You are on page 1of 366

·Ο συγγραφέας των διηγημάτων του βι­ βλίου αύτου, Γεώργιος Μόδης, γεννήθηκε στό Μοναστήρι της Μακεδονίας τό 1888. Μεγάλωσε σέ μιά έποχή πατριωτικου άνα­ βρασμου, έθνικων άγώνων, καί κινδύνων. ·Ο Μόδης πολέμησε μέ τό δπλο καί κατόπιν σέ δλη του τή ζωή μέ τήν πέννα γιά τή Μακε­ δονία καί τόν 'Ελληνισμό. Μετά τήν άπελευ­ θέρωση τής Μακεδονίας διετέλεσε έπανειλημ­ μένα βουλευτής καί ύπουργός. 'Υπήρξε άπα­ ράμιλλος έκφραστής του έπικου Μακεδονι­ κου Άγώνα. Πέθανε, πλήρης ήμερων, τό

1975.

'Ο Γ. Μόδης σέ δλο τόν βίο του άγωνίστηκε γιά τήν ί'δρυση του Μουσείου του Μακεδο­ νικου Άγώνα.

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

έκλεκτά διηγήματα

/

'Ο συγγραφέας Γεώργιος Μόδης

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

εκλεκτά διηγήματα

'Επιλογή - επιμέλεια: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ Είσαγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

'Έκδοση Μουσείου Μακεδονικου 'Αγώνα

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»

1985

Α' ΕΚΔΟΣΉ 1984. 'Αντίτυπα 2.000

Β' ΕΚΔΟΣΉ

1985. 'Αντίτυπα 2.000

ΕΠlΜΕΛΕΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ:

ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΡΑΛΛΗ ΚΟΨΙΔΗ

ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΟΚΥΡΗ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ:

Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ-Π. ΠΙΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΤΥΠΩΣΗ: Μ.

ΧΟΝΔΡΟΡΙΖΟΣ

&

ΣΙΑ

Ο.Ε.

ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ:

Α. ΠΕΤΡΕΛΗΣ

& ΥΙΟΣ

Ο.Ε.

'Οπισθόφυλλο:

Συλλαλητήριο

διαμαρτυρίας

γιά

τίς

στή Θεσσαλονίκη

βουλγαρικές

βιαιότητες

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος

:

9

Είσαγωγή

11

Διηγήματα

25

'Αναλυτικός πίνακας διηγημάτων

363

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

τόμος αύτός πού έκδίδεται μέ τήν εύκαιρία του έορτασμου τών

όγδόντα χρόνων από τήν έναρξη του Μακεδονικου

'Αγώνα. περιέχει

σαρανταδύο διηγήματα του Γεωργίου Μόδη,

από τά τετρακόσια πενήντα καί πλέον πού απαρτίζουν το διηγηματο­

τά όποία έχουν έπιλεγεί

γραφικό έργο του, τίς «Μακεδονικές 'Ιστορίες».

Τά διηγήματα διαλέχθηκαν από τούς τόμους πού έχει έκδώσει ό

«Πάπυρος», ένώ

άπλώς έλήφθησαν ύπ'

οψη καί οί δύο

τόμοι

από

τίς εκδόσεις Μπαρμπουνάκη. Πρώτος ό φιλόλογος κύριος Παναγιώτης Πίστας, μελετώντας τό

θέμα «Γεώργιος Μόδης καί Μακεδονικές Ίr;,τορίες», έγραψε γιά τό έργο του Μόδη, τήν έκδοση, παρουσίαση καί τό περιεχόμενο τών

μιά χρηστική καί

αύστηρή έπιλογή από τό διηγηματογραφικό του έργο, πού θά καταξιώ­ σει τόν συγγραφέα καί ώς λογοτέχνη». Στήν έπιλογή τών διηγημάτων έγινε προσπάθεια νά τηρηθουν οί δύο αύτές κατευθύνσεις. Τά κριτήρια της έπιλογης είναι αlσθητικά καί πατριωτικά. Κατά τήν έπιλογή τών διηγημάτων καταβλήθηκε προ­ σπάθεια ωστε τά δύο αύτά κριτήρια νά μήν έπικαλύπτονται τό ενα από τό άλλο. Ή διάταξη τών διηγημάτων ακολούθησε τήν χρονολογική σειρά. Τό πρώτο διήγημα χρονολογείται στό 1902 καί τό τελευταίο στό 1913. 'Όσα διηγήματα δέν φέρουν χρονολογικές ένδείξεις τοποθετή­ θηκαν ώς «Ιντερμέτζα» ανάμεσα στά χρονολογημένα. Δύο-τρία διηγή­ ματα χρονολογήθηκαν μέ κριτήριο τά έπεισόδια πού περιγράφουν. Τό διήγημα «Τό ρολόγι» γιά παράδειγμα, χρονολογήθηκε στό 1906 γιατί ή ένοπλη σύγκρουση πού περιγράφει καί στήν όποία έχασε τήν ζωή

βιβλίων του καί πρότεινε δτι: «Χρειάζεται

του ό όπλαρχηγός Νικολούδης έγινε τό 1906. 'Ως πρός τήν όρθογραφία έγινε προσαρμογή κυρίως στήν ύποτα­ κτική καί τά παραθετικά.

κάθε

τών διηγημάτων.

πρόσωπο

Γιά

εγινε

πρόσωπα

σπουδαιότερα

ΚΩΣΤ ΑΣ Κ ΑΦΑΝΤΑΡΗ Σ

'ο

πίνακας

προσώπων

στό τέλος του

βιβλίου άναφέρεται

στά

προσπάθεια

νά

δοθουν

πληροφορίες

χαρακτηριστικές

ώς

πpός

τήν

προσωπικότητα καί τή δράση του.

Οί περισσότερες

πληροφορίες γιά

τά πρόσωπα προέρχονται άπό τά ίδια τά διηγήματα του Μόδη.

Ή έπιλογή τών διηγημάτων του Γεωργίου Μόδη καί ή εκδοσή τους

έλπίζουμε νά

δώσουν μιά καθαρή είκόνα του

λογοτεχνικου εpγου του.

'Ένα εpγο πού πρέπει κάποτε -ας μας έπιτpαπεί νά τονίσουμε- νά άξιολογηθέϊ καί νά καταταχθεί στήν έλληνική πεζογραφία καί νά

καταλάβει τή θέση πού τού προσήκει.

Θερμότατα

εύχαpιστουμε

τόν έκδοτικό

οίκο «Πάπυρος»,

πού

εδωσε τήν άδεια γιά τή δημοσίευση τών διηγημάτων της

άνθολογίας

αύτης.

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

'Ο Γεώργιος Μόδης ε{ναι ενας άπό τούς κυριότερους καί ίσως_ ό αύθεντικότερος συγγραφέας τοϋ Μακεδονικοϋ 'Αγώνα. 'Ο· Μακεδονικός 'Αγώνας ύπfjρξε σκληρός καί άδυσώπητος, γι' αύτό καί τά κείμενα τοϋ Μόδη περιέχουν συχνά ίστορίες σκλη­ ρές, άπάνθρωπες, διαποτισμένες α{μα καί λύθρο. Μέσα στίς διηγήσεις αύτές, σπάνιο φαινόμενο ή χαρά, σπάνιο τό είδύλλιο, άλλά κι αύτό ωσπου νά εμφανιστεί εναρμονίζετω μέ τήν δλη κατάσταση, παίρνοντας κάποια τραγική τροπή καί λύση. 'Ο συγγραφέας δονείται άπό τόν παλμό τοϋ μεγάλου 'Αγώνα, στόν όποίο μάλιστα άπό ενα σημείο καί πέρα ελαβε καί ό ίδιος μέρος, καί ετσι μόνο γι' αύτόν θέλει νά μιλάει, μόνο αύτόν νά ίστορεί, καί μόνο μέσα άπό αύτόν νά κοιτάζει τήν ζωή τfjς εποχfjς -καί όχι μόνο της εποχfjς εκείνης. 'Ο Μόδης μιλάει μέ κύρος καίενθουσιασμό μά όχι μέ στόμφο, καί αύτο τό τελευταίο, πού ε{ναι καί άπό τά πιό δύσκολα σέ περιπτώσεις πατριωτικών άφηγήσεων, άνεβάζει τό εργο του πάρα πολύ. 'Ο Μόδης ε{ναι τίμιος άφηγητής δέν ε{ναι τυφλός, δέν ε{ναι ψεύτης, δέν παρασιωπα τίς σκληρότητες καί τίς άπαν­ θρωπιές άκόμα, στίς όποίες_εξαναγκάζονται νά κατέλθουν καί οί 'Έλληνες άγωνιστές, προκειμένου νά άντικρούσουν τούς Βουλ­ γάρους, τούς Τούρκους, καί τούς άλλους βαλκανικούς λαούς, πού διεκδικοϋσαν -καί μέ πόσο μένος καί δολιότητα!- εδάφη η ώφελήματα στή Μακεδονία. ΕΙναι δμως φυσικό, ό Μόδης νά βλέπει μέ συμπάθεια καί νά. εχει διάθεση γιά κάποια ελαφρυ­ ντικά, δταν ίστορεί τίς πράξει· των 'Ελλήνων άγωνιστων, των μακεδονομάχων, οί όποίοι στό κάτω κάτω άγωνίζονταν γιά τή δική τους χώρα. 'Εκείνο πού εχει ό Μόδης, καί δέν τό εχουν σέ τόσο βαθμό

'

αλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, πού εγραψαν γιά τόν Μακεδονικό 'Αγώνα, εΙναι ή γνώση, ή σωστή καί βαθιά γνώση του τόπου, αύτου του πεδίου της μάχης, των ανθρώπων -εντόπιων, αγωνι­ στών, μακεδονομάχων, κομιτατζήδων, δυναστών, σπιούνων­ δλου αύτου του ανακατέματος, καί εΙναι ακόμη ή ίστορία του Μακεδονικου 'Αγώνα, πού ό Μόδης τήν κατέχει από πρώτο χέρι, πέρασε μέσα από τό αίμα του, τή γνώρισε από μικρό παιδί καί τήν εζησε σέ δλες τίς φάσεις της. 'Έχει δηλαδή αύθεντικότητα ό Μόδης στά κείμενά του καί τή μεταδίδει. Δέν ξέρω αν οί μακεδονικές ίστορίες του Μόδη εΙναι αρι­ στουργήματα καί ουτε πολυπιστεύω σέ τέτοιες λέξεις. 'Εκείνο δμως πού ξέρω εΙναι πώς οί ίστορίες αύτές, καί πολύ περισσό­ τερο 'αύτές εδώ οί διαλεγμένες, πού περιέχονται σ' αύτή τήν ανθολόγηση, σου μεταδίδουν δταν τίς διαβάζεις -καί τίς ξανα­ διαβάζεις- κάτι. Σου μεταδίδουν μιά δύναμη, εναν ενθουσιασμό, μιά αγάπη καί συγκίνηση γιά τήν πατρίδα, καί γενικότερα μιά αίσιοδοξία γιά τή ζωή. Γιατί ή αγάπη γιά τήν αίώνια πατρίδα είναι αίσιοδοξία γιά τή ζωή. ΕΙναι μεγάλη καί πολύ απτή πίστη, ενα γερό στήριγμα. 'Ο Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε στό Μοναστήρι, πού τελικά απόμεινε στή Γιουγκοσλαβία, τό 1887 καί πέθανε στή Θεσσαλο­ νίκη τό 1975. Στή μακρά ζωή του, πού εΙχε από τοπική αποψη ώς επίκεντρο τή γειτονική πρός τό Μοναστήρι ακριτική Φλώρινα, ασχολήθηκε πολύ μέ δύο κυρίως πράγματα: Μέ τήν πολιτική καί μέ τή συγγραφή. Μίλησε καί εγραψε κυρίως γιά τόν Μακεδονικό 'Αγώνα, του όποίου ή πυρακτωμένη σφραγίδα αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στήν ψυχή του από τόν καιρό της εφηβείας του. Δέν θά αναφερθουμε εδώ σέ λεπτομέρειες σχετικές μέ τή σταδιοδρομία καί τίς ύπεύθυνες θέσεις, στή διοίκηση καί τήν κυβέρνηση, πού ανέλαβε κατά καιρούς ό Γεώργιος Μόδης. Αύτά μπορεί νά τά βρεί κανείς σέ όποιαδήποτε εγκυκλοπαιδεία. 'Εδώ θά σταθουμε κυρίως στό μεγάλο αξίωμα, στήν αποφασιστική γνώση, πού χάρισε στόν Μόδη ή πίστη καί τό θάρρος του. Στό μεγάλο καί βαρύ αξίωμα του Μακεδονομάχου -Μακεδονομάχου μέ τό δπλο καί τήν πέννα.

Ό Γεώργιος Μόδης, μόλις τελείωσε τό 1906 τό Γυμνάσιο Μοναστηρίου, εσπευσε vά καταταγεί ώς εθελοντής μακεδονομά­ χος στό σώμα του Κρητικου όπλαρχηγου Γεωργίου Βολάν.η, πού δρουσε στό Μορίχο�ο -μιά άλλη ελληνική περιοχή πού εμειvε τελικά καί αύτή, δπως καί ή του Μοναστηρίου, εξω από τά σημερινά κρατικά δρια του · Ελληvισμου. Ό Μόδης πολέμησε σκληρά επί δυό χρόνια μέ τό σώμα του Βολάν.η, ως τόv 'Ιούλιο του 1908, όπότε δημοσιεύτηκε τό τουρκικό Σύνταγμα, τό όποίο μέ τήv ίσοvομία καί ίσοπολιτεία πού διακήρυττε ανέκοψε πρός στιγμή τίς εvοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων της Τουρκίας. Πάντως, ό Γ. Μόδης δέv σταμάτησε τή συνωμοτική πατριω­ τική δράση του. • Απλώς επαψε vά τρέχει στά βουνά καί αγωνιζό­ ταν πιά μέσα στίς πολιτείες της Μακεδονίας, στή Φλώρινα καi τό Μοναστήρι. ΤΗταv κιόλας μεστός από αγωνιστική πείρα. 'Ένας ψημένος πολεμιστής, δοκιμασμένος σέ κρίσιμες φάσεις του 'Αγώνα, τραυματισμένος καί σωσμένος σάv από θαυμα. Μέ θαυμαστή δραματικότητα καί λιτότητα διηγείται τίς συνθήκες του τραυματισμου του στό διήγημα «Περικυκλωμένοι», πού περιέχεται στήv ανθολόγηση. Τά δύο αύτά τελευταία χρόνια, δπου στίς συγκρούσεις ελαβε μέρος καί ό Μόδης, ύπfjρξαv αποφασιστικά γιά τόv Μακεδονικό 'Αγώνα -τόv δικό μας αγώνα. Μέ τό σταμάτημα των εχθροπρα­ ξιών, τόv 'Ιούλιο του 1908, ε{vαι φανερό δτι οί 'Έλληνες εχουv βγεί νικητές σ' αύτή τήv αναμέτρηση μέ τούς Βουλγάρους καί τούς άλλους Βαλκάνιους, αλλά τά εδάφη εξακολουθουv vά ανήκουν στήv τουρκική αύτοκρατορία. Τώρα, εκ των ύστέρωv, γνωρίζουμε, δτι τό ζήτημα αύτό θά λυθεί, ως εvα σημείο, μέ τή συμμετοχή της επίσημης καί αναγεννημένης • Ελλάδας σέ διάφο­ ρες φάσεις, από τό 1912 καί πέρα. 'Αλλά βέβαια μέ αγώνες σκληρούς καί θυσίες βαριές. Δέv ε{vαι δυνατό vά καταλάβetκανείς τό εργο του Γ. Μόδη, καί vά χαρεί βέβαια καί αύτά εδώ τά ανθολογημένα διηγήματα, εάν δέv γνωρίζει, σέ γενικές εστω γραμμές, τήv ίστορία καί τίς συνθήκες του Μακεδοvικου 'Αγώνα. Καί αύτό δέv ε{vαι τόσο

άπλό, γιατί στόν μακεδονικό χώρο αναμειγνύονταν τότε τόσο πολλοί, ώστε γιά χρόνια είχε δημιουργηθεί μία κατάσταση εξαιρετικά περίπλοκη, πού γιά τούς ξένους παρατηρητές της εποχής είχε καταντήσει παροιμιώδης. Καί εδώ ακριβώς εγκειτάι, όχι μόνο ή εθνική, αλλά καί ή διεθνής αξία καί σημασία της ελληνικής νίκης, δτι διέλυσε μέ τό σπαθί καί μέ τό νοϋ δλες αύτές τίς απειράριθμες βλέψεις, πλεκτάνες καί παρεμβάσεις πολλών λαών καί κρατών της Βαλκανικής, της Μεσευρώπης, ακόμα καί της Βόρειας Εύρώπης, πού απέβλεπαν σέ ωφελήματα καί απίθανες διεξόδους στή Μεσόγειο. Κατά τά τέλη τοϋ περασμένου αίώνα καί τίς αρχές τοϋ σημερινοϋ, ήταν φανερό πώς ή άπλωμένη σέ τρείς ηπείρους (Εύρώπη, 'Ασία καί 'Αφρική) τουρκική αύτοκρατορία παρου­ σίαζε συμπτώματα μεγάλης κρατικής αδυναμίας καί βρισκόταν στά πρόθυρα της καταρρεύσεως. Στούς διπλωματικούς κύκλους της Εύρώπης ή Τουρκία όνομαζόταν «ό Μέγας 'Ασθενής» καί ή κάθε Δύναμη πού είχε βλέψεις κατάστρωνε σχέδια γιά. τό σχετικό μερίδιο. Δημιουργήθηκε ετσι ενας εντονος ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, πού αντί νά επισπεύσει τό τέλος παρέτεινε τή ζωή της τουρκικής αύτοκρατορίας. 'Η δια­ μάχη μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων ήταν κυρίως γιά τά Στενά, τά όποία εφόσον δέν μποροϋσε νά θέσει κάτω &πό τόν απόλυτο ελεγχό της ή μία από τίς Δυνάμεις, φρόντιζε ώστε νά μήν τά πάρει καμιά άλλη. Είναι τό περίφημο «'Ανατολικό Ζήτημα», πού ύπηρξε ενας από τούς άξονες της παγκόσμιας πολιτικής κατά τόν περασμένο αίώνα. 'Από δλους τούς λαούς περισσότερο, ή πιθανότητα της καταρ­ ρεύσεως της τουρκικής αύτοκρατορίας συγκινοϋσε τόν 'Ελληνι­ σμό, πού είχε πολλούς ύπόδουλους πληθυσμούς καί πολλά εδάφη του κάτω από τό πέλμα τοϋ Σουλτάνου. 'Ενδιαφέρονταν δμως καί οί Σλάβοι γιά τά Βαλκάνια, πού είχαν στήν περιοχή ώς κύριο, αν καί όχι μοναδικό, εκπρόσωπό τους τούς Βουλγάρους, τούς όποίους καί κατηύθυναν. Οί Βούλγα­ ροι ζοϋσαν καί αύτοί ύπό τούς Τούρκους. τΗταν Χριστιανοί 'Ορθόδοξοι καί ως τό 1870 αναγνώριζαν ώς ανώτατη θρησκευ-

τική αρχή τους τό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα πού γιά κείνη τήν εποχή σημαίνει δτι ύπάκουαν σ' αύτό. 'Αλλά τό 1870, ϋστερα από ρωσική εμπνευση καί ισχυρή πίεση, εκδό­ θηκε σουλτανικό φιρμάνι, πού επέτρεπε τήν ϊδρυση χωριστής καί ανεξάρτητης από τό Πατριαρχείο Βουλγαρικής 'Ορθόδοξης 'Εκκλησίας. 'Η 'Εκκλησία αύτή όνομάστηκε 'Εξαρχία καί ό αρχt1γός της, ό 'Έξαρχος, εγκαταστάθηκε καί αύτός στήν Κων­ σταντινούπολη ώς θρησκευτικός αλλά καί εθνικός εκπρόσωπος τοϋ λαοϋ του, δπως ακριβώς ό Πατριάρχης. Κυρίως ώς εθνικός εκπρόσωπος, εδω αλλωστε ήταν τό θέμα. 'Από τήν πλευρά, πάντως, τοϋ Πατριαρχείου ή ενέργεια αύτή των Βουλγάρων θεωρήθηκε Σχίσμα καί ή Βουλγαρική 'Εκκλη­ σία όνομάστηκε Σχισματική καί αντιμετωπίσθηκε ετσι. 'Η 'Εξαρχία επαιξε γιά τούς Βουλγάρους καθαρά εθνικό ρόλο καί ούδέποτε απόχτησε, οϋτε καν στά μάτια των ύποστηρικτων της, τό κύρος τοϋ Πατριαρχείου. 'Όμως ή φαινομενικά ασήμαντη αύτή διαφοροποίηση τfjς Βουλγαρικής 'Εκκλησίας εμελε νά δημιουργήσει τότε μεγάλα πολιτικά καί εθνολογικά προβλήματα στό χώρο ιδίως τfjς Μακεδονίας. Τίς τελευταίες δεκαετίες, από τό 1945 κι εδώ, οί σχέσεις μεταξύ τfjς Βουλγαρικής 'Εκκλησίας καί του Πατριαρχείου εχουν αποκατασταθεί. 'Αλλά ή αποκατά­ σταση αύτή δέν εχει παρά εκκλησιαστική σημασία, διότι τήν πολιτική τήν είχε χάσει εκ των πραγμάτων. Τό φιρμάνι αύτό τοϋ 1870 περιείχε μιά διάταξη ή όποία εξαρχής, βέβαια, ήταν ανησυχητική, αλλά λίγο αργότερα από­ χτησε περισσότερο ζέουσα σημασία. 'Έλεγε δτι γιά νά θεωρηθεί ενα χωριό ώς Έξαρχικό επρεπε τά δύο τρίτα τοϋ πληθυσμοϋ του νά αναγνωρίζουν τήν 'Εξαρχία. Καί ετσι μέ τή διάταξη αύτή, μέ τήν όποία ανοίγονταν οί ασκοί τοϋ Αιόλου, δλοι οί ανεμοι αρχισαν νά πνέουν στή δύσμοιρη Μακεδονία. 'Αμέσως φού­ ντωσε ή σλαβική προπαγάνδα, αρχισαν οί πιέσεις στούς πληθυ­ σμούς γιά τήν μέ κάθε μέσο εξασφάλιση των δύο τρίτων, καί σιγά σιγά, καθώς αναπτυσσόταν καί �-άντίσταση, πfjραν νά σημειώ­ νονται καί βίαια επεισόδια, όλοένα καί πιό αίματηρά. 'Ο πονη­ ρός Τοϋρκος δυνάστης, ασπαζόμενος μέ περισσότερη ίσως από

δση χρειαζόταν χοντράδα τό

δόγμα «διαίρει

καί βασίλευε»,

περιοριζόταν στό

νταν καί κινδύνευε πλέον ή δημόσια τάξη καί τά συμφέροντα του

ό

της ελλη­

χωρων (Μακεδονίας-Θράκης) αρχίζει

τό 1870. Τό 1878 μέ τή Συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου τερματιζόταν ό

αη;ό

νικότητας

Μακεδονικός

κράτους.

πράγματα εκτραχύνο­

νά επεμβαίνει, δταν τά

�ι ετσι, γιά μας τούς 'Έλληνες, τυπικά τουλάχιστον,

'Αγώνας, πού απέβλεπε στή διαφύλαξη

των βορείων

ρωσοτουρκικός

πόλεμος.

'Ο πόλεμος αύτός

είχε φέρει τούς

Ρώσους σχεδόν ως

τήν Κωνσταντινούπολη,

στό προάστιο

της

όποίας "Αγιος

Στέφανος ύπογράφηκε

ή αποκαλυπτική εκείνη

συνθήκη είρήνης.

Οί νικητές ανάμεσα στούς βαρείς δρους πού

επέβαλαν

βουλγαρικου

στήν

Τουρκία

ήταν

�ωί

ή

ϊδρυση

ενός τεράστιου

εδάφη καί

κράτους,

δπου

ενσωματώνονταν

πολλά

πληθυσμοί των αλλων βαλκανικων λαων. 'Από τή συνθήκη δμως

αύτή βλάπτονταν κυρίως οί "Ελληνες, οί όποίοι πράγματι Jυνέ­

λαβαν αμέσως τή

φοβερή σημασία πού θά

είχε

γι'

αύτούς

ή

τήρησή της. Εύτυχως δμως, ή συνθήκη

του'Αγίου Στεφάνού δέν

ε{χε

εφαρμόγή,

γιατί σέ

λίγο

μέ τήν

επέμβαση των

αλλων

μεγάλων Δυνάμεων,

πού ανησύχησαν γιά

τά μεγάλα

καί ετερο­

βαρή ωφελήματα πού εξασφάλιζε μ' αύτήν ή Ρωσία, ύπογράφηκε

ή συνθήκη του Βερολίνου, πού βελτίωσε κατά πολύ τά πράγματα,

ϊδρυσε περιορισμένη βουλγαρική ήγεμονία, φόρου ύποτελη στήν

Τουρκία,

καί ακόμα παραχωρουσε στήν'Ελλάδα τή Θεσσαλία.

