο τό σκοτάδι δέν βλέπουν οί στρα­
τιώτες. Μπορεί νά χτυπήσουν καί κανένα πόδι. Πάω νά φέρω ενα
λυχνάρι.
-Καλά τό σκέφθηκες... Καλός άνθρωπος ε{σαι.
-Ε{μαι καλός καί εγινα καλύτερος στήν 'Ανατολή, στόν
αγιο τόπο.
'Επικρότησαν καί οί στρατιώτες, πού ήταν Μικρασιάτες οί
περισσότεροι.
'Ο γέρο-Μητρος εφερε ενα μεγάλο λυχνάρι καί τό άναψε. 'Ο
λοχαγός παρακολουθουσε προσεκτικά τό σκάψιμο. 'Ο μουχτά­
ρης φώτιζε τούς σκαφτιάδες στρατιώτες. 'Ο λοχαγός δμως
εβγαινε συχνά εξω, ν' άναπνεύσει καθαρόν άέρα. Ήταν βαρειά
ή μυρωδιά του άχουριου. Εϋρισκε τότε εύκαιρία ό γέρο-Μητρος
καί ελεγε στούς στρατιώτες.
-Σας λυπαμαι, παιδιά. "Αδικα σκάβετε καί βασανίζεσθε. Δέν
εχει τίποτε κάτω άπ' τό χώμα. Κάποιος μασκαράς καί παλιάν­
θρωπος θά ξεγέλασε τόν λοχαγό.
-Τό ξέρουμε. 'Έχουμε σκάψει καί σέ πολλά άλλα χωριά
χωρίς νά βγάλουμε τίποτε. "Αχ! "Αν ξέραμε αύτόν τόν άτιμο
παλιάνθρωπο, πού ξεγέλασε τόν λοχαγό ... θά τόν συγυρίζαμε.
-Πολύ καλά θά του κάμνατε.
'Ένας γιγαντόσωμος στρατιώτης, πού πετάχθηκε όλόρθος
ε{πε:
-Μας ξεσήκωσαν τά μεσάνυχτα. Καί μας άνέβασαν ψηλά
στό βουνό, νά κατεβουμε άπ' εκεί στό χωριό γιά νά μή φύγουν
στό βουνό οί εσκιάδες... Τ' άκους, ντεντέ; (παππου). Ζωή ε{ναι
τούτη;! ... Καλύτερα νά γίνω κι εγώ εσκιάς.
-Αύτά εχει τό στρατιωτικό, παιδιά μου.
154

-Καί βαστάει εφτά χρόνια! Ευτυχισμένοι σείς οί Γκιαούρη­
δες πού δέν πατε στρατιώτες.
· Η στρατιωτική θητεία των Τούρκων ήταν τότε επτά δλα
χρόνια. Καί τούς καλοϋσαν επειτα «ρεντίφ» (εφέδρους) γιά
πολλούς πάλι μήνες.
'Όταν γύρισε ό λοχαγός, τοϋ εΙπε:
- 'Εδώ οί στρατιώτες ίδρωσαν μέ τό σκάψιμο. 'Έξω τά ζώα
παγώνουν.
-" Ας παγώνουν.
-Μά εΙναι πλάσματα τοϋ 'Αλλάχ.
-Βασανίζονται οί στρατιώτες μου. Τά ζώα θά λυπηθω;
-Παρατήρησα καί κάτι ί:iλλο, μπέη μου. 'Έτσι πού σκάβουν
βαθιά οί στρατιώτες καί κοντά στά θεμέλια, φοβοϋμαι.
-Τί φοβασαι; Μήν πέσει ό στάβλος;
-· Ο 'Αλλάχ νά μας φυλάξει... Μά ύπάρχει κίνδυνος νά
σωριαστεί πάνω μας ό στάβλος μαζί μέ τό σπίτι καί νά μας
θάψουν... Καλύτερα νά σκάβουν λιγότερο βαθιά καί περισσότερο
μακριά απ' τά θεμέλια.
�Ξέρουν οί στρατιώτες.
Οί στρατιώτες ί:iλλο πού δέν ήθελαν. Σταμάτησαν τό σκά­
ψιμο, ξεκουράσθηκαν καί ξανάρχισαν μέ λιγότερο ζηλο.
Ήρθε τότε στό Κρατερό ό 'Επίσκοπος Αιμιλιανός, αναπλη­
ρωτής τοϋ Μητροπολίτη Πελαγωνίας 'Ιωακείμ Φοροπούλου,
πού τόν εκτόπισε στήν Πόλη ό Χιμλη πασας, «'Επιθεωρητής
των Τριών Βιλαετίων» καί ουσιαστικός αντιβασιλέας, μέ τήν
εγκρισ-η μάλιστα των δυό «συμβούλων» του Ρώσου καί τοϋ
Αυστριακοϋ. ΕΙχε στείλει επίσης ν' αλλάξουν κλίμα στήν Πόλη
καί τόν Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο (τόν 'Εθνομάρτυρα
Σμύρνης) καί τόν Καστορίας Καραβαγγέλη.
· Ο μουχτάρης πετάχθηκε εξω καί γύρισε γρήγορα στή θέση
του. Τόν ρώτησε ό λοχαγός:
-Βλέπω κίνηση εξω. Τί τρέ3tει;
-τΗρθεν ό Μητροπολίτης.
-Μέ τέτοιον καιρό!
155

-'Εορτάζει αϋριο ή εκκλησία μας. Καί ήρθε νά λειτουρ­
γήσει.
-Πως δέν πηγες νά τόν ύποδεχθείς;
-ΕΙ ναι δουλειά των δυό παπάδων μας. 'Εγώ εχω νά κάμνω μέ
τούς ανθρώπους του «Χοκιουμάτι» (της αρχης).
'Ο Αιμιλιανός, μόλις εμαθε δτι οί στρατιώτες εσκαβαν κάτω
άπ' τό παχνί στό επιλήψιμο σπίτι, πετιέται αμέσως στόν στάβλο
μέ πολλά κουτιά λουκούμια καί τσιγάρα στά χέρια.
-Μέ συγχωρείτε, εξοχώτατε μπέη έφέντη, ε{πε του λοχαγου
σέ καλά τουρκικά. Θεώρησα ύποχρέωσή μου νά ελθω νά σας
χαιρετήσω. 'Έφερα καί λίγα λουκούμια καί τσιγάρα γιά τούς
στρατιώτες. Κουράσθηκαν τά καημένα τά παιδιά.
'Ο λοχαγός τόν ευχαρίστησε μέ κάποια δόση άπορίας. 'Ο
Αιμιλιανός εμοίρασε ευθύς στούς στρατιώτες τά λουκούμια μέ
πολλούς τεμενάδες. Καταβρόχθισαν τά λουκούμια -ήταν πεινα­
σμένοι- καί άναψαν τσιγάρα. Σταμάτησαν άναγκαστικά τήν
δουλειά.
'Ο Αιμιλιανός εφυγε.
Δέν άργησε νά φύγει καί ό λοχαγός μέ σκυμμένο τό κεφάλι.
ΕΙχαν περάσει κάμποσες ώρες. Ξεθεώθηκαν νά σκάβουν οί
στρατιώτες κάτω άπ' τό παχνί, πού άπλωνόταν σέ δυό τοίχους.
Πάγωσαν καί βασανίσθηκαν περισσότερο οί άλλοι πού εστεκαν
εξω, γύρω άπ' τό χωριό. Καί πεινουσαν δλοι. 'Ο καλός μουχτά­
ρης ε{χε τήν καλοσύνη νά φωτίζει μέ τό λυχνάρι τό σκάψιμο.
'Έστεκε δμως στήν ίδια πάντα θέση. Κάτω άπ' αυτήν ακριβώς
ήταν ή είσοδος της κρυψάνας, πού εβγαινε εξω, κάτω απ' τήν
αυλή. Δέν μπορουσαν βέβαια νά σκάψουν καί εκεί οί στρα­
τιώτες...
'Ο μουχτάρης επρότεινε στόν λοχαγό νά πανε οί στρατιώτες
στό σχολείο καί νά ζεσταθουν. Τό χωριό θά τούς εφερνε καί
τρόφιμα.
'Εκείνος πρόσταξε νά βαρέσει ή σάλπιγγα, νά συγκεντρωθεί ό
λόχος καί νά φύγουν. Στόν δάσκαλο μονάχα ε{πε δτι ό καϊμακά­
μης (επαρχος) καί ό ταγματάρχης τόν βεβαίωσαν δτι σέ κείνο τό
σπίτι ήταν ό Βάρδας καί ή κρυψάνα ήταν κάτω άπό τό παχνί.
156

ΕΙχαν θετικότατες, τόν κακό τους τόν καιρό, πληροφορίες...
'Όταν πιά ό λόχος άπομακρύνθηκε, εβγαλαν άπ' τήν κρυψάνα
τόν Βάρδα καί τούς τρείς όπαδούς του. ΤΗταν δμως δλοι σέ
εξαιρετικά άσχημα χάλια.
'Η κρυψάνα εΙχε βάλει τόν τελευταίο καιρό μπόλικο νερό.
'Έμειναν πολλές ώρες βυθισμένοι στό κρύο νερό... Τούς κουβά­
λησαν σ' ενα άπό τά δωμάτια, δπου εκαιε δυνατά η σόμπα, τούς
άλλαξαν μέ χωριάτικα ρουχα καί τούς ετριψαν πολλήν ωρα άπό
μεταβρασμένη ρακή. Συνήρθαν.
Βοήθησε καί ό Αιμιλιανός.
'Ύστερα άπό μιάν εβδομάδα εμφανίσθηκε στό Κρατερό ενας
ύπολοχαγός μέ μικρότερο άπόσπασμα. Ζήτησε άμέσως νά iδεί
τόν δάσκαλο του χωριου. ΕΙχε μαζί του δυό «τσαούσηδες»
(λοχίους) καί λίγους στρατιώτες.
-Είμαι άπ' τά Χανιά. Φοίτησα καί στό Γυμνάσιο των
Χανίων. Είχα εκεί συμμαθητή μου καί στενό φίλο τόν Γεώργιο
Τσόντο άπ' τά Σφακιά. Παρακαλώ νά του πήτε δτι ό συμμαθητής
καί φίλος του 'Ισμαήλ Ψαλιδάκης θέλει νά τόν iδεί.
'Ο κύριος Παντελής Βλάσης κουμπώθηκε. Πολύ περίεργο τό
ενδιαφέρον καί άκόμη περισσότερο τό αίτημα του Τούρκου
άξιωματικου. 'Απάντησε τουρκικά, γιά νά τά καταλαβαίνουν καί
οί συνοδοί του ύπαξιωματικοί καί στρατιώτες:
-Δέν γνωρίζω, μπέη μου, κανένα Γεώργιο Τσόντο άπ' τά
Σφακιά η καί άπ' άλλον όποιονδήποτε τόπο.
-Γεώργιος Τσόντος, συνέχισε ελληνικά ό άξιωματικός,
εΙναι αύτός πού λέγεται τώρα Βάρδας καί γυρίζει στά εδώ χωριά:
'Ανθυπολοχαγός η ύπολοχαγός του ελληνικου στρατου.
-Δέν γνωρίζω καί κανέναν Βάρδα, άπάντησε πάλι τουρκικά
ό Βλάσης.
-"Ακουσέ με, σέ παρακαλώ, δάσκαλε. Πώς εΙναι τό όνομά
σου;
-Παντελής Βλάσης.
-" Ακουσέ με λοιπόν, φίλε μου Παντελή. ΕΙμαι παλιός καί
στενότατος φίλος του Βάρδα. Καί επεθύμησα νά τόν iδώ. "Ας μου
157

όρίσει που μπορ& νά τόν συναντήσω καί θά πάω μοναχός μου.
Κανένας άλλος δέν θά ξέρει τίποτε. Οί λεγάμενοι, πού εΙναι πίσω
μου, δέν καταλαβαίνουν τά ελληνικά. Γι' αύτό καί σου μιλώ
ελληνικά.
-Τό ξαναλέω. Δέν ξεύρω κανένα Βάρδα, ξαναειπε τουρκικά
ό Βλάσης.
-Τό επαναλαμβάνω. Πρόκειται γιά φιλική εκδούλευση καί
μυστική συνάντηση δυό παλαιών καί καλών φίλων.
-Μά, αφου δέν ξεύρω κάν τόν Βάρδα, πως μπορ& νά τόν βρω
καί. νά του μιλήσω; Τούρκικα πάλιν ήταν ή απάντηση.
'Ο Βάρδας βρισκόταν εκείνη τήν ή μέρα στήν Πρώτη.
-ΕΙναι δυνατόν νά μήν ξεύρεις τόν Βάρδα, δάσκαλε;! Σέ
ποιόν τά λές;! Τόν ξεύρουν καί τόν βλέπουν δλοι στά χωριά. Δέν
μένει στά χιονισμένα βουνά. Στρώνεται στά σπίτια καί κρύβεται
σέ τρύπες.
- 'Εγώ, γιούζμπαση εφέντη, αποκρίθηκε πάλι τούρκικα ό
Βλάσης,' δέν βλέπω παρά τά παιδιά του σχολείου μου καί τόν
Μητροπολίτη πού μέ διόρισε καί μέ πληρώνει. Δέν εχω σχέσεις
μέ κανένα ίiλλο. Οϋτε χρειάζομαι νά εχω.
-Μέ εκνευρίζεις, δάσκαλε, καί θά μέ αναγκάσεις νά σέ
στρώσω στό ξύλο. Μέ παίρνεις γιά τούς Χαλντούπηδες 'Ανατο­
λιτες, Μικρασιατες, πού εϋκολα τούς ξεγελατε καί κοροϊδεύετε.
-Οί 'Ανατολιτες δέν εΙναι καθόλου κουτοί καί κανένας δέν
είναι ίκανός νά τούς ξεγελάσει, εΙπε μέ δυνατότερη φωνή ό
δάσκαλος, γιά ν' ακουσθει καλύτερα. Καί γιατί νά μέ δείρετε; Τί
εκαμα; Σέ τί εφταιξα;
'Ο ύπολοχαγός σήκωσε τήν μαγκούρα νά χτυπήσει. Μπήκαν
δμως στήν μέση οί δυό ύπαξιωματικοί. 'Ο ενας ήταν«'Ανατολί­
της», καθώς καί οί στρατιώτες. ΕΙχαν ενοχληθει από τά λόγια
του Κρητικου εις βάρος τους.
Ό δάσκαλος μπήκε στό σπίτι του καί τρύπωσε σ' ενα άλλο
γειτονικό.
'Ο άλλος λοχίας Γιακούπ τσαούς άνηκε στήν φρουρά του
Μπουφίου. Τόν είχε πάρει τό απόσπασμα γιά γνώστη του τόπου
καί όδηγό.
158

-· Ο δάσκαλος αυτός, γιούζμπαση μπέη εφεντη, ε{ναι απ'
τήν Φλώρινα. 'Έχει φίλους πολλούς μπέηδες καί αγάδες. Θά
θυμώσουν καί θά σας καταγγείλουν αν τόν κακοποιήσετε...
'Έχομε καί τούς Φράγκους αξιωματικούς πάνω απ' τά κεφάλια
μας... (Έννοοϋσε τούς ξένους αξιωματικούς των «Μεταρρυθμί­
σεων»)... Πiiμε στό καφενείο καί μπακάλικο, κάτι νά πιοϋμε νά
ζεσταθοϋμε... 'Εγώ θά σας όδηγήσω επειτα σέ μερικά ϋποπτα
σπίτια.
'Ο Γιακούπ τσαούς ε{χεν αρχίσει νά 'ρχεται κρυφά μέ λίγους
στρατιώτες στό Κρατερό, πρωινή η βραδυνή ωρα. 'Επιδίωκε νά
ίδεί κανένα αντάρτη, πού ξέγνοιαστος γύριζε στούς δρόμους, καί
νά τόν σκοτώσει καί νά πάρει τόν κοντό του Μάνλιχερ. ΕΙχε
καταντήσει επικίνδυνος. Δέν ελειπαν οί ατίθασοι καί ατακτοι
αντρες πού εκαμναν βόλτες, παρά τίς διαταγές, στούς δρόμους
καί στά μπακάλικα, γιά νά δείξουν καί τήν παλικαριά τους. Τόν
φίλεψε μιά μέρα ό γερο-Μητρος μέ κοτόπουλο τηγανητό, πίτα
καί κρασί καί τοϋ εδωσε ενα πακέτο τσιγάρα νά καπνίσει. 'Ο
τσαούσης τό ε{δε βαρύ καί τό εβαλε στήν τζέπη του. Περιείχε 15
μετζήτια, μεγάλα ασημένια �ομίσματα, πού αντιπροσώπευαν
τρείς χρυσές λίρες Τουρκίας, ποσό μεγάλο κείνη τήν εποχή γιά
ενα 'Αλβανό ύπαξιωματικό. 'Από τότε ό Γιακούπ εγινε φίλος
καί μας εξυπηρετοϋσε, μέ τήν ελπίδα νά πάρει καί αλλα μετζήτια.
Πηρε τόν ύπολοχαγό μέ στρατιώτες καί τόν πηγε σέ μερικά
σπίτια πού τοϋ εδειχνε... ό μουχτάρης γερο-Μητρος! 'Έκαμναν
πρόχειρη ερευνα, εσκαψαν σέ μερικούς αχυρώνες καί εφυγαν μέ
αδεια χέρια ίκανοποιημένοι...
'Ο Γιακούπ, γιά νά τόν παρηγορήσει, τοϋ ε{πε δτι, σύμφωνα μέ
πληροφορίες, οί αντάρτες απ' τή συστηματική δίωξη καί τά
πολλά χιόνια, ε{χαν φύγει πέρα στό Μορίχοβο.
(«'Ο

δραπέτης»)

159

19. ΝΤΟΚΤΟΡ ΓΙΑΝΝΗ
Στίς φυλακές τοϋ 'Επταπυργίου (Γεντί-Κουλέ) της Θεσσαλο­
νίκης ό κατάδικος Ντόκτορ Γιάννη ε{χε μεγάλες επιτυχίες.
'Αναδείχθηκε λαμπρός 'Ασκληπιάδης. Ή φήμη του γλήγορα
ξεπέρασε τά ύψηλά τείχη τοϋ μεσαιωνικοϋ φρουρίου.
«Ντόκτορ Γιάννη» δέν ήταν άλλος άπ' τόν ύπολοχαγό τοϋ
πυροβολικοϋ 'Αμβράσογλου. ΕΙχε ύπηρετήσει μερικούς μfjνες
μέσα στήν Θεσσαλονίκη μέ τό ψευδώνυμο 'Αμβρακιώτης. Ζή­
λεψε δμως δόξα αρματωλική. τΗταν συμμαθητής καί φίλος τοϋ
Παύλου Μελα. Μ' ενα σώμα πού καταρτίσθηκε στήν Θεσσαλο­
νίκη ξεκίνησε γιά τήν δυσκολότερη ίσως περιοχή Γούμεντζα­
Γευγελη-Μπέλες χωρίς σοβαρή οργάνωση καί προπαρασκευή
της. Δέν ύπηρχε ακόμα πολλή πείρα γι' αύτά τά πράγματα.
Αίχμαλωτίσθηκε άπό Τούρκικο απόσπασμα μιά ζεστή μέρα
τοϋ Αύγούστου 1905 καταμεσίς στόν κάμπο τοϋ Κιλκίς προτοϋ
κάν προλάβει νά φθάσει στήν περιφέρεια, δπου θά εδρεπε τίς
πολεμικές δάφνες του. Δύο παιδιά επεσαν «Πέτρος» καί «Γιάν­
νης» άπ' τήν Στρώμνιτσα, άληθινά «άγνωστοι στρατιώτες» τοϋ
Μακεδονικοϋ 'Αγώνα.
ΕΙχε τήν πρόβλεψη νά δηλώσει πώς ήταν γιατρός καί δχι
άρχηγός τοϋ σώματος. 'Έτσι εφαγε άπ' τό 'Έκτακτο Δικαστήριο
(Μαχκεμέι Φεφκιλαντέ) της Θεσσαλονίκης εξι μόνο χρονάκια
φυλακή.
Δέν ι'iργησε δμως νά καταλάβει δτι βαρειά εΙναι καί ή ίατρική
δπως καί ή καλογερική.
'Όταν τόν εκλεισαν σ' ενα ύγρό καί σκοτεινό θάλαμο του
'Επταπυργίου γεμάτο χωριάτες, Τούρκους κακούργους, καί τόν
κτύπησε ή βόχα καί ή βαθειά μυρωδιά ενιωσε ζάλη. Λίγο ελειψε
νά λιποθυμήσει. 'Αρπάχθηκε απ' τό σίδηρο ενός μικροϋ παρα­
θύρου πού εμπαζε περισσότερη ύγρασία παρά φως καί εσφιξε
160

χέρια καί δόντια γιά νά σταθεί όρθιος. "Αναψε ενα τσιγάρο. Εlδε
πώς τά δάκτυλά του ετρεμαν. Δέν ε{χε ποτέ φαντασθεί τέτοιο
κατάντημα. · Η αύτοκτονία ήταν ή μόνη διέξοδος.
'Απ' τούς θλιβερούς λογισμούς του τόν ξύπνησε κάποιος εκεί
πλαγιασμένος.
-Κύρ' γιατρέ, είπε μέ φωνή μισοβυθισμένη. Δέν θά μου
δώκ'ς κάνα γιατρικό; Εlμ' άρρουστος.
• Q 'Αμβράσογλου ετοιμάσθηκε νά ξεστομίσει:
-'Άμε στό διάβολο καί σύ καί ή άρρώστια σου.
Τόν ε{δε δμως τόσο άδύνατο καί κακομοιριασμένο! · Η
ελονοσία τόν ε{χε σακατέψει. Ήταν ενας μεσόκοπος χωρικός
άπ' τόν κάμπο της Βέροιας, πού τόν ε{χαν πιάσει νά κουβαλάει
τρόφιμα στόν Βάλτο των Γιαννιτσών.
-'Έχεις πυρεττό; τόν ρώτησε μέ συμπόνοια.
-Ίέχ'.
'Άνοιξε εύθύς τή μικρή βαλίτσα του καί εβγαλε μιά δυνατή
δόση κινίνη. Εlχε κρατήσει μερικά φάρμακα γιά νά δείχνει πώς
ήταν πραγματικά γιατρός. 'Έλυωσε τήν κινίνη σ' ενα φλυτζάνι
μέ νερό πού ε{δε μπροστά του καί τό 'δωσε του χωρικου.
-" Αμα σταματήσει ή θέρμη πιέτο. Μά νά ε{σαι νηστικός.
Εlχε συνηθίσει στήν πυροβολαρχία του νά δίνει «διαλελυ­
μένη» κινίνη στούς στρατιώτες του.
-Σάμτις τρούω τίπτες;! άποκρίθηκε ό χωρικός. Κι θέρμ' δέν
εχ'.
· Ο 'Αμβράσογλου εβαλε τό χέρι στό μέτωπο του χωρικου.
Πραγματικά δέν ε{χε πυρεττό. ΤΗταν πνιγμένος στόν ϊδρωτα.
Του 'δωσε καί ήπιε τήν κινίνη. 'Ένιωσε καί ό ϊδιος μεγάλη
ψυχική άνακούφιση. Εlχε κάμει κάτι καλό σ' ενα άτυχο συνάν­
θρωπο καί φυλακισμένο άρρωστο πού ε{χε καί οίκογένεια.
'Έριξε μιά ματιά γύρω του. Εlδε τόν θάλαμο γεμάτο.
Κοντά στόν άρρωστο ενας άλλος άπ' τά χωριά της Καρατζό­
βας καί ενας Τουρκος άπ' τά μέρη-,του Λαγκαδα καθάριζαν τίς
φανέλλες άπ' τά ζωύφια. Παρέκει ενας Τουρκαλβανός μπάλωνε
ενα κουρελιασμένο εσώρουχο. Τέσσαρες άντάρτες σέ μιά γωνία
επαιζαν χαρτιά «ξερή» σέ καφέδες. Δύο Τουρκαλβανοί εβγαλαν
!!

161

ζάρια πού ε{χαν κρυμμένα στό ζουνάρι καί επαιζαν εκατοντάδες
λίρες... φανταστικές. Πολλοί κοιμουνταν καί ίiλλοι σιγοτραγου­
δουσαν ξαπλωμένοι. 'Όλοι δμως άντίκρυζαν μέ καταπληκτική
άπάθεια καί στωικότητα τήν κατάστασή τους, χωρίς νά εξαιρου­
νται καί εκείνοι πού εΙχαν καταδίκη στή ράχη γιά εκατόν ενα
χρόνια (γιούζ-μπίρ).
Κατάλαβε δτι επρεπε καί αύτός μέ τόν ίδιο μοιρολατρικό
θώρακα νά όπλισθεί.
Τό πρωί ό ίiρρωστος παρουσίασε μεγάλη βελτίωση.
Εύθύς ενας 'Έλληνας καί ενας Τουρκος εζήτησαν τήν ία­
τρική συνδρομή του. Καί σάν εγινε «παϊντός» (διάλειμμα) καί
άνοιξαν οί θάλαμοι παρουσιάσθηκαν ίiλλοι τρείς νά τούς εξετά­
σει. Ε{χαν μάθει γλήγορα καί οί ίiλλοι θάλαμοι τήν επιστημο­
νική του δεινότητα...
Βρέθηκε σέ δύσκολη καί σχεδόν τραγική θέση. Νά σηκώσει
τά χέρια καί νά τούς πεί τήν άλήθεια;! Θά εΙχε φασαρίες μέ τίς
άρχές γιά τήν άπάτη. Νά εξακολουθήσει νά παριστάνει τόν
γιατρό;! Δέν ήταν λιγότερο επικίνδυνο. 'Ως τόσο προτίμησε νά
μή «θίξει τά κακώς κείμενα...».
'Έδωσε στούς άρρώστους κινίνη, άσπιρίνη καί καθάρσιο.
'Ακολούθησε τήν σύσταση του πατέρα της 'Ιατρικης 'Ιππο­
κράτη «μή βλάπτειν».
Τούς ελεγε καί λίγα καλά λόγια πού ι'iξιζαν πολλά φάρμακα.
Ε{δε εξ ι'iλλου δτι δλοι σχεδόν οί ενοικοι του 'Επταπυργίου
δέν ε{χαν γνωρίσει γιατρό στή ζωή τους. Οί Τουρκοι μάλιστα καί
οί Τουρκαλβανοί τά μόνα φάρμακα πού είχαν χρησιμοποιήσει
ήσαν ξόρκια καί φυλακτά μέ ρητά του Κορανίου κρεμασμένα άπ'
τό λαιμό...
Πολύ γλήγορα εγινε πασίγνωστος σ' δλη τήν μεγάλη φυ­
λακή καί ίνδαλμα των φυλακισμένων. Κάθε πρωί δταν άνοιγαν οί
θάλαμοι πληθος ετρεχε στόν «Ντόκτορ Γιάννη» σάν μιά και­
νούργια κολυμβήθρα του Σιλωάμ.
"Άρχισαν νά προστρέχουν στά επιστημονικά του φωτα καί
δεσμοφύλακες καί χωροφύλακες!
'Αναγκάσθηκε νά ζητήσει πρόχειρά ίατρικά βιβλία καί νά
162

βυθισθεί στή μελέτη τους ... Ήταν ό καλλίτερος τρόπος γιά νά
σκοτώνει τίς καταθλιπτικές καί δυσκίνητες ώρες του ... 'Ο φίλος
του φαρμακοποιός Μιλτιάδηζ Κένας του εστειλε ενα συνταγο­
λόγιο.
'Ο Διευθυντής των φυλακων μέ τήν βοήθεια καί των φίλων της
Θεσσαλονίκης του 'δωσε ενα μικρό χωριστό καί καθαρό δωμα­
τιάκι δπου ηταν όλομόναχος.
'Αρρώστησε μιά μέρα καί ό Διευθυντής. τΗλθαν μέ τ' άμάξια
τους στό 'Επταπύργιο οί δύο επίσημοι κρατικοί γιατροί ενας
'Εβραίος πασάς καί ό Ίβραήμ εφέντης. Ό Διευθυντής εζήτησε
νά πάρει μέρος στό ίατρικό συμβούλιο καί ό Ντόκτορ Γιάννη.
Πήγε μέ φόβο καί πολλά καρδιοχτύπια. Δέν ύitηρχε κίνδυνος νά
τόν ξεσκεπάσουν οί δυό παλιοί καί πολύπειροι γιατροί; ΕΙδε
δμως δτι εΙχαν καί αυτοί σχέση μέ τήν ίατρική δση καί μέ τήν
Κίνα. Κάποιος μεγάλος πασάς τούς εΙχε διορίσει «γιατρούς»
χωρίς νά εχουν περάσει άπό πανεπιστήμιο, άνατομεία καί κουρα­
φέξαλα! ... Πηρε θάρρος καί μέ πολύ θράσος εκαμε τήν διάγνωση
καί καθόρισε τήν θεραπεία.
· Ο Διευθυντής τό φώναξε παντου δτι στόν Ντόκτορ Γιάννη
χρεωστουσε τή σωτηρία του. Δέν ηξερε πως νά του εκδηλώσει
τήν ευγνωμοσύνη. Τόν άφησε ελεύτερο νά γυρίζει στό 'Επτα­
πύργιο.
'Ακόμα καί ενας μεγάλος μπέης της Θεσσαλονίκης εστειλε τό
άμάξι του καί τόν πήρε. νά ίδεί τήν άρρωστη κόρη του. Βρήκε
εκεί καί τόν φίλο του γιατρό Ζάννα πού δύσκολα κρατουσε τά
γέλοια. 'Αναγκάσθηκε δμως νά διαβεβαιώσει τόν μπέη δτι ό
Ντόκτορ Γιάννη ηταν πολύ δυνατός επιστήμονας.
'Ωστόσο άνυπομονουσε ό Ντόκτορ Γιάννη νά βρεθεί εξω άπ'
τά τείχη του 'Επταπυργίου. Είχε διαλέξει τήν ελευθερία. 'Επίεζε
άδιάκοπα τούς φίλους του στήν Θεσσαλονίκη νά τόν πάρουν άπ'
τήν άνυπόφορη «κόλαση».
Κατόρθωσαν στό τέλος νά οργανώσουν τήν δραπέτευσή του
μέ τό κάρο των σκουπιδιων. 'Έvα'κάρο πηγαινε δύο φορές τήν
εβδομάδα στό 'Επταπύργιο γιά τ' άπορρίμματα. Τό φόρτωναν
φυλακισμένοι μέ τήν επίβλεψη κάποιου δεσμοφύλακα. Στήν
163

εξοδο άλλος δεσμοφύλακας έβύθιζε ενα σιδερένιο ραβδί στά
σκουπίδια γιά νά βεβαιωθεί δτι δέν εκρυβαν τίποτε άλλο. τΗσαν
δλα «κανονισμένα». Τήν τελευταία δμως στιγμή θυμήθηκε ό
Ντόκτορ Γιάννη δτι ήταν άξιωματικός καί δέν ταίριαζε στήν
άξιοπρέπειά του νά κρυφθεί σέ άπορρίμματα καί άκαθαρσίες...
'Επωφελήθηκε ενας άντάρτης, ό Παναγιώτης Μάμολης, βγήκε
λερωμένος άπ' τά σκουπίδια, επεσε πάνω σέ μιά διμοιρία χωρο­
φύλακες! 'Έκαμε τόν μεθυσμένο καί πέρασε άνενόχλητος.
Τήν ήμέρα του · Αγίου Νικολάου τό 1906 επεφτε ψιλή καί
κρύα βροχή. 'Ανάλαφρες γάζες κατέβαιναν στό 'Επταπύργιο
σάν νά 'θελαν νά σκεπάσουν τά ψυχικά τραύματα των φυλακι­
σμένων. 'Αριστερά ό Χορτιάτης ε{χε φορέσει άσπρη κουκούλα
καί μουντός άπλωνόταν κάτω ό Θερμαϊκός. 'Αντίκρυ στό βάθος
ό γέρο 'Όλυμπος ε{χε όλότελα χαθεί στά σύννεφα. "Αν έξακο­
λουθουσαν νά κατοικουν έκεί οί θεοί ήσαν έπίσης χαμένοι.
Κατά τό μεσημέρι ό δεσμοφύλακας 'Αμπετίν πήγε καί κά­
θησε στό κατώφλι του μικρου φυλακίου πλάι στήν μεγάλη
πόρτα. Φορουσε ενα παλτό άπό χονδρό χωριάτικο σαγιάκι.
'Ωστόσο ετρεμε. Πολλές άρρώστιες τόν ε{χαν βρεί τόν τελευ­
ταίο καιρό. Πονουσαν ή κοιλιά, τό κεφάλι, ή πλάτη, τό στήθος,
τά πόδια χωρίς νά μπορέσει ούδ' ό «Ντόκτορ Γιάννη» νά
καθορίσει τήν άρρώστια του. Κάτι μασουσε. Πέρασε κείνη τήν
στιγμή ό 'Υποδιευθυντής πού πήγαινε στό σπίτι του, κάπου έκεί
σιμά.
-Πάλι άρρωστος 'Αμπετίν; του είπε.
-Μέ ξανάπιασε μπέη μου ή άρρώστια.
-Μά δέν ε{χες γίνει καλά;
- Ό 'Αλλάχ νά σέ φυλάει άπ' τίς άρρώστιες, μπέη μου.
Σκέπτομαι τά φτωχά παιδιά μου. Τ' άφήνω στόν 'Αλλάχ καί στά
χέρια σου. Οί γιατροί μονάχα λόγια. Δέν ε{ναι γιά τίποτε. 'Ο
'Αλλάχ ε{ναι μεγάλος.
'Έβγαλε κάτι άπό ενα κουτί καί τό 'βαλε στό στόμα.
-Τί τρως 'Αμπετίν; 'Έχεις βλέπω όρεξη.
-Παίρνω τό γιατρικό μου, μπέη.
-Μά ε{ναι κουτί άπό λουκούμια.
164

-Είναι λουκούμια μέ τό γιατρικό.
-Πρώτη φορά άκούω τέτοιο πράγμα λουκούμια! φάρμακο!
-Είναι καλά, μπέη μου, μοϋκαναν καλό. 'Ένας γέρος · Εβραίος μέ κάτασπρα μεγάλα γένεια μου τά 'δωσε. 'Ο 'Αλλάχ νά
του δώσει ζωή, θέλεις νά τά δοκιμάσεις; Κακό δέν κάνουν.
-" Ας τά iδουμε λοιπόν, τά λουκούμια - φάρμακό σου.
'Έβαλε ενα στό στόμα.
-Χμ. "Ασχημα δέν είναι. Τά φάρμακα πού εχω πάρει ως
τώρα ήταν πικρά καί άνοστα. Αύτός ό γεροτσιφούτης θά 'ναι
καλός. 'Ίσως μου χρειασθεί.
Μόλις ό 'Υποδιευθυντής εφυγε πρόβαλαν άπ' τό φυλάκιο δύο
δεσμοφύλακες.
-Δέν θά μας δώσεις καί μας 'Αμπετίν κανένα λουκούμι;
είπαν.
-Μά είναι γιατρικό. Δέν είναι λουκούμια. Δέν τό άκούσατε;
-"Ας είναι. Μας πονάει καί μας ή κοιλιά, ή πλάτη, τό χέρι...
-Γιά τό Θεό. Μή παίζετε παιδιά μέ τίς άρρώστιες.
-Μονάχα στούς τρανούς 'Αμπετίν δίνεις; Έμας τούς μικρούς συναδέλφους σου δέν μας λογαριάζεις καθόλου;
-"Ωχ μάνα μου. Γιατί τό παίρνετε ετσι;
-Πως νά μήν τό παίρνουμε; Στόν 'Υποδιευθυντή εδωσες.
'Εμείς οί συνάδελφοί σου δέν άξίζουμε ενα λουκούμι;
-Καλά, καλά. Πάρτε καί σείς. 'Αφου κάνετε σάν μικρά
παιδιά. Τί νά κάμω; Τρωμε τόσα χρόνια μαζί τό ψωμί.
Καί τούς εδωσε άπό ενα λουκούμι.
Πετάχτηκαν τότε καί οί δυό χωροφύλακες πού φύλαγαν εξω
στήν πόρτα.
-Γιά μας 'Αμπετίν άγά δέν εχει λουκούμια;
-'Αλλάχ 'Αλλάχ! Γιατρικό είναι.
-Γιατρικό ξεγιατρικό καί μείς θέλουμε. Δέν είμαστε γάϊδούρια.
-Βρέ τρελόπαιδα. Βλέπετε εΙμαι άρρωστος. Που νά ξαναβρώ
εγώ τόν γεροεβραίο πού μου τά '"""δωσε;!
-Θά τόν βρείς 'Αμπετινάκι, θά σέ βοηθήσομε καί μείς.
-Μωρέ νά σας κεράσω επειτα κάτω στό καφενείο λουκούμια,
165

καφέδες, δ,τι θέλετε. Μή μου χαλνiiτε αδικα τό γιατρικό.
-Τώρα τό θέλουμε τό λουκούμι, 'Αμπετίν άγά.
-Μά τόν 'Αλλάχ. Τί ανθρωποι εΙσθε; Δέν παίρνετε άπό
λόγια. Ουτε τά μωρά παιδιά δέν κάνουν ετσι.. Ουφ, πάρτε έπί
τέλους καί σείς καί άφήστε με ησυχο στά χάλια μου.
'Έδωσε καί σ' αυτούς άπό ενα λουκούμι.
Σέ λίγο καί οί τέσσερεις ξαπλώθηκαν φαρδείς πλατείς στό
καλντερίμι καί κοιμήθηκαν ...
Είχε πάρει ό 'Αμπετίν άπ' τόν φαρμακοποιό Μιλτιάδη Κένα
λουκούμια ζυμωμένα μέ μορφίνη. Ε{χαν συμφωνήσει νά του
μετρήσει εκατό χρυσές τούρκικες λίρες μόλις ό ντόκτορ Γιάννη
εβγαιvε άπ' τή φυλακή. Ό γιατρός Ζάνας πού τόν σέβονταν
δλοι οί Τουρκοι μεγάλοι καί μικροί έγγυήθηκε.
'Απ' αυτά τά λουκούμια, εδωσε ό 'Αμπετίν στούς δεσμοφύλα­
κες καί χωροφύλακες.
Είχε καί αλλα καλά πού ετρωγε ό ίδιος καί εδωσε καί στόν
'Υποδιευθυντή.
Ό Ντόκτορ Γιάννη τώρα βγήκε άπ' τή μεγάλη πόρτα τής
φυλακής μέ δλη τήν ήσυχία καί δλη τήν άξιοπρέπεια. Πήρε μαζί
καί τό πρωτοπαλίκαρό του.
Ε{χε όρισθεί ενα παιδί του 'Εκτελεστικοί>, ό Βείτζογλου, νά
τόν περιμένει. ·τήv ωρα δμως πού άνέβαινε γιά τό 'Επταπύργιο
είδε σέ μιά κηδεία κάποιον Σταυράκη, όργανο των Βουλγάρων,
πού ε{χε έντολή νά τόν ξεκάμει καί πολύν καιρό τόν κυνηγουσε.
Καί προτίμησε ν' άσχοληθεί μαζί του παρά νά περιμένει τόν
ντόκτορα...
'Ο Ντόκτορ Γιάννη δταν είδε πώς κανένας δέν περίμενε νά τόν
παραλάβει τράβηξε ίσια στό σπίτι του Ζάννα πού τό ηξερε καλά.
'Απ' έκεί μέ τό άμάξι του γιατροί> πήγε σ' αλλο σπίτι καί επειτα
στου Χατζηλαζάρου πού ήταν έπίτιμος 'Αμερικανός Πρόξενος.
Σύμφωνα μέ τίς «Διομολογήσεις» τό προξενικό σπίτι ήταν
άπαραβίαστο καί ίερό γιά τίς τουρκικές άρχές.
'Ο 'Αμπετίν πήρε κι αυτός μορφινισμένο λουκούμι σάν ε{δε
δτι ό Ντόκτορ εφυγε άνενόχλητος.
Κάποτε ενας δεσμοφύλακας είδε τούς πέντε ξαπλωμένους καί
166

εβαλε τίς φωνές. 'Έτρεξαν δλοι. Νόμισαν πώς κάποια τρομερή
επιδημία ε{χε εισβάλει απ' τήν ανοικτή μεγάλη πόρτα. 'Όταν
δμως ε{δαν δτι ε{χαν κανονική τήν ανάσα καί τόν σφυγμό καί ό
Ντόκτορ Γιάννης ήταν άφαντος κατάλαβαν ...
'Ο Χιλμή πασiiς καί οί δύο «πράκτορες» (Ρώσσος καί Αύ­
στριακός) σκύλιασαν καί έπρόσταξαν αύστηρότατες ανακρίσεις.
Ό 'Αμπετίν πέθανε από τό ξύλο. Τίς 100 λίρες τίς πηρε ή
οικογένειά του.
Τό βράδυ, μεγάλη κουστωδία από αστυνομικούς, έκύκλωσε
τό σπίτι του Ζάννα καί εκαμε ερευνα. 'Ήξεραν δτι τά παιδιά του
πήγαιναν τακτικά στό 'Επταπύργιο, μέ τρόφιμα, καί εβλεπαν τόν
Ντόκτορ Γιάννη.
Δέν βρηκαν τίποτε. 'Ήπιαν μονάχα πολύ ούζο καί εφαγαν
μεζέδες τό βραδυνό φαγί.
Ύπηρχε καί συνέχεια. Ό Ζάννας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν
ερευνα στό φίλο του αρχίατρο των ανακτόρων του Γιλδίζ. Καί
αύστηρό τηλεγράφημα του Σουλτάνου έπρόσταξε τόν βαλή νά
ζητήσει συγγνώμη απ' τόν γιατρό πού ε{χε τιμηθεί καί μέ
ανώτερο παράσημο.
(«Ντόκτορ Γιάννη»)

167

20. ΚΡΥΨΑΝΕΣ
Χοντρά ξύλα εκαιαν στό τζάκι καί μιά λαμπίτσα στόν τοίχο,
πού ε{χε μαυρισμένο στήν άκρη τό γυαλί της. Τρία τουφέκια
ήταν κρεμασμένα στούς τοίχους καί πάνω στήν όροφή τουφες
από ξηρά κρομμύδια, σκόρδα καί πολλές κατακόκκινες πιπεριές,
πού σέ εκαιαν μονάχα μέ τή θέα τους. Κάτω τό πάτωμα ήταν από
σκληρό καί πατημένο χώμα. ΕΙχε δμως καί τρείς ψάθες, τίς δυό
δεξιά καί αριστερά από τό τζάκι καί τήν τρίτη παραπέρα, κάτω
ακριβώς άπό τή λαμπίτσα. Κάθε ψάθα ήταν εφοδιασμένη καί μ'
ενα μαξιλάρι μάλλινο, γεμάτο άχυρα, σκληρό σάν πέτρα. Σέ μιά
γωνιά ύπηρχαν πεταμένες τρείς · γκρίζες κάπες καί στίς άλλες
σακιά μέ φασόλια καί πατάτες καί αραδιασμένα καυσόξυλα.
'Αντίκρυ ήταν ό μεγάλος «όντάς», τό μεγάλο δωμάτιο, επίσης
ίσόγειο καί μέ χωμάτένιο πάτωμα. 'Εκεί είχε συμμαζωχθεί τόν
χειμώνα δλη ή οίκογένεια κάπου 12-14 άτομα, μικρά καί μεγάλα.
'Έξω στήν αυλή, δπου στριφογύριζαν κότες, πάπιες, χήνες,
γουρουνόπουλα, ύπηρχε τό μεγάλο ξύλινο αμπάρι σκεπασμένο
μέ κεραμίδια, πολλές θημωνιές από χορτάρι καί άχυρο, ενας
χαμηλός στάβλος γιά τά πρόβατα, σωροί από καυσόξυλα κλπ.
Τά δύο μεγάλα παιδιά της οικογένειας απουσίαζαν στήν
'Αμερική. ΕΙχε απομείνει στό σπίτι, γιά νά βοηθάει τόν πατέρα
στίς αγροτικές δουλειές, μαζί μέ τούς νεαρούς ανεψιούς, ό
μικρότερος αδελφός τους ό Τόλης.
Ό πατέρας Νάτσης, γεροδεμένος ακόμα, γκριζομάλλης, ήταν
απ' τούς ευπορότερους «τσορμπατζηδες» (νοικοκυραίους) της
Γραδέσνιτσας. Μέ τά δολλάρια πού τουστελναν τά παιδιά αγό­
ρασε καί άλλα χωράφια από εναν Τουρκο τσιφλικά. Τάγραψε καί
αυτά στό κτηματολόγιο (Ταπού νταϊρεσί) στό όνομά του γιά νά
κληρονομουν τό ίδιο δσοι δούλεψαν στήν 'Αμερική καί δσοι
εμειναν στό χωριό.
168

'Ο Τόλης του ζήτησε τήν άδεια νά περάσει τίς χειμωνιάτικες
νύχτες μέ τή γυναίκα του σ' ενα άπό τά άδεια δωμάτια του πάνω
πατώματος, εστω καί χωρίς σόμπα. Του εφερε δμως άντιρρήσεις.
«Στό πάνω πάτωμα» τον είπε, «θά κρυώνετε χωρίς σόμπα. 'Εδώ,
σέ τουτοv· τόν «οντά» περάσαμε δλοι μαζί πολλούς χειμώνες.
'Έτσι κάμνουν καί δλοι οί χωριανοί. Πλάγιασε καί σύ μέ τή
γυναίκα σου σέ μιάν άκρη καί κάμε δ,τι θέλεις. 'Εμείς θά
κοιμούμαστε ».
Καί έπειδή ό υίός του εκαμε ενα μορφασμό συνέχισε:
-Δέν είσαι δά καί νεόπαντρος. Πέρασαν τρία χρόνια άφότου
σέ παντρέψαμε. "Α! "Αν ήταν άδειος ό μικρός οντάς... Μά
βλέπεις είναι έκεί τά παλικάρια. Δέν μπορουμε νά τούς πάρομε κι
αύτους στόν μεγάλο «οντά». Οϋτε νά τούς βάλομε. στό πάνω
πάτωμα. "Αμα φανεί έκεί φως τέτοιον καιρό δλοι θά παραξενευ­
τουν καί ίσως περαστικοί Τουρκοι ύποπτευθουν πώς εχομε
ξένους, δηλαδή άντάρτες. Κατάλαβες;
Κατάλαβε, δέν κατάλαβε, ό Τόλης σιώπησε.
Ό μικρός «οντάς» είχε καί τό μεγάλο προσόν νά έπικοινωνεί
μέ μιά στενή πορτούλα, μέ τό «κελάρι», γεμάτο καδιά μέ ξυνό
λάχανο, πιπεριές τουρσί, τυρί, βούτυρο, βαρέλια μέ κρασί, σακιά
μέ φασόλια, πατάτες κλπ. Παραπέρα ήταν ενας μικρός άχυρώνας
μέ λίγο χορτάρι καί πολύ άχυρο καί στό βάθος ό στάβλος μέ τά
βόδια, άγελάδες, βουβάλια, άλογα, γαϊδούρια καί τήν «κρυ­
ψάνα». Εϋκολα δηλαδή θά μπορουσαν νά καταφύγουν στήν
κρύπτη τά «παιδιά», δταν θά έμφανίζονταν άπρόσκλητοι οί
Τουρκοι.
ΤΗ ταν Δεκέμβριος του 1906. Βαρύς ό χειμώνας. Χιόνια καί
πάγοι σκέπαζαν δλο τόν τόπο. Είχε πέσει καί ή παγερή πάχνη
του κάμπου της Φλώρινας-Μοναστηριου, το περίφημο «σινιάκι»,
πού κατέβασε τό θερμόμετρο 18-20 βαθμούς κάτω άπό τό μηδέν.
Τούς εφερε άργότερα καί τούς 30 βαθμούς, οπως συχνά τό
εκαμνε. Σταλαχτίτες είχαν κρεμαστεί άπ' τά κεραμίδια καί ενα
γκρίζο παγερό χνούδι είχε τυλίξεi'τά γυμνά κλαδιά των δέντρων.
Πάγωσαν καί δλα τά ύπαίθρια νερά.
Ή Γραδέσνιτσα «του Κάμπου», γιατί ύπάρχει καί ή Γραδέσνι169

τσα του Μορίχοβου, βρίσκεται στά ριζά του Περιστέρι καί στήν
εξοδο μιας όρεινης κοιλάδας, σέ δυό χιλιόμετρα άπόσταση άπ'
τά ελληνικά σύνορα. Εfναι σήμερα γιουγκοσλαβική... Στό βάθος
της κοιλάδας καί σέ μιά ψηλή πλαγιά του βουνου είναι τό
τουρκοαλβανικό χωριό «Κισάβα», πού λουζόταν εκείνες τίς
ή μέρες στόν ηλιο! Τό σινιάκι προτιμάει τόν κάμπο καί δέν εννοεί
νά τόν άφήσει καί νά άνεβεί ύψηλότερα.
Εfναι σλαβόφωνη ή Γραδέσνιτσα, μά άναδείχθηκε θαυμάσιο
ελληνικό κέντρο καί όρμητήριο. 'Έδιωξαν τούς κομιτατζήδες,
δταν επιχείρησαν νά τούς εκβιάσουν νά γίνουν Βούλγαροι.
Πρωτοστάτησε καί ό Νάτσης μέ αλλους νοικοκυραίους. τΗταν
άπ' τά λίγα χωριά πού άψήφισαν τόν φόβο καί ύποδέχθηκαν,
τροφοδότησαν, ύποστήριξαν τό μικρό άντάρτικο Σωμα του' Ιωάν­
νου Καpαβίτη, πού πρωτο εμφανίσθηκε σέ κείνη τήν περιοχή,
τήν ανοιξη του 1905. Γρήγορα δμως δλα τά χωριά του Περιστέρι,
άνά;.ιεσα Φλώρινα καί Μοναστήρι, μέ τίς ασπρες πουκαμίσες,
εγιναν, εκτός δύο, δικά μας.
Στόν μικρό «όντά» εβαζε αλλοτε ό Νάτσης τόν χειμώνα τό
νεώτερο ζευγάρι. 'Έκαμνε συχνά καί τήν γενναιοδωρία νά του
παραχωρεί καί κανένα άπό τά πάνω δωμάτια. Δέν πείραζε τότε αν
εκαιγε καί φωτιά, καί λάμπα, γιατί δέν «φιλοξενουσαν» επιλή­
ψιμα πρόσωπα. Τώρα δμως είχαν στρωθεί στό «μικρό» δωμάτιο,
τέσσερεις συνέχεια μέρες, τρείς ανδρες του Σώματος Γερογιάν­
νη, πού είχαν άντικαταστήσει, μέ διακοπή λίγων ήμερων, τέσσε­
ρεις του Παύλου Ρακοβίτη.
'Αποτελουσαν τήν «'Αγία Τριάδα», γιατί ήταν πάντα μαζί καί
πάντα άχώριστοι, αν καί πολύ ετερόκλιτοι καί άνόμοιοι.
'Ο ενας ήταν ό Φίλιππος ή Φίλιπ, ψηλός καί γεμάτος, άπό τό
Μπούκοβο, ενα μεγάλο χωριό σέ μικρή άπόσταση άπ' τό
Μοναστήρι. Ήταν «άναγνώστης» καί επειτα ψάλτης της εκκλη­
σίας. Τέλη Αύγούστου πήγαινε στό Όρέχοβο, μικρό χωριό,
κάπου μιά ωρα μακριά, σέ μιά ψηλή πλαγιά. 'Επειδή ψιλόβρεχε
λιγάκι πήρε καί τήν κάπα του. Στόν δρόμο συναντήθηκε μέ τόν
«Ταξιντάρη» (εισπράκτορα) καί τούς δυό «Τζανταρμάδες» του
(χωροφύλακες), πού πρόβαλαν ξαφνικά άπό ενα μονοπάτι. Πή170

γαιναν στό μικρό χωριό νά είσπράξουν τό «χαράτσι» (κεφαλικό
φόρο των χριστιανών) καί τούς πολλούς άλλους γεωργικούς
φόρους καί νά καταβροχθίσουν τηγανιτές κότες. 'Ο Φίλιππος,
γιά τήν κακή του τύχη, εσκόνταψε καί τοϋ επεσε μιά δεσμίδα
φυσίγγια Μάνλιχερ! Τόν εψαξαν οί χωροφύλακες καί τοϋ βρή­
καν κάτω άπ' τήν κάπα εναν μεγάλο τορβά γεμάτο δεσμίδες! Τίς
κουβαλοϋσε άπ' τήν άποθήκη τοϋ Μπουκόβου στό Όρέχοβο
γιά τό Σώμα, πού θά εφευγε γιά τήν κορυφή τοϋ Περιστέρι καί
τήν περιοχή τοϋ Μεγαρόβου καί των ι'iλλων χωριών. "Αν ε{χε
μερικές λιρίτσες πάνω του, ϊσως θά εκλειναν τά μάτια οί χωροφύ­
λακες, δσο καί αν τούς ε{χαν εκπαιδεύσει οί 'Ιταλοί άξιωματικοί
των «Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων». 'Αποφάσισαν νά τόν όδη­
γήσει ό ενας στό Μοναστήρι, μαζί μέ τό φορτίο του, άφοϋ τοϋ
εδεσαν τά χέρια μέ τό ζουνάρι του. Στόν δρόμο ό Φίλιππος
κατάφερε νά λύσει τά χέρια του καί μέ δύο γερές γροθιές εριξε
κάτω τόν «Τζανταρμά». Τοϋ πήρε τόν τορβά καί τό δπλο καί
τόσκασε. Ποϋ άλλοϋ θά μποροϋσε νά καταφύγει εκτός άπ' τά
Σώματα;
· Ο άλλος, ό Λεωνίδας ή Νίδας, γερό έπίσης παλικάρι, ήταν
άπ' τό Μοναστήρι, άπ' τούς κάτω μαχαλάδες, τούς φτωχούς καί
λαϊκούς. 'Η άριστοκρατία άπ' εμπόρους, επιστήμονες, επαγγελ­
ματίες κατοικοϋσε στίς πάνω συνοικίες. 'Ο πατέρας του είχε
άφήσει τό τσιφλίκι, δπου ήταν κολίγος, γιά νά εγκατασταθεί
λαχανοκηπουρός στήν πόλη. 'Ο Νίδας πήγε δύο μονάχα χρόνια
στό δημοτικό σχολείο τοϋ μαχαλίi του. ΤΗταν «μεγάλος» καί τόν
πείραζαν τά ι'iλλα παιδιά. "Αρχισε νά δουλεύει σ' ενα μαραγκού­
δικο. Σκότωσαν δμως οί κομιτατζήδες στό χωριό εναν θείο του,
ξέσπασε σέ μερικά Βουλγαρόπαιδα, πού τά εδειρε, καί κατατά­
χθηκε στό «'Εκτελεστικό», τό ενοπλο τμήμα μέσα στήν πόλη
καί φυτώριο φονιάδων καί δολοφόνων. 'Έπαιρνε επίδομα ενα
είκοσόφραγκο τό μήνα, γλεντοκοποϋσε μέ συντρόφους σέ ταβέρ­
νες ή εξω σέ χωριά καί μονασfηρια, πήγαινε τά βράδια στόν
«Σύλλογο των Φιλομούσων», δπου μάθαινε χορό καί γενικά δέν
τήν περνοϋσε ι'iσχημα. Μιά Κυριακή δμως, σύμφωνα μέ τή
διαταγή τοϋ «δεκανέα» του, ι'iδειασε ενα κουβά μελάνη στό
171

πεισματάρικο κεφάλι ενός γέρου προκρίτου, πού εβγαινε κείνη
τήν ωρα άπ' τήν έκκλησία του · Αγίου Δημητρίου. Έψούνιζε,
παρά τήν άπαγόρεψη, άπό εναν Βούλγαρο χασάπη καί άπό εναν
'Εβραίο εμπορο, δέν πλήρωνε τά πρόστιμα, ήταν δύστροπος καί
άτίθασος. Περνουσαν τότε εξω στόν δρόμο δύο «πολίτσηδες»,
ε{δαν άπ' τήν άνοιχτή μεγάλη πόρτα τήν φασαρία καί ετρεξαν νά
τόν πιάσουν. 'Ο Νίδας μπήκε μέ τά μελανιασμένα χέρια του στήν
έκκλησία, δπου δέν μπόρεσαν νά τόν άκολουθήσουν οί Τουρκοι,
βγήκε άπ' τήν άλλη πόρτα καί μπήκε στό καθορισμένο σπίτι. Τά
άνταρτικά Σώματα ήταν καί τό δικό του καταφύγιο.
Τρίτος ήταν ό 'Αγησίλαος ή Σίλας, ενας ψηλός καί άδύνατος
νέος μέ μεγάλα μαλλιά καί μάτια, κάπου άπ' τά μέρη της Λαμίας.
'Η μητέρα του, πού γεννήθηκε στήν 'Αταλάντη, ε{χε τήν
καταγωγή άπ' τούς Ναουσαίους, πού τόβαλαν γιά τήν νοτιότερη
'Ελλάδα, ϋστερα άπ' τήν καταστροφή της πατρίδας τους, τό
1822. Τόν ελεγαν οί σύντροφοί του «δάσκαλο» ή σοφό. «Σπού­
δαζε», δπως ελεγε, χωρίς νά ξεκαθαρίζει,σέ Πανεπιστήμιο ή
Γυμνάσιο καί ήταν «δημοσιογράφος», ίσως σέ καμιά τοπική
έφημεριδούλα, πού εβλεπε τό φως μιά φορά τήν εβδομάδα. ΕΙχε
έκστρατεύσει στήν Μακεδονία γιά νά γράψει τίς έν:υπώσεις άπ'
τόν άγώνα, πού θά συγκλόνιζαν τό Πανελλήνιο. Καί κρατουσε
μυστικά ταχτικό ήμερολόγιο καί γέμιζε κόλλες πολλές. Γι' αύτό
είχε διαλέξει μόνιμους συντρόφους τούς δύο άμόρφωτους έντό­
πιους πού δέν τόν ένοχλουσαν, δέν του ζητουσαν έξηγήσεις καί
κρατουσαν πιστά τήν υπόσχεση νά μήν μιλήσουν σέ κανένα γιά
τά γραψίματά του. Γιά νά τούς δείξει τήν εύγνωμοσύνη του τούς
ελεγε τήν ίστορία του Τρωικου Πολέμου, του Μεγάλου 'Αλεξάν­
δρου, του Λεωνίδα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Μιά βρα­
διά πού μιλουσε γιά τόν Τρωικό Πόλεμο, κάλεσε καί τά παιδιά
· του σπιτι<;>υ, πού πήγαιναν στό σχολείο. Ήρθαν ζωηρά καί
χαρούμενα, άκουγαν, ρωτουσαν, διόρθωναν. Τά μεγαλύτερα κάτι
ε{χαν μάθει στό σχολείο. Μαζί τους μπήκε στό «μικρό» δωμάτιο
ή Λένα πού είχε τελειώσει πρίν δύο χρόνια τό σχολείο. Κεντουσε
ενα ποκάμισο καί ρωτουσε μέ ιδιαίτερο ένδιαφέρον γιά τήν
«' Ωραία 'Ελένη». Ό Σίλας τήν βάφτισε κι αύτή ώραία 'Ελένη.
172

Ή κοπέλα κοκκίνισε καί εσκυψε χαμηλότερα στό κέντημα.
'Εκείνη τήν βραδιά, κάτω άπ' τή λαμπίτσα, σ' ενα χοντρό
ξύλινο τρίποδα ό Σίλας εγραφε, εγραφε, γέμισε κόλλες. Τί
εγραφε ήταν μυστήριο. "Αν είχε όνειρευθεί μεγάλες μάχες σέ
ψηλά βουνά καί πυκνά δασοτόπια, τδφερε ή μοίρα του νά μείνει
τρείς σχεδόν μήνες σέ χωριά, μέσα σέ κλειστά δωμάτια καί νά
μπαίνει κάποτε σέ καμιά «κρυψάνα». Δέν είχε ρίξει ουτε μιά
ντουφεκιά! 'Επιστράτευε, φαίνεται, τή φαντασία του.
Μιά γυναίκα τούς εφερε τό βραδινό φαγί. Αυγά μάτια μέ
μπόλικο βούτυρο καί ενα ψημένο κομμάτι χοιρινό παστό, λύσσα
στό άλάτι. Στά χωριά του Περιστέρι εδιναν μέ τή σειρά οί
χωρικοί δωρεάν τήν τροφή στά Σώματα, ενώ στό Μορίχοβο τήν
πλήρωναν μέ τό ενα είκοσόφραγκο τόν μήνα πού επαιρναν γιά
δλα τους τά εξοδα.
-Ουφ! είπε ό Φίλιππος. Ουφ! ό Νίδας.
'Η καημένη ή γυναίκα εμεινε σύξυλη, μέ τό μικρό ταψί στά
χέρια της μετέωρο.
-Δέν σας άρέζουν τά αυγά; ψιθύρισε. 'Έχουν πολύ βούτυρο. ·
-Τά εχομε μπουχτίσει πιά... Κάθε μέρα αυγά, μεσημέριβράδυ! της άπάντησε, στό ίδιο ίδίωμα, ό Φίλιππος καί φώναξε
στόν 'Αγησίλαο:
-'Έλα δάσκαλε \:'ά φάγεις αυγά.
'Εκείνος εξακολούθησε νά γράφει καί άπάντησε:
-Αυγκά... Αυγκά... Τώρα εχω καί εμπνευση.
-Μωρέ τί ήθελε νά πεί μέ τό «πνεύση»; ρώτησε ό Φίλιππος
τόν Νίδα, στό τοπικό ίδίωμα.
-Ξέρω κι εγώ; 'Ίσως είναι άγγλικά.
'Η γυναίκα θέλησε νά δικαιολογηθεί καί f.ίπε:
�Δέν είναι εδώ πολιτεία. Είναι χωριό. Τί άλλο μπορουσα νά
σας φέρω; Φασόλια;
-Πουναι τά φασόλια; είπε ό Φίλιππος.
-Μακάρι νά μας εφερνες φaσόλια, πρόσθεσε ό Νίδας.
-Φασόλια! Φασόλια! Φώναξε ό Σίλας, πού τά καταλάβαινε.
Μπήκε τότε στή μικρή κάμαρη μιά πρόσχαρη καί καλοστε­
κούμενη γριά, ή Νάτσαινα.
173

-Παιδιά μου, τούς εΙπε, τρελαθήκατε; Δέ θέλετε αύγά καί
θέλετε φασόλια; Γιατί;
-Γιατί κοντεύουν νά πεταχθουν κοκόρια άπ' τήν κοιλιά μας,
άποκρίθηκε ό Νίδας.
Γέλασε ή γριά καί εΙπε:
-Πως νά μή γελάσω! Θά γεννηθουν κοκόρια στήν κοιλιά.
Μά αν εΙναι ετσι νά μου δώσετε τά αύγά νά σας δώσω έγώ τά
φασόλια.
-Τά φασόλια! ... Τά φασόλια! ... Φώναξαν Φίλιππος καί Νί­
δας.
Καί ό Σίλας πού εΙχε άρχίσει νά καταλαβαίνει κάπως τό
ίδίωμα σταμάτησε τή «συγγραφή», σηκώθηκε, πfjρε τό ταψί άπ'
τήν ξένη γυναίκα καί τό πρόσφερε στή γριά:
-Παρε τό μάικω... Μητερούλα, τfjς εΙπε.
Ή Νάτσενα χαμογέλασε, του χάιδεψε τά μαλλιά καί τά
μάγουλα καί του εΙπε:
-Καλό... Καλό παιντί Σίλας. Ντικό σου μάνα... "Αχ! Φτωχό
μάνα! ...
'Ήθελε νά πεί δτι ή δική του μάνα έκεί μακριά, δέν ξεύρει τί
γίνεται καί τί κάμνει ό υίός της καί αν εΙναι ζωντανός...
Γύρισε επειτα στούς δύο άλλους καί εΙπε:
-Πέστε του Σίλα έγώ γιά άστεία ε{πα νά πάρω τά αύγά γιά τά
παιδιά. Δόξα τφ Θεφ εχομε πολλά.
-Δέν θέλομεν ήμείς tά ώά, φώναξαν τά δύο έγγονάκια της,
πού πήγαιναν σχολείο καί μάθαιναν τήν καθαρεύουσα. Ε{χαν
μπεί πίσω της στό «μικρό δωμάτιο».
-Τά άκουτε! Θά σας φέρω τά φασόλια σας. Καί ξυνολάχανο
καί πιπεριές. Ν' άνοίξει ή όρεξή σας. Μά πως θέλετε να.χετε
όρεξη όλημέρα ξαπλωμένοι;
-Τί θέλεις νά κάνομε; Νά χορεύαμε;
-Νά χορεύετε. Γιατί νά μή χορεύετε; Νέοι ε{στε.
-Θά χορέψαμε στόν γάμο του Λάμπρου.
-"Α! Τότε θά χορέψω κι έγώ.
Πfjρε τό ταψί, τόβαλε στόν «σοφρά» πού τόν ε{χε φέρει μιά
άπ' τίς νύμφες της καί τfjς ε{πε νά φέρει καί τά φασόλια, τό τυρί,
174

τά ξινά. Ή Λένα ετρεξε καί ξερίζωσε απ' τό χιόνι εvα φρέσκο
λάχανο. Ό Νάτσης εφερε καί μιά κανάτα μαϋρο κρασί καί τούς
ε{πε:
-Τί ε{ναι αυτό; Ντέν τρώγετε τά αυγά; Τρελό ε{στε; Πρέπει
νά τρώγετε καλά γιά νά είστε καλός καί ντυνατός.
Ήρθε νά τούς iδεί ό Λάμπρος, ενα παλικάρι 16-17 χρονών, μέ
μαϋρο μανδύα από σπιτικό σαγιάκι, πανομοιότυπο σχεδόν τοϋ
ευζωνικοϋ ντουλαμίi, μέ ζώνη γαλανόλευκη καί καλτσοδέτες
επίσης γαλανόλευκες στίς χυτές άσπρες κάλτσες. Τούς εφερε
από τό Μοναστήρι μιάν ελληνική εφημερίδα τfjς Θεσσαλονίκης,
πού τήν εβγαζε ενας... 'Ιταλός γιά νά εχει τήν προστασία του
Ίταλικοϋ Προξενείου καί των Capitulations (Δρομολογήσεων),
προνόμια δηλαδή των ξένων στήν Τουρκία. 'Ο Σίλας τfjς εριξε
μιά ματιά καί συνέχισε τό γράψιμο. 'Ο Νίδας τήν πfjρε, τή
στριφογύρισε απ' δλες τίς μεριές καί τήν πέταξε.
-Δέv τήν θέλετε; 'Εγώ γιά σας τήν αγόρασα, ε{πε μέ
παράπονο τό παιδί.
-'Εφημερίδες ε{ναι αυτές! Νά μας φέρεις καμιά τfjς 'Αθή­
νας, ε{πε ό Σίλας.
-Καί τήν «'Ημέρα» συμπλήρωσε ό Νίδας. Είχε δεί στόν
«Σύλλογο των Φιλομούσων» μερικά λαθραία φύλλα τfjς εφημερί­
δας τfjς Τεργέστης, πού περνοϋσε γιά τό σοβαρότερο ελληνικό
εντυπο.
-Καί που θά τίς βρω;
-Νά τίς βρείς, δπως βρfjκες τήv αρραβωνιαστικιά σου.
-Μά αυτός τήν βρfjκε ή ό παππούς του; ρώτησε ό Φίλιππος.
- 'Αλήθεια, Λάμπρο, ξαναπfjρε τόν λόγο ό Νίδας, σύ τήν
βρfjκες; -'Ο Λάμπρος κοκκίνισε.- Κατεργαράκο ... Καλά τά
κατάφερες. Καί πότε ό γάμος; Είπαμε μέ τήv γιαγιά σου θά
χορέψαμε τότε.
-Δέν ξέρω.
-Καί ποιός ξέρει;
-Καλά, θά του ποϋμε νά γί��� γρήγορα. 'Όσο είμαστε κι
εμείς εδω.
Μπfjκε κείνη τή στιγμή φουριόζος καί αναστατωμένος ό
175

