διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 19ο - Ἰανουάριος 2016
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Ἡ Τριαδικὴ Ἀγάπη

Σ

κοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ Ἀνθρώπου, κατὰ τὴν Θεολογία τῶν Πατέρων καὶ τὴν ἑρμηνεία τῶν Βιβλικῶν
διηγήσεων, εἶναι ἡ εἴσοδός του στὴν
αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἔνταξή του στὴν τελειότητα καὶ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ
ὡς Κοινωνία Ἀγάπης. Ὁ Μητροπολίτης Κάλλιστος Ware
ἀναφερόμενος στὴν συνάφεια ἀνθρωπίνου προσώπου
καὶ Τριαδικοῦ δόγματος διατυπώνει, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα,
καὶ μίαν ἐνδιαφέρουσα ἑρμηνεία τῆς «Φιλοξενίας τοῦ
Ἀβραάμ», τῆς Ὀρθόδοξης εἰκονογραφικῆς ἀποτύπωσης
τῆς Ἁγίας Τριάδος, διὰ χειρὸς Andrei Rubliev.
Πέραν τῆς ἐξήγησης τῶν σχημάτων καὶ τῶν θέσεων τῶν
σωμάτων τῶν Τριῶν Ἁγίων Προσώπων
στὴν εἰκόνα ποὺ μποροῦμε νὰ δοῦμε
καὶ στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ μας, ὁ Μητροπολίτης Κάλλιστος «ἀποκαλύπτει»1
καὶ τὴν προαιώνια «συζήτησή» Τους.
Γιὰ ποιὸ θέμα μιλοῦν ἄραγε καθισμένοι οἱ Τρεῖς γύρω ἀπὸ τὸ Τραπέζι τῆς
Αὐτοθυσίας; «Συζητοῦν» μόνο γιὰ τὴν
δημιουργία τοῦ Κόσμου, ὅπως ἀναφέρει
ἡ Γένεσις μέ τό: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον
κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ' ὁμοίωσιν»2, μήπως μιλοῦν καὶ γιὰ τὴν Πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν Σωτηρία, γι'
αὐτὴν πού εἶναι ἡ «προαιώνιος βουλὴ»
τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, δηλαδὴ γιὰ τὸ Σχέδιο τῆς Σωτηρίας;
Ἡ Τριαδικὴ σχέση καλεῖ τὸν ἄνθρωπο, διὰ τοῦ Χριστοῦ, νὰ γνωρίσει τὸ

κεφάλαιο τῆς Ἀγάπης, Αὐτῆς ποὺ εἶναι Ἀγάπη προσωπικὴ καὶ ὄχι ἐγωιστική, ποὺ δὲν αὐτοερωτεύεται ἀλλὰ θυσιάζεται, ποὺ δὲν Ἀγαπᾶ ἁπλῶς ἀλλὰ εἶναι Ἀγάπη μὲ τὸν
ἀπερινόητο τρόπο ὕπαρξής Της. Εἶναι τὸ κεφαλαιῶδες
δόγμα τῆς διὰ τοῦ Σταυροῦ Σωτηρίας στὸ ὁποῖο μετέχουν καὶ τὰ Τρία Πρόσωπα τῆς Θεότητος, θέτοντας τὸν
Κόσμο, τὴν Κτίση ὁλόκληρη, σὲ ἀπόλυτη ἀλληλεγγύη μὲ
τὸν Θεὸ ὁ ὁποῖος «ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλες τὶς
συνέπειες τῆς πράξης τῆς δημιουργίας»3. Διότι τόσο πολὺ
ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν Κόσμο, ὥστε θυσίασε τὸν μοναχογιό
Του γιὰ νὰ μὴν χαθεῖ στὸν ἀπόλυτο θάνατο κάθε ἕνας ποὺ
θὰ πιστέψει, ἀλλὰ νὰ ἔχει τὴν αἰώνια ζωή4. Μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει ἡ Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὴν ὁποία ὁ
Ἴδιος ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ μετέχουν ὅλοι κατὰ Χάριν
στὴν υἱότητα καὶ στὴν ἑνότητα τῶν Δύο5. Σὲ αὐτὴ τὴν
ἑνότητα τῆς Ἀγάπης Του μᾶς καλεῖ6 ἐλευθέρως νὰ εἰσέλθουμε διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ νὰ μετέχουμε στὸν Χριστό, διὰ τῆς Χάριτος
τῆς χορηγουμένης ἐκ τοῦ Πνεύματος
ἐν τοῖς Μυστηρίοις. Εἶναι ἡ Κοινωνία
Ἀγάπης, Ἁγιότητος καὶ Θεώσεως στὴν
ὁποία ὁδηγεῖται ὁ κάθε ἕνας Ἄνθρωπος
προσωπικὰ ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ στὸ
Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι
ἡ ὑποκειμενικὴ Σωτηρία τοῦ καθενὸς
ποὺ ἀπαντᾶ καταφατικὰ στὸ κάλεσμα
τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Ἀλήθειας7.
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

Παραπομπές:
1. Κ. Ware, Τὸ ἀνθρώπινο Πρόσωπο
ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδας, μετ. Π.
Τσαλίκη - Κιοσόγλου, Ἐκδ. Παρρησία, Ἀθήνα 2013, σ. 86.
2. Γέν. 1:26.
3. Κ. Ware, ὅ.π., σ. 89.

4. Ἰωάν. 3:16.
5. Ἰωάν. 17:21-23.
6. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν»,
Μάρκ. 8:34.
7. Ἰωάν. 3:21.

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα

Ἡ σημασία
τῆς βαπτίσεως
τοῦ Ἰησοῦ
τοῦ Ἰωάννη Καραβιδόπουλου,
Ὁμότ. Καθηγητῆ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

«Τ

ότε ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Γαλιλαία στὸν Ἰορδάνη, πρὸς τὸν Ἰωάννη γιὰ νὰ βαφτιστεῖ ἀπ' αὐτόν.
Ὁ Ἰωάννης ὅμως τὸν ἐμπόδιζε λέγοντάς του: «Ἐγὼ
ἔχω ἀνάγκη νὰ βαφτιστῶ ἀπὸ σένα κι ἔρχεσαι ἐσὺ σ' ἐμένα;» Ο
Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἃς τ' ἀφήσουμε τώρα αὐτά, γιατί
πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε κι οἱ δυό μας ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο
τοῦ Θεοῦ». Τότε ὁ Ἰωάννης τὸν ἄφησε νὰ βαφτιστεῖ. Βαφτίστηκε, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς κι ἀμέσως βγῆκε ἀπὸ τὸ νερό. Κι ἀμέσως
ἄνοιξαν γι' αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὰν
περιστέρι νὰ κατεβαίνει καὶ νὰ ἔρχεται πάνω του. Ἀκούστηκε
τότε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια ποὺ ἔλεγε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκλεκτός μου» (Ματθ. 3,13-17).
Τρία εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ θέλουμε νὰ σχολιάσουμε στὴ σύντομη καὶ λιτὴ διήγηση τῆς βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ: α) ἡ διάνοιξη
τῶν οὐρανῶν, β) ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ
περιστερᾶς καὶ γ) ἡ ἐξ οὐρανῶν φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα, μὲ
τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ Ἐπιφάνεια ἡ Θεοφάνεια. Ἡ Ἁγία
Τριάδα μετέχει στὸ γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχίζει ἡ ἐπὶ γῆς δραστηριότητα τοῦ Μασσία. Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ
καθορίσει ὡς ἱστορικός το χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο ἔλαβε χώρα

Οἱ καμπάνες πού ἐνοχλοῦν
Γεωργίου Μπάρλα

Π

ρόσφατα ἔγινε γνωστὸ ὅτι κάποιοι ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὸν
«θόρυβο» ποῦ προκαλοῦν στὴν πρωτεύουσα οἱ καμπάνες
τῶν ἐκκλησιῶν καὶ γι’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ κατέφυγαν στοὺς ἁρμοδίους, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς δικαίωσαν, χωρὶς ὅμως τὸ ὅλο θέμα
νὰ προχωρήσει παραπέρα.
Ἀναμενόταν μάλιστα ἀπόφαση ἡ ὁποία θὰ ὅριζε ποιὰ θὰ εἶναι
ἡ ἔνταση μὲ τὴν ὁποία θὰ κτυποῦν οἱ καμπάνες...
Ἂν καὶ τὸ ζήτημα πρὸς τὸ παρὸν θὰ πάψει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ,
ἔχει ὅμως σημασία νὰ δοῦμε πῶς σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι σὲ
σχέση μὲ αὐτὸ ποῦ θεωροῦν ὡς « Ἐκκλησία» στὴ χώρα μας.
Ἡ Ἀθήνα καταρχᾶς, ὅπως σὲ ὅλα τα θέματα τὰ σχετικὰ μὲ τὸ
περιβάλλον, εἶναι ἡ πρώτη πόλη στὴν Εὐρώπη σὲ ἠχορρύπανση
καὶ στὴν ὁποία ὁ καθένας πραγματικὰ μπορεῖ νὰ ἐνοχλεῖ τοὺς
ἄλλους μὲ ὅποιον τρόπο θέλει.
Μουσική, γλέντια μέχρι πρωίας, μηχανάκια μὲ κομμένη τὴν
ἐξάτμιση, αὐτοκίνητα-ντισκοτὲκ μὲ μουσικὴ στὴ διαπασὼν
καὶ ὅ,τι ἄλλο μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ, κάνουν τὴ ζωὴ τῶν
πολλῶν ἀφόρητη. Μέσα σὲ ὅλα τοῦτα κάποιοι σκέπτονται ὅτι
πρέπει νὰ σιγήσουν οἱ καμπάνες γιὰ νὰ γίνει ἡ ζωὴ μᾶς πιὸ
ὑποφερτή.
2

τὸ γεγονὸς τῆς βαπτίσεως (ἀντίθετα βλ. Λοὺκ 3, 1-2), ἀλλὰ
κυρίως ἐνδιαφέρεται ὡς θεολόγος νὰ ἐξάρει τὴ σημασία τοῦ
γεγονότος ποὺ βρίσκεται στὰ τρία σημεῖα ποὺ θὰ σχολιάσουμε:
α) Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, γνωστὸ θέμα τῆς ἀποκαλυπτικῆς
φιλολογίας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, δηλώνει μὲ παραστατικὸ τρόπο τὴν
ἐπικοινωνία ἐπίγειου καὶ οὐράνιου κόσμου, κατὰ τὴν ὁποία «τὰ
ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ»
(Ἀπὸ τὸ ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, ποὺ
ἀναγινωσκεται στὸν Μ. 'Ἁγιασμὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων). Δεδομὲνοῦ ὅτι οἱ οὐρανοὶ παραμένουν κλειστοὶ καὶ μόνο
σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἀνοίγουν, ἡ διάνοιξή τους στὴν
παροῦσα περίσταση ἐκφράζει, μὲ τὶς παραστάσεις βέβαιά του
κοσμοειδώλου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν πραγματικὴ σχέση Θεοῦ
καὶ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ
Θεὸς βρίσκεται κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κάποιο
ἐμπόδιο ἀνάμεσά τους. Τὸ ἴδιο νόημα ἔχει καὶ τὸ σχίσιμο τοῦ
καταπετάσματος τοῦ Ναοῦ ποὺ χώριζε τὰ «Ἅγια των Ἁγίων» ἀπὸ
τὰ « Ἅγια» τὴν ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ
πρὸς τὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. 27,51 κ.πάρ.) .
β) Ἡ ὁρατὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία κατέρχεται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα
ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δηλώνεται μὲ τὸ «ὡσεὶ περιστερά». Ἡ περιστερὰ
εἶναι τὸ μόνο ἀπὸ τὰ πτηνὰ ποὺ μπορεῖ νὰ προσφερθεῖ ὡς θυσία στὸ Ναὸ (Λευιτ 1, 14) καὶ ἀποτελεϊ σύμβολο ἀκεραιότητας
(Μὰτθ 10, 16). Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος «ὡσεὶ περιστερὰ» ἔχει
κατὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα βαθύτατο συμβολισμό,
στηριγμένο σὲ ἀντίστοιχο παράλληλό της Π.Δ.: Ὅπως στὴν
περίπτωση τοῦ Νῶε ἡ περιστερὰ ποὺ ἔφερε κλαδὶ ἐλιᾶς ὑπῆρξε
ἄγγελος καλῆς εἴδησης, γιατί δήλωσε τὸ τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ (Γὲν 8, 8-12), ἔτσι καὶ τώρα ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος μὲ
τὴ μορφὴ περιστερᾶς δηλώνει τὸ τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς
ἁμαρτίας καὶ τὴν ἔναρξη νέας ἐποχῆς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα,
τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία. Τότε μέν, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος, «ἀπὸ κιβωτοῦ ἄνθρωπον ἐξάγει ἕναν», ἐνῶ

