Τα τίμια δώρα των τριών μάγων

:
«Το ταξίδι» και η ιστορία τους
Μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι και έχοντας ως οδηγό τους το Άστρο της
Βηθλεέμ, οι τρεις μάγοι φτάνουν στην Ιερουσαλήμ προς αναζήτηση του Θείου
Βρέφους για να προσφέρουν τα Τίμια δώρα.
Ο Μελχιόρ θα προσέφερε στο Χριστό χρυσό, ο Γάσπαρ λιβάνι και ο Βαλτάσαρ
σμύρνα. Τα τίμια δώρα ή καλύτερα η επιλογή τους, κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν.
Ο χρυσός ήταν ένα μέταλλο που προσέφεραν οι βασιλείς. Με αυτή την
προσφορά οι Μάγοι θέλησαν να δείξουν ότι τιμούσαν ένα βασιλιά. Ο λίβανος, το
γνωστό μας λιβάνι, ήταν ένα πολύτιμο υλικό, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως
θυμίαμα (όπως και σήμερα άλλωστε) σε θρησκευτικές τελετές. Έτσι, έδειξαν οι
Μάγοι τη θεϊκή φύση του Χριστού. Τέλος η σμύρνα, ήταν ένα υλικό που
χρησιμοποιούνταν
στην
ιατρική, αλλά και κατά την
διάρκεια της ταφής των
νεκρών. Με την σμύρνα οι
Μάγοι, έδειξαν τη θυσία που
θα έκανε ο Χριστός για την
σωτηρία των ανθρώπων.
Τί απέγιναν, όμως τα Τίμια
Δώρα; Η ίδια η Παναγία
παρέδωσε, τα Τίμια Δώρα
στην
Εκκλησία
των
Ιεροσολύμων,
πριν
την
Κοίμηση της.
Στα Ιεροσόλυμα έμειναν έως
το 400μ.Χ. Ο βυζαντινός
αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε τότε στη Βασιλεύουσα, όπου και έμειναν
έως το 1204μ.Χ. όταν καταλήφθηκε η Πόλη από τους Φράγκους. Για ένα
διάστημα περίπου εξήντα χρόνων, τα Τίμια Δώρα μεταφέρθηκαν στην Νίκαια της
Βιθυνίας και επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1453μ.Χ, όταν η
1

Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή. Από τα χέρια των κατακτητών
τα έσωσε η μητριά του Μωάμεθ, η οποία ήταν χριστιανή και λεγόταν Μάρω. Η
Μάρω τα μετέφερε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος όπου
βρίσκονται μέχρι τις μέρες μας.
Η μονή αυτή επιλέχθηκε από την Μάρω γιατί το καθολικό (εκκλησία) της μονής
είχε κτίσει ο πατέρας της Γεώργιος Βράγκοβιτς, ο οποίος ήταν δεσπότης της
Σερβίας. Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο τον
Τροπαιοφόρο. Κατά τη διάρκεια της παράδοσης των Τιμίων Δώρων από την
Μάρω στους μοναχούς της μονής συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός.
Καθώς η Μάρω ανέβαινε από το λιμάνι προς την Μονή, την εμπόδισε να
συνεχίσει τον δρόμο της η Παναγία, ώστε να μην παραβιάσει το Άβατο του Αγίου
Όρους. Στο σημείο εκείνο ανεγέρθηκε Σταυρός, ο οποίος σώζεται μέχρι τις μέρες
μας και ονομάζεται «Σταυρός της Βασιλίσσης». Τα Τίμια Δώρα είναι
θαυματουργά, ενώ αναδίδουν συνεχώς μια ευωδία, γεγονός που πιστοποιεί την
αυθεντικότητά τους.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο μεν χρυσός, από τα Τίμια Δώρα, είναι 28 πλακίδια
μήκους 7 και πλάτους 5 εκατοστών περίπου διαφόρων σχημάτων που φέρουν
καλλιτεχνικά σχέδια. Τα δε, λίβανος και σμύρνα είναι περίπου εξήντα σφαιρίδια,
ανακατεμένα μεταξύ τους, και μεγέθους όσο μια ελιά.
Σήμερα, Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου, θα πραγματοποιηθεί πανεπισήμως η υποδοχή
των Τιμίων Δώρων στον προαύλιο χώρο του Ναού, από τον Μητροπολίτη
Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο, επικεφαλής του Ιερού Κλήρου και του
ευσεβούς λαού. Τα Τίμια Δώρα θα κομίσει ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής
Αγίου Παύλου Αρχιμ. Παρθένιος.
Τα Τίμια Δώρα θα παραμείνουν στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας έως την
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου, ενώ κατά τη διάρκεια του οκταήμερου προσκυνήματος,
προς αγιασμό των πιστών, θα τελούνται έκτακτες Ιερές Ακολουθίες.
(Πηγή: http://www.dogma.gr/)

