You are on page 1of 43

Προτάσεις για τη δομή της Δευτεροβάθμιας

και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
http://manosdanezis.gr/index.php/blog/420-2015-12-06-12-33-06

Δρ Μάνος Δανέζης
Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής
Τμήμα Φυσικής ΕΚΠΑ
www.manosdanezis.gr
email: edanezis@phys.uoa.gr

Αθήνα 2015
1

Προτάσεις για τη δομή της Δευτεροβάθμιας και
Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Παιδεία και Εκπαίδευση
Το Σχολείο χθες και σήμερα
Στο δρόμο της εκπαιδευτικής αλλαγής
Η Εκπαιδευτική αλλαγή σαν θεσμός

4
4
6
6

Το Eλληνικό Eκπαιδευτικό πρόβλημα

7
8
9
10
10
11
11
11
12

Κάποιες θεσμικές παρεμβάσεις σε ελληνικό επίπεδο
α. Συμβούλιο χάραξης εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής
β. Θέσπιση θέσης υπερκομματικού γραμματέα στο ΥΠΕΠΘ
Διάρθρωση πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
α. Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο
β. Τριτάξιο Γυμνάσιο
γ. Τριτάξιο Λύκειο
Μια γενικότερη πρόταση
δ. Σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Προπαρασκευαστικό πανεπιστημιακό έτος
Παρατηρήσεις επί της πρότασης του Υπουργείου Παιδείας

Εσωτερικές Eκπαιδευτικές και Διοικητικές παρεμβάσεις
σε ελληνικό επίπεδο
Κάποιες γενικές σκέψεις
1.
Σύνδεση του περιεχομένου των σπουδών με τις πραγματικές
ανάγκες του τόπου
α. Άνοιγμα του σχολείου στους ειδικούς της περιοχής
β. Καθιέρωση κατά τη διάρκεια των διακοπών των
κατασκηνώσεων ειδικότητας
γ. Το σχολείο πολιτιστικό κέντρο
2.
Εισαγωγή της Πληροφορικής στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση
3.
Σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός

Το πρόβλημα της Ανώτατης Παιδείας στη Ελλάδα
Εισαγωγή
Α’ Πανεπιστημιακό μοντέλο (Πανεπιστήμιο εξειδίκευσης)
Β’ Πανεπιστημιακό μοντέλο (Λαϊκό Πανεπιστήμιο)
Κρίσεις και επικρίσεις
Πρόταση Πανεπιστημίου επιπέδων
α. Πρώτος κύκλος σπουδών
Παρατήρηση επί των προτάσεων του Υπουργείου Παιδείας
β. Δεύτερος κύκλος σπουδών
παρατηρήσεις επί του δευτέρου κύκλου σπουδών
γ. Τρίτος κύκλος σπουδών

12
13

14
14
16
16
17
17
17
18
19
19
20
21
21
22
23
23
23
24
24
2

Παρατηρήσεις
δ Τέταρτος κύκλος σπουδών
Ανάλυση επί μέρους προβλημάτων του μοντέλου του
Πανεπιστημίου επιπέδων
1. Το πρόβλημα της δωρεάν Παιδείας
Πρόταση λύσης του προβλήματος
2. Το πρόβλημα των Πανεπιστημιακών συγγραμμάτων
Παρατηρήσεις επί των προτάσεων και παρεμβάσεων
του Υπουργείου Παιδείας
Προτάσεις λύσης του προβλήματος
3. Το πρόβλημα της Πανεπιστημιακής Αυτονομίας
και του εσωτερικού Δικαίου
Το Νόημα της Ελευθερίας
Διοικητική και νομική Ελευθερία
4. Οι κρίσεις εξέλιξης του προσωπικού
Η πρότασή μας
5. Το πρόβλημα της ίδρυσης ανεξάρτητων αμειβόμενων
τμημάτων στα Δημόσια Πανεπιστήμια
6. Το πρόβλημα των Ιδιωτικών πανεπιστημίων

Το πρόβλημα της Πανεπιστημιακής Διοίκησης
Πρόταση διοικητικής συγκρότησης του Πανεπιστημίου
α. Γενική Συνέλευση του Τομέα
.β. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος
γ. Το Συμβούλιο της Σχολής
δ. Η Σύγκλητος
Οι εκλογές πρύτανη και Αντιπρυτάνεων
Αντιπρύτανης Οικονομικών
Αντιπρύτανης Εκπαιδευτικών Υποθέσεων
Αντιπρύτανης Έρευνας
ε. Το Εποπτικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου

Κάποιες τελικές σκέψεις

25
25
25
26
27
28
29
30
31
32
32
33
34
34
35
37
37
38
39
41
41
42
42
42
43
43

3

Προτάσεις για την δομή της Δευτεροβάθμιας
και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Δρ Μάνος Δανέζης
Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής
Τμήμα Φυσικής ΕΚΠΑ
www.manosdanezis.gr
email: edanezis@phys.uoa.gr

Παιδεία και Εκπαίδευση
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η παγκόσμια εκπαίδευση βρίσκεται σε μια
περίοδο βαθιάς κρίσης, η οποία δεν είναι παρά η έκφραση μιας παράλληλης
παγκόσμιας κοινωνικής κρίσης αξιών και ιδεών. Το εκπαιδευτικό λοιπόν
πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό (δαπάνες Παιδείας), αλλά κυρίως πρόβλημα
αξιών, που άλλες χάνονται, άλλες αμφισβητούνται και άλλες γεννιούνται μέσα
στη συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία μας. Είναι η εξωτερίκευση μιας
γιγαντιαίας σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνική δομή που πεθαίνει και σ’
αυτήν που γεννιέται.
Το κύριο ερώτημα μέσα από το οποίο διαφαίνεται η κρίση αυτή είναι:
«Θα δομήσουμε ένα σύστημα αξιών, που μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, θα
στοχεύει στη δόμηση μιας κοινωνίας Ανθρώπων ή πρέπει η οικονομική ανάπτυξη
να είναι αυτοσκοπός, στο βωμό της οποίας θα πρέπει να θυσιάσουμε μέρος ή και
το σύνολο των ανθρώπινων αξιών;»
Επί πλέον θα πρέπει επί τέλους να τονιστεί η διαφοροποίηση μεταξύ των
εννοιών της Παιδείας και της Εκπαίδευσης. Αυτό που αρχικά είναι αναγκαίο,
προκειμένου να αποκατασταθεί μια νέα ουμανιστική κοινωνική ηθική, είναι η
Παίδευση και όχι η Εκπαίδευση του πολίτη. Στην «εκπαίδευση» ο πολίτης
οφείλει το ζην αλλά στην Παιδεία το ευ-ζην. Βεβαίως δεν πρέπει να αγνοούμε
ότι η έννοια της εκπαίδευσης δεν συνδέεται πάντα με τις θετικές πλευρές της
κοινωνικής δράσης.
Και τελικά το αντίστοιχο Υπουργείο ονομάζεται Υπουργείο Παιδείας και όχι
Εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση φαίνεται ότι ανήκει περισσότερο, ως αντικείμενο,
στο Υπουργείο Εργασίας και λιγότερο στο Υπουργείο Παιδείας.

Το σχολείο χθες και σήμερα

Αυτό που χαρακτηρίζουμε σχολείο του χτες, δουλεύοντας με προγράμματα που
δεν επέτρεπαν παρεκκλίσεις και πρωτοβουλίες, μη ευνοώντας τη συνεργασία
μαθητών καθηγητών, στόχευε σε μια μηχανιστική διανοητική ανάπτυξη του
αυριανού πολίτη, θεωρώντας τον εξάρτημα μιας κάποιας προκαθορισμένης
κοινωνικής μηχανής.
Ο Έριχ Φρομ στη «Υγιή Κοινωνία» αναφέρει:
«Το κοινωνικοπολιτικό μας σύστημα χρειάζεται ανθρώπους που πειθαρχούν στις
εντολές του, ανθρώπους που ακολουθούν δίχως αντίρρηση, ανθρώπους που να
καταναλώνουν όλο και πιο πολλά αγαθά. Χρειάζεται ανθρώπους με γούστα
τυποποιημένα, ανθρώπους που να επηρεάζονται εύκολα, ανθρώπους που οι
ανάγκες τους να μπορούν να υπολογιστούν από πριν.

4

Η κοινωνία μας χρειάζεται ανθρώπους που πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι και
ανεξάρτητοι, άσχετα αν εκτελούν πειθήνια όλα όσα οι άλλοι απαιτούν από αυτούς,
ανθρώπους που προσαρμόζονται δίχως αντίρρηση στον κοινωνικό μηχανισμό και
κατευθύνονται χωρίς τη χρήση βίας, ανθρώπους που άγονται και φέρονται χωρίς
προσανατολισμό και στόχους, κι όλα αυτά υποτίθεται πως γίνονται για το καλό
της κοινωνίας».
Κύριος στόχος της εκπαιδευτικής πράξης σύμφωνα με τα κλασικά πρότυπα
είναι να ετοιμάσει τους νέους, προκειμένου να αναλάβουν τις μελλοντικές τους
ευθύνες και να επιτύχουν στη ζωή τους, στα πλαίσια ενός μοντέλου κοινωνίας
απ’ αρχής καθορισμένου και απαράβατου. Μέσο για την επίτευξη του στόχου
αυτού είναι η απόκτηση ενός όγκου πληροφοριών και έτοιμων μορφών γνώσης.
Συγχρόνως, γίνεται προσπάθεια δημιουργίας ενός προτύπου συμπεριφοράς για
το μαθητή με κύρια χαρακτηριστικά την αποδοχή και υπακοή.
Το σχολείο, αρχίζοντας από τη θέση «οι μικρότεροι υπακούουν τους
μεγαλύτερους», προετοίμαζε το παιδί για το μελλοντικό «οι κατώτεροι
υπακούουν τους ανώτερους», που κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις.
Μέσα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το βιβλίο είναι ο εκπρόσωπος της
σοφίας του παρελθόντος και ο δάσκαλος ο μεσολαβητής μέσω του οποίου ο
μαθητής υποτίθεται ότι θα φτάσει στη γνώση. Μάθηση στο σύστημα αυτό
σημαίνει αφομοίωση όλων όσων έχουν γραφτεί στα εγκεκριμένα βιβλία και το
μυαλό των εκπαιδευτικών. Εκείνο το οποίο μαθαίνεται, θεωρείται ως στατικό,
έτοιμο, τελειωμένο, χωρίς να δίνεται σημασία στον τρόπο με τον οποίο
δημιουργήθηκε ή τις αλλαγές που σίγουρα θα υποστεί στο μέλλον. Είναι το
πολιτιστικό προϊόν των κοινωνιών που προϋποθέτουν ότι το μέλλον θα είναι
όμοιο με το παρελθόν, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι στον κόσμο που ζούμε, η
αλλαγή είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Το 1978 σε μια διεθνή διάσκεψη που έγινε στο Βελιγράδι, υπό την αιγίδα του
ΟHE, διατυπώθηκε η «χάρτα του Βελιγραδίου» στην οποία υπογραμμίζεται:
«Είναι απολύτως ζωτικό όλοι οι πολίτες του κόσμου να επιμείνουν, ώστε να
παρθούν μέτρα προς όφελος μιας οικονομικής ανάπτυξης που δεν θα επιφέρει
καμιά βλάβη στο περιβάλλον και στις συνθήκες ζωής. Πρέπει να βρεθεί ο τρόπος
ώστε να υπάρξει εγγύηση ότι κανένα Έθνος δεν θα αναπτυχθεί σε βάρος άλλου
και κανένα άτομο δεν μπορεί να αυξήσει την κατανάλωση αγαθών σε βάρος
άλλων ατόμων.
Η αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών συστημάτων είναι βασική για την
εγκαθίδρυση μιας τέτοιας νέας ηθικής όσον αφορά την ανάπτυξη και την
οικονομική τάξη. Οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί υπεύθυνοι μπορούν να
θεσμοθετήσουν αλλαγές, αλλά δεν θα είναι παρά λύσεις βραχυπρόθεσμες, αν δεν
δώσουμε στην παγκόσμια νεολαία μιας νέας ποιότητας εκπαίδευση.
Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η δημιουργία νέων και αποδοτικών σχέσεων μεταξύ
μαθητών και διδασκόντων, μεταξύ σχολείου και κοινότητας, μεταξύ του
εκπαιδευτικού συστήματος και της κοινωνίας στο σύνολό της».
Σήμερα δεχόμαστε την εκπαίδευση ως ένα όργανο που θα επιτρέψει στο μαθητή
να αποκτήσει την απαιτούμενη εμπειρία που θα τον βοηθήσει να ενταχθεί χωρίς
πρόβλημα στο κοινωνικό σύνολο και να συνεργασθεί για το καλό όλων.
Είναι όμως αδύνατο αυτή η εμπειρία να αποκτηθεί μόνο μέσω θεωρητικών
γνώσεων, μέσα στους τέσσερις τοίχους του σχολείου, αποκομμένη από το χώρο
δουλειάς και ζωής της κοινότητας.
Βλέποντας, λοιπόν, την εμπειρία σαν το κύριο μέσο για το πέρασμα της γνώσης,
πιστεύουμε ότι αυτό που πρωταρχικά πρέπει να εξετάσουμε είναι οι κοινωνικοί

5

παράγοντες που συντελούν στο σχηματισμό της, μιας και όλες οι εμπειρίες δεν
είναι εποικοδομητικές, ενώ αυτή καθ’ αυτή η λέξη επιδέχεται πολλών
ερμηνειών και, εν τέλει, στο όνομά της ήταν δομημένο το σημερινό
αναχρονιστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, προτείνουμε αντί του όρου
«εκπαιδευτική φιλοσοφία της εμπειρίας» που δίνει ο Nτιούι, τη χρησιμοποίηση
του όρου «φιλοσοφία της εμπειρίας μέσω των κοινωνικών σχέσεων», ορισμό που
δίνει στη λέξη εμπειρία την πραγματική της διάσταση, συνδέοντάς την με τον
κοινωνικό περίγυρο του σχολείου. Στη μάθηση μόνο από κείμενα,
αντιπαρατίθεται η μάθηση μέσω της εφαρμογής, με στόχο την στενή γνωριμία
μ’ ένα αδιάκοπα μεταβαλλόμενο κόσμο.

Στο δρόμο της εκπαιδευτικής αλλαγής

Βρισκόμαστε λοιπόν καταμεσής του δρόμου της μετάβασης από ένα
αναχρονιστικό σχολείο σε ένα μελλοντικό ανοικτό σχολείο. Αυτό που θα πρέπει
να ξέρουμε, βαδίζοντας το δρόμο αυτό, είναι ότι κατά τη διάρκεια της
προσπάθειάς μας, θα υπάρξει ένα πλέγμα από δύσκολα, πλην όμως πραγματικά
και συγκεκριμένα προβλήματα, που μπορούν να λυθούν μόνο αν τεθούν και
δουλευτούν κάτω από πραγματικές συνθήκες για μια ολόκληρη περίοδο και
αντιμετωπιστούν κάτω από τις ειδικές συνθήκες κάθε περιοχής. Το γεγονός
αυτό μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα μεταβατικά εκπαιδευτικά βήματα
που θα πρέπει να γίνουν, είναι δυνατόν να είναι ποιοτικώς διαφορετικά από
«φαινομενικά» ανάλογα βήματα τα οποία έκαναν άλλες χώρες που
προηγήθηκαν στον ίδιο δρόμο. Εκτός αυτού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, με το να
βάλουμε απλά σαν στόχο την αντικατάσταση του παλαιού σχολείου, δεν
δημιουργούμε αυτόματα το σύνολο των προϋποθέσεων που απαιτούνται,
προκειμένου να το διαδεχθεί το νέο σχολείο. Αυτό θα γίνει μόνο όταν θα
συγκεντρωθούν επίσης όλες οι ιδεολογικοπολιτικές προϋποθέσεις αυτής της
διαδοχής, γεγονός που μπορεί να συμβεί νωρίτερα ή αργότερα, ανάλογα με τη
δομή των συνθηκών, για τη δημιουργία των οποίων είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι
και όχι μόνο η οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Η εκπαιδευτική αλλαγή ως θεσμός
Ένα άλλο σημείο, στο οποίο θα πρέπει να συμφωνήσουμε, είναι ότι μια γνήσια
και ουσιαστική εκπαιδευτική αλλαγή είναι ένα βασικό θεσμικό μέτρο, που έχει
μια σημαντική στρατηγική σημασία για τη λειτουργία μιας νέας κοινωνικής
δομής.
Ως θεσμός πρέπει να στηρίζεται στην κατανόηση της κοινωνικής
πραγματικότητας, την ανάλυση των κοινωνικών αντιθέσεων, την επισήμανση
των ιδεολογικών διαφορών.
Τα συμπεράσματα από την αλλαγή της πραγματικότητας πρέπει να τα
εντάξουμε στη διαλεκτική της μετάβασης και να ιεραρχήσουμε την τακτική μας
και τις ανάγκες, σε τρόπο ώστε να εναρμονίζονται με τους στρατηγικούς μας
στόχους.
Κάθε επί μέρους στόχος πρέπει να δένεται οργανικά σε ένα συνολικό σχέδιο
ριζικής αλλαγής. Είτε σαν βραχυπρόθεσμοι, είτε σαν ενδιάμεσοι, οι στόχοι αυτοί
πρέπει να αποτελούν μέρος μιας συνολικής διαδικασίας και όχι αυτοσκοπό.
Οι στόχοι και οι ανάγκες πρέπει να προγραμματίζονται και να ιεραρχούνται σε
άμεση αλληλεπίδραση με την κοινωνική δυναμική και να εξασφαλίζουν την
πλατειά κοινωνική συμπαράσταση και συμμετοχή.

6

Αυτό, όμως, που θα πρέπει να τονίσουμε, είναι ότι η ενεργητική συμμετοχή της
κοινωνίας δεν μπορεί να αναμένεται αυτόματα ή να στηρίζεται αποκλειστικά σε
ιδεολογικές ερμηνείες ή συναισθηματικές εξάρσεις.
Η ανάλυση και η εφαρμογή μιας νέας εκπαιδευτικής διαδικασίας στην πράξη
έχει τεράστια σημασία. Απαιτεί συγκεκριμένη δουλειά και κατάλληλη
μεθόδευση στη δοσμένη κάθε φορά πραγματικότητα. Ένας νέος εκπαιδευτικός
θεσμός δεν μπορεί να σταθεί αφηρημένα με συνθήματα και ιδεολογικές
εξάρσεις. Στην εφαρμογή του θα πρέπει να στηριχθεί στις παραγωγικές
δυνάμεις και να συνδεθεί με τις παραγωγικές σχέσεις.
Χωρίς την οργανική σύνδεσή του με τη δοσμένη υλική πραγματικότητα, κάθε
προσπάθεια εκπαιδευτικής αλλαγής θα παραμείνει αφηρημένη και μη
λειτουργική, με μοιραίο αποτέλεσμα να μείνει ανενεργός και να συρρικνωθεί.
Αντίθετα οι νέες εκπαιδευτικές διαδικασίες θα αποκτήσουν σημασία και θα
επιτελέσουν το ρόλο τους, όταν συνδεθούν ουσιαστικά με τις πραγματικές
συνθήκες παραγωγής.

