You are on page 1of 178

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ε.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΜΣ ∆Ι∆ΑΚΤΙΚΗΣ

ΑΘΗΝΑ 2015
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ

53A05. 51A10. 01A60. 51A05.uoa. 01A55.uoa.gr url: http://users. 51E15.ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ Σηµειώσεις για το ΠΜΣ ∆ιδακτικής TOPICS IN GEOMETRY Lecture Notes for Didactics AMS (2000) Subject Classification: 01A20. Vassiliou All rights reserved email address: evassil@math.gr/ evassil . 53A04. 58A05 83-99 COPYRIGHT © 2015 by Efstathios E.

H. οι οποίες εκτείνονται πιο πέρα από αυτές που διδάσκονται στη δευτεροβάθµια εκπαίδευση. but Greek mathematics is the real thing. Οι τελευταίες µπορούν να παίξουν ένα χρήσιµο ϱόλο. κυρίως από τη σκοπιά της διεύϱυνσης µερικών ϑεµελιωδών εννοιών. ΄Εχουν σκοπό να αποτελέσουν οδηγό για τη µελέτη ϑεµατικών ενοτήτων ϑεωρητικού ενδιαφέροντος για ϕοιτητές/τριες του Μεταπτυχιακού Προγράµµατος της ∆ιδακτικής του ΕΚΠΑ. because languages die and mathematical ideas do not. Βασικός στόχος των ενοτήτων που αναφέρονται εδώ είναι να ϕέρουν τον/την αναγνώστη/στρια σε επαφή µε διάφορες απόψεις και µεθόδους της γεωµετρίας. G. . Hardy [16. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο/η διδάσκων/ουσα µε ευρεία (και όσο το δυνατόν ϐαθύτερη) γνώση µπορεί να είναι πηγή έµπνευσης για τους µαθητές. Oriental mathematics may be an interesting curiosity. So greek mathematics is ‘permanent’. The greeks first spoke a a language which modern mathematicians can understand . Αποτελούν ϐελτιωµένη έκδοση των προηγουµένων σηµειώσεων µας µε τίτλο «Γεωµετρία για τη ∆ιδακτική». Archimedes will be remembered when Aeschylus is forgotten. more permanent even than Greek literature. . σελ. 80–81] Ο ι σηµειωσεις αυτες αποτελούν µία σειρά εισαγωγικών µαθηµάτων σε µερικούς κλάδους της γεωµετρίας. Μέσα από µικρές παρεµβάσεις (ακόµη και ιστορικού v . όπως είχαν διαµορφωθεί µέχρι το 2012.Πρόλογος The Greeks were the first mathematicians who are still ‘real’ to us to-day.

Το τρίτο κεφάλαιο αποτελεί εισαγωγή στη ϑεωρία των διαφορισίµων καµπυλών. και σε καµιά πεϱίπτωση δεν µπορούν να τις υποκαταστήσουν. όπως προηγουµένως). η σύντοµη αναφορά στην αναλυτική πλευρά του πραγµατικού προβολικού επιπέδου ϕέρνει τον/την αναγνώστη/στρια σε επαφή µε τις οµογενείς συντεταγµένες και δίνει µια πρώτη γεύση της αλγεβροποίησης του (τυχόντος) προβολικού επιπέδου. εξετάζεται και η περίπτωση πεπερασµένων επιπέδων. µαζί µε το «συνοδεύον τρίεδρο» των Frenet-Serret. γίνεται κριτική των ατελειών τους. Εδώ επιχειρείται η διευρύνση του ϱόλου των παραγώγων στη µελέτη των καµπυλών του τριδιάστατου χώρου (ειδική περίπτωση των οποίων αποτελεί το γράφηµα µιας συνάρτησης. γίνεται µια σύντοµη αναφορά στις µη Ευκλείδειες Γεωµετρίες και παρουσιάζονται µερικά ϐασικά µοντέλα της Υπερβολικής και Ελλειπτικής Γεωµετρίας. και τα οποία έχουν ενδιαφέρουσες ιδιότητες. Επίσης. Ανάµεσα στ᾿ άλλα. Στόχος της αναφοράς στις τελευταίες είναι να επισηµανθεί ο ϱόλος τους στη διατύπωση του χωροχρόνου. Στο πρώτο κεφάλαιο. που επεκτείνει τη συνήθη έννοια της απεικόνισης. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωµένο σε µια στοιχειώδη εισαγωγή στην Προϐολική Γεωµετρία. Αυτό γίνεται προκειµένου να δοθεί (σε πληρέστερη µορφή) ένα παράδειγµα αξιωµατικού συστήµατος για µια πολύ γενική µορφή µη Ευκλείδειας Γεωµετρίας. οι οποίες συνδέονται µε τους σκοπούς αυτών των µεταπτυχιακών µαθηµάτων. αναφερόµαστε στη σύγχρονη έννοια του «µορφισµού». αναλύεται η δοµή των «Στοιχείων» του.vi Πρόλογος περιεχοµένου) µπορεί να διεγείρει τη ϕαντασία και το ενδιαφέρον τους. που αποτελεί και τη σηµαντικότερη αλλαγή. όπως εµφανίζεται στην (Ειδική και Γενική) Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein. καθορίζουν ένα είδος «εσωτερικής» γεωµετρίας των καµπυλών. ϑεµελιωµένο σύµφωνα µε την άποψη του Hilbert. όπως αυτή εφαρµόζεται στην περίπτωση του προβολικού επιπέδου. µπορεί να τους ϐοηθήσει να προσεγγίσουν µε περισσότερη αγάπη τον ανεξάντλητο κόσµο της γεωµετρίας και των µαθηµατικών γενικότερα. οι ενδιαφερόµενοι/ες µπορούν να προχωρήσουν στη µελέτη και άλλων πιο εξειδικευ- . που έχει στόχο να καθοδηγήσει τον/την αναγνώστη/στρια στη µελέτη και άλλων πηγών. και σε άλλους τοµείς της σύγχρονης Φυσικής. Τα ϐασικά συµπεϱάσµατα του κεφαλαίου παρουσιάζονται εδώ σε αντιπαράθεση µε τα αντίστοιχα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας και µπορούν να ϱίξουν ϕως στην τελευταία από µιαν άλλη οπτική γωνία. αναφέρονται οι αρχές της σύγχρονης αξιωµατικής µεθόδου και η χρήση των «µοντέλων» στον έλεγχο των σχετικών απαιτήσεών της. το κείµενο αποτελεί ένα σύντοµο ϐοήθηµα. Πιστεύουµε ότι. µε σκοπό να αναδειχθεί και από άλλη πλευρά η συµβολή του ∆ιαφορικού Λογισµού στη µελέτη της γεωµετρίας. ΄Ηδη οι διδάσκοντες/ουσες γνωρίζουν τη σηµασία των παραγώγων στη γεωµετρική µελέτη του γραφήµατος των (πραγµατικών) συναρτήσεων µιας (πραγµατικής) µεταβλητής. Τέλος. είναι µία περιγραφική περιήγηση στη Θεωρία των Επιφανειών και την εξ αυτών (ϐάσει του Θεωρήµατος Egregium του Gauss) απορρέουσα Θεωρία των ∆ιαφορικών Πολλαπλοτήτων. Η «στρέψη» και η «καµπυλότητα» είναι τα δύο ϑεµελιώδη µεγέθη που χαρακτηρίζουν τις καµπύλες και. Το τέταρτο κεφάλαιο. κάτι που συνήθως αγνοείται. µε αυτό το υπόβαθρο. Τέλος. ΄Οπως προαναφέρθηκε. µετά από µια συνοπτική αναδροµή στη γεωµετρία πριν τον Ευκλείδη.

Πρόλογος

vii

κένων ϑεµάτων, τα οποία έχουν παραλειφθεί εδώ, σύµφωνα µε τις κατευθυντήριες
γραµµές και τους περιορισµούς του παρόντος ϐοηθήµατος.
΄Ενα χρήσιµο εργαλείο για την κατανόηση των σχετικών εννοιών και µεθόδων αποτελούν και οι προτεινόµενες ασκήσεις. Για διευκόλυνση των αναγνωστών/στριών,
στο τέλος των σηµειώσεων παρατίθενται οι λύσεις των περισσοτέρων από αυτές, µεϱικές από τις οποίες είναι υποδειγµατικά λυµένες, µε αρκετές λεπτοµέρειες. Οι αναγνώστες/στριες καλούνται να επιχειρήσουν να επεξεργαστούν τις ασκήσεις, πριν
καταφύγουν στις λύσεις.
Στην παρούσα έκδοση, εκτός από την προσθήκη του τετάρτου κεφαλαίου, γίνεται
χρήση (υπερ)συνδέσµων εντός του κειµένου, αλλά και σε τοποθεσίες του διαδικτύου,
που διευκολύνουν την ηλεκτρονική ανάγνωση των σηµειώσεων (µέσω υπολογιστή ή
tablet). Επίσης, έχουν γίνει µερικές µικρές ϐελτιώσεις, και διορθώνονται διάφορες
αβλεψίες προηγουµένων εκδόσεων, που ευγενώς επισηµάνθηκαν από τους αναγνώστες. Ο συγγραφέας ϑα είναι ιδιαίτερα υποχρεωµένος σε όσους ϑα ϑελήσουν να του
γνωστοποιήσουν ∗ λάθη και ατέλειες που ϑα επισηµάνουν και σ᾿ αυτήν τη νέα έκδοση.
Ε.Β

Ηλεκτρονική διεύθυνση : evassil@math.uoa.gr

Αθήνα, Ιούλιος 2015.

Περιεχόµενα

Πρόλογος

v

1 Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία
1.1 Η γεωµετρία πριν τον Ευκλείδη . . . . .
1.2 Ο Ευκλείδης και τα «Στοιχεία» του . . . .
1.3 Τα αξιώµατα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας
1.4 Κριτική των «Στοιχείων» και ο Hilbert . .
1.5 Τα σύγχρονα γεωµετρικά συστήµατα . .
1.6 Η Υπερβολική Γεωµετρία . . . . . . . . .
1.7 Η Ελλειπτική Γεωµετρία . . . . . . . . .
1.8 Ασκήσεις . . . . . . . . . . . . . . . . .
2 Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα
2.0 Εισαγωγή . . . . . . . . . . . . . . .
2.1 Το συσχετισµένο επίπεδο . . . . . . .
2.2 Το προβολικό επίπεδο . . . . . . . .
2.3 Η αρχή του δυϊσµού . . . . . . . . .
2.4 Στοιχειώδεις απεικονίσεις . . . . . .
2.5 Σχέση προβολικών και συσχετισµένων
2.6 Μορφισµοί προβολικών επιπέδων . .
2.7 Αλγεβρική µελέτη του P2 . . . . . . .

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

. . . . . .
. . . . . .
. . . . . .
. . . . . .
. . . . . .
επιπέδων
. . . . . .
. . . . . .

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.

1
2
6
10
12
19
20
25
29

.
.
.
.
.
.
.
.

31
32
37
42
48
51
56
63
71

3 ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες
79
3.0 Εισαγωγή . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 80
3.1 ∆ιαφορίσιµες καµπύλες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 80
ix

. 125 . . 4. Καµπυλότητα και στρέψη . . . . . . . . . . . . . .3 3. . . . . . . . 126 Βιβλιογραφία 129 Πίνακας εννοιών 133 Υποδείξεις λύσεων 137 . . . . . . 4. . . . . . 109 . . . . . . . .4 3.2 3.x Πρόλογος 3. . . . . . .3. . Ασκήσεις . . . . . . . . . . . 110 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .2 ∆ιαφορικές Πολλαπλότητες . Καµπυλότητα και στρέψη τυχαίας καµπύλης Το τρίεδρο Frenet µιας τυχαίας καµπύλης . . . . . . . . . . . . . . . . . .3. . . . . . . . . . . . . . . . . . .2 Μερικές τεχνικές λεπτοµέρειες . . . . . . .1 Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss . . 85 87 97 99 103 . . . . .3 ∆υό λόγια για τη Θεωρία της Σχετικότητας . . . 4 Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες 4. . . . .Τρίεδρο Frenet . . . . . . . . . . . . . . 124 . . . 119 . .1 Χωρόχρονος και ∆ιαφορική Γεωµετρία 4. . . . .5 3. . . 4. . . . . . . . . . . . . .6 Αναπαραµέτρηση καµπύλης . . . . . . . . . . .

επίµονος στοχασµός αποκαλύπτει ότι δεν περιέχουν τίποτε το απίθανο Απο γραµµα του K. c ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. Τα ϑεωρήµατα αυτής της Γεωµετρίας ϕαίνονται παράδοξα και. . Πανεπιστήµιο Αθηνών. αρκετά διαφορετική από τη δική µας [την Ευκλείδεια] αλλά τελείως συνεπή. την οποία έχω αναπτύξει µε όλη µου την ευχαρίστηση . F. Αρχίζουµε µε την αρχαία περίοδο και αναλύουµε την αξιωµατική ϑεµελίωση του Ευκλείδη. .ΚΕ֟ΑΛΑΙΟ 1 Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Η υπόθεση ότι το άθροισµα των γωνιών [ενός τριγώνου] είναι µικρότερο από 180o οδηγεί σε µια παράξενη Γεωµετρία. 109] Σ το κεφαλαιο αυτο γίνεται µία σύντοµη αναδροµή σε µερικούς σταθµούς που σηµατοδότησαν την εξέλιξη της γεωµετρίας. η οποία έπαιξε ιδιαίτερο ϱόλο στην εξέλιξη της γεωµετρίας (§§ 1. Gauss (1824) [11. ˆ .3).1–1. παράλογα· όµως ο ήρεµος. για τον αµύητο. 2015. σελ.

τη σηµασία των µοντέλων στον έλεγχο των σχετικών ιδιοτήτων τους. εξετάζονται στις §§ 1. εδώ και αιώνες. από τα µόρια και τους κρυστάλλους µέχρι τους γαλαξίες. 1.5). όπως αυτή του χώρου. προκειµένου να αποδοθούν και πάλι οι ιδιοκτησίες στους κατόχους τους και να επιµετρηθούν οι ϕορολογικές τους υποχρεώσεις στους Φαραώ. η αρµονία. ΄Ετσι. καθώς και την κατά Hilbert αξιωµατική ϑεµελίωση της Ευκλείδειας Γεωµετρίας (§ 1. Η (µαθηµατική) σφαίρα παραπέµπει στον ουράνιο ϑόλο.1 Η γεωµετρία πριν τον Ευκλείδη Στην καθηµερινή µας εµπειρία παρατηρούµε µια πληθώρα µορφών που. . ΄Οµως.κ. η οποία µας αποκαλύπτει ότι παντού µέσα στη ϕύση υπάρχει µία «Γεωµετρία». η ϐασική γνώση ήταν συγκεντρωµένη στα χέρια των ιερέων. Οι µη Ευκλείδειες Γεωµετρίες (Υπερβολική και Ελλειπτική). ΄Ετσι. όπου και παρουσιάϹονται σχετικά µοντέλα τους. και αντιλαµβανόµαστε ένα είδος γεωµετρικής δοµής µέσα στη ϕύση που µας περιβάλλει. είναι απαραίτητη η ιδεατή αναπαράστασή τους. η τάξη της οποίας υπόκειται της δοµής όλων των πραγµάτων. δηµιουργήµατα µόλις του 19ου αιώνα.ο. άλλωστε. συνέβη και στο ξεκίνηµα κάθε επιστήµης). ϑεωρήθηκε έκφραση ενός «ϑεϊκού σχεδίου» που διέπει τον κόσµο (εξού και η γνωστή ϱήση των Πυθαγορείων «Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωµετρεί»). στην αρχαία Αίγυπτο η γεωµετρία χρησιµοποιήθηκε στην οριοθέτηση και τη µέτρηση των γαιών. για να µπορέσει ο άνθρωπος να χειριστεί και να µελετήσει αυτές τις µορϕές. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Η κριτική του Ευκλειδείου συστήµατος (§ 1. απ᾿ όπου και ο όρος «γεωµετρία». λόγω των εξαιρετικά µικρών αποστάσεων που υπεισέρχονται στη µελέτη της. Το επίπεδο της Στοιχειώδους Γεωµετρίας είναι η ιδεατή εικόνα της στάθµης του νερού που ηρεµεί κ. η οποία ενυπάρχει στις γεωµετρικές δοµές. όταν η επιστήµη ήταν ένα µε τη ϑρησκεία και τη µαγεία. Στους αρχαιότατους χρόνους. Αυτό ήταν απαραίτητο µετά τις ετήσιες πληµµύρες του ποταµού Νείλου.7 αντιστοίχως. Αργότερα. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται σήµερα και από την επιστήµη.4) µας οδηγεί στις νεώτερες αντιλήψεις περί (γεωµετρικών) αξιωµατικών συστηµάτων. πιο προχωρηµένοι υπολογισµοί (πάντοτε εµπειρικοί και ∗ Για την περιοχή της κβαντικής ϕυσικής υπάρχουν σοβαρά προβλήµατα στην περιγραφή γεωµετρικών εννοιών. τις αποκαλούµε γεωµετρικές. Τα µαθηµατικά (αριθµητική και γεωµετρία) της εποχής αυτής αποτελούσαν µέρος της µυστικής γνώσης και συχνά συνδέονταν µε τον µυστικισµό. ο κύκλος (ένα από τα αρχαιότερα σύµβολα που χάραξε ο άνθρωπος) µπορεί να ϑεωρηθεί ως η ιδεατή αποτύπωση του ηλιακού δίσκου και των περάτων του ϕυσικού ορίζοντα. δηλαδή από τον µικρόκοσµο ∗ µέχρι τον µακροκόσµο. Η αφαίρεση της καθηµερινής εµπειρίας και η µεταφορά των απλών παρατηϱήσεων στο επίπεδο µιας νοητικής διεργασίας αρχικά εξυπηρέτησε πρακτικές και τεχνικές ανάγκες (όπως. Αργότερα.2 Κεφάλαιο 1.6 και 1.

1.1. Η γεωµετρία πριν τον Ευκλείδη

3

πρακτικοί) χρησιµοποιήθηκαν στην οικοδόµηση των πυραµίδων. Ανάλογες πρακτικές ανάγκες εκάλυπτε η γεωµετρία και σε άλλους λαούς (Βαβυλωνίους, Κινέζους),
όπως µαρτυρούν σύγχρονες αρχαιολογικές ανακαλύψεις.
Σε κάθε περίπτωση, η κατασκευή των πυραµίδων και άλλων τεχνικών έργων σηµατοδοτεί µιαν αναµφισβήτητη πρόοδο. ΄Οµως αυτή παρέµεινε καθαρά εµπειρική.
Για παράδειγµα, διάφορα εµβαδά υπολογίζονταν κατά περίπτωση πρακτικά, χωρίς
να υπάρχει ένας συγκεκριµένος τύπος ή αλγόριθµος για το κάθε είδος. Οµοίως και
διάφοροι αριθµητικοί υπολογισµοί και πράξεις πραγµατοποιούνταν κατά περίπτωση,
χωρίς να ακολουθείται κάποιος κανόνας. Εποµένως, οι πολιτισµοί της Αιγύπτου και
της Βαβυλωνίας (στους οποίους εµφανίζονται οι παραπάνω χρήσεις της γεωµετρίας
και της αριθµητικής), δεν έδωσαν στους ΄Ελληνες, µε τους οποίους ήρθαν σε επαϕή, τίποτε το ϑεωρητικό, αλλά µια τεράστια συλλογή συγκεκριµένων µαθηµατικών
δεδοµένων, µε τη µορφή υπολογισµών ή απλών καταγραφών (ϐλ. τους µαθηµατικούς πίνακες από τις ανασκαφές της Νινευή, τον πάπυρο Rhind και τον πάπυρο της
Μόσχας). ΄Οπως πολύ επιτυχηµένα σχολιάζει ο L. Mlodinow (ϐλ. [26, σελ. 9]∗ ), ϑα
λέγαµε ότι οι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι µοιάζουν µε τους κλασικούς ϐιολόγους
και ϕυσιοδίφες, που µε µεγάλη υποµονή και σχολαστικότητα καταλογογράφησαν τα
είδη, και όχι µε τους σύγχρονους γενετιστές που προσπαθούν να κατανοήσουν πώς
αναπτύσσονται και λειτουργούν οι οργανισµοί.
Αντιθέτως, η µελέτη της γεωµετρίας, και των µαθηµατικών γενικότερα, πέρα από
τις πρακτικές ανάγκες, ως πνευµατική αναζήτηση, ως ϑεωρητικό πρόβληµα, είναι
κατάκτηση του αρχαίου ελληνικού πνεύµατος. Είναι το αποτέλεσµα του ελληνικού
ορθολογισµού, που προσπαθεί να ϐάλει τάξη στον περιβάλλοντα κόσµο και να τον
ερµηνεύσει, αναζητώντας το «γιατί» και το «πώς» των ϕαινοµένων.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί πρώτα το όνοµα του γεωµέτρη και ϕιλοσόφου Θαλή,

Εικονα 1. Θαλής

Οι αριθµοί σε αγκύλες παραπέµπουν στη ϐιβλιογραφία.

4

Κεφάλαιο 1. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία

ενός εκ των επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας. Ο Θαλής, στο πλαίσιο του παραπάνω
ορθολογισµού, αναζήτησε τη ϑεωρητική επεξήγηση των εµπειρικών δεδοµένων των
Αιγυπτίων. Θεωρείται ότι είναι ο πρώτος που συνέλαβε (και εφάρµοσε) την ιδέα της
απόδειξης. Η χρήση των οµοίων τριγώνων τού επέτρεψε τον ακριβή υπολογισµό του
ύψους των πυραµίδων (που, όπως προείπαµε, γινόταν µόνον εµπειρικά προηγουµένως). Η πρόβλεψη της έκλειψης του Ηλίου το 585 π.Χ. τον κατέστησε πρόσωπο
µυθικό. ∆ίκαια τοποθετείται στο ϐάθρο του πρώτου επιστήµονα και µαθηµατικού.
Ο Θαλής αναµφίβολα προετοίµασε τους Πυθαγορείους και απέδειξε πολλά ϑεωϱήµατα που περιέλαβε ο Ευκλείδης στα «Στοιχεία» του. Στον ίδιο αποδίδεται η έννοια
της «ισότητας» ή «σύµπτωσης» των σχηµάτων (όπως εννοείται σήµερα µε τους ξενόγλωσσους όρους Kongruenz, congruence), σύµφωνα µε την οποία δύο σχήµατα είναι
ίσα αν, µε κατάλληλη κίνηση (µεταφορά και στροφή), το ένα µπορεί να συµπέσει µε
το άλλο. Προφανώς, οι µαθηµατικές απόψεις και επιδόσεις του Θαλή δεν είναι αποκοµµένες από τη ϕιλοσοφική του άποψη ότι η ϕύση έχει νόµους, τους οποίους
µπορούµε να ανακαλύψουµε, ενώ µπορούµε να εξηγήσουµε τα ϕαινόµενα µέσω της
παρατήρησης και της λογικής.
Μετά τον Θαλή, σταθµό στην εξέλιξη της µαθηµατικής και ϕιλοσοφικής σκέψης
αποτελεί το έργο του Πυθαγόρα και της Σχολής του. Εµπνευστής του πρώτου υπήρξε
ο Θαλής.

Εικονα 2. Πυθαγόρας
Ο Πυθαγόρας ανακάλυψε τους νόµους της αρµονίας και έδωσε στην αριθµητική τη µορφή ϑεωρητικής επιστήµης επί της οποίας στηρίχτηκε και η ϕιλοσοφική
του διδασκαλία. Οι αριθµοί µπορούν να χωριστούν σε τριγωνικούς και τετραγωνικούς, συνδυασµοί των οποίων παράγουν ενδιαφέροντα αποτλέσµατα. Αν ϕανταστούµε τους αριθµούς σαν τελείες ή πετραδάκια και τους τοποθετήσουµε σε κατάλληλους
σχηµατισµούς, µπορούµε να πάρουµε µερικές µορφές της ταξινόµησης αυτής που
εµφανίζεται στην Εικόνα 3.
Στην ίδια Σχολή, µαζί µε τη ϕιλοσοφία, τη µουσική και την αριθµητική, καλλιεργείται και η γεωµετρία : η απόδειξη του Πυθαγορείου Θεωρήµατος, η µελέτη των

1.1. Η γεωµετρία πριν τον Ευκλείδη

5

κανονικών σχηµάτων και στερεών, είναι µερικές µόνον από τις «γεωµετρικές» ενασχολήσεις της. Το Πυθαγόρειο Θεώρηµα, µε τη διττή του ερµηνεία, γεωµετρική και
αριθµητική, εκφράζει µιαν ενότητα µεταξύ γεωµετρίας και αριθµητικής. Πριν από
τους Πυθαγορείους, οι Βαβυλώνιοι είχαν καταγράψει τριάδες αριθµών (α, ̙, γ ) που
ικανοποιούν τη σχέση α 2 = ̙2 + γ 2 , αλλά η γεωµετρική ερµηνεία και απόδειξη του ϑεωρήµατος στη γενική του µορφή δόθηκε, για πρώτη ϕορά, από τους Πυθαγόρειους.
Γενικά ϐλέπουµε ότι στο (µαθηµατικό) πυθαγόρειο έργο υπάρχει µία σύζευξη της
γεωµετρίας µε την αριθµητική, κάτι που ϑα επαναληφθεί αργότερα –σε άλλη µορφή
και µε άλλο στόχο– από τον Ren´e Descartes [Καρτέσιο] (1596–1650) και τον ϕίλο του Pierre de Fermat (1601–1665). Φυσικά, αυτός ο συσχετισµός οδήγησε στην
ανακάλυψη των ασυµµέτρων αριθµών, που ανέτρεψε τις ϕιλοσοφικές δοξασίες των
Πυθαγορείων και οδήγησε στην παρακµή της Σχολής τους.

Εικονα 3. Πυθαγόρειοι αριθµοί
Τα Μαθηµατικά, όρος που οφείλεται στους Πυθαγορείους, προφανώς σχετίζονται µε τις ϕιλοσοφικές τους δοξασίες. Οι ίδιοι, αναζητώντας τη συµµετρία και την
αρµονία του κόσµου (άλλος πυθαγορικός όρος κι αυτός), αναγνωρίζουν ουσιαστικά
την ύπαρξη µιας γεωµετρικής δοµής σ᾿ αυτόν. ΄Οµως, η δοµή αυτή συνδέεται µε το
άρρητο σχέδιο της δηµιουργίας, που δεν µπορεί να γίνει αντιληπτό από τον άνθρωπο
(πρβλ. «Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωµετρεί»). ΄Ετσι η κοσµογονία και η οντολογία των
πυθαγορείων παραµένει «αριθµολογική». ΄Αλλωστε, αιώνες αργότερα, ο L. Kronecker
υποστήριξε ότι (παραφράζοντάς τον) «αεί ο Θεός γεωµετρεί και ο άνθρωπος κάνει
αριθµητική».
Η γεωµετρία (και τα µαθηµατικά γενικότερα) εξελίσσονται σηµαντικά και στην
Πλατωνική Ακαδηµία. Τη σηµασία που είχε η γεωµετρία για τον Πλάτωνα και τους

ούτε των µεγάλων γεωµετρών και του έργου τους. Θεόδωρο τον Κυρηναίο (διδάσκαλο του Πλάτωνος). τον Αρχύτα τον Ταραντίνο (ϕίλο του Πλάτωνος). γνωστά και ως πλατωνικά στερεά. όπως απαιτούσε το πνεύµα της . παραπέµπουµε στο [1]. Στην Ακαδηµία έδρασαν διάσηµοι µαϑηµατικοί. ενώ δε ϕαίνεται να είχε κάποια ιδιαίτερη συµβολή στην ίδια τη γεωµετρία ο Πλάτων. εκτός της Πλατωνικής Ακαδηµίας. Στο περίφηµο έργο του «Στοιχεία» περιέλαβε το µεγαλύτερο µέρος της µέχρι τότε µαθηµατικής γνώσης και οργάνωσε τη γεωµετρία κατά τρόπον αυστηρό. οι αδελφοί Μέναιχµος και ∆εινόστρατος. Πλάτων Τα κανονικά πολύεδρα. ϑα έρθουµε αµέσως σ᾿ αυτόν που σφράγισε την εξέλιξη της γεωµετρίας.Χ. η οποία κοσµούσε την είσοδο της Ακαδηµίας. Εικονα 4. των µαθηµατικών γενικότερα καθώς και πολλών άλλων επιστηµών. κατέχουν ιδιαίτερη ϑέση στην πλατωνική ϕιλοσοφία και κοσµολογία. ο Θεαίτητος ο Αθηναίος.2 Ο Ευκλείδης και τα «Στοιχεία» του Ο Ευκλείδης έζησε στην Αλεξάνδρεια και η ακµή του τοποθετείται περί το 300 π. ο Ερµότιµος ο Κολοφώνιος και πολλοί άλλοι. τον Φιλόλαο και τον Ιπποκράτη τον Χίο. Για τις ϕιλοσοφικές ϑεωρήσεις της Σχολής των Πυθαγορείων και της Πλατωνικής Ακαδηµίας. Φυσικά δεν πρέπει να παραλείψουµε και τους.6 Κεφάλαιο 1. αλλά µια απλή αναφορά σε µερικούς σταθµούς της προ-Ευκλείδειας περιόδου. όπως ο Εύδοξος ο Κνίδιος. Οι ηµεροµηνίες γέννησης και ϑανάτου του παραµένουν άγνωστες. 1. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία µαθητές του περιγράφει µε τον πιο εναργή τρόπο η επιγραφή. όπως και τη σχέση τους µε τη ϕιλοσοφία των µαθηµατικών. δηλαδή στον Ευκλείδη. το περίφηµο «Μηδείς αγεωµέτρητος εισίτω». Επειδή σκοπός αυτής της αναδροµής δεν είναι η παρουσίαση ούτε της ιστορίας της γεωµετρίας στην αρχαιότητα.

Το όνοµά του ταυτίζεται µε τη γεωµετρία. χωρίς αναφορά στον ϕυσικό κόσµο.2. Αποτέλεσµα αυτού είναι ότι η γνώση του χώρου δεν είναι εµπειρική. Ο Immanuel Kant (1724–1804). για τούτο –µαζί και µε άλλους λόγους– δεν δηµοσίευσε τίποτε σχετικό. Ο Ευκλείδης και τα «Στοιχεία» του 7 λογικής και της ενότητας. Με τις διαδεδοµένες αυτές απόψεις του διάσηµου ϕιλοσόφου ϕοβόταν να αντιπαρατεθεί ο µεγάλος µαθηµατικός Karl Friedrich Gauss (1775–1855). Σε πολλές προτάσεις έδωσε δικές του αποδείξεις. Τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη είναι το δεύτερο έργο που τυπώθηκε. ϑεωρεί ότι η Ευκλειδεια Γεωµετρία είναι η µόνη γεωµετρία την οποίαν µπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος νούς. Η ταξινόµηση της ύλης είναι υποδειγµατική. όταν ανακάλυψε (αρκετά µετά τον ϑάνατο του πρώτου) τη µη Ευκλείδεια Γεωµετρία. και το δεύτερο παγκοσµίως σε πλήθος εκδόσεων έργο (και πάλι µετά την Αγ. Καθόρισε ουσιαστικά την εξέλιξη της µαθηµατικής επιστήµης µέχρι τον 19ο αιώνα. Η λιτότητα και η όλη παρουσίαση δικαίως έκαναν τα «Στοιχεία» πρότυπο γραφής επιστηµονικού συγγράµατος. συστατικά . αλλά υπάρχει a priori. χωρίς ϕυσικά να έχει καταργηθεί µέχρι σήµερα. στο γνωστό ϕιλοσοφικό του έργο «Κριτική του Καθαρού Λόγου». Πριν αναφερθούµε πιο διεξοδικά στη διάρθρωση των «Στοιχείων». ας κάνουµε ακόµη λίγα γενικά σχόλια : Η γεωµετρία αναφέρεται στην έννοια του χώρου.1. ενώ απλοποίησε άλλες προγενέστερες. Τον τρόπο διατύπωσης των «Στοιχείων» µιµήθηκε στο ϕιλοσοφικό του έργο ο Baruch Spinoza (1632–1677). Γραφή). εξαιτίας της δοµής του εγκεφάλου του. µετά την Αγία Γραφή. το οποίον του κληροδότησαν οι προηγούµενες γενιές των µαθηµατικών και ϕιλοσόφων. Ευκλείδης Ο Ευκλείδης µπορεί να χαρακτηριστεί ως ο διαµορφωτής της µελέτης του 2διάστατου χώρου µέσω της καθαρής σκέψης. Η ανακάλυψη του έργου αυτού στους Μεσαίους χρόνους εσήµανε την αφετηρία της αναγέννησης των επιστηµών και του πνεύµατος γενικότερα. Εικονα 5.

οι παράλληλες ευθείες κλπ. όµως αυτά δεν γράφτηκαν από τον Ευκλείδη. Στο 10ο ϐιβλίο ταξινοµούνται γεωµετρικά οι ασύµµετροι αριθµοί. λήµµατα και πορίσµατα). Μερικοί απ᾿ αυτούς (όπως ο κύκλος. Τα ϐιβλία 5–6 πραγµατεύονται τη ϑεωρία των λόγων. των οποίων την αλήθεια δεχόµαστε εκ των προτέρων και. Το σύστηµα των αξιωµάτων πρέπει να καλύπτει.4. Αυτή είναι η ϐασική ιδέα της αξιωµατικής ϑεµελίωσης του Ευκλείδη.) είναι ακριβείς. να προχωρήσουµε στην απόδειξη της ισχύος ή όχι κάθε άλλης γεωµετρικής σχέσης που µπορεί να διατυπωθεί. Οι όροι αποτελούν ουσιαστικά τους ορισµούς εννοιών όπως σηµείο. Παρ᾿ όλο που προσπάθησε (ανεπιτυχώς) να ορίσει τις παραπάνω έννοιες. Σηµειώνουµε ότι µεταγενέστερα προστέθηκαν και άλλα δύο ϐιβλία.) είναι ασαφείς και χωρίς ιδιαίτερη αξία. δεν µπορούµε να τις ορίσουµε µε ακρίβεια. όταν τα ίδια τα δοµικά στοιχεία της παραµένουν άγνωστα . ενώ άλλοι (όπως το σηµείο. Το 13ο και τελευταίο ϐιβλίο περιέχει την κατασκευή πέντε κανονικών πολυέδρων και την απόδειξη της µη ύπαρξης άλλων. τα αιτήµατα (ή αξιώµατα) αναφέρονται σε γεωµετρικές προτάσεις ή ιδιότητες. ενώ τις αντιλαµβανόµαστε στην καθηµερινή µας εµπειρία. κάποιες ουσιαστικές απαιτήσεις. και εισάγονται κατόπιν τα ασύµµετρα µεγέθη. προφανώς. ΄Ετσι.8 Κεφάλαιο 1. ΄Οπως αναφέρθηκε και πιο πάνω. Εποµένως δηµιουργείται το εύλογο ερώτηµα : πώς είναι δυνατόν να οικοδοµηθεί αυστηρά η γεωµετρία. Θα πούµε περισσότερα για τη σύγχρονη αξιωµατική µέθοδο στην § 1. ήτοι των συµµέτρων µεγεθών. οι ευθείες και τα επίπεδα. • 5 αιτήµατα • 7 (ή 9) κοινές έννοιες. κατόπιν. αλλά οι σχέσεις µεταξύ αυτών (των αντικειµένων). και µέσω αυτών αποδεικνύονται • 465 προτάσεις (που αντιστοιχούν σε σηµερινά ϑεωρήµατα. Εδώ η συµβολή του Ευκλείδη υπήρξε καταλυτική. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία του οποίου είναι τα σηµεία. η προσέγγισή του έκανε ϕανερό ότι στα µαθηµατικά δεν µας ενδιαφέρει η ουσία των αντικειµένων που µας απασχολούν. ευθεία γραµµή. γωνία. Συνήθως απορρέουν από την απλή . που συνδέουν απροσδιόριστους όρους και των οποίων η αλήθεια γίνεται δεκτή χωρίς απόδειξη. Τα ϐιβλία 1–4 περιέχουν τη ϐασική γεωµετρία του επιπέδου. µε τη ϐοήθεια της λογικής (συν)επαγωγής. αδιαφορώντας για την οντολογία των σηµείων και των ευθειών. προτάσεις. Το περιεχόµενό τους κατανέµεται σε • 13 ϐιβλία (κάτι σαν 13 κεφάλαια) και αποτελείται από • 23 όρους. µπορούµε να ξεκινήσουµε µε ένα σύστηµα σχέσεων. Τα ϐιβλία 7–9 αναφέρονται στην αριθµητική. Ας ξαναγυρίσουµε τώρα στα «Στοιχεία». δηλαδή µε τα αξιώµατα. Στα ϐιβλία 11–12 εκτίθενται τα ϐασικά ϑεωρήµατα της στερεοµετρίας. Πρόκειται για έννοιες που. κύκλος κλπ. Τα αξιώµατα ϐρίσκονται στην αφετηρία και είναι απαραίτητα για να µην περιπέσουν οι συλλογισµοί µας σε ϕαύλο κύκλο. η ευθεία κλπ. ορθή γωνία.

1.2. Ο Ευκλείδης και τα «Στοιχεία» του

9

παρατήρηση (µέσα στα στενά όρια της ανθρώπινης κλίµακας) ή από τη µελέτη ενός
συγκεκριµένου παραδείγµατος. ΄Ετσι, η πρακτική διαπίστωση ότι, ανάµεσα σε δύο
σηµεία ενός κοινού επιπέδου, ή ενός ϕύλλου χαρτιού, χαράσσεται µία µόνον ευθεία,
οδηγεί στη διατύπωση του πρώτου αξιώµατος της Ευκλείδειας Γεωµετρίας (που ϑα
αναφέρουµε, µαζί µε τα άλλα, πιο κάτω).
Οι κοινές έννοιες είναι προτάσεις των οποίων δεχόµαστε την αλήθεια (όπως
και των αξιωµάτων), δεν αναφέρονται σε γεωµετρικές ιδιότητες ή σχέσεις, αλλά είναι
κυρίως προτάσεις της Λογικής (για παράδειγµα : «Τὰ τω
˜ αὐτωι
˜ ἴσα καὶ ἀλλήλοις ἐστίν
ἴσα», «Καὶ τὸ ὅλον το˜
υ µέρους µε˜ιϹὸν [ἐστιν]» κλπ.).
Σήµερα, χρησιµοποιούµε κυρίως τον (µεταγενέστερο) αριστοτελικό όρο αξίωµα
για τα αιτήµατα και τις κοινές έννοιες.
Οι προτάσεις (όπως και τα ϑεωρήµατα κλπ.) είναι πλέον αποφάνσεις (συµπεϱάσµατα) των οποίων η αλήθεια συνάγεται, µε λογική διαδικασία, από τα αιτήµατα
και τις κοινές έννοιες, καθώς και από άλλα ήδη αποδειχθέντα ϑεωρήµατα.
Στα «Στοιχεία» εφαρµόζονται οι ακόλουθες τρείς αποδεικτικές µέθοδοι:
Η συνθετική: Κατ᾿ αυτήν, προκειµένου να αποδείξουµε µια πρόταση, χρησιµοποιούµε τους ορισµούς, τα αξιώµατα και άλλες ήδη γνωστές προτάσεις (που κι αυτές,
µε τη σειρά τους, απορρέουν από τα αξιώµατα και τους ορισµούς) και µε λογικούς
συλλογισµούς καταλήγουµε στην πρός απόδειξη.
Η εις άτοπον απαγωγή: Σύµφωνα µ᾿ αυτήν, αρχικά δεχόµαστε ότι αληθεύει κάποια πρόταση αντίθετη προς αυτήν που Ϲητούµε να αποδείξουµε. Χρησιµοποιώντας,
όπως πριν, τα αξιώµατα και άλλες γνωστές προτάσεις καταλήγουµε σε µία πρόταση
η οποία αντιφάσκει είτε µε κάποιο αξίωµα είτε µε κάποιαν άλλη πρόταση, που ήδη
έχει αποδειχθεί ότι αληθεύει. Η αντίφαση προκύπτει, προφανώς, επειδή ξεκινήσαµε
από µια λαθεµένη υπόθεση και αίρεται αν δεχτούµε ότι αληθεύει η προς απόδειξη
πρόταση. Η µέθοδος αυτή χρησιµοποιείται ευρύτατα στα «Στοιχεία».
Η αναλυτική που ϐασίζεται στην εξής µεθοδολογία : ∆εχόµαστε προς στιγµήν ότι
η προς απόδειξη πρόταση P είναι αληθής. Απ᾿ αυτήν συνάγουµε την αλήθεια µιας
πρότασης ή µιας αλυσίδας προτάσεων. Εφ᾿ όσον οι τελευταίες είναι αληθείς, τότε
προφανώς είναι αληθής και η αρχική πρόταση P, καθ᾿ όσον µπορούµε συνθετικά
πλέον να αναχθούµε σ᾿ αυτήν από τις προηγούµενες.
Μιλώντας κυριολεκτικά, πρέπει να κατατάξουµε την αναλυτική µέθοδο στις ευρετικές µεθόδους. ∆εν χρησιµοποιείται εµφανώς από τον Ευκλείδη, αλλά είναι ϐέβαιον
ότι ορισµένες (πολύπλοκες) αποδείξεις έχουν προκύψει από την εφαρµογή της, τουλάχιστον από προγενέστερους γεωµέτρες. Παρ᾿ όλο που η µέθοδος ανάγεται στους
Πυθαγορείους, συστηµατικός περί αυτής λόγος γίνεται στη «Συναγωγή» του Πάππου,
και έχει δηµιουργήσει σηµαντικά προβλήµατα ερµηνείας. Σχετικώς παραπέµπουµε
και στο άρθρο [27].

10

Κεφάλαιο 1. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία

1.3 Τα αξιώµατα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας
Θα διατυπώσουµε τα αξιώµατα (αιτήµατα) των «Στοιχείων» για να κάνουµε κατόπιν
µια σύντοµη κριτική, που ϑα δικαιολογήσει τις νεώτερες αναθεωρήσεις της ϑεµελίωσης του Ευκλείδη. Για διευκόλυνση, ϑα τα διατυπώσουµε σε µία µορφή απλούστερη
από αυτήν που προκύπτει από την ακριβή µετάφραση της πρωτότυπης διατύπωσής
τους. Για την αρχαιοελληνική µορφή τους και την ακριβή µετάφραση παραπέµπουµε
στο [39].
Αξίωµα 1.
Αξίωµα 2.
Αξίωµα 3.
Αξίωµα 4.
Αξίωµα 5.

Από ένα σηµείο άγεται σε ένα άλλο µία ευθεία γραµµή.
Κάθε πεπερασµένη ευθεία µπορεί να επεκτείνεται συνεχώς και
ευθυγράµµως.
Μπορούµε να γράψουµε κύκλο µε οποιοδήποτε κέντρο και οποιαδήποτε ακτίνα.
΄Ολες οι ορθές γωνίες είναι ίσες.
Αν µία ευθεία, που τέµνει δύο άλλες, σχηµατίζει τις εντός και
επί τα αυτά γωνίες µε άθροισµα µικρότερο των δύο ορθών, τότε
οι δύο ευθείες, προεκτεινόµενες επ᾿ άπειρον ϑα τµηθούν (συµπέσουν) και µάλιστα προς το µέρος όπου ϐρίσκοται οι γωνίες µε
το µιικρότερο των δύο ορθών άθροισµα.

Τα δύο πρώτα αξώµατα ϕαίνονται απλά και συµφωνούν µε τη συνήθη εµπειρία.
Το 3ο είναι πιο λεπτό και σηµαίνει ότι δεχόµαστε πως το µήκος παραµένει αναλλοίωτο, καθώς κινούµαστε από σηµείο σε σηµείο κατά τη χάραξη του κύκλου. ∆ηλαδή
δεχόµαστε ότι η απόσταση ορίζεται µε τέτοιον τρόπο στο χώρο, ώστε να εξασφαλίζεται το αναλλοίωτό της. Το 4ο αξίωµα κι αυτό ϕαίνεται απλό και προφανές. Αλλά αν
µπορεί να διαπιστωθεί «πειραµατικά» στο χαρτί µας, αυτό δεν σηµαίνει ότι αληθεύει
και σε κάποιο άλλο σηµείο του σύµπαντος (όπως µπορεί να συµβεί, άλλωστε, και µε
κάθε άλλο αξίωµα). Στην πραγµατικότητα, το 4ο αξίωµα αποδέχεται την οµοιογένεια
του χώρου. Τέλος, το 5ο αξίωµα, που είναι γνωστό και ως αξίωµα των παραλλήλων, δεν ϕαίνεται ούτε τόσο απλό ούτε τόσο άµεσο όπως τα άλλα. Οφείλεται µάλλον
αποκλειστικά στον Ευκλείδη και δεν πρέπει να περιείχετο στην προγενέστερη γεωµετρική γνώση που κατέγραψε αυτός, παρ᾿ όλο που υποστήριζε ότι ήταν γνωστό στους
Πυθαγορείους.
Η ιστορία του 5ου αξιώµατος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ο ιδιος ο Ευκλείδης δεν το χρησιµοποίησε παρά µετά την 28η πρόταση. Λόγω της πολυπλοκότητας
της αρχικής του διατύπωσης, οι µεταγενέστεροι µαθηµατικοί το αντιµετώπισαν µε
κάποια αµηχανία, γι᾿ αυτό πολλοί ϑεώρησαν ότι είναι απόρροια των προηγουµένων
αξιωµάτων, συνεπώς είναι ένα ϑεώρηµα. Αυτή η προσπάθεια της αναγωγής του 5ου
αξιώµατος στα άλλα άρχισε πολύ νωρίς µετά την εµφάνιση των «Στοιχείων» και συνεχίστηκε µέχρι τον 19ο αιώνα, οπότε τελικά αποδείχτηκε η ανεξαρτησία του [το 1868
από τον Eugenio Beltrami (1835–1900 )].
Σηµειώνουµε ότι όλες οι προτάσεις (µεταξύ αυτών και οι πρώτες 28 των «Στοιχείων», που µπορούν να αποδειχθούν χωρίς τη χρήση του αξιώµατος των παραλλήλων,

1.3. Τα αξιώµατα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας

11

συνιστούν τη λεγόµενη Απόλυτη ή Ουδέτερη Γεωµετρία.
Γνωρίζουµε σήµερα περί τις 28 απόπειρες απόδειξης του αξιώµατος των παραλλήλων. Στην πραγµατικότητα οδηγούν σε ισοδύναµες διατυπώσεις του, αφού όλες
ξεκινούσαν µε µια ϕαινοµενικά προφανή υπόθεση, που στην ουσία της συνιστούσε ένα άλλο αξίωµα. Ας δούµε µερικές απ᾿ αυτές τις ισοδύναµες µορφές του 5ου
αξιώµατος.
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.

Από ένα σηµείο εκτός ευθείας κείµενο άγεται προς αυτήν µία και
µοναδική παράλληλη.
Το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώνου είναι δύο ορθές.
Υπάρχουν Ϲεύγη οµοίων τριγώνων.
Υπάρχει Ϲεύγος ευθειών που ισαπέχουν η µια της άλλης.
∆οθέντων τριών (διαφορετικών και µη συγγραµµικών) σηµείων, υπάρχει κύκλος που διέρχεται δι᾿ αυτών.
Αν τρείς γωνίες ενός τετραπλέυρου είναι ορθές, τότε και η τέταρη
γωνία είναι ορθή.
Αν µία ευθεία τέµνει µία από δύο δοθείσες παράλληλες ευθείες, τότε
ϑα τέµνει και την άλλη.

Η µορφή 1 είναι γνωστή ως αξίωµα του John Playfair (1748–1819) . Μ᾿ αυτήν
αντικαθιστούµε σήµερα το 5ο αξίωµα, αφού έτσι είναι προφανώς πιο εύχρηστο. Η
µορφή 3 οφείλεται στον John Wallis (1616–1703). ΄Αλλοι γνωστοί µαθηµατικοί που
προσπάθησαν να αποδείξουν το 5ο αξίωµα είναι ο νεοπλατωνικός Πρόκλος ο Λύκιος
ή ∆ιάδοχος (410–485 µ.Χ.), ο Giovanni Gerolamo Saccheri (1667–1733) (που, όπως ϑα δούµε στη συνέχεια, µ᾿ αυτήν του την προσπάθεια ουσιαστικά έφτασε στην
Υπερβολική Γεωµετρία) και ο Adrien-Marie Legendre (1752 –1833).
Η άρνηση του 5ου αξιώµατος µπορεί να γίνει µε δύο τρόπους :
α)

∆εχόµαστε ότι από σηµείο εκτός ευθείας άγονται δύο ή και περισσότερες ευθείες παράλληλες προς τη δοθείσα.

ϐ)

Αρνούµαστε εξ ολοκλήρου την ύπαρξη της παραλληλίας ευθειών.

Η άρνηση αυτή οδηγεί στη δηµιουργία των λεγοµένων µη Ευκλειδείων Γεωµετριών.
Ακριβέστερα, η περίπτωση α) οδηγεί στην Υπερβολική Γεωµετρία, ενώ η ϐ) στην
Ελλειπτική Γεωµετρία. Και οι δύο δηµιουργήθηκαν µόλις τον 19ο αιώνα και αποτελούν µια απο τις συναρπαστικότερες εξελίξεις στην ιστορία της γεωµετρίας. Θα
επανέλθουµε σ᾿ αυτές σε επόµενες παραγράφους.
Πριν ασχοληθούµε µε την κριτική της αξιωµατικής ϑεµελίωσης του Ευκλείδη,
ας αναφέρουµε συµπληρωµατικά ότι, παράλληλα µε την ανάπτυξη της γεωµετρίας,
που ακολουθεί την εµφάνιση των «Στοιχείων», έχουµε µιαν εντυπωσιακή ανάπτυξη
της αστρονοµίας και της µηχανικής, αφού και οι δύο συνδέονται στενά µε την πρώτη.
Εδώ ϑα πρέπει να αναφέρουµε κυρίως τον Αρίσταρχο το Σάµιο (περίπου 310-250
π.Χ), πρόδροµο του ηλιοκεντρικού συστήµατος, ο οποίος για πρώτη ϕορά υπολόγισε
(έστω και χωρίς µεγάλη ακρίβεια) τη σχέση των αποστάσεων Ηλίου και Σελήνης απο

τη σχέση των διαµέτρων τους κλπ.). . Η αναγέννηση της γεωµετρίας άρχισε τον 16ο αιώνα µε την Αναλυτική Γεωµετρία του Καρτέσιου (Descartes). µετά τον τραγικό ϑάνατο της Υπατίας (5ος µ. µε εκπληκτική ακρίβεια για την εποχή του. ο Μενέλαος και ο Πάππος (µε το έργο του «Συναγωγή» ).4 Κριτική των «Στοιχείων» και η αξιωµατική ϑεµελίωση του D. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία τη Γη. Στο οκτάτοµο έργο του «Κώνου Τοµαί» µελέτησε την έλλειψη. που.). αφού οι προηγούµενες καµπύλες είναι προβολές (από την κορυφή του κώνου) της κυκλικής ϐάσης του στα διάφορα τέµνοντα επίπεδα. µεταξύ των άλλων. ϐασιζόµενος σε γεωµετρικές µεθόδους και µια µορφή πρωτόγονης τριγωνοµετρίας· τον Ερατοσθένη (περίπου 275 –195 π. η ανάπτυξη της οποίας υπήρξε ϱαγδαία και µαζί µε τη σύγχρονη ϕυσική έχει αλλάξει την αντίληψή µας για τον κόσµο. χρησιµοποιώντας µιαν ευφυή µέθοδο· τον ΄Ιππαρχο (2ος αιώνας π. χωρίς όµως αυτές να µπορούν να δικαιολογηθουν ούτε από τους ορισµούς και τα αξιώµατα.Χ). όπως ο Νικοµήδης. ο ∆ιοκλής. Με την έξοχη «µέθοδο της εξαντλήσεως» υπολόγισε το εµβαδόν ποικίλων χωρίων και τον όγκο διαφόρων σωµάτων. επήλθε η πλήρης στασιµότητα. Μετά από αυτούς και. Ο Αρχιµήδης ϑεωρείται η µεγαλύτερη µαθηµατική και επιστηµονική µορφή της αρχαιότητας και ένας από τους µεγαλύτερους µαθηµατικούς όλων των εποχών Η ανάπτυξη της γεωµετρίας συνεχίστηκε µετά το Ευκλείδη και τον Αρχιµήδη από τον Απολλώνιο (περίπου 260–200 π.12 Κεφάλαιο 1.). η εφαρµογή του ∆ιαφορικού Λογισµού οδήγησε στη ∆ιαφορική Γεωµετρία. τις οποίες ϑεώρησε τοµές του κώνου µε ένα επίπεδο κατάλληλης κλίσης. σε µεταγενέστερες εποχές.Χ). αιώνας). και έβαλε τις ϐάσεις της τριγωνοµετρίας· τον Πτολεµαίο Κλαύδιο (138–180 µ.Χ. Η ιδέα αυτή µπορεί να ϑεωρηθεί και ως απαρχή της Προβολικής Γεωµετρίας (ϐλ. 1. Hilbert Η προσεκτική µελέτη των «Στοιχείων». στο έργο του «΄Απλωσις Επιφανείας» εναφέρεται στη µελέτη προβολών για την κατασκευή χαρτών. καθ᾿ όσον ϐασίζονται σε διάφορες γεωµετρικές ιδιότητες. που ϑεωρείται και η τελευταία µαθηµατικός της αρχαίας εποχής. η µεγάλη γεωµετρική παράδοση συνεχίστηκε από σπουδαίους µαθηµατικούς. ϑέτοντας έτσι τις ϐάσεις του Ολοκληρωτικού Λογισµού. ϕυσικός και µηχανικός. που ϑεωρείται ως ο τελευταίος µεγάλος γεωµέτρης της ελληνιστικής περιόδου. Παρά την µετέπειτα σχετική κάµψη του ελληνικού πνεύµατος. κάνοντας κατάλληλες προσεγγίσεις µέσω εµβαδών απλών σχηµάτων.Χ. Κεφάλαιο 2). που υπολόγισε την απόσταση και το µέγεθος του Ηλίου και της Σελήνης. πρέπει να µνηµονευθεί και ο Αρχιµήδης (287–212 π. επίσης. που µέτρησε τη διάµετρο της Γης. Ιδιαιτέρως. πολύ αργότερα.Χ. ο ∆ιόφαντος. τις οποίες ο Ευκλείδης ϑεώρησε αυτονόητες. απεκάλυψε ότι ορισµένες αποδείξεις έχουν σηµαντικές ατέλειες ή κενά.Χ.. µεγαλοφυής µαθηµατικός. Αργότερα. την παραβολή και την υπερβολή.

δηλ.1.1.4. αναγκαίο µετά την ανακάλυψη των µη Ευκλειδείων Γεωµετριών. Προφανώς. που δεν ορίζεται πουθενά· η «επ᾿ άπειρον και χωρίς όρια» επέκταση µιας γραµµής· οι ιδιότητες διαχωρισµού των σηµείων και των γραµµών (δηλαδή η παραδοχή ότι ένα σηµείο διαχωρίζει µια γραµµή σε δύο διακεκριµένα τµήµατα. ο David Hilbert (1862–1943) και ο George David Birkhoff (1884–1944). στην οποία κατασκευάζεται ισόπλευρο τρίγωνο µε δεδοµένη ϐάση AB. π. Αυτό υπήρξε. η εµπειρική κατασκευή δεν αρκεί. παρά τις παραπάνω αδυναµίες. Πρόταση 4)· η συχνή χρήση της έννοιας «µεταξύ». Σχηµα 1. ενώ µία ευθεία χωρίζει το επίπεδο σε δύο διακεκριµένα σύνολα κλπ. ΄Ετσι. [18]). την απόδειξη της Πρότασης 1 των «Στοιχείων». έπρεπε να διορθωθούν οι ατέλειές της. ΄Οµως. Προς την κατεύθυνση αυτή εργάστηκαν διακεκριµένοι µαθηµατικοί. καµιά από τις προτάσεις των «Στοιχείων» δεν είναι λάθος (ως προς το τελικό συµπέρασµα). της µετακίνησης και τοποθέτησης ενός σχήµατος επί ενός άλλου.). Κανένα αξίωµα δεν απαγορεύει οι κύκλοι να έχουν πολύ µικρές οπές. περισσότερο από ποτέ. οπότε και έγινε εµφανέστερη η σηµασία της τακτοποίησης του αξιωµατικού συστήµατος κάθε γεωµετρίας. µε την οποίαν αποδεικνύεται η ισότητα δύο τριγώνων (ϐλ. επειδή το σύστηµά του είναι (παρά τον µεγάλο αριθµό . Είναι αξιοσηµείωτο ότι. όπως ο Julius Wilhelm Richard Dedekind (1831–1916). όπως στο παραπάνω σχήµα. ας πάρουµε. σύµφωνα µε τις απαιτήσεις της αυστηρότητας που χαρακτηρίζει (και) τα σύγχρονα µαθηµατικά. χωρίς να µειώνεται στο ελάχιστο η αξία της ευκλείδειας προσέγγισης. για παράδειγµα. όπως ϑα µπορούσε να συµβεί στην περίπτωση της γεωµετρίας που αναφέρεται σε σηµεία µε ϱητές συντεταγµένες. Πώς όµως εξασφαλίζεται αυτή η τοµή . Κριτική των «Στοιχείων» και ο Hilbert 13 ούτε και να προκύπτουν από άλλες γνωστές προτάσεις. ΄Εντονη κριτική δέχονται ακόµη : η µέθοδος της «υπέρθεσης» ή «επί-ϑεσης».χ. Εδώ ϑα αναφερθούµε µόνον στην αξιωµατική ϑεµελίωση της Ευκλείδειας Γεωµετρία από τον Hilbert (ϐλ. ο Giuseppe Peano (1858–1932). Κατασκευή ισοπλεύρου τριγώνου. Η κορυφή του τριγώνου ϑα είναι µία από τις τοµές του κύκλου που γράφεται µε κέντρο το A και ακτίνα AB µε τον κύκλο ίδιας ακτίνας και κέντρου B.

Αξιώµατα διάταξης. [18]. κατά τα προηγούµενα αξιώµατα. Ι. Αξιώµατα συνεχείας. σύµπτωση/ισότητα (Kongruenz.1 Για κάθε δύο διαφορετικά σηµεία A. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία αξιωµάτων) σχετικώς απλό και κοντά στο πνεύµα του Ευκλείδη. B υπάρχει µόνον µία ευθεία που τα περιέχει. Η µοναδική ευθεία που περιέχει τα A.2 Για κάθε δύο διαφορετικά σηµεία A. David Hilbert Εξ αρχής ο Hilbert ϑεωρεί ως πρωταρχικές έννοιες του συστήµατος τις ακόλουθες απροσδιόριστες έννοιες: σηµείο. στις εξής κατηγορίες : Κατηγορία Κατηγορία Κατηγορία Κατηγορία Κατηγορία I: II: III: IV: V: Αξιώµατα σύνδεσης (ή συνοχής). Στη συνέχεια αναφέρουµε. τα αξιώµατα του Hilbert (ϐλ. Αξιώµατα σύνδεσης Τα αξιώµατα της κατηγορίας αυτής συνδέουν τις απροσδιόριστες έννοιες σηµείο. B υπάρχει πάντοτε µία ευθεία ℓ που τα περιέχει. ευθεία και επίπεδο. σε ελεύθερη µετάφραση. συµβολίζεται µε ℓ = AB = BA . επίπεδο. B. δηλαδή καθορίζουν τις µεταξύ των σχέσεις. Ενδιαµέσως παρεµβάλλονται και µερικοί απαραίτητοι ορισµοί και συµβολισµοί. (Ισοδύναµη έκφραση : Από δύο διαφορετικά σηµεία διέρχεται µία ευθεία. ανάλογα µε το ϱόλο τους. ευθεία (γραµµή).) Ι. Ι. Εικονα 6. επίση και τις σχετικες αποδόσεις των [11]. µεταξύ. Αξίωµα της παραλληλίας.14 Κεφάλαιο 1. Αξιώµατα σύµπτωσης/ισότητας (Kongruenz. [39]). congruence) Τα αξιώµατά του χωρίζονται. congruence). κείται (ϐρίσκεται) επί .

