You are on page 1of 47

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Φιλοσοφική Σχολή
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Προϊστορικής Αρχαιολογίας

Η ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΒΑΝΤ.
Το παράδειγμα του Οψιανού κατά την Eπιπαλαιολιθική και Ακεραμική Νεολιθική.

Εργασία για το μεταπτυχιακό σεμινάριο:
Συστήματα οικονομικής διαχείρισης στην Εγγύς Ανατολή από την Ύστερη Νεολιθική έως και την
Ύστερη εποχή του Χαλκού.
Διδάσκων: Κωνσταντίνος Κοπανιάς
Φοιτητής: Θωμάς Παππάς
Αθήνα 2015

Περιεχόμενα
Εισαγωγή.....................................................................................................................................3
Εμπόριο vs Ανταλλαγή................................................................................................................4
Ο οψιανός....................................................................................................................................7
Αναζητώντας το αποτύπωμά του.................................................................................................9
Το πολιτισμικό και γεωγραφικό πλαίσιο...................................................................................15
Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Επιπαλαιολιθική εποχή.....................................18
Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Ακεραμική Νεολιθική Α (PPNA)......................20
Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Ακεραμική Νεολιθική B (PPNB)......................22
Η περίπτωση του Çatal Höyük..................................................................................................26
Συμπεράσματα..........................................................................................................................27
Εικόνες......................................................................................................................................29
Βιβλιογραφία.............................................................................................................................44

2

Εισαγωγή.
Η σχέση του ανθρώπου με το γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής που ζούσε, ήταν μέχρι
πρόσφατα βαθιά συνυφασμένη με την επιβίωσή του. Από την στιγμή που ο άνθρωπος
συστηματοποίησε την λάξευση του λίθου, παράγοντας συγκεκριμένους τύπους εργαλείων,
μέχρι και την αντικατάσταση του λίθου από άλλα υλικά, η επιλογή του χώρου μετακίνησης
και διαβίωσής του εξαρτιόταν απόλυτα από τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών (Inizan et al.
1999: 19). Παρόλα αυτά, σήμερα, εκτός από τους γεωλόγους και τους προϊστορικούς
αρχαιολόγους, δεν διαθέτουμε τη γνώση αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που
μπορούν να μεταμορφώσουν συγκεκριμένα πετρώματα σε πολύτιμα και χρήσιμα αντικείμενα
(Andrefsky 2005: 41).
Η μελέτη των πρώτων υλών, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο στην προσπάθεια των
αρχαιολόγων να σκιαγραφήσουν τις πολιτισμικές ποικιλομορφίες μιας περιοχής, τον τρόπο
που είναι διαρθρωμένες οι κοινωνίες, την έκφραση της κινητικότητας τους, και την
οικονομοτεχνική τους οργάνωση, με κυριότερο παράδειγμα την ανασύσταση της λίθινης
εγχειρηματικής αλυσίδας. (Binford 1979: 259, 260, 266; Falkenström 2006: 359). Η έννοια
της λίθινης εγχειρηματικής αλυσίδας, επινοήθηκε από τους M. Mauss και A. Leroi-Gourhan,
και χρησιμοποιήθηκε από τους προϊστορικούς αρχαιολόγους για την μελέτη των λίθινων
εργαλειακών συνόλων, με στόχο την αναπαράσταση του τεχνικού συστήματος που
περιλαμβάνει τις διαδικασίες απόκτησης, παραγωγής, χρήσης και απόρριψης των λίθινων
τεχνέργων (Κουρτέση-Φιλιππάκη 1996: 6-11). Μέσα σε αυτή την αλληλουχία επιλογών και
συμπεριφορών, η μελέτη των πρώτων υλών είναι το πρώτο βήμα, και ακολουθεί η
τεχνολογική ανάλυση η οποία εξαρτάται ποικιλοτρόπως από χαρακτηριστικά της πρώτης
ύλης όπως η διαθεσιμότητα, το μέγεθος και η ποιότητα (Andrefsky 2009: 77). Τέλος η
ταυτοποίηση του ακριβούς χώρου προμήθειας των πρώτων υλών, είναι μια σύνθετη εργασία
που προϋποθέτει έρευνα πεδίου, δειγματοληψία και ανάλυση, το οποίο σημαίνει την
απαραίτητη συνεργασία των αρχαιολόγων με εργαστηριακά κέντρα.
Σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας είναι να παρουσιαστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
ενός συγκεκριμένου πετρώματος, του οψιανού Ανατολίας, και μέσω των αποτελεσμάτων των
σύγχρονων χημικών αναλύσεων, να σκιαγραφήσουμε τη διάχυσή του, στην ευρύτερη
περιοχή, σε χρονικό ορίζοντα που κυμαίνεται μεταξύ Επιπαλαιολιθικής και Ακεραμικής
Νεολιθικής περιόδου, δηλαδή μεταξύ 12ης και 7ης χιλιετίας π.Χ.

3

Εμπόριο vs Ανταλλαγή.
Η διάσταση των επαφών και των ανταλλαγών που ανέπτυξαν οι προϊστορικοί πληθυσμοί,
είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει επανειλημμένα την αρχαιολογική σκέψη. Πολύ μελάνι
έχει χυθεί στην προσπάθεια ανασύστασης των κοινωνικών μηχανισμών που διέπουν τις
ανταλλαγές. Κάποιοι ερευνητές παρακινούμενοι από την παρουσία “εξωτικών” αντικειμένων
σε μια προϊστορική θέση, σπεύδουν να αναπτύξουν την έννοια του εμπορίου. Παρόλα αυτά,
αδιαμφισβήτητες εμπορικές συναλλαγές δεν έχουν ακόμα καταγραφεί πριν την εποχή του
Χαλκού. Αντιθέτως αρχαιολογικές ενδείξεις και εθνογραφικά δεδομένα, προσφέρουν μια
μεγάλη γκάμα εναλλακτικών μοντέλων διακίνησης, τα οποία πρέπει να έχουμε υπόψη όταν
μελετάμε την κατανομή ενός υλικού στην προϊστορία (Dogan and Michailidoy 2008: 17;
Hodder 2005: 108, 109).
Για την αρχαιολογία η ανταλλαγή είναι η χωρική κατανομή υλικών από χέρι σε χέρι και
από κοινωνική ομάδα σε κοινωνική ομάδα. Τα άτομα είναι τα χέρια αυτών των ανταλλαγών
και διέπονται από τους περιορισμούς της κοινωνίας, της ιδεολογίας και του περιβάλλοντος
που ανήκουν, έτσι ώστε να επιβιώσουν και να ευημερήσουν. Οι ανταλλαγές μεταξύ ατόμων
και κοινωνιών παρουσιάζονται από δύο διακριτές θεωρητικές σχολές, τη φορμαλιστική
“formalism” και την πραγματιστική “substantivism”.
Οι Φορμαλιστές στρέφουν την προσοχή τους στην έκβαση των λογικών αποφάσεων που
λαμβάνονται, με σεβασμό στις διαθέσιμες επιλογές του πληθυσμού. Η φορμαλιστική οπτική
έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα, ώστε να γίνει κατανοητή η οργάνωση των προϊστορικών
ανταλλαγών. Όπως περιέγραψε ο Hodder, τα μοντέλα “fall-off”, με τα οποία μπορεί να γίνει η
διάκριση μεταξύ πιθανών συστημάτων ανταλλαγής, βασίζονται στη θεωρία της μείωσης του
κόστους, και μεγιστοποίησης των πλεονεκτημάτων, μέσα σε θεσμικούς περιορισμούς.
Ουσιαστικά, οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί εγκαθιδρύουν περιορισμούς, με όρους
διαμοιρασμού και αξίας των αντικειμένων. Στη συνέχεια, τα άτομα συμπεριφέρονται, μέσα
σε αυτούς τους θεσμικούς περιορισμούς, προμηθεύοντας και διαμοιράζοντας τα υλικά με
έναν λογικό και συνετό τρόπο (Earle 1982: 2).
Για τους πραγματιστές, η οικονομία αναπτύσσεται εντός των κοινωνικών σχέσεων και
μπορεί να μελετηθεί μόνο ως μέρος ενός τοπικού ή περιφερειακού πολιτισμικού συστήματος.
Με άλλα λόγια, οι ανταλλαγές υλικών θα πρέπει να αντανακλούν ευρύτερα πολιτισμικά
μοντέλα. Η επικέντρωση συντελείται στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και σε
διαφορετικούς τύπους ανταλλακτικών μηχανισμών όπως η αμοιβαιότητα, η αναδιανομή, και
οι κανόνες της αγοράς (Hodder 1982: 200). Για την κατανόηση των διαδικασιών της
προϊστορικής

ανταλλαγής

συχνά

χρησιμοποιούνται
4

εθνογραφικά

μοντέλα,

ενώ

Binford 1979: 259. 9. Από ανθρωπολογική σκοπιά. ενώ και οι δύο όροι "εμπόριο" και "ανταλλαγή" 5 . 3). Έννοιες. Το 1969 ο Renfrew. Πολύ πιο συχνά οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο ανταλλαγή που πηγάζει από την ιδέα της ανταλλαγής δώρων. υποστήριξε ότι ο έλεγχος του οψιανού δεν είχε στόχο μόνο τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά αλλά και τις εξειδικευμένες ικανότητες που ενυπάρχουν στη λάξευση του υλικού (Carter 1998: 21. όμως παρόλο που ωθούμαστε να μιλήσουμε για εθελοντική διαδικασία. ενώ συχνά η έννοια ανταλλαγή γίνεται κατανοητή ως μέρος των κοινωνικών διαδικασιών που εφοδιάζουν με τις αναγκαίες προμήθειες. εξέφρασε τις αντιρρήσεις του στις κραταιές αντιλήψεις που ήθελαν τις ανταλλαγές ως προϊόν εισβολής βαρβάρων. Στην δικιά του οπτική το προϊστορικό εμπόριο πρέπει να γίνει αντιληπτό ως μια ευρεία έννοια που περιέχει την ανταποδοτική συναλλαγή.ευθυγραμμισμένο με την ανάλυση των πραγματιστών είναι και το ενδιαφέρον για τον συμβολισμό και τη λειτουργία του στις πολιτισμικές διαδικασίες (Earle 1982: 2. διαμέσου ειρηνικών μεσολαβητικών ομάδων (Renfrew 1969: 152). Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Bosanquet. η οποία είναι θεμελιώδης για τη μελέτη των ανταλλαγών και του εμπορίου (Dogan and Michailidoy 2008: 18). οι οποίοι έρχονται σε άμεση επαφή με τις πηγές και διακινούν οι ίδιοι τις πρώτες ύλες είτε μέσω των ανταλλαγών είτε μέσω της ιδίας χρήσης για την κάλυψη των προσωπικών τους αναγκών (Delage 2007: 8. Η βασική έννοια είναι ότι τα αγαθά αλλάζουν χέρια για μεγάλες αποστάσεις. ή εγκαθιδρύουν εξουσία (Hodder 1982: 200). δεξιότητες ή οποιαδήποτε άλλη μορφή υπηρεσίας. μελετώντας τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά και τη διακίνηση του οψιανού από την Φυλακωπή. έχουν χρησιμοποιηθεί με την πραγματιστική οπτική για την ερμηνεία αρχαιολογικού υλικού. όπως εμπόριο και χρήμα. ή άμεσης επιρροής ενός μεγάλου κέντρου προς την περιφέρεια. μπορεί να δικαιολογηθεί μέσω της μετακίνησης κυνηγών τροφοσυλλεκτών. την ανταλλαγή. 260). υπήρξε το έργο του Colin Renfrew. Η έννοια της ανταλλαγής δώρων επιβεβαιώνεται εθνογραφικά. Το σημείο όμως εκκίνησης για πολλούς προϊστορικούς αρχαιολόγους που διαπραγματεύονταν το θέμα των ανταλλαγών. Εάν αποδεχτούμε ότι πρωταρχικός νόμος των ανταλλαγών είναι η αμοιβαιότητα. ή παρουσίας εξειδικευμένου εμπορίου. Αργότερα ο Binford εισήγαγε την άποψη ότι η παρουσία εξωτικών λίθινων πρώτων υλών. συντηρούν συμμαχίες. και τις μετακινήσεις υλικών και αγαθών. Αυτή η παραδοχή μας οδηγεί στην ιδέα της αμοιβαιότητας. σπάνια οι σχέσεις υλικότητας αναφέρονται ως εμπόριο. στην πραγματικότητα η προσφορά και η ανταπόδοση λειτουργεί ως υποχρέωση. 29). θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ως ανταλλάξιμο των αγαθών θα μπορούσαν να προσφέρονται τεχνικές ή ιατρικές γνώσεις.