Ή

σταση

συνθήκη του

στή

Βερολίνου, μολονότι

εδινε

εντούτοις μέ

Βουλγαρία, αποτελουσε

ύπό­

τήν ματαίωση

κρατική

τούς

των σχεδίων περί

ενδιαφερομένους.'Η πραγματοποίηση της συνθήκης του 'Αγίου

μεγάλης Βουλγαρίας πλήγμα βαρύ γιά

Στεφάνου παρέμεινε

γιά πολλά

χρόνια τό

μέγα όνειρο καί ή

βαθύτερη επιδίωξη

της

βουλγαρικής πολιτικής.

Καί, ακριβως,

μετά τήν εθνική αύτή απογοήτευση καί τή διάψευση των σχεδίων

γιά ενσωμάτωση διά συνθηκων, εντείνεται ή συστηματική καί μέ

κάθε

τρόπο

προσπάθεια

του εξαναγκασμου των

μακεδονικων

πληθυσμων

νά αναγνωρίσουν

τήν

'Εξαρχία καί

νά δεχτουν

βουλγαρική

εκπαίδευση -παπά καί δάσκαλο. Καί τό επεδίωκαν

αυτό οί Βούλγαροι, γιατί προέβλεπαν, δτι σέ όποιαδήποτε περί­ πτωση, είτε διάλυση της Τουρκίας, είτε επέμβαση των Δυνάμεων, είτε επανάσταση, είτε όποιαδήποτε άναταραχή σ' αυτά τά μέρη, ήταν βέβαια προτιμότερο νά μπορείς vά άποδείξεις δτι τά χωριά εΙναι εξαρχικά καί εχουν βουλγαρική εκπαίδευση, παρά ό,τιδή­ ποτε αλλο. 'Ίδρυσαν μάλιστα άργότερα (1893) γιά τόν άθωο δήθεν αυτό σκοπό καί μιά οργάνωση, πού τήν ονόμασαν Κομι­ τάτο. Τό παράδειγμα των Βουλγάρων άκολούθησαν καί αλλοι βαλκανικοί λαοί, κυρίως οί Ρουμάνοι, άλλά πολύ άσθενέστερα. Αυτοί προσπαθουσαν νά προσηλυτίσουν τό κουτσοβλαχικό στοι­ χείο, μοίραζαν βοηθήματα καί κατέδιδαν συστηματικά τούς 'Έλληνες άγωνιστές στίς τουρκικές άρχές. · Καί ετσι φούντωσε γιά καλά ό Μακεδονικός 'Αγώνας, πού τυπικά κράτησε 40 περίπου χρόνια (1870-1908) καί πού σέ γε 1ικές γραμμές μπορουμε νά πουμε δτι πέρασε άπό τίς έξης

φάbεις:

.:;Ι) 'Από τό 1870 ως τό 1897 -χρονιά της 'Ελληνικής ηττας στόν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ή φάση αυτή χαρακτηρίζεται πε�ισσότερο άπό τήv προπαγανδιστική δράση των ξένων κομι­ τάτων. )2) 'Από τό 1897 ως τό 1904. Στήν περίοδο αυτή δρα τρομο­ κρατικά, καί σχεδόν χωρίς συστηματική άντίδραση, τό βουλγα­ ρικό κομιτάτο, καί :3) 'Από τό 1904 ως τό 1908, όπότε εχουμε πιά τήν ενοπλη άναμέτρηση του Έλληνισμου πρός τόν Βουλγαρισμό καί τίς αλλες -μαλλοv άμελητέες- βαλκανικές όμάδες, μέσα στά εδάφη της Μακεδονίας. 'Εδώ βρίσκεται ή κορύφωση του Μακε­ δοvικου 'Αγώνα, καί ή περίοδος αυτή εΙvαι πού άποκαλείται συνήθως «Μακεδονικός 'Αγώνας». Αυτή τήν περίοδο άπηχεί καί τό .εργο του Γ. Μόδη. Ή προσπάθεια των Βουλγάρων στράφηκε, κυρίως, πρός τίς περιοχές πού εΙχαν κατά ενα 1:-2.σοστό πληθυσμούς, οί όποίοι χρησιμοποιουσαν σλαβόφωνα ιδιώματα. Αυτούς προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο νά παρασύρουν στήν 'Εξαρχία καί στή βουλγα­ ρική εκπαίδευση. Οί πληθυσμοί δμως αυτοί, μολονότι εντελώς

,

στήν πλειοψηφία τους σφοδρή άντίστα­

άβοήθητοι,

ση, γιατί κατέχονταν άπό ζωηρή 1:λληνική συνείδηση καί έπιθυ­

προέβαλαν

μουσαν

νά μείνουν

πιστοί στό

Πατριαρχείο.

Μέ

τούς πληθυ­

σμούς

αυτούς

παρουσιάστηκαν

καί πάλι, κατά

τήν κατοχή,

παρόμοια φαινόμενα, δταν οί σύμμαχοι των Γερμανών Βούλγα­ ροι κινήθηκαν νά τούς έκμαυλίσουν. 'Αγαπουν οί περισσότεροι τήν 'Ελλάδα καί δέν δελεάζονται μέ τίποτα. 'Από τήν άλλη πλευρά, οί έλληνόφωνοι πληθυσμοί δέν ήθε­ λαν οϋτε ν' άκούσουν γιά άποσκίρτηση καί Βουλγάρους. Καί ετσι ή βουλγαρική προπαγάνδα καί τρομοκρατία σημείωσε μερική μόνο έπιτυχία. Κυρίως, υπέφεραν πολύ οί τοπικοί πνευ­ ματικοί ήγέτες παπάδες, δάσκαλοι, γιατροί, πρόεδροι κοινοτή­ των, σύμβουλοι. Πολλοί άπό αυτούς ελαβαν μαρτυρικό θάνατο, άπό μαχαίρι, κρεμάλα ή φωτιά. Τό έλληνικό κράτος, μολονότι παρακολουθουσε άγρυπνα τά συμβαίνοντα στόν μακεδονικό χώρο, δίσταζε νά συνδράμει, συχνά μάλιστα εκανε πώς άντιδρα, γιατί δέν ήθελε νά προκαλέ­ σει περισσότερο τήν Τουρκία, πού ήδη «επνεε μένεα» γιά τίς επαναστατικές κινήσεις στήν Κρήτη. 'Αφότου μάλιστα μεσολά­ βησε καί ό άτυχος πόλεμος του 1897, οί εχθροί του'Ελληνισμου εγιναν έκβιαστικότεροι. 'Έπεσε τό ηθικό. Μεγάλοι κίνδυνοι άρχισαν νά διαγράφονται γιά τά άλύτρωτα μέρη. Τότε ϋψωσαν τό άνάστημά τους οί άφοσιωμένοι στήν πατρίδα ίδιώτες. Στήν 'Αθήνα, ή ίσχυρή μακεδονικής καταγωγής οίκογένεια του Στέ­ φανου Δραγούμη, ό Δ. Καλαποθάκής, οί Μελάδες, οί Κορομηλά­ δες, τά μέλη της ;,'Εθνικής 'Εταιρείας». Στίς υπόδουλες περιο­ χές διάφοροι εντόπιοι όπλαρχηγοί, δπως ό καπετάν Κώτας άπό τή Ρούλια, ό καπετάν Βαγγέλης άπό τό Στρέμπενο, ό Γκόνος Γιώτας άπό τά Γιαννιτσά, ό Λάκης Πύρζας άπό τή Φλώρινα, ό Παυλος Κύρου άπό τό 'Ανταρτικό, ό Δημήτριος Νταλίπης άπό τόν Γάβρ(), ό Νικοτσάρας άπό τή Στρώμνιτσα, ό Μητρούσης άπό τίς Σέρρες, ό παπα-Πασχάλης άπό τό Λειβαδοχώρι Σερρών, ό παπα-Σταυρος άπό τό Πισοδέρι καί πλήθος άλλων καπεταναίων καί όπαδών, πού εφεραν τήν πρώτη άντίσταση καί πλήρωσαν τόν βαρύτερο φόρο αϊματος, κι αυτοί καί τά χωριά τους.

Καί τά πράγματα σιγά σιγά πfjραν ν' άλλάζουν. Τό 1900 τό Πατριαρχείο στέλνει νεαρούς καί δυναμικούς μητροπολίτες σέ περιοχές της Μακεδονίας πού κινδυνεύουν. 'Έτσι, τοποθετείται όΓερμανός Καραβαγγέλης στήν Καστοριά, ό 'Ιωακείμ Φορόπου­ λος στό Μοναστήρι, ό Χρυσόστομος Καλαφάτης, ό άργότερα εθνομάρτυρας Σμύρνης, στή Δράμα, ό Φώτιος, πού δολοφονή­ θηκε άργότερα στήν Κορυτσά, ό Ειρηναίος στή Χαλκιδική, ό Θεοδώρητος στό Νευροκόπι, ό Κωνσταντίνος στίς Σέρρες. 'Ό­

λοι αύτοί μαζί μέ τόν καλύτερο κλfjρο, τούς δασκάλους καί τίς δασκάλες, τούς όπλαρχηγούς, τά παλικάρια, ενθαρρύνουν μέ κίνδυνο της ζωfjς τους τούς πληθυσμούς, φροντίζουν γιά δπλα, πολεμοφόδια, τρόφιμα, ενδυμασίες, καταλύματα. Οί πληθυσμοί παίρνουν θάρρος, όργανώνονται, συνεργάζονται, φιλοτιμοϋνται, εξασφαλίζουν τίς επικοινωνίες, κρύβουν τούς Μακεδονομάχους, δταν οί Τοϋρκοι τούς κυνηγοϋν, σέ κατάλληλες κρύπτες, τίς

περίφημες κρυψάνες,

τρέφουν άπό

τό ύστέρημά

τους, νοση­

λεύουν τούς πολεμιστές. Τούς χωρικούς αύτούς, ιδίως τούς σλαβόφωνους, οί Βούλγαροι τούς όνόμαζαν περιφρονητικάΓραι­ κομάνους, άλλά τό δνομα εμεινε νά σημαίνει τήν μετά μανίας άγάπη πρός τήν ελληνική πατρίδα. Σιγά σιγά ερχονται τά ενοπλα σώματα άπό τήν ελεύθερη 'Ελλάδα. Εiσχωροϋν κρυφά άπό τά σύνορα -κρυφά καί άπό τούς δικούς μας- καί ενφνονται. Γιά πολλά χρόνια, στήν άρχή, επικρατεί ό αυτοσχεδιασμός καί ό ενθουσιασμός. 'Ακόμα καί ό τυχοδιωκτισμός, σέ όρισμένες περιπτώσεις. Μέ τέτοιες προϋπο­ θέσεις ε{ναι φυσικό οί επιχειρήσεις των-- σωμάτων νά ε{ναι βραχύβιες καί οί επιτυχίες τους περιορισμένης σημασίας, αν δχι

καί καταστρεπτικές. 'Ώσπου τό 1904, μετά άπό άλλεπάλληλα κατατοπιστικά ταξίδια, φτάνει στή Μακεδονία, επικεφαλής σώ­ ματος, ό Παϋλος Μελίiς, γαμπρός των Δραγούμηδων, στήν κόρη

τους Ναταλία,

μόνιμος

άξιωματικός

του ελληνικοϋ στρατοϋ,

σταλμένος μυστικά άπό τήν κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη καί άναλαμ­ βάνει, κατά κάποιο τρόπο, επίσημα τόν 'Αγώνα, μέ τό ψευδώ­ νυμο Μίκης Ζέζας. 'Ο Παϋλος Μελίiς, ϋστερα άπό προδοσία των κομιτατζήδων, σκοτώθηκε πολύ γρήγορα, σέ μιά άψιμαχία μέ

τόν τουρκικό στρατό στό χωριό Στάτιτσα (σήμερα, Μελας) στίς

13.10.1904, δμως

τό παράδειγμά του καί ή θυσία του άφύπνισαν

τίς συνειδήσεις. Τήν άναγγελία του θανάτου του, άκολούθησαν συγκινητικές εκδηλώσεις, επίσημες καί μή, σ' δλη τή χώρα καί πλήθος φλογεροί νέοι εσπευσαν νά μιμηθουν τό παράδειγμά του. · Ο Παυλος Μελας θρηνήθηκε δσο λίγοι ηρωες καί άποτελεί πάντα ενα ύψηλό πατριωτικό σύμβολο του Νέου 'Ελληνισμου. Ό άγώνας μεταξύ 'Ελλήνων μακεδονομάχων καί Βουλγάρων κομιτατζήδων συνεχίστηκε άμείωτος καί άμείλικτος ως τόν 'Ιούλιο του 1908, όπότε μέ τή νεοτουρκική επανάσταση επαψε ύποκριτικά ή δίωξη των παρανόμων. Οί συγκρούσεις σταμάτη­ σαν, άλλά ό 'Αγώνας συνεχίστηκε μέ πιό περίτεχνα μέσα. 'Ώσπου οί νικηφόροι πόλεμοι του 1912-1913 εφεραν κάποια μερική άποκατάσταση στά ονειρα του άλύτρωτου Έλληνισμου του Βορρα. 'Ο Μακεδονικός 'Αγώνας διεξήχθη κυρίως στά βιλαέτια (διοικητικές περιφέρειες) του Μοναστηρίου (Βιτώλια) καί της Θεσσαλονίκης καί άποτελεί, άσφαλώς, μετά τήν 'Επανάσταση του Είκοσιένα, τή σημαντικότερη καί πιό περίλαμπρη προσπά­ θεια του Νέου 'Ελληνισμου. 'Εκτός άπό τίς μάχες μέ τούς κομιτατζήδες καί τή συνεχή καταδίωξη άπό είδικά τουρκικά σώματα κυνηγών, τούς άβτζή-τα­ μπούρ, ό 'Αγώνας εγινε στά χωριά καί στίς πόλεις σώμα πρός σώμα, άνθρωπο μέ άνθρωπο, σπίτι μέ σπίτι, μαγαζί μέ μαγαζί, εκκλησία μέ εκκλησία. Σ' δλες τίς πολιτείες καί τά χωριά ύπηρχε 'Οργάνωση, πού φρόντιζε γίά τόν άνεφοδιασμό, τή νοσηλεία, τό κρύψιμο καί τήv πληροφόρηση των άνταρτών. 'Ακόμα καί άπό ποιά μαγαζιά θά

ψωνίζεις καθοριζόταν άπό τήν 'Οργάνωση. Τίς οργανώσεις αύτές τίς ε{χαν σχεδιάσει καί τίς διηύθυναν άξιωματικοί του έλληνικου στρατου, πού ε{χαν ερθει μέ διάφορα προσχήματα άπό τή Νότια 'Ελλάδα στή Μακεδονία. Τή Θεσσαλονίκη λ.χ., τήν ε{χε οργανώσει ό άξιωματικός 'Αθανάσιος Σουλιώτης - Νικο­ λαί'δης, συνεργάτης του 'Ίωνα Δραγούμη. Μέγα ρόλο στόν 'Αγώνα επαιξε τό Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ίδίως άφό-

του

τό διηύθυνε

ό

Λάμπρος Κορομηλας. Τό

Προξενείο

του

άτυχου

Μοναστηρίου άνάπτυξε, επίσης, μεγάλη

καί τολμηρή

δράση.

· Ανάμεσα σ' αυτούς

πού ύπηρέτησαν εκεί ήταν άπό τό

1903

καί

ό

'Ίων

Δραγούμης.

Μά βέβαια, δέν ύπηρξαν μόνο οί παραπάνω. Πλήθος τολμη­

ροί διπλωμάτες, άξιωματικοί πού εκαμαν άκόμα καί τούς μεταφο­

ρείς, ίερείς καί

άρχιερείς,

πού άρκετοί

τούς τράβηξαν πρός τό

μαρτύριο,

δπως

ό πάπα-Σταυρος άπό

τό Πισοδέρι,

καί δπως ό

Γρεβενών

Αιμιλιανός καί

ό Κορυτσας

Φώτιος, δάσκαλοι καί

δασκάλες -αυτές κατά προτίμηση τίς εκαιγαν ζωντανές- σιδη­

ροδρομικοί

ύπάλληλοι,

χαμάληδες

του

τελωνείου, καραγωγείς,

γιατροί

δπως

ό

Ζάννας

στή

Θεσσαλονίκη,

πρόξενοι

ξένων

Δυνάμεων,

πού ε{χαν

δμως ελληνική

καταγωγή, δπως ό Χατζη­

λαζάρου, φυγόδικοι καί λήσταρχοι, πού ε{χε ξυπνήσει μέσα τους

ή πατρίδα, δπως ό

'Αλ.

Καραλίβανος -σπουδαίος

πολεμι­

στής!- παιδιά

του σχολείου, πού

εδιναν πληροφορίες, μετέφε­

ραν

πληροφορίες

ή

εβγαιναν

στά βουνά μέ

τά σώματα

των

'Ελλήνων, δπως

ό

συγγραφέας

μας,

ό

Γεώργιος Μόδης,

ό

Βιτωλιάνος, δπως τόν άποκαλουσαν, τέλος παλικαρόπουλα ευγε­

νικά, ευαίσθητα, πού βρήκαν εντούτοις τή δύναμη νά κάνουν τόν

επικό άγώνα της λίμνης των Γιαννιτσών, δπως ό Τέλος "Αγρας,

ό μεγαλομάρτυρας Τέλος 'Αγαπηνός, πού ε{χε εναν άπό τούς πιό

μαρτυρικούς θανάτους, πού

'Αγώνα

καί

πού

ποτέ

δέν

ελαβε πολεμιστής

πρέπει

νά ξεχνιέται.

σ'

αυτόν τόν

Καί τέλος

οί

μεγάλοι όπλαρχηγοί

καπετάν Κώτας, Ευθύμιος Καούδης, Γεώρ­

γιος

Τσόντας,

Δούκας,

Κων.

Δικώνυμος Μακρής, Γεώργιος Βολάνης, Δούκας

Μαζαράκης,

Γεώργιος

Κατεχάκης, Παυλος Γύ­

παρης.

'Ακόμα, ό άξιωματικός Δημήτριος Κάκκαβος, πού μέ τό

ψευδώνυμο Δημήτριος Ζώης, βοήθησε στή διεύθυνση του 'Αγώ­

να μέσα άπό τό

Προξενείο Θεσσαλονίκης.

'Αλλά δ,τι καί νά πουμε δέν ε{ναι ευκολο νά τούς άναφέρουμε

Μακεδονομάχοι

ήταν περίπου 2.000 (δύο χιλιάδες) άντρες, άλλά πρόσφεραν αυτό

δλους.

Γιατί

δλοι

πρέπει

νά

άναφερονται.

Οί

τό σπουδσαίο

εργο: 'Ετοίμασαν

τούς

τρίβους της

'Ελλάδας.

Μέ τόν Μακεδονικό 'Αγώνα δέν κερδήθηκε μόνο ή Μακεδο-

νία, άναζωογονήθηκε δλη ή 'Ελλάδα, άναμέτρησε τίς δυνάμεις της, άπόχτησε πεποίθηση σ' αύτές, είδε τήν εξυπνάδα, τή ζωτικότητά της, άκριβως πάνω στή στιγμή πού μεγάλη ηθική κρίση κατέτρωγε τά ελληνικά σπλάχνα άπό τίς κομματικές

διαιρέσεις καί τήν ηττα του '97. Οί άπελευθερωτικοί πόλεμοι του 1912 καί του 1913 πού διπλασίασαν τήν 'Ελλάδα ήταν ή άνα­ γκαία συνέπεια δλης αύτης της προπαρασκευής καί της θυσίας. Τά κείμενα του Γ. Μόδη εΙναι κείμενα δυνατά. Μεταδίδουν στόν επαρκή ηθικά άναγνώστη δύνcψη καί πίστη γιά τήν πα­ τρίδα. 'Εκφράζουν τόν Μακεδονικό 'Αγώνα καί τόν Μακεδο­ νικό ·Ελληνισμό, άλλά εκφράζουν άκόμα τήν αφοσίωση, τό φιλότιμο καί τήν παλικαριά. 'Αρκετά άπό τά κείμενα αύτά μπορουν νά σταθουν ώς λογοτεχνήματα άκόμα καί μέ τίς αύστη­ ρότερες άπαιτήσεις του δρου. · Ο Γ. Μόδης ήταν σίγουρα ενα δυνατό λογοτεχνικό ταλέντο, όχι άκαλλιέργητο πνευματικά,

αλλά ακαλλιέργητο λογοτεχνικά. Καί εύτυχως

σέ αντίθετη περίπτωση, νά εχει χαθεί τό θέμα, νά εχει διαλυθεί τό άντικείμενο πρός χάριν ύποκειμενικων ή δήθεν ύποκειμενικων

καταστάσεων. Θά μπορουσε, βέβαια, νά εχει ξεπεταχτεί καί κάτι τό πολύ σπουδαιότερο, κάποιο μέγα λογοτέχνημα, κάποιο εθνι­

θά μπορουσε,

κής σημασίας αφήγημα -αλλά όχι!

Ουτε κι αύτό θά τό ίσχυρι­

'Έμεινε ενα εργο -άληθινά τεράστιο!- πού πατάει

συχνά στή δημοσιογραφία, στό χρονικό, στό χρονογράφημα, στήν ύψηλή λογοτεχνία, δπως εϊπαμε, αλλά ούδέποτε στή φιλο­ λογία, σ' αύτό τό σαχλό παραγεμισμένο μέ λέξεις είδος, πού καλλιεργείται από όρισμένους, πού δέν εχουν καί πολλά νά πουνε, καί τό όποίο αποκαλείταί, «φιλολογία». 'Όχι, δέν συμβαί­ νει αύτό μέ τό εργο του Γ. Μόδη.

σθουμε.

Ό Γ. Μόδης εΙναι ό πρώτος σπουδαίος πεζογράφος στή σύγχρονη ίστορία του βορειοελλαδικου χώρου. Τό ταλέντο του επιβεβαίώνεται μέ τετρακόσια πενήντα περίπου διηγήματα ή αφηγήματα, χώρια τά εκτενέστερα χρονικά. 'Ο Γ. Μόδης είναι καί λογοτέχνης καί χρονικογράφος καί ίστορικός καί προπαντός δονούμενος 'Έλληνας.

Ή θαυμάσια αύτή επιλογή, καμωμένη άπό τόν εκλεκτό νέο φιλόλογο κύριο Κώστα Καφαντάρη, δίνει μιά σαφή καί σωστή ιδέα της άφηγηματικfjς ίκανότητας καί τοϋ πατριωτικοϋ παλμοϋ τοϋ Γ. Μόδη.

Γιώργος 'Ιωάννου

1. Ο ΚΩΤΑΣ*

-'Ένας ίiνθρωπος εξω θέλει νά σέ ίδει· ε{πε του καπετάν Κώτα ή γυναίκα του. -'Από που είναι; ρώτησε εκεινος. -Δέν ξέρω. Φαίνεται απ' τά πέρα χωριά. -"Ας ερθει. 'Ο ξένος μπfjκε μέσα. 'Ηταν ενας ρωμαλέος ίiνδρας, 25-28 χρονών. 'Η κούραση, ή θλίψη καί ή πίκρα ήταν ζωγραφισμένες στό πρόσωπό του. Ξεσκούφωτος, μονοσάνδαλος, είχε χωρίς τσαρούχι τό αριστερό του πόδι. Τά μαλλιά του ήσαν όρθωμένα καί ανακατεμένα σάν κυνηγημένου ζώου. Μιά νεκρική κιτρινι­ σμένη χλωμάδα άπλωνόταν στήν δψη του, πού δέν ταίριαζε καθόλου μέ τίς φαρδιές πλάτες καί τά χονδρά μπράτσα του. Ήταν όλοφάνερο πώς είχε ξεφύγει από κάποιο μεγάλο κίνδυνο.