καινούριος όπλαρχηγός Παναγιώτης Γερογιάννης - Κρητικός.
-Καλησπέρα σας, παιδιά. Τί κάνετε; 'Έχω ασχημα νέα.
Πολύ ασχημα.
Ε{δε τότε τόν 'Αγησίλαο νά περιμαζεύει βιαστικά τά χειρό­
γραφά του. Χυμάει ό Γερογιάννης, τά άρπάζει καί τά πετάει στή
φωτιά! · Ο Σίλας εμεινε «αναυδος», μέ άνοιχτό τό στόμα. Του
φάνηκε πώς γκρεμιζόταν τό σπίτι καί δλος ό κόσμος! Στήν φωτιά
ενα ά"ριστούργημα πού χρειάσθηκε τόσους κόπους!...
-Καλά ελεγα, συνέχισε άγριεμένος ό άρχηγός, δτι εγραφες
ήμερολόγιο. Μά τουτοι οί δύο μασκαράδες οί σύντροφοί σου τό
εκρυβαν... Μά κι έσύ τόσο κουτός ε{σαι; Ξέχασες δτι ό Καμηλά­
κης τήν επαθε καί άνέβηκε στήν κρεμάλα άπ' τό ερημο τό
ήμερολόγιό του καί πήρε καί αλλους στόν λαιμό του; Νά μήν
ξαναπιάσεις πέννα στό χέρι! Θά σου τό κόψω.
'Ο Καμηλάκης ε{χε αίχμαλωτισθει σέ μιάν κρυψάνα. Βρέθηκε
πάνω του τό ήμερολόγιό του, δπου όμολογουσε δτι ε{χε πάρει
μέρος σέ μιά σφαγή γιά έκδίκηση, πού ε{χαν κατορθώσει οί δικοί
μας νά τήν άποδώσουν στούς κομιτατζήδες! Τό 'Έκτακτο Στρα­
τοδικειο του Βιλαετίου Μοναστηριου, πού τό άποτελουσαν τρεις
Τουρκοι, ενας 'Έλληνας καί ενας Βούλγαρος, τόν καταδίκασε
(ίντάμ) σέ θάνατο.
Μπήκαν μέσα ό Νάτσης, ή Νάτσαινα, ό παπάς, δύο μέλη της
'Επιτροπής, νά ίδουν τόν καπετάνιο, νά του ζητήσουν νέα; Κάτι
ε{χε κυκλοφορήσει άργά τό βράδυ στό χωριό.
- · Ο Θόδωρος ή Τόντας, τούς άπάντησε τό ψηλό παιδί μέ τό
ξανθό μουστάκι. Τόν ξέρετε. 'Έγινε προδότης!
-· Ο Τόντας προδότης! Τινάχτηκε ό Νίδας.
'Όλοι οί αλλοι άποσβολώθηκαν.
-'Έγινε προδότης -συνέχισε ό καπετάνιος- καί πολύ
ατιμος προδότης. Μας κυνηγάει μέ τούς Τούρκους σάν λυσσα­
σμένο σκυλί. Χθές εκαμε ανω - κάτω τό Μπούκοβο. 'Άνοιξαν οί
Τουρκοι κρυψάνες, βρήκαν τουφέκια, εδειραν πολλούς καί σαρά­
ντα εστειλαν στή φυλακή! Εύτυχως τό Σωμα ήταν ψηλά στό
Μοναστήρι του Μπούκοβου. Δέν πήγαν έκει οί Τουρκοι άπ' τά
χιόνια καί τούς ε{πε ό Θόδωρος πώς δέν εχει έκεί κρυψάνα. Δέν
176

τήν ηξερε. Δέν ηξερε καί τήν αποθήκη μέ τά δπλα.
-Λέ! Λέ! Ξεφώνισαν οί χωριανοί, κάνοντας τόν σταυρό.
'Ήξεραν τά βάσανα καί τά μαρτύρια πού τούς περίμεναν.
-Καί τώρα τί θά κάνομε! ρώτησε ό παπάς.
-Ξέρω κι εγώ; Νάχομε τά μάτια μας τέσσερα. Καί ό Θεός
βοηθός.
-Στό σπίτι σου, Νάτση, εμενε ό Θόδωρος; ρώτησε ό Γερο­
γιάννης.
-Ντέν ξέρω. Ντέν θυμάω.
'Η γυναίκα του δμως βεβαίωσε δτι ε{χε μείνει μιά-δυό μέρες.
«Δυό εμεινε», διόρθωσε μιά απ' τίς νύφες πού παρακολουθουσε
μ' δλη τήν άλλη οικογένεια ανήσυχη, απ' εξω, τή συζήτηση.
-Μπfjκε στήν κρυψάνα σας ό Θόδωρος; Τήν ξέρει; Ξαναρώ­
τησε ό καπετάνιος.
-"Α! 'Όχι! Εlπε αποφασιστικά ό Νάτσης. Κούνησε καί ή
Νάτσαινα αρνητικά τό κεφάλι. Ή νύφη μονάχα ε{χε αμφιβολίες.
-Νά φύγομε τότε από δώ, ε{πε ό Νίδας.
-Καί που νά πiiτε; ρώτησε ό παπάς.
-Σέ άλλο σπίτι. Νά μήν ξέρει τήν κρυψάνα ό Τόντας.
-Καί πώς μπορουμε νά τό ξέρομε εμείς; Κρατούσαμε τεφτέρι
σέ ποιά κρυψάνα εμπαινε ό άτιμος ό Τόντας; Δέν ε{ναι από δώ
πουθενά καλύτερα. 'Έχει τήν καλύτερη κρυψάνα.
Ό Γερογιάννης εφυγε σ' άλλο χωριό καί δπως εμαθαν τό
πρωί πfjρε μαζί του τούς μισούς άντρες. "Αφησε στήν Γραδέσνι­
τσα τήν «'Αγία Τριάδα» καί άλλους τρείς σέ άλλο κατάλυμα.
'Έτσι τό Σώμα μοιράστηκε καί δέν εμεινε συγκεντρωμένο στό
ίδιο χωριό, τήν δύσκολη καί επικίνδυνη εκείνη εποχή.
'Ο Θόδωρος Πέσκας η Τόντας, δπως τόν ελεγε χαϊδευτικά ή
μάνα του, ηταν άπ' τό Μεγάροβο καί μέλος του «'Εκτελεστικου»
Μοναστηριου, δπου δούλευε σ' ενα ραφτάδικο τ_ου «Βλαχ-Τσαρ­
τσί» (Βλάχικης αγορiiς). Πfjρε διαταγή καί σκότωσε μέρα μεση­
μέρι εναν μπακάλη, πού ηταν καταχωρημένος στά τούρκικα
1
ληξιαρχικά βιβλία «Ουρούμ» (; "Ί:Ξλληνας). Δέν πλήρωνε δμως
τήν εισφορά, 20 γρόσια τόν μήνα, οϋτε τά προστίματα, ψώνιζε
από βουλγάρικο κρεοπωλείο, ε{χε στενές σχέσεις μ' εναν ύπάλ12

177

ληλο τοϋ Ρουμανικοί> Προξενείου καί ήταν γενικά πολύ ϋπο­
πτος... Οί δικοί μας φρόντισαν ν' άποδώσουν τόν φόνο στούς...
Βουλγάρους καί τοϋ εκαμαν μεγαλόπρεπη κηδεία μέ στεφάνια, τά
παιδιά τοϋ γυμνασίου, τή «Φιλαρμονική» κ.λ.π.! 'Η άστυνομία
δμως δέν ξεγελάστηκε. Δέν ήταν δυνατόν νά κάμουν φόνο οί
Βούλγαροι σέ κείνη τήν ελληνική συνοικία. 'Άρχισε μάλιστα νά
εξετάζει καί νά παρακολουθάει τόν Θόδωρο. Τό «Κέντρον» τότε,
γιά καλό καί γιά κακό, τόν εστειλε στό Μπούκοβο νά καταταχθεί
στό μικρό Σώμα τοϋ Δοξογιάννη. 'Έστειλε δμως καί τήν άτιμη
διαταγή νά εκτελεσθεί ό Θόδωρος!! Ποιά άσοφη καί διεστραμ­
μένη κεφαλή σκέφθηκε τήν τερατωδία, ε{ναι άγνωστο. 'Έπειτα
άπό τούς λαμπρούς άξιωματικούς_ τοϋ «Κέντρου», Κοντογούρη,
Σπηλιάδη, Σαριγιάννη, ε{χε τοποθετηθεί ρουσφετολογικά καί
ενας ύποκτηνίατρος άρκετά άνόητος. · Ο Δοξογιάννης, άμόρφω­
τος μά γενναίος Κρητικός, παραξενεύθηκε. Πρώτη φορά εβλεπε
τέτοια διαταγή. Οϋτε ε{χε άκουστεί ποτέ παρόμοια ενέργεια.
'Ερώτησε, εξέτασε, ξεψάχνισε τόν Θόδωρο καί άφοϋ συνεννοή­
θηκε μέ τό πρωτοπαλίκαρο, τόν Μανώλη, καί εναν άλλο, εγραψε
στό «Κέντρον» δτι δέν συμμορφώθηκε μέ τή διαταγή του, γιατί
δέν εβλεπε γιά ποιό λόγο επρεπε νά σφαγιασθεί τό λαμπρό αύτό
παλικάρι, πού ε{χε εκτελέσει τόσο πιστά τή διαταγή τοϋ 'Εκτε­
λεστικοί>. Νόμισε δτι θά ε{χε γίνει κάποιο λάθος.
Τοϋ άπάντησαν δτι πολύ καλά εκαμε. Καί ή υπόθεση λησμο­
νήθηκε. Δέν τόν εστειλαν μάλιστα στήν 'Αθήνα, δπως τά άλλα
παιδιά τοϋ 'Εκτελεστικοί>, πού βαρύνονταν μέ φόνο καί ήταν
σίγουρη ή καταδίκη τους στήν κρεμάλα, αν αιχμαλωτίζονταν.
Δέν ε{χε βεβαιωθεί άπ' τήν άνάκριση ή ενοχή του στόν φόνο τοϋ
μπακάλη. 'Έπειτα δμως άπό λίγους μήνες τοϋ τά ε{πε ό Μανώ­
λης. Καί ό Θόδωρος, είτε γιατί άγανάκτησε, είτε γιατί φοβήθηκε
μήν επαναληφθεί τό «λάθος», τό σκάει, παραδίνεται στούς
Τούρκους, γίνεται όδηγός καί τρομερή θεομηνία γιά τά χωριά
τοϋ Περιστέρι. · Εκατοντάδες πολλές φυλακίσθηκαν, περισσότε­
ρες άγρια ξυλοκοπήθηκαν καί βασανίσθηκαν. Κρυψάνες, δπλα,
επεσαν στά χέρια των Τούρκων. Τά εκεί Σώματα άναγκάσθηκαν
νά ζητήσουν καταφύγιο στό Μορίχοβο.
178

· Ο Θόδωρος εστειλε στήν φυλακή ιcαί τόν «δεκανέα» του ιcαί
μερικά άλλα παιδιά του 'Ειcτελεστιιcου.
Διορίσθηκε «ιcομισέρης» ( άνώτερος άστυνομιιcός) ιcαί γύριζε
μέ μιά περίπολο άπό 8 εκλεκτούς χωροφύλακες ιcαί στρατιώτες
στούς ελληνικούς δρόμους του Μοναστηριου άμείλιιcτος διώ­
κτης καθετί του ελληνιιcου. Τό Ρουμανίιcό Προξενείο του εδινε
επίδομα διπλάσιο άπ' τόν άστυνομιιcό μισθό καί τόν ειcαμε τυφλό
όργανό του. Οί Τουριcοι ειcλειναν τά μάτια. ΕΙχαν τή ρουμανική
προπαγάνδα «χαϊδεμένο παιδί», σύμφωνα μέ τήν άρχή του «διαί­
ρει ιcαί βασίλευε». Τήν προστάτευε επίσης μέ δλα τά μέσα ιcαί ή
Αύστρο-Ούγγριιcή διπλωματία, πού ηταν πανίσχυρη, γιατί ή
Αύστρία ιcαί ή Ρωσία ε{χαν φορτωθεί τήν ειρήνευση της Μακε­
δονίας ιcαί τίς Μεταρρυθμίσεις.
Δέν πατουσε ό Θόδωρος σέ ελληνικό κατάστημα, καφενείο,
εστιατόριο, σπίτι. Του ε{χε γίνει μάθημα τό πάθημα του Λά­
μπρου. τΗταν καί αύτός άντάρτης, εγινε προδότης, διορίσθηκε
«ιcομισέρης» ιcαί γύριζε επίσης μέ μεγάλη περίπολο. Μιά μέρα
δμως, σ' ενα ελληνικό καφενεδάκι, δέχθηκε δύο σφαίρες στό
κεφάλι ιcαί προτου ιcουνηθουν οί χωροφύλακες ιcαί οί στρατιώτες
του, ό νεαρός ιcαί μικρόσωμος φονιάς εξαφανίσθηκε. Σύχναζε
μόνο σ' ενα γαλατάδικο κοντά στούς στρατώνες, πού τό ε{χαν
δυό άδελφοί φανατικοί Βούλγαροι, άπό κάποιο όρεινό χωριό του
Κιρτσόβου. Δέν ε{χε τίποτε νά φοβηθεί εκεί. 'Αγρυπνουσε δμως
ή τρομερή «'Εσωτερική 'Οργάνωση» του Μοναστηριου. Κινη­
τοποίησε ιcαί μιά γριά πού ιcατοιιcουσε στήν γειτονιά. ΤΗταν άπό
κάποιο χωριό φορουσε άιcόμα τά χωριάτικα, δέν ήξερε ελληνικά
μά ηταν φανατικότατη · Ελληνίδα. Τήν εφοδίασε μέ στριχνίνη ή
ενα άλλο δραστικό δηλητήριο. Ή γριά άρχισε νά ψουνίζει,
παρά τήν άπαγόρευση, γιαούρτι ιcαί γάλα άπ' τό βουλγάρικο
γαλατάδικο.
Μιά καλοκαιρινή μέρα του 1907 ό Θόδωρος ξαναηρθε στό
γαλατάδικο ιcαί άφου κέρασε ιcρυα πορτοκαλάδα τούς συνοδούς
του ιcαί τόν εαυτόν του, βάλθηκε νά κάμει «ταρατόρι ή τζατζίκι».
'Έλεγε πώς ε{χε ειδικότητα ιcαί ειcαμνε τό καλύτερο ταρατόρι.
Κάλεσε μάλιστα ιcαί πέντε αλλους φίλους, Τούρκους άστυνομι179

κούς καί ύπαξιωματικούς, νά τό άπολαύσουν καί νά δροσισθουν.
Παρουσιάσθηκε καί κείνη τήν ήμέρα στό γαλατάδικο ή γριά
καί άγόρασε γιαούρτι. Ξαναγύρισε ευθύς μέ μιάν εγγονή της 9
χρονών, πού ήθελε νά φάει «ντοντουρμά» (παγωτό). 'Έστησε
ψιλή κουβέντα μέ τούς γαλατάδες καί τόν Θόδωρο, πού τήν
πείραζαν πώς ήταν • Ελληνίδα χωρίς νά ξέρει ελληνικά. Στό
μεταξύ, τό κοριτσάκι βρήκε τήν ευκαιρία καί αδειασε στή
γαβάθα του ταρατόρι τό δηλητήριο. Γιαγιά καί εγγονή εφυγαν
καί στρώθηκαν οί Τουρκοι στό ταρατόρι. Οί μισοί ευθύς πέθαναν
μέ φρικτούς πόνους καί οί αλλοι μισοί μέ τόν Θόδωρο χαροπάλε­
ψαν πολλές εβδομάδες στό στρατιωτικό νοσοκομείο. Μόλις
εγινε καλά ό Θόδωρος τόσκασε στή Ρουμανία νά βρεί άσφάλεια
καί σωτηρία. Πέθαναν άπ' τό ξύλο καί οί δύο Βούλγαροι
γαλατάδες καί άδελφοί! Θεωρήθηκαν ενοχοι!! ..
· Ο 'Αγησίλαος πέρασε ασχημη νύχτα, δταν εφυγε ό Γερο­
γιάννης. 'Έβλεπε νά καίονται τά χειρόγραφά του κάί μιά θηλιά
νά κρέμεται πάνω στό λαιμό του. Τινάχθηκε τρομαγμένος. Θά
ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
-Τί εχεις δάσκαλε; του ε{πε ό Φίλιππος.
-Ηδα, Φίλιππε, κρεμάλες.
-Ουχ' καημένε. 'Άιντε κοιμήσου.
-'Έχεις δεί κρεμασμένους;
-'Όχι!
-'Έχω δεί εγώ, πετάχθηκε ό Νίδας.
-Πως ε{ναι;
-Πολύ ασχημα. Γλώσσα εξω... Μάτια πεταγμένα...
-Πώ! Πώ! Κι ε{ναι άλήθεια πώς κρεμουν τώρα οί Τουρκοι
τούς άντάρτες πού πιάνουν;
-Ε{ναι άλήθεια. Δέν κρέμασαν τόν Καμηλάκη;
-'Όλους τούς κρεμουν;
-Περισσότερο τούς ξένους πού ήρθαν άπό ξένο τόπο.
-Μήν τόν τρομάζεις, μωρέ Νίδα. Δέν βλέπεις πόσο ταραγμένος ε{ναι; ε{πε ό Φίλιππος στή διάλεκτό τους. Καί πέταξε τήν
κάπα, σηκώθηκε, εριξε κι αλλα ξύλα στή φωτιά καί αναψε τή
λαμπίτσα γιά νά γίνει φως καί νά ήσυχάσει ό Σίλας.
180

Τήν άλλη μέρα εμαθαν δτι ό Γερογιάννης εΙχε πάει τή νύχτα
στό Μπούκοβο, δπου εΙχε γίνει ή ερευνα καί άναστάτωση καί
ήταν άπίθανο νά ξαναπανε γρήγορα οί Τουρκοι.
-Τόν άτιμο! εΙπεν ό · Αγησίλαος. Δέν μας πήρε κι έμας...
Σκότωμα θέλει... 'Ήξερε μονάχα νά κάψει τά χειρόγραφά μου.
· Ο παλιάνθρωπος! Πως τόν εκαμαν όπλαρχηγό; Οϋτε γιά λου­
στρος δέν εΙναι.
'Έμαθαν έπίσης δτι ό όπλαρχηγός Παυλος Ρακοβίτης (άπ' τό
Ράκοβο ή Κρατερό της Φλώρινας, πού πυρπολήθηκε τό 1903 άπ'
τούς Τούρκους, τό 1907 άπ' τούς Βουλγάρους κομιτατζήδες)
άφησε τά χωριά καί τρύπωσε σ' ενα άδειο μακρινό μαντρί, δπου
άπομονώθηκε. Πήρε μαζί του καί άρκετά τρόφιμα, εως δτου
περάσει ή μπόρα. Τό καινούριο χιόνι σκέπασε τόν τορό. Μπο­
ρουσαν οί Τουρκοι νά ξεθεμελιώσουν δλα τά χωριά...
-Νά μιά σωστή δουλειά! ... εΙπε ό Νίδας.
-Τόν λέγουν παλαβό τόν Παυλο, μά ξέρει καλά τί πρέπει νά
κάμει, εΙπε ό Φίλιππος.
-Καί δέν πήγα μαζί του ό άνόητος! εΙπε μέ πικρό παράπονο ό
Σίλας. Μέ ήθελε γιά γραμματικό του. Μου ε{χαν είπεί ότι εΙναι
ενας έντόπιος χωριάτης άγράμματος καί άξεστος καί λίγο πα­
λαβός.
Τρείς μέρες εμεινε άνενόχλητη ή Γραδέσνιτσα. Δέν φάνηκε
οϋτε ενας Τουρκος. Κόντευαν νά ξεχάσουν καί τόν Θόδωρο καί
τούς Τούρκους του. Ό Φίλιππος εψαλε πολλά τροπάρια γιά νά
εύχαριστήσει τόν Πανάγαθο.
-" Α! Πόσο θάθελα νά ξετρύπωναν οί Τουρκοι στό Μπού­
κοβο τόν Γερογιάννη! εΙπε ό Σίλας.
-Τί ε{ναι αύτά πού λές! του παρατήρησε ό Νίδας. Νά χαθουν
τόσοι σύντροφοί μας;
_.
-Μά μονάχα τόν Γερογιάννη νά πιάσουν. Μας άφησε καί
τώσκασε.
Τήν χαραυγή δμως της τετάρτης ήμέρας, δλη ή οίκογένεια,
μικροί καί μεγάλοι, τούς ξεσήκωσαν τρομοκρατημένοι. Κουβά­
λησαν τόν όπλισμό καί τά πράγματά τους, τούς πήγαν κάτω στήν
κρυψάνα, παραμέρισαν κοπριά, άχυρα καί τή μεγάλη χοντρή
181

πέτρα, πού τήν επαιρνες γιά άγκωνάρι καί εκλεινε τήν είσοδο
της κρυψάνας καί τούς ε{παν: «Μέσα... Γρήγορα μέσα... Τουρ­
κοι!»
UΕνας λόχος κυνηγών (άβτζή ταμπούρ) ε{χε κυκλώσει άπ' τά
χαράματα τό χωριό καί άποσπάσματα μέ ύπαξιωματικούς ξεχύ­
θηκαν άμέσως στούς δρόμους καί στά σπίτια. Τόν «Μουχτάρη»
πού επρεπε νά παρευρίσκεται, σύμφωνα μέ τό νόμο, στήν ερευνα,
τόν ζήτησαν, μά γιά νά τόν ξυλοφορτώσουν!
Μπηκε στήν άνοιχτή τρύπα ή «Τριάς» μέ τήν κοιλιά καί τά
γόνατα, μά ευθύς άκούσθηκαν άπό μέσα φωνές... Νερό! 'Έχει
νερό! · Ο Νάτσης πού τοποθετουσε κείνη τή στιγμή τή χοντρή
πέτρα στήν είσοδο, τούς ε{πε: «'Όχι νερό. Πως νερό;» Τόν
βεβαίωσαν δμως Φίλιππος καί Νίδας στή διάλεκτό τους, δτι τό
νερό ύπηρχε. 'Αγριοκοίταξε τή γυναίκα καί τόν υίό του. 'Εκεί­
νοι σήκωσαν τούς ώμους. Δέν ε{χε χρησιμοποιηθεί δυό μηνες ή
κρυψάνα καί τό νερό βρηκε τόν τρόπο μέ τίς βροχές καί τά
χιόνια νά κατασταλάξει μέσα. 'Η περίφημη στέρεη, στεγνή,
ευάερη κρυψάνα του Νάτση άποδείχθηκε σωστή ποντικοπαγίδα.
· Ο Σίλας φώναξε: «Νά βγουμε. Νά παμε σέ αλλη κρυψάνα. 'Εδω
θά ψοφήσαμε». 'Ο Νάτσης δμως του άπάντησε: «Ντέν εχει
καιρός. 'Έρχεται Τουρκοι». Καί εκλεισε τήν είσοδο. 'Όλοι μαζί
στοίβαξαν κοπριά καί αχυρο.
'Ένιωσε ό Νάτσης ντροπή γιά τά χάλια της κρυψάνας του. Τήν
ηξερε γιά τήν καλύτερη του χωριου καί βρέθηκε ή χειρότερη!
Να.χε: νερό ή κρυψάνα του Νάτση! 'Έφταιαν βέβαια δλοι οί
αλλοι, μά επρεπε καί αυτός νά ε{χε άνοίξει τά μάτια του. "Ας
ε{ναι! Στό έξης, αν ηθελε ό Θεός, θάνασκουμπωνόταν ό ίδιος.
'Έτσι οί τρείς σύντροφοι βρέθηκαν στόν άπαισιότερο «ζω­
ντανό τάφο», δπως ελεγαν τίς κρυψάνες. Σκότος καί ερεβος
βασίλευε, χειρότερο καί άπ' τήν Κόλαση. Καί μιά ύγρασία πού
εμπαινε ευθύς στά κόκαλα. Δέν τούς χωρουσε νά σταθουν όρθιοι.
'Έπρεπε νά σκύψουν σβέρκο καί πλάτη. Δέν μπορουσαν νά
καθήσουν χάμω. Τούς έμπόδιζαν ή λάσπη καί τό κρύο νερό.
Στάθηκαν πολλή ωρα κυρτωμένοι. Πόσην! · Ο Θεός μόνον
μπορουσε νά τό ξέρει. Μιά ωρα βάραινε έκεί δσο ενάς αιώνας.

182

Κάποτε πιά κουράστηκαν, αποκαμαν καί στρογγυλοκάθησαν
μέσα στή λάσπη καί στό νερό, πού ε{χε μιά πιθαμή βάθος.
'Ένιωθαν κρύα φίδια νά γλιστρουν καί νάνεβαίνουν στήν πλάτη
καί χυτός πάγος νά κυλάει στίς φλέβες. Τό περίεργο ήταν πού δέν
φαίνονταν πουθενά οί Τουρκοι. Δέν άκούστηκαν βήματα καί
φωνές τους. Τί εγιναν; 'Έφυγαν; 'Ή τοστρωσαν στό φαγοπότι,
χουζούρευαν καί διασκέδαζαν μέ τά δικά τους παθήματα, χειρό­
τερα κι άπ' τά πάθη του Χρισ.του. Μά δέν άκουόταν καί των
σπιτικών μιά φωνή! Νέκρα σ' δλο τό σπίτι! ΤΗταν ερημο; Μά
πως; 'Έπιασαν δλους, μεγάλους καί μικρούς, άντρες καί γυναίκες
καί τούς εσυραν στή φυλακή; ΤΗ ταν δυνατόν; Εlχε ξανακουσθεί
τέτοιος μπασιμπουζουκισμός; Καί τί εκαμαν οί περίφημοι Εύρω­
παίοι άξιωματικοί, πού ήρθαν μέ τίς περιβόητες Μεταρρυθμί­
σεις; ... Καί τότε ποιός θά τούς εβγαζε άπό τήν καταραμένη
ποντικοπαγίδα, τόν ζωντανό τους τάφο;
'Ο λοχαγός ήταν άπ' τό Μοναστήρι. 'Ήξερε καλά τή νοοτρο­
πία, τή γλώσσα, τά καμώματα των χωρικών αύτων πού φαίνονταν
κουτοί καί ήταν παμπόνηροι. 'Ήξερε επίσης δτι σέ κείνη τήν
περιοχή οί «εσκιάδες» (λησταντάρτες) καταχώνονταν σέ βαθιές
ύπόγειες κρύπτες καί κάθε σπίτι ε{χε άπό μιά τουλάχιστον. Ε{χε
κλείσει άπ' τό πρωί δλα τά γυναικόπαιδα στήν εκκλησία καί
δλους τούς άντρες στό σχολείο. "Αν πεινουσαν, διψουσαν,
κρύωναν ή ε{χαν άνάγκες, 'Πεντάρα δέν εδινε. Τέτοια κεφάλια πού
ήταν! 'Έβαλε σκοπούς μέ αύστηρή διαταγή νά μήν άφήσουν
κανένα νά ξεμυτίσει καί νά χτυπ.ουν μέ τά κοντάκια καί άκόμη
καί μέ τή λόγχη. τΗταν εκλεκτοί καί φανατικοί καί'οί στρατιώ­
τες του. Λογάριαζε πώς ετσι οί εσκιάδες, πού ήταν τρυπωμένοι σέ
καμιά άπόκρυφη, βαθιά κρύπτη, θά άναγκάζονταν νά βγουν καί
νά παραδοθουν ή θά τά τίναζαν καί θά ψοφουσαν άπό τήν
ύγρασία, τήν άσφυξία, τήν πείνα.
Κάποτε, τέλος, άκούσθησαν βαριά βήματα καί χοντρές φω­
νές. ΤΗ ταν οί Τουρκοι! 'Έρχονταν καθυστερημένοι μά «δριμύτε­
ροι». "Άρχισαν νά μετακινουν άχυρα καί κοπριά καί νά σκάβουν,
νά σκάβουν σά νliθελαν νά γκρεμίσουν άπ' τά θεμέλια τό σπίτι.
Κατέβαζαν οί στρατιώτες τούς καζμάδες άπανωτούς καί άντηχου183

σαν βαρείς οί γδουποι. Χτυπουσαν τώρα δυνατά καί οί καρδιές
των τριών συντρόφων, πού τίς θαρρουσαν παγωμένες. Ε{χαν
όρθάνοιχτα τά μάτια στό ζοφερό σκοτάδι! Καί μετρουσαν νοερά
τούς γδούπους. 'Ο Σίλας νόμιζε δτι κάθε καζμάς, τσάπα, δικέλι
θαπεφτε ίσια στό κεφάλι του. Καί τιναζόταν παραπέρα... 'Ανα­
γκάζονταν οί αλλοι νά τόν συγκρατουν γιά νά μή τυχόν ακουσθεί
ό ρόγχος του νερου. Περίμενε νανοίξει από στιγμή σέ στιγμή ή
όροφή της κρυψάνας καί νά τούς πιάσουν οί Τουρκοι ζωντανούς
σάν βρεγμένα ποντίκια.
Ώς τόσο οί Τουρκοι δέν βιάζονταν. «'Έπιαναν τόν λαγό μέ
τόν αραμπά». Σταματουσαν τά σκαψίματα, κουβέντιαζαν, χαχά­
νιζαν. 'Έπαιζαν οί ατιμοι μαζί τους δπως ή γάτα μέ τό ποντίκι,
πού τό κρατάει στά νύχια της. 'Έλεγε ό Σίλας νά πεταχθεί εξω
καί νά τούς φτύσει κατάμουτρα, μά θυμήθηκε τόν ατιμο καπετά­
νιο, πού τούς αφησε στό στόμα του λύκου, γιά νά σώσει τό δικό
του τομάρι. 'Έκαψε καί τά χειρόγραφα πού θά ήταν μιά δόξα του
«μετά θάνατον». Μιά στιγμή ρώτησε τό Νίδα τί ελεγαν μεταξύ
τους οί Τουρκοι. 'Εκείνος του εβαλε τό χέρι στό στόμα. Οί
στρατιώτες ελεεινολογουσαν καί κορόιδευαν τόν εαυτό τους!
Μέρα νύχτα στό πόδι, μέ ήλιο καί βροχή, μέ χιόνια καί πάγους.
Τό καλοκαίρι ξεποδαριάστηκαν στά βουνά. Τώρα ε{χαν περικυ­
κλώσει καί ερευνήσει δέκα χωριά χωρίς κανένα πάντοτε αποτέ­
λεσμα...
'Ο Σίλας ε{χε μπεί αλλες δυό φορές σέ κρυψάνες, μά γιά πολύ
λίγη ωρα καί χωρίς καμιά ενόχληση απ' τούς Τούρκους καί ήταν
στεγνές καί «εύάερες». Τούτη εδώ του κυρ-Νάτση ήταν σωστή
κόλαση. Δύσκολα μπορουσε νά φαντασθεί ανθρώπινο μυαλό τή
φριχτή αγωνία. 'Έβλεπε ό Σίλας μέ τά μάτια της ψυχής του νά
κρέμεται μιά θηλιά πάνω στόν λαιμό του. · Ο «ζωντανός τάφος»
θά ήταν ό αληθινός του τάφος. Τό ηξερε, ε{χε ερθει τό τέλος του,
ενα αδοξο τέλος.
'Ένας στρατιώτης κατέβασε μέ μεγαλύτερη δύναμη τήν τσάπα.
· Ο Σίλας ξάπλωσε αμέσως γιά ναποφύγει τό χτύπημα στό
κεφάλι... Καί μούσκεψε περισσότερο... 'Ένα δυνατό ρίγος διαπέ­
ρασε δλο τό κορμί του καί τά δόντια του ετρεμαν καί χτυπουσαν
184

από τήν κρυάδα του νερου καί ίσως καί απ' τόν φόβο.
Κάποτε τέλος πάντων τά σκαψίματα καί οί χοντρές φωνές
σταμάτησαν καί τά βαριά βήματα απομακρύνθηκαν.
-Δόξα σοι ό Θεός! ψιθύρισε ό Φίλιππος, κάνοντας τόν
σταυρό του.
-'Ανοίξτε βρέ παιδιά νά βγουμε εξω, φώναξε ό Σίλας.
-Τρι;λάθηκες, Σίλα; Καί μίλα σιγά, απάντησαν οί δυό άλλοι.
-Νά βγουμε εξω νά πολεμήσομε σάν παλικάρια, σάν ηρωες.
-Νά κοιτάξομε πρώτα νά τή γλιτώσομε.
- Έδω θά πνιγουμε σάν τυφλοπόντικοι ... Καί πονάει τό
κεφάλι μου, βάρυνε εκατό όκάδες.
-Βαραίνουν καί τά δικά μας κεφάλια.
'Η σχισμή πού ήταν εξω, στόν εξωτερικό τοίχο, κάπως ψηλά
γιά νά μήν τή σκεπάζει τό χιόνι, δέν λειτουργουσε καλά από τίς
βροχές καί τά χιόνια. 'Έμπαζε λιγοστό καθαρό αέρα.
- Έγώ-μιά φορά θά βγω. Δέν κάθομαι έδω νά μέ κρεμάσουν
οί Τουρκοι, θά πολεμήσω. Εlμαι απ' τή Ρούμελη.
-Πως θά βγείς μωρέ; του εΙπε θυμωμένος ό Νίδας. Θά μας
ανοίξουν, δταν πρέπει, ό Νάτσης, ή Νάτσαινα, οί άνθρωποι του
σπιτιου. Θέλεις νά τούς πάρεις κι αυτούς στό λαιμό σου;
-'Εγώ θά βγω, δέν κάθομαι στό βουρκο, καί σύρθηκε πρός
τήν εξοδο. Ήταν δμως μπροστά ό Φίλιππος πού τόν εσπρωξε
δυνατά καί του είπε:
-Κάτσε καλά, δάσκαλε.
-Καί σύ, Φίλιππε;... Τό εΙπε μέ παράπονο ό Σίλας, δπως ό
Καίσαρ τό: «Καί σύ Βρουτε;»
. -Μωρέ τρελάθηκε αυτός! Τί θαπογίνομε; ΕΙπε στό ίδίωμά
τους ό Νίδας.
-Θά του περάσει. Ταράχθηκε τό παιδί. Δέν εχει συνηθίσει
σ' αυτά τά πράγματα. "Αμα βγουμε εξω καί -αναπνεύσει
καθαρό
αέρα θά ήσυχάσει.
-'I'ltά δώσει ό Θεός.. :
Καί πραγματικά επεσε ευθύς ό Σίλας σέ βουβαμάρα καί
άκινησία, σάν νά αποκοιμήθηκε.
Πέρασαν ώρες πολλές. Οί θαμμένοι στόν «ζωντανό τάφο» δέν

IRS

ηξεραν αν ήταν ήμέρα η νύχτα, αν τό χωριό ύπηρχε η ε{χε
ερημωθεί. Δέν ενδιαφέρονταν καί πολύ νά τό ξέρουν. Δέν πάει νά
χαλνοϋσε δλος ό κόσμος! Δέν άξιζε καί μεγάλα πράγματα...
Ξαναήρθαν οί Τοϋρκοι, ξαναέσκαψαν περισσότερο καιρό μέ
μεγαλύτερη δύναμη. Μά βήματα, σκάμματα, κουβεντολόγια τούς
φάνηκαν άπόκοσμα καί πολύ μακρινά. τΗταν ϊσως μισοκοιμι­
σμένοι η καί μισοπεθαμένοι.
Ή Νάτσαινα επιχείρησε νά ξεφύγει τή νύχτα άπ' τήν εκκλη­
σία καί νά τρέξει νά ίδεί τά «παιδιά» της. Μιά γερή δμως
κοντακιά του φρουροϋ στρατιώτη τήν εριξε λιπόθυμη κάτω.
Κοντά τό βράδυ, τέλος της δεύτερης ήμέρας, εφυγαν οί
Τοϋρκοι. Ξεσκέπασαν πέντε κρυψάνες άδειες καί βρήκαν δυό
χαλασμένα παλιοτούφεκα. 'Ο λοχαγός ήταν βέβαιος δτι ετυχε νά
μή βρίσκονται κείνη τήν ήμέρα άντάρτες στό χωριό η καί αν
ύπηρχαν πολύ λίγοι, θά ε{χαν ψοφήσει στή βρωμοκρύπτη τους.
Πήραν μαζί τους συνοδεία γιά τίς φυλακές Μοναστηριοϋ τόν
πρόεδρο της 'Επιτροπής, τούς όδηγούς καί άγγελιοφόρους,
μερικούς του «εφεδρικοϋ» καί της «αύτοαμύνης» -αύτούς γνώ­
ριζε ό Θόδωρος- καί εϊκοσι άλλους. Μέσα στούς τελευταίους
ήταν καί ό Νάτσης. Ε{χαν πιάσει καί τόν παπά, μά τόν άφησε
ελεύθερο ό λοχαγός, γιατί κάποτε πού περνοϋσε ίδρωμένος άπ'
τό χωριό τόν κέρασε ενα ποτήρι κρύο νερό μέ ρακή καί καφέ.
Είχε φάει δμως κάμποσες κοντακιές άπό ενα λοχία, πού του
σακάτεψε τήν πλάτη.
'Όλη ή οίκογένεια, μέ τήν Νάτσαινα άρχηγό, ετρεξε ϊσια στήν
κρυψάνα. Πέταξαν μάνι-μάνι κοπριές καί άχυρα, εβγαλαν τήν
χοντρή πλάκα άπ' τήγ εϊσοδο της κρυψάνας καί φώναξαν δλοι
μαζί: «Φίλιπ... Σίλα... Νίντα... εξω... 'Έφυγαν οί Τοϋρκοι»... Μά
άπάντηση δέν επαιρναν. Είχαν άποθάνει τά φτωχά παλικάρια;
Ή Νάτσαινα εσφιγγε τά μάγουλα μέ τά δάχτυλα καί τά νύχια.
Δυό νύφες καί ή «ώραία 'Ελένη» εκλαιαν. Μπήκε ό Λάμπρος
στήν κρυψάνα καί τούς εσυρε εξω άπ' τά μπράτσα καί τά πόδια...
'Έσκυψαν μέ άγωνία δλοι πάνω τους. Τούς πήραν γιά ξοφλημέ­
νους... γιά νεκρούς. 'Η Νάτσαινα δμως καί οί άλλες γυναίκες, μέ
πρωτοβουλία καί της «ώραίας 'Ελένης», τούς κουβάλησαν στόν
186

μικρό «όντά», εριξαν ξηρά κλαδιά στή φωτιά, τούς εβγαλαν τά
μουσκεμένα καί λερωμένα άπ' τό νερό καί τήν λάσπη ρουχα καί
τούς εντυσαν μέ καθαρά καί ζεστά χωριάτικα. Τούς ετριψαν
επίσης πολλή ωρα μέ διπλοβρασμένη ρακή, άνακατωμένη μέ
κόκκινο πιπέρι. 'Ο Φίλιππος, τέλος, άνοιξε σιγά-σιγά πρώτος,
τά μάτια. Κοίταξε γύρω, χαμογέλασε, εκαμε τό σταυρό του καί
είπε μέ άσθενική φωνή: «Σας φέρνω χαιρετισμούς άπό τόν αλο
κόσμο». Ξύπνησε άργότερα καί ό Νίδας. Παραπονέθηκε οτι ε{χε
ρίγος καί πυρετό. 'Έβαλαν τά χέρια στό μέτωπό του. 'Έκαιε!
Ήταν πιθανότατα πλευριτωμένος. 'Ο Σίλας ξύπνησε τελευταίος,
μά τινάχθηκε εύθύς δρθιος. 'Έριξε γύρω άγριες ματιές, πού είχαν
άλλόκοτη λάμψη καί φώναξε: «Δώστε μου τό τουφέκι. Πρέπει νά
πολεμήσουμε τούς Τούρκους σάν ηρωες. Θά σκοτώσω καί τόν
ψευτοκαπετάνιο». «'Όχι, Σίλα»... του ελεγαν. Ή Νάτσαινα του
χάϊδευε τά μαλλιά, τήν πλάτη καί του ελεγε τρυφερά: «Καλό
παιντί, Σίλα... Καλό... Καλό ... ».
Μά εκείνος τήν αμπωξε, εξακολούθησε νά φωνάζει, νά άπει­
λεί, νά θέλει νά βγεί εξω γιά νά πολεμήσει. 'Αναγκάσθηκαν ό
Τόλης καί ό Λάμπρος νά τόν κρατήσουν μέ τό στανιό.
Κάλεσαν τόν παπά. Τόν «διάβασε», ενώ άλλοι τόν κρατου­
σαν, μά χωρίς άποτέλεσμα. Τά κακά δαιμόνια, πού είχαν φωλιά­
σει μέσα του, δέν εννοουσαν νά φύγουν. Τούς διαβεβαίωσε ομως
ό παπάς: «'Έννοια σας, τή νύχτα θά κοιμηθεί καί θά ήσυχάσει».
"Άπλωσαν τόν Νίδα σέ μιά κόχη στόν μεγάλο «όντά». Μπορου­
σαν ναρθουν οί Τουρκοι οσες φορές ηθελαν. Θά τόν παρουσία­
ζαν γιά τόν Τόλη! ... Καί θά τό πιστοποιουσαν μουχτάρης καί
παπάς εκατό φορές. 'Ο Νίδας αν καί βαριά άρρωστος, γιά νά
τούς πειράξει ελεγε στή γυναίκα του Τόλη: «Ξέρεις. Είμαι τώρα
άντρας σου». Τό μεγάλο πρόβλημα ήταν ό 'Αγησίλαος. 'Αντί νά
βελτιωθεί χειροτέρευε. Ήταν μανιακός. 'Επικίνδυνος. 'Ανα­
γκάσθηκαν νά τόν δέσουν καί δυό άντρες νά τόν παραστέκουν.
'Έτρεφαν τήν ελπίδα οτι τή νύχτα θά κοιμόταν καί θά ήσύχαζε.
Μά ό υπνος δέν τόν επαιρνε. 'Αγρ6πνησαν ίσα μέ τά μεσάνυχτα,
δίπλα του, ό Τόλης καί ό Λάμπρος. 'Έπειτα τούς άντικατέστησαν
δυό άλλοι χειροδύναμοι χωρικοί. 'Έκαμαν ύπομονή άλλες τρείς
187

μέρες, μά ό Σίλας δέν παρουσίαζε καμιά βελτίωση. 'Αφέθηκε
επειτα στό «χωριό» ν' άποφασίσει. Μαζώχθηκαν δηλαδή στό
σχολείο κάπου δεκαπέντε ήλικιωμένοι νοικοκυραίοι, πού άκου­
μπουσαν στά μπαστούνια τους καί άλληλοκοιτάζονταν μέ άπορία
καί άγωνία.
"Αν υπήρχε στό χωριό όπλαρχηγός καί δέν είχαν φυλακισθεί
τά περισσότερα μέλη της Έπιτροπfjς θά ε{χαν τήν άρμοδιότητα
καί εύθύνη. Τώρα τόν λόγο ε{χε ή... γερουσία του χωριου...
Πρώτος μίλησε ό Γάτσος, σεβαστός πρόκριτος καί τό μόνο
μέλος της 'Επιτροπfjς πού δέν ήταν φυλακή. 'Έκαμε τόν σταυρό
του πολλές φορές καί ε{πε άργά καί σιγά: «Νά μας συγχωρέσει ό
Θεός... Μά δέν χωράει τίποτε αλλο. Δέν μπορουμε νά πάρουμε τό
χωριό στό λαιμό μας. Εlναι τόσοι φυλακή. Νά μπουν καί αλλοι;
Τό παιδί τρελάθηκε καί δέν εχει γιατρειά. 'Έτσι θέλησε ό Θεός.
Νά τόν στείλουμε στόν Θεό». Καί ξανάκαμε τόν σταυρό του.
Πήρε επειτα τόν λόγο, μέ πολλά σταυροκοπήματα, ό Κίτσος,
σεβάσμιος επίσης νοικοκύρης, πού ε{χε χάσει εναν υίό άντάρτη,
εναν άδελφό θύμα των κομιτατζήδων καί ε{χε ενα εγγονάκι στό
γυμνάσιο Μοναστηριου, πού άποτελουσε πρωτάκουστο νεωτερι­
σμό! «Καί στό Μπούκοβο», ε{πε, «τό ίδιο εκαμαν τήν ανοιξη.
Δέν γίνεται άλλιως. Δέν εχομε εμείς νοσοκομείο ή αλλο μέρος νά
φυλάγομε τέτοιους άρρώστους. Καταλαβαίνετε τί θά πάθομε αν
ερθουν καί τόν βρουν οί Τουρκοι»; 'Ο παπάς εφερε άντιρρήσεις:
«Ε{ναι κρίμα καί άμαρτία. Τό παιδί γιά μας ήρθε νά πολεμήσει.
Χριστιανοί είμαστε».
-Καί τί λές, παπά, νά τόν κάνομε; Που νά τόν βαστάξομε;
Τόν ρώτησε ό Γάτσος.
'Ο παπάς σώπασε καί ή καταδικαστική άπόφαση εκδόθηκε
«παμψηφεί» καί αφωνη...
Πετάχθηκε δμως άγριεμένη ή Νάτσαινα, πού ε{χε παραβιάσει
τήν είσοδο του σχολείου. 'Όλοι τήν λογάριαζαν. «Πως; Πως; Νά
τόν σκοτώσομε μέ τά δικά μας χέρια; Δέν ντρέπεστε; Καί δέν
φοβασθε τόν Θεό; Χριστιανός δικός μας ε{ναι. Καί εχει μάνα τό
παιδί. Τό περιμένει. 'Εγώ δέν σας άφήνω». Καί τήν πήραν τά
κλάματα.
188

Ήρθαν σέ συνεννόηση μέ τό Κέντρο Μοναστηριου καί
αποφάσισαν νά τόν στείλουν στό Μοναστήρι της Παναγιάς του
Τυρνόβου, πού εκτελουσε χρέη φρενοκομείου. Τόν εβαλαν σ'
ενα κάρο δεμένο καί φιμωμένο καί τόν σκέπασαν μέ μιά χοντρή
βελέντζα. Ό Τόλης καί ενας άλλος χωρικός τόν συνόδευαν.
Ευτυχώς επεφτε πυκνό τό χιόνι καί κανένας δέν ε{χε τόν καιρό νά
άσχοληθεί μέ τό κάρο καί τό περιεχόμενό του. Μονάχα δταν
περνουσαν τούς τουρκικούς μαχαλάδες ενας χότζας ρώτησε που
πήγαιναν τόν άρρωστο.
-:-Στό μοναστήρι του Τυρνόβου, απάντησε ό Τόλης. · Ο
αδελφός μου ξαφνικά τρελάθηκε.
- • Ο 'Αλλάχ νά βοηθήσει... Καί άκουσε... Ε{ναι πολύ καλός
γι' αυτά τά πράγματα ό 'Ομέρ Χότζα του 'Ισαάκ Τζαμί.
Τό μοναστήρι εΙχε πρωτότυπη θεραπευτική μέθοδο.
Έδεναν
τόν τρελό μέ άλυσίδες καί τόν ετρεφαν μέ λίγο ξηρό
'
ψωμί καί. .. ξύδι... • Η ασιτία αδυνάτιζε καί τήν αρρώστια μέ τήν
βοήθεια πάντοτε καί της Παναγίας.
'Αλλά κι εκεί ήταν ε πικίνδυνος ό 'Αγησίλαος. Φώναζε,
ζητουσε τό τουφέκι νά πολεμήσει σάν ηρωας τούς Τούρκους...
τΗταν άπ' τή Ρο ύμελη, πατριώτης του 'Αθανασίου Διάκου.
Παλιάνθρωπος ήταν ό καπετάνιος του, ό Γερογιάννης κ.λ.π. Καί
τά ελεγε δλα ελληνικά, πού σήμαινε, δτι δέν ήξερε άλλη γλώσσα
καί ήταν ξένος στόν τόπο καί ϋποπτος.
Τό «Κέντρον» αναγκάσθηκε νά μετακαλέσει απ' τή Θεσσα­
λονίκη δυό τσελιγκάδες Σαρακατσαναίους, πού τόν εντυσαν
σαρακατσάνικα καί τόν πηραν μαζί τους στή Θεσσαλονίκη γιά
τόν Πειραιά. Βοήθ ησαν, εννοείται, στό τραίνο καί δλοι οί
σιδηροδρομικοί, θαυμάσιοι πατριώτες. Τούς ε{χαν κλείσει σ'
ενα παράμερο διαμέρισμα.
Οί Σαρακατσαναίοι ήταν τό δραστικό αντίδοτο, δταν ύπηρχε
ζήτημα γιά επιλήψιμο πρόσωπο, πού δέν ήξερε παρά μόνο
ελληνικά. Οί εντόπιοι ήξεραν τί_'i,τοπικές διαλέκτους.
Δυό Κρητικούς αντάρτες τραυματίες στό νοσοκομείο Μονα­
στηρίου παρουσίαζαν οί δικοί μας γιά Σαρακατσαναίους... Καί
δυό τενεκέδες μέ τυρί καί βούτυρο γιά τού ς αστυνομικούς, πού τά
189

εφεραν οί τσελιγκάδες πιστοποίησαν αυτή τήν ιδιότητά τους ...
Οί Σαρακατσαναίοι ήταν αποκλειστικά καί μόνο κτηνοτρό­
φοι καί μάλιστα νομάδες καί δέν μιλουσαν καμιά άλλη γλώσσα,
εκτός απ' τήν ελληνική.
Στό τέλος κατάφεραν οί άρμόδιοι της Θεσσαλονίκης ν'
ανεβάσουν τόν 'Αγησίλαο σ' ενα ελληνικό βαπόρι γιά τόν
Πειραιά.
( «Κρυψάνες»)

190

21.

το

ΡΟΛΟΓΙ

'Ο Μπατζής γλύτωσε απ τήv τούρκικη ενέδρα μέ πολλή
δυσκολία καί περισσή τύχη. Ό αρχηγός του, ό παρθενικός
Βαγγέλης Νικολούδης, καί δέκα αλλοι σκοτώθηκαν πολεμώντας
ακάλυπτοι. Αυτός τρύπωσε πίσω από μιά πέτρα καί εριξε πολλές
τουφεκιές στούς Τούρκους. 'Έπειτα σύρθηκε μέ τήv κοιλιά πρός
τά κάτω χωρίς vά πάψει vά πυροβολεί. Ό τόπος γύρω εκαιε απ'
τίς τούρκικες σφαίρες. Πέτρες, χώματα, τινάζονταν στόv αέρα.
Μιά σφαίρα μόνο τόv πλήγωσε ελαφρά στό αριστερό χέρι.
Ρίχθηκε σέ μιά ρεματιά καί πηρε τόv κατήφορο. 'Όσοι δοκίμα­
σαν vά ξεφύγουν πρός τά πάνω επεσαv στά τουφέκια των
«κυνηγών» (αβτζή ταμπούρ).
Χώθηκε σέ μερικά χαμόκλαδα καί εμειvε ακίνητος δλη τή
μέρα. Πέρασαν πολλές φορές κοντά του οί Τοϋρκοι χωρίς vά τόv
ίδοϋv.
Τή νύχτα πήρε τόν ανήφορο. Δέv ήξερε καθόλου τόν τόπο.
Βρέθηκε απ' τά Σφακιά της Κρήτης στά κατσάβραχα τοϋ
Καϊμακτσαλάν. 'Ήξερε δμως δτι πίσω απ' τό μεγάλο βουνό ήταν
τό Μορίχοβο δπου τό σώμα του. 'Έπρεπε ώς τόσο νά μή πέσει
πολύ δεξιά ή αριστερά γιrιτί δέv θαβρισκε καλή υποδοχή.
Περπάτησε δλη τή νύχτα ξεθεωμένος καί πεινασμένος. Μά
δέv προχώρησε καί πολύ. Πάλευε ωρα πολλή στόv απότομο
ανήφορο καί ξαφνικά βρισκόταν μπροστά σέ απροσπέλαστο
βράχο ή αδιάβατο γκρεμό. Γύριζε πίσω καί ξανάρχιζε απ' τήv
αρχή τήv κουραστική προσπάθεια.
Ξημερώθηκε σέ μιά ράχη. Μέ φρίκη ε{δε τότϊεvα απόσπαμα
κυνηγούς vά στέκουν σ' εvα χ.α,μηλότερο ϋψωμα 150 μέτρα
παραπέρα. 'Ο αξιωματικός τους, κύτταζε μέ τά κυάλια γύρω μή
τυχόν ύπηρχαv μεμονωμένοι αντάρτες πού εφευγαv. 'Ο Μπατζής
κόλλησε στό βράχο.
191

'Ύστερ' από κάμποση ωρα εφυγαν. Μέ τίς χακί στολές, χακί
φέσι, γκέτες καί τσαρούχια, βάδιζαν αραιά ό ενας πίσω απ' τόν
άλλο, τά τουφέκια τά ε{χαν ετοιμα στό χέρι σάν νά πήγαιναν γιά
λαγό.
Ξαναπήρε τόν ατέλειωτο ανήφορο.
Κοντά τό μεσημέρι βρήκε ενα τσομπάνο μέ τό κοπάδι του.
Του πfjρε τό λίγο μαυρο ψωμί κα{ τό καταβρόχθισε κοντά σέ μιά
κρύα βρύση. 'Έπλυνε καί τό πληγωμένο χέρι του. Ξάπλωσε πάνω
στήν παχειά φτέρη καί τόν πfjρε ό ϋπνος. Κάποτε άκουσε κάποιο
ελαφρό θόρυβο. Πετάχθηκε μέ τό δπλο στό χέρι. Βλέπει ξάφνου
δέκα κομιτατζήδες νά 'ρχονται κατεπάνω του νά τόν πιάσουν!
Δυό τόν ε{χαν πλησιάσει. Φύτεψε μιά σφαίρα στό μέτωπο του
πρώτου καί κτύπησε τόν άλλο στό μάγουλο. ΤΗταν περίφημος
σκοπευτής καί γλήγορος στό τουφέκι. Οί άλλοι κομιτατζήδες
άδειασαν ξαφνιασμένοι τά δπλα τους. Ό Μπατζής χώθηκε στήν
φτέρη καί σούρθηκε μέ τήν κοιλιά στόν κατήφορο. 'Η φτέρη
γύρω του θεριζόταν. Αυτός ξεγλιστρουσε. 'Έριχνε μόνο αν
εβλεπε κανένα κεφάλι σηκωμένο. Δέν του είχαν απομείνει πολ­
λές σφαίρες. Οί κομιτατζήδες πάλι πυροβολουσαν στά τυφλά,
καρφωμένοι στή θέση τους καί χωμένοι στή φτέρη.
Κατόρθωσε νά ξεφύγει. Μιά σφαίρα του ε{χε τρυπήσει τό
αριστερό αυτί. Ξαναπήρε τόν ανήφορο. Κατά τό βράδυ δρασκέ­
λισε τήν αλπική κορυφογραμμή. Ε{δε ν' άπλώνεται κάτω ενα
απέραντο δάσος. τΗταν τό Μορίχοβο! Γεμάτος χαρά άρχισε νά
κατεβαίνει.
Μά ξάφνου βλέπει νά προβαίνουν αριστερά του Τουρκοι πού
τόν ε{δαν καί του εριξαν. Κτύπησε τόν πρώτο πού ερχόταν
κατεπάνω του, άδειασε τίς τέσσαρες σφαίρες στούς άλλους καί
ρίχθηκε κάτρακυλώντας τόν κατήφορο. Μιά σφαίρα τρύπησε τό
παντελόνι του, άλλη τό στιβάνι, τρίτη τό μπράτσο.
Καταματωμένος καί κατατσακισμένος χώθηκε στό δάσος.
Πέρασε δλη τή νύχτα μέσα στά όλόϊσια πευκα καί τά ελ.ατα.
Τήν άλλη μέρα σύρθηκε μέ κόπο πρός τά κάτω. Βρfjκε ενα
νεροπριόνι. Οί άνθρωποι εκεί δέν ηξεραν πολλά ελληνικά. Τόν
δέχθηκαν δμως μέ προθυμία, συμπόνια καί αγάπη. Του εδωσαν
192

νά φάει καί επλυναν καί εδεσαν τίς πληγές του. Εlχαν παραχω­
μένο κάπου ενα πρόχειρο φαρμακείο. Τόν κατέβασαν επειτα μ'
ενα μουλάρι στό λημέρι του Βολάνη, πού ήταν μιά ωρα χαμηλό­
τερα. Τόν κύκλωσαν δλοι μέ άγωνία.
-Τί εγινε μωρέ; ρώτησε ό Βολάνης.
Κούνησε τό κεφάλι.
-Πήγαν χάθηκαν.
-Χάθηκαν δλοι;
-'Όλοι. Πάει καί τό ρολόϊ μου.
-'Ο Νικολούδης. 'Ο Καραβίτης;
-Καί αυτοί.
-Τούς είδες μωρέ σκοτωμένους;
-ΕΙδα τόν καπετάν Βαγγέλη τό Νικολούδη. Πάει καί ό
Καραβίτης. 'Όλοι χάθηκαν. Καί τό ρολόϊ μου.
Ό Καραβίτης καί άρκετοί ίiλλοι είχαν γλυτώσει.
-Νά πάει στόν διάτανο τό ρολόϊ σου μέ τό κεφάλι σου μαζί,
φώναξε θυμωμένος ό Βολάνης.
-Τό ρολογάκι μου! ... ξαναείπε άπαρηγόρητος ό Μπατζής.
(«Τά δύο στρατόπεδα»)

/3

193

22. ΜΗΤΕ Σ' ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ
Τό τμfjμα του.σώματος Βρόντα (ανθυπολοχαγου Παπα) λημέ­
ριαζε τέλη Μαίου 1907 σ' ενα σύμπλεγμα πελώριων βράχων μέ
κάμποσες όξυές, πάνω απ' τό μικρό χωριό Πετάλινο στά κρά­
σπεδα του Μορίχοβου. 'Αρχηγόν είχε τόν Γιαννακούλια, απ' τά
Πιέρια τfjς Κατερίνης, πού είχε ύπηρετήσει στό Μορίχοβο καί
τό 1905 μέ τό σωμα του Ρέμπελου είχε κάμει ενα διάστημα καί
κλέφτης στήν περιφέρειά του. Πρωτος αποσπασματάρχης ήταν ό
τότε λοχίας καί αργότερα αντιβασιλεύς Γεώργιος Κονδύλης.
'Επειδή δμως σ' ενα χωριό του κάμπου οί ανδρες του πfjγαν
παρά τίς συστάσεις του μέρα μεσημέρι νά ψωνίσουν σ' ενα
μικρομπακάλικο δείχνοντας ετσι δτι δέν λογάριαζαν τούς Τούρ­
κους, ό Κονδύλης αδειασε τό περίστροφο στόν αέρα. Οί ανδρες
εγιναν ευθύς τύπος καί ύπογραμμός πειθαρχίας. Είδαν δτι ό
αρχηγός τους ήταν περισσότερο «τρελός» απ' τούς ίδιους.
Βρέθηκε δμως δτι ή «πειθαρχική» μέθοδός του ήταν δραστική μά
καί πολύ επικίνδυνη ...
Ό Γιαννακούλιας αντίθετα είχε δλη τήν φρονιμάδα των
ανθρώπων του βουνου καί του λόγγου. «Χρειάζ' ται κί μυαλό»
ελεγε. 'Έτσι είχαν καταφέρει νά ζήσουν πολλά χρόνια οί παλιοί
κλέφτες.
Μέ ντουλαμά καί τσαρούχια, είχε λίγα καστανά γένεια, τό
κεφάλι του σκεπάζοταν μονάχα μέ μεγάλα ατακτα μαλλιά.
Τό μεσημέρι γευμάτισαν μέ βραστά ξηρά φασόλια πού ταφε­
ρεν απ' τό χωριό σ' ενα μικρό πήλινο πιθάρι μιά γυναίκα καί
τυρί. Είχαν βαρεθεί τήν αδιάκοπη κρεωφαγία. 'Ο Γιαννακούλιας
εβγαλε από τό ζωνάρι του τό π�υγγί, τό ξετύλιξε καί πλήρωσε
τήν γυναίκα. Στό Μορίχοβο οί αντάρτες πλήρωναν τήν τροφή
τους από τό μεγάλο μισθό πού επαιρναν, ενα είκοσόφραγκο τό
μήνα γιά δλα τά εξοδά τους...
194

'Αριστερά του καί κάτω φαινόταν ενα 1..:ομμάτι του κάμπου τfjς
Φλώρινας - Μοναστηρίου μέ τήν «καμπή τfjς Τσέρνας», πού
γυάλιζε στόν ηλιο, εκεί πού εδωσαν σκληρές μάχες οί Γάλλοι
στόν πρώτον Ευρωπαϊκόν Πόλεμον. 'Απέναντί του όρθώνονταν
ενα παράξενο βουνό απότομο, άγριο, γεμάτο βράχους καί γκρε­
μούς. Είχε καί ενα μικρό χωριό κρεμασμένο στά βράχια, τό
'Ίβεν.
'Ο Γιαννακούλιας ανασηκώθηκε γιά νά κοιτάξει καλύτερα καί
ε{πε:
-Μωρ' μέρος πού διάλ'ξαν νά φιάξ'ν χωριό! 'Έχ'με κί μείς
β'νά μά ε{ν' ημ' ρα. Τοϋτ' iδώ...
-Είναι καί άλλα δυό χωριά παραπέρα σκαρφαλωμένα ετσι σέ
βράχους, επρόσθεσε ό Μοναστηριώτης δάσκαλος Παντελής, πού
αναγκάσθηκε νά βγεί στό κλαρί γιατί οί Τοϋρκοι επιασαν ενα
επιλήψιμο γράμμα του.
-ΕΙναι καί τά τρία τούρκικα τσιφλίκια, ε{πε υστερ' από
μικρή διακοπή.
-Τσιφλίκια; Τί είναι ό κάβουρας καί τί είναι τό ζουμί του,
ξεφώνισε ό δεκανέας Μfjτσος, πού ήταν απ' τήν 'Αταλάντη.
'Ο Γιαννακούλιας περιωρίσθηκε νά κάμει τό σταυρό του γιά
νά εκδηλώσει εντονότερα τήν απορία καί κατάπληξή του.
Καί δμως. Γιά τά απροσπέλαστα εκείνα κατσάβραχα οί
σύμμαχοι θυσίασαν δυό χρόνια συνέχεια (1916-1918) πολλές
μυριάδες όβίδες καί μερικές χιλιάδες κορμιά.
Ξαναξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς ό Γιαννακούλιας μέ τό κε­
φάλι του σέ μιάν πέτρα.
-'Εκεί πέρα δέν σκοτώθηκε πέρυσι ό Σκαλίδης; τόν ρώτησε
ό δεκανέας.
'Ο άλλος κούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
-'Έπεσε εκεί πέρα στά βράχια, είπε ό δάσκαλeς, δείχνοντας
μέ τό χέρι τό μέρος. 'Έπεσαν καί οί 18 άντρες του. Οί μισοί
Κρητικοί, οί άλλοι μισοί Μοριχοβίτες.
-Τόν γνώριζες; ξαναρώτησε ό δεκανέας.
-Άνταμώσ'μ προσπέρσ' τό χινόπ'ρο. 'Έπειτα iγώ εφ'γα.
Τό «Κέντρον» τόν είχε αποκ'ρύξει.
195

-Μεγάλο παλικάρι, βεβαίωσε ό δάσκαλος.
-Παλ'βός... τρελός... Γι' αύτό τόν ε{χαν άποκ' ρύξει.
-Καί τόν πρόσταξε τό Κέντρον νά φύγει στήν 'Ελλάδα. Μά
αύτός κατέβηκε στόν κάμπο καί πηρε σβάρνα τά χωριά μέ
γκάϊντες καί χορούς. 'Όλοι θαύμασαν τό θάρρος τους. Τό
Κέντρον του εστειλε συγχαρητήρια καί τήν διαταγή νά ξαναγυ­
ρίσει στό Μορίχοβο. Μά χασομέρησε πάλι δυό μέρες γιά νά
άναμετρηθεί μέ τόν βοεβόδα Τράϊκο. Καί ηρθαν οί Τουρκοι
πολλοί καί τό ποτάμι άδιάβατο πλημμύρισε.
-Κι' χάθ'καν ούλοι! ... Ή δ'λειά μας θέλ' καί φρον'μάδα
λύκου, πονηριά άλεπους, γρηγοράδα λαγου... 'Έτσι ελεγαν οί
παλιοί κλέφτες.
-'Ωστόσο. Μέ τήν τρελή περιοδεία του Σκαλίδη γύρισαν
κάμποσα χωριά του κάμπου δικά μας.
-Μώρ' π' λύ τόν παλικαρά μας κάν' ς, δάσκαλε...
Ό δάσκαλος επειτα από δύο εβδομάδες ξαναγύρισε στό
επάγγελμά του. Διορίσθηκε δμως στήν περιφέρεια Καστοριί'iς,
εβαλε στό όνομά του καί ενα «πουλος» καί εγινε άπό Δάφος
Δαφόπουλος.
Ξαπλώθηκαν δλοι δπως βολεύθηκε ό καθένας. Σηκώθηκε
δμως ό Γάτσος καί εΙπε του άρχηγου.
-Νά πάγομεν στό Τσεγκέλι.
-Που ε{ν' αύτουν' τό Τσεγκέλι γιά νά «πάγομεν».
-'Εκεί...
'Έδειξε μιά ράχη εκεί, χαμηλότερα από τό 'Ίβεν. Πίσω ηταν
τό χωριό.
-Εlναι τό χωριό του, ε{πε ό δάσκαλος.
-'Ά! Θέλ'ς νά δείς τή γυναίκα σου, Γάτσο.
-Πέθανε ή μακαρίτισσα. 'Αρραβωνιάσθηκε αλλη νεώτερη;
βεβαίωσε ό δάσκαλος.
-Πί'iμε... πί'iμε... φώναξαν πολλοί.
-Μά ε{ναι' πέρα άπ' τό π'τάμι... Καί μείς εχ'με διαταγή νά
πί'iμε πρώτα εδωθ' άπ' τό π'τάμι.
-" Ας νά εΙναι. Νά φάγαμε στό Τσεγκέλι πίτα καί άρνί ψητό.
-Πί'iμε, πί'iμε, ξαναφώναξαν άρκετοί.
196

