Η Θεομήτωρ στο Άγιο Όρος

Όταν ανέβηκε η Θεομήτωρ στο όρος των Ελαιών για να
προσευχηθεί, έγειραν τα δέντρα και την προσκύνησαν. Κατά
την γενική αγιορείτικη παράδοση, η Κυρία Θεοτόκος με τον
Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, ταξίδευε με πλοίο από την Παλαιστίνη
στην Κύπρο, για να επισκεφτεί τον Άγιο Λάζαρο (τον
αναστημένο εκ νεκρών). Λόγω όμως μεγάλης τρικυμίας και με
υπερφυσικό τρόπο, το πλοίο βρέθηκε στον Άθω και
συγκεκριμένα στο λιμάνι του Κλήμεντος στη Μονή Ιβήρων. Εκεί
οι κάτοικοι του Άθω, οδηγούμενοι από τη θεία Πρόνοια,
έσπευσαν να υποδεχθούν την μητέρα του Κυρίου μας Παναγία
και αφού άκουσαν τη διδασκαλία της δέχθηκαν το
Χριστιανισμό. Λέγεται επίσης από την παράδοση, ότι όταν
πλησίαζε το πλοίο της Παναγίας το Άγιο Όρος, καταστράφηκε
το μεγάλο άγαλμα του Διός που βρισκόταν στην κορυφή του
Όρους και τα υπόλοιπα είδωλα συνετρίβησαν. Η κορυφή του
Άθω και όλα τα δέντρα και τα σπίτια έκλιναν και προσκύνησαν
προς το μέρος του λιμανιού του Κλήμεντος όπου έμπαινε το
καράβι της Παναγίας. Την άφιξη της Θεοτόκου στο Όρος
αναφέρουν οι κώδικες Λ' 66 και Ι' 31 της Λαυριώτικης
βιβλιοθήκης.
Όταν οι απόστολοι έβαλαν κλήρο τις περιοχές στις οποίες
θα κηρύξουν, ζήτησε και η Παναγία να πάρει κλήρο για να
κηρύξει το ευαγγέλιο. Ο κλήρος έδειχνε την περιοχή Ιβηρίαν. Ο
αρχάγγελος Γαβριήλ όμως παρουσιάστηκε και είπε στην
Παρθένο ότι η πραγματική περιοχή στην οποία θα βρεθεί θα
είναι η Μακεδονία και το Όρος Άθως. Όταν μπήκε το καράβι
στο λιμάνι και έγινε μεγάλη αναταραχή στο Όρος, τότε οι
1

κάτοικοι ήρθαν και ρωτούσαν τον Ιωάννη, πως έγιναν όλα αυτά
και από ποιά δύναμη. Και αυτός τους εξήγησε και τους κύρηξε
τον λόγο του Θεού μιλώντας τους στα Ελληνικά, ενώ ήταν
Εβραίος.
Η Παναγία ευχαριστημένη από την ομορφιά του Όρους
και τον κλήρον που της δόθηκε, προσευχήθηκε στον Χριστό
λέγοντας: "Υιε μου και Θεέ μου, ευλόγησον τον τόπον τούτον
και κλήρον μου. Και επίχεον επ' αυτού το έλεος σου και
φύλαξον αβλαβή ως της συντελείας του αιώνος τούτου και τους
κατασκηνούντας εν αυτώ, δια το όνομα σου το Άγιον και Εμόν,
ώστε δια μικρού κόπου και αγώνος της μετανοίας αφεθήναι
αυτής αμαρτήματα αυτών. Έμπλησον αυτούς παντός αγαθού
και αναγκαίου εν τω αιώνι τούτω και ζωής αιωνίου εν τω
μέλλοντι καταξίωσον, δοξασον υπέρ πάντα τόπον, τον τόπον
τούτον και θαυμάστωσον παντοιοτρόπως, πλήρωσον αυτόν εκ
παντός έθνους των υπό τον Ουρανόν, των κεκλημένων τω
ονόματι Σου και πλάτυνον τα σκηνώματα εν αυτώ από άκρον
εως άκρου αυτού. Απάλλαξον αυτούς της αιωνίου κολάσεως
και σώσον εκ παντός πειρασμού, ορατών και αοράτων εχθρών
και πάσης αιρέσεως και ειρήνευσον τω ορθοδόξω δόγματι."
Τότε ακούστηκε φωνή από τους Ουρανούς που έλεγε:
"Όσα ήτησας και προσεύξω Μήτερ μου, ούτως έσται Σοί πάντα,
εάν και αυτοί τα εντάλματά μου φυλάξωσιν! Από του νύν και
εξής έστω ο τόπος ούτος κλήρος Σός και περιβόλαιον Σόν και
Παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτηρίας των θελόντων σωθήναι,
αλλά και προσφυγή και καταφύγιον και ατάραχος λιμήν της
μετανοίας των πεφορτισμένων με πολλάς αμαρτίας."

Το Άγιον Όρος Είναι Κλήρος Της Παναγίας
Η Κυρία Θεοτόκος όταν φανερώθηκε στον πρώτο ερημίτη
του Άθωνα. τον άγιο Πέτρο (655—681) και μετά από τέσσερις ως
πέντε αιώνες στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας Νικόλαο και
στον ένα και στον άλλο είπε: « Η κατοίκησή σας και η κατά Θεόν
ανάπαυσή σας άλλου πουθενά δεν θα είναι παρά μόνο στο Όρος
του Άθωνος, το οποίον έλαβα από τον Υιόν και Θεόν μου να είναι
κλήρος δικός μου, στον οποίον εκείνοι που θέλουν να
αναχωρήσουν από τις κοσμικές φροντίδες συγχύσεις, να έρχονται
σ' αυτό και να δουλεύουν στο περιβόλι αυτό, να καλλιεργούν την
αρετή, την καθαρότητα της καρδιάς και την αγνότητα της ψυχής
τους και από τώρα και εμπρός θα λέγεται από όλους «Άγιον
Όρος» «Αγιον Όρος τούντεΰθεν κεκλήσεται... και περιβόλι δικό
μου».
2

«Υπόσχομαι δε, πολύ να αγαπώ, να βοηθώ και να σκέπω
εκείνους, που με άδολη καρδιά έρχονται να δουλέψουν ολόψυχα
στο Θεό, να προσεύχονται αδιάκοπα για την ψυχή τους, να
παρακαλούνε το Θεό για την Εκκλησία Του και όλο τον κόσμο να
τον φωτίσει ο Θεός να γίνουν όλοι πρόβατα γνήσια και άδολα του
Χρίστου και Θεού μας.»
«Με το έλεος και τη χάρη του Υιού και Θεού μου θα γεμίσει
από την μια άκρη ως την άλλη το Όρος τούτο από Μοναχούς
πλήθος πολύ ευσεβών και Ορθοδόξων. Για τούτο χαίρεται και
αγάλλεται το πνεύμα μου, διότι όλοι αυτοί, θα υμνούν, θα ευλογούν
και θα δοξάζουν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα της
Παναγίας Τριάδος. Από αυτούς τους Μοναχούς, με τα σημεία και
θαύματα που θα κάνουν, με την καθαρή και άγια ζωή τους, θα
δοξάζεται και θα μεγαλύνεται, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη, σε
Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο το όνομα του Θεού από
όλον τον κόσμο.»
«Από την θλίψη, τη στενοχώρια, τους πειρασμούς, τα
σκάνδαλα και τις στερήσεις που θα υπομένουν οι Μοναχοί αυτοί,
θα μάθει ο κόσμος να κάνει υπομονή στις δύσκολες στιγμές της
ζωής του.»
«Για όλα αυτά δε που θα υπομένουν αυτοί και δι' αυτών όλος
ο κόσμος, θα παρακαλέσω τον Υιόν και Θεόν μου να συγχώρεση
τις τυχόν ελλείψεις τους και να τους αξιώσει θείων και ουρανίων
χαρισμάτων. Θα παρακαλέσω να τους χαρίσει ειλικρινή μετάνοια
και φωτισμό για να κάνουν καλήν απολογία, κατά την ημέρα εκείνη
την μεγάλη και επιφανή της Δευτέρας Παρουσίας και στη
μέλλουσα δίκαια Κρίση να τύχουν του απείρου ελέους. Αλλά και
στην παρούσα ζωή θα έχουν κι από μένα μεγάλη βοήθεια, διότι θα
τους ελαφρύνω τους πόνους, τους κόπους, τις πίκρες και θα
αποδιώχνω τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς, που θα τους
γίνονται από τον εχθρό και επίβουλο Διάβολο και πολέμιο του
ανθρωπίνου γένους».
Με τις υποσχέσεις και θείες υποθήκες αυτές της Παναγίας μας,
το Άγιον Όρος, από τότε που κατοικήθηκε από Μοναχούς και μέχρι
σήμερα, διαφυλάχθηκε και συνεχίζει την αγία ζωή και πνευματική
δράση του, καίτοι οι κάτοικοι του Μοναχοί σκληρά κατά καιρούς
δοκιμάστηκαν και μέχρι σήμερα δοκιμάζονται, από διαφόρους πειρασμούς ορατούς και αόρατους, με τη βοήθεια του Θεού και τη σκέπη
της Θεοτόκου θα συνεχίσει τον Ιερόν αγώνα του, για να διαφυλάξει
την Πίστη, τη γλώσσα και τις εθνικοθρησκευτικές Παραδόσεις του
Χριστιανισμού αβλαβείς και αδιαλώβητες, όπως από την αρχή μας
τις παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες των Επτά Αγίων Οικουμενικών
Συνόδων της Αγίας Εκκλησίας μας.
3

Ιστορία του Αγίου Όρους
Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους (ΑΟ), ο βορειοανατολικός
δάκτυλος της γιγαντιαίας μυθικής παλάμης της Χαλκιδικής, που
εισέρχεται σε βάθος 60 και πλέον χιλιομέτρων στο Αιγαίο πέλαγος,
κατέχει έκταση 332,5 τετρ. χιλιομέτρων.
Η κατάσταση εδαφολογικά χαρακτηρίζεται ανώμαλη:
λοφοσειρές που αρχίζουν από τη Μεγάλη Βίγλα, παραλλήλως
κατευθυνόμενες προς το νότιο άκρο, παρατάσσονται, για να
στηρίξουν στην απόληξη τους, τον μυθικό πέτρινο γίγαντα Άθω,
ύψους 2.035 μέτρων. Η γη είναι κατάφυτη, χωρίς να είναι ιδιαίτερα
λιπαρή. Γίνεται όμως τέτοια στους κήπους των σκηνωμάτων,
όπου, αιώνες μοναστικού μόχθου, δημιούργησαν γη καρπερή, από
φυσικό λίπασμα, φυλλόχωμα μεταφερμένο από το δάσος. Η
Χερσόνησος, πριν καθιερωθεί σε μοναχοπολιτεία, αποτελούσε τον
τόπο όπου κατοικούσαν φύλα «δίγλωσσα», «Xαλκιδικόν ένι
βραχύ, το δε πλείστον Πελασγικόν». Οι κοινότητές τους δεν ήταν
παρά «μικρά πολίσματα», ολιγάνθρωπα και περιορισμένης
ιστορικής σημασίας (Θουκυδίδης ΙV 109 - Στράβων VII 35).
Ορισμένες πόλεις, εντός των ορίων της Χερσονήσου, μας είναι
γνωστές: «Δίον, Ολόφυξος, Ακρόθωον, Θύσσος, Κλεωναί»
(Ηρόδοτος VII 22). Εκτός δε Χερσονήσου, βρίσκονται οι πόλεις :
Πάνορμος, Στρατονίκη, Άκανθος, Σίγγος, Απολλωνία, Στάγειρα,
Αμφίπολις, Γαληψός, Όλυνθος, Άσσα, Πύλωρος, Σίγγος, Σάρτη,
Τορώνη, Ποτείδαια, Ουρανούπολις κ α. (Κλαύδιος Πτ., Γεωγρ. Υφ.
13, 11 - Ηρόδοτος V11 122. - Στράβων V11 35. - Στέφ. Βυζ., εκδ.
Meinekii, 6. 65, 135, 229, 523, 557, 685).Ο Άθως συνέδεσε την
ιστορία και με δύο καταποντισμούς στόλων. Ο πρώτος συνέβη το
492 π.χ. όταν ο στρατηγός των Περσών Μαρδόνιος εκστρατεύει
κατά των Αθηνών και της Ερέτριας. Στους βράχους του Νυμφαίου
βυθίζονται τα 300 πλοία εκείνου, μαζί με 20.000 οπλίτες. Το 411
π.χ. βυθίζονται 50 Σπαρτιάτικα πλοία, με ναύαρχο τον Επικλέα
(Διόδωρος Σικ., Βιβλ. Ιστ. XIII 41, 1-3). Ο εποικισμός του Άθω είναι
αρχαιότατος και χάνεται στην αχλύ της πρωτοϊστορίας. Ως πρώτοι
έποικοι αναφέρονται Πελασγοί από τη Λήμνο (Στράβων VII 35,).
Μετά την λήξη του Τρωϊκού πολέμου, το 1184 π.χ. ,μεγάλες
περιοχές κοντά στην Τροία, μέχρι και τη Χαλκιδική, βρίσκονται
έρημες και ακατοίκητες. Τότε δύο δυναμικές πόλεις της Εύβοιας, η
Ερέτρια και η Χαλκίς, αλλά και η Άνδρος, πολίζουν τη Χαλκιδική,
φυσικά και τον Άθω (Θουκυδ., IV 109 . - Στράβων Χ 8 VIII 31. Στέφανος Βυζ. Όπ. π. σ. 685). Το επίτευγμα που πρέπει να
4

αναφερθεί από την αρχαιότητα είναι το ότι κατά το 481
ολοκληρώθηκε η κατασκευή της διώρυγας του Άθω από τον Ξέρξη
που διήρκεσε 3 χρόνια (Ηρόδοτος VII 22. - Στράβων VII 35. Aίλιος Αριστ. - Παναθηναϊκός 120 - 122 και 126 - 128). Στη
μυθολογία ο Άθως κατέχει μέρος σημαντικό, αφού ήταν
αφιερωμένος στο Δία (Αισχύλος, Αγαμέμνων 282. - Ησύχιος, στη
λ. «Άθωος»). Την κορυφή του πατούσαν μόνο οι Θεοί, στο διάβα
τους από τόπο σε τόπο, (Όμηρος Ξ 224 - 230). Ή έπεμπαν
φρυκτωρίες, «λαμπρόν σέλας», επί μεγάλων κοσμοϊστορικών
γεγονότων, όπως η πτώση της Τροίας (Αισχύλος, όπ. π.). Κατά το
μεγάλο κοσμοϊστορικό και κοσμοχαρμόσυνο γεγονός του
ευαγγελισμού των εθνών, ο Άθως δέχθηκε, πάλι, «λαπρόν σέλας»,
για να το καταπέμψει εν τω δέοντι καιρώ. Ο Απόστολος Παύλος
και οι λοιποί θετοί συνοδοί του, περνούν πλάι του, «διοδεύοντες
Αμφίπολιν και Απολλωνίαν» (Πρξ. Ιγ’ 1).
Εκχριστιανίζεται ταχύτατα, παρασκευαζόμενο την εσόμενη
απογείωσή του. Με τον ισλαμικό επεκτατισμό, από τον Ζ’ αι., τα
πολίσματα του Άθω, δεχόμενα συχνές επιδρομές βάρβαρων
φύλων, ερημώνονται, επί ένα, ίσως και δύο αιώνες, ως
προάγγελος της εισόδου σε μια νέα κλήση. Ο πρώτος οικιστής, ο
οποίος και εγκανιάζει τη νέα κλήση του Άθω είναι ο Άγιος Πέτρος ο
Αθωνίτης (Η’ αι.). Ο Πατήρ ασκήτευσε εδώ επί 53 χρόνια, χωρίς να
συναντήσει άνθρωπο. Μετά την κοίμησή του, το μυροβλύζον
σκήνος του, αλλά και η φήμη των ασκητικών παλαισμάτων του,
ελκύουν τους πρώτους μιμητές, προερχόμενους μάλλον από την
Παλαιστινιακή γη, ξεριζωμένοι από τις μοναστικές τους εστίες,
λόγω της ισλαμικής προέλασης, Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη
χρήση ονομασιών Παλαιστινιακών μονών στον Άθω. Όλοι τούτοι
απετέλεσαν και την πρώτη ζύμη της Αγιορείτικης μοναχοπολιτείας,
γι’ αυτό και επειδή είχαν ιστορία εικονόφιλης δράσης, συμμετείχαν
στη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, το 843 (Ιωσήφ Γενεσιος, Βόννης σ.
82). Κατά τον Θ’ αι., πολλοί επιφανείς ασκητές, με τα ασκητικά
τους παλαίσματα, εμπεδώνουν την ονομασία του Άθω ως ΑΟ.
Κατά το 859 - 860, βρίσκεται να ασκητεύει εδώ ο Άγιος Ευθύμιος,
μαζί με τον Ιωσήφ. Δύο μαθητές του Αγίου, ο Ιωάννης ο Κολοβός
και ο Όσιος Βασίλειος, ιδρύουν τις πρώτες μονές στον Άθω: ο
πρώτος την ομώνυμη μονή κοντά στην Ιερισσό και ο δεύτερος
άλλη ομώνυμη μονή στον αρσανά της Μ. Χιλανδαρίου. Ένας
άλλος, σύγχρονός τους, ο Άγιος Βασίλειος εξ Αμορίου, ιδρύει
μονύδριο στα ριζά του Άθωνα. Το 883 εκδίδεται και το πρώτο
αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο, από τον Βασίλειο Ά Μακεδόνα, με το
οποίο και ευνοείται η απρόσκοπτη ανάπτυξη του ΑΟ σε
μοναχοπολιτεία, με το αίτημα, οι εδώ ασκούμενοι να εύχονται
5

«υπέρ της γαληνότητος και υπέρ παντός του των χριστιανών
συστήματος».Το δεύτερο χρυσόβουλλο εκδίδεται το 908, και το
τρίτο το 934, όπου δείχνεται το αυτοκρατορικό ενδιαφέρον υπέρ
του ΑΟ. Από δω διαπιστώνεται πως το πνευματικό κέντρο του ΑΟ,
με διοικητικές αρμοδιότητες, μετεφέρθη από τον Ζυγό στις Καρυές
και πως το Πρωτάτο, ως «καθέδρα των γερόντων», αποτελεί το
σύμβολο της πνευματικής εξουσίας και της παναγιορειτικής
ενότητας. Το 942 - 944 , με ειδικό επίσημο έγγραφο, διευθετείται
και η οριοθέτηση μεταξύ των Αθωνιτών και των Ιερισσιωτών, με
φυσικό σύνορο τον Ζυγό, όπως και σήμερα. Τον Ί αι. το ΑΟ
επιβάλλεται ως πανορθόδοξη και οικουμενική μοναστική πολιτεία,
από την παρουσία του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος γεννήθηκε στην
Τραπεζούντα το 930 και πέθανε στη Μεγίστη Λαύρα, που αυτός
ίδρυσε, το 997. Το 961 ο Αθανάσιος, καλεσμένος στην Κρήτη, από
τον ανδρείο στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα (963) Νικηφόρο
τον Φωκά, συντελεί στην ανακατάληψη της Νήσου από τους
σαρακηνούς που την κατείχαν. Η εκστρατεία εκείνη, μεγάλης
σημασίας για τη Μεσόγειο, στέφεται από επιτυχία, δι’ ευχών του
Αγίου. Οι πειρατικοί θησαυροί στα 1.500 σπήλαια της Κρήτης
περνούν στην κατοχή των νικητών. Ο Νικηφόρος παραχωρεί με
ευγνωμοσύνη στον δάσκαλό του, που συντέλεσε στην
κατάληψη,μέρος εκείνου του θησαυρού, για να ιδρυθεί η Λαύρα. Η
ανέγερση της Λαύρας εισάγει επαναστατική εποχή για τ’
αγιορείτικα πράγματα, επειδή τα συντηρητικά στοιχεία του Άθω την
αντιμετωπίζουν ως επικίνδυνη καινοτομία, που ανέτρεπε τον ήδη
διαμορφωμένο θεσμό του ερημιτισμού στον Άθω. Δημιουργείται
κλίμα διχοστασίας και οι φιλονεικίες φτάνουν μέχρι τον
αυτοκράτορα Ιωάννη τον Τσιμισκή (969 - 976), ο οποίος και
στέλνει εδώ τον ηγούμενο της μονής Στουδίου Ευθύμιο. Ο
Ευθύμιος επαναφέρει την ευταξία, εκδίδοντας και το Ά Τυπικό
(972).
Ο ΙΑ΄ αι. αρχίζει με το μεσουράνημα του ΑΟ, το οποίο
αναγνωρίζεται ως η μεγαλύτερη μοναστηριούπολη της οικουμένης,
με
πρωτολογική
και
εσχατολογική
εμβέλεια.
Εδώ
αλληλοπεριχωρούνται όλοι οι τρόποι μοναστικής άσκησης, από
τον ακραίο ερημιτισμό μέχρι και τον ιδιόρρυθμο. Οι μεγάλες Μονές
είναι ήδη στερεωμένες: Μ. Λαύρα, Βατοπεδίου, Ιβήρων,
Ξηροποτάμου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Φιλοθέου, Εσφιγμένου,
Ρωσικού, Αμαλφηνών. Λειτουργούν και περί τα 180 μονύδρια,
κελλιά και καλύβες, ενώ ο αριθμός των μοναχών ανέρχεται σε
3.000 και πλέον. Οι μεγάλες Μονές είναι αυτοδιοικούμενες και
ανεξάρτητες από τη βουλή του Πρώτου. Και καλούνται
«βασιλικαί», «μέγισται», «πρώται», ενώ οι άλλες χαρακτηρίζονται
6