Το Ελληνικό εκπαιδευτικό πρόβλημα

Εκτός, όμως, της παγκόσμιας εκπαιδευτικής κρίσης που επηρεάζει ευθέως την
Ελληνική Εκπαίδευση, μπορούμε να διακρίνουμε και μερικές καθαρά ελληνικές
παραμέτρους που χαρακτηρίζουν τη δομή και λειτουργία της. Αναφέρουμε
ενδεικτικά μερικές από αυτές:
α.
Η Ελληνική εκπαίδευση δομήθηκε με στόχο τη διαιώνιση και την
αναπαραγωγή μιας κοινωνίας που σήμερα αμφισβητείται κύρια από τους νέους.
Μια τέτοια εκπαίδευση στηριζόταν στο δόγμα ότι το Ελληνικό
κοινωνικοπολιτικό στάτους κβο ήταν απαραβίαστο και γι’ αυτό κύριο μέλημα
θα έπρεπε να είναι η διαφύλαξη και αναπαραγωγή του.
β.
Η Ελληνική εκπαίδευση στηρίχθηκε στο δόγμα ότι η αρχαία πνευματική
κληρονομιά είναι απροσπέλαστη. Ως εκ τούτου, η Παιδεία μας θα έπρεπε να
στοχεύει στη διατήρηση και μελέτη της προγονικής σοφίας και όχι το
ξεπέρασμά της.
γ.
Διανύουμε μια ατυχή ιστορικά εποχή θεοποίησης του «άμεσου
κέρδους», που έταξε την εκπαίδευση ως μέσο μιας οικονομικής ανάπτυξης, η
οποία αδιαφορεί για τον άνθρωπο και τις βασικές ψυχολογικές και πνευματικές
ανάγκες του.
δ.
Ένα τελευταίο ελληνικό εκπαιδευτικό πρόβλημα είναι η χρησιμοποίηση
από μέρους της διοίκησης ενός συνόλου ακατάλληλων ανθρώπων, οι οποίοι δεν
τοποθετούνται μόνο μυστηριωδώς σε θέσεις κλειδιά, αλλά συγχρόνως
αναγορεύονται σε ειδικούς δι’ επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίο
εκδηλώνεται μέσω διοικητικών αποφάσεων και όχι ασφαλώς μέσω ειδικών
προσόντων που μπορούν ν’ αποδειχθούν.
Προκειμένου να παρέμβουμε ουσιαστικά στις δομές του εκπαιδευτικού
συστήματος θα πρέπει να επαναπροσανατολίσουμε φιλοσοφικά και να
επαναοργανώσουμε:
α.
Τις διοικητικές δομές της εκπαίδευσης.
β.
Τα εκπαιδευτικά και ωρολόγια προγράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει
να τονίσουμε ότι σκοπός μας δεν θα πρέπει να είναι απλώς μια χρονική
αναδιάταξη των κλασικών ωριαίων μαθημάτων, με μια σύγχρονη
αναπροσαρμογή του περιεχομένου τους, σύμφωνα με τις κυρίαρχες απόψεις της
εποχής. Αυτό που πρέπει να οργανώσουμε είναι μια συνολική επανεκτίμηση της
αναχρονιστικής παιδαγωγικής μεθόδου που δεν άφηνε τη γνώση του κάθε
7

μαθήματος να βρει τη σχέση και τη σύνδεσή της με τη γνώση των άλλων
μαθημάτων, ενώ συγχρόνως δεν επέτρεπε τη σύνδεση των μεμονωμένων
ατελών γνώσεων που έδινε, με τις κοινωνικές και παραγωγικές διαδικασίες του
τόπου.
γ.
Τέλος θα πρέπει να υπάρξει μια σαφής επαναδιατύπωση του
κοινωνικοπολιτικού προσανατολισμού που προτίθεται ν’ ακολουθήσει η
κυβέρνηση στο χώρο της παιδείας. Συγχρόνως, όμως, θα πρέπει να παρθούν
κρίσιμες αποφάσεις άμεσης υλοποίησης που θα πείσουν το λαό ότι οι
επαγγελίες δεν αποτελούν φραστικά πυροτεχνήματα, αλλά ουσιαστική πολιτική
βούληση.
Οι κύριοι άξονες μιας τέτοιας επαναδιατύπωσης πρέπει να καλύπτουν τις
βασικές ελληνικές παραμέτρους του προβλήματος. Έτσι, θα πρέπει να τονιστεί:
1.
Η πίστη στην ανάπτυξη μιας εκπαιδευτικής φιλοσοφίας
προσανατολισμένης στην ιδέα δόμησης μιας εκπαίδευσης, όχι επακόλουθου της
οποιασδήποτε κοινωνικής δομής, αλλά μιας εκπαίδευσης που θα πλάθει και θα
χαράζει την κοινωνία του μέλλοντος.
2.
Η ανάγκη μιας ισόρροπης ανάπτυξης, στα πλαίσια του εκπαιδευτικού
προγραμματισμού, της συντήρησης της μνήμης του παρελθόντος και της
προσπάθειας χάραξης του Ελληνικού Πολιτισμού του μέλλοντος.
3.
Η ανάγκη ανάπτυξης προγραμμάτων σύνδεσης της κοινωνικής και
πολιτιστικής ζωής του σχολείου με την κοινότητα, με στόχο την εξανθρώπιση
της γνώσης και τη σύνδεσή της με τις υπαρκτές ανάγκες του τόπου. Σαν
παράδειγμα αναφέρουμε εκείνο του προγράμματος Περιβαλλοντικής
Κοινωνικής Εκπαίδευσης του Γυμνασίου Βούλας πριν μερικές δεκαετίες, το
οποίο επειδή επέτυχε και καταξιώθηκε διεθνώς, ουσιαστικά καταργήθηκε στην
πράξη και αντικαταστάθηκε με απλά προγράμματα προστασίας του
περιβάλλοντος
δ.
Η δυνατότητα λήψης μέτρων προκειμένου η διοικητική δομή των κατ’
απονομή ειδικών, ν’ αντικατασταθεί από μια δομή των κατά τεκμήριο ειδικών.
Με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί η ποιότητα του σχεδιασμού, η
αποτελεσματικότητα της υλοποίησης, ενώ συγχρόνως η αξιοκρατική επιλογή
προσώπων θα δώσει το στίγμα του ύφους και ήθους, όχι μόνο της κυβερνητικής
εξουσίας, αλλά γενικότερα του πολιτικού φορέα που την ελέγχει.

Κάποιες θεσμικές παρεμβάσεις, σε Ελληνικό επίπεδο
Όπως ίσως όλοι συμφωνούμε, το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόβλημα δεν είναι
δυνατόν να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά με ρυθμίσεις επί μέρους θεμάτων
που αφορούν κάποια βαθμίδα εκπαίδευσης.
Η εκπαίδευση όλων των βαθμίδων αποτελεί μιαν άτμητη ενότητα, που πρέπει
να αντιμετωπιστεί ενιαία μέσω ενός συνολικού σχεδιασμού. Αυτό είναι
επιβεβλημένο, εφ’ όσον δεν αρκεί να βρούμε απλά μια λύση στα επί μέρους
προβλήματα, αλλά να εξετάσουμε τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορεί η
λύση αυτή να προκαλέσει σε άλλα δομικά στοιχεία του εκπαιδευτικού
οικοδομήματος.
Επειδή, όμως, πιστεύουμε ότι το καλύτερο εκπαιδευτικό αύριο δεν δομείται
μόνο μέσω ιδεολογικών αναλύσεων, θα θέλαμε να κάνουμε «κατ’ αρχή» ένα
σύνολο προτάσεων που θα πρέπει να υλοποιηθούν άμεσα.

8

α. Συμβούλιο Χάραξης Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Όπως όλοι μας πρέπει να αναγνωρίσουμε, παρά τις όποιες καλές προθέσεις των
οποιονδήποτε κυβερνήσεων και των οποιονδήποτε υπουργών και επιτελών
τους, το Υπουργείο Παιδείας και το εκάστοτε επιτελείο που το στελεχώνει,
αποτελούν βραχίονες μιας συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης. Με τον τρόπο
αυτό, εκφράζει μια συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία ενός
μέρους της κοινωνίας, αλλά και κάποιων συγκεκριμένων συμφερόντων. Οι
επιλογές αυτές σε κάποιες περιπτώσεις δεν εξυπηρετούν το Έθνος και το λαό
αλλά κάποια περιστασιακά και αμφισβητήσιμα συμφέροντα.
Τα προηγούμενα γεγονότα κάνουν αδύνατη τη συγκρότηση μιας ενιαίας
μακροπρόθεσμης εκπαιδευτικής στρατηγικής. Είναι πλέον σε όλους γνωστό,
ότι, πολλές φορές, η σύγκρουση έξω-εκπαιδευτικών συμφερόντων οδηγεί σε μια
αλλαγή των εκπαιδευτικών κατευθύνσεων και αυτό, όχι μόνο κάθε φορά που
υπάρχει αλλαγή κόμματος στην κυβέρνηση, αλλά και κάθε φορά που αλλάζει
υπουργός στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Για το λόγο αυτό: «Είναι πλέον καιρός το Υπουργείο Παιδείας και κατ’ επέκταση
η Κυβέρνηση, υπό τη γενική τους έννοια ως θεσμοί, να παραχωρήσουν
αρμοδιότητες σχεδιασμού και ελέγχου υλοποίησης της εκπαιδευτικής στρατηγικής,
σε ένα νέο ολιγομελές υπερκομματικό Εθνικό όργανο, το «Συμβούλιο Χάραξης
Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής». Στο όργανο αυτό, μέσα από ένα πλέγμα
υψηλότατων κοινωνικών και επιστημονικών κριτηρίων, θα μπορούν να
συμμετέχουν οι επιφανέστεροι των Ελλήνων, του εσωτερικού ή του εξωτερικού, οι
οποίοι κατά τεκμήριο έχουν τη δυνατότητα να σχεδιάζουν τη μακροπρόθεσμη
εκπαιδευτική στρατηγική του Έθνους μας.
Το όργανο αυτό θα είναι το μόνο υπεύθυνο και υπόλογο απέναντι στη Βουλή των
Ελλήνων για το γενικότερο σχεδιασμό και έλεγχο υλοποίησης της Εθνικής
Εκπαιδευτικής στρατηγικής.
Η Κυβέρνηση και κατ’ επέκταση το Υπουργείο Παιδείας, θα κρίνονται από το
κατά πόσον κατόρθωσαν να προωθήσουν την υλοποίηση και επέκταση του
Εθνικού αυτού σχεδιασμού».
Ευθύνη του Συμβουλίου, εκτός του γενικότερου σχεδιασμού και του ελέγχου
υλοποίησης του Εθνικού Εκπαιδευτικού προγραμματισμού, θα είναι η
συγκρότηση επιστημονικών επιτροπών που θα ασχολούνται με επί μέρους
εκπαιδευτικά προβλήματα όπως, με το περιεχόμενο σπουδών, την ανάθεση
συγγραφής σχολικών βιβλίων κλπ. Τα προηγούμενα σημαίνουν ότι το
Συμβούλιο θα έχει την υψηλή ευθύνη παρακολούθησης και ελέγχου ενός
Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και περιφεριακών Μορφωτικών Κέντρων
Στήριξης της Εκπαίδευσης.
Η τελική επιλογή των μελών των διάφορων επιτροπών, των οποίων η θητεία
πρέπει να διαρκεί όσο διαρκεί η θητεία των μελών του Συμβουλίου, θα πρέπει
να γίνεται από διακομματική επιτροπή της Βουλής, με πλειοψηφία 2/3. Τα
πρόσωπα θα επιλέγονται από τεκμηριωμένη λίστα επιστημόνων, που θα
καταθέτει το Συμβούλιο. Ο αριθμός των επιστημόνων της λίστας θα πρέπει να
είναι μεγαλύτερος του διπλάσιου αριθμού των αναγκαίων μελών των
επιτροπών.
Το προτεινόμενο όργανο στελεχώνεται από εξειδικευμένους επιστήμονες (και
όχι αντιπροσώπους συνδικαλιστές) οι οποίοι, ασχέτως πολιτικής προέλευσης,
έχουν αποδείξει κατά τη διάρκεια της ζωής τους ότι έχουν άποψη και δράση
μέσα στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

9

Αυτό, που θα πρέπει να τονιστεί, είναι ότι το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει
κάποτε να απεγκλωβιστεί από την άποψη ότι οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι
είναι και οι κατ’ εξοχήν ειδικοί των αντίστοιχων θεμάτων. Θα πρέπει,
επιτέλους, να καταλάβει το Υπουργείο ότι τα συνδικαλιστικά όργανα, που
εκπροσωπούν συγκεκριμένα συντεχνιακά συμφέροντα, δεν είναι δυνατόν να
διαμορφώνουν την Εθνική Εκπαιδευτική πολιτική, αλλά απλώς να εκφράζουν
την άποψή τους πάνω σ’ αυτήν, με τρόπο ώστε η πολιτική αυτή να
προσανατολίζεται, κατά το δυνατόν, προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον των
συγκεκριμένων ομάδων εργαζομένων.
Ένα τέτοιο μοντέλο, ασφαλώς απαιτεί υψηλή ωριμότητα εκ μέρους τόσο των
ηγεσιών όσο και των πολιτών Αυτό σημαίνει ότι όλοι μας θα πρέπει να
καταλάβουμε, ότι, αν θέλουμε μια κοινωνία καλύτερη από αυτή που ζούμε
σήμερα, θα πρέπει ν’ απαγορεύσουμε σ’ εμάς τους ίδιους να μεταφυτεύουμε
στις τρυφερές και αμόλυντες νεανικές καρδιές, μέσω της Εθνικής Παιδείας, το
μίσος τη μικρότητα και την πολιτική σκοπιμότητα του σήμερα.
β. Θέσπιση θέσης υπερκομματικού Γραμματέα στο YΠEΠΘ
Προκειμένου να υλοποιηθεί ο προηγούμενος σχεδιασμός με τον καλύτερο
τρόπο προτείνουμε:
Τη θέσπιση υπερκομματικού Γραμματέα πενταετούς θητείας στο YΠEΠΘ, ο
οποίος θα επιλέγεται από τη Βουλή των Ελλήνων, μέσα από κατάλογο
περιορισμένου αριθμού καταλλήλων προσώπων που προτείνει το Συμβούλιο
Χάραξης Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής.
Η θητεία του Γραμματέα πενταετούς θητείας θα πρέπει να ανανεώνεται μόνο
μια φορά, ενώ δεν θα πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να πολιτευθεί για
τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη της θητείας του.
Έργο του Γραμματέα αυτού θα είναι η επόπτευση των προγραμμάτων και
παρεμβάσεων του YΠEΠΘ που θα αφορούν την υλοποίηση των αποφάσεων του
Συμβουλίου Χάραξης Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής.

Διάρθρωση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
στην Ελλάδα.
Ως προς τη διάρθρωση της πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,
ξεπερνώντας τους όποιους εκπαιδευτικούς δογματισμούς και σωβινισμούς,
αναγνωρίζοντας ότι δεν στάθηκε δυνατόν για δεκάδες χρόνια να βρούμε κάποιο
λειτουργικό και γενικά αποδεκτό σύστημα διάρθρωσης της εκπαίδευσης θα
πρέπει, έστω προς το παρόν, να στραφούμε σε δοκιμασμένα διεθνή μοντέλα
διάρθρωσης, προσαρμοσμένα στη σύγχρονη ελληνική εκπαιδευτική
πραγματικότητα.
Με γνώμονα τα προηγούμενα προτείνουμε:
α. Πεντατάξιο Δημοτικό σχολείο.
Το σύστημα αυτό είναι δοκιμασμένο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως γνωρίζουν
όλοι όσοι ασχολούνται με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι γνώσεις που παρέχει
το Δημοτικό Σχολείο μπορούν να δοθούν με μεγάλη άνεση σε πέντε χρόνια αν
αναπροσαρμοστούν τα αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα.
Το μόνο πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα που θα δημιουργηθεί και το οποίο θα
ξεσηκώσει τους συνδικαλιστικούς κύκλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
10

είναι η ανεργία των δασκάλων. Το πρόβλημα αυτό, όμως, μπορεί να λυθεί με το
διορισμό δασκάλων τετραετούς πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στα γυμνάσια
προκειμένου να διδάσκουν συγκεκριμένα δευτερεύοντα μαθήματα. Οι διορισμοί
αυτοί δεν θα μειώσουν, όπως θα περιγράψουμε στα επόμενα, τις θέσεις
διορισμού των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι οποίες και θα
αυξηθούν.
β. Τριτάξιο Γυμνάσιο.
Το τριτάξιο Γυμνάσιο μένει ως έχει. Αναμορφώνονται όμως τα αναλυτικά και
ωρολόγια προγράμματα.
Το τριτάξιο Γυμνάσιο αποτελεί αυτοτελή εκπαιδευτική μονάδα και δίνει
αυτοδύναμο δίπλωμα. Για την απόκτηση του γυμνασιακού διπλώματος
συνυπολογίζονται οι βαθμοί των δύο πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και η
γραπτή εξέταση της 3ης τάξεως του Γυμνασίου.
Η απόκτηση του γυμνασιακού διπλώματος, κατά βαθμολογική σειρά, οδηγεί στην
παροχή δωρεάν εκπαίδευσης σε ένα σύνολο κατώτερων Δημόσιων
Επαγγελματικών Σχολών, αλλά και στο τριτάξιο Λύκειο.
Αυτό σημαίνει ότι οι απόφοιτοι του Γυμνασίου δεν οδηγούνται μονοσήμαντα
στο Λύκειο. Στο δεύτερο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εισάγονται
όσοι συγκεντρώνουν έναν βαθμό και πάνω, ενώ οι υπόλοιποι εισάγονται σε
επαγγελματικές σχολές. Και στις δύο περιπτώσεις τα απολυτήρια είναι
ισοδύναμα και ως εκ τούτου οι απόφοιτοι των επαγγελματικών λυκείων,
μπορούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση.
Με όλα τα προηγούμενα επιτυγχάνουμε:
1. Αποσυμφόρηση του Λυκείου με αποτέλεσμα την καλλίτερη λειτουργία του
2. Εμπλουτισμό του επαγγελματικού άρα και παραγωγικού δυναμικού της
χώρας.
3. Μείωση της ανεργίας εφόσον σε πολλά παραγωγικά επαγγέλματα υπάρχει
μεγάλη ανάγκη προσωπικού (Ηλεκτρολόγοι, Υδραυλικοί κλπ)
4. Αύξηση των κρατικών εσόδων εφόσον αυξάνεται το παραγωγικό δυναμικό.
γ. Τριτάξιο Λύκειο
Το τριτάξιο Λύκειο μένει ως έχει. Αναμορφώνονται, όπως περιγράφεται στα
επόμενα, τα αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα.
Το τριτάξιο Λύκειο αποτελεί αυτοτελή εκπαιδευτική μονάδα και δίνει
αυτοδύναμο δίπλωμα, το Εθνικό Απολυτήριο. Για την απόκτηση του Εθνικού
Απολυτηρίου συνυπολογίζονται οι βαθμοί των 3ων τάξεων του Λυκείου. Οι
βαθμοί των τάξεων του Λυκείου προσδιορίζονται τόσο από την προφορική
βαθμολόγηση όσο και από γραπτές εξετάσεις μέσα στο Λύκειο στο τέλος κάθε
εξαμήνου.
Το Εθνικό Απολυτήριο αποτελεί το διαβατήριο εισόδου στο προπαρασκευαστικό
πανεπιστημιακό έτος σπουδών.
Μια γενικότερη πρόταση
Ένα σημαντικό πρόβλημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι τα ωράρια
των εκπαιδευτικών. Είναι αληθές ότι δεν είναι δυνατή η επί της έδρας παραμονή
του εκπαιδευτικού πέραν των 20 ωρών λόγω του είδους τη παρεχόμενης
εργασίας.

11

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να παραμένει στους
χώρους του σχολείου ολόκληρο το 7ωρο της εργασίας του. Οι διορθώσεις των
γραπτών, η προετοιμασία της διδασκαλίας της επόμενης ημέρας θα πρέπει να
γίνονται στο σχολείο εντός του ωραρίου του.
Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θα είναι πάντα κοντά τους μαθητές του για
παροχή εκπαιδευτικών συμβουλών ή στην διάθεση των γονέων για
πληροφορίες. Εκτός αυτού, το σχολείο έχει έναν όγκο διοικητικής δουλειάς που
είναι μέσα στα καθήκοντα του εκπαιδευτικού.
Ο ελάχιστος χρόνος παραμονής των εκπαιδευτικών στους χώρους του σχολείου
είναι μια σοβαρή βάση υποβοήθησης της ανάπτυξης της παραπαιδείας.
δ. Σύστημα Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Προπαρασκευαστικό πανεπιστημιακό έτος.
Όπως είναι φανερό, το έτος αυτό δεν επιβαρύνει το σύνολο των
δευτεροβάθμιων σπουδών, εφ’ όσον γίνεται εκμετάλλευση του κερδισμένου 6ου
χρόνου των σπουδών του Δημοτικού Σχολείου.
Το έτος αυτό αποτελεί αυτοτελές έτος σπουδών και αυτοτελή διοικητική
μονάδα.
Το καθηγητικό προσωπικό επιλέγεται από το σώμα των καθηγητών
δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με καθαρά επιστημονικά, διδακτικά και όχι
διοικητικά ή δημοσιοϋπαλληλικά κριτήρια. Οι κρίσεις των διδασκόντων
γίνονται ανά πενταετία με βάση την επίδοση και το έργο τους.
Η εκπαιδευτική αυτή μονάδα έχει διοικητική αυτοτέλεια και στεγάζεται στα
κτίρια των Λυκείων ή Γυμνασίων. Σε περίπτωση που δεν επαρκούν οι αίθουσες
η διδασκαλία γίνεται τα απογεύματα. Στο σημείο αυτό δεν νομίζουμε ότι θα
υπάρξουν παράπονα εφ’ όσον και σήμερα οι μαθητές παρακολουθούν
απογευματινά μαθήματα σε ιδιωτικά φροντιστήρια για την εισαγωγή τους στα
πανεπιστήμια.
Το προπαρασκευαστικό πανεπιστημιακό έτος χωρίζεται σε περιορισμένο
αριθμό (2 ή 3) εξειδικευμένων επιστημονικών κατευθύνσεων.
Η διδασκόμενη ύλη, κάθε επιστημονικής κατεύθυνσης (κατά μάθημα),
καταρτίζεται από επιστημονικές επιτροπές αποτελούμενες από ειδικούς
επιστήμονες, εκπροσώπους των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Συγχρόνως, η
διαπανεπιστημιακή επιστημονική επιτροπή καταρτίζει σύνολο συμβουλευτικών
σημειωμάτων προς τους διδάσκοντες.
Κατά την διάρκεια αυτού του έτους οι φοιτούντες προσέρχονται σε 2 κύκλους
Πανελληνίων εξετάσεων, τον Ιανουάριο και τον Ιούνιο, σε ένα σύνολο
προκαθορισμένων μαθημάτων, με θέματα που καταρτίζονται από την
διαπανεπιστημιακή επιτροπή ειδικών, πάντα στο πνεύμα της καθορισμένης ύλης
και των συμβουλευτικών εκπαιδευτικών σημειωμάτων.
Με βάση μια τέτοια εκπαιδευτική και εξεταστική διαδικασία είναι λογικό ένα
από τα κριτήρια αξιολόγησης των καθηγητών αυτού του κύκλου να είναι το
ποσοστό επιτυχίας των μαθητών του στις Πανελλαδικές αυτές εξετάσεις.
Οι επιτυχόντες στις εξετάσεις αυτές, με σειρά βαθμολογικής επιτυχίας,
εισάγονται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Στις διαδικασίες επιλογής
βεβαίως συμμετέχουν οι πανεπιστημιακές Σχολές και Τμήματα διατυπώνοντας
τα δικά τους ιδιαίτερα κριτήρια.
Οι αποτυχόντες ή οι μη εισελθόντες βάσει των κανόνων επιλογής στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορούν να παρακολουθήσουν επί ένα ακόμα έτος, το
προπαρασκευαστικό τμήμα σπουδών. Σε περίπτωση νέας αποτυχίας, ή μη