B. ΙΙ. τότε τα A.4 Τρία διαφορετικά σηµεία A. τότε έχουν ακόµη τουλάχιστον άλλο ένα κοινό σηµείο. ΙΙ. C. congruence) Η κατηγορία αυτών των αξιωµάτων ορίζει την έννοια της ισότητας και κατ᾿ επέκτασιν την έννοια της κίνησης. οπότε αξιωµατικοποιείται η διαδικασία της µετακίνησης και υπέρθεσης. τότε σε µία καθορισµένη πλευρά της ℓ από το A′ υπάρχει πάντοτε ένα µοναδικό σηµείο B′ . C. C είναι τρία διαφορετικά σηµεία της ίδιας ευθείας. Αξιώµατα σύµπτωσης/ισότητας (Kongruenz. Ι. και ℓ είναι µία ευθεία που δεν περιέχει κανένα από τα προηγούµενα σηµεία. Αξιώµατα διάταξης Τα αξιώµατα αυτής της κατηγορίας καθορίζουν την έννοια του µεταξύ. B.4 ΄Εστω ότι A. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία διαφορετικά σηµεία που δεν ϐρίσκονται (κείνται) στην ίδια ευθεία. Αν η ℓ διέρχεται από ένα σηµείο του (ευθυγράµµου) τµήµατος AB. B. B µιας ευθείας ℓ ϐρίσκονται σε ένα επίπεδο Π.3 Κάθε ευθεία περιέχει τουλάχιστον δύο διαφορετικά σηµεία. τότε µόνον ένα από αυτά ϐρίσκεται µεταξύ των δύο άλλων. Το τµήµα AB είναι το ίδιο µε το BA.6 Αν δύο επίπεδα έχουν ένα κοινό σηµείο. που ϐρίσκεται µεταξύ των A και C.7 Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά σηµεία που δεν κείνται στο ίδιο επίπεδο. ΙΙΙ. ΙΙ.4. C είναι διαφορετικά σηµεία της ίδιας ευθείας και το B ϐρίσκεται επίσης µεταξύ των C και A.1. τότε αυτή διέρχεται επίσης είτε από ένα σηµείο του τµήµατος AC.2 Για οποιαδήποτε διαφορετικά σηµεία A. Κριτική των «Στοιχείων» και ο Hilbert 15 Ι. Ι.1 Αν ένα σηµείο B κείται µεταξύ των σηµείων A και C. Ι.5 Αν δύο σηµεία A. Για τη διατύπωσή του απαιτείται ο επόµενος ορισµός : Κάλούµε ευθύγραµµο τµήµα AB το σύνολο των σηµείων µεταξύ των A και B. ενός επιπέδου ή του χώρου. Το προηγούµενο αξίωµα είναι γνωστό και ως αξίωµα του Pasch [καθώς οφείλεται στον γερµανό γεωµέτρη Moritz Pasch (1843–1931)]. ΙΙ. έτσι ώστε το τµήµα AB είναι ίσο µε το A′ B′ . ΙΙΙ. µέσω της οποίας µπορεί να εισαχθεί µια έννοια διάταξης ανάµεσα στα σηµεία µιας ευθείας. τότε και κάθε άλλο σηµείο της ℓ ϐρίσκεται σο Π.3 Αν A. τα οποία δεν ϐρίσκονται όλα στην ίδια ευθεία. Ι. υπάρχει πάντοτε τουλάχιστον ένα σηµείο B. είτε από ένα σηµείο του τµήµατος BC. . ΙΙ. ορίζουν ένα µοναδικό επίπεδο που τα περιέχει. όχι κατ᾿ ανάγκην διαφορετικής της k. B.1 Αν A και B είναι διαφορετικά σηµεία µιας ευθείας k και A′ ένα σηµείο µιας ευθείας ℓ. που χρησιµοποιείται στα «Στοιχεία» του Ευκλείδη. C είναι τρία διαφορετικά σηµεία που δεν ϐρίσκονται στην ίδια ευθεία.

τότε ισχύει επίσης και η ισότητα ∠ ABC ≡ ∠ A′ B′ C′ . Από τα προηγούµενα αξιώµατα προκύπτει ότι η σύµπτωση (Kongruenz. λέµε ότι σχηµατίζουν µία γωνία µε πλευρές τις h. BC AC. Μία πλευρά της ℓ από το A αποτελείται από όλα τα σηµεία που ϐρίσκονται στην ίδια ηµιευθεία της ℓ και είναι διαφορετικά από το A. τέτοια ώστε η ∠ (h ′ . ένα τρίγωνο ορίζεται από τρία διαφορετικά σηµεία A. µε µοναδικό κοινό σηµείο το A. και το C′ σηµείο µεταξύ των A′ . σε δύο µέρη ή πλευρές ως προς αυτήν. k ′ ) να ϐρίσκονται στην ίδια πλευρά του Π′ ως προς την ℓ′ .5 Αν σε δύο τρίγωνα ABC και A′ B′ C′ ισχύουν οι ισότητες AB ≡ A′ B′ .3 Υποθέτουµε ότι A. k. k ) συµβολίζουµε και µε ∠ POQ. ΙΙΙ. k ) (συµβολικά : ∠ (h ′ . έτσι ώστε το A να µην είναι µεταξύ των B και C. Αν επί της h ϑεωρήσουµε ένα σηµείο P και επί της k ένα σηµείο Q (οπότε h = OP και k = OQ). ακόµη και AB = A′ B′ ). B′ . C και τα ευθύγραµµα τµήµατα AB.α. Εποµένως.16 Κεφάλαιο 1. k ). k ′ ) ≡ ∠ (h. . τοτε είναι και AB ≡ A′ B′ . µία γωνία χωρίζει το επίπεδο σε εσωτερικά και εξωτερικά σηµεία. Θεωρούµε επίσης και µία καθορισµένη πλευρά του Π′ ως προς την ℓ′ . k ′ ) να είναι ίση µε την ∠ (h. ℓ). ΙΙΙ.2 Αν A′ B′ ≡ AB και A′′ B′′ ≡ AB. congruence) είναι σχέση ισοδυναµίας. στο οποίο ϐρίσκεται.4 Υποθέτουµε ότι ∠ (h. B. όπως τα αντιλαµβανόµαστε διαισθητικά (αλλά ορίζονται µε κάθε αυστηρότητα στο προτεινόµενο αξιωµατικό σύστηµα). που χρησιµοποιούνται στα «Στοιχεία». Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Το συµπέρασµα του προηγουµένου αξιώµατος συµβολικά γράφεται : AB ≡ A′ B′ (ή AB ≃ A′ B′ . B. B είναι σηµεία µιας ευθείας k και A′ . k ) είναι µία γωνία ενός επιπέδου Π (µε κορυφή O) και ℓ′ ευθεία ενός επιπέδου Π′ (όχι κατ᾿ ανάγκην διαφορετικού του Π). ΙΙΙ. ΄Ετσι. Πριν τη διατύπωση των δύο εποµένων αξιωµάτων δίνονται οι εξής ορισµοί : ∆ύο ηµιευθείες h και k µε κοινή αρχή (άκρο) το σηµείο O. k )) και όλα τα εσωτρικά σηµεία της ∠ (h ′ . τότε την ∠ (h. Χρείαζόµαστε εδώ τους εξής ορισµούς : Μία ηµιευθεία (ή ακτίνα) από το σηµείο A προς το B αποτελείται από όλα τα σηµεία C της ευθείας AB. Το συµβολίζουµε µε ABC. B′ σηµεία µιας ευθείας ℓ (µε k = ℓ ή k . έτσι ώστε AC ≡ A′ C′ και CB ≡ C′ B′ . κάθε σηµείο A µιας ευθείας ℓ ορίζει δύο ηµιευθείες (της ℓ από το A). ΙΙΙ. Τέλος. Αν C είναι σηµείο µεταξύ των A.. των πλευρών µιας ευθείας στο επίπεδο κ. Η γωνία αυτή συµβολίζεται µε ∠ (h. Αν h ′ είναι µία ηµιευθεία της ℓ′ µε αρχή ένα σηµείο O ′ . Από σχετική πρόταση (µέσω των οµάδων αξιωµάτων Ι και ΙΙ) προκύπτει ότι κάϑε ευθεία χωρίζει τα σηµεία του επιπέδου. AC ≡ A′ C′ και ∠ BAC ≡ ∠ B′ A′ C′ . οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικές ευθείες. είναι ϕανερόν ότι εδώ δικαιολογούνται πλήρως οι έννοιες του διαχωρισµού του επιπέδου σε δύο µέρη. Χωρίς να καταφύγουµε στις τεχνικές λεπτοέρειες (που είναι αναγκαίες για την αυστηρή διατύπωση της πρότασης). τότε υπάρχει στο Π′ µια µοναδική ηµιευθεία k ′ (εκ του O ′ ). τότε και A′ B′ ≡ A′′ B′′ . και κορυφή το O.

παραπέµπουµε επίσης και στην ελληνική µετάφραση του [18].1 (Αξίωµα του Ευκλείδη.1 (του Αρχιµήδη) και αξίωµα V. Το ίδιο και για τις ευθείες. [36. τότε επί της ευθείας AB υπάρχει ένα πεπερασµένο πλήθος σηµείων A1 . υπάρχει ένα σηµείο του ενός συνόλου που ϐρίσκεται µεταξύ οποιουδήποτε σηµείου αυτού του συνόλου και οποιουδήποτε σηµείου του άλλου συνόλου.1 (Αξίωµα του Αρχιµήδη ή αξίωµα της µέτρησης) Αν AB και CD είναι δύο ευθύγραµµα τµήµατα. V. ενώ η σύµπτωση ενός σηµείου και µιας ευθείας (δηλαδή το να κείται ένα σηµείο επί µιας ευθείας ή όχι) περιγράφεται από µιαν αφηρηµένη µαθηµατική σχέση Θα τα δούµε όλα αυτά µε περισσότερες λεπτοµέρεις στο Κεφάλαιο 2. Aν . A2 . µε την ισοδύναµη διατύπωση του Playfair) Από ένα σηµείο P εκτός ευθείας ℓ άγεται (στο επίπεδο που ορίζεται από το P και την ℓ) µία µοναδική ευθεία k παράλληλη προς την ℓ. ΄Ετσι τα σηµεία µποϱούν να αναφέρονται στα σηµεία της εµπειρίας.2 (της γραµµικής πληρότητας) ισοδυναµούν µε το αξίωµα (συνεχείας) του Dedekind που έχει ως εξής : Για κάθε διαµέριση των σηµείων µιας ευθείας σε δύο µη κενά σύνολα. Για διάφορες προτάσεις που προκύπτουν από την εφαρµογή των παραπάνω αξιωµάτων και σχετικά σχόλια. Κριτική των «Στοιχείων» και ο Hilbert 17 IV. να του επισυνάψουµε και άλλα σηµεία) εις τρόπον ώστε να παραµένουν αληθείς οι σχέσεις που υφίστανται µεταξύ των στοιχείων του καθώς και οι ϐασικές ιδιότητες που απορρέουν από τα αξιώµατα I–III και V. όπως µας τα διδάσκει η Ευκλείδεια Γεωµετρία.1.1. προς την οποίαν ήταν περισσότερο προσανατολισµένο το σύστηµα του Ευκλείδη. Το αξιωµατικό σύστηµα του Hilbert είναι διατυπωµένο µε τέτοιο τρόπο. έτσι ώστε AA1 ≡ A1 A2 ≡ A2 A3 ≡ · · · ≡ Aν −1 Aν ≡ CD και το B να ϐρίσκεται µεταξύ των Aν −1 και Aν . Αξιώµατα συνεχείας V. Αξίωµα των παραλλήλων IV. δεν µπορεί να επεκταθεί (δηλ. Το αξίωµα V. ώστε να µην αναφέρεται κατ᾿ ανάγκην στον κόσµο της συνήθους εµπειρίας. V. 161]): .2 (Αξίωµα της γραµµικής πληρότητας) Το σύστηµα των σηµείων µιας ευθείας. µε τις σχέσεις της διάταξης και της ισότητας. . Την άποψη αυτή για τη ϑεµελίωση της γεωµετρίας κατά τρόπο γενικό και αϕηρηµένο. δηλαδή χωρίς άµεση αναφορά στην εµπειρία. . σελ. τέτοια ώστε κανένα σηµείο του ενός να µην ϐρίσκεται µεταξύ δύο σηµείων του άλλου.4. αλλά και στα στοιχεία ενός συνόλου. τα οποία αυθαιρέτως καλούµε έτσι. υποστηρίζει και ο Henri Poincar´e (1854-1912) λέγοντας ότι : (ϐλ. . .

. . Θα µπορούσαµε να εµπιστευθούµε τα αξιώµατα σε µία λογική µηχανή. Les expressions "ˆetre situe´ sur. passer par". . που καλούνται σηµεία. για να το πούµε έτσι.. ευθεία και επιπέδο» αυτές καθ᾿ εαυτές δεν πρέπει να προκαλούν στο πνεύµα καµία αισθητή παράσταση. κλπ. προσπάθησε να ϑέσει τα αξιώµατα σε µία τέτοια µορφή. Οι εκφράσεις «κείται επί. Θα µπορούσαν αδιαφόρως να αποδίδουν αντικείµενα οποιασδήποτε ϕύσης. αφού ϑα συλλάβουµε τη λογική αλληλουχία των προτάσεων. δεν προορίζονται να ανακαλέσουν εικόνες· είναι απλώς συνώνυµα της λέξης προσδιορίζω. να αντιστοιχεί ένα από τα αντικείµενα που καλούνται ευθείες.18 Κεφάλαιο 1. ούτε επίπεδο... Οι λέξεις «σηµείο. pourvu ´ ´ qu’ on pˆ ut etablir entre ces objets une correspondance telle qu’ a` tout ´ syst`eme de deux objets appeles ´ points correspondˆit un des objets appeles ´ droites et un seul.. και ένα µόνον. τέτοια ώστε σε κάθε σύστηµα δύο αντικειµένων. Το ακριβές κείµενο στα γαλλικά έχει ως εξής : . αλλά το λιγότερο χωρίς να ϐλέπουµε τίποτε σ᾿ αυτήν.. ne sont pas destinees des images. droite et plan" eux-mˆemes ne doivent ´ provoquer dans l’ esprit aucune representation sensible. Les mots "point.. ο Κος Hilbert. elles sont simplement des synonymes du ´ a` evoquer ´ mot determiner.. Henri Poincar´e . για παράδειγµα στο «λογικό πιάνο» του Stanley Jevons. αρκεί να µπορούµε να εγκαϑιδρύσουµε µεταξύ αυτών των αντικειµένων µιάν αντιστοιχία. Θα µπορούµε έτσι να κατασκευάσουµε όλη τη γεωµετρία. Ils pourraient ´ indifferemment designer des objets d’ une nature quelconque. etc. δεν ϑα έλεγα ακριβώς χωρίς να καταλαβαίνουµε τίποτε. . και ϑα ϐλέπαµε να ϐγαίνει απ᾿ αυτό όλη η γεωµετρία. γιατί δεν ϑα είχε δεί ποτέ ούτε σηµεία. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Εικονα 7.. που να µπορούν να εφαρµοστούν από οποιονδήποτε που δεν ϑα αντιλαµβανόταν το νόηµά τους. διέρχεται από». Τοιουτοτρόπως.. ούτε ευθεία.

3.5. ni plan. Τέτοια αξιώµατα καλούνται επίσης ανεξάρτητα. ένα σύγχρονο αξιωµατικό σύστηµα για τη ϑεµελίωση µιας γεωµετρίας περιέχει τα εξής στοιχεία : • Απροσδιόριστους όρους (δηλαδή µη οριζόµενες αρχικές έννοιες. ένα µοντέλο για ένα (γεωµετρικό) αξιωµατικό σύστηµα προκύπτει όταν στους απροσδιόριστους όρους του συστήµατος δώσουµε . ισοδύναµα. pour ainsi dire. για κάθε πρόταση που µπορεί να διατυπωθεί µε τους όρους και τα αξιώµατα του συστήµατος. ni droite. Να είναι πλήρες (complete). Ταυτόχρονα. δηλαδή να µην υπάρχουν αξιώµατα ή ϑεωϱήµατα που αντιφάσκουν µεταξύ τους. par example au "piano raisoneur" de Stanley Jevons. Αξιώµατα (όπως τα αξιώµατα του Ευκλείδη. je ne dirais pas precise´ ´ ´ ment sans y rien comprendre. σηµαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να προσθέσουµε στο σύστηµα κι ένα άλλο ανεξάρτητο αξίωµα.. (που συνάγονται από τα τρία πρώτα στοιχεία. Hilbert a. του Hilbert). 2. Η σηµασία της συνέπειας είναι προφανής. On pourrait confier les axiomes a` une machine a` raisoner. . Για τον έλεγχο της συνέπειας και ανεξαρτησίας ενός συστήµατος καταφεύγουµε στα (γεωµετρικά) µοντέλα..). ΄Ενα λογικό σύστηµα (όπως αυτό της Αριστοτέλειας Λογικής). puisqu’ on saisira l’ enchaˆinement logique des propositions.5 Τα σύγχρονα γεωµετρικά συστήµατα ΄Οπως προκύπτει απ᾿ όσα αναφέραµε µέχρις εδώ. Προτάσεις κλπ. µετά την απόδειξη [από τον Kurt G¨odel(1906–1978)] της µη πληρότητας της Αριθµητικής. mais tout au moins sans y rien voir. Ιδιαιτέρως η δυνατότητα της πληρότητας τίθεται υπό αµφισβήτηση πλέον.. Θεωρήµατα. Να είναι συνεπές (consistent). ευθεία κλπ. τρίγωνο κλπ. ό• • • • πως σηµείο. Να είναι ανεξάρτητο (independent). αν όχι αδύνατο. ϑα πρέπει να µπορούµε να αποφανθούµε για την ισχύ ή όχι της πρότασης.1. Ο άµεσος έλεγχος των παραπάνω απαιτήσεων είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο.). πρέπει το σύστηµα να ικανοποιεί και τις ακόλουθες απαιτήσεις : 1. Ποιά αξία ϑα είχε ένα σύστηµα στο οποίο ϑα µπορούσαν να ισχύουν ταυτόχρονα ένα συµπέρασµα και η άρνησή του . µεσω του λογικού συστήµατος). δηλαδή κανένα αξίωµα να µην προκύπτει (αποδεικνύεται) από άλλα αξιώµατα. Ainsi M. parce qu’ il n’ aurait jamais vu ni points. Αυτό. On pourra ainsi construire toute la geom etrie. δηλαδή. ´ ´ 1.. κύκλος. cherche´ a` mettre les axiomes sous une forme telle qu’ ils puissent eˆ tre appliquees ´ par quelqu’ un qui n’ en comprendrait pas le sens. Ακριβέστερα. Τα σύγχρονα γεωµετρικά συστήµατα 19 . et on en verrair sortir toute la geom etrie. αλλά και κάθε άλλου αξιωµατικού συστήµατος που περιέχει αποτελέσµατα της στοιχειώδους Θεωρίας Αριθµών. Ορισµούς (όπως παραλληλία ευθειών.

Θεωρούµε το αύστηµα S′ που προκύπτει από το S. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία µια συγκεκριµένη ερµηνεία. Πράγµατι. όσο πιο λίγα είναι τα αξιώµατα. Αυτό είναι προφανές. πιο κάτω τα περί ψευδόσφαιρας). Beltrami. πράγµα που δεν µπορεί να συµβεί αφού στο ίδιο το M′ αληθεύει η άρνηση του X . δεν σηµαίνει ότι είναι και ϑεώρηµα του αντίστοιχου αξιωµατικού συστήµατος. οι απόψεις του επί της γεωµετρίας εξακολουθούσαν να επηρεάζουν πολλούς. στις οποίες ανήκει η Υπερβολική Γεωµετρία που ϑα εξετάσουµε µε συντοµία εδώ. συνάντησαν την άρνηση. συνεπώς ϑα ήταν και µία αληθής πρόταση στο M′ . Αν κατασκευάζεται ένα M′ .20 Κεφάλαιο 1. αν το X ήταν εξηρτηµένο. Προέκυψαν από τη συστηµατική µελέτη της Ευκλείδειας Γεωµετρίας.3. τότε το X είναι ανεξάρτητο. Οµοίως και οποιαδήποτε αντίφαση αξιωµάτων µε ϑεωρήµατα ή αντίφαση µεταξύ ϑεωρηµάτων. προφανώς. ΄Οπως επίσης αναφέραµε στην Παράγραφο 1. αν µια πρόταση αληθεύει σε ένα µοντέλο. ιδιαιτέρως από τις προσπάθειες απόδειξης του 5ου αξιώµατος του Ευκλείδη (αξίωµα των παϱαλλήλων). Παρά το γεγονός ότι ο ϕιλόσοφος I. ϑα ήταν ένα ϑεώρηµα που ϑα προέκυπτε από τα υπόλοιπα αξιώµατα του S. το ερώτηµα της ανεξαρτησίας του 5ου αξιώµατος επιλύθηκε οριστικά το 1868 από τον E. Kant είχε πεθάνει από το 1808. επειδή τα αξιώµατα του S′ είναι αληθείς προτάσεις στο M′ . και προσπαθούµε να κατασκευάσουµε ένα µοντέλο M′ για το S′ . όσος είναι ο αριθµός των αξιωµάτων του συστήµατος. είναι δηµιούργηµα του 19ου αιώνα. Επειδή πολλά συµπεράσµα τους ήσαν παράξενα. οποίος κατεσκεύασε ένα µοντέλο της Υπερβολικής Γεωµετρίας (ϐλ. εξού και η πολεµική τους κατά της νέας γεωµετρίας που εµφανίστηκε σχεδόν µια εικοσαετία αργότερα. Φυσικά. Στη συνέχεια ϑα δούµε µερικά µοντέλα µη Ευκλειδείων Γεωµετριών. έτσι ώστε τα αξιώµατα να είναι τώρα αληθείς προτάσεις για τα αντικείµενα της ερµηνείας. Μια συνήθης διαδικασία ελέγχου της ανεξαρτησίας ενός αξιωµατικού συστήµατος (µέσω µοντέλων) είναι η εξής : ΄Εστω ότι ϑέλουµε να ελέγξουµε την ανεξαρτησία του αξιώµατος X στο αξιωµατικό σύστηµα S. . όταν στη ϑέση του X ϐάλουµε την άρνησή του. ενώ στο Κεφάλαιο 2 ϑα δούµε µοντέλα του συσχετισµένου και του προβολικού επιπέδου. στην επιλογή του ελαχίστου αριθµού αξιωµάτων που είναι απαραίτητα. Βέβαια. η ανεξαρτησία ενός συστήµατος οδηγεί. Απ᾿ το άλλο µέρος.6 Η Υπερβολική Γεωµετρία Είπαµε πιο πάνω ότι οι µη Ευκλείδειες Γεωµετρίες. 1. Τα µοντέλα µπορεί να αναφερονται είτε στον ϕυσικό κόσµο είτε σε άλλα αξιωµατικά συστήµατα. Προφανώς µια τέτοια διαδικασία είναι επίπονη και ϑα πρέπει να κατασκευαστούν τόσα µοντέλα. σε σχέση µε αυτά της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. αρκεί να σκεφτούµε ότι η ασυνέπεια µεταξύ αξιωµάτων ϑα οδηγούσε σε αντίφαση αληθών (στο µοντέλο) προτάσεων. τόσο δυσκολότερες είναι οι αποδειξεις (τουλάχιστον ενός αρχικού αριθµού ϐασικών προτάσεων) και τόσο µεγαλύτερος είναι ο αριθµός των προς απόδειξη προτάσεων. Η ύπαρξη µοντέλου για ένα αξιωµατικό σύστηµα συνεπάγεται τη συνέπεια του τελευταίου.

ως ϑεωϱήµατα πλέον. Η κατανόηση των µη Ευκλειδείων Γεωµετριών (ιδιαίτερα της Ελλειπτικής) ήταν αρκετά δύσκολη µέχρι την ανακάλυψη µερικών απλών µοντέλων. Υπενθυµίζουµε ότι (ϐλ. δεχτούµε ότι ισχύει το Υπερβολικό αξίωµα : Από σηµείο εκτός ευθείας άγονται προς αυτήν δύο ή περισσότερες παράλληλες. στη ϑέση του 5ου αξιώµατος. Τα περισσότερα όµως συµπεράσµατα της Ευκλειδειας Γεωµετρίας ανατρέπονται και οδηγούν σε περίεργα (για την ανθρώπινη εµπειρία) συµπεράσµατα. «δύο τρίγωνα µε ίσες γωνίες είναι ίσα» και πολλά άλλα. τα αξιώµατα του S′ . εποµένως. Η αλλαγή αυτή δεν επηρεάζει ολόκληρο το οικοδόµηµα της τελευταίας. Janos Bolyai ενώ διατηρούνται τα υπόλοιπα τέσσερα αξιώµατα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. άρα αποτελούν µέρος της Απόλυτης Γεωµετρίας). Bolyai (1802–1860) και τον Ρώσο Nikolai I. όπως ότι «το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώνου είναι µικρότερο των δύο ορθών». σελίδα 11) η Υπερβολική Γεωµετρία προκύπτει όταν. το 5ο αξίωµα είναι ανεξάρτητο. όπως εξηγήσαµε. οι οποίοι δηµοσίευσαν τα αποτελέσµατά τους (ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον) το 1829 και 1832 . Θεωρούµε δηµιουργούς της Υπερβολικής Γεωµετρίας τον Ούγγρο Janos W.6. τα οποία ϑα περιγράψουµε στη συνέχεια. Εικονα 8. Η Υπερβολική Γεωµετρία Η σχετική διαδικασία γίνεται όπως περιγράφεται στην προηγούµενη παράγραφο : Το αξιωµατικό σύστηµα S′ της Υπερβολικής Γεωµετρίας προκύπτει από το σύστηµα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας S µε την αντίστοιχη άρνηση του 5ου αξιώµατος. Lobachewsky (1793–1856). Για το S′ κατασκευάζεται ένα µοντέλο (ψευδόσφαιρα) στο οποίον αληθεύουν. Πολλές προτάσεις της εξακολουθούν να ισχύουν (εφ᾿ όσον δεν ϐασίζονται στο 5ο αξίωµα.21 1.

Απέρριψε όµως τα συµπεράσµατα αυτά. Πρόκειται για την επιφάνεια που απο- . καθώς και τα ηµερολόγιά του. Αυτά προέκυψαν από την προσπάθειά του να αποδείξει ότι το 5ο αξίωµα του Ευκλείδη δεν ήταν ανεξάρτητο ! Υποθέτοντας λοιπόν το αντίθετο. αντίϕαση (αφού µέχρι τότε ήταν εδραιωµένη η πεποίθηση ότι η Ευκλείδεια Γεωµετρία ήταν η µόνη δυνατή). κατέληξε (µέσω διαφόρων σκέψεων για το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώνου. στους [8]. ΄Οµως ο Gauss δεν δηµοσίευσε τίποτε. αφού τα συµπεράσµατά της.22 Κεφάλαιο 1. που είδαν το ϕώς της δηµοσιότητας περίπου σαράντα χρόνια µετά τον ϑάνατό του. όπως µαρτυρούν διάφορες επιστολές του. Επίσης ο Γερµανός Μαθηµατικός Johann Lambert (1728 –1777) είχε πλησιάσει πολύ στην ανακάλυψη της Υπερβολικής Γεωµετρίας. κατά συνέπεια. καθώς και στην ανυπαρξία οµοίων τριγώνων. γι᾿ αυτό και οι δηµοσιεύσεις του είναι λίγες. [15] και [20]. κατά την άποψή του. Για λεπτοµέρειες σχετικές µε τη Ϲωή και τις δραστηριότητες των προηγουµένων παραπέµπουµε π. τα απέρριψε ως «απεχθή». την ισχύ της Απόλυτης Γεωµετρίας. Κατ᾿ αυτόν τον τρόπο ο Saccheri όχι µόνον υπέπεσε σε λογικό λάθος. αλλά έχασε και την ευκαιρία να ϑεωρηθεί ο πατέϱας της Υπερβολικής Γεωµετρίας. σε σχέση µε την πληθώρα των αποτελεσµάτων που περιέγραφε στα ηµερολόγιά του. που στο πλαίσιο της Απόλυτης Γεωµετρίας δεν µπορεί να υπερβαίνει τις δύο ορθές) σε συµπεράσµατα ϱιζικά αντίθετα από αυτά της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. Το πρώτο µοντέλο Υπερβολικής Γεωµετρίας αποτελεί η ψευδόσφαιρα (pseudosphere) που πρότεινε ο E. Εδώ πρέπει να αναφέρουµε ότι ένας σηµαντικός αριθµός αποτελεσµάτων της Υπερβολικής Γεωµετρίας είχαν ανακαλυφθεί και από τον Ιταλό Gerolamo Saccheri (1667–1773). σχεδόν εκατό χρόνια πριν την επίσηµη εµφάνισή της. Beltrami το 1868. αφού διεπίστωσε ότι η άρνηση του αξιώµατος των παραλλήλων οδηγεί σε τρίγωνα µε άθροισµα γωνιών διαφορετικό από τις 180◦ . Επειδή αυτό συνιστούσε. Nikolai I. αφ᾿ ετέρου δε λόγω της επιθυµίας του οι εργασίες του να είναι άψογες από κάθε άποψη. ϑεωρώντας ότι οδηγούν σε αντιφάσεις. δηλαδή τις αντιδράσεις αυτών που δεν ϑα µπορούσαν να κατανοήσουν τη νέα γεωµετρία. αφ᾿ ενός µεν ϕοβούµενος τις «ϕωνές των Βοιωτών». Εικονα 9. [11]. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία αντίστοιχα. F. στα οποία έφτασε.χ. Gauss (1775–1855) είχε ανακαλύψει αυτή τη γεωµετρία πριν τις δηµοσιεύσεις των άλλων. Σχετικές λεπτοµέρειες αναφέρονται στο [32]. Lobachewsky Επίσης και ο µεγάλος µαθηµατικός K. ϑα έπρεπε να δεχθεί την εξάρτηση του αξιώµατος και.

Η Υπερβολική Γεωµετρία 23 τελείται από µία ή δύο χοάνες. Σχηµα 1.6. όπως ϕαίνεται στο επόµενο σχήµα. είναι σταθερά 1. από το σηµείο επαφής µέχρι το σηµείο τοµής της µε τον άξονα των x. Χαρακτηριστικό της έλκουσας είναι το ότι το µήκος της εφαπτοµένης.3. Σχηµα 1. Ανάλογα σχηµατίζεται και το αριστερό τµήµα. Καθώς ο παρατηρητής κινείται στον άξονα των x κατά τη ϑετική ϕορά.1. ενώ στην αρχή των αξόνων στέκεται ένας παϱατηρητής που συνδέεται µε το αντικείµενο µε µία αλυσίδα µήκους 1. το αντικείµενο (κινούµενο εκτός του άξονος των y) διαγράφει το δεξιό τµήµα της καµπύλη. ΄Οψεις της ψευδόσφαιρας (από το ϐιβλίο [11]). Η έλκουσα (από το http://Tractrix) Πολύ περιγραφικά η έλκουσα παράγεται ως εξής : Υποθέτουµε ότι στο σηµείο (0.2. 1) τοποθετείται ένα αντικείµενο. . Η ψευδόσφαιρα παράγεται από την περιστροφή (εδώ) περί τον άξονα των x της καµπύλης που καλείται έλκουσα (tractrix) και απεικονίζεται στο επόµενο σχήµα.

Οι τελευταίες είναι το ανάλογο των ευθειών του (Ευκλειδείου) επιπέδου για µια επιφάνεια. καθ᾿ όσον µια γεωδαισιακή. ενώ ως ευθείες ϑεωρούµε τις λεγόµενες γεωδαισιακές γραµµές της ίδιας επιφάνειας. Οι γεωδαισιακές της ψευδόσφαιρας είναι καµπύλες όπως η ℓ και οι δύο καµπύλες που περνούν από το P (ϐλ.4. πράγµα που δεν συµβαίνει στα σηµεία επαφής των χοανών. Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι κύκλοι όπως ο C του σχήµατος δεν είναι γεωδαισιακές. το δεύτερο σχήµα). και [7]). Αργότερα ο Hilbert απέδειξε ότι οι επιφάνειες αρνητικής καµπυλότητας δεν µπορούν να δηµιουργήσουν µοντέλα της Υπερβολικής Γεωµετρίας. όπως η ℓ. δεν µπορεί να επεκταθεί «οµαλά» πάνω από τα σηµεία επαφής των δύο χοανών. µία γεωδαισιακή είναι η καµπύλη. που εµφανίζεται στο προηγούµενο σχήµα. συνεπώς µετρά την απόσταση µεταξύ σηµείων της επιφάνειας. Ο δίσκος των Klein-Beltrami (από το ϐιβλίο [5]) Τα πράγµατα έγιναν απλούστερα µε τον δίσκο των Klein-Beltrami. Πρόκειται για το πρώτο πραγµατικό µοντέλο της Υπερβολικής Γεωµετρίας. Ακριβέστερα. που έχει σταθερή ϑετική καµπυλότητα (για την έννοια της καµπυλότητας παραπέµπουµε στις Σηµειώσεις µας [7]). όπως µπορεί να ϕανεί εκ πρώτης όψεως. Με τον όρο οµαλά εννοούµε ότι η καµπύλη έχει εφαπτόµενες σε όλα τα σηµεία της. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Στη ∆ιαφορική Γεωµετρία των Επιφανειών αποδεικνύεται ότι η ψευδόσφαιρα έχει σταθερή αρνητική καµπυλότητα Gauss.24 Κεφάλαιο 1. Πράγµατι. Στην περίπτωση αυτού του µοντέλου ϑεωρούµε ως σηµεία της Υπερβολικής Γεωµετρίας τα σηµεία της επιφάνειας της ψευδόσφαιρας. διέρχονται περισσότερες της µιας ευθείες που δεν τέµνουν την ℓ. Στα ίδια σηµεία η επιφάνεια δεν διαθέτει εφαπτόµενα επίπεδα (ϐλ. Σε κάθε περίπτωση όµως το µοντέλο του Beltrami ϐοήθησε τη διάδοση της γεωµετρίας αυτής και την αναζήτηση ακριβέστερων µοντέλων. ΄Οµως το µοντέλο αυτό δεν είναι ένα πλήρες µοντέλο της Υπερβολικής Γεωµετρίας µε την έννοια οτι δεν ισχύουν όλα τα αξιώµατα της. Εποµένως. που πρότειναν οι δύο αναφερόµενοι µαθηµατικοί (ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον) το 1871. αντίθετα από τη συνήθη σφαίρα του τριδιάστατου χώρου. Σχηµα 1. που ϐρίσκεται εκτός της ℓ. η ψευδόσφαιρα δεν αποδεικνύει τη συνέπεια της Υπερβολικής Γεωµετρίας. η οποία έχει το µικρότερο µήκος από όλες τις καµπύλες που συνδέουν δύο σηµεία. . Στο ίδιο σχήµα ϕαίνεται ότι από το σηµείο P. δεν ίσχύει το αξίωµα 2.

1. Η αξία του µοντέλου αυτού είναι ιστορικά σηµαντική γιατί χρησιµοποιήθηκε για την απόδειξη της συνέπειας της Υπερβολικής Γεωµετρίας. Ο δίσκος του Poincar´e (από το ϐιβλίο [11]) Στην περίπτωση αυτή ως σηµεία ϑεωρούµε τα σηµεία του εσωτερικού του δίσκου (όπως και στην προηγούµενη περίπτωση).7. 3. Για την επαλήθευση του δευτέρου αξιώµατοςεισάγεται ένας κατάλληλος τύπος για το µήκος ευθείας. Η Ελλειπτική Γεωµετρία 25 Εδώ ως σηµεία της Υπερβολικής Γεωµετρίας ϑεωρούµε τα σηµεία του εσωτερικού του δίσκου και ως ευθείες τις (ανοιχτές) χορδές.5. 2. Το µοντέλο αυτό χρησιµοποιείται επίσης για να αποδειχθεί ότι η Υπερβολική Γεωµετρία είναι υποσύστηµα (Υπογεωµετρία) της Προβολικής Γεωµετρίας. καθώς προχωρούµε προς τα άκρα µιας χορδής. αν κρατήσουµε τα αξιώµατα 1. το µήκος της απειρίζεται. Προφανώς. ενώ ως ευθείες ϑεωρούµε του κύκλους που είναι κάθετοι στον κύκλο του δίσκου καθώς και τις διαµέτρους του πρώτου. ∆υο κύκλοι λέγονται κάθετοι αν έχουν κάθετες εφαπτόµενες στα σηµεία τοµής τους. Για µια λεπτοµερή παρουσίαση του µοντέλου του Poincar´e και τη επαλήθευση των αξιωµάτων της Υπερβολικής Γεωµετρίας σ᾿ αυτό. Οµοίως ορίζονται µε κατάλληλο τρόπο και οι γωνίες (οπότε αποδεικνύεται ότι το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώνου είναι µικρότερο των 180o ). για την οποίαν γίνεται λόγος στο επόµενο κεφάλαιο. 164–170]. παραπέµπουµε στο [11. από το σηµείο P του σχήµατος άγονται άπειρες παράλληλες προς τη χορδή AB (χωρίς τα σηµεία A. ϐάσει του οποίου αποδεικνύεται ότι. το είδος αυτής της γεωµετρίας προκύπτει όταν αρνούµαστε καθ᾿ ολοκληρίαν την ύπαρξη παραλλήλων ευθειών. δηλαδή τις χορδές χωρίς τα επί της περιφερείας άκρα τους.7 Η Ελλειπτική Γεωµετρία Η Ελλειπτική Γεωµετρία είναι πιο πολύπλοκη στη ϑεµελίωσή της και οφείλεται στον Georg Friedrich Bernhard Riemann (1826 –1866). σελ.1. ΄Οµως. ΄Οπως αναφέρεται στη σελιδα 11. B). ΄Ενα άλλο µοντέλο Υπερβολικής Γεωµετρίας αποτελεί ο δίσκος του Poincar´e Σχηµα 1. 4 της .

µέσω του 2ου αξιώµατος και µερικών προτάσεων που συνάγονται απ᾿ αυτό. στην οποίαν δεν ισχύει κανένα από τα συµπεράσµατα της τελευταίας (σε αντίθεση µε την Υπερβολική Γεωµετρία που διασώζει µερικά από αυτά). S2 : ∆ύο (διαφορετικά) σηµεία ορίζουν µία µοναδική ευθεία. ϑα πρέπει να διατηρηθούν τα αξιώµατα 1. αφού ορίζεται ευθεία. 4.26 Κεφάλαιο 1. το ελλειπτικό αξίωµα και η άρνηση της S2 ∗ µε ταυτόχρονη διατήρηση της S1 οδηγούν στην διπλή ελλειπτική γεωµετρία. κατά το αξίωµα 1. Bernhard Riemann Ευκλείδειας Γεωµετρίας και αντικαταστήσουµε απλώς το 5ο αξίωµα της µε το Ελλειπτικό αξίωµα : ∆ύο ευθείες (γραµµµές) τέµνονται πάντοτε. Και στις δύο περιπτώσεις παίρνουµε µια γεωµετρία εντελώς διαφορετική από την Ευκλείδεια. ΄Ετσι. αφού η ταυτόχρονη ισχύς τους µοιραία οδηγεί στην ύπαρξη παραλλήλων : S1 : Μία ευθεία χωρίζει το επίπεδο. . όχι όµως απαραιτήτως και απείρου µήκους. ∗ δηλαδή η άρνηση της µοναδικότητας. Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία Εικονα 9. για να ϑεµελιωθεί µία γεωµετρία χωρίς παράλληλες. 4 της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. ενώ τα αξιώµατα 1. 2′ . 3. το ελλειπτικό αξίωµα και η άρνηση της S1 µε ταυτόχρονη διατήρηση της S2 οδηγούν στην απλή ελλειπτική γεωµετρία. να αντικατασταθεί το 5ο αξίωµα µε το ελλειπτικό αξίωµα. Αλλά και µ᾿ αυτήν την αλλαγή. Η ευθεία αυτή µπορεί να είναι χωρίς όρια. τα αξιώµατα 1. καταλήγουµε στην απόδειξη της ύπαρξης παραλλήλων ! Εποµένως. τότε. για την επίτευξη του σκοπού µας ϑα πρέπει να καταργήσουµε τη µία από τις δύο επόµενες προτάσεις S1 και S2 . 4. 2′ . 3. 3. και να αντικατασταθεί το 2ο αξίωµα µε το Αξίωµα 2′ : ΄Ενα πεπερασµένο ευθύγραµµο τµήµα µπορεί να επεκταθεί σε ευθεία. µετά από αρκετά ϐήµατα διαπιστώνεται και πάλι ότι υπάρχουν παράλληλες ! ΄Οπως δείχνει η προσεκτική έρευνα του πράγµατος.

συνεπώς υλοποιούν την απόσταση µεταξύ δύο σηµείων.7. Μοντέλο διπλής Ελλειπτικής Γεωµετρίας (από το ϐιβλίο [10]) Μέσω των προηγουµένων µοντέλων. Η Ελλειπτική Γεωµετρία 27 Η ακριβής διατύπωση ενός συνεπούς συστήµατος αξιωµάτων της Ελλειπτικής Γεωµετρίας είναι πιο πολύπλοκη από την παράπανω (για χάρη της απλούστευσης) ϐασική περιγραφή. µπορούµε να διαπιστώσουµε εύκολα µερικές . ως µέτρον γωνίας παίρνουµε αυτό της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. Το µήκος είναι το µήκος µε την Ευκλείδεια έννοια.6. στο µοντέλο της διπλής Ελλειπτικής Γεωµετρίας. που απεικονίζεται στο Σχήµα 1. Τέλος.7. ∆ηλαδή. Ως ευθείες ϑεωρούµε τους µισούς µέγιστους κύκλους και τον ισηµερινό. Αντίθετα. σχετικώς τα αναφερόµενα στην ψευδόσφαιρα). Για την πληρότητα περιγράφουµε δύο µοντέλα. ϑεωρούµε όλα τα σηµεία ολόκληρης της σφαιρικής επιφάνειας και (όλους) τους ολόκληρους µέγιστους κύκλους. ένα Ϲεύγος αντιδιαµετρικών σηµείων του ισηµερινού ϑεωρείται ένα σηµείο της γεωµετρίας αυτής. Μοντέλο απλής Ελλειπτικής Γεωµετρίας (από το ϐιβλίο [10]) Ως σηµεία της απλής Ελλειπτικής Γεωµετρίας παίρνουµε όλα τα σηµεία της επιφάνειας ενός ηµισφαιρίου (στον Ευκλειδειο χώρο R3 ). Σχηµα 1. Να σηµειωθεί ότι οι µέγιστοι κύκλου της σφαίρας αποτελούν τις γεωδαισιακές της (ϐλ. εφ᾿ οσον αυτά δεν ϐρίσκονται επί της γραµµής του ισηµερινού.6) αναφέρεται στην απλή Ελλειπτική Γεωµετρία Σχηµα 1.1.7. Το πρώτο (Σχήµα 1. λαµβάνοντας όµως υπόψη τις προηγούµενες απαιτήσεις. καθώς και όλα τα Ϲεύγη αντιδιαµετρικών σηµείων του ισηµερινού.

µε αυθαίρετη διάσταση. ο Riemann συνέλαβε την έννοια της Πολλαπλότητας (manifold).). στην πεϱιοχή του κάθε σηµείου του) είναι ευκλείδειος. Στη ϑεωρία αυτή. ότι απροσδιόριστοι όροι σηµείο και ευθεία µπορούν να έχουν οποιαδήποτε ερµηνεία (συγκρίνατε π.3. Από τα προηγούµενα παραδείγµατα µοντέλων της Υπερβολικής και Ελλειπτικής Γεωµετρίας γίνεται τώρα εντελώς κατανοητή η συνηγορεία του Poincar´e (σελ. Πολλές ιδιότητες των τριγώνων της Σφαιρικής Γεωµετρίας ήσαν γνωστές και πριν την ανάπτυξη της Ελλειπτικής Γεωµετρίας και είχαν χρησιµοποιηθεί στην κατασκευή (γεωγραφικών) χαρτών. 18). Ευκλείδεια και µη Ευκλείδεια Γεωµετρία ιδιότητες της αντίστοιχης Ελλειπτικής Γεωµετρίας. ο οποίος ϕαντάστηκε ένα χώρο καµπυλωµένο. τις ευθείες τις πρώτης µε τις ευθείες του δίσκου του Poincar´e ή τους µέγιστους κύκλους της Σφαιρικής Γεωµετρίας κλπ. που µε τόση ϑέρµη υποστηρίζει την άποψη του Hilbert. η οποία είχε τεράστια σηµασία για τη σύγχρονη εξέλιξη των µαθηµατικών και της ϕυσικής.χ.28 Κεφάλαιο 1. Περισσοτερα ϑα αναπτυχθούν στην § 4. Για παράδειγµα. . Η Θεωρία της Σχετικότητας του Albert Einstein (1878 –1955) ϐρήκε στη γεωµετρία του Riemann το αναγκαίο µαθηµατικό υπόβαθρο για τη διατύπωση και την παραπέρα µελέτη της. Κλείνοντας τα περί µη Ευκλειδείων Γεωµετριών ϑα πρέπει να προσθέσουµε ότι οι πιο ϱιζοσπαστικές αντιλήψεις για τη Γεωµετρία και την έννοια του χώρου ϐρίσκονται στην προαναφερόµενη διάλεξη επί Υφηγεσίᾳ του Riemann. ΄Ετσι.• Το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώνου είναι µεγαλύτερο των δύο ορθών νου είναι µεγαλύτερο των δύο ορθών Τα δύο τελευταία µοντέλα. καταλήγουµε σε µία γεωµετρική ερµηνεία του µακροκόσµου. επειδή ανήκουν στη Σφαιρική Γεωµετρία. έχουµε : Απλή Ελλειπτική Γεωµετρία ∆ιπλή Ελλειπτική Γεωµετρία • Μία ευθεία δεν χωρίζει το επίπεδο • Μία ευθεία χωρίζει το επίπεδο • Από δύο (διαφορετικά) σηµεία διέρ. ο οποίος µόνον τοπικά (δηλ.• Από δύο (διαφορετικά) σηµεία διέρχεται µία µοναδική ευθεία χεται τουλάχιστον µία ευθεία • ∆ύο (διαφορετικές) ευθείες τέµνονται • ∆ύο (διαφορετικές) ευθείες τέµνονται ακριβώς σε ένα σηµείο ακριβώς σε δύο σηµεία • ΄Ολες οι ευθείες έχουν το ίδιο µήκος • ΄Ολες οι ευθείες έχουν το ίδιο µήκος • Το άθροισµα των γωνιών ενός τριγώ. µας κάνουν πολλές ϕορές να χρησιµοποιούµε τον τελευταίο όρο στη ϑέση της Ελλειπτικής Γεωµετρίας. τα σηµεία της Ευκλείδειας Γεωµετρίας µε τα σηµεία της Ελλειπτικής Γεωµετρίας. ΄Οµως. η ερµηνεία της Σφαιρικής Γεωµετρίας ως ενός διδιάστατου ελλειπτικού χώρου έγινε από τον Riemann στην περίφηµη επί Υφηγεσίᾳ διάλεξή του (στο Πανεπιστήµιο του G¨ttingen το 1854) µε τίτλο "Uber die Hypothesen welche der Geometrie zu Grunde liegen (: Επί των υποθέσεων οι οποίες ϐρίσκονται στα ϑεµέλια της γεωµετρίας). µέσω της ταύτισης της καµπυλότητας (που είναι ιδιότητα και µέγεθος γεωµετρικό) µε τη ϐαρύτητα (που είναι εκδήλωση της ύλης και µέγεθος ϕυσικό).

L. σελ. στην οποίαν περιέχονται οι αντιλήψεις του τελευταίου για τον χώρο και τη γεωµετρία]· H. 3. και τις εξής πηγές : J. Bell [8]. M. Στράντζαλος [41] (για την αξιωµατική µέθοδο και τη ϑεµελίωση της Ευκλείδειας και µη Ευκλείδειας Γεωµετρίας)· M. Να µελετηθούν οι λεπτοµέρειες της Σφαιρικής Γεωµετρίας (ϐλ. και I. Να αποδειχθεί ισχυρισµός της σελ. 6. όπου παραπέµπουµε για περισσότερες λεπτοµέρειες και συµπληρώσεις. 16. Συµπληρωµατικά. ανάµεσα σε µια πλούσια ϐιβλιογραφία. J. Να µελετηθούν οι λεπτοµέρειες της επαλήθευσης των αξιωµάτων της Υπερβολική Γεωµετρίας στο µοντέλο του Poincar´e (ϐλ. τη Ϲωή και το έργο διαφόρων µαθηµατικών. congruence). [32] και [39]. Επίσης. της διάλεξης του Riemann (: Επί των υποθέσεων οι οποίες ϐρίσκονται στα ϑεµέλια της γεωµετρίας). που ορίζεται από τα αξιώµατα της οµάδας ΙΙΙ του Hilbert. Poincar´e [36] (για ποικίλλες σκέψεις του γύρω από τη γεωµετρία. Χ. Να αναζητηθεί η ιστορία της έλκουσας (σελ. . [11. Μπρίκα [28]. ότι η σύµπτωση (Kongruenz. η προηγουµένη σύντοµη περιήγηση σε µερικές από τις ιδέες της γεωµετρίας δεν µπορεί να εξαντλήσει τις πολυάριθµες λεπτοµέρειες από τις συναρπαστικές κατακτήσεις. 4. σελ. για διάφορα ιστορικά στοιχεία. Cederberg [10]. S. Osserman [32]. Να περιγραφεί ένα (αριθµητικό) µοντέλο της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. 1. [11. Σηµείωση.8. 164–170]). Yaglom [45]. Για τη συγγραφή του κεφαλαίου αυτού χρησιµοποιήθηκαν κυρίως οι πηγές [8]. [11. N. 5. R. ο αναγνώστης µπορεί να συµβουλευτεί. σελ. Faber [15]. Hollingdale [19]. Pierpont [35]. παραπέµπουµε και στους E. 23) και η παραµετρική µορφή της. στα Αγγλικά. R.8 Ασκήσεις 1. που πραγµατοποιήθηκαν στη µακραίωνη πορεία της. T. Ασκήσεις 29 ΄Οπως είναι ϕυσικό. D. [10].1. Spivak [38] [για µια µετάφραση. Να µελετηθεί η προσέγγιση του Saccheri (ϐλ. 104–107]). [11]. J. είναι σχέση ισοδυναµίας. 2. Μ. Struik [42]. Mlodinov [26]. 138–139 και 143–162]). σχετικά µε την εξέλιξη της γεωµετρίας. L. τα µαθηµατικά και τη ϕυσική).

.

Πανεπιστήµιο Αθηνών. ήταν µόνον µε το εκκεντρικό «Πρόχειρο Σχέδιο» (συντετµηµένος τίτλος) του Desargues στα 1639. ˆ 31 . . . στις §§ 2. Επισηµαίνονται οι ϐασικές διαφορές τους και συνάγονται τα πρώτα. που η συνθετική Προβολική Γεωµετρία αναπτύχθηκε σε νέο και ανεξάρτητο κλάδο της γεωµετρίας.ΚΕ֟ΑΛΑΙΟ 2 Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Η αιφνιδία άνοδος της συνθετικής Προβολικής Γεωµετρίας κατά τον 17ο αιώνα εµφανίζεται τώϱα σαν µία καθυστεϱηµένη αναβίωση του ελληνικού πνεύµατος . σελ. ΄Οµως.2 του κεφαλαίου παρουσιάζεται η κατά Hilbert αξιωµατική ϑεµελίωση του συσχετισµένου και του προβολικού επιπέδου αντιστοίχως. απαραίτητα για την συνέχεια συµπεράσµατα. 158] ετα απο µια συντοµη εισαγωγή στη δηµιουργία της Προβολικής Γεωµετρίας. 2015. T. E.1–2. Μ c ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. Bell [8.

Ανάγκη όχι πρακτική.3 αναφέρεται στην αρχή του δυϊσµού. τοµή της οπτικής ακτίνας OP (αν O συµβολίζει τον οφθαλµό του Ϲωγράφου) µε το επίπεδο του πίνακα (Π ). µε την προσθήκη των ιδεατών (ή κατ᾿ εκδοχήν) σηµείων και της ιδεατής ευθείας. ϑα λέγαµε ότι οι κανόνες της προοπτικής συστηµατοποιήθηκαν κυρίως στην περίοδο της Αναγέννησης από καλλιτέχνες όπως οι Filippo Brunelleschi (1377–1446). δεσµών ευθειών) και επιτρέπουν τη σύγκριση του πλήθους των στοιχείων των προηγουµένων σχηµατισµών. η § 2. Για ευκολία. αφού σ᾿ αυτήν δεχόµαστε ότι δεν ορίζεται η έννοια της παραλληλίας. µε τρόπο που να δηµιουργείται η αίσθηση του ϐάθους (προοπτική). µε συντοµία. Πρόκειται για την προσπάθεια να αποτυπωθούν τα αντικείµενα του τριδιάστατου χώρου στο διδιάστατο Ϲωγραφικό πίνακα.5 συνδέονται τα συσχετισµένα µε τα προβολικά επίπεδα. Michelangelo Buonarroti (1475 –1564). έτσι και η Προβολική προέκυψε από µιαν ανάγκη. χωρίς να χρειάζεται να γίνει η απόδειξη του τελευταίου. Raffaello Santi Sanzio (1483 –1520) κ. για κάθε συµπέρασµα που ισχύει στο προβολικό επίπεδο. ΄Οπως και η Ευκλείδεια Γεωµετρία. Paolo Uccello (1379 –1475). Στην § 2. Παρόµοια προσδιορίζεται στον πίνακα και . Leone Battista Alberti (1404–1472). Σύµφωνα µ᾿ αυτήν.6 αφιερώνεται στην έννοια του µορφισµού µεταξύ προβολικών επιπέδων. αλλά αισθητική.0 Εισαγωγή Η Προβολική Γεωµετρία είναι µία µη Ευκλείδεια Γεωµετρία. Pierro de la Francesca (1416 –1492). Παρ᾿ όλο που η επίλυση του προηγουµένου αισθητικού προβλήµατος είχε απασχολήσει τους αρχαίους ΄Ελληνες Ϲωγράφους.32 Κεφάλαιο 2. ΄Ενας µορφισµός αποτελείται από ένα Ϲεύγος απεικονίσεων. Albrecht Durer ¨ (1471–1528). Αξίζει σχετικώς να αναφέρουµε ότι πολλοί από τους µεγάλους Ϲωγράφους και γλύπτες της περιόδου αυτής είχαν σοβαρές γνώσεις µαθηµατικών και µηχανικής. Τέλος. για τούτο και οι κανόνες της προοπτικής είχαν µαθηµατικό υπόβαθρο και απετέλεσαν τη ϐάση για τη µεταγενέστερη ανάπτυξη της Προβολικής Γεωµετρίας σε αυτοτελή κλάδο των µαθηµατικών. Ας δούµε. Αντιστρόφως. 2. Η εικόνα ενός σηµείου P του επιπέδου (E ) είναι το σηµείο P ′ . και αργότερα τους Βυζαντινούς. Leonardo da Vinci (1452–1519). τη διαδικασία αποτύπωσης των εικόνων στο Ϲωγραφικό πίνακα. οδηγούµαστε σε ένα προβολικό επίπεδο. η αφαίρεση µιας ευθείας του προβολικού επιπέδου οδηγεί σε ένα συσχετισµένο επίπεδο. Από ένα συσχετισµένο επίπεδο.4) είναι αµφιµονοσήµαντες απεικονίσεις µεταξύ απλών σχηµατισµών (όπως σηµειοσειρών. υποθέτουµε ότι ο τελευταίος [που συµβολίζεται µε (Π ) στο επόµενο σχήµα] είναι διαφανής (γυάλινος) και κάθετος στο οριζόντιο επίπεδο (E ). Οι στοιχειώδεις απεικονίσεις (§ 2. ισχύει και το δυϊκό του. που αντανακλούν µε κατάλληλο τρόπο τη δοµή του προβολικού επιπέδου. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Η § 2. Sandro Botticelli (1445 –1510).α. επάνω στο οποίο στέκεται ο Ϲωγράφος.

Σχηµα 2. Η ευθεία AB αποτυπώνει στον πίνακα του Ϲωγράφου τον οπτικό ορίζοντα. Εισαγωγή η εικόνα R ′ οποιουδήποτε σηµείου R του χώρου.33 2. οι αντίστοιχες εικόνες P ′ πλησιάζουν προς την ευθεία AB (ϐλ.1 Εξάλλου. που είναι η τοµή του (Π ) µε ένα νοητό επίπεδο.2). καθώς τα σηµεία P του χώρου ή του επιπέδου (E ) αποµακρύνονται από το επίπεδο (Π ). οι οποίες είναι παράλληλες . το οποίο διέρχεται από το O και είναι παράλληλο προς το επίπεδο (E ). από την εµπειρία µας γνωρίζουµε ότι. τα σηµεία του οποίου ϕαίνονται να ϐρίσκονται σε «άπειρη» απόσταση από τον Ϲωγράφο («επ᾿ άπειρον» σηµεία). Σχήµα 2. Σχηµα 2.2 Παρόµοια. δύο ευθείες α και ̙ [του (E ) ή του χώρου].0.

το επόµενο σχήµα). η απόσταση αυτή µικραίνει για να µηδενιστεί επί της AB. στο Ϲωγραφικό πίνακα εµφανίζεται ένα άλλο είδος γεωµετρίας. .3. όπου και εστιάζεται ο Θείος πόνος και οι γραµµές συγκλινουν προς τον ϑεατή. ενώ οι πλευρές του καναλιού πλησιάζουν. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα µεταξύ τους. ΄Οσο προχωρούµε προς τη γραµµή του ορίζοντα. άρα και την AB· αλλά κι αυτές ϑεωρούµε ότι τέµνονται στο άπειρο. αντίθετα από τον συνήθη κανόνα της προοπτικής.–1506) απεικονίζεται ο νεκρός Χριστός. όπως ϕαίνεται πάλι στο Σχήµα 2.3 Εποµένως. Το ύψος των κτιρίων µειώνεται καθώς η µατιά κινείται προς τη γραµµή του ορίζοντα. Σχηµα 2. γνωστού και ως Canaletto (1697–1768). Επίσης. Εδώ ο Ϲωγράφος. ανατρέπονται και οι µετρικές ιδιότητες της Ευκλείδειας Γεωµετρίας : η απόσταση των παραλλήλων α και ̙ ϕυσικά δεν διατηρείται στις τεµνόµενες πλέον εικόνες α ′ και ̙′ . ΄Ετσι. στο οποίο δεν υπάρχουν παράλληλες ευθείες (εκτός από αυτές που απεικονίζουν τις ευθείες τις παράλληλες προς την CD.34 Κεφάλαιο 2. ΄Ετσι δηµιουργείται η εντύπωση του ϐάθους και η αίσθηση ότι έχουµε να κάνουµε µε ένα τριδιάστατο αντικείµενο Στο δεύτερο πίνακα. πραγµα που ϕαινοµενικά ϑα συµβεί αν κάνουµε µια µικρή στροφή του πίνακα). που οφείλεται στον Andrea Mantegna (1431. απεικονίζει το κανάλι της Βενετίας. καταργεί (ή αντιστρέφει) την προοπτικότητα. Είναι ένα τυπικό παράδειγµα Ϲωγραφικού πίνακα στον οποίον ακολουϑούνται οι κανόνες της προοπτικής. τα µεγέθη αυξάνουν καθώς κινούµεθα προς την κεφαλή του Ιησού. Ο πρώτος. αποτυπώνονται στον πίνακα σε δύο ευθείες α ′ και ̙′ τεµνόµενες σε ένα σηµείο της γραµµής του ορίζοντα AB (ϐλ. για να προσδώσει µεγαλύτερη δραµατικότητα. του Giovanni Antonio Canal. Στην επόµενη σελίδα εµφανίζονται δύο Ϲωγραφικοί πίνακες.