* Δίνουμε σέ ύποσημείωση τό παρακάτω άπόσπασμα άπό τό διήγημα αύτό, γιατί εκεί πού εlναι τοποθετημένο προκαλεί μαλλον διάσπαση στήν άφήγηση: · Ό καπετάν Κώτας ήταν ενας χωρικός άπ' τή Ρούλια, πού είχε τάξει στόν _εαυτό του ν' άπαλλάξει τά χωριά της Φλώρινας, Καστοpίας καί Πpέσπας άπ' τή μάστιγα των Τουpκαλβανων μπέηδων. Γεωργός, μπακάλης καί τσαγκάρης στό χωριό του, αφηνε κρυφά άλέτpι, ζυγαριά καί σουβλί καί εστηνε καρτέρια στούς

τυραννίσκους. 'Ένα άόpατο χέρι εμφανιζόταν ξαφνικά εκδικη­

τής των εξουθενωμένων ραγιάδων. 'Όταν οί τουρκικές άpχές τό μυρίστηκαν προσποιήθηκε πώς εφευγε γιά τό εξωτερικό, άλλά άπ' τή Φλώρινα δπου εβγαλε τό διαβατήpιό του πηpε τόν δρόμο γιά τά βουνά. Τώρα πιά εκήpυξε άπpοκάλυπτο καί άμείλικτο τόν πόλεμο στούς διαφόρους άγάδες καί δεpβεναγάδες. 'Όπου κανείς τσιφλικας η δεκατιστής μπέης η άγας τό παραξήλωνε καί εlχε άποχαλινω­ θεί παρουσιαζόταν ·Αρχάγγελος Μιχαήλ'μέ τό μικρό του σώμα τήν κατάλληλη στιγμή, ό Κώτας, καί στό αίμα του ξέπλυνε δλες τίς άνομίες του. Μιά μεγάλη λαμπάδα καί όλίγο λάδι στήν 'Αγία Τριάδα τοϋ Πισοδεpιοϋ ήταν τό άντίτιμο καθεμιας άπ' τίς άλαζονικές καί άνοικονόμητες αύτές κεφαλές. Διότι ό ίiγριος τιμωρός καί εκδικητής δέν εννοοϋσε, δλα κι δλα, νά παραμελήσει τά θpησκευ-

τρομερούς αύτούς

'Έκαμε δυό-τρία βήματα καί στάθηκε όρθιος στό μέσο της κάμαρας μέ τά μάτια του καταγής. 'Ο Κώτας καθόταν σταυροπόδι πάνω σέ μιά ψάθα στή γωνιά. Κρατουσε στά χέρια του ενα άσημένιο τούρκίκο τσιμπούκι καί κάπνιζε. Κοντός, άδύνατος, δλος νευρο, εμοιαζε τά καθαρόαιμα άράπικα άλογα, πού δέν εχουν οϋτε ενα δράμι λίπος. Τό στήθος του ήταν γυμνό άπό τσαπράζια, άσημικά, σταυρούς καί οίοδή­ ποτε τό παραμικρότερο στολίδι. Στήν άσκητική μορφή του

ξεχώριζαν

ή

μεγάλη φαλάκρα του, τά

μικρά μάτια του καί

τά

μακρυά μουστάκια του, πού επεφταν άπεριποίητα πρός τά κάτω.

Δυό άλλοι άνδρες ήσαν ξαπλωμένοι λίγο παραπέρα. Τά τουφέκια των τά ε{χαν κρεμάσει στόν τοίχο. · Ο καπετάνιος - οικοδεσπότης εριξε μιά γρήγορη ματιά στόν ξένο καί τόν έκάλεσε νά καθήσει. -'Από που ε{σαι; τόν ρώτησε. -'Απ' τήν Τύρσια. -Πώς σέ λέν; -Βαγγέλη. -Κοίταξε, κακομοίρη, καλά μήν μου πείς κανένα ψέμα. Τό

τικά του καθήκοντα. Κpατουσε μάλιστα αύστηpά άκόμη καί δλες τίς άτέλειωτες όpθόδοξες νηστείες. Ξεμπέρδεψε δεκάδες άπίστων. ΕΙχε γίνει τό ϊνδαλμα καί δ σωτήρας των πολυβασανισμένων χριστιανικών πληθυσμών. Μέ τό βουλγαρικό κομιτάτο οί σχέσεις του εύθύς εξ άpχης δέν ήταν εγκάρδιες. Ήταν τόσο βαθύ τό χριστιανικό του αϊσθημα καί τόσο μεγάλο τό άντιτουpκικό του μίσος, ωστε δέν iiφηναν περιθώρια γιά τίς iiλλες πολιτικές βλέψεις των άpχηγων των κομιτατζήδων. Δέν μποpουσε νά καταλάβει γιατί οί νέοι συνάδελφοί του σκότωναν περισσότερους χριστιανούς παρά Τούρκους. Δοκίμασαν μέ δλα τά μέσα νά τόν ξεκάνουν. 'Ίσως καί ή ζήλεια είχε τό δάκτυλό της. 'Αλλά τούς ξέφευγε. Σάν μεσαιωνικός βαρώνος εγκατέστησε τήν άπόλυτη κυριαρχία του σ' ώpισμένα χωριά των Κοpεστίων καί της Πpέσπας, πού τά βαστουσε ελεύθερα άπ' τίς ύπεpβασίες Τούρκων καί κομιτατζήδων. 'Αποτελου­ σαν μιά ησυχη νησίδα καί ενα άνεξάpτητο βασίλειο μέσα στήν 'Οθωμανική Αύτοκpατοpία καί τήν παντοδυναμία του κομιτάτου, πού είχε πρωτεύουσα τό χωριό του, τό Ρούλια (τώρα Κώτα). Ό Κώτας άπέθανε στήν κρεμάλα τήν 27 Σεπτεμβρίου 1906 στό Μοναστήρι.

ξέρεις δέν χωρατεύω. Δυό άπ' τά παλικάρια μου ξέρουν πολύ καλά τό χωριό σου. -"Αν σου. πω ψέμα, καπετάνιο, νά μου κόψεις τή γλώσσα. -Λέγε τώρα τί θέλεις καί γιατί ήρθες. -Νά μείνω κοντά σου, καπετάνιο. Δέν εχω που άλλου νά

πάω.

'Ο Τσακαλάρωφ, ό Ποπώφ καί οί άλλοι θέλησαν ψές νά μέ

σκοτώσουν.

-Πώς εΙπες;

-Μ' επιασαν τή νύχτα καί μ' εδεσαν γιά νά μέ σφάξουν. Τούς ξέφυγα. Μου εριξαν πολλές τουφεκιές. 'Έδωκε ό Θεός καί δέν μέ βρήκε καμιά σφαίρα. 'Έχασα στή φυγή άνάμεσα άπ' τά κλαδιά, τόν σκουφο καί τό ενα τσαρούχι μου. -Μά γιατί; Τί τούς εκαμες; -Κι εγώ δέν ξέρω. Δέν εκαμα τίποτα. Είμαι ενας καλός . χριστιανός πού εβοήθησα μέ δλη μου τήν ψυχή τόν άγώνα γιά τή λευτεριά. Θέλησαν νά μέ σκοτώσουν ίσως γιατί σ' ενα γάμο, τίς προάλλες, εΙπα πώς γιά μας είναι μονάχα ό καπετάν Κώτας. Αύτός ξεπαστρεύει τούς άγάδες καί δλα τά τούρκικα άγκάθια καί δέν πειράζει ποτέ κανένα χριστιανό. -Καί γι' αύτό θέλησαν νά σέ σκοτώσουν!; Σάν πώς ψέματα εΙπες; -Κι εγώ δέν μπορώ νά τό καταλάβω.

Γιατί δέν σκοτώνουν κι

αύτοί Τούρκους; Τό βρήκαν πιό ευκολο νά σφάζουν χριστιανούς ξερμάτωτους. Καί μένα πάσχισαν πολλές φορές νά μέ βαρέσουν μέ μπαμπεσιά. -Μου πήραν καί τή γυναίκα, καπετάνιο, καί μιά μικρή άνεψούλα. -Σου πήραν τή γυναίκα;! Γιατί;!

-Τό παραξήλωσαν τά παλιόσκυλα

Οί τσομπάνοι τό πρωί

μου εiπαν, πώς αμα εγώ τούς ξέφυγα πήγαν στό σπίτι μου καί τίς πήραν. 'Ο ξένος άρχισε νά κλαίει. -Παράξενο, εΙπε ό καπετάν Κώτας, στριφογυρίζοντας νευ­ ρικά στά χέρια του τήν πίπα. Τί θά τήν κάνουν; Θά τήν βράσουν;

-Δέν ξέρω. Που νά ξέρω ό φ,τωχός!

-Φοβαμαι μήν τή σφάξουν καπετάνιο. Μήν τήν εσφαξαν. -Δέν τό πιστεύω, δσο καί να.ναι λυσσασμένοι. Δέν μου λές, τήν άγαπας πολύ τή γυναίκα σου;

Πούλησα τά βώδια μου καί

τά καλύτερα χωράφια γιά νά τήν πάρω. - · Ακριβά μωρέ τήν πλήρωσες. Θά πεί πώς

τήν άγαπουσες.

Φοβαμαι τώρα μή σου στείλουν κανένα μήνυμα: «ή θαρθείς ή θά

σφάξουμε τή γυναίκα σου». -Ξέρω κι εγώ! Θεός φυλάξει. Δέν ξέρω τί νά σκεφτώ ό κακομοίρης. Τέτοιο πάθημα! Που νά τά φαντασθώ! Καί γιατί; Γιά τίποτε. -Τόσο κουτός δέν πιστεύω να.σαι, ε{πε ενα άπ' τά δυό

παλικάρια του καπετάνιου. Γιά μιά γυναίκα νά πας νά παραδοθείς μονάχος σου στό μαχαίρι. -Σύ Μfjτρο νά μή μιλας, του ε{πε ό Κώτας. Δέν παντρεύτη­ κες καί δέν καταλαβαίνεις άπ' αύτά τά πράγματα. -Κατάλαβα μέ τόν καιρό νά μήν εχω μπελάδες καί ντρά­

- 'Όπως κάθε άνδρας καπετάνιο.

βαλα

-"Αν τάξερα κι εγώ, ε{πε ό Βαγγέλης, θάπαιρνα τή γυναίκα μου καί θάφευγα στήν · Ανατολή, στήν 'Αμερική κι δπου να.ταν. Μακριά άπ' τόν τόπο μας. Μά που νά τά ξέρω! -Παιδί μου, κανένας δέν ξέρει τήν μοίρα του, άποκρίθηκε ό Κώτας. 'Όσο γιά τή γυναίκα σου μπορ& νά σου πω, δέν φοβαμαι πώς θά της κάμουν κακό. "Αν ήταν νά τήν σκοτώσουν θά τήν ε{χαν σκοτώσει μέσα στό χωριό γιά νά ίδουν καί άλλοι καί νά φοβηθουν. 'Έχει ό Θεός. Θά δουμε. - 'Ο Θεός καί σύ καπετάνιε. -Κάμε λίγη ύπομονή. -Ε{ναι ομορφη ή γυναίκα σου; ερώτησε ό Σπυρος, τό πρωτοπαλίκαρο του Κώτα. -'Έ, λιγάκι. Ε{ναι ομορφη. 'Άνθρωπος του Θεου. 'Ο Σπυρος εκλεισε πονηρά τό μάτι στόν σύντροφό του, τόν Μητρο, λέγοντας:

-Οί παλιοί κλέφτες δέν πλησίαζαν γυναίκα. 'Ο :rσακαλά­ ρωφ θέλει πάντοτε νά νταλαβερίζεται μέ ξένες γυναίκες

-Εlναι βλέπεις γραμματισμένος, ε{πε ό Κώτας. Οί παλιοί ήταν αγράμματοι. Σάν κ' εμi'iς. Γυρίζοντας επειτα στόν Βαγγέλη. -Καί τώρα τί ζητi'iς από μένα; -Νά μ' εχεις κοντά σου, σύντροφό σου, σκλάβο σου. Νά μέ γλυτώσεις απ' τά χέρια τους. Νά γλυτώσεις καί τή γυναίκα μου καπετάνιε. -Καλά. Μείνε. Θέλεις κάτι νά φας; Θάσαι πεινασμένος. -'Όχι. Δέ θέλω. Κάτι εμάσησα άπ' τούς τσομπαναραίους. Καί που νά εχω όρεξη -Πήγαινε τώρα σ' ενα κατάλυμα νά ξεκουραστείς. Καί τά ξαναλέμε. 'Ένας χωρικός παράλαβε τόν Βαγγέλη καί τόν όδήγησε στό σπίτι δπου ήσαν οί άλλοι άνδρες του μικρου σώματος. -Τά σκυλιά, είπε ό Κώτας. Δέν εχουν πιά μήτε πίστη, μήτε θρησκεία επάνω τους. Του παράβγαλαν τά μάτια. -'Εμένα νά σου πω, άνδρα, είπε ή γυναίκα του, δέν μ' αρέσει καί πολύ τουτος ό Βαγγέλης. -Κι εμένα, επρόσθεσε ό Σπύρος. �Δέν βαριέσθε, αποκρίθηκε ό καπετάνιος. 'Ένας δυστυχι­ σμένος άνθρωπος'. Καί τά παθαίνει άπ' αυτούς πού ήρθαν νά μας ελευθερώσουν. Τό βράδυ ό Κώτας κάλεσε στό τραπέζι του τόν Βαγγέλη. Είχαν ενα ψητό αρνί της σούβλας. -'Έ, πώς τά πέρασες; τόν ρώτησε, πετώντας του ενα μεγάλο κομμάτι κρέας. -Καλά καπετάνιε. -Μέ τούς καινούργιους συντρόφους σου; Είναι καλά παιδιά. Σέ περιποιήθηκαν; -Μέ περιποιήθηκαν καπετάνιε. -Μά τρώγε. Τί περιμένεις; Γιατί κάθεσαι σά παγωμένος; Στή δουλειά μας δταν βρίσκαμε πρέru;ι νά τρώμε καλά. Γιατί ερχο­ νται μέρες πού νηστεύουμε. -Τρώγω καπετάνιε, μά δέν πάει κάτω τό φαγί.

-Θυμiiται τή γυναίκα του καί του κόβεται ή όρεξη, ε{πε ό Μητρος. -Σύ νά σωπαίνεις, σου είπα. Πρέπει νά τόν λυπiiσαι τόν φτωχό καί νά μήν τόν πειράζεις. Τόν φθάνουν τά βάσανά του. Γυρίζοντας επειτα στόν Βαγγέλη:

-Μήπως σέ πείραξαν καί οί σύντροφοί σου απ' τό κατά­ λυμα; · Ο Βαγγέλης σιωπουσε. -Γιατί δέ μιλiiς; -Καπετάνιε καλύτερα νά φύγω. -Νά φύγεις; Καί που θά πας; Που σέ χωρεί; -Κι εγώ δέν ξέρω. Στήν Κορυτσά κι απ· εκεί νά πάω νά χαθω στά ξένα. �Μά γιατί; Τί εγινε; -Καπετάνιε. Τά παλικάρια σου δέ μέ θέλουν. Δέν μου εχουν εμπιστοσύνη. Μέ τόν Κίτσο από τήν Κονομλάτη γνωριζόμαστε. Είχαμε μαλώσει τά παληά χρόνια. -Τό λοιπόν, ακουσέ με καλά. Έδω πάνω εγώ μονάχα όρίζω. Έμένα θά κοιτiiς καί θ' ακους. Έγώ σου εχω εμπιστοσύνη. Βγήκα στά βουνά γιά τούς κατατρεγμένους σάν καί σένα. Θά τά σιάξουμε. Καλά πού μου τόπες. Είναι λαμπρά παιδιά. Θά ήθελαν νά γελάσουν μαζί σου γιά νά περνάει ή ώρα. Γρήγορα θά γίνετε πολύ καλοί φίλοι. Φάγε τώρα. Λέει επειτα της γυναίκας του:

-Βγάλε τό τουφέκι μέ τά φυσέκια του καί ενα πιστόλι. Ή συμβία του ύπάκουσε χωρίς αντίρρηση. Τούς είχε συνηθί­

σει δλους σέ σκληρή πειθαρχία. 'Από ενα γειτονικό σπίτι, δπου ήταν ή κρύπτη μέ τά δπλα, εφεραν ενα κοντό γκρα μέ διπλη φυσιγγιοθήκη καί ενα καινούργιο πιστόλι. -Πάρτα. Ε{ναι δικά σου, ε{πε ό Κώτας του Βαγγέλη.

-Δικά μου! Καί τό πιστόλι! Μου τά δίνεις!

Γιά μένα!

-"Αμ βέβαια. Τί ήθελες καημένε; Νά φορείς πετραχήλι εδω πού ήρθες; Κοίταξε μόνο νά φανείς αξιος. Θέλω λίγους συντρό­ φους, μά καλούς καί πιστούς. -Καλά καπετάνιε. 'Έννοια σου. Θά κάμω δ,τι μπορω.

παιδί.

-Πήγαινε τώρα στό

μαζί

μου, κοντά

μου.

κατάλυμά σου. 'Από αϋριο θά μένεις

-Κοντά σου; Μαζί σου! -Μαζί μου. Στό ίδιο κατάλυμα. Δέ σ' αρέζει; -Πως όχι; ΕΙσαι πολύ καλός. Φχαριστω. Σπολαέτη μου. -Θά ίδουμε καί τί θά κάνουμε γιά τή γυναίκα σου. 'Από αϋριο. Καλή νύχτα. 'Ο Βαγγέλης εφυγε. -Παράξενος άνθρωπος, εΙπε τότε ό Κώτας. Κάνει σάν μικρό

-Σάν νά μήν εΙχε ξαναδεί τουφέκι, παρατήρησε καί ό Σπύρος. Νά μήν παν άδικα τά άρματα πού του εδωσες. 'Εγώ δέ θά του τάδινα τόσο γλήγορα. -Είναι ακόμα μέ τήν ψεσινή λαχτάρα. Δέν ήταν λίγο αύτό πού επαθε. Τόν δυστυχισμένο! Τήν άλλη μέρα απ' τήν αύγή ό Βαγγέλης ξαναπαρουσιά­ σθηκε χλωμότερος, ταραγμένος, όλότελα αναστατωμένος. Πέ­ φτει στά γόνατα καί βάνει τά κλάματα. -Καπετάνιε σφάξε με. Πάρε μου τό τουφέκι καί τό πιστόλι. -Τρελάθηκες μωρέ; Τί είν' αύτά; -Καπετάνιε κι εγώ δέν ξέρω πιά. 'Όλη τή νύχτα δέν μπόρεσα νά κλείσω μάτι. Σφάξε με. Τ' αξίζω. Πάρε τό τουφέκι. Μου καίει τά χέριά. 'Έναν άνθρωπο σάν καί μένα! -Βρέ παιδί ελα στά συγκαλά σου. Τί επαθες; "Αν θέλεις νά φύγεις, φύγε. Δέ σέ κρατάω μέ τό ζόρι. "Αν εΙναι γιά τή γυναίκα σου κάμε λίγη ύπομονή. 'Έχει ό Θεός. -'Όχι, όχι. Σφάξε με. Μου πρέπει. ΕΙμαι ενας άπιστος. 'Ένας άτιμος. Σου εΙπα ψέματα. -Τί ψέματα είπες; -Δέν τούς ξέφυγα. Μ' εστειλαν. Κι εριξαν τίς τουφεκιές γιά νά ξεγελάσουν τόν κόσμο καί σένα. -Ποιοί; -Ό Τσακαλάρωφ, ό Ποπώφ καί οί άλλοι. -Πάει νά πεί σ' εστειλαν νάρθεις μαζί μου, νά μείνεις κοντά

μου καί μέ τήν πρώτη ευκαιρία νά μου τήν άνάψεις. Προδοτικά.

Καλή δουλειά!

Μέ δικό μου τουφέκι κι δλας.

γδάρσιμο. Καλά τό κατάλαβα

εγώ, έφώναξε ό Σπυρος, ετοιμος νά σύρει τό μαχαίρι του. ·Ο Κώτας τόν κάρφωσε μέ μιά ματιά στή θέση του. -Γι' αυτό τό λοιπόν σ' εστειλαν; ρώτησε τόν Βαγγέλη. -Γι' αυτό. Σφάξε με. Κομμάτιασέ με. Μά έγώ δέν fjθελα. -Τότε πώς ήρθες;

-Κι έγώ δέν ξέρω. Μέ γέλασαν. Μά σάν είδα κατάλαβα πώς

Κάτι μου

ελεγε μέσα μου: Αυτός ε{ναι γιά μας καί κανένας αλλος. Αυτός ξεπάστρεψε τούς μπέηδες καί άγάδες. Αυτός δέν πείραξε κανένα χριστιανό. 'Όλη τή νύχτα βασανίσθηκα. Κάνε με τώρα δ,τι θέλεις. Ό Κώτας τόν κοίταζε μέ ο{κτο καί άπορία, κουνώντας τό κεφάλι. 'Έρχεσαι νά μέ σκοτώσεις. Κι άπ' τή δεύτερη ·μέρα μου φανερώνεσαι. Τί νά πω! Δέν σέ καταλαβαίνω -Δέν τό fjθελα κι έγώ καπετάνιε. Στό όρκίζομαι στήν ψυχή της μάνας μου. - Ώς τόσο ήρθες καί μου είπες ενα σωρό ψέματα. -Μ' εστειλαν μέ τή βία. Καί μέ γέλασαν. Μου εταξαν καί -Λέγε λοιπόν. Σου εταξαν; - 'Εξήντα λίρες. Μου μέτρησαν τίς δέκα -'Έτσι ντέ. Καθαρές κουβέντες. Δέν πιστεύω νά μου λές καί τώρα ψέματα καί νά κρύβεις τίποτε. -'Όχι, δχι. 'Όλα στά είπα. Κρέμασέ με. ΕΙμαι στά χέρια σου. Είμαι ενας παλιάνθρωπος καί απιστος. -Καί τή γυναίκα σου, τό κορίτσι;! Γιατί τίς πfjραν; -Γιά νά μή βάνεις ύποψίες. -Καί γιά νά τίς εχουν στά χέρια τους, αν δέν τά καταφέρεις νά μέ σκοτώσεις. Θαχανες τίς πενήντα λίρες καί τή γυναίκα σου. Δέν είναι κουτοί. 'Ο Βαγγέλης ξανάβαλε τά κλάματα.

-" Ατιμο παληόσκυλο θέλεις

δέν θά μπορουσα νά τό

κάμω. 'Ήσουνα τόσο καλός!

εΙή:ες;

-'Έλα, μή κλαίς, του ε{πε ό Κώτας. Δέν σου κάνω τίποτε. Δέν φταίς εσύ. Αυτοί οί άτιμοι. -Κλαίω τή γυναίκα μου. Θά τήν σφάξουν αν τό μάθουν πώς στά μαρτύρησα. -'Αλήθεια είναι όμορφη καί τήν πήρες τόσο άκριβά δπως

-'Αλήθεια. Πούλησα τά βώδια μου καί τά καλύτερα χωρά­ φια. Μέτρησα είκοσι λίρες στή μάνα της γιά νά τήν πάρω. -Βλάκα. Δέν εκανες καλά. Δέν ε{ναι εποχή νάχει κανείς τόσο όμορφη γυναίκα στά χωριά μας. Δέν πρέπει νά μείνει πολλές μέρες στά χέρια του Τσακαλάρωφ. -'Άφησε νά πάω νά τή γλυτώσω ή νά σκοτωθώ. -Που τήν εχουν; -Στή Κονομλάτη. -Καλά, θά παμε μαζί. Καί ουδ' άπόψε. Δέν μπορεί σύ νά εΙσαι μαζί μας καί ή γυναίκα σου μέ τούς κομιτατζήδες. Γιατί κι εγώ δέν μπορώ νά σου εχω εμπιστοσύνη δσο είν' εκείνη στά χέρια τους. Φοβαμαι μήν ξαναμετανιώσεις Τό βράδυ ξεκίνησαν. Ήταν 18 Αυγούστου 1902. 'Όλοι τους ήσαν εξι. �Όύς περισσότερους ανδρες εΙχε στείλει εκείνη τήν εποχή ό Κώτας στά χωριά τους γιά ν' άλλάξουν, νά ίδουν τίς οίκογένειες καί τόν θερισμό. 'Η μερική αυτή άποστράτευση ήταν, ίσως, ό κυριότερος λόγος πού εστειλαν τότε τόν Βαγγέλη. Πέρασαν τόν 'Αλιάκμονα καί ελαφροί σάν φαντάσματα προχώ­ ρησαν άνάμεσα άπό δάση καί ρεματιές. Τίς κάπες καί τά ταγάρια τά είχαν άφήσει στή Ρούλια. 'Ο Κώτας εΙχε κτυπήσει σέ καρτέρια πολλούς εχθρούς του. Ποτέ δμως ό ίδιος δέν εΙχε πέσει σέ εχθρική ενέδρα, γιατί άκολουθουσε πάντοτε ιδικούς δρόμους, πού δέν ήσαν χαραγμένοι σέ κανένα μονοπάτι. Σάν σίμωσαν στήν Κονομλάτη ό.Κώτας ξεχώρισε μέ δυό άνδρες, πού ήσαν άπό μέσα άπ' τό ίδιο τό χωριό. 'Ήξεραν τή θέση πού φύλαγε τό καραούλι. Σιγά-σιγά σερνάμενοι στήν κοιλιά καί γλιστρώντας στά χαντάκια τόν κύκλωσαν καί τόν αίχμαλώτισαν, πρίν προφθά­ σει νά φωνάξει ή νά πυροβολήσει. 'Ο φτωχ?ς χωρικός στήν άρχή τρόμαξε. 'Όταν δμως εΙδε τόν Κώτα κάπως ήσύχασε. Τόν

ρώτησαν σέ ποιό σπίτι ε{χαν τή γυναίκα του Βαγγέλη καί τήν

κόρη του καί τόν άφησαν στήν ίδια θέση δεμένο μέ τό ζωνάρι του

σ'

ενα δέντρο, περισσότερο γιά νά δικαιολογηθεί τό πρωί ό ίδιος

στούς

κομιτατζήδες, παρά

γιά νά

μή

τούς κάνει

κακό.