12

επιλογής λόγω βαθμών, μπορούν οι σπουδαστές να δίδουν για όσα χρόνια
θέλουν εξετάσεις χωρίς όμως να έχουν την δυνατότητα να παρακολουθούν το
προπαρασκευαστικό τμήμα.
Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να
χωρίσει τις Ανώτατες ή Ανώτερες σχολές σε περισσότερες ομάδες που να
χαρακτηρίζονται από μια επιστημονική συνάφεια. Κάθε υποψήφιος θα πρέπει
να επιλέξει μία από τις ομάδες αυτές. Ο χωρισμός αυτός δεν σημαίνει αύξηση
των σημερινών εξεταστικών ομάδων (δέσμες). Απλώς, μέσα από κάθε δέσμη ο
υποψήφιος πρέπει να επιλέξει την ιδιαίτερη επιστημονική κατεύθυνση που θέλει
να υπηρετήσει.
Θα πρέπει επί τέλους από τη λογική του «να μπω κι ας είναι οπουδήποτε», να
περάσουμε στη λογική «της υπηρέτησης της επιστήμης που ο υποψήφιος αγαπάει
και θέλει να ακολουθήσει».
Βέβαια, στο σημείο αυτό σημαντικό ρόλο πρέπει να παίξει ο σχολικός
επαγγελματικός προσανατολισμός, με μια νέα μορφή, όπως θα αναφερθούμε
στα επόμενα και όχι απλώς υπό μορφή ενός μαθήματος που διδάσκεται από
οποιονδήποτε καθηγητή.
Όλα τα προηγούμενα βέβαια θα βρουν αντίθετα όλα τα ιδιωτικά
φροντιστηριακά
συμφέροντα,
εφ’
όσον
η
θεσμοθέτηση
του
προπαρασκευαστικού πανεπιστημιακού έτους θα τα υποκαταστήσει.
Παρατηρήσεις επί παλαιοτέρων προτάσεων του Υπουργείου Παιδείας
Αντί του προτεινόμενου στα προηγούμενα «προπαρασκευαστικού
Πανεπιστημιακού έτους» το Υπουργείο πάγια προτείνει μια απευθείας
εισαγωγή, μετά το λύκειο, σε Σχολές. Στο πλαίσιο της Σχολής ο φοιτητής θα
δοκιμάζεται επί ένα έτος και όσοι επιτύχουν θα εισάγονται σε έναν τριετή
κύκλο σπουδών στο πλαίσιο ενός επιλεγόμενου Τμήματος.
Όπως είναι φανερό η πρόταση του Υπουργείου απλά μεταθέτει το
προπαρασκευαστικό έτος σπουδών «εντός των Πανεπιστημιακών πυλών».
Η πρόταση αυτή διαλύει ουσιαστικά, για ένα πάρα πολύ μεγάλο διάστημα
(πάρα πολλών ετών) την εσωτερική εκπαιδευτική λειτουργία των
Πανεπιστημίων δεδομένης αφενός μεν, μιας «διοικητικής» και «οργανωτικής»
δυσκινησίας των πανεπιστημιακών οργάνων, αφετέρου δε ενός συνόλου
ενδοπανεπιστημιακών, δογματικών προσωπικών «αγκυλώσεων» του ευρύτερου
πανεπιστημιακού δυναμικού.
Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι η μετάθεση της μάστιγας της παραπαιδείας και της
οποιασδήποτε μορφής συναλλαγής από την δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση.
Στην πρόταση του Υπουργείου αντιπροτείνουμε τα επόμενα.
1.Να υιοθετηθεί το προπαρασκευαστικό πανεπιστημιακό έτος σπουδών εκτός
δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
2. Οι Πανεπιστημιακές σπουδές να γίνουν τρίχρονες με δομή που θα αναφερθεί
στα επόμενα (δύο ανεξάρτητοι κύκλοι σπουδών).
Με την εισαγωγή της φιλοσοφίας των τρίχρονων σπουδών δεν υποβαθμίζονται
οι πανεπιστημιακές σπουδές, εκτός αν θεωρήσουμε ότι είναι υποβαθμισμένες οι
σπουδές του πανεπιστημίου του Cambridge επειδή έχουν διάρκεια τριών ετών.
Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι το επίπεδο των πανεπιστημιακών σπουδών
εξαρτάται από την ποιότητα, του προγράμματος σπουδών, την ποιότητα της
διδασκαλίας και της εκπαιδευτικής προσφοράς των πανεπιστημιακών

13

δασκάλων, την ποιότητα των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων και την
διοικητική, εκπαιδευτική και ερευνητική συγκρότησή τους.
Ένας σημαντικός και χαρακτηριστικός παράγοντας του επιπέδου του
πανεπιστημίου ή του πανεπιστημιακού τμήματος ή της πανεπιστημιακής σχολής
είναι η συμμόρφωση του πανεπιστημιακού προσωπικού στο πλαίσιο του νόμου
που διέπει την λειτουργία τους και το είδος του εσωτερικού κανονισμού που
καταρτίζουν.
Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογο ένα πανεπιστήμιο (Τμήμα ή
Σχολή) που μέλη του ΔΕΠ μπορούν ατιμώρητα π.χ:
1. Nα δηλώνουν, ως μέλη επιτροπών αξιολόγησης και κατά την διάρκεια
κρίσης συναδέλφων τους, ότι δεν θα υπακούσουν τον νόμο αλλά την
συνείδησή τους, η οποία βέβαια διαμορφώνεται ανάλογα με τον
κρινόμενο
2. Δεν αναγνωρίζουν και δεν αποδέχονται ως κριτήριο αξιολόγησης, όπως
προβλέπει ο νόμος, το εκπαιδευτικό έργο του κρινόμενου.
3. Παίρνουν παράνομες πάγιες αποφάσεις προσφοράς στους φοιτητές των
τμημάτων τους, περισσοτέρων των νόμιμων εξεταστικών περιόδων,
(φοιτητοπατερισμός).
4. Καλύπτουν με την ψήφο τους την κακή έως απαράδεκτη λειτουργία
συναδέλφων τους

Εσωτερικές εκπαιδευτικές και διοικητικές παρεμβάσεις
σε Ελληνικό επίπεδο.
Κάποιες Γενικές Σκέψεις
Το μεγάλο πρόβλημα της Ελληνικής Παιδείας και Εκπαίδευσης είναι η εμμονή
μας να κρύβουμε «κάτω από το χαλί» τα θέματα που μας πονάνε, μας «θίγουν»
ή μας «ξεβολεύουν»
Βέβαια είναι φανερό ότι η Ελληνική Κοινωνία, η Εκπαιδευτική Κοινότητα αλλά
και όλες οι πολιτικές δυνάμεις γνωρίζουν πολύ καλά όχι «μόνο» τα
Εκπαιδευτικά προβλήματα, αλλά και τις συγκεκριμένες λύσεις τους.
Το γιατί δεν λύνονται αυτά τα προβλήματα είναι ένα άλλο θέμα.
Το πρώτο που θα πρέπει να αναρωτηθούμε, είναι το αν θέλουμε το σχολείο,
οποιασδήποτε βαθμίδας, να είναι «μαθητικοκεντρικό, καθηγητοκεντρικό η
γονεοκεντρικό». Δηλαδή με λίγα λόγια πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε ο
θεσμός του σχολείου να εξυπηρετεί βασικά τους καθηγητές και τα εργασιακά
τους δικαιώματα, τους γονείς και τις όποιες ανάγκες τους, ή τους μαθητές και
την πνευματική, γνωσιακή και κοινωνική τους συγκρότηση.
Όπως είναι προφανές όλοι μας θα απαντήσουμε (με αρκετή δόση υποκρισίας)
ότι θέλουμε ένα μαθητικοκεντρικό σχολείο, ακόμα και αν δικαίως ή αδίκως και
για οποιοδήποτε λόγο έχουμε ενδόμυχα μια αντίθετη άποψη.
Αν όμως συμφωνούμε σε αυτή την άποψη, αυτομάτως τίθενται μια σειρά
θεμάτων μερικά από τα οποία είναι τα επόμενα:
1.
Πόσες ώρες, από παιδαγωγικής άποψης, μπορεί να παραμένει και να
εργάζεται το παιδί στο σχολείο;
2.
Πόσες ώρες, από παιδαγωγικής απόψεως, επιτρέπεται να εργάζεται
συνολικά ο μαθητής κάθε ημέρα. Μπορεί να εργάζεται πολύ περισσότερες ώρες
από τον σκληρότερα εργαζόμενο στην Ελληνική Επικράτεια.
3.
Το ολοήμερο σχολείο που κρατάει το μαθητή από τις 8 έως τις 4 ή και 5
το απόγευμα, οργανώνεται για το καλό των μαθητών ή των σκληρά
14

εργαζόμενων γονέων τους; Δεν γνωρίζουμε, άσχετα με όσα λέγονται, ότι μετά
το εξοντωτικό αυτό σχολικό οράριο, θα συνεχιστεί ο γολγοθάς των μαθητών με
χίλιες δυο άλλες υποχρεώσεις;
Μήπως αντί του ολοήμερου σχολείου υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις. Πχ
έχουμε σκεφτεί την αλλαγή του ωραρίου, ενός από τους γονείς του μαθητή ή,
την ελάττωσή του, προκειμένου να μπορεί ο γονέας να πάρει το παιδί του από
το σχολείο και να είναι μαζί του για περισσότερο χρόνο;
Η ελάττωση του ωραρίου ενός από τους γονείς δεν έχει σχεδόν κανένα κόστος
και δεν αντιβαίνει σε καμιά κοινοτική οδηγία. Εξάλλου η διαφαινόμενη αύξηση
της ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών αξίζει να συνοδευτεί από μιαν
γενναία βοήθειά τους προκειμένου να βοηθηθούν και να ανταπεξέλθουν των
γονεϊκών υποχρεώσεών τους.
Βέβαια μια τέτοια λύση, που είναι προς όφελος των παιδιών και δεν έχει
κόστος, δεν προβλέπει προσλήψεις καθηγητών, αύξηση δαπανών και ένα
γενικότερο κοινωνικό και οικονομικό «πάρε δώσε». Ίσως γι’ αυτό ακριβώς το
λόγο το ημερήσιο σχολείο «επαινείται» από όλους και ας είναι ένα εντελώς
αντιπαιδαγωγικό μέτρο. Το πρόβλημα της «ανεργίας των εκπαιδευτικών» και η
οικονομική «ρευστότητα» προηγείται της μαθητικοκεντρικότητας του σχολείου.
4.
Η συνεχής αύξηση των ωρών διδασκαλίας στο σχολείο, που καθιστούν
τους μαθητές τους σκληρότερα εργαζόμενους Έλληνες που οφείλεται; Μήπως
στην προσπάθεια απορρόφησης μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών στα
σχολεία;
Το πρόβλημα λοιπόν, όπως φαίνεται δεν είναι το καλό του μαθητή αλλά η
αντιμετώπιση της ανεργίας των εκπαιδευτικών. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσει
πλέον η ελληνική κοινωνία, αλλά και οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου ότι:
«Στόχος ενός εκπαιδευτικού συστήματος είναι η παροχή στους νέους της
υψηλότατης δυνατής παιδείας και όχι η απορρόφηση του μεγαλύτερου αριθμού
ανέργων εκπαιδευτικών, ανεξαρτήτως ουσιαστικών προσόντων.
Ο εκπαιδευτικός αποτελεί το μέσον, το όργανο, μέσω του οποίου ο μαθητής θα
οδηγηθεί στη γνώση και όχι ο στόχος και το επίκεντρο της εκπαιδευτικής
διαδικασίας
Η ανεργία των εκπαιδευτικών θα πρέπει να λυθεί με άλλου είδους κοινωνικές
παρεμβάσεις και όχι μέσω της υποβάθμισης του στελεχιακού δυναμικού των
σχολείων.
Βέβαια το βασικό ερώτημα είναι το που οφείλεται το τόσο μεγάλο πλήθος των
άνεργων εκπαιδευτικών. Μήπως ξαφνικά γίναμε Έθνος ιδιοφυών που γεμίσαμε
τα Πανεπιστήμια με ικανούς φοιτητές και αυριανούς επιστήμονες ή
εκπαιδευτικούς; Ασφαλώς όχι. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις για λόγους
ψηφοθηρικούς και ωφελιμιστικούς γεμίζουν τη χώρα, άνευ λόγου, με
πανεπιστημιακά Τμήματα όχι λόγω εκπαιδευτικών αναγκών, αλλά προκειμένου
να τονωθεί, όπως με κυνικότητα αναφέρεται, η οικονομική ζωή κάποιων
τοπικών κοινωνιών.
Και το πλέον παράλογο. Όταν αποδεικνύεται ότι τα Πανεπιστημιακά αυτά
Τμήματα δεν προσελκύουν ικανούς φοιτητές, τότε μειώνουν την βάση
εισαγωγής στο 4 ή το 3 προκειμένου να βρεθούν κάποιοι που θα επιλέξουν να
κάνουν τις διακοπές τους σε περιφερειακά Πανεπιστήμια, υποβαθμισμένα σε
προσωπικό και δυνατότητες μάθησης.
Όλοι αυτοί που θα «βγουν» από αυτά τα «Πανεπιστήμια» αποτελούν ένα
μεγάλο μέρος από το λεγόμενο πλήθος των «ανέργων επιστημόνων». Είναι
αυτοί που αύριο θα διεκδικήσουν τις θέσεις εργασίας από ένα μεγάλο μέρος των

15

παιδιών που με σκληρή δουλειά καθώς και μια σειρά προσωπικές και
οικογενειακές θυσίες, ολοκλήρωσαν τις πτυχιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές
τους.
Όπως βλέπουμε, η υποβάθμιση του σχολείου και η αντιμαθητική του
συγκρότηση, δεν οφείλεται μονοσήμαντα στην προσπάθεια λύσης του
προβλήματος της ανεργίας των εκπαιδευτικών, αλλά και στην «διασφάλιση»
και «διαιώνιση» της αιτίας που δημιουργεί αυτή την ανεργία. Μια αιτία η οποία
υποδεικνύει την πολύ βαθειά κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική κατάρρευση.
Θα πρέπει λοιπόν όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι, δεν πρέπει να
αντιμετωπίζουμε το όραμα μιας εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σαν ένα αυτόνομο
και ανεξάρτητο κοινωνικό γεγονός, αλλά σαν αποτέλεσμα μιας ευρύτερης
κοινωνικής αναβάθμισης της ελληνικής κοινωνία σε συνειδησιακό και
πολιτισμικό επίπεδο. Μια τέτοια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού δεν
αποτελεί ένα στιγμιαίο γεγονός «εδώ και τώρα», αλλά είναι αποτέλεσμα ενός
συνεχούς και μακρόχρονου κοινωνικού αγώνα, για την έκβαση του οποίου
είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, και όχι μόνο οι εκάστοτε κυβερνήσεις.
Όταν η συντριπτική πλειοψηφία της Ελληνικής Κοινωνίας συνειδητοποιήσει ότι
το να «Είμαστε» είναι αγαθό πολυτιμότερο του να «Έχουμε», και ότι το «Εγώ»
πρέπει να αντικατασταθεί από το «Εμείς» τότε η ώρα μιας πραγματικής και
ουσιαστικής Εκπαιδευτικής αλλαγής θα έχει φτάσει.

1. Σύνδεση του περιεχομένου των σπουδών με τις πραγματικές
ανάγκες του τόπου
Σήμερα πλέον δεχόμαστε την Εκπαίδευση ως ένα όργανο που θα επιτρέψει στο
μαθητή να αποκτήσει την απαιτούμενη εμπειρία που θα τον βοηθήσει να
ενταχθεί χωρίς πρόβλημα στο κοινωνικό σύνολο και να συνεργαστεί για το
καλό όλων.
Είναι όμως αδιανόητο αυτή η εμπειρία να αποκτηθεί μόνο μέσω θεωρητικών
γνώσεων, μέσα στους 4 τοίχους του σχολείου αποκομμένη από τους χώρους
δουλειάς της κοινότητας.
Είναι ξεπερασμένη πια η ιδέα της από έδρας διδασκαλίας και του παντογνώστη
δάσκαλου. Αυτή αντικαταστάθηκε πλέον από την ιδέα του δάσκαλου οδηγητή
που κατευθύνει απλά και συμβουλεύει το μαθητή στην αναζήτηση των πηγών
μάθησης.
Με βάση τα προηγούμενα προτείνουμε:
α. Άνοιγμα του σχολείου στους ειδικούς της περιοχής.
Σε κάθε μάθημα θα πρέπει να διατίθεται ένας αριθμός ωρών κατά τη διάρκεια
των οποίων, κάποιοι ειδικοί, έξω από το καθηγητικό προσωπικό του σχολείου, θα
δίνουν διαλέξεις.
Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να βοηθηθεί από τη Λαϊκή Επιμόρφωση και τους
Δήμους ή τις Κοινότητες, που θα πρέπει να συγκροτήσουν κατά τόπους ομάδες
εθελοντών επιμορφωτών, οι οποίοι θα διατίθενται για το σκοπό αυτό.
Με τον τρόπο αυτό, ο μαθητής θα αποκτά ένα πλούτο πρωτογενούς γνώσης
μέσα από την επαφή του με επιστήμονες ή τεχνικούς εξειδικευμένων γνώσεων
και θα βοηθηθεί ο επαγγελματικός του προσανατολισμός.
β. Καθιέρωση κατά τη διάρκεια των διακοπών των κατασκηνώσεων
ειδικότητας.

16

Θα πρέπει να συγκροτηθούν άμεσα κατασκηνώσεις ειδικότητας, στελεχωμένες
με το κατάλληλο εκπαιδευτικό προσωπικό και υποδομή, όπου τα παιδιά θα
μπορούν συγχρόνως με τις διακοπές τους, να ασχολούνται με θέματα των
ενδιαφερόντων τους (H/Y, Βιολογία, Χημεία, Οικολογία, ΑστρονομίαΔιάστημα κλπ).
γ. Το Σχολείο Πολιτιστικό κέντρο
Το σχολείο δεν μπορεί πλέον να αποτελεί ένα εκπαιδευτικό γκέτο, κλειστό για
την ευρύτερη κοινότητα.
Για το λόγο αυτό προτείνουμε το άνοιγμα του σχολείου στην τοπική κοινότητα
και την μετατροπή του σε πολιτιστικό κέντρο τα σαββατοκύριακα, τις εορτές
και γενικότερα το χρόνο που δεν λειτουργεί με την παραδοσιακή του δομή.
Μια τέτοια λειτουργία είναι δυνατή και εφαρμόσιμη όπως απέδειξε ο επιτυχής
πειραματισμός του ανοιχτού περιβαλλοντικού σχολείου στο γυμνάσιο Βούλας
(1982-1985).

2. Εισαγωγή
Εκπαίδευση.

της

πληροφορικής

στην

Δευτεροβάθμια

Όπως όλοι ίσως συμφωνούμε, είναι αναγκαία η ουσιαστική εισαγωγή της
Πληροφορικής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, πλην όμως είναι τεράστιο το
κόστος της αγοράς, αλλά και της ανανέωσης της υλικοτεχνικής υποδομής,
προκειμένου κάθε σχολείο να γίνει αυτάρκες ως προς την πλήρη και ουσιαστική
εκπαίδευση των μαθητών του.
Εξ’ άλλου είναι αναγκαίο να μην επαναληφθούν τα εκπαιδευτικά σφάλματα του
παρελθόντος. Είναι πλέον σαφές, ότι τίποτα νέο δεν διδάσκεται με
απαρχαιωμένες παιδαγωγικές μεθόδους. Η Πληροφορική δεν είναι δυνατόν να
αποτελέσει ένα καινούργιο δευτερεύον ή πρωτεύον μάθημα, μέσα στα τόσα
άλλα που απλώς υπάρχουν για να υπάρχουν. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε οι
παλαιότεροι, πόσοι από τους μαθητές που υποτίθεται ότι διδασκόμαστε Γαλλικά
επί 6 χρόνια στο Γυμνάσιο, μπορούσαμε χωρίς άλλη βοήθεια να αρθρώσουμε
μερικές γαλλικές λέξεις μετά 6 χρόνια γαλλικών σπουδών!!
Η νέα αυτή επιστήμη για λόγους ουσιαστικής μάθησης και αφομοίωσης, πρέπει
να εισαχθεί υπό μορφή σεμιναρίων όσης διάρκειας απαιτείται. Επί πλέον, θα
πρέπει να εξασφαλιστεί ένα μίνιμουμ εξάσκησης - συντήρησης της δεξιότητας.
Αυτό, όμως, που θα πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η εισαγωγή της
Πληροφορικής στα σχολεία δεν αποτελεί ακόμα έναν τρόπο κάλυψης της
ανεργίας κάποιων επιστημονικών ειδικοτήτων. Η εκπαίδευση στους
υπολογιστές είναι μιας ζωτικής σημασίας εθνική επιλογή και για το λόγο αυτό,
ο αριθμός των θέσεων εργασίας, το είδος της εργασιακής σχέσης των
εκπαιδευτών, καθώς και το διοικητικό καθεστώς, πρέπει να καθορίζονται με
μόνο γνώμονα την υποχρέωση του κράτους να προσφέρει μιαν άριστη
εκπαίδευση στους μαθητές και μόνο από αυτήν.
Με βάση τα προηγούμενα προτείνουμε:
Την ίδρυση, σε κάθε Εκπαιδευτική Περιφέρεια, Κέντρων Πληροφορικής,
στελεχωμένων με εξειδικευμένο προσωπικό και εξοπλισμένων με την αναγκαία
υλικοτεχνική υποδομή. Στα κέντρα αυτά θα εκπαιδεύονται οι μαθητές βάσει
προγραμμάτων που θα εκπονήσει επιτροπή Πληροφορικής του Συμβουλίου
Χάραξης Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής.
Τα κέντρα αυτά εκτός των εκπαιδευτικών τους καθηκόντων θα έχουν την
ευθύνη, σε συνεργασία με αντίστοιχους φορείς, της ανάληψης επιμορφωτικών
17

πρωτοβουλιών σε θέματα νέων τεχνολογιών και παραγωγής και θα
απευθύνονται πάντα σε μαθητές της Δημόσιας Εκπαίδευσης.
Οι συμβάσεις εργασίας του εκπαιδευτικού προσωπικού θα είναι τριετείς και
κάθε φορά με διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες θα προσλαμβάνονται οι
καλύτεροι εκπαιδευτικοί, με αποζημιώσεις που θα ακολουθούν τις διαδικασίες
προσφοράς και ζήτησης.
Η πρόταση αυτή μειώνει το κόστος της απαιτούμενης υλικοτεχνικής υποδομής,
εφ’ όσον με το κόστος υποδομής δύο άρτια εξοπλισμένων σχολείων, θα
εκπαιδευτούν μαθητές μιας ολόκληρης περιοχής, και συγχρόνως αυξάνει το
επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
Τα Κέντρα αυτά θα πρέπει να διοικούνται από άμισθο Δ/Σ που θα συγκροτείται
από εκπροσώπους αναλόγων ειδικοτήτων της περιοχής. Θα διατηρούν στοιχεία
αυτοτέλειας και θα υπακούουν σε εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας που θα
καταρτίζει το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο και θα ασκεί την εποπτεία μέσω
του Προέδρου του Δ/Σ που θα διορίζεται από αυτό επί θητεία και θα είναι
έμμισθος (θα εκτελεί καθήκοντα διευθύνοντα συμβούλου).
Η χρηματοδότηση των κέντρων θα γίνεται μέσω της αντίστοιχης Περιφέρειας,
στην οποία υπάγονται, ενώ θα είναι δυνατή η αυτοχρηματοδότηση μέσω
παραλλήλων επ’ αμοιβή προσφερόμενων εκπαιδευτικών παρεμβάσεων σε
μαθητές ή νέους εκτός της Δημόσιας Εκπαίδευσης.
Δεν θα πρέπει να παραληφθεί η μελέτη της δυνατότητας εμπλοκής της
Πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης στη λειτουργία αυτών των κέντρων.
Τα έξοδα λειτουργίας των Κέντρων Πληροφορικής μπορούν να μειωθούν, αν
χρησιμοποιηθούν για στέγαση, κτίρια του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα που
παραμένουν αχρησιμοποίητα, καθώς και αποσπασμένοι διοικητικοί υπάλληλοι
από τους υπολειτουργούντες στις Δημόσιες υπηρεσίες του Νομού, της
περιφέρειας ή του Δήμου.
Όπως είναι φανερό, η πρόταση αυτή θα βρει αντίθετους, το κύκλωμα εμπορίας
και διάθεσης H/Y, κάποιους συνδικαλιστικούς φορείς που ενδιαφέρονται απλά
και μόνο για τη μείωση της ανεργίας των καθηγητών κάποιων ειδικοτήτων, τα
ιδιωτικά συμφέροντα εκπαίδευσης στους H/Y κ.ά.

3. Σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός
Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, για να μπορέσουν να εφαρμοστούν οι
προηγούμενες προτάσεις που αφορούν στην εισαγωγή στην Τριτοβάθμια
Εκπαίδευση, θα πρέπει επί τέλους να εφαρμοστεί ένα σοβαρό και συνεπές
σύστημα σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού. Χωρίς ένα τέτοιο
σύστημα στην λογική των υποψηφίων για τα AEI θα συνεχίσει να πρυτανεύει το
«ας μπούμε σε μια σχολή κι όποια θέλει ας είναι».
Μια τέτοια λογική όμως, δημιουργεί μια στρατιά αδιάφορων φοιτητών, που
υποβαθμίζουν το επίπεδο των Πανεπιστημιακών σπουδών, και στη συνέχεια
δημιουργούν στρατιές μέτριων έως κακών επιστημόνων, που αναζητούν απλά
την όποια επαγγελματική τους αποκατάσταση μέσω μιας «σίγουρης θέσης στο
Δημόσιο».
Με βάση τα προηγούμενα προτείνουμε:
1.
Τη συνέχιση και αναβάθμιση της λειτουργίας του μαθήματος του
επαγγελματικού προσανατολισμού.
2.
Το διορισμό σε κάθε σχολείο αριθμού ειδικών επιστημόνων οι οποίοι θα
έχουν σαν αποστολή τους τη διερεύνηση των δυνατοτήτων, των κλίσεων, των
δεξιοτήτων και των πιθανών ταλέντων των παιδιών.

18

3.
Την ενεργοποίηση κατά Νομαρχία ή Περιφέρεια Κέντρων Συντονισμού
του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού.
Οι ειδικοί επιστήμονες, μέσω επάλληλων προσωπικών επαφών με τα παιδιά,
τους γονείς, τους καθηγητές, θα δημιουργήσουν το φάκελο επαγγελματικού
προσανατολισμού των μαθητών. Ο φάκελος αυτός θα συνοδεύει το μαθητή σε
κάθε αλλαγή σχολείου, ή από το Γυμνάσιο στο Λύκειο. Οι ειδικοί αυτοί
επιστήμονες στο τέλος των Λυκειακών σπουδών και πριν την είσοδο των
μαθητών στο προπαρασκευαστικό Πανεπιστημιακό έτος, θα πρέπει να
παραδίδουν σε κάθε μαθητή και την οικογένειά του, ειδικό ενημερωτικό
σημείωμα-πρόταση επαγγελματικού προσανατολισμού με σκοπό την
υποβοήθηση της επιλογής της ομάδας Πανεπιστημιακών Σχολών που θα πρέπει
να επιλέξει.
Στην περίπτωση των Γυμνασιακών σπουδών και αν ο μαθητής δηλώσει ότι δεν
θέλει να συνεχίσει τις σπουδές του στο Λύκειο, ο ειδικός επιστήμονας θα πρέπει
να δώσει ομοίως σημείωμα προτεινόμενου επαγγελματικού προσανατολισμού.
Η υπόδειξη επαγγελματικού προσανατολισμού δεν είναι δεσμευτική για το
μαθητή, αλλά υποβοηθητική των όποιων επιλογών του.

Το πρόβλημα της Ανώτατης Παιδείας στην Ελλάδα.
Εισαγωγή

Όπως ίσως όλοι θα συμφωνούμε, η ποιότητα της παρεχόμενης πρωτοβάθμιας
και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χαρακτηρίζει και διαμορφώνει την ποιότητα
των αυριανών πολιτών ως παραγωγικών και πνευματικών, αυθύπαρκτων
προσωπικοτήτων. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να χάνει τα προηγούμενα
χαρακτηριστικά, καθορίζει επιπλέον την ποιότητα των αυριανών ηγεσιών, εφ’
όσον κάποιοι από τους αποφοίτους των AEI θα αποτελέσουν τις αυριανές
ηγεσίες όλων των παραγωγικών και κοινωνικών χώρων.
Με βάση αυτή την πραγματικότητα το Έθνος μας πρέπει ξεκάθαρα να
απαντήσει σε μια σειρά από κρίσιμα και θεμελιακά ερωτήματα:
1.
Τι ζητάμε από τα AEI; Ποιο ρόλο τους ζητάμε να παίξουν στη δόμηση της
Ελλάδας του μέλλοντος;
2.
Τα Πανεπιστήμια πρέπει να παράγουν τεχνοκράτες ή να καλλιεργούν την
ευρύτερη σκέψη;
3.
Ποια θα πρέπει να είναι η σχέση μεταξύ γνώσης και επαγγελματικής
αποκατάστασης;
4.
Η γνώση αποτελεί κοινωνικό αγαθό, ή καταναλωτικό προϊόν που
υπόκειται στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης;
Είναι φανερό ότι τα προηγούμενα ερωτήματα είναι βαθιά πολιτικά και μόνη
υπεύθυνη να απαντήσει είναι η πολιτική κοινωνία.
Όσον όμως αφορά την Πανεπιστημιακή Κοινότητα, τα ερωτήματα αυτά δεν
επιδέχονται πολύπλοκες ιδεολογικοπολιτικές αναλύσεις, χωρίς ουσιαστικές,
εφαρμόσιμες και οικονομοτεχνικά στηριγμένες προτάσεις.
Αδυνατώντας σήμερα, όπως η πράξη έχει αποδείξει, να γεννήσουμε μια νέα
πρόταση, θα θέλαμε να αναφέρουμε τις υπαρκτές επιλογές μεταξύ των οποίων
μπορούμε να επιλέξουμε.
Σύμφωνα λοιπόν με τη διεθνή εμπειρία, υπάρχουν τρία διαφορετικά
Πανεπιστημιακά μοντέλα, σε πλήρη αντιστοίχηση με τις τρεις υπάρχουσες
κοινωνικές τάσεις, που θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσουμε μέχρι να βρούμε ένα
τέταρτο καλύτερο.

19

Α' Πανεπιστημιακό μοντέλο
(Πανεπιστήμιο εξειδίκευσης)
Σύμφωνα με ένα πρώτο κοινωνικό ρεύμα, τ’ Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα,
δεν είναι παρά ο προθάλαμος της παραγωγικής διαδικασίας. Κύρια αποστολή
τους είναι να διαμορφώνουν, μέσα από αυστηρές επιστημονικές και κοινωνικές
δομές επιβεβλημένες εκ των άνω, παραγωγικά πρότυπα εξειδικευμένου
προσωπικού και να το κατευθύνουν προς την αγορά εργασίας.
Για να επιτύχει όλα τα προηγούμενα το μοντέλο αυτού του Πανεπιστημίου,
ρίχνει το βάρος της εκπαίδευσης στο βάθεμα και την ποιότητα της εξειδίκευσης
πολύ στενών επιστημονικών περιοχών και όχι στο πλάτεμα της ανθρώπινης
σκέψης πάνω στη επιστήμη.
Όπως είναι κατανοητό, ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο, δεν μπορεί να δουλέψει παρά
με έναν περιορισμένο και αυστηρά ελεγχόμενο αριθμό σπουδαστών,
υψηλότατων αρχικών προσόντων, οι οποίοι θα επιτύχουν μια αυριανή
καταξίωσή τους στους παραγωγικούς χώρους, μόνο εφ’ όσον, εκτός των
υψηλών γνώσεών τους, έχουν αφομοιώσει και αποδεχθεί πλήρως το κοινωνικό
μοντέλο που θα κληθούν να υπηρετήσουν.
Για να επιτύχει ένα τέτοιο μοντέλο θα πρέπει:
1.
Να έχουμε επιτύχει μιαν αύξηση του επιπέδου και της ποιότητας της
παρεχομένης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με ένα σύγχρονο
προσανατολισμό τους προς κάποια κυρίαρχα μοντέλα, όμοια με εκείνα τα οποία
υπηρετεί το Πανεπιστημιακό αυτό μοντέλο.
2.
Να υπάρχει θεσμοθέτηση πολύπλοκων και αυστηρών εισαγωγικών
εξετάσεων που θα αποκλείουν την προώθηση έστω και των μετρίως
προετοιμασμένων. Η υψηλής στάθμης απόδοση στις εισαγωγικές εξετάσεις του
υποψηφίου, εκτός των άλλων, δίνει και μια πρώτη διαβεβαίωση ότι ο νέος
προκειμένου να ενταχθεί σε κάποιο προκαθορισμένο σύστημα κοινωνικών
αξιών, έχει αποποιηθεί τη συμμετοχή του σε ένα σύνολο άλλων κοινωνικών
διαδικασιών απορρίπτοντάς τες αρχικά ως χρονοβόρες. Έτσι, δημιουργείται μια
σταδιακή απομάκρυνση των νέων από κάθε άλλη κοινωνική δραστηριότητα.
3.
Θα πρέπει να έχει καθοριστεί και επιβληθεί ένας ελαχιστότατος αριθμός
εισαγομένων στα AEI. Σε ένα τέτοιο πανεπιστημιακό μοντέλο, που σέβεται την
ίδια τη φύση του, ο αριθμός των εισαγομένων δεν μπορεί να ξεπερνάει τους
αριθμούς που απαιτούνται για τη στελέχωση της αγοράς εργασίας την επόμενη
πενταετία. Με τον τρόπο αυτό, το πανεπιστημιακό αυτό μοντέλο δίνει ένα
ακόμα κίνητρο σ’ εκείνους που θα το επιλέξουν ως τρόπο έκφρασής τους. Τους
εξασφαλίζει με την εισαγωγή τους ένα φερέγγυο συμβόλαιο εργασίας μέσα σε
μια κοινωνία ανέργων.
Αν σταθούμε όμως στο σημείο αυτό, θα παρατηρήσουμε ότι οι περισσότερες
κοινωνίες που έχουν αποδεχθεί αυτό το μοντέλο, δεν το έχουν σεβαστεί. Έτσι
αυξάνουν αρκετά τον αριθμό των εισαγομένων και δημιουργούν μια τεχνητή
αύξηση του προσφερόμενου επιστημονικού δυναμικού. Στόχος αυτής της
αντίληψης είναι η μείωση των προσφερομένων αμοιβών προς όφελος των
μηχανισμών που ελέγχουν και οικειοποιούνται το κέρδος της προσφερόμενης
εργασίας.

20

Β' Πανεπιστημιακό μοντέλο
(Λαϊκό Πανεπιστήμιο)
Σύμφωνα με το πανεπιστημιακό αυτό μοντέλο, το Πανεπιστήμιο δεν είναι
αναγκαστικά μέσον ένταξης σε μια εξειδικευμένη παραγωγική διαδικασία, αλλά
χώρος ανάπτυξης μιας ελεύθερης, επιστημονικά και κοινωνικά, σκέψης και μιας
εσωτερικής καλλιέργειας.
Έτσι, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, κάθε πολίτης πρέπει και έχει το
δικαίωμα συμμετοχής στις πανεπιστημιακές διαδικασίες, άσχετα με το
επάγγελμα που θα επιλέξει στη συνέχεια της ζωής του για βιοπορισμό.
Με βάση αυτές τις αρχές, στα AEI θα πρέπει να εισάγονται όσο το δυνατόν
περισσότεροι, με τελικό στόχο την εισαγωγή όλων όσων το επιθυμούν.
Πρόβλημα ανεργίας επιστημόνων δεν υπάρχει, εφ’ όσον το κοινωνικό
συμβόλαιο εισαγωγής κάνει σαφές ότι μετά το τέλος των σπουδών, το μεγάλο
μέρος των αποφοίτων θα στραφεί σε άλλα επαγγέλματα, ίσως άσχετα με το
αντικείμενο της αποκτηθείσας γνώσης, η οποία θα παραμένει όμως για πάντα
αναλλοίωτο στοιχείο της προσωπικότητας του πολίτη, αυξάνοντας το κοινωνικό
και πολιτικό του περιεχόμενο.
Τέλος, το πανεπιστημιακό αυτό μοντέλο, αναγνωρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια
των προπτυχιακών σπουδών δεν υπάρχει η δυνατότητα παραγωγής των
αναγκαίων εξειδικευμένων στελεχών που έχει ανάγκη η οποιαδήποτε σύγχρονη
κοινωνία για να επιβιώσει και να εξελιχθεί, λύνει το πρόβλημα μέσω των
μεταπτυχιακών σπουδών εξειδίκευσης.
Κρίσεις και επικρίσεις
Όπως είναι φανερό, τα δύο αυτά πανεπιστημιακά μοντέλα, τα οποία είναι και τα
παλαιότερα, έχουν συσπειρώσει γύρω τους στρατιές φανατικών φίλων και
επικριτών.
Το ρεύμα του Λαϊκού Πανεπιστημίου κατηγορεί το Πανεπιστήμιο εξειδίκευσης
ότι:
1.
Αλλοτριώνει την πνευματική και συναισθηματική υπόσταση του
ανθρώπου, μετατρέποντάς τον σε απλό εξάρτημα μιας προκαθορισμένης
κοινωνικής μηχανής.
2.
Μέσα από ένα δεδομένο και κακώς δομημένο εκπαιδευτικό σύστημα, το
μοντέλο αυτό επιστεγάζει την κοινωνική ανισότητα, καθώς δεν δίνει τις ίδιες
ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά του λαού, ευνοώντας τις τάξεις εκείνες που έχουν
την οικονομική δυνατότητα να προικοδοτήσουν τα παιδιά τους, μέσω μιας
παράπλευρης ιδιωτικής παιδείας, με όλα εκείνα τα εφόδια γνώσης τα οποία δεν
παρέχονται σε όλα τα παιδιά του λαού, και τα οποία θεωρούνται αναγκαία, για
την είσοδο στο Πανεπιστήμιο εξειδίκευσης.
Με τον τρόπο αυτό, συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες έχουν τη δυνατότητα να
κυριαρχούν ηγετικά σε όλες τις δομές των κοινωνικών και παραγωγικών
διαδικασιών.
Προκειμένου να αμυνθεί στις βολές αυτές το Πανεπιστήμιο εξειδίκευσης
πέρασε σε μια σειρά πρωτοβουλιών με στόχο την ανακαίνιση της εικόνας του.
Έτσι, αρχικά, δομήθηκε μια κατευθυνόμενη πολιτιστική και αθλητική
πανεπιστημιακή ζωή, με στόχο την προβολή μιας εικόνας πνευματικής και
βιολογικής πληρότητας των μελών των πανεπιστημιακών αυτών κοινοτήτων. Σε
μια δεύτερη φάση, έγινε μια προσπάθεια να πεισθεί ο λαός ότι το Πανεπιστήμιο
εξειδίκευσης ανήκει σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, άσχετα οικονομικών
διαχωρισμών.
21

Αυτό επιτεύχθηκε, σε γενικές μόνο γραμμές, στις ανατολικές χώρες (πριν το
1988), όπου μέσω προγραμμάτων στέγασης και σίτισης όλων των φοιτητών,
έδωσε τη δυνατότητα σε όλους όσους αποδέχονταν τη δομή του συστήματος, να
έχουν τις ίδιες ευκαιρίες ανέλιξης.
Το Δυτικό σύστημα, των επιλεκτικά παρεχόμενων υποτροφιών, έχει πλέον
αποδειχθεί αφερέγγυο, εφ’ όσον οι διαδικασίες παροχής τους έχουν κριθεί ως
αμφιλεγόμενες.
Σε απάντηση των επικρίσεων, οι υποστηρικτές του Πανεπιστημίου
εξειδίκευσης, καταλογίζουν στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο ότι οδηγεί τη χώρα στην
υποτέλεια και την ξένη εξάρτηση εφ’ όσον δεν παράγει επιστημονικό δυναμικό
υψηλών προδιαγραφών. Έτσι, ανοίγει το δρόμο στους πτυχιούχους ξένων
Πανεπιστημίων, οι οποίοι, με βάση τη νομοθεσία της E.E., μπορούν να είναι και
ξένης εθνικότητας. Αυτό σημαίνει ανεργία του ντόπιου επιστημονικού
δυναμικού και συγχρόνως άλωση συν τω χρόνω, των ηγετικών θέσεων
ευαίσθητων οικονομικών και κοινωνικών χώρων, από ξένα κέντρα
συμφερόντων.
Εκτός αυτού, η έλλειψη επιστημόνων υψηλών στάνταρς, καταδικάζει την χώρα
σε μια μόνιμη τεχνολογική και βιομηχανική υποδούλωση από τις τεχνολογικά
και βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, οι οποίες μέσω της οικονομικής
εξάρτησης, θα έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τις θελήσεις τους σε ζωτικής
σημασίας, για την Εθνική μας υπόσταση, επιλογές.
Όπως είναι φανερό και τα δύο Πανεπιστημιακά μοντέλα έχουν αρκετά γερά
χαρτιά στη μεταξύ τους αντίθεση.
Αυτό που θα πρέπει να κάνουμε είναι να συνδυάσουμε τα δύο αυτά μοντέλα και
να περάσουμε σε ένα τρίτο το οποίο θα βρίσκεται σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη
αντιστοίχηση με τις ανάγκες, αλλά και τις πρακτικές της ελληνικής κοινωνίας
του αύριο.
Για το λόγο αυτό:
Προτείνουμε και ευχόμαστε για μια γρήγορη υλοποίηση ενός τρίτου
Πανεπιστημιακού μοντέλου, το οποίο βρίσκεται μέσα στις Ελληνικές δυνατότητες
και καλύπτει τις σύγχρονες αναζητήσεις της Ελληνικής κοινωνίας.
Το μοντέλο αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε, «Πανεπιστήμιο Επιπέδων».

Πρόταση Πανεπιστημίου Επιπέδων
(Το μοντέλο αυτό, που έχουμε προτείνει στο Υπουργείο Παιδείας εδώ και 20
περίπου χρόνια, έχει υιοθετηθεί τυπικά, αλλά η οργάνωσή του δεν
ανταποκρίνεται στους πραγματικούς στόχους του)
Κύριο χαρακτηριστικό ενός τέτοιου μοντέλου είναι ο χωρισμός των σπουδών σε
επίπεδα, που το τέλος του καθενός επιστεγάζεται με κάποιον πανεπιστημιακό
τίτλο, με συγκεκριμένο αντίκρισμα, τόσο στην κοινωνική υπόσταση του
σπουδαστή, όσο και στην αγορά εργασίας.
Πρώτος Κύκλος Σπουδών
Ο πρώτος κύκλος πανεπιστημιακών σπουδών βασικά προσπαθεί να προσεγγίσει
τη φιλοσοφία του Λαϊκού Πανεπιστημίου. Η διάρκειά του είναι διετής (σε
περίπτωση 4ετών πανεπιστημιακών σπουδών), κατά την οποία διδάσκεται ένα
σύνολο μαθημάτων που έχουν δύο βασικούς στόχους:
1.
Τη διεύρυνση και εμπέδωση των βασικών γνώσεων των φοιτητών στα
θέματα της επιστήμης που επέλεξαν.