-Γιά μιά πίτα μωρέ νά περάσουμ' τό π ταμι;
-Νά πάγομεν καί στό Παράλοβο τό μοναστήρι.
-Νά φωvάξομε τόν εξάδελφό μου Ντίνο απ' τό Μπιλιανίκι.
'Όλο τό χωριό, λέει γίνει δικό μας.
-'Έχεις εμπιστοσύν' στόν εξάδελφό σου, Γάτσο; ΕΙν' κα­
λός;
-Τό εξάδερφός μου Ντίνος πολύ καλός. 'Εγώ βάνει καί τό
κεφάλι μpυ.
-Πάμε τότε vά ίδουμε τό μοναστήρ' του Παράλοβου καί τόν
Ντίνο.
-Θά ίδουμε καί τήν αρραβωνιαστικά, ξανάπαν πολλοί.
-Καί πως τήν λέν τήν αρραβωνιαστικιά σου, Γάτσο;
-Μάρω - Μαρία.
-Κι εΙν' όμορφη;
'Ο Γάτσος δέν απάντησε. Χαμογέλασε μέ τρόπο πού σήμαινε... θέλει καί ρώτημα;
-Καί ποιόν θά εχεις κουμπάρο, Γάτσο;
-Τό 'Αρχηγός Βρόντας εΙπε γίνει κουμπάρος.
-' Από τούς τρανούς πιάσθηκες, Γάτσο.
'Ο Γιαvνακούλιας ήταν πρόθυμος νά γίνει αύτός κουμπάρος.
-Θιi μίiς καλέσεις στόν γάμο, Γάτσο;
-Καί μίiς; Καί μίiς; είπαν πολλοί.
-'Όλοι στόν γάμο. Τά καλέσω.
-'Έ, τότε πίiμε στό Τσιγκέλι γιά τό χατήρι του Γάτσου καί
της πίτας.
-Καί γιά τό χατήρι της αρραβωνιστικιίiς, συμπλήρωσαν
δλοι.
Μέ τό σούρουπο ξεκίνησαν. Ό Γάτσος πήγαινε τρεχάτος
μπροστά. Φορουσε τό ασπρο χωριάτικο πουκάμισο. Του εΙχε
κάμει δμως κάμποσες δίπλες νά μοιάζει φ�υσ_:rανέλλα. 'Από
πάνω εΙχε χακί σακκάκι.
'Η πουκαμίσα - φουστανέλλιι,, νόμιζες, πετουσε σά νά τήν
εσπρωχνε αέρας.
-'Ά! Μήν τρέχ'ς ετσ', Γάτσο. Δέ φεύγ' ή αρραβωνιαστικιά
σου, του φώναξε ό Γιαννακούλιας.
197

"Άρχισαν vά κατεβαίνουν τήv όχθη. ΤΗταν απότομα, σχεδόν
κατακόρυφο βουνό γεμάτο βράχους, πέτρες, γκρεμούς, ραχητικά
δένδρα, πού τσιμπουσαv σάv αγκάθια. 'Έπεφταν από πέτρα σέ
βράχο καί από γκρεμό σέ δένδρα. Αίμάτωσαv χέρια, πρόσωπα,
πόδια. 'Ωστόσο ό Γάτσος προχωρουσε σά vά μή τόv έvοχλουσαv
τά φοβερά έμπόδια.
-Τί μας εφ'ρες ίδω, μωρ' Γάτσο; του ε{πε σιγά ό Γιαvvα­
κούλιας.
-'Εvτω, πιό κοντά, του απάντησε.
Έvvοουσε δτι απ' έκεί ήταν συντομότερη η αποσταση.
Ύπfjρχε αλλοτε κάτι σάv κατσικόδρομος, πού τόv είχαν δμως
έξαφαvίσει τά χιόνια καί βροχές.
-Νά πάρ' ό διάβολος τόv Γάτσο, τήv.πίτα καί τήv αρραβωνιαστικιά του, φώναξαν μερικοί.
-Σιγά, παιδιά... Μή φωvάζ'τε, σύστησε ό Γιαvvακούλιας.
-'Εδω, καπετάνιε, οϋτε διάβολος πατάει, του απάντησαν.
-'Όχι φ'vές, παιδιά. Οί παλιοί κλέφτες...
Είπαν μερικοί vά γυρίσουν πίσω. Μά ήταν δυσκολότερο τό
ανέβασμα. Τυλίχθηκαν επειτα στίς κάπες, ξάπλωσαν ανάσκελα
καί αφέθηκαν στόv κατήφορο.
'Έφτασαν τέλος κάτω μωλωπισμένοι, ματωμένοι σ' δλο τό
κορμί.
Ή Τσέρvα - Έριγώv κυλουσε ησυχη, αδιάφορη ανάμεσα στίς
δύο όχθες πού ήταν δύο θεόρατα αγριόβουvα. τΗταv σκοτάδι. Τό
φως των αστρωv καί του μισοφέγγαρου δέv καταστάλαζε τόσο
χαμηλά στό βάθος τfjς παράξενης έκείvης χοάνης. Στάθηκαν
κάμποση ωρα v' ανασάνουν. Κοίταζαν αμίλητοι τό ποτάμι σά νά
περίμεναν vά τούς είπεί: 'Ορίστε, περάστε.
-Σάv π'λύ μου φαίv'ται τό v'ρό, είπε σιγά ό Γιαvvακούλιας.
-'Έτσι είναι πάντα, απάντησε ό δάσκαλος.
-Περάσαμε πρίv vτύο μfjvες, ε{πε καί ό Γάτσος γιά vά τούς
έvθαρρύvει vά περάσουν.
'Ολάκερο τό σώμα είχε περάσει τήv Τσέρvα αρχές του 'Α­
πρίλη, δταv πήγαινε γιά κάποιαν έπιχείρηση στόv κάμπο καί τόv
198

ξαναπέρασε δταν γύρισαν πίσω. Μά είχαν βρεί όδηγό, καλόν
«πόρο», μέρος δηλαδή δπου τά νερά έπλάτυναν.
-Τί θά κάνομε, καπετάνιε; ρώτησαν άνήσυχοι μερικοί.
-Μιά πού ήρθαμε...
'Εννοοϋσε δτι άφοϋ εκαμαν τόσον κόπο επρεπε νά περάσουν
πέρα.
-Δέν φέραμε καί ενα σχοινί, είπε κάποιος.
'Αναγκάσθηκαν τότε νά βγάλουν τά ζωνάρια καί ι'iρχισαν νά
τά δένουν τό ενα στήν ι'iκρη του ι'iλλου. Θά έπιάνονταν άπ' τό
πρόχειρο σωσίβιο-παλαμάρι γιά νά άλληλοϋποστηρίζονται.
-Μωρέ τί φοβασαι; είπε ό Γάτσος καί ι:ιπfiκε τολμηρά στό
νερό.
Μά σέ λίγο τό ποτάμι τόν κατάπιε.
Βουβοί, ι'iφωνοι, πετρωμένοι, εμειναν οί σύντροφοί του. "Άρ­
χισαν νά κάμνουν τόν σταυρό. «Θεός σχωρέστον», είπε ό Γιαννα­
κούλιας.
'Ο Γάτσος είχε περιμάσει στή μέση τήν ύποκαμίσα-φουστα­
νέλλα καί φόρτωσε στόν τράχηλο τό τουφέκι, τίς φυσιγγιοθηκες,
τήν κάπα. 'Έτσι άναποδογυρίσθηκε εύκολότερα. Τήν περασμένη
νύχτα είχε πέσει μεγάλη καί δυνατή βροχή κοντά στό Περιστέρι
πού είχε λυώσει καί τά χιόνια.
-Παμ' πίσω, είπε περίλυπος ό Γιαννακούλιας. Καί νά
βροϋμ' καλύτερο δρόμο.
Σέ λίγο έπρόσθεσε φιλοσοφικά: «Οί παλιοί κλέφτες δέν
πάγ'ναν μήτ' σέ άρρ'βωνιαστ' κιά μήτε σέ φιλ'νάδες. 'Η γ'ναί­
κα είναι στή δ'λειά μας θάν'τος ... φωτιά...».
(«'Υποσχέσεις άνεκπλή ρωτες»)

199

23. ΤΕΣΣΕΡΕΣ ΑΡΚΟΥΔΕΣ
Μιά γυναίκα εφερε στό Σταυρο Χατζηχαρίση στήν "Αρνισα
τήν πληροφορία δτι σ' ενα γειτονικό χωριό (Ξανθώγεια) βρισκό­
ταν ό βοεβόδας Νάτσε μέ 4 κομιτατζήδες. Θά 'φευγαν γιά τή
Ζέρβη αργά τή νύχτα περνώντας μέσα απ' τό κάμπο.
Ό Χατζηχαρίσης πήδησε απ' τή χαρά του.
Ήταν νοικοκύρης καί πρόκριτος της 'Άρνισας, «διδάσκα­
λος» στό χωριό καί έκπρόσωπος του «Κέντρου» στήν περιοχή.
· Η πληροφορία της καλής γυναίκας του εδινε τή μοναδική
εύκαιρία νά ξεκάμει εϋκολα τή συμμορία του βρωμο-Νάτσε.
Πfjγε σφυρίζοντας στό σχολείο πού ήταν κλειστό γιά τά
παιδιά καί ανοιχτό γιά τούς μεγάλους... Τό εΙχαν κάμει είδος
στρατηγείου καί καφενείου... Μέ τό συνάδελφο χωριανό καί
φίλο του Χρήστο Στογιαννίδη πού ήταν μαζί καί στό Γυμνάσιο
Μοναστηρίου τά εΙπαν καί τά ξαναείπαν.
-Νά ειδοποιήσουμε λοιπόν τόν Σαλήμπεη, Χρfjστο; ρώτησε
ό Χατζηχαρίσης.
'Ο Σαλή μπέης ήταν διοικητής λόχου «κυνηγών» πού εΙχε τήν
εδρα στήν "Αρνισα.
-Ξέρω κι έγώ; Δέν μ' αρέσουν οί Τουρκοι, αποκρίθηκε ό
μακαρίτης Στογιαννίδης.
-Μήπως έμένα μ' αρέσουν. 'Αρχίζουν μέ τά πως τά 'μαθες;
'Από που τά 'μαθες; ΕΙσαι σίγουρος γιά τήν πληροφορία σου;
κ.τ.λ.
-Κι επειτα τούς ξεφεύγουν μέσα απ' τά χέρια τους οί
κομι τατζfjδες σάν νά 'χουν φτερά. Σου 'πε ή γυναίκα πώς εΙναι
μέ τό Νάτσε καί ό χωριανός μας Γεώργιος Τσακίρης;
-Στό 'πα, εΙναι μαζί. Μου τό 'πε.
-Τότε θά πάω κι έγώ στήν ένέδρα. Αύτόν τόν ίiτιμο! Πρέπει
χωρίς ίiλλο νά τόν κομματιάσουμε, νά τόν γδάρουμε.
200

'Ο Χατζηχαρίσης χαμογέλασε κάτω απ' τά μεγάλα μουστάκια
του. 'Ήξερε δτι ό φίλος του εΙχε παλιές δοσοληψίες μέ τόν
Τσακίρη γιά κάποιο κορίτσι.
-'Έρχομαι κι εγώ Χρήστο.
- 'Εγώ μιά φορά θά πάω. Πρέπει νά πάμε νά ριχθοϋμε εδω
στή λίμνη, αν μας ξεφύγει απόψε ό Τσακίρης ιcαί ή συμμορία...
'Αποφάσισαν κι εστειλαν γρήγορο αγγελιαφόρο στό Κάτω
Γραμματικό πάνω στό Βέρμιο, νά φέρει ενα μεγάλο ή μικρό σωμα
πού θά εστηνε τήν ενέδρα στό δρόμο γιά τή Ζέρβη.
Στό μεταξύ μαζί μέ τόν Παντελή 'Αθαν. Θεοδώρου εστρωναν
σχέδια επιτελικά πως «θά 'πιαναν» καλλίτερα τόν δρόμο της
Ζέρβης γιά νά μή γλιτώσει κανένας απ' τούς κομιτατζήδες.
Ήταν σίγουροι πώς εκείνη τή νύχτα ιcαί οί πέντε, ιcαί πρώτος
βέβαια ό Τσακίρης, θά παράδιναν τήν σκοτεινή ψυχή τους στό
διάβολο.
Γύρισε δμως απ' τό Γραμματικό ό αγγελιαφόρος άπρακτος.
Δέν βρήκε οϋτε ενα ιcάν αντάρτη.
Κόντευε νά βραδιάσει.
Κατά τή δύση πρός τό 'Αμύνταιο ή λίμνη εΙχε ανάψει κι
εσμιγε μέ τόν φλογισμένο ούρανό.
-Καί τώρα;! ΕΙπε απογοητευμένος ό Χατζηχαρίσης.
Οί άλλοι δύο κοίταζαν τή λίμνη ιcαί σιωποϋσαν.
-Δέν μας μένει, εξακολούθησε, παρά νά πάω στόν Σαλή
μπέη.
-Τούς Τούρκους; διαμαρτυρήθηκε ό Στογιαννίδης.
-Καί γιατί νά μήν πα.με μονάχοι μας; επρότεινε ό Θεοδώρου.
'Όπως ή 'Ιταλία του Γαριβάλδη, ήθελε νά κάμουν μόνοι τους
χωρίς ξένη ενίσχυση τήν δουλειά.
-Πάμε, πάμε, φώναξε ό Στογιαννίδης ενθουσιασμένος, γιατί
θά ιcτυποϋσε μέ τό τουφέκι του τόν Τσακίρη._
-'Εκείνοι πέντε, εμείς τρείς; επρόβαλέ ό Χατζηχαρίσης.
-Μά θά τούς στήσουμε κα.e_τέρι, αποιcρίθηιcαν μαζί Θεοδώρου ιcαί Στογιαννίδης.
-Νά είδοποιήσουμε τουλάχιστο τούς δύο δικούς μας Τούρ­
κους απ' τό 'Όσλοβο (Παναγίτσα), εΙπε ό Χατζηχαρίσης.
201

-Τόν Κιούλ 'Αλη καί Χασάν Οϋπκα; Ε{ναι εδώ. Τούς ε{δα
πρίν λίγη ωρα, ε{πε ό Θεοδώρου.
-Τρέξε τότε καί φέρε τους εδώ.
Σέ λίγο καί οί δύο Τουρκοι ήταν στό σχολειο.
-Σταυρο εφέντη. 'Ό,τι προστάξεις. Στίς διαταγές σου, είπαν
τούρκικα.
Τούς εδινε κάθε μήνα άπό τρία μεζήτια (κάπου μισή λίρα) καί
τούς ε{χε γιά όδηγούς σωμάτων, άγγελιαφόρους, μεταφορά ό­
πλων κ.λ.π. Ό Χασάν κοντός άδύνατος, μά σβέλτος καί εξυπνος
καί άριστος σκοπευτής. 'Ο 'Αλή ψηλότερος καί μεγαλύτερος
ήταν καί οί δύο πρόθυμοι πάντοτε, πιστοί, πειθαρχικοί καί
όλόψυχα άφοσιωμένοι.
Δέχτηκαν μέ προθυμία καί ενθουσιασμό νά πάρουν μέρος
στήν ενέδρα. 'Ο Χασάν ε{πε του Χατζηχαρίση.
- 'Απόψε ίνσιαλλαχ κύριος Σταυρος, θά σου φέρω τό κεφάλι
του βρωμο-Νάτσε ή του Γεώργη Τσακίρη.
-Θά 'χεις Χασάν πέντε μετζήτια. 'Όχι. Δέκα.
-Καί άλλα τόσα άπό μένα, φώναξε ό Στογιαννίδης.
-Γι' ,αυτή τή δουλειά παράδες δέν θέλω. Ξέρεις ποιό ε{ναι τό
μεράκι μου. 'Ένα κοντό μάνλιχερ δώρο.
- 'Απόψε, Χασάν δλοι τους καί οί πέντε κοντά μάνλιχερ θά
εχουν.
-Πολύ σωστά, ε{πε καί ό 'Αλής. Βάρεσε άiτόψε καί πάρε.
«' Ο άξιος τρώει τό πλάφι», λέει καί ή παροιμία.
-Ξέρω γώ, άποκρίθηκε ό Χασάν πόσο άξίζουν ό Νάτσε, ό
Τσακίρης χαί ή παρέα τους. Τούς ξέρω άπό μικρούς. "Ας πέσουν
άπόψε κάτω άπ' τό τουφέκι μου καί θά καλοπεράσουν.
-Προσοχή στίς πρώτες τουφεκιές Χασάν, ε{πε ό Χατζηχαρί­
σης. Στά καρτέρια αυτές δίνουν τό άποτέλεσμα.
-'Έννοια σου τό ξέρουμε κύριος Σταυρος, άποκρίθηκε.
'Έμειναν σύμφωνοι νά συναντηθουν στό γεφύρι πάνω στό
δημόσιο δρόμο.
Γιά τούς δύο Τούρκους βέβαια ζήτημα δέν ύπηρχε. Μπορου­
σαν νά κυκλοφορουν ελεύθερα μέ τό τουφέκι στόν ώμο, όποιαδή­
ποτε ωρα της ήμέρας ή της νύχτας. Γιά τούς τρείς χριστιανούς
202

ραγιάδες ήταν δμως ή δυσκολία. 'Η «Θεόσωστη καί θεοφρού­
ρητη Αύτοκρατορία» δέν μπορουσε νά τούς προστατέψει απ'
τούς κλέφτες άλλοτε, από τούς κομιτατζήδες τώρα. 'Ωστόσο
τούς εβαζε πολλούς μήνες η καί χρόνια φυλακή, ίiν τούς εϋρισκε
ενα παλιοτούφεκο! ...
Βγήκαν δυό ώρες νύχτα χωριστά ό καθένας.
Γιά νά σκεπάσουν τά τουφέκια ε{χαν ρίξει κάπες στούς
ώμους, αν καί ήταν καρδιά του καλοκαιριου (25 'Ιούνη 1907).
«'Έπιασαν» μέ πολλή προσοχή καί τέχνη τό δρόμο κοντά
στή Ζέρβη. Ε{χαν όχυρωθεί αθέατοι πίσω από μαντρότοιχους η
μέσα σέ χαντάκια. Τά θύματα θά περνουσαν απ' τά τουφέκια τους
σ' απόσταση μόλις δύο τριών βημάτων.
'Έμειναν δύο όλάκερες ώρες σιωπηλοί καί ακίνητοι χωρίς ενα
τσιγάρο η μιά κουβέντα.
Τά μεσάνυχτα τέλος, ακούσθηκαν ελαφρά βήματα πού πλη­
σίαζαν.
'Έρχονταν ίσια στίς μπουκες των τουφεκιών. Σέ λίγο θά
'μπαιναν στήν παγίδα. "Άρχισαν νά κτυπουν δυνατά οί καρδιές
καί δλη ή ζωή συγκεντρώθηκε στά χέρια, πού κρατουσαν τά
τουφέκια καί στά μάτια.
Ήταν σίγουροι πώς κανένας δέν θά τούς ξέφευγε.
Μά ξάφνου τήν κρισιμότερη στιγμή επεσε μιά τουφεκιά!
'Απ' τήν ύπερένταση καί ταραχή του ό Χασάν τράβηξε τή
σκανδάλη χωρίς νά τό θέλει...
'Αναγκάσθηκαν τότε καί οί άλλοι τέσσαρες νά πυροβολή­
σουν. 'Έριξαν από 4-5 γρήγορες τουφεκιές ό καθένας πρός τό
μέρος δπου ε{χαν ακουσθεί τά βήματα. Τίς εριξαν στά τυφλά
χωρίς νά βλέπουν στόχο ...
Ξανάγινε επειτά απόλυτη ήσυχία.
Οί πέντε κομιτατζηδοφάγοι εμειναν σάν βRεγμένες γάτες. Τά
μεγαλεπήβολα σχέδιά τους διαλύθηκαν σάν όνειρα καλοκαιρι­
νής νύχτας.
Ό 'Αλής απ' τό κακό του άναψε τσιγάρο.
· Ο Στογιαννίδης ξέσπασε αγριεμένος.
-" Ατιμε κι άπιστε Χασάν, θέλεις σκότωμα.
203

'Ο φτωχός Χασάν ε{χε ζαρώσει μέ τό κεφάλι σκυμμένο.
-Παληόσκυλο, εξακολούθησε ό Στογιαννίδης, ερχονταν νά
πέσουν μέσα στά χέρια μας, στίς μπουκες των τουφεκιών μας.
Καί τούς εδιωξες.
-Μήπως τό 'θελα κι εγώ Χρηστο εφέντη;
-Τότε γιατί εριξες; 'Έτρεμαν άπ' τό φόβο τά χέρια σου;
-Μίλα 'Αλη, του φώναξε ό χωριανός του. Είμαστε τόσα
χρόνια μαζί. Ξανάπαθα άλλοτε τέτοιο μασκαραληκι;
-'Έγινε λάθος. Εlναι ανθρώπινα τά λάθη, ε{πε τούρκικα ό
Χατζηχαρίσης γιά νά σταματήσει τήν άσκοπη γκρίνια.
-Τό λάθος ε{ναι του φαφλατίi του Χασάν, ε{πε ό · Αλης. Εlπε
πολλά καί παχειά λόγια, θά 'φερνε κεφάλια δώρο, θά 'κοβε
κεφάλια. Καί ήρθε ό · Αλλάχ καί του · δωσε ενα καλό μάθημα.
-'Ίσως νά ήταν ό διάβολος, παρατήρησε ό Θεοδώρου.
- · Εμείς μιά φορά οί δυό μας, εξακολούθησε ό 'Αλη, δέν μίiς
μένει παρά νά ριχθουμε στή λίμνη η νά φύγουμε στό χωριό μας.
Σίiς άποχαιρετουμε λοιπόν καί φεύγουμε. Τά πολλά λόγια ε{ναι
φτώχεια.
-Νά φύγετε;! διαμαρτυρήθηκε εύθύς ό Χατζηχαρίσης. Καί
μείς τί γινόμαστε;
-Τί θέλετε νά κάνουμε Σταυρο εφέντη;
- Ό λόχος κάτω στό χωριό θά 'κουσε τίς τουφεκιές μας.
"Αν βγεί εξω η βγάλει αποσπάσματα καί μίiς βρουν μέ τά
τουφέκια;!
-Θεός φυλάξει! Δέν τό ε{χα σκεφθεί.
-Θά πίiμε εμείς μπροστά Σταυρο εφέντη, πετάχθηκε ό χα..:
σάν. "Αν συναντήσουμε στρατιώτες θά τούς πουμε πώς οί δυό
μας ρίξαμε τίς τουφεκιές σέ κάτι σκιές. Καί θά τούς γυρίσουμε
στό στρατώνα. Σείς επειτα ερχεσθε. 'Ή καλλίτερα περιμένετέ
μας θά μπάσουμε εμείς τά τουφέκια σας στό χωριό.
-Καλά Χασάν. Κάμε δπως νομίζεις καλλίτερα.
Οί δύο Τουρκοι εφυγαν τρεχάτοι. Ό Χασάν πήγαινε μπρο­
στά. Πετουσε. Εlχε βάλει τά δυνατά του νά ξεπλύνει τό ατύχημα.
Πρίν απομακρυνθεί φώναξε:
204

- 'Ο Χασάν δέν είναι άπιστος καί άτιμος. Ουτε φοβιτσιάρης.
Θά τό δείξει γλήγορα.
'Ο λοχαγός Σαλή μπέης άκουσε στήν "Αρνισα τίς τουφεκιές.
Δέν τίς θεώρησε δμως άξιες νά χαλάσει τό χουζούρι του. 'Έτσι οί
τρείς ενοπλοι γκιαούρηδες μπήκαν στό χωριό καί πήγαν στά
σπίτια τους μ' δλη τους τήν ήσυχία.
Συγκεντρώθηκαν πάλι τήν άλλη μέρα στό σχολείο περίλυποι.
Σχολίαζαν τά γεγονότα της νύχτας καί εκλαιαν τήν κακή τους
μοίρα. Τέτοια ευκαιρία καί τόση άτυχία! Σάν νά ε{χε σπρώξει
κάποιο ξωτικό τό χέρι του Χασάν. Ήρθαν καί τούς πείραξαν
μερικοί άλλοι πού τά 'μαθαν...
'Έγινε από τήν άλλη μεριά γνωστό δτι ό Τσακίρης ελεγε στά
χωριά πώς θά 'μπαινε μιά βραδιά μόνος στήν "Αρνισα, θά 'πιανε
τόν Χατζηχαρίση καί τόν Στογιαννίδη καί θά τούς κρεμουσε απ'
τά μεγάλα μουστάκια τους.
Πως νά μή σκυλιάσουν;!
0
Τήν άλλη μέρα δμως τό μεσημέρι έκεί πού ό Χατζηχαρίσης
εστεκε μέσα στήν πόρτα του σπιτιου του, πέρασε μέ τόν γάϊδαρό
του ό Δημήτριος Γούλιος απ' τόν "Αγιο 'Αθανάσιο, καλός
πατριώτης. Τόν χαιρέτισε βουλγάρικα καί πολύ δυνατά γιά νά
τόν ακούσουν οί γειτόνοι του ε{πε.
-Τό μαλλί θά σου τό δώσω, Σταυρο, δπως είπαμε. Ουτε μιά
πεντάρα παρακάτω.
-"Α! Πολλά ζητίiς. Δωστο σέ άλλους αν βρεΙς τόσο μεγάλη
τιμή.
-Μά ξέρεις τί μαλλί είναι; Σάν μετάξι. 'Έχω δείγμα στό
σακκί.
Πηρε τό σακκί άπ' τόν γάϊδαρο καί μπήκε μέσα στό σπίτι νά
του δείξει τό πολύτιμο μαλλί.
Του είπε δμως ευθύς.
-Προψές μεσάνυχτα κτυπήθηκαν κομιτατζήδες καί Τουρκοι. Δέν τό ξέρετε;
-"Οχι.
-Κτυπήθηκαν κοντά στή Ζέρβη.
-"Α!
205

-Λαβώθηκε στό δεξί πόδι βαθειά ό χωριανός σου Γεώργης
Τσακίρης.
-'Ά! 'Ά! 'Ά!
-Μένει στά καλύβια Ραμαντάν του χωριου μας καί έκεί
γύρω. Πηγαίνει καί τόν κυττάζει μέ τά γιατροσόφια της «φυτίλι»
«κερί» ή γρηά Μασλίνα.
�Σ' εύχαριστω πολύ, πάρα πολύ, Δημήτρη.
-Νά μέ θυμηθείς, έξακολούθησε ό Γούλιος μέ δυνατότερη
πάλι φωνή, δέν θά βγείς καθόλου ζημιωμένος. Παίρνεις μαλλί
μετάξι.
'Αναγκαζόταν νά μιλάει βουλγάρικα σέ ύψηλό τόνο καί νά
μεταχειρίζεται πολλά τερτίπια «διά τόν φόβον των 'Ιουδαίων» .
. Κυριαρχουσαν στό χωριό του οί κομιτατζήδες καί μπορουσαν νά
τόν έξαποστείλουν μέ τήν πρώτη αφορμή στόν άλλο κόσμο.
Τό ϊδιο βράδυ (27 'Ιούνη 1907) οί πέντε φίλοι έξεστράτευσαν
πάλι μόλις σκοτείνιασε. "Αφησαν τίς κάπες οί τρείς χριστιανοί
κάτω άπ' τό γεφύρι γιά νά εΙναι πιό έλεύθεροι στίς κινήσεις.
Φορουσαν τώρα . δλοι γουρουνοτσάρουχα. 'Έτσι ενοιωθαν τά
πόδια τους πιό έλαφρά καί πιό ... βουβά. Τούς εΙχε κάνει έντύ­
πωση τήν προπερασμένή νύχτα τό περπάτημα των κομιτατζήδων.
Βάδιζαν άθόρυβα σάν φαντάσματα.
'Ο Χατζηχαρίσης εΙπε.
-'Απόψε Χασάν τό νου σου στό τουφέκι σου.
-'Απόψε Σταυρο έφέντη, κεφάλι πέφτει σκανδάλη δέν πέφτει.
-Καί νά ξέρετε δλοι, συνέχισε τούρκικα ό Χατζηχαρίσης,
δτι ό Τσακίρης εχει μαζί του τό τουφέκι του, ενα κοντό μάνλιχερ,
τό περίστροφο καί δύο βόμβες. Τά μάτια σας λ0ιπόν τέσσερα.
-Μωρέ ας τόν βρουμε! ... ε{παν μαζί ό Στογιαννίδης καί ό
Χασάν!
Μπήκαν σέ πέντε μαντριά στήν περιοχή Ραμαντάν. Τά δύο
ήταν όλότελα άδεια, τ' άλλα εΙχαν τσομπανόπουλα μέ τά γιδο­
πρόβατα καί τ' άπαραίτητα άγριόσκυλά τους.
Δέν βρήκαν πουθενά τίποτε.
206

'Ο Τσακίρης είχε μετακινηθεί εκείνο τό βράδυ σ' άλλη
καλύβα, κάπως μακρύτερα.
'Έψαξαν καί άλλες δυό.
· Ο Χασάν καί ό Στογιαννίδης πήγαιναν πάντα μπροστά.
'Ανέβαιναν μαντρότοιχους, πηδουσαν φράχτες, καί χαντάκια σά
γάτες.
-Κύτταξε Χασάν! Νά τόν πιάσουμε ζωντανό. Μή βιάζεσαι
νά του ρίξεις, είπε ό Στογιαννίδης του Χασάν.
-Καλά. Νά βοηθήσει μόνο καί ό 'Αλλάχ. Τά βλέπεις τώρα
δέν πήγε όλότελα χαμένη ή προχθεσινή βραδιά.
Περασμένα μεσάνυχτα στάθηκαν στή βρύση Τσεσμούλκα νά
πιουν νερό καί νά ξαποστάσουν. ΕΙχαν άρχίσει ν' άπελπίζονται.
· Ο Τσακίρης είχε γίνει άφαντος. Ξάφνου άκούστηκαν σιγανές
κουβέντες άπό ενα κατάφυτο ύψφματάκι πού ήταν πάνω άπ' τά
κεφάλια τους. ΕΙχε εκεί τό λιβάδι του ό Μπακιρτζής Νάτσης, άπ'
τόν 'Άγιο 'Αθανάσιο.
Ποιοί νά 'ταν; Χωριάτες, διαβάτες; Μά πώς εμειναν τή νύχτα
εξω μιά τόσο ε�.ικίνδυνη εποχή καί μάλιστα σέ μέρος πού ήταν
λημέρι καί φωλιά κομιτατζήδων; Μπάς καί ήταν κομιτατζήδες;
Οί πέντε φίλοι κρατουσαν καί τήν άνάσα τους. Πάσχισαν νά
ξεδιαλύνουν τά λόγια τους γιά νά καταλάβουν τί ήταν. Μιλουσαν
δμως σιγά. Βάσταξε τό κουβεντολόϊ ώρα πολλή. 'Έπειτα εγινε
σιωπή.
Κάποτε άκούστηκαν ροχαλητά πού όλοένα δυνάμωναν!
Ό Χατζηχαρίσης εκαμε τότε τόν σταυρό του καί μιά κίνηση
μέ τό χέρι ν' άνεβουν δλοι επάνω. Βρέθηκαν ευθύς καί οί πέντε
επάνω άνάμεσα στά δένδρα, χωρίς νά κάμουν κανένα θόρυβο,
σάν σκιές.
Μέ κατάπληξή τους είδαν τότε νά κοιμουνται στό βάθος σέ
μιά γούβα τέσσερεις άνθρωποι, ό ενας πλάι στόν άλλον καί νά
ροχαλίζουν δυνατά!
Μπορουσε νά είναι κακοί άν@,ι;,ωποι άφου τόσο μακάρια
κοιμουνταν; ...
Μά είδαν άνάμεσα στά πόδια τους κοντά τουφέκια καί στή
ζώνη τους πιστόλια καί μαχαίρια.
207

Βαθιά κατά τήν 'Έδεσσα άρχισε νά ροδοχαράζει ή αύγή.
Δέν ε{χαν πιά καιρό γιά χάσιμο.
Τούς πυροβόλησαν κατάστηθα σχεδόν «έξ έπαφης». 'Ο
μεσαίος αν καί ε{χε φάει δυό σφαίρες τινάχθηκε ν' άρπάξει τό
μάνλιχέρ του. Τρείς άλλες δμως σφαίρες τόν άφησαν νεκρό.
'Έγιναν δλα σέ λίγα μόλις δευτερόλεπτα.
Οί τέσσαρες πλαγιασμένοι πέρασαν άπ' τόν ϋπνο στό θάνατο
χωρίς νά τό καταλάβουν.
Μά ποιοί ήταν;
'Ο Χατζηχαρίσης καί ό Θεοδώρου άναψαν άπό ενα σπίρτο.
Εύθύς δμως τινάχτηκαν καί τά σ;πίρτα επεσαν άπ' τά χέρια
τους.
-'Ο Τάνε! ε{παν.
-'Ο Τάνε;! 'Ερώτησαν καί οί άλλοι τρεfς άνάβοντας έπίσης
άπό ενα σπίρτο.
Δέν χωρουσε άμφιβολία. 'Ο μεσαίος ήταν ό βοεβόδας Τάνε,
πού 9 χρόνια βασίλευε στό Καϊμακτσαλάν, τρομοκρατουσε τίς
περιφέρειες Φλώρινας καί 'Έδεσσας καί εκατόν έννέα φορές είχε
ξεφύγει μέσα άπό ένέδρες, παγίδες, κυκλώσεις των Τούρκων.
Πολλοί πίστευαν πώς δέν τόν επιανε σφαίρα.
Γνωστοί ήταν καί οί άλλοι δύο, Τάσιο Λιάκο καί Κίτσο
Κόλτσε. 'Ο τέταρτος ήταν. όλότελα ξένος καί άγνωστος.
Τό περήφανο ντουρί άλογο του Τάνε πού εβοσκε στό λειβάδι,
εσπασε μέ τίς τουφεκιές τό σχοινί καί τό 'βαλε στά τέσσερα.
Τή σέλα του τήν ε{χε κάμει ό βοεβόδας μαξιλάρι.
Βρέθηκαν κρεμασμένα σ' ενα κλαδί τά χάμουρα. Τά ε{χε
παραγεμίσει φουντες μαυρες καί κόκκινες δπως εκαμαν καί οί
μπέηδες καί οί άγάδες του Μοναστηριου γιά τά καταστόλιστα
άτια τους. Τίς Κυριακές δταν περνουσαν καβάλα τό «φαρδύ», τόν
κεντρικό δρόμο, καί τίναζαν τ' άλογά τους ορθια στά πισινά
πόδια γιά νά τούς θαυμάσουν οί γκιαούρηδες καί οί γκιαούρισ­
σες, οί φουντες αύτές κινουνταν ρυθμικά σά νά χόρευαν.
'Ο Χασάν χοροπηδουσε άπ' τή χαρά του.
-" Αν προψές δέν μου ξέφευγε ή τουφεκιά, ελεγε, δέν θά
208

κτυπούσαμε αποψε τόν Τάνε καί τή συμμορία του. Ήταν τό
κισμέτ. Θέλω τό μάνλιχέρ του.
Ό Χατζηχαρίσης πηρε τήν τσάντα του Τάνε μέ τήν αλληλο­
γραφία του. ΕΙχε πολλά γράμματα καί μιά εκθεση γιά τό «Κε­
ντρικό Κομιτάτο». ΕΙχε έπίσης καί φωτογραφίες του Τάνε μέ τόν
βοεβόδα 'Αποστόλ. 'Έρχονταν απ' τά μέρη της 'Έδεσσας. Γι'
αύτό καί εΙχαν κοιμηθεί τόσο βαθειά.
Μοίρασε ό Χατζηχαρίσης στούς άλλους τέσσερεις τά τέσ­
σερα πιστόλια των κομιτατζήδων.
-Γιά τό μάνλιχερ, εΙπε του Χασάν, κάμε καλά μέ τόν Σαλη
Μπέη. 'Εμείς οί τρείς φεύγουμε. Ό Χασάν δμως καί ό Θεοδώ­
ρου εΙχαν ανταλλάξει στό μεταξύ τούς γκράδες τους μέ τά
μάνλιχερ των κομιτατζήδων.
-Μά δέν θά παμε γιά τόν άτιμο τόν Τσακίρη; Διαμαρτυρή­
θηκε ό Στογιαννίδης.
-Βαρέσαμε βρέ Χρηστο, αποκρίθηκε ό Θεοδώρου, τέσσαρες
μεγάλες αρκουδες, ή μιά πολύ μεγάλη. Καί σύ μιλας γιά λαγό;
-Δέν εχομε καιρό Χρηστο. Πρέπει νά βρεθουμε στά σπίτια
μας προτου ξημερώσει, του είπε καί ό Χατζηχαρίσης.
Ξεκίνησαν αμέσως καί οί τρείς τρεχάτοι γιά τήν 'Άρνισα.
Μπροστά ετρεχε ό Χασάν. ΕΙχε απομείνει μέ τά πτώματα μόνος ό
'Αλής. Στό δρόμο δέν εΙχαν εύτυχως κανένα κακό συναπάντημα.
Οί τρείς ραγιάδες πηγαν ησυχα στά σπίτια τους καί παράχωσαν
στήν κανονισμένη κρύπτη τά δπλα.
'Ύστερα από δύο ώρες θά πήγαινε ό Χασάν στό λόχο νά πάρει
τά συχαρίκια απ' τόν λοχαγό. Θά του ελεγε πώς αύτός μέ τόν
'Αλη ξέκαμαν τούς κομιτατζηδες καί θά του εδιναν νά καταλάβει
δτι δέν εΙχαν αντίρρηση νά είπουν πώς ό λόχος του εκαμε τό
θαυμα.
Τό πρωί ό Χατζηχαρίσης παράδωσε στ_ό σιδηροδρομικό
σταθμάρχη της "Αρνισας τήν τσάντα του Τάνε μέ μιά πρόχειρη
εκθεσή του γιά νά τήν στείλει μ), τό τραίνο, πού θά κατέβαινε απ'
τό Μοναστήρι, στό «Κέντρον» στή Θεσσαλονίκη.
Πηγε επει τα στό σχολείο δπου μαζί μέ τόν Στογιαννίδη
κάθισαν εξω κάτω από μιά μικρή λεύκα καί ήπιαν ησυχα τόν
14

209

πρωϊνό τους καφέ, δπως ταίριαζε σέ δυό καλούς νοικοκυραίους
πού πέρασαν τή νύχτα στά κρεβάτια τους.
Σέ λίγο πέρασε καβάλα στό άσπρο άλογό του ό λοχαγός Σαλη
μπέης. Τούς χαιρέτισε καί αυτοί τόν άντιχαιρέτισαν καί του
ευχήθηκαν καλή τύχη καί καλήν επιτυχίαν.
'Έξαφνα ό λοχαγός εκαμε άπότομη στροφή καί ήρθε κοντά
τους. Οί δύο «ντασκάλ» τινάχθηκαν πρός τιμή του δρθιοι.
-'Έχω νά σας πω, τούς ε{πε, μιά μεγάλη καί ευχάριστη
είδηση.
-Σάν τί Σαλη μπέη;
-Ψές τή νύχτα ξεκαθαρίσαμε μιά συμμορία κομιτατζήδων.
-Τί λέτε; Τούς ξεκάματε δλους;!
-Ουτε ρουθούνι δέν εμεινε.
-'Αφερίμ. 'Αφερίμ, Σαλη μπέη. Σας άξίζει παράσημο καί
προαγωγή.
-Δέν ερχεσθε καί σείς εκεί πάνω νά τούς Ι.δητε;!
-Τί δουλειά εχομε εμείς μέ τά τουφέκια καί αϊματα;!
-Θά κάμετε καί ενα πρωϊνό περίπατο.
Δέν βαστουν τά κότσια μας.
-Δέν ντρέπεσθε νέοι άνθρωποι καί κυνηγοί; Θά σας δώσω
δυό μουλάρια του λόχου. Μπορεί νά μου χρειαστητε.
-"Αν ε{ναι ετσι ερχόμαστε ε{πε, ό Χατζηχαρίσης. 'Έχομε τά
γαϊδουράκια μας.
Μπροστά ό Σαλη μπέης καβάλλα στό άσπρο άλογό του, πίσω
δύο «ντασκάλ» πάνω στά γκρίζα γαϊδουράκια τους καί επειτα οί
«κυνηγοί» μέ τή χακί στολή, τίς γκέτες καί τά τσαρούχια τους,
εφτασαν στή βρύση Τσεσμούλκα. Εlχαν τώρα μαζωχθεί όλόγυρα
καί πολλοί χωρικοί άπ' τά χωράφια καί τά μαντριά τους. Ό
'Αλη δμως καί ό Χασάν καί μιά διμοιρία «κυνηγών», πού ε{χε
φέρει ό τελευταίος, δέν τούς άφηναν νά πλησιάσουν.
Ό Χασάν μόλις ε{δε τόν Χατζηχαρίση του ε{πε.
-'Ά, τσιορμπατζ°η Σταυρο εφέντη, ψές οί «' Αβτζηδες» (κυ­
νηγοί) εκαμαν θαύματα.
- 'Αφερίμ Χασάν στούς στρατιώτες καί σέ σας. Σύ καί ό 'Αλη
θά εχετε άπό μένα μπαχτσίς άπό τρία μετζήτια.
210

-Νά 'σαι καλά. Θέλεις νά σου δώσουμε τουτο τό κεφάλι του
Τάνε;
-'Ά όχι, ευχαριστώ ...
Τούς διηγήθηκε τότε μέ πολλή σοβαρότητα ό λοχαγός δτι
μιά διμοιρία του μέ τόν έπιλοχία 'Οσμάν, μέ όδηγούς τόν Χασάν
καί τόν 'Aλfj, παρακολούθησε συστηματικά πολλές μέρες τή
συμμορία καί πέτυχε τήν περασμένη νύχτα μέ μιά σφοδρή
συμπλοκή νά έξοντώσει δλους χωρίς νά πάθει τίποτε κανένας
στρατιώτης.
-Βαλαχί Μπιλαχί Σαλi'j μπέη, του ε{πε ό Χατζηχαρίσης σας
άξίζουν προαγωγή καί παράσημο. Ε{ναι μεγάλο τό κατόρθωμά
σας.
-Τούς γνωρίζετε σείς τούς σκοτωμένους;
-Πως όχι; Ποιός δέν ξέρει έδω πάνω τόν βοεβόδα Τάνε;
'Εννέα χρόνια μας βασάνιζε καί άμέτρητες φορές ξεγλύστρησε
μέσα άπ' τά χέρια του στρατου. 'Ένας μονάχα ε{ναι ξένος καί
ι'iγνωστος.
- 'Υπογράφετε;
-Γιατί όχι;
-Δέν βρήκαμε μόνο τήν τσάντα μέ τά γράμματα. Καί θά
θυμώσει ό Συνταγματάρχης.
Πετάχθηκε δμως ό Χασάν.
-Τί νά κάμεις τήν τσάντα καί τά γράμματα; ό Τάνε δέν ήξερε
νά διαβάζει καί νά γράφει, σάν καί έμένα. 'Έτσι δέν είναι Σταυρο
καί Χρi'jστο;
-Μάλιστα δέν ήξερε καθόλου γράμματα. Πως μπορουσε νά
'χει άλληλογραφία καί τσάντα;
'Έφεραν οί Τουρκοι καί συγγενείς του Τάνε, γιά νά πιστοποιή­
σουν τό θάνατό του.
Οί δύο έπίσημες έφημερίδες των Βιλαετίωy Θεσσαλονίκης
καί Μοναστηρίου ήταν πολλές μέρες γεμάτες ϋμ\ιους, αϊνους καί
έπαίνους πρός τόν «'Ένδοξον, ,[ενναίον καί 'Αήττητον» Αυτο­
κρατορικό Στρατό γιά τό μεγάλο κατόρθωμά του.
'Ο Λοχαγός καί ό έπιλοχίας προβιβάσθηκαν.
(«Ντόκτορ Γιάννη»)

211

24. Ο ΔΟΥΚΑΣ
'Ο όπλαρχηγός Δούκας, πού τόν κυνηγουσαν μέ τή μεγαλύ­
τερη λύσσα, Τουρκοι καί Βούλγαροι, καθώς καί οί Γάλλοι
«οργανωτές» της χωροφυλακής στίς Σέρρες καί οί "Αγγλοι στή
Δράμα, είχε πάει μόνος σ' ενα μικρό χωριό του κάμπου των
Σερρών, νά λύσει κάποια διαφορά, τόν Αϋγουστο του 1907. Τούς
λίγους του άνδρες, τούς είχε άφήσει στό βουνό.
'Η διαφορά γλήγορα τακτοποιήθηκε καί γιά τήν επισφράγιση
του συμβιβασμου, κάθησαν τό βράδυ σέ πλούσιο τραπέζι, άντι­
πρόσωποι άπ' τίς δύο μερίδες.
Δέν ελειπαν δμως τ' άγκάθια καί τά ζιζάνια άπ' τό χωριό.
Ύπηρχαν ϊσως κρυπτοβούλγαροι ή άλλοι, πού είχαν θανάσιμη
εχθρα στά μέλη της 'Επιτροπής.
Τήν στιγμή πού τό γλέντι άναβε, τινάζεται ό Δούκας.
-Τουρκοι ερχονται, ι:ίπε.
-'Όχι, τζάνουμ καπετάνιε. Μπορεί τά σκυλιά ν' άλυχταν σέ
λύκο.
-'Έχουν καί ίππικό!
Τό αυτί καί ή διαίσθησή του δέν τόν γέλασαν. Δύο λόχοι
«κυνηγοί» (άβτζη-ταμπούρ) καί μία ϊλη ίππικό είχαν εκστρατεύ­
σει άπ' τίς Σέρρες εναντίον του.
Οί χωρικοί επιχείρησαν νά τόν καθησυχάσουν. Κι αν άλη­
θινά ερχονταν οί Τουρκοι, δέν ήταν δύσκολο σ' ενα κοτζάμ
χωριό νά κρύψουν εναν άνθρωπο. Είχαν μεγάλες θημωνιές άχυρο
καί χόρτα, άμπάρια γεμάτα στάρι, άπόκρυφα μέρη στίς οροφές
κ.τ.λ.
-Γρήγορα μιά φορεσιά χωριάτικα ρουχα, επρόσταξεν ό
Δούκας. Δέν στέκομαι οϋτε λεπτό στό χωριό.
Καί γυρίζοντας στόν Μητρο, πού καθόταν κοντά καί δέν του
είχε εμπιστοσύνη είπε.
212

-Σύ Μητρο, φόρτωσε δυό σακκιά σιτάρι στό άλογό σου καί
περίμενέ με κάτω. Κάνε γλήγορα. Σ' εχω εσένα γιά τόν πιό πιστό
καί αφοσιωμένο φίλο.
'Ήξερε δτι οί Τουρκοι, δέν θά εφευγαν προτου τόν ξετρυπώ­
σουν, αφου είχαν τόσο καλό καταδότη στό χωριό.
Γυρίζοντας επειτα στούς άλλους:
-Σείς μονάχα τό δπλο μου θά φυλάξετε, είπε. Καί ανοίξτε τά
γκαβά σας.
Φόρεσε τά χωριάτικα καί βγηκε.
-Που πίiς καπετάνιε; Που πίiς;! Τρελάθηκες; Θά σέ πιάσουν,
του είπαν πολλοί.
-'Έννοια σας. Ξέρω τήν δουλειά μου, τούς αποκρίθηκε.
Κάτω περίμενε ό Μητρος, μέ τό φορτωμένο άλογο.
Ξεκίνησαν. Ήταν σκοτάδι καί ήσυχία. Οί Τουρκοι φρόντιζαν νά μή κάμουν καί τόν μικρότερο θόρυβο. Τό χωριό είχε
βυθιστεί στό σκοτάδι καί τήν σιωπή. 'Ακόμα καί τά σκυλιά
βουβάθηκαν σάν νά ενοιωθαν τό μεγάλο κίνδυνο.
Στή βαθειά σιγαλιά, αντηχουσαν τά πέταλα του αλόγου καί τά
βήματά τους. Ξάφνου ακούστηκε ενα τραχύ «ντούρ» (στάσου).
-Ποιοί είστε σείς; Ξανακούσθηκε μιά τούρκικη χονδρή
φωνή.
__:_χωριάτες γεωργοί, είμαστε, αποκρίθηκε τούρκικα ό Δούκας.
-Πλησιάστε μέ τά χέρια ψηλά, επρόσταξε ή ίδια φωνή.
Σήκωσαν τά χέρια καί προχώρησαν.
-'Ερχόμαστε - ερχόμαστε, μπέη. Είμαστε ησυχοι γεωργοί,
είπε ό Δούκας.
Πετάχθηκαν τότε από μερικά χαμόκλαδα, κάμποσοι στρατιώ­
τες μέ τά δπλα τεντωμένα. Ήταν μαζί τους καί ενας ανθυπολοχα­
γός πού τούς εκαμε προσεκτική ερευνα.
-Καί δέν μου λέτε; Που πάτε τέτοια ό.\ρα σείς οί «ησυχοι
γεωργοί»;
-Στόν μύλο, αποκρίθηκε ό Δούκας. Τί νά κάμουμε λοχαγέ
μπέη εφέντη, φτωχοί άνθρωποι είμαστε. Τά παιδιά δέν θά 'χουν
αυριο ψωμί.
213

-Μά εχει απαγορευθε'ί ή κυκλοφορία τή νύχτα.
-Δέv μας εχουv είπε'ί τίποτε στό χωριό, μπέη μου. Βγαίνουμε
πάντοτε ελεύθερα τή νύχτα γιά τόv μύλο καί άλλες γεωργικές
δουλειές. Προχθές χάθηκε τό μουλάρι μου. Τό ψάχναμε μέ τόv
αδελφό μου δλη τήv νύχτα. Καί τό βρήκαμε, δόξα τφ Θεφ. "Ας
είναι καλά ό πολυχρονεμένος ό Σουλτάνος. 'Έχομε ήσυχία στά
χωριά μας.
-Μά κανένας άλλος δέv είναι εξω. 'Απ' τό χωριό δέv
ξεμύτισε οϋτε πουλί.
-Οί πλούσιοι, πασά μου, καί οί τζορμπατζfjδες φορτώνουν
τά κάρα καί πηγαίνουν μέ τήv ήσυχία τους στό μύλQ. Έμε'ίς οί
φτωχοί φορτώνουμε από εvα σακκί στό άλογο καί παμε νύχτα γιά
vά εχομv τά παιδιά μας ψωμί αϋριο.
-Καλά, καλά, ξεφορτώστε τώρα. 'Ο κύρ σνvταγματάρχης θ'
αποφασίσει, αν θά πατε στό μύλο η στή φυλακή.
-Καί πότε θ' αλέσουμε μπέη πασα μου; Τί θά φαν αϋριο τά
μικρά παιδιά;
-"Ας φαν χωμα.
Ξεφόρτωσαν τό άλογο. 'Ο «πιστός» Μfjτρος δέv εβγαλε δλο
τό διάστημα λέξη. 'Έτρεμαν τά γόνατά του. 'Ο Δούκας ξαπλώ­
θηκε φαρδύς πλατύς σ' εvα σακί.
-Μιλας βλέπω καλά τά τουρκικά, είπε ό ανθυπολοχαγός.
-'Όλο μέ μπέηδες καί αγάδες εχω vά κάνω. Δουλεύω στό
τσιφλίκι του 'Αμέτ Μπέη. Μερικοί εχθροί μου μέ λέγουν, Νάκη
αγα.
-Ξέρεις τόv Χατζfj 'Οσμάν εφέvτηv; Στό σπίτι του κά­
θουμαι.
-Πως δχι; Πρόπερσι ημουv επιστάτης στό κτfjμα του. Πές
του χαιρετίσματα από μένα τό Νάκη, θά σου πει τί άνθρωπος
είμαι.
'Έβγαλε επειτα απ' τό ζωνάρι του τήv ταμπακέρα καί εστριψε
εvα τσιγάρο.
-' Απαγόρευεται v' ανάψεις τό τσιγάρο.
-Καλά, πασά μου. Δέv ανάβω τό τσιγάρο.
Σέ λίγο.
214

-Ξέρεις πασά μου, είναι χωριάτικος καπνός μά πρώτος. Σάν
της Ξάνθης. Στρίψε αν θέλεις ενα τσιγάρο καί θά ιδείς. Τίς
προάλλες, είχα πάει μιά όκά του Χατζfj 'Οσμάν εφέντη καί μου
είπε, άφερίμ. Είναι μερακλής. Καπνίζεις;
-Καπνίζω.
-Δοκίμασε αν θέλεις.
Κι ϋστερα άπό μικρή διακοπή.
-Δέν ξέρω ποιός μασκαράς σας ξεσήκωσε μέ τά ψέμματά του
καί σας χάλασε δλη τήν ήσυχία. Μά τόν Θεό δέν εχει τίποτε στό
χωριό. Δέν πάτησαν ποτέ κομιτατζήδες.
-'Έρχονται δμως οί άλλοι...
-Ποιοί άλλοι;
-Οί Γιουνάνηδες, οί άντάρτες, ό Δούκας.
- ' Ο Δούκας; Χά, χά, χά!
-Γιατί δχι;
-Που εχει μουτρα νά εμφανιστεί στό χωριό; Είχε φάει
άλλοτε χρήματα των χωριανών μας.
-Τόν ξέρεις; Τί άνθρωπος είναι;
-'Ένας μασκαράς, ρεζίλης, μπαγαπόντης. 'Έφαγε τήν μεγάλη περιουσία του πατέρα του. Δέν άκούεται τώρα. Θά εχει
γεμίσει κανένα λάκκο. Τέτοιο κεφάλι, τέτοιο σκουφο.
'Ο Μfjτρος είχε σκύψει καί διπλωθεί σάν κουβάρι.
'Ο αξιωματικός ζήτησε τήν ταμπακέρα. "Αναψαν τά τσιγάρα
πίσω άπ' τό βάτο καί τά σκέπαζαν μέ τήν φούχτα.
'Ο Δούκας σηκώθηκε άπότομα μέ ενα ωχ καί τά χέρια στήν
κοιλιά.
-'Αμάν πασά μου. Νά πάω λίγο παραπέρα... Γιά φυσική
άνάγκη... 'Έφαγα πεπόνι καί μέ χάλασε.
-'Ά! δχι.
- 'Αμάν πασά... 'Έχω ζόρι μεγάλο... Καταλαβαίνεις...
-'Όχι δέν γίνεται. 'Έχομε αυστηρή διαταγή.
-Πασά μου εχεις στά χέρια ,<J;9U :τό άλογο, τό σιτάρι, εlναι
καί ό εξάδελφός μου ό Μfjτρος...
-'Όχι, δχι.
"Αρχισε τότε ό Δούκας νά ξετυλίγει τό άτέλειωτο ζωνάρι του.
215

-Τί;! Έδω;! Μπροστά μου;!
-Τί νά γίνει πασά; 'Η ντροπή καί ή άμαρτία δέν ε{ναι δική
μου...
-'Όχι, δχι. Πως γίνεται.
-'Απ' τό ζόρι, πασά. Μήπως τό θέλω κι εγώ; Μά τό Θεό, θά
τά πω καί θά παραπονεθώ στόν Χατζή 'Οσμάν.
-" Αι στό διάβολο. Σπάσε τό σβέρκο σου καί πήγαινε πίσω
άπό εκείνα τά χαμόκλαδα.
Ό Δούκας πήγε καί ξέχασε νά γυρίσει...
· 'Έφθασε ϋστερα άπό λίγο, καβάλλα στό περήφανο αλογό του,
ό συνταγματάρχης Χαμήντ, πού τόν ελεγαν γιά τήν αυστηρότητά
του «κοκκαλοσπάστη» (γκεμίκ καράν).
-Που 'ναι ό αλλος; φώναξε θυμωμένος.
-Πήγε κ. συνταγματάρχα γιά φυσική του άνάγκη, τώρα, σ'
αυτά έδω τά χαμόκλαδα.
'Ένας δυνατός μπάτσος ήταν ή άπάντηση.
-Κτήνος! Ε{χες τόν Δούκα στά χέρια σου. Μέ τήν ίδια
μέθοδο μας ξέφυγε κι άπό τήν αστυνομία στίς Σέρρες.
ΕΙχε προλάβει, φαίνεται, νά ειδοποιήσει ό προδότης γιά τήν
εξοδο του Δούκα.
'Αμολήθηκε ευθύς τό ίππικό νά πιάσει τίς προσβάσεις γιά τό
βουνό. Ό Δούκας δμως τράβηξε ίσια στίς Σέρρες καί μπήκε σ'
ενα φιλικό του σπίτι.
Πλήρωσε ό «πιστός» Μήτρος.
(«Ντόκτορ Γιάννη»)

216

25. ΟΙ «ΧΟΝΤΡΟΚΕΦΑΛΟΙ»
Δυό γυναίκες μπήκαν στό σπίτι του Παπαγιάννη, του 'Έλ­
ληνα παπά της Νερέτης (Πολυποτάμου), αφου εριξαν μιά ερευνη­
τική ματιά γύρω τους.
Στό χωριό ύπηρχε καί Βουλγάρικη μερίδα, πού ε{χε δικό της
παπά.
Οί δύο γυναίκες ε{χαν τυλιγμένα χαμηλά τά μανδήλια όλό­
γυρα απ' τά πρόσωπά τους γιά νά μήν τίς ξεχωρίσει κανείς
εϋκολα. τ Η σαν δμως χαρούμενες.
-'Έχομε ενα γράμμα γιά σένα παππούλη, ε{πε ή Μήτσαινα
πού ήταν μεγαλύτερη καί είχε τόν ανδρα της στήν 'Αμερική.
Εύθύς επειτα επρόσθεσε μ' ενα χαρακτηριστικό χαμόγελο:
-'Ερχόμαστε από τά ξύλα. Ξεφορτώσαμε τά μουλάρια καί
ηρθαμε ίσια στό σπίτι σου.
'Ο Παπαγιάννης καθόταν σέ μιά σαραβαλιασμένη καρέκλα μ'
ενα μαϋρο σκουφο αντίς. καλυμαύχι στό κεφάλι. Πετάχθηκε διά
μιας ορθιος καί ρώτησε:
-'Απ' τά ξύλα; Δηλαδή απ' τό δάσος; Δώστε το γλήγορα.
Τί, τί γράφει;
-Θά τό ίδείς παππούλη, αποκρίθηκε χαμογελαστή ή γυ­
ναίκα.
Καί εβγαλε μέσα απ' τήν χοντρή κάλτσα της ενα κλειστό καί
σφραγισμένο φάκελο μέ επιγραφή: Διά τόν αιδεσιμώτατον εφη­
μέριον Νερέτης Παπαϊωάννην.
'Ο παπάς εσχισε γλήγορα γλήγορα τό φάκελο _καί εριξε μιά
πρώτη ματιά στό γράμμα.
"Αστραψαν εύθύς από χαρά καί,_ι;ύχαρίστηση τά μάτια του.
Γελουσαν ακόμη καί τά μαυρα γένεια του.
-Πως, πως ήσαν; ρώτησε. Ήσαν καλοί;
-Οί δύο μέ φουστανέλλες μαυρες. ΕΙχαν καί πολλά ασημικά
217

καί γένεια. "Α! λεβέντες σωστοί. Εϊδαμε καί άλλους τρείς. Αυτοί
μέ κίτρινες στολές, δπως οί Τουρκοι στρατιώτες των «αβτζη
ταμπούρ» (ταγμάτων κυνηγών) καί μακριά ύποδήματα. Καί μέ
ασημικά. Ήταν καί άλλοι στό δάσος. Μά δέν τούς εϊδαμε.
-" Αντρες. Αϊ; Δέν είναι σάν τούς βρωμιάρηδες τούς κομιτατζ η δες, τούς χοντροκέφαλους.
-" Α! Μπά! Παλικάρια, ενας καί ενας_.
-Τί σας είπαν;
-'Εκεί πού εϊχαμε κόψει τά ξύλα στή Μεγάλη Παντίνα καί
φορτώναμε τά μουλάρια, νά σου, προβάλλουν ξαφνικά απ' τά
χαμόκλαδα οί δύο μέ τά γένεια καί τίς φουστανέλλες. 'Έπειτα οί
άλλοι τρείς. 'Εμείς ετρομάξαμε.
-Μή φοβασθε, μας εΙπαν ελληνικά. 'Εμείς δέν εϊμαστε
βούλγαροι γιά νά σκοτώνουμε γυναίκες... Μή φοβασθε καθόλου.
'Η ψυχή μας ξαναηρθε τότε στή θέση της. 'Όταν πρόβαλαν
απ' τά κλαδιά, τά γένεια καί επειτα τά τουφέκια καί ή φουστα­
νέλλα, τά εϊχαμε χάσει! ...
-'Ελληνικά σας μίλησαν;
- · Ελληνικά, · Ελληνικά. Νά σου τά πει καλλίτερα ή Χρήσταινα, πού ξέρει περισσότερα 'Ελληνικά από μένα.
Καί γυρίζοντας στήν άλλη της εΙπε:
-Μίλα μωρή καί σύ. Γιατί εχεις ραμμένο τό στόμα σου;
-'Ελληνικά φαρσί, μας μίλησαν, παππούλη, πηρε τότε τό
λόγο ή Χρήσταινα. Δέν τά ξέρω καί εγώ τιάρα πολύ καλά. Μά
συνεννοηθήκαμε.
-Τά ξέρεις, τά ξέρεις ... Τό ξέρω εγώ.
-Μας ρώτησαν: Γραικοί, · Ελληνίδες είστε; 'Εμείς γελάσαμε.
-Τό καταλάβαμε, είπε ενας ψηλός καί ώραίος άντρας μέ
βελουδένιο σκουφο καί σκουρα ρουχα, πού παρουσιάσθηκε
τελευταίος. Είναι καθώς φαίνεται ό αρχηγός. Γιατί σας εφυγε διά
μιας ό φόβος, αμα εϊδατε πώς εϊμαστε 'Έλληνες.
-" Α! είναι εξυπνοι αυτοί. Τετραπέρατοι, παρατήρησε ή
Μήτσαινα.