'Απ' τή ζέστα ή γυναίκα καί τό κορίτσι κοιμουνταν μέ τήν πόρτα ανοιχτή. Τίς πi'jραν κι εφυγαν χωρίς νά τούς πάρει είδηση κανένας. Ό Κώτας μέ τόν Σπυρο τράβηξαν γιά τήν 'Όστιμα (Τρίγωνο). Οί άλλοι άνδρες μέ τή γυναίκα καί τήν κόρη εμειναν στό δάσος επάνω απ' τό χωριό. Οί κομιτατζήδες δταν τό πρωί εμαθαν τήν νυκτερινή απαγωγή φρένιασαν. 'Όρμησαν σέ λυσσαλέα καταδίωξη. Κατά τό μεση­ μέρι εφθασαν κι αύτοί στήν 'Όστιμα καί μοιράστηκαν σέ καταλύματα. Κανένας δέν τούς φανέρωσε πώς τήν ίδια στιγμή στό ίδιο χωριό βρισκόταν καί ό Κώτας μ' ενα μονάχα σύντροφο. 'Ένας δμως χωρικός πού δέν ήξερε τίποτε τούς είπε πώς εκεί πού Θέριζε ενα χωράφι του στό βουνό είδε 4-5 συντρόφους των μέσα στό δάσος. Οί κομιτατζήδες κατάλαβαν ποιοί t'jσαν καί σέ συναγερμό ετρεξαν νά τούς κυκλώσουν. Πίσω τους ό Κώτας μέ τόν Σπυρο χύμηξαν νά τούς κτυπήσουν απ' τά νώτα. 'Άρχισε ή μάχη. Σέ βοήθεια του Κώτα ήλθαν Πισοδερίτες καί Ζελοβίτες, ενω ή στρατιωτική φρουρά του Πισοδερίου προτίμησε νά κρατή­ σει στόν πόλεμο των γκιαούρηδων αύστηρή καί άψογο ουδετε­ ρότητα. Στό τέλος οϋς ό Θεός συνέζευξε καί εχώρισαν οί κομιτατζή­ δες ξαναένωσε ό Κώτας. 'Ο Βαγγέλης πήρε τή γυναίκα του. Τρία δμώς απ' τά παλικάρια του Κώτα, ή μισή δηλαδή δύναμή του, επλήρωσαν μέ τήν ζωή τους τήν απελευθέρωσή της. Περισσότε­ ροι κομιτατζήδες επεσαν γιά τήν διατήρηση της αιχμαλωσίας της. γυναίκα του Βαγγέλη πληρώθηκε γιά δεύτερη φορά πολύ ακριβά.

(«' Η Πεταλούδα»)

2. ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Τό σκυλί ξάφνου γαύγισε δυνατά. 'Ακούστηκαν καί βήματα κάτω στήν αύλή. 'Ο Παπαϊωανίκειος του 'Αμμοχωρίου τινά­

χθηκε ανήσυχος. 'Η εξώπορτα ήταν κλειστή. Πώς μπόρεσαν καί μπήκαν ξένοι μέσα; Σίγουρα θά ήταν οί γειτόνοι. Τά βήματα αρχισαν ν' ανεβαίνουν επειτα την ξύλινη σκάλα. Ό παπάς εσκυψε, πfjρε απ' τόν χαμηλό σοφρά δπου δειπνουσε μέ τήν παπαδιά καί τά δυό μικρά παιδιά του τό λυχνάρι καί πfjγε νά ιδεί τί επαθαν οί γειτόνοι πού ερχονταν ετσι ξαφνικά νά τόν συμβουλευθουν. Μέ φρίκη είδε τότε νά προβαίνει ψηλός χοντρός δ βοεβόδας Τζόλε μέ 5 αλλους κομιτατζήδες. Λίγο ελειψε νά του πέσει ή λαμπίτσα από τό χέρι. Μ' ενα βεβιασμένο χαμόγελο προσπά­ θησε νά σκεπάσει τήν ταραχή του. -Καλώς ήλθατε, καλώς ήλθατε, ε{πε μέ σβησμένη φωνή. -Κακό είναι τό σκυλί σου παπά, αποκρίθηκε δ βοεβόδας. -Σάν τό αφεντικό του, επρόσθεσε ενας όπαδός του, δ Κίτσε. -Σκυλί, είναι καπετάνιε, ψιθύρισε δ παπάς κρατώντας ετσι τήν λαμπίτσα γιά νά μή φαίνεται ή ώχράδα του προσώπου του καί ευθύς ρώτησε:

-Μά πώς μπήκατε; Δέν ήταν κλειστή ή εξώπορτα; -'Απ' τό σπίτι του γείτονα, είπε γελώντας δ Τζόλε. Τά καλά τά παλικάρια ξέρουν πολλά μονοπάτια. -Καλά πολύ καλά κάματε. 'Ορίστε στό τραπέζι μας. Μ' δ,τι εδωσε δ Θεός. -Δέν θέλω νά σας χαλάσω τό ·-· δείπνο. Μας συγχωρείτε γιά τήν ξαφνική επίσκεψη.

'Ορίστε. Κά­

τσετε.

-Τί λόγος!

Γιά παλικάρια σάν καί σας

-Μέ τά λίγα αύτά ξερά φασόλια θά μας ταίσεις μωρέ παπά;!

-Εlναι Παρασκευή σήμερα. · Η παπαδιά δμως πού ε{χε πεταχθεί μόλις τούς ε{δε, μπηκε τότε μέσα μ' ενα πιάτο τυρί καί ενα μπουκάλι ρακή!

τέσσαρες, πέντε

κότες, θά σας κάμω καί μιά πίττα μέ σαράντα φύλλα. 'Έχομε καί

αύγά. Σέ μιά ωρα θά ε{ναι δλα ετοιμα. -Δέν χρειάζεται παπαδιά. Είμαστε βιαστικοί. τ Ηλθα μόνο νά πω κάτι στό αύτί του παπα. Πηρε τή μοναδική καρέκλα καί στρογγυλοκάθησε. "Άδειασε καί ενα ποτήρι ρακή. -Τό παίρνω, ε{πε γιά v' ανοίξει ή ορεξη. 'Έχω βλέπεις μεγάλη ανορεξιά Γέλασαν καί οί όπαδοί του μέ τό αστείο. Γύρισε επειτα στόv παπά. -'Έλα τώρα παπούλη κάθησε κοντά μου. 'Εδώ στήv ψάθq.

Καί δέv ε{ναι ανάγκη νά τρέμεις. 'Εγώ σέ ε{χα πάντοτε γιά καλό καί πιστό φίλο καί αφοσιωμένο στόv αγώνα γιά τήv λευτεριά. -Καί ε{μαι βοεβόδα μου. -Θά τό δουμε. "Αν μου πείς τήv αλήθεια. -Είμαι παπάς. Μπορώ νά πω ψέματα;

-Θά

σφάξουμε

αμέσως

καπετάνιε,

είπε,

-Πές

μου

τώρα

παπούλη,

σέ κάλεσαν αυτές

τίς μέρες

στή

Νεγοβάνη; (Φλάμπουρο).

-'Όχι.

-Σέ κάλεσαν Γραικοί αντάρτες στό βουνό; -"Οχι. -Συναντήθηκες καθόλου μαζί τους; 'Ο Παπαϊωανίκειος δίσταζε νά μιλήσει. 'Η παπαδιά πού εστεκε ορθια μ' ενα πιάτο πιπεριές τουρσί ε{χε μαρμαρώσει. 'Έτρεμε τό πιάτο στά χέρια της. -Μίλα παπά. Τί επαθε ή γλώσσα σου; Φώναξε ό Τζόλες. -Συναντήθηκα, ε{πε σιγά στό τέλος. -Γιατί τότε, γάϊδαρε, μας κοπανουσες οχι, οχι; -Μά δέ μέ κάλεσαν. Πηγα στό βουνό γιά ξύλα. Χειμώνας ερχεται.

-" Α! Γιά ξύλα πήγες -Τί νά κάμω; Χρειάζεται τό σπίτι. 'Έχομε καί παιδιά. Κι εκεί πού εκοβα μ' επιασαν κάτι άγριάνθρωποι μέ τουφέκια, γένια καί φουστανέλλες. Τούς πήρα στήν άρχή γιά κλέφτες. 'Έπειτα μουπαν πώς ε{ναι Γραικοί άντάρτες. -Σ' επιασαν είπες. Σ' επιασαν άπ' τά γένια; -"Α! όχι. Νά βγήκαν ξαφνικά τρείς μέ τά τουφέκια εκεί πού πελεκουσα ενα δένδρο. Τούς πήρα γιά Τούρκους 'Αρβανίτες. Καί τρόμαξα. -'Ά! τρόμαξες τότϊ Καί δταν σουπαν πώς.ε{ναι Γραικοί χάρηκες; · Ο παπάς δάγκασε τή γλώσσα του. -'Ήθελα νά πω, πάσχισε νά δικαιολογηθεί, πώς τρόμαξα ετσι πού πρόβαλαν ξαφνικά. "Αμα ε{ναι κλέφτες είτε Τουρκοι είτε Χριστιανοί τό ίδιο ε{ναι. -Καί δέ μου λές παπούλη, πέρσι πήγες γιά ξύλα στό βουνό; -Πέρσι. Πέρσι. "Α! 'Ήμουν άρρωστος. -Πρόπερσι, πήγες; -Δέ θυμαμαι. "Αν μέ ρωτουσες τί εφαγα χθές δέν θά μπο- ρουσα νά σου πω. -"Αν ε{χες πάει δέ θά τό θυμόσουνα; -'Ίσως. Δέν τό ξέρω. Μέ πήραν καί τά χρόνια καί τά βάσανα. -Μά εγώ ξέρω δτι ποτέ-άλλοτε δέν εχεις πάει γιά ξύλα. Τώρα γιά πρώτη φορά πήγες. -Φέτος ό χειμώνας θά ε{ναι πολύ βαρύς, λέει ό γέρο Στάϊκος. Καί ό κόσμος τώρα δέν πολυέρχεται στήν εκκλησία. Ειναι καί τά ξύλα άκριβά. -• Ωστόσο οί γριές δέν επαψαν νά σου φέρνουν άφράτες λειτουργιές, δπως φαίνεται άπό τό τραπέζι σου. -"Αν ελειπαν καί οί γριές θά είχαμε πεθάνει άπ' τήν πείνα. -Καί ποιοί άλλοι ε{χαν πάει κε'ινη τήν ήμέρα γιά ξύλα στό βουνό; -Μόνος πήγα.

-Ξέρω, απ' τό χωριό σου σύ μονάχα πήγες. 'Απ' άλλα χωριά; -'Έκοβαν καί άλλοι ξύλα. Δέν τούς ε{δα. Κοίταζα νά τελειώσω τή δουλειά μου καί νά φύγω. -Δέν ήταν απ' τό γειτονικό σας Λεσκοβέτσι (Λεπτοκαρυά) ό Μήτσος καί οί δυό αδελφοί Μηνίiς καί Ζαφείρης, δλοι ενας καί ενας; · Ο Παπαϊωανίκειος κύτταξε στά μάτια τόν Τζόλε, γιά νά καταλάβει εως που εφταναν οί πληροφορίες του. Πραγματικά κείνες τίς μέρες του Σεπτέμβρη 1904 ε{χε καλέ­ σει ό Παυλος Μελίiς στό δάσος του Φλάμπουρου κοντά σ' άλλους καί τόν Παπαϊωανίκειο καί απ' τήν Λεπτοκαρυά τόν Μήτσο Κωνσταντινίδη μέ τό γυιό του Πέτρο καί τούς αδελφούς Μηνίi καί Ζαφείρη 'Ιωαννίδη. -Θαρρω ε{πε πώς εκοβαν κι αύτοί ξύλα κάπως ψηλότερα στό βουνό. -Δέ σμίξατε καθόλου; -'Όταν μέ πήγαν οί τρείς αντάρτες στόν αρχηγό τους ήταν μερικοί χωριάτες πίσω από κάτι κλαδιά. 'Ίσως ήταν εκείνοι. -Σου στέλνουν τώρα καί οί τέσσαρες χαιρετίσματα. 'Έφυ­ γαν χθές σ' ενα πολύ μακρυνό ταξείδι. -'Όπου δέν γυρίζει κανένας πίσω, συμπλήρωσε γελώντας ό Κίτσε. Τούς επιασαν ξαφνικά εκεί πού δούλευαν σκυφτοί στά χωρά­ φια. Δέν ήταν απ' τούς ανθρώπους πού μπορουσαν νά πέσουν ευκολα στά χέρια τους. Ό Μηνίiς ε{χε καταφύγει ενοπλος στήν Θεσσαλία. · Ο Παπαϊωανίκειος κέρωσε. -Τούς χάλασες καί αύτούς Τζόλε; ε{πε κυττάζοντάς τον στά μάτια. Δέν ήταν κακοί. Τό λέω σά,ν παπάς. -Τό ξέρω εγώ καλλίτερα ποιοί ε{ναι οί καλοί καί ποιοί οί κακοί. Μά σύ τραγόπαπα, μέ τό τσιγκέλι πρέπει νά σου βγάζω τά λόγια. Δέν μας ε{πες τί σας ε{πε τέλος πάντων ό Γραικός αρχηγός. -Τί νά πεί; τά συνηθισμένα. Καί ποιός τόν άκουε;! 'Έτσι πού

ημουν ταραγμένος. 'Ωστόσο δέν ε{πε θαρρώ καί ασχημα πράγ­ ματα. Ν' αγαπιόμαστε σάν Χριστιανοί, νά μήν αλληλοσκοτωνό­ μαστε. -'Όχι δέν τά ε{πε ετσι. Σας ε{πε πώς είμαστε κακουργοι, πώς σφάζουμε καί ληστεύουμε τούς Χριστιανούς, ένω αύτοί πληρώ­ νουν δ,τι χρειάζονται. Σας ε{πε πώς θαρθει ή ψωρο-' Ελλάδα καί πώς δέν πρέπει νά πητε σέ κανένα τίποτε. Σύ τόν ακουσες καί δέν τά ε{πες οϋτε στήν 'Επιτροπή του χωριου σου. Καί γι' απόδειξη εβγαλε τό μαχαίρι του καί εκοψε σύρριζα τά δυό αύτιά του παπα. -Γιά νά μήν ακους αλλοτε κακές συστάσεις, ε{πε φεύγοντας. 'Ο Παπαϊωανίκειος ε{χε δεμένο ίσα μέ τό θάνατό του ενα μαυρο μαντήλι όλόγυρα απ' τά μέρη δπου είχε τά αύτιά αλλοτε.

(«Τά δύο στρατόπεδα»)

3. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΑ ΠΟΡΕΙΑ

12 'Οκτωβρίου 1904 ξεκίνησε ό Παυλος Μελας μέ τούς 35 άντρες του άπό τήν Μπελκαμένη (Δροσοπηγή) ψηλά στό Βίτσι γιά τό Ζέλοβο ('Ανταρτικό), νά συναντήσει τόν όπλαρχηγό Θύμιον Καούδη. Είχε ήδη καταρτίσει 'Επιτροπές καί διόρισε όδηγούς καί άγγελιοφόρους σέ κάμποσα χωριά της Φλώρινας. 'Έκλαψε δμως 24 ώρες, δπως εγραψε στήν σύζυγό του, καί 72 ώρες δέν μίλησε στόν Φλωρινιώτη όπλαρχηγό Λάκη Πίρζαν, δεξί του χέρι, γιατί είχε ξεκάμει ενα Βούλγάρο δάσκαλο καί ενα Βούλγαρο παπά, πού είχαν στείλει στόν άλλο κόσμο δυό εφημε­ ρίους άπό τό ϊδιο χωριό καί άλλους χωρικούς άπό άλλα χωριά. 'Ένοιωθε συντριβή, φρίκη, άποτροπιασμό γιά κάθε εγκλημα -καί ηταν τό μοναδικό- πού εκαμαν άντρες καί ύπαρχηγοί του,· εστω καί χωρίς τήν εγκρισή του, ή άπλωζ τό μελετουσαν! 'Έχασε στό μεταξύ ενάν έξαιρετικόv οπαδό καί πρώτο νεκρό τακτικόv άvτάρτη, τόv Φίλιππο Καπετανόπουλο, φαρμακοποιό στό Μοναστήρι, γεννημένο στήv Κατραvίτσα (Πύργον 'Εορ­ δαίας) της Πτολεμα'fδας. Ήταν ενας «ενθουσιώδης καί κάλλιστος νέος» δπως εγραψε ό Μελας. 'Αvηκε στήν διοίκηση της παλιας "Αμυvας καί της νέας καί πολύ σοβαρότερης «'Εσωτερικής 'Οργάνωσης Μοναστη­ ρίου». Καί δταν δολοφονήθηκε στό γραφείο του άπό βουλγαρική σφαίρα πού άποστρακίσθηκε (4 Σεπτεμβρίου), ό φίλος καί συνερ­ γάτης του Θεόδωρος Μόδης παράτησε εύθύς φαρμακείο, πλουτο, καλοπέραση καί εφυγε στήν Μπελκαμένη, vά καταταχθεί άvτάρ­ της. Είχαν πάει στήv Νερέτη (Πολυπόταμο), δπου είχε κατακρε­ ουργηθεί άπό κομιτατζήδες ό εφημέριος Παπακωvσταvτίνος -είχε τήv ϊδια τύχη καί δεύτερος εφημέριος, ό Παπαγιάνvης, άργότερα. 'Ο Παπακωνσταντίνος είχε πάνω του καί 80 λίρες του

χωριου νά τίς δώσει στόν Τουρκον ένοικιαστή της δεκάτης, πού

'Από τά σπίτια δύο πρακτόρων του Κομιτάτου

τούς ρίχθηκαν πολλές τουφεκιές. 'Ο Μελίiς δέν αφησε νά τούς βάλουν φωτιά, γιατί άκούσθηκαν άπό μέσα κλάματα γυναικο­

εκαμαν φτερά

παίδων

Τό πρωί, δταν εφευγαν καί άνέβαιναν άπότομο άνήφορο, τούς πρόλαβε στρατιωτικόν άπόσπασμα, πού τούς αρχισε στίς όμο­ βροντίες. Τραυματίσθηκε πολύ ασχημα ό Καπετανόπουλος. 'Ε­ πιχείρησαν Μελίiς καί Λαμπρινός νά τόν σηκώσουν. Μά στά­

θηκε άδύνατο. Τόν αφησε σέ μερικά χαμόκλαδα, γιά νά τόν

'Ο Μελίiς τόν

σκέπασε μέ τήν δική του κάπα καί εμεινε μέ μιά ψιλή καπαρντίνα πάνω σέ μεγάλα βρεγμένα καί χιονισμένα βουνά 'Ο Θύμιος Καούδης, πού πήγαιναν νά συναντήσουν, ενας ξανθός καί φρόνιμος δσον καί γενναίος Σφακιανός, ε{χεν ελθει μέ αλλους χωριανούς του τόν Μάιον 1903 νά ένισχύσουν τόν καπετάν Βαγγέλη άπό τό Στρέμπενο ( 'Ασπρώγεια), πού ε{χεν κηρύξει άπροκάλυπτο τόν πόλεμο στό Κομιτάτο. Στίς 20 'Ιου­ λίου, στό περιβόητο 'Ήλιντεν, κομιτατζήδες καί πολλοί ενοπλοι χωρικοί -καί μερικοί μέ τσεκούρια καί ρόπαλα- μπήκαν στήν Κλεισούρα. 'Ο Βαγγέλης άντιστάθηκε πολλές ώρες. 'Ο τουρκικός δμως λόχος, πού ε{χεν έκεί τήν εδρα του, τό 'βαλε στά πόδια πρός τήν Πτολεμαίδα (Καϊλάρια). 'Αναγκάσθηκε καί ό Βαγγέλης νά ύποχωρήσει. 'Έγινε δμως αίτία νά σωθεί ενας πασάς πού πήγαινε ξέγνοιαστος, μέ ενα άμάξι καί τόν ύπασπιστή του, άπό τόν σιδηροδρομικό σταθμό του 'Αμυνταίου στήν Νεάπολη (Λάψι­ στα), εδρα μεραρχίας. Τήν νύχτα ό Σεϊμάνης, ενας άπό τούς έννέα μεγαλωμένους στήν Κρήτη μέ άγωνες κατά των Τούρκων, άφήνει τούς συντρό­ φους του καί πηγαίνει στήν Κλεισούρα, στούς κομιτατζήδες. 'Ο άπαίσιος Τσακαλάρωφ πρόσταξε καί τόν θανάτωσαν Μέ τήν αύγή άνέβηκαν τό άπέραντο δάσος της Δροσοπηγής άπό όξυές καί πηραν επειτα τήν κορυφογραμμή του Βίτσι. Βάδιζαν πλάι της. Δρόμος δέν ύπηρχε. Σέ μερικά μέρη ύπηρχαν

πάρουν τήν νύχτα. Σέ λίγη ωρα δμως ξεψύχησε

δυσδιάκριτα σημάδια κατσικόδρομου, πού τόν ε{χαν εξαφανίσει τά χιόνια καί οί βροχές. Οί 35 αντρες, ό ενας πίσω απο τόν αλλον, πατουσαν βράχους, χαράδρες, λακκουβες γεμάτες νερό καί συχνά καί χιόνια. Καί εβρεχε μέ τό τουλούμι δέκα μέρες συνέχεια. 'Ένα διά­ στημα καί χιόνιζε. 'Όλο τό εδαφος ήταν βρεγμένο καί γλιστερό. Οί κάπες βάραιναν από τήν βροχή πολλές οκάδες. Τά πόδια δλων μουσκεμένα. Μελας σερνόταν μέ πολλή δυσκολία. Τά φουντοφόρα τσαρούχια εΙχαν πληγώσει ασχημα τά πόδια του. Δέν τά εβγαζε οϋτε τή νύχτα, γιατί δέν μποροϋσε νά τά ξαναφορέσει! Μέ τά πρησμένα καί πονεμένα πόδια του λογάριαζε νά πάει στό Μεγάροβο καί Τύρναβο, δυό κωμοπόλεις μιά καί μισή ωρα από τό Μοναστήρι! 'Έπρεπε δηλαδή νά διασχίσει τήν ατέλειωτη κορυφογραμμή του Περιστέρι, ψηλότερη καί αγριότερη από εκείνη του Βίτσι! Έννοουσε νά ύπερπηδήσει δλα τά εμπόδια καί νά προσπεράσει δλες τίς αδυναμίες του μέ τό αδάμαστο θάρρος καί τήν αλύγιστη θέλησή του. Κάπου τό μεσημέρι κάθησε σ' ενα βράχο νά ξαποστάσει. 'Έτρεξε κοντά του ό Πίρζας. -Τά ατιμα τά τσαρούχια! Του είπε μ' εναν αναστεναγμό. -Μά σου εχω πεί τόσες φορές νά φορέσεις μπόττες. Αυτά τά τσαρούχια δέν είναι γιά δλα τά πόδια.

-' Αντάρτης καί

κλέφτης μέ μπόττες γίνεται, μωρέ Νίκο;!