ενώ με τον όρο ζώνη επικοινωνίας περικλείει τις υπόλοιπες θέσεις στις οποίες ο οψιανός μειώνεται ανάλογα από την απόσταση των πηγών. 6 . χωρίζει τις γεωγραφικές περιοχές σε ζώνη εφοδιασμού “supply zone” και σε ζώνη επικοινωνίας “contact zone”. (Renfrew 1969: 157. Renfrew and Bahn 1991: 371. 372). Ο Renfrew μελετώντας το παράδειγμα διακίνησης του Μηλιακού οψιανού. Με τον ίδιο τρόπο εφάρμοσε μοντέλα διακίνησης όπως η αλυσιδωτή ανταλλαγή “down-the-line”.χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Με τον όρο ζώνη εφοδιασμού προσδιορίζει τις περιοχές που η ποσότητα του οψιανού αγγίζει και υπερβαίνει το 80% της πρώτης ύλης στο σύνολο των λίθινων τεχνέργων. μέσω της οποίας η κάθε κοινότητα κρατά την ποσότητα οψιανού που χρειάζεται. και μεταφέρει την υπόλοιπη στην επόμενη κοινότητα (εικόνα 1).

η οποία έχει μεγάλη αταξία. Τον γνωρίζουμε ήδη από το έργο “φυσική ιστορία” του Ρωμαίου Γάιου Πλίνιου. το οποίο οφείλεται στο επίπεδο οξείδωσης και στις εσωτερικές του προσμίξεις (εικόνα 2). ενώ το πράσινο στην παρουσία σιδήρου. με έναν ρυθμό ο οποίος είναι ανάλογος με τη σύσταση και την ατμοσφαιρική θερμοκρασία. Υπάρχουν και άλλα “εξωτικά χρώματα” όπως οι κίτρινοι ή ακόμα και οι μπλε (Williams-Τhorpe 1995: 221). και συνάδει με την συχνή διακοσμητική του χρήση στα μάτια των αγαλμάτων. ο οποίος αναφέρει τον Obsius ως εξερευνητή των ορυχείων του πετρώματος στην Αιθιοπία. και στην κατασκευή καθρεφτών (Καριμάλλη και Καραμπατσώλη 2010: 350). το οποίο προέρχεται από την ηφαιστειακή δραστηριότητα.Ο οψιανός. καθώς τα τέχνεργα μπορούν να αποκολληθούν από τον πυρήνα προς κάθε κατεύθυνση (Glascock 2010: 294). Οι τεχνικές και μορφολογικές ιδιότητες του οψιανού προσέλκυσαν τους προϊστορικούς ανθρώπους. Παρομοίως το μαύρο χρώμα οφείλεται στην παρουσία μαγνητίτη. Ο οψιανός έχει την ιδιότητα να ενυδατώνεται κατά τη διάρκεια του χρόνου. γι’ αυτό και ο προϊστορικός άνθρωπος προτιμούσε τη συλλογή κροκάλων από δευτερογενείς πηγές σε πλαγιές και ρέματα (Güngördü 2010: 14).E. 10-15% αργίλιο (AL2O3). γκρι ή πράσινο. Αν η λάβα ψυχθεί με αργότερο ρυθμό μπορεί να δημιουργήσει το Βασάλτη (Williams-Τhorpe 1995: 218). Έτσι αν το υλικό είναι πολύ οξειδωμένο. παραπέμπει ηχητικά στη λέξη όψη. Στη φύση ο οψιανός συναντάται σε μεγάλες φλέβες. Η εξαγωγή του υλικού από τις πρωτογενείς πηγές είναι εξαιρετικά δύσκολη. 2-5% κάλιο (K2O). Dixon και J. 3-5% νάτριο (NA2O). ιδίως σε κονδύλους ή στρώματα. Λόγω της ατομικής του δράσης. Η διαμόρφωση του νεολογισμού οψιανός. και 1-5% οξείδια σιδήρου (FE2O3 + FEO). Η σύσταση του οψιανού είναι 70-75% πυρίτιο (SIO2). ενώ δημιουργεί 7 . Τα εναπομείναντα στοιχεία σε ποσοστά μικρότερα του 1% αναφέρονται ως ιχνοστοιχεία (Glascock 2010: 295). ο οψιανός είναι άμορφος και ισοτροπικός. καθώς μπορούσαν να κατασκευάσουν κοφτερά και τυπικά εργαλεία. το χρώμα που θα παραχθεί θα είναι κόκκινο όπως ο οψιανός της Σαρδηνίας. Στη σύγχρονη εποχή ο οψιανός ταυτοποιήθηκε από τον Colin Renfrew και τους μαθητές του J. Ο οψιανός δημιουργείται όταν η ηφαιστειακή λάβα. Το χρώμα του είναι συνήθως μαύρο. Ο οψιανός είναι ένα φυσικό γυαλί. ψύχεται γρήγορα στην επιφάνεια της γης αποφεύγοντας τη διαδικασία της κρυστάλλωσης.R. η οποία περιέχει μεγάλες ποσότητες πυριτίου και αλουμινίου. όπως γνωρίζουμε από την όψιμη προϊστορία. Cann τη δεκαετία του 1960. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που είναι τόσο διαχειρίσιμος στη λάξευση του. με ένα υλικό που ξεχώριζε για τη γυαλάδα του και τις μαγικές του ιδιότητες.

Η ενσωμάτωση υγρασίας πάνω από 5% μεταμορφώνει τον οψιανό σε περλίτη.μια ενυδατωμένη στρώση την οποία μπορούμε να αναλύσουμε και να χρονολογήσουμε τη στιγμή που το υλικό εκτέθηκε σε συνθήκες εξωτερικού περιβάλλοντος (εικόνα 3). 8 . ενώ οι περισσότερες είναι λίγων χιλιάδων χρόνων (Glascock 2010: 296). (Λυριτζής 2010: 133). Ως αποτέλεσμα ο χρόνος ζωής του οψιανού είναι σχετικά μικρός. ο οποίος αποσπάται από την επιφάνεια σε στρώσεις παρόμοιες με αυτές του κρεμμυδιού. Λίγες είναι οι πηγές με διάρκεια μεγαλύτερη από 10.000 χρόνια.

και τα απολιθώματα των πετρωμάτων είναι η πετρογραφική ανάλυση. και το ειδικό βάρος. κάποιες τεχνικές είναι καταστροφικές όσον αφορά στο δείγμα που εξετάζουν και κάποιες άλλες όχι (Andrefsky 2005: 43). Ο προσδιορισμός των φυσικών χαρακτηριστικών του οψιανού μπορεί να γίνει αρχικά με μακροσκοπικές μεθόδους χαρακτηρίζοντας το χρώμα. γεγονός που δεν είναι πάντα εφικτό (Kooyman 2000: 40). και η κάθε μία από αυτές προσφέρει διαφορετικές πληροφορίες. ενώ απαιτούνται και διαφορετικά είδη δείγματος. το οποίο αφού τοποθετηθεί σε μία γυάλινη επιφάνεια θρυμματίζεται σε πάχος ενός χιλιοστού.Αναζητώντας το αποτύπωμά του. την υφή. Η ταυτοποίηση του οψιανού απέδειξε τη μεταφορά του ακόμα και σε αποστάσεις που φτάνανε τα 900 χλμ. Το δείγμα τότε εξετάζεται μέσω ενός πολωτικού μικροσκοπίου. Μερικές τεχνικές εξετάζουν μόνο την εξωτερική επιφάνεια των τεχνέργων. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιεί μία λεπτή τομή από το υλικό προς εξέταση. η οποία χρησιμοποιείται περισσότερο από 130 χρόνια. Η καλύτερη μέθοδος να ορίσεις τη δομή. ώστε να καθοριστούν τα μεταλλικά στοιχεία και η υφή του (Andrefsky 2005: 43). ενώ σημειώθηκε μια ιδιαίτερη άνθηση τις δεκαετίες του '70 και του '80 (William-Τhorpe 1995: 217). τα μεταλλικά στοιχεία. Ο βασικός σκοπός της μελέτης των πρώτων υλών είναι να υποδείξει την προέλευση των πετρωμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή των τεχνέργων. Το βασικό πρόβλημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει την αναλογία συγκεκριμένων ιχνοστοιχείων όπως το ουράνιο και το βάριο. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές τεχνικές γεωχημικής ανάλυσης. Οι Cann και Renfrew χρησιμοποίησαν μια ποικιλία επιστημονικών τεχνικών ώστε να διακρίνουν τις πηγές οψιανού της Μεσογείου με βάση τα διαφορετικά χημικά τους στοιχεία (Cann and Renfrew 1964). Μελετώντας τα επίπεδα ακτινοβολίας μπορούμε να καθορίσουμε τον τύπο και τον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν και ως εκ τούτου να προσδιορίσουμε τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο δείγμα (Andrefsky 2005: 43). τον λόγο διάθλασης. Εξίσου. Όλες οι γεωχημικές τεχνικές μετράνε την ακτινοβολία που εκπέμπεται ή απορροφάται από τα άτομα όταν τα πρωτόνια και τα νετρόνια μετακινούνται σε διαφορετικά ενεργειακά επίπεδα. Επίσης είναι απαραίτητη η καταστροφή του δείγματος. Η έρευνα και οι δημοσιεύσεις σχετικά με το ζήτημα διακίνησης του οψιανού ξεκίνησαν το 1964 με το έργο των Cann και Renfrew (εικόνα 4). Σε αυτή τη διαδικασία τα πετρώματα μελετώνται μακροσκοπικά και γεωχημικά. αλλά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι η γεωχημική ανάλυση των ιχνοστοιχείων (Andrefsky 2005: 42). 9 . ενώ άλλες χρειάζονται ολόκληρο το υλικό.

Οι κρύσταλλοι του δείγματος αντανακλούν τις ακτίνες. Atomic absorption spectroscopy (AAS): Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται ευρέως και είναι πολύ χρήσιμη και ακριβής. Η τεχνική αυτή είναι πιο ευαίσθητη από το XRF και 10 . Με τη τεχνική αυτή επιτυγχάνεται κυρίως ο προσδιορισμός των μεταλλικών στοιχείων. αν και μερικές φορές η κονιορτοποίησή του προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα (Kooyman 2000: 41). Η τεχνική είναι καταστροφική για το δείγμα και δεν αναλύει τα στοιχεία (Kooyman 2000: 40). Αυτό το εκπεμπόμενο φως μετριέται και αποκαλύπτει τον τύπο των στοιχείων και τη συγκέντρωσή τους (εικόνα 5). το οποίο και θερμαίνεται κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες. X-ray fluorescence spectrometry (XRF): Η ίδια μέθοδος λέγεται επίσης και X-ray emission spectrography. ώστε να παραχθεί πλάσμα και το κονιορτοποιημένο δείγμα ψεκάζεται μέσα στο πλάσμα.2 γρμ. τοποθετείται σε διάλυμα και στη συνέχεια εκτίθεται σε φλόγες. Inductively coupled plasma emission spectrometry (ICPES): Αυτή η μέθοδος είναι πολύ πιο γρήγορη προσφέροντας λιγότερο θόρυβο στα αποτελέσματα από ότι κάνει η AAS.Μερικές από τις πιο διαδεδομένες γεωχημικές τεχνικές είναι συνοπτικά οι εξής: X-ray diffraction (XRD): Σε αυτή την τεχνική χρησιμοποιείται ένα μικρό δείγμα. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτής της τεχνικής είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μη καταστροφικό τρόπο για το δείγμα. οι οποίες καταγράφονται σε φωτογραφικό χαρτί. αλλά αρκούν πολύ μικρά δείγματα (πχ. Η επιφάνεια ή το δείγμα ακτινοβολείται με ακτίνες X ή Γ διεγείροντας τα ηλεκτρόνια τα οποία και παράγουν μετρήσιμες κυματομορφές (fluorescent X-rays). Οι γραμμές στη φωτογραφία ή οι κορυφές στο διάγραμμα μπορούν να δώσουν πληροφορίες σχετικά με την δομή των ορυκτών κρυστάλλων που προκάλεσαν τη διάθλαση. Οι διακυμάνσεις των θερμοκρασιών προκαλούν αντιδράσεις στα μεταλλικά στοιχεία. Differential thermal analysis (DTA): Σε αυτή την τεχνική κονιορτοποιείται ένα πολύ μικρό δείγμα. 0. οι οποίες καταγράφονται.) για αξιόπιστα αποτελέσματα. Στα αρνητικά της τεχνικής είναι η καταστροφή του υλικού. Proton-excited XRF ή Proton-induced X-ray emission (PIXE): Αυτή η τεχνική χρησιμοποιεί πρωτόνια αντί για ακτίνες Χ ώστε να διεγείρει τα ηλεκτρόνια. και χρειάζεται πολύ μικρότερη επιφάνεια από το XRF. Αέριο αργού διεγείρεται μέσω ραδιοκυμάτων. Με αυτό τον τρόπο διαχωρίζονται τα άτομα του δείγματος. Αυτές οι fluorescent ακτίνες X είναι διαφορετικές για κάθε στοιχείο και μπορεί να μετρηθεί η ενέργεια και η συγκέντρωσή τους (εικόνα 6). το οποίο βομβαρδίζεται με ακτίνες Χ. Τα άτομα του δείγματος τότε διεγείρονται και εκπέμπουν φως. Μπορεί να εφαρμοστεί είτε στην επιφάνεια του δείγματος είτε κονιορτοποιώντας ένα μικρό δείγμα. Το δείγμα συνθλίβεται.