218

-Δέν είναι χοντροκέφαλοι καί βουβάλια, δπως οί κομιτατζή­
δες, επρόσθεσε καί ό παπάς.
-'Εγώ είπα του άρχηγου, εξακολούθησε ή Χρήσταινα.
'Εμείς καπετάνιε είμαστε άπό τό 'Ήπειρος. 'Από τό 'Ήπειρος
ήρθαν οί πάπποι καί οί προπάπποι μας..
Πολλές πραγματικά οίκογένειες του Πολυποτάμου κατάγο­
νται άπ' τά Ζαγόρια της 'Ηπείρου.
- 'Ο καπετάνιος, συνέχισε ή Χρήστα-ινα, εβγαλε ενα τεφτε­
ράκι καί μας ρώτησε ·άπό ποιές οίκογένειες είμαστε.
-'Αλήθεια, είπατε, μας ε{πε. Είσθε άπό ελληνικά σπίτια. Τό
λέει καί τό τεφτεράκι.
-Μας είχαν γραμμένες!
-Ναί! Ναί! Μας ε{χαν γραμμένες καί δλα τά ελληνικά σπίτια
του χωριου γραμμένα! ε{πε μέ πολύ θαυμασμό καί ή Μήτσαινα.
'Ακους εκεί! Νά ταχουν δλα περασμένα σ' ενα τεφτεράκι!
-'Έτσι ε{ναι, επιβεβαίωσε ό παπάς. Δέν παν στά κουτουρου.
Τά εχουν δλα σημειωμένα. Δέν ε{ναι χοντροκέφαλοι καί βουβά­
λια, δπως οί κομιτατζήδες.
-Τότε ό καπετάνιος, συνέχισε ή Χρήσταινα, εβγαλε καί μας
εδωσε τό γράμμα. Νά τό δώσετε, μας ε{πε, στά χέρια του
Παπαγιάννη. Καί σέ κανέναν αλλο, άκαυτε; Καί δέ θά βγάλετε
μιλιά άπ' τό στόμα σας. Νά είσθε βουβές μέ δλους τούς αλλους.
Τό καταλάβατε;
-Νά τό εχετε βουλωμένο τό στόμα σας, επρόσθεσε ή Μή­
τσαινα. 'Έτσι ε{παν. Μά τό Χριστό. Νά μή χαρώ τά παιδιά μου.
Μονάχα στόν παπά, θά δώσετε τό γράμμα καί θά τά πητε. 'Εσένα
σ' εχουν παππούλη μου πρώτο. 'Έτσι νά μή χαρώ.
-Καλά καπετάνιε, του είπα, συνέχισε ή Χρήσταινα. Ξέρομε.
-Ξέρομε, ξέρομε διέκοψε ή Μήτσαινα, πού τά είπε 'Ελληνικά γιά νά δείξει δτι πήρε κι αύτή μέρος στή συζήτηση. 'Εγώ
τέτοια πράματα ξέρω πολλά...
-Καί δέν εϊπατε σέ κανέναν τi1.tοτε; Ουτε στόν ανδρα σου
Χρήσταινα, ουτε στόν υίό σου Μήτσαινα; ρώτησε ό παπάς.
-Σέ κανένα τίποτα, άποκρίθηκαν οί γυναίκες. Σέ σένα
μονάχα παππούλη άνοίξαμε τό στόμα μας.
219

-Μπράβο σας. Πολύ καλά. Νά εχετε τήν εύχή μου.
Οί δύο γυναίκες φίλησαν τό χέρι του καί εφυγαν άφοϋ
ξανακοίταξαν πάλι γύρω τους.
Ό παπάς πέταξε τότε άπ' τόν ένθουσιασμό του τό μαϋρο
σκοϋφο του καταγής. Πολύν καιρό τώρα ηθελε νά πετάξει καί τά
ράσα καί νά βγεί άντάρτης στό κλαρί. Μά οί «άρμόδιοι» άπ' τή
Φλώρινα δέν τόν άφηναν. «Εlσαι χρησιμότερος, τοϋλεγαν, στό
χωριό». Καί καθόταν σά λιοντάρι κλεισμένο στό κλουβί.
Δράση πολλή δέν μποροϋσε ναχει στό χωριό. Ήταν «άνακα­
τεμένο» καί είχε πάντοτε μεγάλη στρατιωτική φρουρά. Συχνά
πυκνά μόνο βρισκόταν κανένας ίδικός μας σκοτωμένος άπό τούς
κομιτατζήδες. 'Ο Παπαγιάννης είχε βαρεθεί νά θάβει θύματα καί
«έθνομάρτυρες». Καιρός ήταν καί οί Βούλγαροι νά κλάψουν
ίδικούς των νεκρούς.
τΗταν καί ίiτυχό τό χωριό. 'Απ' έκεί ξεκίνησε, κυνηγημένος
από τόν Τούρκικο στρατό, ό Παϋλος Μελάς, γιά τή Στάτιτσα
δπου βρήκε τό θάνατο. 'Εκεί επεσε άπό Τούρκικες σφαίρες ό
πρώτος νεκρός αντάρτης, ό Φίλιππος Καπετανόπουλος, φαρμα­
κοποιός στό Μοναστήρι.
Κάθησε καί ξαναδιάβασε ό παπάς μέ προσοχή τό γράμμα.
'Έγραφε:
Αίδεσιμώτατε Παπαϊωάννη.
Είμεθα τό καινούριο σώμα στό Βίτσι. 'Έφθασα πρό όλίγων
ήμερων μέ 40 άνδρες. Μέ τήν Μπελκαμένη άτυχως δέν μπορέσα­
μεν νά ελθωμεν είς έπαφήν έπειδή είναι πολύς στρατός. Πήραμε
τροφή απ' τούς Σαρακατσαναίους. Χρειαζόμεθα όδηγούς καί
άγγελιοφόρους. Σας προσκαλώ λοιπόν νά ελθετε μέ τήν έπιτροπή
νά καταστρώσωμεν τά σχέδια της δράσεως καί ένεργείας μας. Αί
δύο γυναίκες θά σας είποϋν που άκριβώς εύρισκόμεθα.
Βίτσι, 28 Αύγούστου 1907
'Ο 'Αρχηγός
Γεώργιος Τρομάρας
· Υ στερ. Φέρετέ μας αν σας είναι εϋκολον διά λογαριασμόν
220

μου καπνό καί τσιγάρα, λουκούμια, κονιάκ καί δσα τρόφιμα
μπορείτε.
Τό γράμμα είχε καί μιά μεγάλη σφραγίδα μέ τό κεφάλι του
Μεγάλου 'Αλεξάνδρου στό μέσο καί όλόγυρα τήν έπιγραφή:
«ΕΛΛΗΝΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΚΟΜΙΤΑΤΟΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΆ 'Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»
'Ο Παπαγιάννης πήρε γρήγορα τήν απόφασή του. Θά πήγαινε
στό βουνό καί θά ελεγε του καπετάνιου: 'Αρχηγέ γίνομαι έγώ γιά
λίγο καιρό όδηγός καί αγγελιοφόρος σου. Θά μείνω μαζί σου. 'Ο
καινούριος αρχηγός δέν θά είχε όδηγίες καί θά τόν κρατουσε μέ
πολλήν ευχαρίστηση. 'Ίσως καί θά τόν αγκάλιαζε. Θά φρόντιζε
έπίσης γρήγορα νά έκτεθεί ωστε νά μή μπορεί πιά νά γυρίσει στό
χωριό. 'Έτσι θά πραγματοποιουσε τό όνειρό του. Θά κρατουσε
τουφέκι καί σπαθί καί θά ξεκαθάριζε μερικούς παλιούς καί
καινούριους λογαριασμούς...
'Επρόσταξε τήν παπαδιά νά γεμίσει ενα ταγάρι μέ λειτουργιές,
τυρί, δυό μπουκάλια ρακή, καπνό, λουκούμια καί εστειλε τήν
μητέρα του νά είπεί ναρθουν αμέσως σπίτι του ό Μιχάλης
Παπασπύρου, ό Χρήστος Φιλίππου καί ό Φίλιππος Μιχαλίτσης.
Τούς διάβασε μόλις ήρθαν μέ ένθουσιασμό τό γράμμα.
-Είναι σαράντα άνδρες, είπε. Δέν είναι παίξε γέλασε. Θά
κοιτάξουμε νά γίνει σωστή δουλειά. Νά ξεκαθαρίσουμε πρώτα
μερικά αγκάθια του χωριου μας. Λοιπόν τί λέτε; 'Η παπαδιά
ετοίμασε κιόλας ενα ταγάρι μέ λειτουργιές, ρακή, καπνό.
Ό Μιχαλίτσης εφερε αντίρρηση.
-Νά ξεκινήσουμε, είπε, ουδετώρα; Θά ήταν τρέλα, παππού­
λη.
-Καί τί λές νά κάνουμε, Φίλιππε;
�Νά στείλουμε πρώτα ενα δικό μας νά τοός ίδεί, νά μιλήσει
μαζί τους καί νά ίδεί μέ τί ανθρώπους εχομε νά κάμουμε, επειτα
νά παμε στά σίγουρα. Νά μή ;fiμε σάν πρόβατα στό στόμα του
λύκου. Ξεχνας τό πάθημα του παπα απ' τό Πισοδέρι; Τούς
221

κάλεσαν καί αυτούς μέ ψεύτικο γράμμα στό δάσος καί τούς
κομμάτιασαν.
-Μά τό γράμμα τόφεραν δικές μας γυναίκες. Τούς είδαν,
μίλησαν μαζί τους.
-Γυναίκες εΙναι.
-Οϋφ, καημένε Φίλιππα, γεμάτος φόβο καί ύποψίες ε{σαι.
Νά πάει νά τούς δεί ενας... Νά πάει επειτα ίiλλος. Καί νά χάνεται
ίiδικα ό καιρός! Δουλειά πολλή εχομε. Καταλαβαίνεις; 'Εγώ μιά
φορά θά πάω. 'Όποιος θέλει ίiς ερθει. Θέλει δμως ό άρχηγός δλη
τήν έπιτροπή πάνω.
'Έμειναν στό τέλος δλοι σύμφωνοι. Ξεκίνησαν ό καθένας άπό
τό σπίτι του χωριστά καί συναντήθηκαν σ' όρισμένο σημείο στό
βουνό. Τράβηξαν επειτα δλοι μαζί γιά τή Μεγάλη Παντίνα.
Καθένας κρατοϋσε κι ενα μεγάλο τορβά γεμάτο.
Νύχτωσε, πέρασαν τά μεσάνυχτα, σίμωνε ή αυγή καί οί
τέσσαρες καλεσμένοι της Μεγάλης Παντίνας δέν ξαναφάνηκαν!
Οί σπιτικοί τους άγρυπνοϋσαν καί άγωνιοϋσαν. Σκέφθηκαν
κάποια στιγμή νά ειδοποιήσουν τή στρατιωτική φρουρά. Μά τί
θίiλεγαν του Τούρκου άξιωματικοϋ, ίiν τούς ρωτοϋσε τί γύρευαν
οί νοικοκυραίοι αυτοί τόσο ψηλά στό βουνό; Καί ίiν τό εΙχαν
στρώσει στό γλέντι μέ τούς άντάρτες;
Τήν αυγή πολλοί συγγενείς πήραν τά μουλάρια καί ενα
τσεκούρι, μαζί μ' ενα τορβά τρόφιμα καί τράβηξαν γιά τή
Μεγάλη Παντίνα.
Τούς βρήκαν έκεί κομματιασμένους!
'Ο παπάς πρόλαβε νά κτυπήσει ενα μέ τό πιστόλι του.
Είχε κομμένα τ' αυτιά καί τή μύτη!
Οί «χοντροκέφαλοι» κατάφεραν νά τούς παίξουν πολύ ίi­
σχημο παιχνίδι.
(«Πενήντα θρεφτάρια»)

222

26. ΑΠΑΓΩΓΉ
'Ο μικρός Κώστας χάζευε στό «παζάρι» της Καστοριίiς, κάτω
στόν λαιμό, δπου αρχίζει ή στενόμακρη γλώσσα πού προχωρεί
βαθιά στήν λίμνη καί φέρνει στήν καμπούρα της τήν γραφική
καί πανώρια πόλη.
'Ο πατέρας του, όπλαρχηγός, είχε σκοτωθεί πρίν λίγους μηνες
σέ μιά ενέδρα κομιτατζήδων. 'Εκεί πού βάδιζε μιά νύχτα πρός τά
μέρη της Πρέ.σπας δέχθηκε όμαδικά πυρά, πού τόν άφησαν στόν
τόπο. Χάθηκε μαζί του καί τό ασπροστόλιστο ντουφέκι του πού
τόσο καμάρωνε ό Κώστας. 'Η μητέρα του τότε αρπαξε τά πέντε
μικρά παιδιά της κι εφυγαν στήν Καστοριά μέ τήν ψυχή στό
στόμα καί μ' δ,τι φορουσαν πάνω τους. 'Η μητρόπολη φρόντισε
καί τούς εβαλαν σ' ενα ετοιμόρροπο σαράβαλο, δπου χόρευαν οί
ποντικοί καί πάχαιναν οί κοριοί. 'Η φτωχή μάνα αναγκάσθηκε
νά ξενοδουλεύει γιά νά θρέψει τά μικρά παιδιά της.
'Ο Κώστας, ό μικρότερος, κάπου 6 χρονών, είχε δλον τό καιρό
καί τήν ελευθερία νά γυρίζει αδέσποτος καί ξυπόλητος στούς
δρόμους.
'Εκείνη τήν ζεστή μέρα του 1907 ξύπνησε κάπως αργά,
τέντωσε τά ποδαράκια καί τά χεράκια του στήν κουρελιασμένη
βελέντζα, πού είχαν γιά στρώμα, καί ετριψε τά ματάκια του. Είδε
πώς ήταν μόνος. 'Η μητέρα είχε πάει γιά δου�ειά, τά δυό
μεγαλύτερα αδέλφια του, ό Θανάσης, πού επεσε αργότερα στή
Μικρά 'Ασία, καί ό Τάσιος πού πέθανε βουλευτής, ήταν στό
σχολείο. 'Έφευγαν τρεχάτοι νά κρυφθουν στίς παλιές χαραμάδες
του πατώματος καί οί τελευταίοι κοριοί. Μονάχα ό ijλιος εμπαινε
από ενα πλατύ ρηγμα της όροφης νά του κάμει συντροφιά.
'Έμενε αρκετή ώρα ξαπλωμένός' καί σκεφτικός. 'Ο λογισμός
του είχε πάει στό χωριό, στόν πατέρα του, στό μεγάλο τους σπίτι,
στά σιτάρια, τά βόδια, τά πρόβατα, τά κατσίκια, τίς κότες, τά
223

σκυλιά, στά πράσινα λιβάδια, τά χωράφια, τά τρεχούμενα νερά.
Ήρθε ή άδελφή του μ' ενα τενεκέ νερό ϊσα μέ τό άνάστημά
της. Τό ε{χε πάρει άπ' τήν λίμνη, άφου κατέβηκε καί άνέβηκε
ενα μονοπάτι - γκρεμό. 'Έτσι έξοικονομουσαν τότε τό νερό γιά
τά σπίτια τους οί Καστοριανές άκόμα καί τόν χειμώνα μέ πάγους
καί μέ χιόνια.
-Πάρε τό ψωμί σου Κώστα, του ε{πε. Ε{ναι στήν ντουλάπα.
Μά εύθύς εβαλε τίς φωνές: Τά παλιόπαιδα δέν ντρέπονται.
Οί δυό μεγαλύτεροι άδελφοί του ε{χαν φαλκιδέψει τά ξεροκόμματα, πού του ε{χε άφήσει ή μάνα. 'Ο Κώστας τό 'φαγε
χωρίς νά βγάλει μιλιά. Ήσαν μεγαλύτεροι, ε{χαν τό «δίκαιο του
ισχυροτέρου», κι ε{χε συνηθίσει νά 'χει τό στομάχι του μισοά­
δειο.
-Νά 'ρθω κι έγώ νά σέ βοηθήσω; Ψιθύρισε δειλά της
άδελφης του, πού ξεκινουσε πάλι μέ τόν τενεκέ γιά νερό.
-Τί νά σέ κάμω καημένε; 'Έτσι πού ε{σαι! ...
Ήταν χλωμός, άδύνατος, καχεκτικός. 'Απ' τό άνοιχτό χωριά­
τικο πουκάμισο φαίνονταν άραδιασμένα τά κόκκαλα του στή­
θους του.
-Πήγαινε εξω νά σεργιανίσεις, νά παίξεις, του ε{πε μέ
συμπόνοια ή άδελφή.
'Ο Κώστας τήν άκουσε. Βγήκε εξω σκυφτός καί πικραμένος.
Δέν ελεγε πολλά λόγια σάν παιδί κι άκόμη λιγότερο τραγου­
δουσε ή γελουσε. 'Ένιωθε βαθιά στή μικρή ψυχή του τήν μεγάλη
συφορά. 'Έβλεπε τό παμπάλαιο ρημάδι πού κατοικουσαν, τίς
ντουλάπες πού ήταν άδειες, τήν φτωχή μάνα πού τσακιζόταν γιά
νά τούς ταίζει. Καί ή παλικαρίσια μορφή του πατέρα δέν εφευγε
άπ' τόν λογισμό του.
'Έξω μερικά παιδιά επαιζαν λίγο παραπάνω. Ό Κώστας δέν
τόλμησε ουτε νά τά πλησιάσει. Τόν ε{χαν διώξει καί κοροϊδέψει
πρίν δυό μέρες. Πώς θά καταδεχόταν νά τόν κάμνουν παρέα;
'Έπειτα καί δέν μπορουσε καλά - καλά νά συνεννοηθεί μαζί τους.
Δέν ε{χε μάθει καλά τά ελληνικά.
'Ένα άπ' τά παιδιά ήρθε κοντά του γιά νά του δώσει ενα
κομμάτι άπ' τό κουλούρι πού ετρωγε. Ό Κώστας ίiπλωσε
224

διστακτικά τό χεράκι του. 'Εκείνος δμως τραβήχτηκε απότομα
χαχανίζοντας ...
'Ο Κώστας πηρε τόv κατήφορο περισσότερο σκυφτός από
κάθε αλλη φορά. Πήγαινε σιγά σά vά μετρουσε τίς πέτρες του.
ξεχαρβαλ,ωμέvου παλιου καλvτεριμιου. Δεξιά καί αριστερά λα­
μπύριζε ή λίμνη. Περιέβρεχε απ' δλες τίς μεριές τήv περίεργη
πόλη, τριγυρισμένη ή ίδια από πράσινες κοιλάδες καί ρόδινα .
βουνά. Σκέφθηκε μιά στιγμή. vά κατεβεί στήv δχθη vά παίξει μέ
τά κύματά της. Μά ή μητέρα του τό ε{χε απαγορέψει αύστηρό­
τατα. Είχε ή λίμνη μιά λάμια πού εβγαιvε καί ετρωγε τά
ανυπάκουα παιδιά.
Μιά γριά Καστοριαvή μέ κόκκινο φέσι καί μαυρη φούντα στό
κεφάλι καί πολλά φαρδιά φουστάνια πάνω της πού επλεκε στό
ίσκιο της πόρτας τόv φώναξε:
-Π'δί. Eiv' ή μάv' σ' σπίτ';
Τήv ήθελέ γιά vά της δουλέψει.
'Ο Κώστας δέy τήv καλοκατάλαβε. Κούνησε τό κεφάλι μέ
τρόπο πού ελεγε καί δχι καί vαί.
-Γιατί μώρ' δέ κρέv'ς! Μουτσος ε{σ'; ΕΙπε μέ θυμό ή γριά.
Σάv είδε δμως τό αδύνατο καί μελαγχολικό προσωπάκι του, τά
θλιμμένα μάτια καί τό ασαρκο στηθος του τόv λυπήθηκε. 'Έβαλε
τό χέρι κάτω απ' τήv ποδιά vά βγάλει απ' τήv βαθειά τζέπη
κανένα «μεταλλίκι» (δεκάρα). Μά δέv εβγαλε τίποτα. Δέv βρηκε
τήv τζέπη, ίσως κουράσθηκε vά ψάχνει ...
Ό Κώστας εκαμε εvα γύρο στό υψωμα δπου ή «Μητρόπολη»
κι οί παλιές έκκλησίτσες. ΕΙδε απ' εκεί κόσμο πολύ κάτω στήv
αγορά. Τό κατάλαβε πώς ήταν «παζάρι» (εβδομαδιαία αγορά).
'Ακούονταν κι οί φωνές των παζαριωτωv καί των πωλητών.
Πηρε γρήγορα τόv κατήφορο σά νά βιαζόταν vά κάμει τά ψώνια
του. Κοίταξε μονάχα μήv πατήσουν τά γυμνά π<?δαράκια του
καμιά κοφτερή πέτρα. Δέv γύρισε καθόλου τά μάτια του στά
μαγαζιά πού ήταν στόν δρόμο.
"Ηθελε vά ίδεί κάτω κόσμο πολ�: αλογα, γαϊδουράκια, πρό­
βατα, κατσίκια, vά μυρίσει χωριό καί προπαντός vά ίδεί τά
15

225

ώραία, τά σπάνια, τά πολύτιμα πράγματα πού ηταν γιά πούληση.
Θά χόρταινε μέ τό κοίταγμά τους.
Τά είδε καί θαμπώθηκε. ΤΗσαν άληθινά «θαύματα». Τό
παζάρι κείνη τήν ήμέρα ηταν «μεγάλο». Είχαν κατέβει δηλαδή
πολλοί χωριάτες νά πουλήσουν καί ν' άγοράσουν. Κι είχε δλα τά
καλά του κόσμου καί «του πουλιου τό γάλα».
Μερικοί πουλουσαν άφράτα κάτασπρα ψωμιά καί ροδοψη­
μένα κουλούρια καί σημήτια μέ σουσάμι πάνω τους, πού νά τρως
καί νά μή χορταίνεις.
'Ένας διαλαλουσε δροσιστικό παγωτό (ντοτουρμά). Μέ πόση
λαιμαργία τό ετρωγαν οί χωριάτες! 'Έφερναν τό χιόνι καί τόν
πάγο άπ' τίς κορυφές καί ρεματιές του Βίτσι.
'Ο Κώστας σίμωσε. Μά εστεκε βλοσυρός ενας «Τουρκος»,
ενας χωροφύλακας, καί θεώρησε φρονιμότερο νά τό κόψει λά­
σπη...
"Αλλοι είχαν σέ ψάθες καταγής ή πάνω σέ πρόχειρα τραπέζια
σφυρίχτρες, καθρεφτάκια, στολίδια, μπιχλιμπίδια καί λογής λογής παιγνιδάκια ή πολύχρωμα γαργαλιστικά ζαχαρωτά.
'Ένας μέ δυό κοφίνια γεμάτα μαυρα μεγάλα κεράσια φώναζε:
'Ελάτε νά πάρετε βοδενιώτικα κεράσια... 'Ελάτε ... Είναι μέλι
καί ζάχαρι... 'Ο Κώστας πήγε. Μά ό φωνακλας τόν άγριοκοίταξε
καί τόν εδιωξε. Φοβήθηκε μήν του φάγει κανένα κεράσι.
Κάποιος άλλος πουλουσε μεγάλα χρυσαφένια μήλα (πορτο­
κάλια). Καλά - καλά ό Κώστας δέν ήξερε τί ηταν. Πόσο ήθελε νά
τά δοκιμάσει!
Πfjγε καί στάθηκε μπροστά στήν τάβλα ενός άλλου πού είχε
καλοψημένα στραγάλια καί κάτι κατακόκκινα κοκοράκια άπό
ζάχαρη. "Αχ, τί ομορφα ηταν! Καί πόσο γλυκά! 'Ο καλός
άνθρωπος του 'δωσε τρία στραγάλια. 'Ο Κώστας τά καταβρό­
χθισε καί έξακολουθουσε νά κοιτάζει καί νά λιμπίζεται τά
πετειναράκια.
τΗρθε τότε κοντά του μιά χωριάτισσα ήλικιωμένη, εσκυψε,
τόν φίλησε καί του είπε τρυφερά:
-Δέν είσαι ό Κώστας παιδάκι μου; Πόσο μεγάλωσες! Χρυσό
μου άγόρι. Γλυκό μου παιδί!
2"26

Καί χωρίς νά περιμένει απάντηση του πήρε δυό χουφτες
στραγάλια..
-Είμαι ή θεία σου ή Μάρω, του ε{πε.
Ό Κώστας εβαλε κάμποσα στό στόμα, τήν κοίταξε μέ απορία
καί κατάπληξη καί πάσχισε νά συγκρατήσει στά μικρά του χέρια
τό μεγάλο θησαυρό. Του επεφταν δμως μερικά στραγάλια. 'Έ­
σκυβε νά τά πάρει καί του ξέφευγαν περισσότερα.
· Η γριά τότε εκαμε τό πουκαμισάκι του ποδιά καί εβαλε μέσα
τά στραγάλια. Του αγόρασε καί άλλη μιά χούφτα καί τέσσερα
πετειναράκια.
Καί τόν ξαναφίλησε.
Σίμωσε καί μιά άλλη νεώτερη πού τόν χάϊδεψε έπίσης καί τόν
φίλησε στά δυό μάγουλα.
-" Α! Τί όμορφο, τί χαριτωμένο παιδάκι εγινε ό Κώτσος μας!
είπε. Νά μή βασκαθεί... Πόσο τ' αγαπώ! ...
Του πηρε μέ τήν σειρά της μιά σφυρίχτρα, ενα καθρεφτάκι,
τρία κουλούρια, τρία σημήτια, τέσσερα πορτοκάλια καί πολλά
κουφέτια.
-Είμαι ή έξαδέλφη σου ή Λένα, του ε{πε ξαναφιλώντας τον.
Ή πρόχειρη ποδίτσα του Κώστα παραγέμισε παραμυθένια
πράγματα. Κοίταζε τίς δυό μάγισσες μέ τά δώρα καί νόμιζε πώς
εβλεπε όνειρο. 'Απ' τό τέμπλο ποιας έκκλησιiiς ε{χαν προβάλει
οί δυό, αγιες γυναίκες;! Δέν τίς ήξερε. Οί μορφές τους του
φαίνονταν αμυδρά γνωστές. Στήν φαντασία του ε{χαν περιτυλι­
χθεί κιόλας μέ τήν αχλύ του μυστηρίου καί της αγγελοσύνης.
Έξακολουθουσαν νά τόν χαϊδεύουν, νά του μιλουν, νά τόν
ρωτουν αν ε{ναι καλά ή μητέρα καί τ' αδέρφια του, αν θυμiiται τό
χωριό, αν εχει στήν Καστοριά κατσίκια, αρνάκια, σκυλιά νά
παίζει κτλ. 'Ο Κώστας δέν είχε καιρό ουτε διάθεση νά τούς
απαντήσει. 'Έτρωγε...
Οί δυό γυναίκες τόν εβαλαν στή μέση καί μέ χάδια καί
γλυκόλογα άρχισαν νά προχωρουν ανάμεσα από τό «παζάρι».
Σιγά - σιγά βρέθηκαν χωρίς νά τό καταλάβουν εξω απ' τήν πόλη
δπου καί σταμάτησαν στόν ϊσκιο μιας λεύκας. 'Απ' τήν μιά
μεριά ήταν ή απότομη πλαγιά ενός πέτρινου λόφου κι απ' τήν
227

άλλη ή λίμνη κοιμισμένη καί άποχαυνωμένη άπ' τήν ζέστα.
"Άπλωνες τό χέρι κι επιανες καλάμια καί τά νερά της.
Κόσμος πηγαινοερχόταν στόν στενό δρόμο. 'Έφευγαν κιόλας
άρκετοί χωριάτες γιά τά σπίτια τους άφου πήραν άπ' τόν
μπακαλο-χαντζη τά ψώνια καί κανένα άμερικάνικο τσέκ. Δέν
εκαμναν τότε τόν κόπο νά γυρίζουν τά χωριά οί άνύπαρκτοι
ταχυδρομικοί διανομείς.
Σέ λίγο πέρασαν μαζί μέ δυό χωριάτες, ενας μέ «φράγκικο», ό
βουλγαροδ,άσκαλος του χωριου. 'Έσερνε ενα όμορφο γάϊδαρο
φορτωμένο ενα μάλλινο τορβίi, μέ κουφέττα, στραγάλια, πορτο­
κάλια, κι ενα άλλο μέ καινούριο παιδικό ρουχισμό. Ε{χε καί δυό
μεγάλες άρμάθες κουλούρια καί σημήτια κρεμασμένα άπ' τό
σαμάρι. 'Έκαμε κάποιο νόημα στίς γυναίκες καί προχώρησε.
Ξέχασε εκεί καί τό γάϊδαρο.
Ή θεία Μάρω ε{πε τότε:
-Κώτσο μου, Κωστάκη μου, χρυσό μου παιδί, εχεις καιρό νά
καβαλλικέψεις γαϊδουράκι. 'Ανέβα νά ίδείς. 'Ωραία ε{ναι...
'Έχει καί κουδουνάκι στό λαιμό καί γαλάζιες χάντρες... Ε{ναι τό
όμορφότερο γαϊδουράκι του χωριου μας.
Τόν άνέβασε καί ξεκίνησαν.
Πήραν. τόν άνήφορο του 'Απόσκεπου. Κάποια στιγμή ό
Κώστας γύρισε τό κεφάλι πίσω καί ε{δε κάτω χαμηλά καί άρκετά
μακριά τήν λίμνη πού γύαλιζε στόν ηλιο καί τήν Καστοριά πού
φάνταζε σάν άπόκοσμη ζωγραφιά, άναποδογυρισμένη άπ' τά
νερά της.
- 'Η μάνα! φώναξε μέ τρόμο καί λαχτάρα.
Εύθύς πήδησε στόν γάϊδαρο ή «εξαδέλφη», τόν αρπαξε στήν
άγκαλιά της καί του 'βαλε ενα κουλούρι στό· στόμα.
Ψηλότερα τούς περίμενε ό δάσκαλος μέ τήν παρέα του.
Μπορουσε τώρα νά κλάψει καί νά φωνάξει δσο ήθελε. Κανένας
δέν τόν άκουε, ουτε ε{χε διάθεση ν' άκούσει. Ή παρουσία του
δασκάλου εβούλωνε αύτιά καί μάτια...
Χασομέρησαν επίτηδες στό δρόμο γιά νά φτάσουν νύχτα στό
χωριό. Μπήκαν σ' ενα άκρινό σπίτι της «θείας». Ή «ξαδέρφη»
ήταν κόρη της.
228

'Έβαλαν τόν κουρασμένο Κώστα νά κοιμηθεί άνάμεσα άπ' τά
ζαχαρωτά, τά φροϋτα, τά κουλούρια, καί τ' αλλα θαυμαστά
πράγματα πού είχαν κουβαλήσει άπ' τήν Καστοριά.
Τό πρωί τόν εντυσαν όλοκαίνουριο ναυτικό κοστουμάκι, πού
είχε άγοράσει ό δάσκαλος στήν πόλη. Τοϋ φόρεσαν καί κάλτσες
καί καινούρια παπούτσια. 'Ο Κώστας δέν άναγνώριζε τόν εαυτό
του. 'Ο δάσκαλος ερχόταν πολλές φορές τήν ή μέρα, τοϋ 'φερνε
αλλα ζαχαρωτά καί κάποιο καινούριο δώρο, τοϋ μιλοϋσε καί
επαιζε μαζί του.
Δέν τόν αφηναν μονάχα νά βγεί εξω άπ' τό σπίτι. Ύπfjρχαν
στό χωριό πολλά κακά παιδιά, πού θά τοϋ παίρναν τό όμορφο
κουστουμάκι.
'Ωστόσο ό Κώστας συχνά τά ξεχνοϋσε δλα. 'Έσπρωχνε
κουφέτα, φροϋτα, κουλούρια καί ζητοϋσε μέ κλάματα τή μάνα
του. 'Έβλεπε δμως δτι ή «θεία», ή «εξαδέλφη» καί μιά αλλη
γυναίκα πού ήταν μαζί τους εκαμναν τόν κουφό, αν καί δέν τόν
αφηναν ποτέ μονάχον. Καταλάβαινε πώς επρεπε νά τούς ξεγελά­
σει καί κρυφά κάποια στιγμή νά τό σκάσει. Θά πήγαινε τρεχάτος
στήν Καστοριά, εστω καί αν είχε, δπως τοϋ είπαν, λύκους καί
άρκοϋδες εξω. 'Ερχόταν τότε ό δάσκαλος καί τοϋ 'λεγε πώς θά
πήγαιναν μαζί στήν Καστοριά καί θά ξάφνιαζαν τήν μάνα του.
Μά πρώτα θά 'καμνε ενα όμορφο γϋρο, θά 'βλεπε σιδηρόδρομο,
θάλασσα, μεγάλες πολιτείες πού ή μάνα καί τ' άδέρφια του δέν
είχαν κάν όνειρευθεί. Θά εσκαζαν άπό τή ζήλεια τους τ' άδέρφια
του, δταν θά πήγαινε στήν Καστοριά καί θά τά μάθαιναν.
Στό μεταξύ ετοίμαζαν τό διαβατήριό του. Θά τό εστελναν
στήν Σόφια μ' ενα άνδρόγυνο πού θά τό παρουσίαζε γιά δικό
τους παιδί. Θά ήταν μεγάλη επιτυχία· ό γιός ενός γραικομάνου
καπετάνιου, πού οί ϊδιοι σκότωσαν, μεγάλωνε καί σπούδαζε στή
Σόφια. Γιά μεγαλύτερη σιγουριά δέν θά περνοϋσαν καθόλου άπ'
τήν Καστοριά. Θά ξεκιvοϋσαν μεσημέρι άπ' τό Γάβρο, θά
δρασκέλιζαν τό Βίτσι καί θά κο,W,όνταν σ' ενα χωριό κοντά στήν
Φλώρινα. Τό πρωί θά · περναν στό 'Αρμενοχώρι τό τραίνο γιά
τήν Θεσσαλονίκη κι άπ' εκεί γιά τήν Σόφια. Μά τό πρωί της
229

τελευταίας κρίσιμης μέρας πρόβαλε άναμαλλιασμένη μέ δυό
«σοβαρηδες» (εφιππους χωροφύλακες) ή μητέρα καί τόν πήρε.
Κάποια συγγενής «μετά φόβου Θεου» καί τρόμου τήν ειδο­
ποίησε.
Ε{vαι τώρα ό Κώστας μηχανικός.
(«Χριστίνα»)

230

27. ΑΛΛΟΥ ΤΑ ΚΑΚΑΡΙΣΜΑΤΑ ...
· Ο Κόνιος πέρασε βιαστικός μιά μέρα του Σεπτέμβρη του
1907, σκυφτός καί βιαστικός μέ τά μάτια καί τά μουστάκια του
πρός τά κάτω καί τή μικρή του καμπούρα πρός τά πάνω.
Πρόλαβε ώστόσο νά κλείσει τό μάτι στόν 'Αναστάση Παπα­
γιάννη πού εστεκε όρθός μπροστά στό κατάστημά του.
'Έλεγαν, ό διαβολοκαμπούρης, πού πουλουσε τηγανισμένα
εντερα καί σηκώτια στήν κεντρική γέφυρα του Ντραγόρι, εβλεπε
καί πίσω του μέ τά αυτιά.
Ήταν «δεκανέας» του «έκτελεστικου». ΕΙχε δηλαδή στή
διοίκησή του δεκατέσσερα «παιδιά» πού τά είχε κάμει ξεφτέρια
στή... δολοφονία. Δέν ήξερε πολλά ελληνικά. Μέ τά «παιδιά»
του «συνεννοουνταν» στά βουλγαρομακεδονικά. ΤΗταν καί τά
περισσότερα άπ' αυτά έπίσης σλαβόφωνα, μιλουσαν δμως με­
ταξύ τους ελληνικά, τραγουδουσαν ελληνικά τραγούδια καί θά
ήταν πρόθυμα νά περάσουν «έν στόματι μαχαίρας» δλους τούς
Βουλγάρους καί τούς άλλους έχθρούς του Έλληνισμου.
Πληρώνονταν άπό τήν 'Οργάνωση μία λίρα τόν μήνα καί
μερικοί μόνο μισή λίρα γιά εξοδα του πιοτου. 'Ανηκαν στά
κατώτερα λαϊκά στρώματα. · Ο 'Αναστάσης ή Τάσιος Παπαγιάν­
νης έξάλλου, έπίσης σλαβόφωνος, ήταν ενας ώραίος άντρας καί
γενναίος πατριώτης. Τό κατάστημά του, δπου πουλουσε νήματα,
πανικά καί άλλα χωριάτικα εϊδη, βρισκόταν, καθώς καί τό σπίτι
του, σέ άπόκεντρα έπικίνδυνα μέρη. Του εΙχαν συστήσει πολλοί
νά άλλάξει τουλάχιστον σπίτι καί νά πάρει Τουρ�αλβανό σωμα­
τοφύλακα, δπως εΙχαν κάνει καί οί περισσότεροι Βούλγαροι
πρόκριτοι. · Ο Παπαγιάννης οwς δέν τό δέχθηκε. Στηριζόταν
στό πιστόλι του καί σ' εναν άφοσιωμένο υπάλληλο, τόν Γιάνκο
άπό τήν Βλαχόφωνη Νιζόπολη.
'Η οργάνωση του εδωσε καί ενα παιδί του έκτελεστικου γιά
231

μεγαλύτερη ασφάλεια, μέ τήν ιδιότητα του βοηθου ύπαλλήλου.
'Επίσης ϊδρυσε ενα καφενεδάκι στή γειτονιά, δπου θά σύχναζαν
καί θά είχαν ενα στέκι τά «παιδιά» του «εκτε�_στικου».
"Ετσι, θά είχαν ενα στήριγμα οί δικοί μας σ' ε�είνο τό μέρος
της αγορας καί ενα φόβο καί τρόμο οί Βούλγαροι.
'Ήξερε βέβαια καί ή τουρκική αστυνομία τήν αποστολή του
μικρου καφενείου, δέν μπορουσε δμως νά κάνει τίποτε άλλο παρά
νά παρακολουθεί καί νά πυκνώνει τίς περιπολίες.
Τά «παιδιά» φαίνονταν σάν πιστοί καί φιλήσυχοι «ύπήκοοι
της 'Υψηλής Αυτοκρατορίας». Είχαν τά περίστροφα επάνω τους
μονάχα τήν στιγμή πού θά τά χρησιμοποιουσαν. Τά εκρυβαν δλο
τόν άλλο καιρό σέ δικά μας καταστήματα η σέ μιά κρύπτη του
καφενείου.
Ό Παπαγιάννης πήγαινε τό βράδυ στό σπίτι του η άλλου,
ανάμεσα από τούς δύο «ύπαλλήλους» του.
Τόν ακολουθουσαν συχνά από κάποια απόσταση μέ ελληνικά
τραγούδια καί «πελάτες του καφενείου».
Ό Κόνιος ξαναπέρασε πάλι σέ λίγο. Είπε αυτή τή φορά του
Παπαγιάννη ελληνικά:
-Καλημέρα κύρ-Τάσκο.
'Εκείνος του απάντησε:
-Καλημέρα Γιοβάννη, είσαι καλά; Πολύ καλά;
-Πολύ καλά κύρ-Τάσκο, απάντησε καί πάλι σκυφτός σάν νά
μετρουσε τίς πέτρες του καλντεριμιου.
Τά λόγια του σήμαιναν δτι πήγαινε πολύ καλά ή δουλειά.
Είχε αποφασισθεί δηλαδή νά σκοτωθεί εκείνη τήν ώρα ενας
γείτονας μπακάλης, φανατικός Βούλγαρος καί ανώτατο στέλεχος
του Κομιτάτου.
'Ο ιατρός Σταυρος Νάλης, πού είχε πληροφοριοδότη μέσα
στό συμβούλιο του Κομιτάτου Μοναστηριου, επιβεβαίωσε δτι ό
αμόρφωτος εκείνος μπακάλης είχε ανώτερο πόστο καί ήταν
επικίνδυνος.
'Ο Παπαγιάννης είχε επιμείνει γιά τήν εκκαθάρισή του.
Παρακολουθουσε τό μπακάλικο. Είχαν τώρα οί δικοί μας μεγάλη
ύπεροχή καί μέσα στό Μοναστήρι.
232

Μιά μέρα του Μάη του 1906 επεσαν νεκροί μέ πιστολιές σέ
τρία σταυροδρόμια του κεντρικότερου δρόμου του Μοναστη­
ριου, τρείς σημαντικοί Βούλγαροι, πού ε{χαν Τουρκαλβανό
σωματοφύλακα. Οί Τουρκοι ε{χαν πάρει πολλά καί αύστηρά
μέτρα. Είχαν βάλει σκοπούς στρατιώτες σέ πολλές γωνιές καί
μεγάλες περιπολίες από «πολίτσηδες» καί «τσαντερμάδες», πού
εΙχαν οργανώσει οί ξένοι αξιωματικοί των «Μεταρρυθμίσεων»,
βρίσκονταν σέ αδιάκοπη κίνηση. Οί γύρω δμως συνοικίες ήταν
όλότελα δικές μας καί δλες οί σπιτονοικοκυρές ε{χαν διαταγή νά
στέκουν όρθιες πίσω από τήν ανοιχτή πόρτα. Θά τήν εκλειναν
μόλις θαμπαινε μέσα ό φονιάς πού θά εβγαινε από αύλή σέ αύλή
σ' άλλον δρόμe> καί σέ σίγουρο καταφύγιο.
Γύρω δμως από τό μαγαζί του Παπαγιάννη ύπηρχαν μόνο
μικρά ανάμικτα καταστήματα καί πάρα πέρα λίγα εβραϊκά καί
μεγάλα τούρκικα σπίτια.
'Ο Κόνιος πέρασε καί ξαναπέρασε γιά νά κανονίσει δλες τίς
λεπτομέρειες. Μπηκε καί στό καφενεδάκι δπου περίμεναν τά δυό
«παιδιά», ό Κίτσος, ενας νεαρός 18-19 χρονών, πού δούλευε σ'
ενα τσαγκαράδικο καί ό Τέγος, μεγαλύτερος στά χρόνια καί στήν
πείρα, από κάποιο βλαχόφωνο χωριό, ύπάλληλος στά «βλάχ­
τσαρτσί» (βλάχικη αγορά).
Ό Κίτσος θά πυροβολουσε τόν Βούλγαρο μπακάλη μέσα στό
μαγαζί του,θατρεχε επειτα σ' ενα χάνι, θαβγαινε από τήν άλλη
του πόρτα, θά περνουσε ενα μικρό εβραϊκό δρόμο καί θά εμπαινε
σ' ενα άλλο τούρκικο στενοσόκακο μέ πολλές γωνιές (τσικμάκι),
δπου θά τόν περίμενε πίσω από τό κατώφλι της πόρτας του ό
Σαίν-αγάς, πληρωμένος Τουρκος στήν ύπηρεσία μας. 'Ο Τέγος
θά επάιpνε μέρος μονάχα αν παρουσιαζόταν ανάγκη καί κινδύ­
νευε ό Κίτσος. 'Ο Κόνιος τούς κέρασε άλλο ενα ποτήρι κονιάκ
καί τούς εΙπε:
-'Όπως είπαμε παιδιά, τά μάτια σας τέσσερα μήν ντροπιά­
σετε τήν όμάδα μας. Σύ, Βλάχε Τέγο, ναχεις τό νου σου, ό Κίτσος
είναι ακόμα ατζαμής (πρωτόπειρος).
'Έκαμε εύθύς επειτα τόν σταυρό του καί τούς ε{πε:
235

- · Ο Χριστός καί ή Παναγιά μαζί σας, καί εφυγε ξανακάνο­
ντας τό σταυρό του.
Ό Παπαγιάννης στό μεταξύ εστειλε τό δικό του παιδί εξω,
όπου θά ε{χε πολλούς μάρτυρες νά βεβαιώσουν τό «άλλοθι» καί
τόν ύπάλληλό τού επίσης εξω, ν' άρχίσει ψιλή κουβεντούλα μέ
τόν γείτονά του, τόν 'Εβραίο γέρο Σαλμών καί τόν Τουρκο
καφετζή Μουσταφά.
· Ο ίδιος στάθηκε ενα λεπτό όρθιος μπροστά στό κατάστημά
του καί εφερε γύρω τήν ματιά του. Τό καλντερίμι ήταν χαλα­
σμένο όπως καί ή «Θεόσωστη Αυτοκρατορία» καί λασπωμένο
άπό μιά δυνατή βροχή.
Τά περισσότερα καταστήματα ήταν μικρά καί ξύλινα, μέ
ξύλινα καλύμματα (κεπέγκια). Λιγότερα ήταν τά λιθόκτιστα μέ
σιδερένια ρολά. Τά μεγάλα καί πλούσια καταστήματα νεωτερι­
σμών καί μανιφατούρας (ύφασμάτων), βρίσκονταν ύψηλότερα
στό περίφρακτο Μπε�εστένι κι άλλου, σέ κεντρικότερα σημεία.
· Ο προγεγραμμένος Βούλγαρος μπακάλης, άντίκρυ, πάρα πέρα,
κουβέντιαζε μέ κάποιον άλλο εξω άπό τό μπακάλικό του σαν νά
τόν εσπρωχνε ό Χριστός καί ή Παναγία του Κόνιου ευκολότερη
λείά στό πιστόλι του Κίτσου.
Στόν δρόμο περνουσαν χωριάτες, 'Εβραίοι καί άλλοι, καί
μερικοί Τουρκοι, πού βάδιζαν άργά σάν πραγματικοί άφεντάδες
του τόπου.
Πηγε επειτα ό Παπαγιάννης στό Χάνι γιά φυσική του άνά­
γκη: 'Ίσως καί γιά νά βρεθεί κάπως μακρύτερα τήν ωρα των
πιστολισμων.
Ό χανιτζής ήταν δικός μας καί είχε κυριότερους πελάτες
'Αλβανούς άγωγιάτες, πού φόρτωναν άπό τό Μοναστήρι κάσες
πετρέλαιο καί εφερναν άσκιά μέ λάδι του Έλ-μπασάν.
Ξάφνου, άκούσθηκε ενας «κωφός» πυροβολισμός. Κατάλα­
βαν όλοι ότι μιά σφαίρα ε{χέ βρεί άνθρώπινο κορμί, ε{χαν πιά
πολλή πείρα άπό αυτά τά πράγματα.
'Ένα καχεκτικό, ησυχο, φρόνιμο παιδί ενός βουλγάρικου
τσαρουχάδικου, πού κανένας δέν τό ε{χε ύποπτευθεί, άκολού­
θησε άπό κοντά τόν Παπαγιάννη στό Χάνι, εβγαλε κάτω άπό τήν
236

ποδιά του ενα περίστροφο«Ναγκάν» καί του φύτεψε μιά σφαίρα
στό κεφάλι, καί ησυχος πάντα, μέ τήν ποδιά άπλωμένη βγfjκε
άπό τήν άλλη πόρτα του χανιου. Δέν ε{χε δείξει κανένα φανατι­
σμό, πήγαινε μάλιστα καί στό καφενεδάκι καί κουβέντιαζε μέ τά
παιδιά γιά γλέντια καί δουλειές.
Σέ λίγο θά εκαμνε καί τόν γάμο του.
'Ο Κίτσος καί ό Τέγος τινάχθηκαν αμεσως εξω άπό τό
καφενείο μή μπορώντας νά καταλάβουν τί ε{χε γίνει.
'Ακούστηκαν δμως φωνές.
-Παπαγιάννης!! Παπαγιάννης!! Ό Τάσκος!! Πάει σκοτώ­
θηκε!!
'Έτρεξε τότε εύθύς ό Κίτσος παρόλο πού ό Τέγος του φώναζε:
-Στάσου, στάσου, που πηγαίνεις;
Πέρασε τρεχάτος τό Χάνι μέ τό περίστροφο στό χέρι καί
βγfjκε εξω στόν άλλο δρόμο νά κυνηγήσει τόν φονιά, μά βρέθηκε
μπροστά σέ μεγάλη περίπολο καί τόν δραστήριο κομισέρη
Σελήμ-άφέντη. Τόν επιασαν.
-Σας κυνηγούσαμε καιρό!! ε{πε ό Σελήμ. Εύδόκησε ό 'Αλ­
λάχ καί σέ πιάσαμε στά πράσα!!
'Ο Κίτσος επιχείρησε νά διαμαρτυρηθεί.
-'Εγώ δέν εκανα τίποτα, μά τίποτα!! Δέν σκότωσα, ουτε
πυροβόλησα.
-Τά ξέρομε, τά ξέρομε, άποκρίθηκε ό Σελήμ-άφέντης, θά τά
πείς δλα στήν κρεμάλα.
Ύπfjρχε αύστηρή διαταγή του« Έπιθεωρητfj των τριών Βιλα­
ετίων» Χιλμfj-πασά, νά καταδικάζονται γρήγορα καί χωρίς πολ­
λή διαδικασία σέ θάνατο «ίντάμ» τά «παιδιά» του ελληνικου
«εκτελεστικου» πού εκαμναν φόνο.
-Μά εγώ, ξαναείπε εντονότερα ό Κίτσος, κυνηγουσα τόν
φονιά, ε{ναι Βούλγαρος. 'Ο σκοτωμένος Τάσκο; ε{ναι :Έλληνας.
-Στήν κρεμάλα, στήν κρεμάλα, ξαναείπε ό Σελήμ-άφέντης.
Διεπίστωσε δμως καί αύτός ·rοθύς επειτα, δτι ό σκοτωμένος
ήταν 'Έλληνας «Ούρούμ», ό «Παμπουξfjς» (βαμβακάς) Τάσκο
Παπαγιάννη, πού τόν ηξερε. 'Ένας «πολίτσης» πού εξέτασε τό
«Μάνλιχερ» περίστροφο του Κίτσου ε{πε του προϊσταμένου του:
237

-ΕΙναι καθαρό καί εχει δλες τίς σφαίρες μέσα.
Θυμωμένος τότε ό κομισέρης γιατί δέν επιασε τόν φονιά,
εδωσε ενα δυνατό μπάτσο του Κίτσου καί του ε{πε:
-Τί τό ήθελες βρέ παλιόπαιδο αύτό τό καινούργιο σου
πιστόλι καί που τό βρήκες;
-Τό αγόρασα από εναν Τουρκο, αποκρίθηκε ό Κίτσος.
'Ένας δεύτερος δυνατότερος μπάτσος καί μιά κλωτσιά, ήταν ή
απάντηση του Σελήμ-αφέντη.
-Μας κοροϊδεύεις κιόλας, πρόσθεσε. Που θάβρισκες εσύ τά
χρήματα ξυπόλητε, γιά νά αγοράσεις τέτοιο πιστόλι;
-Τά ε{χα.
Στό μεταξύ πολύς κόσμος ε{χε μαζευτεί γύρω τους.
'Ο Σελήμ ξαναείπε γιά νά τόν ακούσουν καί νά θαυμάσουν τήν
αστυνομική ενημερότητά του:
-Καί πως βρέθηκες εδώ κάτω μέ τό πιστόλι στό χέρι; Τό
τσαγκαράδικο πού δουλεύεις ε{ναι μακριά... θά ήθελες νά σκοτώ­
σεις εσύ, μά σας πρόλαβαν άλλοι. Νά αλληλοφαγωθητε ι5λοι σας
τέτοιοι πού ε{σθε!!
'Ο Κόνιος ήταν απαρηγόρητος, δέν μας βοήθησε ό Χριστός
καί ή Παναγία αύτή τή φορά, ελεγε.
-Μά γιατί δέν κάθησε κείνη τήν ώρα στό μαγαζί του ό
μακαρίτης Παπαγιάννης; Θά είχαμε ξεκάμει τόν Βούλγαρο μπα­
κάλη καί ό ίδιος θά είχε ξεφύγει.
'Ο Κίτσος καταδικάσθηκε από τό «εκτακτο δικαστήριο»
Μοναστηριου σέ 15 χρόνια εξορία στό Φεζάν της' Αφρικανικής
Τριπολίτιδας (Τρίπολις, δπως τήν ελεγαν οί Τουρκοι).
'Αφέθηκε ελεύθερος μέ τήν ανακήρυξη του νεοτουρκικου
Χουριέτ στίς 10 'Ιουλίου 1908.
(«'Ο μισότρελος κουρελής»)

238

28. ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΣΩΤΗΡΑΣ
Ή Νικολίτσα επλυνε ρουχα κάτω στό ρεματάκι της Γρούνι­
στας. Ήταν Νοέμβρης του 1907. Μά κάποια στιγμή τά μαζεύει
ξάφνου δλα, πλυμένα καί απλυτα, τά ρίχνει ανακατωμένα σ' ενα
κανίστρι πού τό στέριωσε στό κεφάλι, άρπάζει αλλα στά χέρια
καί τρέχει στό σπίτι της. 'Ο απότομος ανήφορος καί ό στενός
της ποδόγυρος δέν τήν αφηναν νά εχει τή γληγοράδα πού ήθελε.
Ουτε γύρισε πίσω νά κυττάξει τό καζανάκι μέ τό βραστό νερό.
Εlδε νά προβαίνουν πολλές σιλουέτες στά γύρω ύψώματα, δπου
ενα τιτανικό χέρι είχε αραδιάσει τόν ενα πάνω ή πλάϊ στόν αλλον
πελώριους γκρίζους βράχους. τΗταν Τουρκοι στρατιώτες! Πέρα­
σαν απαρατήρητοι από ρεματιές καί εζωσαν απρόσκλητοι τό
χωριό.
Εlχε πολύ σοβαρούς λόγους ή Νικολίτσα νά βρεθεί μιά
στιγμή, ενα δευτερόλεπτο, ενωρίτερα στό σπίτι της. Φιλοξενου­
σαν ενα πληγωμένο αντάρτη! Καί ήταν μόνη στό σπίτι ή
αρρωστη γριά πενθερά της μέ τά δυό παιδάκια, τό ενα 8 χρόνων
καί τό αλλο μωρό 20 μηνών. · Ο αντρας της ό Νικόλας είχε πάει
πρωί, δπως κάθε μέρα, νά κόψει ξύλα γιά τήν ασβεστη φωτιά.
Βρήκε ανάστατο τό σπίτι. Τρείς γειτόνισσες γύριζαν αλαφια­
σμένες πάνω κάτω. Ε{χε σηκωθεί ή γριά απ' .τό κρεβάτι, από μιά
ψάθα δηλ. σκεπασμένη μέ μιά κουρελιασμένη βελέντζα καί μέ
τρεμάμενα χέρια καί γόνατα πάσχιζε κάτι νά κάμει χωρίς καί ή
ίδια νά τό ξέρει. Σάν τήν ε{δε εσφιξε τά δυό χέρια, εβαλε τά
κλάματα καί ε{πε: Κόρη μου χανόμαστε. Τήν πάθαμε. Καλά πού
ήρθες.
Δέν ύπηρχε κρύπτη στό σπttι. Στό Μορίχοβο δέν ήταν
μπόλικες οί «κρυψάνες» δπως στά χωριά του Περιστέρι δπου δέν
ελειπαν από κανένα σπίτι. Δέν χρειάζονταν. τΗταν στή διάθεση
των σωμάτων τά μεγάλα βουνά, τ' απέραντα δάση, τά αναρίθ239

μητα καί σκόρπια μανδριά καί καλύβια. Εrχε φτιάξει μερικές
πολύ καλές ή «'Επιτροπή» της Γρούνιτσας μά στόν άλλο τόν
πέρα μαχαλά. Προορίζονταν γιά λαβωμένους ή άρρωστους α­
ντάρτες, γιά δπλα καί σέ καμιάν έξαιρετική καί σπάνια περί­
πτωση γιά κανένα μικρό σώμα. Εrχαν τήν είσοδο κάτω από τό
παχνί σκεπασμένη μέ μιά πλάκα καί πολλή-κοπριά καί τόν κύριο
δγκο εξω από τά θεμέλια, κάτω από τήν αυλή η κάτω απ' τόν
δρόμο.
Δέν μπορουσαν νά μέταφέρουν τόν πληγωμένο κείνη τήν ωρα
στόν πέρα μαχαλά, γιατί ήταν οί Τουρκοι πάνω καί μέσα στό
χωριό.
Είχε ζητήσει ό ίδιος νά τόν κουβαλήσουν στό σπίτι της
Νικολίτσας γιατί ήτάν προσήλιο, ή Νικολίτσα καλόβολη καί
πρόθυμη, καλός καί ό Νικόλας καί ακόμη καλλίτερο τό χαριτω­
μένο κοριτσάκι τους 8 χρονών ή Μάρω, πού είχε έξελληνισθεί
Μαρούλα. Πήγαινε στό σχολείο, μιλουσε αναγνωσματάριο, ε­
παιζαν κ.τ.λ.
Είχε έγκρίνει τήν μεταφορά καί ό δάσκαλος πού έκτελουσε
χρέη νοσοκόμου καί γιατρου. "Αλλαζε, επλυνε μέ πολλήν έπιμέ­
λεια τίς δυό πληγές του πρωί καί βράδυ. Οί άθλιες δμως δέν
έννοουσαν νά κλείσουν, ένώ άλλοι τραυματίες είχαν γίνει καλά
χωρίς «νοσοκόμους» καί τά φάρμακά τους.
'Ο τραυματίας μόλ_ις κατάλαβε δτι πλάκωσαν στό χωριό οί
Τουρκοι, πήρε _τό τουφέκι, τίς φυσιγγιοθήκες του καί σύρθηκε
στό μικρό παράθυρο μέ τήν απόφαση νά πουλήσει δσο μπορουσε
ακριβότερα τό πετσί του. Είχε τόν φόβο δτι καί αν ελεγε
«τεσλίμ» (παραδίνομαι) οί Τουρκοι θά τόν αποτελείωναν όπωσ­
δήποτε γιά νά γλυτώσουν απ' τή φασαρία νά τόν μεταφέρουν στά
χάλια του μέ τό φορείο ή καί άλογο στό Μοναστήρι, πού ήταν
δέκα ώρες μακριά μέ κατσικόδρομους.
Του πήραν δμως οί γειτόνισσες μέ λίγα χάδια στήν πλάτη καί
πολλά «καλά» «καλά», «μή φοβάσαι», τόν όπλισμό, τήν κάπα, τά
ποδήματα τά παράχωσαν q' ενα μεγάλο σωρό σανίδια καί
καδρόνια πού είχε τό γειτονικό σπίτι. Είχε ό νοικοκύρης του
δικό του νεροπρίονο.
240

Ή Νικολίτσα πήγε πρώτα στόν πληγωμένο, του χάϊδεψε τά
μαλλιά καί του είπε: Μή φοβίiσαι... Μή φοβίiσαι Τεμικλης.
Ήταν ενα ψηλό παλληκάρι άπ' τά μέρη του Βοίου πού τόν
ελεγαν Θεμιστοκλή.
-Είπαμε νά τόν βάλουμε στό άμπάρι, είπε μιά γειτόνισσα.
Ύπηρχε στή γωνιά μιά ξύλινη άποθήκη 11/2 μέτρα ϋψος πού
είχε άλεύρι.
-Τί λέτε; άπάντησε ή Νικολίτσα, δέν θά σηκώσουν οί
Τουρκοι τό κα'πάκι νά ιδουν τί εχει μέσα;
-'Εγώ λέω νά τόν ντύσουμε γυναίκα καί νά τόν σκεπάσουμε
<
τ )ς είναι λεχώνα... έπρότεινε άλλη γειτόνισσα.
· Μά δέν είχε άπο:rελειώσει τήν κουβέντα καί εφτασε λαχανια­
σμένος ό γέρο «Στάικος», πρόεδρος της 'Επιτροπής του χωριου.
'Έβαλε τίς φωνές:
-Μά τί κάνετε; 'Ακόμα τόν εχετε εδώ; Οί Τουρκοι άρχισαν
νά ψάχνουν τά σπίτια.
-Τί νά κάμω ή κακομοίρα;! άποκρίθηκε ή Νικολίτσα, είπαμε
νά μή μας τόν φέρουν στό σπίτι· δέν εχει κρυψάνα ουτε άλλο
κρυφό μέρος.
-Σάματις είπα εγώ νά σας τόν φέρουν; Μά τώρα πρέπει νά τό
κρύψουμε τό παλικάρι.
Πράγματι τό σπίτι δέν είχε κανένα άπόκρυφο μέρος. Ήταν
τέσσαρες γυμνοί τοίχοι καί πάνω τά ξύλα καί τά σανίδια, πού
βαστουσαν τίς πλάκες της στέγης. Ουτε ύπόγειο ουτε όροφή! ...
Στό μέσο μιά τρύπα δπου εκαιε άδιάκοπα ή φωτιά -τό κέντρο
του σπιτιου, ή «εστία»- καί ψηλά άλλη τρύπα δπου εβγαινε ό
καπνός, άφου πλημμύριζε πρώτα δλο τό σπίτι. Στό βάθος δυό
βόδια, μιά άγελάδα μέ τό μοσχάρι της, ενα μουλάρι, εστεκαν
δεμένα στό παχνί. Κύτταζαν μέ τά μεγάλα καί τεμπέλικα σά
βυθισμένα σέ φιλοσοφικές σκέψεις μάτια, άνθρώπους καί φωτιά.
'Ο άπαραίτητος σκύλος είχε χώσει διακριτικότατα τή μούρη
άνάμεσα στά μπροστινά πόδια.χ.οντά στή φωτιά.
-Μου πήραν τό τουφέκι μπάρμπα Στάικο, παραπονέθηκε ό
λαβωμένος.
16

241

-"Ας νά είναι! ... "Ας νά είναι... Μιστόκλη, του αποκρίθηκε
ό γέρος.
Μιά γειτόνισσα πήρε τότε τό λόγο.
-Λέγαμε νά τόν βάλουμε στό αμπάρι. Μέσα στό αλεύρι. Τί
λές, θείε;
'Ο γέρος κούνησε αρνητικά τό κεφάλι.
-Είπαμε νά τόν φορέσουμε ρουχα γυναίκας καί νά πλαγιάζει
σάν λεχώνα εξακολούθησε ή ίδια.
Ό γέρος εκανε τήν ίδια κίνηση της κεφαλής.
-Νά τόν πατε τότε σέ σπίτι πού εχει κρυψάνα.
-Τώρα; Μέ τούς Τούρκους μέσα στό χωριό;!
-Κάμετε τότε δ,τι θέλετε, είπε πεισματωμένη ή γυναίκα.
'Εγώ πάω σπίτι μου. 'Έχω δουλειές σφάξαμε τό γουρούνι.
-Σήμερα τό σφάξατε;!
-Σήμερα.
-"Α! Καλά... Πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά.
Δέν πέρασε πολλή ωρα καί πρόβαλαν κάμποσοι στρατιώτες
μέ τά δπλα ετοιμα στά χέρια. τΗταν απ' τά είδικά τάγματα πού
είχαν καταρτισθεί γιά τήν δίωξη των συμμοριών καί τά λέγανε
«αβτζή ταμπούρ» (τάγματα κυνηγών). Φορουσαν χακί στολές,
μικρούς χακί σκούφους, μάλλινες γκέτες στά πόδια καί τσαρού­
χια. Λίγο χιόνι είχε πασπαλίσει τίς χλαίνες. ΤΗταν γεροί αντρες,
καλά γυμνασμένοι, πού είχαν ήδη κάμει στό στρατό τρία τουλά­
χιστον χρόνια, οί περισσότεροι από τήν Μακεδονία καί τήν
'Αλβανία. Ύπηρετουσαν τότε οί Τουρκοι 7 χρόνια θητεία!
Φαίνονταν κουρασμένοι. Είχαν βγεί νύχτα ακόμη από κάποιο
αλλο χωριό καί επιασαν τήν χαραυγή ύψώματα καί διαβάσεις μέ
τήν ελπίδα δτι κάποιο σωμα πού θαβγαινε γιά μεγαλύτερη
ασφάλεια άπό χωριό, θαπεφτε κάτω άπ' τά τουφέκια τους.
'Όταν διαψεύσθηκαν πήγαν καί κύκλωσαν ξαφνικά τήν Γρούνι­
στα. "Αν ύπηρχαν «εσκιά» (αντάρτες) μέσα θέ επιχειρουσαν
εξοδο καί θ' αντίκρυζαν τά δπλα τους ταμπουρωμένα στούς
βράχους. • Εφυλλορρόησαν δμως καί εδω τά σχέδια καί οί
προσδοκίες τους.
Οί μισοί τότε εμειναν πάνω στά ύψώματα γιά κάθε ενδεχό242

μενο καί οί άλλοι άρχισαν τήν ερευvα στά σπίτια. Μποροϋσε vά
βρίσκεται στό χωριό καμιά μικρή όμάδα από λίγους αντάρτες,
πού προτιμοϋσαν vά τρυπώσουν στά σπίτια παρά νά αποτολμή­
σουν νά διασπάσουν τήν πολιορκητική ζώνη μέ ήρωϊκή δσο καί
καταδικασμένη εξοδο.
'Ένα τμfjμα μπfjκε σ' ενα σπίτι πού ήταν παρακάτω! Τό άλλο
προχώρησε ίσια στό σπίτι της Νικολίτσας. Είχε αρχηγό ενα
ψηλό λοχία μέ λεπτό στριμμένο μουστάκι καί τόv σκουφο
στραβά στό κεφάλι. Φαινόταν από μακριά 'Αρβανίτης.
Πρώτοι μπήκαν δυό στρατιώτες μέ τό χέρι στή σκανδάλη. Μά
εύθύς εκαμαν απότομη καί βίαιη μεταβολή μέ ζωγραφισμένο στό
πρόσωπο τόν αποτροπιασμό καί τή φρίκη! Ό ενας βρέθηκε
πολλά βήματα πίσω καί εφτυνε άπό αηδία καταγής... Κατάπλη­
κτοι ήταν οί άλλοι: Ντομούζ... Ντομούζ... (γουρουvι) τούς ε{πε μέ
πνιγμέvη·φωνή. Ό λοχίας πού ε{χε παρασυρθεί στήν όπισθοχώ­
ρηση ξαναπροχώρησε καί αμέσως σταμάτησε.
'Ένα μεγάλο γουρούνι σφαγμένο, γδαρμένο μέ τήν κοιλιά
ανοιχτή ήταν ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ στό πετσί του πίσω απ'
τήν πόρτα.... 'Ο γέρο Στάικος, ή Νικολίτσα καί μιά γειτόνισσα
μέ μαχαίρια καί ματωμένα χέρια εκοβαν κρέας καί λαρδί.
-Τό τρώτε αύτό; ε{πε ό τσαούσης μέ απροκάλυπτη συχαμάρα
πού ε{χε σουφρώσει τά μοϋτρα του. Ήταν από κάποιο όρεινό
τουρκαλβανίτικο χωριό τοϋ Μοναστηρίου καί ήξερε τό iδίωμά
τους. Τήν ίδια στιγμή σύρθηκε αμέσως πίσω στόν καθαρό αέρα.
-· Ορίστε τσαούς έφένδη, μπούγιουρουν... Νά σας ψήσουμε
εvα κομμάτι, ε{πε ό Στάικος. ΕΙχε σηκώσει ψηλά τά λερωμένα
από αϊματα χέρια του.
Γιά απάντηση ό λοχίας εφτυσε καταγής.
- Έλατε... Νά ζεσταθfjτε... Κάτι νά πάρετε... 'Έχομε καί τή
συννυφάδα μου πού κοιλοπονάει νά γεννήσει ... ό Θεός νά δώσει
μωρά στά σπίτια σας, ε{πε μέ τήν σειρά της ή Νικολίτσα.
Ή Μαρούλα τολμηρότερη το�J:πρόσφερε γελαστή καί πετα­
χτή ενα κομματάκι πάχος λαρδί...
· Ο λοχίας της τό πέταξε αγριεμένος.
-Τί κάνεις ετσι; Σάν τούς χαλντούπηδες -έvνοοϋσε τούς
243

Μικρασιάτες στρατιώτες- του ε{πε άρβανίτικα ενας πατριώτης
του όπλίτης, ε{ναι λέγουν πολύ καλό τό κρέας του ψημμένο.
-'Αηδία ε{ναι.
-'Εγώ εχω φάει. Καί ε{ναι νόστιμο πολύ νόστιμο... λέω νά
τούς πάρω ενα μεγάλο κομμάτι, νά τό ψήσουμε, ε{πε ενας ι'iλλος
άρβανίτης.
-Τρελάθηκες; θά μας πάρουν οί ι'iλλοι γιά ι'iπιστους (κιαφίρ).
'Ο Προφήτης καί τό Κοράνι ε{χαν καταδικάσει καί άφορίσει
τό γουρούνι.
-Τότε νά φύγουμε... Πεινάσαμε καί τζάμπα ξεποδιαριαστή­
καμε... "Αν εΙχε εσκιάδες στό χωριό θά ε{χαν βγεί.
-Τό βλέπω κι εγώ ... Μά οί άξιωματικοί... Καί εχω μιά
πείνα... Νά ξεμπερδεύουμε.
'Ο εύσυνείδητος τσαούσης θέλησε νά εκτελέσει σωστά καί
πιστά τό καθήκον. Πήρε μιά βαθειά άνάσα, εβαλε τά δυνατά του,
δρασκέλισε τό σφαγμένο γουρούνι καί εκαμε λίγα βήματα μέσα.
'Αναγκάσθηκε δμως πάλι νά σταματήσει. Τό σπίτι ήταν γεμάτο
καπνό καί μιά άψιά μυρωδιά ψημμένης πιπεριας τόν γέμιζε
δάκρυα καί πείραζε τά μάτια. ΕΙχαν ρίξει στήν «εστία» πολλά
χλωρά ξύλα καί μικρές στρογγυλές κόκκινες πιπεριές (τσουσκες)
πού εκαιαν περισσότερο άπ' τή φωτιά... Πρόλαβε νά iδεί τά
δεμένα στό παχνί ζώα καί τήν πλαγιασμένη μέ τούς «πόνους»
γυναίκα.
τΗταν ό Θεμιστοκλής...
Πετάχθηκε εξω φτύνοντας καταγής καί σφουγγίζοντας τά
μάτια. Πρόσταξε τούρκικα: Παμε.
Ό πατριώτης του στρατιώτης του ξαναείπε άρβανίτικα:
-Λέω νά μπω μέσα νά πάρω ενα κομμάτι κρέας καί νά ψάξω
γιά αύγά, τυρί.
-Μωρέ ι'iστα, του άπάντησε, εΙναι γουρούνας γουρούνια
(ντέρι πέρ ντέρ). Παμε.
Καί εφυγαν.
(«Μαργαρίτα»)