-Γιατί δχι; Οί Κρητικοί εχουν μπόττες. Οί μεγάλοι αρχικο- μιτατζηδες φορουν μπόττες καί χακί στολές. 'Έτσι επρεπε νά ντυθείς καί σύ. Καί ό μανδύας καί ή φουστανέλλα δέν εΙναι γιά ανθρώπους της πολιτείας. -Νά μοιάζω μέ τούς κομιτατζηδες;! Συγκεντρώθηκαν γύρω οί αντρες καί ετρωγαν τό ψωμοτύρι τους. Μερικών τό ψωμί τους ε{χε βραχεί καί γίνει αποκρουστικός

πολτός. Ό Μελας εφαγε ενα παξιμαδάκι. Τόν πλησίασε ό Γεώργης Βολάνης, νεαρός από τούς Λάκκους της Κρήτης μέ αγγελική μορφή, πού αποδείχθηκε αργότερα φοβερός καί τρομε­ ρός, καί είπε:

-Νά φορέσεις, αρχηγέ, κρητικά στιβάνια. ΕΙναι μαλακά, δέν πληγώνουν τά πόδια. Σου δίνω τά δικά μου. -Καί σύ τί θά φορας, μωρέ Γιώργη; -'Εγώ; Θά τά οίκονομήσω. Φορώ καί γουρουνοτσάρουχα. -Δέν γίνεται, Γιώργη μου. 'Ο Βολάνης αίχμαλωτίσθηκε τήν αλλη μέρα στήν Στάτιστα, εδραπεύτευσε από τίς φυλακές Μοναστηρίου καί τήν ανοιξη του 1906 ήλθε μέ δικό του σώμα στό Μορίχοβο, δπου επέδειξε παλικαριά καταπληκτική καί σκληρότητα αρκετή. - 'Εγώ μιά φορά, εΙπεν ό Πίρζας, θά παραγγείλω από τό Ζέλοβο στό Μοναστήρι ενα ζευγάρι μπόττες, από κείνες πού ετοιμάζουν γιά τούς Τούρκους αξιωματικούς. 'Όλοι οί τσαγκά­ ρηδες ε{ναι δικοί μας. Θά παραγγείλω καί μιά χακί στολή καί δέν ρωτώ κανένα. -'Όλα αύτά γιά μένα, Νίκο; -Γιά σένα. Γιά ποιόν αλλον;! -Καί δέν μέ ρωτας αν τά θέλω; -Δέν θά σέ ρωταμε πιά. - 'Εγώ λέγω, εΙπεν ό Χρήστος Μαλέτσκος ή Παναγιωτίδης, ψυχογιός του καπετάν Βαγγέλη, πού αίχμαλωτίσθηκε τήν αλλη μέρα καί τό 'σκασε από τίς φυλακές Μοναστηρίου τόν Φεβρουά­ ριο του 1908- εγώ λέγω νά φορέσεις αυτά τά τσαρούχια πού φορουν στά χωριά μας. Δέν εΙναι γουρουνοτσάρουχα, εΙναι χοντρότερα, σκεπάζουν κάπως τά πόδια καί δέν τά πληγώνουν. Τά φορουν οί Τουρκοι στρατιώτες καί οί κομιτατζήδες. -Τουρκον καί κομιτατζή, μωρέ,·θά μέ κάνετε; Διαμαρτυρή­ θηκε ό Μελας. -Καλύτερα τά ποδήματα, οί μπόττες, εΙπε ό Πίρζας. Κείνη τήν στιγμή πρόβαλε ενας χωριάτης, πού πήγαινε καβάλλα. Τρέχει αμέσως ό Πίρζας καί του λέει στά βουλγαρομα­ κεδονικά νά κατέβει, γιά ν' ανεβεί ό αρχηγός στό αλογο, πού εΙναι αρρωστος. Καί πετάχθηκε πρόθυμος απ' τό αλογό του. Καβαλλίκεψε ό Μελας καί πήγαινε μπροστά, τυλιγμένος στήν καινούργια μεγάλη κάπα του, πού τήν ε{χε αγοράσει στήν

ή βροχή.

τά εδερνε

Τά πόδια δμως

Μπελκαμένη.

-

Γ

ι'

αύτό

χρειάζονται

οί

'Ακολουθουσαν

πίσω δλοι

μπόττες, παρατήρησε

ό

Πίρζας.

οί άλλοι

τυλιγμένοι

στίς

κάπες.

Τόν χωρικόν εβαλαν στήν μέση ό Πίρζας καί Μαλέτσκος, γιά

νά μήν καταλάβει δτι ε{χε νά κάνει μέ Έλληνοαντάρτες. -'Από που είσαι; τόν ρώτησε ό Πίρζας. -'Από τήν Στάπ�σα. -Καί εκεί πήγαινες; -Πάω σπίτι. Ε{μαι μυλωνάς. -Λίγο κλέφτης, παρατήρησε ό Μαλέτσκος. -'Όχι, βρέ αδελφέ. "Αδικα μας κατηγορουν. 'Έχομε φτώ-

χεια.

-Δέν εχετε δουλειές; 'Έχετε κεσάτια καί οί μυλωνάδες; -'Έχουμε φτώχεια. -Δέν αλέθει ό κόσμος; Δέν τρώει ψωμί; -'Αλέθει. Μά δχι πολύ. 'Ίσως εγιναν πολλοί μύλοι. Τό κακό είναι άλλο, οί Τουρκοι. Πότε θά γκρεμοτσακισθουν τά σκυλιά; Μπορείτε νά μου πητε; -Θά ξεκουμπισθουν. Θά 'ρθει ή μέρα. -Πολλά μας εχουν είπεί. Καί δέν βλέπομε τίποτε. Καί οί Τοϋρκοι σκύλιασαν. Τώρα, λέγουν, φάνηκαν καί οί 'Έλληνες άντάρτες. -Μπά. Που τούς βαστάει;! -'Όχι. Φάνηκαν σίγουρα. Μου τό ε{παν στήν Φλώρινα. 'Έγιναν καί συμπλοκές μαζί τους. 'Ακούσθηκαν οί τουφεκιές. -Θά ε{ναι γιά λίγες μέρες. Μέ τό πρώτο χιόνι θά φύγουν στήν 'Αθήνα. -Μακάρι. Καί σείς που πηγαίνετε; "Αν επιτρέπεται. -Πρός τά πέρα, ε{πε ό Πίρζας. -Παμε κατά τό Ζέλοβο, ε{πέ ό Χρήστος. -Στό Ζέλοβο;! Ηναι Γραικομάνοι. -Παμε νά τούς δώσουμε ενα μάθημα. Πήγαιναν καί κουβέντιαζαν κάτω άπ' τήν ατέλειωτη βροχή. Κάποια στιγμή δμως ό χωρικός κατάλαβε άπ' τίς κουβέντες των

ι'iλλων, δτι 'Έλληνες ήταν οί συνοδοιπόροι του. Καί ζήτησε άμέσως νά πάρει τό ι'iλογο. -Βρέ παλιόσκυλο! του είπε θυμωμένος ό Πίρζας. 'Όσο μας επαιρνες γιά κομιτατζfjδες δέν ελεγες τίποτε. 'Άμα κατάλαβες δτι εϊμαστε Γρ_αικοί ζήτησες τό ι'iλογο.

ΕΙναι μονάχη στό μύλο ή γυναίκα μου.

-Μέ τό καλό Νίκο. Μέ τό καλό, του φώναξε ό Μελας. -Μέ τό καλό τέτοιον ι'iτιμο!; 'Όσο μας επαιρνε γιά κομιτα-

τζfjδες δέν μιλουσε. Εύθύς πού κατάλαβε δτι εϊμαστε 'Έλληνες ζήτησε τό ι'iλογο. -Δικαίωμά του, είπε ό Μελας καί κατέβηκε άπ' τό ι'iλογο.

-'Όχι. Μά τόν Θεό

-Μά

Ρίχθηκαν τότε πολλοί μέ σηκωμένα τά ραβδιά στόν χωρικό.

Μά

Μή κατεβαίνεlς. Δέν θά τό φαμε τό ι'iλογο.

'Όχι. 'Όχι. Μή τόν πειράζετε, επρόσταξε ό Μελας.

Ό χωρικός ετρεμε άπ' τόν φόβο του. Καί ελεγε ι'iς ξανανεβεί

Τόν εΙχε εντυπωσιά­

σει καί ή εύγενική μορφή του Μελα. Καί δέν εΙμαι δπως νομίζετε.

'Ήμουν στενός φίλος του Κώτα. Αύτός ήταν γιά μας τούς χωριάτες. Δέν θά γεννήσει ι'iλλον Κώτα ι'iλλη μάννα. -Μωρέ που εχετε πίστη εσείς, είπε ό Πίρζας. -Μά τόν Θεό. Μά τόν Χριστό. Καί εΙπε στόν άρχηγό νά ξανανεβεί στό ι'iλογο. 'Εγώ δέν τό καβαλλικεύω. Πλησίασε καί ό ϊδιος στόν Μελα καί έίπε: "Αλογο ντικό σου. Νά τό παίρνεις. 'Ο Μελας ι'iρχισε νά βαδίζει. Καί ενοιωθε τώρα μεγαλύτερους πόνους, γιατί δέν εΙχεν περπατήσει πολλήν ωρα. Ό χωρικός άκολουθουσε πεζός. 'Έσερνε τό ι'iλογο μέ τό σχοινί. Ό Πίρζας τόν ρώτησε:

στό ι'iλογο ό άρχηγός. Τέτοιος ι'iνθρωπος!

-'Έρχεται στό χωριό ό Μητρο-Βλάχος;

Πολύ άραιά. Αύτός ό 'Αρβανιτόβλαχος είναι

σκυλί μοναχό. Δέν λογαριάζει τή ζωή ενός άνθρώπου περισσό­ τερο από μιά μύγα. Γι' αύτό τούς φοβόμαστε. -Καί ό Τσακαλάρωφ; 'Έρχεταί'στό χωριό; 'Ακούεται; ρώ­ τησε ό Μαλέτσκος. -Δέν άκούεται καθόλου. Δέν θά εΙναι εδω.

-'Ά! 'Έφυγε ό Τσακαλάρωφ στήν Βουλγαρία μαζί μέ τόν

- 'Αραιά

ελληνικά.

χωρικός πού τά

Κλιάσεφ ,

άφου

-'Έτσι

τό

πέρασαν

άπό

τήν

'Ελλάδα, ε{πεν

ό

Πίρζας

άκούσαμε

και

εμείς, ε{πε στή

διάλεκτό

του

ό

κατάλαβε

δλα.

'Ακούσθηκαν δμως πολλές καί ζωηρές διαμαρτυρίες.

-Πως;! Πως;! φώναξαν πολλοί. 'Έφυγε ό Τσακαλάρωφ στήν Βουλγαρία μέσ(Q 'Ελλάδας; Καί τί εκαμνε ή 'Ελληνική Κυβέρ­ νηση; Τυφλώθηκε;

Ε{ναι γιά τά πανηγύρια, φώναζαν άλλοι.

Καί ό Γρηγόρης ό Βαγενας άπ' τά παλικάρια του καπετάν Βαγγέλη ε{πε:

-'Έδωσαν καί δίνουν τά δπλα στούς κομιτατζηδες γιά νά μας σκοτώνουν. Τούς δίνουν καί πλάτες γιά νά φεύγουν στήν Βουλ­ γαρία! Καί σέ ποιόν; Στόν Τσακαλάρωφ, τόν χειρότερο. 'Απ' τήν 'Ελλάδα ε{χε προμηθευθεί τά περισσότερα δπλα τό

Κομιτάτο. -'Έπρεπε, νομίζω νά άρχίζαμε τόν 'Αγώνα άπ' τήν 'Αθήνα, ε{πε ό Χρηστος Μαλέτσκος. 'Ο Μελας τούς ίiκουε καί χαμογελώντας ε{πε:

Τά πράγματα τώρα εσιαξαν. Διορθώ­

-Οϋ νά χαθουν

-'Έννοια σας παιδιά

θηκαν.

Βράδιαζε πιά. Βρέθηκαν στή ράχη πάνω άπ' τήν Στάτιτσα πού φαινόταν. 'Ο χωρικός έπρόσφερε πάλι τό άλογό του στόν Μελα. 'Εκείνος τόν είπε: Εύχαριστω. Εύχαριστω πολύ. Πήγαινε μέ τό άλογό σου. Καί του εσφιξε τό χέρι. 'Ίσως καί του εδωσε κανένα μετζίτι η ενα «τέταρτο» (του μιτζιτιου), μιά χρυσή δραχμή. 'Ο χωρικός καβαλλίκεψε τό άλογο εκαμε μέ τό χέρι ενα χαιρετισμό καί τράβηξε γιά τό σπίτι του. -Παμε καί εμείς, ε{πε ϋστερα άπό λίγο δισταγμό ό Μελας, -Που; Στή Στάτιτσα; ρώτησε ό Πίρζας.

Είχε ρωτήσει

τόν Δήμο,

ενα

παιδί άπ'

τήν Στάτιτσα τί

άνθρωπος ηταν ό μυλωνας. 'Απάντησε:

-Δέν ε{ναι κακός. Μά ξέρει κανείς;! Καλύτερα νά μήν παμε.

στό χωριό μου αποψε. Δέν τό εχομε προετοιμάσει. -Εlναι κουρασμένα καί μουσκεμένα τά παιδιά. Πρέπει νά περάσουμε τή νύχτα κάτω άπό στέγη. -Μά θά πηγαίναμε σέ μιά άπ' τές πολλές Ζελοβίτικες καλύβες. Είναι μιά, μιάμιση ωρα μακριά. -Νά ψάχνουμε γιά καλύβες σέ βουνά καί δάση στό σκοτάδι μέ αύτή τήν κατακλυσμιαία βροχή;! Τό πρωί, θά φύγουμε άπ' τήν Στάτιτσα. "Αν είχε μείνει καβάλλα στό άλογο ϊσως θά προχωρουσε γιά τίς Ζελοβίτικες καλύβες. 'Έμειναν καί τήν ήμέρα στό χωριό. Καί ήρθε τό μοιραίο, τό παράξενο. 'Από τόσους άντρες μονάχα ό Μελίiς σκοτώθηκε. Αίχμαλωτίσθηκαν ό Γ. Βολάνης, ό Χρήστος Μαλέτσκος καί άλλοι τέσσαρες (4), άφου πολέμησαν καί δλη τή νύχτα άπ' τό σπίτι πού είχαν κυκλωθεί. 'Απ' τίς άθηναϊκές εφημερίδες εμαθαν οί Τουρκοι τόν θάνατο του Μελίi, καί τό μέρος της πρόχειρης ταφής του. 'Έτσι βρήκαν καί τό άκέφαλο πτώμα του. Τό κεφάλι είχε ταφεί στήν 'Αγία Παρασκευή του Πισοδερίου. 'Ο Μελίiς είχε άναλάβει τόν σκληρό 'Αγώνα σέ άγρια βουνά μέ άγριους άνθρώπους, γιατί πίστευε δτι είχε ύποχρέωση νά τό κάμει. Δέν ήταν παρασκευασμένος σωματικά, άκόμα λιγότερο ψυχικά. Είχεν δμως θέληση μεγάλη καί άδάμαστη. Λογάριαζε νά φέρει σέ καλό τέλος τόν 'Αγώνα μέ «όλίγην γενναιότητα καί πολλήν καλοσύνην καί φιλανθρωπία». Καί δέν είναι καθόλου άβέβαιο δτι δέν θά ήταν άποδοτικότερη ή τακτική αύτή άπό τούς σκοτωμούς, τίς σφαγές, τούς εμπρησμούς. Ύπηρξε άναμφιβόλως ίδανικός ηρωας, εύγενέστατος άνθρω­ πος καί λαμπρός χριστιανός.

(«'Ο δραπέτης»)

4. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΚΕΦΑΛΗΣ

'Ο Ντίνες, ενα γεροδεμένο παλικάρι, γλίστρησε απ' τήν πίσω πορτούλα στό σπίτι του 'Ηλία Γκαντούτση, πού ήταν στήν άκρη του 'Ανταρτικοϋ (τότε Ζελόβου), κρέμασε σ' ενα καρφί στόν τοίχο τήν χωριάτικη κάπα καί ενα τορβά καί κάθησε κοντά στό τζάκι δπου εκί:ιιαν πολλά χοντρά ξύλα. Ήταν 18 'Οκτώβρη του

1904.

-Μπά;! Πως έδω Ντίνε; Ε{σαι καί μέ τά χωριάτικα, ε{πε ή σπιτονοικοκυρά μπαίνοντας στήν κάμαρη. 'Εκείνος ρώτησε. -Που ε{ναι ό 'Ηλίας; -Πήγε στό βουνό γιά ξύλα. Καί αφου εριξε μηχανικά μιά γλήγορη ματιά γύρω του αποκρίθηκε κατεβάζοντας τή φωνή. -Είναι στό μαντρί τs-�υ Πάνου. -Καί ό Παϋλος; (ό Άνταρτικιώτης όπλαρχηγός Παϋλος Κύρου) καί ό Τύμιος; (ό Κρητικός ·αρχηγός Θύμιος Καούδης); -Είναι εκεί δλοι μαζί. -Θά πάω νά τούς βρω. Μά νά ξαποστάσω λιγάκι. Δωσε μου αν θέλεις 'Ήλενα ρακή καί ζεστή ναναι. -Καί ζεστή τήν θέλεις! Κουράστηκε ό παλικαράς, ε{πε ή Γκατούτσαινα βάζοντας στή φωτιά ενα μικρό μπρίκι μέ ρακή καί λίγη ζάχαρη. -'Έρχομαι από μακριά. Περπάτησα δλη τή νύχτα μέσα στό δάσος μέ σκοτάδι καί χιονόνερο. Καί φορτωμένος. Καί τί φορτίο! -Τί φορτίο; 'Ένα τορβά ε{χες. -'Ένα τορβά μά πολύ βαρύ. -Φυσέκια γιά λίρες εχεις μέσα;! Κι από που τόσο μακριά ερχεσαι;

--'Απ' τήv Στάτιτσα (σήμερα Μελα). -:--Τήv Στάτιτσα! χμ · Η Γκανούτσαιvα εκαμε εvα μορφασμό. -Δέν ε{vαι καλό τό χωριό μας 'Ήλεvα; -Τί καλοσύνη μπρέ εχει;! Σάν τόv Χριστό τόν περιμέναμε.

Καί

χάθηκε τζάμπα

καί

άδικα στό

χωριό σας.

-Γιά τό Θεό. Μή μου τό θυμίζεις Ναστασία. -Κοντά σαράντα άντρες ησαστε. Καί εvας χάθηκε. 'Ο άρχηγός! Που άκούρ-τηκε τέτοιο πράγμα;! · Μακάρι vά σκοτωvόμουvα εγώ, vά ζουσε εκείνος. Ήταν ενας μεγάλος άνθρωπος καί ίiγιος. ,, Η Γκαvτούτσαιvα σφούγγισε μέ τόν άγκώvα τά μάτια της καί ε{πε μέ ραγισμένη φωνή. -Σάv τό θυμαμαι μου 'ρχεται τρέλα. Τέτοιο άνθρωπο δέv θά ξαvαγεννήσει ίiλλη μάνα. Τί εύγεvικός, τί καλός καί δμορφος! Γιατί μπρέ Ντίνε δέv του ε{πες νά μή μένατε έκείvη τήv καταρα­ μένη μέρα στό χωριό σας;! -Του ε{πα. Μά ήταν μερικά παιδιά κουρασμένα κι άρρωστα. . Ό Ντίvες ε{δε άπ' τό παράθυρο εκείνη τή στιγμή vά 'ρχεται ό άστυvομικός σταθμάρχης Φέιμ 'Όvμπασης. 'Αρπάζει εύθύς τόv τόρβά καί μπαίνει σ' εvα ίσόγειο πού ήταν άποθήκη καί μα­ γειρείο. . Ό Φέιμ ρώτησε τήv Γκαvτούτσαιvα μέ τά κουτσοβουλγαρο­ μακεδονικά του αν ήταν ό άντρας της σπίτι. Κι επειδή του άποκρίθηκε πώς ε{χε πάει γιά ξύλα εκαμε νά φύγει. -Στάσου στάσου Φέιμ. Νά πάρεις εvα καφέ η καλλίτερα μιά ζεστή ρακή. Ε{χαv φίλο τόv σταθμάρχη. Του 'διναv καί κανένα «μπα­ χτσίς» γιά vά τούς δίνει πληροφορίες. 'Ο Φέιμ 'Όvμπασης πήρε τήν ρακή πού ήταν. γιά τόv Ντίνε καί ε{πε. -'Ήθελα νά τό είπω τό 'Ηλία πήρα διαταγή vά τό βρω εvας σκοτωμένος καπετάvος! Χά χά χά. Δέ φτάνει τό ζωντανός καπετάvος vά κυνηγάω τώρα καί τό σκοτωμένος καπετάvος! χά χά χά. Νά τό είπείς τό 'Ηλία·.Καί εφυγε.

-Ψάχνουν τό λοιπόν κι εδώ γιά τό νεκρό αρχηγό! είπε ό Ντίνες βγαίνοντας απ' τό ισόγειο μέ τό τορβά στό χέρι, πού τόν ξανακρέμασε στό καρφί. -Δουλειά δέν είχαν δουλειά βρηκαν, αποκρίθηκε ή Γκαντού­ τσαινα. Καί τί θά τόν κάμουν αν τόν βρουν;! -Θά τόν ρεζιλέψουν θά τόν παν στήν Καστοριά στό παζάρι Νά πάρουν δώρο. Τά σκυλιά! -Τό κεφάλι μιά φορά δέν θά τό βρουν δ,τι κι αν κάμουν. Δέν θά τό βάλουν σ' ενα παλούκι νά τό γυρίσουν στά χωριά σάν νά 'ταν ληστής ή λύκος. -Είναι αχώρια τό κεφάλι κι αχώρια τό κορμί;! -Είναι αχώρια. -Πώς τό ξέρεις;! Γιατί δέν μιλας καθαρά Ντίνε; -Τί νά σου πω; Κύτταξε αν θέλεις τόν τορβά. Ή Γκαντούτσαινα κύτταξε τόν τορβά αφου εριξε μιά ερευνη­ τική ματιά στόν Ντίνε, τόν ξεκρέμασε μέ χέρια πού ετρεμαν καί τόν άνοιξε. 'Ένα ανθρώπινο κεφάλι επρόβαλε τότε απ' τόν τορβά! 7 Ηταν του Παύλου Μελα. Καί μιά σπαραχτική κραυγή βγηκε από τό στηθος της γυναίκας. Πετάχθηκε ό Ντίνες καί τή βάσταξε νά μή πέσει. Δάκρυα αύλάκωναν τό πρόσωπό της. Δέν φρόντιζε κάν νά τά σφουγγίζει. ΕΙχε συγκεντρώσει δλη τήν προσοχή της στό κε­ φάλι. Τό 'πλενε, τό χτένιζε, τό φιλουσε. Καί μουρμούριζε. -Δέν μου τό 'λεγες τόση ωρα, καημένε Ντίνε;! Ξέσπασε επειτα αγριεμένη. -Καί γιατί τόκοψες παλιόσκυλο;! Που τό βρηκες τό δι­ καίωμα;! Κριάρι ή τραγί ήταν;! Καί πώς μπόρεσες; Πώς βάσταξε ή ψυχή σου;! 'Ο Ντίνες τά δικηγήθηκε. Τόν είχε στείλει ό Παυλος Κύρου νά ξεθάψει τόν 'Αρχηγό, νά τόν φορτώσει σ' ενα άλογο καί νά τόν φέρει στό 'Ανταρτικό. 'Ο Ντίνες ξαναφόρεσε τά χωριάτικα καί πηγε στό χωριό του. Μόλις νύχτωσε πηρε δύο εξαδέλφους του καί τόν ξέθαψε. 7 Ηταν

ό τάφος σέ μιά ρεματιά πάνω απ' τό χωριό. 'Εκείνη δμως τή στιγμή ε{δαν νά ερχεται στήν Στάτιτσα ό λόχος του Μακρυχω­ ρίου. Ό Τουρκος λοχαγός κάλεσε εύθύς τόν «μουχτάρη», τούς «αζάδες» (κοινοτ. σύμβουλους), τούς αγροφύλακες καί ζήτησε νά του δείξουν που ήταν παραχωμένος ό «Γιουνανλης» αρχηγός. 'Απ' τόν θόρυβο των 'Αθηναϊκών εφημερίδων καί τήν αναστά­ τωση δλης της 'Ελλάδας εμαθαν οί Τουρκοι τόν θάνατο του Μελα. Κι επειδή οί χωρικοί, δπως πάντα, ελεγαν «'Εφέντη, δέν ξέρομε» τούς εστρωσε καί αύτός δπως πάντοτε στό ξύλο 'Επρόσταξε νά παρουσιασθουν δλοι οί άνδρες του χωριου μπροστά του. 'Αναγκάστηκαν καί οί δύο εξάδελφοι νά φύγουν. Ό Ντίνες εμειvε μόνος στό ερημικό σκοτάδι μέ τήν συντροφιά του νεκρου. Στάθηκε ωρα πολλή. Καί οί Τουρκοι δμως δέν τό κουνουσαν. Πήρε τότε τήν απόφασή του. 'Έκοψε τό κεφάλι καί

τό εβαλε στόν τορβά, ξανάθαψε τό νεκρό, εριξε πάνω αγριόχορτα καί πεσμένα φύλλα των δένδρων γιά νά μή φαίνεται τό σκάψιμο καί πέρασε τό μεγάλο ανηφορικό δάσος δπου ήξερε πώς ύπηρχε κομιτατζίδικη συμμορία καί τούρκικο απόσπασμα. -'Έκοψα τό κεφάλι, εfπε, γιατί σκέφθηκα πώς μπορουσαν νά τό παλουκώσουν οί Τουρκοι καί νά τό γυρίζουν στά χωριά. -Καλά εκαμες, του αποκρίθηκε ή Γκαντούτσαινα. Μά δέν ετρεμε τό χέρι σου;! Ξέρεις τί άνθρωπος ήταν;! -Τό ξέρω πολύ καλά, Στάσα.