22

2.
Τη διερεύνηση του επιπέδου της δυνατότητας των φοιτητών να
συνεχίσουν στο δεύτερο κύκλο σπουδών.
Σε σχέση με τον κύκλο αυτό των σπουδών θα πρέπει να αναφέρουμε:
1.
Ο κύκλος αυτός είναι αυτοτελής και κατοχυρώνεται από το πτυχίο Α΄
κύκλου σπουδών.
2.
Για να περάσει στο δεύτερο κύκλο σπουδών ο φοιτητής, θα πρέπει να
έχει τον τίτλο του Α΄ κύκλου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σπουδαστής θα έχει
περάσει όλα τα μαθήματα του κύκλου.
Με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει ένα ισχυρό κίνητρο παρακολούθησης αυτού του
αυτόνομου κύκλου σπουδών.
Ομοίως, ένας μεγάλος αριθμός σπουδαστών οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται γι’
αυτή καθ’ αυτή την επιστημονική γνώση, αλλά για την απλή επαγγελματική
τους αποκατάσταση, θα τελειώνουν τις σπουδές τους στο σημείο αυτό,
κάνοντας πιο άνετες τις σπουδές των υπολοίπων που θα αγωνιστούν για την
καθαρή επιστημονική γνώση στον επόμενο κύκλο σπουδών.
Παρατήρηση επί παρελθόντων προτάσεων του Υπουργείου Παιδείας
Όπως αναφέραμε και προηγουμένως το Υπουργείο Παιδείας είχε προτείνει την
εισαγωγή των υποψηφίων σε Πανεπιστημιακές Σχολές. Στην περίπτωση αυτή
έχουμε αντιπροτείνει τριετείς πανεπιστημιακές σπουδές. Σε μια τέτοια
περίπτωση ο πρώτος κύκλος σπουδών προτείνουμε να είναι μονοετής.
Στην περίπτωση εισαγωγής των υποψηφίων σε Σχολή, και εφόσον διατηρηθούν
οι 4ετείς πανεπιστημιακές σπουδές προτείνουμε ο πρώτος κύκλος σπουδών να
είναι διετής με την προϋπόθεση ότι το πρόγραμμα σπουδών του πρώτου έτους
να καταρτίζεται από τη Σχολή και το δεύτερο από το επιλεγόμενο από τον
φοιτητή Τμήμα.
Δεύτερος Κύκλος Σπουδών
Στο δεύτερο κύκλο σπουδών, που είναι διετής, εισάγονται οι έχοντες το πτυχίο
του πρώτου κύκλου ανεξαρτήτως βαθμολογίας.
Ο κύκλος αυτός έχει ως αποστολή του να προσεγγίσει τους στόχους του
Πανεπιστημίου ειδικότητας.
Ο κύκλος αυτός, για κάθε Πανεπιστημιακό Τμήμα χωρίζεται σε αριθμό επί
μέρους επιστημονικών εξειδικεύσεων (Τομείς).
Κάθε σπουδαστής έχει τη δυνατότητα παρακολούθησης δύο τέτοιων κύκλων.
Μεταξύ των κύκλων αυτών, όσον αφορά τις Σχολές που παράγουν
εκπαιδευτικούς, πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει κύκλος σπουδών εκπαίδευσης
στη διδασκαλία του αντικειμένου του Τμήματος. Ως παράδειγμα αναφέρουμε
ότι στο Τμήμα Φυσικής θα πρέπει να υπάρχει κύκλος εκπαίδευσης στη
διδασκαλία της Φυσική, στο Μαθηματικό, κύκλος εκπαίδευσης στη διδασκαλία
των μαθηματικών κλπ.
Στον κύκλο αυτό, εκτός των άλλων, οι σπουδαστές θα διδάσκονται
παιδαγωγικά, ψυχολογία και κάθε άλλη γνώση που θα πρέπει να χαρακτηρίζει
το μελλοντικό εκπαιδευτικό.
Μελλοντικά θα πρέπει να μη διορίζεται κανένας ως εκπαιδευτικός αν δεν έχει
παρακολουθήσει αυτόν τον κύκλο σπουδών.
Με την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου σπουδών απονέμεται πτυχίο Β΄ κύκλου
πανεπιστημιακών σπουδών.
Οι κάτοχοι αυτού του πτυχίου μπορούν:

23

1.
Να διοριστούν στο Δημόσιο με βάση ειδική επιλογή βάσει μορίων
ικανότητας.
Στις προηγούμενες δημόσιες θέσεις, πρέπει να δεσμευθεί το κράτος, ότι δεν θα
εισάγονται παρά οι κάτοχοι του πτυχίου Β΄ κύκλου σπουδών ή ανωτέρου.
Αυτό σημαίνει ότι ένας προαποφασισμένος αριθμός Δημοσίων θέσεων δεν θα
καταλαμβάνεται με μοναδικό κριτήριο τον πανελλήνιο διαγωνισμό, όπως
σήμερα (ΑΣΕΠ), αλλά από τους απόφοιτους του Β΄ κύκλου σπουδών με βάση
τις επιδόσεις των πτυχιούχων και άλλα πιθανά προσόντα τα οποία θα
μοριοποιούνται.
2.
Να εισαχθούν με βάση την επίδοσή τους στον τρίτο κύκλο σπουδών
(μάστερ).
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι φοιτητές, οι επιδόσεις των οποίων δεν
κρίνονται ικανές να τους οδηγήσουν στον τρίτο κύκλο σπουδών, θα πρέπει να
έχουν τη δυνατότητά μετά από αίτησή τους, να συμμετέχουν εκ νέου στις
εξετάσεις ή σε άλλες διαδικασίες του δεύτερου κύκλου σπουδών για δύο
επιπλέον χρόνια προκειμένου να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους (αντικατάσταση
βαθμών), με στόχο την είσοδό τους στον τρίτο κύκλο σπουδών.
Παρατηρήσεις επί του δευτέρου κύκλου σπουδών
Τα αναλυτικά προγράμματα του διετούς δεύτερου κύκλου σπουδών πρέπει να
καταρτίζονται με τρόπο ώστε να εξυπηρετείται ο στόχος του κύκλου αυτού που
είναι η σταδιακή εξειδίκευση του φοιτητή. Για το λόγο αυτό άλλωστε το Τμήμα
χωρίζεται σε επί μέρους επιστημονικές εξειδικεύσεις, τους επιστημονικούς
Τομείς.
Ως εκ τούτου το μεν αναλυτικό πρόγραμμα του πρώτου έτους θα πρέπει να
καταρτίζεται από το Τμήμα με στόχο την εμβάθυνση των γενικότερων γνώσεων
που απαιτεί το Τμήμα (πχ Φυσικής ή Μαθηματικών γενικότερα).
Το αναλυτικό όμως πρόγραμμα του δεύτερου έτους του κύκλου αυτού πρέπει να
καταρτίζεται από τους επί μέρους Τομείς οδηγώντας τους σπουδαστές στην
εμβάθυνση συγκεκριμένων επιστημονικών ειδικοτήτων (πχ Υπολογιστές,
Περιβάλλον, Αστροφυσική κλπ)
Τρίτος Κύκλος Σπουδών
Στον τρίτο κύκλο σπουδών μπορεί να γραφτούν οι άριστοι του Β΄ κύκλου
σπουδών.
Ο κύκλος αυτός αποτελεί στην ουσία τον πρώτο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών
και οδηγεί σε ένα δίπλωμα μάστερ.
Ο κύκλος αυτός χωρίζεται σε κατευθύνσεις οι οποίες αντιστοιχούν στις
κατευθύνσεις σπουδών του Β΄ κύκλου σπουδών.
Παρατηρήσεις
Τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών αυτού του κύκλου πρέπει να
καταρτίζονται αποκλειστικά από τους Πανεπιστημιακούς Τομείς και πρέπει να
αφορούν την συγκεκριμένη επιστημονική κατεύθυνση (Τομέα).
Στον κύκλο αυτό μπορούν να συμπεριληφθούν και αναγκαία μαθήματα άλλων
Πανεπιστημιακών Τμημάτων. Π.χ στον Τομέα Αστροφυσικής μπορούν να
συμπεριληφθούν μαθήματα Μαθηματικών όπως η Τοπολογία ή οι μη
Ευκλείδειες Γεωμετρίες που προσφέρονται από το Τμήμα Μαθηματικών κλπ.
Η πρόταση αυτή γίνεται εφόσον σε πολλές περιπτώσεις υποψήφιοι πχ της
κατεύθυνσης π.χ Αστροφυσικής μπορούν να τελειώσουν αυτό τον μεταπτυχιακό

24

κύκλο σπουδών χωρίς βασικές εξειδικευμένες γνώσεις Αστροφυσικής. Με τον
τρόπο αυτό είναι ανέτοιμη να εισαχθούν στον κύκλο PhD υποβαθμίζοντας με
τον τρόπο αυτό το επίπεδο των σπουδών του επόμενου κύκλου σπουδών.
Τέταρτος Κύκλος Σπουδών
Στον τέταρτο κύκλο σπουδών μπορούν να γραφτούν οι κάτοχοι μάστερ.
Ο κύκλος αυτός οδηγεί σε απόκτηση διδακτορικού διπλώματος και χωρίζεται σε
κατευθύνσεις που αντιστοιχούν στις κατευθύνσεις του Γ΄ κύκλου σπουδών, των
οποίων αποτελούν συνέχεια και εμβάθυνση.
Κατά την διάρκεια αυτού του κύκλου σπουδών, κατά περίπτωση, και
εξειδικεύοντας το θέμα του PhD, ο κύριος επιβλέπον και η τριμελής επιτροπή
μπορούν να ζητήσουν από τον σπουδαστή να παρακολουθήσει επιτυχώς αριθμό
αναγκαίων προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών μαθημάτων του αυτού ή άλλου
Τμήματος τα οποία δεν είχε επιλέξει στα προηγούμενα έτη σπουδών του.

Ανάλυση επί μέρους προβλημάτων
Πανεπιστημίου Επιπέδων.

τού

μοντέλου

τού

1. Το πρόβλημα της δωρεάν Παιδείας.
Το πρόβλημα, της κατοχυρωμένης από το Σύνταγμα, δωρεάν παιδείας, το οποίο
θεωρείτο αυτονόητο κοινωνικό αγαθό, από την εποχή του Γ. Παπανδρέου και
της Ένωσης Κέντρου, έχει αρχίσει να αμφισβητείται από ένα τμήμα της
κοινωνίας, τουλάχιστον στο επίπεδο των Πανεπιστημιακών σπουδών.
Ως παράδειγμα αναφέρουμε ένα σύνολο ιδεών οι οποίες αναφέρονται στην
κατάργηση χορήγησης δωρεάν συγγραμμάτων, την καταβολή διδάκτρων για τις
μεταπτυχιακές σπουδές, την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, την επί
πληρωμή παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών από τα κρατικά Πανεπιστήμια, κ.ά.
Στο θέμα αυτό, προσπαθώντας να σταθούμε μακριά από μικρολαϊκισμούς, θα
πρέπει αρχικά να επισημάνουμε ότι:
Δωρεάν Παιδεία δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως προσόντων και
δυνατοτήτων, μπορούν να μετέχουν μιας δωρεάν Πανεπιστημιακής Παιδείας.
Δωρεάν Παιδεία σημαίνει ότι το κράτος αναλαμβάνει να παρέχει δωρεάν
εκπαίδευση στο βαθμό και στο επίπεδο που ο πολίτης μπορεί να αποδείξει ότι
θέλει και μπορεί να συμμετέχει σε κάποιο επίπεδο των εκπαιδευτικών
διαδικασιών.
Η Παιδεία αποτελεί κοινωνικό αγαθό και όχι προσόν κοινωνικής ή εγωιστικής
προβολής του υποψηφίου και της οικογένειάς του.
Ως εκ τούτου, το κράτος είναι υποχρεωμένο να παρέχει δωρεάν Πανεπιστημιακή
Παιδεία στους αρίστους, στους δε υπολοίπους, αν αποδείξουν ότι το θέλουν και το
μπορούν, δωρεάν εκπαίδευση σε άλλες ανώτερες, κατώτερες, ή επαγγελματικές
σχολές, σύμφωνα με τις δεξιότητες και τα ταλέντα του κάθε υποψηφίου.
Όλα τα προηγούμενα, όμως, δεν μπορούν να γίνουν πράξη αν δεν έχουν γίνει
αποδεκτές οι ρυθμίσεις στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που
έχουν προταθεί στα προηγούμενα.
Τι συμβαίνει όμως σήμερα; Το κράτος, μέσω των κατά καιρούς κυβερνήσεών
του, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς και μικροπολιτικούς, αυξάνει συνεχώς
τον αριθμό των εισαγομένων στα Πανεπιστήμια, μειώνοντας συγχρόνως το
επίπεδο των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σπουδών, για κοινωνικούς
δήθεν λόγους.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι:
25

α.
Το κόστος της δωρεάν Πανεπιστημιακής Παιδείας να είναι τεράστιο.
β.
Το επίπεδο των Πανεπιστημιακών σπουδών να πέφτει λόγω κακού
αρχικού υλικού και της ανυπαρξίας κονδυλίων για την εκπαίδευση.
γ.
Τέλος, αυτό που δεν γνωρίζει ο λαός είναι ότι αν οι εισαγόμενοι στις
Ανώτατες Σχολές είναι περισσότεροι από αυτούς που μπορούν να απορροφηθούν
από την αγορά εργασίας, τότε στα Πανεπιστήμια δεν εισάγουμε μελλοντικούς
επιστήμονες, αλλά μελλοντικούς άνεργους. Η πληθώρα επιστημόνων ευνοεί τους
χρηματοοικονομικούς κύκλους οι οποίοι στηριζόμενοι στη μεγάλη ανεργία
έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν μισθούς πείνας στους νέους επιστήμονες.
Το κακό, όμως, είναι ότι η απαράδεκτη αυτή τακτική βρίσκει συμπαραστάτη
ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας η οποία στηρίζει την επαγγελματική
αποκατάσταση των παιδιών της στις πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτευτών πολιτών. Η κυρίαρχη λογική που πρυτανεύει είναι «ας βγει με κάθε τρόπο το
παιδί μου από ένα Πανεπιστήμιο και κάπου θα το βολέψουμε με τις γνωριμίες
μας».
Όλα τα προηγούμενα τα αναφέραμε προκειμένου να γίνει φανερό ότι
προκειμένου ν’ αλλάξει η εκπαιδευτική μας πραγματικότητα, δεν αρκούν τα
οποιαδήποτε μέτρα από μέρους του κράτους, αν δεν υπάρξει και μια δραματική
κοινωνική μεταλλαγή στο επίπεδο των ιδεών και των πρακτικών.
Πρόταση λύσης του προβλήματος.
Προκειμένου να λυθούν τα προηγούμενα προβλήματα, θα πρέπει το κράτος να
σταθεί υπεράνω των μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και να πάρει μια σειρά
πρωτοβουλιών όπως:
1.
Ο αριθμός των εισαγόμενων στα Πανεπιστήμια να μείνει προσωρινά ο
αυτός.
2.
Να καθοριστεί κατά ειδικότητα (Πανεπιστημιακό Τμήμα), ο μέγιστος
αριθμός αναγκαίων για την Ελληνική κοινωνία επιστημόνων που θα πρέπει να
εκπαιδευτούν από τα Πανεπιστήμια.
3.
Κάθε έτος πανεπιστημιακών σπουδών, αριθμός σπουδαστών, ίσος με τον
προηγουμένως καθορισθέντα μέγιστο αριθμό αναγκαίων επιστημόνων, κατά
σειρά βαθμολογικής επίδοσης, θα χαίρει της δωρεάν πανεπιστημιακής παιδείας.
Για τους άλλους φοιτητές θα υπάρχει κλιμακούμενη οικονομική ανταπόδοση,
ανάλογα της πανεπιστημιακής επίδοσής τους.
Γι’ αυτούς που η επίδοσή τους δεν είναι πολύ καλή και καλούνται να
ανταποδώσουν οικονομικά θα υπάρξει ο θεσμός των φοιτητικών δανείων.
Όπως είναι φανερό ο κάθε σπουδαστής θα μπορεί να συμμετάσχει στο θεσμό της
δωρεάν παιδείας αν προσέξει τις πανεπιστημιακές επιδόσεις του, εφόσον το
σύνολο των φοιτητών στους οποίους θα παρέχεται η δωρεάν παιδεία θα
καθορίζεται κάθε έτος, από το βαθμό επιτυχίας του προηγούμενου έτους.
Με τον τρόπο αυτό μειώνεται ο ρυθμός εκπαιδευτικής μετανάστευσης που
αποτελεί μια οικονομική και κοινωνική πληγή για την Ελληνική Κοινωνία
Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Αν ο καθορισμένος αναγκαίος για την
Ελληνική Κοινωνία αριθμός φοιτητών του Φυσικού Τμήματος Αθηνών είναι
100 και οι εισαγόμενοι 230, τότε οι 100 πρώτοι σε επιδόσεις, κάθε έτος, θα
σπουδάζουν δωρεάν, ενώ των υπολοίπων 130, η οικονομική συνεισφορά θα
κλιμακώνεται ανάλογα των επιδόσεών τους, αλλά και της οικονομικής
δυνατότητας των οικογενειών τους. Στο επόμενο έτος σπουδών η δωρεάν
παιδεία δεν θα παρέχεται στους 100 πρώτους των εισαγωγικών εξετάσεων αλλά
στους 100 πρώτους του προηγούμενου έτους κ.ο.κ.

26

Αυτό, που θα πρέπει να τονιστεί, είναι ότι στην περίπτωση της οικονομικής
ανταποδοτικότητας, η καταβολή θα πρέπει να γίνεται κατά δόσεις ανά έτος
μέσω της φορολογικής δήλωσης των φοιτητών ή των οικογενειών τους και όχι
σε ταμεία των Πανεπιστημίων. Οι λόγοι είναι καθαρά παιδαγωγικοί και
ψυχολογικοί και δεν αναλύονται ως ευνόητοι.
Αναφερόμενοι ειδικότερα στις μεταπτυχιακές σπουδές του Γ΄ και Δ΄ κύκλου
Πανεπιστημιακών σπουδών θα πρέπει να γίνει σαφές ότι είναι αδιανόητη κάθε
επιβολή διδάκτρων, ή όποια άλλη οικονομική επιβάρυνση των φοιτούντων. Οι
φοιτητές αυτών των κύκλων σπουδών αποτελούν τη μεγαλύτερη ελπίδα του
Έθνους σε όλα τα επίπεδα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και θα πρέπει
να χρηματοδοτούνται επί πλέον προκειμένου απερίσπαστοι να ασχολούνται με
τα επιστημονικά τους έργα και σπουδές.
Εξ’ άλλου, μέσω των προαναφερθέντων οικονομικών και διοικητικών
ρυθμίσεων, η ενίσχυση των αρίστων επιστημόνων δεν θα αποτελέσει
επιβάρυνση για το Κράτος.
2. Το πρόβλημα των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων.
Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που καλούμαστε να λύσουμε μέσω της διάθεσης
των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων είναι το πρόβλημα της επιστημονικής
πληροφόρησης.
Αυτό, όμως, που δεν θα πρέπει να αγνοούμε είναι ότι το ένα και μοναδικό
βιβλίο και η από έδρας διδασκαλία δεν αποτελούν παρά έκφραση μιας
συγκεκριμένης άποψης και όχι πληροφόρηση. Η πληροφόρηση συνίσταται στη
διασταύρωση και επαλήθευση όλων των αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων και
τάσεων πάνω σε κάθε θέμα. Άρα ουσιαστικά μιλάμε για μια ελευθερία
πρόσβασης στα κύρια μέσα παραγωγής της πληροφορίας.
Ελευθερία στην πληροφόρηση σημαίνει πλάτεμα των χώρων παραγωγής της.
Δικαίωμα στην πληροφόρηση δεν σημαίνει μόνο τη δυνατότητα να δέχεται και
να επεξεργάζεται κάποιος πληροφορίες, αλλά επίσης να τις παράγει.
Μια τέτοια ποιότητα και μορφή εκπαιδευτικής πληροφόρησης, προϋποθέτει
βέβαια ένα δυναμικό άνοιγμα του Πανεπιστημίου στην παραγωγική ζωή του
τόπου και συγχρόνως εγγυάται ένα σωστό και παραγωγικό πέρασμα της
εμπειρίας στο σπουδαστή.
Με βάση την προηγούμενη φιλοσοφία, αλλά και εμφανή στόχο τη μείωση του
κόστους της παρεχομένης από το κράτος Πανεπιστημιακής Παιδείας, το
Υπουργείο Παιδείας, πήρε ένα σύνολο επιπόλαιων αποφάσεων οι οποίες
αφορούν τα Πανεπιστημιακά συγγράμματα, καταργώντας στην ουσία τη
δωρεάν χορήγησή τους.
Ας δούμε όμως και ας σχολιάσουμε τα μέτρα αυτά
1.
Εισήγαγε τη φιλοσοφία των πολλών (4-5), αλλά μη δωρεάν
χορηγουμένων, κατά μάθημα συγγραμμάτων, τα οποία οι φοιτητές θα
προμηθεύονται από το ελεύθερο εμπόριο ή το διαδίκτυο. Οι διδάσκοντες θα
προτείνουν τα 4-5 συγγράμματα και θα έχουν το δικαίωμα να εξετάζουν το
φοιτητή, από την ύλη όλων αυτών των συγγραμμάτων.
Μέσω του μέτρου αυτού δίνεται η υποθετική δυνατότητα σε κάποιους
διδάσκοντες να θησαυρίσουν, δημιουργώντας μεταξύ τους τραστ και
προτείνοντας από κοινού βιβλία που θα επιβάλλουν την αγορά τους,
επιλέγοντας εξεταστικά θέματα μέσα από αυτά

27

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η ελάχιστη τιμή κάθε σοβαρού
πανεπιστημιακού συγγράμματος στην ελεύθερη αγορά δεν είναι κατώτερη από
45.Euro ενώ η μέγιστη υπερβαίνει πολλές φορές τις 150 - 180 Euros.
Το ύψος της διατακτικής που είχε προτείνει το Υπουργείο Παιδείας να δίνεται
σε κάθε φοιτητή από το κράτος για την αγορά των αναγκαίων βιβλίων, ήταν
ασήμαντο σε σχέση με το κόστος τους. Όσο για την άποψη του Υπουργείου, ότι
δεν θα υπάρξουν καθηγητικά τραστ επειδή τα πολλαπλά συγγράμματα θα
εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των πανεπιστημιακών τμημάτων,
μάλλον γέλια προκαλεί σε όσους γνωρίζουν καλά τα πανεπιστημιακά πράγματα.
2.
Μία άλλη διευθέτηση που προβάλλει το Υπουργείο Παιδείας,
προκειμένου να πείσει ότι οι φοιτητές δεν χρειάζεται να αγοράζουν τα
πανάκριβα πανεπιστημιακά συγγράμματα είναι η δημιουργία πανεπιστημιακών
βιβλιοθηκών.
Η άποψη αυτή είναι ορθή και επιθυμητή, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα διότι:
α.
Σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικά βιβλιοθήκες και το κράτος πρέπει να
αρχίσει τη δημιουργία σχεδόν από το μηδέν.
β.
Προκειμένου οι βιβλιοθήκες που θα δημιουργηθούν να επιτελούν το
έργο που θα ήθελε η όποια κυβέρνηση, δεδομένου ότι ένα μήνα πριν τις
εξετάσεις όλοι οι φοιτητές προετοιμάζονται διαβάζοντας μέχρι και τις πρωινές
ώρες θα πρέπει εκτός των άλλων:
Να υπάρχουν θέσεις για όλους τους φοιτητές.
Να υπάρχουν όλα τα βιβλία σε αριθμό ίσο τουλάχιστον με τον
αριθμό των φοιτητών.
Να υπάρχουν εστιατόρια, κυλικεία και φαγητό για όλους τους φοιτητές
που θα ξενυχτούν στις βιβλιοθήκες διαβάζοντας.
Το κόστος βιβλιοθηκών αυτών των προδιαγραφών είναι τεράστιο και επειδή
βιβλιοθήκες αυτής της εμβέλειας δεν πρόκειται να γίνουν, οι φοιτητές θα πρέπει
να αγοράζουν τα πανάκριβα βιβλία και ως εκ τούτου οι πανεπιστημιακές
σπουδές θα γίνουν προνόμιο όσων μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά.
Παρατηρήσεις επί των προτάσεων και παρεμβάσεων του Υπουργείου
Παιδείας
Μια πρόταση του Υπουργείου Παιδείας η οποία υλοποιείται ήδη είναι η
δημιουργία βάσης δεδομένων πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στις οποίες θα
ανατρέχουν οι σπουδαστές και θα «κατεβάζουν» ή «τυπώνουν» τα
πανεπιστημιακά συγγράμματα που απαιτούνται.
Η παρέμβαση αυτή απλά μεταβιβάζει το κόστος των συγγραμμάτων, από τις
«πλάτες» του κράτους, στις «πλάτες» των φοιτητών και των οικογενειών τους.
Αυτό συμβαίνει εφόσον, όπως είναι κατανοητό, κανένας σπουδαστής δεν
μπορεί να «μελετήσει», προκειμένου να δώσει εξετάσεις, μέσω της οθόνης ενός
υπολογιστή. Αυτό σημαίνει ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να τυπώσει τα
συγγράμματα που πρέπει να διαβάσει. Βέβαια όλοι γνωρίζουμε ότι αν
συνυπολογίσουμε τις τιμές του χαρτιού και της μελάνης, το κόστος του κάθε
πανεπιστημιακού συγγράμματος θα είναι πολύ μεγαλύτερο από την τιμή που το
κοστολογεί σήμερα του Υπουργείο Παιδείας.
Το τύπωμα των συγγραμμάτων θα πρέπει να γίνει:
1. Στο Πανεπιστήμιο με έξοδα του Ιδρύματος (Δωρεάν συγγράμματα
δηλαδή). Η λύση αυτή δεν είναι εφικτή λόγω του τεράστιου κόστους και
της οικονομικής δυσπραγίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