244

29. Ο ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ
Παραμονή Χριστουγέννων, το 1907, στή Στρώμνιτσα. 'Όλος
ό κόσμος στό πόδι. Οί άντρες ψώνιζαν τό απαραίτητο χοιρινό
καί τ' άλλα κρέατα, κρομμύδια, πατάτες, φρέσκα λάχανα, κά­
στανα, καρύδια κλπ. Πράσα είχαν στό σπίτι μισοθαμμένα στή
γfj, καθώς καί ξινό λάχανο στό καδί. Οί νοικοκυρές ανασκου­
μπωμένες μαγείρευαν σέ πολλούς τεντζερέδες τά χριστουγεννιά­
τικα φαγιά, κρέας μέ πατάτες, κρέας μέ κρομμύδια, κρέας μέ ξινό
λάχανο καί κρέας χοιρινό μέ φασόλια κλπ. Ηχαν νηστέψει σάν
καλοί χριστιανοί καί τίς τέσσαρες βδομάδες. 'Έτρωγαν φασόλια
(Παρασκευή καί Τετάρτη χωρίς λάδι), ελιές, φακές, πιπεριές,
τουρσί καί δλες τίς νηστίσιμες λιχουδιές. Καιρός ηταν ν'
αποζημιωθουν. Ή γέννηση του Κυρίου ήμων Ίησου Χριστου
επρεπε νά εορτασθεί μέ πλούσιο φαγοπότι καί δσο πλουσιότερο
τόσο χριστιανικότερο ηταν.
· Η κυρά Χρυσάνθη Καραμανώλη, ανασκουμπωμένη καί ανα­
μαλλιασμένη, ίδρωκοπουσε απ' τό πρωί πάνω στή φωτιά καί
πλήθος τεντζερέδες καί χύτρες. 'Έβραζε, εψηνε καί λίγο παρα�
πέρα ζύμωνε. Είχε στείλει μιά πίττα καί ενα «ταβά» στό φουρνο.
"Αρχισε νά ετοιμάζει τώρα τόν καθιερωμένο μπακλαβά, εστρωνε
τά φύλλα μέ μπόλικο καρυδόψιχο, βούτυρο, ζάχαρη.
Ξάφνου σήκωσε τά λερωμένα χέρια καί μέ τά αναδιπλωμένα
μανίκια σκούπισε δάκρυα απ' τά μάτια.
-Τί επαθες μάνα καί κλαίς; της είπε ό γιός της Βασίλης, πού
έίχεν ερθει εκείνη τή στιγμή μέ μfjλα, αχλάδια, λίγα πορτοκάλια.
-Τίποτε, παιδί μου, του απάντησε ταραγμένη.
-Πως τίποτε; Σύ κλαίς! Τί·-εχεις; Τί επαθες; Ποιός σέ
πείραξε;
-Τί νάχω; Δόξα τφ Θεφ, εχομεν δλα τά καλά... Σκέφθηκα τά
παιδιά.
245

-Ποιά παιδιά;
-Τούς αντάρτες. Ποιά αλλα; 'Εμείς είμαστε μέσα στό σπίτι... κοντά στή φωτιά... καί ετοιμάζουμε γιά αϋριο δλα τά καλά,
πού εδωσε ό Θεός... Κι από πάνω καί μπακλαβά. 'Εκείνοι δέν
είναι χριστιανοί; Δέν εχουν ψυχή; Καί είναι πάνω στό βουνό!...
Μέσα στά χιόνια! ... Στό κρύο!... Τά καημένα τά παιδιά! ...
Καί ξανασφούγγισε τά δάκρυα.
-Δέ θά είναι νηστικοί καί αύτοί αϋριο. Στό χωριό πού θά
βρίσκονται, θά περάσουν δπως οί αλλοι χωριάτες.
-Καλά αν είναι σέ χωριό. Μά αν είναι στό βουνό; Χειμώνα
καιρό; Μαυρο φαγί θά εχουν...
-Θά φροντίσουν νά τούς στείλουν οί ανθρωποί μας δ,τι
χρειάζονται. Μά κι αν πεινάσουν μιά μέρα δέν χάλασε ό κόσμος.
-Νά πεινάσουν ανήμερα Χριστούγεννα;
-'Έτσι είναι ή δουλειά τους.
-Φτωχά... Καημένα παιδιά... 'Εμείς στά σπίτια μας ... πλάι
στή σόμπα, θέλουμε καί του πουλιου τό γάλα ... καί μπακλαβά...
θέλω, Βασίλη, νά τούς στείλουμε τόν μπακλαβά.
-Κάνε ενα αλλο ταψί μπακλαβά καί τόν στέλνουμε. Δέν
είναι σπουδαίο πράγμα.
-'Όχι, θά ήθελα νά τούς στείλουμε αύτόν έδω τόν μπακλαβά,
πού εφτιαξα γιά μας. 'Εμείς θά εχουμε τόν χαλβά.
-Καλά, μητέρα. 'Όπως θέλεις. Θά τόν πάρω στό χωριό καί
θά τόν στείλω απ' έκεί. Θά σφάξω καί ενα κουρκο.
-'Έτσι παιδί μου... πολύ καλά. Ναχεις τήν εύχή μου!...
Χριστιανοί είμαστε... τά καημένα τά παιδιά! ... ( .....)
Ό Βασίλης εβαλε τόν μπακλαβά μέ τό μπόλικο σιρόπι σ' ενα
τέντζερε καί πηγε καβάλα στό κτημα του στό Ζάμποβο. Μέ
άπορία τόν ε{δαν έκεί. "Αφηνε παραμονή των Χριστουγέννων τό
σπίτι του στή Στρώμνιτσα!.:. Πρόσταξε νά σφάξουν τόν παχύ­
τερο γάλο καί νά τόν τηγανίσουν μέ φρέσκο βούτυρο καί
πατάτες. Κάλεσε επεtτα τόν τσοπάνο Γιοβάνη καί τόν ρώτησε
στό τοπικό ίδίωμα, αν ήξευρε που βρίσκονταν τά παιδιά.
-Ξεύρω. Πως νά μή ξεύρω... Γιατί είναι.. Βρίσκονται στή
σπηλιά πάνω στό Μπέλες.
246

-Ποιός είναι; 'Ο Καραϊσκάκης ή ό Φορτούνας;
-Ό Καραϊσκάκης εφυγε γιά τήν Μπογδάντσα καί τ' άλλα
χωριά της Γευγελης. Ό Ντίνος ό Σμόλαρλης πήγε στό Στά­
τσοβο.
-Τόσο μακριά;
-" Α, είναι πολύ καλό καί πιστό χωριό.
-Είναι δηλαδή στή σπηλιά ό Φορτούνας.
-Είναι ό Μποϋφος άπ' τό Κολέσινο, πού τόν λέτε τώρα
Φορτούνα-Φορτούνα.
-Φορτούνα.
-Καλά Φορτούνα. Δέ μπορώ νά μάθω τά καινούργια αυτά
όνόματα.
- 'Ετοιμάσου, Γιοβάνη, θά παμε νά τούς βροϋμε.
'Ο Γιοβάνης ήταν καμπούρης, στραβοπόδαρος, μέ μιά φάτσα
σκυμμένη πάντα πρός τά κάτω, πού εμοιαζε μέ βοδινή. Τόν
επαιρνες γιά τό άναξιότερο καί ηλιθιότερο πλάσμα, άλλά ήταν
τετραπέρατος καί διαβολάνθρωπος, ό ίδανικότερος «όδηγός» καί
«άγγελιοφόρος».
'Έβαλαν τόν γάλο σ' ενα μεγάλο τέντζερη, εχωσαν τά δύο
βάζα σ' ενα «δισάκι» καί τά κρέμασαν στό άλογο, πού καβαλλί­
κεψε ό Βασίλης Καραμανώλης. 'Ο Γιοβάνης πήγαινε μπροστά
σ' ενα γάϊδαρο. Του είχε φορτώσει καί αυτός ενα άλλο δισάκι μέ
μπουκάλια κρασί, ρακή καί κουτιά λουκούμια.
Δέν είχε χιόνι εκείνη τήν χρονιά. Ήταν δμως κρύο τσου­
χτερό. Είχε παγώσει καί ή γη. 'Ο Βασίλης παρά τό χοντρό παλτό
του ετριβε τά χέρια γιά νά ζεσταθεί. 'Ο Γιοβάνης τυλιγμένος
στήν κάπα του καθόταν στόν γάϊδαρο άτάραχος σάν νά είχε
κοιμηθεί. 'Αργά τό άπομεσήμερο μπήκαν στό δάσος. Ήταν
τώρα σάν μαδημένο. Κοκκινοκίτρινα τά φύλλα της άξιας είχαν
πέσει τά περισσότερα καταγής. Φυλλοροοϋσε τό δάσος σά
νάκλαιε τό καλοκαίρι, πού είχε χαθεί.
Ξαφνικά ό Γιοβάνης σταμάτησε,�πετάχθηκε άπ' τόν γάϊδαρο
καί τρέχοντας κατέβαινε πρός τά κάτω σέρνοντάς τον άπ' τό
καπίστρι. «Τοϋρκοι», «Τοϋρκοι», είπε.
247

-Ποϋ είναι; Ποϋ; Πως τούς εΙδες; ρωτοϋσε μέ άγωνία ό
Καραμανώλης.
Χωρίς νά τοϋ άπαντήσει αρπαξε τά δυό δισάκια καί τά
παράχωσε βαθειά στό δάσος στά πυκνά χαμόκλαδα. Τά σκέπασε
επειτα καί μέ πολλά μαραμένα φύλλα, πού είχαν σωριασθεί
καταγής.
Οί «Τοϋρκοι» ήταν πάνω άκριβως στό δρόμο πού άκολουθοϋ­
σαν. "Αν τούς συναντοϋσαν θά τούς εστελναν «κατευθείαν» στό
'Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης γιά τό «'Έκτακτο Δικαστήριο»,
αφοϋ θά τούς φιλοδωροϋσαν άγριο ξυλοκόπημα γιά νά μαρτυρή­
σουν, ποϋ ήταν τρυπωμένοι εκείνοι, πού τούς πήγαιναν τά
πλούσια χριστουγεννιάτικα «πεσκέσια».
Βγήκαν τρεχάτοι εξω απ' τό δάσος. Συμφώνησαν νά εiποϋν,
αν τούς εβλεπαν οί Τοϋρκοι, πώς εΙχαν βγεί νά ζητήσουν ενα
κόκκινο άλογό τους, πού ε{χε ξεφύγει. "Αν εμενε δλη τή νύχτα
εξω θά τό ετρωγαν σίγουρα οί λύκοι. Θά ρωτοϋσε μάλιστα ό
Βασίλης τούς στρατιώτες μή τυχόν καί τό είδαν.
Κατάφερε ό Γιοβάνης νά μή διασταυρωθοϋν μέ τούς αγάδες.
Κάποτε βγήκαν απ' τό δάσος οί Τοϋρκοι καί ροβολοϋσαν πρός
τά κάτω. Ήταν 80-100 στρατιώτες, ντυμένοι στό χακί των
ταγμάτων «κυνηγών». Πήγαιναν πεζή καί οί αξιωματικοί τους.
Είχεν άρχίσει νά σουρουπώνει.
-Παμε τώρα, εΙπεν αποφασιστικά ό Γιοβάνης.
Ξαναπηραν τόν ανήφορο στό δάσος, πού σκοτείνιαζε. Μά
τούς περίμενε μεγάλη εκπληξη. Βρήκαν τό δισάκι μέ τόν γάλο
καί τόν μπακλαβά άνοιχτό, ξεσχισμένο! Είχαν απομείνει μονάχα
μερικά κόκκαλα τοϋ γάλου... Σκορπισμένα καταγής ήταν καί
λίγα κομμάτια τοϋ μπακλαβά μισοφαγωμένα, τσαλακωμένα! ...
"Αθικτο εστεκε μονάχα τό δισάκι μέ τά μπουκάλια καί τά
κουτιά.
-Ποϋ στό διάβολο βρέθηκαν αυτά τά παλιόσκυλα! ξεφώνισε
καταγανακτισμένος ό Βασίλης.
-Δέν είναι σκυλιά. ΕΙναι λύκος... τόν ξέρω... εδώ γυρίζει,
αποκρίθηκε ό Γιοβάνης.
248

Καί σήκωσε τό ραβδί του, κοίταξε ερευνητικά γύρω, ετοιμος
νά τιμωρήσει τόν θρασύτατο κλέφτη λύκο.
-Κρίμα! "Αμα τό μάθει ή μάνα! ... Ε{χε φιάξει μέ τόσο μεράκι
τόν μπακλαβά.
-Δέν ε{ναι ανάγκη νά της τό ειπείς.
-Πίiμε τώρα πίσω. Τί νά γίνει; Γλυτώσαμε απ' τούς Τούρκους καί πέσαμε στό λύκο.
-Πίσω; Γιατί;
-Θά πίiμε στά παιδιά μέ άδεια χέρια;
-'Έχομε τά μπουκάλια καί τά κουτιά μέ τά λουκούμια. Θά
χαρουν περισσότερο πού θά σέ ιδουν κύρ-Βασίλη. Ξέρω. Κρέατα
καί γλυκά τούς εστειλαν απ' τό Κολέσινο.
'Ο Καραμανώλης ακολούθησε διστακτικός καί περίλυπος.
'Η είσοδος της σπηλιίiς βρισκόταν στήν πλαγιά μιας ρεματιίiς
σκεπασμένη, μέ πυκνά καί ύψηλά χαμόκλαδα. Μπfjκαν μέσα. 'Ο
σκοπός (τό καραούλι) πού φύλαγε εξω εγνώριζε τό ιδιαίτερο
χαμηλό σφύριγμα του Γιοβάνη καί οϋτε κουνήθηκε.
'Επτά άντρες τυλιγμένοι στίς κάπες κάθονταν σταυροπόδι,
γύρω από μιά φωτιά πού εβγαζε πολύν καπνό καί λίγη ζέστη.
'Έκαιγε καί ενα κεράκι. Κάτω ε{χαν στρώσει πολλά ξηρά φύλλα.
'Από πάνω δμως εσταζαν σταλαγματιές νερό. Σιωπουσαν. Κοίτα­
ζαν τήν φωτιά, μά τό μυαλό τους ταξίδευε μακριά στά σπίτια
τους, στούς δικούς τους.
-Καλησπέρα σας. Χρόνια πολλά παιδιά, είπε ό Καραμανώ­
λης, μπαίνοντας μέσα.
-" Α! Καλώς μίiς ήρθες, κύρ Βασίλη. Καλώς... καλώς ήρθες,
απάντησε ό Φουρτούνας, ενώ τινάζονταν δλοι όρθιοι νά τόν
χαιρετήσουν μέ τήν θερμότερη εγκαρδιότητα.
Ήταν ό αντιπρόσωπος του άλλου κόσμου, του κόσμου των
φιλήσυχων νοικοκυραίων, πού ζουσαν στά σπίτια μέ τίς οικογέ­
νειές τους. Τόν είχαν αυτοί απαρνηθεί.
-Μίiς συγχωρείτε πού ερχόμασ:r� μέ άδεια χέρια, ξαναείπε ό
Καραμανώλης. Σίiς φέρνομε μονάχα αυτά τά μπουκάλια καί τά
κουτιά. Είχαμε καί μπακλαβά καί ενα κουρκο τηγανιτό, πού είχε
έτοιμάσει μέ πολύ μεράκι ή μητέρα μου. Αυτή καί μέ εστειλε εδώ.
249

-Χαιρετισμούς καί πολλές εύχαριστίες στήν κυρά Χρυ­
σάνθη.
-Μά είδαμε τούς Τούρκους. Τούς είδε ό Γιοβάνης, χώσαμε
τούς δύο τεντζερέδες στά κλαδιά. Μά δταν γυρίσαμε γιά νά τούς
πάρουμε τούς είχε ρημάξει ενας λύκος.
-Δόξα τφ Θεφ πού δέν συναντηθήκατε μέ τούς Τούρκους.
Τούς είδαμε καί εμείς. Γύριζαν δλη τήν ήμέρα εδώ πάνω. Ήταν
ενενήντα. 'Όσο γιά φαγιά καί γλυκά εχουμε. Μας τά εστειλαν
άπ' τό Κολέσινο. Ή χαρά μας είναι μεγάλη πού μας θυμηθήκατε
καί ηρθατε τέτοια μέρα σ' αύτήν τήν τρύπα.
Κάθησαν δλοι γύρω άπ' τή φωτιά καί ηπιαν άπό ενα ποτη­
ράκι ρακή.
-Μήν ησουv σύ ό λύκος πού εφαγε τόν μπακλαβά, βρέ
παλιο-Γιοβάνη; είπε στό τοπικό ιδίωμα, πού τό ηξευραν δλοι, ό
Στρωμνιτσώτης δάσκαλος Μάνος.
ΕΙχε πάρει τά βουνά γιά vά μή βρεθεί στό 'Επταπύργιο.
'Όλοι γέλασαν.
-'Εγώ νά φάγω σήμερα κρέας καί μπακλαβά; 'Αποκρίθηκε
ό Γιοβάνης. Δέν θά τά ετρωγα καί αν μου εδινες χίλιες λίρες.
-Ξέραμε δτι είσαι πολύ καλός Χριστιανός. Μά αν ηταν νά
ξεκάμουμε κανένα Βούλγαρο σήμερα θά είχες άντίρρηση;
-"Α! Αύτό είναι άλλο πράγμα. 'Όλα τά λυσσιάρικα σκυλιά
θέλουν σκότωμα.
Του είχαν σκοτώσει τόν άδελφό οί κομιτατζήδες. Κάθησαν
κάμποση ωρα στή σπηλιά καί σηκώθηκαν επειτα νά φύγουν στό
Ζάμποβο γιά νά βρεθουνε πρωί τήν άλλη μέρα στά σπίτια τους.
'Όταν ξεκινουσαν είπε ό Καραμανώλης.
-Θά μείνετε δλες τίς γιορτές εδώ καπετάνιε;
-Τί νά κάνουμε; Θά μας ψάχνουν αύτές τίς μέρες οί Τουρκοι
στά χωριά.
-Θαλεγα της μάνας μου νά ετοιμάσει αϋριο ενα άλλο
μπακλαβά. Μά θά στενοχωρηθεί πολύ, αν μάθει δτι τόν σημερινό
τόν εφαγε ό λύκος. Θά σας στείλουμε άλλο μεγαλύτερο τήν
Πρωτοχρονιά.
-Δέν πειράζει, κύρ Βασίλη. Περναμε καί χωρίς μπακλαβά.
250

ΕΙδαν οί Τουρκοι ϋστερα από δυό μέρες τά κομμάτια του
μπακλαβά καί τά κόκκαλα του κούρκου. 'Έσπασαν τά κεφάλια
τους γιά νά βρουν τήν έξήγηση. 'Αποφάνθηκαν στό τέλος δτι οί
γκιαούρηδες «έσκιά» ε{χαν κάμει έκεί τά βρωμοχριστούγεννά
τους καί ξεπάγιασαν μερικές νύχτες έκεί γύρω μέ τήν προσδοκία
δτι θά ξανάρχονταν οί λησταντάρτες νά συνεχίσουν τήν εορτα­
στική τους πανδαισία.

251

30. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Τήν παραμονή των Χριστουγέννων εϊχαμε άποσυρθεί άπ' τά
χωριά. Οί Τουρκοι στίς μεγάλες μας γιορτές συνήθιζαν μερικούς
άγενέστατους αιφνιδιασμούς. Διανυκτερεύσαμε σέ μιά ποιμενική
καλύβα στά κράσπεδα τfjς ζώνης των δασών μέ τήν καλή
συντροφιά των προβάτων καί των μανδρόσκυλων. Δέκα άντάρ­
τες, κατά φρικτή παραβίαση του νόμου του άδιαχωρήτου, εϊχαμε
στριμωχθεί σέ μιά ποντικότρυπα δπου συνήθως μονάχα ό τσο­
μπάνος καί τά σκυλιά του χωρουσαν. "Αλλοι δέκα κατόρθωσαν
νά εξασφαλίσουν θέσεις άνάμεσα στά πρόβατα υστερα άπό
όμηρικές μάχες μαζί των. Σέ μιάν άλλη καλύβα, κάπως ευρυχω­
ρότερη, εlχαν κατασκηνώσει οί άρχηγοί καί 40 άνδρες άγκαλια­
σμένοι καί αυτοί τρυφερά μέ τά πρόβατα. Οί ijρωες τfjς σφαγfjς
εϊχαμε δώσει τό χέρι καί τήν άγκάλη στήν άνεπίληπτη άθωό­
τητα, προσωποποιημένη άπ' τά άκακα εκείνα ζώα, πού στή
φάτνη των γεννήθηκε ό Χριστός. 'Ήμαστε νηστικοί άποβραδύς.
'Αντί τροφή πήραμε άπ' τήν Γραδέσνιτσα τήν επαγγελία πώς
τήν επομένη θ' άποζημιωνόμαστε πλουσιοπάροχα μέ ψωμιά καί
τρόφιμα, μέ τήν αϊρεση αν τά άποσπάσματα εlχαν τήν ευγενή
καλοσύνη νά τό επιτρέψουν. Κάθε επικοινωνία μέ τά χωριά είχε
διακοπεί. 'Ο βοσκός πfjγε κι αυτός σπίτι του άφίνοντας άντικα­
ταστάτη στό μανδρί ενα τσομπανόπουλο δέκα μόλις χρονών καί
τρία σκυλιά μεγαλύτερα άπ' εκείνο. Τό κρύο ήταν διαβολεμένο.
Χιόνι ενα πfjχυ εσκέπαζε τή γfj καί κρυστάλλινο στρώμα, δπου ή
σμίλη του βοριii εlχε γλύψει τά ποικιλότερα σχήματα, εκρυβε
όλοκληρωτικά τήν επιφάνεια γειτονικου χειμάρρου.
Ή μεγάλη γιορτή μας βρfjκε ξυπνητούς πολύ πρίν τfjς αυγfjς.
«'Όρθρου βαθέως» σ' ωρα πού οί εκκλησιές κοιμόνταν στή
σκοτεινή καί μυστηριώδη σιγή των, μας έ{χε σηκώσει ή φωνή
του Μανώλη. Χωμένος στά βάθη θημωνιiiς χόρτου, πού στήν
252

κορυφή της είχαμε θρονιασθεί ίiλλοι δυό, ίiρχισε νά ψέλνει τό
«' Η γέννησίς σου, Χριστέ» καί ίiλλα τροπάρια της άκολουθίας
των Χριστουγέννων. 'Η φωνή του, ερρινη καί ειρωνική στήν
άρχή, γινόταν βαθμηδόν καθαρή καί ετρεμε άπό συγκίνηση, πού
του κάκου προσπαθουσε ν' άποκρύψει. Ό θρησκευτικός ενθου­
σιασμός παρέσυρε τόν όπλοφόρο ψάλτη. 'Όταν εξήντλησε τό
ρεπερτόριό του των ψαλμωδιων, τροπαρίων καί κοντακίων,
ξαναφόρεσε τήν πέτρινη μάσκα του άντάρτη -ή συγκίνηση
ήταν άμάρτημα- καί μέ τή συνηθισμένη του φαιδρότητα μίiς
εφώναξε:
-Χρόνια σας πολλά, καλοί μου Χριστιανοί. Καλά Χριστού­
γεννα καί καλή πατρίδα. "Αν σίiς άρέσει, κοπιάστε καί του
χρόνου.
'Η προσφώνησή του εμεινε χωρίς άπάντηση. Τυλιγμένοι δλοι
στίς κάπες καί βυθισμένοι στό χόρτο δέν εδίναμε σημεία ζωης.
Μονάχα ενας του σώματος Βρόντα εύδόκησε νά του άπαντήσει.
-Χρόνια πολλά, Μανώλη. Μπράβο σου. Μίiς εκαμες νά
θυμηθουμε πώς είμαστε Χριστιανοί.
-Τί μπράβο μου καί ξεμπράβο μου, μπάρμπα Τάσο. Έδω
είπαμε όλάκερη λειτουργία καί αύτοί οί κύριοι μίiς κάνουνε τόν
ψόφιο.
-Τί λές Γιάννη; Νά σηκωθουμε; είπα του Σαριδογιάννη πού
ήταν ό παρακοιμώμενος στό δεύτερο πάτωμα της θημωνιίiς.
-Ντά είμαστε χριστιανοί;! Μου άπάντησε καί γύρισε στήν
ίiλλη πλευρά.
'Αλλ' ό Μανώλης δέν ήταν άπ' εκείνους πού κουράζονται
εϋκολα. 'Εξακολούθησε νά φωνάζει δυνατότερα.
-Αί! Σείς. Δέν θά ζωντανέψετε καμιά φορά; Τό καταλαβαί­
νετε; Εlναι άνήμερι:χ του Χριστου.
'Η σιωπή καί τό σκοτάδι εβασίλευαν πάντα στήν καλύβα.
Μονάχα τό τσομπανόπουλο σηκώθηκε.
-Μωρέ τόν... Χριστό σας, :rjv Παναγιά σας, επέμενε ό
Μανώλης. Δέν είσαστε χριστιανοί; Αύτή τήν ωρα οί μανάδες σας
καί οί �'υναίκες σας -πού δέν τίς εχετε- πίiν νά φιλήσουν τά
χέρια των παπάδων... Τό ξέρετε;
253

-Σκάσε Μανώλη. Σώπαινε. "Αν σηκωθουμε θά σέ σταυρώ­
σουμε σέ κανένα πευκο εξω σάν τόν Χριστό σου ... ακούσθηκε
όργίλη ή φωνή του γραμματικοί\ μας, πούχε περάσει τή νύχτα
αγκαλιασμένος μέ δυό προβατίνες.
-Τί πάθατε σήμερα, δέν μπορώ νά καταλάβω. Σας εχει
παγώσει τό αlμα ή αφιλότιμη αύτή κρυάδα... θά σας ζεστάνω... Τί
νά κάμω;!
Τήν ϊδια στιγμή εβγαινε απ' τό σπήλαιό του καί τινάζοντας
έπάνω στή σβησμένη καί ψυχομαχουσα φωτιά τό χορτάρι πού
ήταν κολλημένο στήν κάπα, τά ρουχα, τά μαλλιά, στά μάτια καί
σ' δλο γενικά τό σώμα του, άναψε ζωηρή φλόγα. Πέταξε επειτα
στή φωτιά λίγα ξύλα καί ετοιμάσθηκε νά της ρίξει καί μιά
αγκαλιά χορτάρι.
Τό τσομπανόπουλο δμως έπεχείρησε νά τόν έμποδίσει ετοιμο
νά κλάψει.
-'Όχι τό χορτάρι. Τί θά φάγουν τά πρόβατα;
-Δέν ντρέπεσαι μικρέ; ΕΙναι σήμερα Χριστούγεννα. Τί
Χριστιανός είσαι;
· Ο μικρός δέν εφερε πιά αντίρρηση...
Πράγματι, ό τρελός χορός της φλόγας μας ξετρύπωσε δλους
απ' τά πρόχειρα κρεβάτια μας καί τράβηξε καί τούς άλλους δέκα,
πού είχαν διανυκτερεύσει στό βάθος της καλύβας κάτω απ' τήν
κοιλιά των προβάτων δπως οί σύντροφοι του 'Οδυσσέως. Στρι­
μωχθήκαμε δπως μπορέσαμε όλόγυρα απ' τήν φωτιά έκτός απ'
τόν Σαριδογιάννη, πού δέν έννοουσε νά κατεβεί απ' τό ψηλό
θεωρείο του. Έρίξαμε στήν πυρά καί τίς δυό κλίτσες του
τσομπάνου. 'Αλλ' ή ψυχική ατμόσφαιρα της καλύβας, δέν είχε
ζεσταθεί.
-Βλέπω, είπε τότε τό άξιο παλικάρι, πώς ή πείνα σας εκαμε
κλαψιάρικα. Καταντήσατε σάν τά μικρά παιδιά πού πρώτη φορά
εκλεισε ό δάσκαλος νηστικά στό σχολειό. Θά φροντίσω έγώ καί
γι' αύτό.
'Έστρεψε επειτα στό τσομπανόπουλο καί του είπε:
-Αϊ μικρέ. Βγάλε τά φαγιά σου.
'Ο μικρός άρχισε νά κλαίει. Του εδειξε τόν ποιμενικό σάκκο
254

του, πού περιείχε μονάχα τρίμματα άπό μαυρο ψ.ωμί.
-Βρέ άτιμε, του είπε αυστηρά ό Μανώλης. Δέν εϊπαμε πώς
είναι σήμερα Χριστούγεννα καί εϊμαστε χριστιανοί; Ξέχασες
μωρέ πώς εμείς εϊμαστε άθρωποι του Χριστου καί της Παναγίας;
Σέ κυττάζουν άπό ψηλά... Βγάλε καί τά άλλα φαγιά σου.
'ο μικρός εβγαλε ενα μεγάλο κομμάτι μπομπότα πουχε κρύψει
κάτω άπ' τά χόρτα.
-Μά τόν Χριστό δέν εχω άλλο.
-Μ' αυτό θά περνούσατε σήμερα σύ καί τά σκυλιά σου;
- Ό πατέρας μου ε{πε νά πάρω άργότερα ψωμί καί τυρί άπ'
τήν καλύβα του μπάρμπα Κύρκου.
Ό Μανώλης πέταξε'όλίγα άπ' τά ψίχουλα του σακκιδιου στά
σκυλιά, εκομμάτιασε τό ψωμί, εδωκε ενα μικρό κομματάκι στόν
χορηγητή του καί μας μοίρασε ψίχουλα καί ψωμί μέ πολλή
σοβαρότητα καί άπόλυτη ίσότητα.
-Λάβετε φάγετε, ελεγε. Τουτο εστί τό σώμα μου καί τό αΙμα
μου. Γιά τό μεσημέρι σας τάζω άπό μιά χήνα ψητή στόν καθένα
καί δυό οκάδες κρασί της Μπεσίστας. "Αν θέλετε πάρτε τώρα τά
ψίχουλα γιά άντίδωρο.
Ή ήρωική προσπάθεια του καλου συντρόφου δέν εφερε
κανένα άποτέλεσμα. Του κάκου επάσχιζε ν.ά γαλβανίσει διαθέ­
σεις άπονεκρωμένες. 'Επί τέλους άπελπίσθηκε άπ' τήν άκαρπη
μονομαχία του καί μέ τόν σπλήνα καί τήν κακομοιριά μας καί
βγήκε εξω νά καραουλίσει.
'Ολόγυρα τώρα άπ' τήν πυρά μέ τίς κάπες ριγμένες στοός
ώμους κυττάζαμε άτενώς τή φλόγα των ξύλων καί του χόρτου σάν
νά εϊμαστε εκείνοι πού πρώτοι εκλεψαν τό πυρ άπ' τόν 'Όλυμπο.
Ό καπνός σιγά σιγά άνέβαινε πρός τά πάνω μέ τήν άργή
μεγαλοπρέπεια θυμιάματος των εκκλησιών μας καί εβγαινε άπ'
τίς χαραμάδες της στέγης, πού άνάμεσα άπ' αυτές ελαμπύριζαν
καί πολλά άστρα. Τά πρόβατα εκοιμουνταν ησυχα νανουριζό­
μενα στό ρυθμικό φύσημα της άναπνοης των. 'Ο τρόμος της
φλόγας εριχνε κόκκινες άνταύγ�fες στό άσπρο μαλλί των η
επαιζε άπαλά μέ τίς σταχτιές κάπες μας καί άναβε πυρκαϊά στά
255

μάτια ενός μολοσσοί>, πού, καθισμένος κοντά μας στά δυό του
πόδια, μας θωρουσε σοβαρά καί μελαγχολικά.
'Η εικόνα ζωντάνευε τήν κατά παράδοση σκηνή της Γέννησης
του Χριστοί> καί εγέμιζε τήν ταπεινή καλύβα μας μέ τήν πνοή του
μεγάλου μυστηρίου πού τόσα χρόνια πρίν ε{χε εκτυλιχθεί στό
στάβλο της Βηθλεέμ. Μιά χριστιανική άνάσταση εγίνονταν
μέσα μας πού ερχόταν δπως ό δουλος του Φιλίππου νά μας
ύπενθυμίσει τό «μέμνησο ανθρωπος ων».
'Η οικογένεια, ή γενέτειρα, ή θρησκεία, άνέδυαν άπ' τά βάθη
του παρελθόντος σάν άγαθοποιά πνεύματα καί ερχόνταν νά
γιορτάσουν στή φτωχική στάνη τή γέννηση του Θεοί> του ελέους
καί της άγάπης μαζί μέ μας πού είχαμε όλότελα άπαρνηθεί τίς
δυό αυτές εντολές. 'Απ' τήν άπόλυτη σιγή πού εβασίλευε καί
τήν μυστικοπαθή εκφραση των προσώπων διαφαίνονταν πώς
κάποιο δράμα σιωπηλό εκτυλίσσονταν εκείνη τήν ωρα στή
σκοτεινή καλύβα. 'Ανάμεσα άπ' τά ύπορόδινα σύννεφα του
καπνοί> της πυρίiς ή ταραγμένη φαντασία καθενός άπ' τούς
νοσταλγούς αυτούς διέβλεπε νά προβαίνει άμυδρά καί άσύλλη­
πτη οπτασία ή σιλουέτα της εκκλησίας του χωριου του, δπου
άνεγνώριζε τούς φίλους του νά γιορτάζουν φαιδρά τήν Γέννηση
του Σωτηρος, μόνη μιά μαυροφόρα γυναίκα, τή μάνα του, ν'
άνάβει χλωμή καί πικραμένη μεγάλη λαμπάδα εμπρός στήν
εικόνα της μεγάλης μάνας μέ τό θεογέννητο παιδί. Τί δέν θαδινε
νά ξεφύγει εκείνη τή στιγμή άπ' τόν Καύκασο του Μοριχόβου
καί νά βρεθεί κοντά της. 'Όλος ό βίος ξετυλίχθηκε μπροστά του.
Ξαναείδε τόν εαυτό του μικρό παιδί, δταν μέ μάγουλα φλογι­
σμένα άπ' τά ραπίσματα του βοριίi ετρεχε στήν εκκλησία του
χωριου του κρεμασμένος άπ' τό χέρι της μάνας του. Ήταν τότε
ενα ώραίο καί ακακο άγγελούδι. Τήν εικόνα του Χριστοί> χαιρε­
τουσε χωρίς φόβο μήπως συνοφρυωθεί ή ίλαρά μορφή του.
'Αργότερα ήταν ενας λεβέντης, τό καμάρι του χωριου. Στήν
εκκλησιά δλα τά βλέμματα των κοριτσιών συγκεντρώνονταν
επάνω του. 'Ακόμα καί τά εικονίσματα τόν κύτταζαν μέ καλο­
σύνη καί στοργή. Καί τώρα;! Τυλιγμένος σέ λιγδωμένα κουρέ­
λια... Ψειριάρης... Κυνηγημένος άπό παντου σάν τά άγρίμια...
256

Μέσα στά χιόνια καί τά πευκα μέ συντροφιά τά πρόβατα καί τούς
λύκους. Καί αν επιχειρουσε κάπως νά θυμηθεί πώς ήταν χριστια­
νός, ενεφανίζονταν άνάμεσα σέ καπνούς καί αϊματα τό φάσμα
των «πράξεων» καί μέ σαρδώνιο γέλοιο στά χείλη του εψιθύριζε
«καλά Χριστούγεννα, καλέ μου χριστιανέ».
'Έξαφνα σηκώνεται δ Σουδίας καί κοντά του ό Πετρούσης καί
άλλοι δυό άντάρτες χωρικοί.
-'Εμείς θά φύβγομεν.
-Που ώρα καλή; ρώτησαν πολλοί.
-Στά σπίτια μας, στό χωριό. Τά ερχομεν αϋριο βράντυ. Τά
φέρωμεν καί τσίπουρο. Χρόνια πολλά.
-Χρόνια πολλά καί χαιρετίσματα.
Μας άφηκαν τά τουφέκια καί μ' ενα ραβδί καί ενα πιστόλι
κάτω άπ' τά χωριάτικά τους ρουχα εφυγαν γιά τήν καλύβα του
καπετάνιου νά πάρουν τήν άδειά του καί άπ' εκεί γιά τό χωριό.
-Τό βράδυ θά γκάψω κι εγώ γιά τό σπίτι μου, ε{πε καί ό
'Αράπης.
-Δέν φοβασαι μόνος τούς λύκους; ερώτησε ενας νησιώτης
του σώματος Βρόντα.
-Οί λύκοι δέν τρώγουσι λύκους, άκούσθηκε άπ' τό ύπερώον
ή φωνή του Σαριδογιάννη.
· -Τί νά κάμω; είπε δ 'Αράπης. 'Έχω τόσο καιρό νά iδώ τή
μάνα μου. Δέν ξέρω τί γίνεται τό σπίτι.
-" Αφστα αύτά. Πας νά iδείς τή Λένω. Δόσε της τούς
χαιρετισμούς μου, είπε ό Ξυλευσίνος.
-Κι αύτή. Γιάιντα όχι!! Θέλτε νά σας πω τό σωστό; "Αν
μπορουσα σήμερα, θά τήν επαιρνα καί θά πήγαινα νά ζήσω σέ
μιά γωνιά ησυχα. Αύτό θέλω. 'Αντάρτες, κομιτατζήδες, στρατιώ­
τες καί τ' άλλα κουραφέξαλα... Δέ θά μου καίονταν καρφί. Μά
πούναι αύτή ή τύχη! ...
-Παραπονείσθε καί σείς πού πηγαίνετε στά σπίτια σας δταν
θέλετε; Τί νά πουμε εμείς οί άλλοι,...παρατήρησε ό Κανδυλάκης.
-'Έτσι ε{ναι. 'Έχεις δίκηο. Μά είναι καί τό άλλο. Σείς μιά
μέρα θά φύγετε, θά πατε ελεύθερα στά σπίτια σας. 'Όσοι πατε.
'Εμείς που νά παμε; Εϊμαστε καρφωμένοι επαγε. 'Έως δτου
17

257

νάρθει ή... Δύο Χριστούγεννα τώρα κάνω ετσι· μούντζωτα.
'Έγινε σιωπή. 'Έπειτα ό Κανδυλάκης, σάν νά ξακόλουθουσε
ενα αφωνο διάλογο των ψυχών ε{πε:
-'Ίντα νά κάνει ή καημένη ή γριά μου... 'Όντασες ημουνα
μικρός κ' επεσα άρρωστάρης εκανε τάμα. Ν' άνάβει κάθε χρόνο
σά σήμερα στήν Παναγιά μιά λαμπάδα ίσια μέ τό μπόι μου...
Ποιός τό κατέει;! Ε{ναι τώρα ζωντανή η πεθαμένη;...
'Ένας αλλος νεαρός συνάδελφος του σώματος Βρόντα άπό ενα
προάστιο της Σμύρνης, πού είχε βαπτισθεί, αγνωστον γιατί,
Πρόξενος, μας διηγήθηκε πως γλεντουσαν τήν ήμέρα αυτή στή
Σμύρνη καί στό σπίτι τους. Γιόρταζε μιά άδερφή του. "Αϊ καί νά
μπορουσε νά της στείλει ενα τηλεγράφημα! ...
"Αρχισε νά ζωηρεύει ή κουβέντα. Καθένας άνάφερε άναμνή­
σεις πού σχετίζονταν μέ τά Χριστούγεννα, τήν πατρίδα του καί
τόν εαυτό του καί τίς διηγόταν άπλα καί συγκινητικά. Οί
συμπληγάδες της ψυχής μας άνοίχθηκαν καί αφησαν ελεύθερο
διάβα σέ πράγματα πού ήσαν στούς άντίποδες της άποστολης καί
της ζωης μας. Κι επειδή ύπηρχαν εκεί άντιπρόσωποι άπ' δλα τά
τμήματα του ελληνισμου, ή συνομιλία είχε χαρακτήρα άπό
πανελλήνιο λαογραφική εκθεση.
'Όταν ήλθε ή σειρά μου τούς μίλησα γιά τά Χριστούγεννα του
Μοναστηριου καί ιδίως γιά τή νύκτα μέ τά κάλαντα. Τούς ε{πα
πώς αυτή τή νύκτα οί μαθητές των 'Ελληνικών, Βουλγαρικών
καί Ρουμανικών σχολείων γυρίζαμε στούς δρόμους, μέ τραγού­
δια, μουσικές, κηριά, ενετικά φανάρια, πολύφωτα αστρα καί
σπήλαια. Πώς δλοι εφιλοτιμιόμαστε νά ξεπεράσουμε τά αλλα
σχολεία στήν ενταση των φωνών, τό πλήθος των φαναριών, τό
μέγεθος καί τήν πολυχρωμία των αστρων καί των σπηλαίων. Καί
τέλος πώς στήν πρώτη συνάντηση μέ τά Βουλγαρικά η Ρουμα­
νικά σχολεία, αστρα καί σπήλαια κατρακυλουσαν κατά γης καί
μέ τά κοντάρια των ετσακίζονταν φανάρια καί κεφαλές...
Κάποτε ξημέρωσε. Μιά μικρή άγγαρεία βγήκε ν' άναζητήσει
ξύλα. Μερικοί επιχείρησαν νά νιφθουν καί νά ξεπλύνουν στό
ρευμα του ρυακιου τήν καπνίλα της καλύβας. 'Αλλά βρέθηκαν
στή μοίρα του Ταντάλου. Τό νερό ήταν κρυμμένο κάτω άπό
258

παχύτατο κρυστάλλινο θόλο. 'Όλοι έγύρισαν πίσω. Μόνος ό
Μαυρής έπέμενε καί ετριψε τή μούρη του μέ τό χιόνι. 'Όταν
μπήκε στήν καλύβα ταιριασμένος καί τό μανδήλι καλοδεμένο
στό κεq;άλι, τόν ύποδέχθηκαν γενικά μειδιάματα. 'Ο μικρός
τσομπανάκος πού συμμαζεμένος εως τότε σέ μιά γωνιά σκέπτο­
νταν τά χορτάρια, τά ξύλα, τίς κλίτσες, τό ψωμί του, ξέσπασε σέ
ακράτητα γέλια.
-Γιατί γελατε; Τί εχω; ελεγε ό Μαυρής κυττάζοντας προσε­
κτικά τόν εαυτό του. Ήταν ό δανδής του σώματός μας.
-Γιατί μονάχα ετσι μουντζουρωμένος καθώς ε{σαι του άπά­
ντησα, θά ε{χες μουτρα νά ίδείς τόν Χριστό.
'Αργότερα μας έπεσκέφθηκαν οί καπεταναίοι. «Χρόνια πολλά
παλικάρια. Του χρόνου δλοι στά σπίτια μας». Τούς έβάλαμε νά
καθίσουν σέ θρόνους φιασμένους απ' τίς κάπες μας.· Ο Μιχελής
εσπευσε νά βάλει τό μπρίκι του καφέ στή φωτιά. 'Απ' τή νύχτα
του Γνίλες έτρέφονταν άποκλειστικά μέ ψωμοτύρι. · Ο καφές
ήταν ή παρηγοριά του. Γι' αύτό απ' τήν πανοπλία του δέν ελειπε
τό μπρίκι καί ενα μονάκριβο φλιτζάνι.
-Αι. Τί γίνεσαι &κρεοφάγε... Θά νηστέψεις καί σήμερα; Του
ε{πε ό Βρόντας μόλις τόν διέκρινε.
-Σήμερα... 'Όλοι θά νηστέψτε κύριε αρχηγέ.
-Νάτρωγες τουλάχιστο ακρίδες καί μέλι άγριο! ...
-Θάχε γίνει νέος Πρόδρομος ό Βαπτιστής εστω καί μέ
απουσίαν της Σαλώμης, πρόσθεσε ό Λαύρας.
-Που νά τό βρείς τό μέλι έδώ πάνω, απάντησε ό Μιχελής,
πού δέν ε{χε πολλές γνωριμίες οϋτε μέ τήν Παλαιά οϋτε μέ τή
Νέα Διαθήκη.
- · Οπωσδήποτε σείς, έξακολούθησε ό Βρόντας,. εχετε τόν
καφέ σας... 'Εν τούτοις εχετε ϋφος δλοι σας μελαγχολικό καί
κλαψιάρικο. Στήν καλύβα μας είμαστε σαράντα άνδρες κι ακους
τή μυίγα ν' ανασαίνει. Τί εχετε πάθει σήμερα, δέν μπορώ νά
καταλάβω.
-Τίποτε κύριε άρχηγέ... 'Έτσι... Χωρίς κέφι.
-" Αν εΙναι αίτία τά τρόφιμα, σας πληροφορόj πώς ή Γραδέσνιτσα ε{ναι απ' τό πρωί πολιορκημένη... 'Ίσως τό βράδυ νά μας
259

στείλουν. Σφάξαμε δμως τρείς προβατίνες ... Έλίiτε νά πάρετε
κρέας δσο θέλετε. Μονάχα πού ήσαν γάστρωμένες καί δέν
μπορέσαμε νά βρουμε οϋτε άλάτι οϋτε ψωμί.
-'Ά! 'Όχι. Δέν πεινίiμε. Τά δικά μας τά Χριστούγεννα
καλλίτερα νά τά κάνουμε νηστικοί...
(«Στά Μακεδονικά Βουνά»)

260

31. ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΗ
Τό Σαββατόβραδο άπό νωρίς τά λαλούμενα ξανάρθαν στό
σπίτι της νύφης. Τρείς όλάκερες νύχτες στήν σειρά ε{χαν
ξεφαντώσει μέ φαγοπότι, χορούς καί τραγούδια. Τό ϊδιο ε{χε
γίνει καί στό σπίτι τοϋ γαμπροϋ. 'Όλη ή Νέβεσκα ε{χε πάρει
μέρος στό γάμο αύτόν, μοιρασμένη ή μισή μέ τή νύφη κι ή αλλη
μέ τόν γαμπρό.
Ή νύφη, ή Φανή, ήταν μιά όρφανή νοικοκυροπούλα, πού τήν
πάντρευε τώρα ό θείος της κύρ Μιχάλης, εμπορος στήν Καβάλα.
'Αφ' δτου εφθασε σέ ήλικία, πού αρχισε νά γίνεται λόγος γιά
τήν παντρειά της, πολύ λίγες φορές ε{χε προσπεράσει τό κατώ­
φλι της πόρτας της κι οϋτε ό ηλιος τήν εβλεπε. 'Η μάνα της, ή
κυρά Βέτα, ϋστερα άπ' τόν πρόωρο θάνατο τοϋ μακαρίτη, ε{χε
καταφέρει νά τά βολέψει μέ τρόπο, πού θά εκανε νά μείνει μέ τό
στόμα άνοικτό ό μεγαλύτερος οίκονομολόγος. Πολύ νέα άκόμη
κι όμορφη γυναίκα, είχε ταφεί ζωντανή μέσα στό σπίτι μέ τήν
κόρη της, χωρίς ν' άκουστεί κάν καθόλου. Ώς γνωστό, στά
μικρά μέρη ή κουσκουσουριά είναι άντίστροφα άνάλογη μέ τόν
άριθμό των κατοίκων.
Οί βιολιστές στρώθηκαν σέ μιά γωνιά κι αρχισαν μηχανικά
τήν δουλειά τους. Μά ή προσπάθειά τους δέν εϋρισκε άπήχηση.
Μόνο λίγα μικρά παιδιά πιάστηκαν στόν χορό. Γρήγορα κι αύτά
τόν παράτησαν. Ό κόσμος φαινόταν κουρασμένος άπ' τίς τρείς
όλονυκτιές. Τοϋ κάκου βάρεσαν καί τόν περίφημο τότε σκοπό
τοϋ καπετάν Λούκα:
Τί χάλευες Λούκα μ ',
τί γύρευες στου Λέχό"pό τή ράχη
πού ήταν της μόδας κι ήλέκτριζε δλους.
261

Ύπηρχε καί κάποιος άλλος σοβαρότερος λόγος της γενικής
άπροθυμίας. 'Ο γαμπρός, ό Κόλας, τά χαράγματα ε{χε άφήσει τό
γλέντι κι εφυγε γιά τό πανηγύρι στήν Φλώρινα νά πουλήσει τά
προϊόντα της τέχνης του. 'Όλοι τόν άπέτρεψαν. 'Έπρεπε νά
κοιτάξει τώρα τήν χαρά καί ν' άφήσει τίς δουλειές γι' άργότερα.
Ήταν κι οί κομιτατζήδες πού δέν επρεπε νά τούς ξεχνάει. Μά ό
Κόλας, τετραπέρατος βλάχος χρυσικός, πού ε{χε γυρίσει μέ τά
δαχτυλίδια, τά σκουλαρίκια, τίς άλυσίδες καί τ' άλλα άσημικά
του δλη τήν Παλιά 'Ελλάδα, δέν ήταν άπό εκείνους πού μποροϋ­
σαν ν' άφήσουν νά τούς ξεφύγει ενα πανηγύρι. 'Όσο γιά τούς
κομιτατζήδες τούς εγραφε στά παλιά του παπούτσια. 'Υποσχέ­
θηκε μονάχα νά φύγει ενωρίς άπ' τό πανηγύρι καί νά γυρίσει
μαζί μέ οκτώ άλλους Νεβεσκιωτες, πού ήσαν στήν Φλώρινα. 'Η
νύφη εμαθε γιά τήν άναχώρησή του άργά. 'Αλλιώς δέν θά τόν
άφηνε μέ κανένα τρόπο νά φύγει. Κλεισμένη τώρα στήν κάμαρά
της εστελνε άπό ενωρίς κάθε λίγο καί λιγάκι παιδάκια στό σπίτι
των πεθερικών νά ρωτήσουν αν ό Κόλας γύρισε. Σέ κάθε
άρνητική άπάντηση εσπαζε στά κλάματα.
-Τί κάνεις ετσι, κόρη μου; 'Όπου νά 'ναι θά γυρίσει, της
ελεγε ή μάνα της.
-Φοβαμαι, μητέρα, ήταν ή άπάντησή της κι επεφτε στήν
άγκαλιά της.
-Μά δέν πηγε πουθενά μακριά. Στήν Φλώρινα πηγε... Τό
κλάμα σου γιά καλό σας νά 'ναι.
-Φοβαμαι μητέρα.
'Η ωρα περνοϋσε κι ή άγωνία μεγάλωνε καί γενικευόταν. Γιατί
άργοϋσαν; Νύχτωσε πιά. Τί εγιναν; 'Η άπόσταση άπ' τήν
Φλώρινα ως τή Νέβεσκα δέν εΙναι περισσότερο άπό 4-41/2 ώρες.
'Από όποιονδήποτε δρόμο κι αν περνοϋσαν -τά δύσκολα εκείνα
χρόνια οί ταξιδιώτες ποτέ δέν ελεγαν ποιό δρόμο θ' άκολουθοϋ­
σαν- επρεπε νά ήσαν ενωρίς στό χωριό. Τά παζάρια καί τά
πανηγύρια εχουν ζουμί κυρίως ως τό μεσημέρι. Τί νά επαθαν
λοιπόν αυτοί οί άνθρωποι; Τούς εκράτησαν οί Τοϋρκοι; Μά
γιατί; τΗταν δλοι τους φρόνιμοι οίκογενειάρχες πού δέν ε{χαν
δοσοληψίες μέ τίς κυβερνητικές άρχές. Μήπως τούς εμπόδισε ή
262

άπογευματινή βροχή; Μά ήταν δυνατό; Ήταν Σαββατόβραδο,
γινόταν γάμος κι ε{χαν καί τόν γαμπρό μαζί τους. Μήν τυχόν οί
κομιτατζ .... ;! Καί τήν λέξη αύτή δέν τολμουσαν οϋτε νοερά ν'
άποτελειώσουν. 'Ένιωθαν νά ορθώνονται δλες οί τρίχες της
κεφαλής τους. Τό μυαλό κι ή φαντασία δλων των 1.240 κατοίκων
της Νέβεσκας, μικρών καί μεγάλων, δούλευε μέ πυρετώδη δρα­
στηριότητα ν' άνακαλύψουν τήν έξήγηση του μυστηρίου κι ενα
μεγάλο άγωνιώδες έρωτηματικό ήταν άπλωμένο πάνω άπ' τό
χωριό. Τούς φρικτούς φόβους πού ό καθένας ενιωθε μέσα του δέν
τολμουσαν οϋτε στόν εαυτό τους νά έξωτερικεύσουν κι δλοι
πάσχιζαν μ' δλη τους τήν καλή θέληση νά συγκρατήσουν τήν
ελπίδα καί τό κουράγιο. Μόνοι οί γύφτοι, λησμονημένοι στήν
γωνιά τους, επιναν ρακή, κατάπιναν μεζέδες, κι έξακολουθουσαν
εύσυνείδητα τήν δουλειά τους, γιά τήν ?ποία τούς ε{χαν φέρει
άπό τόσο μακριά. Ξένοι στήν γύρω τους άγωνία καί βλέποντας
τήν άδιαφορία γιά τόν χορό, τό ε{χαν γυρίσει στά τραγούδια.
'Έλεγαν τόν ενα στίχο μέ τό στόμα καί τόν έπαναλάμβαναν μέ τά
δργανα. · Ο Λούκας μέ τήν ράχη του Λεχόβου επαιρνε κι εδινε.
Σάν νά ε{χε πειραχτεί τό φιλότιμό τους άπ' τήν γενική άδιαφο­
ρία, πού δέν έγνώριζαν τήν αιτία της, βαρουσαν τά δργανά τους
καί τά φυσουσαν μέ δλη τήν δύναμη του πλατιου στήθους των γιά
νά καταστήσουν αισθητή τήν παρουσία τους. Νόμιζες πώς θά
εσπανε τό βιολί πού τό επαιζε ενας κατάμαυρος γέρος μέ ασπρα
μαλλιά καί θά ράγιζε τό μικρό τύμπανο, πού κρατουσε ενα παιδί.
Τό κλαρίνο έσκόρπιζε κάτι όξείς ηχους, ίκανούς νά σπαράξουν
τά αύτιά των κωφαλάλων. Κάπου-κάπου δμως άντηχουσε άπό
μερικά σπίτια καί καμιά γυναικεία κραυγή άκόμα διαπεραστικό­
τερη πού εσβηνε άμέσως.
Στό σπίτι του γαμπρου σ' ενα δωμάτιο του πάνω πατώματος
μαζεμένοι άρκετοί ανδρες σχολίαζαν χαμηλόφωνα τήν άνεξή­
γητη καθυστέρηση! 'Έλεγαν καί ξανάλεγαν πράγματα πού είχαν
ξαναπεί άπό νωρίς εκατό φορές.,�έχονταν τήν μιά έξήγηση γιά
νά προχωρήσουν άμέσως άργότερα σέ μιάν αλλη.
-Ξέρετε τί λέω έγώ; ε{πε ό κύρ Μιχάλης, πού ε{χε πάει κι
αυτός στήν σύσκεψη των συμπεθέρων, θά πήραν στόν γυρισμό
263

τόν δρόμο τfjς Νεγοβάνης. Εlναι μακρινότερος, μά ασφαλέστε­
ρος. Μέ τήν βροχή γύρισαν στήν Νεγοβάνη. 'Εκεί τούς κράτη­
σαν. Στόν κάμπο εβρεξε δυνατότερα άπ' έδ&.
-Αύτό ε{ναι, εΙπαν μ' ενα στόμα οί συμπέθεροι. Τούς
κράτησαν οί Νεγοβανίτες. Κι έμείς χολοσκάνομε έδ& πάνω.
-Καί πολύ καλά εκαμαν οί Νεγοβανίτες. Μπράβο τους,
έπρόσθεσε ενας άλλος. Εlναι καιρός τώρα νά βρεθουν εξω τήν
νύκτα νοικοκυραίοι άνθρωποι; 'Εμείς ας στενοχωρηθουμε καί
λιγάκι. Δέν θά πάθουμε τίποτε. Νά δώσει μονάχα ό Θεός νά βγεί
σέ καλό.
-'Έτσι, είναι, απάντησε άλλος. Οί Νεγοβανίτες ξέρουν απ'
αύτές τίς δουλειές. Εlναι ψημένοι.
• Η έξήγηση δτι εμειναν στήν Νεγοβάνη μεταδόθηκε άμέσως
σ' δλο τό χωριό. Καί ώς ήταν έπόμενο, κατέληξε νά γίνει
γεγονός καί γι' αύτούς πού τήν εΙχαν βρεί. 'Απ' τίς πόρτες καί
τά παράθυρα ή μιά γυναίκα μετέδιδε τήν χαρμόσυνη είδηση στήν
άλλη.
-Τά 'μαθες, Δομνίκα; φώναζε ή Σεβαστή. 'Έμειναν στήν
Νεγοβάνη. Τ' άκους; Καλά σου τά 'λεγα έγώ. Δέν μέ άκουες.
-Δόξα νά 'χει ό Θεός. Δόξα νά 'χει ό Θεός, άπαντουσε στό
σκοτάδι ή Δομνίκα. Αύτοί κοιμουνται ή γλεντουν κι έμείς
κοντεύουμε νά χάσουμε τά μυαλά μας. Ποιός ήρθε άπ' έκεί;
-Ήρθε είδηση άπ' τήν Νεγοβάνη.
Μές στόν ένθουσιασμό, πού γέννησε ή έξήγηση -είδηση­
γεγονός, εβγαλαν τήν νύφη στίς τρείς βρύσες, σύμφωνα μέ τά
εθιμα. 'Εβάδιζαν έπί κεφαλfjς τfjς πομπfjς τά λαλούμενα κι
άκολουθουσαν άργά-άργά μέ τά κανονισμένα γιά τήν τελετή
αύτή τραγούδια οί φιλενάδες. Στό μέσον ήταν ή νύφη. Στολι­
σμένη καί φτιασμένη, άλλά άμίλητη καί παγωμένη, άδιάφορη
σερνόταν σάν ενα άψυχο σώμα.
Τήν ίδια ωρα ό κύρ Μιχάλης, άπιστος Θωμας στήν έξήγηση­
είδηση τfjς Νεγοβάνης, πού ε{χεν ό ίδιος κατασκευάσει, επαιρνε
ενα φίλο του Τούρκου τηλεγραφητου καί τραβουσε μαζί του στό
σπίτι του. Μέ πολλά κτυπήματα στήν πόρτα καί περισσότερα
παρακάλια κατόρθωσαν νά ξυπνήσουν τόν σουλτανικόν ύπάλ264

ληλο, πού κοιμόταν βαθιά στήν άγκάλη της χανούμισσάς του,
χωρίς νά του καίεται καρφί, αν ενα όλάκερο χωριό ήταν άνά­
στα το γιά τήν τύχη εννέα πιστών ύπηκόων του αύθέντου του. Μέ
δυό ζευγάρια κάλτσες άπ' τήν προίκα της νύφης κι ενα πιάτο
γλυκά του γάμου τόν επεισαν νά χωρισθεί άπ' τό στρώμα του καί
νά πάει στό τηλεγραφικό γραφείο, πού τό ε{χε άφήσει πολλές
ώρες πρίν βραδιάσει καί νά καλέσει τήν Φλώρινα. "Αδικος
κόπος. 'Εκείνη δέν άπάντησε.
Κι ό τηλεγραφητής της πρωτευούσης της επαρχίας ε{χε βαθιά
άποκοιμηθεί μέ τήν χανούμισσα ή τό χαρέμι του χωρίς νά
ίδρώνει τ' αύτ ί του αν οί εννιά Νεβεσκιώτες ε{χαν πάρει άντί της
Νέβεσκας τόν δρόμο του ίiλλου κόσμου.
Πρίν τά μεσάνυχτα τά λαλούμενα της νύφης καί του γαμπρου
νωμένα
βάρεσαν μαζί στό μεσοχώρι γιά τελευταία φορά τό:
ε

Τί χάλευες, Λούκα μ ',
τί γύρευες στου Λέχοβο τή ράχη
καί πήγαν νά κοιμηθουν.
'Η ήσυχία άπλώθηκε πάνω άπ' τό χωριό. 'Εννοείται δμως δτι
κανείς σχεδόν δέν εκλεισε δλη τή νύχτα μάτι. Στά σπίτια αύτών
πού δέν γύρισαν εκαιαν άδιάκοπα κανδηλες καί λαμπάδες.
'Η νύφη κουλουριασμένη μέ τά νυφικά της σέ μιά γωνιά επάνω
άπ' τήν ψηλή κόχη, τήν στρωμένη, δπως κι δλο τό δωμάτιο μέ τά
ώραία χαλιά της Νέβεσκας, παρέμεινε άκίνητη κι άμίλητη σάν
νά ε{χε άπολιθωθεί. Τά δάκρυά της ε{χαν στερέψει άπότομα. Τά
μάτια της φαίνονταν ίiχρωμα καί ίiτονα σάν νά ε{χε φύγει μέ τά
πρόωρα δάκρυα κι ή ζωή τους. Τό δλο πρόσωπό της ε{χε πάρει
μιά εκφραση περισσότερο άνησυχητική κι άπ' τό σπαρακτικό­
τερο κλάμα.
-Πρέπει νά κοιμηθείς μιά στάλα, κόρη μου, της ελεγε ή
μάνα της. Πλάγιασε. Ε{σαι κο.uρασμένη άπό τόσες νύχτες. Κι
αυριο εχεις τήν στέψη σου.
'Εκείνη σιωπουσε.
2fi5

- 'Ησύχασε λιγάκι, επέμενε ή μάνα. Δέν μπορείς νά ε{σαι
αϋριο μέ κουρασμένο πρόσωπο. Τί νύφη θά ε{σαι;
'Έξαφνα ή κόρη τήν ρώτησε:
-Πόσον καιρό εζησες μέ τόν πατέρα, μάνα;
-Τί ερώτηση ε{ν' αύτή; Μένα θά κοιτάξεις; Δέν ήταν ζωή ή
δική μου. 'Άφησέ με μένα... Τύχη γραμμένη μέ όλόμαυρη
μελάνη. 'Όταν παντρευτήκαμε εμεινε ό μακαρίτης μαζί μου όκτώ
μηνες. 'Έπειτα εφυγε στά ξένα. 'Ύστερα από δυό χρόνια γύρισε
γιά νά μείνει στό χωριό σαράντα μέρες. Ξανάφυγε καί δέν τόν
ματαείδα. Πέθανε στά ξένα. Μαύρη ζωή...
-'Αμ' εγώ! ... 'Αμ' εγώ! ...
Ξημέρωσε. 'Όλος ό πληθυσμός ξεχύθηκε απ' τά μεγάλα καί
ωραία σπίτια του στήν εξοδο του χωριου, εκεί πρός τόν δρόμο
της Νεγοβάνης.
"Ανδρες καί γυναίκες ε{χαν τό μειδίαμα της προσδοκίας καί
της ελπίδας στά χείλη καί τόν θάνατο στήν ψυχή. 'Αλληλοκοι­
τάζονταν μέ κάποια διακριτική περιέργεια. Ήταν λοιπόν αρκετή
μιά νύχτα γιά ν' αλλοιώσει τόσο βαθιά τά χαρακτηριστικά τους;!
Οί περισσότερες γυναίκες ε{χαν γίνει λείψανα. Μερικές ε{χαν
βγάλει κι άσπρα μαλλιά.
Πολλοί νέοι καί παιδιά προχώρησαν πρός τήν Νεγοβάνη
μέσα στό δάσος γιά νά προϋπαντήσουν αύτούς πού περίμεναν μέ
τόση λαχτάρα. 'Αλλ' εκείνοι αργουσαν νά φανουν. 'Ίσως οί
Νεγοβανίτες επέμεναν να τούς δώσουν καφέ, ϊσως καί γάλα. 'Η
ωρα περνουσα αργά-αργά σάν νά είχαν κρεμαστεί βαρουλκα
στούς ωροδείκτες. Τό πλήθος περίμενε πάντα καρφωμένο στή
θέση του μέ μάτια στηλωμένα πρός τόν δρόμο. Δέν θορυβουσε,
δέν μιλουσε καί μπορεί νά εiπεί κανείς δέν ανάσαινε. 'Όσο
περνουσε ή ωρα, ή χλωμάδα στά πρόσωπα δλων γινόταν ακόμα
εντονότερη. Ήταν φανερό πώς κανένας πιά δέν πίστευε στό
παραμύθι της Νεγοβάνης. 'Επέμεναν μ' δλα ταυτα νά μήν
φύγουν απ' εκείνη τήν θέση σάν νά μήν ήθελαν ν' αποχωρι­
σθουν από τήν τελευταία ελπίδα πού τούς είχε απομείνει.
'Επί τέλους, εφθασαν τηλεγραφικές ειδήσεις απ' τήν Φλώ­
ρινα. 'Ο καϊμακάμης τηλεγράφησε πώς οί εννιά Νεβεσκιώτες
266

ε{χαν άναχωρήσει γιά τό χωριό τους τό μεσημέρι. 'Αποσπά­
σματα στρατου καί χωροφυλάκων ετοιμάζονταν νά εκστρατεύ­
σουν γιά νά τούς βρουν ζωντανούς ή νεκρούς.
· Ο θρήνος, ό κλαυθμός κι όδυρμός ξέσπάσε τώρα πιά γ ενικός,
άκράτητος, σπαρακτικός...
Μόνη ή νύφη παρέμενε άδάκρυτη. Καθισμένη στήν ίδια κόχη
μέ τά εντόπια χαλιά , στολισμένη μέ τά νυφικά της, άκίνητη,
άμίλητη, ά φωνη, εκοίταζε επί μονα μέ τά άχρωμα καί άτονα μάτια
της τήν όροφή. 'Η μητέρα της πεσμένη στά πόδια της ξέσχιζε τά
μάγουλά της, ξερίζωνε τά μαλλιά της κ0:ί σπαρταρουσε.
Κλεισμένη στήν ίδια κάμαρα μέ λίγα νυφικά τέλια στό
στήθος της καρτεράει άκόμα τόν Κόλα της, πού χάθηκε στόν
δρόμο μαζί μέ τούς όκτώ άλλους Νεβεσκιωτες, χωρίς ν' άφήσουν
κανένα σημάδι πίσω τους σάν νά άνοιξε ή γη καί τούς κατάπιε.
(«'Η Γεωργίτσα»)

267

32. Ο ΚΙΤΣΟΣ
Μιά σκοτεινή βραδιά στίς 15 Γενάρη 1908 μπηκε τό σώμα του
Κόρακα στό Ριάχοβο, ενα χωριουδάκι στά ριζά του Βερμίου
κοντά στή Βέροια, νά ζεσταθουν μιά δυό νύχτες, νά ξαποστά­
σουν, νά χορτάσουν. Ε{χαν πέσει πολλά χιόνια.
Τούς ύποδέχθηκαν πρώτα τά σκυλιά. 'Άνοιξαν επειτα δειλά
δειλά μερικές πόρτες. Μπηκαν μέσα σέ καταλύματα στό κάτω
μέρος του χωριου. Οί άντρες εφαγαν γλήγορα δ,τι πρόχειρο τούς
ετο,ίμασαν, τυλίχθηκαν στίς κάπες καί πλάγιασαν. Εlχαν τρείς
νύχτες νά κοιμηθουν κάτω άπό στέγη...
Ό άρχηγός κάθησε σ' ενα ξύλινο τρίποδα κοντά στό τζάκι
δπου ε{χε ρίξει πολλά ξύλα καί κάπνιζε. 'Έβλεπε δτι ε{χε γίνει
δύσκολη ή θέση του στό βουνό ϋστερ' άπ' τά πολλά χιόνια πού
επεσαν. 'Έπρεπε νά κυττάξει νά κατεβεί στόν Βάλτο εστω καί αν
ε{χε δουλειά στά όρεινά χωριά. Κοντά του είχε καί χάϊδευε τόν
Κίτσο, ενα πελώριο κριάρι μέ μεγάλα στριφογυριστά κέρατα.
'Ο Ξυνογαλας, ενας όπλίτης, παλιός κλέφτης, ήθελε ναχει
σώνει καί καλά σύμφωνα μέ τήν παλιά κλέφτικη παράδοση τό
«μανάρ' » του, τόν Κίτσο. Τόν άγάπησαν γλήγορα δλοι. Τό_ν
τάϊζαν κριθάρι, ψωμί καί συχνά ζάχαρη. Ε{χε γίνει σάν ενα μικρό
βόδι. Του είχαν κρεμάσει στό μέτωπο μέ άλυσίδα άπ' τά κέρατα
πολλά «γρόσια», «τέταρτα», «μετζήτια» καί ενα χρυσό εικοσό­
φραγκο. · Ο Κίτσος άγαπουσε καί καμάρωνε γιά τά στολίδια του.
Μιά μέρα πού του ταβγαλαν γιά δοκιμή κράτησε σκυμμένο καί
περίλυπο τό κεφάλι. Ήταν πιά ή μασκώτ του σώματος. Τό
πονηρό ζώο βάδιζε πάντοτε μπροστά πλάϊ στόν άρχηγό. Τόν
ελεγαν καί «ύπαρχηγό».
-Τί λές σύ Κίτσο; Νά φύγουμε στόν Βάλτο; ε{πε ό Κόρακας
πιάνοντάς του τά κέρατα.
Ό Κίτσος κατέβασε τό κεφάλι καί ετριψε τή μούρη του στά
268