ως «ελάσσω», «δεύτεραι», «τα υπό τον Πρώτον μοναστήρια».
Το 1045 συντάσσεται το Β΄ Τυπικό, με σκοπό την
επαναφορά όσων αθετήθηκαν. Τα υπογράφει ο Κων/νος ο Θ΄, ο
Μονομάχος. Ο Πρώτος αναγνωρίζεται ως ο πρόεδρος, ο
«προκαθεζόμενος» των συνάξεων, ενώ παράλληλα με τη σύναξη
των γερόντων λειτουργεί η μικρή σύναξη διάρκειας, η Επιστασία.
Αλλά, φευ, οι λαμπρές μέρες που το ΑΟ απλωνόταν
υπέρλαμπρο, φτάνουν στο τέλος. Η Αγιορείτικη κοινότητα
κινδυνεύει συθέμελα με τη βέβηλη κυριαρχία επί μεγάλου μέρους
της βυζαντινής επικράτειας, μαζί και του Άθω, από τους
σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας (1204). Τώρα το ΑΟ, με
γράμμα του Πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (27/11/1206), υπάγεται πολιτικά
στο «κράτος», της Θεσσαλονίκης υπό τον Βονιφάτιο de
Montisterrati και εκκλησιαστικά υπό τον «επίσκοπο» Σαμάρειας Σεβάστειας, συμβατικής παπικής επισκοπής στη Θράκη (PL 215,
1030).Από δω και στο εξής, η τυραννία, οι αρπαγές, οι
ταπεινώσεις, οι φόνοι θα είναι τρόπος ζωής. Τα μοναστήρια
«αθρόον απέσβη καθάπαξ ρεύσαντα, των ενοικούντων δίκην
ιερείων απανθρώπως ανηρημένων» (PG 145, 432 εξ. 140,
1061BC).
Tο 1222 ο δεσπότης Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας
ανακαταλαμβάνει τη Μακεδονία και το Όρος βρίσκεται πάλι
ελεύθερο. Το 1261, με την ανακατάληψη της Πόλης, το Όρος
ανανεώνει τους δεσμούς του με το Πατριαρχείο. Η κατάσταση
όμως θα παραμείνει ρευστή, επιτεινόμενη από τις συχνές εφόδους
των Βουλγάρων, Σικελών, Φράγκων, Τούρκων.
Ενώ ήταν ακόμη νωπή στους Έλληνες η ζοφερή μνήμη της
λατινοκρατίας, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Η΄ αρχίζει τις
προσπάθειες για την ένωση της Ορθοδοξίας με τον παπισμό, που
οι εκπρόσωποι του τελευταίου εννοούσαν ως υποταγή και
απορρόφηση. Η ένωση εκείνη συντελείται το 1277. Οι Αγιορείτες
με σεβασμό, αλλά και σταθερότητα μηνύουν του αυτοκράτορα και
της Συνόδου να ανανήψουν, όμως ο Μιχαήλ «εξ τόσον γαρ
παρωξυσμένοςήν, λογισμοίς αγρίοις διεκβακχευθείς» ώστε
κατεδίκαζε σε ποινή την κάθε κίνηση: «μόνον τινά κινηθέντα . . .»
(Παχυμέρης, Ε΄ 18, 24 ςτ΄ 24). Το ΑΟ κόβει το μνημόσυνο του
αυτοκράτορα κι αυτός στέλνει εδώ στρατεύματα, να εκδικηθούν:
«διέταξε πάντας (Αγιορείτες) μαχαίρας έργον γενέσθαι». Μονές
πυρπολήθηκαν, καθώς και το Πρωτάτο: «πυρί παρέδωσαν το
Πρωτάτον άπαν συν τη εκκλησία» (αυτ. Ε΄ 24 - Lawrent και
Darrouzes, Dossier Grec de l’ Union de Lyon, 1976, σ. 487 - 507).
Μετά το θάνατο του Μιχαήλ, αυτοκράτορας ανακηρύσσεται ο γιος
του Ανδρόνικος Β΄ (1282 - 1328) που έριξε το βάρος στην
7

ανασυγκρότηση και την επούλωση των πληγών, εκδίδοντας, ειδικά
για το ΑΟ πάνω από 100 χρυσόβουλλα. Κατά το διάστημα 1307 08, ένα κύμα καταλάνικων συμμοριών, με επικεφαλής έναν εβραίο
τσαρλατάνο, τον Arnaldo de Villanova, κατακλύζει τον Άθω,
φέρνοντας την καταστροφή. Με την προέλαση των Σέρβων και την
επίσκεψη του κράλλη Στέφανου Dusan, το 1347 - 48, Σέρβοι
αρχιερείς ζητούν να υπαγάγουν τον Άθω υπό το νεωστί
εμφανισθέν πατριαρχείο των Σέρβων. Οι Αγιορείτες, δι’ ενεργειών
του Πατριάρχη Φιλόθεου Κόκκινου, μετέρχονται ελιγμό,
δηλώνοντας εξάρτηση από τον Έλληνα επίσκοπο Ιερισσού, για
λίγα χρόνια. Δύοντος του αιώνος, εκδίδεται και το Γ΄ Τυπικό, το
1393.
Μέχρι εδώ, ένα ιστορικό πανόραμα της παρουσίας και
δραστηριότητας του Άθω δίνει την εικόνα τούτη: ο Άθως
μεταποιείται σε ασκητικό κέντρο και αποκτά ταυτότητα (Θ΄ αι)
υποστασιώνεται με νόμους και τυπικά (Ι΄ αι.) συγκροτείται κτιριακά
και απλώνεται ανάλογα με τη φήμη του (ΙΑ΄ αι.) δοκιμάζει την
έξαρση και την ύφεση σε δυναμικές μορφές (ΙΒ΄ αι.) υπερβαίνει τις
επικίνδυνες καμπές της ιστορίας με σύνεση και βούληση (ΙΓ΄ αι.).
Όμως ο αιώνας, όπου το ΑΟ θα θριαμβεύσει δυναμικά και
για πρώτη φορά, στη θεολογία, την τέχνη, τον μυστικισμό, θα είναι
ο ΙΔ΄! ο αιών του Ησυχασμού. Ο Ησυχασμός δεν είναι απλώς ένα
κίνημα, είναι άσκηση και βίωση της Ορθοδόξου πνευματικότητος,
είναι μέθεξη του κεκρυμμένου μυστηρίου, είναι θεολογική ανάταση
και βυθισμός σε απρόσιτες διανοίξεις του δόγματος. Μόνο εδώ
συνέτρεξαν η αριστοκρατικότητα της πνευματικής κοινωνίας με την
ταπεινοφροσύνη του ησυχαστικού βίου. Εδώ ο Θεολόγος κοινωνεί
μ’ ένα συγκροτημένο και συνεπές σύστημα, ο μυστικός μ’ έναν
αυθεντικό και αλάθητο κανόνα πνευματικής ζωής, ο καλλιτέχνης με
μιάν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης (βλ. περισσότερα, Δωρόθεος
Μον., Το Άγιον Όρος, 1985, σ., 66 - 77).
Το 1380 το ΑΟ κυριεύεται για μια 25ετία από το «δυσσεβές
και θεομισές και παμμίαρον γένος των οθωμανών» («Νέος
Ελληνομνήμων 16, 1922, 10) και το 1403 ο γενναίος Βασιλιάς
Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος ανακαταλαμβάνει τη Μακεδονία μέχρι τα
Τέμπη, αναγκάζοντας τους Τούρκους, με ειδικό όρο της
29/09/1404, να μην εισέρχονται στο Όρος ούτε να ενοχλούν τους
μοναχούς.Οι πιστοί του Αλλάχ δεν ληστεύουν μόνο τις περιουσίες,
δεν καταλύουν μόνο τα κτίσματα εκ θεμελίων, δεν πυρπολούν τις
καλλιέργειες, αλλά αγρεύουν και τους ανθρώπους ως
αιχμαλώτους.
Το 1424 το ΑΟ παραδίδεται στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, αφού
απέσπασε την υπόσχεσή του ότι θα γίνουν σεβαστά τα θέσμια του
8

Άθω. Τώρα οι Αγιορείτες καλούνται να χρησιμοποιήσουν όλη την
επίνοιά τους, αλλά και χρήμα πολύ, για να τηρήσουν τον Άθω
ακέραιο, που στέναζε από τα υπέρογκα χαράτσια, τις αυθαιρεσίες
των κρατικών οργάνων, τον στρατωνισμό οπλιτών, τις πειρατικές
και ληστρικές εφόδους. Τις κρίσιμες εκείνες ώρες αναδέχονται την
προστασία του Άθω οι ομόπιστοι ηγεμόνες του Βορρά: της
Ουγγροβλαχίας, της Μολδαβίας, της Γεωργίας, της Ρωσίας. Από
το Β΄ μισό του ςτ΄ αι. το σκοτάδι πυκνώνει, αφού η τυραννία
συστηματοποιείται. Το 1568 ο πολυχρονεμένος σουλτάνος Σελίμ
Β΄ προβαίνει στη δήμευση των αγιορειτικών κτημάτων, μαζί και
όλης της ακίνητης περιουσίας τους. Οι Μονές, για να τ’
αποκτήσουν πάλι, καταφεύγουν σε εβραίους τοκογλύφους, με
συνέπεια να κινδυνεύουν να περιέλθουν στην κατοχή εκείνων. Η
απειλή ήταν μεγάλη και ορατή. Ο Άγιος Διονύσιος, τέκνο του ΑΟ,
που ασκήτευε στο Θεσσαλικό Όλυμπο, μέγει τους Αγιορείτες, γι’
αυτή τους την αφροσύνη:Είχατε πολλά πολύτιμα αντικείμενα, «και
δεν τα επωλήσατε, αμέ τα εδώσατε εις τους εβραίους, τους
εχθρούς του Θεού και τα εκέρδησαν μόνον δια τον τόκον . . .»
(Meyer, σ. 218 εξ.). Συγχρόνως τους παρηγορεί ότι υπάρχουν
πολλοί άγιοι στο Όρος. Ο αριθμός των μοναχών, κατά την περίοδο
εκείνη, υπερβαίνει τις 6.000 (βλ. Δωροθέου, τόμ., Β΄σ. 117, σημ.
6). Τότε, το 1574, εκδίδεται και το Ε΄ Τυπικό.
Ο Ελληνισμός και το ΑΟ ομοίως, προετοιμάζονται για την
αποτίναξη του ζυγού. Οι προετοιμασίες, πάντοτε αθόρυβες,
γίνονται σε όλα τα επίπεδα. Οι νεομάρτυρες, ψυχές έμπληστες
φλόγας και πάθους, είναι εκείνοι που σφραγίζουν με το αίμα τους
την πίστη και την ελληνικότητά τους, ενώ οπλίζουν με δύναμη και
πάθος τις ψυχές των υποδούλων. Χιλιάδες οι νεομάρτυρες κι ένας
στους δύο ειν’ Αγιορείτης. Ακολουθούν οι δυνάμει μάρτυρες: οι
αλείπτες νεομαρτύρων, οι λόγιοι, οι εθναπόστολοι, οι οπλουργοί, οι
αρματολοί, οι δάσκαλοι, οι Φιλικοί, οι Προφήτες. Από τους
τελευταίους να αναφερθεί ο πάμμεγας Πατροκοσμάς (1714 - 79),
που σαν Άτλαντας κράτησε στους ώμους του τον Ελληνισμό. Επί
19 χρόνια οργώνει τα Βαλκάνια, κυρίως την Ελλάδα. Εμψυχώνει
και εμπνέει τον περίτρομο ραγιά, θυμίζοντάς του την ευγενή
καταγωγή του και την υπεροχή του έναντι των τούρκων και των
εβραίων, όπου οι πρώτοι τον ταπεινώνουν ανελέητα και οι
δεύτεροι τον καταδολιεύονται με σατανικότητα. Το μήνυμα της
Επανάστασης βρίσκει τον Άθω να δονείται από πάθος. Ο
ξεσηκωμός ήταν καθολικός, χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Οι Αγιορείτες
που συμμετείχαν σ’ αυτήν ορίζονται από χίλιοι εώς υπερδισχίλιοι
(βλ. Δωροθέου σ.132 σημ. 7). Όμως τα πυρομαχικά τέλειωσαν και
αρχίζει η αναστροφή, ανατριχιαστική στην περιγραφή της. Ο Άθως
9

θα αργήσει να ελευθερωθεί. Στις 2/11/1912 απελευθερώνεται με τη
δυναμική παρουσία της ναυαρχίδας «Αβέρωφ» και ναύαρχο τον
θρυλικό Παύλο Κουντουριώτη. Η άνοδος που άρχισε από την αρχή
του αιώνα, έφτασε στο αποκόρυφο το 1917. Μοναχοί που φτάνουν
τις 10.000, έμποροι και τεχνίτες 500 - 600, καταστήματα και
εργαστήρια 120, ναυτιλιακές εταιρίες 3. Το 1924 ψηφίζεται ο
Καταστατικός Χάρτης, με τον οποίο καθορίζονται οι σχέσεις ΑΟ και
Ελληνικού Κράτους. Το 1963 γιορτάζεται με βυζαντινή
μεγαλοπρέπεια και χάρη η επέτειος της Χιλιετηρίδος του ΑΟ, το
τελευταίο μεγάλο και λαμπρό γεγονός στην πολύπλαγκτη ιστορία
του Άθω. Οι μοναχοί σήμερα κοντεύουν τους 1.500.
Μοναχός Δωρόθεος Αγιορείτης

Η διοίκηση του Αγίου Όρους
10

Η διοίκηση του Αγίου Όρους καθ΄ όλη τη μακραίωνη ιστορική
του πορεία, από τότε δηλαδή που επίσημα οργανώθηκε σε αυτό ο
μοναχικός βίος, με την έκδοση του Τυπικού του βυζαντινού
αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή το 972 μέχρι και σήμερα ακόμη,
εξακολουθεί να διέπεται από ένα ιδιόμορφο πολιτικό και
εκκλησιαστικό καθεστώς. Κι αυτό φαίνεται πολύ καθαρά μέσα από
τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα (διατάγματα) και "Τυπικά", τα
Πατριαρχικά σιγίλλια (έγγραφα), τα σουλτανικά φιρμάνια, τους
"Γενικούς Κανονισμούς" του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη
μεταγενέστερη νομοθεσία. Σήμερα, ύστερα από τη Συνθήκη των
Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920, που επικυρώθηκε με τη
συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923, το Άγιο Όρος
υπάγεται στην κυριαρχία της Ελλάδος και διοικείται σύμφωνα με τα
όσα ορίζονται ρητά:
Πρώτο: στο άρθρο 105 του ισχύοντος Συντάγματος της
Ελλάδος του 1975/1986, το οποίο αποτελεί ακριβή επανάληψη
των όσων περιλαμβάνονταν στα προηγούμενα Συντάγματα.
Δηλαδή στα άρθρα: 106-109 του Συντάγματος της Δ΄ Εθνικής
Συνελεύσεως των Αθηνών που δημοσιεύτηκε το 1926, στα άρθρα
109-112 του Συντάγματος του 1927, στο άρθρο 103 του
Συντάγματος του 1952 και στο άρθρο 122 του Συντάγματος του
1968.
Δεύτερο: στον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο
οποίος αρχικά συντάχτηκε από μια πενταμελή επιτροπή στις
Καρυές τον Μάϊο του 1924 και ψηφίστηκε από την Έκτακτη Διπλή
Σύναξι των Είκοσι Μονών, που στη συνέχεια υποβλήθηκε στην
Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία αφού το έδωσε για επεξεργασία σε
μια ειδική Επιτροπή που έλαβε υπόψη της και τις τροποποιήσεις
που πρότεινε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προχώρησε στην
κύρωσή του με το Νομοθετικό Διάταγμα της 10/16 Σεπτεμβρίου
1926.
Τρίτο: στο Νομοθετικό Διάταγμα της 10/16 Σεπτεμβρίου
1926 "περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου
Όρους". Και τούτο γιατί σ΄ αυτό περιλαμβάνονται και άλλες
διατάξεις που ρυθμίζουν την οργάνωση, τη διοίκηση και την
απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος.
Τέταρτο: σε διατάξεις αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων,
Πατριαρχικών σιγιλλίων, σουλτανικών φιρμανίων κ.α. που δεν
καταργήθηκαν από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους και το
Νομοθετικό Διάταγμα της 10/16 Σεπεμβρίου 1926.
Πέμπτο:
στις
κανονικές
διατάξεις
της
Έκτακτης
Εικοσαμελούς Συνάξεως. Οι διατάξεις αυτές εκδίδονται ύστερα
11

από σχετική εξουσιοδότηση, αλλά για να ισχύσουν πρέπει πρώτα
να κοινοποιηθούν στο Διοικητή του Αγίου Όρους και στη συνέχεια
να επικυρωθούν από τον Υπουργό των Εξωτερικών, εκτός αν και
οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε θέματα καθαρά πνευματικής
φύσεως, οπότε ανακοινώνονται για έγκριση στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο.
Έκτο: στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των Μονών και των
Σκητών, οι οποίοι εγκρίνονται από την Ιερά Κοινότητα και τις
Κυρίαρχες Μονές, υπό την προϋπόθεση βέβαια να μην έρχονται
αυτοί σε αντίθεση με τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του
Αγίου Όρους.
Έβδομο: σε έθιμα που δεν καταργήθηκαν.
Και επί τη βάσει των νομοθετικών αυτών κειμένων που
προαναφέρθηκαν θα παρουσιαστεί με πολλή συντομία η όλη δομή
του διοικητικού συστήματος που επικρατεί σήμερα στο Άγιο Όρος.
Έτσι, η χερσόνησος του Άθω, από τη Μεγάλη Βίγλα και πέρα, η
οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους είναι, σύμφωνα με το
αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του
Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πανω σ' αυτό
παραμένει άθικτη. Από πνευματική άποψη το Άγιο Όρος διατελεί
υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όλοι
όσοι μονάζουν σ΄ αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια μόλις
προσληφθούν ως δόκιμοι ή μοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση. Το
Άγιο Όρος διοικείται, σύμφωνα με το καθεστώς του, από τις είκοσι
Ιερές Μονές του, μεταξύ των οποίων είναι κατανεμημένη ολόκληρη
η χερσόνησος του Άθω, το έδαφος της οποίας είναι
αναπαλλοτρίωτο.
Η διοίκηση του ασκείται από αντιπροσώπους των Ιερών
Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα. Δεν επιτρέπεται
καμία απολύτως μεταβολή στο διοικητικό σύστημα ή στον αριθμό
των Μονών του Αγίου Όρους, ούτε στην ιεραρχική τάξη και τη
θέση τους προς τα υποτελή τους εξαρτήματα.
Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι
ή σχισματικοί.
Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων και
του τρόπου της λειτουργίας τους γίνεται από τον Καταστατικό
Χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο, με σύμπραξη του
αντιπροσώπου του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι
Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και
η Βουλή των Ελλήνων.
Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως
προς το πνευματικό μέρος υπό την ανωτάτη εποπτεία του
12

Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό μέρος υπό
την εποπτεία του Κράτους, στο οποίο ανήκει αποκλειστικά και η
διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.
Οι πιο πάνω εξουσίες του Κράτους ασκούνται από Διοικητή,
του οποίου και τα δικαιώματα και τα καθήκοντα καθορίζονται με
νόμο. Με νόμο επίσης καθορίζονται η δικαστική εξουσία που
ασκούν οι μοναστηριακές αρχές και η Ιερή Κοινότητα, καθώς και τα
τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήματα του Αγίου Όρους
(άρθρ. 105 && 1-5 του Συντάγματος 1975/86).
Έτσι από τη διάταξη αυτή του Συντάγματος, στο Άγιο Όρος
πρέπει να συνυπάρχουν δύο διοικητικές Αρχές. Μία Πολιτική
Διοικητική Αρχή και μία Μοναστηριακή Διοικητική Αρχή. Στην
πρώτη υπάγεται ο Διοικητής του Αγίου Όρους, ο οποίος διορίζεται
με Π. Διάταγμα που προκαλείται από τον Υπουργό των
Εξωτερικών, στη δικαιοδοσία του οποίου και ανήκει. Ο Διοικητής
δεν εποπτεύει μόνο σε ότι αφορά στη δημόσια τάξη και ασφάλεια,
αλλά και στην τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.
Επίσης ο ίδιος προκαλεί και την προσοχή της Ιερής Κοινότητας για
τις παραβάσεις που κάνει οποιαδήποτε Μοναστηριακή Αρχή που
βρίσκεται στο Άγιο Όρος. Κατά την ενάσκηση δε των καθηκόντων
του αυτών, ο Διοικητής έρχεται σε άμεση επαφή με την Ιερή
Κοινότητα και τις άλλες Μοναστηριακές Αρχές αλληλογραφώντας
με αυτές. Σε περίπτωση δε απουσίας ή κωλύματός του
αναπληρώνεται από τον γραμματέα του. Επίσης ο Διοικητής είναι
εκείνος ο οποίος διατάζει τα όργανα που βρίσκονται στη
δικαιοδοσία του, δηλαδή τη δύναμη της χωροφυλακής και το
προσωπικό της Διοίκησης, για την εκτέλεση των αποφάσεων της
Ιερής Κοινότητας και των Μοναστηριακών Αρχών (άρθρ.3-5,Ν.Δ.
10/16.9.1926).
Και στη δεύτερη, στη Μοναστηριακή δηλαδή Διοικητική
Αρχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυτοδιοίκηση που υπάρχει
στο Άγιο Όρος, υπάγονται τόσο τα επιμέρους διοικητικά,
μονοπρόσωπα και συλλογικά όργανα καθεμιάς από τις είκοσι Ιερές
Κυριαρχικές, Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές,
που ούτε ο αριθμός τους, ούτε η ιεραρχική τους τάξη μπορεί να
μεταβληθεί, όσο και τα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους,
που είναι η Ιερή Κοινότητα, η Ιερή Επιστασία και η Έκτακτη
Εικοσαμελής Σύναξη.
Και οι Μονές αυτές λέγονται: "Κυρίαρχες", γιατί όχι μόνον
έτσι ονομάζονται αυτές στο Άγιο Όρος και αυτοδιοικούνται
σύμφωνα με το δικό τους Εσωτερικό Κανονισμό, αλλά και γιατί σε
αυτές υπάγονται όλα τα Εξαρτήματα που βρίσκονται στο Άγιο
Όρος, δηλαδή οι Σκήτες, τα Κελλιά, οι Καλύβες, τα ησυχαστήρια
13

και τα καθίσματα κατά τα ανέκαθεν κρατούντα. "Βασιλικές και
Πατριαρχικές" γιατί είτε ιδρύονταν, είτε προστατεύονταν αντίστοιχα
από βασιλείς ή Πατριάρχες, και "Σταυροπηγιακές", γιατί
τοποθετείται σε αυτές σταυρός που αποστέλλεται από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι οι Μονές κατά ιεραρχική
αμετάβλητη τάξη, η οποία δεν μπορεί να αυξομειωθεί, είναι:
 1.της Μεγίστης Λαύρας που ιδρύθηκε το 963.
 2.του Βατοπεδίου που ιδρύθηκε το 972.
 3.των Ιβήρων που ιδρύθηκε επίσης το 972.
 4.του Χιλανδαρίου που ιδρύθηκε το 1197 και είναι
σερβική.
 5.του Διονυσίου που ιδρύθηκε το 1375.
 6.του Κουτλουμουσίου που ιδρύθηκε το 12 αιώνα.
 7.του Παντοκράτορος που ιδρύθηκε το 1363.
 8.του Ξηροποτάμου που ιδρύθηκε το 970 ( ; ).
 9.του Ζωγράφου που ιδρύθηκε γύρω στο 973 και
είναι βουλγαρική.
 10.του Δοχειαρίου που ιδρύθηκε γύρω στο 970.
 11.του Καρακάλλου που ιδρύθηκε στις αρχές του
11ου αιώνα.
 12.του Φιλοθέου που ιδρύθηκε γύρω στα τέλη του
10ου αιώνα.
 13.της Σίμωνος Πέτρας που ιδρύθηκε το πρώτο
μισό του 14ου αιώνα.
 14.του Αγίου Παύλου που ιδρύθηκε το δεύτερο
μισό του 10ου αιώνα.
 15.του Σταυρονικήτα από το 1541.
14

 16.του Ξενοφώντος που ιδρύθηκε στα τέλη του
10ου αιώνα.
 17.του Γρηγορίου που ιδρύθηκε πριν από τα μέσα
του 14ου αιώνα.
 18.του Εσφιγμένου που ιδρύθηκε στα τέλη του
10ου αιώνα.
 19.του Ρωσικού (του
ιδρύθηκε το 10ο αιώνα, και

Παντελεήμονος)

που

 20.του Κωνσταμονίτου που ιδρύθηκε τον 11ο
αιώνα.
Οι Μονές αυτές παλαιότερα διακρίνονταν σε "κοινόβιες" και
σε "ιδιόρρυθμες" ανάλογα με τον τρόπο της οργάνωσης και της
διοίκησής τους. Σήμερα εξακολουθούν όχι μόνον να
αυτοδιοικούνται, να διοικούνται δηλαδή σύμφωνα με τα όσα ορίζει
ο Εσωτερικός τους Κανονισμός, ο οποίος ψηφίζεται από τις ίδιες
και εγκρίνεται από την Ιερή Κοινότητα που τις εποπτεύει, αλλά και
να διαχειρίζονται μόνες τους τις περιουσίες τους. Έτσι σήμερα όλες
ανεξαιρέτως οι Μονές του Αγίου Όρους είναι κοινόβιες και στα
Εξαρτήματα των Κυρίαρχων αυτών Μονών, όπως αναφέρθηκε,
ανήκουν: Οι "Σκήτες", δηλαδή ένα σύνολο "καλυβών" (βλ.
περισσότερα πιο κάτω) ή "καλυβιών" ή και μικρότερων ακόμη
οικημάτων, όπως είναι τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσματα ", τα
"ερημητήρια" και οι "εγκλείστρες", το οποίο διέπεται από έναν
Εσωτερικό Κανονισμό που εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή.