Τὸ θέμα αὐτὸ δίνει πάντως τὴν εὐκαιρία νὰ θυμηθοῦμε ὅτι
στὶς τελευταῖες δεκαετίες οἱ Ἕλληνες ἀποφάσισαν πάση θυσία
νὰ ἐκμοντερνιστοῦν καὶ ἔτσι ὅ,τι μπορεῖ νὰ τοὺς θυμίζει τὴν
παράδοσή τους καὶ τὸν Θεὸ θέλουν νὰ τὸ βάλουν στὴν ἄκρη.
Αὐτὸ ἦρθε ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς γενικότερης νοοτροπίας ποῦ
συνοδεύει τὸν μοντέρνο πολιτισμό, ἀλλὰ ὑποβοηθήθηκε καὶ
ἀπὸ ἐπιμέρους συγκεκριμένες ἐνέργειες.
Τὸ κακὸ μὲ ὅλες τὶς προσπάθειες τῶν Νεοελλήνων εἶναι
ὅτι ὄντως ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ ζωὴ τοὺς πολλὰ στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς τους παράδοσης, ἡ ὁποία σὲ σχέση μὲ τὸν δυτικὸ
ὀρθολογισμὸ τοὺς φαντάζει ὀπισθοδρομική, χωρὶς κὰν νὰ τὰ
ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐξέλιξη, τὴν ὀργάνωση
καὶ τὴν πειθαρχία ποῦ χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ στὴ Δύση. Ἂν
καὶ τὸ θέμα εἶναι μεγάλο, καμιὰ φορᾶ μοιάζει νὰ σκέφτεται
ὁ Ἕλληνας τὸ ἑξῆς ἁπλουστευτικό• οἱ Εὐρωπαῖοι δὲν ἔχουν
ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴ θρησκεία. Ἄρα ἂν κι ἐγὼ κάνω τὸ ἴδιο,
ἀμέσως γίνομαι Εὐρωπαῖος. Ἂν πρέπει νὰ κάνουμε κι ἄλλες
ἀλλαγές, τὸ σκεφτόμαστε ἀργότερα.
Ἐπείγει ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὴ θρησκεία. Δὲν εἶναι τυχαῖο
λ.χ. ὅτι τὰ κυριότερα προβλήματα τῆς ἐκπαίδευσης στὴ χώρα
μᾶς θεωροῦνται ἡ ἐξομολόγηση τῶν μαθητῶν στὰ σχολεῖα καὶ
τὰ χριστιανικὰ σύμβολα στὶς αἴθουσες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅμως
ὅτι Εὐρωπαῖος δὲν ἔγινε, ὅπως τουλάχιστον φανταζόταν ὅτι θὰ
γίνει. Ὅταν ἀποφάσισε ὁ ἄνθρωπος στὴ Δύση νὰ μὴν ἀσχολεῖται

3

3

τώρα «τὴν οἰκουμένην ἅπασαν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάγει φανεῖσα,
καὶ ἀντὶ κλάδου ἐλαίας τὴν υἱοθεσίαν τῷ κοινῶ τῆς οἰκουμένης
κομίζει γένει»• «καὶ γὰρ τότε τῶν πραγμάτων ἀπογνωσθέντων.
γέγονε λύσις τὶς καὶ διόρθωσις, ἀλλὰ τότε διὰ τιμωρίας, νῦν
δὲ διὰ χάριτος καὶ δωρεᾶς ἀφάτου» (PG57,205. Ὁ ἴδιος παραλληλισμὸς καὶ στοὺς Κύριλλο Ἱεροσολύμων, Θεοφύλακτο,.
Ζιγαβηνό). Ἐκφράζεται συνεπῶς μὲ τὴν περιστερὰ ἕνα μήνυμα
ἐλπίδας γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, τὸ μήνυμα ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα
τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὴ δουλεία στὶς δυνάμεις τῆς φθορᾶς
καὶ τῆς καταστροφῆς.
γ) Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος βρίσκονται ἐπὶ σκηνῆς:
Ὁ Πατέρας ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Υἱόν, ὁ ὁποῖος βαπτίζεται
ἀρχίζοντας ἔτσι τὸ μεσσιανικὸ ἔργο του, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ
κατέρχεται ἐπάνω του. Ἡ διήγηση ἀποκορυφώνεται στὴ φωνὴ
ἐξ οὐρανοῦ τοῦ στίχου 17: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἷός μου ὁ ἀγαπητός,
ἐν ὢ εὐδόκησα». Ἡ ἐπιγραμματικὴ αὐτὴ προσφώνηση τοῦ Θεοῦ
Πατέρα πρὸς τὸν Ἴησοϋ μᾶς φέρει στὸ νοῦ δύο κυρίως χωρία
τῆς Π.Δ., τὸ Ψάλμ.2, 7 («Υἱός μου εἰ σύ…») καὶ τὸ Ἢσ 42,1
(«Ἰσραὴλ ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή μου• ἔδωκα
τὸ πνεῦμά μου ἐπ’ αὐτόν...».). Γιὰ τὴ μεσσιανικὴ ἑρμηνεία τοῦ
Ψαλμοῦ 2 στὴν Κ.Δ. βλ. τὰ χωρία Πρὰξ 4,25. 13,33, Ἔβρ 1,5. 5,5
κ.α. Τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς πατρικῆς προσφώνησης μᾶς θυμίζει
τὰ ἄσματα τοῦ Πάσχοντος Δούλου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ
προφήτη Ἠσαΐα. Μὲ τὴ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια σημειώνεται μιὰ
σημαντικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰησοῦ καὶ στὴν ἀποκάλυψη
τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀποστολῆς του στὸν κόσμο: Ἀναγνωρίζεται δημόσια ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δεδομένου ὅτι στὸν
ἰουδαϊσμὸ δὲν μαρτυρεῖται ὁ τίτλος Υἱὸς Θεοῦ γιὰ τὸν Μεσσία,
μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι πρόκειται γιὰ χριστιανικὴ θεώρηση τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοϋ, ἡ ὁποία ἀπορρέει ὄχι μόνο ἀπὸ
τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτὸν ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴ συνείδηση ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὸν ἑαυτό του, συνείδηση ποὺ
ἐκφράζεται σαφῶς στὶς προσφωνήσεις τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα καὶ
στὸν αὐτοχαρακτηρισμό του ὡς Υἱοῦ. Ὅπως ὁ βασιλιὰς μὲ τὰ
λόγια τοῦ Ψαλμοῦ 2 ἐνθρονίζεται καὶ ἀρχίζει τὸ ἔργο του, ἔτσι

καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀρχίζει τὴ δημόσια δράση του μὲ τὴν ἀναγνώρισή
του ὡς Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, δηλ. μὲ τὴν ἐπίσημη διακήρυξη τῆς μεσσιανικῆς του ἰδιότητας, γιατί τελικά το «Σὺ εἰ ὁ υἱός
μου» ἰσοδυναμεῖ μέ το: Σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας. Ὅτι ὅμως δὲν εἶναι
ὁ πολιτικὸς ἐπίγειος Μεσσίας τῶν Ἰουδαϊκῶν προσδοκιῶν τῆς
ἐποχῆς διαφαίνεται στὸ δεύτερο μέρος τῆς πατρικῆς φωνῆς: Ὁ
Μεσσίας ἀναλαμβάνει τὸ δύσκολο ἔργο τοῦ πάσχοντος δούλου
τοῦ Θεοϋ (Ἢσ 42,1.52,13-53,12) γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπανειλημμένως
γίνεται λόγος στὴν Κ.Δ. καὶ τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ πάθος, Ὁ θρόνος ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ καθήσει ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς θὰ
εἶναι ὁ σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο προετοιμάζεται ὁ ἀναγνώστης
ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα κεφάλαια τῶν εὐαγγελίων. Υἱὸς Θεοῦ καὶ
Πάσχαν Δοῦλος εἶναι δύο μεσσιανικοὶ τίτλοι ποὺ θὰ συνοδεύσουν
τὸν Ἰησοῦ σὲ ὅλο το ἐπίγειο ἔργο του.
Στὴ διήγηση αὐτὴ φαίνεται σαφῶς ἡ ἔναρξη τῆς μεσσιανικῆς
ἐποχῆς, ἐφόσον ἡ παλαιοδιαθηκικὴ προσδοκία τοϋ Πνεύματος
γίνεται πραγματικότητα μὲ τὴν κάθοδο τουὺ Πνεύματος κατὰ τὴ
βάπτιση. Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, ποὺ στὸ Ἢσ 64, 1 ἀποτελεῖ
ἔκφραση ἐπιθυμίας τοϋ λαοῦ γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐσχάτων, στὴ
διήγησή μας δηλώνει τὴν ἔναρξη τῆς νέας ἔποχης κατὰ τὴν
ὁποία οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώνονται στὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἴησου. Τὸ βασικὸ
χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς νέας ἐποχῆς ποὺ ἀρχίζει εἶναι
τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ποὺ «ὅλον συγκροτεῖ» τὸν θεσμὸν τῆς
ἐκκλησίας». Τὸ Πνεΰμα, ἐνῶ κατέρχεται στὸν Ἰησοῦ καὶ δρᾶ
ἤδη μέσα στὸν κόσμο, συνάμα ἀναγγέλλεται ἀπὸ τὸν Ἴησου
ὡς ὁ Παράκλητος ποὺ θὰ ἔλθει μετὰ τὴ δική του ἐπάνοδο στὸν
Θεὸ Πατέρα γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν ἐκκλησία «εἰς τὴν ἀλήθειαν
πάσαν» (Ἰω 16, 13). Ἡ περικοπὴ αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σαφῆ
μεσσιανικό της χαρακτήρα ἔχει καὶ ἐκκλησιολογικὸ προσανατολισμό. Ἡ βάπτιση τοῦ Υἱοῦ, ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα καὶ ἡ
παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοΰν τὴ τριαδολογικὴ
βάση καὶ πίστη τῆς ἐκκλησίας. Ἤδη ἐδῶ ἔχουμε τὶς ἀπαρχὲς τῆς
ἐκκλησιολογίας, ποὺ θὰ ἀναπτυχτεῖ ἀργότερα στὴ θεολογικὴ
σκέψη τῆς Ἐκκλησίας.

πλέον μὲ τὴ θρησκεία, εἶχε συγκεκριμένους λόγους γιὰ νὰ τὸ
κάνει αὐτὸ καὶ δὲν μιμήθηκε ἁπλὰ κάποιους ἄλλους, ὅπως συνήθως κάνουμε ἐμεῖς. Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶναι τοῦτο• φτιάξαμε
τὶς πόλεις μᾶς κακέκτυπά των εὐρωπαϊκῶν, δὲν φτάσαμε οὔτε
κατὰ φαντασίαν στὸ ἐπίπεδο ποιότητας ζωῆς τῶν Εὐρωπαίων,
οἱ ὁποῖοι μὴ ἀσχολούμενοι τόσο μὲ τὸν Θεό, φρόντισαν τουλάχιστον νὰ ἀσχοληθοῦν σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα μὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή.
Ἐμεῖς καὶ τὸν Θεὸ ἐγκαταλείψαμε καὶ τούτη τὴ ζωὴ χαλάσαμε.
Ἀσχήμια, χαοτικὲς καταστάσεις, ἔλλειψη αἰσιοδοξίας καὶ ἐλπίδας γιὰ τὸ μέλλον, διαφθορὰ καὶ ξιπασμὸς καὶ πάει λέγοντας...
Οἱ καμπάνες, ἀπὸ τὴν ἄλλη, καλοῦν ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς
νὰ πᾶμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν κοινὴ λατρεία. Τὸ ρολόι ποῦ
ὑπάρχει συνήθως πάνω στὰ καμπαναριὰ δὲν ἦταν παλιότερα
ἄσχετο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ λατρεία, πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι ἐνημέρωνε τοὺς ἀνθρώπους, ποῦ δὲν εἶχαν ρολόι, γιὰ τὴν ὥρα. Τὸ
«ρολόι, λέει ἕνας κοινωνιολόγος, ἐξελίχθηκε στὸν εὐρωπαϊκὸ
Μεσαίωνα, πιθανότατα γιὰ νὰ συγχρονίζει τὶς ὧρες προσευχῆς
στὰ μοναστήρια». Προφανῶς σήμερα τὸ τελευταῖο ποῦ ρυθμίζουν τὰ ρολόγια, ἀλλὰ καὶ οἱ καμπάνες, εἶναι ἡ προσευχή. ΄Ἂν
καὶ εἴμαστε διαρκῶς καὶ ἐφ’ ὄρου ζωῆς δεσμευμένοι νὰ τηροῦμε
συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, μέσα σ’ αὐτὰ σπάνια δεσμευόμαστε νὰ θυμόμαστε τὸν Θεό.
Ἃς σκεφτοῦμε ὅμως πόσο ἐπηρεάζουν τοὺς πολλοὺς χριστιανοὺς οἱ καμπάνες στὴν πνευματική τους ζωή. Ἀλλιῶς•

πόσο συχνὰ πηγαίνουμε στὸν ὄρθρο ἢ στὸν ἑσπερινό, γιατί
οἱ καμπάνες χτυποῦν καὶ καθημερινά, ὄχι μόνο Κυριακὴ καὶ
μεγάλες γιορτές...
Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ περισσότεροι ἀκούγοντας τὴν καμπάνα
τὶς καθημερινὲς κάνουμε ἐνδεχομένως τὸν σταυρό μας κι ὄχι
μόνο δὲν πᾶμε ἀλλὰ οὔτε περνάει ἀπὸ τὸ μυαλό μας νὰ πᾶμε
στὴν Ἐκκλησία.
Ἃς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ καμπάνες πλέον
δὲν ἠχοῦν καὶ τόσο παραδοσιακά, ἀφοῦ μὲ τὴν προσθήκη ἠλεκτρονικῶν μέσων προσαρμόστηκαν στὴ μοντέρνα νοοτροπία...
Σήμερα μάλιστα ἂν κάποιοι τοπικοὶ δωρητὲς ἀποφασίσουν νὰ
ἀσχοληθοῦν μὲ τὰ καμπαναριὰ (δὲν ὑπάρχει πιὰ κι αὐτὸ τὸ
μεράκι) συνεισφέρουν γιὰ τὴν ἠλεκτρονικὴ αὐτοματοποίηση
τοῦ κτυπήματος, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο συνήθως ὑπερηφανεύεται
ὁλόκληρη ἡ ἐνορία ἢ τὸ χωριό.
Οἱ καμπάνες, ἑπομένως, δὲν εἶναι κυρίως μνημειακὸ στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ μᾶς -γιατί ἂν εἶναι τέτοιο μόνο, κάποτε
θὰ σιγήσουν καὶ μάλιστα χωρὶς ἰδιαίτερες παρεμβάσεις τῶν
ἁρμοδίων- ἀλλὰ ζωντανὸ στοιχεῖο τῆς παράδοσής μας, τὴ δὲ
ζωντάνια τοῦ τὴν καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὸ πόσο ἐπηρεάζει τὴ
ζωὴ μᾶς καθημερινά.
Ἂν οἱ καμπάνες πιὰ δὲν μᾶς καλοῦν γιὰ τὸ αὐτονόητο -τὴν
προσέλευσή μας στὸν Ναὸ- ἴσως θὰ ’πρεπε τὸ ἄκουσμά τους
νὰ ἀρχίσει νὰ μᾶς ἐνοχλεῖ λίγο συνειδησιακὰ.