Canaetto: Το κανάλι της Βενετίας Εικονα 11.0.35 2. Mantegna: Ο Θρήνος του Χριστού . Εισαγωγή Εικονα 10.

Στο Σχήµα 2. παραβολή ή υπερβολή. δηλαδή στο επίπεδο που µαϑηµατικοποιεί το Ϲωγραφικό πίνακα. έλλειψη. Κι εδώ διαπιστώνεται η µη διατήρησης των αποστάσεων κατά τη διαδικασία της προβολής [δηλαδή κατά τη διαδικασία της αποτύπωσης της εικόνας των σηµείων του κύκλου επί του (Π )]. αναγόµαστε στο επίπεδο της Προβολικής Γεωµετρίας. σχετικά σχόλια και στη σελ. Εικονα 12. για παράδειγµα.4 απεικονίζεται. ο κύκλος της ϐάσης ϑα αποτυπώνεται στον πίνακα (Π ) σαν κύκλος. η περίπτωση της έλλειψης. µε την επισύναψη των «επ᾿ άπειρον» (ή «κατ᾿ εκδοχήν») σηµείων. που µελετήθηκαν από τον µεγάλο γεωµέτρη Απολλώνιο (ϐλ. άρχισε η αναγέννηση .36 Κεφάλαιο 2. Σχηµα 2. ανάλογα µε την κλίση του (Π ) ως προς το επίπεδο της ϐάσης (E ).4 Στην § 2.5 ϑα δούµε µε αυστηρό τρόπο πώς από το σύνηθες επίπεδο της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. Μετά την κυριαρχία της Ανάλυσης κατά τον 18ο αιώνα. 12). Η πλήρης µαθηµατικοποίηση των κανόνων της προοπτικής έγινε µόλις τον 17ο αιώνα. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα ΄Ενα άλλο παράδειγµα κατασκευής προοπτικών σχηµάτων µας παρέχουν οι κωνικές τοµές. Απολλώνιος Αν στην κορυφή O ενός κώνου ϐρίσκεται ο οφθαλµός του Ϲωγράφου.

Η συστηµατική ανάπτυξή της είναι ένα από τα πιο σηµαντικά µαθηµατικά επιτεύγµατα του 19ου αιώνα. ή κατά πόσον η γεωµετρία ϑα πρέπει να είναι απαλλαγµένη από την άλγεβρα. σηµαντικές αντιδικίες για το κατά πόσον η µία υπερτερεί της άλλης. ορίζουµε. Εικονα 13. Poncelet. Charles Brianchon (1785 –1864).1. Με τη συµπλήρωση των αξιωµάτων του συσχετισµένου επιπέδου. J. του οποίου παράδειγµα είναι το (σύνηθες) επίπεδο της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. Blaise Pascal (1623 –1662).α. µέσα στην οποίαν πρωτεύουσα ϑέση κατέχει η Προβολική Γεωµετρία. αποφασιστική για την εξέλιξη της Προβολικής Γεωµετρίας ήταν η συµβολή των Gaspar Monge (1746 –1818). G. το λεγόµενο συσχετισµένο επίπεδο.. JeanVictor Poncelet (1788 –1867). Η δεύτερη στηρίζεται κυρίως σε αλγεβρικές µεθόδους. Monge. Henrie Poincar´e (1854 –1912) και. J. Julius Plucker ¨ (1801–1868) και Karl Georg Christian von Staudt (1798 –1867). του Christian Felix Klein (1849–1925) κατέχει πρωτεύουσα ϑέση. Το συσχετισµένο επίπεδο 37 της γεωµετρίας. Η πρώτη ϐασίζεται σε καθαρά γεωµετρικές µεθόδους. Σε µεταγενέστερη περίοδο. οδηγούµαστε στη ϑεµελίωση ενός επιπέδου.V. δεν ϑα προχωρήσουµε προς την κατεύθυνση αυτή. έτσι ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση. η διάταξη και η µέτρηση. ΄Οµως. ιδιαιτέρως. µέσω τριών ϐασικών αξιωµάτων. 2. ϑεµελιώδης υπήρξεν η ιδέα να χαρακτηριστεί µία Γεωµετρία από την αντίστοιχη οµάδα των µετασχηµατισµών που διατηρούν αναλλοίωτες της ϐασικές ιδιότητές της. πολλές ϕοϱές. Μετά τις πρόδροµες εργασίες των Girard Desargues (1591–1661).1 Το συσχετισµένο επίπεδο Στην παράγραφο αυτή. August Ferdinand M¨obius (1790 –1868).2. Philippe de la Hire (1640 –1718) κ. Μεταξύ των εκπροσώπων των δύο µεθοδολογικών απόψεων σηµειώθηκαν. Η συµβολή των Sophus Lie (1842 –1899). έχοντας ως «υπόδειγµα» τα αξιώµατα της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. Jacob Steiner (1796 –1863). αφού κύριος στόχος . µε σηµείον εκκίνησης τα αξιώµατα. Steiner Στην πορεία περίπου δύο αιώνων κυριάρχησαν δύο ϐασικές απόψεις : η συνθετική και η αναλυτική.

τα σηµεία και οι ευθείες διαφέρουν κατά τη ϕύση τους. Αυτό όµως ϑα σήµαινε ότι µία ευθεία είναι σύνολο σηµείων (σηµειοσειρά). P. b. Y. • Ενα σύνολο L . . . . . Hilbert [18] ϑεωρούµε : • Ενα σύνολο P . k ) ∈ P × L. ̙. . c . Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται µέσω κατάλληλης ισοµορφίας. X.6. . του οποίου τα στοιχεία καλούµε ευθείες (lines) και τα συµβολίζουµε µε µικρά γράµµατα a. Η σχέση της σύµπτωσης µας επιτρέπει. ∅. x. ∅.38 Κεφάλαιο 2. . . όπως ϑα δείξουµε πολύ αργότερα (ϐλ. . Q. του οποίου τα στοιχεία καλούµε σηµεία (points) και τα συµβολίζουµε µε κεφαλαία γράµµατα A. Ακολουθώντας τις ιδέες του D. . Απλώς αποτελούν την αυθαίρετη ονοµασία των στοιχείων δύο αντιστοίχων συνόλων. . Η σύντοµη µελέτη του συσχετισµένου επίπεδου γίνεται προκειµένου να αποσαφηνιστούν οι ϐασικές διαφορές ανάµεσα στην (προ)Ευκλείδεια και την Προβολική Γεωµετρία. . ℓ. Θεώρηµα 2. α. . k. . k ) ∈ I ή (P. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα του κεφαλαίου είναι το προβολικό επίπεδο. για την περίπτωση του προβολικού επιπέδου. Γ. οι προηγούµενες εκφράσεις ϑα αποδίδονταν καλλίτερα µε τον συµβολισµό P ∈ k. B. γεγονός που δεν προκύπτει από τους πιο πάνω αφηρηµένους ορισµούς της ευθείας και του σηµείου. δηλαδή I ⊂ P × L. . C. .8. — το P είναι σηµείο της k. . — η ευθεία k διέρχεται από το P. Από τα προηγούµενα προκύπτει ότι τα σηµεία και οι ευθείες είναι έννοιες που δεν ορίζονται. Φυσικά. ΄Οπως στη στοιχειώδη γεωµετρία. • Μία σχέση I µεταξύ των P και L. να αποϕανθούµε ότι (P. . την οποίαν καλούµε σχέση σύµπτωσης ή απλώς σύµπτωση (incidence). . Ο συµβολισµός (P. . k ) ∈ I αποδίδεται λεκτικά µε τις (ισοδύναµες) εκφράσεις : — το σηµείο P ανήκει (ή περιέχεται) στην ευθεία k. Αυτό το εκφράζουµε αυστηρά µε τη σχέση P ∩ L = ∅. ∆. . Οι εκφράσεις αυτές προέρχονται από την αντίστοιχη σύµπτωση σηµείου και ευθείας της Ευκλείδειας Γεωµετρίας και ανταποκρίνονται στη συνήθη εµπειρία. y. που µας ενδιαφέρει εδώ). . Θα χρειαστούµε ακόµη και την ορολογία του επόµενου ορισµού. . . για ένα Ϲεύγος (P. k ) < I.

1. ℓ). — είτε k . τέτοιο ώστε (P. B}. D } . Αναλόγως. k//ℓ ]. τα οποία είναι διαφορετικά µεταξύ τους και µη συγγραµµικά.39 2.3 Παραδείγµατα. [ ∀ (P. 1) Το επίπεδο της Στοιχειώδους (Ευκλείδειας) Γεωµετρίας είναι συσχετισµένο επίπεδο. k ) ∈ P × L : (P. C}. όπως ήδη γνωρίζουµε. . k ) < I ] ⇒ [ ∃! ℓ ∈ L : (P. Αποτελείται από τα σηµεία και τις ευθείες. I) είναι µία τριάδα όπως προηγουµένως. ℓ και δεν υπάρχει P ∈ P : (P. το αξίωµα διατυπώνεται και µε τη µορφή : [ ∀ (P. {A.2 Ορισµός. τρείς ή περισσότερες ευθείες ki ∈ L διέρχονται από το (ή τέµνονται ή συγκλίνουν στο) ίδιο σηµείο (concurrent lines) αν υπάρχει P ∈ P. ΄Ενα συσχετισµένο επίπεδο (affine plane) είναι µια τριάδα της µορφής (P. k ) ∈ I. Το αξίωµα (ΣΕ 2). C. ℓ) ∈ I ⇔ P ∈ ℓ. 2. {C. i = 1. k ) ∈ I ∋ (Q.  L := {A. {B. (P. οφείλεται στον J. L. που εδώ εκφράζεται µε τη συνολοθεωρητική σχέση ‘‘∈’’ (ανήκει). ℓ ∈ L λέγονται παράλληλες (parallel).1. Από ένα σηµείο εκτός ευθείας διέρχεται µία µοναδική ευθεία παράλληλη προς τη δοθείσα. D }.1 Ορισµός. 3. D }. . όπως ορίζονται στην Ευκλείδεια Γεωµετρία και αντιλαµβανόµαστε στην καθηµερινη εµπειρία µας. Συµβολικά. . k ) ∈ I ∋ (P. . D }. C}. Συµβολικά. Q ] ⇒ [ ∃! k ∈ L : (P. Playfair και αποτελεί ισοδύναµη διατύπωση του 5ου αιτήµατος (αξιώµατος) του Ευκλείδη. I). αν συµβαίνει ένα από τα επόµενα : — είτε k = ℓ. Υποθέτουµε ότι (P. L. ℓ) ∈ I. για παράδειγµα στο [39]. k ) ]. Τέλος. δύο ευθείες k. 2. η οποία ικανοποιεί τα επόµενα αξιώµατα : (ΣΕ 1) Από δύο διαφορετικά σηµεία διέρχεται ακριβώς µία ευθεία (ή δύο διαφορετικά σηµεία ορίζουν µία µοναδική ευθεία). B. Η διατύπωση του τελευταίου σε αρχαία ελληνικά ϐρίσκεται.1. . 3. 2) Αν ϑεωρήσουµε τα σύνολα P := {A. i = 1. ∆ηλαδή. ki ) ∈ I. Το συσχετισµένο επίπεδο 2. 2. Q ) ∈ P × P : P . (ΣΕ 2) (Ευκλείδειον αίτηµα). αν υπάρχει ευθεία k ∈ L. . {B. ενώ η I είναι η συνήθης σύµπτωση. οπότε συµβολικά γράϕουµε ότι k//ℓ.1. 2. (ΣΕ 3) Υπάρχουν τουλάχιστον τρία σηµεία. Τρία ή και περισσότερα σηµεία Pi ∈ P λέγονται συγγραµµικά (collinear). τέτοια ώστε (Pi . {A.

I) 2.1. τότε ℓ = A ∨ B = A ∨ C = B ∨ C.  . B. Απόδειξη. Αν A. 3) (Αντιπαράδειγµα) Ο δίσκος των Klein-Beltrami. Q είναι και σηµεία των k και ℓ. Αν οι ευθείες k.5 Πρόταση. Από τον Ορισµό 2. προκύπτει ότι ℓ = A ∨ B. ℓ) ∈ I και (B. τότε οπωσδήποτε υπάρχει κοινό σηµείο P (γιατί αλλιώς οι ευθείες ϑα ήσαν παράλληλες).1.40 Κεφάλαιο 2. l είναι παράλληλες (k//ℓ). πράγµα που αντίκειται στην υπόθεση k . A ∨ B) ∈ I και (B. άρα αληθεύει το συµπέρασµα. Q. Απ᾿ το άλλο µέρος. Επειδή A . ∆ύο διαφορετικές ευθείες k. τότε ελέγχουµε αµέσως ότι η τριάδα (P.1 έχουµε τις σχέσεις (A. A ∨ B) ∈ I. τότε κατά το (ΣΕ 1) ορίζεται η ευθεία P ∨ Q. L.  2. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα και ως I τη σχέση ‘‘∈’’. ℓ) δεν υπάρχει κανένα κοινό σηµείο P. καταλήγουµε στη σχέση P = Q. • Στο υπόλοιπο της παραγράφου ϑεωρούµε ότι δίνεται ένα συσχετισµένο επίπεδο (P. Αν k /— / ℓ. δηλαδή ένα σηµείο P που ικανοποιεί τις σχέσεις (P. τότε (αφού k . ℓ) ∈ I. k ) ∈ I και (P. 2. δηλαδή (Q. Q και συµβολίζεται µε k =P ∨Q =Q∨P Η δεύτερη ισότητα είναι προφανής συνέπεια του (ΣΕ 1). πάλι από το (ΣΕ 1) και το µονοσήµαντό του. ℓ έχουν το πολύ ένα κοινό σηµείο.1. Εποµένως. Θα δείξουµε ότι P = Q. Ας υποθέσουµε τώρα ότι υπάρχει κι ένα άλλο κοινό σηµείο Q. B. ℓ) ∈ I. σε αντίθεση µε το επίπεδο της Ευκλείδειας Γεωµετρίας. αν ήταν P . Με τον ίδιο τρόπο αποδεικνύονται και οι άλλες ισότητες. Πραγµατικά. ℓ).6 Πρόταση. k ) ∈ I ∋ (Q. προκύπτει ότι k = P ∨ Q = ℓ. I) είναι συσχετισµένο επίπεδο.4 Ορισµός. που αναφέραµε στη σελιδα 24. κατ᾿ ανάγκην. από το (ΣΕ 1) ορίζεται και η ευθεία A ∨ B και ισχύουν οι σχέσεις (A. L. από το µονοσήµαντο του (ΣΕ 1). Εποµένως. Η µονοσήµαντα ορισµένη ευθεία k του αξιώµατος (ΣΕ 1) λέγεται ένωση (join) των σηµείων P. Το παράδειγµα αυτό δείχνει ότι υπάρχουν συσχετισµένα επίπεδα µε πεπερασµένο πλήθος σηµείων και ευθειών. ℓ.1. C είναι τρία διαφορετικά συγγραµµικά σηµεία και ℓ η κοινή τους ευθεία. Απόδειξη. επειδή τα P.

Εποµένως. επειδή το A είναι κοινό σηµείο των m και A ∨ B. Απόδειξη. m. Πραγµατικά. (P. Στο συσχετισµένο επίπεδο η παραλληλία ορίζει µία σχέση ισοδυναµίας. Αν k και ℓ είναι δύο µη παράλληλες διαφορετικές ευθείες. αφού ℓ//A ∨ B. τότε το A (ως σηµείο της m) ϑα ανήκε και στην ℓ. όπου k//ℓ. όπου m//ℓ. Πραγµατικά.8 Πρόταση. τότε το µονοσήµαντα ορισµένο κοινό σηµείο τους (Πρόταση 2. m. Αυτό είναι άτοπο. k ) ∈ I. C. ϑα είχαµε ότι m//A ∨ B. άρα k//m. ϑα είχαµε ότι (P. άρα ορίζονται οι ευθείες A ∨ B και B ∨ C . P = k ∧ m). τα οποία ανά τρία είναι µη συγγραµµικά. Η αυτοπαθής και η συµµετρική ιδιότητα είναι άµεσες συνέπειες του οϱισµού. πράγµα που είναι άτοπο. τότε έχουµε το συµπέρασµα. Επίσης. κατά το (ΣΕ 2). m ) ∈ I. λόγω της συµµετρικής και µεταβατικής ιδιότητας της παραλληλίας. που δεν είναι συγγραµµικά. Εποµένως. γιατί αν υπήρχε κοινό σηµείο P (δηλ. ισχύει ότι (C. ℓ) < I (επειδή ℓ//k και ℓ//m).6) λέγεται τοµή (intersection) των k. αν ήταν ℓ = m.1.5 Παρατηρούµε ότι ℓ . ℓ και συµβολίζεται µε P =k∧ℓ=ℓ∧k 2. Για την απόδειξη της µεταβατικής ιδιότητας.1. Συνεπώς. Αν k . Απόδειξη. υποθέτουµε ότι k//ℓ και ℓ//m. ℓ) ∈ I και ℓ//A ∨ B.7 Ορισµός. Το (ΣΕ 3) εξασφαλίζει ότι υπάρχουν τρία διαφορετικά σηµεία A. µε (A. Το συσχετισµένο επίπεδο 2.9 Θεώρηµα.1. Παρόµοια ϐρίσκουµε και µιά m ∈ L. υπάρχει µοναδική ευθεία ℓ ∈ L µε (C. ΄Οµως (P. m ) ∈ I και m//B ∨ C.1. αφού οι ℓ και m είναι διάφορες . Επειδή τα σηµεία είναι µη συγγραµµικά.  2. επειδή και ℓ//A ∨ B. που δεν ϐρίσκεται στην ℓ. Το συµπέρασµα αυτό αντιβαίνει στο (ΣΕ 2).1. τότε αναγκαίως k//m. A ∨ B) < I. Σχηµα 2. Αν k = m. αν ήταν ℓ//m. ℓ /— / m. διέρχονται δύο ευθείες παράλληλες προς αυτήν (οι k και m). Σε κάθε συσχετισµένο επίπεδο υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα διαϕορετικά σηµεία. από το σηµείο P.41 2. B.

Εκεί. τότε οι παράλληλες και διαφορετικές ευθείες A ∨ B και ℓ ϑα είχαν κοινό το σηµείο A = D (άτοπο). η παραπάνω διαδικασία στο (συσχετισµένο) επίπεδο της Στοιχειώδους Γεωµετρίας. γίνεται στη Γραµµική (ή Συσχετισµένη) Γεωµετρία (ϐλ.1. Τότε. 2) Μία άλλη ϑεµελίωση του συσχετισµένου επιπέδου.42 Κεφάλαιο 2. ϑα πρέπει να δείξουµε ότι το D είναι διαφοϱετικό από τα A. το D ϑα ήταν κοινό σηµείο των ℓ και A ∨ B (άτοπο. ξεκινώντας από άλλα αξιώµατα (αλγεβρικής υφής). µε αλγεβρική γλώσσα. όπου P και L είναι σύνολα διάφορα του κενού.3 (2). Τα στοιχεία των P και L ονοµάζουµε.1. Τέλος. για ευκολία. Για να ολοκληρώσουµε την απόδειξη. B. Στο επόµενο Σχήµα 2. m ενός συσχετισµένου επιπέδου µε k//ℓ. ας υποθέσουµε ότι το D είναι συγγραµµικό µε δύο άλλα σηµεία. 4.1.1. A (παρόµοια εργαζόµαστε και για τα B. 1) Από το Θεώρηµα 2. Παρόµοια δείχνουµε ότι το D δεν είναι συγγραµµικό και µε οποιαδήποτε άλλα δύο σηµεία. Να αποδειχθούν οι ισχυρισµοί των Παραδειγµάτων 2. τότε ϑα τέµνει και την άλλη. τέτοια ώστε P ∩ L = ∅. Από κάθε σηµείο του συσχετισµένου επιπέδου διέρχονται τουλάχιστον τρεις διαϕορετικές ευθείες. Αν η m τέµνει τη µία από τις δύο παράλληλες ευθείες. Για το πρώτο συµπέρασµα αρκεί να δείξουµε ότι D . και I ⊂ P × L είναι µία σχέση σύµπτωσης.5 απεικονίζεται.1.1. αν ήταν D = A. . ∆ίνονται οι διαφορετικές ευθείες k. από την Πρόταση 2.  2. C). Αυτό αληθεύει γιατί. C και δεν είναι συγγραµµικό µε οποιαδήποτε δύο από αυτά.1.1. όπως προηγουµένως). Πρόταση 2. [3]). ΄Αρα.1. D είναι ακριβώς η A ∨ B. Κάθε ευθεία του συσχετισµένου επιπέδου διαθέτει τουλάχιστον δύο διαφορετικά σηµεία.10 Παρατηρήσεις. L. 2.3 (2).11 Ασκήσεις.1. I).7). αποδεικνύονται. B. ορίζεται το µοναδικό σηµείο D = ℓ ∧ m (ϐλ. τα αξιώµατα της προηγούµενης ϑεµελίωσης. έχουµε ότι η κοινή ευθεία των A.2 Το προβολικό επίπεδο ΄Οπως και στο συσχετισµένο επίπεδο.5.1. Η έννοια της συγγραµµικότητας σηµείων και της σύγκλισης ευθειών είναι όπως στον Ορισµό 2.9 προκύπτει ότι το µικρότερο πλήϑος σηµείων ενός συσχετισµένου επιπέδου είναι 4. σηµεία και ευθείες αντιστοίχως. Αυτό σηµαίνει ότι η ελαχίστη ισχύς του συσχετισµένου επιπέδου είναι 4 και δικαιολογεί την επιλογή των τεσσάρων σηµείων στο Παράδειγµα 2. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα και µη παράλληλες. οπότε η απόδειξη είναι πλήρης. ας πούµε τα A και B.3 (1) και 2. 1. ως συµπεράσµατα πλέον. ℓ.6 και Ορισµό 2. 2. όπως πριν. 2. 3. ϑεωρούµε µία τριάδα (P.

΄Οπως ϑα δείξουµε αρκετά πιο κάτω [ϐλ. A7 } . ∈) είναι προβολικό επίπεδο. A6 . από το (ΠΕ 2) προκύπτει ότι δύο οποιεσδήποτε διαφορετικές ευθείες έχουν πάντοτε κοινό σηµείο. ΄Ενα προβολικό επίπεδο (projective plane) (P. το (ΠΕ 1) συµπίπτει µε το (ΣΕ 1). που ικανοποιεί τα επόµενα αξιώµατα : είναι µία τριάδα (ΠΕ 1) Για οποιαδήποτε σηµεία P. 2. A5 .2.43 2. . (ΠΕ 2) Για οποιεσδήποτε ευθείες k. A6 } . (ΠΕ 3) Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα σηµεία διαφορετικά µεταξύ τους. A6 }. ℓ ∈ L. 2. A7 }. Q. ℓ). Παρατήρηση 2. ή ορίζεται) από δύο διαφορετικά σηµεία.4.3 Παραδείγµατα. Το καλούµε τοµή των k. . . A4 . ℓ 4 = { A2 . A5 . 3) Επίσης. A7 } και τη σύµπτωση I που ορίζει η συνολοθεωρητική σχέση ‘‘∈’’.2. . όπως ϑα δείξουµε στην παρακάτω Πρόταση 2. µε P .2. ℓ). Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουµε ότι η τριάδα (P. 1) Θεωρούµε τα σύνολα :  P := {Ai |i = 1. Q ∈ P. Εποµένως : Στο προβολικό επίπεδο δεν υπάρχει έννοια παραλληλίας. L := ℓ1 = {A1 . ℓ3 = {A1 . L. Το επίπεδο αυτό λέγεται και προβολικό επίπεδο των επτά σηµείων και αποτελεί παράδειγµα προβολικού επιπέδου µε πεπερασµένο πλήθος σηµείων (και ευθειών). Αντιθέτως. Εποµένως. ℓ) ∈ I ∋ (Q. A4 . Αυτό δικαιολογεί και την επιλογή των 7 σηµείων του προηγουµένου παραδείγµατος. 2) ΄Οπως και στο συσχετισµένο επίπεδο. τέτοια ώστε (P. τη µονοσήµατα ορισµένη ευθεία ℓ του (ΠΕ 1) ονοµάζουµε ένωση των P. . τέτοιο ώστε (P. L. A5 } . µε k . ℓ και το συµβολίϹουµε µε P = k ∧ ℓ = ℓ ∧ k. ℓ2 = {A1. Q και τη συµβολίζουµε µε ℓ = P ∨ Q = Q ∨ P. A3 }. η οποία διέρχεται (ή περιέχει. 1) Από το (ΠΕ 1) ϐλέπουµε ότι υπάρχει µία µοναδική ευθεία.1 Ορισµός.9 (2)] η ελαχίστη ισχύς του προβολικού επιπέδου είναι 7. Το προβολικό επίπεδο 2. A4 .2. 7}. A2 . τα οποία είναι ανά τρία µη συγγραµµικά. υπάρχει σηµείο P ∈ P. ℓ 6 = { A3 . ℓ 7 = { A3 . ℓ 5 = { A2 .2 Παρατηρήσεις. I).2. k ) ∈ I ∋ (P. ℓ. και το κοινό σηµείο P του (ΠΕ 2) είναι µονοσήµαντα ορισµένο.4. υπάρχει ακριβώς µία ευθεία ℓ ∈ L.

44 Κεφάλαιο 2. .6 Ας σηµειωθεί ότι οι ευθείες των σχηµάτων (συνεχείς και διακεκοµµένες) δεν έχουν καµιά σχέση µε τις συνήθεις ευθείες του ευκλειδείου επιπέδου. Τέτοιοι πίνακες είναι ιδιαιτέρως χρήσιµοι. όπου U ≤ R3 σηµαίνει ότι ο U είναι γραµµικός υπόχωρος του R3 (παρόµοια και για τον V ≤ R3 ). ℓ) ∈ I ⇔ U ≤ V. A1 A2 A3 A4 A5 A6 A7 ℓ1 ℓ2 ℓ3 • • • • • • • • • ℓ4 ℓ5 • • • • • • ℓ6 ℓ7 • • • • • • 2) Στο διανυσµατικό (γραµµικό) χώρο R3 ορίζουµε τα σύνολα :  P := P ≡ U ≤ R3 : dim U = 1 . ορίζουµε τη σχέση σύµπτωσης I ⊂ P × L µε (P. όταν ϑέλουµε να περιγράψουµε τη σχέση της σύµπτωσης προβολικών επιπέδων µε σχετικώς µεγάλο (αλλά πεπερασµένο) πλήθος σηµείων και ευθειών. αν P = U και ℓ = V. Επίσης. του οποίου η ερµηνεία είναι προφανής. οι οποίες ορίζουν τις ευθείες του παραπάνω προβολικού επιπέδου. Η σύµπτωση των σηµείων και ευθειών του ιδίου παραδείγµατος περιγράφεται και στον επ·οµενο πίνακα.  L := ℓ ≡ V ≤ R3 : dim V = 2 . Σχηµα 2. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Μερικούς τρόπους απεικόνισης (στο ευκλείδειο επίπεδο !) των σηµείων και των ευθειών του παραδείγµατος παρουσιάζονται στα παρακάτω σχήµατα. αλλά σχεδιάζονται για να υποδηλώσουν τις αντίστοιχες τριάδες σηµείων.

Ας υποθέσουµε ότι υπάρχει κι ένα άλλο σηµείο. µέσω της οποίας επαληθεύουµε την ισχύ των αξιωµάτων (ΠΕ 1) – (ΠΕ 3). I) αποτελεί προβολικό επίπεδο. που είναι άτοπο.2. ℓ. Απόδειξη. Το σηµείο P του αξιώµατος (ΠΕ 2) είναι µονοσήµαντα ορισµένο.45 2. 0. που διέρχονται επίσης από το 0.2. που ονοµάζεται πραγµατικό προβολικό επίπεδο διάστασης 2 και συµβολίζεται µε P2 . τότε ℓ = A ∨ B = B ∨ C = A ∨ C. διαφορετικά µεταξύ τους. οι οποίες διέρχονται από το 0 ≡ (0. τέτοιο ώστε Q . γραµµικοί υπόχωροι του R3 κλπ. • Τα δύο προηγούµενα παραδείγµατα αποτελούν µοντέλα προβολικών επιπέδων (το πρώτο µε πεπερασµένο πλήθος σηµείων και ευθειών.  2. Εδώ οι απροσδιόριστοι όροι (σηµεία και ευθείες) αποκτούν συγκεκριµένη υπόσταση (δυάδες/τριάδες στοιχείων.). Απόδειξη.5 Πρόταση. .  2. Κάθε ευθεία ενός προβολικού επιπέδου περιέχει τουλάχιστον τρία διαφορετικά σηµεία. L. 2. P µε (Q.4 Πρόταση. Αν A. I). ενώ οι ευθείες του P2 είναι ακριβώς τα επίπεδα του R3 . Η ίδια µε την απόδειξη της Πρότασης 2. L. από το (ΠΕ 1) προκύπτει ότι k = P ∨ Q = ℓ. B. επειδή τα P. Ας δούµε τώρα µερικές άµεσες συνέπειες των αξιωµάτων ενός προβολικού επιπέδου (P.5. το δεύτερο µε άπειρο πλήθος).1. και ℓ η κοινή ευθεία που τα περιέχει.7 Ελέγχουµε αµέσως ότι το (P. k ) ∈ I ∋ (Q. Q είναι σηµεία των k και ℓ. επειδή έχουµε υποθέσει ότι k . Σχηµα 2.2. Τότε. 0).2. ℓ). C είναι συγγραµικά σηµεία ενός προβολικού επιπέδου. Το προβολικό επίπεδο Είναι ϕανερόν ότι τα σηµεία του P2 είναι ακριβώς οι ευθείες του R3 .6 Πρόταση.

C.. X = Y . Πρόταση 2. Z = ℓ ∧ (A ∨ D ). B ∨ C. ότι υπάρχει σηµείο O ∈ P από το οποίο διέρχονται οι A ∨ B. Ορίζουµε τις ευθείες A ∨ B. ϑα ήταν B = O. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Απόδειξη. τότε αρκεί να εξασφαλίσουµε αντιστοίχως την ύπαρξη ακόµη δύο ή ενός σηµείων. (ϐλ. A ∨ C και A ∨ D. π. C. ϑα ήταν και C = O. ας υποθέσουµε. X . Κάθε προβολικό επίπεδο έχει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές ευθείες. D (άτοπο)]. D του αξιώµατος (ΠΕ 3).2. Αν υποθέσουµε ότι ένα ή δύο σηµεία από τα A. D. Ορίζουµε τις ευθείες A ∨ B. B ∨ C και C ∨ D. B. A ∨ B = ℓ. ακολουθώντας παρόµοια διαδικασία. Σύµφωνα µε το (ΠΕ 3). Θεωρούµε τα τέσσερα σηµεία A. B. αφού δείξαµε ότι A ∨ B . C.χ. οπότε ϑα καταλήγαµε στο άτοπο συµπέρασµα ότι B = O = C. Βλέπουµε αµέσως ότι είναι διαφορετικές µεταξύ τους [: αλλιώς ϑα ϐρίσκαµε τριάδες συγγραµµικών σηµείων από τα A.8 Εποµένως.  . Απόδειξη. ϑα είχαµε ότι τρία από τα παραπάνω σηµεία ϑα ήσαν συγγραµµικά (άτοπο)]. για παράδειγµα. αν ήταν. Επίσης οι ίδιες ευθείες είναι διαφορετικές από την ℓ [: αν ήταν. ℓ) ∈ I (άτοπο)].2. υπάρχουν τέσσερα σηµεία που είναι µεταξύ τους διαφορετικά και ανά τρία µη συγγραµµικά. Οι προηγούµενες ευθείες δεν διέρχονται ανά τρεις από το ίδιο σηµείο. Τότε. Παρατηρούµε ότι X .χ. τότε A ∨ B = A ∨ X = A ∨ Y = A ∨ C. A ∨ C. Ας τα καλέσουµε A. Z .. Σχηµα 2. B. λόγω του µονοσήµαντου της τοµής των διαφορετικών ευθειών A ∨ B και B ∨ C. οι οποίες είναι µεταξύ τους διαφορετικές [: αν δύο απ᾿ αυτές συνέπιπταν. D ανήκουν στην ℓ.46 Κεφάλαιο 2. οι οποίες ανά τρεις δεν διέρχονται από το ίδιο σηµείο.  2. Πραγµατικά. και ας υποθέσουµε πρώτα ότι κανένα απ᾿ αυτά δεν ανήκει στην ℓ. Y .7 Πρόταση. C.5) που είναι άτοπο. Y = ℓ ∧ (A ∨ C). Αναλόγως. B. Πραγµατικά. C ∨ D και D ∨ A. π. ΄Εστω ℓ µία οποιαδήποτε ευθεία του προβολικού επιπέδου. ορίζονται µονοσήµαντα τα σηµεία (της ℓ ) X = ℓ ∧ (A ∨ B). τότε (A. από τις B ∨ C και C ∨ D.

Απόδειξη. Από κάθε σηµείο O ενός προβολικού επιπέδου διέρχονται τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ευθείες. ήταν x = y. τα προηγούµενα σηµεία δεν συµπίπτουν µε το O [: αν. τότε το O ϑα ανήκε στην k (άτοπο)]. n. Q = k ∧ m και R = k ∧ n (ϐλ. Τότε ορίζονται τα σηµεία P = k ∧ ℓ. m. Επίσης.2. αφού δείξαµε ότι P . z . y = O ∨ Q. k ) ∈ I ∋ (Q. Q. O = P. L. οι οποίες είναι διάφορες µεταξύ τους και ανά τρεις δεν διέρχονται από το ίδιο σηµείο. που είναι διαφορετικά µεταξύ τους [: αν δύο απ᾿ αυτά συνέπιπταν. I) ικανοποιεί τα αξιώµατα : (ΠΕ 1′ ) Αν P. τέτοια ώστε (P. y . m. ΄Εστω ότι µία τριάδα (P. ℓ. 1. Q ∈ P µε P . Σχήµα 2.9 Ασκήσεις. Το προβολικό επίπεδο 2. ορίζονται µονοσήµαντα οι ευθείες x = O ∨ P.χ.9 Ας υποθέσουµε πρώτα ότι καµία απ᾿ αυτές δεν διέρχεται από το O.2.  2. Q. Εποµένως. για παράδειγµα. k ). υπάρχουν τέσσερις ευθείες k. που είναι άτοπο. π. Σχηµα 2. τότε υπάρχει ευθεία k ∈ L.9). Παρατηρούµε ότι x . z = O ∨ R. ℓ. τότε αρκεί να εξασφαλίσουµε ότι διέρχονται ακόµη δύο ή µία ευθείες αντιστοίχως.8 Πρόταση. Αν τώρα υποθέσουµε ότι από το O διέρχονται µία ή δύο από τις ευθείες k.. . Σύµφωνα µε την προηγούµενη πρόταση. n.47 2.2. τότε P = k ∧ x = k ∧ y = Q. τότε τρεις από τις παραπάνω ευθείες ϑα διέρχονταν από το ίδιο σηµείο (άτοπο)]. εφαρµόζοντας ακριβώς την προηγούµενη διαδικασία. x: αν.

k ) ∈ I ∋ (Q. Για κάθε a = (x. που δεν ανήκει σε καµία από τις ευθείες αυτές. k ). z ) ∈ S2 . συµβολίζουµε µε −a = (−x. I). Να αποδειχθεί το ανάλογο του συσχετισµένου επιπέδου. Θεωρούµε τα σύνολα n o . −z ) το αντιδιαµετρικό του σηµείο. 2. 0. y. τότε υπάρχει ένα σηµείο του επιπέδου. (ΠΕ 3′ ) = (ΠΕ 3).48 Κεφάλαιο 2. υπάρχει ευθεία ℓ µε την ίδια ιδιότητα. 4. 0). αν δίνεται το P. τέτοιο ώστε (P. Ισχύει το ίδιο συµπέρασµα και σ᾿ ένα συσχετισµένο επίπεδο . ∆ίνεται µία ευθεία ℓ ενός προβολικού επιπέδου. τότε υπάρχει ακριβώς ένα σηµείο P ∈ I. ϐ) Τί συµπέρασµα προκύπτει για την τριάδα (P. z ) ∈ R3 : x 2 + y2 + z 2 = 1 η µοναδιαία σφαίρα του R3 µε κέντρο το 0 ≡ (0. ℓ ∈ L µε k . α) Να αποδειχθεί ότι η k του (ΠΕ 1′ ) είναι µονοσήµαντα ορισµένη. όπως προηγουµένως. −y. Τότε υπάρχει σηµείο P µε (P. Αναλόγως. Αν k και ℓ είναι δύο διαφορετικές ευθείες ενός προβολικού επιπέδου. ΄Εστω S2 = (x. y. ℓ) < I. L. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα (ΠΕ 2′ ) Αν k. ℓ. ℓ) < I. 3.  5. Σε κάθε προβολικό επίπεδο υπάρχει ευθεία ℓ και σηµείο P µε την ιδιότητα : (P.

−a ) . P := P = (a.

.

a ∈ S2 . n .

o L := S1 .

.

Πώς συνδέεται το τελευταίο µε το P2 .10 . S1 µέγιστος κύκλος της S2 . −a ) ∈ S1 . σηµείο. I) αποτελεί προβολικό επίπεδο. αν εναλλάξουµε τις έννοιες σηµείο. L.2. διέρχεται. αν P = (a. ϐλέπουµε ότι η µία προκύπτει από την άλλη. Σηµείο 6 Ευθεία 6 ανήκει (περιέχεται) 6 ? ? ? Ευθεία Σηµείο διέρχεται Σχηµα 2. ανήκει (περιέχεται) αντιστοίχως µε τις έννοιες ευθεία. τότε η τριάδα (P. ευθεία. S1 ) ∈ I ⇔ (a.2.6 και 2. −a ). 2.3 Η αρχή του δυϊσµού Συγκρίνοντας τις Προτάσεις 2.8. Αν I είναι η σχέση σύµπτωσης που ορίζεται µε την ισοδυναµία (P.

Για την απόδειξη του (ΠΕ 1) ϑεωρούµε τα P ∗ . Newton (1642 –1727) και G. παρατηρούµε ότι (k ∧ m. ℓ∗ ) ∈ I∗ . m και τέτοιες ώστε P ∗ = k και Q ∗ = m. ισχύει ταυτόχρονα και το δυϊκό του. Q ∗ ∈ P∗ µε P ∗ . m ) ∈ I. Στις περιπτώσεις αυτές λέµε ότι η Πρόταση 2. ℓ∗ ) ∈ P∗ × L∗ ϑα είναι (P ∗ .3. ℓ∗ ) ∈ I∗ .7 είναι ένα συµπέρασµα δυϊκό του αξιώµατος (ΠΕ 3). (Q ∗ .2. Θέτοντας ℓ∗ := k ∧ m. ΄Αρα.2. L∗ . k ) ∈ I. Q ∗ . L. δηλαδή αυτό που προκύπτει µε την παραπάνω εναλλαγή του Σχήµατος 2. όπου P∗ = L. Εποµένως. I∗ ) αποτελεί προβολικό επίπεδο.1 Πρόταση. Για την απόδειξη της αρχής του δυϊσµού ϑεωρούµε ένα προβολικό επίπεδο (P. k ) ∈ I. ΄Οπως ϑα δείξουµε στη συνέχεια.2. V. σύµφωνα µε την οποία. τότε (P ∗ .3. ∆ηλαδή. Poncelet (1788 – 1867) και J. k ) ∈ P × L. m ∈ L µε k . . k ) ∈ I ⇔ (P ∗ . κατά το (ΠΕ 2) και την Πρόταση 2. Θα δείξουµε ότι ισχύουν τα αξιώµατα (ΠΕ 1) − (ΠΕ 3). αν P ∗ = k και ℓ∗ = Q.8 είναι δυϊκή (dual) της 2. η ℓ∗ είναι ευθεία του L∗ που περιέχει τα P ∗ και Q ∗ . Η τριάδα (P∗ .49 2. Η αρχή του δυϊσµού Το ίδιο διαπιστώνουµε συγκρίνοντας και τις αποδείξεις των ιδίων προτάσεων καθώς επίσης και το αξίωµα (ΠΕ 3) µε την Πρόταση 2. I). Οµοίως και η Πρόταση 2. ορίζεται µονοσήµαντα το σηµείο k ∧ m. για κάθε συµπέρασµα που ισχύει (αληθεύει) στο προβολικό επίπεδο.4 [για το (P. Gergonne (1771–1859). I) και την τριάδα (P∗ . 2. I∗ ) έχει προκύψει από το αρχικό προβολικό επίπεδο µε την εναλλαγή που περιγράψαµε πιο πάνω. και η I∗ ορίζεται ως εξής : για ένα (P ∗ .2. το οποίον καλείται δυϊκό του (P. ℓ∗ ) ∈ I∗ ⇔ (Q.6 και αντιστρόφως. I∗ ). γιατί αν υπήρχε και µια x ∗ = X ∈ L∗ µε την ίδια ιδιότητα. Η ℓ∗ είναι και η µοναδική µε αυτήν την ιδιότητα. m ) ∈ I ⇔ (Q ∗ .2. I)]. στην Προβολική Γεωµετρία ισχύει η αρχή του δυϊσµού (principle of duality). x ∗ ) ∈ I∗ ⇔ (X. L∗ = P. D. µε (Q. Την πατρότητα της αρχής αυτής διεκδίκησαν οι γεωµέτρες J. η τριάδα (P∗ . L∗ .7. L. Εποµένως. πράγµα που τους οδήγησε σε µία µακροχρόνια και ϑλιβερή διαµάχη. L.10. Leibniz (1646 –11716) για την πατρότητα του ∆ιαφορικού Λογισµού. x ∗ ) ∈ I∗ ⇔ (X. ϑα υπάρχουν ευθείες k. Απόδειξη. W. (k ∧ m. L∗ . ίσως χειρότερη από αυτήν µεταξύ των I.

Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα οπότε ϑα είχαµε ότι X = k ∧ m (εφ᾿ όσον k . Η απόδειξη της δυϊκής πρότασης S∗ γίνεται αν εφαρµόσουµε την εναλλαγή του Σχήµατος 2.2. Απόδειξη. I). I∗ ) είναι δυϊκές εκφράσεις αξιωµάτων του αρχικού επιπέδου (P. η S∗ αληθεύει και στο δυϊκό του  τελευταίου επιπέδου. χωρίς να χρειάζεται . 2. αφού µαζί µε κάθε συµπέρασµα (που αποδεικνύουµε) ισχύει και ένα νέο. αυτό που ορίζει η ℓ∗ (άτοπο). I∗ ). η απόδειξη της S∗ .50 Κεφάλαιο 2.2 Λήµµα. I). αν υπήρχε ευθεία ℓ∗ ∈ L∗ που να περιείχε τρία εξ αυτών. Εποµένως. Αφού η S ισχύει στο (P. L∗ . (ΠΕ∗ 2) = (ΠΕ 1)∗ .  ΄Οπως προκύπτει από τα προηγούµενα. . Τέλος.10 στην απόδειξη της S. L. οπότε το P ∗ := Q ∨ R είναι το (µοναδικό) κοινό σηµείο των k ∗ . L. Ακριβέστερα.3. άρα η S∗ αληθεύει στο (P∗ . 4) οι οποίες είναι διαφορετικές µεταξύ τους και ανά τρεις δεν διέρχονται από το ίδιο σηµείο. ορίζεται η Q ∨ R ∈ L. I∗ ). (L∗ )∗ . (I∗ )∗ . Πραγµατικά. τότε έχουµε την επόµενη αντιστοιχία : (ΠΕ∗ 1) = (ΠΕ 2)∗ . καταλήγουµε στο συµπέρασµα.3. (L∗ )∗ = L. ϑέτοντας Pi∗ = ki . L. το δυϊκό του. επίσης σε κάθε προβολικό επίπεδο.2. δηλαδή στο (P∗ )∗ . προκύπτει από τα αξιώµατα του (P∗ . ϑα αληθεύει και σε κάθε δυϊκό επίπεδο (P∗ .  Μπορούµε τώρα να δείξουµε το επόµενο ϐασικό 2. αναλόγως προς τα προηγούµενα. τότε οι αντίστοιχες ευθείες ki ϑα διέρχονταν από ένα κοινό σηµείο του P. L∗ . και (ΠΕ N)∗ το δυϊκό του αξιώµατος (ΠΕ N). Εποµένως. δηλαδή x ∗ = ℓ∗ .3 Θεώρηµα (Αρχή του δυϊσµού).  Από την προηγούµενη απόδειξη γίνεται ϕανερόν ότι τα αξιώµατα του προβολικού επιπέδου (P∗ . Εποµένως. Αφού η S αληθεύει σε κάθε προβολικό επίπεδο (P. I). L. αν S είναι µία πρόταση.2. m). τελικά. η οποία αληθεύει σε κάθε προβολικό επίπεδο. υπάρχουν ευθείες ki ∈ L (i = 1. ℓ∗ .3. I∗ ). L. ϑεωρούµε τις διαφορετικές ευϑείες k ∗ . ϐρίσκουµε τέσσερα διαφορετικά σηµεία του P∗ .7 = (ΠΕ 3)∗ . I). Εποµένως. αν (ΠΕ∗ N) (N = 1. Μπορούµε να ϑέσουµε k ∗ = Q και ℓ∗ = R (µε Q . 3) συµβολίζει άξίωµα του δυϊκού προβολικού επιπέδου. . L∗ . R). άρα προκύπτει από τα δυϊκά των αξιωµάτων του (P. τότε αληθεύει και δυϊκή της πρόταση S∗ . ℓ∗ ∈ L∗ . . Σύµφωνα µε την Πρόταση 2. κατά το Λήµµα 2. 2. η αρχή του δυϊσµού παρέχει µία σηµαντική διευκόλυνση στη µελέτη της Προβολικής Γεωµετρίας. Για το (ΠΕ 2). L∗ . L∗ . . για το (ΠΕ 3) παρατηρούµε τα εξής. I∗ ). Απόδειξη. και η (I∗ )∗ ταυτίζεται µε την I. Τα σηµεία αυτά δεν ϐρίσκονται ανά τρία σε κοινή ευθεία. I) σηµαίνει ότι προκύπτει από τα αξιώµατα (ΠΕ 1) − (ΠΕ 3). Στην κατηγορία των προβολικών επιπέδων ισχύει η αρχή του δυϊσµού. Τότε η δυϊκή πρόταση S∗ ισχύει στο δυϊκό επίπεδο (P∗ . Επειδή (P∗ )∗ = P.7. ∆ηλαδή. (ΠΕ∗ 3) = ΠΡΟΤΑΣΗ 2. ΄Αρα ισχύει και το (ΠΕ 3). I) (δηλαδή είναι µια γενική ιδιότητα των προβολικών επιπέδων). Υποθέτουµε ότι S είναι µία πρόταση που ισχύει σε ένα προβολικό επίπεδο (P. L. κατά το (ΠΕ 1) για το επίπεδο (P.

«διέρχεται» κλπ. Αν m είναι ευθεία του προβολικού επιπέδου. L.4. αν O είναι σηµείο του προβολικού επιπέδου. 3. ΄Αλλωστε. Προφανώς. Είναι το σύστηµα των αξιωµάτων (ΠΕ 1) − (ΠΕ 3) αυτοδυϊκό.4. 2. I).1 Ορισµός. m ) ∈ I}. • Θεωρούµε πάντοτε ένα προβολικό επίπεδο (P.4 Ασκήσεις.4 Στοιχειώδεις απεικονίσεις Στην παράγραφο αυτή ϑα εξετάσουµε µερικές απλές απεικονίσεις. δηλαδή προκύπτει από την αρχική απόδειξη µε τη γνωστή εναλλαγή του Σχήµατος 2.4. 2. Να δικαιολογηθεί γιατί δεν ισχύει η αρχή του δυϊσµού στην κατηγορία των συσχετισµένων επιπέδων. Αντιστοίχως. καλούµε σηµειοσειρά ή δέσµη σηµείων (pencil of points) της m το σύνολο J (m ) = {P ∈ P : (P. ενώ τη δέσµη του O αποτελούν όλες οι ευθείες που διέρχονται από το O. 2. και η διαδικασία της απόδειξης του δυϊκού συµπεράσµατος είναι δυϊκή της απόδειξης του αρχικού συµπεράσµατος.10. Με ποια προσθήκη µπορούµε να δηµιουργήσουµε ένα αυτοδυϊκό σύνολο αξιωµάτων και προτάσεων . ∆ηλαδή. ℓ) ∈ I}. ορίζονται µέσω της σύµπτωσης I και οι ευθείες δεν είναι κατ᾿ ανάγκην σηµειοσειρές. Ποιο είναι το δυϊκό του προβολικού επιπέδου των 7 σηµείων. ΄Ετσι. .51 2. αν πάϱουµε τα δυϊκά τους.κ. κάποια στοιχεία που αποτελούν τα σηµεία ενός επιπέδου µπορούν να είναι ευθείες ενός άλλου κ. το πλήθος των ευθειών που διέρχονται από διάφορα σηµεία ενός προβολικού επιπέδου και άλλα σχετικά ερωτήµατα. καλούµε δέσµη ευϑειών (pencil of lines) του O (ή από το O) το σύνολο J (O ) = {ℓ ∈ L : (O. 1. στο οποίον οι έννοιες «ανήκει».3. η σηµειοσειρά της m αποτελείται από όλα τα σηµεία της. Στοιχειώδεις απεικονίσεις να το αποδείξουµε. µε τις οποίες συγκρίνουµε το πλήθος των σηµείων που ανήκουν σε διάφορες ευθείες.1 γενικεύει την κατάσταση της Στοιχειώδους Γεωµετρίας στο δικό µας πλαίσιο. Το O καλείται και κέντρο (center) της δέσµης. ενώ επιβεβαιώνεται –ακόµη µια ϕορά– η αυθαιρεσία της ονοµατολογίας. οι δύο έννοιες είναι δυϊκές µεταξύ τους.ο. Η ευθεία m καλείται επίσης άξονας (axis) της σηµειοσειράς. Ο Ορισµός 2. Επίσης. η ίδια αρχή δείχνει ότι οι (µη οριζόµενες) έννοιες της ευθείας και του σηµείου έχουν ανάλογες (συµµετρικές) ιδιότητες. τότε παραµένουµε εντός του συστήµατος . 2. Στην περίπτωση της Στοιχειώδους Γεωµετρίας.

Ονοµάζουµε στοιχειώδη απεικόνιση (elementary correpondence). Αν k. άρα και ℓ = A ∨ B. Αν k = ℓ.11 Αν έχουµε πολλές στοιχειώδεις απεικονίσεις. m ) < I (ισοδύναµα : O < J (m )). και Πρόταση 2.4. ας υποθέσουµε ότι δ (ℓ) = δ (ℓ′ ). οπότε (ϐλ. Σχηµα 2. ΄Εστω O ∈ P και m ∈ L µε (O. ℓ′ ∧ m. Αντιστρόφως. Απόδειξη. Επειδή O < J (m ). Η απεικόνιση δ = δO. ΄Αρα (ϐλ.4 το σηµείο ℓ ∧ m είναι µονοσήµαντα ορισµένο και η δ είναι καλά ορισµένη. από τον Ορισµό 2.6. προκύπτει ότι A.4.4. οπότε k = A ∨ B. ας υποθέσουµε ότι J (k ) = J (ℓ). προκειµένου να διευκρινίσουµε ότι η δ απεικονίζει τη δέσµη του σηµείου O στη σηµειοσειρά της ευθείας m.2 Πρόταση. την απεικόνιση δ : J (O ) −→ J (m ) : ℓ 7→ ℓ ∧ m. Απόδειξη. C. ℓ ∈ L. η k διαθέτει τουλάχιστον τρία διαφορετικά σηµεία A. Για κάθε ℓ ∈ J (O ).2.4 Πρόταση. B. γράφουµε και (2. . Για να δείξουµε ότι η δ είναι 1 − 1. τότε ισχύει η ισοδυναµία [ k = ℓ ] ⇔ [ J (k ) = J (ℓ) ].m είναι καλά ορισµένη. 2. C ∈ J (k ) = J (ℓ).52 Κεφάλαιο 2. τότε η ισότητα των δύο σηµειοσειρών είναι προφανής.1. Επίσης.1) δ = δO.4. Λόγω της Πρότασης 2. B. ϑα είναι ℓ .4. και Σχήµα 2.2. σύµφωνα µε την Πρόταση 2.2.3 Ορισµός.m . από τη δέσµη J (O ) στη σηµειοσειρά J (m ). O .  Για να συγκρίνουµε τις σηµειοσειρές και τις δέσµες ευθειών χρειαζόµαστε και τον επόµενο ορισµό. 1 –1 και επί. Εποµένως k = A ∨ B = ℓ. 2. ϑα είναι ℓ ∧ m .4. m. δηλαδή ℓ ∧ m = ℓ′ ∧ m. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα 2.11) ℓ = O ∨ (ℓ ∧ m ) = O ∨ (ℓ′ ∧ m ) = ℓ′ .

Εφαρµόζοντας το Πόρισµα 2. 2. Αν k . m ) ∈ P × L µε (O.4. Στοιχειώδεις απεικονίσεις που αποδεικνύει τον ισχυρισµό. Απόδειξη. ΄Ασκηση 2. που δεν ακολουθείται εδώ.4. . τότε [ϐλ.6. έχουµε ότι | J (k ) | = | J (O) | = | J (ℓ) |.2. O ∨ Pi . ορίζονται οι ευθείες O ∨ Pi (i = 1. . . 2. σύµφωνα µε την Πρόταση 2. # J (m )]. ΄Αµεση συνέπεια της Πρότασης 2. Υποθέτουµε ότι ℓ είναι µία ευθεία του προβολικού επιπέδου µε n + 1 (n ≥ 2) το πλήθος διαφορετικά σηµεία. O. ℓ ∈ L ισχύει η σχέση | J (k ) | = | J (ℓ) |. της σηµειοσειράς J (m )] συµβολίζουµε µε | J (O ) | (αντίστ. δηλαδή το πλήθος των στοιχείων της δέσµης J (O ) [αντίστ. | J (m ) |). για τυχόν P ∈ J (m ). Για οποιοδήποτε Ϲεύγος (O.4. Αν k = ℓ.9 (3)] και καλούµε Pi (i = 1. n + 1) τα σηµεία της ℓ (ϐλ.2. .4 είναι τώρα τα επόµενα συµπεράσµατα.5 Συµβολισµός.9 (4)] υπάρχει O ∈ P µε (O.  2. .4. ΄Ενας άλλος συµβολισµός για την ισχύ πεπερασµένης δέσµης (αντίστ.2. Για οποιεσδήποτε ευθείες k. j ). Θεωρούµε ένα σηµείο O ∈ P µε (O. Παρατηρούµε ότι k ∈ J (O ) και δ (k ) = (P ∨ O ) ∧ m = P. . Την ισχύ (cardinality). µε πεπερασµένο πλήθος σηµείων) δίνεται στην επόµενη 2. η δ είναι επί : πραγµατικά. Απόδειξη. ϑα είναι P . k ) < I και (O. όπως Ϲητούσαµε.4.7 Πόρισµα. ΄Ασκηση 2. σηµειοσειράς). γιατί αν ήταν O ∨ Pi = O ∨ Pj (για κάποιους δείκτες i.4. m ) < I.4. Τότε το προβολικό επίπεδο διαθέτει ακριβώς n 2 + n + 1 σηµεία.53 2. Τέλος. . και το Σχήµα 2. που είναι όλες διαφορετικές από την ℓ.7) και του πλήθους των σηµείων ενός πεπερασµένου προβολικού επιπέδου (δηλ. ℓ) < I [ϐλ. ℓ. κατά το Πόρισµα 2. . που είναι άτοπο. ℓ) < I.4. ισχύει η σχέση | J (O) | = | J (m ) |.6 Πόρισµα. n + 1).12 στην επόµενη σελίδα). Συνεπώς ορίζεται η k = P ∨ O. Επειδή O . είναι και # J (O ) [αντίστ.  ΄Ενας συσχετισµός µεταξύ του πλήθους των σηµείων µιας ευθείας (που είναι το ίδιο για όλες τις ευθείες. Pi [αφού O < J (ℓ)]. Επίσης. O ∨ Pj (για όλους τους δείκτες i. j µε i . j ). η σχέση είναι προφανής.4. από το O διέρχονται οι n + 1 διαφορετικές ευθείες . Εποµένως.8 Πρόταση. τότε ϑα είχαµε ότι Pi = ℓ ∧ (O ∨ Pi ) = ℓ ∧ (O ∨ Pj ) = Pj .

8. D. 1) Ο περιορισµός n ≥ 2 στην εκφώνηση της Πρότασης 2.7).4. A ∨ C. που ϑα περιείχε το Q. η κάθε µία έχει n το πλήθος διαφορετικά µεταξύ τους σηµεία και διαφορετικά από το O.4. ως εξής : ας ξεκινήσουµε µε τα τέσσερα σηµεία A. Πραγµατικά. B ∨ C.4.  2. άρα τέµνονται κατά Ϲεύγη. η οποία ϑα είναι διαφορετική από όλες τις O ∨ Pi .2.4. Τότε ϑα ορίζεται και η ευθεία O ∨ Q. ΄Αρα.6. Ισχυριζόµαστε ότι δεν υπάρχουν άλλα σηµεία στο επίπεδο εκτός απ᾿ αυτά που πήραµε µε την προηγούµενη διαδικασία. ϑεωρώντας όλα τα σηµεία τους εκτός του O. 3) Μπορούµε να δείξουµε το συµπέρασµα της προηγούµενης παρατήρησης αµέσως από το (ΠΕ 3). χωρίς τη χρήση της Πρότασης 2.54 Κεφάλαιο 2. Εποµένως αληθεύει ο παραπάνω ισχυρισµός και αποδεικνύεται η πρόταση. από τις ευθείες αυτές λαµβάνουµε (n + 1) · n = n 2 + n σηµεία. κατά το Πόρισµα 2.4. διαφορετικό από τα προηγούµενα. από το O ϑα διέρχονται n +2 διαφορετικές ευθείες (οι O ∨Pi και η O ∨Q). που είναι επίσης άτοπο.3 (1). ϑα είχε n + 2 διαφορετικά σηµεία (άτοπο)]. Πόρισµα 2. ας υποθέσουµε ότι υπάρχει κι ένα σηµείο Q.12 O ∨ Pi και κάθε µία απ᾿ αυτές έχει n + 1 το πλήθος σηµεία διαφορετικά (αφού |J (ℓ)| = |J (O ∨ Pi )|. Κατά συνέπειαν. Σύµφωνα µε το (ΠΕ 1) ορίζονται οι ευθείες (2.2) A ∨ B.8 είναι (προφανώς) συνέπεια της Πρότασης 2. Εποµένως. B. Υπολογίζοντας τώρα και το O. A ∨ D. ∆ηλαδή ϑα είναι | J (O ) | = n + 2.9 Παρατηρήσεις.4. το πλήθος των σηµείων του προβολικού επιπέδου είναι 7. ΄Αρα. λαµβάνουµε τελικώς n 2 + n + 1 διαφορετικά σηµεία του προβολικού επιπέδου. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Σχηµα 2. C ∨ D οι οποίες είναι διαφορετικές µεταξύ τους.2. εκτός . 2) Για n = 2. B ∨ D. Εποµένως. άρα κάθε προβολικό επίπεδο έχει τουλάχιστον 7 διαφορετικά σηµεία [συγκρίνατε µε το (ΠΕ 3)]. η ελαχίστη ισχύς του προβολικού επιπέδου ειναι 7 και αυτό δικαιολογεί το Παράδειγµα 2. C. γιατί | J (O ) | = | J (ℓ) | = n + 1 (ϐλ. αφού το Q δεν ανήκει σε καµιά τους [αλλιώς η O ∨ Pi .6). τα οποία ορίζονται κατά το (ΠΕ 3).