Οι Σκήτες είναι δώδεκα. Τέσσερις
κοινόβιες και οκτώ ιδιόρρυθμες.
Κοινόβιες είναι:
 η Σκήτη επ' ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
(Βογορόδιτσα) της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (του
Ρωσικού)
 2) η Σκήτη επ' ονόματι του Προφήτη Ηλία της Μονής
του Παντοκράτορος
 3) η Σκήτη επ' ονόματι του Τιμίου Προδρόμου της
Μονής Μεγίστης Λαύρας και
 4) η Σκήτη επ' ονόματι του Αγίου Ανδρέου της Μονής
Βατοπεδίου.
15

Ιδιόρρυθμες είναι:
 η Σκήτη επ΄ ονόματι της Αγίας Άννας της Μονής
Μεγίστης Λαύρας
 2) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόματι της Αγίας
Τριάδας- Καυσοκαλυβίων
 3) η Σκήτη επ΄ονόματι του Τιμίου Προδρόμου της
Μονής των Ιβήρων
 4) η Σκήτη του Αγίου Δημητρίου της Μονής Βατοπεδίου
 5) η Σκήτη επ΄ονόματι του Αγίου Παντελεήμονος της
Μονής Κουτλουμουσίου
 6) η Σκήτη επ΄ ονόματι του Γενεσίου της Θεοτόκου
(Νέα Σκήτη) της Μονής του Αγίου Παύλου
 7) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόματι του Αγίου
Δημητρίου (Λάκκου) και
 8) η Σκήτη επ' ονόματι του Ευαγγελισμού της
Θεοτόκου της Μονής Ξενοφώντος.
Κάθε Σκήτη οφείλει να τηρεί αναλλοίωτη την οργάνωση και
τη διοίκησή της που της καθορίζεται από έναν Εσωτερικό
Κανονισμό, ο οποίος εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή και ο
οποίος δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του
Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.
Τα "Κελλιά", ένα είδος, δηλαδή, μοναστικών αγροτικών
οικημάτων, όπου σε κάθε ένα από αυτά ασκείται ένας μοναχός
που καλείται γέροντας και είναι εξοικειωμένος με τη μοναστική
ζωή, γιατί ασκήθηκε ως αδελφός στην Κυρίαρχη Μονή. Αν και τον
γέροντα αυτόν συνήθως τον ακολουθούν και δύο ακόμη μοναχοί.
Παρά ταύτα τα τρία αυτά πρόσωπα του κάθε Κελλιού μπορούν να
προσλάβουν και άλλους ακόμη τρεις δόκιμους μοναχούς ή
υποτακτικούς, χωρίς όμως να επιτρέπεται η παραπέρα αύξηση
του αριθμού της.
Οι "Καλύβες", τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσματα", τα
"ερημητήρια" και οι "εγκλείστρες" είναι τόποι ιεροί των
Κυρίαρχων Μονών, στους οποίους ασκείται ένας συνήθως
μοναχός, ο οποίος ζει από τα ελέη των Μονών και τους καρπούς
της γης.
Στα μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα των Μονών και των
Εξαρτημάτων τους υπάγονται: Ο Ηγούμενος για τις Μονές. Αυτός
είναι αιρετός και ισόβιος. Και για να εκλεγεί πρέπει όχι μόνο να
έχει: α) χρηστό ήθος, σταθερή ευσέβεια, ανεπίλεπτη διαγωγή,
εκκλησιαστική μόρφωση, εγκύκλιο παιδεία και διοικητική
ικανότητα, β) ηλικία 40 τουλάχιστον ετών, και γ) κουρά στο Άγιο
16

Όρος, προτιμωμένου εκείνου που είχε εγγραφεί στη Μονή πριν
από 10 χρόνια, αλλά και να μην έχει καταδικαστεί για κατάχρηση
μοναστηριακής περιουσίας. Και σε περίπτωση που διαπιστωθεί
από την αδελφότητα της Μονής, πως δεν υπάρχει μεταξύ των
αδελφών της κανένας υποψήφιος με τα προσόντα που ορίζει ρητά
ο Καταστατικός Χάρτης, τότε επιτρέπεται να προσκληθεί
οποιοσδήποτε μοναχός από το Άγιο Όρος, ο οποίος θεωρείται
κατάλληλος για Ηγούμενος της Μονής. Τον Ηγούμενο τον
εκλέγουν με μυστική ψηφοφορία όλοι οι αδελφοί της Μονής που
έχουν συμπληρώσει εξαετία από τότε που εκάρησαν μοναχοί. Το
αντίγραφο του Πρακτικού της εκλογής αποστέλλεται στην Ιερή
Κοινότητα για την εγκατάσταση του Ηγουμένου σύμφωνα με τα
έθιμα που ισχύουν και για τη γνωστοποίηση της εκλογής του στο
Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Ηγούμενος, ως πνευματικός πατέρας, ασκεί μόνος του την
πνευματική εξουσία πάνω στους αδελφούς της Μονής. Επιβλέπει,
δηλαδή, την ψυχική τους κατάσταση, προλαμβάνει κάθε εκτροπή
τους και τους καθοδηγεί με τη διδασκαλία και την υποδειγματική
του ζωή στον προορισμό τους. Γι' αυτό και οι αδελφοί του μοναχοί
οφείλουν να τον σέβονται και να τον υπακούουν. Ενώ κατά την
άσκηση της διοικητικής του εξουσίας οφείλει να συνεργάζεται
υποχρεωτικώς με την "Επιτροπή" (βλ. πιο κάτω) έτσι ώστε να μην
είναι δυνατή καμιά ενέργειά του χωρίς τη γνώμη της "Επιτροπής",
όπως και της "Επιτροπής" χωρίς τη γνώμη του Ηγούμενου. Κι
αυτό γιατί τόσο ο Ηγούμενος, όσο και η "Επιτροπή" αποτελούν και
οι δύο μαζί, την εκτελεστική Αρχή των αποφάσεων της "Γεροντίας"
(βλ. πιο κάτω). Τέλος, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται τόσο η
συγκέντρωση όλης της διοικητικής εξουσίας στα χέρια του
Ηγούμενου, όσο και ο σφετερισμός των δικαιωμάτων της
"Επιτροπής" ή της Γεροντίας από τον ίδιο.
Ο Δικαίος για τις Σκήτες. Αυτός για να εκλεγεί, πρέπει να
είναι ένας από τους γέροντες των Καλυβών που να διακρίνεται για
την αρετή του και τη διοικητική του ικανότητα από την κυρίαρχη
Μονή του. Τον Δικαίο τον εκλέγουν στις αρχές Μαϊου οι Γέροντες
των Καλυβών και η θητεία του είναι ετήσια. Τα καθήκοντα του
εκάστοτε Δικαίου είναι να κατοικεί στο οίκημα και όχι στην καλύβα
του, να φροντίζει για την εσωτερική τάξη της Σκήτης, να φιλοξενεί
τους ξένους, να τελεί τις ακολουθίες στο Κυριακό, δηλαδή στο ναό,
να επαγρυπνεί μαζί με τους "Συμβούλους" για τη διαγωγή όλων
που βρίσκονται στη Σκήτη, νουθετώντας τους και συμβουλεύοντάς
τους, να καταγγέλει εκείνους που είναι δύστροποι και αδιόρθωτοι
στη "Σύναξη των Γερόντων" και μέσω αυτής στην Κυρίαρχη Μονή,
να επιδιώκει μαζί με τους "Συμβούλους" συμβιβαστική λύση για τις
17

διαφορές που αναφύονται και να εκτελεί επίσης μαζί τους τις
αποφάσεις της "Συνάξεως των Γερόντων" και να διαφυλάττει
υπευθύνως τα ιερά κειμήλια, σκεύη, άμφια, χειρόγραφα, βιβλία και
όλα γενικώς τα αντικείμενα της Σκήτης που έχουν αξία.
Στα συλλογικά διοικητικά όργανα των Μονών και των
Εξαρτημάτων τους υπάγονται:Η "Επιτροπή" και η "Γεροντία" για τις
Κυρίαρχες Μονές και οι "Σύμβουλοι" και η "Σύναξη των Γερόντων"
για τις Σκήτες. Εδώ θα πρέπει να ειπωθεί πως παλαιότερα στα
συλλογικά διοικητικά όργανα των Ιδιόρρυθμων Μονών υπάγονταν
η "Διοικούσα Επιτροπή" και η "Σύναξη των Προισταμένων". Η
"Επιτροπή" αποτελείται από δύο ή τρία μέλη τα οποία προέρχονται
από τη "Γεροντία". Η θητεία τους είναι ετήσια και εκλέγονται επίσης
από τη "Γεροντία". Η "Επιτροπή" συνεργάζεται πάντοτε με τον
Ηγούμενο που είναι Πρόεδρος της και ασκούν μαζί με τη διοίκηση
και τη διαχείριση της Μονής. Οι υποψήφιοι για μέλη της
"Γεροντίας" πρέπει να διακρίνονται για το χρηστό τους ήθος και τη
διοικητική τους ικανότητα. Αν και προτιμούνται πάντοτε οι κάτοχοι
εκκλησιαστικής μόρφωσης και κάθε εγκυκλίου παιδείας. Τα περί
της εκλογής τους αναφέρονται στον Εσωτερικό Κανονισμό της
κάθε Μονής. Όσοι όμως εκλεγούν είναι ισόβιοι, εκτός κι αν
εκπέσουν από το αξίωμά τους εξαιτίας καταδικαστικής
αποφάσεως. Σε περίπτωση που ο Ηγούμενος ύστερα από την
πρώτη και τη δεύτερη παρατήρηση της "Γεροντίας", η οποία
αναγράφεται στα Πρακτικά, εξακολουθεί να μη διορθώνεται, τότε
παύεται, αν το θελήσουν τα 2/3 των μελών της "Γεροντίας".
Διαφορετικά, εάν δεν το θελήσει η πλειοψηφία της αδελφότητας,
τότε προσκαλείται η Ιερή Κοινότητα για να λύσει τη διαφορά,
επειδή είναι η Ανώτατη Αρχή, η οποία εποπτεύει για την πιστή
τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.
Τόσο τα μέλη της "Επιτροπής", όσο και τα μέλη της
"Γεροντίας" οφείλουν να προβάλλουν τους εαυτούς τους ως
παράδειγμα της κοινοβιακής ζωής, με το να παρακάθονται σε
κοινή τράπεζα με τους αδελφούς τους, να διδάσκουν εμπράκτως
της ακτημοσύνη και την αγάπη, να φροντίζουν για τους ασθενείς
και τους γέροντες, παρέχοντας πρώτα αυτοί πλήρη σεβασμό και
κύρος προς τους κοινοβιακούς όρους και θεσμούς.
Οι "Σύμβουλοι" σε κάθε Σκήτη είναι δύο ως τέσσερις. Οι
μισοί εκλέγονται όπως και ο Δικαίος και οι άλλοι μισοί εκλέγονται
από την Κυρίαρχη Μονή. Σε περίπτωση που οι "Σύμβουλοι" είναι
δύο, η θητεία τους είναι ετήσια. Σε περίπτωση όμως που οι
"Σύμβουλοι" είναι τρεις, τότε κάθε έτος αντικαθίσταται ένας ή και
περισσότεροι. Ενώ όταν είναι τέσσερις αντικαθίστανται ή μόνο οι
δύο ή και οι τέσσερις σύμφωνα με όσα ισχύουν σε κάθε Σκήτη.
18

Κάθε Σκήτη έχει δική της σφραγίδα, η οποία φέρει το όνομά της
καθώς και το όνομα της Κυρίαρχης Μονής. Είναι δε διαιρεμένη σε
τρία ή τέσσερα τμήματα, έτσι ώστε κάθε "Σύμβουλος" να κρατάει
το ένα τμήμα της. Ο Δικαίος και οι "Σύμβουλοι" οφείλουν να
συνεργάζονται και να προάγουν τα συμφέροντα της Σκήτης τους.
Διαφορετικά καμιά μονομερής πράξη τους, εκτός από τα
συνηθισμένα καθήκοντά τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη.
Στη "Σύναξη των Γερόντων" υποβάλλονται όλες οι σπουδαίες
υποθέσεις της Σκήτης, αλλά οι αποφάσεις της πρέπει
απαραιτήτως να εγκριθούν από την Κυρίαρχη Μονή.
Τέλος, στα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους, όπως
αναφερθήκε, υπάγονται η Ιερή Κοινότητα, η Ιερή Επιστασία και η
Έκτακτη Εικοσαμελής Σύναξη.
Η Ιερή Κοινότητα του Αγίου Όρους, η οποία εδρεύει στις
Καρυές, είναι σώμα διαρκές, που αποτελείται από τους είκοσι
αντιπροσώπους των ισάριθμων Κυριαρχικών Μονών του Αγίου
Όρους. Οι αντιπρόσωποι αυτοί εκλέγονται ο καθένας από τη Μονή
που προέρχεται σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό της Μονής
του, το βραδύτερο μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός
Ιανουαρίου κάθε έτους. Οι υποψήφιοι για αντιπρόσωποι πρέπει να
προέρχονται από τους αδελφούς της Μονής, να έχουν ηλικία πάνω
από 30 χρόνια, να διακρίνονται για τη σύνεση και το ανεπίληπτο
της ζωής τους, προτιμούμενοι πάντοτε όσοι έχουν εκκλησιαστική
μόρφωση και εγκύκλιο παιδεία. Επίσης η υπηρεσία τους είναι
ετήσια, αλλά μπορεί να παραταθεί και για άλλα έτη, αν η Μονή του
τον επανεκλέξει.
Η Ιερή Κοινότητα συνεδριάζει τακτικώς τρεις φορές την
εβδομάδα και εκτάκτως όσες φορές παραστεί ανάγκη. Γι' αυτό και
οι αντιπρόσωποι παραμένουν μονίμως στις Καρυές, για να
προσέρχονται ανελλιπώς στις συνεδριάσεις της Ιερής Κοινότητας.
Τη συζήτηση των συνεδριάσεων αυτών τη διευθύνει ο
Πρωτοεπιστάτης. Και απαρτία σε αυτές υπάρχει όταν
παρευρίσκονται τα 2/3 των αντιπροσώπων, δηλαδή 14
αντιπρόσωποι. Επίσης σε αυτές μπορεί να παρευρίσκονται και ο
Διοικητής του Αγίου Όρους σε περίπτωση που προσκληθεί.
Η Ιερή Επιστασία αντιπροσωπεύει την εκτελεστική εξουσία
της Ιερής Κοινότητας και αποτελείται από τέσσερα μέλη. Γι' αυτό
και οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, κάθε μία
από τις οποίες ασκεί την Ιερή Επιστασία για ένα χρόνο ανά
πενταετία και πιο συγκεκριμένα από την 1η Ιουνίου μέχρι τέλος
Μαϊου. Προς τούτο αποστέλλεται κάθε έτος από κάθε Μονή
καθεμιάς τετράδας ένας Επιστάτης, που έχει τα ίδια προσόντα με
εκείνα των αντιπροσώπων των Μονών. Ο Επιστάτης της πρώτης
19

στην τάξη Μονής καλείται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της
Ιερής Επιστασίας και ως σύμβολο της εξουσίας του κρατάει τη
ράβδο του Πρώτου.

Οι πέντε τετράδες που προαναφέρθηκαν
έχουν ως εξής:

 Α΄ Τετράς: Μεγίστης Λαύρας, Δοχειαρίου, Ξενοφώντος
και Εσφιγμένου.
 Β΄ Τετράς: Βατοπεδίου, Κουτλουμουσίου, Καρακάλλου
και Σταυρονικήτα.
 Γ΄ Τετράς: Ιβήρων, Παντοκράτορος, Φιλοθέου και
Σίμωνος Πέτρας.
 Δ΄ Τετράς: Χιλανδαρίου, Ξηροποτάμου, Αγίου Παύλου
και Γρηγορίου.
 Ε΄ Τετράς: Διονυσίου,
Κωνσταμονίτου.

Ζωγράφου,

Ρωσικού

και

Οι Επιστάτες μένουν διαρκώς στις Καρυές και απουσιάζουν
εναλλάξ και κατά ιεραρχική τάξη, όσες φορές το απαιτήσει καθήκον
τους. Ο Πρωτεπιστάτης όμως δεν μπορεί να απομακρυνθεί από
την έδρα του. Οι Επιστάτες είναι μεταξύ τους ίσοι και ο
Πρωτεπιστάτης πρώτος μεταξύ ίσων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται
κατά πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας υποβάλλεται η
υπόθεση στην κρίση και απόφαση της Ιερής Κοινότητας. Κάθε δε
απόφαση της Ιερής Επιστασίας που λαμβάνεται εν αγνοία ενός
Επιστάτη είναι άκυρη. Η Ιερή Επιστασία οφείλει να διεκπεραιώνει
και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιερής Κοινότητας. Η δε
σφραγίδα της Ιερής Κοινότητας, που φέρει στο μέσο την εικόνα της
Θεοτόκου, παραδίδεται κάθε φορά στους νέους Επιστάτες κατά
την ανέκαθεν κρατούσα τάξη κι αυτό γιατί είναι διαιρεμένη σε
τέσσερα κομμάτια και ο κάθε Επιστάτης κρατάει και από ένα.
Επίσης η Ιερή Επιστασία οφείλει να φροντίζει για την καθαριότητα
και την επισκευή των δρόμων στις Καρυές, καθώς και για το
φωτισμό τους, να διενεργεί αστϋιατρικές επιθεωρήσεις, να
προβαίνει στη διατίμηση των τροφίμων, να επιβλέπει την ευπρεπή
και κόσμια συμπεριφορά, απαγορεύοντας τις αταξίες, τα άσματα
κ.λ.π. στους κεντρικούς δρόμους, να παρακολουθεί τις ώρες
λειτουργίας των καταστημάτων κ.α. Τέλος, η Ιερή Επιστασία
20

διαχειρίζεται το Κοινό Ταμείο με την ευθύνη των Μονών.
Η Έκτακτη Εικοσαμελής Σύναξη αποτελείται από τους
Ηγουμένους και τους Προϊσταμένους των Είκοσι ιερών Μονών.
Αυτή συνέρχεται αυτοδικαίως δύο φορές το χρόνο. Μία φορά 15
ημέρες μετά το Πάσχα και μία φορά στις 20 Αυγούστου. Η Έκτακτη
Εικοσαμελής Σύναξη αποτελεί το ανώτατο νομοθετικό και
δικαστικό σώμα στο Άγιο Όρος. Τέλος, στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο, ως ανώτατο δικαστήριο υπάγονται όλες οι
πνευματικές υποθέσεις. Επίσης το Οικουμενικό Πατριαρχείο
εγκρίνει τις Κανονιστικές διατάξεις που έχουν πνευματικό
χαρακτήρα και ψηφίζονται από την Έκτακτη Εικοσαμελή Σύναξη.
Και με τον τρόπο αυτόν της οργάνωσης και διοίκησης των ιερών
Μονών του Αγίου Όρους, διαφυλάσσεται με κάθε ακρίβεια η
ησυχία, η υπομονή, η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη και γενικά η
τάξη και η πειθαρχία που πρέπει να επικρατεί στο Άγιο Όρος.

ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Ι. Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ

Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας βρίσκεται κτισμένη στη
νοτιοανατολική πλευρά της χερσονήσου στην τοποθεσία Μελανά,
21

περιοχή όπου διασώζονται σπαράγματα μνημείων που μας πάνε
πίσω σε προχριστιανικά χρόνια.
Η Λαύρα κατέχει την πρώτη θέση στην ιστορία και ιεραρχία
των μονών του Άθω, και ιδρυτής της είναι η σεβασμιώτερη μορφή
μεταξύ των Αγιορειτών, ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Είναι το
πρόσωπο που εισάγει στον μέχρι τότε σπηλαιώδη και ερημιτικό
μοναχισμό τον κατεξοχήν μετέπειτα τρόπο μοναχικής ζωής, τον
κοινοβιακό, επίσης και η γεωγραφική της έκταση είναι η
μεγαλύτερη του Αγίου Ορους ( 72000 στρέμματα ). Οπως
προκύπτει απο το τηρούμενο απο χιλιετίας βιβλίο επονομαζόμενο
"Κουβαρά", στην ιστορική της διαδρομή εμόνασαν εντός της μονής
είκοσι επτά πατριάρχες, 150 αρχιερείς, 168 ηγούμενοι, 3400
ιερομόναχοι, και 14000 μοναχοί.
Με άδεια του αυτοκράτορα Ρωμανού του Β΄ ο Αθανάσιος
ξεκινά τα έργα. Σύντομα, αυτοκράτορας ανακηρύσσεται ο φίλος
του αγίου Νικηφόρος Φωκάς, ο οποίος και του συμπαραστέκεται
πολύτροπα. Αρχικά ανεγείρεται το Καθολικό και πολύ σύντομα
πολλοί, αλλόγλωσσοι και αλλόφυλοι, επιφανείς και άσημοι,
έρχονται να μονάσουν υπό την καθοδήγηση του αγίου. Την
πολιτική υποστήριξης του Φωκά προς τον Αθανάσιο συνεχίζουν
και οι διάδοχοί του Τσιμισκής και Βασίλειο Β΄ ο Βουλγαροκτόνος,
παρά τις αντιδράσεις και κατηγορίες που κάποιοι έσπευσαν να
κομίσουν κατά του αγίου Αθανασίου.
Μετά τον θάνατο του αγίου την επιτροπία της Λαύρας
αναλαμβάνουν κατ ’ εντολή του ο ιδρυτής της Μονής των Ιβήρων
άγιος Ιωάννης και ο πατρίκιος Νικηφόρος ο Ουρανός. Η μονή
βρίσκεται από καιρό σε περίοδο ακμής και σταδιακά αποκτά
πολλά αφιερώματα: εκτός από το σολέμνιο (ετήσια επιχορήγηση
χρυσών νομισμάτων) που καθιερώθηκε από τον Φωκά και τον
Τσιμισκή, ο Βασίλειος ο Β΄ προσέφερε στη μονή ένα νησί (κοντά
στη Σκιάθο). Σταδιακά, κτήματα της Λαύρας γίνονται η μονή
Γομάτου, Μονοξυλίτου, Αμαλφινών, Κάλυκα, το Ξηρόκαστρον, ο
όρμος Πλατύς. Τις κτήσεις αυτές επικυρώνουν με αυτοκρατορικά
χρυσόβουλλα ο Ανδρόνικος ο Β΄ και ο δεσπότης Δημήτριος
Παλαιολόγος (1429).
Ο κράλης των σέρβων Στέφανος Δουσάν, όπως και άλλοι
μεταγενέστεροι σλαύοι ηγεμόνες, φέρεται με γενναιοδωρία προς
τη Λαύρα. Η μονή μέχρι και τον 14ο αιώνα παρέμεινε κοινόβιο,
αλλά οι πειρατικές επιδρομές συνέβαλαν στην αποδιοργάνωσή
της, ενώ σοβαρά πλήγματα επέφεραν διάφοροι σεισμοί που
έτυχε να επισυμβούν στη Λαύρα, όπως αυτός του 1585. Στη
σταδιακή παρακμή της μονής συνέτεινε το βάρος της φορολογίας
22

των μοναστηριών στα χρόνια της τουρκοκρατίας που σχεδόν
συνολικά το σήκωσαν η Λαύρα μαζί με τις μονές Βατοπαιδίου και
Ιβήρων.
Η μετάβαση κατά τον 14ον αιώνα στην ιδιορρυθμία οδήγησε
τη μονή στη χρήση ενός ιδιαίτερου τυπικού, όμοιο με αυτό των
Λαυρών της Παλαιστίνης. Το 1574 με την επέμβαση του
πατριάρχη Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, η μονή επιστρέφει στο
κοινοβιακό σύστημα για να ξαναπέσει στην ιδιορρυθμία το 1670.
Κατά την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης η Λαύρα είχε 117
μοναστηριακούς μοναχούς και 448 εξαρτηματικούς ερημίτες,
σκητιώτες και κελλιώτες που πολλοί απο αυτούς συμμετείχαν
ενεργά σ΄αυτήν.
Ο ναός αν και αρχικά ήταν αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό
της Θεοτόκου με την κοίμηση του αγίου Αθανασίου τιμάται έκτοτε
και πανηγυρίζει στη μνήμη του. Η αρχική του κατασκευή ανάγεται
στο 963 όμως στην οικοδομική του ιστορία έχει περάσει αρκετές
φάσεις, όπως και η πλειονότητα των αθωνικών Καθολικών. Οι
αγιογραφίες του Καθολικού ανήκουν στον Θεοφάνη τον Κρήτα και
της τράπεζας πιθανώς σε κάποιο μαθητή του. Έξω από το
Καθολικό βρίσκεται η φιάλη του αγιασμού που είναι η μεγαλύτερη
του Αγίου Όρους.
Η μονή Μεγίστης Λαύρας έχει εικοσιένα παρεκκλήσια
εσωτερικά της μονής, και πολλά άλλα εξωτερικά από τα οποία
σημαντικότερα είναι του Προφήτου Ηλιού, Αγίου Γρηγορίου, Αγίας
Παρασκευής και Αγιάσματος του Αγίου Αθανασίου, καθώς και ο
κοιμητηριακός ναός των Αγίων Απόστόλων. Έχει επίσης τρεις
Σκήτες , Καθίσματα , πολλά Κελλιά και Ησυχαστήρια
συγκεντρωμένα, ή διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές της, καθώς
και ερημητήρια σε δυσπρόσιτες περιοχές. Δύο είναι σε μορφή
οικισμού, όπως η Σκήτη Αγίας Άννας και η Σκήτη Αγίας Τριάδος ή
Σκήτη Καυσοκαλυβίων, τα οποία και βρίσκονται στη νοτιοδυτική
πλευρά της Αθωνικής χερσονήσου. Η τρίτη είναι η Σκήτη Τιμίου
Προδρόμου Μεγίστης Λαύρας σε μορφή ενιαίου κτιριακού
συγκροτήματος και βρίσκεται επάνω από τον Ακράθω και η οποία
είναι ρουμανική.
Τα Κελλιά της Μονής Mεγίστης Λαύρας βρίσκονται στις
περιοχές Προβάτα , Μορφωνού, Κερασιά, Άγιος Νείλος και στις
Καρυές. Στις Καρυές έχει το αντιπροσωπείο που τιμάται στην Αγία
Άννα, οκτώ Κελλιά στα οποία διαμένουν συνολικά 10 μοναχοί,
καθώς και τρία οικήματα και αρκετή δασική έκταση. Μέχρι το 1930
υπήρχαν και άλλα Κελλιά της στη θέση της σημερινής πλατείας του
Πρωτάτου, μεταξύ των οποίων εκείνο των Εκκλησιαστικών και του
23

Τυπογράφου.
Τα Κελλιά της Μονής αυτής έχουν προσδιορισμένη εδαφική
έκταση, είναι εκατοντάδες, πλην όμως τα περισσότερα είναι
ερειπωμένα. Από αυτά είναι κατοικήσιμα τα 60 και ήδη
κατοικούνται τα 45.
H μονή Μεγίστης Λαύρας έχει δέκα Καθίσματα στην
ευρύτερη περιοχή της Από αυτά τα επτά βρίσκονται κοντά στη
μονή μεταξύ των οποίων είναι , το Κάθισμα των Αγίων
Αρχαγγέλων ή Κουκουζέλη, όπου εμόνασε τον 14ο αιώνα ο
μεγάλος μελωδός της Εκκλησίας Αγιος Ιωάννης Κουκουζέλης.
Στην περιοχή Βίγλα και κοντά στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου
Μεγίστης Λαύρας βρίσκεται το Κάθισμα του Ακαθίστου ή Σπήλαιο
του Αγίου Αθανασίου, όπου βρίσκεται το σπήλαιο του Αγίου
Αθανασίου. Τέλος σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων περίπου,
βορειότερα της μονής και κοντά στην μονή Καρακάλου βρίσκεται
το Κάθισμα Αγίου Ευσταθίου ή Μυλοποτάμου (τα ονομαστά
Κελλιά Μυλοπόταμος, Άγιος Νείλος, και τα ασκηταριά των αγίων
Πέτρου, Αθανασίου και Νείλου)..
Σήμερα η μονή Μεγίστης Λαύρας έχει, εξήντα Ησυχαστήρια
στις περιοχές Βουλευτήρια, Ήσυχαστήριο Άγιος Βασίλειος ,Βίγλα,
Κατουνάκια και Καρούλια. Tα περισσότερα απο αυτά επειδή
βρίσκονται σε άνυδρες τοποθεσίες καλύπτουν τις ανάγκες τους με
βρόχινο νερό και δεν διαθέτουν δική τους καλλιεργήσιμη έκταση.
Από τους πολλούς και ανεκτίμητους θυσαυρούς της μονής
είναι η εικόνα της Παναγίας της Κουκουζέλισσας, πατριαρχικοί και
αυτοκρατορικοί σάκοι, και άγια λείψανα. Η βιβλιοθήκη της Λαύρας
έχει περίπου 2,116 χειρόγραφα, 20,000 έντυπα βιβλία και
περίπου 100 ξενόγλωσσα χειρόγραφα.
Το 1980 η Μεγίστη Λαύρα επέστρεψε στο κοινοβιακό
σύστημα. Σήμερα αριθμεί περί τους 50 μοναστηριακούς αδελφούς
και τους 300 εξαρτηματικούς.

24

Ι. Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου αντικρύζει τη θάλασσα της
βορειοανατολικής όψης του Άθω από ένα παραθαλάσσιο ύψωμα.
Η μονή ιδρύθηκε περί το 972‐985 πιθανώς από τρεις πλούσιους
άρχοντες, τους Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, οι οποίοι ήρθαν
και μόνασαν στο Άγιον Όρος στα χρόνια του αγίου Αθανασίου
που ίδρυσε τη Μεγίστη Λαύρα. Στο Β΄ Τυπικό (1045) κατακτά τη
δεύτερη θέση την οποία συνεχίζει να κατέχει και σήμερα.

Τον 12ο και 13ο αιώνα εκεί μόνασαν οι εθναρχικές μορφές
του σερβικού λαού άγιοι Σάββας και Συμεών. Ο κράλης της
Σερβίας Στέφανος Δουσάν κατά τον 14ο αιώνα ανάμεσα στις
πολλές δωρεές που πρόσφερε στη μονή ήταν και ο συνοικισμός
Άγιος Μάμανας, ενώ και τον επόμενο αιώνα άλλοι Σέρβοι
ηγεμόνες συνέχισαν την θεοφιλή τακτική των αφιερώσεων και
δωρεών στο μοναστήρι.
Στην ένδοξη πορεία της μονής δεν έλειψαν και οι δύσκολες
στιγμές, όπως οι επιδρομές και λεηλασίες Φράγκων πειρατών,
Καταλανών (1307) και αργότερα οθωμανικών φύλων. Όμως
αυτού του είδους οι κακοτυχίες δεν ανέστειλαν την αύξηση και
προκοπή της μονής.
Απεναντίας, κατά καιρούς υπό την κατοχή της περιήλθαν οι
μονές Χαλκέως, Βεροιώτου, Ιεροπάτορος, Καλέτζη, Αγίου
Δημητρίου, Ξύστρου, Τριπολίτου, και Τροχαλά. Οι Βυζαντινοί
25

αυτοκράτορες επίσης δεν υστέρησαν σε γενναιοδωρία, ενώ
δυτικοί ηγεμόνες στους μεταβυζαντινούς χρόνους ενδιαφέρθηκαν
για την ακεραιότητα της μονής.
Στα τέλη του 15ου αιώνα το Βατοπέδι έθρεψε στους
κόλπους του τον φωτιστή των Ρώσων άγιο Μάξιμο τον Γραικό. Το
1749 στη μονή ιδρύθηκε η γνωστή Αθωνιάδα Σχολή, που σε
εποχές δίσεκτες για το Γένος προσέφερε γνώση και μόρφωση
πνευματική.
Το ωραίο Καθολικό της μονής τιμάται στον Ευαγγελισμό της
Θεοτόκου και χτίστηκε το 10ο αιώνα. Οι παλαιότερές του
αγιογραφίες, που έχουν ωστόσο επιζωγραφηθεί κατά το 18ο και
19ο αιώνα, ανάγονται στον 14ο αιώνα. Η μονή διαθέτει 12
εξωκκλήσια και 21 παρεκκλήσια εκ των οποίων τα 5 είναι
ενσωματωμένα στο Καθολικό. Το κωδωνοστάσιο της μονής
ανεγέρθηκε περί το 1427 και είναι το παλαιότερο σωζόμενο. Η
μονή πέρασε συχνές και ολιγόχρονες μεταβολές από το
κοινοβιακό στο ιδιόρρυθμο σύστημα και αντίστροφα ήδη από τα
τέλη του 14ου αιώνα. Το 1989 επανήλθε στο κοινοβιακό σύστημα.
Από τα κειμήλια της μονής ιδιαίτερα γνωστό είναι η τιμία
Ζώνη της Παναγίας, που φυλάσσεται εκεί από τον 14ο αιώνα.
Πολύτιμο ανάθημα είναι και ο «Ίασπις», ένα ποτήρι, δώρο
μάλλον του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, που έχει την ιδιότητα να
μετατρέπει το νερό σε γαλάκτωμα ιαματικό για το δάγκωμα
φιδιού, καθώς επίσης και πολλά περίτεχνα άμφια και
εκκλησιαστικά σκεύη. Αλλά και μια σειρά από θαυματουργές
εικόνες της Θεοτόκου όπως της Ελαιοβρύτισσας, της
Κτητόρισσας, της Εσφαγμένης και της Παραμυθίας στολίζουν
εξαίρετα το μοναστήρι. Η βιβλιοθήκη της Βατοπαιδίου έχει 1536
χειρόγραφα, 25 ειλητάρια, ένα μεγάλο αριθμό εγγράφων και
έντυπα που ξεπερνούν τις 25,000.
Εξαρτήματα της μονής είναι 24 Κελλιά και οι ιστορικές
σκήτες του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Ανδρέα (Σεράι), παρά
τις Καρυές. Οι μοναχοί της μονής ανέρχονται στους 50 και
αρκετοί κατάγονται από την Κύπρο.

26

Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ
Η Ιερά Μονή Ιβήρων ιδρύθηκε προς το τέλος του 10ου
αιώνα από τον άγιο Ιωάννη τον Ίβηρα λίγο μετά την ίδρυση της
Μεγίστης Λαύρας και της Βατοπαιδίου. Ο άγιος Ιωάννης μόνασε
κοντά στον άγιο Αθανάσιο και σύντομα ήλθαν και άλλοι Ίβηρες.
Ανάμεσά τους ήταν και ο γυναικάδελφός του Ιωάννης Τορνίκιος.
Ο Ιωάννης Τορνίκιος ως μοναχός κλήθηκε από τον αυτοκράτορα
του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄ και μαζί κετέστειλαν την ανταρσία του
στρατηγού Βάρδα του Σκληρού. Από τα λάφυρα και τις

αυτοκρατορικές δωρεές διευρύνθηκε η παλαιότερη μονή του
Κλήμεντος και δημιουργήθηκε η μονή των Ιβήρων. Ο άγιος
Ιωάννης και ο κατά σάρκα γιος του άγιος Ευθύμιος ‐συνκτίτορας
της μονής και μετέπειτα ηγούμενος‐, αναδείχθηκαν σε φωτιστές
των Ιβηριτών.
Στην Ιβήρων από νωρίς προστέθηκαν άλλα μικρότερα
μονύδρια, όπως του Λεοντίου στη Θεσσαλονίκη, του Ιωάννη
Κολοβού στην Ιερισσό, του αγίου Σάββα του Χάλδου και του
Κάσπακος. Τον 14ο αιώνα υπέστη καταστροφές από πειρατές
Καταλανούς και ενωτικούς της Δύσης. Η μονή ωστόσο θα
ορθοποδήσει με την αμέριστη συμπαράσταση των Παλαιολόγων
και των ηγεμόνων της Σερβίας και της Γεωργίας. Στις δύσκολες
στιγμές του 16ου αιώνα διάφοροι Γεωργιανοί ηγεμόνες
ευεργέτησαν τη μονή και την έβγαλαν από τα οικονομικά της
27

αδιέξοδα.
Στη μονή των Ιβήρων είναι εγκατεστημένη η εφέστια εικόνα
του Αγίου Όρους, η Παναγία η Πορταΐτισσα. Το 1651 αντίγραφο
της εικόνας στάλθηκε στην Μόσχα κατόπιν πρόσκλησης της
τσαρικής οικογένειας. Οι εκεί θαυματουργίες της Παναγίας
βοήθησαν στη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ τους παραχωρήθηκε
και το μοναστήρι του αγίου Νικολάου στη Μόσχα. Η Ιβήρων
δοκίμασε τη λαίλαπα της φωτιάς το 1740 και το 1845. Αλλά η
πυρκαγιά που κυριολεκτικά αποτέφρωσε τη μονή ήταν αυτή του
1865. Στα χρόνια της Επανάστασης η μονή δωρίζει τους
θησαυρούς για τον Αγώνα, ενώ στο χώρο της έμεινε και ο
εθνομάρτυρας Γρηγόριος Ε΄. Ο τελευταίος Ίβηρας μοναχός
κοιμήθηκε το 1955. Το μοναστήρι κατέχει την τρίτη θέση στην
ιεραρχία των μονών και από το 1990 αποτελεί κοινόβιο.
Το Καθολικό είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Ο αρχικός του πυρήνας χτίστηκε προς το τέλος του 10ου αιώνα,
ακολούθησε μια μετασκευή στις αρχές του 11ου αιώνα και
ανοικοδομήθηκε το 1513. Γνωστά κειμήλια του Καθολικού είναι η
περίφημη λεμονιά ‐αργυρή επτάφωτη λυχνία‐ και η πόρτα από
τον εξωνάρθηκα στη λιτή φτιαγμένη από άργυρο και έβενο. Άλλοι
γνωστοί θυσαυροί της μονής είναι ο λεγόμενος σάκκος του
Ιωάννη Τσιμισκή, η αρχιερατική στολή του πατριάρχη Διονυσίου
Δ΄, το μέγα ευαγγέλιο (δώρο του Πέτρου του μεγάλου), σκεύη,
άμφια και κεντητά, καθώς και τιμία λείψανα τουλάχιστον από 150
αγίους.
Στη βιβλιοθήκη της Ιβήρων περιέχονται πάνω από 2,000
χειρόγραφα και 15 λειτουργικά ειλητάρια, και πάνω από 20,000
βιβλία, με σπουδαία αρχέτυπα και παλαίτυπα. Η μονή που
ανέδειξε αγίους και λογίους έχει εξαρτήματα της την Σκήτη Τιμίου
Προδρόμου Ιβήρων, επονομαζόμενη και Ιβηρήτικη , δέκα
Καθίσματα και είκοσι έξι Κελλιά. Δέκα κελλιά είναι στον οικισμό των
Καρυών, δέκα τρία βρίσκονται προς την κατεύθυνση των Καρυών
και τα υπόλοιπα τρία προς την Μονή Φιλοθέου.Tο Κελλί του Aγίου
Δημητρίου στις Kαρυές χρησιμοποιείται ως αντιπροσωπείο. Το
σύνολο των κελλιωτών μοναχών της μονής είναι είκοσι επτά και οι
περισσότεροι ασχολούνται κυρίως με γεωργικές καλλιέργειες.
Η μονή απέχει περίπου 1:15 ώρα από τις Καρυές, 1 ώρα
από τη Μονή Σταυρονικήτα μέσα από ένα υπέροχο μονοπάτι, όταν
αυτό είναι ανοιχτό από τις καιρικές συνθήκες, 1 ώρα από τη Μονή
Φιλοθέου (τα πρώτα 30 λέπτα σε δασικό δρόμο και τα υπόλοιπα
30 σε όμορφο μονοπάτι)και 1:30 ώρα από τη Μονή Καρακάλλου
σε δασικό δρόμο.
28

Το μοναστήρι διαθέτει 16 παρεκκλήσια και 10 εξωκκλήσια.
Σήμερα αριθμεί περί τους 30 μοναχούς.

Ι. Μ. ΧΕΛΑΝΔΑΡΙΟΥ

Η Ιερά Μονή Χελανδαρίου είναι κτισμένη στη
βορειανατολική πλευρά του Άθω. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η
ονομασία της μονής πιθανότατα προέρχεται από τον ιδρυτή
παλαιότερου μονυδρίου στον εκεί χώρο, ενώ άλλοι δέχονται την
ετυμολογία της λέξης από το βυζαντινό πλοίο «χελάνδιο».
Το μοναστήρι όπως σήμερα μας είναι γνωστό ιδρύθηκε τον
12ο αιώνα από τον ηγεμόνα της Σερβίας Στέφανο Νεμάνια και τον
γιο του Ράστκο, τους μετέπειτα μοναχούς Συμεών και Σάββα, που
είναι ίσως και οι λαοφιλέστεροι άγιοι της Σερβίας. Το Χελανδάρι
αρχικά ανήκε στη μονή Βατοπαιδίου αλλά παραχωρήθηκε στους
αγίους Σάββα και Συμεών, και το 1198 με χρυσόβουλλο ο
αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ επικύρωσε τη σερβική κατοχή της
μονής.
Σταδιακά προσαρτήθηκαν στα όρια του Χελανδαρίου
πολλές άλλες μικρότερες ιστορικές μονές, όπως του Ζυγού, του
Αγίου Βασιλείου, της Κομίτισσας, του Κάλυκα, των Παπαρνικίων,
του Ομολογητού, της Στροβηλαίας και άλλες.
29

Η συνεχής επάνδρωσή του με νέο έμψυχο υλικό από τη
Σερβία και η αμέριστη υποστήριξη του σερβικού λαού και των
ηγεμόνων του εξασφάλησε την άνθηση και τη μακροημέρευση του
μοναστηριού σε χρόνια δίσεκτα κατά την περίοδο της
τουρκοκρατίας. Ανάμεσα στους Σέρβους ηγεμόνες που βοήθησαν
κατά πολύ οικονομικά το Χελανδάρι ήταν ο Στέφανος Μιλούτιν
(1282‐1321) ‐στο όνομα του οποίου ανεγέρθηκε ο ομώνυμος
πύργος που βρίσκεται στο δρόμο προς τον αρσανά της μονής‐
και ο Νεαγκόε Μπασαράμπ (1512‐21). Τον 17ο αιώνα η
προσέλευση των Σέρβων μοναχών ελαττώνεται ενώ η παρακμή
σημειώνεται έντονα τον 18ο αιώνα, μετά την καταστροφική
πυρκαγιά του 1722. Την εποχή αυτή η μονή ουσιαστικά
κατοικούνταν από Βουλγάρους μοναχούς Η μονή δοκιμάστηκε και
πάλι το 1891 από μια εξίσου ολέθρια πυρκαγιά.
Το Χελανδάρι συμπαραστάθηκε ενεργά στους εθνικούς
αγώνες των Ελλήνων και στους δυο παγκόσμιους πολέμους. Το
Καθολικό του μοναστηριού είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της
Θεοτόκου και κτίστηκε τον 14ο αιώνα. Οι έξοχες αγιογραφίες που
φέρει επιζωγραφήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα. Επίσης,
πίσω από το νεώτερο ξυλόγλυπτο τέμπλο υπάρχει το παλαιότερο
μαρμάρινο τέμπλο του Καθολικού. Η φιάλη της μονής είναι έργο
του 18ου αιώνα, ενώ η τράπεζά της είναι τόσο παλαιά όσο και το
Καθολικό.
Η μονή κατέχει την τετάρτη θέση στην ιεραρχία των μονών.
Διαθέτει 11 παρεκκλήσια και 2 εξωκκλήσια. Έχει εξαρτήματά της
είκοσι έξι κελιά, από τα οποία δύο κοντά στο μοναστήρι και τα
υπόλοιπα στις Καρυές. Από τα κελιά αυτά είναι κατοικήσιμα τα
ένδεκα. Κοντά στη μονή βρίσκεται το κελί της Αγίας
Τριάδος.Ιδιαίτερα
αξιόλογο
είναι
επίσης
το
κελί
της
Μολυβοκκλησιάς, μισή ώρα βορειοδυτικά των Καρυών, με
σπουδαίες τοιχογραφίες Κρητικής σχολής και πολύ αξιόλογο
ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17ου αιώνα στον ναό του Κοιμήσεως της
Θεοτόκου. Εξάρτημά της είναι και το ιστορικό Κάθισμα του Αγίου
Βασιλείου πρώην μονύδριο, σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από την
μονή.Βρίσκεται στον αρσανά της μονής προς την πλευρά του
Θρακικού πελάγους.
Στις Καρυές η μονή Χιλανδαρίου έχει το ιστορικώτερο ίσως
Ησυχαστήριο του Αγίου Όρους. Καλείται Τυπικαρειό, όπου ο άγιος
Σάββας , σύμφωνα με την παράδοση, έφερε από την Παλαιστίνη
τη σωζόμενη ακόμα και σήμερα εικόνα της Θεοτόκου Λειτουργεί με
το δικό του τυπικό από το 1199, που προσδιορίζει και τις
προϋποθέσεις μοναχικής διαβίωσης αλλά και τις σχέσεις με την
30

κυρίαρχη μονή.
Από τα μετόχια της μονής σήμερα σώζωνται τρία: της
Κομίτσας, της Ζωοδόχου Πηγής κοντά στην Ιερισσό, και του
Αγίου Νικολάου στη Σωζόπολη της Χαλκιδικής. Ανάμεσα στα
πολλά κειμήλια της μονής ξεχωρίζουν η ασημένια λάρνακα του
αγίου Συμεών με το κλήμα, οι καρποί του οποίου έχουν λύσει τη
στειρότητα πολλών γυναικών, οι θαυματουργές εικόνες της
Παναγίας της Τριχερούσας της Οδηγήτριας και της
Αβραμιώτισσας. Επίσης, διακρίνονται κάποια κεντητά άμφια και
υφάσματα, δυο σταυροί με Τίμιο Ξύλο, το δίπτυχο με τις 24
μικρογραφίες, το καλάμι και το σάβανο του Χριστού και
πολυθρόνες κοσμημένες με φίλντισι. Στη βιβλιοθήκη του
μοναστηριού περιέχονται 181 ελληνικοί και 809 σλαβικοί κώδικες,
τουλάχιστον 20,000 έντυπα βιβλία εκ των οποίων 3,000 είναι
ελληνικά, καθώς επίσης και 400 έγγραφα διαφόρων γλωσσών.
Στη μονή σήμερα κατοικούν 22 μοναχοί.