ἐνοριακά

3

ἐπίκαιρα
ΟΜΙΛΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ
ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
Πᾶσα τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς,
πανουργία οὐ σοφία φαίνεται.

σημερινὴ ἑορτὴ
τῶν Τριῶν
Ἱεραρχῶν δίδει εἰς
ἡμᾶς τὴν εὐκαιρίαν
καὶ τὴν χαρὰν νὰ συγκεντρωθῶμεν, διὰ
νὰ τιμήσωμεν τὴν
ἱερὰν αὐτῶν μνήμην
καὶ τὴν ἀνεκτίμητον
συμβολὴν των εἰς τὴν
παιδείαν καὶ τὸν πολιτισμόν μας, ταυτοχρόνως δὲ, νὰ συλλάβωμεν τὰ πολλαπλὰ
μηνύματα τὰ ὁποῖα οὗτοι ἀποστέλλουν εἰς τὸν ἄνθρωπον
ἑκάστης ἐποχῆς, ἰδίως εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν κοινότητα, πρὸς
τοὺς διδάσκοντας καὶ τοὺς διδασκομένους.
Ἡ ἑορτὴ αὕτη εἶναι ἑορτὴ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.
Ἑορτὴ πασῶν τῶν βαθμίδων ἐκπαιδεύσεως. Συγχρόνως ὅμως
εἶναι καὶ μία ἰδιαιτέρα ἡμέρα διὰ τὴν Πόλιν μας, διότι οἱ δύο
ἐκ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ
ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τμῆμα τῶν ἱερῶν λειψάνων
τῶν ὁποίων θησαυρίζεται εἰς τὸν Πάνσεπτον Πατριαρχικὸν
Ναόν, ὑπῆρξαν Ἀρχιεπίσκοποί της καὶ ἐποίμαναν τὸν λαὸν
αὐτῆς.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι εἶναι οἱ αἰώνιοι καὶ ἀθάνατοι οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐδίδαξαν μὲ
τὸν ἅγιον βίον των, μὲ τὸ ἀνυπέρβλητον παράδειγμά των,
μὲ τὰ σοφά των συγγράμματα.
Τὸ μέγα μήνυμα, τὸ ὁποῖον ἀποστέλλουν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι
σήμερον εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ εἰς μίαν παιδείαν καὶ ἐκπαίδευσιν
χριστοκεντρικήν. Δυστυχῶς, εἰς τὰς ἡμέρας μας βλέπομεν
τὴν ἀνθρωπότητα νὰ προοδεύη ὅσον ποτὲ εἰς τὰς γνώσεις
καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην, νὰ ἀντιμετωπίζη ὅμως ὄχι μόνον τὰ
αὐτὰ προβλήματα πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπιζεν εἰς τὸ
παρελθόν, ἴσως καὶ εἰς μείζονα βαθμόν, ἀλλὰ νὰ ἔχη προκαλέσει καὶ νέα σοβαρώτερα. Μάλιστα, ἡ ἐπιστήμη ἔχει σήμερον
ἀπελευθερώσει δυνάμεις τῆς φύσεως αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ
φέρουν τὴν ὁλοκληρωτικὴν καταστροφὴν τῆς γῆς. Τοῦτο,
δυστυχῶς, συμβαίνει διότι ἡ παιδεία μας δὲν εἶναι χριστοκεντρική, ὅπως ἦτο ἡ παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ
ἀνθρωποκεντρική. Ὅταν ὅμως φεύγη ὁ Χριστὸς καὶ εἰς τὴν
θέσιν Του εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ πεπτωκῶς ἄνθρωπος, ὁ
ἄνθρωπος ζῆ τὴν κόλασιν τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅπως γράφει ὁ
μέγας Ρῶσσος λογοτέχνης Φιοντὸρ Ντοστογιέβσκι εἰς τὸ βαθυστόχαστον διήγημά του «Τὸ ὄνειρον ἑνὸς ἀστείου ἀνθρώπου», «ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν κακοί, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν
διὰ τὴν ἀδελφοσύνην καὶ τὸν οὐμανισμόν, καὶ κατέλαβον
τὰς ἰδέας αὐτάς. Ὅταν ἤρχισαν νὰ πράττουν ἐγκλήματα,
τότε ἐφεῦρον τὴν δικαιοσύνην». Στόχος τῆς παιδείας δὲν
4

Πλάτων
θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι ἡ δημιουργία θεωρητικοῦ ὑποβάθρου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθοῦν αἱ κοινωνικαὶ συμβάσεις
καὶ θὰ δομηθοῦν μηχανισμοὶ ἀμβλύνσεως τοῦ ἐνδιαθέτου εἰς
τὸν ἄνθρωπον αὐτοελέγχου καὶ τῆς ὅποιας συνειδήσεως καὶ
αὐτοσυνειδησίας του. Κύριος σκοπὸς τῆς παιδείας θὰ πρέπει
νὰ εἶναι ἡ ἀπόκτησις γνώσεως ἡ ὁποία θὰ ἀποσκοπῆ εἰς τὴν
κοινωνικὴν εὐποιΐαν, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν σταθερῶν ἀρχῶν
κοινωνικῆς συμβιώσεως καὶ προόδου, εἰς τὴν καλλιέργειαν
τοῦ ἀγαθοῦ, εἰς τὴν συναντίληψιν τοῦ συνανθρώπου, ἰδία τοῦ
ἀσθενοῦς καὶ τοῦ πάσχοντος. Ἡ ἀληθὴς παιδεία θὰ πρέπει
νὰ μετατρέπη τὴν διδασκομένην θεωρίαν εἰς πράξιν, πράξιν ἀγαθήν, ὡς ἦτο ἡ περίπτωσις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ
ὁποῖοι ἐχρησιμοποίησαν τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν γνῶσιν διὰ
τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἀληθὴς παιδεία θὰ πρέπει
νὰ καλλιεργῆ τὴν διάκρισιν, νὰ συντελῆ εἰς τὴν ὁμοίωσιν
τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὴν συνάντησιν μὲ τὸν
Χριστόν.
Δυστυχῶς ἡ παιδεία μας σήμερον δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν
καλλιέργειαν τῆς ψυχῆς τοῦ παιδίου, ἡ ὁποία ἦτο τὸ πρῶτον
μέλημα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ ἔχει στραφῆ, κυρίως,
εἰς τὴν στείραν ἐγκεφαλικὴν γνῶσιν. Ὅπως εὐστόχως ἔχει
λεχθῆ, οὐδέποτε ὑπῆρχον εἰς τὸν κόσμον τόσοι ἐγγράμματοι ἄνθρωποι μὲ τόσας πολλάς γνώσεις εἰς πᾶν πεδίον τοῦ
ἐπιστητοῦ καὶ συγχρόνως τοιαύτη πνευματικὴ πενία. Οἱ νέοι
σήμερον κατέχουν πλεῖστα πτυχία καὶ διπλώματα, ἀλλὰ μετὰ
δυσκολίας δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν γνησίους πνευματικοὺς
ἀνθρώπους. Ἡ παιδεία μας ἐσφαλμένως ἐπιζητεῖ πρωτίστως
νὰ θεραπεύση τὰς ἀναγκας τοῦ κράτους, τῆς οἰκονομίας,
τῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ ὄχι τὰς ἀναγκας τῆς ἀνησύχου νεανικῆς ψυχῆς. Ἡ πραγματικὴ ὅμως παιδεία προσφέρει κατ'
οὐσίαν πνευματικὴν καὶ ὄχι μόνον τεχνικὴν μόρφωσιν. Κάθε
κοινωνία ἡ ὁποία θέλει νὰ προκόψη ἀληθῶς, ἔχει πρωτίστως
ἀνάγκην ἀρετῆς καὶ κατόπιν ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Οἱ
Τρεῖς Ἱεράρχαι δὲν εἶχον μόνον κοσμικὴν σοφίαν, ἀλλὰ κυρίως χάριν Θεοῦ. Οὕτως ἀνεδείχθησαν σοφοὶ διδάσκαλοι
καὶ πνευματικοὶ ὁδηγοὶ ἀναριθμήτων ἀνθρώπων, ἀπὸ τῆς
ἐποχῆς των μέχρι σήμερον.
Διό καὶ ὁ λόγος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὁμοιάζει πρὸς τὴν
ἀθόρυβον ποτιστικὴν βροχήν, ἡ ὁποία ἀναζωογονεῖ, γονιμοποιεῖ, μεταβάλλει τὴν διψασμένην καὶ ξηρὰν γῆν εἰς φιλόστοργον - καρποφόρον μητέρα. Ἔχει τὴν χάριν νὰ μαλακώνη
καὶ τὰς πλέον σκληράς καρδίας. Πολλοὺς ὁδηγεῖ εἰς ἀληθινὴν
μετάνοιαν καὶ εἰς τὴν ἀρετήν. «Ἡ παιδεία», λέγει ὁ Ἱερὸς
Χρυσόστομος, «εἶναι μέγιστον ἀγαθὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον,
εἶναι μετάληψις ἁγιότητος». Ὁ ἴδιος ἅγιος ἀπηύθυνε πρὸ
1600 περίπου ἐτῶν τὰς ἑξῆς παραινέσεις πρὸς τοὺς γονεῖς
ἐν σχέσει πρὸς τὴν παιδείαν τῶν τέκνων των: «Ἄσκησον τὴν
ψυχὴν τοῦ παιδίου πρῶτον, καὶ κατόπιν θὰ ἀκολουθήσουν καὶ
τὰ ὑπόλοιπα. Ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ παιδίου δὲν εἶναι ἐνάρετος,
οὐδόλως ὠφελοῦν αὐτὸ τὰ χρήματα. Καὶ ὅταν εἶναι, οὐδόλως