Ο πιο αποτελεσματικός και αξιόπιστος τρόπος εξαγωγής συμπερασμάτων. καλή πρόβλεψη. ενώ η έντασή τους είναι ενδεικτική της συγκέντρωσής των στοιχείων (εικόνα 7). Οι ακτίνες Γ που εκπέμπονται είναι χαρακτηριστικές για κάθε ξεχωριστό στοιχείο. 11 .1 γρμ. Η μέθοδος INAA έχει αποδειχθεί ως η αποτελεσματικότερη. ώστε να τοποθετηθεί σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα και να βομβαρδιστεί με νετρόνια. είναι η σύγκριση μεταξύ διαφορετικών τεχνικών αναλύσεων. παράγοντας ραδιενεργά ισότοπα και μια ποσότητα φωτονίων γάμμα. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης το δείγμα σκανάρεται με μία δέσμη ηλεκτρονίων. την τεχνική Proton Induced Gamma-ray Emission (PIGE).) ή ένα μικρό τέχνεργο. ακρίβεια. συμπεριλαμβάνουν μαγνητικές αναλύσεις. Electron microprobe analysis (EMPA): είναι από τις πιο συμβατές μεθόδους εφόσον δεν καταστρέφει καθόλου τα δείγματα. και τη Mossbauer spectroscopy. ο οποίος υπάρχει σε πολύ λίγα ερευνητικά κέντρα. οι οποίες προκαλούν το μετάλλευμα να παράγει ακτίνες Χ που μετριούνται με τον ίδιο τρόπο όπως και με το X-Ray Fluourescence. Instrumental neutron activation analysis (INAA): η ίδια μέθοδος λέγεται και neutron activation analysis (ΝΑΑ). αποτελεσματικό διαχωρισμό των στοιχείων. Άλλες τεχνικές. δεδομένου ότι συνδυάζει υψηλή ευαισθησία. και αποτελεί μια μη-καταστρεπτική τεχνική με μια καλά οργανωμένη βάση δεδομένων διεθνώς (Gratuze 1999: 869).μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να καταστρέψει το δείγμα (Andrefsky 2005: 44). χωρίς όμως να χρησιμοποιούνται ευρέως. Χρειάζεται μόνο ένα πολύ μικρό δείγμα (<0. Μία λεπτή τομή είναι συνήθως αρκετή αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ένα ολόκληρο τέχνεργο (Kooyman 2000: 41). Το βασικό μειονέκτημα είναι ο εξειδικευμένος εξοπλισμός που χρειάζεται για την παραγωγή πρωτονίων.

στα βουνά της Γαλατίας βορειοδυτικά της Άγκυρας. οι οποίες φέρουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό κοιτάσματα οψιανού. οψιανός από το Göllü Dağ διαχέεται στην Κεντρική Ανατολία και στις ακτές της Κιλικίας. Sakaeli-Orta. Τη Δυτική Ανατολία που ο οψιανός είναι σπάνιος. Λίγα μόνο αρχαιολογικά τέχνεργα έχουν εξακριβωθεί από αυτές τις θέσεις. Göllü Dağ και Hasan Dağ. Η περιοχή της Καππαδοκίας περιλαμβάνει τα ηφαιστειακά σύνολα Acigöl. Με την εμφάνιση της κεραμικής την έβδομη και έκτη χιλιετία. η οποία αποτελείται από μεγάλες ποσότητες οψιανού.Χ. οψιανός από το Göllü Dağ βρίσκεται τόσο βόρεια της κοιλάδας του Ευφράτη όσο και νοτιοδυτικά στην περιοχή της Δαμασκού και στην κοιλάδα του Ιορδάνη (εικόνα 9). Εκτός από ένα σημείο ανατολικά του Αcigöl. Πιο αναλυτικά. ιδρύονται στην περιοχή της Καππαδοκίας χωριά όπως το Aşıklı Höyük που χρησιμοποιούν αποκλειστικά τοπικό οψιανό για τα εργαλεία τους (Gratuze et al.Χ. 1998: 525). ομοιογενές και πολύ καλής ποιότητας. Το ηφαίστειο του Göllü Dağ χωρίζεται σε ανατολικό και δυτικό. ο οψιανός που προσφέρει δεν είναι κατάλληλος για λάξευση. Μετά το 7500 π. Οψιανός από το Acigöl έχει ταυτοποιηθεί την 8η χιλιετία. όπως στη θέση Mureybet του Μέσου Ευφράτη της 11ης χιλιετίας π. Επίσης την ίδια περίοδο οψιανός από το ανατολικό Göllü Dağ εντοπίζεται στην Κύπρο και από το 7000 διαχέεται 12 . 20).. 1993: 16. και Galatia-X. 1998: 520).Χ. Σύμφωνα με γεωγραφικούς όρους. 1998: 523).Χ. ενώ από πολύ νωρίς διαχύθηκε στην Εγγύς Ανατολή. η οποία αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την κυνηγετική . μόνο σε δύο τέχνεργα από το Aşıklı της Καππαδοκίας και την El Kowm στην Παλμύρα της Συρίας (Chataigner et al. στη Δυτική Ανατολία έχουν βρεθεί οι πηγές Yağlar. (Chataigner et al. Nenezi Dağ.Πηγές οψιανού στην Ανατολία. την Καππαδοκία.τροφοσυλλεκτική περίοδο στην παραγωγική. στην οποία βρίσκονται μεγάλες ποσότητες οψιανού πολύ καλής ποιότητας και εύκολα αποκτήσιμες (εικόνα 8). Την περίοδο πριν το 7500 π. σχεδόν 400 χλμ μακριά από τις πηγές. Niğde και Nevsehir. οι οποίοι αποτελούν μέρος ενός τοπικού νεολιθικού πολιτισμού της 5ης χιλιετίας π. τη Βορειοανατολική Ανατολία.. Το ηφαίστειο του Acigöl βρίσκεται ανάμεσα από τις πόλεις Acigöl. κυρίως σε οικισμούς κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά. Το υλικό από το ανατολικό είναι άφθονο. η Ανατολία χωρίζεται σε τέσσερις ευρύτερες περιοχές. στην οποία περιέχονται πολλές μικρές αποθεματικά πηγές και τη Νοτιοανατολική Ανατολία. Ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι αυτή την πρώιμη περίοδο δεν έχει ακόμα εντοπιστεί κάποια μόνιμη θέση κοντά στις πηγές της Καππαδοκίας (Chataigner et al.

Erzurum.Χ. Το ηφαίστειο Nenezi Dağ βρίσκεται βορειότερα από το Göllü Dağ. Υλικό από την πηγή Bingöl calc-alkaline διαχύθηκε πολύ περισσότερο. Αντίθετα το υλικό από την πηγή per-alkaline Bingöl χρησιμοποιείται κυρίως τοπικά.. Αυτά τα δρομολόγια πιθανώς πραγματοποιούνταν και στην 13 . Φαίνεται ότι ήταν λιγότερο γνωστές. Κανένα τέχνεργο δεν έχει επιβεβαιωθεί από αυτή την πηγή (Chataigner et al. διαχύθηκε στην περιοχή του Ζάγρου (εικόνα 10). Μια άλλη πηγή οψιανού με εξέχουσα σημασία είναι αυτή του Nemrut Dağ. Από την πηγή αυτή προέρχονται τέχνεργα που συλλέχθηκαν σε θέσεις της Τουρκίας. 1998: 530). αλλά από το 7600 π. Η Νοτιοανατολική Ανατολία περιλαμβάνει κυρίως τις πηγές από τα ηφαίστεια Bingöl και Nemrut Dağ κοντά στην λίμνη Van. στη Βορειοανατολική Συρία. Ακόμα και σήμερα νομαδικοί πληθυσμοί εγκαθίστανται το καλοκαίρι με τα ζώα τους μέσα στην καλδέρα του ηφαιστείου και το φθινόπωρο αναχωρούν περνώντας από το Bitlis. 1998: 528).Χ.τόσο στην Δυτική Ανατολία και τις ακτές του Αιγαίου όσο και ανατολικά στην άνω Μεσοποταμία και στην περιοχή του Νότιου Ζάγρου (Chataigner et al. Το ηφαίστειο Hasan Dağ χύνεται στην πεδιάδα της Konya. αναπτύχθηκε στις περιοχές του μέσου Ευφράτη και της Δαμασκού και στις αρχές του 7600 π. Την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων πηγών επιβεβαιώνει και η αποκάλυψη στρωμάτων κατεργασίας οψιανού στη δυτική παρειά του ηφαιστείου. το συναντάμε στην περιοχή της Άνω Μεσοποταμίας (Chataigner et al. της Κύπρου. Από το 8300 π. 1998: 525). Στο δυτικό Göllü Dağ ο οψιανός είναι κατώτερης ποιότητας και για αυτό απουσιάζει από το αρχαιολογικό πεδίο. από πληθυσμούς που κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Τίγρη. Χρησιμοποιήθηκε ήδη το 8600 π. Η Βορειοανατολική Ανατολία περιέχει τις πηγές Erzincan. μιας και βρέθηκε σε μικρότερες ποσότητες (Chataigner et al. Sarikamiş. Pasinler. 1998: 525). άλλοι προς την κοιλάδα του Τίγρη και άλλοι προς την περιοχή Jezirah. ενώ πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι χρησιμοποιήθηκαν από τοπικούς πληθυσμούς στην Χαλκολιθική καθώς και στην Ύστερη εποχή Χαλκού. στα πεδινά της κοιλάδας του Τίγρη και από εκεί άλλοι κατευθύνονται Βορειοδυτικά προς την περιοχή Diyarbekir (Çayönü). Ο οψιανός του Nenezi Dağ χρησιμοποιήθηκε συμπληρωματικά στις προτιμήσεις των προϊστορικών ανθρώπων. Οι οψιανοί από την περιοχή του Bingöl διακρίνονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους σε calc-alkaline και per-alkaline πηγές. εκτός από ένα τέχνεργο που βρέθηκε στον ακεραμικό οικισμό της Καππαδοκίας Aşıklı Höyük. Kars και Ikizdere. Θα κυριαρχήσει στην περιοχή του μέσου Ευφράτη και της Άνω Μεσοποταμίας μέχρι την περίοδο Halaf.Χ.Χ. της Συρίας και της Συροπαλαιστίνης.