γόνατα του αρχηγου. Συμφωνουσε νά φύγουν, αν καί δέν θά
καλοπερνουσε καe-όλου στή λίμνη. Θά ήταν φυλακισμένος στ_ήν
«καλύβα» χωρίς νά κάμνει οϋτε βημα εξω. Παντου νερά.
Μπηκε τότε στά νύχια ενα παλικαράκι του χωριου καί ε{πε
του Κόρακα σιγά:
-Ξέρ'ς καπ'τάνιε. Ίδω ε{ν' ό Μπεκίρ αγας.
-Τί λές μωρέ; Δέν μούπε τίποτε ό μουχτάρης καί οί αλλοι.
-Φοβήθ'καν μήν πάθει τό χωριό.
-Καί που είναι;
-Σ' ενα σπίτ'. Στήν ίiλλη ακρ'. Ψέν κότες...
Ό Μπεκίρ αγας ήταν ενας Τουρκος ή Τουρκαλβανός απ' τό
Ντερελί της Λάρισας, πού σκότωσε κάποιον καί βγηκε στό
κλαρί. 'Επιχείρησε μάλιστα νά πιάσει «σκλάβο» τόν δήμαρχο
της Λάρισας. Τόν επικήρυξαν γιά μεγάλο χρηματικό ποσό καί
τόν ανάγκασαν νά περάσει στό «τούρκικο». 'Ενώθηκε εκεί μέ τή
ρουμανοληστρική συμμορία του Δαρλαγιάννη, πού ε{χε κάμει
πολλούς φόνους καί ε{χε γίνει φοβερή μάστιγα γιά τά χωριά της
Κατερίνης καί της Βέροιας. Οί Τουρκοι εκλειναν τά μάτια.
Προστάτευαν μ' δλα τά μέσα τήν ρουμανική προπαγάνδα σύμ­
φωνα μέ τήν αρχή του «διαίρει καί βασίλευε».
'Ο Κόρακας πη ρε τρείς αντρες του καταλύματος, εδεσε τόν
Κίτσο στό παχνί καί ε{πε του παιδιου:
-Παμε.
Ό Μπεκίρ αγας ήταν πραγματικά σ' ενα σπιτάκι στήν ίiλλη
ακρη του χωριου. Δέν τούς πηρε είδηση. Ήταν τό χιόνι. Εlχε
απορροφηθεί απ' τή δουλειά του. 'Έψηνε ό ερίφης σέ μεγάλη
φωτιά εξι κότες!... 'Έπεσαν καί οί τέσσαρες πάνω του. 'Ο
Μπεκίρ δμως ήταν γερός καί πάλευε μέ πολύ θάρρος. 'Αναγκά­
στηκε νά τόν κτυπήσει ό Κόρακας μέ τόν ύποκόπανο στό κεφάλι.
Τόν εδεσαν.
-'Αμάν καπετάνιε, ε{πε πεσμένος στά γόνατά. Μή τό σκοτώ­
νεις εμένα. Τά σου παραντίν�_1όν Νταρλαγιάννη.
-'Αλήθεια, Μπεκίρ; Μπέσα γιά μπέσα;
-Μπέσα γιά μπέσα. Μά τόν 'Αλλάχ. Μά τό Τεό, καπετάνιε.
'Ο Κόρακας ξι;σήκωσε α.μέσως τούς κοιμισμένους αντρες του
269

καί ξεκίνησαν. Γύριζαν τρείς νύχτες στά χιονισμένα βουνά. Τόν
αιχμάλωτο όδηγό κρατουσαν τρείς, δεμένο στή μέση. Μά δέν
φάνηκε πουθενά οϋτε σημάδι άπ' τήν 6χταμελή συμμορία του
Δαρλαγιάννη. Κατάλαβαν δτι ό Μπεκίρ τούς κορόϊδευε καί
κύτταζε νά τό σκάσει. Ε{χε μείνει πιστός στό φίλο καί συνεργάτη
του.
Τόν καθάρισαν.
Οί τρείς άντρες πού ε{χαν πάρει μέρος στό πιάσιμό του
ζήτησαν άπ' τόν άρχηγό νά φροντίσει νά τούς δοθεί ή επική­
ρυξη. 'Ο Κόρακας εγραψε στό «Κέντρον» της Θεσσαλονίκης.
Καί σέ δέκα μέρες εφτασε στή λίμνη των Γιαννιτσών ή άπά­
ντηση του 'Υπουργείου των 'Εσωτερικών. 'Έλεγε δτι σύμφωνα
μέ κάποιο νόμο μέ τρία γράμματα του άλφαβήτου «δέν εδικαιου­
ντο της επικηρύξεως ώς φονεύσαντες τόν επικηρυγμένον ληστήν
εν τij άλλοδαπij καί ούχί εν τij ήμεδαπij» ...
Τό βράδυ στίς 18 του Γενάρη τό σώμα μπfjκε στό Τσούρνοβο,
μεγάλο χωριό ψηλά στό Βέρμιο. Τό χιόνι ε{χε φτάσει σέ πολλά
μέρη καί ξεπεράσει τό ενα μέτρο καί σέ μερικά λακκώματα, δπου
τό μάζευε ό άέρας, τά δυό μέτρα. Καί εριχνε καινούργιο, ψιλό,
κοσκινισμένο.
-Θά μείνουμε άπόψε εδώ καί τό πρωί θά φύγουμε, εδήλωσε ό
Κόρακας στήν επιτροπή.
-Κί που θά πατ' μέ τουτα τά χιόνια; Μήτε τά ζ'λάπια... ε{πε
ό Πρόεδρός της.
-'Έτσι τδφερε ή κατάρα. Είμαστε χειρότεροι καί άπ' τά
ζουλάπια.
Θά περνουσε τήν ήμέρα σ' ενα κοντινό δάσος καί τό βράδυ
θά κατέβαινε σ' ενα χωριουδάκι του κάμπου δπου οί Τουρκοι
ποτέ δέν θά τόν ζητουσαν... 'Εκεί θά κανόνιζε τήν διαφυγή τους
στό Βάλτο.
Τά βαθειά χαράματα τό σώμα ήταν στό πόδι. 'Ο Κόρακας
πfjγε στή βρύση νά γεμίσει τό παγούρι του. Τρεχάτος καί
τρομαγμένος ήρθε ό άγροφύλακας.
-Καπ'τάνιε, Τουρκ'! φώναξε μέ πνιγμένη φωνή.
'Έδειξε μέ τό χέρι καί πολλές σκιές πού εστεκαν πάνω άπ' τό
270

χωριό. Τίς εΙδε καί ό Κόρακας. Τό χιόνι εξακολουθουσε νά
πέφτει πυκνότερο. ΕΙχε λίγη καταχνιά.
- 'Εμπρός. Καί γεμίστε τά δπλα, πρόσταξε ό αρχηγός.
Πέρασαν τίς κάπες στό αριστερό μπράτσο καί εΙχαν ετοιμα
τά τουφέκια στό δεξιό.
Πηραν μιά ρεματιά πού εβγαινε στό κάτω μέρος του χωριου.
Οί Τουρκοι κι αν τούς εΙδαν από ψηλά δέν ηξεραν αν ήταν
. «λησταντάρτες» ή χωριάτες.
Πρόβαλαν μπροστά τους, από ενα δρομάκι, ό μουχτάρης
(πρόεδρος),ό παπας καί ό δάσκ�λος, ό ενας χλωμότερος απ' τόν
αλλο.
-"Ασχ'μ. Π'λύ ασχ'μα καπιτάνιε. Τουρκ'. Μας εχ'ν ζώσει,
εΙπε ό πρωτος.
-Τό εΙδα.
-Κί τί θά κάμ'τε;
-Φεύγομε. Τί αλλο;
-Θά σκοτωθουν αδικα τά παιδιά, αρχηγέ, πηρε τόν λόγο ό
παπας. Πολλοί οί Τουρκοι. 'Έχουν πιάσει τά μέρη. Είναι καί τά
χιόνια. "Αν εϊσαστε λίγοι νά σας κρύβαμε... 'Άσχημα. Πολύ
ασχημα.
-'Έχομε καί ήμείς τουφέκια καί ό Θεός βοηθός.
-Καί τό χωριό; Θά τό κάψουν.
-Τί νά γίνει;! Γειά σας, γειά σας, ό Θεός...
-Πάει! Πάει τό χωριό μας! ξαναείπε δακρυσμένος ό μουχτάρης.
Κάτι θέλησε νά είπεί καί ό δάσκαλος γιά ελαφριά ποινή."Αν
βέβαια δέν αντιστέκονταν.
· Ο Κόρακας ούτε γύρισε νά τόν κυττάξει.
Στήν ακρη του χωριου διασταυρώθηκαν μ' ενα αξιωματικό
καβάλλα σ' αλογο, μέ τό περίστροφο στό χέρι καί 10-15
στρατιώτες πίσω του. Πήγαιναν από μιά αλλη ρεματιά νά
πιάσουν τό κάτω μέρος του χωριου. Ό Κίτσος ρίχθηκε εύθύς
ακράτητος απ' τόν ήρωϊσμό η τόν φόβο του στά πόδια του
αλόγου καί φαίνεται πώς τό χτύπησε μέ τά κέρατά του.Τό αλογο
τινάχθηκε τρομαγμένο, ή σέλα εγειρε καί ό αξιωματικός βρέθηκε
271

φαρδύς πλατύς κάτω στό χιόνι. Μέ τήν ίδια δμως όρμή χύθηκε κι
ό Κίτσος στά πόδια των στρατιωτών. 'Εκείνοι ε{χαν όλότελα
αιφνιδιασθεί. Πήραν καί τόν Κίτσο γιά κάτι τό εξωτικό, κάτι σάν
τελώνιο της άραβικfjς μυθολογίας... Παγωμένοι καί κουκουλω­
μένοι στούς μανδύες ε{χαν κρεμασμένα τά δπλα στόν ώμο. Δέν
ήξεραν δτι ύπηρχε μεγάλο σωμα στό χωριό. Νόμισαν πώς τό
κύκλωσαν δπως άλλοτε, ετσι γιά νά πουν πώς κάτι κάνουν...
Πολλές φορές ε{χε πάει χαμένος ό κόπος τους. Σάν άντίκρυσαν
ξάφνου καί άπότομα τούς άγριεμένους άντρες, τούς περισσότε­
ρους γενειοφόρους, τόν γιγαντόσωμο Σκοτίδα καί τόν ύψηλό­
σωμο άρχηγό μπροστά μέ τά τουφέκια ετοιμα, στραμμένα πάνω
τους καί ε{δαν τόν άξιωματικό πεσμένο κάτω, τίiχασαν καί
κοκάλωσαν! ... Μπορουσαν τότε νά τούς ξεκάμουν οί άντάρτες,
αν δέν ύπηρχαν αύστηρές διαταγές νά μή χτυπουν πρωτοι τούς
Τούρκους. Ε{χαν καί τά πιστόλια καί ήταν περισσότεροι. Δέν
συνήλθαν οί «νεφέρηδες» παρ' δταν τό σωμα ε{χε στρίψει πίσω
άπό ενα ύψωματάκι. 'Έριξαν εύθύς κάμποσες τουφεκιές στόν
άέρα. 'Ο Κόρακας παραπέρα οχυρώθηκε σέ μερικούς βράχους
καί φιλοδώρησε τούς γύρω Τούρκους μέ σφαίρες. 'Έπεφταν τώρα
τουφεκιές, άπό παντου στά κουτουρου. Ήταν ή άπόσταση, ή
καταχνιά, τό χιόνι. 'Ο Κόρακας στό μεταξύ χώθηκε σέ μιά
ρεματιά πρός τό δάσος. Οί Τουρκοι δέν τόν άκολούθησαν. Ε{χαν
ίσως κουραστεί ή καί φοβηθεί. Προτίμησαν νά δώσουν τόπο
στήν όργή καί νά γυρίσουν χωρίς φασαρίες καί άπώλειες στόν
ζεστό στρατώνα τους. 'Ο 'Αλλάχ δέν θέλησε νά τούς βοηθήσει.
Στό προσκλητήριο πού εκαμε άργότερα ό Κορακας παρατή­
ρησε δτι άπουσίαζε ό Κίτσος καί μιά... κάπα.
-Θά τόν πηρε καμιά σφαίρα τόν κακομοίρη, ε{πε μέ άληθινή
λύπη.
Μερικοί άλλοι πηγαν νά συλλυπηθουν τόν Ξυνογαλα πού
βαρυπενθουσε.
-'Έπεσε ήρωικως μαχόμενος, του ελεγαν...
'Ο Κίτσος είχε αιχμαλωτισθεί ή ίσως καί αύτομολήσει: Μέ τίς
τουφεκιές... τδβαλε σάν τρελός στά πόδια.
'Οδηγήθηκε «έν θριάμβφ» στή Βέρροια μαζί μέ τήν κάπα.
272

Κυκλοφόρησαν μάλιστα καί τήν διάδοση οί Τοϋρκοι πώς ε{χαν
ξεκάμει καί τόν Κόρακα...
Ό Κίτσος βγήκε στήν Βέροια σέ πλειστηριασμό μαζί μέ τά
νομίσματα πού κρέμονταν στά κέρατά του. Ε{χαν κάμει φτερά
μονάχα τό είκοσόφραγκο καί τά μετζήτια. Κρατοϋσε σκυμμένο
τό κεφάλι σάν νανοιωθε τήν ταπείνωσή του. Πολύς κόσμος τόν
κύτταζε περίεργα. 'Ένας μπέης καί ενας ρουμανοδάσκαλος πρό­
σφεραν μεγάλα ποσά. Πλειοδότησε δμως ενας δικός μας χασά­
πης, πού ε{χε διαταγή άπ' τόν γιατρό Βελτσίδη καί τόν εμπορο
Καρακώστα νά τόν άγοράσει δσο δσο ...
-Θά τόν στείλει πάλι στούς άντάρτες! φώναξε ό ρουμανο­
δάσκαλος.
-'Έλα νά τόν ίδείς αυριο κρεμασμένο στό μαγαζί, τοϋ
άποκρίθηκε ό χασάπης!
Καί στόν καϊμακάμη ε{πε εμπιστευτικά:
-Τόν άγόρασα, πασα μου, γιά τά στριφογυρισμένα κέρατά
του. Ε{ναι πολύ σπάνια. Οί Φράγκοι ξετρελαίνονται...
-'Έχουν μεγάλη άξία;
-Καλούτσικη.
-" Α. Οί σκυλοφράγκοι! Ε{ναι γιά τά πανηγύρια. Στείλε μου
ενα μποϋτι νά ίδ& τί κρέατα τρώγουν οί άντάρτες.
Ό χασάπης εστειλε τήν άλλη μέρα ενα μποϋτι στόν καϊμα­
κάμη (επαρχο) καί τόν Κίτσο στόν Κόρακα...
Τό «άπολωλός» πρόβατο εγινε δεκτό μ' ενθουσιασμό, χάδια
καί περισσότερη ζάχαρη. Καί ό Κίτσος δέν ήξερε πώς νά δείξει
τήν χαρά του. Χοροπηδοϋσε, ετρεχε, ετριβε τή μούρη του στά
γόνατα τοϋ άρχηγοϋ, τοϋ Ξυνογαλα καί των άλλων.
'Ύστερ' άπό ενα μήνα τό σώμα βγήκε άπ' τόν Βάλτο καί
περνώντας τή σιδηροδρομική γραμμή επεσε σ' ενέδρα τούρκικη.
Τό σκοτάδι δμως ήταν πηχτό, τό μέρος γεμάτο βάτα, χαμόκλαδα,
λάκκους. Τή γλύτωσαν εύθηνά.
Ό Κίτσος πάλι χάθηκε. Τό ξqχάβαλε σάν τρελός στά πόδια...
Ήταν γενναίος, άτρόμητος καί περήφανος, μά συχαινόταν τίς
τουφεκιές...
Αυτή τή φορά δμως αν ξανάπεφτε σi,ά χέρια των Τούρκων, θά
18

273

τήν πάθαινε άσχημα ό χασάπης, πού τόν άγόρασε καί πολλοί
ϊσως άλλοι.
Μόλις κάπως ξέφυγαν άπ' τόν τόπο της συμπλοκης πρόσταξε
ό Κόρακας νά τρέξουν οί άντρες καί όπωσδήποτε νά τόν βρουν.
Ε{χε τρυπώσει ό παλικαρίiς μακριά σέ μιά γούβα σκεπασμένη
βάτα. 'Όταν άκουσε γνώριμες φωνές νά φωνάζουν Κίτσο, Κίτσο,
ετρεξε άμέσως κοντά τους.
Μά ήταν πιά άνοικονόμητος καί επικίνδυνος. Τόν εφαγαν τήν
άλλη μέρα στό μοναστηρι οί «'Άγιοι Πάντες».
'Ο Ξυνογαλίiς εμεινε νηστικός δλο εκείνο τό είκοσιτετράωρο ...
(«Τό λαμπρό καταφύγιο»)

274

33. Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
'Ένα βροχερό καί κρύο απομεσήμερο τοϋ Μάρτη 1908 στήν
'Άγρα (τότε Βλάντοβο) της 'Έδεσσας ό Θεόδωρος Κάρτας
πήγαινε μ' ενα κοφίνι στόν ώμο νά πάρει άπό κάποιο φίλο
χορτάρι γιά τά λίγα πρόβατά του. 'Εκείνη τή στιγμή γύριζε σπίτι
της μέ δυό σταμνιά στά χέρια απ' τή βρύση ή χήρα τοϋ
Δημήτρη Χότζα.
-Καλησπέρα, της είπε ελληνικά.
-Καλησπέρα, απάντησε εκείνη.
-Πώς εΙσαι, είσαι καλά; ρώτησε στό τοπικό ιδίωμά τους.
-Τί καλωσύνη νι'iχω εγώ τώρα Θεόδωρε! ...
- 'Ο Θεός εΙναι μεγάλος, Μήτραινα. Είναι μεγάλος.
-Ό Θεός! ...
Καί ενας βαθύς αναστεναγμός της ξέφυγε.
-Δέν πρέπει ν' απελπίζεσαι... Τί ξέρεις! ... Μπορεί νά σοϋ
ερθει ξαφνικά καμιά μέρα ό Θανάσης!
-Ν·ά ερθει; ... Τόσα χρόνια δέν εχω καμία εϊδησή του.
-' Αντάρτης ήταν... Μποροϋσε νά γράψει;
-" Αν ήταν ζωντανός! ... Θι'iβρισκε τόν τρόπο νά μου γράψει.
Σείς καλά είστε;
-Δόξα τφ Θεφ καλά είμαστε... Μονάχα τό βόδι, εκείνο τό
μαυρο, μου κουτσαίνει.
-Νά τό κυττάξεις, Θεόδωρε. Νά τό πας στό ναλμπάντη (τόν
πεταλωτή. Έκτελοϋσε χρέη κτηνιάτρου). 'Ένα βόδι σήμερα
κοστίζει λίρες.
-Θά τό πάω, Μήτραινα, θά τό πάω.
'Ο Θεόδωρος ξεκίνησε γιά τή δουλειά του. Μά σέ λίγο γύρισε
πίσω, τήν πλησίασε καί της εΙ�;· σιγά:
-Κάτι θά σοϋ πω. Μά νά μή σοϋ φύγει λόγος.
-'Έννοια σου, Θεόδωρε. Μικρή δέν εΙμαι.
275

-Είναι ενα παιδί... Δικό μας... 'Ένας άντάρτης... λιγάκι
ι'iρρωστος.
-Τί εχει τό καημένο τό παιδί;
-Δέν ξέρω... "Άρρωστος είναι... Νά τόν φέρω σπίτι σου; ...
Έκει πού είναι, δέν εχει ήσυχία. Πολλά μικρά παιδιά.
-Νά τόν φέρεις. Νά τόν φέρεις.
-Μιά δυό μέρες θά μείνει.
-Νά μείνει καί περισσότερες... 'Έως στου γίνει καλά... 'Από
μένα μιά φορά κανένας δέ θά μάθει πώς τόν εχω σπίτι μου.
'Ανοιξτε τά μάτια σεις.
-'Εξόν άπό μένα καί σένα κανένας ι'iλλος δέ θά ξέρει τίποτε.
-'Έτσι πρέπει.
-Νά τόν κυττάξεις καλά Μήτραινα.
-'Όσο γι' αυτό... Τί λόγος; ... Σάν τόν Θανάση μου.
-'Έχει θαρρώ τήν ήλικία του Θανάση.
'Η φτωχή μάνα σφούγγισε μέ τό μανίκι τά μάτια.
-Τό καημένο τό παλληκάρι... είπε. Καί είναι πολύ ι'iρρωστο;
"Ασχημα;
-'Όχι καί πολύ. 'Έχει λίγο πυρετό... Στό σπίτι σου θά γίνει
γλήγορα καλά.
-Φέρ' τον... φέρ' τον Θεόδωρε, θά τόν εχω σάν τόν Θανάση
μου.
-Θά τόν φέρω αμα νυχτώσει.
Ό Θεόδωρος εφυγε μ' ενα πονηρό χαμόγελο κάτω άπ' τά
γκρίζα μουστάκια του.
Ό υίός Θανάσης Χότζας είχε φύγει 17-18 χρόνων παιδί τό
1904 στήν 'Ελλάδα γιά νά γλιτώσει άπ' τούς κομιτατζήδες καί
νά ετοιμασθει νά τούς πολεμήσει. Γυμνάσθηκε - τόν χειμώνα στό
Ναυτικό Γυμναστήριο του Πόρου καί τήν ι'iνοιξη του 1905 βγfjκε
άντάρτης μέ τό πρώτο σώμα στή Μακεδονία. 'Ακούσθηκε κά­
ποτε πώς ήταν στό Βάλτο των Γιαννιτσών. Τόν είδαν καί στή
Νάουσα. 'Έπειτα, τίποτε. Δύο γραμματάκια δλα δλα είχε στείλει
στήν άρχή στή μάνα του.
Τή νύχτα ξαναγύρισε ό Θεόδωρος. Είχε μαζί του καί κάποιον
κουκουλωμένο σέ κάπα. Μπfjκαν μέσα. 'Η Μήτραινα έπίτηδες
276

δέν είχε μανταλώσει τήν εξώπορτα. Είχε κλείσει καί τό σκυλί
στό ύπόγειο...
-Περάστε μέσα, τούς είπε βγαίνοντας τό κεφάλι άπ' τήν
κουζίνα. 'Εγώ έτοιμάζω μία πίττα, θά τηγανίσω καί αύγά, θά
περάσουμε.
�πίττα; Πολύ καλά Μήτραινα. Είναι ξακουστές οί πίττες
σου.
-Κάτσε καί σύ, Θεόδωρε, νά φiiμε.
-Καί νά μέ διώξεις δέν φεύγω. Χάνω τήν πίττα σου;
-Είναι πίττα δπως δλες.
-Οί δικές σου είναι διαφορετικές... Καμιά δέ σέ φτάνει... Τό
παραδέχονται δλες... 'Έχεις κάποιο μυστικό.
-Τί μυστικό;...
Καί χαμογέλασε μέ άρκετή αύταρέσκεια.
Προχώρησαν μέσα στή μεγάλη κάμαρη. τΗταν καθαρή καί
καλοβαλμένη. Στό τζάκι εκαιαν χοντρά ξύλα καί στόν τοίχο μιά
λαμπίτσα μέ τό φυτίλι κατεβασμένο. Δέν επρεπε νά φανεί πολύ
φως γιά νά μήν προδοθεί πώς ύπηρχαν ξένοι στό σπίτι. Οί δυό
κόχες, δεξιά καί άριστερά στό τζάκι, ήταν στρωμένες μέ βελέ­
ντζες καί μάλλινα μαξιλάρια.
'Ο άρρωστος αντάρτης ξάπλωσε στή μιά καί είπε:
-Μωρέ σάν παλάτι μου φαίνεται.
- 'Η γριά εΙναι άφταστη.
Μπήκε ή Μήτραινα νά τούς χαιρετίσει άφου επλυνε τά χέρια
καί έτίναξε άπ' τό κοσκίνισμα καί τό ζύμωμα τά ρουχα της.
- Ή πίττα είναι ετοιμη, είπε, ψήνονται καί τά αύγά. Σέ λίγο
θά φίiμε.
-Να.ξερες, Μήτραινα, πείνα πού τήν εχω! ...
-Θά φας καί θά χορτάσεις Θεόδωρε. Καλώς μας ήρθες στό
φτωχικό μου. Καί του εδωσε τό χέρι.
Χαιρέτισε καί τόν ξένο.
-Καλώς ήρτε παιντί... Καλά ίσαι;
-Καλά εύχαριστω.
Καθόταν σταυροπόδι σκυφτός. ΕΙχε τήν κάπα στήν ράχη καί
τήν κουκούλα στό κεφάλι. Τό τουφέκι του ήταν στή γωνιά.
277

'Η γριά σάν κάτι νά τήν εσπρωξε, πετάχθηκε ξαφνικά καί
εσκυψε νά τόν ίδεί στό πρόσωπο. Μά ε{δε μονάχα μεγάλα γένεια
καί μουστάκια καί φουντωτά τσαρούχια.
'Αποσύρθηκε άπογοητευμένη. Πως της είπε ό Θεόδωρος πώς
είχε τήν ήλικία του Θανάση; 'Ο Θανάσης ε{χε καθαρό καί
ευγενικό πρόσωπο... Χωρίς καμιά τρίχα... Σάν κορίτσι...
-Ξέρει τά δικά μας; ρώτησε τόν Θεόδωρο.
-Λίγα. Που νά τά ξέρει;
-'Από που ε{ναι;
-Δέν ξέρω, θαρρώ άπ' τήν Κρήτη.
-Ξέρει ή μάνα του που βρίσκεται;
-Που νά τό ξέρει;
-"Αχ οί καημένες οί μάνες! ... Οί καημένες οί μάνες!
Ξανακύτταξε τόν ξένο.
-Σάν άρρωστος πολύ φαίνεται.
-Σου ε{πα είναι άρρωστος.
-Τό φτωχό τό παλληκάρι! Κρίμα. Πρέπει νά τόν κυττάξουμε. 'Έχει τό άνάστημα του Θανάση. Καί ή φωνή του...
Θαρρώ...
-'Έτσι σου φαίνεται.
Τόν ξαναπλησίασε καί εβαλε τήν παλάμη στό μέτωπό του.
-" Α! Δέν εχει πυρετό, φώναξε χαρούμενη.
-Πρίν λίγη ωρα σταμάτησε ό πυρετός του.
-Δόξα νάχει ό Θεός.
'Έβαλε τό χέρι της κάτω. άπό τήν κουκούλα, του χάϊδεψε τά
μαλλιά καί του ε{πε:
-Καλά... Καλά Γίνεις καλά.
-Θά γίνει καλά. Παιδί ε{ναι.
-Μά καί πολλά εχουν τραβήξει τά καημένα τά παιδιά. 'Εκεί
στόν Βάλτο. Κουνούπια... θέρμες.
-Ε{ναι άλήθεια. Πολλά βάσανα εχουν δοκιμάσει τά παλλη­
κάρια μας.
-Μά, γιατί δέ βγάζει τήν κάπα; Δέν κάνει εδώ ζέστη;
-Κάνει. 'Ίσως εχει κρυάδες.
278

-Νά τόν ρωτήσω γιά τόν Θανάση μου;
Καί χωρίς νά περιμένει απάντηση τόν ξανασίμωσε τόν ξένο,
ακούμπησε τό χέρι στήν πλάτη του καί ρώτησε:
-Ξέρεις ντικός μου παιδί; Θανάση Χότζα; 'Αντάρτης.
-Δέν ξέρω, απάντησε μέ βαθειά φωνή χωρίς νά σηκώσει τό
κεφάλι.
-· Ανόητη πού ε{μαι! είπε μέ τό μαντήλι στά μάτια. Ουτε
κοκκαλάκι του δέ θά εχει απομείνει! ... Κι εγώ ρωτάω ... Καί δέν
του εχω κάμει κανένα μνημόσυνο! 'Αμαρτία! Μεγάλη άμαρτία.
Καί δέν προλάβαινε νά σφουγγίζει τά μάτια της.
-Πώς θά του εκαμνες μνημόσυνο,"Αννα; διαμαρτυρήθηκε ό
Κάρτας. Που ξέρεις πώς δέv ζάει ό Θανάσης; Καί πιος ηθελες vά
τόv ξέρει ό αρρωστος; Λίγοι ε{vαι στό Βάλτο; Καί επειτα
βρίσκεται στό Βάλτο η σέ κανένα βουνό;
-Ποιός ξέρει ποιόν λάκκο θαχει γεμίσει! "Av δέν τό εφαγαν
οί λύκοι καί τά όρνια...
Καί τά μάτια της ετρεχαv ποτάμι. Ουτε τό μανίκι, ουτε τό
μαντήλι μπορουσε πιά νά τά σταματήσει.
- 'Εγώ σου λέω, 'Άννα, ό Θανάσης σου ε{vαι ζωντανός.
-Που τό ξέρεις Θεόδωρε; πετάχτηκε μέ όρθάνοιχτα μάτια.
-Κάτι μου τό λέει σήμερα μέσα μου.
-Καί μένα κάτι μου τό λέει... είπε μέ σιγανή φωνή.
-Τότες... 'Έχε τό παλληκάρι στή θέση του γυιου σου.
'Η γριά χλωμή καί ταραγμένη εβαλε τό χέρι στό κεφάλι του.
Μά εκείνος τό αρπαξε, καί τό σκέπασε μέ φιλιά καί δάκρυα.
Κατέβασε καί τήν κουκούλα - Θανάση! ακούσθηκε τότε μιά
σπαρακτική κραυγή. Καί ή γριά κλονίσθηκε vά πέσει. Τήv
αρπαξε δμως στά μπράτσα του ό υίός της. Μάνα καί γυιός
αγκαλιασμένοι εκλαιαν.
-Μωρέ σείς αντίς vά χαρητε κλαίτε; Σέ καλό σας... φώναξε ό
Θεόδωρος. Μά εκείνοι εξακολουθουσαν νά χύνουν ζεστά δάκρυα.
Σέ λίγο ξαvαφώναξε ό Θεόδω,ρος.
-Τό ξέρεις Μήτραιvα, πώς πειναμε; Στρώσε μας τέλος νά
φαμ.
279

Κάποτε ή γριά σφούγγισε τά μάτια καί εστρωσε τό χαμηλό
στρόγγυλο «σοφρά» μέ τήν πίττα, τά αύγά, τό τυρί καί τό κρασί.
Μάνα καί υίός άπ' τή συγκίνηση πολύ λίγα πράγματα εβαλαν
στό στόμα. 'Έφαγε δμως καί ήπιε, γιά λογαριασμό τους ό
Θεόδωρος.
(«Μαργαρίτα»)

280

34. «ΚΟΥΡΔΟΙ» ΚΑΙ «ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΟΙ»
Πρώτη μέρα του 'Ιούλη 1908.
'Ο ηλιος εκαιε μ' δλη τή λαύρα του καί τό χωριό είχε ριχθεί
στήν δουλειά μ' δλη τή φούρια του. 'Άλλοι άλώνιζαν μέ δυό,
τρία, τέσσαρα αλογα καί οί φτωχότεροι μ' ενα αλογο καί ενα
γαϊδούρι ή μέ δυό βόδια καί άλλοι λύχνιζαν τό σιτάρι. Τό
πετουσαν ψηλά μ' ενα φτυάρι καί δέχονταν στό πρόσωπο τή
σκόνη καί τά σκύβαλά του.
Μερικοί εΙχαν στρωθει στό φαγί καταγης, πλάι στό άλώνι.
'Έτρωγαν πιπεριές ή φασόλια καί κυρίως «ταρατόρι», γιαούρτι
δηλ. μέ λάδι, λιανισμένα αγγουράκια καί κοπανισμένα καρύδια.
Μέσα στό μεσοχώρι, μπροστά στό καινούριο, μεγάλο σπίτι
του, άλώνιζε μέ τέσσερα γερά άλογα ό παπάς του χωριου, ό
Παπαγεώργης. Μ' ενα μικρό σκουφάκι στό κεφάλι, πού ήταν
� ίσως άλλοτε μαυρο, ενα απλυτο μαντήλι τυλιγμένο στά γένεια
γιά νά τά φυλάγει απ' τά σκύβαλα καί τή σκόνη καί κάτι σάν
ράσο πού μπορουσε δμως νά ήταν καί ξεφτισμένο φουστάνι της
παπαδιας, ανακουμπωμένο στή μέση εμοιαζε περισσότερο μέ
εκπρόσωπο του Σατανα, παρά μέ λειτουργό του Χριστου.
Είχε «συμβιβασθει» τό χωριό μέ τόν Τουρκο ενοικιαστή του
φόρου της δεκάτης. Συμφώνησαν δηλ. μέ τόν αγά ό μουχτάρης,
οί αζάδες, οί πρόκριτοι (ίλερι γκελέν, δπως λέγονταν τούρκικα)
καί ό Παπαγεώργης, πού εΙχε τήν πιό βαρύνουσα γνώμη, νά του
δώσουν όρισμένο ποσό σιτάρι, καί κριθάρι, πού του εξασφάλιζε
σίγουρο κέρδος.
'Έτσι ό δεκατιστής δέν θά τούς μετρουσε δεμάτια καί άλώνια,
ουτε θά τούς υποχρέωνε νά τά βγάλουν εξω απ' τό χωριό. 'Ο
ίδιος πάλι δέν εΙχε καμιά ανάγκη νά πληρώνει φύλακες καί
άλλους υπαλλήλους. Θά ερχόταν μοναχά στήν όρισμένη εποχή
νά σηκώσει τό σιτάρι καί τό κριθάρι του.
2RI

Οί «πρόκριτοι» θά καθόριζαν πόσα κιλά σιτάρι καί κριθάρι
θι'iδινε κάθε παραγωγός γιά τό φόρο πού ήταν 12 1/2 τοίς εκατόν
εύλογώντας, εννοείται, πρώτα τά δικά τους γένεια...
Τό άποτέλεσμα ήταν δτι θ' άλώνιζε ελεύθερα τό χωριό,
άπαλλαγμένο άπ' τήν πολύ ενοχλητική καί γιά άλλους λόγους
παρουσία των Τούρκων. Μπαινόβγαιναν στό χωριό κομιτατζή­
δες...
'Ο παπάς άλώνιζε πάντοτε στό μεσοχώρι. 'Όλοι οί δεκατιστές
του άναγνώριζαν τό η:ρονόμιο άπό σεβασμό γιά τό θρησκευτικό
του αξίωμα καί άκόμα περισσότερο γιά κάποιο άλλο. τΗταν ό
άντιπρόσωπος του Κομιτάτου καί άνεξέλεγκτος άρχηγός του
χωριου. 'Ο λόγος του ήταν γιά τούς χωρικούς νόμος. Βοηθούς
του εΙχε τόν «μουχτάρη» (πρόεδρο) καί τούς «άζάδες» (συμβού­
λους) Λάζο καί Λάμπρο. Μπροστά τους ή τουρκική άρχή ήταν
άπλή σκιά καί οί παλιοί μπέηδες καί άγάδες, σωστοί άγγελοι.
Ύ πfj ρχε στό χωριό καί μιά μερίδα πού ήθελε νά μείνει πιστή
στό «παλιό», δηλ. · στόν 'Ελληνισμό. Μά δέν τολμουσαν οϋτε
άχνα νά βγάλουν. 'Ο τρόμος καί ό φόβος τούς κρατουσε
σκλάβους. Είχαν ήδη εξαφανίσει οί κομιτατζήδες τρείς νοικοκυ­
ραίους καί δλοι οί φόροι, οί άγγαρείες, τά καταλύματα των
Τούρκων στρατιωτικών, επεφταν πάνω τους. Περιορίζονταν νά
κλαίν τή μοίρα τους καί νά λέγουν χαμηλόφωνα τόν παπά «ό
σατανας μέ τά ράσα».
ΕΙχαν καταντήσει, ό παπάς καί ή παρέα του, συμφορά καί γιά
δυό γειτονικά ελληνικά χωριά. 'Έστελναν τούς κομιτατζήδες νά
τούς στήνουν τήν νύχτα ενέδρες. 'Έπαιρνε συχνά μέρος καί ό
ίδιος ό παπάς! Τούς αρπαζαν άπ' τή βοσκή τά ζώα. Τούς
πετροβολουσαν δταν περνουσαν άπ' τό χωριό καί κάποτε τούς
παράχωναν...
Δέν φοβουνταν άντίποινα άπ' τά άνταρτικά σώματα. Ήταν
μακριά ή λίμνη των Γιαννιτσών πού λαμπύριζε πέρα στό βάθος
καί δέν είχε καλάμια στήν πλευρά τους. Δυό φορές πού κατέβη­
καν νύχτα σώματα άπ' τό Βέρμιο δέν καλοπέρασαν. Τούς
ύποδεχθηκαν τουφεκιές άπό πολλά σπίτια καί άπό ενα τούρκικο
απόσπασμα πού ετυχε εκεί κοντά. Πρόλαβαν νά βάλουν φωτιά σέ

282

δυό σπίτια καί λίγους αχυρώνες καί θημωνιές. 'Ανηκαν δμως
στήν κρυπτοελληνική μερίδα! ...
Τή δεύτερη φορά βρηκαν όλάκερο λόχο στό χωριό!
Τό περίεργο ήταν δτι ό Παπαγεώργης τά κατάφερνε νά τάχει
καλά μέ τούς Τούρκους. Μιλουσε καλά τά τούρκικα καί δέν
άφινε τούς κομιτατζηδες νά τούς πειράξουν. Τόν ύποστήριζαν,
φαίνεται, σύμφωνα μέ τήν αρχή: «Διαίρει καί βασίλευε».
Τή ζεστή κείνη μέρα πρόβαλαν ξαφνικά κοντά τό μεσημέρι 5
Τουρκοι καβαλλαραίοι. · Ο ενας ήταν αξιωματικός καί οί άλλοι
στρατιώτες. Σταμάτησαν στό μεσοχώρι. 'Ένας λοχίας μονάχα
ξεπέζεψε. · Ο αξιωματικός κάπνιζε.
Μόλις τούς είδε ό παπάς σταμάτησε τό άλώνισμα, εβγαλε τό
μαντήλι απ' τά γένεια, κατέβασε τό ψευτοράσο του, τίναξε τή
σκόνη άπ' τά μαλλιά καί ξεκίνησε νά τούς καλωσορίσει.
Τόν πρόλαβε δμως ό λοχίας.
-Νερό, νερό, του είπε στό τοπικό ιδίωμα.
-Νερό;! 'Όσο θέλετε, Τσαούση... Είναι χωρίς παράδες. Μά
πάει μόνο νερό! Που ακούσθηκε;!
-Νερό, δπως σου είπα.
-Τί λές παιδί μου; θά πάρετε καί νερό.
Καί πρόσταξε μιά απ' τίς γυναίκες νά φέρει γλήγορα ενα
σταμνί μέ φρέσκο νερό απ' τό πηγάδι καί ενα ποτήρι.
-Μά θά πιητε καί καφέ... 'Έπειτα θά φατε... δ,τι εδωσε ό
Θεός. Είναι μεσημέρι... Θά σας άφήσουμε νά φύγετε νηστικοί
απ' τό χωριό; Θάταν ντροπή καί άμαρτία.
-'Όχι σου λέω... 'Έτσι πρόσταξε ό γιούζμπασης (λοχαγός,
ίλαρχος) καί νά καλέσεις τόν...
-Είσαι στά καλά σου τσαούση;! Γίνεται;! Νά κατέβουν
πρώτα καί οί άλλοι απ' τ' άλογα, νά ξεμουδιάσουν, νά δροσι­
στουν, κάτι νά μασήσουν...
-'Όχι. 'Όχι.
-Νά ξαποστάσουν καί τ' α?Ι.ογα... 'Έχουν κι αυτά ψυχή.
'Ο παπάς σταυροκοπήθηκε.
'Ο λοχίας γέλασε.
-Νά καλέσεις τόν μουχτάρη καί τούς αζάδες.
283

-Θά τούς καλέσω. Δέν χάνονται. Στό χωριό ε{ναι. Μά πρώτα
νά τούς χαιρετήσω. 'Όπως πρέπει... Καί δπως γίνεται... Νά τόν
προσκαλέσω νά κατεβεί άπ' τ' αλογο καί νά όρίσει τό σπίτι μου.
Βλέπεις μοϋδωσε ό Θεός καλούτσικο σπίτι. Νά δροσισθεί... Νά
ποτισθουν καί τ' αλογα.
-'Όχι σου ε{πα. Έπρόσταξε ό γιούζμπασης, νά πα.τε νά τόν
{δfjτε δλοι μαζί. Σύ, ό μουχτάρης καί οί άζάδες Λάζος καί
Λάμπρος.
'Ο παπάς χωρίς νά τόν άκούσει προχώρησε πρός τόν ίλαρχο
πού εστεκε άκίνητος μέ τ' αλογό του στόν ίσκιο μιας λεύκας.
Παρατήρησε δτι δλοι ε{χαν καινούριες στολές. Τ' αλογά τους
μόνο δέν ήταν άπ' τά μεγάλα, τά Ούγγαρέζικα. Οί στρατιώτες
κρατουσαν στά χέρια κοντές άραβίδες. Δυό μεγάλα έπαναλη­
πτικά πιστόλια κρεμόταν μέ τίς θfjκες άνοιχτές δεξιά καί άρι­
στερά άπ' τή σέλα του άξιωματικου.
Του είπε τούρκικα τεντώνσ°ντας τό χέρι.
-Καλώς ηλθατε μπέη στό χωριό μας. Κατεβfjτε παρακαλώ,
άπ' τ' αλογα καί όρίστε στό φτωχικό μου νά ξεκουραστfjτε...
'Έχουν ελθει σπίτι μου πολλοί άξιωματικοί, ό μπίμπασης (ταγ­
ματάρχης) 'Ισμαήλ μπέης, ό μιραλάϊ ( συνταγματάρχης) 'Αράπ
Γιουσούφ μπέης καί αλλοι. Είμαστε συνηθισμένοι. Ε{ναι τιμή
μας. Καθόλου βάρος.
'Εκείνος δμως οϋτε γύρισε νά τόν κυττάξει! ... Κάπνιζε άδιάφο­
ρος κυττώντας άλλου. Ήταν ενας ψηλός καί ώραίος ανδρας μά
κάπως αγριος...
'Ο παπάς άφου κράτησε κάμποση ωρα τεντωμένο τό μπράτσο,
άναγκάστηκε νά μάσει γλώσσα καί ράσο καί νά γυρίσει πίσω
ντροπιασμένος μέ σκυφτό τό κεφάλι.
-Δέν σταλεγα; του ε{πε γελώντας ό λοχίας.
-Τέτοιο πράγμα;! Πρώτη φορά τό βλέπω. Καί εχω ίδεί,
τσαούση, τόσους καί τόσους άξιωματικούς... Κοντεύουν ν' ά­
σπρίσουν τά μαλλιά μου...
-Μήπως δέν ηθελα κι έγώ καφέ, φαγί καί κανένα ρακί;... Μά
τί νά κάμω;! Διαταγή καί τά σκυλιά χορτάτα. Καί έρχόμαστε άπό
μακριά. 'Οχτώ ώρες καβάλα.
284

-· Από που;
-'Απ' τό Γιδά... 'Εκεί εχει ίππικό.
-· Απ' τό Γιδάά;! Τόσο μακριά;!! 'Ένας λόγος παραπάνω, νά
φάτε καί νά ξεκουραστfjτε καί σείς καί τ' άλογα.
-Ξέρετε ό γιούζμπασης καί οί τρείς στρατιώτες ε{ναι ξένοι.
'Απ' τήν καρδιά της 'Ασίας. "Ακουσα πώς ε{ναι Κουρδοι. Μας
ήλθαν προχτές. Γι' αύτό εχουν καινούριες στολές. Κοντά τους
πήρα κι εγώ. Αϋριο θά μας κάνει επιθεώρηση ό πασάς. Δέν
ξέρουν οϋτε τούρκικα καλά. Ε!ναι παράξενοι. 'Από χέρι Χρι­
στιανοί> δέν δέχονται τίποτα.
-«Κουρδοι»; !... Δέν εχω ξαναειδεί. "Α! Γι Ή αύτό τό λοιπόν...
'Έχω ακουστά, εΙναι αγριάνθρωποι χειρότεροι καί απ' τούς
αρβανίτες.
"
' Για
' τουτο
- καμετε
- ο,υου...
' Πολ'υ αγριοι...
Θ
' φυλ'ξ
• εος
α ει....
'
γλήγορα. Φώναξε καί τούς άλλους γιά νά του δίνουμε. Νά
ήσυχάστε... 'Έχομε καί επιθεώρηση αϋριο.
Κείνη τή στιγμή εφθασε ή γυναίκα μέ τό σταμνί.
Ό λοχίας άδειασε δυό ποτήρια, τό ενα πάνω στό άλλο.
'Ήπιαν καί οί άλλοι τέσσαρες χωρίς νά βγάλουν μιλιά.
-Οί Κουρδοι μας, βλέπω, εΙπε .ό λοχίας, πήραν νερό από
γκιαούρηδες. 'Ίσως γιατί ερχεται ισια απ' τόν 'Αλλάχ... Μά
άλλο τίποτε...
-Οϋτε ενα καφέ;!
-Θάταν μεγάλη γι' αύτούς άμαρτία. Μά εγώ, παπούλη,
παίρνω ενα καφέ.
-Θά πάρω κι εγώ.
-Καί κανένα κομμάτι ψωμί, μέ τυρί. Νά μου τό δίνατε μέ
τρόπο.... Πήραμε τό πρωί κουραμάνες καί τυρί. Μά τήν εφαγα
στό δρόμο... Τόσες ώρες.
'Ο παπάς επρόσταξε τή γυναίκα μέ τό σταμνί,, νά ετοιμάσει
δυό καφέδες καί ενα πακετάκι μέ ψωμί, τυρί, βραστά αύγά καί αν
θέλει ό τσαούσης καί πιπεριές ψημένες.
-Καί πιπεριές; 'Ώ, τίς αγαπώ πολύ. Σ' εύχαριστώ παπούλη.
ΕΙσαι καλός.

.

285

-Γιά τούς αλλους οϋτε ενα καφέ;! ρώτησε μ' απορία ή
γυναίκα.
-Δέν καταδέχονται... Εϊμαστε γκιαούρηδες. Τό εχουν γιά
άμαρτία.
-Θέλω εγώ καφέ, είπε τότε ό «μουχτάρης» Πάντοr, πού
εμαθε τόν ερχομό των Τούρκων καί εφθασε τρεχάτος νά τούς
καλωσορίσει.
-Θά πάρεις καί σύ, αποκρίθηκε ό παπάς, φωνάζοντας στήν
γυναίκα νά ψήσει τρείς καφέδες. Δέν είσαι από κείνους.
-:-'Έως δτου γίνει ό καφές θά πεταχτώ μιά στιγμή νά τούς
χαιρετήσω.
-Τό καλό πού σου θέλω κάτσε εκεί πού είσαι. Πήγα εγώ καί
οϋτε μου μίλησε ό αξιωματικός.
-Τί λές;! Καί γιατί κάθεται ακόμα στ' αλογο;
-':Ετσι θέλουν. Είναι παράξενοι.
-Καί αγριάνθρωποι, επρόσθεσε ό λοχίας. Τούς φοβαμαι κι
εγώ. Κυττάζω νά στέκω δσο μπορώ μακρύτερα από δαύτους.
Είναι άπ' τά μέρη του Κιρτσέβου.
-Είναι ξέρεις, Κουρδοι, εξήγησε ό παπάς.
-Τι πάει νά πεί Κουρδοι;
-Αυτοί πού πελέκησαν τούς 'Αρμένους, θαρρώ.
-Πώ! Πώ! Λέ λεέ μάνα μου. "Αρχισα νά φοβουμαι.
-'Όχι δά καί τόσο, είπε ό λοχίας. .Δέν ύπάρχει κανένας
λόγος.
-Τούς κυττάζω τόση ώρα, είπε ό παπάς, καί οϋτε τ' αλογο,
ούτε ό αξιωματικός κουνήθηκαν. Σάν νάταν από πέτρα, αλογο καί
καβαλάρης.
-Τδφερε άπ' τήν πατρίδα του, επληροφόρησε ό λοχίας. "Ας
μήν είναι πολύ μεγάλο. Είναι �ωτιά. Φεύγει σάν σφαίρα του­
φεκιου.
-" Αγριοι οί ανθρωποι, αγρια καί τ' αλογα, εσυμπέρανε ό
παπάς.
-Καί γιατί στεκόμαστε εμείς εδώ όρθιοι καί εκείνοι καβάλα;
Τί περιμένουμε; Ρώτησε ό μουχτάρης.
286

-Περιμένουμε ναρθουν ό Λάζος καί ό Λάμπρος. Τούς ζητάει
κι αυτούς.
-Μ' εζήτησε καί μένα;
-Μας θέλει δλες τίς κεφαλές του χωριου, ετσι μου ε{πε ό
τσαούσης.
-Καί τί μας θέλει;
-Ξέρω κι εγώ! 'Ίσως νά μας μάθει κούρδικα.
-Κούρδικα θά μας μιλήσει, τσαούση;
-'Όχι βρέ αδελφέ. 'Όσο γιά νά μιλήσει μαζί σας ξέρει
τούρκικα. Καθώς ι'iκουσα μας εστειλε ό μπίνμπασης (χιλιάρχης)
του Γιδα, ϋστερ' από διαταγή του πασα της Θεσσαλονίκης. Μας
εστειλε γιά vά σας ρωτήσει ι'iv ε{vαι αλήθεια δτι οί Γραικοί σας
πιέζουν, σας βασανίζουν, σας τρομοκρατουν. Γιατί διάλεξε τόν
Κουρδο δέν ξέρω. 'Ίσως γιά νά τόν δοκιμάσει ή νά του δείξει πώς
του εχει εκτίμηση καί εμπιστοσύνη.
Τά μάτια του παπα καί του μουχτάρη άνοιξαν καί ι'iστραψαν
απ' τή χαρά.
-" Αν είναι αλήθεια;! φώναξε ό παπάς. ΕΙναι ή αλήθεια του
Θεου.
-Μας...
-Μας βασανίζουν σάν τόν Χριστό, πετάχθηκε ό μουχτάρης.
'Ο παπάς τόν αγριοκύτταξε. 'Όταν ε{χε τόν λόγο, επρεπε δλοι
οί ι'iλλοι νά σωπαίνουν καί v' ακούουν.
'Ο μουχτάρης συμμαζώχθηκε.
-Μας βασανίζουν, εξακολούθησε ό παπάς. Καί τί δέν μας
κάνουν! Μας σκοτώνουν, μας καίουv, μας ρημάζουν. Μας άρπά­
ζουν τά ζώα καί τό βιό μας. Δέν μπορουμε νά ξεμυτήσουμε απ' τό
χωριό... Μας στέλνουν τούς αντάρτες τους. Μας ρίχτηκαν δυό
νύχτες! 'Έκαψαν σπίτια, αχυρώνες, θημωνιές! 'Έδωσε ό Θεός
καί ετυχε vά εχομε στρατό στό χωριό ... 'Αλλιώς; Μας μηναν πώς
ι'iv δέν παμε μαζί τους, ι'iv δέν παμε δηλαδή μαζί με τούς αντάρτες,
δέν θά μείνει πέτρα σέ πέτρα στό χωριό ...
-Τί λές;! ...
-" Αλλο νά στά λέει κανείς καί ι'iλλο νά τά βλέπεις... 'Η ζωή
287

μας κατάντησε μαρτύριο. Δέ βαστίiμε πιά. Σήκωσαν κεφάλι οί
Γραικοί!
-Τόσο πολύ;!
-Παρασήκωσαν σοϋ λέω. Θέλουν χτύπημα ... Νά τούς γίνει
μάθημα. Καί ούδέ αύριο. Δέν ξέρει κανένας τί μπορεί νά κάμουν
καί τί θά μίiς βρεί. 'Έτσι πώς πίiν τά πράγματα, θ' άναγκαστοϋμε
ν' άφήσουμε τό χωριό καί νά φύγουμε.
-Καί ποϋ θά πίiτε;!
-· Οπουδήποτε άλλοϋ. 'Ακόμα καί πέρα στή λίμνη. Δέν
ε{ναι ζωή ή δική μας. Πίiς νά κοιμηθείς καί δέ-,ι ξέρεις αν
γλυτώσεις μαζί μέ τά παιδιά σου! Στείλαμε έπιτροπές καί τούς
ε{παν: Γιατί μίiς τυραννίiτε;! Χριστιανοί ειμαστε κι έμείς...
Ξέρεις τί άποκρίθηκαν;
-" Αν δέν ελθετε μαζί μας, θά σίiς κάψουμε δλους ζωντανούς.
Καί πρωτα τόν παπά σας σάν κριάρι.
-Βάϊ, βάϊ!!
-Δέν ξέρω αν θά εχει τήν ύπομονή νά μίiς άκούσει ό
γιούζμπασης.
-Πως όχι. Γι' αύτό τόν εστειλαν.
-Νά τούς τά εiπείς καί σύ σέ θερμοπαρακαλώ. Κι δταν θά
εχεις καιρό ελα νά φίiμε καί νά πιοϋμε. Νά θεωρείς τό σπίτι μου
δικό σου. Νά τούς πείς. Χρειάζεται στούς Γραικούς ενα καλό
μάθημα. 'Ίσως βάλουν μυαλό. Νά τούς πείς πώς πληρώνουμε
πολλούς φόρους. Μονάχα τό δέκατο πουλήθηκε 700 λίρες, θά τά
χάσει τό ντοβλέτι μας αν χαθεί τό χωριό.
ΤΗλθαν καί οί δυό άζάδες καλοντυμένοι.
'Έτρεξε ό παπάς καί φόρεσε τό καλό ράσο του.
Μαζί τώρα ξεκίνησαν καί οί τέσσαρες έπίσημοι άντιπρόσω­
ποι καί άρχηγοί τοϋ χωριοϋ νά μιλήσουν στό γιούζμπαση καί νά
έκθέσουν τά παράπονά τους. · Ο παπάς, είχε ετοιμάσει κιόλας τόν
φιλιππικό του γιά τούς Γραικούς.
· Ο λοχίας άκολούθησε πίσω τους.
Μά εύθύς τέσσαρα τουφέκια καί δυό πιστόλια άδειασαν πάνω
τους! Τούς απλωσαν νεκρούς στό μεσοχώρι!
Καί οί «Κοϋρδοι» σπηρούνιασαν τ' ί:ίλογα...
288

Ήταν ό άρχηγός Κόρακας (Σταυρόπουλος).
Ε{χε παρ_αγγείλει τίς στολές στή Βέροια στόν ίδιο ράφτη, πού
τίς εραβε γιά τούς Τούρκους.
'Επειδή δμως δέν ήξερε οϋτε λέξη τούρκικα άναγκάστηκε νά
παριστάνει τόν αγριο, τόν άλαλο, τόν Κουρδο.
(«Τά δύο στρατόπεδα»)

/9

289

35. Ο ΓΚΥΦΤΟ ΡΑΜΗ
Μέσα στήν πλατεία σκοτώθηκε ενας ανθρωπάκος πού εΙχε
κάμει τό εγκλημα ν' αρραβωνιάσει τήν κόρη του μ' ενα Βούλ­
γαρο. Πηρε φωτιά ό αχυρώνας του, του κόπηκαν μέ «κόσα» εφτά
στρέμματα καπνό καί ώστόσο δέν εννοουσε νά χαλάσει τόν
αρραβώνα. Καθυστερουσε επειτα μέ πείσμα καί τήν εισφορά του
από ενα μετζήτι τό μήνα.
Πηγε πρωί τήν άλλη μέρα γιά τίς ανακρίσεις ό Γιούζμπασης
(Διοικητής της Χωροφυλακής) Νέας Ζίχνης, Ραμή εφέντης.
Κανένας δέν ανησύχησε. Ήταν κοινό μυστικό δτι ό μοίραρχος
τζέπωνε κάθε μήνα τακτικά απ' τήν 'Οργάνωση τρείς χρυσές
λιρίτσες...
Ξάφνου δμως ό «καλός» ό «δικός μας» Ραμή επιασε τέσσαρα
«παιδιά» καί τακλεισε στό ύπόγειο του 'Αστυνομικου σταθμου.
Καί εΙχε βαρέσει διάνα.
τ Η ταν οί φονιάδες.
'Αναστατώθηκαν δλοι. 'Έτρεξε καί ό Μιλ. Σκόρδας «Διευθυ­
ντής του Οικοτροφείου», πού του μετρουσε τά χρήματα.
-Τί εΙναι αύτά Ραμή εφέντη; Σύ πιάνεις δικούς μας ανθρώ­
πους;!
-Τί νά κάνω ντασκάλ έφέντη! Κινδυνεύω νά χάσω τά
γαλόνια μου.
-Τά ξεχνας δλα; Τή φιλία, τή συνεργασία μας, τά χρήματα;
-Μά δέν είπαμε καί νά σκοτώνετε μέρα μεσημέρι μέσα στό
παζάρι. 'Έχομε καί τούς ξένους, τούς Φράγκους αξιωματικούς.
-Καί εΙσαι βέβαιος πώς εμείς τόν σκοτώσαμε;
-Μεταξ, ύ μας;! Γνωριζόμαστε...
-Καί τί σκέπτεσαι νά τούς κάμεις;
-Θά τούς στείλω στή Ζηλιάχοβα qτόν Εισαγγελέα.
-ΕΙναι δυνατό;! Δέν πιστεύω νά μιλας σοβαρά.
290

-Μιλώ πολύ σοβαρά. Νά ένεργήσετε στόν Είσαγγελέα καί
στόν ανακριτή.
- · Ωραία! Νά μας πιάνεις σύ ό φίλος, πού τόν πληρώνουμε
καί νά περιμένουμε προκοπή απ' τόν είσαγγελέα καί τόν ανα­
κριτή πού οϋτε τούς γνωρίζουμε!
-Δέ γίνεται αλλιώς. 'Έπειτα γιατί ανησυχείτε; Δέν ύπάρχουν
αποδείξεις. Οϋτε μάρτυρες. Θά τούς απολύσουν γλήγορα.
'Ο μοίραρχος δμως ε{χε πιάσει στά «παιδιά» καί ενα περί­
στροφο πού του ελειπαν τρείς σφαίρες, έκείνες ακριβώς πού
εΙχαν φυτευθεί στόν σκοτωμένο...
· Ο έρίφης ήθελε νά είσπράττει τό μπαχτσίς καί νά παριστάνει
τόν έξαίρετο αξιωματικό! ...
-'Αμάν Ραμή έφέντη! ΕΙναι φτωχά παιδιά. Θά αναγκα­
σθουμε νά δίνουμε στίς οίκογένειές τους τά χρ,ήματα πού σου
δίναμε έσένα.
-Δέν γίνεται (όλμάζ). Τά ξέρουν τώρα δλοι, ό τσαούσης
(ένωμοτάρχης) καί οί τζαντερμάδες.
-Μεταξύ μας;! Γνωριζόμεθα... "Αμα θέλεις έσύ... Στό λέγω
σάν φίλος γιά τό συμφέρο σου. Νά τούς αφήσεις.
-Δέ μπορώ πιά. Σου τό εΙπα.
-Σκέψου καλλίτερα γιατί θά γίνει κακό, μεγάλο κακό.
-Τί θά γίνει;
-Θά στό πω... γιατί ε{μαι φίλος σου... · Ο Δούκας εχει πιάσει
τόν δρόμο της Ζηλιάχοβας' μέ πολλούς αντάρτες. Σύ εχεις 4
χωροφύλακες. Καί καταλαβαίνεις...
-Τί;! Θά μέ χτυπήσει ό Δούκας πού του εχω προσφέρεLτόσες
πληροφορίες καί ύπηρεσίες;!
-'Ύστερα απ' τά σημερινά καμώματά σου;!
'Ο γιούζμπασης εβγαλε τό φεσάκι του, εξυσε τό κεφάλι, ίiναψε
ενα τσιγάρο καί επειτα ε{πε:
-Τέλος πάντων. Φίλε μου ντασκάλ έφέντη, τό χατήρι σου
ε{ναι μεγάλο... Θά τούς άπολύσω.
-Μά θά μου δώσεις 12 λίρες. 'Από τρείς γιά τόν καθένα. Δέν
ζητώ, βλέπεις, .πολλά.
-Θά τίς εχεις. Μεθαύριο. Σήμερα δέν εχω.
291

-Πώς δέν εχεις;
-Δέν εχω. Τράπεζα ε{μαι; Ψάξε αν θέλεις τίς τσέπες μου.
'Όπως βλέπεις εχω μόνο δύο μετζήτια καί ενα τέταρτο (του
μετζητιου).
-Νά βρείς. Δέν γίνεται άλλιώς.
-Μά σου τό ύποσχέθηκα. Θά σου τίς δώσω μεθαύριο. Σου
εχω μετρήσει τόσα μηνιάτικα. Σου κράτησα ποτέ καί ενα γρο­
σάκι;
-'Όχι. Μά θέλω. τά χρήματα μπροστά.
-Δέν μέ πιστεύεις;!
-Σέ πιστεύω. Μ' αύτές οί δουλειές βερεσέ δέν γίνονται.
-Νά σου ύπογράψω όμόλογο.
-Ούτε μέ όμόλογα γίνονται.
-Τότε τί θά γίνει; Δέν εχω σήμερα αλλα χρήματα.
-Παμε στόν τσορμπατζη. Παμεινώντα νά δανειστείς.
Πήγαν στου Έπαμεινώντα Παπάζογλου μεγαλοκτηματία.
Του ε{πε ό Σκόρδας τούρκικα κλείνοντας τό μάτι.
- 'Επαμεινώντα εφέντη σέ παρακαλώ δάνεισέ μου δώδεκα
λίρες γιά τρείς μέρες. Χρειάζεται ν' άγοράσω κάτι γιά τό
· σχολείο. Εlχε τήν καλοσύνη ναρθει μαζί μου καί ό Ραμή
εφέντης. Θά φαμε μαζί τό μεσημέρι.
.:_.Δυστυχώς ντασκάλ εφέντη εστειλα σήμερα τό πρωί στήν
Θεσσαλονίκη δλα τά χρήματά μου.
Πήγαν καί στου Νάκου Κώστα Ζιώγα.
Ε{χε στείλει καί αύτός τά χρήματά του στίς Σέρρες...
'Ο Σκόρδας δέν ήθελε «νά συνηθίσει τόν Τουρκο νά ζητάει
πάνω άπ' τό τακτικό μηνιάτικο καί εξτρα... ».
'Απελπισμένος τότε ό Ραμή ε{πε:
-Αί, τί νά γίνει;! Τόσο ήταν τό κισμέτι μου. Δόσε μου τά
χρήματα πού εχεις.
Πήρε τά δυό μετζήτια καί τό «τέταρτο» (δλα λιγότερο άπό
μισή λίρα) κι άφησε ελεύθερα τά παιδιά.
'Από τότε τόν ελεγαν «Τσιγκενέ Ραμή» (άτσίγγανο Ραμή).
(«Τά δυό στρατόπεδα»)

292

36. ΚΑΛΑ ΚΕΡΆΣΙΑ, ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΠΑΡΕΤΕ
'Ο ,όπλαρχηγός «Κόρακας» (Βασίλης Σταυρόπουλος) άποφά­
σισε ν' άφήσει τόν Βάλτο των Γιαννιτσών καί νά πεταχτεί ψηλά
στό Βέρμιο, γιατί τά δργανq της Ρουμανικής προπαγάνδας τό
ε{χαν παρακάμει στήν περιφέρεια της Βέροιας.
Σκότωσαν τόν καλόγηρο καί τόν τσομπάνο της Μονης «Κα­
ληπέτρας» καί τρ_αυμάτισαν τόν Μπακόπουλο. άπ' τό Ριάχοβο,
Κέντρο καί όρμητήριό τους ε{χαν τήν Ντόλιανη, Σύνεργάζονταν
στενά μέ τούς κομιτατζήδες, ε{χαν δική τους συμμορία μέ
άρχηγό παλιό κλέφτη τόν Νταρλαγάνη, Καί δμως τούς ε{χαν οί
Τουρκοι «μή στάξει καί μή βρέξει» σύμφωνα μέ τήν άρχή του
«διαίρει καί βασίλευε». Τούς ε{χαν χαϊδεμένα παιδιά καί οί
Αύστριακοί καί κάπως καί οί Ρωμιοί, πού είχαν άναλάβει γιά
λογαριασμό καί των άλλων τεσσάρων «Μεγάλων Δυνάμεων» νά
είρηνεύσουν τήν Μακεδονία μέ τίς περίφημες «Εύρωπαϊκές
Μεταρρυθμίσεις» καί εκαμναν δ,τι μπορουσαν γιά νά τήν άνα­
στατώσουν καί περιπλέξουν περισσότερο,,, Ε{χε καταντήσει ή
ρουμανική προπαγάνδα σέ μερικά μέρη όχληρότατο άγκάθι στά
πλευρά μας. Μας πρόσφερε πολύτιμη ύπηρεσία ή κομμουνιστική
κυβέρνηση της Ρουμανίας, πού τήν άγνόησε καί τήν άποκήρυξε,
Δυσκολίες δμως παρουσίαζε τό πέρασμα της σιδηροδρομικής
γραμμής άνάμεσα Βέροια καί Νάουσα. Τήν φύλαγαν μέ πολλή
προσοχή οί Τουρκοι, Ε{χάν στήσει καί πολλά στρατιωτικά
φυλάκια. 'Ήξεραν, δτι θά περνουσαν όπωσδήποτε άπ' εκεί τά
άνταρτικά Σώματα, πού εβγαιναν άπ' τά άπροσ-n:έλαστα καταφύ­
για του Βάλτου γιά νά δράσουν στό Βέρμιο κα( στήν περιοχή
Βέροιας - Νάουσας - 'Έδεσσας..,.
Τρείς νύχτες επιχείρησε ό Κόρακας νά περάσει. Διάλεξε
μάλιστα, δπως νόμιζε, τά καλύτερα μέρη, Μά δέν τά κατάφερε.
Βγήκαν μέ τίς πλάβες οί 40 άντρες στή στεριά, στάθηκαν
293