28

2. Με έξοδα των φοιτητών. Στην περίπτωση αυτή το κόστος των
συγγραμμάτων βαρύνει υπέρογκα τους φοιτητές και τις οικογένειές
τους.
Προτάσεις λύσης του προβλήματος
1.
Αρχικά, όπως περιγράψαμε στο κεφάλαιο περί δωρεάν παιδείας, η
οικονομική ανταπόδοση από μέρους ενός συνόλου φοιτητών λύνει τα όποια
οικονομικά προβλήματα προσπαθεί να αντιμετωπίσει η κατάργηση της δωρεάν
χορήγησης στους φοιτητές ενός πολύ καλού πανεπιστημιακού συγγράμματος.
2.
Θα πρέπει οι υπηρετούντες πανεπιστημιακοί καθηγητές και λέκτορες, ως
ελάχιστη ανταπόδοση των όποιων μελλοντικών παροχών, να παραχωρήσουν τα
συγγραφικά δικαιώματα ενός πανεπιστημιακού συγγράμματος (το οποίο θα
πρέπει να συγγράψουν), το οποίο θα αντιστοιχεί στο περιεχόμενο σπουδών ενός
διδασκομένου μαθήματος του Τομέα στον οποίον ανήκουν.
Συγχρόνως, από εδώ και πέρα αναγκαία προϋπόθεση εκλογής σε θέση ΔEΠ θα
πρέπει να είναι η παραχώρηση των συγγραφικών δικαιωμάτων ενός
πανεπιστημιακού συγγράμματος όπως προηγουμένως.
Από τους καθηγητές που δεν θα παραχωρήσουν συγγραφικά δικαιώματα
βιβλίων τους, επειδή δεν έχουν σύγγραμμα, θα παρακρατάτε το 20% των
αποδοχών τους μέχρι να το παραδώσουν. Ευνόητο είναι βέβαια ότι θα υπάρξει
μια περίοδος χάριτος ενός ή δύο ετών για τη συγγραφή συγγράμματος από
όσους δεν έχουν.
Αυτονόητο είναι βέβαια ότι από εδώ και πέρα δεν θα πρέπει να νοείται
πανεπιστημιακός δάσκαλος ο οποίος να μην έχει συγγράψει ένα τουλάχιστον
σύγγραμμα.
Με τον τρόπο αυτό, το Κράτος θα είναι ιδιοκτήτης ενός αριθμού
πανεπιστημιακών συγγραμμάτων τα οποία εκδιδόμενα με ελάχιστο κόστος, αφ’
ενός μεν θα τα διαθέτει δωρεάν στους φοιτητές ή θα τα δανείζει μέσω των
πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, αφ’ ετέρου δε θα εμπορεύεται τα καλύτερα από
αυτά, με κέρδος για τα Πανεπιστήμια.
Η πολλαπλή βιβλιογραφία που θα προτείνεται από τους διδάσκοντες, πρέπει να
είναι μεταξύ των συγγραμμάτων που θα είναι πλέον ιδιοκτησία του Κράτους.
Με τον τρόπο αυτό, χωρίς πλέον τη δυνατότητα πιθανού κέρδους, οι
διδάσκοντες δεν θα μπαίνουν στον πειρασμό και θα επιλέγουν και θα
προτείνουν στους φοιτητές τα καλύτερα των συγγραμμάτων.
Όπως είναι φανερό, η προηγούμενη πρόταση θα βρει αντίθετους τους
εκδοτικούς και βιβλιοπωλικούς κύκλους καθώς και ένα μέρος των
πανεπιστημιακών καθηγητών.
3.
Για να γίνουν πράξη τα προηγούμενα, θα πρέπει να υπάρξει ίδρυση
Πανεπιστημιακών τυπογραφείων, υπό τον οικονομικό και διοικητικό έλεγχο του
Κράτους.
4.
Μια τελευταία παρέμβαση θα πρέπει να είναι η προτεινόμενη από το
Υπουργείο δημιουργία Πανεπιστημιακών Βιβλιοθηκών.
Οι Πανεπιστημιακές Βιβλιοθήκες, όταν και εφ’ όσον λειτουργήσουν, θα
διαθέτουν ξένα και ελληνικά επιστημονικά βιβλία και περιοδικά, σε
περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και θα δίνουν τη δυνατότητα στο φοιτητή, αλλά
και το επιστημονικό προσωπικό των Πανεπιστημίων, να ανατρέχουν στη διεθνή
βιβλιογραφία για λόγους έρευνας ή εκπαίδευσης.

29

Τελικά, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο
κεφάλαιο περί δωρεάν παιδείας καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του κόστους της
παροχής στους φοιτητές δωρεάν συγγραμμάτων.

3. Το πρόβλημα της Πανεπιστημιακής Αυτονομίας και του
εσωτερικού Δικαίου.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που απασχολούν την πανεπιστημιακή
κοινότητα είναι ο τρόπος λειτουργίας της, καθώς και το είδος και το μέγεθος
της επιτρεπόμενης παρέμβασης του ευρύτερου κοινωνικού παράγοντα σε
αποφάσεις και λειτουργίες που επηρεάζουν άμεσα και ουσιαστικά την ίδια τη
δομή της, καθώς και την επιστημονικά και παιδαγωγικά εύρυθμη λειτουργία
της.
Ασφαλώς, όπως ήδη αναφέραμε στα προηγούμενα, δεν είμαστε αντίθετοι στην
ύπαρξη ενός ουσιαστικού κοινωνικού ελέγχου (όχι διοικητικού), από μέρους
της κοινωνίας, της οποίας η πανεπιστημιακή κοινότητα αποτελεί αναπόσπαστο
υποσύνολο. Ομοίως, αποδεχόμαστε ότι τα AEI δεν είναι δυνατόν να
αναπτύσσονται στα πλαίσια μιας κακώς εννοούμενης αυτονομίας, έξω από κάθε
ευρύτερο Εθνικό σχεδιασμό, ή μη υπακούοντας στην πράξη σε ευρύτερες
Εθνικές, Κοινωνικές, Οικονομικές και Παραγωγικές επιλογές. Είναι αυτονόητο
ότι οι πανεπιστημιακές επιλογές πρέπει να υπακούουν σ’ ένα πλαίσιο Εθνικού
σχεδιασμού, που ασφαλώς δεν θα πρέπει να στραγγαλίζει τις ακαδημαϊκές
ελευθερίες, αλλά να δίνει τη δυνατότητα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, όχι
να είναι απλά υπηρέτης του καλώς ή κακώς εννοούμενου κρατικού
συμφέροντος, αλλά να πλάθει τα δυναμικά εκείνα κοινωνικά ρεύματα που θα
ανατρέψουν ίσως αύριο ιδεολογικά τις οποιεσδήποτε σημερινές σαθρές
κοινωνικές δομές.
Μια τέτοια αυτόνομη πανεπιστημιακή κοινότητα, που θέλει ν’ αποτελέσει
μοντέλο μιας αυριανής κοινωνίας καλύτερης από τη σημερινή, θα πρέπει να
δομήσει συνειδησιακά, ένα ουσιαστικό εθιμικό δίκαιο, το οποίο θα καθορίζει
τις κοινωνικές σχέσεις των μελών της, σε τρόπο ώστε η πανεπιστημιακή
κοινωνία να αναδεικνύεται, μέσα από τις κοινωνικές συγκρίσεις, δικαιότερη και
λειτουργικότερη από εκείνη που λειτουργεί με το κρατούν νομικό δίκαιο.
Όλα τα προηγούμενα προϋποθέτουν την ύπαρξη έσω-πανεπιστημιακών
μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου και επίλυσης διαφορών, όταν αυτές
αποκτήσουν εκρηκτικό χαρακτήρα. Οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει να έχουν τη
δυνατότητα να επιβάλουν το σεβασμό στο κοινωνικό συμβόλαιο που τα μέλη
της πανεπιστημιακής κοινότητας έχουν αποδεχθεί.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι δυνατόν ν’ αποτελέσει άσυλο ατιμωρησίας και
κάλυψης της οποιασδήποτε αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Απλά, θα πρέπει να
διατηρεί το δικαίωμα, και να το κάνει φανερό, ότι έχει τη δυνατότητα να
διατηρεί τη δίκαιη και εύρυθμη λειτουργία της ιδιότυπης αυτής κοινωνίας μέσα
από ένα πλέγμα εσωτερικών λειτουργιών απόδοσης δικαίου.
Για όλα τα προηγούμενα θα πρέπει άμεσα να συσταθούν κανονισμοί
εσωτερικής λειτουργίας των Πανεπιστημίων (που σήμερα δεν υπάρχουν), οι
οποίοι θα ρυθμίσουν εκρηκτικά προβλήματα των Πανεπιστημίων, όπως μιας
ελάχιστης παρουσίας των καθηγητών στο Πανεπιστήμιο ημερησίως, της
ελάχιστης ωριαίας απασχόλησής τους σε εκπαιδευτικό έργο ανά μήνα κ.α.
Επειδή όμως, στο πλαίσιο της Πανεπιστημιακής Kοινότητας όλο και
περισσότερο γίνεται λόγος για το νόημα της έννοιας «Ελευθερία», τόσο όσον

30

αφορά τις ενδοπανεπιστημιακές σχέσεις, όσο και το Πανεπιστημιακό Άσυλο, θα
θέλαμε να εκφράσουμε κάποιες γενικές σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα.
Το Νόημα της «Ελευθερίας»
Στα πλαίσια ενός νέου προοδευτικού πολιτισμικού ρεύματος που μέλλει να
αντικαταστήσει τις φθαρμένες κοινωνικές θεολογικές και επιστημονικές δομές, θα
πρέπει να επαναπροσδιοριστούν και να επαναδιατυπωθούν οι έννοιες του
«Ανθρώπου», του «Πνεύματος» και της «Ελευθερίας».
Η έννοια «Άνθρωπος» είναι συνώνυμη εκείνης του «όλου» και της ενεργητικής
σχέσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ των μερών που το αποτελούν. Έτσι δεν μπορεί να
ταυτιστεί με τις έννοιες του «προσώπου» ή του «ατόμου» οι οποίες εκφράζουν την
δογματική διαίρεση του «όλου» και την αποξένωση των συστατικών του. Η έννοια
«Άνθρωπος» είναι εντελώς αντίθετη εκείνων της «κατάτμησης» και της
«απομόνωση». Η σύγχρονη Φυσική διδάσκει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι
απομονωμένοι. Δεν τους χωρίζει κενό. Τους συνδέει φως, ακτινοβολία. Είναι
πυκνώματα του ίδιου υλικού και πάντοτε επικοινωνούν ενεργητικά και δυναμικά
μεταξύ τους. Ο κοινωνικός και ψυχολογικός απομονωτισμός και ο εγκλωβισμός του
«Ανθρώπου» στα πλαίσια των όρων «άτομο» και «πρόσωπο» είναι το προϊόν μιας
καταρρέουσας πολιτισμικής δομής. Η δομή αυτή αγνοεί την σύγχρονη επιστημονική
σκέψη και δεν κατανοεί ότι αν νοιώθουμε ψυχικά μόνοι είναι γιατί δεν κατανοούμε
τη συνέχεια των πάντων μέσα στο Σύμπαν και ότι η φύση δε μας γέννησε μόνους
αλλά επιλέξαμε την ψευδαίσθηση της μοναξιάς. Η μοναξιά είναι αποτέλεσμα των
δικών μας πράξεων, της δικής μας αντίληψης, της δικής μας άγνοιας. Είναι ένα
προσωπικό μας πρόβλημα, και όχι ένα πρόβλημα της φύσης. Τα προηγούμενα
χαρακτηριστικά είναι εκείνα τα οποία διαφοροποιούν τον Σοσιαλισμό από τον
Καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός απευθύνεται και θεοποιεί την ευημερία της
ψευδαίσθησης του «ατόμου» ενώ ο Σοσιαλισμός του «όλου» δηλαδή της
«κοινωνίας». Οι δύο αυτές αντιλήψεις δεν είναι ταυτόσημες εφόσον η ευημερία ενός
ατόμου στον Καπιταλισμό τις περισσότερες φορές θεμελιώνεται στην δυστυχία
κάποιου άλλου και ενίοτε στη δυστυχία της κοινωνίας ή κάποιων μερών της. Μια
κοινωνία η οποία έχει συνειδητοποιήσει τους προηγούμενους φυσικούς (και όχι
κοινωνικούς) κανόνες αναγνωρίζει ως βασική αξία της την «ελευθερία» στα πλαίσια
της ενότητας. Μέσο κατάκτησης της ελευθερίας αποτελεί η «πνευματικότητα».
Αποτέλεσμα της προηγούμενης διαπίστωσης είναι ότι πρώτη και βασική επιδίωξη του
«Ανθρώπου» πρέπει να είναι η διασφάλιση και επέκταση της πνευματικότητάς του.
Αυτό όμως που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι το πνεύμα δεν αποτελεί ένα
ανεξάρτητο φιλοσοφικό κατηγόρημα, αλλά μια άλλη έκφραση της έννοιας της
ελευθερίας η οποία αναπτύσσεται στα πλαίσια της κοινωνικής ενότητας. Πνευματικός
άνθρωπος είναι ο ελεύθερος και κοινωνικοποιημένος άνθρωπος. Ο «Άνθρωπος» στην
ιστορική του πορεία αποτελεί τον κύριο φορέα της έννοιας της ελευθερίας μέσω της
πνευματικότητας του. Βασικός αντίπαλος της κατάκτησης της πνευματικότητας και
τελικά της ελευθερίας είναι η έννοια της «ανάγκης» η οποία φιλοσοφικά ταυτίζεται
με την έννοια του «κακού». Έτσι, πρακτικός στόχος μιας νέας πολιτισμικής δομής
πρέπει να είναι η μετάβαση από την δουλεία της «ανάγκης» στον κόσμο της
«πνευματικότητας» και της «ελευθερίας». Όμως η «ανάγκη» είναι αποτέλεσμα και
παιδί της ανθρώπινης ή της συμπαντικής φύσης, και των ποικίλων εκδηλώσεών τους
και υπόκειται στους νόμους και τους κανόνες της νομοτέλειας και της μοίρας. Η
επιστήμη αποκαλύπτει τους φυσικούς κανόνες αλλά δεν μπορεί να τους αλλάξει. Ως
εκ τούτου τους αποδέχεται αναγκαστικά, νομοτελιακά και μοιρολατρικά. Η
πνευματικότητα και τελικά η ελευθερία αποτελούν μια πράξη «ανταρσίας» ενάντια

31

στη «φύση» και τις ανάγκες της. Όπως αναφέρει και ο Μάριος Μπέγζος, καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας στο βιβλίο του «Νεοελληνική φιλοσοφία της
θρησκείας»: «Πνευματικότητα δεν σημαίνει την εξαϋλωση αλλά την απελευθέρωση. Με
το πνεύμα δεν αρνείσαι την ύλη ή το σώμα, αλλά αρνείσαι την ανάγκη και τη δουλεία,
τη μοίρα και τη νομοτέλεια, τη σκλαβιά και την υποτέλεια».
Διοικητική και νομική ελευθερία
Η ουσιαστική όμως έννοια της «Ελευθερίας» δεν πρέπει συγχέεται με τις έννοιες των
διοικητικών και νομικών ελευθεριών μιας κοινωνίας. Οι ελευθερίες αυτές έχουν ως
στόχο την οριοθέτηση της κοινωνικής τάξης και όχι την επίτευξη της
πνευματικότητας.. Ως εκ τούτου για να γίνει αποδεκτό, από μέρους μιας νέας
πολιτισμικής συγκρότησης, ένα διοικητικό ή νομικό σύστημα οριοθέτησης της
ελεύθερης προσωπικής και κοινωνικής έκφρασης και δράσης πρέπει να μην αποτελεί
τροχοπέδη στην ανάπτυξη της ανθρώπινης πνευματικότητας και της εσωτερικής
απελευθέρωσης. Βεβαίως είναι γεγονός ότι αποδεχόμενοι να ζήσουμε στα πλαίσια
μιας ομάδα, έχουμε αποφασίσει ότι θα δεσμεύουμε ένα μέρος των ελεύθερων
αντιδράσεών και κάποιων επί μέρους δευτερευουσών επιλογών και εκφράσεών μας.
Στο πρακτικό αυτό επίπεδο στόχος μιας νέας κοινωνικής δομής πρέπει να είναι η
δημιουργία μιας δύναμης αυτοελέγχου η οποία δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί
αυτόματα με την απλή κατάργηση κάθε εξωτερικού ελέγχου. Θα ήταν καταστροφικό,
αν ξεφεύγοντας από την εξουσία κάποιου άλλου ανθρώπου, βρεθούμε στο έλεος των
παρορμήσεών μας. Ένας άνθρωπος που η ζωή και οι πράξεις του ηγεμονεύονται από
αυτές τις δυνάμεις, δεν έχει παρά την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθερος, ενώ στην
ουσία άγεται και φέρεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει. Tο κύριο πρόβλημά κάθε
«Ανθρώπου» θα πρέπει να είναι το πως θα μπορέσει να αναβάλλει την άμεση
πραγματοποίηση μιας έντονης επιθυμίας, που ίσως ξεπερνάει την εκτίμηση των
συνεπειών που θα ακολουθήσουν την πραγματοποίησή της, μέχρις ότου παρεμβληθεί
η παρατήρηση και η κρίση. Tο βαθύτερο νόημα της έννοιας της διοικητικής και
νομικής ελευθερίας συνδέεται άμεσα με την έννοια της πνευματικότητας η οποία
εκφράζεται ως μια εσωτερική δύναμη να βάζουμε σκοπούς και να τους
πραγματοποιούμε.

4. Οι κρίσεις εξέλιξης προσωπικού
Ένα βασικό πρόβλημα το οποίο ταλανίζει την πανεπιστημιακή κοινότητα και
είναι το αίτιο ενδοπανεπιστημιακών συγκρούσεων αλλά και μιας ευρύτερη
αντιδημοκρατικής λειτουργίας είναι οι διαδικασίες εξέλιξης του προσωπικού.
Με βάση το κρατούν σύστημα αξιολόγησης κάθε πανεπιστημιακός δάσκαλος
έχοντας την ανάγκη της ψήφου των συναδέλφων των ανώτερων βαθμίδων,
μετατρέπεται τις περισσότερες φορές σε «θεράποντα» ή «υπόδουλο» των
όποιων αντικοινωνικών, αντιδεοντολογικών, μοροφιλόδοξων ή παράνομων
απόψεων ή δράσεων των εκλεκτόρων του προκειμένου να εξασφαλίσει την
μελλοντική θετική κρίση τους.
Η προηγούμενη κατάσταση εντείνεται από την δυνατότητα των εκλεκτόρων,
υπό την κάλυψη των γενικών συνελεύσεων των Τμημάτων, να κρίνουν δήθεν
κατά συνείδηση (η οποία μεταβάλλεται ανάλογα τον κρινόμενο) τους
συναδέλφους τους, αδιαφορώντας για τα κριτήρια που προβλέπει ο νόμος
(εκπαιδευτικό έργο, εκδόσεις, κοινωνική συμπεριφορά, έγκυρη αρθρογραφία).
Όλα τα προηγούμενα μετατρέπουν τους πανεπιστημιακούς δασκάλους από
ελεύθερες πνευματικές προσωπικότητες σε άβουλους «υπηρέτες» ενός σαθρού,
αντικοινωνικού και αντιεπιστημονικού συστήματος.