(εικόνα 10). 14 .Χ.Χ. 1998: 533).Χ. διαχέοντας τον οψιανό στα νοτιοανατολικά κατά την Νεολιθική εποχή. αντιπροσωπεύοντας το 60% των λίθινων εργαλείων από τη θέση Hallan Çemi στον άνω Τίγρη το 8600-8000 π. Στην Συρία οι πρώτες ενδείξεις οψιανού από το Nemrut Dağ έρχονται από το Tell Aswad το 8300 π. και πάνω από το 90% στην θέση Cafer Höyük του Άνω Ευφράτη το 7600-6600 π. αλλά υπάρχει πρόσβαση μέσω του περάσματος Hakkari. Η θέση του Shanidar είναι περίπου 300 χλμ μακριά από την λίμνη Βαν.Χ.. Zarzi). Οψιανός από το Nemrut Dağ χρησιμοποιείται ήδη από την Ανώτερη Παλαιολιθική (πχ.προϊστορική εποχή. Οψιανός από το Nemrut Dağ βρίσκεται σε πολύ μεγάλες ποσότητες στις βόρειες περιοχές της ευφόρου ημισελήνου. Shanidar) και την Επιπαλαιολιθική εποχή (πχ. Τέχνεργα από τις πηγές Süphan Dağ και Ziyaret Dağ/Meydan Dağ εμφανίζονται πολύ αργότερα. ενώ χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο (Chataigner et al. το 5000 π. εφόσον προϊστορικές θέσεις με οψιανό από το Nemrut Dağ έχουν βρεθεί στις ίδιες περιοχές. Αυτός ο δρόμος που ενώνει την λίμνη Van με τα βουνά του Ζάγρου χρησιμοποιήθηκε από πολύ νωρίς.

το σπήλαιο Tekeköy-A στα παράλια της Μαύρης θάλασσας. Çarkini. Uluk Mevki. εντόπισαν τη θέση Kömürcü-Kaletepe στην ηφαιστειακή λεκάνη του Aksaray. Η Eπιπαλαιολιθική της Ανατολίας συμπίπτει με την αντίστοιχη εποχή του Λεβάντ (εικόνα 12). Το τοπίο όμως άλλαξε από την δεκαετία του 1970 και ύστερα. Βορειοανατολικότερα βρίσκεται το Aşıklı Höyük. και μέσα σε αυτά κυριαρχούν οι μηγεωμετρικοί μικρόλιθοι καθώς και οι στομωμένες λεπίδες με κορυφή (Kartal 2003: 49. Söğüt Tarlası. Η ανθρώπινη παρουσία στο σπήλαιο Karain χρονολογείται από την Παλαιολιθική εποχή.Το πολιτισμικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Παρόμοια και εξίσου σημαντικά είναι τα αποτελέσματα από τις έρευνες στο σπήλαιο Öküzini. μαζί με τις ανοιχτές θέσεις Biris Mezarlığı. Όσον αφορά στη μεταβατική περίοδο που στην Ευρώπη ονομάζουμε Μεσολιθική. η οποία χαρακτηρίστηκε ως εργαστήριο κατεργασίας οψιανού (Güngördü 2010: 2). Binder και Cauvin. Gates 1996: 277-280). ο Ian Hodder το 1993 επαναλαμβάνει τις ανασκαφές του Mellaart στην κοιλάδα Konya οπού βρίσκεται το Çatal Höyük. Üçağızlı στην περιοχή του Μαρμαρά. στο οποίο ξεκίνησε την ανασκαφή ο Ufuk Esin το 1989 και πρόσφερε εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα και ταφές με πλούσια κτερίσματα. οι αρχαιολόγοι Balkan-Atlı. Belbaşı. αλλά όχι και με την Μεσολιθική στην Ευρώπη. η οποία αντιπροσωπεύει μεταγενέστερη περίοδο. θέση Ακεραμικής και Νεότερης Νεολιθικής. Παράλληλα και ενώ στην Καππαδοκία η έρευνα συνεχιζόταν με σημαντικά αποτελέσματα. Το συγκεκριμένο χρονολογικό και γεωγραφικό πλαίσιο έγινε αντικείμενο διαρκών και εκτεταμένων ερευνών. λόγω των κοινωνικών μεταβολών που συντελούνται έως την υιοθέτηση του τροφοπαραγωγικού τρόπου ζωής από πολλούς πληθυσμούς της περιοχής. στην Ανατολία και το Λεβάντ χρησιμοποιούμε τον όρο Eπιπαλαιολιθική (εικόνα 11). Τα επιπαλαιολιθικά στρώματα χρονολογήθηκαν στο 16250 πριν το παρών. Οι σημαντικότερες επιπαλαιολιθικές θέσεις της Ανατολίας είναι οι: Güzeloba. οι θέσεις Macunçay και Pınarbaşı στην Κεντρική Ανατολία. η θέση Baradiz στα παράλια της Μικράς Ασίας. Kızılin. κυρίως με τις ανασκαφές των Βρετανών James Mellaart και David French στις θέσεις Hacilar και Çatal Höyük (Güngördü 2010: 1). ενώ Mousterian και Levallois λιθοτεχνίες παρήχθησαν μέχρι και την Νεολιθική εποχή. Belpınar. Άλλη σημαντική θέση της Κεντρικής Ανατολίας είναι το Köşk Höyük. Ανάμεσα από το 1996 και το 2003. Mucid Deresi και Camuz Tepe στην Νοτιοανατολική Ανατολία (εικόνα 13). τα σπήλαια Öküzini και Karain στην νότια ακτή κοντά στην Αττάλεια και τέλος τα σπήλαια Şarklı και Malaliki. Beldibi. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ήταν κοινώς αποδεκτό ότι η περιοχή της Ανατολίας δεν είχε κατοικηθεί πριν από την εποχή του Χαλκού. το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της Αττάλειας και έδωσε την πρώτη 15 . η οποία ανασκάφτηκε μεταξύ 1983 και 1991 από τον Uğur Silistireli. (Kartal 2003: 45).

Στις ίδιες θέσεις παρατηρούμε μια αύξηση όσον αφορά στην προμήθεια οψιανού από τις πηγές της Καππαδοκίας και του Bingöl (Sherratt 2005). καθώς και στη συλλογή άγριων φρούτων και σπόρων. συμπληρώθηκε όμως με την αύξηση των ήμερων αιγοπροβάτων. ενώ την ίδια περίοδο κάνει την εμφάνισή της η εξημέρωση και εκτροφή ζώων. ο οποίος επέκτεινε τα όρια του πολιτισμού Natuf και ερμήνευσε τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις ως εκφάνσεις του ίδιου πολιτισμού. για να χαρακτηρίσει την ύστερη επιπαλαιολιθική λίθινη τεχνολογία της περιοχής του Λεβάντ. Αυτές οι πρώτες ενδείξεις καλλιέργειας θα εδραιωθούν κατά την διάρκεια της Ύστερης Ακεραμικής. Τα στρώματα I έως IV στο Öküzini έχουν ομοιότητες με τους σύγχρονους πολιτισμούς Kebaran και Natufian στο Λεβάντ (Kartal 2003: 50. 97). Η περίοδος Natufian ανιχνεύεται μεταξύ 12800-10300 χρόνια πριν από σήμερα (Delage 2004: 95). Ο πολιτισμός αυτός χαρακτηρίζεται από μικρολιθικά εργαλεία. ενώ σύμφωνα με τον ίδιο οι υπόλοιπες περιφερειακές θέσεις θα έπρεπε να ενταχθούν σε άλλους πολιτισμικούς ορίζοντες.χρονολογημένη Επιπαλαιολιθική στρωματογραφία της Ανατολίας. (Benco et. στο Çayönü στην Νοτιοανατολική Τουρκία. δεν χαίρουν ενιαίας αποδοχής (Delage 2004: 96. Çilingiroglu and Çakırlar 2013: 22). ίσως για διάφορους λόγους που είχαν να κάνουν με τις κλιματικές αλλαγές και την αύξηση του πληθυσμού (Güngördü 2010: 8). στο Ain Ghazal. στο Beisamun και στο Basta στην Ιορδανία.al. Ένα 16 . Το κυνήγι των άγριων ζώων δεν σταμάτησε. Από τότε πάνω από 150 θέσεις τις συγκεκριμένης περιόδου έχουν ταυτοποιηθεί στον χώρο ανάμεσα από την Τουρκία. τις ακτές της Μεσογείου. όπως τα δημητριακά και τα όσπρια. Οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες προκειμένου να περιγράψουν τον πολιτισμό σε αυτόν τον ευρύτερο γεω-χρονολογικό ορίζοντα. με χαρακτηριστικότερα τα “lunates”. Ο Ofer Bar-Yosef το 1970. όπως στο Abu-Hureira στη Συρία. το Netiv Hagdud στο Ισραήλ. που εκτείνονται σε 100 με 120 στρέμματα. 2000: 223). Η αντίθετη άποψη εκφράστηκε από τον Francis Hours την ίδια δεκαετία. πρώτα στο Βόρειο και στη συνέχεια στο Νότιο Λεβάντ (Benco et. Τα εργαλεία υπόκεινται επίσης σε αλλαγές. είδε τον πολιτισμό Natuf ως ένα πιο στενό γεωγραφικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε στο τέλος του Πλειστόκαινου. Υπάρχει επίσης μια σημαντική αλλαγή όσον αφορά στο μέγεθος των οικισμών. το Mureybet και το Jerf el-Ahmar στη Συρία και το Qermez Dere και M’lefaat στο Ιράκ (εικόνα 14). Η οικονομία της περιόδου βασίζεται στα καλλιεργούμενα είδη. Η τροφοπαραγωγική διαδικασία εμφανίστηκε ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη στη γη.al. σε γνωστές θέσεις όπως η Jericho στην Παλαιστίνη. Η πρώτη ένδειξη όσον αφορά στην καλλιέργεια φυτών εμφανίζεται κατά την πρώιμη Ακεραμική Νεολιθική. την Ερυθρά θάλασσα και την κοιλάδα του Ευφράτη. Το 1932 η Dorothy Garrod χρησιμοποίησε τον όρο Natufian. 2000: 223).

ενώ βρίσκουμε σημαντικές ποσότητες οψιανού από τη Ανατολία (Yakar 1998: 59). ιαδεϊτη. σε δίκτυα. 17 . σερπεντίνη. όπως οι αξίνες και οι σμίλες. ρετουσάρονται και γυαλίζονται. στρογγυλεύονται. Οι προϊστορικοί γεωργοί της Νοτιοδυτικής Ασίας φαίνεται να ανταλλάζουν οψιανό.μεγάλο μέρος των αμφιπρόσωπων εργαλείων. τα οποία δεν είναι απαραίτητα σταθερά (Benco et. 2000: 219-221). θαλάσσια όστρακα.al. τιρκουάζ και αλλά. από χωριό σε χωριό.