-"Αχ τά σκυλιά

Γύρισε τότε στό μικρότερο παιδί της:

Τόν εφαγαν.

-Τρέξε στό μαντρί του Πάνου καί πές στόν πατέρα σου νά 'ρθει γλήγορα σπίτι. Νά τούς πείς ήρθε ό Ντίνες καί θά καταλάβουν. 'Έδεσε επειτα ενα μαυρο μανδήλι στό κεφάλι, εριξε εvα καινούργιο πανωφόρι πάνω της κι άρχισε τό μοιρολόγι. 'Έκλαιε καί σιγοτραγουδουσε τόν εύγενικό καί όμορφο αξιωματικό πού άφησε γυναίκα, μικρά παιδιά κα,t,πλούτη καί ήρθε νά σκοτωθεί στόν αγριότοπό τους. 'Έκλαιε τήν λεβεντιά, τήν γλύκα, τήν καλοσύνη του. Στά διαλείμματα ελεγε του Ντίνε.

-Δέν ξέρεις Ντίνε. Γλύκα εσταζε άπ'

τό στόμα καί τά μάτια

του. Ποτέ δέν είπε κακό λόγο. Τόν περασμένο Μάρτη

ηρθε τρεις

τέσσερες

φορές σπίτι

μας καί

μου

'λεγε:

Κυρά 'Αναστασία,

ντώσεις εμένα μικρό παιντί σου στό 'Ατίνα. Κι εγώ του ελεγα.

Ντικό σου Κύριος Μελας. Νά τό παίρνεις στό 'Ατίνα. 'Εκείνος

εδινε πάντοτε χρήματα

στά παιδιά μου. 'Απαντουσε καί ό Ντίνες μέ αναφιλητά. -Νά σο� πω κι εγώ Στάσα. Δέν ηταν γιά τά βουνά

'Άλλος

ανθρωπος. "Αφοβο παλικάρι μά καί αγιος καί αγγελος. 'Έκλαψε σάν μωρό παιδί δταν οί αντρες του σκότωσαν δύο χωριάτες πού

Στόν δρόμο εξω

άπό τό χωριό μας είδε θυμωμένο τόν Λάκη Πίρζα τόν Φλωρι­ νιώτη καί τό δεξί του χέρι νά φωνάζει γιατί ενας μυλωνάς πού ηταν δλος χαρά δσο μας επαιρνε γιά κομιτατζήδες ζητουσε νά

φύγει αμα κατάλαβε πώς ήμασταν Γραικοί. Του είπε: 'Όχι φωνές

Τί ανθρωπος, τί

ανθρωπος

αυτόν

τά ερμα τά ελληνικά καί μου 'λεγε: "Ας νά είναι Ντίνε δέν πειράζει. 'Έτσι άγαπάω εσένα πιό πολύ Ήρθαν μέ νεκρολούλουδα κι αλλες γυναίκες άπ' τήν γειτονιά καί τό μοιρολόγι γενικεύθηκε. Κάποτε εφθασε κι ό Γκαντούτσης. Μαζί του ηταν μερικοί 'Ανταρτικιωτες καί πέντε ξένοι, ό μακαρίτης Βασίλης 'Αγοραστός, υπάλληλος του Προξενείου Μοναστηρίου, οί Μιχαήλ Χασόπουλος καί Χατζηκώτσης μέλη της 'Επιτροπής Πισοδερίου, πού τήν ε{χε καταρτίσει ό ίδιος ό Π. Μελας, καί οί Ήλ. Φίτζος καί 'Αθ. Παπαφιλίππου δάσκαλοι Πισοδερίου. Μόλις εγινε γνωστός στό Μοναστήρι ό θάνατος του Μελα ό Β. 'Αγοραστός παλιός φιλόλογος του Μοναστηρίου, σεμνός, κοντός, καχεκτικός μά χαλκέντερος στήν δουλειά, ξεκίνησε ευθύς νά εξασφαλίσει τόν τάφο κ:αί νά διαφυλάξει τό νεκρό άπ' τήν διαπόμπευση. Πηγε μέ τό τραίνο στή Φλώρινα καί καβάλλα στό Πισοδέρι. 'Επειδή ύπηρχε εκεί στρατιωτική φρουρά εφυγαν

Νικολάκη. Μέ τό καλό, μέ καλά λόγια

θαρρουσε πώς καί οί άλλοι ησαν καλοί σάν κι

Μ' εβλεπε πού στενοχωριόμουν γιατί δέν τά κατάφερνα

είχαν πάρει πολλούς Γραικούς στό λαιμό τους!

γελουσε γελουσε μέ τά έλληνικά μου

μεσάνυχτα μέ άντάρα καί χιόνι γιά τό 'Ανταρτικό. Νέα φιλιά, κλάματα καί δάκρυα δταν άντίκρυσε ό 'Αγορα­ στός τό κεφάλι του μεγάλου φίλου του. «Τρέμων εκ συγκινήσεως σύσσωμος καί κλαίων κατεφίλησα» πρώτα τόν «γενναίο Ντίνε»

γράφει στό συγκινητικό άπό 20 'Οκτώβρη 1904 γράμμα του πρός τόν 'Ίωνα Δραγούμη. Γιά μεγαλύτερη άσφάλεια πηρε μαζί το'-!_ τό σακκίδιο μέ τό κεφάλι. "Αν επεφτε στά χέρια των Τούρκων, γράφει «πόσοι εξευτελισμοί καί πόσοι όνειδισμοί»! 'Έφυγε πρώτος στό Πισοδέρι ό Χασόπουλος, νά παρακολου­ θήσει άπό κοντά τήν τουρκική φρουρά. 'Ακολούθησε ό 'Αγορα­ στός μέ τούς δύο δασκάλους. "Αν καί ε{χε άλογο προτίμησε νά πάει πεζη στή λάσπη, στά χιόνια καί τόν άνήφορο δπως ταίριαζε σ' ενα προσκυνητή. Στή μέση του δρόμου εστριψαν στό περί­ φημο μοναστήρι της·Αγίας Τριάδας, δπου μάζεψαν κάτω άπ' τίς πανύψηλες όξυές καί τό λιγοστό χιόνι πολλά άγριολούλουδα γιά νά νεκροστολίσουν τό κεφάλι. Τελευταίος ήρθε καβάλλα στήν ·Αγία Τριάδα ό Χατζηκώτσης μέ τό πολύτιμο κεφάλι σ' ενα σακκί. Μόλις νύχτωσε μπηκαν δλοι μαζί στό Πισοδέρι. Περασμένα μεσάνυχτα δταν οί Τοϋρκοι είχαν βυθιστεί στόν ϋπνο γλύστρησαν σιγά σιγά σάν σκιές οί πέντε μαζί μέ τόν ενθουσιώδη εφημέριο Παπασταυρο καί κατέβηκαν στό παρεκ­ κλήσι της ·Αγίας Παρασκευής. Μπροστά στήν · Ωραία Πύλη εβγαλαν μιά πλάκα, εσκαψαν ενα μικρό λάκκο, εβαλαν προσε­ χτικά μέσα ενα φρεσκοφτιαγμένο εκείνη τή νύχτα κουτί μέ τό κεφάλι τυλιγμένο σέ σάβανο του Παναγίου Τάφου πού ε{χε φέρει

άπ'

της του Πισοδερίου Μόδεστος καί τό σκέπασαν μέ τ' άγριολού­ λουδα της 'Αγίας Τριάδας. Μιά μικρή κανδήλα τούς φώτιζε πού τρεμόσβηνε στό πηχτό σκοτάδι. "Αναψαν τώρα μιά λαμπάδα καί εψαλαν δλοι μαζί τήν νεκρώσιμη άκολουθiα «εν όλολυγμοίς» δπως γράφει ό 'Αγοραστός και, άφοϋ εδωσαν τόν τελευταίο άσπασμό ξανάβαλαν τήν πλάκα στήν θέση της. Είχαν πάρει δλα τά μέτρα ωστε καί αν ξαφνικά ξυπνουσαν οί

τήν 'Ιερουσαλήμ ό 'Αγιοταφίτης άρχιμανδρίτης καί εύεργέ­

Τουρκοι δέν θά εϋρισκαν τίποτε τό επιλήψιμο. Τά είχαν ετοιμά­

σει δλα γιά μιά κανονική «άγρυπνία». 'Εκεί μπροστά στήν εικόνα της Παναγίας όρκίσθηκαν δλοι νά φυλάξουν αυστηρότατα τό μυστικό καί νά μήν είπουν σέ κανένα άπολύτως τίποτε.

***

Τέλη του · Απρίλη του 1907 πfjγε στήν Καστοριά ή χήρα κ.

Ναταλία Μελα μέ άδεια των τουρκικών άρχων νά τακτοποι�σει τόν τάφο του συζύγου της. 'Έπρεπε νά μεταφερθεί στήν Καστο­ ριά καί τό κεφάλι γιά νά ενωθεί μέ τό κορμί.

Δύο μέρες άπ' τόν άποκεφαλισμό ξαναπfjγαν στήν Στάτιτσα οί Τουρκοι καί χωρίς δυσκολίες, καί ξυλοδαρμούς αυτή τή φορά βρfjκαν τόν τάφο γιατί οί άθηναϊκές εφημερίδες ε{χαν άναγράψει

μέ πολλήν άκρίβεια τήν θέση του

πτωμα στόν Μητροπολίτη Καστοριας. Γιά τή μεταφορά τfjς κεφαλfjς όρίσθηκε ό κ. Παναγιώτης Ζησιάδης. Φόρεσε γκέγκικα ρουχα, πfjρε άπ' τόν Μητροπολίτη μιά μικρή βαλίτσα μέ άρχιερατική μίτρα γιά νά βάλει μέσα τό κεφάλι καί ξεκίνησε μέ δύο «σοβαρfjδες». Τούς ε{χε ζητήσει ό Μητροπολίτης άπ' τόν «Καϊμακάμη» γιατί εστελνε, δπως του ε{πε, τόν Ζησιάδη νά πάρει άπ' τόν Μητροπολίτη της Φλώρινας μιά μίτρα καί άλλα «δεσποτικά» πράγματα πού του ήσαν άπαραί­ τητα τώρα πού πήγαινε «συνοδικός» στήν Πόλη. Οί δυό σοβαρfjδες τόν άφησαν στό 'Ανταρτικό, πού άνηκε στόν «καζά» (επαρχία) της Φλώρινας, καί τόν παρέλαβε ό Φέιν 'Όνμπασης. Μ' ενα χωροφύλακα καί ί5 στρατιώτες τόν εστειλε στό Πισοδέρι. 'Ο Ναούμ Λιάκος δμως, τό μόνο μέλος της 'Επιτροπfjς πού βρfjκε, άρνήθηκε νά του παραδώσει τό κεφάλι. 'Ίσως καί δέν ήξερε που άκριβως ε{χε παραχωθεί. 'Αναγκάστηκε νά κατεβεί στήν Φλώρινα. Σ' ενα χάνι βρfjκε τόν Λάζαρο Τσάμη πού ερχόταν εκείνη τήν ωρα άπ' τό Μοναστήρι. Ξαναγύρισε μαζί του στό Πισοδέρι, πfjρε τό κεφάλι, τό 'βαλε στήν άρχιερα­ τική μίτρα, ιδανική άληθινά θήκη καί εκλεισε ησυχος τήν

Παράδωσαν τό άκέφαλο

βαλίτσα. Πρωί πρωί θά 'φευγε στήν Καστοριά. Τό βράδυ δμως εκεί πού δειπνοϋσαν παρουσιάσθηκαν δύο άλλοι σοβαρfjδες.

Τούς εστειλε ό Καϊμακάμης τfjς Φλώρινας, νά τόν πιάσουν, γιατί κάποιος καλοθελητής τοϋ είχε σφυρίξει πώς ό Ζησιάδης ήταν

Μέ τήν καινούργια συνοδεία ξανακα­

τέβηκε ό Ζησιάδης στήν Φλώρινα. Τόν εριξαν ευθύς στήν φυλακή καί τόν εστρωσαν σ' αλύπητο καί άγριο ξύλο Είχε ευτυχώς τήν πρόβλεψη νά παραδώσει τό άλογό του μέ τήν πολύτιμη βαλίτσα σ' ενα Πισοδερίτη, πού δταν είδε πώς τόν πfjγαν φυλακή ετρεξε στό Μητροπολίτη. 'Ο «Μογλενων καί Φλωρίνης» εστειλε ευθύς μέ τόν ανεψιό του καί τό άλογο τοϋ Ζησιάδη τήν βαλίτσα στήν Καστοριά. Τό κεφάλι ενώθηκε τώρα μέ τό κορμί κάτω απ' τήν 'Αγία Τράπεζα τοϋ Μητροπολιτικοϋ ναοϋ τfjς Καστοριiiς. 'Έξω στόν

'Έλληνας αξιωματικός

!

περίβολο ύπfjρχε ενας μεγάλος μαρμάρινος σταυρός καί κάτι σάν τάφος. Μά ήταν γιά τά «μάτια», γιά τά τουρκικά δηλ. μάτια

Τά κόκκαλα τοϋ εύγενικοϋ ηρωα

αναπαύονταν στό ίερό άδυτο τοϋ 'Αγίου Βήματος. 'Ύστερα από 10 μέρες εφθασε καί ό Ζησιάδης στήv Καστοριά

σακατεμένος καί κατάμαυρος ακόμα άπ' τό ξύλο.

τΗταν άδειο κενοτάφιο

(«Ντόκτορ Γιάννης»)

5. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Ό 'Ελληνικός στόλος ξεκίνησε. 'Οκτώ πλάβες -μονόξυλα χωρίς καρίνα τοϋ Βάλτου των Γιαννιτσών- προχωροϋσαν ή μιά πίσω άπ' τήν αλλη μέ τρείς όπλοφόρους ή καθεμιά. Φιλοδοξοϋ­ σαν νά ξεκαθαρίσουν τόν Βάλτο άπ' τά κομιτατζήδικα άγκάθια καί ν' άπαλλάξουν τά χωριά άπ' τή Βουλγαρική τρομοκρατία:

Καί χαιρετοϋσαν προκαταβολικά τόν θρίαμβό τους μέ λίγες ντουφεκιές καί πολλές ζητωκραυγές. Μερικά ποτήρια ρακή ε{χαν δυναμώσει τήν αίσιοδοξία τους. 'Απ' τήν παραλία τούς

Ούώρα κ'λή. Ό

Χριστός κ' η Παν'γιά μαζί σας». τΗταν τό πρώτο 'Ελληνικό Σώμα στόν Βάλτο πού εγκαινίαζε τήν εκστρατεία εναντίον της κομιτατζήδικής παντοκρατορίας. Ε{χαν άπλωθεί τώρα οί κομιτατζηδες σ' δλο τόν Βάλτο καί σέ μέρη πού ήταν καθαρά 'Ελληνικά. Καί ε{χαν γίνει άνυπόφοροι. Πίεζαν καί τυραννοϋσαν καί τά 'Ελληνόφωνα χωριά πού ε{χαν μείνει στήν άρχή άνενόχλητα. Δέν αφηναν οί κομιτατζηδες νά ψαρεύουν στόν Βάλτο η νά κόβουν ψάθες παρά μόνο δικοί τους εμπιστοι. Οί αλλοι επρεπε νά πληρώσουν φόρο μεγαλύτερο άπ' τόν επίσημο Τουρκικό, δταν δέν πλήρωναν μέ τό κεφάλι. Ήταν πιά ό Βάλτος ή «Σπηλιά του Δράκου», πού σκορποϋσε παντοϋ

φώναζαν πολλοί χωρικοί: «Ούώρα κ'λή πιδιά

γύρω τόν φόβο καί τρόμο μά παράλληλα καί άπέραντο πλούσιο

τσιφλίκι,

πού

άνηκε θεωρητικά

στόν Σουλτάνο,

ήταν δμως

ουσιαστικά

άποκλειστική

ίδιοκτησία

τους.

Καί

γιά

νά

επιβε­

βαιώσουν τήν επιβολή καί δύναμή τους εβαλαν φωτιά στό μικρό

'Ελληνικό χωριό Νησί.

'Αποτελοϋσαν τό

σώμα

άπ' τόν Γιδα, τή σημερινή

ό Τζόλας ό Περήφανος καί ό Χάρης

'Αλεξάνδρεια,

ελεεινό τότε χωριου­

δάκι,

καί μερικοί άπό

αλλα χωριά

του

«Ρουμλούκι»

- (τοϋ

'Ελληνόφωνου κάμπου). Ήταν καί «βουνήσιοι» άπ' τά Πιέρια

καί τόν 'Όλυμπον «αντάρτες» λίγο διάστημα τό 1896, 1897, «κλέφτες» τόν άλλο καιρό μέ διαλείμματα,· τσομπαναραίοι τό καλοκαίρι στά βουνά, στή Θεσσαλία τόν χειμώνα - γιά μεγαλύ­ τερη ασφάλεια. 'Ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στήν εκκληση πο6 τούς εκαμε ενας φίλος τους τυρέμπορος πού τούς παρουσιάσθηκε σάν άντι­ πρόσωπος του Δεσπότη καί του Προξενείου. Μά σάν κατέβηκαν στόν λασπωμένο κάμπο καί άντίκρυσαν τόν Βάλτο βάλτωσε ή ψυχή τους.

-Εϊπαμε νά πάμ' άντάρτες μά στά β'νά, δχ' στόν βουρκο, ε{πε ό ΤΘιουμής, ενα λεβεντόκορμο παλικάρι. -Κι θά μας βαστάξΌυν εμας τουτα τά σάπιοσάνιδα;! επρό­ σθεσε ό Νάκος κουτός, χοντρός μά καί. σβέλτος. -Μιά βολά πού ήρθαμε δέ μπορουμ' νά γ'ρίσουμε πίσω, ε{πε ό Τασιούλας ψηλός μέ γένεια καί μεγάλα άτακτα μαλλιά άρχη­ γός μιας μικρής όμάδας. 'Έκαμε τό σταυρό του καί μπήκε σέ μιάν πλάβα. Τόν άκολούθησαν οί άλλοι άνά δυό σέ κάθε πλάβα μ' ενα τρίτο πού ήξευρε νά τήν κατευθύνει καί νά κρατάει τό πλακίδι (κουπί). 'Υπηρχε καί ή παράδοση δτι παλιοί μεγάλοι κλέφτες καί άρματωλοί του 'Ολύμπου, δπως ό Νικοτσάρας, εγιναν καί κουρ­ σάροι στή θάλασσα. Φορουσαν δλοι φουστανέλλες μέ βαριά φουντοφόρα τσαρούχια, πολύ λίγο κατάλληλα γιά τόν Βάλτο.

τούς βουνήσιους καί πολλοί άλλοι δέν είχαν

'Εκτός άπ'

ξαναμπεί στόν Βάλτο καί

δλοι δέν είχαν ιδέα του πολέμου στόν

Βάλτο πού ήταν τόσο παράξενος καί ιδιότυπος. Ηχαν δμως πολύ μεγάλην ιδέα γιά τόν εαυτό τους καί τήν παλικαριά τους. Τό «Κέντρον» δμως της Θεσσαλονίκης, οί άνθυπολοχαγοί δηλαδή Κάκαβος καί 'Αλέξ. Μαζαράκης, πού ύπηρετουσαν στό Προξενείο μέ τά ψευδώνυμα Ζώης καί 'Ιωαννίδης, τούς εστειλαν. τόν Γκόνο Γιώτα άπ' τά Γιαν�.σά μέ δυό δικούς του. 'Ό Γκόνος ε{χε επαναστατήσει ενωρίς άμούστακο παλικάρι. Τά 'βαλε μέ τούς επιστάτες καί φύλακες των Τουρκικών τσιφλι­

κιών, πού ήταν άληθινή μάστιγα του άγροτικου πληθυσμοϋ.

Σκότωσε δυό, ανακηρύχθηκε απ' τή Τουρκική αρχή «φεράρ» (φυγόδικος) καί εγκαταστάθηκε στόν Βάλτο. 'Εκεί τόν βρfjκαν οί πρώτοι κομιτατζfjδες καί τόν αγκάλιασαν. Μά γρήγορα τούς σιχάθηκε. Οί περίφημοι πρόμαχοι της λευτεριας καί Τουρκομά­ χοι φρόντιζαν περισσότερο γιά τόν εκβουλγαρισμό παρά γιά τήν απελευθέρωση. Ύπfjρχε στά Γιαννιτσά καί σχολή Γάλλων καλογήρων, πού ήταν καθαρά Βουλγαρική εστία. Καί τήν ήμέρα πού τούς είδε νά επιβάλλουν μέ φωνές, βρισιές, απειλές, γυμνά μαχαίρια τήν Βουλγαρική λειτουργία στόν "Αγιο Λουκα τούς είπε: 'Έτσι θά διώξουμε τόν Τουρκο;! 'Εγώ σας αφήνω. Μέ δυό φίλους του εγκαταστάθηκε σέ μιά μικρή καλύβα στήν καρδιά του Βάλτου, πού τήν ήξευραν μόνο λίγοι εμπιστοι ψαράδες. Σάν τά 'μαθε ό περιβόητος βοεβόδας 'Αποστόλ, σκύλιασε καί επρόσταξε νά τόν ξεκάμουν μέ κάθε μέσο καί θυσία. Μά τό πουλί είχε πετάξει. Δικοί μας των Γιαννιτσών, δπου αρκετοί είχαν βρεί τόν θάνατο από όργανα του Κομιτάτου, μίλησαν στή Θεσσαλονίκη στούς άρμοδίους γιά τόν Γκόνο. 'Έτσι βρέθηκε στήν πρώτη ναυτική μας επιχείρηση. 'Ο Τζόλας καί ό Χάρης πού παρίστα­ ναν τούς μεγάλους αρχηγούς καί πολεμάρχους δέν θά τόν δέχονταν, πού δέν ήξευρε «ρωμέικα» καί μπορουσε νά τούς κλέψει τίς δάφνες. Ύπfjρχεν δμως ή φήμη δτι ήξευρε δλα τά κατατόπια του Βάλτου καί δλα τά τερτίπια των κομιτατζήδων. Ύπfjρχε καί ή διαταγή του «Προκσιενείου» πού είχεν απεριόρι­ στο κύρος καί επιβολή μεγαλύτερη από ενα 'Υπουργείο στήν κάτω 'Ελλάδα. 'Ο Γκόνος εκαμε τρείς φορές τόν σταυρό του καί τράβηξε μπροστά μέ τούς δυό συντρόφους. Κύριος στόχος της εκστρατείας ήταν ή καταστροφή μιας καινούριας καλύβας, πού . είχαν σκαρώσει τόν τελευταίο καιρό οί κομιτατζfjδες σ' εκείνα τά μέρη καί ήταν επικίνδυνη απειλή γιά τά δικά μας χωριά. 'Έτρεξε δμως ό Τζόλας μέ τήν πλάβα του καί του επρόσφερε ενα παγούρι νά ρουφήξει ρακή.

-Πιές, Γκόνο, τόν εlπε, νά πάρ'ς δύναμη. Καί τί λές; Δέν θά τούς φαμε;

- 'Ο

Τεός

·Ο Τεός

απάντησε.

-Ό Τεός

Ό Τεός

Μά κι τά τουφέκια μας.

-Δείξε μας εσύ τήν καλύβα κι τ' άλλα δική μας δ'λειά. Δέν τήν ξιέρ'ς τήν καλύβα;! -Ντέν. -Ντέν; Κι τότ'ς τί θά κάν'με;! -Νά τό βρουμε τό καλύβα. Είχαν πλησιάσει τώρα καί άλλες πλάβες καί παρακολουθοϋ­ σαν τή συζήτηση αναστατωμένες. -Κι μας ελ'γαν πώς ήξ'ρε δλες τίς καλύβες καί δλα τά μονοπάτια, εlπεν απαγοητευμένος ό Χάρης. Πετάχθηκεν δμως ό Γρηγόρης ό ανεψιός του καπετάν Παύλου άπ' τόν Ζορμπα, παλιου αγωνιστfj πού τόν φαρμάκωσε ,ό Κομιτάτο. Ήταν της παλιας σχολfjς μέ παλιά μυαλά πού δέν μπορουσαν

νά καταλάβουν τά καινά δαιμόνια του Κομιτάτου, δτι ό δρόμος γιά τή λευτεριά περνουσε πάνω απ' τά ερείπια καί τά πτώματα

του

Έλληνισμου.