Ερμηνεία της Εικόνας της Γεννήσεως
Όταν οι ειδικοί περιγράφουν μια εικόνα μας μιλάνε για τους τόνους των
χρωμάτων, τις κινήσεις των σωμάτων, για λεπτομέρειες διάφορες, τις οποίες
μόνο αυτοί και λίγοι άλλοι καταλαβαίνουν. Για τους περισσότερους όμως δεν
έχουν αυτά τόση σημασία, όσο η κατάνυξη και όλα τα ευλαβικά συναισθήματα
που βιώνουμε κάθε φορά που ατενίζουμε και προσκυνούμε τις Άγιες Εικόνες. Οι
Ἀγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας τόνισαν από τους πρώτους κιόλας αιώνες την
χρησιμότητα και αναγκαιότητα των εικόνων, ως διδακτικού μέσου για την
κατανόηση των μυστηρίων του Θεού, του αμεσότερου παράγοντα διδασκαλίας
για όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν εύκολα τα κείμενα της Θείας Λατρείας
(Ι.Ευαγγέλιο, ύμνους, τροπάρια κλπ.). Αυτό το πνευματικό νόημα θα
2

προσπαθήσουμε με συντομία να ανασύρουμε μέσα από την πάνσεπτο εικόνα της
Γεννήσεως του Χριστού. Για να γίνει φανερός ο στενότατος σύνδεσμος της
εικόνας με τη λατρεία και παράλληλα η χρησιμότητά της, αρκεί να θυμηθούμε το
γνωστότατο Κάθισμα - τροπάριο της εορτής:

«Δεύτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν,
λοιπόν, ἔνθα ὀδεύει ὁ ἀστήρ, μετά τῶν Μάγων, ἀνατολῆς τῶν βασιλέων.
Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ· ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ὠδήν
ἐπάξιον· Δόξα ἐν ὑψίστοις, λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι
εκ τῆς Παρθένου καί Θεοτόκου ἐν Βηθλεέμ τῆς ἰουδαίας».
Είναι δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά αν η εικόνα ιστορεί* όσα διηγείται ο
υμνογράφος ή το τροπάριο περιγράφει την εικόνα. Άλλωστε και τα δύο
προέκυψαν μέσα από το βίωμα και την παράδοση αυτών που ανά τους αιώνες
έζησαν την κατά Χριστόν Ζωή. Είναι φανερό όμως ότι και τα δυο μας μεταδίδουν
τα ίδια υψηλά νοήματα, με διαφορετικό όμως εκφραστικό μέσο. Έτσι λοιπόν το
πρώτο σημείο που επικεντρώνεται η προσοχή μας όταν κοιτάμε μια εικόνα είναι
το Σπήλαιο στο κέντρο και μέσα σ’ αυτό ο νεογέννητος Χριστός, σπαργανωμένος
στη φάτνη. Δίπλα Του η Πάναγνος Μητέρα Του σε στάση που δηλώνει το
μέγεθος του Μυστηρίου της Θείας σαρκώσεως. Ο άσαρκος Θεός προσλαμβάνει
την ανθρώπινη φύση και σάρκα με τρόπο βέβαια όχι σύμφωνο με τους
“φυσικούς” νόμους. Ο “αχώρητος παντί… εχωρήθη εν γαστρί” και επειδή
συνελήφθη χωρίς ηδονή, γιαυτό και γεννάται άνευ οδύνης! Εδώ έχουμε το
Μυστήριο της Αεί-Παρθενίας της Παναγίας μας που συμβολίζεται σε όλες τις
εικόνες της με τα τρία αστέρια, ζωγραφισμένα επάνω στο μέτωπο και τους
ώμους της. Προσέξτε και κάτι άλλο: η φάτνη μοιάζει με μνήμα!! Με τον τρόπο
αυτό ο αγιογράφος μας υπενθυμίζει το σκοπό της ενανθρωπήσεως του Υιού και
Λόγου του Θεού, τη δική μας δηλαδή σωτηρία. Καταδέχθηκε, Θεός ών, και
εκένωσε εαυτόν δηλ. αυτοταπεινώθηκε και καταδέχθηκε να γίνει άνθρωπος για
να μας προσφέρει με το δικό Του θάνατο την προοπτική της Ζωής που είχαμε
απωλέσει. Από ψηλά, μια ακτίνα φωτεινή κατεβαίνει από τον ουρανό. Στο μέσο
της διακρίνουμε τον θεόσταλτο Αστέρα που δείχνει στους πιστούς όλων των
εποχών τον Ουράνιο Βασιλέα. Επάνω αριστερά μια ομάδα αγγέλων ψάλλει το
“Δόξα εν Υψίστοις Θεώ…” και πιο κάτω διακρίνουμε τους Μάγους πάνω στα
άλογά τους να κοιτούν το άστρο και να συζητούν μεταξύ τους. Έχουν κάνει πολύ
δρόμο για να προσκυνήσουν το θείον Βρέφος, και φέρνουν μαζί τους τα δώρα:
χρυσό, που συμβολίζει ότι είναι ο Βασιλεύς του παντός· λιβάνι, που συμβολίζει τη
Θεϊκή Του φύση· και σμύρνα, που προεικονίζει το Πάθος, τα μύρα του
ενταφιασμού και την ζωηφόρο Ανάστασή Του. Δεξιά του σπηλαίου οι βοσκοί
ευαγγελίζονται από τον άγγελο το Μεγάλο γεγονός. Είναι οι μόνοι, μαζί με τους
μάγους, που θα προσκυνήσουν το Μεσσία, γιατί έχουν καρδιές αγνές και
ταπεινές, έτοιμες να υποδεχθούν το Λυτρωτή. Όλοι οι άλλοι, οι άρχοντες του
λαού, οι γραμματείς και οι νομοδιδάσκαλοι, δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπό Του