Την 9η Χιλιετία στο Pinarbaşi οι ποσότητες των θαλάσσιων οστράκων και του οψιανού αυξάνονται ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά μπορούμε να εντοπίσουμε και τέχνεργα κατασκευασμένα από οψιανό. Την ίδια εποχή οψιανός από την περιοχή Bingöl της Νοτιοανατολικής Τουρκίας έφτασε στο Ιρακινό Κουρδιστάν και οψιανός από την Καππαδοκία πέρασε τον Ταύρο. όταν επιπαλαιολιθικοί κυνηγοί και τροφοσυλλεκτικές ομάδες κυκλοφορούσαν γύρω από την Εύφορη Ημισέληνο. ενώ η προμήθεια της πρώτης ύλης ίσως γινόταν κατευθείαν από την πηγή κατά τη διάρκεια των εποχιακών μετακινήσεών τους. οψιανός από την Κεντρική Ανατολία έφτασε στο Abu Hureyra του Βορείου Λεβάντ και στο Ain Mallaha του Νοτίου Λεβάντ. Μετά από τις έρευνες των Trevor Watkins και Douglas Baird το 1993 και 1994 στην περιοχή. προτείνουν ότι οι κάτοικοι στο Pinarbaşi διατηρούσαν περισσότερο επαφές με τις Νατουφικές κοινότητες στο Λεβάντ. γεγονός που προωθεί την 18 . Τα λίθινα εργαλεία που προέρχονται από γεωλογικά στρώματα των προϊστορικών κυνηγών και τροφοσυλλεκτών στην Ανατολία είναι κυρίως από πυριτόλιθο. τα οποία αυξάνονται ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των επόμενων τροφοπαραγωγικών περιόδων (Esin and Benedict 1963: 399). 435). (Potts 2012: 434. Τα λίθινα εργαλεία στην Eπιπαλαιολιθική είναι κατά 80% κατασκευασμένα από οψιανό. στις οποίες παρατηρούνται διαφοροποιήσεις. To Pinarbaşi (εικόνα 16) φαίνεται να πρωτοκατοικήθηκε το 13000 π. Κατά τη διάρκεια της Ύστερης Νατουφικής περιόδου. 438. όπως η μικρότερη χρήση του οψιανού και τα διαφορετικά μικρολιθικά σύνολα. Την ίδια περίοδο απουσιάζουν οι ενδείξεις οικισμών από την περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας. φανερώνοντας ότι αυτή η περιοχή συμμετείχε ήδη σε αλληλεπιδράσεις με απομακρυσμένες περιοχές (εικόνα 18).Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Επιπαλαιολιθική εποχή. παρά με τις αντίστοιχες επιπαλαιολιθικές κοινότητες στην περιοχή της Antalya. Καλοδουλεμένα αντικείμενα τέχνης. τον Μέσο Ευφράτη και το Βόρειο Λεβάντ (εικόνα 15). καθώς και η κυριαρχία των μικρολιθικών εργαλείων ημισεληνοειδούς τύπου “lunate”. Η πρωιμότερη ένδειξη για διάδοση οψιανού σε περιοχές απομακρυσμένες από τις πήγες βρίσκεται κατά τη διάρκεια της τελευταίας παγετώδους περιόδου. όπως και οι ομοιότητες με τις σύγχρονές τους θέσεις στο Βόρειο Λεβάντ (Potts 2012: 437. μεγάλες ποσότητες θαλάσσιων οστράκων φανερώνουν τη μετακίνηση πρώτων υλών από την δυτική ακτή σε αποστάσεις τουλάχιστον 220 χιλιομέτρων (εικόνα 17). 463. (Sherratt 2005). συμβολικές πρακτικές. Παράλληλα.Χ. όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τα πολλά εργαλεία που φτάνουν έτοιμα στη θέση από απομακρυσμένες πηγές και εργαστήρια. Gates 1996: 284). από μια μετακινούμενη ομάδα. 464. εντοπίστηκαν αρκετές υπαίθριες θέσεις και καταφύγια από την Επιπαλαιολιθική έως την Νεολιθική.

θεωρία πως τα δίκτυα ανταλλαγών βασίζονταν σε νομαδικούς πληθυσμούς. Κατά τη διάρκεια της ταχείας κλιματικής αλλαγής. Επαφές μεγάλων αποστάσεων στο Λεβάντ κατά τη διάρκεια της περιόδου Natuf μπορούν να γίνουν αντιληπτές και μέσα από την διασπορά αντικειμένων από Βασάλτη της ανατολικής Γαλιλαίας καθώς και από όστρακα dentalium από την Μεσόγειο και την Ερυθρά θάλασσα (Yakar 1998: 56. 57). 19 . οι οποίοι πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Καππαδοκία-Λεβάντ. Παρόλα αυτά δεν αποκλείεται να αλλάξει σύντομα το τοπίο της αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας. αποκαλύπτοντας μόνιμες κοινότητες (Renfrew 2006: 400-402). με την οποία τελείωσε η τελευταία παγετώδης περίοδος και ακολούθησαν η ζεστή Bølling-Allerød περίοδος και στη συνέχεια η κρύα Younger Dryas. οι πολυπληθείς κοινότητες συνέχισαν να ανταλλάσουν οψιανό σε ολόκληρη την περιοχή του Levant. Παράλληλα προς το τέλος της Younger Dryas εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις καλλιέργειας στο Mureybet και στο Abu Hureyra (Sherratt 2005).

Η αρχιτεκτονική της θέσης καθώς και άλλα τέχνεργα. ενώ ελάχιστα είναι από χαλαζία. 30 χλμ δυτικά του Batman (εικόνα 20). ομοιάζουν με τα αντίστοιχα των σύγχρονων θέσεων της Νοτιοανατολικής Ανατολίας. Ο οψιανός δεν υπάρχει ως πρώτη ύλη στην περιοχή και προέρχεται πιθανώς από πηγές στα ανατολικά. Οι ανασκαφές συνέχισαν μέχρι το 2010. όπως τα λίθινα αγγεία και εργαλεία. και 9320 π.Χ. Παράλληλα παρατηρείται μια διαφορετική μεταχείριση σε τοπικά και μη τοπικά υλικά. Ο οψιανός από την Καππαδοκία και συγκεκριμένα από το Ανατολικό Göllü Dağ βρίσκεται πιο συχνά στην PPNA Ιεριχώ. Ο πυριτόλιθος και ο χαλαζίας φαίνεται να είναι τοπικής προέλευσης από το βουνό Raman massif. η οποία αντιπροσωπεύει την εμφάνιση μικρών χωριών από πληθυσμούς κυνηγών . Από τον οψιανό φτιαχνόταν περισσότερο τυπικά εργαλεία μεταξύ των οποίων ημισεληνοειδείς και γεωμετρικοί 20 . Αυτά τα χωριά εντοπίζονται σε έναν γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνει την κοιλάδα της Δαμασκού. αλλά και με θέσεις του Λεβάντ.Χ. Η τεχνολογία του λίθου εμφανίζει διαφοροποιήσεις από την προηγούμενη περίοδο. Η πλειοψηφία των τεχνέργων είναι από πυριτόλιθο και ακολουθεί ο οψιανός. 57). η συλλογή της τροφής και το κυνήγι παραμένουν σημαντικές πηγές επιβίωσης. Γενικά η τεχνολογία του λίθου δίνει την εντύπωση αυξημένης εξειδίκευσης (Delage 2007: 10). Είναι από τις παλαιότερες θέσεις στην περιοχή και αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από απλές σε σύνθετες κοινωνικές δομές.αγροτών. και αυξάνεται ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της PPNB περιόδου (Renfrew 2006: 400-402). Η θέση Körtik Tepe βρίσκεται στην Νοτιοανατολική Τουρκία ανάμεσα από τις όχθες του Τίγρη και του Ευφράτη. το Göbekli tepe και το Çayönü.). την κοιλάδα του Ιορδάνη καθώς και νοτιότερες περιοχές (εικόνα 19). με βασικότερες την ποσοτική μείωση των μικρόλιθων και την αύξηση των γλυφίδων (Yakar 1998: 56. όπως το Hallan Çemi. η οποία επιβάλει τα μεγαλύτερα εργαλεία να κατασκευάζονται πάνω σε χονδρόκοκκα υλικά.Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Ακεραμική Νεολιθική Α (PPNA) Στο τέλος της περιόδου Natuf εμφανίζεται η Ακεραμική Νεολιθική Α (10200. Σε πολλές θέσεις του Λεβάντ παρατηρούμε μια στρατηγική διαχείριση της πρώτης ύλης. ενώ οι μικρόλιθοι σε λεπτόκοκκα. Οι ραδιοχρονολογήσεις προσδιόρισαν την κατοίκηση στην PPNA περίοδο μεταξύ 9660 π.8800 π. όπως το Ain Mahal και η Ιεριχώ. Πρωτοανακαλύφθηκε το 1989 και το 2000 έγιναν σωστικές ανασκαφές στα πλαίσια υδροηλεκτρικού έργου.Χ. σε σύγκριση με άλλες θέσεις της περιοχής. Μία από τις πρώτες θέσεις που ανασκάπτονται είναι η Ιεριχώ. Παρόλο που οι κάτοικοι υιοθετούν τροφοπαραγωγικές μεθόδους.

1996: 366). διαμέσου του Tur Abdin. χρησιμοποιήθηκε για τη διαμόρφωση και διακόσμηση λίθινων αγγείων. Η θέση της El Kowm βρίσκεται πάνω σε έναν προϊστορικό δρόμο που διέσχιζε την Συριακή έρημο. Beisamoun. Από εκεί κατευθυνόταν προς την όαση του El Kowm και δυτικά προς την κοιλάδα του Orontes και στο πέρασμα του Λεβάντ (Yellin et al. οι περισσότερες θέσεις όπως η Jericho. 21 . Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ο οψιανός. Netiv Hagedud. Ανάλογο παράδειγμα επικοινωνίας μεταξύ των δύο περιοχών στην Πρώιμη Ακεραμική Νεολιθική είναι η υπαίθρια θέση του Gilat (εικόνα 21) στο Ισραήλ. Munhatta. 1996: 366). Yiftahel. στην οποία βρέθηκαν 356 τέχνεργα οψιανού χωρίς καθόλου αρχιτεκτονικά ευρήματα. Beidha. Κατά τη διάρκεια της PPNA περιόδου. Το γεγονός ότι το λίθινο σύνολο του Körtik Tepe περιέχει σχεδόν όλες τις κύριες τυπολογίες των εργαλείων της περιόδου είναι ένα ακόμη στοιχείο για τη διακίνηση γνώσεων σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή (Ozkaya 2009: 3-7). Ο δρόμος αυτός διέσχιζε το οροπέδιο του Diyarbakir. και El Khiam λαμβάνουν την πλειοψηφία του οψιανού από το Göllü Dağ (Yellin et al.μικρόλιθοι. Ο Dilleman's το 1962 μελέτησε την ιστορική τοπογραφία της Βόρειας Μεσοποταμίας και κατέληξε στην σκιαγράφηση ενός δικτύου μεταφοράς οψιανού από την Βόρεια Μεσοποταμία στο Νότιο Λεβάντ. Η προέλευση του οψιανού είναι από το Göllü Dağ της Κεντρικής Ανατολίας και το Nemrut Dağ της Ανατολικής (Yellin et al. 1996: 366).

διαδόθηκε μια νέα τεχνική. ο γεωργικός τρόπος ζωής εξαπλώθηκε στην Κύπρο και στην Καππαδοκία. al. η θέση χρονολογείται μεταξύ πρώιμης και μέσης PPNB (8600-7500 π. Κατά τη διάρκεια της Ακεραμικής Νεολιθικής Β΄. αποτελώντας μια πολύ καλής ποιότητας πρώτη ύλη. Τέλος. σε τρεις ταφές περιέχονται μεγάλα εργαλεία από οψιανό (Kuijt 2002: 209. Τα εξελιγμένα αυτά εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά και η κόψη τους ανανεωνόταν συνεχώς (Ibáñez et. Κατά το δεύτερο μισό της 9ης χιλιετίας αυτές οι λεπίδες εμφανίζονται στην περιοχή της Άνω Μεσοποταμίας στο Çayönü. έχουν βρεθεί δύο εργαστήρια κατεργασίας οψιανού. Στις παρειές του ηφαιστείου Göllü Dağ. Ο οψιανός έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο στις τεχνολογίες λίθου των περιοχών αυτών. Στο εσωτερικό αυτών των κτηρίων βρέθηκαν μεταξύ άλλων μακριές λεπίδες οψιανού.-C. 474). Από την μέση PPNB. καθώς και στο εργαστήριο κατεργασίας οψιανού στη θέση Kömürcü-Kaletepe στην Καππαδοκία. ο N. ένας τεράστιος κόνδυλος οψιανού και μεγάλοι πυρήνες. Παρόλο που δεν έχει βρεθεί τριγύρω κάποιος οικισμός. ενώ τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως ο εισηγμένος οψιανός και δευτερευόντως ο πυριτόλιθος τοπικής προέλευσης (Binder 2007: 237). Το Çayönü κατοικήθηκε για πάνω από 1500 χρόνια προσφέροντας 25 στρώματα κατοίκησης. το οποίο έχει προμηθεύσει με πρώτη ύλη πολλές θέσεις της Νεολιθικής Ανατολίας και Εγγύς Ανατολής. η οποία εφάρμοζε πίεση για την απόσπαση λεπίδων οψιανού.Χρήση και διακίνηση του οψιανού κατά την Ακεραμική Νεολιθική B (PPNB). Οι αρχές αυτής της τεχνικής έφτασαν πιθανώς από την Ανώτερη Παλαιολιθική Κεντρική Ασία ή από τον Καύκασο. (Greaves and Helwing 2001: 473. (Sherratt 2005). 210). Cauvin το 1996 προχώρησαν σε μια συστηματική έρευνα ανασκάπτοντας το εργαστήριο στο Kömürcü-Kaletepe (εικόνα 24).). Μετά την εντατική επιφανειακή έρευνα πολλών χρόνων με στόχο την αποκάλυψη πηγών οψιανού στην Καππαδοκία. Η μελέτη της αρχιτεκτονικής της περιοχής προσφέρει σημαντικές ερμηνείες για χώρους που θα μπορούσαν να στεγάζουν ευρύτερες κοινωνικές λειτουργίες. το Kayırlı-Bitlikeler και το Kömürcü-Kaletepe (Binder 2007: 239). ενώ στα κατώτερα στρώματα βρέθηκαν παλαιολιθικά ευρήματα. ώστε να παραχθούν πολύ λεπτά και κοφτερά υπόβαθρα (εικόνα 23). Παράλληλα το εμπόριο οψιανού αυξήθηκε σημαντικά στις περιοχές του μέσου Ευφράτη και του Λεβάντ. Η έρευνα υπόδειξε ότι η εξόρυξη του 22 . 2007: 162). Στο Çayönü η τεχνική πίεσης υπερτερεί σε σχέση με την τεχνική κρούσης.Χ. Balkan-Atli και η M. ενώ οψιανός από το Bingöl ταξίδεψε ανατολικότερα μέχρι την περιοχή του μέσου Ζάγρου (εικόνα 22).