-Πως μπορουσε νά τήν ξέρει ό Γκόνος τήν καλύβα;! ε{πε.

ΕΙναι καινούρια. Τήν εφτιαξαν τώρα οί κομιτατζfjδες κάπου εδω κοντά. -Καί πως θά τή βρουμε;!

'Ο Τεός βοηθός, είπε κάνο-

ντας τόν σταυρό ό Γκόνος. Μά οχι λόγια φωνές.

-Τί;! Θά πηγαίνουμε σάν μοϋτοι;! διαμαρτυρήθηκε ό Χάρης. -Μά πηγαίνουμε σέ γάμο;! παρατήρησε ό Γρηγόρης. -Καλά λέει ό Γκόνος, ακούσθηκε δυνατή ή φωνή του

Καί

Τασιούλα. Ξέρ' κ'λά τή δουλειά. Σείς δέν ξέρ'τε τίποτις δέν είστε γιά τίπ'τις.

ακούσθηκε ό Χάρης.

-Ξέρ'τε νά μεγαλών'τε βουβάλια;! Γιά νά σταματήσει τόν καβγά ό Γκόνος, συνέχισε τίς συστά-

-Θά ψάξουμε. Τά τό βρουμε

'Όχι τραγούδια

-Πως δέν ξέρ'με;! Σύ ξέρ'(;

JCαλύτερα;!

σεις: Τό ενα πλάβα πίσω άπό τό αλλο πενήντα μέτρα, όγδόντα μέτρα. -Πολύ σωστά, έπιδοκίμασε ό Τασιούλας.

ε{πε ό

Τζόλας.

-Μωρέ

πως βρίσκ'με τήν καλύβα. Καί επειτα

-Τί επειτα;

-'Έπειτα θά τούς ριχτοϋμε κι θάν τούς πάρ'

ό διάβολος τόν

πατέρα.

-'Ά

'Όχι!

φώναξε δυνατά ό Γκόνος.

-Νά μήν τούς πάρ' ,ό διάβολος τόν πατέρα;! ρώτησε ό Τζόλας ξεσπώντας στά γέλια. -'Όχι νά ριχτοϋμε. -Νά μήν τούς ριχτοϋμε;! Τί λές μωρέ Γκόνο;! Καί γιατί ξεκινήσαμε;!

-Τό κομιτατζfjδες μέσα στό καλύβα

Πίσω άπό μετερίζι!

πίσω άπό τοίχος.,

Κι τί θά κάν'με; θά σταθοϋμ' νά τούς κοιτάζουμ' μέ σταυρω-

μένα τά χέρια;! -Μυαλό

Καί εδειξε μέ τό δάχτυλο τό κεφάλι. -Μά αν εϊχ'με μυαλό δέν θά γυρίζαμε στόν Βάλτο μέ πλάβες τέτοιον καιρό! Θά καθόμαστε σπίτι κοντά στό τζάκι. 'Όλοι γέλασαν χωρίς νά έξαιρείται καί ό Γκόνος.

Ξαναπfjρε τόν λόγο ό Γρηγόρης γιά νά έξηγήσε1 τά λόγια τοϋ Γκόνου, καί ε{πε:

Πολύ σωστά λέγει. Οί κομιτατζfj­

δες εχουν όχυρώσει τίς καλύβες. Φτιάνουν γύρω-γύρω ενα τοίχο άπό χωμα καί σακκιά μέ χωμα. Καί θά χτυποϋν αύτοί προφυλαγ­ μένοι έμείς ξεσκέπαστοι στίς πλάβες! Καταλαβαίνετε τί μπορεί

νά γίνει

Κατάλαβαν δλοι καί σώπασαν. Κατάλαβαν έπίσης δτι ό Γκό-νος ήταν ό μόνος πού ηξευρε καλά τόν Βάλτο καί τόν πόλεμό

του. -Ό Γκόνος άρχ'γός καί καπ'τάνιος, άκούσθηκε ή φωνή τοϋ Τασιούλα. 'Εγώ αύτόν δέχομαι. Ε{ν' ό μόνος αξιος.

καί έμείς μέσα στό πλάβα;!

Τέλει μυαλό

-'Έχει δίκιο ό Γκόνος

Είναι σά νά χτυποϋμε μέ τό κεφάλι ενα χόντρό.τοίχο.

Κανένας δέν εφερε αντίρρηση. Ήταν μέσα του Νοέμβρη 1904. Ό Βάλτος είχεν αρχίσει νά κιτρινίζει. 'Έκανε κρύο καί ψιχάλιζε. Σύννεφα. Σύννεφα είχαν κατέβει χαμηλά. Τά καλάμια φαίνονταν σάν νά λύγιζαν απ' τό βάρος τους. 'Η ύγρασία εμπαινε στά κόκκαλα. -Μωρ' !.δουν' χειρότ'ρα καί απ' τά χιονισμένα β'νά, φώναξε ό Τσιουμής ενώ εσφιγγε τήν -κάπα πάνω του. -Χμ! Τί θαρρουσες;! 'Έτσι εϋκολος εΙν' ό Βάλτος;! απά­ ντησε ό Χάρης. Ώς τόσο εξακολουθουσε ό στόλος ν' άλωνίζει τόν Βάλτο γιά νά βρουν τήν εχθρικιά καλύβα ή εχθρικιά πλάβα. Οί όχτώ πλάβες πήγαιναν ή μιά πίσω απ' τήν άλλη σέ ορισμένη πάντοτε απόσταση. Δεξιά καί αριστερά ύψώνονταν αδιαπέραστος τοίχος τά καλάμια. 'Επικρατουσε απόλυτη ήσυχία πού τήν τάρατταν μονάχα τά αγριοπούλια. Τόν χειμώνα κατέβαιναν στόν Βάλτο απ' τόν βορρii μεγάλα καί πολλά κοπ11;δια αγριόπαπιες, αγριόχη­ νες, αγριόγαλοι κτλ. τΗταν ό παράδεισος του κυνηγιου. Καί όμως, κανένας δέν πυροβολουσε όσο καί αν σκανδα­ λίζονταν. 'Ο Γκόνος μπροστά πάντοτε δέν επαυσε νά συνιστii μέ νοή­ ματα σιωπη καί τάξη. 'Ήθελε νά πηγαίνουν όλοι όπως ή σκιά, ή σκιά όμως πού θά σκόρπιζε φωτιά καί θάνατο. Του εκαμε εντύπωση ή ερημιά του Βάλτου σέ εκείνα τά μέρη. Δέν εμπαιναν τώρα πολλοί στόν Βάλτο γιά ψάρια ή γιά ψάθες απ' τόν φόβο τ&ν κομιτατζήδων. Γι' αυτό εϋρισκε κλειστούς παλιούς δρόμους - διαύλους. Δέν δουλεύθηκαν καί τούς κυρίευσαν τά καλάμια πού ξεφύτρωναν καί όπου δέν τά εσπερνε κανένας. Κάποτε είδαν μιά πλάβα, πού πάσχιζε όμως νά ξεφύγει. 'Έτρεξε ό Γκόνος καί τήν πρόλαβε. τΗταν μέσα ενας γέρος μ' ενα παιδάκι. -Γιατί εφευγες γέρο; τόν ρώτησε στή γλώσσα του.

-Ποιούς φοβiiσαι; -"Αν ήξευρα πως ήσουνα εσύ (Ίcόνο δέν θά εφευγα. -Μέ γνωρίζεις;

γνωρίζει;

σέ

ποιός δέν

-Καί

ανασάνουμε.

ν'

-Φοβασαι τούς κομιτατζήδες; Δέν τούς αγαπας; _ ' Εγώ τούς αγαπάω. Μά δέν ξεύρω αν έκείνοι μέ αγαπουν

Στ είλ'

τους

τό γρηγορότερο στόν διάβολο. Νά γλυτώσουμε καί

-Γιά πές μου τώρα στόν Θεό σου, ξέρεις καμιά καινούρια κομιτατζήδικη καλύβα έδω κοντά; -'Όχι, Γκόνο μου. Δέν ξεύρω. Στό όρκίζομαι. Καί εχω καιρό

νά μπω στόν Βάλτο. Πέρασαν ώρες πολλές. · Η ψιλή βροχή εγινε χιόνι καί τό κρύο δυνάμωσε. 'Απ' τίς άλλες πλάβες εκαμναν νοήματα νά γυρίσουν πίσω στό χωριό. Κρύωναν. Καί ε{χαν κουρασθεί καί βαρεθεί. 'Ο Γκόνος δμως έννοουσε νά συνεχίσει. Θά ήταν έντροπή καί προσωπική του προσβολή αν δέν μπορουσε οϋτε τή θέση της καλύβας νά έπισημάνει. Βράδιαζε πιά. Κόντευε νά σουρουπώσει. 'Αναγκάσθηκε νά πάρει περίλυπος τήν απόφαση νά γυρίσει πίσω άπρακτος. 'Έ­ στριψε πίσω τήν πλάβα του. Μερικές πλάβες χειροκρότησαν. Μά ξάφνου από ενα κάθετο δίαυλο πρόβαλε μιά μεγάλη παρα­ φορτωμένη πλάβα. 'Ο Γκόνος ανατινάχθηκε. ΕΙδε τόν δάχτυλο

Καί τήν ευχαρίστησε μέ πολλά σταυρο­

της θείας προνοίας

κοπήματα. · Η πλάβα ήταν αληθινά γεμάτη μέ πάμπολλα πράγματα. Τήν εΙχαν δυό παιδιά τό ενα 17-18 χρόνων, τό άλλο 14-15, ό Στέφος.

Τούς πλησίασε. Δέν ύπηρχε φόβος νά τόν αναγνωρίσουν. ΤΗταν πολύ νεαροί. Τούς χαιρέτησε καί τούς ρώτησε στά Βουλγαρομα­ κεδονικά μέ κάποιο τόνο της καθαρεύουσας Βουλγαρικης:

-Γιά που ώρα καλή τό βάλατε παιδιά; -Δέν καταλαβαίνεις; Γιά τούς συντρόφους σας. ΤοίJς πήραν τά δυό παιδιά γιά κομιτατζήδες.

Φ ορουσαν ό Γκόνος καί οί δυό

σύντροφοί του τά ρουχα της

περιοχής Γιαννιτσών, πού τά κρατουσαν μέ μερικά στολίδια καί

οί κομιτατζήδες. 'Έκαμε νοήματα νά μείνουν μακριά οί άλλες πλάβες. 'Υπήρχε φόβος νά τούς προδώσουν οί φουστανέλλες.

Καί μερικοί καμπίσιοι ε{χαν αντικαταστήσει τά μπενοβρέκια μέ τήν κλασική κλέφτικη στολή. Ευτυχώς ήταν σφιχτοτυλιγμένοι στίς κάπες. -Καί τί καλά εχετε στήv πλάβα σας; -Ρώτησε καλύτερα, τί δέν εχομε, απάντησε ό μικρός Στέφος. 'Έχομε αλεύρι, ψωμιά, πίτες, κρέας, φασόλια, κρεμμύδια, αυγά, τυρί, βούτυρο κρασί, ρακή. Πώ! Πώ! Μπράβο σας. 'Έχετε άπ' δλα. Δώστε μας καί έμiiς κάτι νά μασήσουμε καί λίγη ρακή νά ζεσταθοϋμε. -" Α! 'Όχι θά τά πάρετε μαζί μέ τούς αλλους στήν καλύβα. Δέν ε{ναι μακριά. -Τόσο σφιχτοί καί τσιγγούνηδες είστε; -'Εμείς τρώμε ξηρή μπομπότα καί φέρναμε σέ σας καί τοϋ πουλιοϋ τό γάλα. -Γιατί δέν ερχεσαι καί σύ μαζί μας vά χορτάσεις πουλιοϋ γάλα; -Δέν μ' αφήνει ή μάνα μου. -Θέλει νά σέ παντρέψει; -Ου! Ου! Μ' εχει κιόλας αρραβωνιάσει. -Θά γίνω στόν γάμο σου έγώ μπράτιμος. Δώσε μας λοιπόν λίγο ρακή. μικρός σήκωσε τούς ώμους καί εδειξε τόν μεγάλο πού ήταν ό πλοίαρχος της πλάβας. -Μά έρχόμαστε από μακριά, απ' τά μέρη της Καρ·υώτισας. -Ουχουού! Τόσο μακριά;! -Μας στέλνουν έδώ γιά ένίσχυση. Γιατί φάνηκαν έδώ, καθώς λέγουν, Γραικοί αντάρτες.

είπε περιφρονη­

τικά ό μεγάλος. Στό μεταξύ οί πλάβες προχωροϋσαν. Μπροστά ή κομιτατζή­ δικη. -'Ώστε τζάμπα κάνουμε τόg.,9 δρόμο;! ξαvαείπε ό Γκόνος. Καί μας αφήνετε νηστικούς! -Μά δχι, θά φiiτε μαζί μέ τούς αλλους μ' δλη σας τήv

-Πούφ. Γραικοί αντάρτες! ψόφιες ψείρες!

ήσυχία. 'Όλα αυτά, πού κουβαλαμε είναι καί δικά σας. Νά. Φαίνεται τώρα ή καλύβα. Φάνηκε πραγματικά ή καλύβα άρκετά μεγάλη μέ το οχυρό γύρω περιτείχισμα. Κάμποσοι κομιτατζήδες καθόνταν γύρω άπό

ενα μαγκάλι μέ φωτιά, πού τούς φώτιζε καί τούς κοκκίνιζε στό μισοσκόταδο. -Σας φέρνουμε καί καινούριους συντρόφους, φώναξε ό μικρός Στέφος. Δέν φάνηκε δμως νά χαρουν πολύ. Θά τούς ετρωγαν τά φαγιά οί «καινούριοι». 'Ένας μονάχα σηκώθηκε βαρύς νά τούς κοιτά­ ξει. Περιορίσθηκε νά εiπεί στά παιδιά. Ξεφορτώστε. "Αρχισε τό ξεφόρτωμα. Πλησίασαν καί αλλες πλάβες. 'Ο Γρηγόρης καί δυό αλλοι πού φορουσαν τά χωριάτικα εστεκαν ορθιοι οί αλλοι σκυφτοί. 'Ο Τασιούλας δμως δέν μπορουσε νά συγκρατηθεί καί τινάχθηκε όλόρθος. Τόν είδαν οί κομιτατζήδες καί πετάχθηκαν καί αυτοί άλαφιασμένοι νά πάρουν τά δπλα. 'Ακολούθησε σύντομη καί σκληρή άπό κοντά συμπλοκή. Δυό άντάρτες πληγώθηκαν ελαφρά καί δυό δικοί μας πλαβαδόροι καθώς καί ό μεγάλος της κομιτατζήδικης πλάβας σκοτώθηκαν.

Πολύ περισσότεροι δμως κομιτατζήδες επεσαν νεκροί

ή

καλύβα εμεινε όριστικά δική μας. Ό μικρός Στέφος πού είχε τρυπώσει κάτω άπ' τή σκάλα της καλύβας, παρουσιάσθηκε δταν πήρε τέλος ή συμπλοκή καί εΙπε του Γκόνου:

-Γιατί δέν μου ελεγες πως εΙστε δικοί μας; -Καί τί θά 'καμνες μικρέ; -Ξέρω εγώ. Τώρα ερχομαι μαζί σας. -Καί ή μαμάκα σου; 'Η άρραβωνιαστικιά; -Δέν μέ νοιάζει, θέλω νά πολεμήσω. -Καλά. Τώρα πού γνωρισθήκαμε θά σέ καλέσω. �Έννοια σου. Οί δυό πληγωμένοι άντάρτες καί οί δυό σκοτωμένοι πλαβαδό­ ροι μεταφέρθηκαν μέ δυό πλάβες στό πλησιέστερο χωριό γιά νά τούς δεί γιατρούς άπ' τή Βέροια, οί πρώτοι, καί οί αλλοι γιά νά

Καί

ταφουv. Τά κομιτατζήδικα πτώματα ρίχθηκαν παραπέρα στόν Βάλτο, δπου τά νερά ήταν βαθύτερα καί κινούμενα. Καί οί προμήθειες των κομιτατζήδων χρησίμευσαν γιά πλούσιο φαγο­ πότι των ίδικων μας.

(«'Ο δραπέτης»)

6. Ο ΜΟΥΧΤΑΡΗΣ

Τό χωριό ξεφάντωνε. Πολλά σώματα καί κάπου 250 άντάρτες ε{χαν συγκεντρωθεί μιά ήλιόλουστη μέρα του 'Απρίλη του 1905 στό χωριό, τότε σωστή άετοφωλιά. Πολλοί νόμιζαν πώς πάει τό

«Τούρκικο» καί ήλθε τό «'Ελλtινικό». 'Ενθουσιασμένοι ήταν καί οί νεόβγαλτοι άντάρτες. Ήταν τό πρώτο χωριό άπ' τά θεσσαλικά σύνορα δπου στάθηκαν ϋστερ' άπό άτέλειωτες νυχτε­ ρινές πορείες. Καί εβλεπαν μέ πόση λαχτάρα τούς ύποδέχονταν ό πληθυσμός. Ή έπιτροπή, οί άγγελιαφόροι καί οί αλλοι άρμόδιοι του χωριου ήταν στό πόδι.

δλοι τό

βράδυ, οί περισσότεροι γιά τό Λέχοβ� καί επειτα γιά τήν

Δροσοπηγή, τό Φλάμπουρο. 'Απ' έκεί κάθε σώμα θά τραβουσε γιά τόν προορισμό του, τό Βίτσι, τά Κορέστια, τό Περιστέρι καί τό Μορίχοβο. 'Έπρεπε ναχουν τά παιδιά γιά καλό καί γιά κακό στά σακκίδιά τους κρέας, τυρί, ψωμί, γιά 24 τουλάχιστο ώρες. 'Έγινε καί ή άπαραίτητη δοξολογία. 'Η έκκλησία γέμισε άπό

· Εκατό άρνιά ψένονταν στίς σουβλες. Θαφευγαν

κόσμο δσο

καμιάν αλλη

φορά. Χωριάτες καί χωριάτισσες, έπι­

βλητικοί ανδρες μέ χακί στολές καί ποδήματα ή μέ ντουλαμάδες καί τσαρούχια, φορτωμένοι δλοι αρματα, φυσιγγιοθfjκες, μερι­ κοί καί άσημικά -οί παλαίμαχοι- άποτελουσαv τό παράξενο έκκλησίασμα. Λειτουργουσε ό ίδιος ό Μητροπολίτης Κάστοριας Γερμανός Καραβαγγέλης. Ε{χε βγεί τή νύχτα μέ μιά βάρκα άπ' τήv Καστοριά παρ' δλες τίς άντιρρήσεις της έκεί Έπιτροπfjς. Έκήρυξε καί τόν θείον λόγον. Καί ήταν ό λόγος του πολεμικό σάλπισμα. Μέ μάτια πού εβγαζαv σπίθες, καί πρόσωπο πού ελαμπε περισσότερο καί άπό τά χρυσαφικά του, ελεγε: «Εύλογη­ μένοι οί έρχόμενοι έν ονόματι Κυρίου. Ε{σθε οί έκλεκτοί στρα­ τιώται του Γένους καί της 'Εκκλησίας, οί ίδανικοί σταυροφόροι

της έλευθερίας, οί άσπιλοι λυτρωταί των δεδουλωμένων. 'Η Παναγία ή υπέρμαχος στρατηγός ε{ναι μαζί σας». Συνέχισε στόν ίδιο υψηλό τόνο καί ε{πε: «' Ανεβαπτίσθητε ήδη είς τήν κολυμ­ βήθραν του Γένους καί της θυσίας, είς νέαν Σιλωάμ. 'Όλα τά παραπτώματά σας, τά όποία ώς άνθρωποι είχατε, έξαλείφθησαν καί διεγράφησαν. 'Αφίενται αί άμαρτίαι σας πα.σαι, παλαιαί καί μέλλουσαι». Μά ξαφνικά άκούσθηκε ή κραυγή «Τουρκοι, Τουρκοι!». Τό «καραούλι» εφερε λαχανιασμένο τήν είδηση πώς ερχονται Τουρκοι. Ήταν ενα άπόσπασμα άπό 70-80 «κυνηγούς». 'Η έκκλησία διά μιας άδειασε πατείς με πατώ. σε. Οί άντάρτες ετρεξαν νά βρουν τά σώματά τους καί οί χωριάτες τά παιδιά τους. Ό Μητροπολίτης άναγκάσθηκε νά κόψει τό κήρυγμα. Κατέ­ βηκε άπ' τόν πρόχειρο θρόνο, εκαμε τό σταυρό του, ε{πε βιαστικά «Κύριε έλέησον» καί δυνατότερα «Κύριε, Κύριε βοήθει ήμίν. Γίνου ιλεως καί άρωγός» καί βγήκε έπίσης εξω. 'Ο Βάρδας συζητουσε μέ τούς όπλαρχηγούς καί εδινε τίς τελευταίες όδηγίες. Γύρισε επειτα στόν Μητροπολίτη. -Πήραμε τήν άπόφασή μας, Σεβασμιώτατε. Δέν ε{ναι δυνα­ τόν νά φύγουμε χωρίς νά μας ίδουν καί νά μας πάρουν καταπόδι. Τό βουνό ε{ναι γυμνό καί όχι μεγάλο. Νά κρυφθουμε μέσα στά σπίτια ε{ναι άκόμα λιγότερο δυνατόν. Είμεθα πολλοί. Ε{ναι καί οί φωτιές μέ τ' άρνιά στή σούβλα. Θά τούς κτυπήσουμε ξαφνικά καί άσχημα μέσα στό χωριό γιά νά τούς διαλύσουμε, θά τό βάλομε επειτα στά πόδια άλλοι γιά τό Βίτσι καί άλλοι γιά τό Μουρίκι καί τό Σνιάτσκο. Καί ό Θεός βοηθός. Θά τήν πάθει τό χωριό. Μά τί νά γίνει; -Πολύ καλά, πολύ ώραία, ε{πε ό Μητροπολίτης. Δέν ήταν δμως καθόλου καλά οϋτε ώραία τά πράγματα. Παντου όλόγυρα υπήρχαν στρατιωτικοί σταθμοί καί φρουρές. 'Η Καστοριά δέν ήταν μακριά. Μέ τίς τουφεκιές θά έξορμουσαν πολλά στρατεύματα καί τό χωριό θ4 τά πλήρωνε πολύ άσχημα. -Μέ σας Σεβασμιώτατε τί θά γίνει; Αυτό μ' ένοχλεί, ήθελα νά πω μέ στενοχωρεί περισσότερο. -"Α, γιά μένα στενοχωρείσθε; ΕΙναι άπλούστατο.

-Πως ε{ναι τόσο άπλουν, Σεβασμιώτατε; -Θαρθω μαζί σας. -Μαζί μας; Σείς! Ε{ναι δυνατόν;! Ό Καραβαγγέλης απ' τό θάνατο του Μελα ετρεφε τ' δνειρο νά βγεί στό κλαρί. Μά δέν τόν αφιναν. Τώρα εϋρισκε τήν ποθητή εύκαιρία. -Δέν υπάρχει πλέον αλλη διέξοδος, ε{πε. 'Έννοια σας αρχηγέ. Βαστουν τά κότσια μου. -Καί τί θά ειπουν οί Τουρκοι, «οί Εύρωπαίοι», τό Πα­ τριαρχείον;! -"Αν γυρίσω στήν Καστοριά μετά τήν συμπλοκή θά φυλακι­ σθω, θά ρεζιλευθω κι εγώ καί τό Πατριαρχείον. -Καί αμα αρχίσει ή συμπλοκή; -Θά δράξω κι έγώ τό τουφέκι. Ξέρω από δπλα. Εlμαι καί κυνηγός. -Σεβασμιώτατε, μέ φέρνετε σέ δύσκολη θέση. Δέν ξέρω τί νά πω. 'Η εύθύνη ε{ναι μεγάλη. Τό πολύ νά σας βοηθήσω κι εγώ νά φύγετε. κάτω στήν Θεσσαλία. -Αύτό θά τό δουμε αργότερα. Εlναι ζήτημα του μέλλοντος. Προέχει τώρα ή σωτηρία των σωμάτων. Ξέρω πόσο πολύτιμα ε{ναι καί μέ τί καρδιοχτύπι τά περιμένουν. Στό μεταξύ τά σώματ.α επιαναν θέσεις μέσα στά σπίτια καί πίσω από τούς τοίχους όλόγυρα απ' τό μεσοχώρι. Θαβρισκαν

πολύ καλή υποδοχή οί αβτζfjδες (κυνηγοί)

"Αλλο τό ζήτημα αν

τό χωριό θά περνουσε επειτα πολύ χειρότερα Οί χωρικοί ετρεχαν αλαφιασμένοι. Γυναίκες ζητουσαν τά παιδιά τους. Οί άνδρες εβγαζαν εξω παιδιά καί ζωα. Τά σπίτια ι'iδειαζαν. Ό Μητροπολίτης ε{χε απομείνει στήν πλατεία ερημος, βαρύς καί μόνος. 'Έβλεπε δτι ό Βάρδας δέν εδειξε μεγάλο ενθουσιασμό γιά τήν αρματωλική προσφορά του. Δέν ήταν εϋκολο νά γίνει

«ιδανικός σταυροφόρος τfjς ελευθερίας». "Αρχισε ν' ανησυχεί καί ν' αμφιβάλλει. 'Ίσως εχει δίκηο ή 'Επιτροπή πού τόν εξόρκιζε νά μείνει στό γραφείο του.