Ι. Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
Η Ιερά Μονή Διονυσίου ως «Νέα Πέτρα» είναι κτισμένη
πάνω σε στενό και απόκρημνο βράχο σε ύψος 80 μέτρων από τη
θάλασσα μεταξύ των μονών Γρηγορίου και Αγίου Παύλου.
Κτίτορας της μονής είναι ο όσιος Διονύσιος από την Κορυσό της
Καστοριάς ο οποίος με πολλές δυσκολίες και κόπους κατόρθωσε
να συγκεντρώσει τα απαραίτητα για την ανέγερση του
μοναστηριού στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Σ ’ αυτή του την
προσπάθεια ευγενικός χορηγός στάθηκε ο Αλέξιος Γ΄ Κομνηνός,
αυτοκράτορας της Τραπεζούντας παρακινούμενος και από τον
μητροπολίτη της πόλης Θεοδόσιο που ήταν αυτάδελφος του
οσίου. Την πολιτική αυτή της δαψιλής χορηγίας προς τη μονή
συνέχισαν οι Παλαιολόγοι και αργότερα πολλοί ηγεμόνες της
Μολδοβλαχίας.
Ο πατριάρχης Αντώνιος Δ΄ το 1389 με σιγιλλιώδες γράμμα
ανακηρύσει τη μονή πατριαρχική και κατ ’ αυτό τον τρόπο
λαμβάνει αυτόνομη οντότητα. Με τη Διονυσίου συνδέεται και η
σπουδαία προσωπικότητα του αγίου Νήφωνα, πατριάρχη
ΚΠόλεως, ο οποίος στα μέσα του 15ου αιώνα εκάρη μοναχός της
και μετά από πολλούς αγώνες επέστρεψε και πάλι στη μονή της
μετανοίας του. Στις αρχές του 16ου αιώνα οι Μολδαβοί Ράδουλος
και ο διάδοχός του Νεάγκος Βασσαράβας κτίζουν το υδραγωγείο
και τον πύργο του μοναστηριού. Το 1539 μια πυρκαγιά, ίσως η
31

μοναδική τόσο ισχυρή στην ιστορία της μονής, αποτέφρωσε
ικανό μέρος των κτισμάτων της, που όμως σύντομα
ανακαινίσθηκαν και αναπληρώθηκαν. Τον 16ο και 18ο αιώνα η
μονή λόγω οικονομικών δυσχερειών μετατράπηκε σε ιδιόρρυθμο,
αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα θα επιστρέψει οριστικά στο
κοινοβιακό σύστημα.

Το Καθολικό της μονής αφιερωμένο στο Γενέσιο του Τιμίου
Προδρόμου οικοδομήθηκε μαζί με τη μονή αλλά μια πυρκαγιά το
1534 το κατέστρεψε. Ο νέος ναός είναι αυτός που
ανοικοδομήθηκε αμέσως μετά τη χρονιά του 1540. Οι
τοιχογραφίες του Καθολικού
φαίνεται πως έγιναν από τον εκπρόσωπο της Κρητικής σχολής
Τζώρτζη περί το 1546.
Αξιόλογο είναι το επιχρυσωμένο τέμπλο του ναού και οι
τοιχογραφίες της Αποκάλυψης, η αρχαιότερη πλήρη εικαστική
έκφραση της Αποκάλυψης στον Ορθόδοξο χώρο.
Στη Διονυσίου βρίσκεται η θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας των Χαιρετισμών ή του Ακαθίστου. Διαθέτει επτά
εξαρτηματικά κελιά και το αντιπροσωπείο της στις Καρυές, του
Aγίου Στεφάνου. Τα πέντε από τα επτά κελιά της μονής Διονυσίου
βρίσκονται τις Καρυές, μεταξύ των οποίων το κελί Γεννέσιο της
Θεοτόκου, στην πλατεία του Πρωτάτου. Στις παρυφές της
32

πολίχνης των Καρυών βρίσκεται το ιστορικό κελί Ευαγγελισμός της
Θεοτόκου του 15ου αιώνα. Στα κελιά της διαμένουν συνολικά δέκα
οκτώ μοναχοί. Επίσης έχει εξάρτημά της ένα Κάθισμα κοντά στην
μονή. Σε μικρή απόσταση από τη μονή Διονυσίου, βρίσκεται το
κάθισμα των Αγίων Αποστόλων, στο οποίο κατοικούσε ο μοναχός
Θεόκλητος Διονυσιάτης.
Επίσης διαθέτει 8 παρεκκλήσια και 6 εξωκκλήσια. Στη
Διονυσίου ανήκει και το μετόχι Μονοξυλίτης, όταν στα μέσα του
17ου αιώνα το πήρε από τη Λαύρα. Η Διονυσίου κατέχει την
πέμπτη θέση στην ιεραρχία των μονών. Στα κειμήλια της μονής
αριθμούνται πολλά λείψανα αγίων με πιο σημαντικά τη δεξιά του
τιμίου Προδρόμου και τα τίμια λείψανα του αγίου Νήφωνα.
Άλλα σημαντικά κειμήλια είναι μια ανάγλυφη παράσταση
της Σταύρωσης σε ελεφαντοστό, έργο του 10ου αιώνα, κεντητά,
σκεύη και άμφια. Στη βιβλιοθήκη της μονής βρίσκονται
θυσαυρησμένα
1,100
χειρόγραφα,
κάποια
από
αυτά
εικονογραφημένα, και πανω από 15,000 βιβλία με πολύτιμα
αρχέτυπα και παλαίτυπα. Η μονή ανέδειξε στον αιώνα μας
ασκητικές μορφές και λόγιους και σήμερα αριθμεί περί τους 50
μοναχούς.

Ι. Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ
Η Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου βρίσκεται κτισμένη κοντά
στις Καρυές και είναι αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του
Σωτήρος. Η ετυμολογία του ονόματος σχετίζεται πιθανότατα με
δυο φάσεις της ζωής του μοναστηριού. Μονή με το όνομα
Κουτλουμούσι αναφέρεται ήδη σε έγγραφο του 1169 και θα
πρέπει να την ταυτίσουμε με την σημερινή. Ωστόσο δεύτερος
ιδρυτής της μονής θεωρείται κάποιος Κουτλουμούσης από την
εκχριστιανισμένη δυναστεία των Σελτζουκιδών.
Τον 14ο αιώνα το Κουτλουμούσι έζησε δύσκολες στιγμές με
τις ληστρικές επιδρομές των Καταλανών που σφράγισαν μια
πορεία αποδυνάμωσης και κάμψης που είχε αρχίσει ήδη από
τον12ο αιώνα. Η περίοδο ακμής του μοναστηριού ήρθε με τη
φωτισμένη καθοδήγηση του ηγουμένου Χαρίτωνα από την Ίμβρο
το δεύτερο μισό του14ου αιώνα. Ο Χαρίτων εξασφάλισε
σημαντική βοήθεια από τον Ιωάννη Βλαδισλάβο διατηρώντας τα
προνόμια των Ελλήνων έναντι των εκεί εγκαταβιούντων
Ρουμάνων. Το 1393 το μοναστήρι κατεστάθηκε σταυροπηγιακό.
Στις αρχές του 15ου αιώνα Κουτλουμουσιανοί μοναχοί
33

κατοίκησαν και προσάρτησαν την έρημη μονή του αγίου Αλυπίου.
Με πατριαρχικό σιγίλλιο το 1428 η μονή Αλυπίου απορροφήθηκε
από το Κουτλουμούσι αποκτώντας περισσότερη δύναμη.
Την ακμή διαθέχθηκε η παρακμή στην οποία συνέβαλε και
η μεγάλη πυρκαγιά του 1497. Το 1767 ακόμη μια πυρκαγιά
κατέστρεψε την ανατολική πλευρά της μονής. Η συνδρομή του
πατριάρχη Αλεξανδρείας Ματθαίου Γ΄ υπήρξε καθοριστική στην
ανακαίνιση της μονής. Τον 19ο αιώνα (1857 και 1870) η φωτιά με
σφοδρότητα έρχεται και πάλι να ζημιώσει τα κτίρια της μονής. Οι
επισκευές τελεσφόρησαν με τη φιλότιμη προσπάθεια του
ηγουμένου Μελετίου. Η τελευταία πυρκαγιά που συνέβη είναι
αυτή
του
1980,
οι
ζημίες
της
οποίας
πρόσφατα
αποκαταστάθηκαν.

Το Καθολικό της Κουτλουμουσίου ανάγεται στον 16ο αιώνα
και αποτελεί κλασικό δείγμα αγιορειτικής αρχιτεκτονικής, ενώ οι
αρχικές αγιογραφίες του έχουν επιζωγραφηθεί. Η φιάλη και το
κωδωνοστάσιο είναι έργα του 19ου αιώνα. Στην κατοχή της
μονής βρίσκονται 18 Κελλιά και η ωραία σκήτη του Αγίου
Παντελεήμονος (1790) με 22 Καλύβες. Ιδιαίτερης καλλιτεχνικής
αξίας είναι το ξυλόγλυπτο τέμπο. Η μονή διαθέτει 7 παρεκκλήσια
και ισάριθμα εξωκκλήσια. Στο παρεκκλήσι της Φοβεράς
Προστασίας υπάρχει και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας. Στη μονή φυλάσσονται πολλά λείψανα αγίων, ιερά
άμφια και ενδιαφέρουσες φορητές εικόνες. Στη βιβλιοθήκη
34

στεγάζονται 662 χειρόγραφα και περί τα 3,500 έντυπα βιβλία. Το
Κουτλουμούσι κατέχει την έκτη θέση στην ιεραρχία των μονών και
όπως όλα τα σημερινά αθωνικά καθιδρύματα είναι κοινόβιο. Οι
μοναχοί του είναι περίπου 20.

Ι. Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
Η
Ιερά
Μονή
Παντοκράτορος
βρίσκεται
στη
βορειοανατολική πλευρά του Άθω και είναι παραθαλάσσια.
Πλησίον της μονής υπήρχε η αρχαία πόλη Θύσσος. Αν και
μακραίωνη προφορική παράδοση θέλει ως κτίτορα της μονής τον
αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, από τις σωζώμενες μαρτυρίες
εξάγεται το συμπέρασμα ότι κτίτορες της μονής ήταν οι αδελφοί
Αλέξιος (με το στρατιωτικό αξίωμα του μέγα στρατοπεδάρχη) και
Ιωάννης (αξιωματούχος της αυλής με τη θέση του μεγάλου

πριμμικηρίου).
Δεν είναι γνωστό πότε ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες
αλλά το 1358 το μοναστήρι υπήρχε ήδη, και εγκαινιάστηκε
ενδεχομένως το 1362 από τον πατριάρχη Κάλλιστο Α΄. Αρχαία
μονύδρια που ενσωματώθηκαν στην Παντοκράτορος είναι του
Αγίου Αυξεντίου, Δωροθέου, Κυνόποδος, Ραβδούχου, Φακηνού
35

και Φαλακρού. Ο Αλέξιος απεβίωσε περί το 1368, ενώ ο Ιωάννης
φαίνεται πως το 1384 είχε αποσυρθεί στη μονή όπου και εκάρη
μοναχός. Από τις πολλές δωρεές που προσέφεραν τα αδέρφια
αγοράστηκαν και τα περισσότερα μετόχια που η μονή είχε έως
και τα μέσα του αιώνα μας. Δώρο των αδελφών αποτελεί και η
εικόνα του Παντοκράτορος Χριστού, που σήμερα βρίσκεται στο
μουσείο του Ερμιτάζ στην Πετρούπολη της Ρωσίας.
Η Παντοκράτορος ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε το 16ο
αιώνα μετά από τα χρήματα που πρόσφεραν ηγεμόνες των
παραδουνάβιων περιοχών. Η μονή παρά τα ογκώδη χρέη της
κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας δε χάνει τη ζωτικότητά της. Στη
μονή εγκαταβίωσαν σπουδαίες και αγιασμένες προσωπικότητες
όπως ο πατριάρχης Κάλλιστος Β΄ ο Ξανθόπουλος, ο Συμεών και
ο Θεωνάς αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης. Η μονή χτυπήθηκε από
τη λαίλαπα της φωτιάς το 1393, το 1773 και τέλος το 1948,
ευτυχώς χωρίς ποτέ να καταστραφεί ολοσχερώς.
Το Καθολικό αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος
χτίστηκε την ίδια εποχή με τη μονή, ωστόσο είναι ευδιάκριτη η
δική του αυτόνομη αρχιτεκτονική πορεία τόσο από πλευράς
αρχιτεκτονικής όσο και αγιογράφισης. Η αγιογράφιση του ναού
ανάγεται στο τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα και επιζωγραφίθηκε το
1854. Το κωδωνοστάσιο είναι κτίσμα του 19ου αιώνα. Στη μονή
φυλάσσονται αρκετά λείψανα αγίων όπως του αγίου Ιωαννικίου
του εν Ολύμπω της Βιθυνίας, Θεοδώρου του Στρατηλάτου, των
αγίων Κοσμά και Δαμιανού, τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, καθώς επίσης
και κειμήλια όπως μέρος της ασπίδας του αγίου Μερκουρίου και
εικόνες του 14ου αιώνα και μεταγενέστερες. Το τέμπλο του
Καθολικού ίσως είναι και το παλαιότερο του Αγίου Όρους. Ως
εφέστια εικόνα της μονής τιμάται η Παναγία η Γερόντισσα, που
είναι μία από τις θαυματουργές εικόνες του Αγίου Όρους.
Στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού περιλαμβάνονται περίπου
350 χειρόγραφοι κώδικες και περί τα 3,500 έντυπα. Τα έγγραφα
της μονής είναι ελληνικά, τουρκικά και ένα βλαχικό του 17ου
αιώνα. Στη μονή βρίσκονται 7 παρεκκλήσια και άλλα 7
εξωκκλήσια. Διαθέτει δύο κοιμητηριακούς ναούς. Ο παλιός
βρίσκεται στο χείλος απότομων βράχων νοτιοανατολικά της μονής
και τιμάται στη μνήμη του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Ο
νεότερος είναι των Αγίων Αναργύρων, κτισμένος το 1771 αποτελεί
το ναό ενός πρώην Καθίσματος. Ενδιαφέρον ιδιαίτερο παρουσιάζει
το εικονοφυλάκιο της μονής. Σε απόσταση μισής ώρας δυτικά είναι
η Σκήτη του Προφήτη Ηλία, η οποία υπάγεται στη μονή. Η μονή
Παντοκράτορος έχει και δέκα πέντε κελιά. Πέντε από αυτά
36

βρίσκονται μέσα στα όρια των Καρυών. Τα υπόλοιπα είναι στην
ευρύτερη περιοχή της μονής.
Το ιστορικότερο κελί είναι το πρώην μονύδριο του
Ραβδούχου, το οποίο στα τέλη του 12ου αιώνα είχε την 14η θέση
στην ιεραρχία των εικοσιπέντε μονών της εποχής εκείνης. Διατηρεί
υπολείμματα τοιχογραφιών του 12ου αιώνα με τις ολόσωμες
παραστάσεις των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Σημαντικότατο
εξάρτημα της μονής είναι και το κελί Άξιον Εστίν όπου παλαιότερα
εφυλάσσετο η ομώνυμη εικόνα, που βρίσκεται πλέον στο ναό του
Πρωτάτου. Στη περιοχή της Καψάλας, στον ομώνυμο ασκητικό
οικισμό, υπάρχουν πενήντα καλύβες της μονής Παντοκράτορος.
Στα κελιά οι γέροντες ασχολούνται με εργόχειρο, ξυλογλυπτική
αλλά και με γεωργικές εργασίες. Η Μονή Παντοκράτορος έχει
τέσσερα Καθίσματα στη περιοχή γύρω από το μοναστήρι. Αυτά
είναι το Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων , του Αγίου Τρύφωνα στο
κηπόσπιτο, των Αγίων Aναργύρων που αποτελεί και το
κοιμητηριακό ναό και το Κάθισμα Πέτρου και Ονουφρίου, όπου
ασκήτεψε τον 16ο αιώνα ο Άγιος Θεωνάς Μητροπολίτης
Θεσσαλονίκης, και κατά τους νεώτερους χρόνους απέκτησε
πολλά μετόχια σε Ελλάδα, Μ. Ασία και Βλαχία από τα οποία
σήμερα δεν κατέχει κανένα. Στα εξαρτήματα της μονής ανήκουν η
σκήτη του Προφήτη Ηλία, 5 Κελλιά και 38 Καλύβες στην περιοχή
της Καψάλας. Η μονή κατέχει την έβδομη θέση μεταξύ των
αθωνικών μονών και επανήλθε στο κοινοβιακό σύστημα το 1992.
Σήμερα έχει περί τους δεκαπέντε μοναχούς, που αγωνίζονται για
την ανακαίνισή τους.

Ι. Μ. ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
Η Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, κλασικό δείγμα αγιορειτικής
αρχιτεκτονικής, γεωγραφικά εντοπίζεται περίπου στο μέσο της
χερσονήσου του Άθω σε θέση περίβλεπτη, και σε ύψος 200
μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας.
Αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια, αλλά η
πρώιμη ιστορία του παραμένει ασαφής όσον αφορά στον ακριβή
χρόνο ίδρυσής του και τον κτίτορα του μοναστηριού. Η
προφορική παράδοση θέλει ιδρυτή της μονής την αυτοκράτειρα
Πουλχερία που ζει τον 5ο αιώνα, ενώ σύμφωνα με άλλη πηγή
ιδρυτές θεωρούνται οι αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Ζ΄ ο
Πορφυρογέννητος και ο Ρωμανός Α΄ ο Λεκαπηνός κατά τον 10ο
αιώνα. Σε χειρόγραφα και διάφορα έγγραφα υπάρχει μια ασάφεια
όσον αφορά στο όνομα της μονής και την προσωπικότητα του
37

οσίου Παύλου που είναι πιθανότατα ο κύριος κτίτορας της μονής.
Πρόκειται μάλλον για κάποιον ασκητή μοναχό ο οποίος
έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στον Άθω, υπήρξε σύγχρονος του
αγίου Αθανασίου και με βάση την προφορική παράδοση
ταυτίζεται με τον γιο του Μιχαήλ Α΄ του Ραγκαβέ.

Η ευημερούσα πορεία της μονής ανακόπηκε κατά το 13ο
αιώνα, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας όταν ενέσκηψαν
οικονομικές δυσκολίες και πειρατικές επιδρομές. Δεν άργησε
ωστόσο να τύχει και πάλι της υποστήριξης των βυζαντινών
αυτοκρατόρων, ιδίως μετά την πυρκαγιά του 1280, που με
δωρεές και χρυσόβουλλα επιβεβαιώθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα
της μονής (13ος-14ος αιώνας). Δωρεές από τις ηγεμονίες της
Βλαχίας και της Ουγγροβλαχίας υπήρξαν πηγή ανανέωσης και
μακροημέρευσης της ζωής του μοναστηριού. Ανάμεσα στους
μεγάλους ευεργέτες της μονής αριθμείται και ο σουλτάνος Σελίμ
Α΄. Η Ξηροποτάμου, όπως κάθε μοναστήρι, γνώρισε και έντονες
στιγμές κάμψης. Οι δύο καταστροφικές πυρκαγιές στις αρχές του
16ου και 17ου αιώνα και το βάρος των χρεών κατά το 18ο αιώνα
γονάτισαν τη μονή. Το διάστημα 1821-1830 η μονή είχε
καταληφθεί από τουρκικό στράτευμα ενώ στα νεώτερα χρόνια, το
1950 και 1973 ξαναχτυπήθηκε από πυρκαγιές.
Σήμερα η μονή Ξηροποτάμου κατέχει την όγδοη θέση στην
ιεραρχία των κοινοβίων. Σ ’ αυτήν ανήκει το λιμάνι της Δάφνης
και τα 6 σωζώμενα Ξηροποταμινά Κελλιά. Η μονή έχει 7
38

παρεκκλήσια και 9 εξωκκλήσια. Το Καθολικό της τιμάται στους
αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες και οικοδομήθηκε το 18ο αιώνα
επάνω σε παλαιότερο. Έξω από το Καθολικό βρίσκεται η φιάλη
του αγιασμού φτιαγμένη από ερυθρό μάρμαρο το τελευταίο
τέταρτο του 18ου αιώνα με δωρεά του λόγιου αδελφού της μονής
Καισάριου Δαπόντε. Στη βιβλιοθήκη της μονής υπάρχουν 409
χειρόγραφα και περίπου 6,000 έντυπα βιβλία. Γνωστά κειμήλια
της μονής είναι ο δίσκος της Πουλχερίας κατασκευασμένος από
στεατίτη λίθο, λείψανα αγίων, χρυσοκέντητα ιερά άμφια και
πολύτιμες επισκοπικές ράβδοι. Το πολυτιμότερο όμως κειμήλιο
της Ξηροποτάμου είναι τα δύο τεμάχια Τιμίου Ξύλου από τον
σταυρό του Χριστού, τα μεγαλύτερα που υπάρχουν στον κόσμο,
που φέρουν και την οπή από τα καρφιά της σταυρώσεως. Σήμερα
η μονή αριθμεί περί τους εικοσιπέντε αγαθούς και ησύχιους
μοναχούς.

Ι. Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Η Ιερά Μονή Ζωγράφου βρίσκεται κτισμένη σε αθέατη
δασωμένη πλαγιά της νοτιοδυτικής πλευράς της χερσονήσου.
Σύμφωνα με την παράδοση ιδρυτές της μονής θεωρούνται τρεις
μοναχοί, ο Μωυσής, ο Ααρών και ο Ιωάννης από την Αχρίδα,
που μόνασαν στον Άθω τον 10ο αιώνα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή
κτίτορας της μονής είναι ο «Γεώργιος ο Ζωγράφος» που
αναφέρεται στο Τυπικό του Τσιμισκή (972). Η μονή είναι
αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο, του οποίου και σώζεται μια
παλαιά αχειροποίητη εικόνα, που είναι ένα από τα σπουδαιότερα
κειμήλια της μονής.
Για την πρώιμη ιστορία της μονής δε μας διασώθηκαν
έγκυρες πληροφορίες. Υπολογίζεται ότι στα μέσα του 13ου αιώνα
η Ζωγράφου έλαβε βουλγαρικό χαρακτήρα, ενώ στα τέλη του
ίδιου αιώνα ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ και ο πατριάρχης Βέκκος
ευθύνονται για τον μαρτυρικό θάνατο 26 Ζωγραφιτών μοναχών,
που αρνήθηκαν την ένωση των δύο Εκκλησιών και την ενωτική
πολιτική της πολιτειακής και εκκλησιαστικής αρχής. Το 1873
χτίστηκε και κενοτάφειο σε μνήμη αυτών των Ζωγραφιτών
μαρτύρων.