5

5

ἐπίκαιρα
βλάπτει αὐτὸ ἡ πτωχεία. Θέλεις νὰ ἀφήσης αὐτὸ πλούσιον;
Δίδασκε εἰς αὐτὸ νὰ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος... Διότι πλούσιος
δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην πολλῶν χρημάτων καὶ
ὁ ὁποῖος περιβάλλεται ὑπὸ πολλῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ
ὁποῖος οὐδενὸς ἔχει ἀνάγκην». Πόσον, πράγματι, ἐπίκαιροι
οἱ λόγοι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου σήμερον, εἰς τὴν
ἐποχὴν τοῦ ὑλικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ,
τῆς ἀνίσου κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν εἰς ἐπίπεδον τοπικῶν
κοινωνιῶν ἀλλὰ καὶ τῆς παγκοσμίου κοινότητος, εἰς τὴν
ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν περιτράνως διαπιστοῦται ὅτι ἡ ὑλικὴ
ἐπάρκεια μεγενθύνει τὸ ψυχικὸν κενόν των ἀνθρώπων, ἡ δὲ
πενία, ἡ ὁποία ἀπειλητικῶς κρούει τὴν θύραν ἑκατομμυρίων
ἀνθρώπων τοῦ "πολιτισμένου" κόσμου, ὁδηγεῖ αὐτοὺς εἰς τὴν
ἀπογοήτευσιν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν, διότι δὲν ἐθεμελίωσαν τὴν
ζωὴν των εἰς ἀληθεῖς ἀρχὰς ἀλλὰ εἰς προσδοκίας φρούδας,
διότι δὲν ἀνεζήτησαν τοὺς οὐρανίους θησαυροὺς ἀλλὰ τοὺς
ἐπιγείους, τοὺς ὁποίους σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει. Καί, διὰ
νὰ εἴμεθα περισσότερον ἐπίκαιροι, διότι ἐλησμόνησαν τοὺς
λόγους τῆς Σοφίας Σειράχ: "Μνήσθητι καιρὸν λιμοῦ ἐν καιρῷ
πλησμονῆς, πτωχείαν καὶ ἔνδειαν ἐν ἡμέραις πλούτου".
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὰ πρόσωπα τῶν
Τριῶν Ἱεραρχῶν συνεζεύχθη ἁρμονικῶς ἡ παιδεία, ἡ μόρφωσις καὶ ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ κατάρτισις, μὲ τὴν χριστιανικὴν ἀλήθειαν. Ἤσαν σοφοὶ κατὰ κόσμον καὶ σοφοὶ
κατὰ Θεόν. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἑορτὴ τῶν κατέληξεν ἑορτὴ τῆς
ἑλληνοχριστιανικῆς παιδείας, τὴν ὁποίαν οἱ Τρεῖς Οἰκουμενικοὶ αὐτοὶ Διδάσκαλοι ἔθεσαν εἰς τὰς ὀρθᾶς αὐτῆς βάσεις.
Ὁ Μ. Βασίλειος θεωρεῖ τὴν κλασσικὴν παιδείαν χρήσιμον διὰ
τὴν εἴσοδον εἰς τὴν ἀληθινὴν σοφίαν τοῦ εὐαγγελίου μὲ τὸν
γνωστὸν περίφημον λόγον αὐτοῦ πρὸς τοὺς νέους. Αὐτὴν
τὴν παιδείαν καὶ τὴν γλώσσαν θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦν οἱ
σημερινοὶ νέοι μας νὰ κατακτήσουν κατὰ τὸ διάστημα τῶν
σπουδῶν των, ὥστε νὰ διατηρήσουν τὴν πνευματικήν των
ταυτότητα καὶ τὴν πολύτιμον κληρονομίαν τοῦ γένους μας.
Ἡ ὅσον τὸν δυνατὸν τελειοτέρα ἐκμάθησις τῆς ἑλληνικῆς
γλώσσης καὶ ἡ σπουδὴ τῶν ἑλληνικῶν κειμένων θὰ εἶναι δι'
αὐτοὺς ἕνα ὄργανον ὄχι ἁπλῶς χρησιμώτατον, ἀλλὰ ἀπαραίτητον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν ἀληθινὴν γνῶσιν
καὶ σοφίαν, ὅπως ὠδηγήθησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι.
Διὰ τοῦτο οἱ προπάτορες ἡμῶν ἵδρυσαν καὶ συνετήρουν μὲ
πλείστας θυσίας καὶ κόπους τὰ περίφημα ἐκπαιδευτήρια τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ἐπίπεδον τῶν ὁποίων ἦτο τόσον
ὑψηλὸν καὶ ἀσυναγώνιστον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ
ξεπερασθῆ ἀκόμη καὶ σήμερον: Πατριαρχικὴ Μεγάλη τοῦ
Γένους Σχολή, Ἰωακείμειον Παρθεναγωγεῖον, Ζάππειον Παρθεναγωγεῖον, Κεντρικὸν Παρθεναγωγεῖον, Ζωγράφειον, Ἱερὰ
Θεολογικὴ Σχολὴ Χάλκης. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ἐκπαιδευτήρια διετήρησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὸ Οἰκουμενικόν
μας Πατριαρχεῖον καὶ ἡ περὶ αὐτὸ Ὁμογένεια, ὑποβαλλόμενα
εἰς μυρίους ἀγώνας καὶ μερίμνας, προκειμένου ἡ λαμπὰς τὴν
ὁποίαν ἤναψαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι πρὸ τοσούτων αἰώνων νὰ
μένη ἄσβεστος καὶ νὰ φωτίζη τὴν οἰκουμένην. Τοὺς κόπους
αὐτοὺς συνεχίζει καὶ σήμερον νὰ καταβάλλη τὸ Οἰκουμενικὸν
Πατριαρχεῖον διὰ τὴν παιδείαν καὶ τὴν ἀγωγὴν τῶν νέων τέκνων αὐτοῦ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, διὰ τῆς ἐπιδείξεως μερίμνης
διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν μορφωτικῶν καθιδρυμάτων
πάσης ἐκπαιδευτικῆς βαθμίδος, ἀπὸ τῆς στοιχειώδους μέχρι
τῆς πανεπιστημιακῆς, εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας
αὐτοῦ.

Ἡ ἐφετεινὴ ἑορτὴ τῶν Γραμμάτων ἑορτάζεται ἐν τῷ Ἱερῷ
ἡμῶν Κέντρῳ ὑπὸ ἐλπιδοφόρους καὶ εὐοιώνους ἀκτίνας
φωτὸς διὰ τὸ μέλλον τῆς περὶ αὐτὸ Ὁμογενείας, καθὼς ἀξιούμεθα νὰ ζήσωμεν τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναλειτουργίας, μετὰ
ἥμισυ σχεδὸν αἰῶνος, Ρωμαίηκου σχολείου ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ
ἡμῶν πατρίδι, ἐν Ἴμβρῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέση φάρον
παιδείας διὰ τοὺς Ἰμβρίους νεοσσοὺς καὶ πόλον ἕλξεως διὰ
τοὺς γονεῖς αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ἐπανακάμψουν
εἰς τὴν πατρίδα των καὶ νὰ ἀναθρέψουν τὰ τέκνα των εἰς τὰς
πατρογονικάς των ἑστίας, εἰς τὰς ἁλικτύπους φρυγανώδεις
ἀκρωρείας ὑπὸ τὸν λαμπερὸν αὐτῆς οὐρανόν, τὸν ἀποπνέοντα τὴν αἰγαιοπελαγίτικην εὐωδίαν.
Ἐν κατακλείδι, ἐπιθυμοῦμεν νὰ στρέψωμεν τὸν λόγον καὶ
εἰς τοὺς ἐλλογίμους καὶ ἀγαπητοὺς ἐκπαιδευτικοὺς καὶ νὰ
ἀναφέρωμεν ὅτι σήμερον, περισσότερον ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε,
ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ πρότυπα ὡς οἱ ἑορταζόμενοι Τρεῖς Ἱεράρχαι. Διότι τὸ ἔμπρακτον παράδειγμα ἀξίζει ὅσον χίλιοι
λόγοι. Ὅταν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πρότυπα, ἕτοιμα νὰ δείξουν
τὸν Χριστὸν καὶ τὴν ἀληθῆ ἀρετὴν εἰς τὰ παιδία, ὡς οἱ Τρεῖς
Ἱεράρχαι ἐπραττον μὲ τὴν ζωήν των, τότε ἡ παιδεία ἡμῶν
οὐδὲν πλέον χρειάζεται. Εἶναι χαρακτηριστικόν τό παράδειγμα τῶν μαθητῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Ριζαρείου Σχολῆς, οἱ
ὁποῖοι εἶχον πρὸ ἑκατὸν περίπου ἐτῶν ἐνώπιόν των ἕν ἀληθὲς
ὑπόδειγμα διδασκάλου, τὸν γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς Ἅγιον
Νεκτάριον. Ἕνας μαθητὴς περιέγραφεν αὐτὸν διὰ τῶν ἑξῆς
λόγων, τοὺς ὁποίους καὶ παραθέτομεν διὰ νὰ κατανοήσωμε
τί ἦσαν καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι διὰ τὸ ποίμνιόν των καὶ πῶς
πρέπει νὰ εἶναι ὁ πραγματικὸς διδάσκαλος: «Τὸ πρόσωπόν
του μὲ ἑλκύει ὡς ὁ μαγνήτης. Ἀδύνατον πλέον νὰ τὸν ἀποχωρισθῶ. Τὸ αὐτὸ ὁμολογοῦν πολυάριθμοι συμμαθηταί μου. Τί
τὸ ἰδιάζον, τί τὸ ἀκτινοβολοῦν ἄραγε κρύβει εἰς τὴν ἁπλὴν καὶ
πλήρη ταπεινώσεως ἐμφάνισίν του; Τὸν βλέπεις νὰ ζῆ ἐντός
τοῦ κόσμου, νὰ ὑπάρχη, νὰ συνδιαλέγεται μὲ τὸν κόσμον καὶ
ὅμως αἰσθάνεσαι ὅτι δὲν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, ὅτι
δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπαφὴν καὶ σχέσιν μὲ τὰς ἐπιδιώξεις, τὰς
προσδοκίας καὶ τὰ ὄνειρα τῶν συνήθων ἀτόμων ἅτινα μᾶς
περιβάλλουν... Τὸ παράδειγμα οὐδέποτε ἐκπίπτει, οὐδέποτε
ἀστοχεῖ...».
Ἔστω καὶ ἐὰν ἔχουν περάσει ἐπάνω ἀπὸ χίλια ἑξακόσια
χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησίν των, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι εἶναι πάντοτε
ζωντανοὶ καὶ παρόντες. Αὐτὴν τὴν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας
των ἀνάμεσά μας περιγράφει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς τῆς
Λειτουργικῆς Ἰωάννης Φουντούλης διὰ τῶν ἑξῆς: «Μπορεῖτε
νὰ ἰδῆτε στοὺς βυζαντινούς μας ναοὺς νὰ εἰκονίζωνται οἱ
τρεῖς ἱεράρχαι στὴν κόγχη τοῦ ἁγίου βήματος, μὲ τὰ εἰλητάρια τῆς Θείας Λειτουργίας στὰ χέρια, νὰ περιβάλλουν τὸ
θυσιαστήριο σὰν νὰ λειτουργοῦν ἀδιαλείπτως, ὄχι μόνο στὸ
ὑπερουράνιο, ἀλλὰ καὶ στὸ ἐπίγειο θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ,
μαζὶ μὲ τοὺς ἱερεῖς ποὺ τελοῦν τὰ μυστήρια σήμερα. Σὰν νὰ
παρακάθηνται μαζὶ μὲ ἡμᾶς στὴν ἰδία κοινὴ ἱερὰ τράπεζα καὶ
νὰ μετέχουν τῆς ἰδίας πνευματικῆς τροφῆς.»
Ἄς ἔχωμεν, λοιπόν, τὰς προσευχάς των καὶ ἄς ἀγωνισθῶμεν
μὲ ὅλην μας τὴν καρδίαν νὰ μὴ διαψεύσωμεν τὰς προσδοκίας,
τὰς ὁποίας ἔχουν αὐτοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς
ποιμένας, καὶ ἀπό σᾶς, τοὺς διδασκάλους καὶ τοὺς μαθητάς,
ὥστε νὰ ἀξιωθῶμεν νὰ συναντήσωμεν αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν
βασιλείαν τῶν οὐρανῶν μὲ ὅλους τούς ἁγίους, "σὺν πᾶσι τοῖς
ἁγίοις", οἱ ὁποῖοι εὐηρέστησαν τὸν Θεόν. Ἀμήν.
5