32

Η πρότασή μας
Η κρίση να γίνεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια σε συγκεκριμένους τομείς
δραστηριοτήτων με βαθμολογική αξιολόγηση με άριστα το 5.
Ένας καλός «μπούσουλας»καθορισμού των τομέων δραστηριοτήτων που πρέπει
να αξιολογούνται δίνεται από την θεματολογία των φύλλων αξιολόγησης που
συμπλήρωσαν οι πανεπιστημιακοί τα προηγούμενα έτη.
Σαν παράδειγμα αναφέρουμε ότι οι κριτές πρέπει να βαθμολογούν με άριστα το
5, ξεχωριστά το ερευνητικό έργο, το εκπαιδευτικό έργο, την διοικητική
συνεισφορά, το γενικότερο συγγραφικό έργο, την συγκρότηση εκπαιδευτικού
υλικού, την κοινωνική συνεισφορά, την ευρύτερη κοινωνική και επιστημονική
αρθογραφία, την ευρύτερη πανεπιστημιακή παρουσία, κλπ.
Βέβαια σε κεντρικό διαπανεπιστημιακό επίπεδο πρέπει να καθοριστούν βασικές
αρχές αξιολόγησης. Π.χ δεν είναι δυνατόν σε κάποιες Πανεπιστημιακές Σχολές
ή Τμήματα να θεωρούνται επιστημονικές εργασίες δημοσιεύματα στον
ημερήσιο και περιοδικό τύπο, ενώ σε άλλες Σχολές και Τμήματα να αγνοούνται.
Το άθροισμα όλων των προηγούμενων βαθμολογιών θα αποτελεί τον βαθμό
αξιολόγησης του πανεπιστημιακού.
Η αξιολόγηση των πανεπιστημιακών πρέπει να γίνεται, ασχέτως της αίτησής
τους, ανά 5ετία και να καθοριστεί ο ελάχιστός βαθμός αξιολόγησης ο οποίος θα
μπορεί να τον οδηγήσει σε μια διαδικασία κρίσης σε μια ανώτερη βαθμίδα,
εφόσον υπάρξει αντίστοιχη θέση.
Σε κάθε περίπτωση αν ο κρινόμενος πιστεύει ότι αδικήθηκε στην βαθμολογία
του θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής σε ένα δευτεροβάθμιο
ενδοπανεπιστημιακό όργανο και σε τρίτο βαθμό σε ελεγκτικό όργανο εκτός
πανεπιστημίου.
Με την προηγούμενη διαδικασία κάθε πανεπιστημιακός, ασχέτως αν θέλει να
εξελιχθεί σε ανώτερη βαθμίδα, θα συνοδεύεται από έναν βαθμό αξιολόγησης Η
αξιολόγηση αυτή θα δημιουργήσει ενδοπανεπιστημιακά μια ουσιαστική
ιεραρχία γνώσης η οποία δεν θα είναι εύκολο να καταστρατηγείται από
οποιεσδήποτε διαβλητές διαδικασίες κρίσης.
Με τον τρόπο αυτό ο πανεπιστημιακός δάσκαλος από «υπηρέτη» προσώπων, θα
μετατραπεί σε πνευματικό δάσκαλο, ελεύθερο να διατυπώνει τις απόψεις του
και να μάχεται για ένα καλλίτερο πανεπιστήμιο και μια καλλίτερη κοινωνική
λειτουργία, χωρίς τον φόβο « αντιποίνων» κατά την διάρκεια της εξέλιξής του.
Βέβαια η προηγούμενη πρόταση θα βρει αντίθετες τις πανεπιστημιακές ηγεσίες
εφόσον μια τέτοια αντικειμενική αξιολόγηση με διεθνή κριτήρια ίσως δώσει
βαθμό αξιολόγησης σε πολλούς υψηλόβαθμούς καθηγητές πολύ μικρότερο από
το βαθμό αξιολόγησης καθηγητών κατώτερων βαθμίδων.
Σε μια τέτοια περίπτωση προτείνουμε «οι συμμετέχοντες σε επιτροπές κρίσεις να
έχουν βαθμό αξιολόγησης μεγαλύτερο των κρινόμενων και αυτό ασχέτως
βαθμίδας κρίνοντος και κρινόμενου».

5. Το πρόβλημα της ίδρυσης ανεξάρτητων, αμειβομένων
τμημάτων στα Δημόσια Πανεπιστήμια.
Πάνω στο θέμα αυτό η ανάλυση αλλά και η τοποθέτηση είναι απλή.
Το Πανεπιστήμιο αποτελεί μέρος της κρατικής οντότητας στα πλαίσια της οποίας
λειτουργεί. Είναι γνωστό από παλαιότερα, αλλά έχει αποδειχθεί και στην πράξη,
ότι το κράτος, μέσω των θεσμών και των οργάνων του, απευθύνεται στην
πολιτική κοινωνία και δεν πρέπει να συγχέει τη δράση του με τη δράση της
ιδιωτικής κοινωνίας, που στόχο της έχει το κέρδος και όχι τις αξίες.
33

Ομοίως, δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί το κρατικό Πανεπιστήμιο, ως θεσμός,
με την έννοια της προβληματικής επιχείρησης. Το γιατί, είναι απλό και γνωστό
και δεν είναι του παρόντος να το αναλύσουμε.
Εξ’ άλλου, μέσω των οικονομικών ρυθμίσεων που προτείνουμε στο κεφάλαιο
περί δωρεάν παιδείας λύνεται ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών
προβλημάτων.
Παρόλα τα προηγούμενα, τα Δημόσια Πανεπιστήμια (υπακούοντας
Κοινοτικούς κανόνες) θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ιδρύουν αμειβόμενα
παραρτήματά τους σε άλλες χώρες του εξωτερικού, ή να δέχονται επ’ αμοιβή
την φοίτηση καθορισμένου αριθμού αλλοδαπών φοιτητών εντός των
προγραμματισμένων και συνήθων λειτουργιών τους με όρους πλήρους
αμοιβαιότητας .
Ομοίως, τα Δημόσια Πανεπιστήμια πρέπει να μπορεί, σε όλες τις ειδικότητες,
να λειτουργούν αμειβόμενα Θερινά Σχολεία επιμόρφωσης για Έλληνες και
ξένους σπουδαστές, αλλά και για άλλες ομάδες πολιτών, οι οποίες θα ήθελαν να
αυξήσουν το επιστημονικό τους επίπεδο. Οι διαδικασίες αυτές θα αποτελέσουν
ένα επί πλέον έσοδο για τα Δημόσια Πανεπιστήμια.

6. Το πρόβλημα των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων.
Το πρόβλημα της ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων (ιδιωτικών), ακόμα και
αν αυτά είναι μη κερδοσκοπικά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, παρά μόνο στην
περίπτωση που η ύπαρξή τους επιβάλλεται μέσω των δεσμεύσεων της χώρας
μας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και στην περίπτωση αυτή η υλοποίηση δεν σημαίνει αυτόματα και την αποδοχή
του συνόλου των κανόνων ίδρυσης και λειτουργίας τους σε ιδεολογικό και
λειτουργικό επίπεδο.
Αρχικά, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η
ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημιακών μονάδων, ακόμα και από τους υποστηρικτές
αυτής της άποψης, αν δεν οργανωθεί στον υψηλότερο δυνατό βαθμό η Δημοσία
Εκπαίδευση όλων των βαθμίδων.
Όπως πιστεύουμε, οι προηγούμενες προτάσεις μας οδηγούν σε ένα τέτοιο
αποτέλεσμα.
Ισχυρά δομημένη, εκπαιδευτικά και διοικητικά, Δημόσια Εκπαίδευση θα
οδηγήσει πιθανότατα τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ακόμα και αν ιδρυθούν, στα
βήματα της ανυποληψίας που περιβάλλει το μεγάλο μέρος των ιδιωτικών
Γυμνασίων και Λυκείων.
Όμως, αν και βρίσκουμε ότι το θέμα είναι εντελώς πρώιμο προκειμένου να
συζητήσουμε μιαν άμεση εφαρμογή του, επειδή τα επιτελεία πολλών κομμάτων
έχουν θέσει το θέμα επί της ουσίας, θα πρέπει να σημειώσουμε μερικούς από
τους όρους που θα πρέπει να πληρούν:
1.
Ιδιωτικό χαρακτηρίζεται κάθε Πανεπιστήμιο εκτός των Δημοσίων.
2.
Προκειμένου να επιτραπεί σε Έλληνα πολίτη να εγγραφεί σε Ιδιωτικό
Πανεπιστήμιο, θα πρέπει να έχει περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία των εξετάσεων
του προπαρασκευαστικού πανεπιστημιακού έτους σπουδών.
3.
Προκειμένου να δοθεί άδεια σε ένα μη κρατικό Πανεπιστήμιο, θα πρέπει
να έχει εξασφαλιστεί ότι διαθέτει προκαθορισμένη κατά επιστήμη υποδομή, ικανή
να διασφαλίσει την εκπαίδευση των φοιτητών. Ο έλεγχος υποδομής γίνεται
οποιαδήποτε στιγμή ανά έτος.

34

4.
Το προσωπικό των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα πρέπει να έχει τα αυτά
προσόντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις με το προσωπικό των Δημοσίων
Πανεπιστημίων.
5.
Ο φορέας που ιδρύει ένα ιδιωτικό Πανεπιστήμιο θα πρέπει να έχει την
οικονομική εγγύηση τραπεζικού οργανισμού, ότι μπορεί να εξασφαλίσει την
οικονομική λειτουργία του ιδρύματος μέχρι της περάτωσης των σπουδών των ήδη
φοιτούντων.
6.
Σε περίπτωση που ο φορέας δεν θέλει, για οποιονδήποτε λόγω, να
συνεχίσει την λειτουργία του ιδιωτικού Πανεπιστημίου, τη λειτουργία του
ιδρύματος, μέχρι της περάτωσης των σπουδών των ήδη φοιτούντων αναλαμβάνει
Δ/Σ από καθηγητές Δημοσίων Πανεπιστημίων, κάνοντας χρήση του ποσού της
εγγυητικής επιστολής που παρακρατάται.
7.
Στην περίπτωση ίδρυσης παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων τα οποία
θα παρέχουν σπουδές επ’ αμοιβή, ο αριθμός τους δεν θα πρέπει να ξεπερνάει τον
αριθμό των αντίστοιχων παραρτημάτων Ελληνικών Πανεπιστημίων τα οποία
μπορούν να λειτουργούν επ’ αμοιβή στη χώρα προέλευσης του ξένου
πανεπιστημίου.
8.
Μέρος των κερδών των μη κρατικών πανεπιστημίων θα αποδίδεται σε
ειδικό λογαριασμό μέσω του οποίου θα χρηματοδοτείται η λειτουργία των
κρατικών πανεπιστημίων

7. Το πρόβλημα της Πανεπιστημιακής Διοίκησης.
Ο τρόπος διοίκησης των πανεπιστημίων, δεδομένων των ευρύτερων
«δογματικών» αντιλήψεων της ελληνικής κοινωνίας, αποτελεί ένα πολύπλοκο
θέμα με βαθιές ιδεολογικές ρίζες.
Τα βασικά ιδεολογικά προβλήματα που αντιστρατεύονται τις όποιες
ουσιαστικές πανεπιστημιακές αλλαγές είναι τα επόμενα δύο:
1. Το πρώτο πρόβλημα είναι η αντίληψη της Ελληνικής Κοινωνίας περί του
ρόλου του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως διαμορφώθηκε μετά την
μεταπολίτευση.
Ο ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος έπαψε να είναι απλά προστατευτικός
των δικαιωμάτων των εργαζομένων και διεκδικητικός με στόχο τους
καλλίτερους όρους εργασίας και αμοιβών των εργαζομένων. Το Ελληνικό
Πολιτικό Σύστημα, επιλέγοντας σιωπηλά το αυτοδιαχειριστικό σοσιαλιστικό
μοντέλο (ή μοντέλο Κοινωνικοποίησης), επέβαλε την συμμετοχή των εργατικών
συνδικάτων σε όλα τα όργανα διοίκηση των παραγωγικών μονάδων.
Όμως το μοντέλο κοινωνικοποίησης, όπως αναφέρει ο Ch. Bettelheim
συνεπάγεται, από μέρους των εργαζομένων μια κοινωνική ικανότητα στο πεδίο
της λογιστικής και της διανομής των μέσων παραγωγής και των προϊόντων*.
Ομοίως ο P. Rosanvalon** αναφέρει ότι στο μοντέλο αυτό οι εργαζόμενοι,
συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τις συνθήκες δουλείας, το ιεραρχικό
σύστημα και τις νόρμες της αμοιβής. Αυτό όμως σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι,
συμμετέχοντας στα κέντρα λήψης όλων των αποφάσεων, αναλαμβάνουν και τα
ρίσκα τους. Οι επιλογές τους δεν θα επιφέρουν μόνο κέρδη αλλά, πολλές φορές,
και ζημίες, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση των επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων, με συνέπεια την μείωση των αποδοχών τους ή ακόμα και την
απώλεια των θέσεων εργασίας τους.
*Ch. Bettelheim, «Μετάβαση στη Σοσιαλιστική Οικονομία» EΛ.Λ.B. 2, Εκδόσεις Mπάϋρον 1975
**P. Rosanvalon: «Αυτοδιαχείριση το μέλλον του Σοσιαλισμού», εκδόσεις Ανδρομέδα, Αθήνα 1980.

35

Στο πλαίσιο όμως μιας ανέτοιμης, σε πολλά επίπεδα, ελληνικής κοινωνίας,
διαστρεβλώθηκαν τα θετικά στοιχεία μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής και τα
επιμέρους συνδικαλιστικά όργανα μετατράπηκαν σε κομματικά παραρτήματα
εξυπηρετώντας βασικά μικρόθωρες ψηφοθηρικές ή προσωπικές πολιτικές.
Μέσα σε αυτή την «ασθενή» κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα οι συνδικαλιστικές
ηγεσίες, μέσα στο «άγχος» τους να ανελιχθούν στις κομματικές δομές και
αναζητώντας την ψήφο του «λαού» τους, με κάθε μέσον, ακόμα και βίαιο,
μετατράπηκαν σε «κομματάρχες» ολιγαρχικών και συντεχνιακών δομών,
αγνοώντας τις ευρύτερες κοινωνικές, παραγωγικές και εθνικές προτεραιότητες
του συνόλου των εργαζομένων, ασχέτως συντεχνιών, παρατάξεων και
κομμάτων.
2.Το δεύτερο πρόβλημα είναι η δημιουργηθείσα ψευδαίσθηση περί
δημοκρατικών συλλογικών διαδικασιών.
Στην πραγματικότητα, πριν την συλλογική έκφραση, οι αποφάσεις, καλώς ή
κακώς, έχουν συζητηθεί και σε πολλές περιπτώσεις προαποφασιστεί, μέσα στις
δομές μικρών ολιγαρχικών ομάδων που γνωρίζουν «πολλά περισσότερα» από
όσα «επιτρέπεται» να γνωρίζουν οι συμμετέχοντες στα δήθεν «δημοκρατικά
όργανα λήψης αποφάσεων». Οι όποιες αποφάσεις των ολιγαρχικών αυτών
ομάδων γίνεται προσπάθεια να στηριχθούν από τα μέλη των συλλογικών
οργάνων, όχι πάντα με βάση την αναγκαιότητα, την λογική συγκρότηση και την
εντιμότητά τους, αλλά πολλές φορές στη βάση προσωπικών ή συντεχνιακών
ωφελημάτων.
Σε ιδεολογικό επίπεδο, η ψευδαίσθηση μιας κοινωνικής ισότητας, που
δημιουργείται μέσω αυτών των πλαστών δημοκρατικών διαδικασιών, δίνει
αρκετές ευκαιρίες σε όλους, άσχετα ποιοτικού ή ποσοτικού περιεχομένου, για μια
κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη μέσα σε ένα προκαθορισμένο σύστημα
ελαστικών αξιών, που εύκολα προσαρμόζονται στις ανάγκες των κοινωνικών,
προσωπικών, συντεχνιακών και κομματικών σκοπιμοτήτων.
Η χαρακτηριστική πλάνη που δημιουργεί αυτό το σαθρό σύστημα είναι ότι,
«όλοι έχουν ισοδύναμη γνώμη, άποψη και ψήφο επί παντός του επιστητού,
ακόμα και για θέματα που δεν κατέχουν, ή «πονηρά και επιλεκτικά
ενημερώνονται» λίγες μόλις στιγμές πριν τις «διαδικασίες» λήψης αποφάσεων.
Σημαία της λογικής αυτής είναι «η κοινή ανθρώπινη λογική» η οποία μπορεί να
δώσει λύση από τα οικονομικά προβλήματα του κράτους, μέχρι τα θέματα
παραγωγικότητας, εισαγωγής υψηλής τεχνολογίας ή της εθνικής εξωτερικής
πολιτικής και ασφάλειας.
Οι πολίτες μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο περισσότερο από τη δυνατότητα, ή την
ορθότητα των αποφάσεων που παίρνονται, ενδιαφέρονται για αυτές καθ’ αυτές
τις διαδικασίες σαν μέσο προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τους
καταξίωσης και επιβεβαίωσης.
Τα δύο αυτά προβλήματα ταλανίζουν και τις διοικητικές δομές των
πανεπιστημίων επιβάλλοντας την συνδιοίκηση και τις πλαστές δημοκρατικές
διαδικασίες που επιτρέπουν την ατομική ανέλιξη προσώπων και συμφερόντων.
Όπως είναι προφανές δεν είναι δυνατή η ανατροπή αυτών των ιδεοληψιών
μονομερώς στον πανεπιστημιακό χώρο.
Θα πρέπει να διατυπωθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για το σύνολο της
Ελληνικής κοινωνίας και να εφαρμοστεί όχι μόνο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
αλλά στο σύνολο της ελληνικής κοινωνικής δομής.

36

Επειδή όμως είναι δεδομένο ότι η διοικητική, και όχι μόνο, δομή των
πανεπιστημιακών ιδρυμάτων έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο και ότι κάτι
σημαντικό θα πρέπει να αλλάξει στη δομή της, έστω και μεταβατικά πρέπει να
γίνει ένα σύνολο παρεμβάσεων μέσω διαλόγου.
Βασικά θα πρέπει με θάρρος να ξεπεράσουμε σε κάποιο βαθμό τα προηγούμενα
δύο γενικότερα προβλήματα δημιουργώντας μια μεταβατική, έστω,
πανεπιστημιακή δομή, μέσω ενός γόνιμου διαλόγου. Ο διάλογος αυτός δεν
μπορεί να περιορίζεται στον τρόπο εκλογής των πρυτάνεων ή αντιπρυτάνεων ή
γενικότερα των θέσεων οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας, αλλά
σε ολόκληρη την πανεπιστημιακή διοικητική δομή. Κανένας πανεπιστημιακός,
εκπαιδευτικός και ερευνητής, κανένας φοιτητής ή διοικητικός υπάλληλος δεν
ενδιαφέρεται για το όνομα των πρυτανικών αρχών. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει
είναι το αν η συγκεκριμένη πανεπιστημιακή διοίκηση μπορεί να εξυπηρετήσει,
στην καλή περίπτωση, το Πανεπιστήμιο και στην κακή περίπτωση τις
προσωπικές κοινωνικές, οικονομικές και επαγγελματικές σκοπιμότητες.
Μετά όλα τα προηγούμενα, υποβάλλουμε μια αιτιολογημένη πρόταση μιας
γενικότερης διοικητικής συγκρότησης του Πανεπιστημίου.

Πρόταση διοικητικής συγκρότησης του Πανεπιστημίου
Η διοικητική δομή που προτείνεται, από κάτω προς τα επάνω, είναι:
1. Γενική Συνέλευση του Τομέα (εκλογή Διευθυντή Τομέα)
2. Διοικητικό Συμβούλιο Τμήματος (εκλογή Προέδρου Τμήματος)
3. Συνέλευση της Σχολής (εκλογή Κοσμήτορα)
4. Σύγκλητος (εκλογή Πρύτανη και Αντιπρυτάνεων)
5. Εποπτικό Συμβούλιο
Ας δούμε όμως αναλυτικότερα την προτεινόμενη δομή και τις αρμοδιότητες πιο
πάνω διοικητικών μονάδων. Στην ανάλυση δεν περιλαμβάνεται το σύνολο της
τεκμηρίωσής των αντίστοιχων προτάσεων, για λόγους ευνόητους. Στόχος μας
είναι η ενοποίηση των απόψεων και όχι η διαίρεση και η σύγκρουση.
α. Γενική Συνέλευση του Τομέα
Είναι η βασική και θεμελιακή μονάδα διοίκησης. Συμμετέχουν ισότιμα, όλο το
ΔΕΠ και εκπρόσωποι του τεχνικού και διοικητικού προσωπικού, των
προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών.
1. Εκλέγει με καθολική ψηφοφορία τον Διευθυντή του Τομέα.
2. Έχει την ευθύνη κατάρτισης λεπτομερούς 5ετους εκπαιδευτικού και
ερευνητικού σχεδιασμού.
3. Προσφέρει το εκπαιδευτικό έργο που του αναθέτει το Τμήμα στο
πλαίσιο του πρώτου δεύτερου και τρίτου έτους σπουδών (σε περίπτωση
τετραετών σπουδών).
4. Καταρτίζει κατ’ αποκλειστικότητα το αναλυτικό πρόγραμμα (και την
στήριξή του) του τετάρτου έτους σπουδών, του μεταπτυχιακού
προγράμματος σπουδών και του κύκλου PhD, της ερευνητικής
δραστηριότητάς του.
5. Εγκρίνει το εξατομικευμένο πρόγραμμα μαθημάτων που οι τριμελείς
επιτροπές εκπόνησης PhD προτείνουν για κάθε υποψήφιο εξειδικευμένα.
6. Έχει την αρμοδιότητα επίλυσης κάθε προβλήματος του Τομέα στα
πλαίσια της κρατούσης νομοθεσίας.