39

Το μοναστήρι ταλαιπωρήθηκε από επιδρομές Καταλανών
πειρατών, αλλά ανέκαμψε σύντομα με τις χορηγίες και την
υποστήριξη των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων και των ηγεμόνων
των Παραδουνάβιων χωρών. Το 15ο αιώνα ο Στέφανος ο Καλός
βοήθησε αποφασιστικά τη μονή και της πρόσφερε μια σειρά από
μονύδρια. Η Ζωγράφου είχε μετόχια σε περιοχές της Ρουμανίας,
Βουλγαρίας, Ρωσίας και Τουρκίας, όμως σήμερα της έμειναν
μόνο όσα βρίσκονται στον ελλαδικό χώρο.

Ως και τις αρχές του 19ου αιώνα στη μονή μαζί με τους
βουλγάρους μοναχούς συμβίωνανκαι μοναχοί ελληνικής και
σερβικής καταγωγής, αλλά από το 1845 και έπειτα έμειναν μόνο
βούλγαροι. Μεταξύ 1862-69 ανακαινίστηκε σχεδόν η μισή μονή.
Τότε προστέθηκαν και τα βαριά κτίρια της βόρειας πλευράς με τα
κελλιά των μοναχών, το πρόπυλο και η δυτική πτέρυγα. Σε
στιγμές εθνικιστικής έξαρσης, κυρίως στις αρχές του αιώνα μας,
ορισμένοι βούλγαροι μοναχοί κράτησαν ανθελληνική στάση.
Ποτέ, ωστόσο, δεν απομακρύνθηκαν από την κανονική
εκκλησιαστική τους αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1974
γνώρισε μια πυρκαγιά μικρών διαστάσεων καταστρέφοντας τη
νότια πλευρά. Η μονή κατέχει την ένατη θέση στην ιεραρχία των
αθωνικών καθιδρυμάτων.
Το Καθολικό της μονής χτίστηκε στην άνοιξη του 19ου
αιώνα. Βορειοδυτικά του ναού είναι τοποθετημένη και η φιάλη του
40

αγιασμού. Η μονή έχει 8 παρεκκλήσια και άλλα τόσα εξωκκλήσια.
Στη βιβλιοθήκη της περιλαμβάνει 126 ελληνικά και 388 σλαβικά
χειρόγραφα, καθώς επίσης και περί τα 10,000 έντυπα βιβλία.
Ανάμεσα στα γνωστά κειμήλια της Ζωγράφου είναι και οι δύο
θαυματουργές εικόνες της Θεοτόκου, η του Ακαθίστου και η
Επακούουσα. Σήμερα οι μοναχοί της είναι περί τους 15.

Ι. Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
Η Ιερά Μονή Δοχειαρίου είναι το πρώτο παραθαλάσσιο
μοναστήρι που συναντούμε καθώς παραπλέουμε τη χερσόσησο
του Άθω κατευθυνόμενοι από την Ουρανούπολη προς τη Δάφνη.
Ως ιδρυτής της μονής φέρεται ο όσιος Ευθύμιος, ο οποίος
υπήρξε συνασκητής του Αθανασίου του Αθωνίτου και δοχειάρης
της Μεγίστης Λαύρας. Ο όσιος ίδρυσε πιθανότατα ένα μονύδριο
κοντά στο λιμάνι της Δάφνης το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα
αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο αλλά στις αρχές του 11ου αιώνα
πειρατικές επιδρομές οδήγησαν κάποιους μοναχούς και τον όσιο
Ευθύμιο στην σημερινή θέση της μονής. Λίγο αργότερα το
Καθολικό της μονής αφιερώθηκε στους Αρχαγγέλους. Η ιεραρχία
της μονής στα διάφορα Τυπικά ποικίλλει και σήμερα κατέχει την
δέκατη θέση.
Στις δύσκολες στιγμές της μονής κατά τον 14ο αιώνα ο
αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος και ο ηγεμόνας της
Σερβίας Στέφανος Δουσάν την ενίσχυσαν πολλαπλώς.
Τον 15ο αιώνα η Δοχειαρίου πέρασε μια περίοδο
παρακμής, η μόνη ανασταλτική φάση στη ζωή της, μια και δε
γεύθηκε ποτέ την καταστροφική μανία της πυρκαγιάς. Τον 16ο
αιώνα ο ιερέας Γεώργιος από την Αδριανούπολη αφιέρωσε στη
μονή τόσο τα υπάρχοντα όσο και τον εαυτό του. Επίσης, την ίδια
περίοδο, με τη συνδρομή του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας
Αλεξάνδρου και της συζύγου του Ρωξάνδρας ανακτήθηκε η
περιουσία της μονής από τους Τούρκους. Στις αρχές του 17ου
αιώνα ανακαινίστηκε ο πύργος της μονής ενώ το 1660
αναγνωρίσθηκε σταυροπηγιακή, και στην πορεία του 18ου αιώνα
κτίστηκε το κωδωνοστάσιό της. Την περίοδο της Επαναστάσεως
οι Τούρκοι αφού βασάνισαν τους μοναχούς κατόρθωσαν να
αποσπάσουν τα κειμήλιά της.
Το σημερινό ωραίο και φωτεινό Καθολικό της Δοχειαρίου
είναι κτίσμα του 16ου αιώνα με εξαιρετικές τοιχογραφίες της
Κρητικής σχολής. Το πλούσιο τέμπλο του Καθολικού
41

κατασκευάστηκε το 1783. Στη μονή βρίσκονται 12 παρεκκλήσια
και 4 εξωκκλήσια. Το σπουδαιότερο είναι της Παναγίας της
Γοργοϋπηκόου, όπου φυλάγεται η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα
της Θεοτόκου.

Στη μονή φυλάγεται ένα κομμάτι Τίμιο Ξύλο, λείψανα
αγίων, ιερά σκεύη και άμφια. Η βιβλιοθήκη έχει 545 χειρόγραφα,
62 εκ των οποίων είναι περγαμηνά, και περισσότερα από 5,000
έντυπα βιβλία. Σήμερα μονάζουν περί τους 30 φιλόκαλους και
φίλεργους μοναχούς.

Ι. Μ. ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ
Η Ιερά Μονή Καρακάλλου βρίσκεται κτισμένη πάνω σε
πλαγιά μεταξύ των μονών Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων. Από τις
παραδόσεις που αναφέρονται στην ίδρυσή της η πιο πιθανή είναι
αυτή που θέλει ως κτίτορα της μονής κάποιο μοναχό με το όνομα
Καρακάλας ή Καρακαλάς στις αρχές του 11ου αιώνα. Η αναφορά
της μονής σε πράξη του Πρώτου Νικηφόρου (1018) και η
παράλειψή της στο Β΄ Τυπικό είναι δείγμα της πολυτάραχης
πορείας του μαναστηριού.
Τον 13ο αιώνα μετά την επέλαση πειρατών και Λατίνων η
Καρακάλλου οδηγείται σε παντελή ερήμωση. Η σωτήρια
επέμβαση των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων Ανδρονίκου Β΄ και
Ιωάννη Ε΄ και του πατριάρχη ΚΠόλεως Αθανασίου ξανάδωσε
42

ζωή στο μοναστήρι. Ο αριθμός των μοναχών αυξήθηκε και η
μονή ανακαινίστηκε. Ωστόσο η μονή έγινε και πάλι στόχος
πειρατικών επιδρομών. Τον 16ο αιώνα με τη συμβολή του
ηγεμόνα της Βλαχίας Ιωάννη-Πέτρου ο οποίος και μόνασε τελικά
στη μονή και κατόπιν άδειας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν, η μονή
ξανακτίστηκε. Τον 17ο αιώνα στην Καρακάλλου δωρήθηκε το
μετόχιτου αγίου Νικολάου στην Ισμαηλία.

Στη διάρκεια της δεύτερης οικοδομικής φάσης της μονής
επισκευάστηκαν παλαιότερες κατασκευές και έγιναν προσθήκες.
Τέλος δημιουργήθηκε ανάγκη ανακατασκευής μεγάλου μέρους
των κτηριακών της εγκαταστάσεων μετά την σαρωτική πυρκαγιά
του 1875. Στους αγώνες κατά των Τούρκων η Καρακάλλου πήρε
ενεργό μέρος. Από τα κτίσματά της πολύ αξιόλογο έργο είναι ο
πύργος του Πέτρου, που κτίστηκε τον 16ο αιώνα και είναι ο
μεγαλύτερος απʹ όλους τους αγιορείτικους πύργους.
Η μονή κατέχει την ενδέκατη θέση ανάμεσα στις
αγιορειτικές μονές. Έχει 5 παρεκκλήσια, 2 εξωκκλήσια και 18
Κελλιά. Από αυτά τα τρία βρίσκονται στις Καρυές, όπου βρίσκεται
και το αντιπροσωπείο της. Τα άλλα είναι διάσπαρτα στο δάσος της
μονής, βορειοδυτικά από αυτή. Eκτός από το αντιπροσωπείο των
Kαρυών, σ' αυτά που κατοικούνται συγκαταλέγονται : το κελί των
Tριών Iεραρχών, του Tιμίου Προδρόμου, του Aγίου Nικολάου,
καθώς και το κελί του Tιμίου Σταυρού. Η μονή απέχει 30 λεπτά
από τη Μονή Φιλοθέου, με την οποία συνδέεται από ένα
βαθύσκιωτο μονοπάτι, μιάμιση ώρα από τη Μονή Ιβήρων και γύρω
43

στις τρεισήμισι ώρες από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας.Το Καθολικό
της είναι κτίσμα του 16ου αιώνα με επιπλέον προσθήκες στους
μετέπειτα αιώνες και τιμάται στη μνήμη των Αγίων Αποστόλων
Πέτρου και Παύλου. Η σημερινή τράπεζα της μονής είναι κτίσμα
του 1875 αλλά η αρχική της μορφή είναι πολύ παλαιότερη. Στα
κειμήλια της μονής εντάσσονται άμφια και λειτουργικά σκεύη, η
κάρα του αγίου αποστόλου Βαρθολομαίου και του αγίου
Χριστοφόρου και ένα τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Στη βιβλιοθήκη της
Καρακάλλου φυλάσσονται 279 χειρόγραφα και περίπου 2,500
έντυπα βιβλία. Σήμερα αριθμεί περί τους 30 μοναχούς.

Ι. Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Η Ιερά Μονή Φιλοθέου είναι χτισμένη σε καστανόφυτο
οροπέδιο της ΒΑ πλευράς της χερσονήσου, κοντά στο αρχαίο
Ασκληπιείο. Ιδρύθηκε από τον όσιο Φιλόθεο, σύγχρονο του αγίου
Αθανασίου του Αθωνίτου περί το τέλος του 10ου αιώνα.

Από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες που πρόσφεραν
δωρεές στη μονή ξεχωρίζουν οι Νικηφόρος Βοτανειάτης τον 11ο
αιώνα, Ανδρόνικος Β΄ και Γ΄ και ο Ιωάννης Ε΄ στα τέλη του 13ου
και στη διάρκεια του 14ου αιώνα. Από τους Σέρβους ηγεμόνες
διακρίνεται ο Στέφανος Δουσάν (1346) που πρόσφερε έμψυχο
υλικό για την επάνδρωση της μονής. Στα μέσα του 14ου αιώνα
στη Φιλοθέου μόνασε και ο άγιος Θεοδόσιος μετέπειτα
44

μητροπολίτης Τραπεζούντας, αυτάδελφος του οσίου Διονυσίου,
κτίτορα της ομώνυμης μονής. Κατά τα πρώιμα χρόνια της
τουρκοκρατίας, αρχές του 16ου αιώνα, η παρουσία του
ηγουμένου Διονυσίου, γνωστού ως οσίου Διονυσίου του εν
Ολύμπω, μετέφερε τη μονή από το ιδιόρρυθμο στο κοινοβιακό
σύστημα. Όμως η αντίδραση βουλγαρόφωνων μοναχών τον
ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή. Στα μέσα περίπου του 17ου
αιώνα οι τσάροι της Ρωσίας έδωσαν άδεια στους μοναχούς κάθε
επτά χρόνια να περιέρχονται για εράνους. Την πολιτική
υποστήριξης των μονών ακολούθησαν και Έλληνες ηγεμόνες των
παραδουνάβιων χωρών. Ο Γρηγόριος Γκίκας υπήρξε ένας από
τους πολύ γνωστούς ευεργέτες της μονής.
Το 18ο αιώνα στη μονή ασκήθηκε ο ισαπόστολος της
νεότερης ελληνικής ιστορίας άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Η
πυρκαγιά του 1871 αν και άφησε ανέπαφο το νέο Καθολικό που
είχε χτιστεί το 1746 στα θεμέλια του παλαιού, ζημίωσε οικονομικά
το μοναστήρι με αποτέλεσμα το 1900 η Ιερά Κοινότητα να
αναλάβει την κηδεμονία του. Από τα άλλα κτίσματα της μονής η
φιάλη του αγιασμού είναι κατασκευασμένη από ωραίο άσπρο
μάρμαρο και η τράπεζά της επεκτάθηκε το 16ο αιώνα. Η μονή
διαθέτει 6 παρεκκλήσια και 3 εξωκκλήσια. Η μονή σεμνύνεται για
τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας και της
Παναγίας της Γερόντισσας.
Δίπλα στη θάλασσα έχει το Αγίασμα της Παναγίας της
Γλυκοφιλούσας το οποίο αναβλύζει διαρκώς με σταθερή ποσότητα
και θερμοκρασία. Βρίσκεται στη θέση όπου ο ηγούμενος της
μονής, σύμφωνα με την παράδοση, είδε σε όραμα την εικόνα της
Παναγίας να τον προσκαλεί να τη φέρει από το σημείο εκείνο της
Θάλασσας στο Μοναστήρι. Στην ευρύτερη περιοχή της, η μονή
Φιλοθέου έχει αρκετά Κελλιά απο τα οποία κατοικούνται τα πέντε.
Tων Αγίου Γεωργίου, Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίας Τριάδος, Αγίου
Δημητρίου και της Αναλήψεως.
Στις Καρυές έχει το αντιπροσωπείο της, κτίσμα του 1964 με
παρεκκλήσι του Κοσμά του Αιτωλού, αφυπνιστή του υπόδουλου
Γένους. Tο μοναδικό Κάθισμα που διαθέτει η μονή είναι το
ιστορικό και εντυπωσιακό σπήλαιο του Αγίου Διονυσίου «του εν
Ολύμπω», όπου ασκήτεψε πριν γίνει ηγούμενος της Φιλοθέου.
Στο σκευοφυλάκιό της φυλάσσονται διάφορα κειμήλια
μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν η δεξιά του Αγίου Ιωάννη του
Χρυσοστόμου, τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, άλλα λείψανα αγίων, άμφια
και εκκλησιαστικά σκεύη. Στη βιβλιοθήκη της μονής περιέχονται
250 χειρόγραφα, 2 λειτουργικά ειλητάρια και περί τις 2,500
45

έντυπα (απʹ τα οποία περί τα 500 είναι στα ρωσικά και τα
ρουμανικά). Η μονή τιμάται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και
από το 1574 κατέχει τη δωδέκατη θέση ανάμεσα στα μοναστικά
καθιδρύματα. Από το 1973 και έκτοτε λειτουργεί με το κοινοβιακό
σύστημα. Σήμερα αριθμεί περί τους εξήντα μοναχούς.

Ι. Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ
Η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, ή απλώς Σιμωνόπετρα,
αναμφίβολα αποτελεί το τολμηρότερο κτίσμα του Αγίου Όρους.
Στέκεται αγέρωχα κτισμένη σε ύψος 330 μέτρων στην άκρη μιας
βραχώδους βουνοσειράς.

Η μονή ιδρύθηκε από τον όσιο Σίμωνα τον Μυροβλήτη περί
το 1257, μετά από όραμα του αγίου. Η όλη οικοδομική εργασία,
καταπώς βεβαιώνει το συναξάρι του αγίου, τελεσφόρησε μετά
από θεία παρέμβαση. Το 1363 το μοναστήρι ανακαινίστηκε με τις
πλουσιοπάροχες δωρεές ενός Σέρβου δεσπότη, του Ιωάννη
Ούγκλεση, ο οποίος και θεωρείται ο δεύτερος κτίτορας της μονής.
Στο Γ΄ Τυπικό (1394) η Σιμωνόπετρα κατέχει την 23η θέση
ανάμεσα στις μονές του Άθω, και σήμερα κατέχει την 13η θέση
στην ιεραρχία των είκοσι Μονών.
Δυστυχώς, ανάμεσα στις χρονολογίες που αποτελούν
ορόσημα στη ζωή της μονής περιλαμβάνονται και εκείνες οι
46

αποφράδες ημέρες που η μονή δοκίμασε τη λαίλαπα της φωτιάς.
Το 1580 η μονή καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά μαζί με το
πολύτιμο αρχείο της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν
ποικίλα έγγραφα μεγάλης ιστορικής αξίας. Έτσι εξηγείται και η
λιγοστή ιστορική μας γνώση σχετικά με τη μονή για τα χρόνια της
Βυζαντινής περιόδου.
Οι καλές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ της μονής και
των ηγεμόνων της Βλαχίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
μπόρεσαν να κάνουν δυνατή την ανακαίνισή της. Ωστόσο, το
1622 ξέσπασε ακόμη μια πυρκαγιά προκαλώντας άλλες ζημίες.
Τον 17ο αιώνα από κοινόβιο η Σιμωνόπετρα έγινε ιδιόρρυθμο. Αν
και ποτέ δεν λεηλατήθηκε από πειρατές, η αβάσταχτη φορολογία
των Τούρκων οδήγησε τη μονή σε παρακμή και ερήμωση. Με τις
αγωνιστικές προσπάθειες του ιερομονάχου Ιωάσαφ από την
Μυτιλήνη, η Ασημόπετρα (ονομασία της Σιμωνόπετρας στα
χρόνια της τουρκοκρατίας) επαναλειτούργησε στα τέλη του 18ου
αιώνα. Τον 19ο αιώνα ανεγέρθηκε το πολυόροφο κτίριο της
νότιας πλευράς. Στη δύση του ίδιου αιώνα, το 1891, μια
καταστροφική πυρκαγιά έμελλε να αφανίσει και πάλι παλαιότερες
κτηριακές εγκαταστάσεις και κειμήλια.
Στον αιώνα μας η Σιμωνόπετρα διήλθε μια φάση
ανάκαμψης και αύξουσας ακτινοβολίας στον ορθόδοξο χώρο,
ιδίως με την απελευθέρωση του Αγίου Όρους από τους Τούρκους
και τη φωτισμένη καθοδήγηση των ηγουμένων της Νεοφύτου,
Ιωαννικίου και Ιερωνύμου. Στη δεκαετία του ’50 άρχισε μια
περίοδο παρακμής, και το 1963 κατά τον εορτασμό της
χιλιετηρίδας της μοναστικής πολιτείας του Άθω οι προβλέψεις
παρέμεναν δυσοίονες. Στη δεκαετία του ’70 παρατηρείται μια
σταδιακή αναβίωση του αγιορειτικού μοναχισμού. Το 1973 στη
Σιμωνόπετρα ήρθε και εγκαταστάθηκε μια νέα εικοσαμελής
αδελφότητα από τα Μετέωρα.
Η μονή της Σίμωνος Πέτρας είχε αρκετά μετόχια με
εύφορες γεωργικές εκτάσεις. Το παλαιότερο φαίνεται να είναι το
Πετριώτικο της Σιθωνίας. Σήμερα γνωστότερα είναι ο Άγιος
Χαράλαμπος στη Θεσσαλονίκη, της Αναλήψεως στην Αθήνα, η
γυναικεία Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού στην Ορμύλια Χαλκιδικής
και άλλα τρία στη Γαλλία. Αξίζει να αναφέρουμε και το μετόχι του
Μιχαήλ Βόδα στο Βουκουρέστι, το οποίο αφιερώθηκε στη
Σιμωνόπετρα το 1566 και δημεύθηκε από τη Ρουμανική
κυβέρνηση το 1863.
Η Σιμωνόπετρα δεν ανήκει στα μοναστήρια που συναντούμε
αυτοτελή ευδιάκριτα οικοδομήματα, λόγω της στενότητας του
47

χώρου. Το Καθολικό της μονής αφιερωμένο στη Γέννηση του
Χριστού στην αρχική του μορφή κατασκευάστηκε περί το 1600,
ενώ η σημερινή του μορφή προέρχεται μετά την πυρκαγιά του
1891. H μονή έχει 4 παρεκκλήσια και 8 εξωκκλήσια.
H Μονή Σίμωνος Πέτρας έχει εξαρτήματά της στις Καρυές 4
Κελιά, τo αντιπροσωπείο της στις Καρυές, αφιερωμένο στους
Αγίους Πάντες ενώ ο επάνω όροφος του κελιού ενοικιάζεται στη
Διοίκηση όπου στεγάζει τα γραφεία της και διαμένει ο Διοικητής
Αγίου Όρους, ενώ στην πλατεία των Καρυών βρίσκεται επίσης το
Κελί του Αγίου Γεωργίου, επονομαζόμενο του Καλαθά. Ιδρύθηκε
τον 14ου αιώνα και στεγάζει στο ισόγειο καταστήματα. Άλλα δύο
βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της. Ιδιαίτερα αξιόλογο είναι το
Κελί του Αγίου Νικολάου-Δοντά στα όρια της μονής Ξηροποτάμου
από το 1368 που αποτελεί το αγρόκτημα της μονής. Πέντε
Καθίσματα α) το Κάθισμα του Αγίου Σίμωνα που βρίσκεται δίπλα
στο σπήλαιο, όπου ασκήτεψε ο κτήτορας της μονής. β) Το
Κάθισμα του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, νότια της Μονής. Δύο
Ησυχαστήρια: το Κουρτζίδικο , κτίσμα του 19ου αιώνα, που
βρίσκεται στα όρια Ιβήρων - Ξηροποτάμου-Σιμωνόπετρας και το
Καλαμίτσι.
Στο αρχείο του μοναστηριού φυλάγεται πλήθος εγγράφων
ελληνικών, τουρκικών και ρουμανικών, καθώς επίσης επιγραφές,
μουσικά και άλλων ειδών χειρόγραφα. Στα όσα αναφέραμε θα
πρέπει να προσθέσουμε και τα έντυπα βιβλία. Είναι αναγκαίο,
ωστόσο, να σημειώσουμε ότι στο σύνολό του σχεδόν το αρχειακό
υλικό είναι μεταβυζαντινό. Στο σκευοφυλάκιο φυλάγεται ένας
θυσαυρός έργων τέχνης, αποτελούμενος από εικόνες, άμφια,
αργυρά, αντιμήνσια, σφραγίδες και χαρακτικά. Όμως το πιο
σπουδαίο κειμήλιο της Σιμωνόπετρας είναι το αριστερό χέρι της
αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής της Μυροφόρου λογίζεται
συνκτίτορας της μονής που διατηρείται ακέραιο εδώ και δυο
χιλιάδες χρόνια. Η μονή σήμερα αριθμεί περί τους 50
καλλιεργημένους και δραστήριους μοναχούς.