ἀπόψεις

Γ

έννησε ἡ γυναίκα τὸ πρῶτο τους παιδὶ κι ὁ σύζυγος
τὴν ἕκτη μέρα, ὅπως γίνεται πάντα σ’ ἕνα φυσιολογικὸ
τοκετό, παρέλαβε ἀπὸ τὴν κλινικὴ μάνα καὶ βρέφος. Πρὶν
πᾶνε σπίτι τους, πέρασαν ἀπὸ ἕνα ἔξωκκλησι πού ταχτικά
τούς φιλοξενοῦσε τὸ δύσκολο καιρὸ τῆς ἐγκυμοσύνης.
Ἡ γυναίκα μὲ τὸ βρέφος ἔμεινε ἐκεῖ ἔξω στὸ σκαλάκι, ὁ
ἄντρας, ἀφού ἄναψε τρία κεράκια γιὰ τὴν τριμελῆ πιὰ οἰκογένεια, ἐπέστρεψε κοντά τους. Καὶ φωναχτὰ κι ἀπὸ καρδιᾶς
εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ γιατί τελείωσε ἡ περιπέτεια τῆς γέννας,
γιατί μάνα καὶ παιδὶ ἦταν γεροί, γιατί ἀξιώθηκαν νὰ γίνουν
γονεῖς, μετὰ ζήτησε τὴ συνέχεια τῆς εὐλογίας Του πάνω
στὴν οἰκογένεια. Καὶ κατέληξε:
«Δὲν θέλουμε παρὰ νὰ φωτίζεις αὐτὸν τὸν καινούριο πολίτη τοῦ οὐρανοῦ. Νὰ γίνει δικό σου παιδὶ» μόνο αὐτό. Ἐσένα
νὰ ἀκολουθεῖ κι ἄς γίνει ὅ,τι θέλει. Ἀκόμα καί… παπάς».
Εἶμαι μάνα πολλῶν παιδιῶν καὶ ἄκουσα, σὰν κάθε μάνα,
πολλὰ ὄνειρα. Καὶ γονιῶν καὶ παππούδων καὶ γιαγιάδων
ὄνειρα, ὅπως θ’ ἄκουσες καὶ σύ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς κάποιος
ἀπ’ αὐτοὺς λέει μὲ λαχτάρα:
«Ἔχει ἀγάπη στὰ βιβλία. Θὰ προκόψει στὰ γράμματα. Ἔχει
σπουδαῖο λέγειν καὶ πειθώ. Δικηγόρος θὰ γίνει».
«Καλά, δὲ βλέπεις δεξιοτεχνία; Μηχανικὸς θὰ γίνει, νὰ μοῦ
τὸ θυμηθεῖτε».Τόσο χρονῶ γυναίκα ποὺ ’γινα δὲν ἄκουσα
κάποιον νὰ πεῖ: «Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἔχει ἐξυπνάδα, κρίση, ἐντιμότητα ἔχει πολλὰ χαρίσματα. Θὰ γίνει παπάς».
Ὄχι, κάτι τέτοιο δὲν τό 'χω ἀκούσει.
«Ἔχω δεῖ πρόσωπα νὰ τὰ αὐλακώνει ἡ ἔγνοια γιὰ τὸ ἂν
τὸ παιδὶ τους ἔχει ἕνα ἰδιαίτερο ταλέντο. Δὲ μοῦ ’χεῖ τύχει
ὅμως νὰ δῶ αὐτὴ τὴν ἔγνοια γιὰ τὸ ἂν δόθηκε ἀπὸ Θεοῦ
ἡ σφραγίδα.
Δωρεὰ πού θὰ δείξει στὸ γονιὸ πώς τὸ παιδὶ του εἶναι ὁ
κλητός, ὁ ἐκλεκτός, αὐτὸς πού κάποτε θὰ κρατήσει τὸ ἅγιο
Δισκοπότηρο στὰ χέρια του. Ὄχι, κάτι τέτοιο γιὰ τὸ παιδί
τους γιὰ τὸ μέλλον του. Τὸ κάνουν νὰ ἀγαπήσει τὸ ἐπάγγελμα πού οἱ ἴδιοι προτιμοῦν, μὲ συζητήσεις, μὲ προβολὴ ἐπιτυχημένων ἀνθρώπων. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸ ’χῶ ἀκούσει. Κι οἱ πιὸ
«δημοκρατικοὶ» γονεῖς, πού δὲν ἐπεμβαίνουν στὸν ἐπαγγελματικὸ προσανατολισμὸ τῶν παιδιῶν τους, κρυφὰ ποθοῦν
νὰ γίνει γιατρός, δικηγόρος, ἀρχιτέκτονας τὸ παιδί τους.
Ἔντεχνα καὶ ὑπογείως τὸ ἑτοιμάζουν νὰ διαλέξει μὲ παράθεση τῶν θετικῶν σημείων πού ἔχει ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα.
6

Καὶ θετικὰ σημεῖα εἶναι ἡ κοινωνικὴ προβολὴ καὶ οἱ ὑψηλὲς
ἀποδοχές, κι αὐτά, ἀλίμονο, ἕνας παπάς, δὲν τὰ ἔχει.
Ἄλλα καὶ οἱ πιστοὶ γονεῖς, πού θέλουν νὰ συνυπάρχει τὸ
ἐπάγγελμα μὲ τὴν προσφορά, πού βαπτίζουν τὸ ἐπάγγελμα
«ἐργασία στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου» ἢ τὸ ὀνοματίζουν
«λειτούργημα» κι αὐτοὶ ἀκόμα δὲ θέλουν νὰ γίνει παπὰς τὸ
παιδί τους. Ἄκουγα μιὰ μάνα πιστὴ νὰ λέει:
«Γίνε γιατρός, θὰ κάνεις καλό τό σῶμα τοῦ ἄρρωστου καὶ
ταυτόχρονα θὰ τοῦ γιατρεύεις τὴν ψυχή του. Μαζὶ μὲ τὴν
ἔνεση καὶ τὰ φάρμακα θὰ τοῦ δίνεις Χριστό».
Ναί, νὰ προσφέρει τὸ παιδί μας, ἀλλὰ σὰν ἐπιστήμονας
ὄχι σὰν Ἱερέας.
Βέβαια, δὲν ἀναφέρομαι στὰ βιβλία ἢ στοὺς σταθμοὺς πού
ἀσχολοῦνται μὲ τὸν ἐπαγγελματικὸ προσανατολισμὸ καὶ
πού ἀγνοοῦν τὸν ἱερατικὸ κλάδο. Ἔχει ἡ παιδεία μας μιὰ
ὑλιστικὴ στάση γιὰ τὴ ζωή. Ἡ κοινωνία μας ἐκτιμάει τὴν
κατάθεση στὴν Τράπεζα, τὴν ἰδιόκτητη κατοικία, σέβεται τὶς
πολλὲς σπουδὲς καὶ δὲ μπορεῖ νὰ συλλάβει τὸ τί προσφέρει
ὁ παπάς. Καλὰ ἡ κοινωνία μας. Ἄλλα ἐμεῖς;
Ἐμεῖς, ἂν θέλουμε νὰ μιλήσουμε καθαρά, καὶ τὶς σπουδὲς
στὴ θεολογικὴ Σχολὴ ἁπλῶς τὶς ἀνεχόμαστε γιὰ τὰ παιδιά
μας. Γνωστῆς μου οἰκογένειας ὁ γιὸς εἶπε πώς θὰ πάει στὴ
Θεολογική. Καὶ κάποια φίλη, πιστὴ φίλη, παρηγόρησε τὴ
μάνα:
«Μὴ στενοχωριέσαι. Πολλοὶ στὰ παιδικά μας εἴπαμε πράγματα πού δὲν τὰ ἀκολουθήσαμε ποτέ».
Κι ἄλλη περίπτωση πιστῆς μάνας:
«Μὲ τέτοιο μυαλὸ θὰ δώσεις, παιδί μου, Θεολογία; Τὴν
Ἰατρικὴ καὶ τὸ Πολυτεχνεῖο ἔχεις στὴν τσέπη σου».
«Γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε κάθε μέρα. Ναί, νὰ γίνει
τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀρκεῖ βεβαίως τὸ θέλημά Του νάναι
ἀπόλυτα συνταιριασμένο μὲ τὸ δικό μας. Καὶ ἐμεῖς θέλουμε
νὰ γίνει τὸ παιδὶ μας ὄ,τιδηποτε ἐκτὸς ἀπὸ ἱερέας.
Κι ἔτσι μὲ αὐτή τὴ δικιά μας ὑποτίμηση ἀπομακρύνονται
δικαίως τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὸ νὰ γίνονται ὑπηρέτες τοῦ
Θυσιαστηρίου. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχουμε περιπτώσεις πού
γίνεται ἱερέας κάποιος πού «ἔτσι τό 'φερε ἡ εὐχὴ ἢ ἡ κατάρα»
ἢ ἄτομα δεύτερης, ἄς ποῦμε, διαλογῆς.
Οἱ μανάδες πολλὲς φορὲς τὴ μέρα προσευχόμαστε γιὰ τὰ
παιδιά μας. Εἶναι μιὰ συγκινητικὴ προσευχὴ πού ἀρχίζει
ἀπὸ τότε πού νιώθουμε τὸ πρῶτο σκίρτημά του. Καὶ ὅπως
μεγαλώνει ἐκεῖνο καὶ μεγαλώνουν καὶ οἱ δυσκολίες μας, τόσο
καὶ πιὸ θερμὲς γίνονται οἱ προσευχές μας γιὰ φωτισμό. Σκέπτομαι πώς ἴσως στὶς προσευχὲς μας αὐτές, λείπει τὸ αἴτημα
γιὰ νὰ κληθεῖ τὸ παιδί μας νὰ ὑπηρετήσει στὸ Θυσιαστήριο.
Νὰ εὐλογηθεῖ αὐτὸ τὸ παιδί, γιὰ νὰ κάνει ἐκεῖνο πού κανεὶς
ἄλλος δὲ μπορεῖ νὰ πετύχει: τὴ μετουσίωση τοῦ ψωμιοῦ καὶ
τοῦ κρασιοῦ σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας.
Καὶ λείπει τὸ ὄνειρο τῆς ἁγιασμένης ὥρας πού προχωρώντας πρὸς τὴν Ὡραία Πύλη, ἀπ’ τὰ χέρια τοῦ δικοῦ μας
παιδιοῦ θὰ πάρουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας.
Σκέφτομαι κείνη τὴν εὐλογημένη μάνα πού ὅταν κάποτε
θὰ ψελλίσει τὸ «ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία μου…», κάποιο ἀπ’
αὐτὰ τὰ παιδιὰ της θἄναι ἐκεῖνο πού ἀπὸ τὴ γῆ ἀκόμα θὰ
φοροῦσε τὸ ἀγγελικὸ ἔνδυμα.
Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη

7

7

Ἁμάρτησε;

τανε μιὰ δροσερὴ Ἀπριλιάτικη αὐγή: ἡ αὐγὴ τῆς Λαμπρῆς.
Ὁ ἥλιος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα, καὶ οἱ καμπάνες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ ἐσημαίναν καλώντας τοὺς πιστοὺς στὴ
λειτουργία. Καὶ ἔμπαιναν ἀπ’ ὅλες τὶς πόρτες, οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ
τὴ φορά, καθαροί, χαρούμενοι, ντυμένοι μὲ ροῦχα καινούργια, καὶ
κατόπιν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, μὲ τάξη καὶ εὐλάβεια προσκυνοῦσαν τὲς
εἰκόνες καὶ σταμάταιναν ἀπεκεὶ στὴ μέση τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ ἔπαιρναν
θέση στὰ στασίδια. Καὶ οἱ γυναῖκες ἐρχόταν μπουλούκια, μπουλούκια
μὲ τὲς ἄσπρες μπόλιες τους στὸ κεφάλι μὲ χρυσάφια στὰ στήθια,
σεμνὲς, εὐλαβικὲς, στολισμένες καὶ ἔμεναν ὅλες μαζὶ ξεχωριστὰ στὸ
βάθος τῆς ἐκκλησιᾶς, ποὺ δὲν εἶχε γυναιτίκι.
Ὅλοι πρόσμεναν τώρα νὰ ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία.
Ἡ θύρα τοῦ ἱεροῦ ἄνοιξε, ἀκούστηκε ἕνας μικρὸς σάλαγος ἀνθρώπων ποὺ κινιῶνται, ὁ παπὰς ἀποτέλειωσε τὰ μυστικά του, ἐθυμιάτησε, ἐκοντόβηξε, ἔμεινε μιὰ στιγμὴ σιωπηλὸς κάνοντας καὶ τὸ σταυρὸ
τοῦ ἀρχίνησε μὲ ψιλὴ φωνὴ τὴν ἱεροπραξία. Ὅλα τα χέρια ἔκαμαν
τοῦ σταυροῦ τὸ σημάδι.
Ἦταν γέροντας ὁ χρυσοφορεμένος λειτουργός, μικρός, μὲ μεγάλα
λευκὰ γένια, μὲ μακριὰ μαλλιὰ ἀσημένια κι ἐκεῖνα, λιγνὸς μὲ ζάρες
στὸ γερασμένο μετωπό του, μὲ γαλανὰ μάτια, ποὺ τὰ γέρα καὶ οἱ
νηστεῖες τάχαν ξεθωριάσει. Ὅλο το χωριὸ τὸν σεβόταν
Μὲ τὴν ψιλή του φωνὴ ποὺ ὁλοένα ἐγενόταν σταθερότερη, ὁ γέροντας διάβαζε ψαλτὰ τὲς εὐκές του, ποὺ τὲς ἤξερε ὅλες ἀπ’ ὄξω,
καὶ ἡ ἀκολουθία προχωροῦσε καθὼς πάντα, ἐπίσημη, κατανυχτική,
μεγαλόπρεπη, καὶ ὁ κόσμος, ποὺ κρατοῦσε ἀναμμένες λαμπάδες
στὰ σταυρωμένα χέρια, ἀφουκραζόταν μὲ πίστη καὶ ἀπὸ καρδίας
ἐδεότουν, σᾶ νάδινε μεγαλύτερη ἀξία στὴν προσευκὴ καὶ ἡ μεγάλη
γιορτὴ ἐκείνης τῆς ἡμέρας.
Μὰ ὁ παπὰς ἦταν ἀνήσυχος.
Τὴ πρώτη φορὰ ποὺ ἐπρόβαλε στὴ θύρα γιὰ νὰ βλοήσει τὸ σβησμένο τοῦ βλέμμα ἀναζήτησε κάποιον μέσα στὸν κόσμο, καὶ μὲ
χτυποκάρδι ξεταστικὰ ἐκοίταξε ἕνα γέροντα ποὺ ἐστεκότουν στὴν
πρώτη γραμμὴ, καὶ ποὺ ἐφαινότουν συγχισμένος κι ἐκεῖνος γιατί δὲν
ἔμνεσκε ὅπως ὁ ἄλλος κόσμος ἀκίνητος καὶ δὲν ἐπροσευχόταν μὲ
εὐλάβεια καὶ εἶπεν ὁ παπὰς μὲ τὸ νοῦ του: «Ἐδῶ θὰ εἶναι κι ἐκείνη».
Μὰ τὸ βλέμμα δὲν ἔλαβε καιρὸ γιὰ νὰ τὴ ἔβρει ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες.
Καὶ ἐγιόμοζαν τώρα τὴν ἐκκλησία οἱ ὕμνοι ποὺ τοὺς ἔψαλαν καλοφωνοι ψάλτες, καὶ ἡ εὐωδία τοῦ λιβανιοῦ, καὶ στὴν τρεμάμενη
δέηση τοῦ ἱερέα ἀποκρινοτουν σᾶ μ’ἕνα στόμα ἡ βοὴ τοῦ λαοῦ, ποὺ
μὲ πίστη θερμὴ, καὶ ἤθελε ν’ ἀνεβάσει τὴ δέησή του ὡς τοῦ Θεοῦ τὸ
θρόνο, ποθώντας νὰ ὑποτάξει τὰ στοιχεῖα, καὶ νὰ λυγίσει τὴ θέληση
τῆς παντοδυναμίας.
Ὁ παπὰς ἐδιάβαζε πάντα πότε μὲ χαμηλὴ φωνὴ ψιθυριστά, πότε
μεγαλόφωνα καὶ ψάλλοντας, μὰ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἡ στενοχώρια τοῦ ἄξαινε καὶ μηχανικὰ μόνο ἐδιάβαζε τὰ ἅγια τα ρήματα τῆς
θυσίας, ἀλλὰ ἐδεότουν ἡ καρδία του στὸν οὐράνιο πατέρα, ἄλλες
ἔγνοιες τοῦ ἀνησυχοῦσαν τὸ νοῦ. Τοῦ ἦταν μελλάμενο νὰ ἁμαρτήσει;
Ἐκεῖ ἦταν κι ἐκείνη. Τὴν εἶχε ξαγναντήσει, ὅταν ἐθυμιάτισε τὸ
πλῆθος σὰν κρυμμένη ἀνάμεσα στὲς γυναῖκες. Ἡ ταραχὴ τῆς, ὁ φόβος της, ἡ συγκίνησή της, ἦταν ζωγραφισμένη ἀπάνου στὸ ὄμορφό
το πρόσωπο τῆς νέας. Ὢ ἡ δύστυχη, οὔτε αὐτὴ δὲν ἔφταιγε. Τὸ’ χὲ
ἀπαιτήσει ὁ πατέρας της, ὁ γέροντας ποὺ ἐστεκόταν ὀρθὸς στὴν
πρώτη γραμμὴ καὶ ποὺ δὲν ἐπροσευχότουν. Πῶς εἶχε κλάψει προχθὲς
στὴν ξεμολόησή της, ὅταν συντριμμένη καρδιὰ τοῦ εἶχε μαρτυρήσει
τὴν ἄτυχη καὶ ἀπελπισμένη ἀγάπη τῆς, τὸ μεγάλο της φταίσμα μ’
ἕναν ἄντρα παντρεμένον. Ἐκείνη ποτὲ δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ ζητήσει
τὰ θεία δῶρα, μὰ ὁ πατέρας τῆς τὴν ὑποχρέωσε. Ὁ πατέρας τῆς
ἤθελε βεβαίωση, ἤθελε ἢ νάναι περήφανος γιὰ τὴν θυγατέρα του ἢ