37

7. Αποφασίζει για την αποδοχή ή όχι των όρων χορηγίας στον Τομέα,
Ερευνητικές ομάδες ή πρόσωπα του Τομέα.
8. Έχει στην ευθύνη του την χρήση και την ασφάλεια των χώρων που του
έχει κατανείμει κατ’ αποκλειστικότητα το Τμήμα
9. Ο Τομέας με επιτροπή την οποία συγκροτεί καταρτίζει τον βαθμό
αξιολόγησης του προσωπικού του, οποιασδήποτε βαθμίδας και τομέα
δραστηριότητας.
10. Ο Τομέας αποτελεί το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο για όλα τα μέλη
του. Κάθε ανώτερη διοικητική μονάδα αποτελεί τόσο αυτόνομο, όσο και
υψηλότερου βαθμού πειθαρχικό όργανο το οποίο εξετάζει σε ανώτερο
βαθμό τις αποφάσεις των κατώτερων οργάνων.
11. Η Γενική Συνέλευση του Τομέα σε ειδικές συνεδριάσεις της μπορεί να
συζητά και να εκδίδει κείμενα θέσεων για ευρύτερα κοινωνικά θέματα.
Για κάθε θέμα για το οποίο υπάρχει αμφιβολία ο Διευθυντής του Τομέα
απευθύνεται, μέσω του Τμήματος, στις αντίστοιχές πανεπιστημιακές διοικητικές
υπηρεσίες (Οικονομικές, Διοικητικές, Νομικές, κλπ). Το Τμήμα απλά
διεκπεραιώνει τα αιτήματα και δεν εκφράζεται επ’ αυτών.
Όπως είναι φανερό η Συνέλευση του Τομέα με βάση την πρότασή μας αποτελεί
ένα πραγματικό κύτταρο δημοκρατίας αλλά και ουσιαστικής προώθησης των
εκπαιδευτικών και επιστημονικών προτεραιοτήτων, χωρίς την δυνατότητα
παρέμβασης άλλων παραγόντων και σκοπιμοτήτων.
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας δομής οι κακιές ή καλές αποφάσεις και δράσεις έχουν
συγκεκριμένη πατρότητα και δεν χάνονται σε δαιδαλώδεις διοικητικές
διαδρομές. Με τον τρόπο αυτό μπορούν εύκολα να διορθώνονται ή να
προσαρμόζονται.
β. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος
Προσπάθεια της προτεινόμενης δομής του Τμήματος είναι η κατάργηση των
κομματικοποιημένων ή προσωποπαγών και εν γένει αντιδεοντολογικών
διαδικασιών εκλογής προέδρου και οργάνων και των όποιων μεθοδεύσεων
λήψης αποφάσεων. Οι δομές αυτές οδηγούν στην άνευ όρων και ορίων
αναζήτηση ψήφων και τον εγκλωβισμό τόσο του προέδρου του Τμήματος όσο
και των σημερινών μελών της γενικής συνέλευσης στα κελεύσματα
ολιγαρχικών και απολυταρχικών δομών. Με τον τρόπο αυτό ο πανεπιστημιακός
δάσκαλος αποκτά ξανά την δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης και δράσης.
Στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος συμμετέχουν:
1. Oι Διευθυντές των Τομέων οι οποίοι εκπροσωπούν και εκφράζουν τόσο
την προσωπική τους άποψη αλλά συγχρόνως μεταφέρουν τις αποφάσεις
των Τομέων τους
2. Περιορισμένος αριθμός εκπροσώπων του ΔΕΠ, οι οποίοι εκλέγονται με
καθολική ψηφοφορία από κοινό ψηφοδέλτιο υποψηφίων όλων των
Τομέων και όχι κατά Τομέα όπως σήμερα. Οι εκπρόσωποι αυτοί ΔΕΝ
πρέπει να εκπροσωπούν τους ιδιαίτερους Τομείς τους αλλά το Τμήμα
συνολικά. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τους βουλευτές. Εκλέγονται ανά
εκλογική περιφέρεια, αλλά εκπροσωπούν το Ελληνικό Έθνος.
3. Εκπρόσωπο του τεχνικού και διοικητικού προσωπικού
4. Εκπρόσωπο των προπτυχιακών φοιτητών.
5. Εκπρόσωπο των μεταπτυχιακών φοιτητών
Σε μια πρώτη συνεδρίαση του Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος εκλέγει
τον Πρόεδρό του ο οποίος, εκτός των άλλων:

38

1. Aποτελεί την προς τα έξω έκφρασή του Διοικητικού Συμβουλίου
2. Προΐσταται των διοικητικών υπηρεσιών του Τμήματος (πχ Γραμματεία)
των υπηρεσιών εκπαίδευσης (πχ Βιβλιοθήκη, Πανεπιστημιακό
Αστεροσκοπείο, διατμηματικές εκπαιδευτικές διαδικασίες κλπ,
εργαστήρια κλπ ) και των μονάδων έρευνας (Ινστιτούτα) ως επιβλέπον.
Τις τελικές αποφάσεις για όλα τα ανωτέρω παίρνει του Διοικητικό
Συμβούλιο του Τμήματος.
3. Συμμετέχει στη Συνέλευση της Σχολής μεταφέροντας και εκφράζοντας
τόσο τις προσωπικές του απόψεις όσο και τις αποφάσεις του Τμήματος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος:
1. Συγκροτεί επιτροπές προκειμένου να εκπονήσει προτάσεις σε όσα
θέματα αποφασίζει ότι βρίσκονται στις προτεραιότητές του
2. Συντάσσει και παρακολουθεί την εξέλιξη των προγραμμάτων σπουδών
του πρώτου, δεύτερου και τρίτου έτους σπουδών (σε περίπτωση 4ετών
πανεπιστημιακών Σπουδών).
3. Επιλαμβάνεται οποιουδήποτε θέματος, στα πλαίσια της κειμένης
νομοθεσίας, που αφορά το Τμήμα, εκτός των θεμάτων που η
αποκλειστική αρμοδιότητα αφορά την Σχολή ή τους Τομείς.
4. Αποτελεί δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο
5. Αποφασίζει για την αποδοχή ή όχι για την αποδοχή ή όχι των όρων
χορηγίας στο Τμήμα. Ομοίως εξετάζει τις αντίστοιχες αποφάσεις των
Τομέων και αν δεν συμφωνεί παραπέμπει το Θέμα στο ανώτερο όργανο
(Συμβούλιο της Σχολής) προκειμένου να αποφανθεί τελεσίδικα
6. Μέσω των 5ετών προγραμμάτων εκπαίδευσης και έρευνας εκπονεί το
5ετές πρόγραμμα του τμήματος.
7. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος σε ειδικές συνεδριάσεις του
μπορεί να συζητά και να εκδίδει κείμενα θέσεων για ευρύτερα
κοινωνικά θέματα.
Όπως είναι προφανές οι πιο πάνω αρμοδιότητες είναι ενδεικτικές. Το σύνολο
των αρμοδιοτήτων είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης, όμως αυτές δεν πρέπει να
καταστρατηγούν τους βασικούς στόχους αυτής της δομής.
γ. Το Συμβούλιο της Σχολής
Η Σχολή θα πρέπει να αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό και μεγάλης κλίμακας του
Πανεπιστημίου. Η δομή της πρέπει να παραπέμπει σε μια μικρογραφία της
δομής ενός Πανεπιστημίου εξειδικευμένης επιστημονικής κατεύθυνσης.
Σε μελλοντικό χρόνο, αν οι συνθήκες (οικονομικοί πόροι, επίπεδο οργάνωσης
και στελέχωσης) και οι ανάγκες το επιβάλουν (πχ αν το Πανεπιστήμιο έχει
μεγεθυνθεί υπέρμετρα με αποτέλεσμα την δυσλειτουργία του σε πολλά επίπεδα)
θα πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόνομη Πανεπιστημιακή μονάδα.
Στο Συμβούλιο της Σχολής συμμετέχουν:
1. Οι πρόεδροι των Τμημάτων οι οποίοι μεταφέρουν εκτός της προσωπικής
τους άποψης τις επικυρωμένες θέσεις των Τμημάτων τους.
2. Περιορισμένος αριθμός εκπροσώπων του ΔΕΠ, οι οποίοι εκλέγονται με
καθολική ψηφοφορία από κοινό ψηφοδέλτιο υποψηφίων όλων των
Τμημάτων και όχι κατά Τμήμα. Οι εκπρόσωποι αυτοί ΔΕΝ πρέπει να
εκπροσωπούν τα Τμήματά τους αλλά το Τμήμα συνολικά. Σαν
παράδειγμα αναφέρουμε τους βουλευτές. Εκλέγονται ανά εκλογική
περιφέρεια, αλλά εκπροσωπούν το Ελληνικό Έθνος.
3. Εκπρόσωπος του τεχνικού και διοικητικού προσωπικού

39

4. Εκπρόσωπος των προπτυχιακών φοιτητών.
5. Εκπρόσωπος των μεταπτυχιακών φοιτητών
6. Περιορισμένο αριθμό μεγάλων ή σημαντικών χορηγών των Τομέων ή
των Τμημάτων ή της Σχολής με δικαίωμα μόνο λόγου.
7. Εκπροσώπους των επιστημονικών Οργανώσεων της περιοχής του
πανεπιστημίου με δικαίωμα μόνο λόγου.
8. Παραγωγικούς φορείς το αντικείμενο των οποίων άπτεται του
αντικειμένου της Σχολής με δικαίωμα μόνο λόγου.
Σε μια πρώτη συνεδρίαση του Συμβούλιο της Σχολής εκλέγει τον Κοσμήτορα ο
οποίος προεδρεύει του Συμβουλίου της Σχολής και την εκπροσωπεί στο
Πρυτανικό Συμβούλιο (βλέπε κατωτέρω)
Το Συμβούλιο της Σχολής έχει τον τελικό λόγο για κάθε θέμα που αφορά τη
Σχολή, τα Τμήματα και τους Τομείς της ευθύνης του. Σε περίπτωση διαφωνιών
παραπέμπει το θέμα σε αρμόδια παράπλευρα πανεπιστημιακά όργανα
(οικονομικές ή νομικές υπηρεσίες κλπ) ή ανώτερες διοικητικές μονάδες.
Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου του Τμήματος είναι:
1. Ο καθορισμός του προγράμματος σπουδών του πρώτου έτους σπουδών
(στην περίπτωση της πρότασης του Υπουργείου Παιδείας).
2. Με βάση τα 5ετή προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης των τμημάτων
η σύνταξη των 5ετών προγραμμάτων του Τμήματος.
3. Εποπτεία όλων των δράσεων των Τμημάτων
4. Η Οικονομική διαχείριση
5. Η εποπτεία και ο συντονισμός όλων των διατμηματικών εκπαιδευτικών
και ερευνητικών δράσεων.
6. Η συγκρότηση τριτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου.
7. Έχει την ευθύνη της λειτουργίας των χώρων και των υπηρεσιών της
ευθύνης του.
8. Το Συμβούλιο της Σχολής σε ειδικές συνεδριάσεις της μπορεί να συζητά
και να εκδίδει κείμενα θέσεων για ευρύτερα κοινωνικά θέματα.
Όπως είναι προφανές οι πιο πάνω αρμοδιότητες είναι ενδεικτικές. Το σύνολο
των αρμοδιοτήτων, λόγω της κρισιμότητας της Πανεπιστημιακής αυτής
μονάδας πρέπει είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης, όμως αυτές δεν πρέπει να
καταστρατηγούν τους βασικούς στόχους αυτής της μονάδας αυτής
δ. Η Σύγκλητος .
Η Σύγκλητος αποτελεί το ανώτατο όργανο διοίκησης του Πανεπιστημίου και σε
αυτήν συμμετέχουν:
1. Ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις,
2. Οι Κοσμήτορες των Σχολών,
3. Εκλεγμένοι εκπρόσωποι του ΔΕΠ
4. Εκλεγμένοι εκπρόσωποι του διοικητικού προσωπικού.
5. Εκπρόσωποι των φοιτητών (και όχι των φοιτητικών παρατάξεων)
6. Εκπρόσωποι των μεγάλων χορηγών του Πανεπιστημίου με δικαίωμα
λόγου.
7. Εκπρόσωποι των Επιστημονικών Ενώσεων της περιοχής δράσης του
Πανεπιστημίου, με δικαίωμα λόγου.
8. Εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων της περιοχής δράσης του
Πανεπιστημίου, με δικαίωμα λόγου.
Η Σύγκλητος διοικεί το Πανεπιστήμιο και έχει την αποκλειστική ευθύνη λήψης
αποφάσεων για τη πάγια και καθημερινή λειτουργία του Πανεπιστημίου στα

40

πλαίσια των κειμένων νόμων και των ευρύτερων Πανεπιστημιακών
κατευθύνσεων που αποφασίστηκαν σε συνεργασία με το Εποπτικό Συμβούλιο.
Βασικό μέλημά βέβαια είναι η συνεργασία με το Εποπτικό Συμβούλιο για την
εκπόνηση και ελέγχου εφαρμογής της ευρύτερης 5ετούς Πανεπιστημιακής
πολιτικής.
Η Σύγκλητος σε κάθε περίπτωση συγκροτεί ομάδες εργασίας προκειμένου να
εκπονεί μελέτες-προτάσεις για οποιοδήποτε θέμα.
Της Συγκλήτου προεδρεύει ο Πρύτανης.
Οι εκλογές Πρύτανη και Αντιπρυτάνεων.
Ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις δεν μπορούν πλέον να είναι απλά οι
«συνδικαλιστικά» εκλεκτοί των Πανεπιστημιακών «συντεχνιών». Θα πρέπει να
περιβάλλονται με ένα ευρύτερο κοινωνικό κύρος στο επίπεδο της Ελληνικής
κοινωνίας και από μια μεγάλη διεθνή αναγνώριση σε επιστημονικό επίπεδο. Για
το λόγο αυτό προτείνουμε:
1. Ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις να εκλέγονται αυτοτελώς και ατομικά και
όχι ως ενιαία ομάδα κοινού ψηφοδελτίου.
2. Οι πρυτάνεις και Αντιπρυτάνεις δεν «εκλέγονται» αλλά «επιλέγονται» με
βάση «συγκεκριμένα κριτήρια», κατά περίπτωση, τα οποία βαθμολογούνται με
άριστα το 5. από την Σύγκλητο σε ειδική πρώτη συνεδρίασή της υπό την
προεδρία του απερχόμενου Πρύτανη
3. Η «επιλογή» Πρύτανη γίνεται από την λίστα των υποψηφίων του
Πανεπιστημιακού Εποπτικού Συμβουλίου. Τα βασικά σημεία αξιολόγησης
πρέπει να είναι:
α H ευρύτητα της αποδοχής της Ελληνικής Κοινωνίας (Κοινωνική Δράση),
β. Η προς τα έξω διεθνής επιστημονική αναγνώριση,
γ. Η Διοικητική Ικανότητα.
Ο πρύτανης έχει στην δικαιοδοσία του την εποπτεία των διοικητικών υπηρεσιών
του Πανεπιστημίου
Προβλέπονται 3 αντιπρυτάνεις ανεξαρτήτως καθηγητικής βαθμίδας υπό την
προϋπόθεση όμως να έχει συμπληρώσει 20ετή θητεία σε Πανεπιστημιακά
Ιδρύματα.
Αντιπρύτανης Οικονομικού ο οποίος επιβλέπει την ορθή λειτουργία της
οικονομικής διαχείρισης της αυτόνομης Οικονομικής υπηρεσίας της οποίας
προΐσταται Οικονομικός διευθυντής 5ετους θητείας επιλεγμένος με βάση
ειδικότερα προσόντα από το Εποπτικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου (βλέπε
επόμενα). Ο Αντιπρύτανης Οικονομικού πρέπει να έχει άρτιες γνώσεις στην
οικονομική επιστήμη και ίσως πρέπει να προέρχεται από Οικονομικές σχολές
του Πανεπιστημίου. Αυτονόητο είναι ότι μεταξύ των βαθμολογούμενων
κριτηρίων των υποψηφίων πρέπει να είναι οι Οικονομικές ικανότητές του και η
ικανότητα του στο management.
Αντιπρύτανης Εκπαιδευτικών υποθέσεων ο οποίος επιβλέπει την εφαρμογή
του 5ετούς εκπαιδευτικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου. Για το σκοπό αυτό
συνεργάζεται με την Σύγκλητο και το Εποπτικό Συμβούλιο σε θέματα της
αρμοδιότητάς του. Ένα από τα βασικά του καθήκοντα είναι η εξεύρεση
προγραμμάτων και χορηγών εκπαίδευσης.

41

Βασικά πεδία αξιολόγησής του πρέπει να είναι το γενικότερο εκπαιδευτικό
παρελθόν του, η ακαδημαϊκή συμπεριφορά του απέναντι στους φοιτητές, η
συνεισφορά του στην παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, οι παιδαγωγικές και
διοικητικές του ικανότητες, η ικανότητά του στην εξεύρεση και διαχείριση
διεθνών προγραμμάτων κλπ
Αντιπρύτανης Έρευνας, ο οποίος επιβλέπει την εφαρμογή του 5ετούς
Ερευνητικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου. Για το σκοπό αυτό συνεργάζεται
με την Σύγκλητο και το Εποπτικό Συμβούλιο σε θέματα της αρμοδιότητάς του.
Ένα από τα βασικά του καθήκοντα είναι η εξεύρεση προγραμμάτων και
χορηγών έρευνας.
Βασικά πεδία αξιολόγησής του πρέπει να είναι η διεθνής επιστημονική του
αναγνώριση, οι διοικητικές του ικανότητες και η ικανότητά του στην εξεύρεση
και διαχείριση διεθνών προγραμμάτων έρευνας.
ε. Το Εποπτικό Συμβούλιο Του Πανεπιστημίου
Στο συμβούλιο αυτό θα συμμετέχουν π.χ. καταξιωμένοι διεθνώς
πανεπιστημιακοί, διαπρεπείς διανοούμενοι, ο πρύτανης και οι αντιπρυτάνεις, οι
μεγάλοι χορηγοί, εκπρόσωποι επιστημονικών ενώσεων κλπ. Η θητεία του
Συμβουλίου είναι 5ετής
Τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου εκλέγονται από τη Σύγκλητο (βλέπε
ανωτέρω) από λίστα συγκεκριμένου αριθμού υποψηφίων που προτείνουν
αιτιολογημένα, η Πανεπιστημιακή Κοινότητα με γενικές εκλογές, οι
Επιστημονικές Ενώσεις, Το Υπουργείο Παιδείας, τα Κόμματα που
εκπροσωπούνται στη Βουλή, οι παραγωγικές τάξεις της περιοχής του
Πανεπιστημίου, οι μεγάλοι χορηγοί κλπ. Στο Συμβούλιο αυτό συμμετέχουν
αυτοδικαίως ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις. Αυτονόητη είναι η ανακήρυξη
και αναπληρωματικών μελών.
Του Εποπτικού Συμβουλίου προεδρεύει ο Πρύτανης.
Το Εποπτικό Συμβούλιο, παίζει τον ρόλο του θεματοφύλακα της ορθής
λειτουργίας του Πανεπιστημίου και έχει ως αποστολή την εκπόνηση, σε
συνεργασία με το Πρυτανικό Συμβούλιο, της ευρύτερης Πανεπιστημιακής
πολιτικής, σε θέματα επιστημονικών και εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων,
εξεύρεση
πηγών
γενικότερης
χρηματοδότησης,
κατανομής
των
Πανεπιστημιακών εσόδων (βλέπε Πανεπιστημιακή περιουσία) ενώ επιβλέπει
μαζί με το Πρυτανικό Συμβούλιο την αξιοποίηση και εκμετάλλευση της
Πανεπιστημιακής περιουσίας.
Το Εποπτικό Συμβούλιο σε ειδική και κοινή συνεδρίασή του με την Σύγκλητο
επιλέγουν τον Οικονομικό Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών του
Πανεπιστημίου από λίστα υποψηφίων ειδικών προσόντων. Ο Οικονομικός
Διευθυντής μπορεί και να μην προέρχεται από τις διοικητικές δομές του
Πανεπιστημίου.
Ο οικονομικός Διευθυντής προΐσταται των οικονομικών υπηρεσιών και είναι ο
αποκλειστικός υπόλογος απέναντι στο σώμα που τον εξέλεξε. Εποπτεία του
τομέα του ασκεί ο αντίστοιχος αντιπρύτανης ο οποίος είναι συνυπεύθυνος των
όποιων δράσεων έχει εγκρίνει. Μέσα στις βασικές αρμοδιότητες του
Οικονομικού Διευθυντή είναι η εξεύρεση πόρων σε συνεργασία με το Εποπτικό
Συμβούλιο τον Πρύτανη και τους Αντιπρυτάνεις. Εισηγείται πρόγραμμα
αξιοποίησης και διαχείρισης της Πανεπιστημιακής περιουσίας το οποίο εγκρίνει
το Εποπτικό Συμβούλιο και την Σύγκλητο.

42

Ομοίως το Εποπτικό Συμβούλιο σε ειδική και κοινή συνεδρίασή του με την
Σύγκλητο επιλέγουν τον Διοικητικό Διευθυντή από λίστα υποψηφίων ειδικών
προσόντων. Ο Διοικητικός Διευθυντής μπορεί και να μην προέρχεται από τις
διοικητικές δομές του Πανεπιστημίου και βρίσκεται υπό την εποπτεία του
Πρύτανη.

Κάποιες τελικές σκέψεις
Όπως θα έγινε φανερό, το πρόβλημα της συγκρότησης μιας νέας
πανεπιστημιακής ιδεολογικής και οργανωτικής δομής την περίοδο που
διανύουμε είναι ένα πολύπλοκο πρόβλημα, εφόσον δεν υπάρχει ένα νέο
παγιωμένο και ευρύτερο κοινωνικό μοντέλο, που θα το εντάξει στη δομή του.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το οποιοδήποτε
οργανωτικό ή ιδεολογικό σχήμα και αν προταθεί για τα Πανεπιστήμια, δεν
μπορεί να αποτελεί παρά το πρόπλασμα μιας «κοινωνίας στα σκαριά», που δεν
θα πρέπει να μπερδεύει τη στρατηγική του κοινωνικού και πολιτικού
πειραματισμού, που θα πρέπει να τολμήσει, με τον τελικό στόχο που είναι το
ιδανικό Πανεπιστήμιο.
Η Πανεπιστημιακή Κοινότητα θα πρέπει πλέον να συνειδητοποιήσει, ότι, σαν
στοιχείο της κοινωνίας, αποτελεί μέρος μιας ζωντανής και συνεχούς
διαδικασίας μετασχηματισμού «Εδώ και Τώρα», που δεν θα πρέπει να φθείρεται
μέσα στην αναμονή ενός ανεκπλήρωτου απελευθερωτικού μύθου.
Η προσπάθεια της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, να δημιουργήσει, μέσω της
οργανωτικής της ανασυγκρότησης, «ένα πρόπλασμα» της κοινωνίας που
έρχεται, πρέπει να αρχίσει άμεσα, άσχετα αν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι
οι προϋποθέσεις και η ευρύτητα του προπλάσματος, θα έχει έναν διαφορετικό
χαρακτήρα και νόημα από εκείνο της νέας κοινωνίας που έρχεται.

43