Ι. Μ. ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

48

Η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου είναι κτισμένη στη δυτική μεριά
του Άθω και τιμάται στην Υπαπαντή του Κυρίου. Κτίτορας της
μονής είναι ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός, κτίτορας και της
ομώνυμης μονής, ο οποίος προς το τέλος της ζωής του
αποτραβήχτηκε σε ασκητήριο, που σήμερα βρίσκεται η μονή.
Κατά τον 10ο και 11ο αιώνα συναντούμε δυο μονές με το όνομα
Ξηροποτάμου στον Άθω. Η σημερινή μονή Αγίου Παύλου
καθιερώθηκε με το όνομα αυτό οριστικά από το 1108 και εξής.

Τον 14ο αιώνα η μονή ερημώθηκε αλλά με την παρουσία
των αρχοντικής καταγωγής Σέρβων μοναχών Γεράσιμου Ραδώνια
και Αντωνίου Πηγάση αναδείχθηκε και πάλι από Κελλί σε
μοναστήρι. Τον 15ο αιώνα τη μονή ενίσχυσαν οι Ιωάννης Ζ΄ και
Η΄ Παλαιολόγος, ο Σέρβος ηγεμόνας Γκιούρ και ο αδελφός του
Λάζαρος. Πολλοί άλλοι Παραδουνάβιοι ηγεμόνες Ρουμάνοι και
Ελληνες υπήρξαν ευεργέτες της μονής. Την ακμή του 17ου αιώνα
διαδέχθηκε η παρακμή του 18ου αιώνα λόγω ένδειας οικονομικών
πόρων, μετά από σκληρή φορολογία από τις τουρκικές αρχές και
την τοκογλυφία των Εβραίων. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές
του 19ου αιώνα ο σκευοφύλακας Γρηγόριος και ο αρχιμ. Άνθιμος
Κομνηνός βοήθησαν στην ανάκαμψη της μονής και εξόφληση των
χρεών της.
Το τελευταίο καταστροφικό συμβάν που υπέφερε η μονή
του Αγίου Παύλου ήταν η πυρκαγιά του 1902 και η πλημμύρα του
1911. Τον 15ο αιώνα κτίστηκε η βορεινή πλευρά και τον 16ο
ανεγέρθηκε ο αμυντικός πύργος του μοναστηριού. Τον 19ο αιώνα
49

κατασκευάστηκε και το Καθολικό, ενώ ως και τον αιώνα μας
πολλές επισκευές και προσθήκες έλαβαν χώρα.
Η μονή διαθέτει 12 παρεκκλήσια εκ των οποίων του αγίου
Γεωργίου είναι το παλαιότερο κτίσμα της μονής και κοσμείται με
σημαντικές τοιχογραφίες της Κρητικής σχολής. Στην Mονή Aγίου
Παύλου υπάγονται δύο Σκήτες: Σκήτη Εισοδίων της Θεοτόκου ή
Νέα Σκήτη και τη Σκήτη Αγίου Δημητρίου ή Λακκοσκήτη , τρία
κελιά στις Καρυές: το κελί του Aγίου Aνδρέα, το σημερινό
αντιπροσωπείο της μονής, το κελί των Aγίων Θεοδώρων που
τοποθετείται εκατό μέτρα BΔ του αντιπροσωπείου και το κελί της
Yπαπαντής , δύο Καθίσματα:Tο Kάθισμα της Παναγίας, που
βρίσκεται βορειοδυτικά της μονής σε απόσταση 20' περίπου πεζή,
και το Kάθισμα του Aγίου Προδρόμου που η σημερινή του
κατάσταση είναι ερειπειώδης και βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση
πλησιέστερα της μονής και έξι Ησυχαστήρια οποία βρίσκονται
μεταξύ μονής και Nέας Σκήτης. Tα Ησυχαστήρια αυτά είναι της
Aγίας Tριάδος, του Δανιήλ, του Δαμασκηνού, του Iωσήφ, το
Zαρκάδι και το Ησυχαστήριο Xαΐρι. Σ' όλα αυτά τα εξαρτήματα
εγκαταβιώνουν εξήντα περίπου μοναχοί.
Σήμερα κατέχει τη δέκατη τέταρτη θέση μεταξύ των
αγιορειτικών μονών.
Στα κειμήλια της μονής περιλαμβάνονται τα πολύτιμα δώρα
των τριών μάγων, το πόδι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου,
τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, σκεύη και άμφια. Στη βιβλιοθήκη του
μοναστηριού έχουν αποθησαυριστεί 494 χειρόγραφα και πάνω
από 12,000 έντυπα βιβλία. Η μονή σήμερα έχει περί τους 30
φίλεργους μοναχούς.

Ι. Μ. ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ
Η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα είναι η μικρότερη από άποψη
μεγέθους μονή του Αγίου Όρους.
Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου μεταξύ
των μονών Ιβήρων και Παντοκράτορος με θέα προς τον
Στρυμονικό κόλπο. Η ιστορία της, ωστόσο, είναι εξίσου
περιπετειώδης όπως και των λοιπών μονών.
Η πρώιμη ιστορία της χάνεται στον 10ο και 11ο αιώνα.
Ασαφής μαρτυρίες μας προσφέρουν τη δυνατότητα απλώς να
εικάσουμε ότι κάποιος Νικήτας ή Σταυρονικήτας Νικηφόρος,
αξιωματικός του Τσιμισκή είναι ο κτίτορας της μονής. Τον 12ο
αιώνα έπεσε σε παρακμή λόγω των πειρατικών επιδρομών και
τον 13ο αιώνα έρχεται υπό τον έλεχγο της Ι. Μ. Κουτλουμουσίου,
50

ενώ τον 16ο αιώνα ήταν ήδη εξάρτημα της Ι. Μ. Φιλοθέου. Το
1533 ο ηγούμενος της Ι. Μ. Γηρομερίου, ιερομόναχος Γρηγόριος,
αγόρασε την Σταυρονικήτα από την Φιλοθέου και με φιλότιμες
προσπάθειες που κατέβαλε προσπάθησε να την ανακαινίσει. Με
πατριαρχικό σιγίλλιο του ίδιου έτους η μονή αναγνωρίζεται
σταυροπηγιακή. Το 1541 ο οικουμενικός πατριάρχης Ιερεμίας Α΄
συνέβαλε τα μέγιστα στην επανίδρυση και επαναλειτουργία της
μονής συνεχίζοντας το έργο του Γρηγορίου.
Προίκησε τη μονή με σπουδαία μετόχια στην Κασσάνδρα
και τη Λήμνο. Το μοναστήρι επανήλθε στο κοινοβιακό σύστημα.
Το Καθολικό της μονής ήταν ήδη από πενταετίας τουλάχιστον

ολοκληρωμένο όταν το 1546 ιστορήθηκε από τον ξακουστό
εκπρόσωπο της Κρητικής σχολής Θεοφάνη μαζί με το γιο του
Συμεών. Ο ναός είναι αφιερωμένος στον άγιο Νικόλαο. Από το
χέρι του Θεοφάνη αγιογραφήθηκε και η τράπεζα του
μοναστηριού, καθώς και το δωδεκάορτο σε φορητές εικόνες.
Στην ιστορική της πορεία η μονή δοκιμάστηκε πέντε φορές
από πυρκαγιές και πιο συγκεκριμένα αυτή του 1607 αποτέφρωσε
μέγα μέρος των κτιρίων της. Τον 17ο αιώνα ο ηγεμόνας της
Βλαχίας Σερμπάν Καντακουζηνός ευεργέτησε τη μονή
κατασκευάζοντάς την έναν υδαταγωγό. Τον 18ο αιώνα ο
ηγεμόνας της Βλαχίας Αλέξανδρος Γκίκας αναδείχθηκε ευεργέτης
της μονής, αφού της προσέφερε τη μονή των Αγίων Αποστόλων
στο Βουκουρέστι. Το 1741, 1864, 1874 και 1879 η μονή
51

ξανακάηκε. Η τελευταία ήταν και η καταστρεπτικότερη πυρκαγιά.
Όπως και άλλα μοναστήρια, η Σταυρονικήτα γονάτισε οικονομικά
από τους υπέρογκους φόρους που είχε να πληρώσει στους
Τούρκους. Το χρέος ξοφλήθηκε μετά από τις υπεράνθρωπες
προσπάθειες του ηγουμένου της μονής Βατοπαιδίου Θεοφίλου.
Το 1968 με τον ερχομό μιας νέας αδελφότητας μετατράπηκε από
ιδιόρρυθο σε κοινόβιο. Κατέχει την 15η θέση στην ιεραρχία των
είκοσι μονών.
Ένα από τα σημαντικότερα κειμήλια του μοναστηριού είναι η
εικόνα του αγίου Νικολάου του επονομαζόμενου «Στρειδά», έργο
του 13ου‐14ου αιώνα. Η μονή έχει στην κατοχή της 171
χειρόγραφα και μεγάλο αριθμό εντύπων. Αξιόλογο είναι ένα
ψαλτήρι του 12ου αιώνα με χρυσά γράμματα (περγαμηνός
κώδικας αριθ. 46).
Tα κελιά της Μονής Σταυρονικήτα βρίσκονται τόσο στην
περιοχή των Kαρυών όσο μέσα στην κτηματική περιοχή της
Mονής. Aναλυτικά τα κελιά που εξαρτώνται από τη Mονή είναι των
Aγίων Aρχαγγέλων, του Προφήτη Hλία, του Aγίου Kηρύκου, του
Aγίου Oνουφρίου, των Tριών Iεραρχών, του Tιμίου Προδρόμου και
των Aρχαγγέλων. Επίσης η μονή διαθέτει σαν εξαρτήματά της
άλλες 34 Καλύβες στη περιοχή της Καψάλας. Σε κελί της περιοχής
της Καψάλας επ` ονόματι του Τιμίου Σταυρού, έζησε ο μακαριστός
Παπά Τύχων, γέροντας του μακαριστού Γέροντος Παϊσίου, που
έζησε για κάποια χρόνια σε αυτό το κελί μετά το θάνατο του
γέροντος του και πριν πάει στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη Αγίου
Παντελεήμονος.
Επίσης η μονή διαθέτει 4 παρεκκλήσια και 2 εξωκκλήσια. Οι
μοναχοί της σήμερα είναι περίπου 30.

Ι. Μ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Η Ιερά Μονή Ξενοφώντος χτισμένη στη δυτική παράλια
όχθη της χερσονήσου κείται μεταξύ των Ιερών Μονών Δοχειαρίου
και Αγίου Παντελεήμονος. Η ιστορία της μονής είναι μακραίωνη
και ανάγεται πίσω στον 10ο και 11ο αιώνα, εποχή που ιδρύθηκε
και η Μεγίστη Λαύρα. Κτίτορας της μονής είναι ο άγιος Ξενοφών,
ο οποίος διετέλεσε και ηγούμενός της.
Οι περιπέτειες δεν έλειψαν από τη ζωή της μονής ήδη από
τον καιρό της σύστασής της.

52

Ένα τέτοιο περιστατικό αποτελεί και η διένεξη που
δημιουργήθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα με τον κατά κόσμο
ευνούχο Στέφανο και μετέπειτα μοναχό Συμεών, δρουγγάριο του
αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη. Αρχικά, αν και η είσοδος
του Στεφάνου στην τάξη των μοναχών ευνόησε τη μονή με την
παροχή χρημάτων που είχαν ως αποτέλεσμα την ανέγερση
κτηριακών εγκαταστάσεων, μετέπειτα η πορεία του ως ηγουμένου
της μονής τον έφερε σε σύγκρουση με την πλειονότητα των
μοναχών, με συνέπεια την απομάκρυνσή του από το μοναστήρι.
Η προσφυγή του Συμεών στον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό
κατέληξε στην με αυτοκρατορική εντολή επαναφορά του.

Εκτός από τα επεισόδια με εσωτερικό χαρακτήρα,
υπάρχουν και εκείνα που έχουν εξωτερικές αιτίες. Ως παράλια
μονή, η Ξενοφώντος, έγινε πολλές φορές στόχος πειρατικών
επιδρομών. Το 13ο αιώνα μάλιστα καταστράφηκε από Λατίνους
πειρατές. Στο Γ΄ Τυπικό κατέχει την όγδοη θέση, ενώ σήμερα η
ιεραρχική θέση της μονής είναι η δεκάτη έκτη. Κατά την περίοδο
της τουρκοκρατίας υποστηρίχθηκε είτε από εύπορους πιστούς
βλάχικης καταγωγής είτε από τις προσόδους που έρχονταν από
τη σκήτη «Ρόμβας» και δύο χωριά που της είχαν δωρηθεί από
Ρουμάνους ηγεμόνες.
Κατά τον 16ο αιώνα η πλειονότητα των μοναχών ήταν
Σλάβοι. Τον 17ο αιώνα βρέθηκε να χρωστά υπέρογκα ποσά σε
ένα συνδικάτο Εβραίων τοκογλύφων με αποτέλεσμα την
53

οικονομική της εξαθλίωση μέσα σε μια γενικότερη ατμόσφαιρα
παρακμής που παρατηρείται την εποχή αυτή στον Άθω. Το 18ο
αιώνα ανασυγκροτείται, με πρώτο της μέλημα την επιστροφή στο
κοινοβιακό σύστημα το 1784. Ο ηγούμενος Παΐσιος ο Λέσβιος με
τη δραστηριότητά του προσέθεσε νέα κτίρια και ξαναζωντάνεψε
τη μονή. Τότε άρχισε και η ανέγερση του νέου μεγάλου
Καθολικού στα βόρεια του μοναστηριού, το οποίο και τελείωσε
μετά την έναρξη της επανάστασης του 1821.
Στη νότια πλευρά της μονής είναι το παλαιό Καθολικό
διακοσμημένο με παλαιοχριστιανικά σύμβολα, η κατασκευή του
οποίου πάει πίσω στον 11ο αιώνα αν και πέρασε διαδοχικές
φάσεις από προσθήκες (κοσμείται με ξύλινο τέμπλο του 17ου
αιώνα, ενώ οι τοιχογραφίες του έχουν επιζωγραφηθεί). Το 1864
χτίστηκε το κωδωνοστάσιο και το 1901 τοποθετήθηκε η φιάλη του
αγιασμού.
Η μονή αριθμεί περί τα 600 χειρόγραφα και περί τις 7,000
έντυπα βιβλία. Αξιόλογα έργα τέχνης είναι δύο εικόνες του 14ου
αιώνα, οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, και η γνωστή
θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Στα κειμήλια
του μοναστηριού περιλαμβάνονται μέρος του Τιμίου Ξύλου,
πολύτιμες λειψανοθήκες με λείψανα αγίων, εκκλησιαστικά σκεύη
και άμφια.
H μονή Ξενοφώντος έχει εξαρτήματά της, τη Σκήτη
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου με 22 Καλύβες, δύο Κελλιά, του Aγίου
Τρύφωνα και του Αγίου Νεκταρίου που βρίσκονται στην
γεωγραφική της περιοχή, και το αντιπροσωπείο της του Αγίου
Ανδρέα στις Καρυές. Σε αυτά εγκαταβιώνουν πέντε μοναχοί.
Επίσης διαθέτει τέσσερα Καθίσματα. Στα εξαρτήματά της διαβιούν
δεκαπέντε μοναχοί.
Η μονή διαθέτει 11 παρεκκλήσια, 6 εξωκκλήσια Η μονή έχει
περί τους τριάντα φιλόπονους μοναχούς.

Ι. Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Η Ιερά Μονή Γρηγορίου είναι παράλια και προσιτή με το
καΐκι που μεταφέρει τους επισκέπτες από το λιμάνι της
χερσονήσου, τη Δάφνη. Ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα από τον όσιο
ασκητή Γρηγόριο, και είναι σύγχρονη των Ιερών Μονών
Διονυσίου και Παντοκράτορος.
Πολλές πληροφορίες γύρω από το πρόσωπο του κτίτορα
της μονής δεν υπάρχουν και απλώς γνωρίζουμε ότι πρόκειται για
μαθητή του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη. Σ ’ αυτό βέβαια
54

συνέβαλαν και οι πυρκαγιές του 1500 και 1762 που κατέστρεψαν
το αρχείο της μονής. Πριν τις πυρκαγιές ωστόσο προηγήθηκαν σε
καταστροφική μανία οι πειρατές. Η καταστροφή του 1500
ξεπεράστηκε και η μονή ανασυγκροτήθηκε με τη συνδρομή
ομόδοξων ηγεμόνων και πρωταγωνιστή τον Ιωάννη Στέφανο το
Μέγα, ηγεμόνα της Μολδαβίας, γι ’ αυτό και θεωρείται δεύτερος
κτίτορας της μονής.
Τα αποτελέσματα της πυρκαγιάς του 1762 ξεπεράστηκαν με

τη δράση της ηγετικής φυσιογνωμίας του Γέροντος Ιωακείμ.
Αυτός πέτυχε να συγκεντρώσει χρήματα, που με τη βοήθειά τους
όχι μόνο ανασυγκρότησε τη μονή, αλλά βοήθησε και στην
εξαγορά και απελευθέρωση ομήρων. Μετά την παραίτησή του η
μονή επανέρχεται στο ιδιόρρυθμο σύστημα. Η συνακόλουθη
φτώχεια που πέρασε η μονή κατά τα χρόνια της Επανάστασης
την έφερε στο σημείο να ζητήσει από τη Μεγίστη Λαύρα να γίνει
εξάρτημά της, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε και την έκβαση
αυτής της αίτησης.
Το 1840 ξανασυστήνεται σε κοινόβιο. Το 1859 ηγούμενος
της μονής ορίζεται ο Συμεών και στα 46 χρόνια της ηγουμενίας
του εξόφλησε τα χρέη της μονής που ανέρχονταν στα 170,000
γρόσια και υποστήριξε την ανέγερση νέων κτιρίων. Το νέο
55

Καθολικό της Γρηγορίου κτίστηκε το 1770 και τοιχογραφήθηκε το
1779. Τότε τοποθετήθηκε και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Το 1840
οικοδομήθηκε ο δεύτερος νάρθηκας και το 1851 το παρεκκλήσι
του
αγίου Γεωργίου. Το Καθολικό είναι αφιερωμένο στον άγιο
Νικόλαο.
Τα χειρόγραφα της μονής είναι περίπου 297, από τα οποία 11
είναι περγαμηνά, και τα έντυπα φτάνουν τις 6,000. Στους
θησαυρούς της μονής εντάσσονται ένα μικρό τμήμα του Τιμίου
Σταυρού, λείψανα αγίων, εκκλησιαστικά σκεύη και άμφια. Από τις
γνωστές θαυματουργές εικόνες η μονή κατέχει την Παναγία την
«Παλαιολογίνα».
Η Μονή Γρηγορίου διαθέτει έξι Κελλιά, στις Καρυές μαζί με
το αντιπροσωπείο της του Αγίου Τρύφωνος. Το Κελλί των Αγίων
Αναργύρων, όπου μονάζουν οι αγιογράφοι Παχωμαίοι, της
Υπαπαντής του Χριστού, στο κέντρο των Καρυών, όπου μονάζουν
οι αγιογράφοι Ιωσαφαίοι, το Κελλί του Αγίου Φιλοθέου του
Κόκκινου , κοντά στο ναό του Πρωτάτου, που ανακαινίστηκε το
1995. Τέλος το Κελλί του Αγίου Νικολάου, βορειοανατολικά των
Καρυών, στη θέση "Κομμένοι " και το Κελλί των Αγίων Αθανασίου
και Κυρίλλου που βρίσκεται στην περιοχή της Καψάλας. Η Μονή
Γρηγορίου διαθέτει έξι Καθίσματα στην ευρύτερή της περιοχή: Των
Αθωνιτών Πατέρων 19ου αιώνα, το οποίο ανακαινίστηκε κατά τα
έτη 1976-90. Της Παναγίας, 18ου αιώνα όπου ασκήτευσε για ένα
χρόνο και ο Άγιος Ακάκιος Καυσοκαλυβίτης, πριν εγκατασταθεί
οριστικά στα Καυσοκαλύβια. Το Κάθισμα αυτό απέχει τριάντα
μέτρα από τη σπηλιά όπου ασκήτευσε ο ιδρυτής και Κτήτορας της
μονής Όσιος Γρηγόριος. Επίσης έχει τα Καθίσματα Των Αγίων
Αποστόλων και του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μέσα στο δάσος
σε υψόμετρο 700 μ. Tέλος τα Καθίσματα τoυ Αγίου Αρτεμίου, του
Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και του Προφήτη Ηλία, το οποίο
λειτουργεί και ως πυροφυλάκιο του δάσους της μονής.
Έχει 7 παρεκκλήσια και 6 εξωκκλήσια και από το 1574
κατέχει τη δέκατη έβδομη θέση μεταξύ των μοναστικών
καθιδρυμάτων. Η αδελφότητα αποτελείται από 70 περίπου
καλλιεργημένους μοναχούς.

Ι. Μ. ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ
Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου κείται στην ανατολική όχθη της
χερσονήσου, κοντά στη μονή Χελανδαρίου, ενώ τα
προσθαλάσσια θεμέλια της μονής βρέχονται από τα νερά του
56

Στρυμονικού κόλπου. Στη γύρω περιοχή ερείπια και απομεινάρια
άλλων εποχών, που φτάνουν από τα ρωμαϊκά χρόνια ως τους
πρώτους ερημίτες που κατοίκησαν τον Άθω μαρτυρούν για τη
μεγάλη ιστορική πορεία που έζησε ο τόπος.
Η ίδρυση της μονής ανάγεται στον 10ο και 11ο αιώνα,
εποχή που η αίσθηση της ασφάλειας από ξένους επιδρομείς
δικαιολογεί την τόσο κοντά στην θάλασσα ανέγερση της μονής.
Ως Εσφιγμένου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Β΄ Τυπικό, το
1045. Το μοναστήρι κατά καιρούς έπληξαν τόσο πειρατικές
επιδρομές όσο και πυρκαγιές. Χαρακτηριστικά αναφέρεται σε
χειρόγραφο της μονής ότι η Εσφιγμένου υπέστη τρεις φορές
ερήμωση, το 873, το 1047, και το 1534. Η τελευταία θεωρείται και
η χειρότερη. Προηγήθηκε, ωστόσο, και η πυρκαγιά του 1491.