και δεν αποδίδει ακριβώς την αντίστοιχη κατάσταση στο (αφηρηµένο) προβολικό επίπεδο. G }. D.13 δηλαδή τελικώς έχουµε 7 διαφορετικά σηµεία. Στοιχειώδεις απεικονίσεις των A. όπου p είναι πρώτος αριθµός. ορίζεται η απεικόνιση δ ′ = δm. 12] και [25. E.ο. σελ. G = (A ∨ D ) ∧ (B ∨ C). C.4. Σχηµα 2.κ.m . Είναι γνωστόν ότι υπάρχουν προβολικά επίπεδα τάξης n. Για παράδειγµα. H = (A ∨ B) ∧ (D ∨ C). {G. για όλα τα n = pk . το επίπεδο των 7 σηµείων έχει τάξη 2. 15. αλλά αγνοούµε αν είναι και οι µόνες δυνατές τάξεις πεπερασµένων προβολικών επιπέδων. λέµε ότι το επίπεδο έχει τάξη (order) n. ενώ το επίπεδο τάξης 3 είναι αυτό των 13 σηµείων κ.13. οι ευθείες που προκύπτουν τελικώς είναι τριάδες της µορφής {A. 14. 10. εκτός από τις ευθείες (2. 2.2. H }. 1. E. Να αποδειχθούν τα εξής : . ΄Ενα δύσκολο πρόβληµα είναι να αποφανθούµε αν υπάρχει ή όχι προβολικό επίπεδο µε δεδοµένη τάξη. όπως σχολιάσαµε και µετά το Παράδειγµα 2. 22.2). [10. σελ. D.3 (1). Αναλόγως προς τη δO. B. Το τελευταίο σχήµα γίνεται στο σύνηθες επίπεδο.55 2.O : J (m ) −→ J (O ) : P 7→ P ∨ O. ΄Ετσι. υπάρχει και άλλη µία : η ευθεία που περιέχει τα σηµεία G. Για περισσότερες λεπτοµέρειες ϐλ.13 µε διάστικτη µορφή. κ.α.4. H και σηµειώνεται στο Σχήµα 2. Εδώ διευκρινίζουµε ότι. H }. ορίζονται και τα σηµεία E = (A ∨ C) ∧ (B ∨ D ). 18 κ..10 Ασκήσεις. E. B. και δεν έχουν καµία σχέση µε τις συνήθεις γραµµές (που περιέχουν τα αντίστοιχα σηµεία) του Σχήµατος 2. Για την πληρότητα ας παρατηρήσουµε ότι. {A.α. 4) Αν οι ευθείες ενός (πεπερασµένου) προβολικού επιπέδου περιέχουν n + 1 (διαφορετικά) σηµεία. για διευκόλυνση. H } κλπ.4. 21. ενώ παραµένει ανοιχτό το πρόβληµα για n = 12. 105]. Αυτό ϕαίνεται ακόµη περισσότερο στην απεικόνιση της ευθείας {G. γνωρίζουµε ότι δεν υπάρχουν προβολικά επίπεδα τάξης 6.

είναι | J (P ) | = | J (Q ) |.4 [ϐλ.4.1. 1 − 1 και επί.4. Αν µια ευθεία ℓ ενός συσχετισµένου επιπέδου διαθέτει n (n ≥ 2) το πλήθος διαφοϱετικά σηµεία.6.6. να αποδειχθεί ότι από κάθε σηµείο του επιπέδου διέρχονται n + 1 διαφορετικές ευθείες. ∀ (P. µέσω της αποπλήρωσης. ϐ) Η δ ′ είναι αντίστροφη της δ. Αν (A. I) ισχύει η ισοδυναµία (P. Υπενθυµίζουµε ότι.4. 2. 6.] 2. .7. Q ∈ P µε P . ℓ) ∈ I ⇔ P ∈ J (ℓ). Τι συµβαίνει µε τις ευθείες ενός τέτοιου επιπέδου.5 Σχέση προβολικών και συσχετισµένων επιπέδων Στην παράγραφο αυτή ϑα δείξουµε ότι. [Υπόδειξη : Να εξεταστούν δύο περιπτώσεις : το σηµείο να ϐρίσκεται α) επί της ℓ. Θεωρούµε πρώτα δεδοµένο ένα συσχετισµένο επίπεδο (P.4. µέσω της διαδικασίας της πλήρωσης. τότε το επίπεδο έχει ακριβώς n 2 διαφορετικά σηµεία. Να οριστεί η έννοια της σηµειοσειράς και της δέσµης ευθειών σε ένα συσχετισµένο επίπεδο και να αποδειχθεί το ανάλογο της Πρότασης 2. 4. για ένα συσχετισµένο/προβολικό επίπεδο (P. για οποιαδήποτε σηµεία P.4. 2. η παραλληλία ορίζει µία σχέση ισοδυναµίας. από ένα προβολικό επίπεδο κατασκευάζεται ένα συσχετισµένο. L.4 και τα Πορίσµατα 2. ΄Οπως είδαµε στην Πρόταση 2.2. Με τις υποθέσεις της προηγούµενης άσκησης. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα α) Η δ ′ είναι µία καλά ορισµένη απεικόνιση.4.4. Να αποδειχθεί ότι. να εξεταστεί αν ισχύει η σχέση | J (A) | = | J (ℓ) |. Αν ℓ· := [ ℓ ] συµβολίζει την κλάση ισοδυναµίας µιας ευθείας ℓ του συσχετισµένου επιπέδου. ℓ) ∈ P × L και (A. από ένα συσχετισµένο επίπεδο κατασκευάζεται ένα προβολικό και αντιστρόφως. 3. 8. 7. ϑέτουµε  ε ∞ := ℓ· | ℓ ∈ L .56 Κεφάλαιο 2.8. Να συσχετιστεί το αποτέλεσµα µε το Πόρισµα2. Ποιά είναι τα ανάλογα συµπεράσµατα στην περίπτωση αυτή . Q. 5. σύµφωνα µε τους ορισµούς της Παραγράφου 2. ℓ) ∈ I.2 και την ΄Ασκηση 2. Ισχύουν σε ένα συσχετισµένο επίπεδο η Πρόταση 2. και ϐ) εκτός αυτής.10 (5)]. l ) ∈ P × L. L. ιδιαιτέρως την Πρόταση 2. I). Γιατί ένα επίπεδο που έχει περισσότερα από 7 σηµεία ϑα έχει αναγκαστικά τουλάχιστον 13 διαφορετικά σηµεία.

µε P + τα σηµεία του P+ . Από τον προηγούµενο ορισµό προκύπτει ότι : • Κάθε ιδεατό σηµείο ανήκει (µε την έννοια της I+ ) στην ιδεατή ευθεία. Σχέση προβολικών και συσχετισµένων επιπέδων δηλαδή το ε ∞ είναι το σύνολο-πηλίκο L/∼ του L ως προς τη σχέση ισοδυναµίας που εισάγει η παραλληλία. τότε εισάγουµε την επόµενη ορολογία. ϑα είναι (P + . ℓ ∈ L ) έτσι ώστε P + = P (αντιστ. Ορίζουµε και το σύνολο (σηµείων) P+ := P ∪ ε ∞ = P ∪ {ℓ· | ℓ ∈ L }. • ΄Ενα πραγµατικό σηµείο ανήκει σε µία πραγµατική ευθεία ℓ∗ . ℓ+ = ℓ∗ iii) P + = k · . ενώ η ιδεατή ευθεία ε ∞ αποτελείται από τα ιδεατά σηµεία και µόνον αυτά. Αν συµβολίσουµε. αν είναι σηµείο της αρχικής ευθείας ℓ από την οποίαν προέρχεται η ℓ∗ . Παρατηρούµε ότι στο P+ έχει έννοια η ένωση ℓ∗ := J (ℓ) ∪ { ℓ· } αφού J (ℓ) ⊂ P ⊂ P+ και ℓ· ∈ σύνολο (ευθειών) ε∞ ⊂ P+ . Η τελευταία ευθεία.1 Ορισµός. αντιστοιχεί στη γραµµή του ορίζοντα. ℓ+ ) ∈ P+ × L+ .5. ℓ+ = ℓ∗ ε∞ [ οπότε k · ∈ ε ∞ ]. ϐλέπουµε ότι το P+ προκύπτει αν στα σηµεία του P επισυνάψουµε (προσθέσουµε) τα ιδεατά σηµεία του επιπέδου. γενικά. και k//ℓ [ οπότε k · = ℓ· ]. για κάποια ℓ ∈ L. και P ∈ J (ℓ) [ ισοδύναµα : (P. Επίσης.2 Ορισµός. Κάθε ευθεία της µορφής ℓ∗ ϑα λέγεται πραγµατική.5. ε∞ Συνοψίζοντας. . είτε ℓ+ = ε ∞ . ιδεατό ή κατ᾿ εκδοχήν) αν υπάρχει P ∈ P (αντιστ. κάθε πραγµατική ευθεία ℓ∗ αποτελείται από τη σηµειοσειρά της ℓ ∈ L και το αντίστοιχο ιδεατό σηµείο ℓ· . Ορίζουµε ακόµη µία σχέση σύµπτωσης I+ ⊂ P+ × L+ µε τον εξής τρόπο : για ένα Ϲεύγος (P + . ΄Ενα σηµείο P + ∈ P+ ϑα λέγεται πραγµατικό (αντιστ. οπότε έχουµε την ακόλουθη ορολογία. 2. µπορούµε να ορίσουµε και το L+ = {ℓ ∗ | ℓ ∈ L } ∪ {ε ∞ }.57 2. P + = ℓ· ). 2. ϑα είναι είτε ℓ+ = ℓ∗ . Εποµένως. ℓ+ ) ∈ I+ τότε και µόνον τότε αν ισχύει µία από τις επόµενες συνθήκες : i) P + = k · (k ∈ L ) και ℓ+ = ii) P + = P ∈ P.5. ℓ) ∈ I ]. ενώ η λέγεται ιδεατή (ή κατ᾿ εκδοχήν). στον κόσµο της εµπειρίας µας ή στον Ϲωγραφικό πίνακα. Συµβολίζοντας τις ευθείες του L+ γενικά µε ℓ+ .

Στη γ1 ) παρατηρούµε ότι η ευθεία k + := k ∗ = J (k ) ∪ {k · } περιέχει τα P + . από το P διέρχονται δύο παράλληλες προς την k (άτοπο). υπάρχει µία µοναδική ℓ ∈ L µε ℓ//k και (P. Η ευθεία αυτή είναι και µοναδική. επειδή η m + περιέχει το k · . ℓ+ ) ∈ I+ . που περιέχει τα ίδια σηµεία. ℓ ∈ L. . • ∆εν ορίζεται σύµπτωση µεταξύ πραγµατικών σηµείων και της ιδεατής ευθείας. Τότε. Q + . επειδή το P + είναι πραγµατικό σηµείο. ΄Αρα. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα • ΄Ενα ιδεατό σηµείο k · ανήκει σε µία πραγµατική ευθεία ℓ∗ . Τότε. m. δηλαδή P + = P και Q + = Q. ℓ+ ) < I+ αν P + = P ∈ P και ℓ+ = ε ∞ . Θα επαληθεύσουµε τα αξιώµατα του προβολικού επιπέδου. ας υποθέσουµε ότι υπάρχει και µία άλλη ευθεία m + .5. Το τελευταίο συµπέρασµα όµως είναι άτοπο επειδή k. Επίσης. αν υπάρχει και µία m + . Πραγµατικά. Q ∈ J (m ). επειδή P. Πραγµατικά. τότε ϑα είναι αναγκαίως m + = m ∗ = J (m ) ∪ {m · } (η περίπτωση m + = ε ∞ αποκλείεται. ℓ· ∈ ε ∞ . Απόδειξη. (ΠΕ 1): Θεωρούµε δύο διαφορετικά σηµεία P + και Q + . Επειδή k · . διαφορετικά ϑα ήταν k + = m + ). Για το µονοσήµαντο της ℓ+ παρατηρούµε ότι. δηλαδή (P + . σύµφωνα µε το (ΣΕ 2). Συνεπώς. τότε διακρίνουµε δύο υποπεριπτώσεις : γ1 ) P ∈ J (k ) και γ2 ) P < J (k ). ϑα είναι Q + = k · = ℓ· . για κάποιες ευθείες k. άρα (Q + . αν υποϑέσουµε ότι P + = P και Q + = k · .3 Θεώρηµα. Στη γ2 ). ΄Οµως το P ανήκει στις m και ℓ (m . k + . πάλι από το (ΣΕ 1) προκύπτει ότι m = ℓ και m + = ℓ+ . γ) Το ένα σηµείο είναι πραγµατικό και το άλλο ιδεατό. δηλαδή P + = k · και Q + = ℓ· . λόγω της προηγουµένης παραλληλίας. ℓ) ∈ I. αναγκαστικά ϑα είναι και k · = m · (αφού υπάρχει µόνον ένα κατ᾿ εκδοχήν σηµείο επί της m ∗ ). I). ορίζεται η ευθεία ℓ = P ∨Q (του συσχετισµένου επιπέδου). σύµφωνα µε το (ΣΕ 1). L+ . αν υποθέσουµε ότι υπάρχει και µία άλλη ευθεία m + . ℓ+ που περιέχει τα P + και Q + . Με τους προηγούµενους συµβολισµούς αποδεικνύεται τώρα το 2. Q + είναι πραγµατικά σηµεία). ℓ+ ) ∈ I+ και η Ϲητουµένη ευθεία είναι η ℓ+ . m έχουν το P κοινό σηµείο (προφανώς k . Επίσης. προφανώς η ε ∞ είναι και η µοναδική ευθεία που περιέχει τα P + και Q + (ϐλ. Εποµένως. αφού τα P + . άρα ϑα έχει τη µορφή m + = m ∗ = J (m ) ∪ {m · }. τον ορισµό της I+ και τα σχετικά σχόλια). L. τότε [εργαζόµενοι αναλόγως προς την γ1 )] έχουµε ότι m · = k · = ℓ· .58 Κεφάλαιο 2. I+ ) αποτελεί ένα προβολικό επίπεδο. Η τριάδα (P+ . Για παράδειγµα. ℓ). αν οι αντίστοιχες ευθείες k και ℓ (από τις οποίες προέρχονται το σηµείο και η ευθεία) είναι παράλληλες. Η ευθεία αυτή είναι µονοσήµαντα ορισµένη. έχουµε ότι (P + . το οποίον καλείται πλήρωση (completion) του συσχετισµένου επιπέδου (P. που περιέχει τα ίδια σηµεία. η m + αποκλείεται να είναι η ε ∞ . ϐ) Τα P + και Q + είναι ιδεατά. οπότε k//m. Αναλόγως µε το είδος των σηµείων (πραγµατικά ή ιδεατά) εµφανίζονται οι επόµενες περιπτώσεις : α) Τα P + και Q + είναι και τα δύο πραγµατικά σηµεία. ϑέτοντας ℓ+ := ℓ∗ = J (ℓ) ∪ {ℓ· }. άρα m//k//ℓ. οπότε η ℓ+ := ℓ∗ ∈ L+ είναι µια ευθεία που περιέχει τα P + και Q + .

ϐ) µία απ᾿ αυτές είναι η ιδεατή ευθεία. στο P υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά σηµεία. ας τα καλέσουµε A. Παρατηρούµε ότι. ℓ [αν ήταν k = ℓ. D. οι k και ℓ διαθέτουν ένα (µοναδικό) κοινό σηµείο P := k ∧ ℓ. οπότε οδηγούµαστε στην κατασκευή ενός συσχετισµένου επιπέδου. (ΠΕ 2): Θεωρούµε δύο διαφορετικές ευθείες k + . B+ := B και C+ := C ικανοποιούν το (ΠΕ 3) στο P+ . B.  Η αντίστροφη διαδικασία της πλήρωσης (αποπλήρωση) συνίσταται στην αφαίρεση µιας ευθείας (ακριβέστερα σηµειοσειράς) από ένα προβολικό επίπεδο. προκύπτουν δύο υποπεριπτώσεις : α1 ) k//ℓ και α2 ) k /— / ℓ. B. τα A. τότε ϑα ήταν και k ∗ = ℓ∗ (άτοπο)]. ΄Ετσι. τα οποία είναι ανά τρία µη συγγραµµικά. Επειδή P ∈ J (k ) και P ∈ J (ℓ). C. εµφανίζονται δύο περιπτώσεις : α) και οι δύο ευθείες είναι πραγµατικές. (ΠΕ 3): Κατά το Θεώρηµα 2. L. υπάρχει µία µοναδική ευθεία του L+ που περιέχει τα P + και Q + . ϑα είχαµε ότι A. Στη δεύτερη. το P + := k · = ℓ· είναι κοινό σηµείο των k + και ℓ+ . ε ∞ . ℓ+ . Στην περίπτωση ϐ) ας υποθέσουµε ότι k + = ε ∞ και ℓ+ = ℓ∗ . k . π. αναγκαίως. Προφανώς.9. ℓ+ (αφού τα πραγµατικά σηµεία δεν ανήκουν στην ιδεατή ευθεία). τελικώς το P + := P είναι κοινό σηµείο και των ευθειών k + . Εποµένως τα σηµεία A+ := A. B. Ας δούµε αν τρία από αυτά. ϑεωρώντας δεδοµένο ένα προβολικό επίπεδο (P. Τα ίδια σηµεία είναι και (πραγµατικά) σηµεία του P+ . Αυτό ολοκληρώνει την απόδειξη. σταθεροποιούµε µιαν ευθεία ℓo ∈ L και ορίζουµε το σύνολο (σηµείων) P− := P − J (ℓo) = {P ∈ P : (P. µπορούν να ανήκουν σε µία πραγµατική ευθεία ℓ∗ = J (ℓ) ∪ {ℓ· }.1. Προφανώς. οπότε αποδεικνύεται το (ΠΕ 1).χ. C ∈ J (ℓ). ℓ+ και ϑα δείξουµε ότι διαθέτουν κοινό σηµείο. πράγµα που είναι άτοπο. άρα κανένα τους δεν ανήκει στην ε ∞ . Επίσης ϑεωρούµε και το σύνολο (ευθειών) . I). Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Σχέση προβολικών και συσχετισµένων επιπέδων 59 Εποµένως. Τότε το P + := ℓ· είναι το Ϲητούµενο κοινό σηµείο. C.5. Στην περίπτωση α) ϑα είναι k + = k ∗ και ℓ+ = ℓ∗ . σε κάθε περίπτωση.2. Εποµένως. Στην πρώτη υποπερίπτωση. ℓo ) < I} ≡ {P ∈ P : P < J (ℓo )}. ∆ηλαδή τα σηµεία του P− είναι όλα τα σηµεία του P εκτός των σηµείων της σηµειοσειράς J (ℓo ).

 L− := k − := J (k ) − {k ∧ ℓo } .

.

το L− δεν περιέχει την J (ℓo ). από την οποίαν έχει αφαιρεθεί το σηµείο . ενώ κάθε άλλο στοιχείο του είναι µία σηµειοσειρά. ℓo . k . k ∈ L. που αντιστοιχεί σε ευθεία του L. Εποµένως.

5. Q. που αποδεικνύει το (ΣΕ 1). m . L− . L− . ας υποθέσουµε ότι υπάρχει και µία άλλη ευθεία m − ∈ L− . k − ) ∈ P− × L− µε P < J (k ). Πραγµατικά. Σύµφωνα µε την Πρόταση 2. m = k και m − = k − . k − ) ∈ P− × L− ϑα είναι (P. . k − ) ∈ I− ⇔ P ∈ k − = J (k ) − {k ∧ ℓo }. ℓo . κατά το (ΠΕ 1). Τα P. Q είναι και σηµεία της m.60 Κεφάλαιο 2. ορίζουµε και µία σχέση σύµπτωσης I− ⊂ P− × L− µε τον εξής τρόπο : για ένα (P. Απόδειξη. παρατηρούµε ότι P . k. Q (ως διαφορετικά σηµεία και του P) ορίζουν την ευθεία k := P ∨ Q ∈ L. τέτοιες ώστε k. από τον ορισµό της m − . I− ) αποτελεί συσχετισµένο επίπεδο. το οποίον καλείται αποπλήρωση (deletion) του προβολικού επιπέδου (P. L. Στο σύνολο L− υπάρχουν παράλληλες ευθείες.8. η k − = J (k ) − {k ∧ ℓo } είναι ευθεία του L− που περιέχει τα P. Q δεν ανήκουν στην ℓo . άρα µπορούµε να γράψουµε ότι k − ≡ J (k − ). Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα τοµής της µε την ℓo . κάθε k − είναι σηµειοσειρά. το P είναι σηµείο της k − τότε και µόνον τότε αν (P.5 Θεώρηµα. αφού τα P. 2. Θα δείξουµε ότι ικανοποιούνται τα αξιώµατα του συσχετισµένου επιπέδου. Εποµένως.14 Τέλος.5.4 Λήµµα. Επειδή σκοπός µας είναι να δείξουµε ότι η τριάδα (P− . Θεωρούµε τυχόν σηµείο A της ευθείας ℓo . Τότε. ℓo . Απόδειξη.2. Προφανώς. µπορούµε να ϐρούµε δύο ευθείες k και m του L. Η ευθεία αυτή είναι και µοναδική. (ΣΕ 1): Θεωρούµε δύο σηµεία P.  2. k ) ∈ I και P . Παρόµοια ϐρίσκουµε και άλλες παράλληλες. Εποµένως. Σχηµα 2. χρησιµοποιώντας ευθείες που διέρχονται από τα διάφορα σηµεία της ℓo . Προφανώς k . Τότε οι k − και m − είναι παράλληλες [αν υπήρχε κοινό σηµείο P. k ∧ ℓo . δηλ. ϑα είχαµε ότι k = P ∨ A = m (άτοπο)]. που περιέχει τα δύο προηγούµενα σηµεία. m ∈ J (A) και k . προκύπτει ότι τα P. Q. I− ) είναι συσχετισµένο επίπεδο. Q ∈ P− µε P . Αν ϑέσουµε (για ευκολία) A := k ∧ ℓo ∈ P. ϑα πρέπει να εξασφαλίσουµε πρώτα την ύπαρξη παραλλήλων ευθειών. A [διαφορετικά ϑα ήταν P ∈ J (ℓo ) (άτοπο)]. (ΣΕ 2): Υποθέτουµε ότι (P. I). Η τριάδα (P− .

B. δύο τουλάχιστον . k − και x − ∩ k − = ∅. που είναι ανά τρία µη συγγραµµικά. ας τα καλέσουµε A. αφού το P είναι σηµείο της m αλλά όχι και της ℓo ).15 Η m − είναι η µοναδική ευθεία µε τις προηγούµενες ιδιότητες. Στη δεύτερη περίπτωση. το παραπάνω Σχήµα 2. m − .15) και εµφανίζονται δύο νέες περιπτώσεις : i) Το Z είναι διαφορετικό από τα σηµεία A := k ∧ ℓo και B := x ∧ ℓo . P [αλλιώς ϑα ήταν P = Z ∈ J (k ) (άτοπο)]. ii) Το Z συµπίπτει µε ένα από τα A. η οποία διέρχεται από το P και είναι παράλληλη προς την k − .4). Σχηµα 2. ℓo . Εποµένως. µε x − . πράγµα που αποδεικνύει πλήρως το (ΣΕ 2). C. Στην i) έχουµε κατ᾿ ανάγκην ότι (Z. δηλαδή η m − είναι ευθεία (του L− ) που διέρχεται από το P και είναι παράλληλη προς την k − . που είναι άτοπο.5. η m − είναι η µοναδική παράλληλη προς την k − που διέρχεται από το P. τότε k = A ∨ Z = A ∨ B = ℓo . Τότε ϑα είναι και Z . Η πρώτη περίπτωση αποκλείεται επειδή το P δεν είναι σηµείο της k − . άρα x − = m − . k − ) ∈ I− ∋ (Z. ορίζεται το σηµείο Z := x ∧ k (ϐλ. είτε x − . Στη ii). σύµφωνα µε τον ορισµό της παραλληλίας. x = P ∨ Z = P ∨ A = m. Αν Z = B. γιατί δεχτήκαµε από την αρχή ότι x − . x − ). B. ΄Αρα. m − . ΄Αρα. (ΣΕ 3): Στο αρχικό προβολικό επίπεδο υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά σηµεία. k [ διαφορετικά ϑα είχαµε ότι x ∧ ℓo = k ∧ ℓo . τελικώς.2. ΄Αρα. Σχέση προβολικών και συσχετισµένων επιπέδων 61 Εποµένως. αφού k − //x − . Τότε. Πραγµατικά. ας πάρουµε πρώτα ότι Z = A. ορίζεται η ευθεία m := P ∨ A ∈ L και η αντίστοιχη m − = J (m ) − {m ∧ lo } = J (m ) − {A} (ϕυσικά m . η υπόθεση ότι υπάρχει και η x − (µε τις αναφερόµενες ιδιότητες) οδηγεί σε άτοπο. ας υποθέσουµε ότι υπάρχει και µία άλλη ευθεία x − = J (x ) − {x ∧ ℓo } ∈ L− . D. το οποίον είναι άτοπο. Αυτά δείχνουν ότι (P. ϑα είναι υποχρεωτικά x . m − ) ∈ I− και m − //k − (ϐλ. που είναι επισης άτοπο. τη σχετική κατασκευή παραλλήλων στην απόδειξη του Λήµµατος 2. οπότε x − = k − (άτοπο)].5. Εποµένως. είναι είτε x − = k − . σε κάθε περίπτωση.

τέµνονται στο άπειρο. που ανήκουν στο P− . που είναι µεταξύ τους παράλληλες. ισοδύναµα.4]). D ανήκουν και τα δύο στην ℓo . C ϑα ήσαν συγγραµµικά στο προβολικό επίπεδο P. οπότε (λόγω της Πρότασης 2. B.) σηµεία.62 Κεφάλαιο 2.16 A ∨ C. Η έννοια του ισοµορφισµού προβολικών επιπέδων ορίζεται στην επόµενη παράγραφο. δεν ανήκουν στην ℓo . ας πούµε τα A και B.  ΄Ενα ενδιαφέρον ερώτηµα είναι τώρα το εξής : αν ξεκινήσουµε από ένα προβολικό επίπεδο και εφαρµόσουµε πρώτα τη διαδικασία της αποπλήρωσης και κατόπιν αυτή της πλήρωσης. B. το προβολικό επίπεδο εµφανίζεται.2. Συνεπώς µπορούµε πάντοτε να ϐρούµε τρία διαφορετικά σηµεία του P− που ικανοποιούν το (ΣΕ 3). Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα από αυτά. B. Τα A. Αποδεικνύεται ότι τα επίπεδα αυτά είναι ισόµορφα (ϐλ. επάνω στη γραµµή του ορίζοντα. Ας υποθέσουµε ακόµη ότι τα C. τότε ϑα ήταν A. είναι η πλήρωση του συνήθους (συσχετισµένου) επιπέδου E ( R2 ) της Στοιχειώδους Γεωµετρίας . ιστορικά. δείχνουµε ότι τα σηµεία A. Προφανώς X < J (ℓo ). το κλασικό προβολικό επίπεδο. ως αφαίρεση (µαθηµατικοποίηση) του επιπέδου του Ϲωγραφικού πίνακα. X δεν είναι συγγραµµικά στο P− . ΄Οπως αναφέραµε και στην εισαγωγή του κεφαλαίου (§ 2. που είναι άτοπο. δηλαδή το επίπεδο της κλασικής Προβολικής Γεωµετρίας. 2. [5.3. Με αυτό ολοκληρώνεται και η απόδειξη. Θεωρούµε την ευθεία Σχηµα 2.0). δηλαδή τα A.6 υπάρχει ένα τουλάχιστον σηµείο της X διαφορετικό από τα A. τα A.1. X ∈ J (k ) και k = A ∨ B = A ∨ X = A ∨ C. C. Εποµένως. χρησιµοποιώντας την ορολογία αυτής της παραγράφου [ϐλ.3 (1)]. Σε πιο αυστηρή γλώσσα. αν ανήκαν και τα τρία σε µια ευθεία k − = J (k ) − {k ∧ ℓo } ∈ L− . Αν υποθέσουµε ότι C < J (ℓo ) [µε D ∈ J (ℓo ) ή D < J (ℓo )]. ποιά είναι η σχέση του αρχικού προβολικού επιπέδου µε το τελευταίο . επειδή κανένα τους δεν ανήκει στην ℓo . C είναι διαφορετικά και µη συγγραµµικά στο P− . B.6 Το κλασικό προβολικό επίπεδο. και Παράδειγµα 2. υποθέτουµε ότι όλες οι ευθείες. B. όπου ϑεωρούµε ότι δεν υπάρχουν παράλληλες ευθείες ή. Πραγµατικά.5. Θεώρηµα 2. X είναι τρία διαφορετικά µεταξύ τους (γιατί. εργαζόµενοι όπως στην προηγούµενη περίπτωση.

5. 2. ΄Οπως αναφέρθηκε και στην § 1. Αν υποθέσουµε. επιπλέον.6. ότι τα σύνολα S και S′ έχουν µιαν ιδιαίτερη δοµή (π. στις οµάδες για τους «οµοµορφισµούς» κ. Τις απεικονίσεις που συνδέονται µε την ιδιαίτερη δοµή των (µαθηµατικών) αντικειµένων µιας κατηγορίας (όπως.χ.. 2. Να εξηγηθεί γιατί είναι P+ ∩ L+ = ∅ και P− ∩ L− = ∅. στους γραµµικούς χώρους ενδιαφερόµαστε ιδιαιτέρως για τις «γραµµικές απεικονίσεις».1. Σε µερικές περιπτώσεις.). των προβολικών επιπέδων κλπ.5. 1. το ενδιαφέρον µας εστιάζεται όχι στις οποιεσδήποτε απεικονίσεις µεταξύ των συνόλων αυτών. για την οποία δεν µπορούµε να πούµε τίποτε περισσότερο στο πλαίσιο αυτών των µαθηµάτων).2. π.3 (2)] είναι το προβολικό επίπεδο των επτά σηµείων [Παράδειγµα 2.).λ. 3. αλλά −κυρίως− στις απεικονίσεις εκείνες που αντανακλούν την προηγούµενη δοµή. Μορφισµοί προβολικών επιπέδων 63 2. 2. των οµάδων. δοµή γραµµικού χώρου. Αναφορικά µε την απόδειξη του (ΣΕ 3) στο Θεώρηµα 2. 4.6 Μορφισµοί προβολικών επιπέδων Στη Θεωρία Συνόλων ορίζεται η έννοια της απεικόνισης h : S → S′ µεταξύ δύο συνόλων S και S′ . είναι ένα από τα πιο έξοχα όπλα ενός µαθηµατικού».ο. (Εδώ χρησιµοποιούµε την ορολογία της Θεωρίας Κατηγοριών. όπως : γραµµικές απεικονίσεις. Αντιστρόφως προς την προηγουµένη άσκηση. τις καλούµε µορφισµούς . οι µορφισµοί έχουν ένα συγκεκριµένο όνοµα.5. να δικαιολογηθεί το σηµειούµενο "γιατί" και να ολοκληρωθεί η διερεύνηση για τα σηµεία C και D (σχετικώς µε τη ϑέση τους ως προς την ευθεία ℓo ). αυτή είναι µία ϐασική µέθοδος απόδειξης της συνθετικής γεωµετρίας. των γραµµικών χώρων. και χρησιµοποιήθηκε συστηµατικά από τον Ευκλείδη στα «Στοιχεία» του.3 (1)].2. Hardy [16. ΄Οπως ήδη έχει αντιληφθεί ο αναγνώστης. οµοµορφισµοί κ. κλπ.2. την οποίαν ο Ευκλείδης αγαπούσε τόσο πολύ.8 Ασκήσεις. οµάδας.5. ΄Ετσι. να δειχθεί ότι η αποπλήρωση του προβολικού επιπέδου των επτά σηµείων είναι το συσχετισµένο επίπεδο των τεσσάρων σηµείων.7 Σχόλιο. §12] παρατηρεί ότι «η εις άτοπον απαγωγή (reductio ad absurdum). Σχετικά ο G.π. H. πολύ συχνά χρησιµοποιήσαµε την εις άτοπον απαγωγή. . Να αποδειχθεί ότι η πλήρωση του συσχετισµένου επιπέδου των τεσσάρων σηµείων [Παράδειγµα 2.χ.κ.

είναι ισοµορφισµός (ως προς την εξεταζοµένη δοµή) αν η f είναι µορφισµός 1 – 1 και επί. ΄Αρα. µπορούµε να διακρίνουµε αν δύο αντικείµενα είναι «ίδια» (ταυτίζονται) ή όχι. Γενικότερα. τα οποία συνδέονται µεταξύ τους µε έναν ισοµορφισµό f : S → S′ .64 Κεφάλαιο 2. Στην περίπτωση αυτή λέµε ότι η φ είναι ισοµορφισµός οµάδων. µε αντίστροφη όχι κατ᾿ ανάγκην συνεχή. Πραγµατικά.1) φ(g · g′ ) = φ(g) ∗ φ(g′ ).1) σηµαίνει ότι ο µορφισµός φ διατηρεί τη δοµή της οµάδας. που επιτρέπουν να συγκρίνουµε τα αντικείµενα της κατηγορίας και να τα ταξινοµήσουµε. Οι µορφισµοί εδώ είναι οι συνεχείς απεικονίσεις.6. στις «αλγεβρικές δοµές». ΄Ετσι. οι οποίοι είναι 1 – 1 και επί. και −επιπλέον− η απεικόνιση f −1 είναι επίσης µορφισµός. γιατί υπάρχουν περιπτώσεις όπου µποϱούµε να ϐρούµε µορφισµούς f .6. δεν διαφέρουν ουσιαστικά µεταξύ τους. (g. αρκεί να είναι γραµµική. Με άλλα λόγια. Η σχέση (2. . στην περίπτωση αυτή. Απ᾿ όσα είπαµε µέχρις εδώ. (h. g′ ) ∈ G × G. χωρίς να είναι και οι f −1 µορφισµοί. εφοδιασµένων µε µία συγκεκριµένη δοµή. Τότε υπάρχει η αντίστροφη απεικόνιση φ−1 : H → G. γίνεται ϕανερό πως δύο σύνολα S και S′ µε την ίδια δοµή. Αντιθέτως. Συνοψίζοντας. οι διαφορικές πολλαπλότητες κλπ. το ίδιο ισχύει. Αυτό είναι απαραίτητο. Παρόµοια στους γραµµικούς χώρους : για να είναι µια απεικόνιση ισοµορφισµός γραµµικών χώρων. µπορούµε να ορίσουµε την έννοια του ισοµορφισµού και για οποιαδήποτε άλλη δοµή. ·) και (H. Εδώ πρέπει να διευκρινήσουµε ότι στον προηγούµενο ορισµό απαιτήσαµε να είναι µορφισµός και η f −1 . συνόλων µε µια συγκεκριµένη δοµή) µας ενδιαφέρουν −κυρίως− εκείνες που διατηρούν τη δοµή αυτή. µπορούµε να πούµε ότι : ανάµεσα στις απεικονίσεις µεταξύ των αντικειµένων µιας κατηγορίας (δηλ. µπορούµε να πούµε ότι υπάρχει µια (µαθηµατική) ταύτιση µεταξύ των S και S′ . ∗) είναι δύο οµάδες. ΄Οµως. Συνεπώς. η απεικόνιση f όχι µόνον αντιστοιχεί κατά τρόπον αµφιµονοσήµαντο τα στοιχεία των S και S′ µεταξύ τους. στην περίπτωση των οµάδων. Γενικότερα. ισόµορφο (δηλ. Ας υποθέσουµε τώρα ότι η απεικόνιση φ είναι 1 – 1 και επί. h ′ ) ∈ H × H. Αποδεικνύεται εύκολα ότι και αυτή η απεικόνιση είναι επίσης µορφισµός οµάδων. ϑα ισχύει και σε κάθε άλλο S′ .6. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Για παράδειγµα. Αν (G. 1 – 1 και επί.2) φ−1 (h ∗ h ′ ) = φ−1 (h ) · φ−1 (h ′ ). κάτι που ισχύει στο S. τότε µία απεικόνιση φ : G → H καλείται µορφισµός (: οµοµορφισµός) οµάδων αν (2. δηλαδή ισχύει η (2. αλλά µεταφέρει και όλες τις ιδιότητες του S σε αντίστοιχες ιδιότητες του S′ και αντιστρόφως. ας ϑυµίσουµε την περίπτωση των οµοµορφισµών οµάδων. Μια τέτοια περίπτωση αποτελούνοι τοπολογικοί χώροι. µέσω των ισοµορφισµών. Ιδιαιτέρως µας ενδιαφέρουν οι ισοµορφισµοί. δηλαδή έχουµε ένα τρόπο σύγκρισης. Εποµένως. ένας µορφισµός 1 – 1 και επί δεν ορίζει πάντοτε έναν ισοµορφισµό. Ποια όµως είναι η σηµασία ενός ισοµορφισµού. που συνδέεται µε έναν ισοµορφισµό) µε το S. κάθε οµοµορφισµός 1 – 1 και επί είναι ισοµορφισµός. µία απεικόνιση f : S → S′ µεταξύ δύο συνόλων. όπως οι τοπολογικοί χώροι. υπάρχουν παραδείγµατα συνεχών απεικονίσεων που είναι 1 – 1 και επί. αλλά όχι σε πολυπλοκότερες δοµές.

2. πρέπει να απεικονίζουν τα σηµεία σε σηµεία και τις ευθείες σε ευθείες. Συµβολικά. L′. επίσης.2 είναι ισοµορφισµός µε την κατηγορική έννοια. Εποµένως. 2. Μορφισµοί προβολικών επιπέδων Τη λέξη «ταξινόµηση» την παίρνουµε εδώ µε την κυριολεκτική σηµασία της και όχι µε το ειδικό περιεχόµενο που έχει συχνά στα µαθηµατικά. δηλαδή ότι και το Ϲεύγος (φ−1 . ένας µορφισµός (φ. για να είναι ένας µορφισµός f και ισοµορφισµός. ψ) : (P. L. Θα πρέπει. I) −→ (P′ .10 (3) στο τέλος αυτής της παραγράφου]. Περιφραστικά. Στην περίπτωση του προβολικού επιπέδου ϐεβαιώνεται κανείς εύκολα ότι ένας ισοµορφισµός (όπως στον Ορισµό 2. ϑα πρέπει να αντανακλούν τη δοµή του προβολικού επιπέδου. I) −→ (P′ .6. ψ) : (P.4 Πρόταση. L′ . ΄Ενας µορφισµός (morphism) µεταξύ των προβολικών επιπέδων (P.6. ℓ) ∈ I ⇒ (φ(P ). ℓ ∈ L µε k . η τελευταία συνθήκη σηµαίνει ότι ο µορφισµός διατηρεί τη σύµπτωση. ΄Ενας µορφισµός (φ. ii) Αν η ψ είναι απεικόνιση 1 – 1. επί).6. L. έτσι ώστε να ισχύει η συνθήκη : (P. Q ∈ P µε P . Υποθέτουµε ότι (φ.2 Ορισµός.6.3 Παρατήρηση. L. ℓ. ΄Ασκηση 2. για οποιεσδήποτε ευθείες k. κι εδώ. για οποιαδήποτε σηµεία P.6.6. τότε φ(k ∧ ℓ) = ψ(k ) ∧ ψ(ℓ). I) και (P′ . ψ) : (P. Οι µορφισµοί. ψ). ψ) καλείται ισοµορφισµός (isomorphism) αν οι απεικονίσεις φ και ψ είναι 1 – 1 και επί. . όπως στις περιπτώσεις που συζητήσαµε. L′ . I′ ) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων. Στην εισαγωγή αυτής της παραγράφου είπαµε ότι. επί ) αν και οι δυο απεικονίσεις φ και ψ είναι 1 – 1 (αντίστ. Μετά τα παραπάνω διευκρινιστικά ας δούµε τα πράγµατα στο πλαίσιο της Προϐολικής Γεωµετρίας. I′ ). αυτή η σύµπτωση να διατηρείται. Στην περίπτωση αυτή τα προβολικά επίπεδα λέγονται ισόµορφα.6. L.6. Τότε ισχύουν τα εξής συµπεράσµατα : i) Αν η φ είναι απεικόνιση 1 – 1. Αλλά υπάρχει και µια σχέση σύµπτωσης. Ιδιαιτέρως. ϑα πρέπει να υπάρχει η f −1 και να είναι επίσης µορφισµός. όπου φ : P −→ P′ και ψ : L −→ L′ .1 Ορισµός. L′ . Μερικές άµεσες συνέπειες του Ορισµού 2. τότε ψ(P ∨ Q ) = φ(P ) ∨ φ(Q ). ψ(ℓ)) ∈ I′ . γράφουµε ότι (φ. ΄Ολα αυτά οδηγούν στον επόµενο ϕυσιολογικό ορισµό. ψ−1 ) είναι επίσης µορφισµός προβολικών επιπέδων [ϐλ. Q. 2.65 2. I′ ) καλείται 1 – 1 (αντιστ. I′ ) είναι ένα Ϲεύγος απεικονίσεων (φ.1 περιέχονται στην εποµένη 2. I) → (P′ .

η απόδειξη του συµπεράσµατος ii) περιττεύει επειδή είναι δυϊκό του i). Εποµένως. ℓ) ∈ I ⇒ ⇒ (P ′ = φ(P ). ψ(ℓ)) ∈ I′ . ψ(ℓ)) ∈ I′ .1 έχουµε ότι (P. Q [αλλιώς. ορίζεται η ευθεία ℓ := P ∨ Q ∈ L και ισχύουν οι σχέσεις : (P. όπως πριν.  Φυσικά. Αν υποθέσουµε ότι δεν ισχύει το συµπέρασµα. I′ ) µορφισµός προβολικών επιπέδων. ℓ) ∈ I (Q. ℓ′ ). ψ(P ∨ Q )) ∈ I′ . L′ . Επειδή η φ είναι 1 – 1.66 Κεφάλαιο 2. όπως προκύπτει από το επόµενο ϐασικό συµπέρασµα. I) → (P′ . Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Απόδειξη.6. αρκεί να ελέγξουµε τη µία από τις δύο απεικονίσεις του µορφισµού. Εδώ έγινε µόνον για την εξοικείωση του αναγνώστη µε το µηχανισµό των µορφισµών. δηλαδή (P ′ . Αναγκαίως ϑα είναι και P . Η ψ είναι 1 – 1: Η απόδειξη της ιδιότητας αυτής δεν είναι τόσο άµεση. Αν P ′ και Q ′ είναι δυο οποιαδήποτε διαφορετικά σηµεία της.6. ℓ) ∈ I ⇒ ⇒ (φ(k ∧ ℓ). Απόδειξη. Q ∈ P µε φ(P ) = P ′ και φ(Q ) = Q ′ .4. (φ(Q ). Το συµπέρασµα τώρα προκύπτει από τις προηγούµενες σχέσεις και το (ΠΕ 2). i) Οι ευθείες P ∨ Q και ψ(P ∨ Q ) ορίζονται. τότε και µόνον τότε αν η ψ είναι απεικόνιση 1 – 1 και επί. Για το ii) προχωρούµε αναλόγως : (k ∧ ℓ. Το (ΠΕ 1) και οι σχέσεις της δεύτερης στήλης των παραπάνω συνεπαγωγών αποδεικνύουν ακριβώς το πρώτο συµπέρασµα. Υποθέτουµε πρώτα ότι η φ είναι 1 – 1 και επί. ψ(ℓ)) ∈ I′ . Από τον Ορισµό 2. Η ψ είναι επί : ΄Εστω ℓ′ ∈ L′ τυχούσα ευθεία. φ(Q ). P ∨ Q ) ∈ I ⇒ ⇒ (φ(P ). Για να διαπιστώσουµε πότε ένας µορφισµός προβολικών επιπέδων είναι και ισοµορφισµός (Ορισµός 2.2).2. που αποδεικνύει το επί της ψ.5 Θεώρηµα. L. οπότε ϑα δείξουµε ότι τις ίδιες ιδιότητες έχει και η ψ. Q. Η απεικόνιση φ είναι 1 – 1 και επί. ℓ′ ) ∈ I′ ∋ (Q ′ . οπότε ορίζεται η φ(P )∨ φ(Q ). Από τις σχέσεις αυτές και το (ΠΕ 1) προκύπτει ότι ψ(ℓ) = P ′ ∨ Q ′ = ℓ′ .6. 2. ψ(k )) ∈ I′ . (φ(k ∧ ℓ). σε συνδυασµό µε την Πρόταση 2. αλλά ϐασίζεται σ᾿ ένα τέχνασµα. ϑα είναι και φ(P ) . η σχέση P = Q συνεπάγεται ότι P ′ = φ(P ) = φ(Q ) = Q ′ (άτοπο)]. P ∨ Q ) ∈ I (Q. (Q ′ = φ(Q ). ψ) : (P. ψ(P ∨ Q )) ∈ I′ . k ) ∈ I (k ∧ ℓ. τότε . επειδή P . τότε το επί της φ εξασφαλίζει την ύπαρξη δύο σηµείων P. ΄Εστω (φ.

6.5). επί της ευθείας ψ(k ) = ψ(ℓ). αφού η πρώτη έχει σηµεία που δεν ανήκουν στην άλλη (ϐλ. A. αν ϑέσουµε A := k ∧ ℓ.4.3) (B. Θα δείξουµε ότι ισχύει ο εξής ισχυρισµός : (∗) ∀P∈P ⇒ (φ(P ).6. ℓ) ∈ I (C. διαφορετικά ϑα ήταν (X = B. ℓ ∈ L µε k . ℓ. στην ℓ υπάρχει κι ένα σηµείο B . Απ᾿ το άλλο µέρος. ϑα είναι (P ′ .4) ψ(B ∨ C) = φ(B) ∨ φ(C) = ψ(k ) = ψ(ℓ). ΄Αρα.17 Επειδή η φ είναι 1 – 1 και B .6. οπότε ορίζεται η φ(B) ∨ φ(C). έχουµε ότι (φ(X ). Προφανώς B ∨ X . επειδή το X είναι σηµείο της B ∨ C.17). ℓ) ∈ I. από τις (2. ψ(B ∨ C) ∈ I′ . ψ(k )) ∈ I′ .1. Ας δούµε τώρα τη συνέπεια του (∗).67 2. Εφαρµόζοντας τον Ορισµό 2. Πρώτα παρατηρούµε. C. προκύπτει ότι (2. (φ(C).4. µέσω της φ.3) και την υπόθεση ψ(k ) = ψ(ℓ). ψ(k )) ∈ I′ . Πραγµατικά. ϑα είναι φ(B) . για τυχόν P ′ ∈ P′ υπάρχει P ∈ P µε φ(P ) = P ′ .4) και (2. Μορφισµοί προβολικών επιπέδων αυτό σηµαίνει ότι µπορούµε να ϐρούµε (τουλάχιστον δύο) ευθείες k. X .6. άρα ορίζεται και το σηµείο C := (B ∨ X ) ∧ k. δηλαδή κάθε σηµείο του προβολικού επιπέδου (P. οπότε πρέπει να δείξουµε ότι το ίδιο συµβαίνει και για οποιοδήποτε X ∈ P που δεν ανήκει στις k. λόγω του (∗). k ) ∈ I ⇒ ⇒ (φ(B).2). Σχηµα 2. ΄Αρα ορίζεται η ευθεία B ∨ X (ϐλ. ψ(k )) ∈ I′ .6.6. B ∨ C) ∈ I. ψ(ℓ)) ∈ I′ . ψ(k )) ∈ I′ . που αποδεικνύει τον ισχυρισµό (∗). φ(C). τις σχέσεις (2. ότι όλα τα σηµεία των k και ℓ απεικονίζονται στην ψ(k ) = ψ(ℓ). έχουµε διαδοχικά : (2. και Σχήµα 2.6. I) απεικονίζεται. ϑα είναι και (2. που είναι άτοπο. Επίσης B . Αυτό . k. από την Πρόταση 2.2. Πρόταση 2.6. ℓ και τέτοιες ώστε ψ(k ) = ψ(ℓ).5)  φ(X ). από τον ορισµό του µορφισµού. δηλαδή (X. L. Εποµένως. Εποµένως. Επειδή η φ είναι απεικόνιση επί.

6.6. 2) Αντιθέτως. που αποδεικνύει το επί της ψ. L. ΄Ετσι. σελ. ψ είναι 1 – 1 και επί. πρέπει να δείξουµε ότι. µπορεί να ταυτιστεί (µέσω κατάλληλου ισοµορφισµού) µε τη συνήθη σύµπτωση.2 είναι το επόµενο 2. η σύµπτωση αυτή είναι η συνήθης σύµπτωση της εµπειρίας. I) και το δυναµοσύνολο P(P) του P. Κάνοντας όµως χρήση και του 1 – 1 της φ. .6. για την απόδειξη του επί της ψ αρκεί µόνον το επί της φ.4. ℓ) ∈ I .5. ΄Οµως. που είναι άτοπο [λόγω του (ΠΕ 3)]. 1) ΄Οπως ϕάνηκε στην απόδειξη του Θεωρήµατος 2.6. Αυτό όµως προκύπτει από το προηγούµενο συµπέρασµα ϐάσει της αρχής του δυϊσµού. για το 1 – 1 της ψ χρησιµοποιείται και το 1 – 1 και το επί της φ.6.6.  Προφανής συνέπεια του προηγουµένου ϑεωρήµατος και του Ορισµού 2.4.7 Παρατηρήσεις. Με τη χρήση των ισοµορφισµών προβολικών επιπέδων ϑα δείξουµε ότι και η αφηϱηµένη σύµπτωση I. ϐρίσκουµε ότι ψ(ℓ) = ψ(P ∨ Q ) = φ(P ) ∨ φ(Q ) = P ′ ∨ Q ′ = ℓ′ . Εφαρµόζοντας την Πρόταση 2. η οποία έχει την ίδια σηµασία µε το συνολοθεωρητικό ‘‘∈’’. που ορίζει το ‘‘∈’’. 2.1) (2. διαφορετικά µεταξύ τους) σηµεία P και Q. ϑεωρούµε ένα προβολικό επίπεδο (P. αν η ψ είναι 1 – 1 και επί. και πιο κοντά στην εµπειρία ϐρισκόµαστε και τους συµβολισµούς µας απλοποιούµε σηµαντικά. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα ισχύει για κάθε σηµείο του P′ .6 Πόρισµα. ψ) είναι ισοµορφισµός αν και µόνον αν µία από τις απεικονίσεις φ. ϕυσικά. η οποία σε κάθε ευθεία ℓ αντιστοιχεί τη σηµειοσειρά της (ϐλ. ο οποίος είναι συνέπεια της άρνησης του 1 – 1). ΄Ενας µορφισµός προβολικών επιπέδων (φ. στη Στοιχειώδη (Ευκλείδεια) Γεωµετρία και στην κλασική Προβολική Γεωµετρία (για την οποίαν έγινε λόγος στο εδάφιο 2. µπορούµε να δείξουµε το επί της ψ και ως εξής : για τα P ′ . υπάρχουν µονοσήµαντα ορισµένα (και. που ορίζουν την ℓ := P ∨ Q.5. Μέχρι τώρα έχουµε ορίσει το προβολικό επίπεδο (όπως και το συσχετισµένο επίπεδο) µε τη ϐοήθεια µιας αφηρηµένης σύµπτωσης I. 62). Αυτό επιτυγχάνεται αν ταυτίσουµε κάθε ευθεία µε την αντίστοιχη σηµειοσειρά της. Το άτοπο αίρεται αν δεχθούµε ότι η ψ είναι 1 – 1 (οπότε παύει να ισχύει και ο (∗). Q ′ (όπως στην αρχική απόδειξη του ϑεωρήµατος). δηλαδή ϐρίσκουµε ότι όλα τα σηµεία του P′ είναι συγγραµµικά. µπορούµε να πούµε ότι : η ψ είναι επί τότε και µόνον τότε αν η φ είναι επί. Για την ακρίβεια. τότε και η φ έχει τις ίδιες ιδιότητες.6. Για να κλείσει η απόδειξη. που έχουµε χρησιµοποιήσει µέχρι τώρα. Επίσης ορίζουµε την απεικόνιση J : L −→ P(P). Αρα.6)  J (ℓ) = P ∈ P : (P. Ορισµό 2.68 Κεφάλαιο 2.

τότε ϑα ήταν και (Pj . (ΠΕ 2): Αν J (k ) και J (ℓ) είναι στοιχεία του L Πρόταση 2. από το (ΠΕ 2) για το (P. Επειδή P. Πραγµατικά. για κάποια k ∈ L. ορίζεται το σηµείο P = k ∧ ℓ. Q. τότε αυτή ϑα υπήρχε και κάποια άλλη ευθεία από το L είχε τη µορφή J (k ). J ) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων.69 2. (ΠΕ 3): Επειδή το P είναι το ίδιο και στις δύο τριάδες και η πρώτη είναι προβολικό επίπεδο.4. σύµφωνα µε τον ορισµό της J . L e. 3). Συνεπώς. J (ℓ). Για το i) επαληθεύουµε τα αξιώµατα του προβολικού επιπέδου. απ᾿ όπου προκύπτει και το e ). άρα και J (k ) = J (P ∨ Q ). που να περιέχει τα P.2). Q είναι δύο οποιαδήποτε σηµεία της δεύτερης τριάδας µε P . δηλαδή οι J (k ) και J (ℓ) έχουν κοινό σηµείο. .6. ∈). Q. Θέτουµε e := J (L).6. L. ∈). i) Η τριάδα (P. ∈) είναι προβολικό επίπεδο. που περιέχει και. k ). λόγω της (2. I). ϑα είναι P ∈ J (P ∨ Q ) Συνεπώς ορίζεται και η J (P ∨ Q ) ∈ L e. ΄Αρα. το Ϲεύγος (1P .6) συνεπάγονται ότι P ∈ J (k ) ∩ J (ℓ).8 Θεώρηµα.6. δηλαδή τα σηµεία ϑα ήσαν συγγραµµικά στο πρώτο επίπεδο (άτοπο). Για το συµπέρασµα ii) παρατηρούµε ότι. το Πόρισµα 2. Επειδή (P. η J (P ∨ Q ) είναι µια ευθεία του L (ή ορίζεται από) τα σηµεία P. Q. η οποία περιέχει τα P και Q. k ) ∈ I ] ⇒ [ 1P (P ) = P ∈ J (k ) ]. Παρατηρούµε ότι P ∩ L e = ∅ και το ‘‘∈’’ ορίζει οπότε σχηµατίζεται η τριάδα (P. J ) είναι ισοµορφισµός µεταξύ των προβολικών επιπέδων (P. αν υποθέσουµε ότι τρία συγγραµµικά και ως προς τις ευθείες του L υπάρχει κάποια ευθεία J (k ). που περιέχει.  .2. k ) ∈ I ( j = 1. µια σχέση σύµπτωσης στο P × L Αν συµβολίσουµε µε 1P την ταυτοτική απεικόνιση του P. Αλλά P . k ) ∈ I ∋ (P. Πραγµατικά. L ii) Το Ϲεύγος (1P . Q. . τότε και k .6 ολοκληρώνει την απόδειξη. I) συνεπάγεται ότι k = P ∨ Q. P ∨ Q ) ∈ I. οπότε το (ΠΕ 1) στο προβολικό επίπεδο (P. τότε. ως σηµεία του πρώτου προβολικού επιπέδου. ορίζουν µονοσήµαντα την ευθεία P ∨ Q. ας πούµε τα P1 .6. e.6) ϑα ήταν (P. [ ∀ (P. παρόµοια. Τα σηµεία αυτά δεν είναι ανά e. (ΠΕ 1): Αν P. L. k ) ∈ P × L : (P.4. Q ∈ J (k ). 4) διαφορετικά και ανά τρία µη συγγραµµικά (ως προς τις ευθείες του L ). k ) ∈ I ∋ (Q. P2 . Η ευθεία αυτή είναι και µοναδική. L Απόδειξη. . µπορούµε να ϐρούµε τέσσερα σηµεία Pi (i = 1. Επειδή (P. P3 . 2. L e. Επειδή η 1P είναι 1 – 1 και επί. . µονοσήµαντο της ευθείας (του L e µε J (k ) . L. Με τους προηγουµένους συµβολισµούς ισχύουν τα εξής συµπεράσµατα : e. Πρόταση 2. Μορφισµοί προβολικών επιπέδων Η J είναι καλά ορισµένη (ϐλ. ℓ (ϐλ. ℓ).6. ΄Αρα. οι τελευταίες σχέσεις και η (2. τότε έχουµε το 2. και (P. αν e. Q ∈ J (P ∨ Q ). I) e.