ἐνοριακά
τοῦ Κωνσταντίνου Θεοτόκη
νὰ ξεπλύνει τὴν ντροπή του στὸ αἷμα! Τί θὰ ἔκανε ἡ δύστυχη; Καὶ
πόσο εἶχε συγχιστεῖ ὁ παπὰς ἀκούοντας τὴν, γιατί τὸν εἶχε ἀφήσει
ὁ Θεὸς νὰ ζήσει καὶ στὰ ὕστερά του χρόνια τὸν ἔριχνε σὲ τέτοια στεναχώρια; Γιατί δὲν ἐσπλαχνιζόταν τὸν κόσμο του, παρὰ τὸν ἄφηνε
νὰ ἁμαρταίνει καὶ δὲν ἐδέσμευσε ὁλότελα τὴ δύναμη τοῦ πειρασμοῦ;
Καὶ ἡ λειτουργία προχωροῦσε: μὲ τὸ βασιλέα τοῦ κόσμου στὰ χέρια
ἀνάμεσά σε δυὸ λαμπάδες, βγῆκε στὸ πρεσβυτέριο καὶ στάθηκε μπρὸς
στὸ πλῆθος. ἄκρα σιωπὴ ἐβασίλευε. Ψιλοφωνα ἐδεήθηκε γιὰ τὸν κόσμο, μιὰ ἀνατριχίλα ἐδιάβηκε ἀπ’ ὅλα τα κορμιὰ καὶ τὸ κύριε ἐλέησον
ποὺ βγῆκε ἀπὸ ὅλα τα χείλη , ἔβγαινε ἀπὸ τὰ βαθύτατά του εἶναι, ἀπὸ
φοβισμένες καρδιὲς ποὺ τὲς ἐταπείνωσε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ τρόμος
τῆς ἀδυναμίας τους. Μὰ ὁ γέροντας δὲν εἶχε σὰ πάντα κατεβασμένο
τὸ βλέφαρο. Τὸ σβησμένο τοῦ βλέμμα ἐκοίταξε στὸ βάθος τῆς ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν οἱ γυναῖκες σὰν νάθελε νὰ ἀνταμώσει τὴ ματιά της καὶ
νὰ τὴ συστήσει ὅτι τῆς εἶχε παραγγείλει προχτὲς στὴν ἐξομολόγηση.
Δὲν μποροῦσε, τῆς εἶχε εἰπεῖ, νὰ τὴν κοινωνήσει. Ὄχι τέτοιαν
ἁμαρτία δὲν τὴν χωροῦσε ὁ νοῦς του. Ἃς μὴν ἐρχότουν καλύτερα τὴ
Λαμπρὴ στὴν ἐκκλησιά, ἃς ἔβρισκε μιὰ πρόφαση, ὅποιαν ἤθελε, ἃς
ἔκανε τὴν ἄρρωστη. Καὶ ἂν πάλι δὲν μποροῦσε νὰ κάνει ἀλλιῶς, καὶ
ἂν ἔπρεπε νὰ παρουσιαστεῖ γιὰ νὰ κοινωνήσει, ἃς ἐρχόταν ἀνάμεσα
στὲς ἄλλες γυναῖκες καὶ αὐτὸς σκήμα μόνο θάκανε, πὼς τῆς μεταδίνει
τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα τοῦ σωτῆρος. Ὄχι, δὲν θὰ τὴν κοινωνοῦσε,
αὐτὴ τὴν ἁμαρτία δὲν τὴν χωροῦσε ὁ νοῦς του.

Καὶ ἡ λειτουργία ἦταν τώρα πρὸς τὸ τέλος. Εἶχαν εἰπεῖ τὸ «πιστεύω» καὶ τὸ «πάτερ ἡμῶν», οἱ ψάλτες ἔψαλλαν τὸ κοινωνικό, καὶ
ὁ τιμημένος γέροντας χρυσοφορεμένος ἐπρόβαλε στὴ μεσινὴ θύρα
καλώντας τοὺς πιστοὺς νὰ μεταλάβουν. Τὰ χέρια τοῦ ἔτρεμαν σὰν
νάταν πάρα βαρύ το ἀσημένιο ποτήρι. Τὶς ἔριξε μιὰ ματιὰ καὶ ἄρχισε
νὰ κοινωνάει τὸν κόσμο, κατὰ τὸ συνήθειο ἦταν πολλοὶ σ’ αὐτὴν
τὴν ἡμέρα καὶ κοινωνοῦσαν πρῶτοι οἱ γέροντες, ποὺ ἔστρεφαν
πρῶτα πρὸς τὸ λαὸ καὶ κατόπι οἱ ἐπίλοιποι οἱ ἄντρες καὶ τέλος οἱ
γυναῖκες. Καὶ ἀνάμεσά τους ἦταν καὶ ἐκείνη. Κάθε τόσο ὁ παπὰς
τὴν ἐκοίταζε. Μὰ ἔβλεπε κιόλας πὼς καὶ ὁ γέροντας πατέρας ὅλο
ἀνησυχοῦσε περσότερο, βλέποντας νὰ ἀφίνει νὰ διαβαίνουν ἄλλες
μπροστά της, τὸν εἶδε νὰ παρατηρεῖ προσεχτικὸς τὴν κόρη του
καὶ νὰ ζυγώνει σιμά της. Κι αὐτὴ ὠχρὴ τότες μὲ δειλὸ βῆμα καὶ σὰν
ἀλαλιασμένη, ἔβαζέ το πόδι της στὸ πρῶτο σκαλί. Ὁ πατέρας σιμά
της τὴν ἐκοίταζε. Καὶ μὲ ἀναγαλλίασή του εἶδε τὸν ἅγιο γέροντα νὰ
τῆς βάζει ἀτάραχος τώρα, τὴ λαβίδα μὲ τὴν κοινωνιὰ στὸ στόμα, ἐνῶ
μὲ τὴν ψιλή του φωνὴ ἐπρόφερνε τὰ τυπικά: «Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
καὶ εἰς ζωὴ αἰώνιον».
7

Ὅ,τι δὲν σὲ σκοτώνει, σὲ κάνει δυνατὸ ἐν Χριστῷ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰεροθέου

Εισήγηση στὸ Β΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Νοσηλευτικής
στὸ Γενικὸ Νοσοκομεῖο Ἀεροπορίας (ΓΝΑ) Ἀθηνῶν

Π

ρόκειται γιὰ ἕνα παιδὶ ποῦ προσβλήθηκε ἀπὸ
καρκίνο σὲ ἡλικία 13 ἐτῶν καὶ τελικὰ πέθανε σὲ
ἡλικία 18 ἐτῶν. Ἦταν ἕνα ζωηρὸ παιδὶ μὲ ὄνειρα
γιὰ τὴν ζωή, μὲ ἔντονη κοινωνικὴ δραστηριότητα, τὸ ὁποῖο
ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀντιμετώπισης τοῦ καρκίνου
βοηθήθηκε ἀπὸ τὴν μάνα του καὶ χρησιμοποίησε τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Τὴν ὅλη περιπέτεια τῆς ἀσθενείας περιγράφει ἡ μάνα
του σὲ βιβλίο ποῦ κυκλοφορεῖ μὲ τὸν τίτλο «ὑπόσχεση».
Πρόκειται γιὰ ὑπόσχεση ποῦ δόθηκε ἀνάμεσά σε αὐτὴν
καὶ τὸν γιό της, ὥστε νὰ καταγραφὴ ἡ ἐμπειρία ποῦ ἔζησε
μὲ τὸν καρκίνο. Ἐπιτρέψτε μου νὰ κάνω μιὰ ἀναφορὰ σὲ
αὐτὸ τὸ σημαντικὸ γεγονὸς καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ βιβλίο.
Ἐπειδὴ εἶστε νοσηλευτὲς καὶ ἀσχολεῖσθε καθημερινὰ μὲ
τὸν πόνο, νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἐκτιμήσετε. Ὅπως γράφει ἡ
μάνα «ἀπὸ ὅσα συζητούσαμε, ἤθελε κυρίως νὰ ἀναφερθῆ
στὶς ἐκπληκτικὲς ἀλλαγὲς ποῦ συντελοῦνται μέσα του».
Ὅταν τὸ παιδὶ ἀρρώστησε στὴν ἡλικία τῶν 13 ἐτῶν ἄρχισε μιὰ συναρπαστικὴ περιπέτεια. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἔπρεπε
νὰ ἀντιμετωπισθῆ ἡ ἀσθένεια, χρησιμοποιώντας ὅλες τὶς
μεθόδους, ἰατρικὲς θεραπεῖες, ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες,
ψυχολογικές, διαλογισμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔπρεπε νὰ
ἀντιμετωπισθῆ ὁ ψυχικὸς πόνος καὶ τῶν δύο, ἀλλὰ κυρίως
τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου ποῦ ἐμφανίσθηκε μπροστά τους.
Τὸ παιδὶ «ἦταν πανέξυπνο, ἐρευνητικὸ μυαλό, ἔψαχνε
γιὰ τὰ πάντα καὶ διψοῦσε γιὰ τὴ γνώση». Ἡ μάνα «γαλουχήθηκε μὲ τὸ ὅραμα ν’ ἀλλάξει τὸν κόσμο. Ἡ γενιὰ τοῦ
Πολυτεχνείου, οἱ τελευταῖοι μαρξιστές, πίστεψαν σ’ αὐτὸ
τὸ δόγμα». «Μὲ τὴν ἔπαρση τῆς ἀριστερῆς ἰδεολογίας
κάποτε, ἦταν φουσκωμένη μὲ ὁράματα, ἰδέες, λύσεις».
Καὶ ὅταν ἦλθε ὁ καρκίνος, ἐμφανίσθηκε καὶ μιὰ ἄλλη
πραγματικότητα. Τὸ ἐρώτημα τοῦ παιδιοῦ στὴν μάνα
ἦταν ἀδυσώπητο: «Τί γίνεται μετὰ τὸ θάνατο; ὅλα τέλος;»
Καὶ ἡ μάνα τοῦ αἰσθάνθηκε νὰ σπάζουν τὰ μοῦτρα τῆς
«ὅταν κατάλαβε τὸ ἀτελές του συστήματος τοῦ κόσμου».
Καὶ διηγεῖται: «Πῶς νὰ τὸν ἱκανοποιήσω μὲ ἀπαντήσεις
ρηχὲς μέσα ἀπὸ τὴν σφαίρα τῆς λογικῆς καὶ τὸν κόσμο
τοῦ ὀρθολογισμοῦ; Ἄθελά μου, ἐντελῶς μηχανιστικὰ ἀπὸ
τὴ δική μου πλευρά, τοῦ ἔστρεψα τὴν προσοχὴ στὴν προσευχή. Ἔτσι, ὅπως θὰ ἔκανε ἡ μάνα μου. Προσευχὴ γιὰ
νὰ τιθασεύσει τὸν ἀβάσταχτο πόνο. Καὶ τότε ὁ πόνος
ἄρχισε νὰ δουλεύει θεραπευτικὰ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Βανῆ,
ἐνῶ ἐμένα ἀπειλοῦσε νὰ μὲ συνθλίψει. Ὁ πόνος, ἂν δὲν σὲ
καταστρέψει, θὰ σὲ ἀναστήσει».
Ἡ ὅλη περιπέτεια τῆς ἀσθένειας ἦταν συγκλονιστική.
Ἡ ἴδια διηγεῖται:«Ἡ “ἐμπειρία” τοῦ καρκίνου ποῦ ζήσαμε,
8