Πέρασε βιαστικά κείνη τή στιγμή ό Πρόεδρος της 'Επιτρο- πής του χωριου. -Που είναι ό παπάς; τόν ρώτησε. -Χάθ' κ'. Μήν πάθ' ή παπαδιά. -Καί ό μουχτάρης, ό κύρ Ζησος; -Χάθ'κ' κι αύτουνος. Ίέχασ' σήμ'ρα ή μάνα τό π'δί. Κι

μας χρειάζ'τ σήμερα ό γουρσούζης. Ποιός θά πάει νά καλωσο­ ρίσ' τούς Τούρκς; 'Ο Καραβαγγέλης κούνησε τό κεφάλι. -'Έτσι πώς ήλθαν τά πράγματα! Εϊτε πάει εϊτε δέν πάει

Τό ίδιο είναι. Στείλε μου τους σέ παρακαλώ, τούς θέλω.

-Ού θιός ν' βάλ' τό χέρ' του. Μά τί τούς χαλεύ'ς Δέσποτα; -Θέλω ενα καλό τουφέκι μέ πολλά φυσέκια. -Τουφέκ'. Νά σ' δώσ' τό δικό μ, Δεσπότη. Θά καεί π' θά καεί μαζί μέ τό σπίτ', είναι λιγάκι σκουριασμένο, μά κ'λό. Ό Πρόεδρος της 'Επιτροπής πήγε νά ξεθάψει τό δπλο του πού θά γινόταν στάχτη μαζί μέ τό σπίτι του, βρίζοντας τόν μουχτάρη. 'Ο κύρ Ζησος δέν είχε χαθεί οϋτε είχε χάσει τήν ψυχραιμία του. Κατέβηκε κάτω χαμηλά στήν είσοδο του χωριου καί μπήκε στό πρώτο άκρινό σπίτι πού είχε άδειάσει. Φώναξε δυό γειτόνισ­ σες καί τίς δασκάλεψε.

κανείς

Δέν άργησε νά προβάλει ό Τουρκος άξιωματικός μέ τούς πρώτους «κυνηγούς». 'Ο μουχτάρης βγήκε τότε βιαστικός μέ ενα μεγάλο μπουκάλι ρακί καί ποτήρια στά χέριά. 'Έκαμε πώς ξαφνιάστηκε σάν τούς άντίκρυσε. -Μπάά. Πως βρεθήκατε έδω μπέη μου; Δέν τό πήραμε είδηση, είπε τούριcικα του άξιωματικου. Είχε δουλέψει πολλά χρόνια στήν Πόλη. -Δέν συνηθίζω νά βαράω σάλπιγγα δταν βγαίνω εξω, άπο­ κρίθηκε ό ύπολοχαγός. -" Α! Μέ συγχωρείτε μπέη μου. Καλώς ήλθατε στό χωριό μας. Είμαι ό μουχτάρης. Μόνο πού διαλέξατε άσχημη μέρα. -Δέν τήν διάΧεξα εγώ. Σείς μέ ξεποδαριάζετε. Τρώτε τό ψωμί

του Πολυχρονεμένου Σουλτάνου μας καί τό πατατε μέ τούς λησταντάρτες σας. -Λησταντάρτες στό χωριό μας;! 'Όχι πασα μου. Σας γέλασε δποιος σας τώπε. -Θέλεις νά πείς πώς δέν εχουν πατήσει λησταντάρτες στό χωριό; -Δέν ξέρω πως ε{ναι τά μουτρα τους. Δέν τούς εχο iδεί. Στό δρκίζομαι. -Μωρέ σας ξέρω εγώ, τί κουμάσια ε{στε. -"Α! μέ συγχωρείς. Εlμαι ζαλισμένος. Πιαστήκαμε καί στήν κουβέντα. Ξέχασα νά σας κεράσω. 'Ορίστε. Πάρτε ενα ποτηράκι ρακί. Θά σας κάνει καλό. Εlστε κουρασμένοι. Νά πιουν καί νά ξαποστάσουν καί οί στρατιώτες, θά είδοποιήσω άμέσως, τούς άζάδες καί τόν παπά. Δέν ξέρουν πώς ήλθατε. · Ο ύπολοχαγός ήπιε ενα ποτηράκι. -Μά τί συμβαίνει; ρώτησε μέ άπορία. Δέν βλέπω ψυχή στό χωριό. 'Ερημώθηκε; -"Αχ Πασά μου. Μας βρfjκε μεγάλο κακό. 'Έχομε νά θάψουμε σήμερα τρείς νεκρούς. -Τρείς νεκρούς; . -"Αλλους τρείς θάψαμε χθές. -Τί λέτε; Τόσοι θάνατοι διά μιας σ' ενα χωριό; 'Από τί πέθαναν; -Μήπως ξέρουμε καί μείς; 'Έτσι σέ λίγες ώρες πάει δ ι'iνθρwπος -'Αλλάχ. 'Αλλάχ. -Στά χέρια του 'Αλλάχ ειμαστε. Τί ε{ναι δ άνθρωπος; Πέθανε σήμερα καί δ κουνιάδος μου -ε{χε άποθάνει πρίν πολλά χρόνια. Ήλθα σ' αύτό το σπίτι νά πάρω ρακί νά μοιράσουμε στήν κηδεία. 'Έτσι εχομε τή συνήθεια. Ε{χαν πλησιάσει καί πολλοί στρατιώτες καί ι'iκουαν μέ προσοχή τά λόγια του. -Πάρετε καί σείς άπό ενα ποτηράκι, παιδιά, τούς ε{πε. Γιά τήν ψυχή του πεθαμένου. Κάνει καλό καί στήν άρρώστια. 'Όσοι βέβαια τό πίνετε.

Πηραν δλοι καί οί φανατικότεροι μουσουλμάνοι. -Μά δέν φέρατε γιατρό; Ρώτησε ό αξιωματικός. Δέν ειδο­ ποιήσατε τήν Καστοριά; -Χθές ξέσπασε τό κακό πασά μου, λογαριάζω νά κατεβώ αϋριο στήν Καστοριά καί νά πάω καί στό χοκιουμάτι (τή

διοίκηση). "Αν θέλει ό 'Αλλάχ καί μ' εχει καλά. Βγηκαν τότε απ' τό σπίτι οί δυό γυναίκες μέ καρέκλες πού τίς

'Έφεραν καί κάμποσους

καφέδες. Ό αξιωματικός κάθησε σέ μιά καρέκλα σκεπτικός, λίγο παραπέρα, τρείς υπαξιωματικοί. Οί στρατιώτες, στρώθηκαν κα­ ταγης μέ τά μάτια καί τ αύτιά τεντωμένα στό στόμα του μουχτάρη. -Δέν παμε τώρα καί μέσα στό χωριό; τούς εΙπε. Νά iδητε καί τούς νεκρούς. -Τί νά τούς κάμω; Δέν εΙμαι γιατρός. -Μά νά σας φιλέψουμε. Μιά πού κάματε τόν κόπο καί μας ήλθατε, θαταν ντροπή μας νά μείνετε εδώ εξω. -'Όχι, δχι, δέν χρειάζεται. -Τό σωστό εΙναι ναλθετε. 'Έχομε τήν αρρώστια, μά ό 'Αλλάχ εΙναι μεγάλος. Ό επιλοχίας Σελήμ μπάσ-τσαούς εσκυψε στό αύτί του υπο­ λοχαγου καί του είπε: 'Ανησυχοϋν βλέπω οί νεφέρηδες (στρατιώ­ τες). Καλλίτερα νά φύγουμε γλήγορα. Γύρισε ό αξιωματικός στόν μουχτάρη. -Γιά πές μου τώρα καθαρά. Δέν εχετε λησταντάρτες στό χωριό; -Ποιοί θά ήταν τρελλοί πασά μου ναλθουν σήμερα στό χωριό σέ τέτοια φωτιά; Φεύγουν καί οί κάτοικοι. -Φεύγουν; 'Έφυγαν πολλοί; -'Άδειασαν εως τώρα εικοσι σπίτια. Γι' αυτό δέν βλέπετε κόσμο, θά εΙχα φύγει κι εγώ αν σέν είχα τόν πεθαμένο κουνιάδο. -"Ακου μουχτάρη, υπογράφεις δτι δέν υπάρχουν λησταντάρ­ τες καί υποπτα ξένα πρόσωπα στό χωριό; -Καί μέ τά δυό χέρια πασά μου.

εβαλαν κάτω στόν ισκιο ενός δένδρου

-Σκέψου καλά. Θά τά μάθουμε. Τό χέρι του χοκιουμάτι ε{ναι μεγάλο, τό λέει καί ή παροιμία. Καί αλίμονό σου. -'Έννοια σου πασα μου. Ξέρω εγώ τήν δουλειά μου. ·Ο άξιωματικός ε{χε ετοιμα κάμποσα πανομοιότυπα εγγραφα πού ελεγαν:

του Καζα

kαστοριας, δτι δέν υπάρχουν λησταντάρτες ή ϋποπτα ξένα

υπευθύνως καί έν πλήρει γνώσει των

πρόσωπα στό χωριό μας

συνεπειών βεβαιώ καί προσυπογράφω». 'Έγραψε στά κενά μέ τό «καλέμι» τό όνομα του χωριου. ·Ο κύρ Ζησος εβαλε ευθύς αδίστακτα τήν υπογραφή καί τήν μουχτάρικη σφραγίδα. -Φεύγετε κιόλας; ε{πε. Μά κάτι επρεπε νά φατε. Ειναι

ντροπή νά φύγετε ετσι. -'Όχι. 'Όχι. Δέν θέλομε τίποτε. -'Ώρα καλή πασά μου. Νά μας ξανάλθετε μέ τό καλό άλλη

«·Ο υπογεγραμμένος μουχτάρης του χωριου

μέρα.

(«Τά δύο σ-fρατόπεδα»)

7. Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΉ ΠΟΥ ΠΡΟΔΙΔΕΙ

Ό διδάσκαλος Βασίλης Βαλτετσιώτης ήρθε μιά μέρα τόν Αύγουστο 1905 μέ τό τραίνο στόν σιδηροδρομικό σταθμό της Φλώρινας πού ήταν τότε κάτω στό 'Αρμενοχώρι. Δέν εμοιαζε πολύ γιά δάσκαλος της εποχής εκείνης. Ήταν ενα λυγερό καί ζωηρό ξανθό παλικάρι. Μπήκε κι αυτός στήν γραμμή δπως · δλοι οί ταξιδιώτες μπροστά στό δωματιάκι, δπου ό «κομισέρης» τοϋ σταθμοϋ εγραφε δλους πού πήγαιναν στήν Φλώρινα. Φρόντισε νά πάρει δσο μποροϋσε περισσότερο κακόμοιρο ϋφος. 'Όταν ήρθε' ή σειρά του καί εδειξε τό ελληνικό διαβατήριο ό άστυνομικός τινάχθηκε. Τό «καλέμι» του (ό κάλαμος) επεσε κατά γης. «Γιου­ νανλής»! «Γιουνανλής»! καί «ντάσκαλλη»! φώναξε μέ κατά­ πληξη. 'Όλοι οί άλλοι γύρισαν καί κύτταξαν επίσης μέ άπορία καί περιέργεια τόν ξένο. 'Ο «κομισέρης» επειτα πήρε τό καλέμι του κι εγραψε βιαστικά ενα σημείωμα πού τό εδωσε σέ κάποιο χωροφύ�ακα. Ύπηρχε διαταγή νά καταγράφονται σέ μιά κατάσταση οί ύπήκοοι «της ύψηλης καί θεόσωστης Αυτοκρατορίας» καί οί σπάνιοι ξένοι πού τολμοϋσαν νά επισκεφτοϋν τότε τή Φλώρινα σέ χωριστά σημειώματα, πού είδικοί χωροφύλακες επρεπε νά παραδίνουν στήν 'Αστυνομική Διεύθυνση. 'Ο δάσκαλος Βασίλης πήγε μ' ενα άμάξι στή Φλώρινα,

ενοίκιασε ενα δωμάτιο καί άρχισε άπ' τήν πρώτη Σεπτεμβρίου τά μαθήματα. Πήρε καί 'τήν γυμναστική. Τήν εκf1μνε μέ πολύ ζηλο καί ζέση πού δλα τά παιδιά ε{χαν κατενθουσιασθεί. Φρόνιμος,

σχολειό στό σπίτι του ή στήν

ήσυχος, ταπεινός πήγαινε άπ'

. Μητρόπολη. 'Έτρωγε σ' ενα μικρό μαγειρείο. Δέν κυκλοφο­ ροϋσε στούς δρόμους. Τά χρόνια ήταν δύσκολα καί ταραγμένα. Στήν γυμναστική δμως ήταν άλλος άνθρωπος. 'Όλος λεβεντιά,

άέρα, νευρα, εδινε τά παραγγέλματα μέ τόση εντονη ζωηρότητα καί επιβολή πού εγιναν σέ δέκα μέρες τά παιδιά της «'Αστικής σχολής» σωστοί στρατιώτες. 'Απορουσε μόνο πως ή άστυνομία δέν τόν ενόχλησε ουτε κάν τόν ρώτησε, εναν «Γιουνανλή». 'Ένα δμως ήλιόλουστο άπομεσήμερο τήν πρώτη του 'Οκτώ­ βρη ό καϊμακάμης της Φλώρινας μέ τόν άρχιαστυνόμο, τόν είσαγγελέα καί άλλους μπέηδες καί άγάδες άνέβηκαν στόν λόφο που 'ναι πάνω άπό τήν πόλη ν' άπολαύσουν άλκυονική θαλπωρή του «γαϊδουροκαλόκαιρου». 'Ένας χωροφύλακας καί ενας κλη­ τήρας κουβάλησαν χαλιά, ουζο καί μεζέδες. Στρώθηκαν στό ηρεμο τούρκικο «μουχαμπέτ», άτέλειωτο άερολόγημα «περί άνέ­ μων καί ύδάτων». · Η πολιτεία μέ τά δένδρα καί τά τζαμιά της καί δλος ό κάμπος μέ τά νε?σπαρμένα χωράφια καί τά νερά πού γυάλιζαν στόν ηλιο, άπλώνονταν στά πόδια τους. Ξάφνου άκούσθηκαν άπό κάτω, δπου τά ελληνικά σχολεία, δυνατά: «'Εμπρός, μάρς: "Εν δυό, εν δυό, μεταβολή μάρς, άριστρά μάρς». Οί Τουρκοι άλληλοκοιτάχθηκαν. Τά δυνατά καί ζεστά παραγγέλματα άκούονταν εκεί πάνω καθαρότερα, παρά κάτω. Νόμισαν πώς γυμνάζονταν γκιαούρηδες στρατιώτες. 'Ο Καϊμακάμης εΙπε στόν «πάς-πολίτς» (άρχιαστυνόμο). -Τόν ξέρεις αύτόν τόν φωνακλά; -Θα.ναι κανένας ρούμντασκάλ, μπέη εφέντη. -Τόν εχεις ίδεί στά μουτρα; Σάν τί άνθρωπος εΙναι; -Δέν τόν εΙδα, μπέη εφέντη. -Κάλεσέ τον αυριο καί στείλτον καί σέ εμένα νά τόν ίδω. Περίεργος, πολύ περίεργος, μου φαίνεται. Τά εν δυό εξακολούθησαν νά δίνουν καί νά παίρνουν. Χαλ­ νουσαν καί τό μουχαμπέτι.

· Ο «ντασκάλ»

ήταν ξένος καί μάλιστα «Γιουνανλής»! Καί δέν βρισκόταν πουθενά στά τεφτέρια της άστυνομίας! Διατάχτηκαν «άνακρί­ σεις». · Ο «κομισέρης» εΙπε δτι εγραψε τό σχετικό σημείωμα καί τό 'δωσε στόν χωροφύλακα Μεμέτ. 'Ο Μεμέτ βεβαίωσε δτι τό εδωσε τό ίδιο βράδυ στά χέρια του «κομισέρ Γρηγόρ εφέντη».

Τήν άλλη μέρα άναστάτωση στήν άστυνομία

)- Ν ο Q. ::ι: w Ζ cι ο Ζ - ο � � Ζ
)-
Ν
ο
Q.
::ι:
w
Ζ
ο
Ζ
-
ο
Ζ
::ι:
<
Ζ
< ο
ω
w
Ζ
>-

L

Σάν περισσότερο γραμματισμένος εκανε τόν ύπασπιστή στήν άστυνομική διεύθυνση. 'Ο Γρηγόρ εφέντης τό είχε κομματιάσει. Μυρίσθηκε άμέσως τί είδος δάσκαλος θά ήταν ό ξένος. 'Έσκυψε

ώστόσο μέ πολλή ψυχραιμία στ' αύτί του «μπάς-πολίτς» καί του

λέγει:

-Μπέη εφέντη, σας τό 'δωσα τό σημείωμα τό ίδιο βράδυ. Τό βάλατε στήν άριστερή τσέπη. Μά είσαστε λιγάκι στό τσακίρ - κέφι, θά τό πετάξατε. 'Ο μπέη-εφέντης άγαπουσε πολύ τό ερημο τό ούζο 'Η άνάκριση εκλεισε. Δέν εκλεισε δμως καθόλου τό ζήτημα του δάσκαλου, πού τόν είχε προδώσει ή γυμναστική. Ό Καϊμακάμης του εδωσε τά παπούτσια στό χέρι. 'Επρόσταξε νά φύγει άπό τήν Φλώρινα μέσα σέ 24 ώρες. Είχε τήν εύθύνη γιά τήν τάξη, ήσυχία καί άσφάλεια του «καζά» (επαρχίας) καί δέν μπορουσε ν' άφήσει τόν ξένο, πού κανένας δέν ηξερε πουθε κρατουσε ή σκούφια του νά γυμνάζει τούς γκιαούρηδες. 'Ο δάσκαλος άναγκάσθηκε νά φύγει. Πηγε στό Μοναστήρι, δπου ή εδρα του Βαλη. Τά σχετικά διαβήματα του ελληνικου προξενείου εμειναν χωρίς άποτέλεσμα. Παρουσιάσθηκε ό μη­ τροπολίτης της Φλώρινας μαζί μέ τόν μητροπολίτη Μοναστη­ ρίου στόν ίδιο τόν «επιθεωρητή των τριών βιλαετίων» Χιλμή - πασα πού ετυχε νά βρίσκεται στό Μοναστήρι. Του είπαν δτι τό «' Υψηλό Πρόσωπό Του,; είχε εύαρεστηθεί νά επιτρέψει νά παίρνουν καί ξένους δασκάλους, άφου τόσοι εντόπιοι εΙχαν εξοντωθεί άπό τούς κομιτατζήδες. Δέν επρεπε νά γίνει εξαίρεση γιά τόν Βασίλη πού ήταν διπλωματουχος δάσκαλος. Του είχαν προπληρώσει μάλιστα τά εξοδα του ταξειδίου καί εξ μηνιάτικα. 'Ο Χιλμή άκουσε μέ εύμένεια καί προσοχή καί τούς άποκρίθηκε:

Ουδείς κανών ίiνευ εξαιρέσεως. 'Ο δάσκαλος άποφάσισε πιά νά φύγει πίσω στήν πατρίδα του. Θεώρησε τό διαβατήριο, πηγε στΘ,,σιδηροδρομικό σταθμό καί πέρασε στό τεφτέρι του «κομισέρη». Πετάχτηκε δμως μιά στιγμή ν' άγοράσει κουλούρια γιά τόν δρόμο καί μ' ενα άμάξι βρέθηκε στήν Φλώρινα, στό σπίτι του Ί. Θεοδοσίου.

τό άλογο.

κατάλαβε

Τόν

καί

Πρωί-πρωί τήν άλλη μέρα μ' ενα καλό άλογο πού ένοίκιασε άπό εναν Τοϋρκο εφυγε γιά τό Πισοδέρι. 'Ο Τοϋρκος ε{πε τοϋ Θεοδοσίου. -Τοϋτος ό τσορμπαζής θά εχει κάμει πολύν καιρό στό ίππικό.

ΤΗταν ό ανθυπίλαρχος Βασίλης Πανουσόπουλος. 'Αφοϋ δέν τόν ήθελαν δάσκαλο πήγαινε τώρα καπετάνιος στά βουνά τοϋ Πισοδέρι - 'Ανταρτικοϋ καί τfjς Πρέσπας.

(«Ντόκτορ Γιάννη»)

8. ΦΑΝΤΆΣΜΑΤΑ

Εlχε νυχτώσει καί επεφτε πυκνό χιόνι, δταν τό στρατιωτικό άπόσπασμα μπηκε ξάφνου στό χωριό. Οί δυό χωρικοί πού φύλαγαν εξω σκοποί δέν τό πηραν είδηση. Εlχαν ερθει άπ' τό πίσω μέρος του χωριου, άπ' τήν πλευρά του βουνου, δπου δέν πολυσύχναζαν οί Τουρκοι. Προτιμουσαν τόν κανονικό δημόσιο δρόμο. Σέ κείνο τό μέρος φύλαγε μιά γυναίκα πού μόλις νύχτωσε πηγε σπίτι της, δπως ε{χε καθορι­ σθεί. Κανένας δέν περίμενε Τούρκους νύχτα άπ' τό δύσβατο εκείνο δρόμο. · Ο άξιωματικός πηγε στό μικρομπακάλικο πού ήταν φωτι­ σμένο καί άνοιχτό άκόμα. Κουβέντιαζαν εκεί μέσα μερικοί χωρικοί καί κατέβαζαν κανένα ποτηράκι. · Ο άξιωματικός χωρίς κάν νά χαιρετήσει επρόσταξε νά τρέξει ενας, νά φέρει τόν

μουχτάρη καί νά του δώσουν ενα ποτήρι ουζο, πού τό άδειασε διά

μιας.

Βγηκαν άμέσως εξω δλοι καί ετρεξαν ενας γιά τό σπίτι του μουχτάρη καί οί άλλοι γιά άλλα. Βρίσκονταν στό χωριό τά Σώματα του Παύλου Ρακοβίτη καί του Δοξογιάννη κάπου 20 άντρες σκορπισμένοι σέ πέντε καταλύματα. 'Έπρεπε νά είδοποιηθουν καί νά πάρουν τά μέτρα τους γιά νά μήν άκολουθήσουν συγκρούσεις, σκοτωμοί καί μεγάλο κακό γιά τό χωριό. Τά ξαφνικά συναπαντήματα στρατιωτών μέ άντάρτες ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνα καί φονικά. 'Έξω άπ' τό Μοναστήρι του Χριστοφόρου, μιάν ωρα άπ' τό μοναστήρι, συναντήθηκαν ξάφνου μιά νύχτα ενα μικρό άπόσπα­

σμα μέ τό μικρό Σώμα του Κουρfi

.Jό πρωί βρέθηκαν νεκροί μέ

μιά σφαίρα στό κεφάλι καί ό άξιωματικός καί ό όπλαρχηγός. Εlχαν άλληλοπυροβοληθεί άπό κοντά τό ίδιο ύποδευτερόλεπτο!

Σκοτώθηκαν επίσης ενας άντάρτης καί δυό στρατιώτες. Οί πληγωμένοι βέβαια δέν ε{χαν μείνει στόν τόπο. Ό χωρικός πού ε{χε πάει γιά τό μουχτάρη εφερε τήν πληρο­ φορία δτι ό πρόεδρός του χωριου γύριζε εξω γιά νά βρεί τήν άγελάδα του, πού δέν ε{χε γυρίσει άπ' τή βοσκή. "Αν εμενε δλη νύχτα εξω θά τήν ετρωγαν οί λύκοι. Θά εκαμναν καλύτερα οί λύκοι αν ετρωγαν τόν μουχτάρη καί δλους σας, ε{πε ό άξιωματικός. -Είδοποιήσαμε τόν παπά, μπέη, καί ερχεται νά σας βοη­ θήσει.