I2 ) και (φ2 . L1 . L2 . L. ψ) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων και η φ είναι απεικόνιση 1 – 1. τις οποίες έχουµε χρησιµοποιήσει ήδη από τους πρώτους ορισµούς. 1. L3 . τα προηγούµενα ϐρίσκονται σε συµφωνία µε τη Στοιχειώδη Γεωµετρία (όπου οι ευθείες είναι σύνολα σηµείων) και δικαιολογεί τις εκφράσεις : «ένα σηµείο ανήκει σε µία ευθεία». ΄Ετσι. Με τη ϐοήθεια του προηγουµένου ισοµορφισµού (1P . ψ) : (P. ∈). Αν (φ. δηλαδή υποσύνολα του P. ∈) του οποίου προβολικό επίπεδο (P. I1 ) στο (P2 . ψ2 ◦ ψ1 ) =: (φ2 . L.2. L′ . είναι ισόµορφο µε το προβολικό επίπεδο της ΄Ασκησης 2. L οι ευθείες είναι σηµειοσύνολα. τότε για οποιονδήποτε άλλο µορφισµό (φ.10 Ασκήσεις. τότε και το Ϲεύγος (φ2 ◦ φ1 . Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα 2. τότε ισχύει η συνεπαγωγή : [ ∀ (P.6. (Να συνδυαστεί η άσκηση µε την Παρατήρηση 2. ℓ) ∈ P × L : P < ℓ] ⇒ [φ(P ) < ψ(ℓ)].6. I) ταυτίζεται µε το προβολικό επίπεδο (P. ΄Εστω ότι (φ.9 Παρατηρήσεις. Τι συµβαίνει αν παραλειφθεί η υπόθεση ότι ο µορφισµός (φ.3 (2). 8. 2. 6. ∈) → (P′ . Με τις υποθέσεις της προηγουµένης άσκησης. Αν (φ1 . δηλ. Τότε κάθε µία από τις απεικονίσεις του Ϲεύγους εκφράζεται µέσω της άλλης. όπως ορίστηκε στο Παράδειγµα 2.70 Κεφάλαιο 2. L1 . ψ) είναι ισοµορφισµός. Αν (φ. L2 .6. ψ) είναι µορφισµός 1 – 1 µεταξύ προβολικών επιπέδων. I2 ) στο (P3 . I3 ). ψ′ ) ϑα είναι ψ = ψ′ .. (P′ .8. κάθε σηµείο P της k [µε την έννοια : e [µε (P. ψ)−1 4. «δύο ευθείες τέµνονται σ᾿ ένα σηµείο» κλπ. η οποία διατηρεί τη συγγραµµικότητα σηµείων . 7. ψ) είναι 1 – 1.2.9 (5). k ) ∈ I] µπορεί να ϑεωρηθεί και σηµείο της ευθείας (σηµειοσειράς) J (k ) ∈ L τη συνήθη συνολοθεωρητική έννοια. ψ2 ) µορφισµός του (P2 . τότε το Ϲεύγος (φ−1 . Αν (φ.3). ψ1 ). L′ . ∈) και υποθέτουµε ότι φ : P → P′ είναι απεικόνιση 1 – 1 και επί. Συµβολικά γράφουµε ότι : (φ−1 . έχουµε ότι : [ ∀ (P. L3 . ∆ίνονται τα προβολικά επίπεδα (P. ταυτίζοντας (µέσω της J ) µια ευθεία k ∈ L µε τη σηµειοσειρά της J (k ). ψ2 ) ◦ (φ1 . ΄Οπως εξηγήσαµε και στη συζήτηση πριν το Θεώρηµα 2. 3. 2. Να αποδειχθεί ότι το P2 . ψ−1 ) =: (φ. Συµβολικά γράφουµε ότι : (φ2 ◦ φ1 . ψ1 ) είναι µορφισµός του προβολικού επιπέδου (P1 . I1 ) στο (P3 . 5. ψ2 ◦ ψ1 ) είναι µορφισµός του (P1 . P ∈ J (k )]. ℓ) ∈ P × L : φ(P ) ∈ ψ(ℓ)] ⇒ [P ∈ ℓ ]. το e. . L. J ). ψ−1 ) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων. I3 ).6. ∈) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων 1 – 1.

συγγραµµικότητες του προϐολικού επιπέδου (P. η Γεωµετρία Klein του S είναι το ξεύγος (S. οι οποίες διέρχονται από το 0 ≡ (0. ∈) είναι ένα προβολικό επίπεδο. ΄Ετσι. Aut (S)). ενώ το Ϲεύγος (P. που οδηγεί στη γενικότερη ιδέα της αλγεβροποίηση του τυχόντος προβολικού επιπέδου. 9.2. τα σηµεία του P2 είναι ακριϐώς οι ευθείες του R3 . το P2 είναι ένα πρώτο (και σηµαντικό) παράδειγµα συσχετισµού της Προβολικής Γεωµετρίας µε την ΄Αλγεβρα.3 (2) ορίσαµε το πραγµατικό προβολικό επίπεδο P2 . Τότε υπάρχει µία µοναδική ψ : L → L′ . ψ) να είναι ισοµορφισµός µεταξύ των δύο προβολικών επιπέδων. L. τα οποία επίσης διέρχονται από το 0. απεικονίζει συγγραµµικά σηµεία του πρώτου επιπέδου σε συγγραµµικά σηµεία του δευτέρου.7. µέσω της αντίστοιχης οµάδας Aut (S). Τα στοιχεία του Aut (P) καλούνται. Την ιδέα αυτή ανέπτυξε ο Klein το 1872 στο περίφηµο Erlanger Programm (Πρόγραµµα του Erlangen). Εικονα 14. .71 2. 0. τέτοια ώστε το (φ. L. στον οποίον υπάρχει η δυνατότητα να χρησιµοποιηθεί ο µηχανισµός της Γραµµικής ΄Αλγεβρας. ΄Οπως εξηγήσαµε στο προαναφερόµενο παράδειγµα. 0). Αν (P. Η ορολογία αυτή χρησιµοποιείται προς τιµήν του Felix Klein (1849–1925). Felix Klein 2. ιδιαιτέρως. εφοδιασµένου µε µία δοµή. ενώ οι ευθείες του P2 είναι ακριβώς τα επίπεδα του R3 . ο οποίος είχε την ιδέα να µελετήσει τη γεωµετρία ενός συνόλου S. των ισοµορφισµών του επιπέδου στον εαυτό του). συµβολίζουµε µε Aut (P) το σύνολο των αυτοµορφισµών του (δηλ.7 Αλγεβρική µελέτη του P2 Στο Παράδειγµα 2. Οι χαρακτηριστικές ιδιότητες ενός προβολικού επιπέδου προκύπτουν από αντίστοιχες ιδιότητες της οµάδας Aut (P) και ορισµένων υποοµάδων της. που είχε πολύ µεγάλη επίδραση στην εξέλιξη της Γεωµετρίας. Να αποδειχθεί ότι το Aut (P) αποτελεί οµάδα (µε πράξη τη σύνθεση των µορφισµών. I). Aut (P)) αποτελεί τη Γεωµετρία Klein αυτού. Αλγεβρική µελέτη του P2 δηλ. όπως αναφέρεται στην παραπάνω ΄Ασκηση 7. Επειδή το επίπεδο αυτό προκύπτει από τον χώρο R3 .

γ ). Επειδή ένα τέτοιο επίπεδο καθορίζεται πλήρως από την τριάδα (α. c ). b′ . ένα επίπεδο του R3 . 0. γ ) = Π(α ′ . η σχέση (2. ̙. b′ . γ ). γ ′). ένα προβολικό επίπεδο ισόµορφο µε το P2 . ̙. το συµβολίζουµε µε Π(α. αποτελούν τα σηµεία του επιπέδου. γ ) ⊥ (x. που διέρχεται από το 0. c ) ∼ (a ′ . (2. ̙. c ′ ) = λ(a. γ ). c ). z ). ̙. ̙. Ακριβέστερα ε = {t (ao . Οι τριάδες (x. 0). (2. Για το σκοπό αυτό. Πραγµατικά. bo . ̙. γ ′ ) // (α.2) όπου οι συντελεστές α.1) Προφανώς. 0. γ ) = Π(α ′ . ̙. αν ε είναι µια ευϑεία του R3 . ορίζουµε την εποµένη σχέση ισοδυναµίας : (2. ̙. γ ′ ) ⇔ ∃ λ ∈ R∗ : (α ′ . υπάρχει κάποιο λ ∈ R∗ = R − {0}. (0.7. που είναι διαφορετικά µεταξύ τους καθώς και προς το 0. γ ) ⊥ Π(α. για κάθε (x. ̙. γ ′ ) ⇔ (α ′ . µε αλγεϐρικό τρόπο. έτσι ώστε (a ′ . Απ᾿ το άλλο µέρος. για δύο τυχόντα σηµεία (a. z ) ∈ Π(α.2). ̙. ̙. ̙′ . 0. ̙. ̙′ . co ) . γ ′ ) = λ(α.72 Κεφάλαιο 2.7. οπότε ϑα έχουµε την δυνατότητα να µελετήσουµε το P2 µε αλγεβρικές µεθόδους. co) | t ∈ R}. γ ). . γ ). y. b′ . που είναι λύσεις της (2. γ είναι στοιχεία του R3 µε (α. c ). 0)}. ̙′. στο χώρο R3∗ := R3 − {(0. τότε η ε ορίζεται πλήρως από το 0 και τυχόν άλλο σηµείο της (ao . ̙′ . γ ) και Π(α ′ . b. y. Οι προηγούµενες υπενθυµίσεις ϑα µας επιτρέψουν να κατασκευάσουµε. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Ας ϑυµηθούµε από την Αναλυτική/Γραµµική Γεωµετρία ότι. γ ′ ) = λ(α. (0. Λόγω της ισοµορφίας αυτής ϑα ταυτίζουµε τα δύο επίπεδα. Εποµένως. ̙.3) (a.7. και παρόµοια (α ′ . Π(α. γ ). ̙′ . ̙′ . 0). b. γ ) ⇔ (α ′ . γ ′ ) ⊥ Π(α ′ . τότε διαπιστώνουµε ότι Π(α. (a ′ .7. γ ′ ). γ ) . άρα (α. ̙. z ). Αν ϑεωρήσουµε δύο επίπεδα Π(α.7. y. c ′ ) = λ(a. που διέρχεται από την αρχή των αξόνων. b′ . ̙′ . c ′ ) της ε . ̙′ .2) συνεπάγεται ότι (α. b. ορίζεται από µία εξίσωση της µορφής αx + ̙y + γz = 0. b. bo. c ′ ) ⇔ ∃ λ ∈ R∗ : (a ′ .

Εποµένως. (που µπορούµε να ϑεωρήσουµε ότι αντιστοιχεί στους συντελεστές ενός επιπέδου από το 0) ορίζουµε και την ισοδυναµία (επίσης στο R3∗ ): (2. Lα . συµβολίζεται µε Pα . που διέρχονται από την αρχή των αξόνων). Πριν αποδείξουµε ότι η τριάδα (Pα . b. b. ̙. Η τριάδα Pα2 := (Pα . γ ′ ) ⇔ ∃ λ ∈ R∗ : (α ′ . Την κλάση ισοδυναµίας της τριάδας (α. Πιο κάτω. γ ) ∈ R3∗ . Αλγεβρική µελέτη του P2 Την κλάση ισοδυναµίας του σηµείου (a. ̙′ .7. γ > και ϑέτουµε (2. ΄Οµως. γ > | (α. ΄Αρα. ̙′ . z ) ∈ R3∗ . b.73 2. ̙. γ ) ∈ R3∗ . ∈). δηλαδή το σύνολο όλων των κλάσεων ισοδυναµίας. y. (2. b. γ ′ ) = λ(α. z > είναι µια ευθεία του ιδίου επιπέδου. γ ) ∼ (α ′ . τις κλάσεις του Pα ϑα τις αντιστοιχίσουµε στα σηµεία του P2 (δηλαδή τις ευθείες του R3 . c ] = λ(a. ∈) ορίζει ένα προβολικό επίπεδο. όπως προαναφέραµε.7. όπου ο εκθέτης «α» χρησιµοποιείται για να υποδηλώσει ότι η κατασκευή της έγινε µε τον «αλγεβρικό» τρόπο που περιγράψαµε. y. q. c ] | (a.4)  Pα := R3∗ / ∼ = [a. ̙. σχηµατίζεται η τριάδα (Pα .7. z > συµβολίζουν εντελώς διαφορετικά αντικείµενα στο υπό κατασκευήν προβολικό επίπεδο (Pα . για µια τριάδα (α. οι οποίες προκύπτουν µε τον προηγούµενο τρόπο. τότε τα στοιχεία [x. χρησιµοποιούµε τα σύµβολα [ ] και < > για να διακρίνουµε µεταξύ τους τις αντίστοιχες κλάσεις ισοδυναµίας. ας παϱατηρήσουµε ότι οι ισοδυναµίες (2. c ] (αντί του πολυπλοκοτέρου [(a. b.7. b. y. z ] και < x.5) (α. Λόγω αυτής της διαφοροποίησης. ̙. Μεταξύ των Pα και Lα υπάρχει µια προφανής σχέση σύµπτωσης (λόγω του συσχετισµού τους µε τις ευθείες και τα επίπεδα του R3 ).6)  Lα = < α. ̙. αν (x. Pα ∩ Lα = ∅. για παράδειγµα. ∈): το [x.7. z ] είναι ένα σηµείο του.1 Θεώρηµα. y.5) δεν διαφέρουν µεταξύ τους από συνολοθεωρητική άποψη. ενώ το < x.  [a. .7) [p. ενώ οι κλάσεις της δεύτερης στις ευθείες του. Επίσης. γ ) συµβολίζουµε µε < α. ̙. Θα δούµε πιο κάτω ότι τα στοιχεία (κλάσεις) του Lα αντιστοιχούν στις ευθείες του P2 (δηλαδή στα επίπεδα του R3 . c )]). c ) | λ ∈ R∗ .7. r ] ∈ < α. Στη συνέχεια. ισόµορφο προς το P2 . που διέρχονται από την αρχή των αξόνων).3) και (2. Ο αντίστοιχος χώρος-πηλίκον R3∗ / ∼ . c ) ∈ R3∗ . 2. που δίνεται απο την (2. y. Lα . Lα .7. γ ). ∈) αποτελεί προβολικό επίπεδο. ̙. c ) συµβολίζουµε µε [a. οι κλάσεις της πρώτης ϑα αντιστοιχούν σε σηµεία του P2 . b. Lα . Προφανώς. ΄Ετσι.7. γ > ⇔ αp + ̙q + γr = 0. ̙.

1] και [1. αποδεικνύουµε την ύπαρξη ενός (µοναδικού) [x. [a2 . y. Θα δείξουµε ότι τα δύο σηµεία ορίζουν µία (µοναδική) ευθεία. b. γ2 > του Lα .8). Τέλος. γ > ∈ Lα . 0.7) ϑα είχαµε ότι (x.επίσης και την Εφαρµογή 2. 84]).2 (4) στη συνέχεια]. 0]. Για παράδειγµα.7. Τότε ϑα πρέπει να επιλύσουµε το σύστηµα ( α1 x + ̙1 y + γ1 z = 0 α2 x + ̙2 y + γ2 z = 0 που είναι ακριβώς του τύπου (2. z ) = (0. z ′ ) = λ(x. γ ). γ ) ⊢−−−→ < α. σελ. . ∆ηλαδή όλες οι µη µηδενικές λύσεις του συστήµατος (2. 249]. 0. ϑα είναι της µορφής (x ′ . τότε από την (2. του P2 µε P ∈ ℓ. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα Απόδειξη. σύµφωνα µε τη γενική ϑεωρία των (οµογενών) γραµµικών συστηµάτων. Αφού δείξαµε ότι η τριάδα (Pα . τότε µπορούµε να γράψουµε ότι P = {t (a. Ψα L ∋ Π(α. z >. 0] και [1. ⊂). c ) | t ∈ R} και ℓ = Π(α. z ) είναι µια οποιαδήποτε µη µηδενική λύση. y′ . c2 ] (εποµένως. τότε ϑα ικανοποιείται το οµογενές σύστηµα των εξισώσεων (2. y. c2 ] του Pα µε [a1 . b2 . z ]. y. c1 )). 1. b1 .9) (2. Αν καλέσουµε < x. ∆ιαπιστώνουµε στοιχειωδώς ότι είναι διαφορετικά µεταξύ τους.7. αντιστοίχως. Εποµένως. αν (x. 0). Πραγµατικά. y. Για την απόδειξη του αξιώµατος (ΠΕ 2) ϑεωρούµε δύο διαφορετικές ευθείες < α1 . τότε κάθε άλλη λύση. αν τα [1. 0]. L. ̙2 . αν P και ℓ είναι σηµείο και ευθεία. [0. όπως το έχουµε ορίσει µέσω ευθειών και επιπέδων του R3 . τέτοιο ώστε (a2 . γ1 > και < α2 . σχετικώς [2. ̙. δεν υπάρχει λ ∈ R∗ . y. που δεν έχει έννοια [ϐλ. διαθέτει µη µηδενικές λύσεις και το σύνολο όλων των λύσεών του αποτελεί γραµµικό χώρο διάστασης 1 (ϐλ. 1]. y. ϑεωρούµε τα σηµεία [1. µε την ίδια µέθοδο. Εποµένως ικανοποιείται και το αξίωµα (ΠΕ 3). [14.74 Κεφάλαιο 2. b1 . [0. c ) | t ∈ R} ⊢−−−→ [a. 1. ̙1 . Θα δείξουµε ότι το Ϲεύγος (Φα . Ψα ) είναι µορφισµός προβολικών επιπέδων. ̙.7. b. 1. ̙. σελ. b2 .8) ( a1 x + b1 y + c1 z = 0 a2 x + b2 y + c2 z = 0 Το τελευταίο. [4. για να το συγκρίνουµε µε το (γεωµετρικό) P2 = (P. 0. ∈) είναι προβολικό επίπεδο. ορίζουµε τις απεικονίσεις Φα : P → Pα και Ψα : L → Lα µε (2. c1 ] .7. 1. Lα . 0. επίσης µη µηδενική. y. b1 . [0. z ] µε τη Ϲητουµένη ιδιότητα. οπότε αποδεικνύεται το (ΠΕ 1). 1] ήσαν συγγραµµικά και < x. z > την ευθεία αυτή. Επίσης δεν είναι συγγραµµικά ανά τρία. σελ. Οι Φα και Ψα είναι καλά ορισµένες. Για την απόδειξη του (ΠΕ 1) ϑεωρούµε δύο οποιαδήποτε σηµεία [a1 . z ) µε λ ∈ R∗ .8) ορίζουν ακριβώς µιαν ευθεία < x. c1 ] και [a2 . z > η κοινή τους ευθεία.10) Φα P ∋ {t (a. οπότε αναζητούµε ένα κοινό σηµείο [x. b. c ] ∈ Pα . c2 ) = λ(a1 . 0].7. b2 .7. 135]. ΄Αρα.7. y.

75 2. y. y. 1. είναι Φα (P ) = [a. y. 2 > και < 1. είτε µε κλάσεις ισοδυναµίας. αφού δεν υπάρχει λ ∈ R∗ .  Σχόλιο : Εξαιτίας της ισοµορφίας του Θεωρήµατος 2. .7). Επειδή P∈ℓ {t (a. 1 >. 1. c ) µε t . y. b. τότε [x.2. 0. σύµφωνα µε τον ορισµό των Φα και Ψα . ̙. 2 > ∧ < 1. 0. 2). 2. 2.7. ⇔ προκύπτει ότι κάθε σηµείο t (a. b. γ ) του R3∗ . c ) και (α. οπότε χρησιµοποιούµε το ίδιο σύµβολο P2 και για τα δύο. z ] ∈ ℓ ⇔ 0x + 1y + 2z = 0 ⇔ y = −2z.2 Μερικές εφαρµογές στο P2 . 1 > = [1. c ) | t ∈ R} ⊂ Π(α. τότε ϑα επαληθεύεται το σύστηµα των εξισώσεων ( 0x + 1y + 2z = 0 1x + 0y + 1z = 0 απ᾿ όπου προκύπτει ότι x = −z και y = −2z. γ > = Ψα (Π(α. γ )). 1. −1)]. Τέλος διαπιστώνουµε αµέσως ότι οι απεικονίσεις Φα . c ] ∈ < α. 0 ικανοποιεί την (2. ̙. ̙. όπως πιο πάνω. 0 [αλλιώς ϑα ήταν (x. αν [x. ταυτίζουµε τα επίπεδα P2 και Pα2 . γ ). έχουµε τελικώς ότι < 0. Επειδή z . ΄Ετσι το P2 µπορεί να ερµηνευθεί και να µελετηθεί κατά δύο (ισοδύναµους) τρόπους : είτε όπως στο Παράδειγµα 2. Αλγεβρική µελέτη του P2 για κάποιες τριάδες (a. 0). άρα το (Φα . z ] είναι η Ϲητουµένη τοµή. 0.7. γ >. z ) = (0. δηλαδή α (ta ) + ̙(tb) + γ (tc ) = 0 ή αa + ̙b + γc = 0. Η προτίµηση για τον έναν ή τον άλλον τρόπο υπαγορεύεται από το συγκεκριµένο πρόβληµα που αντιµετωπίζουµε κάθε ϕορά. πράγµα που σηµαίνει ότι [a. y. Πρώτα διαπιστώνουµε ότι οι δύο ευθείες είναι διαφορετικές. z ] το τυχόν σηµείο της ℓ. −2z.7. που αποδεικνύει ότι το Ϲεύγος (Φα . Ψα ) ορίζει έναν ισοµορφισµό µεταξύ των προβολικών επιπέδων P2 και Pα . Εποµένως. Ψα είναι 1 – 1 και επί (αρκεί ο έλεγχος της µιας). Ψα ) είναι πράγµατι µορφισµός. 2. Εποµένως. 2 >. ̙. 1. −1]. b. Εποµένως [x.1.7.3 (2) [µε ευθείες και επίπεδα του R3 ]. (1) Να ϐρεθεί το σηµείο τοµής των ευθειών < 0. ̙. τέτοιο ώστε (1. (2) Να ϐρεθεί η µορφή των σηµείων της ευθείας ℓ = < 0. 0. b. Αν συµβολίσουµε µε [x. άτοπο]. z ] = [−z (1. b. 1) = λ(0. c ] ∈ < α. z ] = [−z.

x + y + z = 0. [x. . z >. z >. ϑέτοντας λ = . y. µε µ ∈ R. Για x . −2 = 1.11) και (2. −x. 0.7. 1. y. λ]. 2 > είναι το [1. 0). το οποίο (προφανώς) αποτελεί σηµείο της µορφής (2. −1. 0. καταλήγουµε στην x (2. 2. ϑα έχουµε ότι   x   x [x. −2. y. 0. από τις οποίες προκύπτει ότι < x. 1. Τις (2. −2. i = 1. 0. −2z. 0 είναι  [x. 1] . [0. ϑα είναι είτε x . y. 3. z ] = λ · 1 λ . 1 = . z ] = [1. 0 > = < 1. z ] = [µ. −2z. . y. −2z. 1. [1. Ας υποθέσουµε ότι Ϲητούµε να ϐρούµε µία ευθεία < x. z ] = x 1. −2. Στην περίπτωση που είναι z . είτε z .13) ai x + bi y + ci z = 0. 1] και [1.7.12). 0] και όλα τα σηµεία της µορφής [µ. 1] ∨ [1. 1 .11) [x. −2 . 3. προκύπτει ότι (2. ∀ µ ∈ R. Επειδή (x. 0]. z z άρα. 1. z ] = z . −2λ. 0).7. (0. Αν την καλέσουµε < x. τα σηµεία της ευθείας < 0. − 2. τότε ϑα επαληθεύονται οι εξισώσεις z = 0. z ) . 0. ∀ λ ∈ R. ενώ για λ . 1]. 1] ∨ [1. y. 1. 0. Εποµένως. Τότε ϑα πρέπει το οµογενές σύστηµα (2. ci ]. 1  = 1 λ  . y. 1]. z ]. y. 0 > .12) [x. −2. y. 0. 1]. z ] = [1. (4) Να ϐρεθεί η συνθήκη συγγραµµικότητας τριών σηµείων. − 2. bi . i = 1. 1 .7. z > = < x.7. 1]. 2. y. −1. άρα ορίζεται η ευθεία [0.12) µπορούµε να ενοποιήσουµε ως εξής : για λ = 0 παίρνουµε το σηµείο [1. ∆ιαπιστώνουµε ότι [0. 0. για µ = x/z. x x x x z οπότε. 1]. z ] = [x. Συσχετισµένα και προβολικά επίπεδα δηλαδή τα σηµεία της ℓ έχουν τη µορφή [x. (3) Να ϐρεθεί η ευθεία την οποίαν ορίζουν τα σηµεία [0.76 Κεφάλαιο 2. ϑα έχουµε ότι      z z z z . η οποία να περιέχει τρία δεδοµένα σηµεία [ai . 0. z ] = [x. 0. 0 > (επειδή αναγκαίως είναι x . Εποµένως. 1] = < 1. 0.7.

7.14) .13) µηδενίζεται. Εποµένως.77 2. Αυτό συµβαίνει τότε και µόνον τότε αν η ορίζουσα των συντελεστών του (2.7. η Ϲητουµένη συνθήκη είναι η (2.7. Αλγεβρική µελέτη του P2 να διαθέτει µία λύση διάφορη της µηδενικής.

.

.

.

.

a1 b1 c1 .

.

.

.

.

a2 b2 c2 .

.

. = 0.

.

.

a3 b3 c3 .

2.7.3 Ασκήσεις.
1. Να αποδειχθεί ότι οι σχέσεις (2.7.3), (2.7.6) ορίζουν πράγµατι σχέσεις ισοδυναµίας. Επίσης να αποδειχθεί ότι η σχέση σύµπτωσης (2.7.7) δεν εξαρτάται από την
επιλογή των αντιπροσώπων των κλάσεων.
2. Στο Θεώρηµα 2.7.1 να συµπληρωθεί η απόδειξη του (ΠΕ. 3), και να αποδειχθεί
ότι οι Φα , Ψα είναι καλά ορισµένες απεικόνίσεις 1–1 και επί.
3. Να ϐρεθεί η ευθεία που ορίζουν τα σηµεία
α) [2, 1, 3] και [1, 0, −1],
ϐ) [1, 0, −2] και [−2, 0, 4].
4. Να ϐρεθεί η τοµή των ευθειών
1
α) < 2, −1, 0 > και < −1, , 0 >,
2
ϐ) < 1, 0, 0 > και < 1, −2, 1 >.
5. Να ϐρεθεί η µορφή των σηµείων της ευθείας < 0, 0, 1 >.
Σηµείωση. Το κεφάλαιο αυτό ϐασίζεται στο ϐιβλίο του παρόντος συγγραφέα [5],
όπου και παραπέµπουµε τους ενδιαφεροµένους για παραπέρα µελέτη. Πολύ κοντά
στην παραπάνω έκθεση ϐρίσκονται και τα ϐιβλια [9] , [25], στα οποία µπορεί κανείς
να ϐρεί και άλλα, πιό εξειδικευµένα, ϑέµατα.

ΚΕ֟ΑΛΑΙΟ

3
∆ιαφορίσιµες Καµπύλες

Το πρόβληµα της κατασκευής επιπέδων χαρτών της επιφάνειας
της Γης υπήρξε µία από τις απαρχές της ∆ιαφορικής Γεωµετρίας, η
οποία µπορεί χονδρικά να περιγραφεί ως η έρευνα των ιδιοτήτων
των καµπυλών και επιφανειών . . . Μια άλλη απαρχή αυτής της
«τοπικής» γεωµετρίας ήταν η µελέτη, στον 17ο και 18ο αιώνα, των
εφαπτοµένων, των πρώτων καθέτων και της καµπυλότητας, µε τον
[∆ιαφορικό] Λογισµό να έχει δώσει ικανά εργαλεία για τη γενική
επίθεση
E. T. Bell [8, σελ. 353]

Μ

ετα απο µια συντοµη ιστορική αναδροµή, στην § 3.1 δίνονται οι ϐασικοί ορισµοί που αφορούν τις διαφορίσιµες παραµετρηµένες καµπύλες. Η έννοια της
αναπαραµέτρησης εισάγεται στην § 3.2, όπου αποδεικνύεται ότι κάθε κανονική καµπύλη δέχεται αναπαραµέτρηση µοναδιαίας ταχύτητας. Για τις τελευταίες ορίζονται οι
ϑεµελιώδεις έννοιες της καµπυλότητας και στρέψης, καθώς επίσης και το τρίεδρο,
Frenet-Serret (§ 3.3). Τα ίδια στοιχεία για καµπύλες τυχαίας ταχύτητας εξετάζονται
στις τελευταίες §§ 3.4–3.5.
79

J. Η µελέτη των καµπυλών. ˆ 3. F. J. µποϱεί να είναι ο γεωµετρικός τόπος σηµείων που ικανοποιούν µια συγκεκριµένη ιδιότητα (κύκλος. P. ο Απολλώνιος. A. L. C. Με σχετικά προβλήµατα είχαν ασχοληθεί ο Πλάτωνας. ήταν η χάραξη της εφαπτοµένης σε ένα σηµείο µιας καµπύλης. κ. και πάλι η γενική µέϑοδος επίλυσης του προβλήµατος σταµατούσε όταν επρόκειτονα αντιµετωπιστούν εξισώσεις ϐαθµού ανωτέρου του 3. Το πρόβληµα αντιµετωπίστηκε ϕυσικά στο πλαίσιο της γνωστής τότε (συνθετικής) Ευκλείδειας Γεωµετρίας.κ. Descartes (Καρτέσιο). η τροχιά ενός κινητού. που µαζί µε τον Ολοκληρωτικό Λογισµό άσκησαν τεράστια επίδραση στην εξέλιξη της µαθηµατικής επιστήµης. Πανεπιστήµιο Αθηνών. Monge. J. Huygens. 3. κ. Σκοπός µας είναι να εφαρµόσουµε µεθόδους του ∆ιαφορικού Λογισµού στην µελέτη του X . Ενα σηµαντικό πρόβληµα που απασχόλησε τους µαθηµατικούς από την εποχή της αρχαιότητας. κλπ. Το πρόβληµα του προσδιορισµού της εφαπτοµένης επιλύθηκε στη γενικότητά του µε την χρήση του ∆ιαφορικού Λογισµού. και πολλοί άλλοι.1 ∆ιαφορίσιµες καµπύλες Στην Αναλυτική Γεωµετρία. W. ο Μέναιχµος. A. Εδώ ϑα γνωρίσουµε µερικές ϐασικές έννοιες και συµπεράσµατα της λεγόµενης τοπικής ϑεωρίας των καµπυλών. της ∆ιαφορικής Γεωµετρίας. έχει σηµαντικές εφαρµογές στη µηχανική. το γράφηµα µιας συνάρτησης f : R → R. Leibniz. Παρά τις σηµαντικές προόδους που σηµειώθηκαν στην κατεύθυνση αυτή από τους R. Η χρήση του ∆ιαφορικού Λογισµού στη µελέτη της Γεωµετρίας οδήγησε στην δηµιουργία ενός νέου κλάδου. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήσαν µόνον µερικές και αφορούσαν συγκεκριµένες καµπύλες. στον προσδιορισµό των τροχιών ουρανίων σωµάτων ή συστηµάτων δορυφόρων. Bernoulli.). Newton. 2015. Στην ανάπτυξη της ∆ιαφορικής Γεωµετρίας των καµπυλών είχαν ϑεµελιώδη συµβολή οι I.0 Εισαγωγή Καµπύλες όπως ο κύκλος. στη ναυσιπλοΐα. Clairaut.α. οι κωνικές τοµές. Fermat και C. Μια καλλίτερη προσέγγιση έγινε δυνατή στο πλαίσιο της Αναλυτικής Γεωµετρίας. G. Serret.ο. Dupin. Επίσης για την αντιµετώπιση των περίφηµων άλυτων (µε κανόνα και διαβήτη) προβληµάτων είχαν ανακαλυφθεί και µελετηθεί η κισσοειδής (καµπύλη) του ∆ιοκλέους. εκτός από το καθ᾿ αυτό µαθηµατικό ενδιαφέρον της. Frenet. Bertrand. και για να γίνει αυτό ϑα πρέπει να δούµε τις καµπύλες . Για παράδειγµα. λέγοντας καµπύλη εννοούµε ένα σύνολο σηµείων X (του χώρου ή του επιπέδου) που ικανοποιούν ορισµένες συνθήκες. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες c ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. ο Αρχιµήδης. G. κ. Euler. οι έλικες και οι σπείρες είχαν απασχολήσει τους αρχαίους ΄Ελληνες. Ch.80 Κεφάλαιο 3. έλλειψη.α. η κογχοειδής του Νικοµήδους και η τετραγωνίζουσα του ∆εινοστράτου.

3. t 3 )    : (t. δηλαδή να τις παραµετρήσουµε. µε ̙′ (t ) . – ενώ η δ δεν είναι διαφορίσιµη (εννοείται παντού. για κάθε t ∈ I. Μια παραµετρηµένη καµπύλη στο χώρο (parametrized curve). α2 . Ετσι. i = 1. το 0. Απ᾿ αυτές. Η απεικόνιση α είναι απλώς το εργαλείο για τη µελέτη του α (I ). ο όρος «παραµετρηµένη» (που συνήθως ϑα παραλείπεται στη συνέχεια) σηµαίνει ότι η καµπύλη περιγράφεται µε την ϐοήθεια µιας µεταβλητής (παραµέτρου) t ∈ I. δηλαδή την διαγώνιο του R2 (ϐλ. Σε προβλήµατα ϕυσικής η τελευταία µπορεί να παριστά τον χρόνο. t ) δ : R −→ R2 : t 7→   (t 2 .1.1. όπου I ⊆ R είναι ένα διάστηµα. όπου γ ′ (0) = (0. 2 2 2 ̙ : R −→ R2 : t 7→ (t. αλλά για τις γεωµετρικές ιδιότητες της εικόνας. – η α είναι διαφορίσιµη. – η γ είναι διαφορίσιµη και υπάρχει ένα σηµείο.1. είναι α (t ) ∈ R3 . Επειδή. . Εδώ πρέπει να παρατηρήσουµε ότι οι καµπύλες √  √  2 2  α : R −→ R : t 7→  t.1 στην επόµενη σελίδα).1 Ορισµός.81 3. ή απλώς καµπύλη στο χώρο (space curve) είναι µια συνεχής απεικόνιση α : I → R3 . έχουν την ίδια εικόνα α (R) = ̙(R) = γ (R) = δ (R) = ∆R . Εποµέµως. για κάθε t ∈ R. µε kα ′ (t )k = 1. ∆ιαφορίσιµες καµπύλες ως εικόνες κατάλληλων συναρτήσεων. Αν η εικόνα α (I ) µιας καµπύλης περιέχεται σε ένα επίπεδο του R3 . και Σχήµα 3. αφού δεν υπάρχει διαφορισιµότητα στο σηµείο 0). είναι µια πραγµατική συνάρτηση µιας πραγµατικής µεταβλητής. t 2 ) : t≤0 t > 0. µε µια αλλαγή του συστήµατος συντεταγµένων µπορούµε να ϑεωρούµε ότι α (I ) ⊂ R2 . Ενδιαφερόµαστε όχι για την απεικόνιση α (παραµετρηµένη καµπύλη).1) Κάθε συνιστώσα (ή συντεταγµένη) αi : = ui ◦ α . η α είναι µία τριάδα της µορφής α = (α1 . 2. (3. t  . Η συνέχεια της α ισοδυναµεί µε την συνέχεια κάθε µιας από τις αi . για κάθε t ∈ R. όπου η ui : R3 → R συµβολίζει την κανονική προβολή στην i-συντεταγµένη. δηλαδή του συνόλου X = α (I ). 0. α3 ). λέµε ότι η α είναι επίπεδη καµπύλη (plane curve). δίνουµε τον επόµενο ορισµό : 3. Σ᾿ αυτήν την περίπτωση. – η ̙ είναι διαφορίσιµη. 0). t ) γ : R −→ R2 : t 7→ (t 3 .

1 Από τα προηγούµενα παραδείγµατα προκύπτει ότι : (1) η ίδια καµπύλη ∆R µποϱεί να περιγραφεί ως εικόνα διαφορετικών (παραµετρηµένων) καµπυλών και (2) η ανυπαρξία παραγώγου ή ο µηδενισµός της (για µια παραµέτρηση) δεν συνδέονται κατ᾿ ανάγκην µε κάποια ανωµαλία στο σχήµα της εικόνας ∆R . ∆ηµιουργούν όµως τεχνικές δυσκολίες. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες y D¡ x Σχηµα 3. ΄Εστω α : I → R3 µια διαφορίσιµη καµπύλη και έστω ότι σε ένα σηµείο to είναι α ′ (to ) .2 εφαπτομένη . 0. γι᾿ αυτό ϑα ϑεωρήσουµε καµπύλες που διαγράφουν την εικόνα µε τον καλλίτερο δυνατό τρόπο. Τότε υπάρχει η εφαπτοµένη ευθεία (tangent line) της α στο σηµείο y a(to ) x a ¢(to ) Σχηµα 3. έτσι ώστε να δίνουν αµεσώτερα τα Ϲητούµενα συµπεράσµατα.82 Κεφάλαιο 3.

δηλαδή είναι απεικονίσεις 1–1. ενώ το µήκος του ανωτέρω διανύσµατος  v(t ) := kα ′ (t )k = α1′ (t )2 + α2′ (t )2 + α3′ (t )2 1/2 ονοµάζεται µέτρο της ταχύτητας (speed) της α στο t. Η ανυπαρξία ή ο µηδενισµός της παραγώγου α ′ (to ) στο σηµείο to δεν επιτρέπουν την προηγούµενη έκφραση της εφαπτοµένης. κάθε σηµείο όπου µηδενίζεται η παράγωγος λέγεται σηµείο ανωµαλίας (της α). Για µια διαφορίσιµη καµπύλη α : I → R3 . για να αποφύγουµε τις περιττές επαναλήψεις. που δίνεται από την εξίσωση (3. Μια καµπύλη µ᾿ αυτήν την ιδιότητα ονοµάζεται κανονική ή οµαλή (regular). Στη συνέχεια υποθέτουµε ότι οι καµπύλες µας έχουν τάξη διαφορισιµότητας αρκετά µεγάλη (συνήθως ≥ 3). ̙ : I → R3 . Εποµένως. η παράγωγος (3.7) α × ̙ : I −→ R3 : t 7→ α (t ) × ̙(t ).4)  α ′′ (t ) = α1′′ (t ).6) < α. ∆ιαφορίσιµες καµπύλες α (to ). µε r ≥ 3. Για µια διαφορίσιµη καµπύλη α. Για δύο καµπύλες α. α2′ (t ). ̙(t ) > και µε α × ̙ την διαφορίσιµη καµπύλη (3. α2′′ (t ). συµβολίζουµε µε < α. τότε η δεύτερη παράγωγος (3.1.1. Γι᾿ αυτό στα επόµενα ϑεωρούµε µόνο διαφορίσιµες καµπύλες. µε τον όρο «κανονική καµπύλη» ϑα εννοούµε µια απλή κανονική καµπύλη. ̙ > την διαφορίσιµη συνάρτηση (3.1. Cr -διαφορίσιµη.2) ϸ (s) = α (to ) + sα ′ (to ) . .1. α3′ (t )) ονοµάζεται εφαπτόµενο διάνυσµα (tangent vector) ή διάνυσµα ταχύτητας (velocity) της α στο α (t ).1.83 3. ονοµάζουµε µήκος (length) της α το ολοκλήρωµα (3. υποθέτουµε ότι οι καµπύλες µας είναι και απλές. ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη όσων παραγώγων χρειάϹονται.5) L (α ) := Z I kα ′ (t )kdt.1. s ∈ R.3) α ′ (t ) = (α1′ (t ). ̙ > : I −→ R : t 7→ < α (t ). α3′′ (t ) ονοµάζεται επιτάχυνση (acceleration) της α στο t. των οποίων η παράγωγος δεν µηδενίζεται πουθενά. Αν και η α ′ είναι διαφορίσιµη. ενώ σε µια καµπύλη α που δεν είναι οµαλή.1. Επίσης.

εάν και µόνον εάν το α (t ) είναι κάθετο στο α ′ (t ).1.1. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες Τα γινόµενα στην εικόνα των (3. όπως γίνεται ϕανερό από τα επόµενα 3. η α είναι ευθεία. Αν α (to ) είναι το σηµείο της εικόνας το πλησιέστερο στο 0 και α ′ (to ) . ̙ >′ (t ) = < α ′ (t ). α (t ) > .1.8).84 Κεφάλαιο 3. α (t ) × ̙(t ) =  α2 (t )̙3 (t ) − α3 (t )̙2 (t ). µε α ′ (t ) .1.8) < α.7) είναι αντιστοίχως. τότε το διανυσµα α (to ) είναι κάθετο στο α ′ (to ). ϑα είναι δ ′ (to ) = 0. (1) ΄Εστω α : I → R3 µια διαφορίσιµη καµπύλη. σχέση (3.1)] και εφαρµόσουµε τον ορισµό του εσωτερικού και εξωτερικού γινοµένου.1. Από τη διγραµµικότητα τους προκύπτουν οι παρακάτω κανόνες παραγώγισης : (3. (2) ΄Εστω α µια διαφορίσιµη καµπύλη που δεν περνά από το 0. έχουµε τις αντίστοιχες σχέσεις < α (t ). Προφανώς ισχύει και το αντίστροφο. για κάθε t ∈ I. (3. απ᾿ όπου συνάγεται ότι α (to ) ⊥ α ′ (to ). α3 (t )̙1 (t ) − α1 (t )̙3 (t ). Πράγµατι. το σύνηθες εσωτερικό και εξωτερικό γινόµενο του R3 . ϐάσει της (3. ̙(t ) > + < α (t ). α (to ) > = 2 < α (to ).1. ̙(t ) > = α1 (t )̙1 (t ) + α2 (t )̙2 (t ) + α3 (t )̙3 (t ). για κάθε t ∈ I. οπότε παραγωγίζουµε τις τελευταίες µε το συνήθη τρόπο. ̙′ (t ) >. (3) ΄Εστω α : I → R2 µια διαφορίσιµη καµπύλη. Αν α ′′ (t ) = 0. έχουµε ότι 0 = δ ′ (to ) = < α (to ). α1 (t )̙2 (t ) − α2 (t )̙1 (t ) . Αφού η δ παρουσιάζει ελάχιστο στο to .9) (α × ̙)′ (t ) = (α ′ (t ) × ̙(t )) + (α (t ) × ̙′ (t )).1. . δηλαδή την δ : I −→ R : t 7→ kα (t )k2 = α1 (t )2 + α2 (t )2 + α3 (t )2 = < α (t ).2 Παραδείγµατα. για κάθε t ∈ I. Τότε η εικόνα α (I ) είναι τόξο ενός κύκλου µε κέντρο 0. α ′′ (t ) = 0 ⇒ α ′ (t ) = λ ⇒ α (t ) = λt + µ. Οι παράγωγοι και το µήκος της α µας δίνουν πολλές πληροφορίες για την α (I ). α ′ (to ) >. ας ϑεωρήσουµε την συνάρτηση που σε κάθε t ∈ I αντιστοιχεί το τετράγωνο της απόστασης του α (t ) από το 0. 0. Πράγµατι.6) και (3. α ′ (to ) > + < α ′ (to ). άρα. Η απόδειξη των τύπων αυτών προκύπτει επίσης στοιχειωδώς : αν γράψουµε τις καµπύλες µε τις συνιστώσες τους [ϐλ. 0.

Εποµένως δ ′ = 0 ισοδυναµεί µε α (t ) ⊥ α ′ (t ). Για ένα τυχόν σταθερό u ∈ R3 µε ku k = 1. Q είναι η καµπύλη ϸ : [0. u >′ dt = < α (t ). εποµένως L (α ) = Z y ′ x kα (t )kdt ≥ Z x y y < α (t ). ΄Εστω α : [x. u > − < p.1 Ορισµός. ϑεωρούµε το τετράγωνο της απόστασης του α (t ) από το 0 δ : I −→ R : t 7→ < α (t ). . α >′ (t ) = < α ′ (t ). u > |x = < q. εάν και µόνον εάν δ ′ = 0. και το επόµενο σχετικό διάγραµµα). οπότε έχουµε το αποτέλεσµα. α (t ) > . (4) Η καµπύλη ελάχιστου µήκους που ενώνει δύο σηµεία P και Q είναι το ευθύγραµµο τµήµα µε άκρα τα P. καταλήγουµε στη σχέση L (α ) ≥ < q − p. Η δ είναι σταθερή. u >′ (t ) = < α ′ (t ). 1] −→ R3 : t 7→ ϸ (t ) := p + t (q − p) και έχει µήκος [ϐλ. τότε µια καµπύλη ̙ : J → R3 λέγεται αναπαραµέτρηση (reparametrization) της α.2 Αναπαραµέτρηση καµπύλης 3.85 3.1. σχέση (3. α (t ) > . Αλλά δ ′ (t ) = < α.2. Αν p και q είναι τα διανύσµατα ϑέσης των σηµείων P και Q αντιστοίχως. u > ≤ kα ′ (t )kku k = kα ′ (t )k.2. α (t ) > + < α (t ). το ευθύγραµµο τµήµα µε άκρα P. για κάθε t ∈ I. 3. y] → R3 µια διαφορίσιµη καµπύλη µε α (x ) = p και α (y) = q. Παίρνοντας τώρα u = (q − p)/kq − pk. q − p > / kq − pk = kq − pk = L (ϸ ). u >. Q. u ′ > = < α ′ (t ). για κάθε u ∈ R3 µε ku k = 1. u > + < α (t ). µε ̙ = α ◦ h (ϐλ. α ′ (t ) > = 2 < α ′ (t ). u > = < q − p.5)] L (ϸ ) = Z 1 ′ 0 kϸ (t )kdt = Z 1 0 kq − pkdt = kq − pk. Αναπαραµέτρηση καµπύλης ΄Οπως προηγουµένως. αν υπάρχει µια αµφιδιαφόριση h : J → I. Αν α : I → R3 είναι µια καµπύλη. είναι < a.

Κατά το Θεώρηµα της Αντίστροφης Συνάρτησης.2 Θεώρηµα. 0. a ′ Για h < 0. έχουµε ότι t = h (s). b] → R3 και ̙ : [a ′ .86 Κεφάλαιο 3. b] αµφιδιαφόριση.  . b′ ] → [a. δηλαδή για h γνησίως ϕθίνουσα. Αν ̙ είναι µια αναπαραµέτρηση της α. αν η παράµετρος της α είναι t και της ̙ είναι s. α X ⊆ R3 I - 6 h ̙ J ∆ιάγραµµα 3. όπου h : [a ′ . που ολοκληρώνει την απόδειξη. τότε L (̙) = L (α ). Απόδειξη. Είναι επίσης ϕανερό ότι αν η α είναι κανονική.1 Υπενθυµίζουµε ότι η έκφραση «η h είναι αµφιδιαφόριση» σηµαίνει ότι η h είναι διαφορίσιµη απεικόνιση 1 – 1 και επί µε διαφορίσιµη αντίστροφη. έχουµε L (̙) = = Z Z b′ a′ ′ ′ kα (h (s))kh (s)ds = Z h (b′ ) h (a ′ ) kα ′ (h (s))kdh (s) b kα ′ (t )kdt = L (α ). b′ a′ ′ Για h > 0.2. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες ΄Αρα. δηλαδή για h γνησίως αύξουσα. Είναι L (̙) = = Z Z b′ ′ Z b′ k(α ◦ h )′ (s)kds a′ k̙ (s)kds = a′ kα ′ (h (s))k · |h ′ (s)|ds. b′ ] → R3 αναπαραµέτρησή της α µε ̙ = α ◦ h. τότε και κάθε αναπαραµέτρησή της είναι κανονική. Θα αναζητήσουµε εκείνες τις ιδιότητες της εικόνας X := α (I ) = ̙(J ) που δεν εξαρτώνται από την καµπύλη µε την οποία διατρέχουµε το X . Μια τέτοια ιδιότητα µας δίνει το επόµενο 3. για κάθε s ∈ J . έχουµε L (̙) = − =− Z b′ ′ Za a b ′ ′ kα (h (s))kh (s)ds = − Z h (b′ ) h (a ′ ) kα ′ (h (s))kdh (s) kα ′ (t )kdt = L (α ). η h είναι αµφιδιαφόριση τότε και µόνον τότε αν είναι 1 – 1 και επί µε h ′ (s) . Είναι ϕανερό ότι κάθε αναπαραµέτρηση της α έχει την ίδια εικόνα µε την α. ΄Εστω α : [a.

Τρίεδρο Frenet Σκοπός µας είναι να ορίσουµε κάποια αριθµητικά µεγέθη που χαρακτηρίζουν γεωµετρικά το σύνολο X = α (I ). ανάµεσα σε όλες τις καµπύλες που έχουν την ίδια εικόνα. Επίσης το µήκος τόξου λέγεται και ϕυσική παράµετρος. Ετσι.2) h ′ (s) = 1/s′ (h (s)).4 Ορισµός.87 3. Οπως σηµειώσαµε και νωρίτερα. Θέτοντας ̙ := α ◦ h. Καµπυλότητα και στρέψη . ∀ s ∈ [0. L (α )] −→ [a. b] της οποίας η παράγωγος δίνεται από την σχέση (3.3. άρα την καµπύλωση του χώρου X = α (I ). L (α )]. παίρνουµε επιτάχυνση που δείχνει µόνο την αλλαγή της διεύθυνσης. για κάθε s ∈ J . ΄Εστω I := [a. τα Ϲητούµενα συµπεράσµατα για το X τα παίρνουµε ευκολότερα αν η . Αν α είναι µια τυχαία κανονική καµπύλη. µε (3. έχουµε ότι k̙′ (s)k = kα ′ (h (s))k · |h ′ (s)| = kα ′ (h (s))k/|s′ (h (s))| = 1. b]. ή σε αλλαγή της διεύθυνσης. Κάθε κανονική καµπύλη α : I → R3 δέχεται αναπαραµέτρηση ̙ : J → R3 µε k̙′ (s)k = 1. έχει διαφορίσιµη αντίστροφη h : [0. Η αλλαγή αυτή µπορεί να αφορά σε αλλαγή του µέτρου της α ′ . Θεώρηµα Αντίστροφης Απεικόνισης). Μια καµπύλη ̙ : J → R3 µε k̙′ (s)k = 1. L (α )] : t 7→ Z a t kα ′ (u )kdu. όπου α είναι µια κανονική καµπύλη. ονοµάζεται καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας.  3. αυτή που µας δίνει ευκολότερα τα Ϲητούµενα συµπεράσµατα για την κοινή εικόνα είναι η καµπύλη που έχει ταχύτητα µε σταθερό µέτρο.2. είναι η αναπαραµέτρηση µέσω (του) µήκους τόξου ή ότι έχει παράµετρο το µήκος τόξου. για κάθε s ∈ J . άρα (ϐλ. ίσο µε 1.Τρίεδρο Frenet Αξίζει να παρατηρήσουµε εδώ ότι η α ′′ µας δείχνει πώς αλλάζει η α ′ . Απόδειξη. Ισχύει το επόµενο ϐασικό 3.1) s′ (t ) = kα ′ (t )k = v(t ) > 0.2.2.2. Θεωρούµε την απεικόνιση (µήκος τόξου) s : [a. Αυτή είναι γνησίως αύξουσα και διαφορίσιµη. λέµε ότι η αναπαραµέτρηση ̙ που κατασκευάστηκε στο προηγούµενο ϑεώρηµα. b] −→ [0.3 Θεώρηµα. Σταθεροποιώντας το µέτρο. 3. που αποδεικνύει τον ισχυρισµό.3 Καµπυλότητα και στρέψη .

λέµε ότι το σηµείο s είναι ιδιάζον σηµείο τάξης 1. το T (s) είναι το εφαπτόµενο διάνυσµα ή διάνυσµα ταχύτητας της ̙ στο σηµείο ̙(s). τα εφαπτόµενα διανύσµατα T (s) είναι στοιχεία της µοναδιαίας σφαίρας του R3 . Για k (s) .3. ΄Εστω λοιπόν ̙(s).3.  Επειδή το µήκος του T (s) = ̙′ (s) (ταχύτητα) είναι σταθερά 1.2) k (s) := kT ′ (s)k και ονοµάζεται καµπυλότητα της ̙ στο ̙(s). Γι΄ αυτό. s ∈ J . η παράγωγος T ′ (s) = ̙′′ (s) (επιτάχυνση) δείχνει την αλλαγή της διεύθυνσης του διανύσµατος T (s). Θέτουµε T (s) := ̙′ (s) (3. Αν k (s) = 0. το αντίστροφο της καµπυλότητας. (3. άρα έχει παντού µη µηδενική καµπυλότητα.1) ∀ s ∈ J. Απόδειξη.1 Λήµµα. η καµπυλότητα µετράει το κατά πόσον η καµπύλη διαφέρει από την ευθεία. Το µήκος του διανύσµατος T (s) είναι σταθερό.88 Κεφάλαιο 3.3.3. Αν ̙(s).3) ρ(s) := 1 k (s) . T (s) > = 0. µια καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. ∀ s ∈ J. άρα και η συνάρτηση kT (s)k2 = < T (s). T >′ (s) = 2 < T ′ (s). ϑεωρούµε την αντίστοιχη αναπαραµέτρηση µέσω του µήκους τόξου. 0. Για τα επόµενα χρειάζεται η ̙ να µην έχει ιδιάζοντα σηµεία τάξης 1. Προφανώς ορίζεται και η διαφορίσιµη συνάρτηση (καµπυλότητας) (3. s ∈ J .4.1′) Ισχύει το επόµενο 3. ΄Οπως ϑα δούµε στο Θεώρηµα 3. Το µήκος του διανύσµατος T ′ (s) συµβολίζεται µε (3. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες καµπύλη έχει µοναδιαία ταχύτητα. δηλαδή T ′ (s) ⊥ T (s). Μεταβάλλοντας το s στο J παίρνουµε µία διαφορίµη συνάρτηση T : J ∋ s 7−→ T (s) = ̙′ (s) ∈ R3 .3. δηλαδή ο αριθµός (3. τότε T ′ ⊥ T. Εποµένως. T (s) > είναι σταθερή.3.3. απ᾿ όπου προκύπτει το Ϲητούµενο. Εφ᾿ όσον kT (s)k = 1.2′) k : J ∋ s 7−→ k (s) ∈ [0. δηλαδή έχει µηδενική παράγωγο : < T. ∀ s ∈ J. ∞). για κάθε s ∈ J . Η k (s) είναι ένας µη αρνητικός πραγµατικός αριθµός. είναι καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. αν η αρχική α δεν έχει µοναδιαία ταχύτητα.

Από τα προηγούµενα συνάγεται ότι.4′) Τέλος.5′) Το B(s) καλείται δεύτερο κάθετο διάνυσµα (binormal vector) της ̙ στο ̙(s).3 .89 3.5) και την αντίστοιχη διαφορίσιµη απεικόνιση B : J ∋ s 7−→ B(s) ∈ R3 .Τρίεδρο Frenet καλείται ακτίνα καµπυλότητας.3.3. Μέσω της τελευταίας.3. (3. ορίζουµε και το διάνυσµα B(s) := T (s) × N (s) (3. N (s) και µοναδιαίο. Προϕανώς είναι κάθετο στα T (s).4) 1 k (s) T ′ (s) που ονοµάζεται πρώτο κάθετο ή πρωτεύον κάθετο διάνυσµα (normal vector) της ̙ στο ̙(s). N (s). Το διάνυσµα αυτό είναι µοναδιαίο και (σύµφωνα µε το Λήµµα 3. γιά κάθε s ∈ J . (3. για κάθε s ∈ J .3. B(s)} N (s ) T (s ) b(s ) z B(s ) N (s ) T (s ) y B(s ) x Σχηµα 3.3. Ορίζεται επίσης και η αντίστοιχη διαφορίσιµη απεικόνιση N : J ∋ s 7−→ N (s) ∈ R3 . Καµπυλότητα και στρέψη . ορίζουµε το διάνυσµα N (s) := (3. η τριάδα {T (s).1) κάθετο στο εφαπτόµενο διάνυσµα. για κάθε s ∈ J .3.

Αντιστοίχως.4 Προφανώς.90 Κεφάλαιο 3. τα κάθετα µεταξύ τους διανύσµατα T (s) και N (s) ορίζουν ένα επίπεδο E. που ονοµάζεται συνοδεύον τρίεδρο (moving frame) ή τρίεδρο Frenet (Frenet frame) στο σηµείο ̙(s) της ̙. οπότε έχουν ως αρχήν το σηµείο ̙(s) της καµπύλης. που διέρχεται από το ̙(s) και είναι παράλληλο προς το επίπεδο των N (s) και B(s) καλείται κάθετο επίπεδο (normal plane) της ̙ στο σηµείο ̙(s). για διευκόλυνση αλλά και για την παραστατικότερη απεικόνιση των πραγµάτων. Πολλές ϕορές. Μέσω των παραπάνω ϐασικών διανυσµάτων. ϑεωρούµε ότι τα τρία προηγούµενα διανύσµατα έχουν µεταφερϑεί παραλλήλως κατά το διάνυσµα ̙(s). ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες αποτελεί ορθοκανονική ϐάση του R3 . ορίζουµε τρία χαρακτηριστικά επίπεδα. Το επίπεδο.3. B(s ) Κάθετο επίπεδο Ευθειοποιούν επίπεδο N (s ) Εγγύτατο επίπεδο T (s ) Σχηµα 3. Αυτό δικαιολογεί και την παραπάνω ορολογία. B} καλείται συνοδεύον τρίεδρο ή τρίεδρο Frenet κατά µήκος της ̙. για κάθε σηµείο s ∈ J . Ακριβέστερα. το εγγύτατο επίπεδο (στο ̙(s)) είναι κάθετο στο διάνυσµα B(s). Το (µοναδικό) επίπεδο που περνά από το σηµείο ̙(s) και είναι παράλληλο προς το E (άρα και προς τα διάνύσµατα T (s). N. η τριάδα των συναρτήσεων {T. που επίσης συνοδεύουν την καµπύλη. που συνοδεύει τα σηµεία της καµπύλης. το κάθετο επίπεδο είναι κάθετο στο T (s) και το ευθειοποιούν επίπεδο είναι κάθετο . N (s)) ονοµάζεται εγγύτατο επίπεδο (osculating plane) της ̙ στο ̙(s). ενώ το επίπεδο που διέρχεται από το ̙(s) και είναι παράλληλο προς το επίπεδο των T (s) και B(s) καλείται ευθειοποιούν επίπεδο (rectifying plane) της ̙ στο σηµείο ̙(s). ΄Ετσι σχηµατίζεται η εικόνα ενός τριέδρου. Σχετικώς παραθέτουµε το Σχήµα 3.

v ∈ R3 µε ku k = 1 και u ⊥ v. B(s) > + < N (s).3. µετρά κατά κάποιον τρόπο την µεταβολή του δευτέρου καθέτου διανύσµατος.1. για την µελέτη µιας καµπύλης. τοτε (u × v) × u = v.6′) τ : J ∋ s 7−→ τ (s) ∈ R.3. N (s)) κ. άρα και τη µεταβολή του εγγυτάτου επιπέδου. Προφανώς ορίζεται και η διαφορίσιµη συνάρτηση (3.4 απεικονίζονται τα προηγούµενα επίπεδα.8)] ϐρίσκουµε ότι < N ′ (s). Οι τελευταίες ιδιότητες χρησιµοποιούνται για τον προσδιορισµό των αντιστοίχων εξισώσεων των επιπέδων αυτών. Πριν συνδέσουµε τα διανύσµατα του τριέδρου Frenet και τις παραγώγους τους µε την καµπυλότητα και την στρέψη. b.6) προκύπτει ότι η στρέψη. Επειδή < N (s).3. (3. Σηµειώνουµε ότι και στα δύο έχουµε µεταθέσει τα διανύσµατα {T (s). B(s) > = 0. Τον πραγµατικό αριθµό (3. για κάθε s ∈ J . και τις ανάλογες σχέσεις (3. y. B′ (s) > = 0.6) τ (s) := − < N (s).2 Λήµµα.5. z ). ΄Εστω u = (a. Η µεταβολή του τελευταίου ουσιαστικά καθορίζει τη ϑέση της καµπύλης στο χώρο.κ. αποδεικνύουµε το επόµενο ϐοηθητικό συµπέϱασµα. B′ (s) > = < N ′ (s). αφού περιέχει την παράγωγο B′ (s). Την ακριβή σηµασία της στρέψης (όπως και της καµπυλότητας) ϑα δούµε στο Θεώρηµα 3. c ) και v = (x. δηλαδή το κατά πόσον η καµπύλη αποµακρίνεται από το επίπεδο. παραγωγίζοντας τη συνάρτηση < N.Τρίεδρο Frenet 91 στο N (s).6). N (s).3. B(s)} στο σηµείο ̙(s). άρα διαφέρει από µια επίπεδη καµπύλη.3.3 και 3.1. 3. B > = 0 [ϐλ. Από την (3.3. όπως εξηγούµε στις ασκήσεις του παρόντος κεφαλαίου. Στη συνέχεια ϑα ορίσουµε και ένα άλλο ϐασικό. Αν u.3. Καµπυλότητα και στρέψη . Τότε . B(s) > ονοµάζουµε στρέψη (torsion) της καµπύλης ̙ στο σηµείο ̙(s).ο. οπότε το εγγύτατο επίπεδο ταυτίζεται µε το επίπεδο των T (s). µέγεθος. Απόδειξη. Στα Σχήµατα 3.