δὲν ἦταν ἁπλὰ μιὰ “κατασταση” στὴ ζωή μας. Ἦταν ἡ
ἴδια ἡ ζωὴ στὴν ὁριακή της πλευρὰ μὲ τὸ θάνατο. Ἀπὸ
τὶς πρῶτες μέρες τὸ ἴδιο το παιδί μου κοιτάζει κατάματα
τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου του καὶ ρωτάει: “τί γίνεται
μετὰ τὸ θάνατο; Ὅλα τέλος;” Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἀρχίζει
μία ἀναζήτηση στὰ τρίσβαθα τοῦ εἶναι μας. Ἡ ἐρώτηση
ἦταν τέτοια ποῦ σχετιζότανε οὐσιαστικὰ μὲ τὸ σκοπὸ τῆς
ὕπαρξής μας.
Ἤδη τὸ νόημα τῆς ὕπαρξης γιὰ μένα εἶχε θρυμματιστεῖ.
Μὲ τὸ χρόνο, διαπίστωσα ὅτι ἡ ἐπιστήμη, ἡ ἰατρική, ὅπως
καὶ τὰ διάφορα ψυχοθεραπευτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ρεύματα, ἀδυνατοῦν νὰ δώσουν ἱκανοποιητικὲς ἀπαντήσεις σὲ
ὁριακὰ ζητήματα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Μοῦ πῆρε
πολὺ χρόνο ἐπίσης νὰ διαπιστώσω ὅτι, ὅσο καὶ ἂν πασχίζουν ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ἡ ἐξέλιξη τῆς ἰατρικῆς, ἡ
ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας καὶ ἡ παρουσία ἀναρίθμητων
ψυχοθεραπευτικῶν συστημάτων, ἀδυνατοῦν νὰ διαχειριστοῦν καὶ νὰ ἀπαντήσουν σὲ ζητήματα ποῦ ἅπτονται τῆς
ἠθικῆς, τῆς ἐλεύθερης βούλησης καὶ τοῦ πόνου στὴ ζωὴ
τοῦ ἀνθρώπου».
Ἡ μάνα ἀγαποῦσε μυστικὰ καὶ αἰσθητά, ὠθοῦσε τὸ παιδί
της στὴν προσευχή. Καὶ ἐκεῖνο ἀνταποκρινόταν μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Προσευχόταν, ἀναζητοῦσε τὴν ἡσυχία.
«Ἀνακάλυπτε τὸν ἑαυτό του. Προχωροῦσε στὴν αὐτογνωσία. Καθόριζε τὴν ψυχή του, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους
ἀνθρώπους γύρω του. Ἀπελευθερωνόταν ἀπὸ μικρόψυχους
κλυδωνισμοὺς καὶ ἐξαρτήσεις. Προσπαθοῦσε ν’ ἀντέξει τὸν
ἑαυτό του, νὰ τὸν κυριαρχήσει. Φαινόταν στὸν τρόπο μὲ
τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε τοὺς ἀπανωτοὺς πόνους καὶ τὶς
δυσοίωνες διαγνώσεις. Πάσχιζε νὰ ἐλευθερωθεῖ».
«Ἡ στάση τοῦ ἀπέναντι στὸ καρκίνο ἦταν ἡρωική. Πάλη
ἄνιση, ἀγώνας μέχρι τὸ τέλος, ἀγόγγυστος καὶ ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ.
Ἡ ὑπομονή του δὲν εἶχε κανένα στοιχεῖο ἠττοπάθειας
ἢ παραίτησης. Ἦταν σκληρὴ ἀποδοχὴ τῆς πραγματικότητας. Ἡ ὑπομονή του, τοῦ ἔδωσε χρόνο καὶ γαλήνη νὰ
στραφῆ στὸ πνεῦμα του. Ἀνακάλυψε τὴν προσευχή, σιωπηλά. Αὐτὴ τὸν ἀπογείωσε. Τὸν ἔκανε νὰ ξεπεράσει τὸν
ἑαυτό του, νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μεταμόρφωσε
τὸν χαρακτήρα του, τὴν ἐγωπάθειά του. Τὸν ὁδήγησε ν’
ἀγαπήσει δυνατά. Ἔφυγε σὰν ἀετός, ἐλεύθερος!».
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου ἀνακαλύφθηκε ἕνας ἄλλος κόσμος, μυστικός, πνευματικός.
Γράφει ἡ μάνα:
«Ὁ Μίνως (Βανῆς) εἶχε μάθει τοὺς νόμους τῆς σιωπῆς,
τὴν εὐεργετικὴ θεραπεία τῆς ἡσυχίας. Ἤξερε πότε ν’ ἀπο-

9

9

ἀπόψεις
συρθεῖ, πότε νὰ ἐπικοινωνήσει. Αὐτὸς καὶ ἡ μάνα τοῦ μιλοῦσαν καὶ μὲ τὰ βλέμματα. Ἐκείνη διάβαζε τὰ μάτια του.
Γνώριζε τί συντελοῦνταν μέσα του. Δὲν τῆς ἐπιτρεπόταν
νὰ παραβιάσει τὴν ἡσυχία του. Ἤξερε πότε θὰ τοῦ πιάσει
τὴν παλάμη νὰ προσευχηθοῦν μαζί. Ἐκείνη τὴν ἱερὴ στιγμή, ὁ Μίνως (Βανῆς) δὲν δυσανασχετοῦσε. Ἀντίθετα, τὸ
περίμενε. Ἤξερε πότε νὰ τὸν ἀφήσει μόνο, στὴν ἐντελῶς
προσωπική του “κοινωνία” μὲ τὸ Θεό. Ἱερὲς στιγμὲς μὲ
ἰδιαίτερο μυστικό, ἐκστατικὸ νόημα. Μετὰ τὸν παρακολουθοῦσε νὰ βγαίνει μέσα ἀπὸ μιὰ ἄλλου χαρακτήρα καὶ
πέραν τῆς αἰσθητὴς φύσεως κατάσταση, μὲ νοῦ καθαρὸ
σὰν κρύσταλλο, ἑνωμένο μὲ τὴν καρδιά. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ
τὶς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ του κόσμου, ἀποδεσμευμένο ἀπὸ τὴ
φαντασία καὶ τὴ γνώση. Ἀπελευθερωμένο ἀπὸ τὰ δεσμὰ
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ τὰ ζητήματα ποῦ μᾶς καῖνε. Ὁ νοῦς
ὁλοφάνερα εἶχε συναντήσει κάτι ἀνώτερο, εἶχε συνδεθεῖ μὲ
τὴν ἀληθινὴ γνώση. Τὴν τέλεια γνώση. Γι’ αὐτὸ παρέμενε
ἀτάραχος, σίγουρος, γαλήνιος, χωρὶς καθημερινοὺς συλλογισμούς, χωρὶς τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Ἡ μάνα τοῦ τὸν
ἔβλεπε μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὴ δύναμη ψυχῆς ποῦ ἐξέπεμπε,
γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τῆς μιλοῦσε, γιὰ μιὰ ἐνέργεια
ἐσωτερική, ἄλλου βεληνεκοῦς, ἀκατανόητη».
Ἡ οἰκογένεια χρησιμοποιώντας τὶς δυνατότητες ποῦ δίνει ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες
ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ γίνουν διάφορες ἐσωτερικὲς
διεργασίες. Γράφει:
«Ὄντως ὅμως ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς φρικτὲς σωματικὲς
ὀδύνες, ὁ νοῦς τοῦ παρέμενε εἰρηνικὸς καὶ ἔψαχνε προσευχόμενος. Δὲν ἱκανοποιοῦνταν ἀπὸ τὶς λογικὲς ἀπαντήσεις
καὶ τὸν παρακολουθοῦσα νὰ ἀποζητᾶ τὴν ἡσυχία πολλὲς
φορὲς καὶ μετὰ νὰ ἐπιστρέφει στὴ φυσιολογικὴ ζωὴ ἤρεμος,
δημιουργικός, δυνατός.
Συγκεντρωνότανε σίγουρα σὲ μιὰ προσωπικὴ ἐνδοσκόπηση καὶ πήγαινε παραπέρα. Ἀκολουθοῦσε μὲ καθαρὴ
καρδιὰ πνευματικὰ μονοπάτια, ἀναζητώντας τὴν πηγὴ ποῦ
θὰ τοῦ πρόσφερε τὴν ἀληθινὴ γνώση. Ὁ Βανῆς ἀνέπτυξε
μιὰ ἐκπληκτικὴ ἐσωτερικὴ διαύγεια καὶ πρέπει νὰ ἄρχισε
μέσα του μιὰ σπάνια ἐσωτερικὴ διεργασία. Εἶχε μιὰ καθαρὴ
συνειδητότητα γιὰ τὴν ἀσθένειά του, τὸν κόσμο, ὅσα συνέβαιναν γύρω του, γιὰ τὸ Θεό. Ἔδειχνε ἀκλόνητος ἀπὸ τὶς
ὑποτροπὲς καὶ τὰ βάσανά του. Ὁ νοῦς τοῦ ἦταν καθαρός,
ὑγιής, χωρὶς ἀλλοιώσεις μὲ ἀπωθημένες ἐπιθυμίες ἢ ἄλυτα
προβλήματα. Ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς δυσκολίες καὶ πάνω
ἀπ’ ὅλα ἀπὸ τὸ φόβο. Τὸ σῶμα τοῦ ἦταν ἄρρωστο ὁ νοῦς
τοῦ ὅμως καὶ ἡ καρδιά του δὲν ἀρρώστησαν. Τὴν ἀλλαγὴ
τοῦ αὐτὴ δὲν τὴν ὁμολογοῦσε οὔτε εἶχε φαίνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τὴν συζητάει. Τὶς σκέψεις τοῦ ὅμως τὶς ἔγραφε.
Καὶ βέβαια μόνο μιὰ μάνα μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ καὶ νὰ
καταλάβει ὅτι κάτι διαφορετικὸ συμβαίνει στὸ παιδί της».
Μετὰ τὴν περιπέτεια αὐτὴ ἡ μάνα κατάλαβε τὴν ἀξία
τοῦ πόνου, ὅταν ὁδηγῆται ὁ ἄνθρωπος στὴν νοερὰ προσευχή. «Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἀσθενεῖς οἱ πολὺ πονεμένοι, ποῦ