κρυμμένοι πίσω άπ' τά καλάμια καί εστειλαν τρείς συντρόφους
μέ τόν παλιό κλέφτη καί θαυμασιότερο άντάρτη, τόν Σκοτίδα, νά
δοκιμάσουν νά περάσουν. Προχώρησαν εκείνοι πότε περπατώ­
ντας. προσεκτικά, σκυφτοί,· πότε ερποντας μέ τήν κοιλιά. Μά
πάλι άκούσθηκαν φωνές, «ντούρ», «ντούρ» ( στάσου) καί τουφε­
κιές. Γύρισαν πίσω κάτω άπό βροχή σφαίρες. ΕΙχαν εύτυχώς
διαλέξει μιά μικρή ρεματιά, πού τούς προστάτεψε. Τό Σώμα
άναγκάσθηκε νά ξαναμπεί στίς πλάβες τρείς φορές καί νά πάει
άπρακτο στά «καλύβια» καί τά «.πατώματά» του. 'Ο Κόρακας
δάγκωσε τά χείλη καί τά μουστάκια του.
Μιά νύχτα τέλος ξέσπασε τρομερή θεομηνία. 'Έπεφτε βροχή
μέ τό «τουλούμι», χάλαζα μεγάλη καί χοντρή πού σκότωσε
κάμποσα πρόβατα. Φυσοϋσε καί φοβερός άέρας, σά ν' άνοιξαν
δλοι οί άσκοί του Αιόλου. Νόμιζες πώς πήγαινε νά ξεριζώσει τά
δέντρα του κάμπου. Χαλασμός του κόσμου! ΕΙχαν άνακατωθεί
καί άγριέψει δλα τά στοιχεία της φύσεως.
'Ο Κόρακας βρήκε κατάλληλη τή στιγμή γιά νά περάσει. Δέν
ήταν δυνατόν νά μείνουν οί Τουρκοι στρατ.ώτες στό υπαιθρο μέ
κείνη τήν κοσμοχαλασιά, γιά νά φυλάγουν τή σιδηροδρομική·
γραμμή. Μόνο κακά τελώνεια καί φαντάσματα μπορουσαν νά
κυκλοφορήσουν εξω.
Ξαναβγηκε μέ τίς πλάβες τό Σώμα στή στεριά, εσφιξαν οί
άντρες πάνω τους τίς κάπες καί προχώρησαν άδίστακτα. 'Έπρεπε
νά κρατά καθένας τήν άκρη της κάπας του μπροστινου γιά νά μή
χαθουν. Ό λαμπρός όδηγός Κουκουτέγος φώναζε: «Κοιτατε τόν
μπροστινό γιά νά μή χαθουμε». Ήταν καί σκοτάδι, πίσσα.
Πάλαιψαν δλη τή νύχτα μέ τή βροχή, τό χαλάζι, τόν άέρα καί
τσαλαβουτουσαν στά νερά καί στίς λάσπες. Οί κάπες βάραιναν
πολλές όκάδες. ΕΙχαν γίνει μουσκίδι... Ύπηρχε καί ενας μεγά­
λος κίνδυνος. 'Απ' τήν νεροποντή σχηματίζονταν στόν κάμπο
μερικοί βάλτοι, δπου δμως, αν επεφτε κανένας μπορουσε νά
πνιγει. 'Ο Κουκουτέγος τό ήξερε καί φρόντισε ν' άποφύγουν τίς
κακοτοπιές. τΗταν άπό κείνους τούς «Βλάχους» πού μισουσαν
τούς «Ρουμανίζοντες» περισσότερο άπό καθετί άλλο στόν κό­
σμο. Μέ τά πολλά δμως εμπόδια στήν πορεία ξημερώθηκαν
294

καταμεσfjς στόν κάμπο! Σωστή συμφορά! Δέν ύπfjρχε δάσος νά
τρέξουν γιά νά τρυπώσουν. Οϋτε προλάβαιναν νά γυρίσουν πίσω
στόν Βάλτο ή νά βρεθουν στά λημέρια του Βερμίου. Καί ύπfjρχαν
πάρα πολλοί Τουρκοι. Στόν Γιδίi ('Αλεξάνδρεια) ίππικό, στρα­
τιωτικές φρουρές σέ πολλά χωριά, άμέτρητα φυλάκια στή σιδη­
ροδρομική γραμμή καί στή Βέροια όλάκερη σχεδόν μεραρχία.
Καί τό χειρότερο, σταμάτησε τήν αύγή ή καταιγίδα σάν ναδιωξε
τό φως δλα τά κακά δαιμόνια της νύχτας.
'Έξω άπό τό Κατοχώρι ύπηρχε μιά άποθήκη μισοχαλασμένη.
'Έκαμαν τόν σταυρό τους καί μπήκαν μέσα. Δέν τούς ε{δε κανένα
μάτι. 'Έμειναν κλεισμένοι δλη τήν ήμέρα ϊσα μέ τή νύχτα, χωρίς
ψωμί, χωρίς νερό! Τό ψωμί πού ε{χαν πάρει μαζί τους άπ' τόν
Βάλτο, ε{χε πολτοποιηθεί άπ' τή νεροποντή. Δέν τόλμησαν οϋτε
φωτιά ν' άνάψουν γιά νά στεγνώσουν. Ό καπνός μπορουσε νά
τούς προδώσει! Πεινασμένοι, μουσκεμένοι, διψασμένοι, καραβο­
τσακισμένοι εκλαιγαν τή μοίρα τους. Μερικοί ενιωθαν καί ρίγος.
-Γεϊμαστ' σάν τίς Τούρκς τό ραμαζάν', είπε ό γιγαντόσω­
μος Θανάσης Σκοτίδας, μέ τήν ξανθιά γενειάδα, παλιός ληστής,
πού ε{χε δμως έξελιχθεί σέ θαυμάσιο πρότυπο άντάρτη. 'Ήθελε
νά δώσει κουράγιο σ�ούς συντρόφους.
-Καί τί κάνουν τό ραμαζάνι οί Τουρκοι, Θανάση; ρώτησε ό
Κόρακας πού ήθελε ν' άνοίξει συζήτηση γιά ν' άπασχολήσει
τούς άντρες.
-Δέν τρων', δέν πίν', δέν καπνίζ'ιν.
-Δέν πίνουν νερό καί δέν καπνίζουν καί τό καλοκαίρι πού
ε{ναι 15 ώρες ή μέρα; Καί βαστουν;
-Βαστάν' τά σκλιά.
-Τότε μπορουμε κι έμείς νά βαστάξαμε. Ειναι μιά μόνο
ήμέρα.
-Ναί, μά οί Τουρκοι γυρίζουν έλεύθερα ιξω... Δέν μένουν
φυλακισμένοι σ' ενα άχούρι. Οϋτε κάθονται άκίνητοι, μουσκεμέ­
νοι άπ' τή βροχή καί τά νερά .•�ως τό κόκαλο.
-Τού βράδ' στού β'νό δλα θά σιάξ'ν, άπολογήθηκε ό
Σκοτίδας.
Τό βράδυ ξεκίνησαν γιά τήν Τσαρκόβιανη, ψηλά, κοντά στήν
295

Καστανιά. ·'Εκεί ήταν ή κατασκήνωση των Σαρακα.τσαναίωv
τσελιγκάδων Κλωνάρα καί Κορώνα. 'Ο άέρας του βουνου στέ­
γνωσε τά βρεγμένα ρουχα τους καί εδωκε ζωή στά κουρασμένα
πόδια τους. Τούς άποζημίωσαν καί οί Σαρακατσαναίοι γιά τά
παθήματα καί τίς στερήσεις της νύχτας καί της ήμέρας. Τούς
εψησαν άρνιά, πίτες καί τούς πρόσφεραν γνήσιο ναουσέικο
κρασί. Τούς περιποιήθηκαν μέ τόv μεγαλύτερο ενθουσιασμό.
Λογάριαζαν vά μείνουν εκεί δλη τήv ήμέρα γιά νά καταστρώσουν
τά σχέδια εναντίον της Ντόλιανης, της φωλιας των κακοποιών.
Μά ξάφνου επεσαν άραιές τουφεκιές άπό πολύ. μακριά! Τίς
εριχναν Ντολιανίτες! ... Κάποιος δικός τους τσοπάνος θά ε{δε,
φαίνεται, τό Σωμα νά πηγαίνει στά σαρακατσάvικα καλύβια.
Τουφεκιές άπό τόσο μακριά ήταν γιά τόv γάμο του καραγκιόζη.
Μιά άδέσποτη δμως σφαίρα βρήκε ενα μικρό του Κλωνάρα, πού
κοιμόταν ησυχα, χωρίς νά εχει ίδέα γιά τίς άvτιθέσεις καί τούς
πολέμους των μεγάλων.
'Έδωκαν επίσης οί τουφεκιές τό σήμα συναγερμου στίς τουρ­
κικές φρουρές της Ντόλιαvης, του· Ξηρολείβαδου καί άλλων
χωριών. 'Ο Κόρακας άναγκάστηκε, μέ λύπη του, νά παρατηρή­
σει τά σαρακατσάvικα καλύβια καί τήv ό�όθερμη φιλοξενία τους
καί νά χωθεί στό μεγάλο δάσος.
Τρείς τέσσερις ήμέρες επαιζε κρυφτούλι μέ τούς Τούρκους
στό δάσος. Φρόντιζε νά τούς άποφεύγει. Μά κάποτε τούς εβρι­
σκε, χωρίς vά τούς περιμένει, μπροστά του. Τούς εριχνε τότε
μερικές γρήγορες τουφεκιές καί ξαvαβυθιζόταν_ στήv πράσινη
. θάλασσα του δάσους. Οί Τουρκοι τόv κυvηγουσαν μέ κρύα δμως
καρδιά. 'Ήθελαν νά τόν στριμώξουν κάπου, σέ άνοιχτό εδαφος,
δπου δέν εβγαιvε ό Κόρακας. Μέσα στό δάσος «φοβόταν ό
Γιάννης τό θεριό καί τό θεριό τόν Γιάννη». Μπορουσε νά τούς
περιμένουν οί «εσκιάδες» κρυμμένοι πίσω άπό χαμόκλαδα, νά
άδειάσουv ξάφνου άπάνω τους, άπό κοντά, τά τουφέκια καί νά
εξαφανισθουv στό δάσος!
Κουράστηκε καί ό Κόρακας μέ τό άτέλειωτο κυνηγ:r�τό.
Δύσκολα εβρισκε τροφή. Καί μιά καλή βραδιά κατέβηκε γιά
άσφάλεια καί ήσυχία μέσα στή... Νάο.υσα! Ήταν πολιτεία μέ
296

8.000-9.000 κατοίκους. Ηχε «μουντίρη» (ύποέπαρχο), άστυνομία,
χωροφυλακή, λόχο στρατοί\. Ε{χε καί λίγους Τούρκους κατοί­
κους, πού ε{χαν καταντήσει πανάθλιοι ύπηρέτες των ραγιάδων.
UΩς τόσο μέσα στή Νάουσα τά άνταρτικά Σώματα ήταν σάν στά
σπίτια τους...
Ε{χαν �πόλυτη άσφάλεια καί δέν φοβόνταν προδοσία. Στήν
άνάγκη ·μπορουσαν νά βγουν άπό σπίτι σέ σπίτι καί άπό αύλή σέ
αύλή, μακριά άπό τό μέρος, δπου εκαμναν οί Τουρκοι «μπασκίν»
(ερευνα).
Ε{χε στή Νάουσα ό Κόρακας καί ενα χαριτωμένο έπεισόδιο:
Ε{χε πάει μιά χειμωνιάτικη βραδιά, πρίν πολλούς μηνες,
μόνος στό σπίτι του 'Αντώνη Περδικάρη. Κάθησαν οί δυό τους
κοντά στό τζάκι, εψηναν κάστανα, εσπαγαν καρύδια καί επιναν
τό ώραίο ναουσέικο κρασί. 'Ο γέρο 'Αντώνης ε{χε τή συνήθεια
νά κρίνει, καί κατακρίνει δλα καί δλους, άκόμη καί τόν άδελφό
του γιατρό, πού ήταν ή ψυχή της 'Οργανώσεως της Νάουσας. Ό
Κόρακας πού ε{χε πάρει τότε καί τόν τομέα της Νάουσας, ήθελε
νά τ' άκούσει, γιά κάθε ένδεχόμενο. Ξάφνου άκούστηκαν δυνα­
τοί χτύποι στήν πόρτα. Ήταν Τουρκοι! Ό 'Αντώνης άτάραχος
πάτησε ενα κουμπί, τό τζάκι μετακινήθηκε μέ τή φωτιά, τήν
στάχτη, τά κάστανα. Πρόβαλε μιά άνοιχτή καταπακτή, μπηκε
μέσα ό Κόρακας καί τό -ςζάκι ξαναγύρισε στή θέση του! 'Αγριε­
μένοι οί Τουρκοι ζητουσαν τόν Κόρακα. Γιά πρώτη φορά
σημειώθηκε γερή προδοσία στή Νάουσα. 'Ίσως άπό κάποια
έπιπολαιότητα. 'Ο γέρος θέλησε νά ρίξει μιά ματιά στά κερα­
μίδια:
-Ζητατε, είπε στούς Τούρκους, τόν Κόρακα μέσα στά σπί­
τια; Στέκει στά κεραμίδια.
-Κοροϊδεύεις γέρο;
-Δέν ξέρετε, δτι ό Κόρακας ε{ναι τό μαυR_ο πουλί πού κάνει
κρά; Κάποιος θά ε{δε κόρακα πάνω στά κεραμίδια μου καί θά
ε{πε: «Κόρακας στό σπίτι του ',t\.ντώνη Περδικάρη» καί σείς τόν
πήρατε γιά κάποιον άλλον, δέν ξέρω ποιόν Κόρακα.
Οί Τουρκοι βέβαια δέν ίκανοποιήθηκαν μέ τήν εξυπνη έξή­
γηση. Δέν βρηκαν δμως τίποτε καί άναγκάστηκαν νά φύγουν
297

ντροπιασμένοι. Δέν εδωσαν καί μερικούς μπάτσους καί κλώτσους,
γιατί οί βαληδες καί πασάδες ε{χαν μεγάλη εκτίμηση στούς βιο­
μηχάνους γκιαούρηδες της Νάουσας. 'Εξ άλλου επαιρνε ό «μου­
ντίρης» ενα τακτικό επίδομα άπ' τόν γιατρό Περδικάρη.
Καί μέσα στή Νάουσα ό Κόρακας δέν ξεχνουσε τήν Ντό­
λιανη. ΤΗ ταν γι' αύτόν δ,τι ή Καρχηδών γιά τούς Ρωμαίους. Τήν
ε{χε χτυπήσει δυό φορές χωρίς μεγάλα δμως άποτελέσματα.
Μονάχα δυό-τρείς πρόλαβε νά ξεκάμει. Ήταν δλοι τους πάνο­
πλοι καί ε{χαν καί εναν λόχο στρατου στό χωριό τους. 'Έπρεπε
όπωσδήποτε νά πάρει πίσω τό αίμα του καλόγερου καί του
τσομπάνου 1ης Καληπέτρας.
'Αποφάσισε ν' άλλάξει τακτική. Κάλεσε ενα άπό τά παιδιά
του, τόν Μήτσο, πού ήταν άπο ενα χωριουδάκι κοντά στή Βέροια
καί ε{χε δουλέψει μέσα στήν πόλη. Του ε{πε:
-Πηγαίνεις, Μήτσο, μέσα στή Βέροια;
-Στή Βέροια;
-Νά πουλήσεις κεράσια!
-Πηγαίν' γιατί οχ';
-Μά καί νά σκοτώσεις εναν Ρουμάνα. Νάναι άπό τή Ντόλιανη. Δέν θά γυρίσεις πίσω μέ άδεια χέρια.
-Μέσα στή Βέροια;
Πετάχτηκε ό Σκοτίδας.
-" Αν δέν πηγαίν'ς εσύ, πηγαίν' ίγουώ.
- Έσύ; Μέ τό μπόισ' κι τά γένια! Σέ ξέρ' ούλος ό ντουνιάς...
-Μά αν δέν πηγαίν'ς εσύ... Θά μείνουμ' ετσι μέ σταυρωμέν'
τά χέρια;
-Θά πάω.. : Πηγαίν'.
Τόν εντυσαν χωριάτικα, τοϋδωσαν εναν γάϊδαρο μέ δυό
κοφίνια γεμάτα καί τόν εστειλαν στήν Βέροια.
Τό παράξενο ε{ναι δτι καί ή Βέροια καί ή Νάουσα, πού ε{χαν
τόσο μεγάλη πατριωτική δράση, δέν φρόντισαν νά καταρτίζουν
καί τμήματα « 'Εκτελεστικου», φυτώρια δηλαδή δολοφόνων.
'Όπως στή Νάουσα, ε{χε μπεί πολλές φορές ό Κόρακας μέ δλο τό
Σώμα του καί στή Βέροια, καί φιλοξενήθηκε πολλά ήμερόνυχτα
σέ άρχοντικά καί λαϊκά σπίτια. Εrχε ή Βέροια πολλούς Τούρ298

κους, 'Εβραίους, συντάγματα στρατοϋ καί τό χειρότερο ρουμανί­
ζοντες, άδυσώπητους εχθρούς καί συστηματικούς καταδότες. 'Η
φήμη καί ή δόξα τοϋ «'Εκτελεστικοϋ», ε{χε άπλωθεί σέ δλη τή
Μακεδονία. Δέν σκέφτηκαν, καθώς φαίνεται, στίς δυό πόλεις, νά
οργανώσουν μερικές όμάδες παιδιών γιά εκτελέσεις. 'Ίσως δέν
τίς χρειάστηκαν. 'Έμπαιναν εκεί τά άντάρτικα Σώματα.
Στίς 10 Μαίου άπ' τό πρωί ό Μfjτσος γύριζε μέ τόν γάιδαρό
του τούς μαχαλάδες της Βέροιας καί διαλαλοϋσε τά κεράσια του:
«Κεράσια γλυκά». «Κεράσια μαϋρα». «Τρέξτε νά πάρετε κερά­
σια». Προτιμοϋσε, γιά κάθε ενδεχόμενο, τίς άκρινές συνοικίες...
Σ' ενα στενοσόκακο, τρείς γυναίκες άγόραζαν κεράσια. Παρου­
σιάσθηκε καί ό Καραγιάννης άπ' τή Ντόλιανη, ό χειρότερος
πράκτορας της ρουμανικfjς προπαγάνδας, μέ φόνους δικών μας
στό ενεργητικό του. Αυτόν ηθελε νά συναντήσει, περισσότερο
άπό κάθε αλλον, ό Μήτσος. Καί ή κακή μοίρα η ό διάβολος τόν
εφερε μπροστά του.
-Εlναι καλά τά κεράσια σου, βρέ παλικάρι; ρώτησε.
-Ε{ναι τά καλύτερα πού εχεις φάει κύρ Καραγιάννη.
-Μέ ξέρεις, βλέπω.
-Κί ποιός δέν ξιέρ' ενα νοικοκύρ', μιάν άφεντιά σάν τή
δική σ';
'Ο Καραγιάννης εβαλε δυό κεράσια στό στόμα καί βεβαιώθηκε δτι ήταν πολύ καλά. Καί ε{πε:
-Βάλε μου δυό οκάδες. Βάλε μου τρείς.
-Ευχαρίστως.
-Μά δέν εχω ψιλά. 'Έχεις ρέστα άπό ενα μετζίτι; (πέμπτον
λίρας).
-'Έχω.
-Πάρε λοιπόν τό μετζίτι καί δός μου τά ρέστα. Ό Μfjτσος
εβαλε τό χέρι στή φαρδιά τσέπη γιά τά ρέστα. 'Έβγαλε δμως ενα
πιστόλι καί φύτεψε άμέσως δυό σφαίρες στό κεφάλι τοϋ Καρα­
γιάννη.
'Ο γάιδαρος άφέθηκε ελεό�ερος. 'Ο Μfjτσος τόβαλε στά
πόδια.
( «Κρυψάνες»)

299

37. Η ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ
'Ύστερα απ' τά μεσάνυχτα μιά ωρα, πού δρισαν οί αστρονομι­
κές γνώσεις των συνοδοιπόρων κι οί φωνές των γαϊδάρων τους,
ξανακινήσαμε. Τό πρωί ήμαστε στή Γραδένιτσα· λίγο ενωρίτερα
είχαν φθάσει έκεί καί τά σώματα των όπλαρχηγων Βολάνη καί
Καραβίτη από τήν Μπtσιστα δπου είχαν πάει νά ξετάσουν τίς
λεπτομέρειες της τριπλής σφαγής καί νά δώσουν κουράγιο
στούς δι�ούς μας. Πήγα αμέσως νά τούς συναντήσω. Μπροστά·
από ενα τρισάθλιο καλυβόσπιτο εστεκε ενας ψηλός καί ρωμα­
λέος άνδρας τυλιγμένος σέ μιά τεράστια κάπα. 'Απ' δλο του τό
σωμα φαινότανε μονάχα τό μαυρο μαντήλι της κεφαλής, τά
μεγάλα του μουστάκια καί τ' άσπρα του ύποδήματα. Ήταν
αρκετά γιά νά καταλάβω πώς είχα μπροστά μου εναν Κρητικό.
Κύτταζε τόν όρίζοντα ή ίσως κανένα μακρινό δραμα.
-Καλημέρα σας, του είπα.
'Έκαμε πώς δέν μ' άκουσε, ουτε μ' είδε.
-Μπορείτε σας παρακαλώ, νά μου πητε, που μένουν οί
ιςύριοι καπεταναίοι;
Μέ μιά ελαφριά κίνηςrη τής κεφαλής του μου εδειξε ενα
αντικρυνό σπίτι. Τόν εύχαρίστησα γιά τήν πληροφορία καί
διευθύνθηκα στό σπίτι, πού μου ύπέδειξε. Συνήντησα εκεί τόν
καπετάν Καραβίτη καταγινόμενο μέ μιά χαντζάρα, πού ηταν
φανερό πώς δέν πρΌοριζόνταν μόνο γιά τά άλογα ζωα, νά
κομματιάζει ενα παχύ κριάρι. ΤΗταν ενας ωραίος τύπος πολεμι­
στου μέ μαυρα γένεια καί μαυρα κανονικά χαρακτηριστικά. Ό
Μελας τόν είχε ονομάσει Αιθίοπα 'Απόλλωνα. Παραπέρα ησαν
ξαπλωμένοι σέ χονδροφιαγμένες ψάθες 5-6 αντάρτες φορτωμένοι
φυσέκια, πιστόλια, μαχαίρια κι ασημικά. Δυό κοιμουνταν τυλιγ­
μένοι στίς κάπες τους.
-Καλημέρα καπετάνιε, είπα, ή μαλλον ψιθύρισα.
300

-Πως εδω, βρέ Μοναστηριώτη; άπάντησε κείνος, χωρίς ν'
άνταποδώσει τό χαιρετισμό η νά διακόψει τό εργο του.
-'Έρχομαι, κυριε 'Αρχηγέ, ερχομαι νά συναγωνισθω παρά
τό πλευρό σας διά τόν ίδιον ίερόν κι· αγιον σκοπόν, δστις σας
εφερε άπ' τό όμορφο νησί σας σ' αύτά τ' άγρια βου�ά μας.
Τήν προσφώνηση αύτή τήν ετοίμασα στό δρόμο καί τήν εΙχα
εiπεί χίλιες φορές μόνος μου. Πίστευα πώς θά μου διάνοιγε
διάπλατες τίς καρδιές των συντρόφων. 'Έξαφνα δμως ό Καραβί­
της άφήνει τό διαμελισμό, φέρνει τό χέρι μέ τήν αίματωμένη
χαντζάρα στό μέτωπο καί μέ μιά βαθειά ύπόκλιση.πού θά ήταν
καλή γιά τά σαλόνια, της εποχης των Λουδοβίκων μου λέγει:
-Εύχαριστω πολύ γιά τήν μεγάλη τιμή πού μας κάνετε.
Τήν ίδια στιγμή δλοι οί άντάρτες, ξαπλωμένοι καί κοιμισμέ­
νοι, τινάχθηκαν διά μιας όρθιοι σάν νά τούς σκούντησε ήλε­
κτρικό. ρευμα κι άρχισαν κι αύτοί μέ πολλές ύποκλίσείς νά μου
λέγουν:
-Σ' εύχαριστουμε πολύ, σ' εύχαριστουμε πολύ, λεβέντη καί
παλικαρά μας.
Κάποιος πρόσθεσε:
-Διάλε τό� Τουρκο καί τό Βούλγαρο πού θά μείνει τώρα στή
Μακεδονία...
Τ' · άσημικά παρακολουθουσαν τίς ύποκλίσεις των μέ μιίi
μεταλλική ύπόκρουση πού εμοιαζε σατανικό γέλιο.
Τάχασα. Νά προσφέρεσαι νά παίξεις τό κεφάλι σου καί νά σε
δεχθουν μέ τέτοιο τρόπο! ... Τά μάτια μου βούρκωσαν. 'Έβγαλα
μηχανικά ενα συστατικό γράμμα του 'Εθνικου Κέντρου, πού
εΙχα κρυμμένο στό εσωτερικό των παπούτσιων μου καί τό εδωκα
του Καραβίτη.
-'Έχεις καμιά συγγένεια μέ τό Μόδη, πού σκότωσαν οί
Βούλγαροι καί τραγουδουν οί Μοναστηριωτες;__.
-Ήταν θείος μου.
-Καλά... Καλά ... "Αμε τώρα, καί κάθησε μέ τούς συντρόφους
σου. ΕΙναι πολύ καλά παιδιά... Μή σέ τρομάζει ή πρώτη εντύ­
πωση. Θά τούς γνωρίσεις καλλίτερα άργότερα.
301

Προτίμησα νά βγω εξω στήν αυλή καί στόν ανοικτόν αέρα.
Ήταν κι εκεί κάμποσοι αντάρτες.
'Ένα ψιλόλιγνο παλληκάρι μέ μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια καί
λίγα γένεια πουχαν αρχίσει νά φυτρώνουν στά μάγουλά του, μέ
χακί στολή κι άσπρα κρητικά ύποδήματα μαγείρευε. 'Ένας
άλλος νεαρότατος, σχεδόν παιδί, μέ όλόξανθα μακριά μαλλιά,
χακί επίσης στολή καί τσαρούχια, τόν βοηθουσε καί του ελεγε:
'-Γιεώργι, μά γιατί δέν τό ψιένομ' στή σούβλα τό μανάρ';
'Ένας όμορφος λεβέντης, κάπως περιποιημένος, καθάριζε τό
δπλο του. Δυό τρείς ήσαν ξαπλωμένοι στίς κάπες τους ή κατά­
χαμα. Κάποιος μέ μεγάλα γένεια, ψηλός καί πολύ σοβαρός
μπάλωνε τό χιλιομπαλωμένο σακάκι του. "Αλλος μέ ευζωνικό
ντουλαμα σκότωνε ζωύφια στή φανέλα του.
Παρέκει ενας άλλος σκυμμένος σέ χαρτιά καί μελάνι εγραφε.
Κατάλαβα πώς ήταν ό γραμματικός του σώματος καί επομένως
μορφωμένος. Τόν πλησίασα. Ε{δα δμως πώς βρισκόταν σέ εμπό­
λεμο κατάσταση μέ τήν όρθογραφία καί ξόδευε περισσότερον
ίδρώτα παρά μελάνη. Τόν διόρθωσα.
-Μπα; Κατέεις καί σύ γράμματα;
-Πως είπατε;
-Ξέρεις γράμματα;
-Ξέρω λίγα.
-Σέ ποιά τάξη πήγες στό σχολειό;
-Στήν τελευταία.
-Του δημοτικοί>;
-'Όχι, του Γυμνασίου.
-Κι εγώ ξέρω γράμματα. Τάμαθα στή φυλακή στά Χανιά.
Γιά τό χατήρι ενός παληοτουρκαλα πού σκότωσα, κάθησα τρία
χρόνια στό φρέσκο.
Καί ξακολούθησε νά γράφει καί νά ίδρώνει χωρίς vά δώσει
καμιά άλλη προσοχή στήν παρουσία μου.
Μονάχα ό ξανθός εφηβος μέ τά μακριά μαλλιά μου εδειξε
κάποιο ενδιαφέρο. 'Έβοσκε πρόβατα κοντά στά Θεσσαλο;ιακε­
δονικά σύνορα, δταν περνουσε τό σωμα του Καραβίτη· τόν
πήραν όδηγό γιά μιά νύχτα καί ετσι... εμεινε αντάρτης.

302

-Ίέρχεσ' νά μείν'ς μαζί μας; 'Αντάρτης; μέ ρώτησε.
-Μάλιστα.
-Δέν κάν'ς καλά π' δ'μ', δέν κάν'ς καλά μπίτ.
-Γιατί;
- 'Ιδω πέρα θά σί φαν οί βροχές, ή πείνα, οί ψειρ ς.
'Άσχημο δρόμο διάλιξις.- Δέν ίέχ' χα'ίρ'. Γύρισε στά προβατά­
κια σ', στό βιό σου. Μακάρι νά μποροϋσα νά τό κάμω κι ίγώ.
-'Έννοια σου, Γούλα. Ή Μάρω σου σέ καρτεράει εως
δτου... νliβρει κανένα τσελιγκόπουλο... Κύττα καλά νά μή σέ φαν
εσένα τά όρνεα καί οί λύκοι... τουπε ενας άντάρτης, μαυροκόκκι­
νος, σχεδόν σπανός, κοντός καί γεμάτος, πο.ύ τραγουδοϋσε εως
τότε ξαπλωμένος ενα σκοπό, πού πρώτη φορά liκουα, τόν 'Ερω­
τόκριτο.
Ό Γούλας κοκκίνισε.
-Γιατί, Μανώλ', πάντα μί πειράζ'ς;
-Γιατί καί σύ τρομάζεις τόν κύριο καί τοϋ λές πώς θά τόν
φαν οί ψείρες;
-Ψιέμματ' τ' λέω;
-"Αν ε{σαι ψειριάρης σύ, δέν εϊμαστε καί ούλοι. 'Εγώ
άλλάζω ροϋχα κάθε τρείς μέρες. Τώρα εδωκα τά πουκάμισά μου
νά σιδερωθοϋν,
'Έπειτα γύρισε σέ μένα καί μοϋ λέει.
-Ποϋ τά κολλαρίζετε, σας παρακαλώ, κύριε, τά πουκάμισά
σας γιά νά στείλω καί τά δικά μου;
Κι επειδή εγώ εμεινα μέ άνοιχτό τό στόμα, επανέλαβε.
-Γιατί άπορείτε; Σας πέρασε ή ίδέα πώς οί ερμοι άντάρτες
δέν μποροϋν νά φοροϋν άσπρα πουκάμισα καί ψηλά κολλάρα;
'Όλοι ξέσπασαν στά γέλοια.
'Ο γραμματικός διέκοψε τό μουντζούρωμα καί γελώντας τοϋ
φώναξε:
-Γειά σόυ, Μανώλη, Λόρδε.
'Ο γενειοφόρος, πού μπάλωνε<-τό σακάκι, τοϋ εριξε μιά ματιά
καί κουνώντας τό κεφάλι ε{πε:
-Μαγαρισμένε...
-Γιάιντα Σαριδογιάννη;
303

-Ντά, χτές εβαvες στοίχημα πώς εχεις τσί περισσότερε ς
ψείρες.
-" Αλλο αύτό. Βάνω το καί σήμερα τό στοίχημα. Μά δχι μαζί
σου. Σύ εχεις μεγάλα γέvεια καί θα.ναι γεμάτα...
'Ο Σαριδογιάvvης σήκωσε εvα ξύλο. Μά ό Μανώλης πρό­
φθασε καί ξεπετάχθηκε άπ' τήν κάπα του.
-Γιεβεvτισμένε! τοϋ εΙπε, καί ξακολούθησε τό μπάλωμα.
'Ο Μανώλης ήλθε κοντά μου.
-Νά σας παρουσιασθώ, κύριε. 'Εμμανουήλ Μυλωνάκης,
καρβουνοέμπορος στόv Πειραία.
'Όλοι γέλασαν.
-Καρβουνοέμπορος, πού κουβαλοϋσε τά κάρβουνα στά βα­
πόρια στσί πλάτες, εΙπε εκείνος πού καθάριζε τό τουφέκι του.
-'Όταν κλέβαμε κανένα σακκί κάρβουνα τό πουλούσαμε.
ΕΙvαι κι αύτό εμπόριο, Μαυρη. Σύ τά κλεμμένα πρόβατα τα­
τρωγες.
'Ο Μανώλης ξαναγύρισε σέ μένα.
-Νά σας παρουσιάσω τώρα καί τούς φίλους μου. Ό κύριος
Γιάννης Σαριδογιάνvης ή Σαρρης, μεγάλος φιλόσοφος, εσπού­
δασε τή φιλοσοφία στόv 'Ομαλό, δπου εβοσκε πρόβατα. Ξέρει
καί vά μπαλώνει καλά. Γι' αύτό τά ρ9ϋχα του είναι δλο μπαλώ­
ματα. 'Ο κύρ Νικόλας Μαυρης, είναι, δπως βλέπετε, άριστοκρά­
της, vτιστεγκές. 'Ο κύριος εκεί, πού μαγειρεύει, Γεώργης Κανδυ­
λάκης ή δεσποινίς. Κατά λάθος άvτί νά πάει στό 'Αρσάκειο ήρθε
εδώ. 'Ο κύριος, πού καθαρίζει τή φανέλα του, Νικόλας Ξυλευσί­
vος, άπ' τά χωριά της 'Ελευσίνας ή Ξυλευσίvας. Δέν ξέρομε
τδvομά του. Δέν εχόρταιvε μέ τήν κουραμάνα στό στρατό καί γι'
αύτό λιποτάκτησε κι ήρθε μαζί μας. Χορταίvούv τώρα οί ψείρες.
Ό κύριος άπ' εδώ, ε{πε, δείχνοντας εvα ξαπλωμένο κολοσσό,
σπανό καί πιό μαϋρο άπ' τή μαύρη φουστανέλα του, είναι ό
εξοχώτατος Χρfiσ-rος άπ' τή Μπέσιστα, Μπεσιστιάvος ή 'Αρά­
πης. Μπορεί. vά σφάξει εκατό άvθρώπους σάv vά εΙvαι σκόρδα.
Τόν κυvηγοϋσε νά τόν δείρει τό άφεvτικό του, γιατί τοϋ εΙχε φάει
κάμποσα πρόβατα. Γιά νά γλυτώσει τό ξύλο εγιvε άvτάρτηι;.
304

Μιλάει τά ελληνικά σάν σωστός Κρητικός'. Μά μπορουσε να.ταν
καί κομιτατζής.
-Γιά μένα τά λές αυτά, Μανώλη; είπε ό 'Αράπης, σηκωμέ­
νος όλόρθος.
-Γιά ποιόν άλλο; Δέν ε{ναι ετσι, Πετρούση; άπάντησε ό
Μανώλης, γυρίζοντας σ' ενα νεαρό πάνοπλο χωρικό, πού ε{χε
μπεί στήν αυλή έκείνη τή στιγμή.
'Ο Πετρούσης κούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
-"Αφτον αυτόν, έπανέλαβε ό 'Αράπης. Εlναι γιά νά κουβα­
λάει νερό. 'Εγώ, Μανώλη, εγινα άντάρτης γιά τήν πατρίδα, γιά
τήν έλευθερία. Σύ εγινες γιατί δέ σέ χωρουσε ή Κρήτη. Θαρρείς
δέν τά κατέομε; Σκότωσες τήν...
-Σκασμός σκυλαράπη, ε{πε ό Μανώλης, βάνοντας τό χέρι
στό πιστόλι του.
'Έπεσαν έπανω του οί άλλοι. 'Ο Μανώλης εφυγε εξω κατακί­
τρινος άπ' τό θυμό του.
-Δέν εκανες καλά καί σύ, Χρfjστο, νά τόν πειράξεις σ' αυτό
τό πράμα. Τό ξέρεις. Δέν κάνει, είπε ό Κανδυλάκης.
'Έπειτα μ' έσίμωσε καί μου είπε στ' αυτί.
-'Ο καημένος ό Μανώλης άναγκάσθηκε νά καταλύσει τήν
άδελφή του. Δέν ήταν καλή...
-Θέ νά μείνεις τό λοιπό μαζί μας; μέ ρώτησ:ε ό Σαριδογιάν­
νης, κυττάζοντάς με κατάματα.
-Γι' αυτό ήρθα έδω.
-'Εγώ δέν τό ξέρω άκόμα γιατί έμείς ήρθαμε έδω. Πως
βρεθήκαμε δέν τό καταλαβαίνω.
-'Ήρθαμε γιά τό χατήρι του καπετάνιου, Γιάννη, ε{πε ό
Κανδυλάκής. Συγγενής μας. Θά τόν άφήναμε μονάχο μέ ξέ­
νους; ... "Επειτα εϊμαστε Κρητικοί.
-'Εγώ, νά σας πω τήν άλήθεια, είπε ό Μαυρής, ήρθα
περισσότερο γιά τό χατήρι του άδερφου μου τ�υ Γιώργη. Δυό
φορές μου τόσκασε γιά τή Μακεδονία άφήνοντας σέ μένα τό
σπίτι καί τά χωράφια. Τά φόρτωσα κι έγώ τώρα δλα στόν πετεινό
καί ήρθα. 'Έμεινε ή γριά στό σπίτι μονάχη.· "Αν θέλει ας μή
γυρίσει πίσω ό Γιώργης.
}()

305

-Τό κάνατε ρόϊδο κι οί δυό σας, παρατήρησε ό Σαριδο­
γιάννης.
-Μά καί σύ εχεις τό σχέδιό σου, Γιάννη. Νά πας στήν
'Αμερική, αν ξεφύγεις απ' έδω. 'Έμασες τά τριάντα ναπολεόνια,
πού σου χρειάζονται;
-Μπα. Σταμάτησα στά 13. Που νά βρεθουν;!
-" Άσχημος άριθμός.
Στό μεταξύ εφθασε ό Βολάνης. Μί'iλλον κοντός, νευρώδης,
φορτωμένος ασημικά, μέ μίαν άγγελική πραότητα στό πρόσωπο,
πού δέν συμβιβάζονταν καθόλου μέ τήν τρομερή φήμη του, ε{χε
διατηρήσει μόνος αυτός τήν κρητική βράκα. Στό γυρισμό άπ'
τήν Μπέσιστα ε{χε χάσει τό δρόμο καί τώρα μόλις κατόρθωνε μέ
τή βοήθεια μικρου βοσκου νά συναντήσει τούς άνδρες του.
Αυτόν τόν γνώριζα καλά άπ' τίς φυλακές του Μοναστηριου, απ'
τίς όποίες πρίν άπό λίγους μήνες είχε δραπετεύσει. Μέ ύποδέ­
χθηκε μέ άδολη χαρά καί μέ φίλησε. 'Η ξεχωριστή εϋνοια του
αρχηγου μέ έξύψωσε στή συνείδηση των συντρόφων καί αποκα­
τέστησε γρήγορα τίς σχέσεις μου μαζί τους.
Μαζί τώρα μέ τούς δυό όπλαρχηγούς καί άλλους άντάρτες
έπισκεφθήκαμε τόν τάφο του Γαρέφη. Δυό χωρικοί καί δυό
όπλίτες ε{χαν στήσει μέ λίγες _πλάκες καί ενα μικρό μαρμάρινο
σταυρό τό μαυσωλείο του ήρωικου Πηλιορείτη. Ήταν ενας
φτωχός καί ταπεινότατος τάφος. Μά φάνταζε σάν αληθινό μνη­
μείο στό νεκροταφείο αυτό της Γραδέσνιτσας, πού δέν περιείχε
τίποτε άλλο από χαμηλούς ξύλινους σταυρούς. Γιά νά μή κινήσει
ή έξαιρετική πολυτέλειά του τήν προσοχή των Τούρκων, γρά­
ψανε στό σταυρό μέ χονδρό μολυβδοκόνδυλο τό όνομα κάποιου
χωρικου, πού ε{χε πεθάνει τότε κοντά. Δυό παπάδες διάβασαν τό
μνημόσυνο. Πολλές γυναίκες, πού ε{χαν στή στιγμή μαζωχθεί
εραναν τό μνήμα μέ λουλούδια καί δάκρυα. Ήσαν χήρες καί
μητέρες αγωνιστών, πού ε{,χαν πέσει σέ συμπλοκή μέ τούς
Τούρκους η σέ ένέδρα Βουλγάρων. Ό Γαρέφης πέθανε στά
χέρια τους τή στιγμή, πού εφθανε απ' τό Μοναστήρι γιατρός γιά
τή θεραπεία της πληγής του. Κι ό μέν γιατρός εφυγε άπρακτος.
Κατόπιν του δμως πρόβαλε Τουρκος άξιωματικός μέ στρατιώτες
306

καί χωροφύλακες, πού κάτι φαίνεται ε{χαν μυρισθεί. 'Αλλά τότε
οί γυναίκες χωρίς νά χάσουν τήν ψυχραιμία τους, εσκέπασαν τό
νεκρό μέ χωριάτικα ρουχα καί άρχισαν νά τόν κλαίουν μέ τόση
φυσικότητα καί σπαραγμό, ωστε ό αξιωματικός .δέν επέμεινε νά
διαταράξει περισσότερο τό πένθος τους.
Τή νύχτα είχαμε διασκέδαση. 'Ο Βολάνης εβάφτιζε τήν κόρη
ενός απ' τούς προκρίτους της Γραδέσνιτσας. Μιά αδυναμία των
άνταρτών ήσαν οί κουμπαριές. Κάθε Μακεδονομάχος άξιος του
όνόματος αύτου, δυό πράγματα κυνηγουσε: νά σκοτώσει δσο τό
δυνατό περισσότερους εχθρούς καί νά κάμει δσο τό δυνατό
περισσότερους κουμπάρους. 'Ίσως κάποια εσωτερική δύναμη
τούς εσπρωχνε ν' αντικαταστήσουν μέ τούς εκκλησιαστικούς
αύτούς δεσμούς τό μακρινό τους σπίτι. Μόλις βράδιασε συγκε­
ντρωθήκαμε στήν εκκλησία του χωριου. Σ' όλίγο εφθασε κι ό
καπετάνιος μέ δλο τό συγγενολόι της βαφτιστικιiiς του. 'Ένας
άντάρτης πού μέ τή ρινοφωνία του περνουσε γιά εξοχος ψάλτης,
εκαμε χρέη χορου. 'Ένας γέρος παπάς διάβασε τίς εύχές καί τό
άλλο τυπικό της ίεροτελεστίας. 'Αλλ' ή μικρή ελληνομάθειά
του, πού ε{χε πάθει ήδη δυνατό κλονισμό, απ' τήν πρωτοφανή
γι' αύτόν συγκέντρωση, εναυάγησε όριστικά στό σκόπελο του
παράχορδου γιά τήν άκοή του Μοριχόβου, όνόματος της βαπτι­
ζομένης. Τό ε{χε δανεισθεί ό Βολάνης απ' τή μητέρα του. 'Ο
άτυχος παπάς αναγκαζόταν νά διακόφτει κάθε λίγο τό εύχολόγιο
καί νά ρωτα «πώς είναι τό δνομα;».
'Απ' τήν εκκλησιά τραβήξαμε στό σπίτι της βαφτιστικιiiς
μας. Ό πατέρας της ε{χε ετοιμάσει λαμπρό συμπόσιο μ' εξοδα
κυρίως του κουμπάρου. Τή στιγμή δμως πού τό γλέντι ε{χε
άνάψει, ερχεται τό καραούλι δηλ. ό χωρικός, πού φύλαγε πάνω
απ' τό χωριό καί μας άναγγέλει πώς οί Τουρκοι πλησίαζαν καί
μας έκύκλωναν. 'Όλοι βρεθήκαμε δρθιοι. 'Η ΙΡάπεζα άναποδο­
γυρίσθηκε, οί γυναίκες άρχισαν νά κλαίνε ιcαί νά τρέχουν
πάνω-κάτω, κι άπ' του γέρου π�πα τό χέρι επεσε τό ποτήρι του
κρασιου. Οί αντάρτες αρπαξαν τά δπλα, τίς κάπες, τά σακκίδιά
τους καί δρμησαν εξω. 'Ακούσθηκε τότε καί ό ξηρός κρότος των
δπλων, πού γεμίζουν ή δοκιμάζονται. «'Ίσια, πάνω στή ράχη»
307

ήταν ή διαταγή καί τό σχέδιο επιχειρήσεων των δύο όπλαρχη­
γών. 'Εγώ δέν ήξερα τί νά κάμω. Ν' άκολ9υθήσω τούς άλλους;
'Αλλά τί θά γινόμουνα μέσα στή συμπλοκή άοπλος καί μέ τό
κοστούμι, πού εφερνα άπ' τήν πόλη; Νά μείνω; Τό λιγότερο πού
είχα νά πάθω ήταν νά μέ σαπίσουν τήν άλλη μέρα στό ξύλο οί
Τουρκοι. Έζήτησα νά συμβουλευθώ τόν Βολάνη. 'Αλλά στό
σκοτάδι καί τήν παραζάλη δέν τόν εβρισκα. 'Εγύρισα πίσω στό
σπίτι νά πάρω τό... μπαστουνάκι μου. Ε{δα τότε νά μπαίνει
όρμητικός μέσα ό Μανώλης, ν' άρπάζει ενα μεγάλο ψημμένο
μπούτι, πού ήταν επάνω στό τραπέζι άθικτο καί νά τό κρύβει
κάτω άπ' τήν κάπα του.
-Μή τό μαρτυρήσεις, μου ε{πε, θά σου δώσω καί σένα τό
μισό.
Στό τέλος τό γενικό ρευμα της εξόδου μέ παρέσυρε καί μένα.
Διαμιας βρεθήκαμε επάνω στή χαμηλή ράχη. Τρέξαμε χωρίς ν'
άνασάνομε. Τότε μέ είδε ό Βολάνης.
-Ήρθες καί σύ μαζί μας;
-'Όπου ό κόσμος καί ό Κοσμας, καπετάνιε.
-Καί τί θά σέ κάμω, αν άνάψει τό τουφεκίδι; Δέν κρατας
παρά τό μπαστούνι σου. Καλλίτερα νά γυρίσεις στό χωριό καί νά
μείνεις ίσαμ' αυριο δάσκαλος.
-Φοβαμαι τό ξόλο.
-Δέν εχεις καί κάπα. Κι αν άναγκασθουμε νά πάρουμε τά
βουνά;! ...
Μέ πλησίασε τότε ό Μανώλης καί μουπε στ' αύτί.
-Μή σέ νοιάζει, θά σου δώσω νά κρατας τό μπούτι.
Εύτυχώς οί Τουρκοι δέ φαίνονταν. Καί σέ λίγο άκούσθηκαν
μέσα άπ' τό σκοτάδι γνώριμες φωνές χωρικών πού μας καλουσαν
νά γυρίσουμε πίσω.
Οί άντάρτες δμως θεώρησαν προσβολή νά επιστρέψουν σ'
ενα χωριό, πού μέ τόση βία ε{χαν εγκαταλείψει καί άνάθεσαν σ'
εμένα νά τούς άντιπροσωπεύσω στή συνέχεια της εορτης.
Οί φοβεροί καί τρομεροί εκείνοι Τουρκοι, πού εδωσαν τόσο
ίλαροτραγικό τέλος στό νυκτερινό μας γλέντι, ήσαν καλοί
Γραδεσνιτσιωτές, πού γύριζαν άπ' τό παζάρι. Μαζί τους ερχο308

νταν κι οί δυό άλλοι φίλοι καί συμπατριώτες μου .::.υφτας καί
Καπηλιάδης. Αύτοί τούς εδωκαν άπό ενα τσιγάρο δταν πλησία­
σαν στό χωριό. Καί τά αναμμένα αύτά τσιγάρα τά μετέτρεψε η
ταραγμένη φαντασία του καραουλιου μας σέ δύναμη ενός τουλά­
χιστον λόχου.
(«Στά Μακεδονικά Βουνά»)

309

38. ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΜΕΝΟΙ
Δέκα μέρες ϋστερα άπ' τή Βουλγαρική ενέδρα ξαναβρεθή­
καμε τήν 5 Νοεμβρίου στή Μπέσιστα πολλά κατά φρένα καί
θυμόν μερμηρίζοντες κατά της απιστης Πόλτσιστας. Τό άμαρ­
τωλό χωριό ε{χε γίνει γιά τό σώμα μας δ,τι ήταν ή Καρχηδών γιά
τούς_Ρωμαίους. Delenda Πόλτσιστα, θά ελεγαν δλοι οί σύντρο­
φοι, εάν είχαν κάποια ίδέα άπό Λατινικά...
Έμείναμε στή Μπέσιστα δλη τήν ήμέρα, μέ τήν άπόφαση νά
ξεκαθαρίσουμε τήν ίδια νύκτα δλους τούς λογαριασμούς μας μέ
τήν Πόλτσιστα. 'Αλλά παρ' δλη τήν άνυπομονησία μας ν�
πιουμε τό μαυρο αίμα των προδοτών, μας κράτησε καί τή νύκτα
εκείνη στή Μπέσιστα τό μαυρο κρασί της πού ήταν περίφημο
στό Μορίχοβο.
Αύτό μας εσωσε. Οί άκοίμητοι Πολτσιστιάνοι μας επρόλα­
βαν καί πάλι. Μή εχοντας πιά εμπιστοσύνη στά δπλα των
κομιτατζήδων, άνέθεσαν στή φρουρά της Βιτώλιστας τό εργο της
εξοντώσεώς μας. 'Όλη τή νύκτα, παγερή καί άτέλειωτη νύκτα
του Νοεμβρίου, οί στρατιώτες μας περίμεναν στήν ίδια θέση
δπου οί Βούλγαροι μας εΙχαν στήσει τήν ενέδρα τους. Καί δταν
κοντά στήν αύγή εΙδαν πώς δέν είχαμε διάθεση εμείς νά πα.με σ'
αύτούς, άφηκαν σάν καλοί οπαδοί του Μωάμεθ τά μετερίζια τους
καί ήλθαν. αύτοί πρός τό βουνό, δηλαδή σ' εμίiς. Οί δυό χωρικοί
πού φύλαγαν καραούλι επεσαν στά χέρια τους, πρίν προφθάσουν
νά βγάλουν μιλιά.
Τόση ήταν ή σατανικότης των προδοτών πού τούς όδηγου­
σαν, ώστε εκτός άπ' τήν κυρία πολιορκητική ζώνη, εστησαν
χωριστή πολιορκία όλόγυρα καί άπ' τό καθένα σχεδόν άπ' τά
πέντε καταλύματά μας.
'Εμείς ήμαστε μακάρια βυθισμένοι στίς άπολαύσεις του πρωι­
νου ϋπνου.
310

Πρώτος αντελήφθηκε τόν κίνδυνο ό καπετάνιος. 'Η νοικο­
κυρά ύποψιάσθηκε τήν πρωινή αναστάτωση των σκύλων του
χωριου μέ τήν οξύτητα εκείνων πού ή ζωή καί ή περιουσία τους
κρέμεται σέ μιά τρίχα κι άνοιξε τή μικρή πορτούλα του σπιτιου
νά iδεί τί συμβαίνει. Μόλις πρόβαλε εξω τό κεφάλι βρέθηκε
αντιμέτωπη μέ όπλοφόρους, πού της είπαν: «μάσε, γκιαούρισσα,
τά σκυλιά σου νά μή γαυγίζουν». 'Έντρομη ή κακόμοιρη γυναίκα
ξανάκλεισε τήν πορτούλα κι εκυλίσθηκε σπαρταρώντας απ' τόν
τρόμο στά πόδια των ανταρτών καί των κοιμωμένων τέκνων της,
ενώ στά χείλη της επνιγόταν βραχνή καί ραγισμένη ή κραυγή
«καπετάνε! ... ασκέρ! ... ασκέρ! ...». Ό αρχηγός τινάχθηκε δρθιος
κι απ' τήν ταραχή της περισσότερο παρά απ' τά λόγια της
κατάλαβε τί εσήμαινε ή πρωινή εκείνη επιληπτική εμφάνισή
της. Χωρίς νά χάσει καιρό καί τήν ψυχραιμία του εριξε επάνω
της μιά χονδρή βελέντζα γιά νά μήν α-κουσθουν εξω οί στεναγμοί
καί οί βόγγοι της, αυτός δέ μέ τούς τέσσερες άνδρες του
πηγαίνοντας σιγά-σιγά κολλητά στόν τοίχο μέσα στό θαμπό
σκιόφως της χαραυγής, βγήκε εξω απ' τό σπίτι. Μ' δλη τήν
κρισιμότητα της στιγμής κατόρθωσε νά συγκεντρώσει κοντά καί
τούς άνδρες δύο άλλων καταλυμάτων. Μαζί μ' αυτούς δρμησε
ανάμεσα απ' τίς Τουρκικές γραμμές εξω απ' τό χωριό. Κι
εσώθηκε. Δυό μονάχα άνδρες του πληγώθηκαν, κι αυτοί δχι
βαρειά.
Σχεδόν τήν ϊδια ωρα διέφευγε κι ενα άλλο κατάλυμα από
πέντε άνδρες. Καί σ' αυτούς οί σκύλοι εξετέλεσαν χρέη ξυπνη­
τηρίου. Πήραν δμως τήν αντίθετη διεύθυνση του καπετάνιου.
'Αφου τουφεκίζοντας καί τουφεκιζόμενοι διέσχισαν τό χωριό κι
εφθασαν στήν άκρη του, ακολούθησαν τόν δρόμο γιά τό Ψώβικ.
'Αλλά κι αυτός ε{χε πιασθεί άπ' τό στρατό. · Ο αξιωματικός μέ
τό σαλπιγκτή καί λίγους στρατιώτες ε{χε στήσει_εκεί τό στρατη­
γείο του. 'Οχυρωμένος πίσω από ενα πέτρινο φράκτη ψηλό ενα
μέτρο, τούς ε{δε νά κατεβαίνουν ,;,ρ,εχάτοι καί αγριεμένοι. 'Αντί
δμως νά τούς σταματήσει κρύφθηκε πίσω απ' τόν πρόχειρο
προμαχώνα του. 'Η εξοδος του χωριου σ' εκείνο τό μέρος ήταν
στενόμακρη καί όμαλότατη. Δέν ήταν λοιπόν σοφότερο ν'

311

άφήσει τούς γκιαούρηδες νά προσπεράσουν καί επειτα νά τούς
κτυπήσει στά σίγουρα άπ' τ'ά ν_ωτα, παρά νά ριψοκινδυνεύσει σέ
μιά πάλη εκ του συστάδην μαζί τους; 'Ο άξιωματικός δέν ήταν
γενναίος εκεί πού δέν χρειάζονταν καί ήξερε νά φειδωλεύεται τό
αίμα των άνδρων καί τό τομάρι του. 'Α τυχως γι' αύτόν τό φέσι
ενός στρατιώτου του χάλασε τά σχέδια.. Περίεργος ό άγαθός
'Ανατολίτης νά ιδεί άπό κοντά ζωντανούς τούς διαβολανθρώ­
πους αύτούς, :yιά τούς όποίους τόσα άκουε, επρόβαλε τήν όγκώδη
κεφαλή μέ τό όγκωδέστερο κάλυμμά της επά\/ω άπ' τόν τοίχο. Τό
κόκκινο φέσι προκάλεσε τήν επίθεση καί τήν καταστροφή δπως
καί τό κόκκινο πανί του ταυρομάχου. Οί άντάρτες, Μαυρογένης,
Μανώλης,·'Αράπης καί άλλοι δύο, δταν ε{δαν πώς ό χαμηλός
τοίχος εκρυβε εχθρούς,άντί νά συνεχίσουν τή φυγή ήλθαν καί
κόλλησαν επάνω του. 'Έτσι ό ταπεινός αύτός φράκτης πού είχε
προορισμό νά χωρίζει τήν πτωχή περιουσία δύο ταπεινών άγρο­
των, χώριζε τώρα άνθρώπους πού διεκδικουσαν τήν κυριότητα
δλης της Μακεδονίας. 'Από όχύρωμα καθαρό τουρκικό εγινε καί
ελληνικό, στρεφόμενο σάν δίκοπο μαχαίρι εναντίον καί των δύο
άντιπάλων.
Τό πρωτάκουστο τόλμημα εσωσε τούς πέντε συντρόφους.
'Όχι μόνον οί όλόγυρα στρατιώτες επαυσαν νά πυροβολουν άπ'
τό φόβο μήπως σκοτώσουν τόν άξιωματικό τους, άλλά καί αύτοί
πού ήσαν πίσω άπ' τόν τοίχο βρέθηκαν άξαφνα σέ θέση μειονε­
κτική. 'Από πολιορκητές εγιναν πολιορκούμενοι. Τό κόλλημα
στόν τοίχο των άνταρτων, άνέτρεψε μαζί μέ δλους τούς γνωστούς.
των κανόνας πολεμικης τέχνης καί τό ήθικό τους. 'Εξ άλλου, ό
όπλ�μός τους άποδεικνύονταν όλότελα άκατάλληλος γιά τέ­
τοιου είδους πόλεμο. Τά μάουζερ ήσαν πολύ μακρυά καί γιά νά
φέρουν άποτέλεσμα επρεπε νά σηκωθουν όρθιοι πάνω άπ' τόν
φράκτη. Τουναντίον οί δικοί μας όπλισμένοι μέ βραχύκανα
μάνλιχερ καί μέ περίστροφα, αρπαζαν μέ τό άριστερό χέρι τήν
κάνη των μάουζερ καί άδειαζαν μέ τό δεξί τά πιστόλια των στά
κεφάλια των Τούρκων. Μ' αύτό τόν τρόπο άπεστάλησαν vά'
βοσκήσουν στό μουσουλμανικό παράδεισο ό άξιωματικός, ό
σαλπιγκτής καί κάμποσοι στρατιώτες.
312

Μόνο κατάλυμα γιά τό όποίο δέν έλάλησαν αύτή τήν αύγή οί
σκύλοι ηταν τό δικό μας. Μας έξύπνησαν οί τουφεκιές. Κοιμηθή­
καμε δπως οί μωρές παρθένες του Εύαγγελίου καί δταν πιά τή
δωδε�άτη ωρα πεταχθήκαμε γιά νά φύγουμε, ή Μπέσιστα έβούιζε
άπ' τούς πυροβολισμούς.
Στό θαμπό φέγγος της αύγης είδαμε τούς συντρόφους μας της
παρέας του άρχηγου νά φεύγουν στόν άντικρυνό λόφο. Πάνω άπ'
τό κεφάλι μας άπό κάποιο υψωματάκι πού στή ρίζα του ήταν
σκαμμένο τό σπίτι μας, στρατιώτες τούς πυροβολουσαν. Σχεδόν
άγγιζαν τή στέγη οί κάνες των μάουζερ πού ξερνουσαν τή φωτιά.
Γύρω άπ' τούς φυγάδες οί Τουρκικές βολίδες σήκωναν στόν
ξηρό λόφο σύννεφα άπό σκόνη. 'Αλλ' αύτοί άπορροφημένοι
άπ' τή φυγή ετρεχαν τουφεκώντας καί τουφεκουσαν τρέχοντας
χωρίς νά στρέψουν πρός τά πίσω τό κεφάλι, δπως οί κάπροι, πού
στή φυγή μονάχα μπροστά τους κυττάζουν. Τά πυρά των τά είχαν
συγκεντρώσει δλοι πάνω στούς λίγους στρατιώτες πού τούς
εφραζαν τό δρόμο. Οί κάπες τους άνέμιζαν στήν πνοή της αύγης.
Γιά μιά στιγμή είδαμε κάποιον να πέφτει κατά γης. «Θερς
σχωρέσ' τον!», είπαμε, κάνοντας μηχανικά τό σταυρό μας.
'Αμέσως δμως σηκώθηκε κι άκολούθησε τούς άλλους εως στου
δλοι μαζί εξαφανίσθηκαν πίσω άπ' τό διάσελο του λόφου. Οί
φρουροί της κορυφής στρατιώτες σκόρπισαν καί τούς βλέπαμε
νά κατρακυλουν πρός τά κάτω.
Στεναγμός ανακουφίσεως ξέφυγε τότε άπ' τά στήθη μας.
Ταυτοχρόνως δμως τά πλημμύρισε ενα άλλο πικρό αίσθημα πού
δοκιμάζει ό πληγωμένος κλέφτης του λαϊκου τραγουδιου .«πού
δέν κλαίει τήν λαβωματιά, δέν κλαίει καί τό βόλι μόν' κλαίει πού
τόν άφησαν οί σύντροφοί του δλοι». «Που φεύγετε, που φεύγετε
σκυλιά... » έφώναξε ό Ξυλευσίνος, δείχνοντας τούς γρόνθους του
στό γυμνό κι ησυχο τώρα λόφο.
-'Εδώ παν κι άλλοι... Κύττα τώρα τά χάλια μας. Νά δουμε τί
θ' άπογίνουμε... είπε ό τρίτος σν.ντροφος του καταλύματός μας,
πού ήταν γνωστός μέ τδνομα Ναύτης, ίσως γιατί ή μόνη σχέση
πού είχε μέ τή θάλασσα ήταν μιά ξύλινη ναυτική πίπα.