.

.

.

.

e1 e2 e3 .

.

.

u × v = .

.

a b c .

.

= (bz − cy)e1 − (az − cx )e2 + (ay − bx )e3 .

.

.

x y z .

. = (bz − cy. ay − bx ). cx − az.

∆ιαφορίσιµες Καµπύλες Εποµένως. .92 Κεφάλαιο 3.

.

e2 e3 .

.

e1 (u × v) × u = .

.

bz − cy cx − az ay − bx .

.

a b c .

.

.

.

.

.

.

.

δηλαδή ο ορισµός του B(s).  3. Απόδειξη. Αποδείχτηκαν (ανεξαρτητα) από τους Jean Fr´ed´eric Frenet (1816–1900) και . µε συντελεστές την καµπυλότητα και τη στρέψη. z ) = v. N ′ (s). z − c < u. y − b < u.5).3. για την δεύτερη σχέση εχουµε : N (s) × B(s) = N (s) × (T (S) × N (s)) = = −(T (S) × N (s)) × N (s) = (N (S) × T (s)) × N (s) = T (s). B(s) × T (s) = N (s). N (s) × B(s) = T (s). v >.3. v >. (1 − c 2 )z − bcy − acx ) = (x − a (ax + by + cz ). B′ (s) ως γραµµικούς συνδυασµούς των ϐασικών διανυσµάτων του τριέδρου Frenet.3 Πόρισµα.3.  Ερχόµαστε τώρα στην απόδειξη των τύπων (εξισώσεων) Frenet-Serret. που είναι η Ϲητούµενη ισότητα. Για την τρίτη παρατηρούµε ότι το Λήµµα 3. y. οι οποίοι εκφράζουν τις παραγώγους T ′ (s). (1 − b2 )y − abx − cbz. v >) = (x. Ισχύουν οι σχέσεις : T (s) × N (s) = B(s).2 συνεπάγεται ότι B(s) × T (S) = (T (s) × N (s)) × T (s) = N (s). Παρόµοια. z − c (ax + by + cz )) = (x − a < u. = [c (cx − az ) − b(ay − bx )]e1 − [c (bz − cy) − a (ay − bx )]e2 + + [b(bz − cy) − a (cx − az )] 2 = (c x − acz − aby + b2x )e1 − (cbz − c 2 y − a 2 y + abx )e2 + + (b2 z − bcy − acx + a 2 z )e3 = = ((1 − a 2 )x − acz − aby. y − b(ax + by + cz ). Η πρώτη σχέση είναι ακριβώς η (3.

3. Serret 3. η παραγώγιση της σχέσης < T. N >′ = < T ′ . 1) προκύπτει από τον ορισµό του N (s) [ϐλ. Απ᾿ το άλλο µέρος.Τρίεδρο Frenet Joseph Alfred Serret (1819–1885). Για την (F. T (s) > = a (s) < T (s). Για να προσδιορίσουµε τις συναρτήσεις a. ΄Εστω ̙ : J → R3 µια καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας.7) διαδοχικά µε τα διανύσµατα T (s). 2) N ′ = −kT + τB (F .3. c : J → R. B} το αντίστοιχο τρίεδρο του Frenet κατά µήκος της ̙. N ′ > = 0.7) N ′ (s) = a (s)T (s) + b(s)N (s) + c (s)B(s). έτσι ώστε (3. µε k > 0 και {T. Τότε ισχύουν οι σχέσεις (τύποι Frenet-Serret): (F .3.3. ∀ s ∈ J. F. για κάθε s ∈ J . Frenet και J. υπάρχουν µονοσήµαντα ορισµένες συναρτήσεις a. Εικονα 15. Απόδειξη. T (s) > + b(s) < N (s). τα διανύσµατα T (s).3. Η (F. N > = 0 δίνει ότι < T.4)]. 3) B′ = −τN . B(s). Στην πρώτη περίπτωση έχουµε ότι < N ′ (s). N. 1) T ′ = kN (F .93 3. N (s) και B(s) αποτελούν ορθοκανονική ϐάση. N (s). T (s) > + c (s) < B(s). N > + < T. b. c ϑα σχηµατίσουµε το εσωτερικό γινόµενο της (3.4 Θεώρηµα. 2) προχωρούµε ως εξής : Επειδή. T (s) > = a (s)1 + b(s)0 + c (s)0 = a (s). . b. σχέση (3. Καµπυλότητα και στρέψη .

Πολλαπλασιάζοντας την τελευταία "εσωτερικά" µε N (s) έχουµε < N ′ (s). B(s) > + 0 < N (s). B(s) > = −k (s) < T (s).3. ∀ s ∈ J. µέσω της οποίας η (3.8) µετασχηµατίζεται στην (3.94 Κεφάλαιο 3. ∀ s ∈ J. N >′ = < B′ . N > = − < kN. Τέλος. N (s) > = τ (s). µαζί µε την (F. από την προηγούµενη σχέση έχουµε ότι < N ′ (s). ∀ s ∈ J. N ′ > = − < T ′ .3. άρα b(s) = 0. B(s) > + c (s) < B(s).6). άρα. N > = −k · 1 = −k.3. Η σχέση < N.3. N (s) > + b(s) < N (s). ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες άρα. N ′ (s) > = − < B′ (s). N (s) > = −k (s) < T (s). και η (3.3. Εποµένως καταλήγουµε στη σχέση a (s) = −k (s). Αλλά η < B. οπότε η (3. σύµφωνα µε την (3.8) N ′ (s) = −k (s)T (s) + b(s)N (s) + c (s)B(s).9) N ′ (s) = −k (s)T (s) + 0N (s) + c (s)B(s). N > + < B.3. < T. . 1). N >′ = 2 < N. οπότε c (s) = τ (s). N > = 1 οδηγεί στην < N. N >= 0 δίνει ότι < B. N ′ >= 0. B(s) > = −k (s)0 + 0 + c (s)1 = c (s). N (s) > = −k (s)0 + b(s)1 + c (s)0 = b(s). N ′ > = 0. N (s) > + c (s) < B(s). < B(s).7) παίρνει την µορφή (3.9) µετασχηµατίζεται στην N ′ (s) = −k (s)T (s) + τ (s)B(s).

. (ii) Αν k > 0. B′ > συνάγεται ότι τ = 0 εάν και µόνον εάν B′ = 0. Ετσι έχουµε τ = 0 ⇒ B(s) = B(so ) ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ∀s∈J T (s) ⊥ B(so ).5 Θεώρηµα. Για την (F. (i) k = 0 ⇔ T ′ = ̙′′ = 0 ⇔ ̙′ (s) = λ ⇔ ̙(s) = λs + µ [ϐλ.  Οι τύποι Frenet-Serret συνοψίζονται και στην επόµενη µορφή :  ′   T   0 N ′  = −k  ′   (3. 3): εµφανίζονται µόνον η καµπυλότητα και η στρέψη (κατά σειράν). (ii) Από τις σχέσεις B′ = −τN και τ = − < N. λαµβάνοντας υπόψιν τις (F. (F. Απόδειξη. Καµπυλότητα και στρέψη . για να είναι η καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. 1) – (F. που µε τη σειρά του ισοδυναµεί µε το ότι η απεικόνιση B = T × N είναι σταθερή. ϑα πρέπει k λ k = 1. ∀ s ∈ J. 2). Πράγµατι.3. Προφανώς. 2) και τις σχέσεις του Πορίσµατος 3. ∀ s ∈ J ̙(s) − ̙(so ) ⊥ B(so ). ∀ s ∈ J. B(so ) > = 0. Τότε ισχύουν οι επόµενοι χαρακτηρισµοί : (i) k = 0 εάν και µόνον εάν η ̙ είναι ευθεία.3. B(so ) >′ = 0. 3) αρκεί να παραγωγίσουµε την B = T × N . ∀ s ∈ J < ̙(s) − ̙(so ). και Παράδειγµα 3.3. B′ = T ′ × N + T × N ′ = kN × N + T × (−kT + τB) = k · 0 + (−kT × T + τT × B) = −k · 0 + τT × B = −τN.3.1.2 (1)].3. ∀ s ∈ J < ̙(s). ∀ s ∈ J < ̙(s). ΄Εστω ̙ : J → R3 µια καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. B(so ) > = < ̙′ (s).Τρίεδρο Frenet δηλαδή καταλήγουµε στην (F. Το επόµενα αποτελέσµατα διαφωτίζουν το ϱόλο της καµπυλότητας και της στρέψης µιας καµπύλης.95 3. στην 2η γραµµή και την 2η στήλη. B(so ) > = 0. ∀ s ∈ J < ̙(s). N . τότε τ = 0 εάν και µόνον εάν η ̙ είναι επίπεδη.10) B 0    k 0  T     0 τ  . B(so ) >.    −τ 0 B Απο εδώ ϕαίνεται και ο µνηµονοτεχνικός κανόνας. B(s) = B(so ). B(so ) > = < ̙(so ). 3. 1). δηλαδή για ένα so ∈ J . µε την σηµειούµενη εναλλαγή προσήµων. µέσω του οποίου ϐρίσκουµε αµέσως τους συντελεστές των (F. ∀ s ∈ J < T (s). B(so ) > = σταθερό.

11) έχουµε ότι ̙(s) − ̙(so ) = λ(s)u + µ (s)v. ∀ s ∈ J. Τότε η ̙ είναι τµήµα κύκλου εάν και µόνον εάν έχει σταθερή καµπυλότητα k > 0. Τότε. Σταθεροποιώντας ένα so ∈ J . sin + (xo . ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες Η τελευταία σχέση σηµαίνει ότι ̙(s) − ̙(so ) ανήκει στο επίπεδο Eo των T (so ) και N (so ). u > = λ(s)1 + µ (s)0 = λ(s). (3. v}. yo ). διάστασης 2) που είναι παράλληλο µε το E και περιέχει το 0.3. E = ̙(s) + Eo . ∀ s ∈ J.  3. λόγω της σταθερότητας του B(s) και της (3. u >.6 Θεώρηµα. προκύπτει ότι τ = 0. u > = < λ(s)u. το επίπεδο των T (s) και N (s) είναι σταθερά το Eo και το διάνυσµα B(s) είναι σταϑερά το ένα από τα δύο µοναδιαία διανύσµατα που είναι κάθετα στο Eo . παίρνουµε ότι ̙(s) ∈ ̙(so ) + Eo .3.11) ∀ s ∈ J. Αν η ̙ είναι τµήµα κύκλου κέντρου (xo . η διαφορισιµότητα της λ ελέγχεται ως εξής : Από την (3. τότε ̙(s) = ̙(so ) + λ(s)u + µ (s)v. Απόδειξη. Εποµένως. ΄Αρα. ∀ s ∈ J. η παραγώγιση επίσης της οποίας οδηγεί στην N (s) = 1 k (s) T ′ (s) = 1 k (s) (λ′′ (s)u + µ ′′ (s)v) ∈ Eo .96 Κεφάλαιο 3. Πραγµατικά. Παρόµοια αποδεικνύεται και η διαφορισιµότητα της µ. yo ) και ακτίνας r. ΄Εστω ̙ : J → R3 µια επίπεδη καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. ∀ s ∈ J. s ∈ J ⊆ [0. παίρνοντας το εσωτερικό γινόµενο και των δύο µελών της τελευταίας µε το u ϐρίσκουµε την < ̙(s) − ̙(so ). για κάθε s ∈ J . δηλαδή λ = < ̙ − ̙(so ). Αν το Eo παράγεται από µία ορθοκανονική ϐάση {u.6). για κάποιο επίπεδο E. όπου λ. 2π ]. u > + < µ (s)v. που αποδεικνύει τον ισχυρισµό. έστω ότι ̙(s) ∈ E.11) έχουµε ότι T (s) = ̙′ (s) = λ′ (s)u + µ ′ (s)v ∈ Eo . ∀ s ∈ J. οπότε.3. Παραγωγίζοντας τώρα την σχέση (3. r r . µ : J → R είναι διαφορίσιµες συναρτήσεις. και έστω Eo το επίπεδο (υπόχωρος του R2 .3. τότε δίνεται από τον τύπο s s ̙(s) = r cos . δηλαδή το ̙(s) ανήκει στο εγγύτατο επίπεδο Eo + ̙(so ). Αντιστρόφως.3.

3)]. cos s s .6 συνάγεται ότι η καµπυλότητα µετρά το πόσο αποκλίνει η καµπύλη από το να είναι ευθεία. έστω ότι η ̙ έχει σταθερή καµπυλότητα k > 0 και µηδενική στρέψη. σχέση (3. π.97 3. τότε 1 kN (s)k = 1 = r. r − cos . k Η γ είναι προφανώς διαφορίσιµη και γ ′ (s) = ̙′ (s) + = T (s) + 1 k 1 N ′ (s) (−kT (s) + τB(s)) k = T (s) − T (s) + 0 = 0. δηλαδή η γ είναι σταθερή. 2) Από τα Θεωρηµατα 3.  k̙(s) − a k = 3. Καµπυλότητα και στρέψη τυχαίας καµπύλης απ᾿ όπου παίρνουµε τις σχέσεις T (s) = ̙′ (s) = − sin T ′ (s) = ̙′′ (s) = 1 r s r . ο επόµενος ορισµός είναι εντελώς ϕυσιολογικός. Θεωρούµε την απεικόνιση 1 γ (s) := ̙(s) + N (s).3.3. η καµπυλότητα και η στρέψη µιας καµπύλης ̙ ορίστηκαν προηγουµένως µε την προϋπόθεση ότι η ̙ είναι καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. εντούτοις οι υπολογισµοί µας καταλήγουν σε µη υπολογίσιµο ολοκλήρωµα. Σύµφωνα µε όσα είπαµε στην προηγούµενη παράγραφο.χ. δηµιουργείται το εύλογο ερώτηµα πώς µπορούµε να εκφράσουµε τα προηγούµενα στοιχεία της καµπύλης χωρίς αναπαραµέτρηση µε το µήκος τόξου. ενώ η στρέψη µετρά την απόκλιση από το να είναι η καµπύλη επίπεδη. Επειδή η ̙ είναι επίπεδη. . Εποµένως. τα παραπάνω στοιχεία αναφέρονται σε ιδιότητες του συνόλου X = α (I ) και όχι της παραµέτρησης (απεικόνισης) α. ενώ το κέντρο είναι το σηµείο ̙(s) + k1 N (s).5 και 3.2.4. ολοκληρώνεται η απόδειξη. τα σηµεία ̙(s) ανήκουν στην σφαίρα µε κέντρο a και ακτίνα r. ενώ κατά το Θεώρηµα 3.3. r Αντιστρόφως. Αν α : I → R3 είναι µια τυχαία κανονική καµπύλη. 1) Από την προηγούµενη απόδειξη ϕαίνεται ότι η ακτίνα του κύκλου είναι ακριβώς η ακτίνα καµπυλότητας της ̙ [ ϐλ.4 Καµπυλότητα και στρέψη τυχαίας καµπύλης Το τρίεδρο Frenet. Αν a := γ (s) ∈ R3 είναι η σταθερή τιµή της γ.3 υπάρχει πάντοτε τέτοια αναπαραµέτρηση. Αυτό είναι απαραίτητο. − sin r και k (s) = kT ′ (s)k = s r 1 .7 Παρατηρήσεις. 3.3. στην περίπτωση που. k k δηλ.

( iii ) ¯ (s(t )). ϐάσει των ιδιοτήτων του εξωτερικού γινοµένου. 3. N. α ′ (t ) × α ′′ (t ) = s′ (t )s′′ (t )[T¯ (s(t )) × T¯ (s(t ))]+ + s′ (t )3 k¯ (s(t ))[T¯ (s(t )) × N¯ (s(t ))] = 0 + s′ (t )3 k¯ (s(t ))B¯ (s(t )) (3. απ᾿ όπου προκύπτει η k (t ) := k¯ (s(t )) = δηλαδή η Ϲητούµενη σχέση.4. B.3) = kα ′ (t )k3 k¯ (s(t ))B¯ (s(t )). Αν α : I → R3 είναι µια (τυχαία) κανονική καµπύλη.4.4. Θεώρηµα 3. ΄Εστω α µια τυχαία κανονική καµπύλη και α¯ η παραµέτρησή της ¯ τ¯ είναι το τρίεδρο Frenet. οπότε. ( ii ) N (t ) := N¯ (s(t )). Τότε α = α¯ ◦ s. k. k. µέσω του µήκους τόξου (ϐλ. ή. ΄Αρα kα ′ (t ) × α ′′ (t )k = kα ′ (t )k3 k¯ (s(t )). kα ′ (t )k3  .98 Κεφάλαιο 3.2) = s′′ (t )T¯ (s(t )) + s′ (t )2 k¯ (s(t ))N¯ (s(t )) οπότε α ′ (t ) × α ′′ (t ) = s′ (t )T¯ (s(t )) × [s′′ (t )T¯ (s(t )) + s′ (t )2 k¯ (s(t ))N¯ (s(t ))]. τότε k= kα ′ × α ′′ k .4.2 Θεώρηµα. ¯ B¯ }. ΄Εστω α µια κανονική καµπύλη και α¯ = α ◦ h η αναπαραµέτρησή της µέσω του µήκους τόξου. B(t ) := B ( iv ) k (t ) := k¯ (s(t )).1) α ′ (t ) = (α¯ ◦ s)′ (t ) = s′ (t )α¯ ′ (s(t )) = s′ (t )T¯ (s(t )). η καµπυλότητα και η στρέψη της α.1 Ορισµός. α ′′ (t ) = s′′ (t )T¯ (s(t )) + s′ (t )2 (T¯ ′ (s(t )) (3.4. για κάθε t ∈ I. (v) τ (t ) := τ¯ (s(t )). kα ′ (t ) × α ′′ (t )k .3).2. kα ′ k3 Απόδειξη. όπου h = s−1 και s το µήκος τόξου. ¯ τότε ορίζουµε τα αντίστοιχα µεγέθη T. N. Αν {T¯ . ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες 3. έχουµε τις σχέσεις (3. τ της α µέσω των τύπων (i) T (t ) := T¯ (s(t )).

για µία τυχαία κανονική καµπύλη α. α ′′′ > kα ′ × α ′′ k2 [α ′ α ′′ α ′′′ ] . Αν η α είναι µια κανονική καµπύλη µε k > 0.4. Οπως προηγουµένως. N (t ) και B(t ) (ϐλ. α ′′′ (t ) > = s′ (t )3 k¯ (s(t )) < B = s′ (t )3 k¯ (s(t ))X (t ) < B¯ (s(t )). 3. έχουµε : ¯ (s(t )). α ′′′ (t ) > kα ′ (t ) × α ′′ (t )k2 . Y (t ) = s′ (t )s′′ (t )k¯ (s(t )) + [s′ (t )2 k¯ (s(t ))]′ . Z (t ) = s′ (t )3 k¯ (s(t ))¯τ (s(t )). B¯ (s(t )) > = 0 + 0 + s′ (t )6 k¯ (s(t ))2 τ¯ (s(t )) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k2 τ¯ (s(t )). απ᾿ όπου παίρνουµε την τ (t ) := τ¯ (s(t )) = < α ′ (t ) × α ′′ (t ).2) ϐρίσκουµε ότι α ′′′ (t ) = s′′′ (t )T¯ (s(t )) + s′ (t )s′′ (t )T¯ ′ (s(t )) + +[s′ (t )2 k¯ (s(t ))]′ N¯ (s(t )) + s′ (t )3 k¯ (s(t ))N¯ ′ (s(t )) = s′′′ (t )T¯ (s(t )) + s′ (t )s′′ (t )k¯ (s(t ))N¯ (s(t )) + +[s′ (t )2 k¯ (s(t ))]′ N¯ (s(t )) − s′ (t )3 k¯ (s(t ))2 T¯ (s(t )) + +s′ (t )3 k¯ (s(t ))¯τ (s(t ))B¯ (s(t )) = X (t )T¯ (s(t )) + Y (t )N¯ (s(t )) + Z (t )B¯ (s(t )).5.4.3 Θεώρηµα.4. . = ′ kα × α ′′ k2 Απόδειξη. ϑεωρούµε την αναπαραµέτρηση α¯ της α µέσω του µήκους τόξου. Από την σχέση (3. τότε τ= < α ′ × α ′′ .4.99 3. όπου ϑέσαµε X (t ) = s′′′ (t ) − s′ (t )3 k¯ (s(t ))2 . N¯ (s(t )) > + + s′ (t )3 k¯ (s(t ))Z (t ) < B¯ (s(t )). ¯ (s(t )) είναι κάθετο προς τα T¯ (s(t )) και Λαµβάνοντας υπ᾿ όψιν την (3. T¯ (s(t )) > + + s′ (t )3 k¯ (s(t ))Y (t ) < B¯ (s(t )). Ορισµό 3. Το τρίεδρο Frenet µιας τυχαίας καµπύλης 3. µε την οποίαν ολοκληρώνεται η απόδειξη.3) και ότι το B N¯ (s(t )).5  Το τρίεδρο Frenet µιας τυχαίας καµπύλης Θα υπολογίσουµε τώρα τα διανύσµατα T (t ). α ′′′ (t ) > < α ′ (t ) × α ′′ (t ) .1). µε µη µηδενική καµπυλότητα.

N (t ) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k · kα ′ (t )k α ′ (t ) × α ′′ (t ) .5.1 Θεώρηµα. Επειδή T (t ) ⊥ N (t ). Λαµβάνοντας υπ᾿ όψιν ότι T (t ) = α ′ (t ) s′ (t ) T ′ (t ) = [ϐλ. ΄Εστω α¯ = α ◦ h η αντίστοιχη καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας (ϐλ. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες 3. Επίσης προφανώς kT (t )k = 1. kα ′ (t )k  α ′ (t ) × α ′′ (t ) × α ′ (t ) .1)] και α ′′ (t )s′ (t ) − α ′ (t )s′′ (t ) s′ (t )2 . εφαρµόζοντας το Λήµµα 3. µε µη µηδενική καµπυλότητα.4. σχέση (3.1)] T (t ) = T¯ (s(t )) = α¯ ′ (s(t )) = (α ◦ h )′ (s(t )) 1 = α ′ (h (s(t )))h ′ (s(t )) = α ′ (t ) · ′ s (t ) ′ α (t ) . σχέση (3.3) α ′ (t ) T (t ) = . όπου h = s−1 και s το µήκος τόξου. έχουµε ότι T ′ (t ) και N (t ) είναι συγγραµµικά.5. παίρνουµε T ′ (t ) = (T (t ) × T ′ (t )) × T (t ).2) (3.1) (3. και {T (t ).2. Τότε (3. Τότε [ϐλ. = T ′ (t ) ′ kα (t ) × α ′′ (t )k N (t ) = N¯ (s(t )) = [Θεώρηµα 3.2] Από την παραπάνω ισότητα.3.100 Κεφάλαιο 3. όχι κατ᾿ ανάγκη µοναδιαίας ταχύτητας. Θεώϱηµα 3. = ′ kα (t )k Ανάλογα. από την σχέση T = T¯ ◦ s.5.5. παίρνουµε την T¯ = T ◦ h.2). N (t ). εποµένως T¯ ′ (s(t )) (T ◦ h )′ (s(t )) = k (t ) k¯ (s(t )) ′ ′ ′ T (h (s(t )))h (s(t )) T (t ) = = k (t ) k (t )s′ (t ) T ′ (t ) kα ′ (t )k3 = ′ · ′ s (t ) kα (t ) × α ′′ (t )k kα ′ (t )k2 . ΄Αρα.5. B(t )} το αντίστοιχο τρίεδρο Frenet.2 για u = T (t ) και v = T ′ (t ). B(t ) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k Απόδειξη. .2. είναι και T (t ) ⊥ T ′ (t ). ΄Εστω α : I → R3 µια κανονική καµπύλη.

(F ′ . έχει πάλι χρησιµοποιηθεί το Λήµµα 3. ¯ ◦ s)′ (t ) = B¯ ′ (s(t ))s′ (t ) = −¯τ (s(t ))N¯ (s(t ))s′ (t ) = −τ (t )v(t )N (t ). = ′ kα (t ) × α ′′ (t )k = × όπου στην τελευταία ισότητα. B′ (t ) = (B οπότε η απόδειξη των τύπων είναι πλήρης. (F ′ .2. και {T. 2) N ′ = −kvT + τvB.3. ¯ Για κάθε t ∈ I. και το τρίεδρο Frenet {T¯ .5. ΄Εστω α : I → R3 µια κανονική καµπύλη. u= και v = kα ′ (t )k kα ′ (t ) × α ′′ (t )k  3.  . B} το αντίστοιχο τρίεδρο Frenet (κατά µήκος της α). όχι κατ΄ ανάγκη µοναδιαίας ταχύτητας. 1) T ′ = kvN . απ᾿ όπου προκύπτει η  α ′ (t ) × α ′′ (t ) × α ′ (t ) N (t ) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k · kα ′ (t )k Τέλος. N.5. όπου v(t ) := kα ′ (t )k το µέτρο της ταχύτητας της α στο t ∈ I. για α ′ (t ) α ′ (t ) × α ′′ (t ) .2 Θεώρηµα. Απόδειξη. .101 3. N ′ (t ) = (N¯ ◦ s)′ (t ) = N¯ ′ (s(t ))s′ (t ) = −k¯ (s(t ))s′ (t )T¯ (s(t )) + τ¯(s(t ))s′ (t )B¯ (s(t )) = −k (t )v(t )T (t ) + τ (t )v(t )B(t ). 3) B′ = −τvN . Θεωρούµε την αναπαραµέτρηση α¯ : J → R3 της α µέσω του µήκους τόξου ¯ B¯ } κατά µήκος της α. N. Το τρίεδρο Frenet µιας τυχαίας καµπύλης ϐρίσκουµε ότι ′ T (t ) = = = α ′ (t ) s′ (t ) 1 s′ (t )4 1 s′ (t )3 × α ′′ (t )s′ (t ) − α ′ (t )s′′ (t ) s′ (t )2 ! × α ′ (t ) s′ (t ) [(α ′ (t ) × α ′′ (t )s′ (t ) − α ′ (t ) × α ′ (t )s′′ (t )] × α ′ (t ) [(α ′ (t ) × α ′′ (t )) × α ′ (t )]. ¯ (s(t )) = T¯ (s(t )) × N¯ (s(t )) = T (t ) × N (t ) B(t ) = B α ′ (t ) (α ′ (t ) × α ′′ (t )) × α ′ (t ) kα ′ (t )k kα ′ (t )k · kα ′ (t ) × α ′′ (t )k ! α ′ (t ) α ′ (t ) × α ′′ (t ) α ′ (t ) × × = ′ kα (t )k kα ′ (t ) × α ′′ (t )k kα ′ (t )k α ′ (t ) × α ′′ (t ) . είναι T ′ (t ) = (T¯ ◦ s)′ (t ) = T¯ ′ (s(t ))s′ (t ) = k¯ (s(t ))N¯ (s(t ))s′ (t ) = k (t )v(t )N (t ). Τότε ισχύουν οι (γενικευµένοι) τύποι Frenet-Serret: (F ′ . µε µη µηδενική καµπυλότητα.

v ∈ R3 . ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες Τα δύο αριθµητικά µεγέθη. Τότε υπάρχει µια καµπύλη α : J → R3 µοναδιαίας ταχύτητας µε καµπυλότητα k και στρέψη τ. η f διατηρεί τις αποστάσεις και αντιστρέφεται (δηλαδή είναι γραµµικός ισοµορφισµός). Σηµείωση. f (v) > = < u.5. Η σύνθεση µια µεταφοράς και µια στροφής ονοµάζεται στερεά κίνηση (rigid motion). κάθε γραµµική απεικόνιση f : R3 → R3 που διατηρεί τα εσωτερικά γινόµενα. Εδώ περιοριζόµαστε στην παράθεση του Σχήµατος 3. Εποµένως. δύο καµπύλες µε την ίδια καµπυλότητα και την ίδια στρέψη διαφέϱουν µόνο ως προς την ϑέση τους στο χώρο. Από την πολλή εκτεταµένη ϐιβλιογραφία της στοιχειώδους διαφορικής γεωµετρίας των καµπυλών. Για την ακριβή διατύπωση του σχετικού ϑεωρήµατος. υπενθυµίζουµε ότι : Μεταϕορά (translation) κατά (το διάνυσµα) h ∈ R3 ονοµάζεται η απεικόνιση µh : R3 −→ R3 : u 7→ µh (u ) := u + h.102 Κεφάλαιο 3.3 Θεώρηµα. δύο διαφορίσιµες πραγµατικές συναρτήσεις. Παρατηρούµε ότι οι µεταφορές και οι στροφές είναι αντιστρέψιµες απεικονίσεις της ίδιας µορφής : η αντίστροφη της µh είναι η µ−h . ∀ u. Πιό συγκεκριµµένα. που αντιστοιχίσαµε σε µια κανονική καµπύλη. παραπέµπουµε στο [7]. [30] και [34]. δηλαδή είναι επίσης µία µεταϕορά. Για µια λεπτοµερή απόδειξη του ϑεωρήµατος. η καµπυλότητα και η στρέψη. ενώ η αντίστροφη µιάς στροφής είναι άµεσον ότι αποτελεί κι αυτή στροφή. ∆ιαπιστώνεται εύκολα ότι f ◦ µc = µf (c ) ◦ f. στην επόµενη σελίδα. η οποία είναι αρκετά τεχνική και ϐρίσκεται εκτός του σκοπού αυτών των σηµειώσεων. c ].5. καθορίζουν ουσιαστικά µονοσήµαντα την καµπύλη. και αντιστρόφως. ΄Εστω k (s) > 0 και τ (s). 3. s ∈ J = [0. v >. Επιπλέον. Το κεφάλαιο αυτό ϐασίζεται κυρίως στις σηµειώσεις [7]. . Τα προηγούµενα µας επιτρέπουν να διατυπώσουµε το επόµενο Θεµελιώδες Θεώρηµα των Καµπυλών. µε το οποίον και κλείνουµε το κεφάλαιο αυτό. Στροφή (rotation) ονοµάζεται κάθε οϱθογώνιος µετασχηµατισµός του R3 µε ϑετική ορίζουσα· µ᾿ άλλα λόγια. δηλαδή < f (u ). και ο πίνακας της έχει ϑετική ορίζουσα. µια άλλη κανονική καµπύλη ̙ έχει τις ίδιες ιδιότητες τότε και µόνον τότε αν διαφέρει από την α κατά µία στερεά κίνηση. επιλέγουµε να παραπέµψουµε τον ενδιαφερόµενο αναγνώστη στα πολύ κατανοητά ϐιβλία [24].

∆ίνεται µία διαφορίσιµη συνάρτηση f : R → R. N . 0) και ακτίνα r είναι εικόνα της καµπύλης α : [0. που ενώνει δύο (διαφορετικά) σηµεία P και Q του R3 . r sin t ). (ii) Το διάνυσµα της ταχύτητας είναι κάθετο στην ακτίνα. (iii) Το διάνυσµα της επιτάχυνσης κατευθύνεται προς το κέντρο. B και η καµπυλότητα της α. Ποιόν γεωµετρικό τόπο παριστάνει η ̙(t ) = (t 3 . (iv) Να υπολογίσετε το µήκος της α. Ο κύκλος µε κέντρο (0. Να ϐρεθούν : (i) Μία παραµέτρηση α του ευθυγράµµου τµήµατος. Ασκήσεις B(s 0 ) T (s 0 ) z b a(s 0 ) N (s 0 ) B(s 0 ) e3 0 T (s 0 ) e2 e1 x y N (s 0 ) a Σχηµα 3. (iii) Μία αναπαραµέτρηση ̙ της α µοναδιαίας ταχύτητας.6 Ασκήσεις 1. Να δείξετε ότι : (i) Η α ορίζει µία κανονική παραµέτρηση. t 6 ). Να ϐρεθεί µία κανονική παραµέτρηση της παραβολής y = x 2 και η αντίστοιχη καµπυλότητα. (iv) Το µήκος και η καµπυλότητα της ̙.5 3. µε t ∈ R. .103 3. 3. Να ϐρεθεί µία κανονική παραµέτρηση α του γραφήµατος της και να προσδιοριστούν τα διανύσµατα T .6. (v) Να ϐρεθεί αναπαραµέτρηση ̙ της α µε µοναδιαία ταχύτητα και να υπολογιστεί η καµπυλότητα k της ̙. 2π ] −→ R2 : t 7→ (r cos t. 2. (ii) Το µήκος και η καµπυλότητα της α. 4.

151 . σε κάθε σηµείο της έλικας και του άξονα z ′ Oz είναι σταθερή. r > 0. b sin t ). σελ. b ∈ R∗ . η καµπυλότητα και η στρέψη της καµπύλης 3 α : [0. (ii) Να ϐρεθούν καµπυλότητα και η στρέψη της ̙.6 ∗ Βλ. η οποία απεικονίζεται στο Σχήµα 3. z 2pb y t x Σχηµα 3.6. (iv) Να αποδειχθεί ότι η γωνία ω µεταξύ της δεύτερης καθέτου ∗ . 2π ]. Να ϐρεθούν το µήκος. bt ). Ποιά είναι η εικόνα της . Να υπολογιστεί η καµπυλότητα της καµπύλης α (t ) = (a cos t. σχετικό ορισµό στη λύση. Η (διαφορίσιµη) καµπύλη α : [0. 2 2 6.104 Κεφάλαιο 3. (iii) Να αποδειχθεί ότι η γωνία φ µεταξύ της εφαπτοµένης σε κάθε σηµείο της έλικας και του άξονα z ′ Oz είναι σταθερή. 7. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες 5. a. 2π ] −→ R : t 7→ 1 ! 1 √ cos t. √ cos t . 2π ] −→ R3 : t 7→ (r cos t. r sin t. περιγράφει µία κυκλική έλικα (circular helix). b > 0. sin t. (i) Να ϐρεθεί αναπαραµέτρηση ̙ της α µοναδιαίας ταχύτητας. t ∈ [0.

για κάθε t ∈ I. (i) Να ϐρεθεί η καµπύλη α που διαγράφει το σηµείο A. 2t 3 ) σχηµατίζουν σταθερή γωνία θ µε την ευθεία y = 0. σελ. (i) Να αποδειχθεί ότι υπάρχει διάνυσµα w (: διάνυσµα Darboux) τέτοιο ώστε : T ′ = ω × T . N ′ = ω × N και B′ = ω × B. ΄Εστω a : J → R3 καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. . 12. (iii) Να υπολογιστεί το µήκος του τµήµατος της α.105 3. t 3 ). 11. για ευκολία. 156. τέτοιο ώστε α (0) ⊥ v και α ′ (t ) ⊥ v. Η καµπύλη α είναι γνωστή µε το όνοµα κυκλοειδής (η µορφή της εµφανίζεται στο σχήµα της λύσης. ΄Ενας κύκλος ακτίνας r στέκεται στο σηµείο (0. η οποία διαγράφει τον κύκλο µε την ϕορά των δεικτών του ωρολογίου. Να ϐρεθεί διαφορίσιµη καµπύλη α µε a (0) = (0. 14. Να δείξετε ότι η α είναι τµήµα κύκλου εάν και µόνον εάν όλες οι πρώτες κάθετοι∗ της α περνούν από σταθερό σηµείο P. 13. Είναι κανονική. ΄Εστω ̙(s) καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. 9.0). 16. 15. έχουµε παραλείψει την µεταβλητή s]. σχετικό ορισµό στη λύση. 2π ]. 153). 1). 0 ≤ t ≤ 1. ∀ t ∈ I. Θεωρούµε την καµπύλη α : R → R2 : t 7→ (t 2 . 10. t2 2 ! . Ασκήσεις 8.6. ∗ Βλ. σελ. ΄Εστω ̙ : J → R3 καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας µε την ιδιότητα : η εφαπτοµένη σε κάθε σηµείο ̙(s) περνά από ένα σταθερό σηµείο P. x = z. Να αποδειχθεί ότι η ̙ είναι ευθεία. [Στις παραπάνω σχέσεις. (ii) Να ϐρεθεί η εξίσωση της εφαπτοµένης της α τις χρονικές στιγµές t = 0. όταν t ∈ [0. Να δείξετε ότι α (t ) ⊥ v. (ii) Να αποδειχθεί η σχέση T ′ × T ′′ = k 2 ω. Να ϐρεθεί η καµπυλότητα της καµπύλης α (t ) := t. 3t 2 . το οποίον αρχικά ακουµπά στο (0. Να δείξετε ότι οι εφαπτόµενες της καµπύλης α : R −→ R3 : t 7→ (3t. Να ϐρεθεί η καµπυλότητά της. t = π και t = 2π. 0) του άξονα x ′ Ox και αρχίζει να κυλά προς τα δεξιά. ΄Εστω α : I → R3 διαφορίσιµη καµπύλη και διάνυσµα v ∈ R3 .

Ως εφαρµογή να δείξετε ότι όλα τα κάθετα επίπεδα της καµπύλης ̙(t ) = (a sin2 t. 24. t ∈ R. ∆ίνεται µία καµπύλη α : I → R3 µοναδιαίας ταχύτητας. Να εκφραστεί η καµπυλότητα k της α συναρτήσει της τ και των δεύτερων κάθετων διανυσµάτων B(s). sin t. ∀s ∈ I. π όπου to = . 18. (ii) Αν σ είναι η συναρτηση µήκους τόξου της ̙ (µε αρχή το so ). Να δείξετε ότι η ταχύτητα της α είναι συνεχώς παράλληλη µε ένα σταθερό διάνυσµα 0 . µε καµπυλότητα k (s) > 0 για κάθε s ∈ I. s ∈ I. 22. a cos t ) διέρχονται από το σηµείο (0. Ανάλογα ορίζονται και οι σφαιρικές δείκτριες των N και B. Εφαρµογή : ∆ίνεται η καµπύλη α (t ) = (cos t. 2 21. Θέτουµε ̙(s) := T (s). και στρέψη τ (s). για κάθε s ∈ I. (i) Να αποδειχθεί ότι η ̙ είναι κανονική καµπύλη. Η καµπύλη ̙ καλείται σφαιρική δείκτρια (spherical indicatrix) της (συνάρτησης) T . Εφαρµογή : ∆ίνεται η καµπύλη α (t ) = t. Η ορολογία οφείλεται στο γεγονός ότι οι δείκτριες παίρνουν τιµές στη µοναδιαία σφαίρα του R3 µε κέντρο το 0. a sin t cos t. ∆ιαφορίσιµες Καµπύλες 17. Εστω α (s) καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας µε στρέψη τ (s) . Αν a : J → R3 είναι καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. . 20. (iii) Να υπολογιστεί καµπυλότητα k¯ και η στρέψη τ¯ της ̙. 0. 23. Να αποδειχθεί ότι η ̙ είναι κανονική και ότι η καµπυλότητά της k̙ δίνεται από την σχέση k̙ = k 1−k . . Να ϐρεθεί η εξίσωση του εγγύτατου επίπεδου σε ένα δεδοµένο σηµείο µια κανονικής καµπύλης. Να ϐρεθεί η εξίσωση του ευθειοποιούντος επιπέδου σε ένα δεδοµένο! σηµείο µια t2 t3 κανονικής καµπύλης.106 Κεφάλαιο 3. Υποθέτουµε ότι α : I → R2 είναι επίπεδη καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας µε καµπυλότητα 0 < k (s) < 1. να αποδειχθεί ότι σ ′ (s) = k (s). t ). τότε οι δεύτερες κάθετοι της a δεν µπορούν να περνούν από σταθερό σηµείο. . όπου N (s) το πρώτο κάθετο διάνυσµα της α. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ. Θεωρούµε την καµπύλη ̙(s) := α (s) + N (s). t ∈ R. Να ϐρεθεί η (καρτεσιανή) εξίσωση του εγγύτατου επίπεδου της α (t ) στο σηµείο α (to ). 0). (παράλληλη της α). u ∈ R3 εάν και µόνον εάν η α είναι ευθεία. Να 2 3 ϐρεθεί η εξίσωση του ευθειοποιούντος επιπέδου της α (t ) στο σηµείο που αντιστοιχεί στο to = 1. 0. Να ϐρεθεί η εξίσωση του κάθετου επίπεδου σε ένα δεδοµένο σηµείο µια κανονικής καµπύλης. 19. ΄Εστω α : J → R3 καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. όπου T (s) το εφαπτόµενο διάνυσµα της α.

Αν γ είναι κανονική καµπύλη µε την ιδιότητα οι διχοτόµοι της γωνίας που σχηµατίζουν τα πρώτα κάθετα διανύσµατα µε τα αντίστοιχα δεύτερα να διέρχονται από σταθερό σηµείο. Ασκήσεις 107 25. . τότε η γ είναι κύκλος.3.6.

.

αφού προηγουµένως ορίσουµε την έννοια ενός χάρτη και µιας επιφάνειας στον χώρο R3 . ο κόσµος ϑα έπρεπε να περιµένει ακόµη µισόν αιώνα. Πανεπιστήµιο Αθηνών. c ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. 92] Σ το Κεφαλαιο αυτο γίνεται µία σύντοµη περιγραφή της έννοιας της (διαφορικής) πολλαπλότητας. Η πολλαπλότητα. µέχρι τη γέννηση του Albert Einstein R. Osserman [32. 2015. στον Riemann έλειπε ακόµη ένα στοιχείο κλειδί γαι µια πλήρη εικόνα του σύµπαντος. που αναφέρεται για πρώτη ϕορά από τον Riemann το 1848. Γι΄ αυτήν.ΚΕ֟ΑΛΑΙΟ 4 Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες ΄Οπως αποδείχτηκε. ˆ 109 . Αφορµή για τις ιδέες του Riemann υπήρξε το Θεώρηµα Egregium του Gauss και η συνακόλουθη ανακάλυψη της εσωτερικής γεωµετρίας της επιφάνειας. σελ. γενικεύει την έννοια της επιφάνειας στον R3 .

Παράδειγµα τέτοιας απεικόνισης είναι η στερεογραφική προβολή. Η ακριβής αποτύπωση του σχήµατος της Γης και η κατασκευή χαρτών οδήγησαν.1: Στερεογραφική προβολή από τον Βόρειο Πόλο Αν ϑεωρήσουµε ότι µια σφαίρα µε κέντρο 0 και ακτίνα 1 αναπαριστά ιδεατά τη γήινη σφαίρα.Χ) και χρησιµοποιήθηκε για την κατασκευή αστρονοµικών χαρτών. Η κατασκευή χαρτών απασχόλησε τους γεωγράφους από την αρχαιότητα.). δηλ. απεικόνιση (µέρους) της Γης στο επίπεδο. Συµπλεκτική Γεωµετρία. που οφείλεται στον ΄Ιππαρχο (190–125 π.) και τη ϕυσική (Θεωρία Σχετικότητας.1 Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss Παραλλάσοντας την εναρκτήρια ϕράση «εν αρχή ην τα µπαχαρικά». κ. Είναι µία προβολή.α).110 Κεφάλαιο 4. χωρίς υπερβολή. N είναι ο Βόρειος Πόλος και E το επίπεδο του Ισηµερινού. αργότερα. Θεωρίες Βαθµίδας. τότε η (στερεογραφική) προβολή PN του σηµείου P της σφαίρας είναι η τοµή της ευθείας . Τι είναι όµως χάρτης . κλπ. στη συστηµατική µελέτη και (της διαφορικής γεωµετρίας) των επιφανειών. ϑα µπορούσαµε. z N E 0 P y S x PN Σχηµα 4. για την εξυπηρέτηση της ναυσιπλοΐας και έγινε επιτακτική ανάγκη µετά τις µεγάλες εξερευνήσεις (ανακάλυψη της Αµερικής κλπ. από τον «Μαγγελάνο» του Stefan Zweig. D’ Aiguillon (1566–1617). να πούµε για τη νεώτερη εξέλιξη της γεωµετρίας ότι : εν αρχή ην ο χάρτης. 4. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες Η γεωµετρία των πολλαπλοτήτων αποτελεί τη σηµαντικότερη εξέλιξη της γεωµετρίας στον 20ο αιώνα και είναι ϑεµελιώδης για τα σύγχρονα µαθηµατικά (∆ιαφορική Γεωµετρία και Τοπολογία. Η ιδέα της στερεογραφικής προβολής από τον Βόρειο Πόλο N εµφανίζεται στο επόµενο σχήµα. Ο όρος στερεογραφική προβολή οφείλεται στον F.

3) φz+ : Sz+ ∋ (x. αυτή η ϑεωρητική κατασκευή εµπεριέχει µια ϐασική ιδέα απεικόνισης από µια επιφάνεια στο επίπεδο. όπως µαθαίνουµε στη γεωγραφία. ΄Εναν καλλίτερο χαρτη του ϐορείου ηµισφαιρίου δίνει η προβολή του στο επίπεδο του Ισηµερινού.1.1. v) ∈ R2 : u 2 + v2 < 1} (ο µοναδιαίος δίσκος. y. 1−z 1−z µε αντίστροφη την (επίσης διαφορίσιµη) (4. Φυσικά. y) ∈ DZ (0.1. v. 1) := {(u. χρειαζόµαστε και τη στερεογραφική προβολή από τον Νότιο Πόλο.2) ! −1 + u 2 + v2 R −→ S − {N } : (u. µε αντίστοιχες εκφράσεις (ποιές . 1 . Με την προηγούµενη διαδικασία ορίζεται η 1–1 και επί (διαφορίσιµη) απεικόνιση S2 − {N } −→ R2 : (x. z ) 7−→ (x. v) 7→ . Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss NP µε το E. 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 2 2u 2 2v Οι προηγούµενες εκφράσεις των απεικονίσεων προκύπτουν µε εφαρµογή στοιχειώδους Αναλυτικής Γεωµετρίας. άρα ϑα έχουµε κατασκευάσει (ϑεωρητικά) ένα χάρτη.111 4.v 2 ) (u. . χωρίς την περιφέρεια του Ισηµερινού) και DZ (0. ΄Ετσι. Επειδή ο προηγούµενος χάρτης δεν απεικονίζει τον Βόρειο Πόλο. z ) ∈ S2 : z > 0} (ϐόρειο ηµισφαίριο. y.2: Προβολή του ϐορείου ηµισφαιρίου στο επίπεδο (του Ισηµερινού) Ακριβέστερα έχουµε την 1–1 και επι (διαφορίσιµη) απεικόνιση (4. για να καλύψουµε όλη τη Γη. ϑα έχουν απεικονιστεί όλα τα σηµεία της σφαίρας σ΄ αυτό. έναν άτλαντα.) Οι δυο προηγούµενοι χάρτες µαζί αποτελούν.1. + Sz (u. όπως στο επόµενο σχήµα. µε . ΄Οµως. z ) 7→ (4. . εκτός από τον Βόρειο Πόλο. οι χαρτες αυτοί δεν έχουν καµιά πρακτική αξία λόγω προϕανών µειονεκτηµάτων (περιοχές κοντά στους πόλους ϑα απεικονίζονται τερατωδώς παραµορφωµένες σε εξαιρετικά αποµακρυσµένες περιοχές του χάρτη). αν ϕανταστούµε ότι στο επίπεδο του Ισηµερινού έχει απλωθεί ένα τεράστιο ϕύλλο χαρτιού. y. v ) D(0. 1) όπου Sz+ := {(x.1)   x y .u 2 . 1) Σχηµα 4.

µέσω της απεικόνισης φz− : Sz− ∋ (x.6) Με αυτή τη διαδικασία έχουµε τα έξι ηµισφαίρια (δύο ως προς κάθε άξονα) Siα . (4. (4.1. v) 7−→ u. y. −. (4. τα οποία προβάλονται στους δίσκους Di . Η αντίστροφη της προηγούµενης είναι. Με τον τρόπο αυτόν προκύπτει ένας άτλαντας µε έξι χάρτες. 1).5) µε αντίστροφη την   √ DZ (0. 1) ∋ (u. z ) ∈ S2 : z < 0}. µέσω των αντιστοίχων απεικονίσεων φiα . Ανάλογα.3: Τα έξι ηµισφαίρια . Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες κέντρο το 0. z + Sz - Sx - Sy + Sy x y + Sx - Sz Σχηµα 4. y. η (επίσης διαφορίσιµη) απεικόνιση  DZ (0.1.1. v. − 1 − u 2 + v2 ∈ Sz− . v) 7−→ u. που είναι κάθετος στον άξονα των z). (4.7) µε i = x. y) ∈ DZ (0. v. y. ϑεωρούµε το (νότιο ηµισφαίριο) Sz− := {(x.4)  √ 1 − u 2 + v2 ∈ Sz+ . 1) ∋ (u. που προβάλεται στον ίδιο δίσκο DZ (0. z και α = +. 1).1. προφανώς.112 Κεφάλαιο 4. z ) 7−→ (x.

έτσι ώστε να ισχύουν οι συνθήκες : • Η r : U → W = r (U ) είναι οµοιοµορφισµός· • Για κάθε σηµείο q = (u. Ισοδύναµα.2 Ορισµός.1.1). v z U uo r rv q uo ru W y u x Σχηµα 4.1. rank Jq r = 2.1 Ορισµός. Μία παραµέτρηση (parametrization) ή σύστηµα συντεταγµένων (coordinate system) ή χάρτης (chart) [µιας επιφάνειας S ⊆ R3 ] είναι ένα Ϲεύγος (U. το διαφορικό της r στο q. Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss Για άλλα είδη προβολών. την περιγράφει µέσω µιας κατάλληλης απεικόνισης. λέµε ότι ο χάρτης έχει διάσταση 2 (:διδιάστατος χάρτης). παραπέµπουµε στα ϐιβλία [24] και (το πιό περιγραϕικό) [32]. Μια (κανονική) επιφάνεια (regular surface) είναι ένα σύνολο S ⊆ R3 µε τις εξής ιδιότητες : • Υπάρχει µία οικογένεια χαρτών (Ui . προβλήµατα σχετικά µε τη δηµιουργία χαρτών και τις συνακόλουθες ατέλειές τους. ri )}i ∈I . r ) όπου U ⊆ R2 είναι ανοιχτό σύνολο και r : U → R3 διαφορίσιµη απεικόνιση. όπου Jq r συµβολίζει τον πίνακα Jacobi της r στο σηµείο q. Το επόµενο σχήµα εικονίζει ένα χάρτη επιφάνειας. και τα σχετικά σχόλια για την παραµέτρηση καµπύλης στην αρχή της § 3. Dr (q) : R2 → R3 . τέτοια ώστε κάθε Wi = ri (Ui ) ⊆ S να είναι ανοιχτό υποσύνολο του S. στην οποίαν εφαρµόζεται ο ∆ιαφορικός Λογισµός (ϐλ.113 4. Τα προηγούµενα µας οδηγούν στους εξής τυπικούς ορισµούς : 4. είναι  απεικόνιση 1–1. δηλ. Κάθε χάρτης εισάγει ένα (τοπικό) σύστηµα συντεταγµένων και παραµετρηκοποιεί ένα τµήµα της επιφάνειας. v) ∈ U . Επειδή το πεδίον ορισµού της r είναι στο R2 .4: Χάρτης επιφάνειας 4. καθώς και την αδυναµία της κατασκευής ενός «ιδεώδους» χάρτη (Θεώρηµα Euler). .1.

΄Ασκηση 4.4 Θεώρηµα. υπάρχει (2-διάστατος) χάρτης (Up . µε p ∈ Wp = ri (Ui ) και Wp ⊆ S ανοιχτό. ϑα µπορούσαµε να πούµε ότι η επιφάνεια καλύπτεται από τις εικόνες των χαρτών της. • Το γράφηµα  Γf := (u. v)) | (u. τέτοια ώστε W := r1 (U1 ) ∩ r2 (U2 ) .1. • Κάθε επίπεδο του χώρου R 3 . Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες S i ∈I Wi . r1 ) και (U2 . ri )i ∈I του S αποτελεί έναν (2-διάστατο) άτλαντα (atlas). rp ). f (u. Ισχύει το επόµενο ϑεµελιώδες συµπέρασµα : 4. • Επιφάνειες όπως στα επόµενα σχήµατα 4.1. το ϑεώρηµα σηµαίνει ότι αν έχουµε δύο συστήµατα συντεταγµένων (U1 . Το σύνολο των χαρτών (Ui . v) ∈ R2 µιας διαφορίσιµης συνάρτησης f : R2 → R3 [ϐλ.5 και 4. Εποµένως.3 Παραδείγµατα. τότε οι συναρτήσεις r2−1 ◦ r1 και r2−1 ◦ r1 (που είναι η µία αντίστροφος της άλλης) είναι διαφορίσιµες. ∅. Ισοδύναµα : Για κάθε σηµείο p ∈ S. η οποία είναι διαφορίσιµη µε διαφορίσιµη αντίστροφο. Περιγραφικά. r2 ). και το Σχήµα 4.7 (3)] .1. Θυµίζουµε ότι αµφιδιαφόριση είναι µία απεικόνιση 1–1 και επί.5: Η επιφάνεια του ελλειψοειδούς και πλήθος άλλες.6: z y x Σχηµα 4. 4. εκ των οποίων πολλές ιδιαίτερα περίπλοκες. • Η σφαίρα S2 µε τις δύο δοµές που ορίστηκαν στην αρχή αυτής της παραγράφου [ϐλ.114 • S= Κεφάλαιο 4.7 (2)]. Η αλλαγή των συντεταγµένων είναι αµφιδιαφόριση . Περιγραφικά (ϐλ. οι συντεταγµένες των σηµείων του W ανάγονται η µία στην .1. v. ΄Ασκηση 4.7).

Θεώρηµα 2.6: Η επιφάνεια του υπερβολικού παραβολοειδούς S r2 (U 2 ) r1(U 1 ) W r2 r1 U1 r1-1 r2-1 r2-1 o r1 U2 r1-1 o r2 ¡2 ¡2 Σχηµα 4.1. όπως ϕαίνονται στο παρακάτω Σχήµα 4.7: Η αλλαγή συντεταγµένων επιφάνειας άλλη µε διαφορίσιµο τρόπο. και • το µοναδιαίο κάθετο διάνυσµα (unit normal vector) N ≡ N (p). τα οποία παίζουν ουσιώδη ϱόλο στη γεωµετρική µελέτη της επιφάνειας.8. Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss z y x Σχηµα 4.3].3. . Για την απόδειξη του ϑεωρήµατος παραπέµπουµε στο [7. Σε κάθε σηµείο P µιας επιφάνειας S ορίζονται δύο αντικείµενα. Αυτά είναι : • το εφαπτόµενο επίπεδο (tangent plane) Ep .115 4.

Σχήµα 4. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες N E p º TpS rv P ru Σχηµα 4. του εφαπτοµένου χώρου (tangent space) Tp S := Drq (R2 ) = {α ′ (0)} για όλες τις διαφορίσιµες καµπύλες α : R ⊇ Iα → R3 µε α (Iα ) ⊂ S και α (0) = p. ένα επίπεδο που διέρχεται από την αρχή των αξονων. Η πρώτη ισότητα στον παραπάνω ορισµό. είναι προφανές ότι το N υπάρχει γιατί η S ϐρίσκεται εντός του R3 και η µεταβολή του αντανακλά το «σχήµα» της επιφάνειας.9: Καµπυλότητα σφαιρικών επιφανειών . Εποµένως. την καµπυλότητα.1.116 Κεφάλαιο 4. δηλ. το οποίον ουσιαστικά προσδιορίζεται από ένα ϑεµελιώδες µέγεθος. Ep = p + Tp S. συνεπάγεται ότι ο εφαπτόµενος χώρος είναι ένας γραµµικός υπόχωρος του R3 διάστασης δύο.1. σε συνδυασµό µε τη δεύτερη συνθήκη του Ορισµού 4.8: Εφαπτόµενο επίπεδο και πρώτο κάθετο διάνυσµα Λεπτοµερέστερα. Απ΄ το άλλο µέρος. για να τιµηθεί η ϑεµελιώδης συµβολή του µεγάλου µαθηµατικού στη ϑεωρία των επιφανειών. κατά το διάνυσµα ϑέσης p του σηµείου P. το Ep είναι η µεταφορά. που σήµερα είναι γνωστή ως καµπυλότητα Gauss (Gauss curvature).

Η Θεωρία των Επιφανειών και ο Gauss 117 Χωρίς να µπούµε εδώ σε τεχνικές λεπτοµέρειες. που λαµβάνονται µ΄ αυτόν . ο οποίος στηρίζεται στην ύπαρξη του καθέτου διανύσµατος : Εικονα 15. επίσης κοντά στο P. µε τον παρακάτω τρόπο. δύο σφαιρικές επιφάνειες που εφάπτονται σε ένα επίπεδο στο σηµείο P.4). την «απόκλιση» της επιφάνειας από το να είναι το επίπεδο. Σχήµα 4. Ο Leonhard Euler (1707–1783) υπολόγισε την καµπυλότητα. ∆ιαισθητικά αντιλαµβανόµαστε ότι η σφαίρα µε τη µεγαλύτερη ακτίνα έχει µικρότερη καµπυλότητα. απέχουν από το επίπεδο λιγότερο απ΄ ότι τα σηµεία της µικρής σφαίρας. µε αντίστοιχη καµπυλότητα στο P. µπορούµε να πούµε ότι η καµπυλότητα του Gauss µετράει.10. Υπολογισµός της καµπυλότητας από τον Euler Στο σύνολο των καµπυλοτήτων όλων των καµπυλών.3.10).1. σε κάθε σηµείο. Τα σηµεία της µεγάλης σφαίρας. Σχήµα 4. Κάθε τέτοιο επίπεδο τέµνει την S κατά µήκος µιας καµπύλης γ. Leonhard Euler Θεωρούµε όλα τα επίπεδα Π. που περιέχουν το κάθετο διάνυσµα N στο σηµείο P της επιφάνειας S και είναι κάθετα στο εφαπτόµενο επίπεδο της S στο P (ϐλ. που ϐρίσκονται κοντά στο P. κγ (ϐλ §§ 3.4. σε τοµη. Το προηγούµενο σχήµα παρουσιάζει. 3.