καταφέρνουν καὶ ἐπιτυγχάνουν, μέσω τῆς νοερᾶς προσευχῆς, αὐτὴν τὴν ἕνωση, μεταμορφώνονται σ’ ἄλλου
εἴδους ἀνθρώπων. Ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται μέσα ἀπὸ τὸν πολὺ
πόνο. Μόνο ὁ ἀβάσταχτος, ὁ βαθὺς πόνος φέρνει τὴν
ἀναγέννηση, τὸ νέο ἄνθρωπο».
Ἡ μάνα αὐτὴ καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ τῆς
ἀνακάλυψε «τὴ δυνατότητα θεραπείας τοῦ νοῦ ποῦ εἶναι
δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθεῖ, μόνον ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου
“ἀποκαλυφθεί”». Αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν «ἀδιάλειπτη μνήμη
τοῦ Θεοῦ», ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου «εἶναι συνδεδεμένος μέσω τῆς νοερᾶς προσευχῆς μὲ τὸ Θεό, ὅπως λένε
οἱ νηπτικοὶ πατέρες τοῦ Χριστιανισμοῦ». Ἔμαθε «ὅτι τὸ
βασικὸ πρόβλημα στὴν ζωὴ μᾶς εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ νοῦ»•
ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐκτὸς ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐνέργεια
ἔχει καὶ τὴν νοερὰ ἐνέργεια καὶ ὅτι καλλιεργοῦμε «ἔντονα
τὴ λογικὴ» καὶ ἀναπτύσσουμε «ὑπερβολικὴ δράση» καὶ
ὅτι «ἔχουμε παραμελήσει τὴν ἄλλη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς,
τὸ νοῦ, ποῦ εἶναι τὸ κέντρο ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου».
Γνώρισε «τὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ ποῦ ἔχει ὁ Χριστιανισμὸς
καὶ ἰδιαίτερα ἡ Ὀρθόδοξη Διδασκαλία καὶ παράδοση τῶν
νηπτικῶν πατέρων τῆς πίστης μας, κάτι ποῦ σήμερα ἔχει
χαθεῖ», «τὸ θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ τὴ σωτηριολογικὴ
σημασία ποῦ ἔχει ἡ Χριστιανικὴ πίστη, ποῦ εἶναι ἀποκεκαλυμμένη πίστη», ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους «ποῦ
προάγουν τὸ φυσικὸ ὑλικὸ κόσμο καὶ ποῦ ἀποδεικνύονται
συνεχῶς ἀνεπαρκεῖς νὰ ἐπιλύσουν λεπτότερα θέματα,
ὅπως προανέφερα, ἠθικῆς, ζωῆς, θανάτου», «πρέπει νὰ
ὑπάρχουν καὶ πνευματικοὶ νόμοι ποῦ λειτουργοῦν καὶ
ρυθμίζουν τὴν ὑλικὴ μὲ τὴν πνευματική μας ὑπόσταση».
Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι τὸ παιδὶ εἶχε ἕναν ἤρεμο θάνατο,
ἀλλὰ τὸ σημαντικότερο εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ μάνα μετέτρεψε
τὸν πόνο της σὲ ἐλευθερία, ἀγάπη καὶ δημιουργικότητα…
Πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα, ἀκόμη καὶ Κληρικοὶ ποῦ ζοῦν
στὴν Ἐκκλησία, ἔχουν μιὰ κακὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἄλλοι τὴν ἐκλαμβάνουν ὡς μιὰ Θρησκεία ποῦ ἱκανοποιεῖ τὰ θρησκευτικὰ συναισθήματα τῶν ἀνθρώπων, ἄλλοι
τὴν θεωροῦν ὡς ἕνα ἰδεολογικὸ σύστημα ποῦ ἀντιτάσσεται
σὲ ἄλλα ἰδεολογικὰ συστήματα, ἄλλοι ὡς μιὰ κοινωνικὴ
ὀργάνωση ποῦ ἀσχολεῖται μόνον γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση διαφόρων κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ὅμως, ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία ἔχει πολλὲς θεραπευτικὲς δυνατότητες ποῦ παραμένουν ἄγνωστες ἢ ἀναξιοποίητες, κυρίως δίνει νόημα
στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, θεραπεύει τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο
τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀντιμετωπίζη
σωστὰ ὅλα τα προβλήματά του καὶ νὰ ὑπερβαίνη καὶ αὐτὸν
τὸν θάνατο. Τὸν θάνατο ἢ μπορεῖ νὰ τὸν ἀγνοήση κανεὶς
ἢ νὰ βρεθῆ κάτω ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴ πίεσή του ἢ νὰ τὸν
ὑπερβῆ, νὰ νικήση τὸν φόβο ποῦ προξενεῖ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποβλέπει σὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, στὴν ὑπέρβαση τοῦ
φόβου τοῦ θανάτου καὶ αὐτοῦ του ἰδίου τοῦ θανάτου…
ἀπὸ τὸ βιβλιο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου
καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰεροθέου, Ἐνιαύσιον 2013
9

νεότητα

Ἀρετὲς καὶ πάθη
μέσα στὴν Οἰκογένεια
Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου

Τ

ὸ πρῶτο λοιπὸν πάθος, ἡ κενοδοξία ἢ καλύτερα
ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ρίζα ὅλης της μεταπτωτικῆς διαστροφῆς καὶ ἁμαρτίας. Ἡ κενοδοξία
τυφλώνει τὸ νοῦ καὶ ἐκδιώκει τὸ φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ
ἀποτέλεσμα νὰ ρίχνει τὸν ἄνθρωπο σὲ φοβερὰ λάθη, γιατί
λειτουργεῖ μέσα μας σὰν θανατηφόρα μέθη, ποὺ σπρώχνει στὸ βάραθρο τῆς ἀποτυχίας. Ἡ κενοδοξία ἀγνοεῖ
καὶ ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὴν πραγματικότητα καὶ ζεῖ σὲ
κόσμους ψεύτικους, φτιαγμένους μὲ τὴν ἀρρωστημένη
ἐγωπαθῆ φαντασία.
Αὐτὸ τὸ ὀλέθριο πάθος θεραπεύεται μέσα στὸ χῶρο τῆς
οἰκογένειας καὶ τῆς ἀνοχῆς, ὑπομονῆς καὶ συμβολῆς τοῦ
ἄλλου ἀνθρώπου. Ὅταν δὲν ἀρκεῖται κανεὶς στὶς δικές του
κρίσεις καὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ ταπεινώνεται καὶ δέχεται τὶς
ἀπόψεις τῶν ἄλλων καὶ ὑπακούει κόβοντας καὶ θυσιάζοντας
τὸ δικό του θέλημα, τότε ἀρχίζει ἔτσι νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ
στενὰ καὶ ἀσφυκτικὰ δεσμὰ τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ πλανιέται
μέσα στὸν ἐλεύθερο χῶρο τῆς ταπεινώσεως.
Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς τοῦ
Χριστοῦ μας, ποὺ συμβαδίζει πάντοτε μὲ μόνιμο σύντροφο
τὴν πραότητα. Αὐτὲς οἱ δύο ἀρετὲς , ἡ ταπείνωση καὶ ἡ
πραότητα εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι στύλοι ποὺ συγκρατοῦν
ὁλόκληρό το οἰκοδόμημα τῆς οἰκογένειας, ποὺ πρέπει νὰ
ἀντέξει στὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς θύελλες καὶ πιέσεις.
Μέσα στὸν κύκλο τῆς οἰκογένειας, ὅπου οἱ σωματικὲς καὶ
οἱ πνευματικὲς ἡλικίες εἶναι ποικίλες καὶ διέρχονται ἰδιόμορφες ἀλλοιώσεις, ἡ πραότητα ἀποτελεῖ τὴ συνδετικὴ
ὕλη ποὺ συγκροτεῖ καὶ συνέχει τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ
τὰ ὁδηγεῖ ἤρεμα καὶ σταθερὰ στὴν καθολικὴ καὶ τελείωση
καὶ ὡριμότητα.
Δεύτερο πάθος καταστρεπτικό, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὸ
προηγούμενο καὶ τὸ ἀκολουθεῖ ὅπως ἡ σκιὰ τὸ σῶμα, εἶναι
ἡ φιλαυτία. Ἡ ἄλογη φιλία τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ λατρεία
τοῦ ἐγώ, ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ περιστρέφει τὰ πάντα γύρω ἀπὸ
τὴ δική μας ἀρέσκεια καὶ προτίμηση. Ἡ φιλαυτία εἶναι ὁ
ἄκρατος ἀτομισμὸς σὲ ὅλη τὴν ἔκτασή του, ποὺ διαλύει
κάθε κοινωνικότητα καὶ δεσμὸ λόγω τῆς ἀδυναμίας νὰ
ἀρνηθεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του.
Ἡ φιλαυτία γεννᾶ τὴν ἀνταρσία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία
καὶ γινόμαστε δυστυχῶς μάρτυρες καθημερινῶν οἰκογενειακῶν ναυαγίων, πού, ἐὰν θελήσουμε νὰ δοῦμε τὶς
αἰτίες, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὲς δὲν εἶναι ἄλλες ἀπὸ
τὸν ἀτομισμό, τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία, εἴτε τῶν
συζύγων μεταξύ τους, εἴτε τῶν παιδιῶν στὶς σχέσεις μαζί
τους. Ὅταν “μέτρον παντων” τῶν κινήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων μᾶς εἶναι τὸ ἄτομό μας, ἡ ἀρέσκεια καὶ ἡ ἀνάπαυσή
μας, τότε καταλαβαίνουμε πολὺ καλά το λόγο τῶν πολλῶν
10

διαζυγίων ποὺ δημιουργεῖ ἐρείπια καὶ τραύματα μὲ μόνες
τὶς καθιερωμένες πλέον προφάσεις “αὐτὸ δὲν μοῦ ἀρέσει,
δὲν μὲ ἐκφράζει, δὲν μὲ καταλαβαίνει, δὲν ταιριάζουμε”.
Ἡ φιλαυτία μᾶς κάνει σκληροὺς καὶ ἀνάλγητους οὐσιαστικὰ τυφλοὺς καὶ ἀναίσθητους, γιατί προκειμένου νὰ
ἱκανοποιήσει τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀδιαφορεῖ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο
ἤθελε συμβεῖ, γιὰ οἱαδήποτε τραύματα καὶ ἐρείπια καὶ ἂν
δημιουργηθοῦν στὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ
κυρίως στὰ παιδιά.
Φάρμακο κατὰ τῆς φιλαυτίας ὁρίζουν οἱ ἅγιοι πατέρες
τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἀγάπη ποὺ δίδει τὴ ζωογόνο δύναμη νὰ ἀποθάνει τὸ “ἐγὼ” γιὰ νὰ ζήσει τὸ “ἐσὺ” μέσα στὴν
κοινωνία τοῦ “ἐμείς”. Ἡ ἀγάπη “οὐ λογίζεται τὰ ἐαυτής”
καὶ ἔχει διδάσκαλό της τὸ Χριστό, ποὺ παρέδωσε “ἐαυτὸν
ὑπὲρ τῆς κόσμου ζωής” καὶ ἔτσι ἀνέστησε τὴν ’Ἐκκλησία.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κένωση τοῦ ἐαυτοῦ μας καὶ ἡ ἀνασυγκρότηση τοῦ προσώπου μας, γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ κατ’
ἐξοχὴν ὑγιὴς κίνηση τῆς ψυχῆς. Γιὰ νὰ μπορέσομε ὅμως
νὰ “κενώσωμεν ἐαυτούς” καὶ νὰ γίνομε πλήρεις ζωῆς, τότε
ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ στραφεῖ πρῶτα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ δὶ’
Αὐτοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση ὁλόκληρη. Γι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, ὥστε
νὰ καταλάβουν καλὰ ποιὸ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἀγάπης,
πῶς ξεκινᾶ καὶ ποῦ καταλήγει, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ τροχιὰ καὶ πορεία της, ὥστε νὰ εἶναι ἁγνὴ καὶ ἀπαλλαγμένη
ἀρρωστημένων συναισθημάτων καὶ ἀτομικῶν κριτηρίων.
Τὸ τρίτο πάθος, ποὺ σὰν ἰσχυρὸς κρίκος ἑνώνεται μὲ
τὴν προηγούμενη ἁλυσίδα, εἶναι κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ
φιληδονία.
Ἡ φιληδονία στὴ γενική της μορφὴ σὰν ἄρνηση κάθε
εἴδους φιλοπονίας, κόπου καὶ στερήσεως γιὰ τὸ καλό των
ἄλλων, ἀλλὰ καὶ σὰν ἀπολυτοποίηση καὶ θεοποίηση τῆς
ἡδονῆς. Οἱ ρίζες τῆς βρίσκονται στὴν ψυχικὴ ἀσθένεια τῆς
πτώσεως καὶ τὸ σκοτισμὸ τοῦ μακράν του Θεοῦ νοῦ, μὲ
προεκτάσεις καὶ ἐπιδράσεις στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ
εἶναι “ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” καὶ “μέλος Χριστού”.

11

1

Μεζεδοπωλείο - Αίθουσα Εκδηλώσεων

Σ. Δεναξάς - Δ. Μπήλιας
Βυζαντινή
Μεταλλοξυλογλυπτική Τέχνη

Κεντρική Πλατεία Πετρουπόλεως,
Καρπάθου 1, 132 31, Τηλ.: 210 5063724

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ
ΟΔΟΥ ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ,
Τ.Κ. 19 600
Τηλ. 2293022070
Κιν. 6944 642 861,
6972 888 012
info@denaxas-mpilias.gr

Λ. Αγ. Ιεροθέου 110
Περιστέρι-Τ.Κ. 12137
Τ.: 210/5056473-5719123
e-mail: info@fraoulino.gr

Πετρούπολη
Μάρκου Μπότσαρη 17,
Τηλ.: 2102628516

Υποκατάστημα Καλαμάτας:
Ψαρών 148Α & Λυκούργου, Τ.Κ.24100
Τηλ: 2721 181040, Fax.: 2721 181041, Κιν: 6973280504

Κ Λ Ι Μ ΑΤ Ι Σ Μ Ο Σ
ΟΙΚΙΑΚΟΣ | ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ | ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ
ΕΜΠΟΡΙΟ | SERVICE | ΒΛΑΒΕΣ

Ιάκωβος Παπάζογλου
Αδειούχος Πιστοποιημένος Ψυκτικός

Μωρογιάννη 48
Περιστέρι
τ: 6942 770969
iakpap@yahoo.gr

Περιστέρι
Θηβών 206, Τηλ.: 2105777472
Καματερό
Αραχώβης 13, Τηλ.: 2105013935
Ίλιον
Παπανδρέου Ανδρέα 248

11

Εὐχαριστοῦμε θερμά τούς καθηγητές τοῦ Φροντιστηρίου Μέσης Ἐκπαίδευσης
γιά τήν προσφορά τους στό Ἐνοριακό
Κοινωνικό Φροντιστήριο τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.

(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)