3

αυτόν που με τόση προσδοκία ανέμεναν. Δίπλα Του βρίσκονται τά άλογα ζώα,
υποδηλώνοντας τη ρήση του Προφήτη Ησαϊα: “ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ
ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ισραηλ δέ με οὐκ ἔγνω͵ καὶ ὁ λαός με οὐ
συνῆκεν” (Ησ. α΄, 3). Μπροστά και κάτω από το σπήλαιο υπάρχουν δυο
απεικονίσεις που δεν τις συναντάμε σε όλες τις εικόνες. Η μία δείχνει τον Ιωσήφ
σκεφτικό μπροστά σ’ έναν γέρο καμπούρη που κρατά μια στραβή ράβδο:
συμβολίζει τους λογισμούς του μνήστορα όταν έμαθε ότι η Παναγία ήταν έγκυος.
Η θέση επίσης που βρίσκεται ο Ιωσήφ σε σχέση με το Χριστό και την Θεοτόκο
δείχνει ότι δεν έχει άμεση σχέση με την ενανθρώπιση του Σωτήρα, ότι δεν είναι ο
φυσικός Του πατέρας.. Η δεύτερη παράσταση είναι το λουτρό του Βρέφους από
τις μαίες. Το λουτρό ελάμβανε χώρα αμέσως μετά τη γέννηση των παιδιών και η
απεικόνισή του εδώ μας λέει πως ο Κύριος όχι μόνο ταπεινώθηκε γενόμενος
άνθρωπος, αλλά ότι ο Νομοθέτης του σύμπαντος υπέκυψε για χάρη μας στους
ανθρώπινους νόμους για να μας ελκύσει κοντά Του. Συγκρίνοντας μια εικόνα της
Γεννήσεως με μια αντίστοιχη ζωγραφιά της δύσης παρατηρούμε ότι οι δυτικοί
καλλιτέχνες ρίχνουν όλο το βάρος στην
αρτιότητα της τέχνης, στην όσο το δυνατόν
ρεαλιστικότερη απόδοση μιας μόνο στιγμής,
σαν να βρισκόταν εκεί π.χ. ένας φωτογράφος.
Έτσι τονίζουν τα βράχια, τα πρόβατα, τους
μάγους, τους βοσκούς, τους αγγέλους, τη
φάτνη, τα ζώα, τα φυτά, τη νύχτα, με
αποτέλεσμα μέσα σε αυτήν την πολυκοσμία και
φασαρία να χάνεται το μικρό βρέφος και
ταυτόχρονα όλο το πνευματικό νόημα. Ο
βυζαντινός καλλιτέχνης όμως δεν ενδιαφέρεται
τόσο για τους κανόνες του ρεαλισμού.
Προκειμένου να τονίσει και να προβάλλει την
πνευματική διάσταση των γεγονότων δεν
διστάζει να βάλει χρυσό στον ουρανό, να ρίξει
άπλετο φως σε όλη τη σύνθεση, να
παραστήσει άλλες μορφές μεγαλύτερες και άλλες μικρότερες, να τοποθετήσει
ετεροχρονισμένα γεγονότα στο ίδιο ζωγραφικό πλαίσιο, να απλοποιήσει το σχέδιο
και τις αποχρώσεις. Έτσι λοιπόν δικαιολογούνται και τα αισθήματα δέους,
κατανύξεως και πνευματικής ανατάσεως στη θέα της εικόνας, που μας ωθούν
προς τα άνω και μας κάνουν να κατανοούμε όσα η Πίστη μας διδάσκει …
(Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr)

4