εντοπίστηκαν μια σειρά αρχαιολογικών θέσεων οι οποίες και ανασκάφτηκαν. που με την σειρά τους προορίζονταν για την παρασκευή αιχμών. οι οποίοι είναι ιδιαίτερης τεχνικής.Χ. Οι πυρήνες αυτοί προορίζονταν για την παραγωγή μακριών λεπίδων. Ο οψιανός παρουσιάζεται ήδη από τα πρώτα στάδια κατοίκησης (φάση Ι και ΙΙ) των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Χαρακτηριστικά ευρήματα ήταν οι αμφίπλευροι πυρήνες σε σχήμα καραβιού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι προέρχονται από τις πηγές του Ανατολικού Göllü Dağ.οψιανού οργανωνόταν από εξειδικευμένους τεχνίτες. Halula. Αντίστοιχα στην περιοχή του Λεβάντ οι πρωιμότερες παρουσίες τεχνέργων από τα εργαστήρια του Göllü Dağ είναι η θέση Mureybet IV και η θέση Dja’de II. το Kömürcü-Kaletepe φανερώνει σχέσεις κυρίως με τεχνολογικές παραδόσεις ανατολικότερων λαών όπως των Mureybet. η οποία αντικατοπτρίζεται από αλλαγές στην αρχιτεκτονική και στην λιθοτεχνία.Χ. 1997: 113). Ήδη από το 8600 π. Παρόλα αυτά δεν βρέθηκαν πολλές λεπίδες επί τόπου. Σύμφωνα με τον Balkan-Atli. στην περιοχή του μέσου Ευφράτη στη Συρία. Cheikh Hassan. Η παρουσία του οψιανού είναι πλέον εμφανής και χρησιμοποιείται για την κατασκευή λεπίδων και την παραγωγή αιχμών.. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής δυο φραγμάτων στην Tabqa και στο Tichrine. Η ακεραμική θέση του Mureybet ανασκάφτηκε το 1965 από τον Van Loon και στη συνέχεια το 1971 και το 1974 από τον Cauvin. σε αντίθεση με το γειτονικό Aşikli Höyük πού υπάρχουν μεγάλες διαφορές (Greaves and Helwing 2001: 463-511). Παρακάτω θα παρουσιάσουμε συνοπτικά κάποιες από τις σημαντικότερες θέσεις που εμπλέκονται στη διακίνηση του οψιανού από την Ανατολία κατά την PPNB περίοδο. Απόρροια αυτής της παρατήρησης είναι η ερμηνεία που θέλει τους εξειδικευμένους τεχνίτες του Kaletepe να μετακινούνται εποχιακά από το Λεβάντ (Potts 2012: 462). ενώ τα λίθινα αντικείμενα που συλλέχθηκαν αποτελούνται από τοπικό πυριτόλιθο και οψιανό Ανατολίας (Cauvin. συναντάμε στην Κύπρο πρισματικές λεπίδες με ράχη προερχόμενες από τα εργαστήρια του Göllü Dağ. εκτός από τρία τέχνεργα που προέρχονται από το Nenezi Dağ (Gratuze 1999: 877). και Dja'de. στοιχείο που φανερώνει την εξαγωγική δραστηριότητα της θέσης (Güngördü 2010: 38-40). Σύμφωνα με 23 . ενώ απαιτούν υψηλή εξειδίκευση. ενώ το υλικό διακινήθηκε σε αποστάσεις που ξεπεράσανε τα 900χλμ (Dogan and Michailidou 2008: 21. πάντα όμως σε μικρές ποσότητες (Cauvin. Στην επόμενη φάση (III ή Mureybetian) παρατηρείται μια τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Στον Σχιλουρόκαμπο της Νότιας Κύπρου ο Gratuze ανέλυσε 217 εισαγμένα τέχνεργα. (Binder 2007: 239). Jerf el Ahmar. Οι επιχώσεις τους εκτείνονται χρονικά μεταξύ 8500 και 5000 π. 1997: 113). 22). Πέντε εξ αυτών βρίσκονται σε κοντινή απόσταση και είναι οι Mureybet. et al. Dja'de και Halula (εικόνα 25). et al.

Η λίθινη τεχνολογία του οψιανού της θέσης χαρακτηρίζεται από διπολικές λεπίδες και έχει επιρροές από δύο διαφορετικές παραδόσεις. Τα εργαλεία είναι κυρίως από οψιανό μιας και η θέση είναι μόλις 20 χλμ από τα κοιτάσματα του Nenezi Dağ. έχουμε τη μετάβαση σε αγροτική οικονομία. Η τούμπα του Cheikh Hassan βρίσκεται μόλις 15χλμ βόρεια του Mureybet και ανασκάφτηκε από τον Cauvin το 1976. et al. Κατά τη διάρκεια της υποπεριόδου IIIB. Παράλληλα χαρακτηριστικά παρατηρούμε και στις υπόλοιπες θέσεις γύρω από το Mureybet. Πιο σπάνια συναντάμε αιχμές βελών. Dogan and Michailidou 2008: 24).αναλύσεις που έγιναν από τους Warren και Gratuze. Τα προϊόντα από το Nenezi Dağ είναι καλύτερης ποιότητας γι’ 24 . Ανάμεσα στα εργαλεία που κατασκευάζονται κυριαρχούν οι μικρόλιθοι και τα ξέστρα. Λίγο βορειότερα στη θέση Dja'de. ενώ και εδώ βρίσκουμε οψιανό από το εργαστήριο κατεργασίας στο Kömürcü-Kaletepe. όπως φανερώνουν οι πολλές φολίδες με φλοιό (Güngördü 2010: 25-30. οπείς και λεπίδες (Güngördü 2010: 25-30. et al. παρατηρούνται περισσότερες ομοιότητες με την Ανατολική Ανατολία. που αντιστοιχούν στην πρώιμη και μέση PPNB. 1997: 117). όπως προκύπτει από το πλήθος των απορριμμάτων. αυτή του Kömürcü-Kaletepe και αυτή του Aşikli Höyük. ο οποίος είναι πιθανώς εισηγμένος (Dogan and Michailidou 2008: 24). έχουμε τόσο οψιανό από την Καππαδοκία όσο και από τον Ανατολικό Ταύρο. ενώ στην προέλευση των πρώτων υλών προστίθεται οψιανός από την περιοχή του Ανατολικού Ταύρου. ο οποίος κατεργάζεται στον οικισμό. Μόλις πέντε εργαλεία έχουν βρεθεί από πυριτόλιθο. καθώς και των σπόρων που έχουν συλλεχθεί στη θέση. 1997: 113). ο οψιανός προέρχεται αποκλειστικά από την Καππαδοκία. αλλά και από το Nenezi Dağ (20χλμ Α). Η πρώτη ύλη ερχόταν αυτούσια και η κατεργασία γινόταν εκεί. φανερώνοντας τη συνέχιση επιπαλαιολιθικών παραδόσεων. Μετά από ανάλυση της πρώτης ύλης προέκυψε ότι ο οψιανός προέρχεται από το Kayırlı του Göllü Dağ (30χλμ ΝΑ). Η πλειοψηφία του οστεολογικού υλικού. Η θέση Musular βρίσκεται πολύ κοντά στο Aşikli Höyük και είναι σύγχρονη με την ύστερη φάση του Aşikli Höyük. Για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους πυρήνες και λεπίδες από το εργαστήριο του KömürcüKaletepe (Cauvin. Παρόμοια και στη θέση Halula έχουμε την παρουσία πλήθους τεχνέργων και αποκρουσμάτων οψιανού από την Καππαδοκία και την Ανατολική Ανατολία (Cauvin. Dogan and Michailidou 2008: 24). κυνηγητική κοινωνία. Κυρίαρχοι τύποι είναι τα ξέστρα και οι φυλλόσχημες αιχμές κατασκευασμένες με την τεχνική πίεσης. Το Aşikli Höyük (εικόνα 27) είναι μια ακεραμική νεολιθική θέση (8200-7500) στην επαρχία Aksaray της Ανατολίας. Τέλος στις φάσεις IVA και IVB. με ελάχιστα ίχνη καλλιεργημένων φυτών. Η προέλευση του οψιανού είναι και εδώ η Καππαδοκία και ο Ανατολικός Ταύρος. φανερώνουν μια τροφοσυλλεκτική.

Greaves and Helwing 2001: 474. μια σταδιακή μείωση παρατηρείται από την φάση IV και εξής. Εδώ ίσως να έχουμε να κάνουμε με έναν καινούριο εμπορικό δρόμο προς το Λεβάντ. ενώ οι πυρήνες είναι ελάχιστοι και εξαντλημένοι. Η παρουσία εργαλείων από πυριτόλιθο (κιτρινοπράσινος καλής ποιότητας) είναι μόλις 30 κομμάτια στα συνολικά 10. όπως οι Çatal Höyük. Αντίθετα στις δυτικές ακτές της Ανατολίας.000 τέχνεργα (Güngördü 2010: 32-37. 475). Ain Ghazal και Tell Basta. εφόσον απουσιάζουν εργαλεία κατασκευασμένα με τεχνικές πίεσης. Αντιθέτως την ίδια περίοδο παρατηρούμε μια ισχυρή μετατόπιση της διακίνησης οψιανού στην Ανατολική Ανατολία (Binder 2007 :235-240). ενώ η ποσόστωση στις φάσεις VI και V είναι περίπου 76%. ενώ δεν ασχολήθηκε ούτε με τη διακίνηση των πρώτων υλών. Το δυτικότερο σημείο οπου έχει βρεθει οψιανός απο την Καππαδοκία είναι η θέση των Σιταγρών στην Μακεδονία (Williams-Thorpe 1995: 234). Στη θέση Akarçay Tepe (εικόνα 26) της Νοτιοανατολικής Ανατολίας έχουμε ενδείξεις μεγάλης έκτασης διακίνησης οψιανού. Beisamoun. Παρόλα αυτά. εφόσον στην τελική PPNB περίοδο (που σταδιακά κάνει την εμφάνισή της η χρήση κεραμικής) οι περιοχές κοντά στις ακτές του βόρειου Λεβάντ φέρουν εντυπωσιακές ποσότητες οψιανού από την Καππαδοκία. διαμέσου της Κιλικίας και της ακτής (Sherratt 2005). η ποσότητα του υλικού που βρέθηκε είναι σημαντική. Δεδομένης της απόστασης από τις πηγές (300χλμ). παρατηρούμε μια κατάρρευση του εμπορικού συστήματος που είχε αναπτυχθεί με κέντρο τα εξειδικευμένα εργαστήρια της Καππαδοκίας. πρόσφατες αναλύσεις έδειξαν ότι η κύρια προέλευση του οψιανού ήταν το Αιγαίο (Dogan and Michailidou 2008: 29). Η δραστική μείωση του οψιανού στο Λεβάντ. οδηγώντας τον ανασκαφέα να δηλώσει ότι έχουμε αλλαγή στο καθεστώς ελέγχου διακίνησης του οψιανού (Dogan and Michailidou 2008: 24). Κατά τη διάρκεια της Μέσης προς 'Ύστερης PPNB περιόδου.αυτό και προτιμάται για την παραγωγή μεγάλων και λεπτών λεπίδων. Ένα επίσης σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία του οψιανού σε όλες τις φάσεις του οικισμού. Η διακίνησή τους φαίνεται να συντελείται διαμέσου σημαντικών θέσεων. Οι φολίδες με παρουσία φλοιού είναι λίγες. Η θέση αυτή γεφυρώνει το χρονολογικό χάσμα μεταξύ Aşikli Höyük και Çatal Höyük (Greaves and Helwing 2001: 475). οφείλεται πιθανώς στο ότι οι πηγές ήρθαν κάτω από τον έλεγχο του πολιτισμού Aşikli Höyük. Αυτή η εμπλοκή δεν θα κρατήσει πολύ. στοιχείο που μας φανερώνει ότι η αρχική κατεργασία τους γινόταν στην πηγή. ο οποίος δεν είχε ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των λίθινων τεχνολογικών διαδικασιών. Tell Abu Hureyra. 25 .