υπάρχει µία ελάχιστη τιµή κ1 και µία µέγιστη κ2 . Carl Friedrich Gauss Συνέπεια του ϑεωρήµατος αυτού του Gauss είναι και το 4.1. τότε αυτά ϑα µπορούσαν να ανακαλύψουν το σχήµα της µε µετρήσεις στην ίδια την επιφάνεια της Γης. ∆ηλαδή η γεωµετρία της S δεν εξαρτάται από την εµβάπτισή της στον R3 . Εικονα 16. δηλαδή χωρίς προσφυγή στον περιβάλλοντα χώρο και την ύπαρξη του καθέτου διανύσµατος. Αργότερα όµως.1.118 Κεφάλαιο 4. κατέληξε στον υπολογισµό της καµπυλότητας µιας επιφάνειας S αποκλειστικά µε µετρήσεις επί της S. µε σκοπό τη σύνταξη τοπογραφικών χαρτών µεγάλης κλίµακας στο (τότε) Βασίλειο του Ανοβέρου. παρακινούµενος από γεωδαιτικές µελέτες (ως ∆ιευθυντής του Γαιωδαιτικού Ινστιτούτου του G¨ottingen). Επιστέγασµα της προσέγγισης αυτής ήταν και η απόδειξη του εποµένου διασήµου αποτελέσµατος : 4. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες τον τρόπο. ΄Ενας τέτοιος τελεστής έχει δύο ιδιοτιµές . Η ανάλυση των προηγουµένων οδηγεί και στο εξής συµπέρασµα : Αν στη Γη κατοικούσαν 2-διάστατα όντα (χωρίς την αίσθηση της τρίτης διάστασης) και είχαν τις γνώσεις και την ευφυία του Gauss.5 Θεώρηµα (Egregium). Ο Carl Friedrich Gauss. Η καµπυλότητα Gauss είναι ισοµετρική αναλλοίωτη. Κάθε επιφάνεια S διαθέτει µια εσωτερική γεωµετρία.6 Πόρισµα. Τότε η καµπυλότητα Gauss K της S στο P δίνεται από τη σχέση K p = κ1 · κ2 . ΄Ενας σύγχρονος (και σχετικά εύκολος) τρόπος υπολογισµού της καµπυλότητας προκύπτει µε «κατάλληλη» διαφόριση του N . από την οποίαν προκύπτει ένας αυτοσυζυγής (συµµετρικός) τελεστής του Tp S.

Να δικαιολογηθεί γιατί το γράφηµα µιάς διαφορίσιµης συνάρτησης f : R2 → R3 (ϐλ.7 Ασκήσεις. 1. Kp = κ1 · κ2 . για τις στερεογραφικές προβολές και τα ηµισφαίρια.2 ∆ιαφορικές Πολλαπλότητες Η έννοια της (διαφορικής) πολλαπλότητας αναπτύχθηκε από τον Bernhard Riemann (1826–1866). 4. ∆ιαφορικές Πολλαπλότητες 119 (κύριες καµπυλότητες) κ1 .2. και να ϐρεθούν οι αντιστοιχες εκφράσεις για τη στερεογραφική προβολή από το Νότιο Πόλο. Στη διάλεξη αυτή ο Riemann ανέπτυξε ϱιζοσπαστικές ιδέες για τον χώρο. Η ύπαρξη µιας µετρικής στην πολλαπλότητα. όπως αυτός (δηλ. οπότε. άρα τελικά λαµβάνοντας υπόψη ότι η επιφάνεια είναι εµβαπτισµένη στο χώρο R3 .1. Θυµίζουµε ότι ο Riemann υπήρξε µαθητής του Gauss και ο τελευταίος ήταν ίσως και ο µοναδικός καθηγητής του G¨ottingen που µπορούσε να κατανοήσει τις ϱιζοσπαστικές ιδέες του µαθητή του. και σχετικά σχόλια στη σελ. αλλά ότι είναι «καµπυλωµένος» και η καµπυλότητά του µποϱεί να υπολογιστεί (όπως και στις επιφάνειες) µε εσωτερικές µετρήσεις. δηλαδή ένα γεωµετρικό αντικείµενο που δεν είναι απαϱαίτητα εµβαπτισµένο σε κάποιον Ευκλείδειο χώρο.1. στη διάλεξή του «Επί των υποθέσεων οι οποίες ϐρίσκονται στα ϑεµέλια της γεωµετρίας»∗ (ϐλ.1. φ) όπου : ∗ Για τη µετάφραση της διάλεξης στα Αγγλικά και εκτενή επεξηγηµατικά σχόλια ϐλ. Να οριστούν τα συστήµατα συντεταγµένων (χάρτες) της S2 ως επιφάνειας.1. µε την αυστηρή έννοια του Ορισµού 4. όπως και µε τη µέθοδο του Euler. Με σύγχρονη ορολογία και συµβολισµούς (που καθιερώθηκαν µετά τα µέσα της δεκαετίας του 1930). 2. 3. ο οποίος δεν πρέπει να ϑεωρείται κατ΄ ανάγκην Ευκλείδειος. Παραδείγµατα 4.3) είναι κανονική επιφάνεια. Στα επόµενα ϑα ϑεωρήσουµε ένα σύνολο M . 28). ακόµη και άπειρη.2. ΄Ετσι ο χώρος είναι µία «πολλαπλότητα». που αποκαλύπτουν τις γεωµετρικές ιδιότητες του αντικειµένου/χώρου.1) (4. Είναι προφανές ότι οι ιδέες αυτές είχαν ως αφορµή την εσωτερική γεωµετρία του Gauss.1. έχουµε πρώτα τον επόµενο τυπικό ορισµό (συγκρίνατε µε τον Ορισµό 4.1 Ορισµός.1. οδηγεί στην εύρεση της αντίστοιχης καµπυλότητας άλλα και άλλων σχετικών µεγεθών.4. ∅. . ο Riemann) τις διατύπωσε στην παραπάνω διάλεξη.2). και µπορεί να έχει διάσταση µεγαλύτερη του 3. Spivak [38]. που σήµερα είναι γνωστή ως µετρική Riemann.1. ΄Ενας n-διάστατος χάρτης (chart) του M είναι ένα Ϲεύγος (U.1): 4. σελίδες 132–178. 4. Να αποδειχτούν οι τύποι της στερεογραφικής προβολής από το Βόρειο Πόλο (4. κ2 . M. Κι εδώ η καµπυλότητα υπολογίζεται µε τη ϐοήθεια του καθέτου διανύσµατος.

Βασική παρατήρηση: Η δεύτερη ιδιότητα του Ορισµού 4.1. συγκρινόµενο µε το αντίστοιχο Σχήµα 4. Το Σχήµα 4.12 της επόµενης σελίδας.4 της σελίδας 113. 115). οπότε λέµε.3 Ορισµός.4. ισοδύναµα. τέτοια ώστε : • M = [ i ∈I Ui .2 Ορισµός. φi ) | i ∈ I }. • Η αλλαγή των χαρτών/συντεταγµένων φj ◦ φi−1 : φi (Ui ∩ Uj ) −→ φj (Ui ∩ Uj ) είναι αµφιδιαφόρίση. ότι το M εφοδιάζεται µε µία διαφορική δοµή. ΄Ενα σύνολο M εφοδιασµένο µε ένα µέγιστο άτλαντα αποτελεί µία (nδιάστατη) διαφορική πολλαπλότητα.120 Κεφάλαιο 4. Οι τοπολογικές απαιτήσεις και οι συνθήκες διαφορισιµότητας επί των χαρτών της επιφάνειας δεν έχουν έννοια εδώ. µε φ(U ) ⊆ Rn ανοιχτό. 4. . Η αλλαγή των χαρτών µιας πολλαπλότητας απεικονίζεται στο Σχήµα 4. ΄Ενας n-διάστατος άτλαντας (atlas) του M είναι µία οικογένεια χαρτών A = {(Ui .2. και είναι το ανάλογο του Σχήµατος 4. όπου υποθέτουµε ότι τα σύνολα φi (Ui ∩ Uj ) και φj (Ui ∩ Uj ) είναι ανοιχτά υποσύνολα του Rn . δείχνει τη σχέση των χαρτών µιας πολλαπλότητας µε αυτούς µιας επιϕάνειας.11: Χάρτης πολλαπλότητας Οι χάρτες κι εδώ ορίζουν τοπικά συστήµατα συντεταγµένων. Σχηµα 4.2 (αµφιδιαφόριση αλλαγής χαρτών/συντεταγµένων) εδώ λαµβάνεται ως αξίωµα ενω στις επιφάνειες είναι ιδιότητα που αποδεικνύεται.11 παϱουσιάζει ένα χάρτη του M και. ≃ • φ : U −−→ φ(U ) ⊆ Rn είναι απεικόνιση 1 – 1 και επί. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες • U ⊆ M. 4. αφού το M είναι ένα σύνολο χωρίς καµιά δοµή (προς το παρόν).2.7 (σελ. δηλαδή ο A καλύπτει το M. όπως αναφέρεται στο Θεώρηµα 4.2. Συνολοθεωρητικά προσδιορίζονται από το ίδιο είδος απεικονίσεων (1–1 και επί) µε εναλλαγή των πεδίων ορισµού και τιµών.

µέσω των χαρτών. ∆ιαφορικές Πολλαπλότητες 121 Μέγιστος είναι ένας άτλαντας. z ′ ) της ℓ δίνεται από τη σχέση (x ′ . Γεωµετρικά. z ′ ) = λ (x. Σχηµα 4.2. Αποδεικνύεται ότι για κάθε άτλαντα υπάρχει ένας µοναδικός µέγιστος που τον πεϱιέχει. Ακριβέστερα. Εποµένως. για ένα πραγµατικό αριθµό λ . y. Μία n-διάστατη πολλαπλότητα τοπικά µοιάζει µε τον Ευκλείδειο χώρο R n . y′ . 0. z ) ένα τυχόν σηµείο της. z ). αν ℓ είναι ευθεία διερχόµενη από το 0 και (x. y. ο προβολικός χώρος περιγράφεται και αλγεβρικά ως εξής : όπου έχουµε ϑέσει n o . που διέρχονται από την αρχή των αξόνων. Συνοπτικά µπορούµε να πούµε ότι. y′ .4 Παραδείγµατα. κάθε τέτοια ευθεία καθορίϹεται πλήρως από ένα οποιοδήποτε σηµείο της. ΄Οµως.4. που περιέχει κάθε χάρτη για τον οποίον οι αλλαγές των συντεταγµένων µε όλους τους χάρτες του άτλαντα είναι αµφιδιαφορίσεις. • Ολες οι επιφάνειες (προφανώς) • ΄Ενα πιό «αφηρηµένο» πράδειγµα είναι ο (διδιάστατος) προβολικός χώρος (projective space) P2 (R). τοτε κάθε άλλο σηµείο (x ′ . ισοδύναµα.2.12: Αλλαγή συντεταγµένων πολλαπλότητας 4. αποτελείται από το σύνολο όλων των ευθειών του R3 .

y. z ] . P2 (R) ≡ [x.

.

z ) | λ ∈ R∗ . . y. y. z ] := λ (x.  [x. (x. y. z ) ∈ R3∗ .

µία απεικόνιση µεταξύ πολλαπλοτήτων f : M → N είναι διαφορίσιµη στο p ∈ M (differentiable at p) αν υπάρχουν χάρτες (U. ∈ R2 . Κατόπιν µπορούµε να ορίσουµε µίαν έννοια διαφορισιµότητας. παρ΄ όλο που κατασκευάζεται από στοιχεία του R3 . Με την προηγούµενη τοπολογία τα πεδία ορισµού U των χαρτών (U. φ) και (V. φi ) | i = 1. z ] −−−−−−→ . ψ). y. φ) της διαφορικής δοµής. Μια πολλαπλότητα M αποκτά αρχικά µία τοπολογική δοµή ορίζοντας ότι ένα A ⊆ M είναι ανοιχτό (open) αν κάθε σύνολο φ(A ∩ U ) ⊆ Rn είναι ανοιχτό (µε τη συνήθη έννοια των Ευκλειδείων χώρων).122 Κεφάλαιο 4. αλλά δεν µπορούν να εκτεθούν σ΄ αυτές τις σηµειώσεις. x x ! φ2  x z U2 = [x. z ] : x . Με ανάλογο τρόπο κατασκευάζεται από τον Rn +1 ο n-διάστατος προβολικός χώρος Pn (R). της Αντίστροφης Συνάρτησης κλπ. y. ο P2 (R) δεν είναι εµβαπτισµένος σε κάποιον Ευκλείδειο χώρο (ούτε και µπορεί να παρασταθεί). 0 ∋ [x. σε κάθε σηµείο µιας πολλαπλότητας µπορούµε να αντιστοιχίσουµε ένα γραµµικό χώρο. όπως το Θεώρηµα της Αλυσίδας. F = ψ ◦ f ◦ φ−1 : Rm ⊇ φ(U ) −→ ψ(V ) ⊆ Rn . 0 ∋ [x. για όλους τους χάρτες (U. των M και N αντίστιχα.2. y.5 Πρόταση. z ] −−−−−−→ y z  . και οι απεικονίσεις φ : U → φ(U ) είναι οµοιοµορϕισµοί. y. z ] −−−−−−→ . z ] : z . ∈ R2 . 4. y y   φ3  x y U3 = [x.13 στην επόµενη σελίδα διαφωτίζει τον ορισµό της διαφορισιµότητας. έτσι ώστε η τοπική παράσταση (local representation) της f . Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες Μπορούµε να ορίσουµε τον άτλαντα A = {(Ui . Ακριβέστερα. y. που επεκτείνει τη συνήθη διαφορισιµότητα των Ευκλειδείων χώρων. και εισάγει ένα ∆ιαφορικό Λογισµό σε πολλαπλότητες. 2. να είναι διαφορίσιµη στο φ(p) (µε τη συνήθη έννοια πλέον των Ευκλειδείων χώρων). ∈ R2 . y. Ο ∆ιαφορικός Λογισµός που προκύπτει µε αυτόν τον τρόπο έχει όλες τις καλές ιδιότητες που ξέρουµε και ικανοποιεί τα περισσότερα γνωστά ϑεωρήµατα. µε p ∈ U και f (U ) ⊆ V . Το Σχήµα 4. που καλούµε εφαπτόµενο χώρο και προσεγγίζει . z z Προφανώς. Φυσικά υπάρχει πληθώρα µαθηµατικών χώρων που είναι πολλαπλότητες. ΄Οπως και στις επιφάνειες. φ) είναι ανοιχτά σύνολα στο M. z ] : y . 3}:  φ1 U1 = [x. 0 ∋ [x.

µέσω των στερεογραφικών προβολών και των ηµισφαιρίων. Για τον κοινό άνθρωπο αυτό είναι αλήθεια. . Πρέπει να πούµε εδώ ότι οι πολλαπλότητες – σε πρώτη ανάγνωση– ϕαντάζουν ως ένα µαθηµατικό αντικείµενο πολύ δύσκολο. µετρική Minkowski κλπ. 4.2. µπορούµε να µεταφέρουµε (σχεδόν) όλο το µαθηµατικό οπλοστάσιο των Ευκλειδείων χώρων και σ᾿ αυτές. λόγω της γραµµικής δοµής του.4. που υπολογίζεται τώρα µε τις συνήθεις µεθόδους διαφόρισης σε Ευκλείδειους χώρους (πεπερασµένης διάστασης). Ουσιωδώς αυτό ανάγεται στο αντίστοιχο διαφορικό της τοπικής παράστασης. Συγκολλώντας τα εσωτερικά γινόµενα ή τις µετρικές των εφαπτοµένων χώρων καθιστούµε την πολλαπλότητα µετρικό χώρο και ορίζουµε δοµή πολλαπλότητας Riemann. Η περιγραφή του είναι πιό πολύπλοκη απ΄ αυτήν του εφαπτοµένου χώρου και του εφαπτοµένου επιπέδου µιας επιφάνειας. • Εσωτερικό γινόµενο. Να αναφέρετε τη µορφή των χαρτών της σφαίρας ως διαφορικής πολλαπλότητας. Απο την προηγούµενη σύντοµη αναφορά στις πολλαπλότητες. Για τον µέσο µαθηµατικό η µελέτη των πολλαπλοτήτων δεν είναι δυσκολότερη απ΄ αυτήν των επιφανειών που διδάσκονται στα µαθήµατα γεωµετρίας των πανεπιστηµίων.. µπορεί να κατανοήσει κανείς. 1. πολλαπλότητας Lorentz κλπ. που προκύπτουν και πάλι από αντίστοιχα αντικείµενα σε Ευκλείδειους χώρους. ∆ιαφορικές Πολλαπλότητες 123 γραµµικά την πολλαπλότητα.2. Κατόπιν να επαληθεύσετε ότι η αλλαγή των συντεταγµένων που αντιστοιχούν στα ηµισφαίρια Sx+ και Sy− είναι αµφιδιαφόριση. ότι µε τη ϐοήθεια των χαρτών. Σχηµα 4.6 Ασκήσεις. επιτρέπει να ορίσουµε : • Το διαφορικό (παράγωγο) µιας διαφορίσιµης απεικόνισης µεταξύ πολλαπλοτήτων.13: Τοπική παράσταση διαφορίσιµης απεικόνισης Ο χώρος αυτός.

Θ. που αναφέρεται στο δεύτερο από τα Παραδείγµατα 4. Πριν απ᾿ αυτό. Bernhard Riemann (1826–1866): ΄Οπως ήδη εξηγήσαµε και αλλού. από τη µια µεριά το µαθηµατικό υπόβαθρο της Θεωρίας της Σχετικότητας (Ειδικής και Γενικής).) Hendrik Antoon Lorentz (1853–1928): Είχε αντιληφθεί το 1905 κάποια παράδοξα ϕυσικά ϕαινόµενα. παρέµεινε πολέµιος της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας (Γ.3 ∆υό λόγια για τη Θεωρία της Σχετικότητας Στόχος µας εδώ είναι να περιγράψουµε µόνο τον χωρόχρονο ως πολλαπλότητα. Henri Poincar´e (1854–1912): Ασχολήθηκε (µεταξύ των άλλων) και µε προβλήµατα σχετικά µε το ϕώς και είχε διερωτηθεί αν η ταχύτητα του πρέπει να ϑεωρηθεί σταθερή. (Βλ. 4. και από την άλλη το λόγο για τον οποίον είναι δύσκολο να εξηγήσουµε το υπόβαθρο αυτό σε µη µαθηµατικό κοινό. 26.Σ. φi ) | i = 1. γεωµετρία του υπήρξε ϑεµελιώδης για τη µαθηµατική διατύπωση της Γ.2. Ο Einstein έτρεφε µεγάλοθαυµασµό γι΄ αυτόν. (Βλ. Hermann Minkowski Το 1908 δήλωσε : Από εδώ και στο εξής.124 Κεφάλαιο 4.Θ.Σ).4. για να δούµε. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες 2. µε την παραπάνω ϑεωρία. Εντούτοις.Θ. 2. πραγµατικά αποτελεί άτλαντα του προβολικού χώρου P2 (R). ϕωτογραφία του στη σελ. ο χώρος µόνος του και ο χρόνος µόνος του είναι καταδικασµένοι να εξασθενίσουν σε απλές σκιές. ϕωτογραφία του στη σελ. και µόνον ένα είδος ένωσης και των δυο ϑα αποτελέσει µιαν ανεξάρτητη πραγµατικότητα. 3}. 18. ας αναφερϑούµε σε µερικά διάσηµα ονόµατα τα οποία σχετίζονται.) Hermann Minkowski (1864–1909): Από τους πρώτους ένθερµους υποστηρικτές της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας (Ε. στην οποίαν εισήγαγε την έννοια του χωροχρόνου και µελέτησε τη γεωµετρία του. Να αποδειχθεί ότι η συλλογή A = {(Ui .Σ). χωρίς να µπορεί να κατανοήσει τη σηµασία τους (όπως έγινε από . ϑετικά ή αρνητικά.

Θ. χωρίς να µπορεί να εκτιµήσει ή να ερµηνεύσει τη ϕυσική τους σηµασία. ανεγνώρισε δηµόσια ότι η Γ. συνεκτική.Θ.3. Ο χωρόχρονος της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας είναι µία 4-διάστατη. δεν ϑα πούµε τίποτε εδώ.4. . ϕωτογραφία του στη σελ. πολλαπλότητα Lorentz.Θ. Hendrik Lorentz Οι µετασχηµατισµοί του (σήµερα γνωστοί ως µετασχηµατισµοί Lorentz χρησιµοποιήθηκαν στην Γ.) Albert Einstein (1879–1955): Για τον δηµιουργό της Ειδικής και της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας.Σ). ακόµη και ανεκδοτολογική. η οποία είναι ισοµετρική µε τον 4-διάστατο χώρο Minkowski. Είναι τεράστιο το πλήθος των ϐιβλίων και άρθρων που αναφέρονται στον άνθρωπο και επιστήµονα Einstein απο τα οποία µπορεί κανείς να αντλήσει κάθε είδους πληροφορία. ιστορική. που επικρατούσε πριν απ΄ αυτόν. (Βλ. 14. 4.1 Χωρόχρονος και ∆ιαφορική Γεωµετρία Α. τον ϕυσικό που ανέτρεψε την εικόνα του κόσµου.3. David Hilbert (1862–1943): Είχε καταλήξει σε µερικά µαθηµατικά αποτελέσµατα της Γ.Θ. χρονικώς προσανατολισµένη.Σ. επιστηµονική.Σ είναι δηµιούργηµα του Einstein. Λόγω σχετικής παρεξήγησης που δηµιουργήθηκε.Σ. ∆υό λόγια για τη Θεωρία της Σχετικότητας 125 τον Einstein µε την Ε.

η οποία είναι τοπικώς ισόµορφη µε τον 4-διάστατο χώρο Minkowski. y3 . y4 ) = −c 2 x1 · y1 + x2 · y2 + x3 · y3 + x4 · y4 όπου c η ταχύτητα του ϕωτός (η δεύτερη µορφή χρησιµοποιείται συχνά στη ϕυσική). όπως χρησιµοποιείται στη Θεωρία Βαθµίδος (gauge theory). x3 .126 Κεφάλαιο 4.Θ. Φυσικά.Θ. της αλλοίωσης των διαστάσεων κλπ. η εξίσωση του Einstein G = 8πT όπου G είναι ο τανυστής της ϐαρύτητας. εποµένως. 4. πολλαπλότητα Lorentz. Η τελευταία είναι µία (διαφορίσιµη) απεικόνιση που. x4 ) · (y1 .Σ αποτελεί γεωµετρική ερµηνεία του µακροκόσµου. Στην περίπτωση αυτή. σε κάθε σηµείο p του χωρόχρονου M. y4 ) = −x1 · y1 + x2 · y2 + x3 · y3 + x4 · y4 ή (x1 . Ο µεγάλος στόχος της σύγχρονης έρευνας είναι η ενοποίηση της Θεωρίας της Σχετικότητας (που περιγράφει τον µακρόκοσµο) µε την Κβαντική Θεωρία (που περιγράφει τον µικρόκοσµο). x3 . Μία πολλαπλότητα Lorentz είναι µία πολλαπλότητα εφοδιασµένη µε τη µετρική Lorentz. Β. χρονικώς προσανατολισµένη. και T ο τανυστής stress-energy που καϑορίζεται από την καµπυλότητα (Ricci) της πολλαπλότητας. είναι έξω από τα όρια αυτών των σηµειώσεων να περιγράψουµε τι ακριβώς εννοούµε σήµερα πια τον όρο γεωµετρία. καιτη σύµπλεξή της µε τους άλλους κλαδους των µαθηµατικών. y3 . .).3. οδηγεί στο συµπέρασµα ότι ϐαρύτητα ≡ καµπυλότητα. αντιστοιχεί µία µετρική Minkowski στον αντίστοιχο εφαπτόµενο χώρο Tp M. Ο χωρόχρονος της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας είναι µία 4-διάστατη. Στην Ε. Από τους χάρτες στις Πολλαπλότητες ∆ιευκρινίζουµε ότι ο χώρος Minkowski είναι το R4 µε την ψευδοµετρική που εισάγεται από τα «γινόµενα» της µορφής (x1 . Κυρίαρχο εργαλείο ϕαίνεται να είναι κι εδώ η γεωµετρία.2 Μερικές τεχνικές λεπτοµέρειες • Η (τοπολογική) υπόθεση της συνεκτικότητας σηµαίνει (από ϕυσική άποψη) ότι δεν υπάρχουν περιοχές του χωρόχρονου ανάµεσα στις οποίες δεν υπάρχει «επικοινωνία» (µετάδοση σήµατος). y2 . y2 . Μερικές άλλες τεχνικές λεπτοµέρειες δίνονται στην τελευταία υποπαράγραφο. στη Θεωρία των Υπερχορδών (string theory) κλπ. x2 . η Γ. τα εξαιρετικά προηγµένα µαθηµατικά εργαλεία που χρησιµοποιεί.Σ δεν υπεισέρχεται η ϐαρύτητα και υπάρχουν πολλά παράδοξα (όπως των διδύµων. συνεκτική. x4 ) · (y1 . ας άµεση συνέπεια της γεωµετρίας του χωροχρόνου. x2 .

Σ και της Γ. οπότε σχηµατίζονται δύο διπλοί κώνοι. Πολλά ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τα ϑέµατα που ϑίξαµε σ᾿ αυτό το σύντοµο κεφάλαιο. ∆υό λόγια για τη Θεωρία της Σχετικότητας • Η µετρική Minkowski διαχωρίζει τα διανύσµατα u (του R4 ή τουTp M) σε χωρικά : µηδενικά : χρονικά : αν u · u > 0 αν u · u = 0 ή u = 0. [30]. [26]. ο δεξιά και αριστερά από τα χωρικά. . και u . [32]. Για τη στοιχειώδη γεωµετρία των επιφανειών παραπέµπουµε κυρίως στα ϐιβλία [24].Θ. Ο άνω και κάτω κώνος αποτελούνται από τα χρονικά διανύσµατα. 0. Μια πλήρης µαθηµατική έκθεση της Ε. [34] και τις σηµειώσεις [7]. όπως και απλοποιηµένες παρουσιάσεις των ϑεωριών του Einstein και των συνεπειών τους. ενώ στην επιφάνεια ανήκουν τα µηδενικά (ή ϕωτεινά) διανύσµατα Σχηµα 4. Για µια πρώτη γνωριµία µε τη διαφορική γεωµετρία των πολλαπλοτήτων προτεινουµε το [44] και τις χειρόγραφες σηµειώσεις [6]. όπως στο Σχήµα 4.Σ.14: Ο κώνος ϕωτός • Χρονικός προσανατολισµός σηµαίνει ότι επιλέγουµε τον έναν από τους κώνους των χρονικών διανυσµάτων.3. που δανειζόµαστε από το ϐιβλίο [30]. αν u · u < 0.14.15: Χρονικός προσανατολισµός Σηµείωση. περιέχονται στα ϐιβλία [11]. µαζί µε τα απαραίτητα στοιχεία της γεωµετρίας των πολλαπλοτήτων Riemann και άλλων ϐασικών ϑεµάτων. Σχηµα 4.Θ.127 4. Η σχετική ϐιβλιογραφία είναι πολλή µεγάλη. όπως ϕαίνεται στο επόµενο σχήµα. περιέχεται στο [29].

.

Βιβλιογραφία [1] ∆. T. 129 . New York. Βαρσος κ. Holden-Day. Βασιλειου–Μ. Τόµος Α. [4] ∆. N. (συγγραφική οµάδα): Εισαγωγή στη Γραµµική ΄Αλγεβρα. Παπατριανταφυλλου: Σηµειώσεις ∆ιαφορικής Γεωµετρίας I. 2003. New York. Αραχωβιτης – Ε. Davis: Η Φύση και η ∆ύναµη των Μαθηµατικών. [3] Ι. Bell: The Development of Mathematics. 20010. 2009. Αναπολιτανος: Εισαγωγή στη ϕιλοσοφία των µαθηµατικών. 1989. 1992. 2005. [6] Ε. Αθήνα. Αθήνα 1985. Blattner: Projective plane geometry. 1980. http://Lecture Notes on Curves and Surfaces [7] Ε. [9] J. Βασιλειου: Σηµειώσεις Γραµµικής Γεωµετρίας. Πανεπιστήµιο Αθηνών. 2009. Αθήνα 1985. Αθήνα. 1968. [10] J. Springer. D. San Francisco. Παπατριανταφυλλου: Σηµειώσεις ∆ιαφορικής Γεωµετρίας Καµπυλών και Επιφανειών. Πανεπιστήµιο Αθηνών. [8] E.α. Ανδρεαδακης: Γραµµική ΄Αλγεβρα. Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης. Εκδόσεις Σοφία. Βασιλειου: Στοιχεία Προβολικής Γεωµετρίας. Cederberg: A Course in Modern Geometries. Ηράκλειο. Εκδόσεις Νεφέλη. [2] Σ. Θεσσαλονίκη. Πανεπιστήµιο Αθηνών. [11] D. Εκδόσεις Συµµετρία. Βασιλειου–Μ. W. [5] Ε. Dover.

Κώδικας. Press. Open Court. 1976. London. Hollingdale: Makers of Mathematics. Paris. Ελληνική µετάϕραση : Το Παράθυρο του Ευκλείδη. Soc. [20] M. Ελληνική µετάφραση : Θεµέλια της Γεωµετρίας. Prentice Hall. Moscow. The Penguin Press. Press. Κουτρουφιωτη: Στοιχειώδης ∆ιαφορική Γεωµετρία. 1971. ΕΣΠΙ. Lipschutz: Differential Geometry. 1991. Oxford Univ. V. 1997. New Jersey. J. Efimov – E. Marcel Dekker. Do Carmo: Differential geometry of Curves and Surfaces. Αθήνα. 1978. New York. L. Cambridge Univ. Cambridge. New York. Academic Press. 1975 [15] R. Τροχαλια. Math. 1979. [24] J. [18] D. Allen Lane. Hardy: A Mathematician’s Apology. [17] M. McGraw Hill. 2002. New York. McCleary: Geometry from a Differential Point of View. Prentice-Hall. Rozendorn: Linear Algebra and Multidimensional Geometry. Cambridge Univ. Springer. 1981. Ast´erisque 62. [22] ∆. 2006. 2002. Αθήνα. 1983. H. P. . Hilbert: Foundations of Geometry (Grunlangen der Geometrie). Englegood Cliffs. Penguin. Cambridge. Faber: Foundations of Euclidean and non-Euclidean Geometry. London. [26] L. Αθήνα. R. Ε. 1972. Illinois. [21] W. The Story of Geometry from Parallel Lines to Hyperspace. [23] M. 2002. New York. Mlodinov: Euclid’s Window. Mihalek: Projective Geometry and Algebraic Structures . Dombrowski: 150 Years after Gauss’ "disquisitiones generales circa superficies curvas". 1953. New Jersey . Press. Schaum’s Outline Series. Ελληνική µετάφραση : Τα Μαθηµατικά στο ∆υτικό Πολιτισµό (τόµοι Α-Β). Kline: Mathematics in Western Culture.130 Βιβλιογραφία [12] M. [25] R. Περσίδης. 1994. [14] N. 1974. Αθήνα. Henle: Modern Geometry: The Analytic Approach. [13] P. [16] G. [19] S. de France. MIR Publishers. Ελληνική µετάφραση : ∆ιαφορική Γεωµετρία. Canto edition. Τραυλός. Αθήνα 2007. Leader Books. Klingenberg: A Course in Differential Geometry. 1995.

[33] Β. Ελληνική µετάφραση Η Ποίηση του Σύµπαντος. Πάτρα. 2007. Εκδόσεις Καρδαµίτσα. Tent: Καρλ Φρίντριχ Γκάους. Academic Press. W. Μπρικας: Μαθήµατα Προβολικής Γεωµετρίας. Παπαντωνιου: ∆ιαφορική Γεωµετρία I: Θεωρία Καµπυλών. Αθήνα. Proceedings of the 5th European Summer University. Publish or Perish. 1996. 238–246]. Poincar´e: Derni`eres Pens´ees . Τόµος Ι (Στοιχείων Βιβλία I–IV). [42] D. Ελληνική µετάφραση : Στοιχειώδης ∆ιαφορική Γεωµετρία. 2007. 1997. [30] B. [36] H. [29] B. Academic Press. . Struik: Συνοπτική Ιστορία των Μαθηµατικών. Εκδόσεις Ι. 1998. 1972. Ζαχαρόπουλος. Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης. II. Ο Πρίγκηπας των Μαθηµατικών. Math. 1987. Freeman. Σάκκουλα. Αθήνα. 2007. Αθήνα. Αθήνα. [40] F. [35] J. 3–8 [reprinted from Bull. London. Vol. Prague. Αθήνα. Negrepontis–D. [37] C. New Jersey. J. Anchor Books Doubleday. Reid: Ο προκλητικός Κος Χίλµπερτ. Εκδόσεις Ν. Flammarion. O’ Neill: Elementary Differential Geometry. [38] M. Στραντζαλος: Η εξέλιξη των Ευκλειδείων και µη Ευκλειδείων Γεωµετριών (Μέρος Α). 2001. New York. Pierpont: The history of mathematics in the nineteenth century . Oprea: Differential Geometry and its Applications. pp. Wilmington. 1913. New York. Pressley: Elementary Differential Geometry. Springer. W. 1997.Βιβλιογραφία 131 [27] S. 1983. Stevenson: Projetive Planes. H. History and Epistemology in Mathematics Education. Osserman: Poetry of the Universe. [32] R. W. 37 (2000). Bull. 501–511 [28] Μ. [43] M. 2002. Soc. B. 1995. 1979. [41] Χ. Αθήνα. Σταµατης: Εὐκλείδου Γεωµετρία. 1952. 1982. Αθήνα. 11 (1905). Amer. Εκδοτικός Οικος Τραυλός. [34] A. Upper Saddle River. Τραυλός. San Francisco. Spivak: Differential Geometry. Soc. Math. [31] J. O’ Neill: Semi-Riemannian Geometry With Applications to Relativity. New York. Amer. Paris. [39] Ε. Prentice Hall. Εκδοτικός Οικος Τραυλός. Lamprinidis: The Platonic Anthyphairetic Interpretation of Pappus’ account of analysis and synthesis. 1964.

New York.W. . Birkh¨auser. Yaglom: Felix Klein and Sophus Lie. Springer. 1988. M. Boston.132 Βιβλιογραφία [44] L. 2011. [45] I. Tu: An Introductiion to Manifolds (2nd edition).

19 – συνεπές. 51 – σηµείων. 85 – µέσω µήκους τόξου. 9 – συνθετική. 71 – Υπερβολική. 14 αρχή του δυ¨ισµού. 17 – ελλειπτικό. 49. 88 – πρωτεύον κάθετο. 15 – Playfair. 19 – πλήρες. 8 – 2′ . 21 ∆έσµη – ευθειών. 11. 11 – Ελλειπτική. 87 ανοιχτό σύνολο πολλαπλότητας. 89 αµφιδιαφόριση. 120 άτοπος απαγωγή. 25 – Ουδέτερη. 51 αποδεικτική µέθοδος – αναλυτική. 24 Γεωµετρία – Απόλυτη. 17 – υπερβολικό. 114 – µέγιστος. 11. 152 αξίωµα. 122 αντίθετη καµπύλη.Πίνακας εννοιών Αίτηµα. 9 – εις άτοπον απαγωγή. 17 – Pasch. 105 – δεύτερο κάθετο. 11 – Klein. 21 – Dedekind. 121 – πολλαπλότητας. 19 άξονας σηµειοσειράς. 51 διάνυσµα – Darboux. 89 – εφαπτόµενο. 114 αναπαραµέτρηση – καµπύλης. 9 Γεωδαισιακή γραµµή. 60 απροσδιόριστες έννοιες. 8 ακτίνα καµπυλότητας. 26 – Αρχιµήδη. 9 Απόλυτη Γεωµετρία. 11 αποπλήρωση. 83. 89 133 . 50 άτλαντας – επιφάνειας. 10 – πληρότητας (γραµµικής). 26 – παραλλήλων. 11 αξιωµατικό σύστηµα – ανεξάρτητο.

65 δίσκος – Klein-Beltrami. 26 ένωση σηµείων. 102 – Egregium. 102 µέτρο ταχύτητας. 116 ευθεία. 90 – κάθετο. 11 – απλή. 23 Ελλειπτική Γεωµετρία. 118 εφαπτοµένη ευθεία. 89 – ταχύτητας. 113 επιτάχυνση.Πίνακας εννοιών 134 – πρώτο κάθετο. 105. 106 – παραµετρηµένη. 63 . 81 καµπυλότητα. 57 – κατ᾿ εκδοχήν. 151. 152 – απλή. 122 διατήρηση – συγγραµµικότητας σηµείων. 118 Ισόµορφα – προβολικά επίπεδα. 42 – εφαπτοµένη. 83 εσωτερική γεωµετρία. 90 – ευθειοποιούν. 62 – συσχετισµένο. 83 µήκος καµπύλης. 116 κέντρο δέσµης ευθειών. 87 – οµαλή. 156 καµπύλη. 53 – σηµειοσειράς. 53 Κάθετο διάνυσµα –επιφάνειας. 156 – πρώτη (καµπύλης). 88. 65 ισχύς – δέσµης ευθειών. 89 – πρώτο. 64 – προβολικών επιπέδων. 25 δυ¨ική πρόταση. 54 – συσχετισµένου επιπέδου. 89 – πρωτεύον. 105 Μεταφορά. 19 µορφισµός. 42 έλικα (κυκλική). 65 – σύνολα. 9 – Θεµελιώδες των Καµπυλών. 64 ισοµορφισµός – δοµής. 43 – κλασικό. 83 – µοναδιαίας ταχύτητας. 88 διάσταση χάρτη. 9 κυκλοειδής. 38. 26 – διπλή. 104. 82 – ιδεατή. 39 Θεώρηµα. 83 – παράλληλη. 104 έλκουσα. 81 – στο χώρο. 81 – αντίθετη. 83 µοντέλο. 90 – προβολικό. 51 κοινή έννοια. 115 –καµπύλης – δεύτερο. 115 εφαπτόµενος χωρος επιφάνειας. 57 – πραγµατική . 57 ευθείες παράλληλες. 83. 71 – σύµπτωσης. 113 διαφορίσιµη απεικόνιση πολλαπλότητας. 83 – επίπεδη. 89 κάθετος – δεύτερη (καµπύλης). 43 επίπεδο – εγγύτατο. 40. 49 Ελαχίστη ισχύς – προβολικού επιπέδου. 81 – κανονική. 24 – Poincar´e. 82 εφαπτόµενο – διάνυσµα καµπύλης. 98 καµπυλότητα Gauss. 83 – επίπεδο. 39 επιφάνεια (κανονική).

Πίνακας εννοιών – προβολικών επιπέδων. 125 – της Γ.Θ. 38. 90. 113 σηµείο. 98. ϐλέπε σχέση σύµπτωσης σφαιρική δείκτρια. 39 παραµέτρηση. 42 Τάξη προβολικού επιπέδου. 55 135 τοµή ευθειών. 120 – Lorentz.Σ. 87 – ϕυσική. 90 – συνοδεύον. 41. 90 τύποι Frenet-Serret. 122 τρίεδρο – Frenet. 9 προβολικό επίπεδο. 20. 90 – κατά µήκος καµπύλης. 102 συγγραµµικότητα. 88 – κατ᾿ εκδοχήν. 42 – ανωµαλίας.Σ. 43 τοπική παράσταση. 113 – πολλαπλότητας. 40 – πραγµατικό. 58 πολλαπλότητα – διαφορική. 106 σχέση σύµπτωσης. 39 σύστηµα συντεταγµένων. 83 – ιδεατό. 65 Οϱος. 100 – κατά µήκος καµπύλης. 102 στοιχειώδης απεικόνιση. 43 προβολικός χώρος. 91. 98 στροφή. 126 πρόταση. 121 Σηµεία συγγραµµικά. 57 – κοινό. 119 χώρος Minkowski. 8 Ουδέτερη Γεωµετρία. 49 – πεπερασµένο. 43 – δυ¨ικό. 11 Παράλληλες ευθείες. 45 – των επτά σηµείων. 22 . 93 – γενικευµένοι. 65 – επί. 126 Ψευδόσφαιρα. 71 σύµπτωση.Θ. 38. 87 πλήρωση. 126 χωρόχρονος – της Ε. 53 – πραγµατικό διάστασης 2. 65 – 1–1. 11 Χάρτης – επιφάνειας. 57 – ιδιάζον. 52 στρέψη. 51 στερεά κίνηση. 113 παράµετρος – µήκος τόξου. 101 Υπερβολική Γεωµετρία. 57 σηµειοσειρά.

.

που είναι διαφορετικές µεταξύ τους καθώς και προς την ℓ (ϐλ.9. D ανήκουν στην ℓ. C. ΄Εστω ℓ τυχούσα ευθεία ενός συσχετισµένου επιπέδου. ας πούµε η A ∨ D. ˆ .2. Σύµφωνα µε το Θεώρηµα 2. Πανεπιστήµιο Αθηνών.1. Εποµένως. c ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. ∆ιακρίνουµε τις εξής δύο µη τετριµµένες περιπτώσεις : i) Κανένα από τα προηγούµενα σηµεία δεν ανήκει στην ℓ. έχουµε αµέσως το αποτέλεσµα. Απ᾿ αυτές. και την απόδειξη της Πρότασης 2. Y . 2015. C. µία το πολύ µπορεί να είναι παράλληλη προς την ℓ. A ∨ C ϑα τέµνουν την ℓ στα αντίστοιχα σηµεία X και Y . A ∨ C και A ∨ D. υπάρχουν 4 διαφορετικά σηµεία A. D. Παρατηρούµε ότι X . γιατί διαφορετικά ϑα είχαµε ότι A ∨ B = A ∨ X = A ∨ Y = A ∨ C (άτοπο). B. B.Υποδείξεις λύσεων ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Περιλαµβάνονται οι λύσεις επιλεγµένων ασκήσεων) 2.11 (2). που είναι ανά 3 µη συγγραµµικά.1. Τότε ορίζονται οι ευθείες A ∨ B.6). Στην ακραία περίπτωση που δύο (το πολύ) από τα A. οι A ∨ B.

άρα µπορούµε να επιλέξουµε τη µια από τις υπόλοιπες. η ℓ περιέχει δύο διαφορετικά σηµεία. D. από το (ΣΕ 3) εξασφαλίζεται η ύπαρξη 3 διαφορετικών και µη συγγραµµικών σηµείων A. Τότε οι ευθείες P ∨ B. Σύµφωνα µε την προηγουµένη διαπίστωση. ii) Το P ϐρίσκεται στην τοµή δύο ευθειών. B. C. η οποία δεν περιέχει το P. τότε τα P = A και B. B.11 (2).1. B. C. Πρώτα παρατηρούµε ότι υπάρχει µία ευθεία ℓ.1. από αυτές που ορίζουν ανά 2 τα . µπορούµε να ϑεωρήσουµε τώρα µια ευθεία ℓ. Επειδή X . B. C. κατά το (ΣΕ 2). P . Y . ας πούµε το A.χ. A ακολουθώντας παρόµοια µε την προηγουµένη διαδικασία. Κατά την παραπάνω ΄Ασκηση 2. Τότε προσδιορίζουµε ένα δεύτερο σηµείο Z . i) Το P συµπίπτει µε ένα από τα προηγούµενα σηµεία. Αν το P δεν συµπίπτει µε κανένα απο τα σηµεία αυτά.11 (3). που δεν περιέχει το P. C ϑα ήσαν συγγραµµικά (άτοπο)]. P ∨ X. ορίζονται οι P ∨ X και P ∨ Y . ας τα καλέσουµε X και Y . P ∨ Y είναι 3 διαφορετικές διαφορετικές ευθείες που διέρχονται από το P. Αν το P συµπίπτει µε ένα απο τα προηγούµενα σηµεία. π.1. P ∨ B = P ∨ C. σε σχέση µε τη ϑέση του P ως προς τα A. P ∨ C και P ∨ D αποδεικνύουν τον ισχυρισµό της άσκησης.138 Υποδείξεις λύσεων ii) ΄Ενα από τα A. τότε µπορούµε να πάρουµε ως ℓ την ευθεία που ορίζουν τα άλλα δύο. υπάρχει µία µοναδική ευθεία k. Επίσης. C. όπως συνοπτικά απεικονίζεται και το επόµενο σχήµα. Β΄ Τρόπος: Θεωρούµε τα 4 σηµεία A. D του Θεωρήµατος 2. ∆ιαπιστώνουµε εύκολα ότι οι k. D ϐρίσκεται επί της ℓ. το A. που είναι παράλληλη προς την ℓ και διέρχεται από το P.9 και διακρίνουµε διάφορες δυνατές περιπτώσεις. B. επειδή είναι µεταξύ τους διαφορετικές [αν ήταν. Α΄ Τρόπος: ΄Εστω P τυχόν σηµείο ενός Σ. Πραγµατικά. τότε ϑα ανήκει το πολύ σε µία από τις 3 ευθείες που ορίζουν ανά 2 τα A.Ε. για παράδειγµα. 2. C.

όπως στην οµάδα των παρακάτω τεσσάρων σχηµάτων. για παράδειγµα. ορίζεται και η P ∨ E. Στην περίπτωση που.. αφού είναι µεταξύ τους διάφορες [αν. ϕέρνουµε από το C την k//B ∨ D και από το D την ℓ//A ∨ C. A ∨ C και B ∨ D επαληθεύουν τον ισχυρισµό. ℓ [διαφορετικά η k = ℓ ϑα συνεπάγονταν ότι το C ϑα ήταν σηµείο της ℓ (άτοπο)]. D. τότε το E ϑα ανήκε στην A ∨ C (άτοπο)]. Επίσης k /— / ℓ [στην αντίθετη περίπτωση ϑα ήταν και B ∨ D//ℓ (άτοπο)]. π. P = (A ∨ C) ∧ (B ∨ D ). Οι ευθείες P ∨ E. B. Παρατηρούµε ότι k . ήταν P ∨ E = A ∨ C. Επειδή E . Εποµένως ορίζεται το E = k ∧ ℓ. C. P.χ. .Υποδείξεις λύσεων 139 A.

S. P ∨ B. Αν S = k ∧ m και υποθέσουµε ότι η m δεν τέµνει την ℓ. Σύµφωνα µε την Πρόταση 2. ορίζεται η A ∨ B. ϑα συνεπάγονταν ότι τα A. τουλάχιστον 2 ϐρίσκονται εκτός της ℓ. Επίσης. P ∨ C.9 (2). D. ας πούµε την A ∨ B (ϐλ.2.1. Επειδή A . Πραγµατικά. δεν περιέχουν το P. 2.2. το προηγούµενο σχήµα). που είναι άτοπο. και σηµείο B της ℓ. Αν ℓ είναι οποιαδήποτε ευθεία. 2. από τα 4 σηµεία του (ΠΕ 3). Οι A ∨ B.Υποδείξεις λύσεων 140 iii) Το P ϐρίσκεται σε µία από τις ευθείες που ορίζουν 2 από τα προηγούµενα σηµεία. Αν τώρα δίνεται ένα σηµείο P.11 (4). . τότε από το S ϑα είχαµε δύο παράλληλες προς την ℓ. η A ∨ B = P ∨ C. B. Αν S = k ∧ ℓ. C. C ϑα ήσαν συγγραµµικά. Το συµπέρασµα είναι άµεση συνέπεια του αξιώµατος (ΠΕ 3) [αντιστοίχως του (ΣΕ 3)]. αν ήταν P ∨ C = P ∨ D τότε ϑα είχαµε ότι C = (P ∨ C) ∧ (C ∨ D ) = (P ∨ D ) ∧ (C ∨ D ) = D. iv) Αν το P δεν συµπίπτει µε κανένα από τα A.9 (4). 2. 2. Οι P ∨ C και P ∨ D είναι διαφορετικές µεταξύ τους καθώς και προς την A ∨ B.2. B. τουλάχιστον 2 από τις ευθείες. τότε υπάρχει σηµείο A της k. για παράδειγµα. που είναι επίσης άτοπο.2. S.6. µε A . τότε. πράγµα που αντιβαίνει στο (ΣΕ 2). µε B . τότε µπορούµε να πάρουµε τις ευθείες P ∨ A. P ∨ C.9 (3). P ∨ D αποτελούν τις Ϲητούµενες ευθείες. B. που ορίζονται από τα ίδια 4 προηγούµενα σηµεία. οι οποίες είναι διαφορετικές µεταξύ τους.

στην k. Αν το X ανήκει. Επειδή η k διαθέτει τουλάχιστον ένα σηµείο A .Υποδείξεις λύσεων 141 η A ∨ B διαθέτει ακόµη ένα σηµείο C διαφορετικό από τα A και B. Η ℓ′ διαθέτει και ένα σηµείο O . (C. B και η ℓ άλλα δύο A′ . k ) ∈ I (άτοπο). Στην περίπτωση ενός συσχετισµένου επιπέδου διακρίνουµε δύο περιπτώσεις : i) Αν οι k και ℓ τέµνονται. Αν υπάρχουν περισσότερα από 4. A. ϑέτουµε S = k ∧ ℓ. ii) Ας υποθέσουµε τώρα ότι οι k και ℓ είναι παράλληλες. B′ . S [ϐλ. για παράδειγµα. Αν το επίπεδο έχει µόνον 4 σηµεία.11 (2)]. Παρόµοια εξετάζεται η περίπτωση κατά την οποίαν το . ας πούµε. τότε δεν υπάρχει σηµείο µε τη Ϲητουµένη ιδιότητα. ΄Ασκηση 2. Το C είναι το Ϲητούµενο επειδή δεν ανήκει σε καµιά από τις δύο ευθείες. τότε αυτό είναι το Ϲητούµενο. από τις οποίες το πολύ µία είναι παράλληλη προς την X ∨ B′ . Πραγµατικά αν. Η k διαθέτει τουλάχιστον δύο διαφορετικά σηµεία A. τότε υπάρχει ένα X διαφορετικό από τα προηγούµενα. Στην περίπτωση που το X δεν ϐρίσκεται σε καµιά από τις k. Η τοµή της τελευταίας µε την µη παράλληλη από τις προηγούµενες δίνει ένα σηµείο O µε τη Ϲητουµένη ιδιότητα. µπορούµε να ϕέρουµε από το A µία (µοναδική) ευθεία ℓ′ //ℓ. τότε k = A ∨ C = A ∨ B. ℓ.1. k ) ∈ I. ∆ιαπιστώνουµε αµέσως ότι το O είναι ένα σηµείο όπως το Ϲητούµενο. τότε ορίζονται οι ευθείες A ∨ A′ και B ∨ A′ . άρα (B.

Η απόδειξη γίνεται µε συλλογισµούς δυϊκούς προς αυτούς της Προτασης 2. 2.4.4.142 Υποδείξεις λύσεων σηµείο X ανήκει στην ευθεία ℓ. – Το δυΐκό συµπέρασµα της ΄Ασκησης 2.8: Θεωρούµε ένα σηµείο O εκτός της ℓ.4.4.3.4. που δίνει το συσχετισµένο ανάλογο του Πορίσµατος 2. Το συµπέρασµα είναι δυϊκό του Πορίσµατος 2.6 και 2. Αυτό διαπιστώνεται µε πολλούς τρόπους. που οδηγεί στη µη οριζοµένη έννοια παραλληλίας σηµείων [παραλληλία δύο διαφορετικών σηµείων. Τότε. κάθε ευθεία του R3 .4 και τα Πορίσµατα 2. Θα πρέπει να προστεθούν οι Προτάσεις 2. αφού το δυϊκό του (ΠΕ 3) δεν περιέχεται στο σύστηµα των αξιωµάτων (ΠΕ 1) – (ΠΕ 3).4.3. τέµνει τη µοναδιαία σφαίρα σε δύο αντιδιαµετρικά σηµεία. Με τις ίδιες προϋποθέσεις [και χρησιµοποιώντας την ΄Ασκηση2. 2.6 είναι |J (m )| = |J (O)| − 1.6.10 (1). Η επαλήθευση των αξιωµάτων του προβολικού επιπέδου είναι άµεση.7. Για παράδειγα : – Από το δυϊκό του (ΣΕ 1). που δεν αληθεύει πάντοτε λόγω της ύπαρξης παραλλήλων ευθειών.1. .2. ϑα σήµαινε ανυπαρξία «κοινής» ευθείας (που περιέχει τα σηµεία αυτά).4. .3. 2. όπου Ai (i = 1. 2. Αντιστρόφως. η παραπάνω σχέση οδηγεί στην |J (k )| = |J (ℓ)|.7. Το επίπεδο αυτό ϐρίσκεται σε 1 – 1 και επί αντιστοιχία µε το P2 . Ορίζονται οι n διαφορετικές ευθείες O ∨ Ai . .9 (5). Σε ένα τέτοιο προβολικό επίπεδο όλες οι ευθείες ϑα περιέχουν τουλάχιστον 4 διαφορετικά σηµεία (αλλιώς ϑα αναγόµαστε στο επίπεδο των 7 σηµείων).2.11 (3) συνεπάγεται ότι κάθε ευθεία διαθέτει τουλάχιστον 3 διαφορετικά σηµεία. Επειδή από το O διέρχεται µία ευθεία παράλληλη προς την m. σύµφωνα µε την προηγουµένη άσκηση και το Πόρισµα 2. Το ίδιο το επίπεδο των 7 σηµείων.10 (6). δυΐκώς προς αυτήν των ευθειών.4. Αν όµως το επίπεδο έχει πεπερασµένο πλήθος σηµείων.4. 2.4 (3).2.4. σε αντίφαση µε το (ΣΕ 1)]. τότε το ανάλογο του Πορίσµατος 2.7.4.9 (4) για το συσχετισµένο επίπεδο].4. Επίσης.2.4 και 2. Εποµένως.4. 2. Θεωρούµε τυχόν σηµείο O εκτός της ℓ. άρα ευθεία που περνάει από το 0. το πλήθος των σηµείων ϑα είναι τουλάχιστον 32 + 3 + 1 = 13.6 ισχύει είτε το O ϐρίσκεται επί της m είτε όχι.4.7. ΄Οχι. – Από τη δυϊκή διατύπωση του αξιώµατος (ΣΕ 2).10 (3).4 (2). Ακολουθούµε τη συλλογιστική της Πρότασης2. 2.4.10 (4). που περνάει από την αρχή των αξόνων 0.4.4 (1). .10 (2). 2. έχουµε ότι |J (A)| = |J (O )| = |J (ℓ)|. 2. Εποµένως το Πόρισµα 2. κάθε µέγιστος κύκλος ορίζει ένα επίπεδο που περνάει από το 0 και αντιστρόφως. δύο αντιδιαµετρικά σηµεία ορίζουν µια διάµετρο.4. n) τα . στην πεϱίπτωση που το συσχετισµένο επίπεδο περιέχει άπειρο πλήθος σηµείων δεν ισχύει η Πρόταση 2. 2. πράγµα που δεν είναι γενικώς αληθές (: στο συσχετισένο επίπεδο των τεσσάρων σηµείων οι ευθείες έχουν ακριβώς δύο διαφορετικά σηµεία).10 (7). Πραγµατικά.

τη λύση της παραπάνω ΄Ασκησης 2. B. .10 (6) για πεπερασµένα συσχετισµένα επίπεδα] είναι |J (P )| = |J (ℓ)|+ 1 = n + 1. που δεν ανήκει στην ℓ. έχουµε (n + 1)(n − 1) + 1 = n 2 διαφορετικά σηµεία. D } ορίζουν το m · = {A.5. C. µαζί µε το O. D και τα ιδεατά k · . Οι ευθείες {A. Χωρίς ϐλάβη της γενικότητας ας υποθέσουµε ότι P = A1 . {B. l · . Οι ευθείες της πλήρωσης είναι. C}· . {A. 2. τότε [ϐλ.10 (8). τότε ορίζεται η O ∨ Q. οι {A. . {A. Αποδεικνύουµε ότι αυτά είναι ακριβώς τα σηµεία του επιπέδου : αν υπάρχει ακόµη ένα σηµείο Q διαφορετικό από τα προηγούµενα. D. . D }· = {B.4. n) τα σηµεία της. B}· = {C. Αν το P ανήκει στην ℓ. m · }. l · }. είτε µε µία από τις O ∨ Ai . m · }. δηλαδή συνολικά n + 1 ευθείες (ϐλ. προφανώς. 2. B. D } είναι παράλληλες. Παρόµοια.8 (3). l · . D }· . ε ∞ = {k · . k · }. Κάθε µία από τις προηγούµενες ευθείες διαθέτει n −1 διαφορετικά σηµεία από το O. C}. C}· = {B. οι παράλληλες {A. Εποµένως από το P διέρχονται οι ευθείες ℓ. P ∨ O και kj //O ∨ Aj (j = 2. άρα ορίζουν το ιδεατό σηµείο k · = {A. Θεωρούµε και ένα O εκτός της ℓ. D. m · . D. C. και το παραπάνω σχήµα). {B. {C. δηλαδή καταλήγουµε στο προβολικό επίπεδο των 7 σηµείων. . . . . Αν P τυχόν σηµείον του επιπέδου. η οποία αναγκαστικά ϑα συµπίπτει είτε µε την m. Εποµένως. η πλήρωση αποτελείται από τα πραγµατικά σηµεία A. ΄Εστω ℓ τυχούσα ευθεία και Ai (i = 1. Εύκολα διαπιστώνουµε ότι όλες είναι διαφορετικές µεταξύ τους. l · }. Συνεπώς. {B. D } και {B. D }· . τότε αυτό συµπίπτει µε κάποιο απο τα Ai .4. B} και {C. k · }.Υποδείξεις λύσεων 143 σηµεία της ℓ. m · }. C. Εποµένως το Q είναι ένα από τα προηγούµενα n 2 σηµεία. C} ορίζουν το l · = {A. Επίσης από το O διέρχεται και µία m παράλληλη προς την ℓ. n). ενώ οι παράλληλες {A. . .

αφού (φ. C. D (ή τα A. Θεωρούµε τυχόν σηµείο X ∈ ℓ. 2. από την τελευταία σχέση προκύπτει ότι P ∈ ℓ. Πρόκειται για την αντιθετοαντιστροφή της προηγουµένης άσκησης [: αν ήταν P < ℓ. Επειδή X .10 (4). οπότε φ(X ) ∈ ψ(ℓ). A7 } τότε παίρνουµε το συσχετισµένο επίπεδο των 4 σηµείων. 2. P. η Q ∈ m συνεπάγεται ότι φ(Q ) ∈ ψ(m ) = ψ(k ). υπάρχουν τουλαχιστον δύο ευθείες k. τότε αναγκαίως ϑα είχαµε ότι φ(P ) < ψ(ℓ) (άτοπο)]. ισχυριζόµαστε ότι δεν ισχύει το προηγούµενο συµπέρασµα. Τότε ψ(ℓ) = ψ(A ∨B) = φ(A)∨φ(B).10 (2).6. Λόγω της υπόθεσης υπάρχουν P ∈ P και ℓ ∈ L. ℓ′ ) ∈ P′ × L′ µε P ′ ∈ ℓ′ . ισοδύναµα. Εκφράζουµε πρώτα την ψ µέσω της φ: αν ℓ είναι µία ευθεία του πρώτου επιπέδου. αφού η ψ δεν είναι 1 – 1. m και ψ(k ) = ψ(m ). Εποµένως. m. B. 2.10 (3). ας πούµε τα C. Ας υποθέσουµε ότι φ(P ) ∈ ψ(ℓ). ΄Εστω τυχόν (P ′ .6. δηλαδή µπορούµε να ϐρούµε Q ∈ P και k ∈ L. ψ) είναι µορφισµός. και.8 (4).5. Αν υποθέσουµε ότι ο µορφισµός δεν είναι 1 – 1.10 (1).144 Υποδείξεις λύσεων Το παρακάτω σχήµα αποτελεί µια απεικόνιση της προηγούµενης διαδικασίας. Εφαρµόζοντας τώρα την ΄Ασκηση 2. Προφανώς Q < k. Πραγµατικά. για παράδειγµα την {A1 . S. Εποµένως φ(P ) ∈ ψ(ℓ). Επιπλέον. A5 . 2. Θέτουµε S = k ∧ m και επί της m επιλέγουµε και ένα σηµείο Q . τέτοια ώστε φ(P ) = P ′ και ψ(ℓ) = ℓ′ . Προφανώς.10 (2). Αν αφαιρέσουµε µιαν ευθεία. αν πάρουµε δύο άλλα σηµεία της ℓ. εποµένως καταλήγουµε στον ισχυρισµό. τέτοιες ώστε k . µε την οποίαν καταλήγουµε στο συµπέρασµα.6. το 1 – 1 του µορφισµού συνεπάγεται ότι X ∨ P = ℓ (άτοπο). όπως ϕαίνεται και στο επόµενο ϐοηϑητικό σχήµα. αν . 2.6. ϑεωρούµε δύο τυχόντα σηµεία της A. ορίζεται η X ∨ P. φ−1 (P ′ ) ∈ ψ−1 (ℓ′ ). έτσι ώστε Q < k και φ(Q ) ∈ ψ(k ).6. άρα ψ(X ∨ P ) = φ(X ) ∨ φ(P ) = ψ(ℓ).