313

-Σκυλιά... λιποτάχτες... προδότες... έπανελάμβανε ό Ξυλευ­
σίνος.
-'Εγώ λέω, έξακολούθησε ό Ναύτης, καλά 'μαστε δω. Νά
μείνουμε καί νά κρυφθουμε... "Ασε τούς παλικαράδες νά κου­
ρεύονται. Αυτούς θά κυνηγήσουν οί Τουρκοι.
'Η πρόταση του χερσαίου θαλασσινοί> έψηφίσθηκε χωρίς
άντιρρήσεις, δπως θά γίνονταν άποδεκτή καί οίαδήποτε ίδέα πού
παρέχει κάποια σανίδα σωτηρίας σέ άπελπισμένους ναυαγούς.
Μ' αυτόν τόν τρόπο θά έκδικούμεθα καί τούς συντρόφους μας
γιά τήν εγκατάλειψή μας, άφου δλες οί έλπίδες της έπιτυχίας του
σχεδίου του Ναύτη στηρίζονταν στήν έκμετάλλευση άκριβώς
της φυγής των.
Δέν ήταν πολύ πιθανότερο νά προτιμήσουν οί Τουρκοι τήν
καταδίωξη των φυγάδων πού τούς -εβλεπαν παρά νά κάτσουν ν'
άπασχοληθουν μέ τό χωριό άπ' τό όποίο -ήταν λογικό νά τό
πιστέψουν- εΙχε πετάξει πιά τό πουλί;
Ζητήσαμε τούς οίκοδεσπότες γιά νά ίδουμε μήπως εΙχαν
καμιά κρύπτη. 'Αλλά τό σπίτι ήταν άδειο. Κοντά στή έξώπορτα
εστεκε άοπλος ό Πετρούσης.
-Τί λές σύ Πετρούση, τόν ρώτησε ό Ναύτης. Νά φύγουμε ή
νά μείνουμε;
-'Εγκώ ντέν ξέρει.
-Που είναι οί νοικοκυραίοι;
-'Έφυβγκαν. 'Όλο χωριό φύγει.
- ' Ο Σουδίας τί εγινε;
-'Έφυβγκε. Φύβγκει κι έγκώ. 'Αντίο. Νάτο τό τουφέκια.
Μας εδειξε δυό δπλα πού ήσαν σέ μιά γωνιά μέ τίς άρμάδες
τους καί τά μαχαίρια. ΕΙχαν κρατήσει μονάχα τά πιστόλια. Καί
μέ τό πλήθος των άνδρών, γυναικών, παιδιών καί σκυλιών πού
ξεχύνονταν εντρομοι εξω άπό τό χωριό βγήκε κι αυτός πέρα άπ'
τίς Τουρκικές γραμμές. Είχαν τήν πρόβλεψη νά μή άλλάξουν τά
χωριάτικα ρουχα τους...
Έμείναμε τρείς στό ερημο σπίτι μέ πέντε τουφέκια στή
διάθεσή μας.
-Καλά είναι κι αυτά, εΙπε ό Ξυλευσίνος, παίρνοντας άπ' τή
314

γωνιά τά δύο παραπανήσια δπλα. 'Ίσως μας χρειασθουν.
'Εκλείσαμε ησυχα καί άθόρυβα τίς πόρτες, ετοιμοι νά πουλή­
σουμε άκριβά τό τομάρι μας, εάν ή τουρκική περιέργεια εφθανε
εως εκεί μέσα. · Ο Ξυλευσίνος άνέλαβε νά φυλάξει τή μικρή
πισινή πορτούλα καί εγώ μέ τόν Ναύτη οχυρωθήκαμε πίσω άπ'
τήν κυρία εϊσοδο, πού μπορουσε νά θεωρηθεί καί τό κύριο
μέτωπο του μικροσκοπικου μας φρουρίου.
Στήν κατάσταση αυτή τfjς ενόπλου είρήνης μείναμε πολλή
ωρα, πού ε{χε δώσει μεγάλα φτερά στίς ελπίδες μας. Ήταν
άλήθεια πώς οί Τουρκοι δέν ε{χαν φύγει άκόμα άπ' τό χωριό,
ουτε ελυσαν τήν πολιορκία του. 'Αλλ' ήταν εξ ϊσου φανερό πώς
δέν ε{χαν καμιά διάθεση νά χάσουν τόν καιρό τους μέ άνώφελη
ερευνα.
'Έξαφνα άντήχησαν τουφεκιές πολύ κοντά μας. Καί άμέσως
σχεδόν ειδαμε τόν Ξυλευσίνο νά όρμάει μέσα άπ' τήν πορτούλα,
πού φρουρουσε, κατακίτρινος καί κρατώντας μέ τά δυό του χέρια
τόν αίματωμένο του μηρό.
-Τί τρέχει Ξυλευσίνε; τόν ερωτήσαμε καί οί δυό μαζί, ενώ
έγώ μέ τό μανδήλι τfjς κεφαλής καί ό Ναύτης μέ τό ζουνάρι του
προσπαθούσαμε νά δέσουμε τήν πληγή του.
-Σωπατε βρέ παιδιά. Τήν επαθα σάν άγράμματος.
-Είδα νά περνάει �π· δξω, ε{πε, άποτεινόμενος σέ μένα, ενα
στρατιώτη πού ε{χε τό μπόι καί τά ρουχα σου. Τόν πfjρα γιά σένα
καί ετρεξα τό κατόπι του.
-Βλάκα! διέκοψε ό Ναύτης.
-Στάσου ρέ Γεώργο, του φωνάζω. Μ' άφήνετε καί σείς;!
'Εκείνος τρόμαξε καί αρχισε νά τρέχει. Τρέχω καί εγώ πίσω του.
Σέ μιά γωνιά στάθηκε καί μουδωκε μιά στό πόδι. Τά κατάλαβα
τότε κι εγώ καί τουρριξα δυό τρείς. Θαρρώ τόν βάρεσα.
Καί τώρα;...
-Μ' είδαν αλλοι Τουρκοι, πού εμπαινα εδώ καί μουριξαν.
Λέω νά φύγουμε, νά μή χάνουμε· καιρό.
-Βλάκα! Ζώον! Χτήνος! επανέλαβε ό Ναύτης.
Θέλοντας καί μή άφήκαμε τό ησυχο καταφύγιό μας. 'Η
ήμέρα τώρα ήταν προχωρημένη. Οί στρατιώτες ελεύθεροι άπό
315

κάθε άλλον περισπασμό, εστεκαν μέ τά τουφέκια στό μάτι εξ
αίτίας των πυροβολισμών της άνόητης παρεξηγήσεως του Ξυ­
λευσίνου. Βροχή άπό σφαίρες ύποδέχθηκε τήν εμφάνισή μας.
'Ογδόντα περίπου στρατιώτες δοκίμαζαν τή σκοπευτική τους
δεινότητα επάνω στή μονάκριβη τριάδα μας. 'Από τοίχο σέ
τοίχο καί γωνιά σέ γωνιά προσπαθούσαμε νά ξεφύγουμε τόν
κατακλυσμό αύτό. Προπορεύοντ.αν ό λαβωμένος, δλος αϊματα
στό ενα του πόδι. Ύπερπηδουσε μέ εύκινησία αίλούρου, φρά­
κτες, τοίχους, θάμνους, παραπήγματα. Κατόπι του καί μείς μέ
διασκελισμούς καί πηδήματα, πού εμοιαζαν μαλλον μέ άναδύσεις
καί καταδύσεις, φθάσαμε στήν ι'iκρη του χωριου, δπου εΙχε γίνει
ή πρωινή τοιχομαχία. Έδώ άναπνεύσαμε. 'Η άνοικτή εκταση
πού ξάνοιγε μπροστά μας μας φάνηκε σάν ν' απλωνε άγκαλιά
γιά νά μας σώσει. Λίγο παραπέρα ήταν μιά στενόμακρη ρεματιά,
ή σωτηρία. 'Αρχίσαμε πι'ά �· άiταντουμε στίς τουρκικές τουφε­
κιές. · Αλλά ξάφνου άναπηδουν εμπρός σχεδόν στά πόδια μας
άπό ενα χαντάκι στρατιώτες •μέ προτεταμένα τά δπλα καί μας
φωνάζουν «τεσλίμ! τεσλίμ!» (παραδοθητε). Γι' άπάντηση άδειά­
σαμε επάνω τους τά δπλα μας, χωρίς πολλή άμφιβολία πώς
άποτελουσαν τό κύκνειο άσμα μας καί μέ μιά άπότομη στροφή
γυρίζομε πίσω εξαντλημένοι, άπελπισμένοι, ζαλισμένοι.
Τρομερή όμοβροντία επεσε τότε στά νώτα μας. 'Έκλεισα τά
μάτια περιμένοντας τό μοιραίο τέλος. Στόν άνοιχτό εκείνο χώρο,
ημαστε εξαίρετος στόχος. Δέν ύπηρχε πιά καμιά ελπίδα. · Ο
Ξυλευσίνος πρώτος κυλίσθηκε καταγής. 'Ο ντουλαμάς του ήρθε
στίς πλάτες τωυ. Ξανασηκώθηκε, άλλά μέ αϊματα στόν τράχηλο
καί στό στόμα. Μας άκολουθουσε τρικλίζοντας καί μουρμουρί­
ζοντας άρβανίτικα μοιρολόγια. Οί σφαίρες αρπαξαν άπ' τό
κεφάλι του Ναύτη τό μαυρο σκουφο του. · Εγώ άρχισα νά νοιώθω
ξένο κι άνυπότακτο τό άριστερό μου πόδι. 'Ήμουν πληγωμένος;
Ποιός εΙχε καιρό νά τό εξετάσει; Στήν παραζάλη μας βυθισθή­
καμε στή δεξαμενή κάποιας βρύσης, ζητ�ντας άπ' τό νερό
προστασία εναντίον της πύρινης βροχής. Τά μολυβένια δμως
φίδια δέν εσεβάσθηκαν τό ύγρό στοιχείο καί μας άνάγκασαν ν'
άναδύσουμε άπ' τά βάθη του μέ μιά ψυχρολουσία πού δέν τήν
316

είχαμε καθόλου άνάγκη εκείνη. τή στιγμή. Έστριφογυρίσαμε
άκόμα λίγο εκεί όλόγυρα σάν μεθυσμένοι, χωρίς νά ξέρουμε που
πηγαίνουμε καί τί θέλουμε, σέ μιά κατ'άσταση μετέωρη μεταξύ
ζωfjς καί θανάτου. 'Έψαχνα τά μέλη μου νά βεβαιωθώ αν εΙναι
σωστά· ημουν άκόμα άπό σάρκα καί όστfi. Τυχαίως καί μοιραίως
βρεθήκαμε εμπρός στό σπίτι, πού ή άνοησία του Ξυλευσίνου μας
είχε κάμει νά τό άφήσουμε καί μηχανικά μπήκαμε μέσα. Γιατί
προτιμήσαμε αύτό κι δχι αλλο, άφου δλα ήσαν άνοικτά καί
αδεια, δέν ξεύρω.
Μόλις πάτησε τό κατώφλι ό Ξυλευσίνος σωριάστηκε ξερνώ­
ντας αίμα. 'Εκτός άπ' τήν πληγή του μηρου είχε πάρει κι αλλη
διαμπερή στό στήθος καί τρίτη στό κεφάλι. Σέ λίγο επλεε στό
αίμα. Παρέκει ξαπλώθηκα κι εγώ. Σφαίρα ντούμ-ντούμ είχεν
άνοίξει βαθειά καί πλατειά σάν άνοικτό στόμα πληγή στήν
άριστερή κνήμη μου κάτω άπ' τό γόνατο. Δυό αλλες εΙχαν
χαράξει άπλα εγκαύματα στό στfjθος. 'Άτρωτος είχεν άπομείνει
μόνος ό Ναύτης, σάν άντίθεση πρός τά ρουχα του, πού είχαν
πάθει άληθινή πανωλεθρία. Ήταν ό πρόχειρος νοσοκόμος καί
προστάτης μας.
Μιά στιγμή ό Ξυλευσίνος κούνησε τό χέρι. 'Ο Ναύτης ετρεξε
κοντά του.
-Πάαρρεε, τά ππέντε ττουφφέκια... εμουρμούρισε.
-Νά τά κάμω τί;!
-Βρράστα! ...
'Ακούσθηκαν τότε άπ' τήν κορυφή του άντικρυνου λόφου
άραιοί-άραιοί πυροβολισμοί γκρα. «Μήν είναι ό καπετάνιος,
Ναύτη;» φώναξα. 'Ο Ξυλευσίνος σκίρτησε κι αυτός κι άνασηκώ­
θηκε λιγάκι άπ' τήν πορφυρή κλίνη του.
-Δέν βαριέσαι! άπάντησε ό Ναύτης. Θαναι τίποτε άπομεινά­
ρια σάν κι εμας. Τά βαρουν ως νά τά ξεκάμουy. Φθάνει καί ή
σειρά μας.
'Ο Ξυλευσίνος ξανακάθισε στ.<i αίμα του μ' ενα βαθύ άναστε­
ναγμό...
Ό Ναύτης πfjρε τρία δπλα, τά γέμισε καί τά εβαλε κοντά μου.
«'Εχε τα! είπε. 'Εγώ ταλλα δυό...» καί πfjγε ν' άμπαρώσει τήν
317

πόρτα. ·Αλλά κάποιος εσπρωχνε άπ' εξω καί μπηκε όρμητικά
μέσα. Ήταν μιά κόρη, νέα καί καλοκαμωμένη. 'Αναμαλλια­
σμένη καί λαχταρισμένη ε{χε κόκκινα άπ' τά κλάματα τά μάτια
της.
-Τό Χρηστο, τό Χρηστο.. ελεγε κυττάζοντας όλόγυρα.
-Κορίτσι μου, μας άφηκαν κι ό Χριστός κι ή Παναγιά... της
άπάντησε ό Ναύτης.
-Τό Χρηστο... τό Χρηστο... ελεγε εκείνη.
Τά μάτια της επεσαν στόν Ξυλευσίνο. 'Έτρεξε επάνω του μέ
κλάματα καί τίς φωνές «Νικόλα! Νικόλα! Τό Χρηστος! τό
Χρηστος!».
Ό Ξυλευσίνος εκαμε μέ τό χέρι τήν κίνηση πού σημαίνει
φυγή καί μουρμούρισε:
-'Έφυγε... Λένω.
'Η χωρική εσκυψε περισσότερο. Τά δάκρυά της τόν εβρεχαν.
-Ποιόν ζητάς σέ τέτοιες στιγμές εδω, Λένω; της ε{πα στή
γλώσσα της.
Πετάχθηκε κοντά μου.
-Τόν Χρηστο; τόν Χρηστο, άπάντησε, τόν άντάρτη, τό
σύντροφό σας άπ' τή Μπέσιστα. Που ε{ναι; Τόν είδατε;
-Μά τί τόν εχεις; ·Αδελφό; Δέν ξέρομε νά εχει άδελφή.
-Τί εγινε; 'Έφυγε; ΕΙναι στό χωριό;
-'Έφυγε.
Τά μάτια της αστραψαν άπ' τή χαρά.
-Ε{ναι παλιός γείτονάς μου... ΕΙναι, ε{ναι άρραβωνιαστικός
μου! 'Έφυγε; Γλύτωσε; ΕΙσαι βέβαιος;
-'Έφυγαν στό λόφο άντίκρυ δλοι οί δικοί μας. ΤΗταν κι ό
Χρηστος. Μόνο πού δέν μ' εφίλησε.
'Έπειτα σά νανοιωσε πώς ό εγωισμός καί ή χαρά της δέν
ταίριαζαν καί πολύ μέ τήν κατάστασή μας άρχισε πάλι νά
σφουγγίζει τά δάκρυά της.
-Καί σείς;! Καημένα παιδιά;! Τί θά γίνετε; θέλετε νά σας
βοηθήσω; Τί θέλετε;
-Νά μας θυμάσαι καί μας άπό κάποτε, Λένω, καί νά μας
άνάψεις κανένα κερί.
318

-Καημένα παιδιά! Οί μάνες σας! Οί άρραβωνιαστικιές σας! ...
Θέλετε νερό;
-'Όχι, Λένω. Τί γίνεται εξω; Τί εμαθες;
-Δέν ξέρω. Τό χωριό εΙναι άδειο. Οί χωριάτες εΙναι εξω στίς
ράχες. ΕΙναι καί Τουρκοι. Λένε πώς στό δρόμο πρός τό Ψώβικ
εΙvαι σκοτωμένοι Τουρκοι καί εvας άξιωματικός. Οί Τουρκοι
εΙvαι θυμωμένοι. "Αν παραδοθητε θά σας σκοτώσουν... Θεέ μου!
Πές μου τί θέλετε νά σας κάμω;
-Πήγαινε, Λένω. Δέ μπορείς νά μας κάμεις τίποτε. Φύγε, μή
σέ βρουν καί σένα δω.
'Έφυγε.
-Γιά τόν ·Αράπη; Δέν εΙναι γι' αύτόν πού εκανε ετσι; Νά
πού βρέθηκε κοπέλλα v' άγαπήσει κι αύτόν τόν άγριάνθρωπο...
εΙπε ό Ναύτης.
Ή Λένω ξεπρόβαλε στό μικρό παραθυράκι του σπιτιου.
-Θέλετε ρακή νά σας φέρω; Κρασί; Ψωμί;
-Πήγαινε, Λένω. Πήγαινε. Καί νά μή ξαναγυρίσεις. Δέν
εΙναι τόπος αύτός νά ξαναπλησιάσεις.
Μέσα στό μοιραίο σπίτι οί τρείς μελλοθάνατοι περιμέναμε
τό τέλος μέ τήν ησυχη εγκαρτέρηση μοιρολάτρου, πού πεί­
σθηκε, πώς ό φύλαξ άγγελός του τόν εγκατέλειψε. 'Ο ρόγχος του
Ξυλευσίνου μας ύπενθύμιζε δτι ό χάρος επλανατο μεταξύ μας.
·Απ· τά υψη του λόφου οί άραιοί καί βαρειοί κρότοι του γκρά
ήχουσαν σάν πένθιμοι ήχοι νεκρικης καμπάνας. Τίποτε δέν
μπορουσε νά μας σώσει. Οί στρατιώτες ηξεραν τό ασυλό μας,
ημαστε άνίκανοι γιά τήν άμυνα η τή φυγή, οί σύντροφοι μας
εΙχαν προδώσει. ΤΗταν πεπρωμένο νά γίνει τό καλυβόσπιτο
εκείνο ό τάφος μας.
'Ο Ξυλευσίνος σήκωσε τό δεξί του χέρι, σάν νά ηθελε νά μου
παραδώσει κάτι πού κρατουσε. Δέν εχανε τίς αισθήσεις του, αν
καί τόν νομίζαμε στό τελευταίο ψυχοράγημ�. Σϋρθηκα μέ κόπο
κοντά του. Μου εδωκε δυό λίρες, δλη του τήν περιουσία.
-Τί νά τά κάμω, καημένε Ξ λευσίνε; 'Εμένα θά μου χαρι­
σθουv οί Τουρκοι; εΙπα θαρρώντας πώς ηθελε νά μέ κάμει γενικό
κληρονόμο του.
319

-Κρρύύψτα... Τά σσκυλιά... Νά μήν τά βρουν.
'Εννόησα! Ό πληγωμένος άντάρτης ένδιαφερόταν γιά τήv
μετά θάνατο τύχη της κληρονομιίiς του. Καί άφου δέν ήτανε
δυνατόν νά του σώσουμε σύμφωνα μέ τήν κλέφτικη παράδοση τό
κεφάλι καί τ' άρματά του, ήθελε τουλάχιστον νά μήν τουρκέ­
ψουν τά χρήματά του. Το προνοητικό παράδειγμα άκολουθήσαμε
κι οί άλλοι δυό. Μέ βία έμάσαμε δ,τι πολύτιμο άντικείμενο
είχαμε έπάνω μας, λίγα άσημικά κι άκόμη λιγότερα χρήματα καί
τά εκρυψε ό Ναύτης στό τζάκι μέσα στή στάχτη. Οί πειναλέοι
Τουρκοι στρατιώτες μπορουσαν ναρθουν. 'Αλλ' έκτός άπ' τά
πτώματά μας άλλο πλιάτσικο δέν θά ευρισκαν.
Οί Τουρκοι παραδόξως, άργουσαν νά φανουν. Τί εκαναν;
Εlχαν φύγει; Ήταν δυνατό; Ό Ναύτης άπ' τό παραθυράκι του
τούς εβλεπε στίς ράχες όλόγυρα άπ' τή Μπέσιστα. 'Άλλοι
περιτριγύριζάν τό καταφύγιό μας σάν λύκοι, πού μυρίζονται
λεία. Γιατί λοιπόν δέν ερχονταν; 'Η καθυστέρησή των δέν ε{χε
άλλο σκοπό καί άποτέλεσμα παρά νά παρατείνει τήν άγωνία μας.
'Αρχίσαμε ν' άγανακτουμε γιά τήν άπανθρωπιά τους αύτή, πού
μας καταδίκαζε νά μένουμε μέ τό ενα πόδι στή ζωή καί τό άλλο
στόν τάφο. Νά ύπfjρχε τουλάχιστον καμιά έλπίδα! 'Αλλ' αν
άντιστεκόμεθα άρκουσε ενα σπίρτο στήν άχυρένια στέγη του
φρουρίου μας, γιά νά μας κάψει ζωντανούς. "Αν παραδινόμεθα;
Ήταν κοινό μυστικό πώς οί Τουρκοι στρατιώτες ε{χαν τή
συνήθεια νά ξεφορτώνονται τό οχληρό φορτίο πληγωμένων
άνταρτών μέ λογχισμούς καί κλωτσιές. Σέ τέτοιες περιστάσεις ό
ήρωισμός είναι μεταξύ δύο κακών τό μή χείρον. Εύρήκαμε
προτιμότερο ν' άφήσουμε τούς Τούρκους νά μπουν άνύποπτοι
στό �πί τι κι επειτα έγώ μέ τόν Ναύτη τοι')ς ρίχναμε κατάμουτρα μέ
τά μπόλικα στή διάθεσή μας δπλα. 'Έτσι τουλάχιστον θά
πεθαίναμε σάν σωστοί άντάρτες κι ύπfjρχε έλπίδα νά παρασύ­
ρουμε μαζί μας στόν κάτω κόσμο καί μερικ.ούς άγάδες.
Προσεπάθησα νά έγκαρδιώσω τόν εαυτό μου μέ τήν άνά­
μνηση δλων έκείνων πού είχαν έπίσης άποθάνει γιά τήν έθνική
ιδέα. 'Όλο τό έθνικό μαρτυρολόγιο κάλεσα σέ βοήθε�ά μου. Ό
θάνατος δέν μ' έτρόμαζε δσο περίμενα. Τόν προσέβλεπα τώρα μέ
320

τή γαλήνη των μετουσιωμένων ύπάρξεων. Σκηνές του πόνου καί
τfjς απελπισίας των οίκείων μου, δταν θά εμάθαιναν τό οίκτρό
τέλος μου, άρχισαν νά παρελαύνουν μέ καλπασμό μπροστά μου.
Τίς α ντίκρυζα ήρεμος σάν νά βρισκόμουν πιά σέ άλλον κόσμο
ανώτερο απ' τίς μικρές αυτές αδυναμίες.
Σιγή τάφου βασίλευε στό σπίτι, πού τήν διέκοπτε μονάχα ό
ρόγχος του Ξυλευσίνου. 'Ο Ναύτης ακουμπισμένος στόν τοίχο
κοντά στό παραθύρι του, εφαίνονταν σά ν νά ε{χε αποκο ιμηθεί.
'Εγώ ξαπλωμένος επλεα στίς μακάβριε ς ονειροπολήσεις μου.
'Ένα μανδρόσκυλο, τό σκυλί του σπιτιου, ήλθε νά ταράξει τή
βαθειά γαλήνη. Έπρόβαλε τό ρύγχος του στό παραθύρι, εγαύ­
γισε μιά δυό φορές καί αφου εκαμε ενα γύρο όλόγυρα απ' τό
σπίτι, φάνηκε στήν πόρτα. Μας εριξε απ' εκεί μιά εξεταστική
ματιά καί εβγαλε μιά κραυγή πού δέν ήταν οϋτε γαύγισμα οϋτε
κλάμμα. 'Έπειτα εκαμε λίγα βήματα πρός τόν Ξυλευσίνο καί τόν
μύρισε ϊσως γιά νά ίδεί αν ε{ναι ζωντανός ή πεθαμμένος, μας
ξανακύτταξε τούς άλλους δυό, ξαναμύρισε τόν Ξυλευσίνο καί
εφυγε βιαστικό μέ τήν ουρά κάτω απ' τά σκέλη του.
-Πάει νά πεί τά χάλια μας στ' αφεντικά του, ε{πε ό Ναύτης
κλείνοντας τώρα άπό μέσα τήν πόρτα.
Κάποτε ό Ξυλευσίνος άρχισε νά ψιθυρίζει, επειτα από μακρό
λήθαργο, μερικά ακατάληπτα, δπου ξεχώριζε τό όνομα Μαρία.
Τόν επλησίασα νά ίδω τί ήθελε.
-' Αφ' στον, μου ε{πε ό Ναύτης, νομίζοντ ας πώς ό σύντρο­
φος πού ψυχομαχουσε επικαλου νταν τό ελεος καί τάς πρεσβείας
της Παναγίας. Δέν βλέπεις πως αγγελώθηκε; Ό Θεός νά τόν
σχωρέσει... Κι αυτόν καί μας...
'Εγώ δμως εβλεπα, πώς τά ψιθυρίσματα αυτά δέν ήταν τόσο
ασυνάρτητα δσο μπορουσε νά νομισθεί. 'Ο Ξυλευσίνος εκείνη
τή στιγμή εκανε τήν ξομολόγησή του, πού εχυνε λίγο φως στό
μυστηριωδες παρελθόν του. 'Ο ανώνυμος συναγωνιστής μας
αποδεικνύονταν τώρα πώς ε{χε βρεθεί στά Μακεδονικά βουνά εξ
αίτίας της διαγω γής του πρός μιά'"'Μαρία, γιά τήν όποία μετανο­
ο υσε τώρα τή δωδεκάτη ωρα του εξιλασμου ...
]/

321

-Τά βλέπεις; είπα του Ναύτη. Κάποια Μαρία εστειλε έδώ
πάνω τόν Ξυλευσίνο.
-'ο καθένας μας κατι θαχει, μου απάντησε.
-Δέν τό ξέρουμε ούδέ τό όνομα του φτωχου αύτου Ξυλευσίνου... Δέν τό ξέρει αραγε καί ό καπετάνιος;
-Τί εχει νά κάμει τδνομα;! 'Άμα χαθεί αύτός! ... 'Όλα
χαμένα...
-Νά είδοποιηθουν τουλάχιστον αργότερα οί δικοί του.
-Δέ βαριέσαι... Τό κακό μαθαίνεται... Κι επειτα;! ...
-Καί σύ καημένε, εΙσαι πιό μυστήριος κι απ' τόν Ξυλευσίνο.
Δέν ξέρομε τδνομά σου, οϋτε πούθε κρατάει ή σκούφια σου.
'Ο Ναύτης εριξε μιά ματιά στό παραθύρι καί λίγο καπνό στήν
πίπα του καί ακούμπησε τό κεφάλι στήν παλάμη. 'Ύστερα
απάντησε:
-Μυστήριος είπες; Γιατί δχι; Καί τί μ' αύτό; Μυστήριος
σου λέγει. Τελειώνει σήμερα τό μυστήριο. Κ' έμένα πού μέ
βλέπεις, γιά τό χατήρι της γυναίκας είμ' έδώ. Μέ πάντρεψαν μέ
τό ζόρι. Δηλαδής δχι. Τό θέλησα κι έγώ... Γιά νά μή ξεκληρι­
σθουν δυό οίκογένειες. Είμαι απ' τό Λασήθι, απ' τά χωριά.
"Αξιζε τόν κόπο νά σκοτωθουν τόσοι ανδρες γιά τό διάβασμα
ενου παπα; Τή στεφανώθηκα τό λοιπόν καί τήν αλλη μέρα απ' τό
πρωί τόσκασα γιά τόν Πειραιά... Στό λιμάνι. Νά φορτώνεις καί
νά ξεφορτώνεις κάρβουνα. Δυό χρόνια... Ξέρεις τί θά πεί; Γι'
αύτό καi μέ βάφτισαν Ναύτη... Καί νά εχεις μεγαλώσει μέσα στίς
έλιές καί τ' αμπέλια... Νά! περνουν τώρα κάτω στό δρόμο δυό,
τρείς, τέσσαροι πέντε Τουρκοι. Που πηγαίνουν αύτοί οί ανθρω­
ποι; Δέν τό καταλαβαίνω... Τό λοιπόν ήρθαν στόν Πειραία οί
συγγενείς μου γιά νά μέ πάρουν. 'Εγώ πάλι τόσκασα γιά τά
σύνορα. Μέ τό πρώτο σώμα πέρασα στή Μακεδονία. Ησαν κάτι
Χασιώτες. Τόρριξαν στήν κλεψιά. Τούς αφfjκα κι αύτούς. 'Όχι
γιατί δέν μαρεζε ή κλεψιά. Ό κόσμος αύτός εχει απ' δλα τά
εϊδη. Μά ετσι. Δέν ταίριαζαν τά χνώτα μας. Βρηκα τόν Βολάνη.
Κ' ήρθα μαζί του στό Μορίχοβο. Αύτό ήταν δλο... τό μυστήριο.
Γίνεται σήμερις καί τό θέλημα μιας γύφτισας. Θ' αποθάνεις,
μου είπε, από μπάλα. "Ας ποθάνω τό λοιπόν... Σπουδαίο πραμα
7

322

πού θά χάσω. Κύττα σύ πού ε{σαι γραμματισμένος καί νοικοκυ­
ρόπουλο.
· Ο Ναύτης βυθίσθηκε πολλή ωρα στούς συλλογισμούς του.
-Θυμασαι, μου ε{πε, αξαφνα, τή γριά μπάμπω στό Γνίλες μέ
τό παγουρι; Τήν καημένη... Καί τόν κομιτατζή, πού πιάσαμε
ζωντανό; Μά, γιατί πάει ό λογισμός μου δλο σέ δαύτους;
Σηκώθηκε όρθιος κι αρχισε νά βηματίζει νευρικά.
Τό άπόγευμα άκούσθηκαν πολλά βήματα πού πλησίαζαν άπ'
τό όπίσθιο μέρος στό ασυλό μας. Τά συνώδευε κι ή κρυστάλλινη
ύπόκρουση των άσημικων. «Νά τους! 'Έρχονται... Θαχουν βαρέ­
σει τόν καπετάνιο καί κουβαλουν τώρα τ' άσημικά του ...», ε{πε ό
Ναύτης ενώ εκανε τό σταυρό του καί γονυπετουσε ετοιμος νά
πυροβολήσει. 'Εγώ εστρεψα κατά της πόρτας τό περίστροφο
κρατώντας εφεδρεία τά τρία γεμάτα δπλα. 'Ο Ξυλευσίνος άφηκε
τόν επιθανάτιο ρόγχο του κι ανοιγε τά μεγάλα καί αχρωμα πιά
μάτια του. 'Αλλά ποιά ήταν ή εύχάριστη εκπληξίς μας δταν
άκούσαμε τή γνώριμη φωνή του άρχηγου νά φωνάζει:«'Ανοίξτε
μωρές! Τί διάτανο, πεθάνατε άπ' τό φόβο σας;!».
· Ο άρχηγός μέ όκτώ ανδρες ε{χε μείνει στήν κορυφή του
λόφου γιά νά βοηθήσει εν άνάγΚΊJ τούς συντρόφους πού ε{χαν
λησμονηθεί στό χωριό. 'Όταν επεσαν οί τουφεκιές της εξορμή­
σεως καί της περιπλανήσεώς μας αρχισε νά πυροβολάει ιδίως μέ
δύο δπλα γκρα, μέ τό διπλό σκοπό νά φοβίσει Τούρκους καί νά
μας καταστήσει γνωστή μέ τόν ξεχωριστό των ήχο τήν παρουσία
του. Φαίνεται πώς οί εφεδροι στρατιώτες, μαζί μέ τόν άξιωμα­
τικό, εχασαν αύτή τήν ήμέρα καί τό ήθικό τους. Οί άπρόοπτες
φάσεις της παράξενης συμπλοκής άνέτρεψαν κάθε ύπολογισμό
καί προσδοκία των.
'Ήρχοντο μέ τήν ελπίδα νά πιάσουν, χωρίς νά ματώσει μύτη,
άντάρτες καί πλούσια πλιάτσικα. 'Έβλεπαν τώρα πώ., ό λογαρια­
σμός του σπιτιου δέν εβγαινε καθόλου στό παζάρι. 'Έβλεπαν
άντάρτες όχυρωμένους στά καταφύγια του χωριου πού εβγαιναν
εβγαιναν χωρίς τελειωμό καί άντάρτες ταμπουρωμένους στήν
κορυφή του λόφου, πού θρασύτατα τούς ε{χαν βάλει άνάμεσα σέ
δυό πυρά. Μέ τούς τελευταίους μάλιστα ε{χε εξομοιώσει ή
323

ταραγμένη φαντασία τους καί τούς χωρικούς πού έγύριζαν
είρηνικοί καί ουδέτεροι δλόγυρα άπό τό χωριό των. 'Έσπευσαν
λοιπόν νά φορτώσουν τό άπόγευμα σ' ενα καραβάνι άλογα τούς
νεκρούς καί πληγωμένους των καί τίς κάπες μας, πού ε{χαν
αίχμαλωτίσει στό πεδίο της μάχης καί άπεχώρησαν άπό τή
Μπέσιστα κανονικά καί μ' δλες τίς τιμές των δπλων. Κατόπιν
τους κατέβηκε στό χωριό καί δ Βολάνης καί άφ' ου μας φόρτωσε
κι αυτός έπί πώλων δνου μας δδήγησεν έν πομπlj καί παρατάξει
άπ' τήν άντίθετη διεύθυνσι στή Γραδέσνιτσα.
(«Στά Μακεδονικά Βουνά»)

324

39. ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ
Τό πρώτο δεκαήμερο του 'Απρίλη κατορθώσαμε νά ξεκινή­
σουμε. Είχε πιά άρχίσει νά στερεώνει τή βασιλεία του ό λυτρω­
τής ηλιος, πού κάθε μέρα τόν καλουσε ό Μανώλης μέ τό λαϊκό
τραγούδι της Κρήτης, δπου ενας άετός βρεγμένος καί χιονισμέ­
νος -τό σκλαβωμένο γένος- παρακαλεί άπό μιά ψηλή βουνο­
κορφή τό άστρο της ήμέρας ν' άνατείλει ,,γιά νά λυώσουν τά
χιόνια άπ' τά φτερά καί τά κρύσταλλα άπ' τά κράνυχά του».
Μαζί μας είχε συνενωθεί καί ό Καραβίτης μέ τά λείψανα του
σώματός του καί λίγοι άδέσποτοι άντάρτες, πού άνέβαζαν τήν
δλη δύναμη σέ 30 άνδρες. 'Απ' τούς δικούς μας εμεινε έκεί γιά
νά συνεχίσει τή δράση του σέ νέο πεδίο μέ τόν Ρακοβίτη ό
'Ηλίας ό μαθητής. 'Ύστερα άπό ενα μήνα σκοτώθηκε σέ μιά
έπίθεση έναντίον κάποιου Βουλγαροχωριου.
Έφύγαμε άπ' τήν Καμπάσνιστα γιά τήν Μπελκαμένη. Ή
άπόσταση δέν είναι περισσότερη άπό 3-4 ώρες. 'Αλλά έκάναμε
τόν λογαριασμό χωρίς τήν άδεια του νερου, πού είχε κάμει
άπέραντο βουρκο τόν κάμπο της Φλώρινας. Τά χωράφια -ήσαν
άσφαλέστερα άπ' τούς τακτικούς δρόμους- είχαν γίνει πολτός.
Τά χανδάκια ήσαν γεμάτα νερό ή χιόνι. 'Όλα τά ρυάκια καί οί
μικρότεροι νεροσυρμοί είχαν φουσκώσει μέ άξιώσεις μεγάλων
ποταμών. Στό ποτάμι της Φλώρινας λίγο ελειψε νά πνιγουν δυό
άντάρτες. 'Ένας άπ' τούς όδηγούς μας μάλιστα, αν καί μεγαλό­
σωμος, ό Νάστος ό 'Αρμενοχωρίτης, παρασύρθηκε άπό τό ρευμα
καί σώθηκε ώς έκ θαύματος. Κατορθώσαμε τέλος νά τό περά­
σουμε, άφου δέσαμε τό ενα στό άλλο τά ζουνάρια μας. Τό
πρωτότυπο παλαμάρι τεντώθηκε άπ' τήν μιά δχθη στήν άλλη
άπό στιβαρά χέρια χωρικών κί'"έμείς μπήκαμε θαρραλέα ώς τό
λαιμό στό όρμητικό νερό κρατώντας μέ τά χέρια τό έναέριο καί
ξεκάρφωτο γεφύρι. Τό ποτάμι δμως του Μαχαλα ύπfjρξε άπρο-

325

σπέλαστο σ' δλα τά επινοήματα τfjς γεφυρωτικfjς μας. 'Εδέησε
νά προσφύγουμε στήν ξύλινη γέφυρα, πού ήταν μέσα cτό χωριό,
παρ' δλους τούς κινδύνους, πού παρουσίαζε τό πέρασμα από ενα
τουρκοχώρι. Τυλίξαμε τασημικά, συμμάσαμε τίς κάπες καί ρυθ­
μίσαμε κάπως τό βfjμα ωστε νά δίνουμε τήν εντύπωση αποσπά­
σματος στρατιωτικου. Ευτυχώς δλο τό χωριό ήταν βυθισμένο
στό σκοτάδι καί τόν ϋπνο. Μονάχα σ' ενα χαμηλό παραθυράκι
εκαιε φως καί ενας γέρος χότζας, άγνωστο γιατί, αγρυπνουσε.
'Όταν σιμώσαμε πρόβαλε τό κεφάλι του απ' τό παραθύρι καί μας
φώναξε:
-'Ώρα σας καλή, πατριώτες.
-'Εϊβαλλά, Χότζα εφέντη, του απάντησα εξ όνόματος δλων,
χωρίς, εννοείται, νά βραδύνουμε τό βfjμα.
-Καί γιά που μέ τό δνομα του 'Αλλάχ;
-Μήπως ξέρομε κι εμείς; 'Όπου μας σύρουν οί αρχηγοί. Γιά
τίποτε αντάρτες η κομιτατζfjδες.
Ό καλός λειτουργός του προφήτου επρόφερε καί ι'iλλες λίγες
λέξεις, ίσως ευχές. πού δέν τίς κατάλαβα. Είχαμε φροντίσει νά
παρεμβάλουμε αρκετή απόσταση μεταξύ μας...
'Η αυγή, ό χειρότερος εχθρός, μας πρόλαβε προτου φθάσουμε
στήν Μπελκαμένη, ι'iν καί αγωνισθήκαμε ήρωικά δώδεκα ώρες νά
διανύσουμε ενα διάστημα 3-4 ώρών. 'Αναγκασθήκαμε ν' αλλά­
ξουμε δρομολόγιο καί νά ζητήσουμε ι'iσυλο στό Κάτω Κότορι. Σ'
αυτό τό χωριό είχε ιδεί τό φως εκείνες τίς ήμέρες ή πρώτη
ελληνοβουλγαρική συμφωνία. Οί δικοί μας ε{χαν αναλάβει νά μή
προδίδουν τούς Βουλγάρους καί εκείνοι τούς δικούς μας. 'Αλλά
τό ειδύλλιο εζησε δσο καί τά ρόδα του Μαίου.
Τήν επομένη νύχτα εθυσιάσαμε σχεδόν όλάκερη γιά νά
φθάσουμε στήν Νεγοβάνη, πού δέν απείχε απ' τό Κότορι οϋτε
δυό ώρες. 'Ένας τρελός καί πλημμυρισμένος χείμαρρος ε{χε
δημιουργήσει ξαφνικά ανυπέρβλητο φραγμό. 'Ύστερα από πολ­
λούς κόπους καί αγωνιώδεις ερευνες ευτυχήσαμε νά βρουμε
σανίδα σωτηρίας, πού εφερε στούς ισχνούς της ώμους τόν
πομπώδη τίτλο τfjς γέφυρας. 'Απλούστατα ήσαν δύο μακροί,
ψιλοί καί ανώμαλοι κλώνοι στημένοι παράλληλα στίς δύο δχθες.
326

'Ιδιοκτήτης της, αρχιτέκτονας καί μάστορης ήταν κάποιος
γείτονας μυλωνάς πού ε{χε πετάξει εκεί τά δύο ξύλα γιά νά
περνάει τόν ξηροπόταμο τό καλοκαίρι, δταν καμιά φορά εlχε
περισσότερο νερό απ' εκείνο, πού χρειάζονταν γιά νά ποτίζει
τόν γάϊδαρό του. Τώρα ή διάβαση ίσοδυναμουσε μέ ακροβασία
απ' τίς πιό επικίνδυνες. 'Έμοιαζε κατά τουτο ή γέφυρα μέ τό
στενόμακρο τόξο του Μουσουλμανικου παραδείσου δπου περ­
νουν σωοι πρός τίς αγκάλες των ούρί οί καλοί μουσουλμάνοι,
ενω κατακρημνίζονταν στά Τάρταρα οί άπιστοι.
Πέρασαν πρωτα οί δύο όδηγοί. · Ακολούθησα εγώ καί ό
Μανώλης. Πως βρέθηκα στήν αντίπερα όχθη δέν μπόρεσα νά τό
καταλάβω. Τά δυό ξύλα λύγιζαν καί χοροπηδουσαν σέ κάθε
βημα. · Η βροχή καί ό αφρός των κυμάτων τά ε{χαν κάμει νά
γλυστρουν ακόμη περισσότερο. Ήταν σκοτάδι, βροχή, αέρας.
Καί κάτω απ' τά πόδια μας μιά πιθαμή χαμηλότερα αντηχουσε ό
ρόχθος καί ή τρομακτική βοή του μαινομένου ρεύματος, πού ε{χε
καί μιά δυνατή ελξη.
'Ο Μανώλης σταμάτησε στό μέσο της γέφυρας.
�Κουράγιο Μανώλη... Τί στάθηκες; Του φώναξαν απ' τήν
άλλη όχθη.
'Εκείνος δέν απαντουσε κι εξακολουθουσε νά παραμένει ακί­
νητος, σύξυλος.
-Μή στέκεσαι μωρέ, θά ζαλισθείς. Προχώρα.
-'Αφήστε με βρέ παιδιά. Τήν επαθα. 'Η μπότα μου μπήκε
σάν σφήνα ανάμεσα στά δυό ξύλα.
Δέν μπορουσε νά προχωρήσει, αλλ' ουτε νά σκύψει η νά
προσπαθήσει νά τήν απελευθερώσει. Θά κινδύνευε νά χάσει τήν
ίσορροπία.
Οί δυό όδηγοί ετρεξαν νά τόν βοηθήσουν. 'Αλλά τό βάρος
των μετέδωκε τέτοιους σπασμούς στόν γυμνό σκελετό της γέφυ­
ρας, ωστε πρωτος ό Μανώλης εζήτησε νά γυρίσουν πίσω.
Κατόρθωσε στό τέλος νά περάσει τήν γέφυρα των στεναγμών μέ
τήν κοιλιά, σφιχταγκαλιάζοντας τά δυό ξύλα καί αφου εριξε
αβαρία στό νερό τήν κάπα καί τό σακκίδιό του.
Τή μέθοδο αύτή εφήρμοσαν καί οί άλλοι.
327

'Απ' τή Νεγοβάνη, δπου ξεκουρασθήκαμε δυό μέρες, άρχί­
σαμε τό καθιερωμένο τακτικό δρομολόγιο: Νεγοβάνη - Λέχοβο Λόσνιτσα - Βογατσκό - Παληόκαστρο. Μεταξύ Λεχόβου καί
Λοσνίτσης χάσαμε τό δρόμο. Καί ξημερώσαμε σχεδόν εκεί πού
τόν άρχίσαμε ...
Περπατούσαμε άπ' τή δύση του ήλίου καί κάποτε ενωρίτερα,
ώς τήν άνατολή του. 'Εν τούτοις οί όδηγοί των μερών εκείνων
ε{χαν τήν άνόητη φροντίδα νά θέλουν νά μας κρύβουν τήν
άπόσταση πού είχαμε νά διανύσουμε.
-Πόσες ώρες δρόμο εχουμε άπόψε μπάρμπα Θανάση; ρω·.ή­
σαμε τόν όδηγό μόλις ξεκινήσαμε γιά τήν άτέλειωτη πορεία άπ'
τό Βογατσκό στό Παληόκαστρο.
-Διέν είν' τίποτα παιδγιά μ'. Δγυό ίσα μί δγυόμισ τό πολύ
πολύ... Αύτουνα ε{ν'. Δέ θά προυφτάσιουμ' μήτε νά ίδρώσιουμ'.
Μπίτ.
'Όταν συμπληρώσαμε τίς δυόμισι ώρες τόν ξαναρωτήσαμε:
-Πόσες ώρες μας μένουν κύρ Θανάση;
-Νά, ούρί φτάσαμ'... Σέ λίγο γείμαστε μέσ' στου Παληόκαστρου.
Βαδίσαμε αλλες δυόμισι ώρες, όπότε ξαναδιατυπώσαμε τήν
ίδια ερώτηση.
-Δέν θά φθάσουμε τέλος πάντων άκόμα Θανάση;
-'Όπου νάν' θέ νά φανεί. Σί μιά δγιό ωρ'ς θέ ναστε
πλαγιασμέν' σί μιάν κώχ' σιμά στή φωτιά.
"Αμα γεμίσαμε νέες τρείς ώρες τόν ξαναρώταμε:
-Μά που στό καλό ε{ναι χωμένο τό παληό παληοκαστρό
σου;
-Ξιέρ' κ' ίγουώ, ρέ πιδγιά μ;! που χαντακώθ'κε άπόψε τό
ερ'μο. Μά μπορεί νά μας φύβγει; 'Όπου νάν θάν τό βρουμε... Δέ
φοβήθ'κα ίγουώ που'μαι γέρους σάν νά λιέμ;... Ούόχι σείς
παλικάρια σάν τά γέλατα...
-Νά μάθεις τό λοιπόν νά μήν κοροϊδεύεις γεροξούρα, ήταν ή
άπάντηση_ μαζί μέ λίγες κοντακιές.
Στό Παληόκαστρο είχαμε καί μιά πρωτότυπη δικαστική
328

σκηνή. Πρωί πρωί παρουσιάσθηκε στό κατάλυμα των καπετα­
ναίων ενας μεσόκοπος τσιομπάνος.
-Τί θέλεις; Τόν ρωτα ό Βολάνης.
-Γιέχασα γιένα άρνί μ' καπετάνιε.
-Τό εχασες ή στό εκλεψαν;
-Μου τό γέκλεψαν καπετάνιε.
-Ποιός σου τωκλεψε;
-Ό Γιάνν'ς της Ζήσ'νας, γείτονάς μου καπετάνιε.
Καλέσαμε τόν Γιάνν' της Ζήσ'νας.
Παρουσιάσθηκε κατάχλωμος σάν νά εδιδε λόγο στόν 'Υπέρ­
τατο Κριτή.
-Γιατί μωρέ εκλεψες τό γείτονά σου;
-Δέν τόν γέκλεψα καπετάνιε μ'. Καμπούλ' δέν τό κάν' ...
Γιείμ' νοικοκύρ'ς.
-'Ιντάγινε τότε τάρνί;
Ό βοσκός κύτταξε μ' εκπληκτα μάτια μή καταλαβαίνοντας τά
Κρητικά τοϋ Βολάνη.
-Τί εγινε μωρέ τάρνί; Μήπως άνακατώθηκε μέ τά δικά σου
κατά λάθος;
-Αύτοϋν' γένιται καπιτάνιεμ... Τά πιδγιά... 'Άνθρωποι γεί­
μαστε... θάν τοϋ δώσω τοϋ Γοϋλα ίένα άλλου άρνί. Μοϋ ίέχ' πάρ'
κ' αύτούνος άπ' τά δ'κά μ'.
-Τό πήρατε μωρέ τ' άρνί καί τό σφάξατε... 'Εμένα θά μέ
κοροϊδέψεις; Θά του δώσεις τοϋ Γοϋλα δυό άρνιά κ' ενα γιατί δέν
μοϋ είπες τήν άλήθεια, τρία... Πήγαινε...
'Αναταράχθηκε κι εξέπεμπε όργίλες άστραπές κι ό καταρά­
κτης των άσημικων του.
'Ο τυχερός δμως μηνυτής δέν εφυγε. 'Εξακολουθοϋσε νά
παραμένει σέ μιά γωνιά στενοχωρημένος καί φαίνονταν πώς κάτι
άκόμα ήθελε νά είπεί.
-Δέν είσαι εύχαριστημένος, Γούλα, άπ' τήν άπόφασή μου;
-Ό Θιός νά σέ πολυχροyέψ', καπετάνιε μ', ϊσια μέ τόν
'Έλυμπο.
-Τότε τί άλλο γυρεύεις;
-Γιέχασα κι γιένα ί:iλλ' άρνί, καπιτάνιε.
129

-Ποιός σου τό πήρε;
-Μου τό πηρ' ού λύκους, καπιτάνιε.
-Λοιπόν; Τί θέλεις;
-Ποιός θά μου τό πληρώσ' αύτουνο; ...
'Αντίκρυ απ' τό Παληόκαστρο, στό βάθος του όρίζοντα,
φάνταζε κυανή ή βουνοσί:ιρά της παλαιας όροθετικης γραμμής.
'Όταν γιά πρώτη φορά αντικρύσαμε απ' τά ύψώματα του χωριου
τή μαγική κορυφογραμμή στεφανωμένη απ' τό ήλιοβασίλεμμα,
είδα νά ύγραίνονται τά μάτια των σκληρών εκείνων ανδρών άπ'
τό ίδιο κύμα, πού πλημμύρισε καί τίς ψυχές των Μυρίων, δταν
απ' τά 'Αρμενικά βουνά είδαν τήν θάλασσα του Πόντου. 'Η
διαύγεια της ατμοσφαίρας τήν είχε τυλίξει μέ τά εθνικά χρώματα
καί τήν εφερνε τόσο κοντά, πού νόμιζες πώς μ' ενα πήδημα
μπορουσες νά τήν φθάσεις. Κάτω δμως ερρεε βαθύς κι όρμητι­
κός, σωστός κέρβερος της γης της επαγγελίας, ό 'Αλιάκμων,
αγριεμένος τώρα απ' τά χιόνια καί τίς βροχές της ανοίξεως. Οί
γέφυρες ήσαν αγνωστες. Μονάχα ενα μικρό κα'fκι διατηρουσε ή
Τουρκική κυβέρνηση γιά τήν συγκοινωνία των κατοίκων, πού
χρησίμευε κατ' ούσίαν μόνον γιά τήν συγκοινωνία των ανταρ­
τών.
Τραβήξαμε πεταχτοί γιά τό αγκυροβόλιο του καϊκιου. 'Αντ'
αύτου δμως βρήκαμε τόν Φούφα (ανθυπολοχαγός Παπαδας) μ'
ολίγους ανδρες. 'Έρχονταν μέ καινούριο σώμα γιά τήν δεύτερη
καί τελευταία Μακεδονική εκστρατεία του. τΗταν μιά από τίς
πιό ενδιαφέρουσες μορφές του αγώνος. Σοβαρός μέχρι σκυθρω­
πότητας, λιγόλογος σάν αρχαίος Λάκων, επιβλητικός, είχε τήν
λιτότητα καί άγνότητα αναχωρητου καί τήν αφοβία καί αγριό­
τητα θηρίου. Τόν εκτιμουσαν καί τόν ενοιωθαν δλοι, καί οί
ανθρωποι του σχοινιου καί του παλουκιου.
-Γιά τό καικι καί σείς; μας ρώτησε.
-Μάλιστα, κύριε αρχηγέ.
-Αϊ! Ζωή σέ λόγου σας.
-Πως είπατε;
-Τό καικι πνίγηκε. Είχα περάσει μέ 8 ανδρες. Στόν γυρισμό
330

γιά νά παραλάβει καί τούς άλλους, ήταν φαίνεται πολύ ελαφρό
καί παρασύρθηκε άπ' τό ρευμα. Πνίγηκε κι ό καημένος ό
καπετάνιος του μπρός στά μάτια μας. Καί νά μή μπορείς νά του
κάμεις τίποτε! ...
Τό άτύχημα μας εφερε δλους σέ δύσκολη θέση. Ό Φούφας
άποφάσισε νά παρακολουθήσει πρός τά πάνω τόν ρουν του
ποταμου εως δτου ήθελε βρεθεί ψηλά στά βουνά πόρος, πού νά
μπορουν νά τόν περάσουν πεζοί οί ύπόλοιποι άνδρες του. 'Εμείς
τραβήξαμε γιά τό μεγάλο μοναστήρι της Ζάμπορντας. 'Ο Μανώ­
λης δταν χωρίσαμε εlχε μείνει πίσω μέ τόν Φούφαν.
-Στό καλό, παιδιά! μας φώναξε. Κατευόδιο.
-Βρέ Μανώλη, τί επαθες; Δέν ερχεσαι;
-Χαιρετίσματα στόν Περαία, στήν 'Αθήνα, στήν Κρήτη...
Πάω πίσω στό Μορίχοβο.
-Κουζουλάθηκες; Έδά πού φθάσαμε στά σύνορα;
-Τί θά κάμω εκεί κάτω;! Καλή άντάμωση... αν ζήσουμε.
'Ο λαμπρός νέος σκοτώθηκε άργότερα άπό σφαίρα άντάρτου.
'Έπεσαν κι δλοι οί άλλοι πού εlχαν μείνει εκεί πάνω. 'Ο
'Αράπης πέθανε άπό σφαίρα επίσης 'Ελληνική.
'Ένας όλόξανθος, όλοκόκκινος κι όλοστρόγγυλος καλόγερος
βγήκε σέ προϋπάντησή μας άρκετά μακριά άπ' τό μοναστήρι γιά
νά μας πείσει μέ δώρα, εύχές, εύλογίες κι άπειλές νά μή επιμέ­
νουμε νά μπουμε μέσα μή τυχόν πάθει μέ τήν παρουσία μας καμιά
συμφορά. Μερικές δμως κοντακιές του εδωκαν νά καταλάβει πώς
εάν ό Χριστός εlχε ελθει στόν κόσμο κυρίως γιά τούς τελώνας
καί τούς άμαρτωλούς, καί τά μοναστήρια δέν εlχαν συσταθεί
μόνο γιά λίγες ορθόδοξες κοιλιές. Ή κάπως τραχεία αύτή
εύγλωττία μας άνοιξε άμέσως διάπλατες τίς πόρτες του καλογερι-·
κου παραδείσου, δπου πράγματι οί άλλοι μοναχοί εσπευσαν μέ
τήν εγκαρδιότητα καί προθυμία, τά παχειά άρyιά καί τά εξαίρετα
κρασιά των νά εξαλείψουν τήν κακή εντύπωση'του κοκκινότρι­
χου συναδέλφου των άλλά καί,, νά... ετοιμάσουν τήν «κρεμαστή
γέφυρα» γιά τήν γρηγορότερη άναχώρησή μας. 'Η «κρεμαστή
γέφυρα» της Ζάμπορντας ήταν ενα χονδρό καί μακρύ παλαμάρι,
πού τό εδεναν στερεά σέ δένδρα στίς δυό δχθες του ποταμου.
331

Στό σχοινί αύτό ε{χαν περάσει ενα μεγάλο σιδερένιο κρίκο,
πού τόν εσερναν άπ' τήν μιά δχθη στήν άλλη μέ άλλα ψιλότερα
σχοινιά τέσσαρες χωρικοί. Κάθε άντάρτης μέ τήν σειρά του
κρεμόντανε απ τόν κρίκο κι ετσι έναέρια περνουσε κρεμαστός
κι αύτός στήν άλλη δχθη χωρίς νά βραχεί οϋτε ή μύτη των
ύποδημάτων η των τσαρουχιών του. 'Όταν διαπεραιωθήκαμε
δλοι, ή γέφυρα διαλύθηκε στή στιγμή καί βρέθηκε χωμένη στό
βάθος κάποιας άπόκρυφης σπηλιας. Οί Τουρκοι ήσαν έλεύθεροι
νά λάβουν δσα μέτρα ηθελαν γιά τήν διακοπή των συγκοινωνιών
μας...
'Απ' έδω άρχίσαμε τήν τελευταία καί δυσκολότερη πορεία
μας. Τήν αύγή επρεπε νά βρισκόμαστε στό · Ελληνικό εδαφος.
'Αλλιώς μπορουσε νά εχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Στήν κο­
ρυφή τοϋ βουνοϋ φαίνονταν καθαρά οί άσπροι σταθμοί των
συνόρων. Προσοχή, σιωπή, γρηγοράδα ήταν τό σύνθημα.
Μιά μεγάλη έλαφίνα μας διασταύρωσε καί παρακολούθησε
άτάραχη τήν παρέλασή μας. · Ο Στρατής ετοιμάσθηκε νά της
«παί"ξει».
-Μή μή σκύλε, του φώναξαν οί καπεταναίοι.
-Θωρείτε το... Μας κοροϊδεύει.
-Ούκ αύτή μας λοιδωρεί, άλλ' ό τόπος, ε{πα κι έγώ.
-'Ίντά λές μωρέ; Μίλας χαλικούτικα;
-Ε{ν' γούρι. Καλό σημάδι. Ταχιά τό πουρνό θέ νάμαστε στό
Ρωμέϊκο, πρόσθεσε ενας άπ' τούς όδηγούς μας κάνοντας τό
σταυρό του, ενας λεβεντόπαπας πού ήταν μαζί λειτουργός του
'Υψίστου καί γεωργός, βοσκός, όδηγός άνταρτων καί ληστών
καί λίγο κατσικοκλέφτης καί λαθρέμπορος. ΕΙχε ενα γκρά στά
χέρια του καί στόν ώμο ενα μεγάλο τορβά γεμάτο ζάχαρη, καπνό
καί τσιγαρόχαρτα γιά «μερικούς φτωχούς φίλους του» δπως
ελεγε.
'Όταν επεσε τό σκοτάδι οί όδηγοί μας εδειξαν ενα φως πού
τρεμόσβηνε ψηλά χωριστά άπ' τ' άλλα. τΗταν ό 'Ελληνικός
σταθμός δπου πηγαίναμε. Φαίνονταν τόσο σιμά ώστε έλπίζαμε
σέ δυό-τρείς τό πολύ ώρες νά. τό φθάσουμε. 'Εν τούτοις βαδίσαμε
ώρες μακρές, σκληρές, άτέλειωτες. Τό φως άλλοτε χάνονταν κι
332

αλλοτε ξαναφαίνονταν άλλά σέ τέτοια πάντοτε άπόσταση, πού
νόμιζες πώς δσο εμείς προχωρούσαμε αλλο τόσο εφευγε.
-Τό φως αυτό μοιάζει κάπως τόν άγώνα μας, εΙπα στ' αυτί
του Βολάνη. Τρέχουμε, σκοτώνουμε, σκοτωνόμαστε γιά ενα
σκοπό, πού δλο καί φεύγει. Θά τό φθάσουμε καμιά φορά;
'Ο καπετάνιος στάθηκε καί χωρίς κανένα δισταγμό άπάντησε:
-Θά τό φθάσουμε. Καί στήν Κρήτη μας ξέφευγε όγδόντα
χρόνια.
Τό φως επί τέλους χάθηκε όλότελα. Πλησιάζαμε τώρα τήν
πιό επικίνδυνη ζώνη των συνόρων. 'Επρόκειτο νά ξεγλυστρή­
σουμε άνάμεσα άπ' τήν πυκνή αλυσο των σταθμών, φρουρών καί
περιπόλων πού εφύλαγαν τίς πόρτες της «' Υψηλής καί Θεοσώ­
στου Αυτοκρατορίας». Ευτυχώς μας βοηθουσε θαυμάσια καί τό
εδαφος. ΤΗταν μιά εναλλαγή άπό ύψώματα, ρεματιές καί φάραγ­
γες καί άπέραντο δάσος. Περπατήσαμε ώρες μακρές στά νύχια μέ
τά τουφέκια ετοιμα στό χέρι, κρατώντας σχεδόν καί τήν άναπνοή
μας. Πολλές φορές ξαπλωθήκαμε κατά γης άκίνητοι, εως δτου
προσπεράσει ή Τουρκική περίπολος ή παραπλανηθεί ή ύποψία
του Τούρκου σκοπου, πού τήν ε{χε κεντήσει ό τριγμός των ξηρών
φύλλων του δάσους.
Κάποια στιγμή, κοντά στήν αυγή, ό λεβεντόπαπας εριξε μιά
μέ τόν γκρά του στόν άέρα.
-Γειά σας. Τώρα πιά δέ μί χρειάζιστε, εΙπε, πηγαίνοντας νά
ίδεί τούς «φτωχούς του φίλους».
'Ο Στρατής, ό Μαυρογένης κι αλλοι αδειασαν επίσης τά
πιστόλια τους στόν άέρα.
Τό φως τό εϊχαμε προσπεράσει.
(«Στά Μακεδονικά βουνά»)

333

40. ΠΩΣ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΕ Η ΦΛΩΡΙΝΑ
'Η Φλώρινα ήταν άνω κάτω. 'Ο τουρκικός στρατός ύποχω­
ρουσε άπ' τό Μοναστήρι ϋστερα άπό τριήμερη μάχη μέ τούς
Σέρβους καί εφευγε γιά τήν Κορυτσά καί τά Γιάννινα. "Αλλος
στρατός εφευγε μπροστά στούς 'Έλληνες άπ' τό Σόροβιτς καί τό
Γκορνίτσοβο. Φάλαγγες πεζικου, κανόνια, άλογα, μεταγωγικά,
άστυνομικοί, χωροφύλακες, πυροβολητές χωρίς κανόνια, φαντά­
ροι χωρίς τουφέκια, άνθρωποι καί ζώα δλοι άνακατωμένοι,
κατατσακισμένοι, άποκαρδιωμένοι, μέ τή σφραγίδα της ηττας
στά σκυμμένα κεφάλια τους, περvουσαν σέ διαδοχικά καί άτέ­
λειωτα μπουλούκια χωρίς καμιά τάξη καί σειρά. Τά άξιοθρήνητα
λείψανα του ύπερήφανου Αύτοκρατορικου στρατου ενα πιά
σκοπό είχαν: Τή φυγή. Έστάθμευαν στή Φλώρινα v' άνασάνουν
καί νά βρουν τρόφιμα πρίν πάρουν τόv άπότομο άνήφορο γιά τό
Πισοδέρι καί εχαναν καί τή λίγη συνοχή πού ε{χαν. 'Όσοι
χριστιανοί στρατιώτες εΙχαν άπομείνει άκόμα στούς λόχους
κοίταζαν νά τρυπώσουν σέ κανένα χριQ"τιανικό σπίτι. Μαζί τους
προσπαθουσαν vά_ κρυφθουν γιά νά αίχμαλωτισθουν καί οί
Τουρκοι εφεδροι άπ' τά Βοδενά, τή Βέροια καί τ' άλλα μέρη πού
εiχε καταλάβει ό ελληνικός στρατός. Τί θά πήγαιναν νά κάνουν
στά άξενα καί χιονισμένα βουνά της 'Ηπείρου καί της 'Αλβα­
νίας; Είχαν τά σπίτια τους, τίς οικογένειές τους, πού ό 'Αλλάχ
μόνον ηξερε σέ τί κατάσταση βρίσκονταν τώρα πού ό τόπος
επεσε στά γκιαούρικα χέρια.
Μαζί μέ τίς στρατιωτικές εμπαιναν στήν πόλη κι άλλες
φάλαγγες άκόμη θλιβερότερες. Ήσαν οί τουρκικοί πληθυσμοί
της έπαρχίας Καϊλαρίων. 'Έφευγαν γιά δεύτερη φορά τόν ελλη­
νικό στρατό καί τώρα -ϋστερα άπ' τό άτύχημα της πέμπτης
Μεραρχfας- εiχαν κάθε λόγο νά τρέμουν τήν όργή του.
Τραβουσαν γιά τό Μοναστήρι, δπου τά φράγκικα προξενεία

334

καί τό πολύ πλήθος τούς εδιναν κάποια ελπίδα ασφαλείας...
'Όλη τήν πορεία τους είχαν σημαδέψει μέ ζωα, γυναίκες καί
παιδιά πού εμειναν κολλημένα στή λάσπη καί τά επαιρνε κανείς
από μακριά γιά ζωντανά... Τά πολεμικά δμως γεγονότα τούς
ανάγκασαν ν' αφήσουν τό απροσπέλαστο πιά λιμάνι της σωτη­
ρίας καί νά στρέψουν γιά τή Φλώρινα. Μέ τίς προϊστορικές
βοδάμαξες καί τά γαϊδουράκια τους επλημμύρισαν τά τζαμιά, τά
χάνια, τά τούρκικα σπίτια καί τούς δρόμους. Πολλοί εμειναν στό
ϋπαιθρο μέ πρόχειρη στέγη ενα πάπλωμα τεντωμένο πάνω απ' τά
ξύλα της βοδάμαξας. 'Έσκυβαν τά κεφάλια γιά νά μή βλέπουν
στά μάτια των γκιαούρηδων τή λάμψη της κρυφής χαρας.
'Όλα τά είχαν χάσει. Τό βασίλειο, τά σπίτια, τά κτήματα, τά
κοπάδια τους. Καί κανείς δέν ήξερε τί εμελλε ακόμα νά iδουν τά
μάτια τους σέ ξένους τόπους, ανάμεσα στά συντρίμματα του
δικου τους στρατου καί τά κανόνια των δύο εχθρών πού προχω­
ρουσαν ακάθεκτοι κι απ' τίς δυό μεριές καί τούς εκλειναν σάν
πύρινη τανάλια στή μέση. Ήσαν χανούμισσες πού είχαν χάσει κι
αυτά τά γιασμάκια τους... "Αραγες οί αγριοι απιστοι αξιωματικοί
θά τίς αφηναν νά κρύβουν καί στό έξης τά πρόσωπά τους; Δέν
ύπfjρχε κίνδυνος νά τίς απαγάγουν στά χαρέμια τους;
Κι ώσάν νά μήν εφθαναν δλ' αυτά, στό γενικό ανακάτωμα καί
τήν ανήκουστη σύγχυση δπου μιά αυτοκρατορία πεντακοσίων
χρόνων τραγικά κατέρρεε, επαιρναν μέρος καί τά ειρηνικότερα
των πλασμάτων, τά πρόβατα. Μεγάλα γκέκικα κοπάδια πού
κατέβαιναν απ' τ' αλβανικά βουνά γιά τά χειμαδιά είχαν απο­
κλεισθεί στόν κάμπο της Φλώρινας. Οί τραχείς βοσκοί τους,
εμπρός στή γενική των όμοθρήσκων τους φυγή� εφυγαν καί αυτοί
καί τά παράτησαν στήν τύχη τους. Καί τώρα τά ώραία αυτά
πρόβατα εγύριζαν στούς δρόμους της Φλώρινας καί στά πόδια
των φυγάδων καί των προσφύγων, πού είχαν-αλλες εννοιες,
αδέσποτα μέ τά βελάσματα καί τά κουδουνίσματά τους σ'
αναζήτηση κυρίου καί λίγου χόρτου.
'Όλη ή αγορά ήταν κλειστή. Στούς δρόμους κυκλοφορουσαν
μοναχά στρατιώτες, πρόσφυγες καί ζωα χωρίς νά ξέρουν που
επήγαιναν καί σταματουσαν απότομα στό παγωμένο καλντερίμι

335

χωρίς νά ξέρουν τί περίμεναν. Καμιά έξουσία δέν ύπηρχε. Οί
αρχές εσπευσαν νά πάρουν τόν δρόμο της Κορυτσί'iς πρώτες
στούς πρώτους. Τ' ασύντακτα μπουλούκια των φυγάδων δέν
μπορουσαν νά χαρακτηρισθουν στρατιωτικά τμήματα. Μ' δλα
ταυτα κανένα κρουσμα βία� καί άρπαγης δέν εΙχε έκδηλωθεί. Οί
πεινασμένοι καί παγωμένοι στρατιώτες καί πρόσφυγες εβλεπαν
κλειστά τά πλούσια μαγαζιά καί έγύριζαν πάνω κάτω νά βρουν
κανένα ξεροκόμματο. 'Η μεγάλη καί αναπάντεχη κατάρρευση
γέμισε τίς ψυχές δλων δέος καί κατάπληξη. 'Ίσως πάλι ό
Γιάννης νά φοβόταν τό θεριό καί τό θεριό τό Γιάννη. Μοναδική
έξαίρεση αποτέλεσαν μερικές... γυναίκες καί μικρά παιδιά. Ρί­
χθηκαν ξαφνικά στό σπόρ νά πιάνουν καί αφοπλίζουν τούς
Τούρκους στρατιώτες. ΕΙχε δημιουργηθεί ή άμιλλα ποιά θά
μάσει περισσότερα μάουζερ... Οί αγέρωχοι καί άγριοι «ασκέρ»
άφηναν τώρα νά τούς ρεζιλεύουν οί θρασείς γκιαούρισσες χωρίς
κάν νά κάμουν τόν κόπο νά προβάλουν τήν παραμικρότερη
άντίσταση.
Τό πρωί της 6 Νοεμβρίου 1912 ό Μητροπολίτης Μογλενων
καί Φλωρίνης Πολύκαρπος παρακολουθουσε απ' τό μητροπολι­
τικό μέγαρο μέ πολλήν ανησυχία τήν κατάσταση. "Αν επεφτε
μιά τουφεκιά καί άρχιζε μέσα στήν αναρχία άλληλοσκοτωμός
χωρίς άρχή, τέλος καί σκοπόν; "Αν ξεσπουσε στήν απελπισία
του ό μουσουλμανικός φανατισμός; Στά Σέρβια πρίν λίγες μέρες
μιά σφαγή των φυλακισμένων καί κρατουμένων εΙχεν άκολουθή­
σει τήν ύποχώρηση των Τούρκων άπ' τό Σαραντάπορο.
Ήλθε βιαστικός στή Μητρόπολη ό Γιουσούφ μπέης, ό σημα­
ντικότερος μπέης της Φλώρινας. Ήταν ενα ζωντανό πτώμα.
-Δεσπότ έφέντη. ΤΗρθα νά σέ αποχαιρετήσω καί νά σου
παραδώσω τά κλειδιά.
-Γιά που ωρα καλή; Καί τί κλειδιά; Κάτσε νά πάρεις πρώτα
ενα καφέ.
-Δέν εχω καιρό Μητροπολίτ έφέντη. Φεύγω γιά τήν Κορυ­
τσά. 'Ο υίός μου εφυγε κιόλας μέ τόν στρατό.
-Μά Γιουσούφ μπέη! Πόλεμος εΙναι. Δέν ξέρει κανείς τί
336

γίνεται άπό μιάν ωρα στήν ίiλλη. Καί πρίν δυό εβδομάδες ε{χαν
φθάσει οί 'Έλληνες ως μέσα στή Νεβολιάνη.
-Τώρα πιά δέν εχει γιατρειά. Πάει τό δικό μας. Πάρε σέ
παρακαλώ τά κλειδιά καί φύλαξε τό σπίτι μου. Σέ σένα τό
εμπιστεύομαι.
'Ο Γιουσούφ μπέης ε{χε μερικά δικαιώματα στήν εύγνωμο­
σύνη του Μητροπολίτη. 'Όταν ε{χε φθάσει πρίν άπό δυό εβδομά­
δες ενα τάγμα της 5ης Μεραρχίας εως εξω άπ' τήν Φλώρινα, στή
Νεβολιάννη, κι ό Πολύκαρπος εσπευσε νά παραγγείλει στούς
δασκάλους νά ετοιμάσουν ελληνικές σημαίες, τό πράγμα εγινε
γνωστό στούς Τούρκους κι άπό πολλές περιπέτειες τόν γλίτωσε
τότε ό Γιουσούφ μπέης.
-Θά κάμω μπέη δ,τι μπορώ. Μά που άφήνεις τόσα κτήματα
καί τσιφλίκια, τόση περιουσία; Καί τί θά γίνει ό μικρός, ό
φτωχός κοσμάκης, αμα φύγετε οί μπέηδες καί πρόκριτοι;
'Ο Γιουσούφ μπέης δέν μπόρεσε νά κρατηθεί. Σωριάσθηκε σέ
μιά καρέκλα καί άναλύθηκε σέ κλάματα μικρου παιδιου.
-'Έχεις δίκιο Δεσπότ εφέντη, ε{πε μόλις συνήλθε.
-Νά γίνει τίποτε καλύτερο. 'Εγώ άναλαβαiνω μέ τ' όνομα
του θεου νά σας προστατέψω αν μπουν πρώτα οί 'Έλλην