τοποθετημένη όμως σε ένα γεωφυσικό περιβάλλον πολύ φτωχό σε πρώτες ύλες. Ο πληθυσμός εκτιμάται μεταξύ 4. Η θέση αποτελείται από δύο τεχνικά υψώματα εκ των οποίων το ένα αντιπροσωπεύει την Νεολιθική και το άλλο τη Χαλκολιθική περίοδο.al. τα οποία βρίσκονταν τουλάχιστον 190 χλμ μακριά. (Potts 2012: 300). αναπτύσσοντας εμπόριο με ευρύτερες περιοχές της Ανατολίας. Η συνεχής κατοίκηση στο Çatal Höyük ξεκίνησε την Ακεραμική Νεολιθική. 2008: 900-904). Το Çatal Höyük βρίσκεται στην Κεντρική Ανατολία στην κοιλάδα Konya (εικόνα 27).000. Οι μεγάλες ποσότητες οψιανού οδήγησαν τον ανασκαφέα να σχηματίσει την άποψη ότι ο οψιανός ήταν βασική οικονομική παράμετρος για την ευμάρεια της κοινωνίας. μαχαίρια και καθρέφτες οψιανού αντικατοπτρίζουν μια συμβολική κατεύθυνση προς την αυτογνωσία και τον αναστοχασμό (Renfrew 2006: 398). καθρέφτες.000 και 8. λεπίδες. οποιαδήποτε άλλη αναγκαία πρώτη ύλη θα έπρεπε να εισαχθεί από μακριά (εικόνα 29). Τα κτήρια κατασκευάζονταν από πηλό. Το κύριο υλικό που χρησιμοποιήθηκε στις λιθοτεχνίες ήταν ο οψιανός. από την οποία είναι κτισμένος ολόκληρος ο οικισμός. ενώ η είσοδος γινόταν από τις οροφές (εικόνα 28). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του οψιανού που αποτελεί το 95% της παραγωγής εργαλείων και που η προμήθειά του γινόταν από το ανατολικό Göllü Dağ και το Nenezi Dağ. αμφιπρόσωπα εργαλεία. Μελετώντας τη θέση του Çatal Höyük προκύπτει μια νέα σχέση μεταξύ ανθρώπου και υλικού κόσμου. αποδίδει το κοντινό βουνό Hasan Dağ. Ο καλλιτέχνης ήθελε να αποδώσει συμβολικά τον σημαντικό ρόλο αυτού του βουνού για τον οικισμό. αν και πλέον αυτή η άποψη έχει αμφισβητηθεί. πιθανώς για τις πηγές οψιανού που φέρει (εικόνα 30). πυρήνες. Ο James Mellaart χαρακτήρισε το Çatal Höyük ως ιερό κέντρο. Εκτός από την άφθονη λάσπη. 26 . ήταν ενωμένα μεταξύ τους. Το Çatal Höyük είναι μια πολύ σημαντική θέση. βασιζόμενος στις τοιχογραφίες. ενώ τα τέχνεργα αποτελούνται κυρίως από φολίδες. σε έναν χώρο που ερμηνεύτηκε από τον Mellaart ως ιερό. της Κύπρου και της Εγγύς Ανατολής (Carter and Shackley 2007: 437). οι οποίες απέχουν 620-825 χλμ.Η περίπτωση του Çatal Höyük. ξέστρα. Μια τοιχογραφία. αν και υπάρχουν και πρωιμότερα στρώματα. Μετά από σύγχρονες αναλύσεις επιβεβαιώθηκε και η παρουσία οψιανού από τις peralkaline πηγές της Ανατολικής Ανατολίας. Ένας κάτοικος του Çatal Höyük που συνήθιζε να δουλεύει τον οψιανό σε καθημερινή βάση θα εκτιμούσε αμέσως τον οψιανό από την Ανατολική Ανατολία χάρις στο πρασινωπό του χρώμα και την υφή του (Carter et. αιχμές. μικρολεπίδες. όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων. και απορρίμματα (Güngördü 2010: 41-58). τα ειδώλια και τα τοποθετημένα κρανία ζώων. Ταφές με κτερίσματα.

δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στις κοινωνικές διαδικασίες. Με την έναρξη του Ολοκαίνου συναντάμε μια σειρά από μικρές πληθυσμιακές ομάδες στην περιοχή του Βορείου Λεβάντ. Ο Renfrew. Μετά τη δεκαετία του 1960 τα ρεύματα που κυριάρχησαν στην αρχαιολογική σκέψη μετατόπισαν το κέντρο των ερωτημάτων. Η παρουσία οψιανού από την Καππαδοκία σταδιακά αυξάνεται σε μια περιοχή που η ποσότητα πυριτόλιθου είναι μεγάλη. Στην 8η χιλιετία η διακίνηση του οψιανού αυξάνεται ακόμα περισσότερο. με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που προμηνύουν την αλλαγή προς τις τροφοπαραγωγικές διαδικασίες και τον μόνιμο τρόπο ζωής. κυριότερος εκπρόσωπος της διαδικαστικής αρχαιολογίας στο Αιγαίο. Οι πρώτες ενδείξεις διακίνησης οψιανού σε μεγάλες αποστάσεις απαντώνται κατά την ΕπιΠαλαιολιθική.Συμπεράσματα. ξεπερνούσε τα 200-300 χλμ και το σύνολο των 27 . αν και το αρχαιολογικό υλικό είναι λίγο. το οποίο προμήθευε τις περιοχές της Νοτιοανατολικής Μεσογείου με πυρήνες οψιανού συγκεκριμένης τεχνολογικής επεξεργασίας. Μέσα από τις γεωχημικές αναλύσεις που διεξήχθησαν από το 1960 έως σήμερα. Η απουσία των συγκεκριμένων πυρήνων από θέσεις της Ανατολίας ωθεί πολλούς ερευνητές να μιλήσουν για περιπλανώμενους και εξειδικευμένους διακινητές του οψιανού. Οψιανός από την Κεντρική Ανατολία βρέθηκε στο Βόρειο και Νότιο Λεβάντ. παραμένοντας όμως ακόμη και σήμερα μια περιοχή με πολλά άλυτα αρχαιολογικά ερωτήματα. Μαζί με τον οψιανό πιθανώς διακινούνταν και άλλα υλικά. Ο οψιανός. Η περίμετρος της ζώνης προμήθειας οψιανού. κάνοντας εφικτή την άμεση συσχέτιση ενός τεχνέργου με την αντίστοιχη περιοχή. Ο οψιανός της Ανατολίας χρησιμοποιήθηκε ήδη από την Παλαιολιθική εποχή. Κατά την 10η με 9η χιλιετία εδραιώνεται σε πολλές θέσεις η τεχνική της πίεσης για την παραγωγή εργαλείων. εφόσον η διάχυσή του δεν ξεπερνά τα μερικά δεκάδες χιλιόμετρα. από την οποία προέρχεται η πρώτη ύλη. η οποία φέρει τα πλεονεκτήματα της ελεγχόμενης παραγωγής μακριών και ομοιόμορφων λεπίδων και της οικονομικής διαχείρισης της πρώτης ύλης. έχουν καταγραφεί οι περισσότερες πηγές οψιανού στον κόσμο. Σε αυτή την περίοδο εμφανίζεται η δράση του εργαστηρίου του Kömürcü-Kaletepe στο ηφαίστειο του Göllü Dağ. χρησιμοποιείται κατά κανόνα για τυπικά εργαλεία που απαιτούν περισσότερο εξειδικευμένη εργασία. αλλά μόνο σε τοπικό επίπεδο. ιδιαίτερα στην περιοχή του Λεβάντ. αλλά και στην Ανατολία. όπως και ιδέες. άνοιξε το πεδίο έρευνας των πρώτων υλών. στην Κύπρο. ταυτοποιώντας τον οψιανό της Μήλου. Η τεχνολογική ανάπτυξη στην τυπολογία των εργαλείων δεν είναι άσχετη με την διαχείριση των πρώτων υλών. Παράλληλα την δεκαετία του 1960 άρχισε να αναπτύσσεται η προϊστορική αρχαιολογία στην Ανατολία.

Το 70% των θέσεων της Εγγύς Ανατολής την 8η χιλιετία περιέχει τέχνεργα από οψιανό. 28 . σε μικρότερες αναλογίες. όπως και αντίστοιχα στην περιοχή του ηφαιστείου Nemrut Dağ της Νοτιοανατολικής Ανατολίας έχουν ταυτοποιηθεί οι διαδρομές προς τα δυτικά αλλά και νότια. Ίσως ένα σύνολο από κινητικές και πολιτισμικές διαδικασίες συντελούν στην διάχυση του υλικού. το οποίο εξηγείται από την κυριαρχία του πολιτισμού Aşikli Höyük στην περιοχή που χρησιμοποιούσε παλαιότερες τεχνολογικές παραδόσεις και δεν τον ενδιέφερε η διακίνηση του υλικού. αλλά σταθερές στον χρόνο.χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών ξεπερνούσε το 80%. η οποία γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη διαχέοντας τον οψιανό της λίμνης Van μέχρι τις ακτές της Μεσογείου. αλλά χρησιμοποιούσε τεράστιες ποσότητες οψιανού. στην περιοχή της Κιλικίας. ούτε σταθερό κατά την διάρκεια των χιλιετιών. Η παρουσία του βέβαια μπορεί να φτάσει και τα 1. ο οποίος απείχε από τις πηγές 200 χλμ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παρακμή των δικτύων της Καππαδοκίας που παρατηρούμε στο τέλος της PPNB περιόδου. υπάρχει φυσικός δρόμος που ενώνει την Ανατολία με το Λεβάντ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περιοχή του Βορειοανατολικού Λεβάντ που από την 9η χιλιετία συναντάμε ταυτόχρονα οψιανό από την Καππαδοκία αλλά και από την λίμνη Βαν. Η παρουσία οψιανού Καππαδοκίας στην Κύπρο και στην Κρήτη μας προσφέρει ένα ακόμα στοιχείο για την πρώιμη ανάπτυξη των θαλάσσιων δικτύων. Στα βόρεια του Λεβάντ. όπως και πρόσφατα από κτηνοτρόφους και περιπλανώμενους. Τέλος το σύστημα διακίνησης του οψιανού δεν φαίνεται να είναι ένα και μοναδικό.000 χλμ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο οικισμός του Çatal Höyük. Αυτόματα τότε το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στην Νοτιοανατολική Ανατολία. Έτσι παρατηρούμε ότι περιοχές της Δυτικής Ανατολίας χρησιμοποιούν οψιανό από τη Μήλο αλλά και την Καππαδοκία. Τα φυσικά περάσματα χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν. Τα δίκτυα μεταφοράς του οψιανού πολλές φορές επικαλύπτονται.