την (φ. B.3 (4). 2. 0]. ψ) ορίζει µορφισµό προβολικών επιπέδων : για τυχόν (P.6. α) ∆εν υπάρχει τοµή. α) [2. Η προσεταιριστική ιδιότητα ισχύει ως αποτέλεσµα της αντίστοιχης ιδιότητας. 0. ℓ) ∈ I1  (φ1 .6.6).7. για οποιαδήποτε σηµεία A. Επειδή η φ είναι 1 – 1 και επί.10 (9). Για τυχούσα ευθεία ℓ ϑέτουµε ψ(ℓ) := φ(A) ∨ φ(B). 4] = [−2(1. 3] ∨ [1. ΄Εστω ℓ τυχούσα ευθεία του πρώτου επιπέδου.Υποδείξεις λύσεων 145 έχουµε το επίπεδο των 7 σηµείων. 1 >. µπορούµε να γράψουµε ότι ℓ = A ∨ B.7. . 0 > ∧ < 1. συνάγεται ότι ψ = ψ′ . ψ) ∈ Aut (P) διαθέτει αντίστροφη. ℓ) ∈ P1 × L1 µε P ∈ ℓ.3 (3). 2]. −5. 0. οπότε. Τέλος. ψ(ℓ) = φ(A)∨ φ(B) = φ(C)∨ φ(D ).6. Επειδή η τελευταία ισχύει για κάθε ℓ ∈ L. Σύµφωνα µε την προηγουµένη άσκηση. Είναι τα [t.6. ψ)−1 := (φ−1 .10 (5). Η ψ είναι καλά ορισµένη : πραγµατικά. B της ℓ. −2)] = [1. που αποδεικνύει τον ισχυρισµό. αν πάρουµε δύο άλλα σηµεία της C και D. ψ2 ◦ ψ1 ) (φ2 . φ(C).6. το (φ.6. 0. και την ΄Ασκηση 2. ψ1 (ℓ) ∈ I2 (φ2 ◦ φ1 .10 (7). 1.7. C.6. που έχει η σύνθεση των συνήθων απεικονίσεων. −2]. 2. 1. ψ1 ) φ1 (P ). ϑα είναι ψ(ℓ) = φ(A) ∨ φ(B) = ψ′ (ℓ).10 (5). 1. Κατόπιν διαπιστώνουµε ότι το Ϲεύγος (φ. Αναλόγως εκφράζεται η φ µέσω της ψ. 1 >= [0. (P.6. C. σύµφωνα µε την ΄Ασκηση 2. 1L ). ψ) είναι ισοµορφισός (ϐλ. Εποµένως. ℓ) µε P ∈ ℓ. 2. 0.3 (5). ϐ) ∆εν ορίζεται ευθεία αφού [−2.10 (3)]. D και η υπόθεση συνεπάγονται τη συγγραµµικότητα των φ(A). 2. για κάθε t ∈ R. 0. ϐ) < 1. φ(B). φ(P ) ∈ φ(A) ∨ φ(B) = ψ(ℓ).10 (7). αν η ευθεία διαθέτει µόνον 3 σηµεία). Το ουδέτερο στοιχείο είναι η συγγραµµικότητα (1P . −2. φ(D ). −1] = < 1. 2. Οποιαδήποτε συγγραµµικότητα (φ. άρα ψ(ℓ) = φ(C) ∨ φ(D ) = φ(A) ∨ φ(B). Η σύνθεση δύο συγγραµµικοτήτων είναι προφανώς συγγραµµικότητα. ψ2 (ψ1 (ℓ)) ∈ I3 2. 2. δηλαδή τα δεδοµένα σηµεία συµπίπτουν. το µονοσήµαντο της ψ είναι συνέπεια της ΄Ασκησης 2. ψ2 ) - ?  φ2 (φ1 (P )). διαφορετικά µεταξύ τους καθώς και προς τα προηγούµενα (ή τα A. τότε η συγγραµµικότητα των A.10 (8). που αποδεικνύει ότι ο ορισµός της ψ(ℓ) είναι ανεξάρτητος της επιλογής των σηµείων της ℓ. όπου A. όπως προηγουµένως. ο ορισµός του µορφισµού συνεπάγεται το επόµενο µεταθετικό διάγραµµα. Πόρισµα 2. B είναι δύο οποιαδήποτε διαφορετικά σηµεία της ℓ. ψ−1 ) [ϐλ. οπότε οι ευθείες έχουν ακριβώς 3 σηµεία) ϑα έχουµε ότι ℓ = A ∨ B = C ∨ D. Για οποιοδήποτε (P.

0. kq − pk] → R3 µε ̙(s) := (α ◦ h )(s) = α s kq − p k ! =p+ q−p kq − p k s. 1] −→ R3 : t 7→ α (t ) := p + t (q − p). οπότε η Ϲητούµενη αναπαραµέτρηση είναι η ̙ : [0.6 (2). το µήκος της ̙ είναι επίσης kq − p k (iv) Επειδή ̙′ (s) = L (̙) = Z kq−pk 0 ′ k̙ (u )kdu = Z kq−pk 0 du = kq − pk. το ευθύγραµµο τµήµα PQ είναι εικόνα της παραµετρηµένης καµπύλης α : [0. q είναι τα αντίστοιχα διανύσµατα ϑέσης των P. για κάθε t ∈ [0. το Θεώρηµα 3. (i) Από την α ′ (t ) = (−r sin t. δηλαδή η καµπύλη είναι κανονική. (i) Αν p. και το µήκος της δίνεται από την σχέση Z L (α ) = 1 ′ kα (u )k du = 0 Z 1 kq − pkdu = kq − pk.2)] k̙ (s) = 0. Q. q−p . για την καµπυλότητα k̙ της ̙ έχουµε ότι T (s) = ̙′ (s) = και [από την (3. kq − pk] : t 7→ kq − pkt είναι αµφιδιαφόριση µε αντίστροφη την h := s−1 : [0. 1] −→ [0.4. q−p .3.6 (1). άρα T ′ (s) = 0 kq − p k . 1]. επειδή α ′′ (t ) = 0.2 συνεπάγεται ότι kα (t ) = 0. kq − pk] −→ [0. 0 ϐλέπουµε ότι η απεικόνιση s : [0. (iii) Επειδή το µήκος τόξου της α είναι s(t ) = Z t ′ kα (u )k du = 0 Z t kq − pk du = kq − pkt.Υποδείξεις λύσεων 146 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Περιλαµβάνονται οι λύσεις όλων των ασκήσεων) 3. 0 Απ᾿ το άλλο µέρος. r cos t ). 1] : s 7→ s kq − p k . (ii) Παρατηρούµε ότι kα ′ (t )k = kq − pk . 3. Τέλος.

Υποδείξεις λύσεων 147 προκύπτει ότι ||α ′ (t )|| = r . < α (t ). αφού α ′ (t ) = (1. r sin . α ′ (t ) >= −r 2 cos t sin t + r 2 cos t sin t = 0. t 2 ). 2π ] −→ R : t 7→ s(t ) := Z t kα ′ (u )k du = rt. −r sin t ) = −α (t ). δηλαδή µε το σηµείο α (t ) και η ταχύτητα είναι α ′ (t ). 2πr ] → R2 µε ̙(s) = (α ◦ h )(s) = α s r   s s = r cos . Εποµένως. 2π ] : s 7→ s r . Προφανώς. t ∈ R. 2t ) . − sin k (s) = kT ′ (s)k = 1 r  . (iv) Για το µήκος της α έχουµε kα ′ (t )k = r. µε αντίστροφη την h := s−1 : [0. r r Για την καµπυλότητα της τελευταίας έχουµε ότι   s s T (s) = ̙ (s) = − sin . ′ απ᾿ όπου παίρνουµε  1 T ′ (s) = − και r r r s 1 s r r r cos . 0 ΄Αρα η s : [0. · 3. άρα α ′ (t ) = r . Είναι κανονική. . δηλαδή η α είναι παραµέτρηση κανονικής καµπύλης. Ορίζουµε την συνάρτηση µήκους τόξου s : [0. 0. ∀ t ∈ R. (iii) α ′′ (t ) = (−r cos t. 0. cos . 2π ] → [0. 0. (ii) Κάθε χρονική στιγµή t η ακτίνα συµπίπτει µε την ϑέση του κινητού. 0. 2πr ] είναι αµφιδιαφόριση. 0 (v) Είναι kα ′ (t )k = r . άρα L (α ) = Z 2π ′ 0 kα (t )kdt = Z 2π rdt = 2πr. και η Ϲητούµενη αναπαραµέτρηση είναι η ̙ : [0. που σηµαίνει ότι α (t ) ⊥ α ′ (t ). 2πr ] −→ [0.6 (3). είναι µία παραµέτρηση της αναφερόµενης παραβολής. η α (t ) = (t.

α ′ (t ) × α ′′ (t ) = (0. t ∈ R. |f | N (t ) =  Η καµπυλότητα. 0 ′′ ′ 2 |f (t )| · 1 + f (t ) f ′′ (t )  . f ′′ (t ).   1/2 1/2 1 + f ′ (t )2 1 + f ′ (t )2 1 f ′′ (t ) ′ 1/2 . Οπότε.2. Προφανώς. ϐάσει του Θεωρήµατος 3. τ = 0 (ϐλ. 0.4. ≡  1/2 |f ′′ (t )| · 1 + f ′ (t )2 ! f ′′ B(t ) = 0.1. ′′ = (0. 0. η καµπυλότητα υπολογίζεται από τη Θεώρηµα 3. Επειδή  1/2 . Είδαµε ότι B(t ) = ±e3 (σταθερά).2. σύµφωνα µε Θεώρηµα 3. Για την α έχουµε ότι α ′ (t ) = (1. f ′ (t ). αφού η α (t ) είναι επίπεδη καµπύλη. άρα το t = 0 είναι σηµείο ανωµαλίας. Για λέπτοµέρειες παραπέµπουµε στις Σηµειώσεις [7]. . f ′′′ (t )) ≡ (0. f (t )). f ′′ (t )). 0. 2t. που εν γένει δεν είναι µοναδιαίας ταχύτητας. 2. α ′′ (t ) = (0. αφού ̙′ (t ) = (3t 2 . f ′′′ (t ). − f ′ (t ). 0) ϐρίσκουµε ότι k (t ) = 2 1 + 4t 2 −3/2 . Η ̙ είναι µία καµπύλη της οποίας η εικόνα είναι η ίδια παραβολή.3.6 (4). − f (t ).5. 1. f ′ (t ). kα ′ (t )k = 1 + f ′ (t )2 ∀ t ∈ R. 0). 0). όµως δεν είναι κανονικη. f ′ (t )) ≡ (1. 1 . Θεώρηµα 3. Επειδή α ′ (t ) = (1.4. α ′′ (t ) = (0. έχει εικόνα ακριβώς το γράφηµα της f . 0 ≡ . είναι k (t ) = |f ′′ (t )| 1 + f ′ (t )2 3/2 . α ′′′ (t ) = (0. 2. 2) ≡ (0. 3. 0). 1. 0). f ′′ (t )) ≡ (0.5). 6t 5 ). 2t ) ≡ (1. ±1) = ±e3 . 0.Υποδείξεις λύσεων 148 Επειδή η α δεν είναι µοναδιαίας ταχύτητας. είναι : T (t ) =   1 . Η καµπύλη α (t ) = (t. έχουµε κανονική καµπύλη. 0). α ′ (t ) × α ′′ (t ) = (0. f ′ (t ) . Αυτό συµβαίνει σε όλες τις επίπεδες καµπύλες. 1.

3. δηλαδή. cos t. − √ sin t . άρα Επίσης  1/2 kα ′ (t )k = a 2 sin2 t + b2 cos2 t . 0 Για την καµπυλότητα έχουµε ′ ! 1 1 ′′ T (t ) = α (t ) = − √ cos t. b cos t. α ′′ (t ) = (−a cos t. b cos t ) ≡ (−a sin t. έχουµε ότι x2 a2 + y2 b2 = 1. Θέτοντας x = a cos t και y = b sin t. .Υποδείξεις λύσεων 149 3. Παρατηρούµε ότι 1 B(t ) = T (t ) × N (t ) = α ′ (t ) × α ′′ (t ) = √ (−e1 + e3 ) = c 2 άρα B′ (t ) = 0. −b sin t ) ≡ (−a cos t. 0) και α ′ (t ) × α ′′ (t ) = abe3 . τελικά. − √ cos t .6 (6). Είναι ! 1 1 ′ T (t ) = α (t ) = − √ sin t. και τ (t ) = − < N (t ). B′ (t ) >= 0. η α είναι επίπεδη καµπύλη. 2π 1dt = 2π. άρα πρόκειται για έλλειψη. 2 2 άρα ′ kα (t )k = 1 2 1 2 2 sin t + cos t + sin t 2 2 δηλαδή η α είναι καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. µε L (α ) = Z 2π ′ kα (t )kdt = 0 Z 1/2 = 1. 2 2 οπότε k (t ) = kT ′ (t )k =  1 2 cos2 t + sin2 t + 1 2 cos2 t 1/2 = 1. − sin t. 0).6 (5). −b sin t. Βρίσκουµε : α ′ (t ) = (−a sin t.

Υποδείξεις λύσεων 150 απ᾿ όπου kα ′ (t ) × α ′′ (t )k = ab. Θεωρούµε την s : [0. εποµένως kα ′ (t )k = (r 2 + b2 )1/2 =: c > 0. και τελικά k (t ) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k ab . (i) Είναι α ′ (t ) = (−r sin t. c c c c c άρα  ′ T (s) = − και r c2 cos s c . Σχετικά µε την στρέψη. = 2 2 ′ 3 kα (t )k (a sin t + b2 cos2 t )3/2 3. − k (s) = kT ′ (s)k = r c2 r c2 sin s c . r cos t.0  . 2πc ] −→ R3 : s 7→ ̙(s) = (α ◦ h )(s) = r cos c . ′ c c . 0. b). . είναι : N (s) = 1 k (s)   s s .6 (7). cos . 2π ] −→ R : t 7→ Z t kα ′ (u )kdu = tc 0 και την αντίστροφή της h : [0. 2π ] : s 7→ s c . Αρα η Ϲητούµενη αναπαραµέτρηση είναι η  s ̙ : [0. 2πc ] −→ [0. . T (s) = − cos − sin 0 . r sin (ii) Για την καµπυλότητα της ̙ έχουµε   r s r s b T (s) = ̙′ (s) = − sin .

.

.

 .

.

e1 e2 e3 .

.

.

 b s b s r B(s) = .

.

T1 T2 T3 .

.

= sin . . . − cos .

.

.

c c c c c N1 N2 N3 .

2 sin . 0 c c c c ′ b  s b  . s . απ΄ όπου προκύπτει ότι  s b s B (s) = 2 cos . c c .

kα ′ (t )k = (1 + t 2 )1/2 > 0. . t ) ≡ (1. e3 > kB(s)k · ke3 k = < B(s). 0). δηλαδή η ευθεία που διέρχεται από το ̙(s) και έχει κατεύθυνση το δεύτερο κάθετο διάνυσµα B(s). e3 > = b c . α ′′ (t ) = (0. για την γωνία ω του τελευταίου ερωτήµατος έχουµε ότι cos ω = < B(s).Υποδείξεις λύσεων 151 και τ (s) = − < N (s). 1. t. e3 > kT (s)k · ke3 k = < T (s). e3 > = 3. (iv) Η δεύτερη κάθετος της ̙ στο σηµείο ̙(s) είναι η ευθεία ϸs (t ) = ̙(s) + tB(s). (iii) Για τη γωνία φ έχουµε ότι cos φ = < α ′ (t ). 1) ≡ (0. B′ (s) > = b c2 . Είναι : α ′ (t ) = (1. 0). e3 > kα ′ (t )k · ke3 k = b c . t ∈ R. Εποµένως. Παρατηρούµε ότι η φ δίνεται και από τη σχέση cos φ = < T (s).6 (8).

.

.

.

.

e1 e2 e3 .

.

.

α ′ (t ) × α ′′ (t ) = .

.

1 t 0 .

.

= e3 . .

.

.

0 1 0 .

. Παρατηρούµε ότι α ′ (t ) = (2t. 3t 2 ) r c . = kα ′ (t )k3 (1 + t 2 )3/2 3. k (t ) = kα ′ (t ) × α ′′ (t )k 1 . Εποµένως.6 (9). kα ′ (t ) × α ′′ (t )k = 1.

Είναι όµως κανονική στα διαστήµατα (−∞. +∞). Για t . . α ′′ (t ) = (2. 6t ). 0) και η α δεν είναι κανονική σε όλο το R.Υποδείξεις λύσεων 152 άρα α ′ (0) = (0. 0) και (0. 0 έχουµε kα ′ (t )k = (4t 2 + 9t 4 )1/2 .

.

.

.

.

e1 e2 e3 .

.

.

α ′ (t ) × α ′′ (t ) = .

.

2t 3t 2 0 .

.

= 6t 2 e3 = (0. 6t 2 ). 0. .

.

.

2 6t 0 .

1). = k (t ) = kα ′ (t )k3 (4t 2 + 9t 4 )3/2 3. οπότε το κέντρο K = (0. 6t 2 ) (να σηµειωθεί εδώ ότι το s δεν είναι κατ᾿ ανάγκην µήκος τόξου). ϐρίσκουµε ότι cos θ = < α ′ (t ). 3. sin(t + π/2)) διαγράφει τον κύκλο µε την ίδια ϕορά. v >′ ≡ < α. Πράγµατι. Η ̙(t ) = (cos(t + π/2).6 (10). 0). ότι < α (t ). sin(π/2 − t )). που είναι παράλληλη προς το διάνυσµα α ′ (t ) = (3.6 (12). 3. y). Αφού < α (0). v > = 0. Επειδή η Ϲητούµενη γωνία θ είναι η γωνία των ανωτέρω διανυσµάτων. 0). οπότε 6t 2 kα ′ (t ) × α ′′ (t )k . µε ̙(0) = (0. 3. µετακινείται στη ϑέση A = (x. < α (t ). kα ′ (t ) × α ′′ (t )k = 6t 2 . δηλαδή η α (t ) = ̙(−t ) = (cos(π/2 − t ). 0 >= 0. 1). v′ > = 0+ < α (t ). v > kα ′ (t )k · kvk = √ 3 + 6t 2 9 + 36t 2 + 36t 4 · √ = 2 √ 2 2 = cos π  4 . v >′ = 0. 1). v > είναι σταθερό ή. 6t. sin t ) διαγράφει τον κύκλο µε ϕορά αντίθετη των δεικτών του ωρολογίου και έχει γ (0) = (1. v > + < α (t ). Η αντίθετη καµπύλη της ̙. διαγράφει τον κύκλο µε την αντίθετη ϕορά και έχει α (0) = ̙(0) = (0. v >′ (t ) = < α ′ (t ). ισοδύναµα. αρκεί να δείξουµε ότι < α (t ). Η γ (t ) = (cos t. r ) του κύκλου ϑα µετακινηθεί κατά ένα µήκος a .6 (13). (i) ΄Εστω ότι το A.6 (11). Η ευθεία που ορίζεται από τις συνθήκες y = 0 και x = z περιέχει το διάνυσµα v = (1. t ∈ R. από την αρχική του ϑέση στο (0. Η εφαπτοµένη της α στο τυχόν σηµείο α (t ) είναι η ευθεία ϸt (s) = α (t ) + sα ′ (t ). 0.

η εφαπτοµένη δεν ορίζεται. για θ = 0 και θ = 2π. Τότε έχουµε x = OB − AA′ = rθ − r sin θ = r (θ − sin θ). α ′ (π ) = (2r. (ii) Παρατηρούµε ότι  α ′ (θ) = r (1 − cos θ). r (1 − cos π )) + s(r (1 − cos π ). r sin θ . y K K¢ A¢¢ q r A A¢ pr B O 2pr x Τότε στον άξονα x ′ Ox ακουµπά το σηµείο B και το τόξο AB έχει µήκος a. ενώ για θ = π είναι ϸπ (s) = α (π ) + sα ′ (π ) = r (π − sin π ). 0). 2r ) + s(2r.Υποδείξεις λύσεων 153 και ϑα έρθει στο σηµείο K ′ = (a. 0). Αν θ είναι [ η γωνία A KB τότε a = rθ. α ′ (2π ) = (0. 0). 0) = (rπ + 2rs. r (1 − cos θ) . απ᾿ όπου παίρνουµε α ′ (0) = (0. 2 . άρα η κυκλοειδής περιγράφεται από την παραµέτρηση  α (θ) = r (θ − sin θ). ΄Αρα.  (iii) Χρησιµοποιώντας τους γνωστούς τριγωνοµετρικούς τύπους του διπλασίου τόξου. Συµβολίζουµε µε A′ και A′′ τις προβολές του A στις ευθείες K ′ B και KK ′. y = OK − AA′′ = r − r cos θ = r (1 − cos θ). ϐρίσκουµε ότι kα ′ (θ)k2 = r 2 (1 + cos2 θ − 2 cos θ + sin2 θ)   θ θ = 2r 2 (1 − cos θ) = 2r 2 1 − cos2 + sin2 2 = 4r 2 sin2 θ 2 . r sin π = (rπ. 2r ). r ).

Υποδείξεις λύσεων 154 οπότε .

.

θ .

.

θ kα ′ (θ)k = 2r .

.

sin .

.

L (α ) = Z 2π ′ 0 = 2r Z kα (θ)kdθ = 2r Z 2π sin 0 θ 2  π 0 0 ≤ θ ≤ 2π. 2 Εποµένως. 2 dθ . = 2r sin .

.

π  2 sin φ dφ = 4r − cos φ.

Αξίζει να παρατηρήσουµε ότι ανάλογα συµπεράσµατα ισχύουν για όλα τα διαστήµατα της µορφής (2kπ. z.0 = 4r (− cos π + cos 0) = 8r. Η καµπύλη είναι κανονική µόνο σε αυτά. ω × N = xT × N + yN × N + zB × N = xB + y0 + −zT = xB − zT άρα. Αναλόγως. αν υπάρχει τέτοιο διάνυσµα. λόγω της υπόθεσης N ′ = ω × N . ϐάσει της υπόθεσης T ′ = ω × T . Αποδεικνύουµε ότι το ω ικανοποιεί και την τρίτη ισότητα : ω × B = (τT + kB) × B = (τT × B) + kB × B = −τN + 0 = B′ . 2(k + 1)π ). και ϑα προσδιορίσουµε τους συντελεστές x.6 (14) (i) Θέτουµε ω = xT + yN + zB. xB − zT = N ′ = −kT + τB οπότε x = τ και z = k. y. ∆ηλαδή. Τότε ω × T = xT × T + yN × T + zB × T = x0 − yB + zN = −yB + zN οπότε. απ᾿ την οποίαν προκύπτει ότι y = 0 και z = k. ΄Αρα αποδείχθηκε η ύπαρξη (και το µονοσήµαντο) του ω. . 3. − yB + zN = T ′ = kN. ϑα είναι το ω = τT + kB. k ∈ Z.

όπου p ∈ R3 είναι το διάνυσµα ϑέσης του P. Παραγωγίζοντας την (∗ ) έχουµε.6 (15). Η εξίσωση της εφαπτοµένης της ̙ στο ̙(s) είναι ϸs (t ) = ̙(s) + t̙′ (s). T ′ × T ′′ = kN × (−k 2 T + k ′ N + τkB) = −k 3 (N × T ) + kk ′ (N × N ) + τk 2 (N × B) = k 3 B + 0 + τk 2 T = k 2 (kB + τT ) = k 2 ω. ̙′(s) > ⇒ λ(s) < T (s). τότε. για κάθε s ∈ J : (∗ ) ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ̙′ (s) + λ′ (s)̙′ (s) + λ(s)̙′′ (s) = 0 T (s) + λ′ (s)T (s) + λ(s)T ′ (s) = 0 (1 + λ′ (s))T (s) + λ(s)k (s)N (s) = 0 1 + λ′ (s) = λ(s)k (s) = 0 λ′ (s) = −1 και λ(s)k (s) = 0 λ(s) = c − s και (c − s)k (s) = 0 k (s) = 0. T (s) > = < p − ̙(s). t ∈ R. ϑα υπάρχει ts ∈ R. 3. Εποµένως. για την εφαπτοµένη ϸs (t ) = ̙(s) + t̙′ (s) ϑα υπάρχει ts . υπάρχει λ(s) ∈ R έτσι ώστε ̙(s) + λ(s)̙′ (s) = p. ̙′(s) > . π. αφού (∗ ) ⇒ λ(s)̙′ (s) = p − ̙(s) ⇒ < λ(s)̙′ (s). Εποµένως. Αν πάρουµε ένα άλλο σηµείο της καµπύλης. ̙′ (s) > = < p − ̙(s). (∗) που εκφράζει ακριβώς την συνθήκη της εκφώνησης. .Υποδείξεις λύσεων 155 (ii) Από τη σχέση T ′ = kN παίρνουµε ότι T ′′ = k ′ N + kN ′ = k ′ N + k (−kT + τB) = −k 2 T + k ′ N + τkB. Λόγω της υπόθεσης.χ. έτσι ώστε ϸs (ts ) = p. δηλαδή ̙(s) + ts ̙′ (s) = p. έτσι ώστε ̙(s) + ts ̙′ (s) = p. ̙(s). και παρόµοια και για τα άλλα s ∈ J . Η απεικόνιση s 7→ λ(s) είναι διαφορίσιµη. ̙′ (s) > ⇒ λ(s) = < p − ̙(s). για κάθε s ∈ J .

δηλαδή η ̙ ϑα εκφυλιζόταν σε σηµείο (επίσης άτοπο). δηλαδή η ευθεία που διέρχεται από το α (s) και έχει κατεύθυνση το πρώτο κάθετο διάνυσµα N (s). για κάθε s ∈ J . και από την k (s) = 1/λ = σταθερά έχουµε ότι η α είναι τµήµα κύκλου. λύση της ΄Ασκησης 3. Η λ είναι διαφορίσιµη συνάρτηση : από την (∗ ) προκύπτει ότι λ(s) = < λ(s)N (s). διαφορετικά ϑα είχαµε ότι λ′ (s) = 0 (άτοπο). ας υποθέσουµε ότι. 0. υπάρχει λ(s) ∈ R µε α (s) + λ(s)B(s) = p. Το αντίστροφο είναι άµεσο : το P είναι το κέντρο του κύκλου.6(7)] είναι η ευθεία που διέρχεται από το α (s) και έχει κατεύθυνση το δεύτερο κάθετο διάνυσµα B(s). t ∈ R. B(s) >. . (∗) Η λ είναι διαφορίσιµη επειδή λ(s) = < λ(s)B(s).Υποδείξεις λύσεων 156 που ισοδυναµεί µε το ότι η ̙ είναι ευθεία. B(s) > = < P − α (s). υπάρχει λ(s) ∈ R µε την ιδιότητα α (s) + λ(s)N (s) = p. (*) (: p το διάνυσµα ϑέσης του P). Η πρώτη κάθετος της α στο α (s) είναι η ευθεία ϸs (t ) = α (s) + t N (s). Ακολουθώντας το σκεπτικό της προηγούµενης άσκησης. για κάθε s ∈ J . ∀ s ∈ J . δηλαδή η ϸs (t ) = α (s) + tB(s). 3. η υπόθεση συνεπάγεται ότι.6 (16). λk (s) = 1 και λτ (s) = 0. Η δεύτερη ισότητα δίνει λ . δηλαδή η α είναι επίπεδη καµπύλη. 0. Υπενθυµίζεται ότι η δεύτερη κάθετος της α στο α (s) [ϐλ. 3. Με τους συλλογισµούς των δύο προηγουµένων ασκήσεων. Προφανώς c − s . ΄Αλλωστε.6 (17). t ∈ R. N (s) > . η τελευταία δίνει τ = 0. Παραγωγίζοντας τώρα την (∗ ) έχουµε : (∗) ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ ⇒ α ′ (s) + λ′ (s)N (s) + λ(s)N ′ (s) = 0 T (s) + λ′ (s)N (s) + λ(s)(−k (s)T (s) + τ (s)B(s)) = 0 (1 − λ(s)k (s))T (s) + λ′ (s)N (s) + λ(s)τ (s)B(s) = 0 1 − λ(s)k (s) = λ′ (s) = λ(s)τ (s) = 0 λ = c (σταθερά). και η λ(s) = 0 συνεπάγεται ότι ̙(s) = p. N (s) > = < p − α (s).

z ) − ̙(so ) ανήκει στον υπόχωρο που παράγουν τα N (so ) και B(so ). 3. (⇒) : Από την υπόθεση. z ) του κάθετου επίπεδου στο α (to ) ικανοποιούν την αντίστοιχη της (∗) < (x. υπάρχει λ(s) ∈ R ώστε (∗) λ(s)T (s) = u = σταθ. που ισοδυναµεί µε το ότι η α είναι ευθεία (Θεώρηµα 3.6 (19). T (s) >. Από την ισότητα λ′ (s) = 0 προκύπτει ότι λ(s) = c. y. τότε u = c T = 0. παραγωγίζοντας την (∗ ). για κάθε s ∈ J .3.Υποδείξεις λύσεων 157 άρα. . z ) − ̙(so ). z ) του κάθετου επίπεδου στο ̙(so ) ικανοποιούν την σχέση (∗ ) < (x. ̙′ (so ) > = 0. T (s) > = < u. y. ΄Αρα c . z ) ∈ R3 είναι σηµείο του κάθετου επίπεδου στο σηµείο ̙(so ) εάν και µόνο εάν η διαφορά (x. Παρατηρούµε ότι λ(s) = < λ(s)T (s). z ) − α (to ). Αν c = 0. T (so ) > = 0. 0. y. έχουµε ότι α ′ (s) + λ(s)B′ (s) + λ′ (s)B(s) = 0. z ) − ̙(so ). 3. T (to ) > = 0. η οποία ισχύει µόνο όταν 1 = −λ(s)τ (s) = λ′ (s) = 0. δηλαδή η λ(s) είναι διαφορίσιµη συνάρτηση. που είναι άτοπο. T (s) − λ(s)τ (s)N (s) + λ′ (s)B(s) = 0. (ii) ΄Εστω τώρα ότι έχουµε µια κανονική καµπύλη α (t ). < (x. ισοδύναµα. y. Ενα (x. που είναι άτοπο. Τα σηµεία (x. και η ισότητα c k (s) = 0 δίνει ότι k = 0. (⇐) : Προφανές. y.6 (18). y. ή. y. ισοδύναµα. Παραγωγίζοντας την (∗ ) έχουµε : (∗ ) ⇒ λ′ (s)T (s) + λ(s)T ′ (s) = 0 ⇒ λ′ (s)T (s) + λ(s)k (s)N (s) = 0 ⇒ λ′ (s) = λ(s)k (s) = 0.5). ΄Αρα τα σηµεία (x. όχι κατ΄ ανάγκη µοναδιαίας ταχύτητας. δηλαδή είναι κάθετη στο T (so ) = ̙′ (so ). (i) ΄Εστω ότι έχουµε καµπύλη ̙(s) µοναδιαίας ταχύτητας. ή.

z ) − ̙(so ). ∀ t ∈ R. y. 3. < (x. ̙′ (t ) > = 0. z ) του εγγυτάτου επίπεδου στο α (to ) ικανοποιούν την αντίστοιχη της (∗ ) < (x. y. y. z ) − ̙(so ) ανήκει στον υπόχωρο που παράγουν τα T (so ) και N (so ). . y. y. όχι κατ᾿ ανάγκη µοναδιαίας ταχύτητας. δηλαδή είναι κάθετη στο B(so ). η προηγούµενη µετασχηµατίζεται στην * (x. z ) του εγγύτατου επίπεδου στο ̙(so ) ικανοποιούν την σχέση < (x.5. a sin t cos t. (ii) ΄Εστω τώρα ότι έχουµε µια κανονική καµπύλη α (t ). y. α ′ (to ) kα (to )k + = 0. αν < (0. z ) ∈ R3 είναι σηµείο του εγγύτατου επίπεδου στο σηµείο ̙(so ) εάν και µόνο εάν η διαφορά (x. (2a sin t cos t. (∗ ) Επειδή B(so ) = T (so ) × N (so ) = ̙′ (so ) × T ′ (so ) k (so ) = ̙′(so ) × ̙′′ (so ) k (so ) . 0. ̙′ (so ) × ̙′′ (so ) > = 0. (i) ΄Εστω ότι έχουµε καµπύλη ̙(s) µοναδιαίας ταχύτητας. Συνεπώς. z ) − α (to ). a (cos2 t − sin2 t ). 0. Τα σηµεία (x. B(so ) > = 0. α ′ (to ) > = 0. ̙′ (t ) > = < ̙(t ). Παρατηρούµε ότι  ̙′ (t ) = 2a sin t cos t. y. η (∗ ) ισοδυναµεί µε την < (x. 0) ανήκει στο κάθετο επίπεδο σε κάθε σηµείο ̙(t ). z ) − ̙(so ). −a sin t ) > = 2a 2 sin3 t cos t + a 2 sin t cos3 t − a 2 sin3 t cos t − a 2 sin t cos t = a 2 sin3 t cos t + a 2 sin t cos3 t − a 2 sin t cos t = a 2 sin t cos t (sin2 t + cos2 t ) − a 2 sin t cos t = 0. a cos t ). Εφαρµογή. z ) − α (to ). < ̙(t ). Ενα (x.1).Υποδείξεις λύσεων 158 Μέσω της (3. ή. y. a (cos2 t − sin2 t ). ΄Αρα τα σηµεία (x. z ) − α (to ). −a sin t . y. Σύµφωνα µε αυτά που είπαµε προηγουµένως. 0) − ̙(t ). ̙′ (t ) > = < (a sin2 t. B(to ) > = 0.6 (20). ισοδύναµα. το σηµείο (0.

y. − sin t. 1. και. 0) = 0 ⇔ 2    π x. 1) × (0. 2 2 2 2 2 α ′ (t ) = (− sin t. 2 2 2 Υπολογίζουµε : π   π   π π π α = cos . 0) ΄Αρα η εξίσωση του εγγύτατου επίπεδου γίνεται     π (x. sin . (−1. cos . 0.3)] B(to ) = α ′ (to ) × α ′′ (to ) kα ′ (to ) × α ′′ (to )k παίρνουµε την συνθήκη * (x. 0. y. α ′ (to ) × α ′′ (to ) kα ′ (to ) × α ′′ (to )k + = 0. cos t. y. 0 = (0. Εφαρµογή. . Τα σηµεία του Ϲητούµενου εγγύτατου επίπεδου ικανοποιούν την συνθήκη π  π  π  < (x. 0. 0) = 0 ⇔ 2 . −1. 1) 2 2 α (t ) = (− cos t. 1) α′ π  ′′ 2   π π = − sin . y.5. z ) − α (to ). z − . z ) − α . y − 1. < (x. −1. 1) × (0. 1.Υποδείξεις λύσεων 159 Χρησιµοποιώντας την ισότητα [ϐλ. ισοδύναµα. (−1. α′ × α ′′ > = 0. (3. 0) α ′′ π  2   π π 2 2  = − cos . −1. = 0. α ′ (to ) × α ′′ (to ) > = 0. z ) − 0. − sin . 1 = (−1. z ) − α (to ).

.

.

.

.

x y − 1 z − π2 .

.

.

.

.

.

0 1 .

.

= 0 ⇔ .

.

−1 .

.

0 −1 0 .

z ) ∈ R3 είναι σηµείο του ευθειοποιούντος επιπέδου στο σηµείο ̙(so ) εάν και µόνο εάν η διαφορά (x. z ) − ̙(so ). y. y. y. δηλαδή είναι κάθετη στο N (so ). 3.6 (21). . ΄Αρα τα σηµεία (x. (i) ΄Εστω ότι έχουµε καµπύλη ̙(s) µοναδιαίας ταχύτητας. z ) του ευθειοποιούντος επιπέδου στο ̙(so ) ικανοποιούν την συνθήκη (∗ ) < (x. Ενα (x. y. x +z = π 2 . N (so ) > = 0. z ) − ̙(so ) ανήκει στον υπόχωρο που παράγουν τα T (so ) και B(so ).

(3.2)] N (to ) = ϐρίσκουµε ότι *  α ′ (to ) × α ′′ (to ) × α ′ (to ) kα ′ (to ) × α ′′ (to )k · kα ′ (to )k (x. Υπολογίζουµε :  α (1) = 1. τα σηµεία του Ϲητούµενου ευθειοποιούντος επιπέδου ικανοποιούν την συνθήκη  < (x. 2 3 1 1 (x. ισοδύναµα.Υποδείξεις λύσεων 160 Επειδή N (so ) = T ′ (so ) k (so ) = ̙′′ (so ) k (so ) η (∗ ) µετασχηµατίζεται στην * (x. 1) α ′′ (t ) = (0. 1 1 . στην < (x. z ) − ̙(so ). z ) − ̙(so ). Λαµβάνοντας υπ᾿ όψιν ότι [ϐλ. ̙′′ (so ) > = 0. ισοδύναµα. Τα σηµεία (x. ή. (α ′ (to ) × α ′′ (to )) × α ′ (to ) > = 0.5. y. z ) − α (to ). (ii) ΄Εστω τώρα ότι έχουµε µια κανονική καµπύλη α (t ). (∗∗ ) < (x. Εφαρµογή.  α ′ (to ) × α ′′ (to ) α ′ (to ) kα ′ (to ) × α ′′ (to )k · kα ′ (to )k + = 0. z ) − α (1). ̙′′ (so ) k (so ) + . z ) − α (to ). z ) του ευθειοποιούντος επιπέδου στο α (to ) ικανοποιούν την αντίστοιχη της (∗ ) < (x. y. y. y − . 1. 1. και. = 0. Σύµφωνα µε την (∗∗ ). όχι κατ᾿ ανάγκη µοναδιαίας ταχύτητας. z ) − α (to ). t. α ′ (1) × α ′′ (1) × α ′ (1) > = 0. y. 2t ) α ′′ (1) = (0. N (to ) > = 0. z ) − α (1) = x − 1. t α ′ (1) = (1. . z − 2 3 ′ 2 α (t ) = 1. y. y. y. y. 2) . 1.

.

.

.

.

e1 e2 e3 .

.

.

α ′ (1) × α ′′ (1) = .

.

1 1 1 .

.

1) . −2. = (1.

.

.

0 1 2 .

.

Υποδείξεις λύσεων 161 ΄Αρα η Ϲητούµενη συνθήκη είναι .

.

.

.

.

e1 e2 e3 .

.

.

1) > = . (1. −2. 1) × (1. 1. < (x − 1. z − 1/3). y − 1/2.

.

1 −2 1 .

.

. = 0.

.

.

1 1 1 .

k̙′ × ̙′′ k k 2 k 2 + τ 2 k¯ = = k̙ ′ k3 k3 1/2 = k2 + τ2 k 1/2 .4. οπότε ̙′ × ̙′′ = kN × (−k 2 + k ′ N + kτB) = −k 3 N × T + kk ′ N × N + k 2 τN × B = k 2 τT + 0 + k 3 B = k 2 τT + 0N + k 3 B.4. Εποµένως. (iii) Επειδή η ̙ δεν είναι απαραίτητα µοναδιαίας ταχύτητας (κάτι τέτοιο ϑα συνέβαινε αν k = 1. έχουµε ότι σ ′ (s) = k̙′ (s)k = kT ′ (s)k = kk (s)N (s)k = k (s). . δηλαδή η ̙ είναι κανονική καµπύλη. ̙′′ = k ′ N + kN ′ = k ′ N + k (−kT + τB) = −k 2 T + k ′ N + kτB.2 και 3. και k̙′ × ̙′′ k2 = k 6 + k 4 τ 2 = k 4 (k 2 + τ 2 ). (ii) Εφ᾿ όσον η συνάρτηση µήκους τόξου δίνεται από την σχέση σ (s) = Z s so k̙′ (u )k du. 0. (i) Παρατηρούµε ότι ̙′ (s) = T ′ (s) = k (s)N (s).6 (22).3 αντιστοίχως. Για το σκοπό αυτό ϐρίσκουµε (παραλείποντας τη µεταβλητή s): ̙′ = T ′ = kN. k̙′ (s)k = k (s) . πράγµα που δεν δηλώνεται εδώ). 3. ϑα χρησιµοποιήσουµε τους τύπους της καµπυλότης και στρέψης που δίνονται από τα Θεωρήµατα 3. που ισοδυναµεί µε την x −z = 2 3 . Εποµένως.

0. που ϐρήκαµε πιό πάνω. (α) Η ̙ είναι κανονική : ̙′ (s) = α ′ (s) + N ′ (s) = T (s) − k (s) · T (s) = (1 − k (s)) · T (s) . Παραγωγίζοντας την ̙′′ . Εποµένως. 3. παίρνουµε ότι N (s) = − B′ (s) τ (s) . (ϐ) Η ̙ δεν είναι καµπύλη µοναδιαίας ταχύτητας. οπότε από τον ορισµό της καµπυλότητας έχουµε διαδοχικά : k (s) = kT ′ (s)k = k(N (s) × B(s))′ k !′ B′ (s) = − × B(s) τ (s) !′ ! ′ B (s) B′ (s) ′ = − × B(s) + − × B (s) τ (s) τ (s) ′′ ′ ′ −B (s)τ (s) + B (s)τ (s) = × B(s) + 0 τ (s)2  1 ′ ′ ′′ .4. 3. έχουµε k̙′ k = k(1 − k )T k = |1 − k | = 1 − k ̙′′ = (1 − k )′ T + (1 − k )T ′ = (1 − k )′ T + (1 − k )kN ′ ̙′ × ̙′′ = (1 − k )T × (1 − k T + (1 − k )kN = (1 − k )(1 − k )′ T × T + (1 − k )2 kT × N = k (1 − k )B k̙′ × ̙′′ k = k (1 − k )2 k̙ = k (1 − k )2 (1 − k ) 3 = k 1−k .6 (24). Από τον τύπο των Frenet-Serret για την παράγωγο του B. = τ ( s ) B ( s ) − τ ( s ) B ( s ) × B ( s ) τ (s)2 . έχουµε : ̙′′′ = −2kk ′ T − k 2 T ′ + k ′′ N + k ′ N ′ + k ′ τB + kτ ′ B + kτB′ = −2kk ′ T − k 3 N + k ′′ N + k ′ (−kT + τB) + (k ′ τ + kτ ′ )B + kτ (−τN ) = −3kk ′ T + (−k 3 + k ′′ − kτ 2 )N + (2k ′ τ + kτ ′ )B.Υποδείξεις λύσεων 162 Για τον προσδιορισµό της στρέψης χρειαζόµαστε και την ̙′′′ . ̙′′′ > k̙′ × ̙′′ k2 = k 3 (kτ ′ − k ′ τ ) k 4 (k 2 + τ 2 ) = kτ ′ − k ′ τ k (k 2 + τ 2 ) .2. Παραλείποντας την µεταβλητή s. άρα υπολογίζουµε την καµπυλότητά της από τον τύπο του Θεωρήµατα 3. τ¯ = < ̙′ × ̙′′ .6 (23).

άρα xN = x 1−z . y. λ′ + λτ = 0. 1) + t [(xN . και από την δεύτερη τ = 0.1.1. Ακολουθώντας την µεθοδολογία των Ασκήσεων 3. δηλαδή (to xN . ή. Από την τελευταία προκύπτει ότι to = 1 − z. οπότε καταλήγουµε στην (4. άρα λ = c = σταθερό και το σύστηµα των παραπάνω ισοτήτων γίνεται 1 − ck = 0. 0) − (0. οπότε 1 − λk = 0. yN = y 1−z . 1) και PN δίνεται από την παραµετρηµένη µορφή [ϐλ. z ). 0). cτ = 0. y. t ∈ [0. Αρα η γ είναι κύκλος ακτίνας c. λ′ − λτ = 0. Παραγωγίζουµε την (*) και.Υποδείξεις λύσεων 163 3.6 15–3.1) 2 2 S − {N } −→ R : P = (x. 1−to ) = (x. to yN . yN ) ≡ (xN . z ) 7→ PN =  x y  . ϐρίσκουµε T + λ′ (N + B) + λ(−kT + τB − τN ) = 0. Εποµένως. tyN . σελ. 0. 0. 1].6 (25).6 18.7 (1). 1 − t ). µπορούµε να γράψουµε την συνθήκη της άσκησης µε την µορφή p = γ (s) + λ(s)(N (s) + B(s)). υπάρχει 0 < to < 1 τέτοιο ώστε ϸ (to ) = (x. y. ισοδύναµα. (*) όπου p το διάνυσµα ϑέσης του δοσµένου σταθερού σηµείου και λ(s) διαφορίσιµη συνάρτηση. 1)] = (txN . yN . z ) της σφαίρας και τη στερεογραφική προβολή του από το Βόρειο Πόλο PN = (xN . . 1−z 1−z . ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Περιλαµβάνονται οι λύσεις όλων των ασκήσεων) 4. Το ευθύγραµο τµήµα µε άκρα N = (0. yN . Από την πρώτη προκύπτει c . και τη λύση της ΄Ασκησης 3. παραλείποντας το s. (1 − λk )T + (λ′ − λτ )N + (λ′ + λτ )B = 0. y. Θεωρούµε τυχόν σηµείο P = (x. Αθροίζοντας τις δύο τελευταίες ϐρίσκουµε λ′ = 0. µπορούµε να ϑεωρήσουµε ότι η γ είναι µοναδιαίας ταχύτητας. 0 και k = 1/c σταθερό. Χωρίς ϐλάβη της γενικότητας.6 (1). 0. z ). 146] ϸ (t ) = (0.

v). z ) ∈ S2 − {N }. v) 7→ 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 2 2u 2 2v Εργαζόµενοι µε τον ίδιο τρόπο για τη στερεογραφική προβολή από τον Νότιο πόλο S = (0.1. v) 7→ . 1−z 1−z x = u (1 − z ). ϑα είναι UN = R2 και ! −1 + u 2 + v2 rN : R −→ S − {N } : (u. y. 2 2 1+u +v 1 + u 2 + v2 οπότε προκύπτει η έκφραση της αντίστροφης απεικόνισης (4. y. 0. v) ∈ R2 . . v) 7→ 2u 2v 1 − u 2 − v2 ! . . R −→ S − {N } : (u. . ότι 2u 2v x= . πρέπει   x y . τελικά. και σηµειώνοντας µε PS = (xS . Για να ϐρούµε την αντίστροφη της προηγούµενης απεικόνισης εργαζόµαστε ως εξής : ΄Εστω τυχόν (u. Επιλύοντας την προηγούµενη ως προς z. 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 2 2u 2 2v Το UN = R2 είναι ανοιχτό σύνολο (στο R2 ). ϐρίσκουµε ότι (1−z )(u 2 +v2 ) = 1+z. ή Αντικαθιστώντας τα τετράγωνα των δύο τελευταίων στη σχέση x 2 + y2 + z 2 = 1. Εποµένως. µε συνεχή αντίστροφο την απεικόνιση −1 2 rN : S − {N } −→ UN : (x. 0) την προβολή του P = (x. ϐρίσκουµε ότι −1 + u 2 + v2 z= . 1+z 1+z της οποίας η αντίστροφη είναι η απεικόνιση 2 2 R −→ S − {S} : (u. Ας συµβολίσουµε µε (UN . ϐρίσκουµε την απεικόνιση S2 − {S} −→ R2 : P = (x. . y= .2) ! −1 + u 2 + v2 .1. yN ) = (u. = (u. y = v(1 − z ).1. z ) 7→  x y  . σύµφωνα µε τους τύπους αυτής της προβολής και τον Ορισµό 4. rN ) το τυπικό σύστηµα συντεταγµένων που ορίζει η στερεογραφική προβολή από το Βόρειο Πόλο.1. y. . . Η rN είναι συνεχής.7 (2). 1−z 1−z .Υποδείξεις λύσεων 164 όπως Ϲητούσαµε. 1 + u 2 + v2 Αντικαθιστώντας τώρα το z στις παραπάνω εκφράσεις των x και y ϐρίσκουµε. v). z ). . y. . Ζητούµε να ϐρούµε ένα (x. yS . Τότε. z ) 7→ PS =  x  y . 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 4. τέτοιο ώστε (xN . −1).

είναι διαφορίµη και ο αντίστοιχος πίνακας Jacobi. π. 1 − u 2 − v2 . rx− ) ικανοποιεί τις συνθήκες του Ορισµού 4. v) ∈ Uz .v) rN =  1 + u 2 + v2  2 2u 2v Οι ορίζουσες των τριών 2 × 2 υποπινάκων είναι 2v(1 + u 2 + v2 ). όπου Ui = Di (0. v) = φx− −1   √ (u.. rS : R −→ S − {S} : (u. rx− ) είναι rx− (u. αφού ο ταυτόχρονος µηδενισµός και των τριών οδηγεί σε άτοπο (ποιό . 1) = Siα . (1 − u 2 − v2 )(1 + u 2 + v2 ). και τους τύπους της προηγούµενης άσκησης για τη στερεογραφική προβολή απο τον Νότιο Πόλο) US = R2 και ! 2v 1 − u 2 − v2 2u 2 2 . Προφανώς. 1) είναι ανοιχτό υποσύνολο του R2 . στο σύστηµα συντεταγµένων (Uz = Dz (0. y. Επιπλέον.  √  (u. (u. όπου (ϐλ. riα D (0. έχουµε τα έξι συστήµατα συντεταγµένων  Ui . άρα είναι οµοιοµορφισµός. v) = φz+ −1 Στο (Ux = Dx (0. Η rx− είναι συνεχής. ενώ rz+ (u. 1) είναι ο µοναδιαίος δίσκος κάθετος στον άξονα των z.3)]. το (Dz (0.Υποδείξεις λύσεων 165 Εποµένως. ενώ riα = φiα [ϐλ. v. είναι ο   1 − u 2 + v2 −2uv    −2uv 1 + u 2 + v2  J(u. i = x. 1) είναι οι µοναδιαίοι δίσκοι µε κέντρο το 0. µε πίνακα Jacobi  u − √  J(u. κάθετοι στους τρείς −1  άξονες. z . v) = − 1 − u 2 − v2 . z ) 7−→ (y. Επίσης είναι διαφορίσιµη.χ. α = +. 1). −.). v) ∈ R2 . rz+ ). v) 7→ 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 1 + u 2 + v2 Απ᾿ το άλλο µέρος.v) rx− =   1 0 v  − √    0   1 . u.1. µε συνεχή αντίστροφο την απεικόνιση Sx− ∋ (x. Ας δείξουµε. Για παράδειγµα. v) . z ) ∈ Dx (0. ότι το (Ux = Dx (0. (4. η rN είναι οµοιοµορφισµός. v) ∈ Ux . στο τυχόν σηµείο (u. Αναλογα έχουµε και τον χάρτη (US . 1). µέσω ηµισφαιρίων. . v) = u. 1). (u. 1). y. Μία εξ αυτών είναι αναγκαία µη µηδενική. −2u (1 + u 2 + v2 ). riα .1: Προφανώς Ux = Dx (0. .1. rS ).

1. προφανώς. τάξη 2. 4. όπου U = R2 και η r : R2 → Γf ⊂ R3 δίνεται από τη σχέση r (u.Υποδείξεις λύσεων 166 που έχει. στο τυχόν (u. v) = (u. Η r είναι συνεχής. r ).   0   1   0 1     . µε αντίστροφη την επίσης συνεχή απεικόνιση Γf ∋ (u. v) 7→ (u. άρα είναι οµοιοµορφισµός. v. µε αντίστοιχο πίνακα Jacobi. Θεωρούµε το Ϲεύγος (U. v) ∈ R2 . v)) ∈ Γf . f (u. v) ∈ U . Επίσης είναι και διαφορίσιµη. v.7 (3). f (u.

.

J(u.v) r =  ∂f .

∂f .

.

  .

.

v)   .(u.

z ) = (x. z ) ∈ Sz+ . z ) 7→ . z ) ∈ R2 : y2 + z 2 < 1 και y < 0}. z ). y). φz− (x. όπου τώρα είναι UN = S2 − {N }. z ) ∈ Sz− . z ). z ) = (y. y. φN ) και (US . y. (x.  1 − z 1 − z 2 2 φS : S2 − {S} −→ R2 : (x. z ) = (y. φS ). z ) = (x. z ) = (x. (x. .1. z ). z ) ∈ Sy− . i = x. y. το γράφηµα είναι µία κανονική επιφάνεια µε ένα µοναδικό σύστηµα συντεταγµένων (χάρτη). άρα Sx+ ∩ Sy− ∋ (x. (x. Οι χάρτες που ορίζουν τα ηµισφαίρια είναι ακριβώς τα Ϲεύγη (Siα .6 (1). φy+ (x. 4. z ) ∈ R2 : y < 0} = {(y. δηλαδή  φx+ Sx+ ∩ Sy− = Dx ∩ {(y. −. µε [ϐλ. (x. Εποµένως.3)–(4.1. z ) ∈ Sx− . z ) ∈ S2 : x > 0. για κάθε (u. y.v) ∂u ∂v Ο τελευταίος έχει. φx− (x.1. φiα ). z ) 7−→ φx+ (x. y.1) και τόν τύπο της στερεογραφικής προβολής από τον Νότιο Πόλο στη λύση της ΄Ασκησης 4. y.1.(u. προφανώς. y < 0 . y. y. z ) ∈ Dx .2.7)] φx+ (x. φy− (x. y. z ).7 (1)]. y. z ) ∈ Sy+ . Για τη συµβιβαστότητα των Sx+ και Sy− πρώτα παρατηρούµε ότι  Sx+ ∩ Sy− = (x. y. y. φz+ (x. τάξη 2. (x. v). (4. y 1+z 1+z [ϐλ. y). z α = +. και τις σχέσεις (4. y. US = S2 − {S} και  x  y φN : S − {N } −→ R : (x. y. µε y < 0. (x. y. z ) ∈ Sx+ . Μέσω στερογραφικών προβολών έχουµε τους χάρτες (UN . y. z ) 7→ x . z ) = (x. z ) = (y. y. y.

φ1 ) είναι χάρτης : Πρώτα διαπιστώνουµε ότι η φ1 είναι απεικόνιση 1–1. είναι  φy− ◦ φx+ −1  (x. Εποµένως. i =1 αφού τυχούσα κλαση [x. για κάθε (x. z ′ ) = λ(x. συνεπώς το (U1 . αφού. Παρόµοια. Ανάλογα ισχύουν και για τα υπόλοιπα Ϲεύγη. και το  φy− Sx+ ∩ Sy− = Dy ∩ {(x. v] ∈ U1 και φ1 ([1. v) ∈ R2 . z ]) ⇒ y z  ! y′ z ′ . z ) ∈ φy− Sx+ ∩ Sy− . x x x x οπότε. u. u. z ) ∈ φx+ Sx+ ∩ Sy− . δηλ. z ]) = φ1 ([x . η φ1 είναι µια 1–1 απεικόνιση του U1 επί του ανοικτού συνόλου φ1 (U1 ) = R2 . το φx+ Sx+ ∩ Sy− είναι το εσωτερικό του µισού δίσκου Dx . z ) ∈ R2 : x < 0} είναι ανοιχτό υποσύνολο του R2 . που αποδεικνύει ότι η φy− ◦ φx+ −1   : φx+ Sx+ ∩ Sy− −→ φy− Sx+ ∩ Sy− −1   : φy− Sx+ ∩ Sy− −→ φx+ Sx+ ∩ Sy− είναι διαφορίσιµη απεικόνιση. η αλλαγή των αναφεροµένων συντεταγµένων είναι αµφιδιαφόριση. y . z . P2 (R) = 3 [ Ui . αφού ′ ′ ′ φ1 ([x. ϐρίσκουµε ότι (x ′ . µπορούµε να ελέγξουµε τη διαφο ϱισιµότητα τους ως εξής : Για κάθε (y. z ). z ) = φy− p  1 − y2 − z 2 . y. . 4. Παρόµοια. y. και η (αντίστροφη της προηγουµένης) φx+ ◦ φy−  είναι διαφορίσιµη απεικόνιση. y. z ] έχει τουλάχιστον µία συντεταγµένη της µη µηδενική. Κατόπιν ϐλέπουµε ότι η φ1 (U1 ) = R2 . y′ . ϑέτοντας λ = x ′ /x. − 1 − x 2 − z 2 . για οποιοδήποτε (u. ΄Αρα. είναι [1. y. v]) = (u. y′ .Υποδείξεις λύσεων 167  Εποµένως. y. z = − 1 − x 2 − z 2. Το Ϲεύγος (U1 . Είναι ϕανερόν ότι οι προηγούµενοι χάρτες καλύπτουν τον προβολικό χώρο. φ1 ) είναι χάρτης . ΄Εχοντας εξασφαλίσει ότι τα πεδία ορισµού και τιµών των συναρτήσεων που εκϕράζουν την αλλαγή των συντεταγµένων (χαρτών). που είναι ανοιχτό υποσύνολο του R2 . y. δηλαδή [x. z = p  1 − y2 − z 2 . = ′. z ′ ]. z ] = [x ′ . επειδή. z .6 (2).2. v). ′ . z ) = φx+ x. είναι  φx+ ◦ φy− −1     √  √ (x. άρα ανήκει τουλάχιστον σε ένα από τα Ui .

. καταλήγουµε στο συµπέρασµα ότι φ1 (U1 ∩ U2 ) = (R − 0) × R. είναι [1. u u που είναι διαφορίσιµη απεικόνιση. για ένα [x. z ]) = y z  . Την ίδια ακριβώς µορφή έχει και η φ1 ◦ φ2−1 . η αλλαγή συντεταγµένων είναι αµφιδιαφόριση. x x Επειδή. φ1 ◦ φ2−1 : (R − 0) × R −→ (R − 0) × R. z ] ∈ U1 ∩ U2 . y. v]) = 1 v  . v] ∈ U1 ∩ U2 . που είναι ανοιχτό υποσύνολο του R × R ≡ R2 . µπορούµε να ελέγξουµε τη διαφορισιµότητα των φ2 ◦ φ1−1 : (R − 0) × R −→ (R − 0) × R. Πρώτα παρατηρούµε ότι  U1 ∩ U2 = [x. v) = φ2 ([1. u. 0.Υποδείξεις λύσεων 168 Τέλος. z ] : x . εποµένως. οπότε πραγµατικά η οικογένεια A είναι (διδιάστατος) άτλαντας (πολλαπλότητας) επί του P2 (R). ας αποδείξουµε. u. Παρόµοια έχουµε ότι και φ2 (U1 ∩ U2 ) = (R − 0) × R. v) ∈ (R − 0) × R. y . . τη συµβιβαστότητα των χαρτών U1 και U2 . y. για παράδειγµα. 0 . οπότε. ∈ (R − 0) × R. y. είναι φ1 ([x. Η πρώτη έχει τη µορφή   φ2 ◦ φ1−1 (u. Εποµένως. και για τυχόν (u.