(Carter et. Εικόνα 2. Εικόνα 1.Εικόνες. 29 . (Renfrew and Bahn 1991: 372). 2008: 904). al.

Εικόνα 4. 1965: 234).Εικόνα 3. (Λυριτζής 2010: 134). 30 . (Renfrew et al.

com/).com). (chemiasoft.Εικόνα 5. (acceleratingscience. 31 . Εικόνα 6.

html). (archaeometry. Εικόνα 8.missouri. 32 .Εικόνα 7. (Chataigner et al.edu/naa_overview. 1998: 519).

33 . (Chataigner et al. Εικόνα 10. (Chataigner et al. 1998: 531). 1998: 522).Εικόνα 9.

(Potts 2012: 168). 34 .Εικόνα 11. Εικόνα 12. (Potts 2012: 146).

35 .Εικόνα 13. (Kartal 2003: 57).

36 . (Sherratt 2005). Εικόνα 15.Εικόνα 14. (Renfrew 2006: 401).

(Baysal 2013: 275). Εικόνα 17. (Potts 2012: 436). 37 .Εικόνα 16.

Εικόνα 18. (Potts 2012: 168). (Sherratt 2005). Abu Hureyra Ain Mallaha Εικόνα 19. 38 .

(Özkaya 2009: 3). 39 .Εικόνα 20. Εικόνα 21. (Yellin et al. 1996: 362).

40 . Εικόνα 23. (Binder 2007: 240).Εικόνα 22. (Renfrew 2006: 402).

Εικόνα 24. Εικόνα 25. 41 . (Potts 2012: 442). (Cauvin et al. 1997: 114).

(Mellaart 1967: 62). 42 . Εικόνα 27. Εικόνα 28. 2008: 901).Εικόνα 26. (Carter et al. (Cessford and Carter 2005: 306).

Εικόνα 29. (Mellaart 1967: 133). 43 . Εικόνα 30. (Farid 2008: 6/51).

(2007). “Epipalaeolithic marine shell beads at Pinarbaşi: Central Anatolia from an Eastern Mediterranean perspective”. Carter. G. and Arnaud. “Towards configuring the neolithisation of Aegean Turkey”. (2005). “Asia Western”. eds. (1998). (1964). (2000). “Organization and Formation Processes: Looking at Curated Technologies”..L.R. Cambridge University Press. S. Binder. A.. “Obsidian from Anatolian sources in the Neolithic of the Middle Euphrates region (Syria)”. and Çakırlar. “Eastern Anatolian obsidians at Çatalhöyük and the reconfiguration of regional interaction in the Early Ceramic Neolithic”. Journal of Anthropological Research. L. N. 3: 437– 454. N. A. “Beyond past cultural geography: Example of the Levantine Late Epipalaeolithic”. Cauvin.. New York. 30. Journal of Volcanology and Geothermal Research 85: 517–537. King. Çilingiroğlu Ç. eds. Lithics : Macroscopic approaches to analysis. (1998). C. M. ANATOLICA XXXIX: 261-276. Documenta Praehistorica XL: 21-29. and Shackley.. and Brooks. Baysal.. C. 1: 113-122.. Milic M. J. Τ.... Cann... (2013). T. 235243. and Pernicka E. C. Van Couvering. (2005). Τ. and Shackley. W. (2007). I. (1979). Chataigner. F-X. “Turkish occurrences of obsidian and use by prehistoric peoples in the Near East from 14. C.000 to 6000 BP”. Carter. S. in Delage. Brooks. Binford. 95-118. “Sourcing obsidian from neolithic Çatalhöyük (Turkey) using energy dispersive x-ray fluorescence”.J. in Delson. M. Garland. Éditions Technical systems and Near Eastern PPN communities.. Delage.. and Renfrew. A.S.. Cessford.. 23. E. Encyclopedia of Human Evolution and prehistory. Delson. Archaeometry 49. BAR International Series. Journal of Field Archaeology. (2013). and Carter. 1320.D Thesis. E. (1997). R. Dubernet. J. C.. and Shea. Poupeau. Antibes. M-C. Ç. Benco. ed.S. 30: 111-133. Antiquity 82: 900–909. Kramer. 2007.Βιβλιογραφία Andrefsky. Oxford. in Binder. Paléorient. C. Proceedings of Prehistoric Society. and Briois F. 1997. J..R. Carter. (2004).J. J. “The characterization of obsidian and its application to the Mediterranean Region”. Τ. The last hunter-gatherer societies in the Near East. 35. University College London. D. Poidevin. 3: 305-315. 3: 255-273. “PPN pressure technology: Views from Anatolia”. Keller. J. 91-101. “Quantifying the Consumption of Obsidian at Neolithic Çatalhöyük. (2008). Tattersall. Through a glass darkly: Obsidian and society in the Southern Aegean Early Bronze age. Turkey”. E.S. 44 . D. Ph.O.. Bourdonnec.

Proceedings of a Symposium in Uppsala. P. (2006). “Trading in prehistory and protohistory: Perspectives from the eastern Aegean and beyond”...). and Cauvin. Αθήνα. (2001).. “Archaeology in Turkey: The Stone. “Toward a Contextual Approach to Prehistoric Exchange”. I. 1615.. Farid. 17-53. M-C. Bilkent University .. Glascock. American Journal of Archaeology. 4: 339-346. “Non-destructive analysis of obsidian artefacts using nuclear techniques: investigation of provenance of near eastern artefacts”.K. στο Λυριτζής. Journal of Archaeological Science. Greaves.Ε. BAR International Series. επιμ. trade and society in the Central Anatolian Neolithic. M. I: 11-21.V. Contexts for Prehistoric Exchange. (1996).Μ. “Obsidian characterization by laser ablation ICP-MS and its application to prehistoric trade in the Mediterranean and the Near East: Sources and distribution of obsidian within the Aegean and Anatolia”. 45 . (1963). 26: 869–881. Ν.. Falkenström.N. J. Εκδόσεις Παπαζήση. and Knutsson K.Ι.. Oxford: John and Erica Hedges.. 2: 277-335. 105. 1997-1999”. Gratuze. (2008). A. and Iron Ages.K... J.H. F. J.. in Apel. American Journal of Archaeology. ed. Archaeometry 35. Ι. eds. (2010). Sailing in the Aegean: Readings on the economy and trade roots.E. “Prehistoric economics and the archaeology of exchange”. Hodder. Β. Esin. Ινστιτούτο Ελληνικής και Ρωμαϊκής αρχαιότητας. (2010). and Benedict. SAU Stone Studies 2. Bronze. P. and Michailidou. eds.E. “Γεωχημικός χαρακτηρισμός οψιανού: Μια συστηματική προσέγγιση στης μελέτες των πηγών και των αντικειμένων του”. Al Isa. Gates. Earle. Academic Press. U. K. London: 1-12. Α. ed. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε. 347-359. 1-17. a master's thesis. (2008). ed. (1982). 2003. J. S. Β. (1982). Güngördü. 100. Barrandon. και Ζαχαριάς. C. in Ericson. “Archaeology in Turkey”. August 20-24. and Giannikouri. “A matter of choice: social implications of raw material availability”. Αθήνα. “Chert availability and prehistoric exploitation in the Near East: an introduction”. I. and Helwing. Dogan. Uppsala. in Delage C. Chert availability and prehistoric exploitation in the Near East. (1999).B. M. 293-318. Αρχαιο-υλικά: αρχαιολογικές-αρχαιομετρικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις. C. in Papageorgiadou-Banis. 3: 463-511.Delage. in Ericson. “Recent Developments in the Prehistory of Anatolia”. Obsidian. T. Ankara. Skilled Production and Social Reproduction: Aspects of Traditional Stone-Tool Technologies.. A. The department of archaeology. (2007). (1993). Current Anthropology. and Earle. Β. 4. Gratuze. T. Çatal Höyük 2008 archive report : Research Project.

(2010). Moscow. Εκδόσεις Παπαζήση. 2/3: 151-169. I. (2005). Kartal. “Λιθοτεχνίες λαξευμένου λίθου από οψιανό και πυριτόλιθο στο Αιγαίο και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου: Σύγχρονες αρχαιολογικές προσεγγίσεις”. επιμ. J.K. Life in neolithic farming communities social organization. Λ. “Inception of agriculture and rearing in the Middle East”. C. Current Anthropology.R (2007). Renfrew.. and Rodríguez. M.P. London. Dordrecht. (2010)..J. T. D.T. J. (2009). Academic Press. Αρχαιολογία και Τέχνες. M. Technology and Terminology of Knapped Stone. Anadolu / Anatolia 24: 45-62. (1996).. McGraw-Hill. New York. Renfrew. Αθήνα. Inizan. suggestions. και Καραμπατσώλη.. C. Crep.. Boston. Καρδαμίτσα. (2000). 319-364. “Ενυδάτωση κόψης οψιανού”. Kluwer Academic Publishers. Kooyman. and Briois. eds. identity.G. F. Ι. Λυριτζής. Αθήνα. ed. στο Λυριτζής. (2003). and Tixier. Hodder. First published in 1992... Çatal Höyük: A neolithic town in Anatolia. Ν. 10. M. Nanterre. University of New Mexico Press. Theory and practice in Archaeology. 133-144. B. (2002). J. Albuquerque. Ι. R. “Excavations at Körtik Tepe: A New Pre-Pottery Neolithic A Site in Southeastern Anatolia”. Potts. Neo-Lithics 2/09: 3-8. και Ζαχαριάς. Kuijt. (2012). Palevol 5: 395–404. (1967). στο Αρχαιομετρία: Μέθοδοι χρονολόγησης στην Αρχαιολογία.. Antibes. Routledge. “Anatolian Epi-Paleolithic period assemblages: Problems. Blackwell Publishing Ltd.. and differentiation. (1999).. “Η μελέτη των λίθινων εργαλειακών συνόλων”. Καριμάλλη. London. New York. Κουρτέση-Φιλιππάκη. Reduron-Ballinger. I. evaluations and various approaches”. D. Mellaart. 153-165. (1969). C. (2006). Roche. in Binder. Urquijo. Γ. Ibáñez. H. Contexts for Prehistoric Exchange. ed.L. 61: 6-11. Systèmes techniques et communautés du Néolithique précéramique au Proche-Orient Technical Systems and Near Eastern PPN Communities. “The evolution of technology during the PPN in the Middle Euphrates: A view from use-wear analysis of lithic tools”. eds. Özkaya. London: 199-211.and Earle. V. Αρχαιο-υλικά: αρχαιολογικές-αρχαιομετρικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις. Understanding stone tools and archaeological sites. 46 . J. Α. A companion to the archaeology of the ancient Near East : Volume I. A. “Trade and culture process in European prehistory”.

47 .archatlas.. P.S. Y. “Obsidian in the Aegean”.php.org/ObsidianRoutes/ObsidianRoutes. Version 4. B. C.chemiasoft. 3: 361-368. (1995).1.M (1996). and Dixon. Cann. J. Yakar. J. Ο. ca.. όπως αυτή ανακτήθηκε στις 21/08/2015.R.html.com/mining/technology-focus-x-ray-fluorescence-xrf-in-mining/. Williams-Thorpe. όπως αυτή ανακτήθηκε στις 21/08/2015.. London. (1965). Israel”. όπως αυτή ανακτήθηκε στις 21/08/2015. J. “The socio-economic structure of prehistoric communities in the Southern Levant. www. όπως αυτή ανακτήθηκε στις 21/08/2015. 14000 to 6500 BC”.Renfrew. A. “Obsidian in the Mediterranean and the Near East: a provenancing success story”. Archaeometry 37. http://www. Archaeology: Theories methods and practice. Sherratt. C. ArchAtlas. www. 23. T. (1991).A. and Bahn. Documenta Praehistorica XXV: 53-63. Yellin. www. 2: 217-248. 60: 225247. “Obsidian trade in the Near East. (2005). Journal of Field Archaeology. C. 13000-8000 BP”.missouri.R. and Rowan.archaeometry.edu/naa_overview.acceleratingscience. Levy.com/chemd/node/52.E. “New evidence on prehistoric trade routes: The obsidian evidence from Gilat. (1998). Renfrew. Thames and Hudson. (third edition 2000).