Όμως, όπως δεν έλειψαν οι άσχημες στιγμές από τη ζωή
του μοναστηριού έτσι δεν έλειψαν και οι καλές στιγμές. Οι
Βυζαντινοί αυτοκράτορες φαίνεται πως έδειξαν ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα επικυρώνουν
κτήσεις του μοναστηριού στον Πρόβλακα, Σκουταρά, Κρόσουβο,
τα Βραστά, τη Θεσσαλονίκη και την ΚΠολη. Στην Εσφιγμένου
εγκαταβίωσαν προσωπικότητες μεγάλου πνευματικού κύρους,
όπως ο άγιος Αθανάσιος πατριάρχης Κπόλεως το 1310, και ο
άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1335.
Τον 17ο αιώνα μέσα στη γενικότερη παρακμή η μονή
πέφτει σε δυσμενή οικονομική κατάσταση. Ο 18ος αιώνας είναι η
57

εποχή που το μοναστήρι αρχίζει να ανασυγκροτείται με τις
προσπάθειες του μητροπολίτου Μελενίκου Γρηγόριου, που ως
κύριο στόχο του έχει την εξόφληση των χρεών της μονής.
Μεταπτώσεις μικρότερης κλίμακας συνεχίζονται στη ζωή του
μοναστηριού, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα ο Θεοδώρητος ο
Λαυριώτης θέτει τα θεμέλια της σωστής κοινοβιακής λειτουργίας
της μονής, και παράλληλα θέτει τα θεμέλια του καινούργιου
Καθολικού (1808) και ανυψώνει νέα κτίρια. Επί ηγουμενίας του
Θεοδωρήτου εγείρεται και η τράπεζα της μονής.
Την περίοδο 1821‐1832 η Εσφιγμένου καταλήφθηκε από
τουρκικό στράτευμα και μετατράπηκε σε στρατώνα. Την
αναδιοργάνωση της μονής αναλαμβάνει ο Αγαθάγγελος
Αγιαννανίτης για ένα μεγάλο διάστημα από το 1832 έως το 1871.
Εκείνη την περίοδο ορθώθηκαν όλα τα μεγαλοπρεπή κτίρια της
μονής, όπως το κωδωνοστάσιο, τα παρεκκλήσια, ο εξωνάρθηκας
του Καθολικού και ο μεσημβρινός πυλώνας. Τα χρόνια που
ακολουθούν οδηγούν τη μονή σε ένα χρέος 4,000 τουρκικών
λιρών στις αρχές του 20ου αιώνα. Η μονή καταφέρνει να
ανταπεξέλθει στο χρέος χωρίς να υποκύψει σε δελεαστικές
προτάσεις Ρώσων.
Ο ναός της μονής είναι αφιερωμένος στην Ανάληψη του
Κυρίου, ενώ παράλληλα η μονή διαθέτει 8 παρεκκλήσια και 7
εξωκκλήσια. Επίσης, εφέστια εικόνα της μονής είναι της
Θεοτόκου της Ελεούσης. Ανάμεσα στα κειμήλια της μονής
περιλαμβάνονται λείψανα αγίων, ο λεγόμενος σταυρός της
Πουλχερίας και ένα μεγάλο κομμάτι από τη σκηνή του Μεγάλου
Ναπολέοντα, που χρησιμοποιείται σαν παραπέτασμα στην πύλη
του Καθολικού κατά την πανήγυρη. Η βιβλιοθήκη της περιέχει 372
χειρόγραφα και πάνω από 8,000 έντυπα. Η μονή κατέχει τη 18η
θέση στην ιεραρχία των μονών. Η Εσφιγμένου από το 1974 έχει
αποσύρει από την Ιερά Κοινότητα τον αντιπρόσωπό της και δεν
συμμετέχει στις Συνάξεις της. Σήμερα αριθμεί περί τους 60
μοναχούς.

Ι. Μ.
ΡΩΣΙΚΟ

ΑΓΙΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

-

Η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η και Ρωσικό
επιλεγομένη, βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου του Άθω,
λίγο πριν το λιμάνι της Δάφνης. Η σημερινή όψη της μονής, με
εγκατελειμμένα πολυώροφα και μεγαλοπρεπή κτίρια, μαρτυρεί
58

για το πλούσιο και πληθωρικό παρελθόν της. Η ιστορία του
μοναστηριού έχει τις απαρχές της περί το 10ο αιώνα στη μονή
Υπεραγίας Θεοτόκου του Ξυλουργού (ταυτίζεται με τη σκήτη
Βογορόδιτσα), η αδελφότητα της οποίας στα μέσα του 12ου
αιώνα μεταφέρεται στη μονή Θεσσαλονικέως που ήταν
αφιερωμένη στον άγιο Παντελεήμονα. Σ ’ αυτή την τοποθεσία η
αδελφότητα θα παραμείνει επτά αιώνες, έως το 1765.

Γεγονότα σημαντικά και σπουδαίες προσωπικότητες
πέρασαν από τη μονή στο διάβα της ιστορίας. Περί το 1193 στη
μονή εκάρη μοναχός ο άγιος Σάββας, αρχιεπίσκοπος των
Σέρβων. Το 1307 καταλανικές συμμορίες πυρπόλησαν τη μονή,
όμως λίγο αργότερα η εύνοια του Στέφανου Δουσάν βοήθησε
στην ανασυγκρώτησή της. Στη ζωή του μοναστηριού κατόρθωσε
να συνυπάρχει αρμονικά τόσο το ρωσικό όσο και το ελληνικό
στοιχείο. Ευεργέτες της μονής αναδείχθηκαν Βυζαντινοί
αυτοκράτορες, Σέρβοι ηγεμόνες, πλούσιοι Ρουμάνοι και τσάροι
της Ρωσίας.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας το Ρωσικό δοκιμάστηκε
σκληρά, αφού γνωρίζουμε και περιόδους που η μονή έμμεινε
παντελώς έρημη. Έτσι στα μέσα του 17ου αιώνα η Ιερά Κοινότητα
θα την περιλάβει στα υπό κηδεμονία μοναστήρια. Το 18ο αιώνα οι
ρωσοτουρκικοί πόλεμοι επέφεραν μείωση στον αριθμό των
Ρώσων μοναχών, και κυριαρχείται κατά βάση από Έλληνες,
59

Βουλγάρους και Σέρβους μοναχούς.
Το Ρωσικό κατορθώνει να ανασυγκροτηθεί και να
ζωντανέψει με τις πλουσιοπάροχες δωρεές της Φαναριώτικης
οικογένειας των Καλλιμάχηδων, ιδιαίτερα με την επέμβαση του
ηγεμόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Καλλιμάχη (18ος αιώνας) και του
Σκαρλάτου Καλλιμάχη (18ος-19ος αιώνας). Εντωμεταξύ, από το
1760 η αδελφότητα από τη μονή Θεσσαλονικέως μεταφέρθηκε και
εγκαταστάθηκε στο μονύδριο της Αναστάσεως. Τότε η μονή
Θεσσαλονικέως παίρνει την ονομασία Παλαιομονάστηρο και
γίνεται εξάρτημα της κυρίαρχης μονής του Ρωσικού.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων η μονή συνεχίζει την
πορεία ανασυγκρότησής της με ηγούμενο τον από Δράμας
Γεράσιμο, άνδρα που ξεχώριζε για την αρετή του. Το 1835 επί
ηγουμενίας του καταφθάνουν οι πρώτοι Ρώσοι μετά από
πολύκαιρη απουσία τους. Η σταδιακή μαζική είσοδος Ρώσων στο
μοναστήρι προκάλεσε σιγά σιγά ανισορροπία στις αριθμητικές
αναλογίες Ελλήνων και Ρώσων με συνακόλουθες εντάσεις. Οι
ρωσικής εθνικότητας μοναχοί το 1895 έφτασαν τους χίλιους ενώ
μέχρι το 1913 ήταν σε αύξουσα πορεία. Η ταραχή με την αίρεση
των ονοματολατρών που αναπτύχθηκε στη μονή, έφερε πολλούς
στην εξορία και ανέκοψε τελειωτικά η επανάσταση του 1917 τη
συνεχόμενη προσέλκυση Ρώσων μοναχών.
Από τις κτηριακές εγκαταστάσεις της μονής το Καθολικό
είναι αφιερωμένο στον άγιο Παντελεήμονα και ανεγέρθηκε στις
αρχές του 19ου αιώνα. Πασίγνωστες είναι οι καμπάνες του
μοναστηριού που συνολικά ξεπερνούν σε βάρος τους είκοσι
τόννους με τη μεγαλύτερη σε βάρος καμπάνα του Αγίου Όρους,
που ζυγίζει δεκατρείς τόννους και έχει διάμετρο 2,70 μέτρα. Στα
κειμήλια της μονής περιλαμβάνονται πολλά αξιόλογα
εκκλησιαστικά σκεύη και άμφια. Η τελευταία πυρκαγιά το 1968
κατέστρεψε τη μισή μονή. Στη βιβλιοθήκη της στεγάζονται περί τα
1,320 χειρόγραφα από τα οποία τα 600 είναι σλαβικά, και πάνω
από 20,000 έντυπα. Η μονή κατείχε μετόχια σε πολλά σημεία της
ρωσικής γης. Στο Άγιον Όρος έχει 5 Κελλιά και στην ιεραρχία των
μονών κατέχει τη δέκατη έννατη θέση. Η μονή διαθέτει 15
παρεκκλήσια και 20 εξωκκλήσια. Σήμερα έχει περί τους πενήντα
νέους μοναχούς.

Ι. Μ. ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ
Η Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου έχει χτιστεί σε μια από τις
60

γραφικότερες τοποθεσίες του Άθω αγκαλιασμένη από δάσος και
σε απόσταση μισής ώρας από το Σιγγιτικό κόλπο. Παράδοση
θέλει ως κτίτορα της μονής τον Μέγα Κωνσταντίνο ή κάποιο γιο
του. Ωστόσο, η ίδρυση της μονής μάλλον σχετίζεται με κάποιο
ασκητή με το όνομα Κασταμονίτη απ ’ όπου προέρχεται και η
δεύτερη ονομασία του μοναστηριού ως Κασταμονίτου. Κάποια
κείμενα του 11ου αιώνα αναφέρονται στην Κασταμονίτου όμως η
ιστορία του μοναστηριού διαφαίνεται καθαρά από το 14ο αιώνα
και εξής, εποχή που η μονή υπέστη σημαντικές φθορές και
καταστροφές από τις επιδρομές των Καταλανών πειρατών.

Ανάμεσα στους ευεργέτες της μονής κατατάσσονται ο
ηγεμόνας Γεώργιος Βράγκοβιτς, η πριγκίπισσα της Σερβίας Άννα
η φιλανθρωπινή και ο αρχιστράτηγος της Σερβίας Ράδιτς που το
15ο αιώνα στήριξαν πολλαπλώς τη μονή. Όμως παρά την
οικονομική ενίσχυση η φορολογία των Τούρκων οδήγησε σε
δάνεια από Εβραίους τοκογλύφους που έφεραν τη μονή στα
πρόθυρα της διάλυσης. Το 1705 η παρέμβαση του Γάλλου
προξένου Αρμάντ διασώζει τη μονή από πιθανή χρεοκοπία. Το
1717 αποτεφρώθηκε η ανατολική πτέρυγα της μονής. Το 1818
επί ηγουμενίας Χρυσάνθου άρχισε η ανακαίνηση της
Κωνσταμονίτου με παράλληλη υποστήριξη από την κυρά‐
Βασιλική, τη γυναίκα του Αλή Πασά. Στα μέσα του 19ου αιώνα η
κακή οικονομική κατάσταση της μονής την έφερε υπό την
κηδεμονία της Ιεράς Κοινότητας. Ο δραστήριος ηγούμενος
61

Συμεών βοήθησε ώστε να ορθοποδήσει το μοναστήρι και με
χρήματα που συγκέντρωσε οικοδόμησε το Καθολικό περί το 1867
στα ερείπια του παλιού, και ανακαίνισε άλλες κτηριακές
εγκαταστάσεις της Κωνσταμονίτου.
Το Καθολικό είναι αφιερωμένο στη μνήμη του αγίου
Στεφάνου του πρωτομάρτυρος και φυλάσσεται ένας βυζαντινός
σταυρός εξαίρετης τέχνης, τεμάχιο τιμίου ξύλου, τμήματα από
λείψανα πολλών αγίων μέσα σε θαυμάσιες λειψανοθήκες. Επίσης
Ευαγγέλιο με αργυρόχρυση επένδυση που έγινε το 1820 στην
Ήπειρο δώρο της κυρά Βασιλικής. Τέλος άλλα αντικείμενα
λατρείας και λειτουργίας. Η μονή Κωνσταμονίτου διαθέτει εννέα
συνολικά παρεκκλήσια, τέσσερα μέσα στον περίβολο της μονής
και πέντε έξω από αυτόν.
Στη νότια πτέρυγα της μονής πάνω από την είσοδο,
βρίσκεται το παρεκκλήσι της Παναγίας Πορταΐτισσας κτισμένο το
1871. Έχει χαρακτηριστικό ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο φιλοξενεί
τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Πορταίτισσας.
Σε όροφο της νοτιοανατολικής πτέρυγας βρίσκεται και το
κατανυκτικό παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων. Σε άλλον όροφο,
βρίσκεται και το μεγαλύτερο σε μέγεθος παρεκκλήσι του Αγίου
Κωνσταντίνου. Χρησιμοποιήθηκε σαν Καθολικό κατά την διάρκεια
των εργασιών ανέγερσης του Καθολικού της μονής, του στα μέσα
του 19ου αιώνα. Στη βόρεια πλευρά του περιβόλου βρίσκεται το
παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου.
Εκτός μονής βρίσκεται το παρεκκλήσι της Παναγούδας με
αξιόλογες βυζαντινές τοιχογραφίες. Στη θέση τις παλαιάς μονής
είναι το παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου με ωραίο ξύλινο τέμπλο
του 1670. Τo παρεκκήσι της Αγίας Τριάδας είναι σε περίοπτη
θέση, του Αγίου Νικολάου βρίσκεται στον Αρσανά της μονής, ενώ
το ένατο παρεκκλήσι είναι εκείνο του κοιμητηρίου της.
Ο Κοιμητηριακός Ναός της Μονής Κοσταμονίτου είναι
αφιερωμένος στη μνήμη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Βρίσκεται νοτιοανατολικά της Μονής σε μικρή απόσταση από
αυτή. Η μονή Κωνσταμονίτου διαθέτει ένα κελί στις Καρυές που
αποτελεί και το αντιπροσωπείο της αφιερωμένο στους Αγιορείτες
Πατέρες, καθώς και δύο Καθίσματα στον ευρύτερο χώρο της
μονής. Το πρώτο της Αγίας Τριάδας , βρίσκεται δυτικά της μονής
σε περίοπτη θέση με εξαίρετη θέα πρός την θάλασσα. Κτίστηκε το
1894 και η δόμησή του είναι με πελεκητή λιθοδομή. Το
παρεκκλήσιο του Καθίσματος τυπολογικά διαχωρίζεται με
ευκρίνεια από τους χώρους κατοίκησής του καταλαμβάνουν το
δυτικό του τμήμα. Σήμερα δεν κατοικείται λόγω των φθορών του
από τον χρόνο. Το δεύτερο κάθισμα, που παρουσιάζει ιδιαίτερο
62

τυπολογικό ενδιαφέρον είναι εκείνο του παλιού μύλου. Βρίσκεται
απέναντι από την είσοδο της μονής και οι κατοικήσιμοι χώροι του
καταλαμβάνουν τον όροφο του.
Ανάμεσα στα άλλα κειμήλια διακρίνονται ένας βυζαντινός
επιτάφιος, άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη. Στη βιβλιοθήκη της
Κωνσταμονίτου βρίσκονται 110 χειρόγραφα και περί τα 5,000
έντυπα βιβλία. Η μονή κατέχει την εικοστή θέση στην ιεραρχία
των αθωνικών μονών. Σήμερα έχει περί τους τριάντα φίλεργους
μοναχούς.

ΚΑΡΥΕΣ
Οι Καρυές είναι η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Πριν ήταν
τοποθεσία κοντά στη διώρυγα του Ξέρξη. Αυτό επιβεβαιώνεται
από σιγίλιο του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, όπου
ονόμαζε εκείνη τη θέση Παλαιά. Η παλαιά της ονομασία ήταν
Μέση, λόγω του γεγονότος ότι βρίσκεται στη μέση της
χερσονήσου. Σε απόσταση 5 λεπτών από τις Καρυές βρίσκεται η
Μονή Κουτλουμουσίου, η οποία δε διαθέτει κονάκι επειδή είναι
πολύ κοντά. Επίσης σε απόσταση 5 λεπτών βρίσκεται και η σκήτη
του Αγίου Ανδρέα. Στην ιστορία τους υπήρξαν μια ξεχωριστή
μορφή μοναστικής κοινότητας. Ο ηγούμενος της Λαύρας των
Καρυών η επιλεγομένη και Μέση κατείχε τον τίτλο του Πρώτου
της «Συνάξεως των Γερόντων».
Στις Καρυές είναι εγκατεστημένη η Ιερά Κοινότητα του
Αγίου Όρους και η Ιερά Επιστασία, καθώς και τα αντιπροσωπεία
των είκοσι μονών. Επίσης υπάρχουν μια σειρά από υπηρεσίες
όπως ο Πολιτικός Διοικητής, η Αστυνομική Διοίκηση, τα ΕΛ.ΤΑ, ο
ΟΤΕ και το Κοινοτικό Ιατρείο. Στο χώρο των Καρυών βρίσκεται
και η γνωστή εκκλησιαστική σχολή Αθωνιάδα.
Μια σημαντική όψη της ζωής των Καρυών αποτελεί η
ιστορία της αγοράς και των εργαστηρίων τους. Η αγορά των
Καρυών αποκαλούνταν «το Παρίσι της Χαλκιδικής». Ήδη από τον
10ο αιώνα, οι Καρυές, ήταν αγορά με σπουδαία κίνηση. Αρκετές
φορές αυτή η κίνηση αναστάτωνε τον ιερό τόπο και το ζήτημα για
την επίλυσή του απαιτούσε την παρέμβαση του Οικουμενικού
Πατριαρχείου. Επί τουρκοκρατίας έχουμε μαρτυρίες για τη
διακίνηση πολλών αγαθών. Ο 19ος αιώνας θα μπορούσε να
χαρακτηριστεί ως η χρυσή εποχή ανάπτυξης και διατήρησης
καταστημάτων και χώρων εμπορίας ποικίλων προιόντων τόσο
από μοναχούς όσο και από λαικούς. Η αταξία που επήλθε
οδήγησε σε περιοριστικές αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητας και
63

του Πατριαρχείου, που όμως έμμειναν ανεφάρμοστες. Η
παραδοσιακή υπαίθρια εβδομαδιαία αγορά και η ετήσια
εμποροπανήγυρη του δεκαπενταυγούστου σταδιακά ξέφτησαν και
έσβησαν.

Οπωσδήποτε, το σημαντικότερο κτίσμα μέσα στις Καρυές
είναι ο ναός του Πρωτάτου ‐τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου‐,
που είναι και ο αρχαιότερος του Αγίου Όρους. Ο ρυθμός του ναού
είναι βασιλική τρίκλητος άνευ τρούλλου με μεταγενέστερη
προσθήκη εγκάρσιου κλίτους. Η αρχιτεκτονική του ιστορία
εκτείνεται από τον 10ο αιώνα έως και τα μέσα του 20ου, που
έλαβε χώρα η τελευταία ανακαίνισή του. Πρόσωπα σαν το
μάγιστρο Λέοντα, αδελφό του Νικηφόρου Φωκά, και τον Ιωάννη
Ίβηρα ευεργέτησαν και κόσμησαν με πολλά κειμήλια το Πρωτάτο.
Ο ναός του Πρωτάτου, μετά από την πυρκαγιά του 1290
αγιογραφήθηκε από τον πρωτομάστορα της Μακεδονικής σχολής
Μανουήλ Πανσέληνο στις αρχές του 14ου αιώνα. Στα χρόνια της
τουρκοκρατίας έγιναν κάποια συμπληρωματικά έργα. Το 1781
ανεγέρθηκε το κωδονοστάσιο πάνω σε παλαιότερα θεμέλια. Με
την πάροδο των χρόνων το κτίσμα άρχισε να εμφανίζει
επικίνδυνες φθορές που υποχρέωναν την ανακαίνισή του. Το
έργο αυτό ξεκίνησε το 1955, γεγονός που διέσωσε τις περίφημες
τοιχογραφίες του ναού, αλλά δημιούργησε και κάποια
64

προβλήματα.
Γνωστά στον Ορθόδοξο χώρο κειμήλια που κοσμούν το
Πρωτάτο είναι η εικόνα της Θεοτόκου «Άξιον Εστίν» και του
Χριστού «Αντιφωνητού».

Σκήτες
Η Σκήτη (Σκήτες) είναι μοναστικό ίδρυμα που υπάγεται σε
Κυρίαρχη Μονή ή Μοναστήρι. Οι Σκήτες είναι μικρές μονές που και
αυτές διακρίνονται όπως οι Αθωνικές Ιερές Μονές σε κοινόβιες και
ιδιόρρυθμες.
Πρόκειται για οργανωμένες κοινότητες που συγκροτούνται
από πολλές μοναστικές καλύβες. Στο μέσον της κάθε Σκήτης
βρίσκεται το λεγόμενο "Κυριακό" που είναι ο κοινός ναός για όλους
γύρω από αυτόν κτισμένες καλύβες. Ο επικεφαλής της Σκήτης
είναι ο επονομαζόμενος "Δικαίος" που εκλέγεται κάθε χρόνο
συνήθως στις 8 Μαΐου από τους "γέροντες" της Σκήτης με τη
βοήθεια 2 ή 4 συμβούλων εκ των οποίων οι μισοί προέρχονται
από την ίδια τη Σκήτη και οι άλλοι μισοί από την Κυρίαρχη Μονή
στην οποία υπάγεται η Σκήτη.
Οι εγκατεστημένοι σε αυτές μοναχοί λέγονται σκήτες
ασχολούνται δε με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες καθώς
επίσης και με την αγιογραφία, ξυλογλυπτική, μουσική κ.ά.
Στον Ελλαδικό χώρο οι σημαντικότερες Σκήτες είναι οι
Αθωνικές.
Στο Αγιο Όρος βρίσκονται δώδεκα Σκήτες σε όλη την
Αθωνική χερσόνησο. Από αυτές κοινόβιες είναι τέσσερις:
 η Σκήτη του Προφήτη Ηλία (Ρωσική), που υπάγεται
στη Μονή Παντοκράτορος,
 η Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Μεγίστης Λαύρας
(Ρουμανική), που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας,
 η Σκήτη Αγίου Ανδρέα, λέγεται και Σεράι, (ρωσική),
που υπάγεται στη Μονή Βατοπεδίου, και
 η Σκήτη της Θεοτόκου ή Βογορόδιτσα (βουλγαρική),
που υπάγεται στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος.
Οι υπόλοιπες οκτώ, είναι όλες ελληνικές, ιδιόρρυθμες ή
αρχέτυπες σκήτες, οι οποίες είναι:
 η Σκήτη Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ή Ξενοφωντική
Σκήτη, που υπάγεται στη Μονή Ξενοφώντος
 η Νέα Σκήτη ή Σκήτη του Πύργου, που υπάγεται στη
Μονή Αγίου Παύλου
65

 η Σκήτη Αγίας Αννας που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης
Λαύρας
 η Σκήτη Αγίας Τριάδος ή Σκήτη Καυσοκαλυβίων, που
υπάγεται επίσης στη Μονή Μεγίστης Λαύρας
 η Σκήτη Αγίου Δημητρίου ή Λακκοσκήτη, που υπάγεται
στη Μονή Αγίου Παύλου
 η Σκήτη Τιμίου Προδρόμου, που υπάγεται στη Μονή
Ιβήρων
 η Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος, που υπάγεται στη Μονή
Κουτλουμουσίου και
 η Σκήτη Αγίου Δημητρίου, που υπάγεται στη Μονή
Βατοπεδίου.

Κελιά
Τα μοναστικό κελί, αποτελεί όπως και η σκήτη, μοναστικό
ίδρυμα που υπάγεται σε κυρίαρχη Μονή ή Μοναστήρι.
Τα μοναστικά κελιά αποτελούν σχετικά ευρύχωρα
οικοδομήματα που μοιάζουν με αγροτικές κατοικίες που φέρουν
ενσωματωμένο ναίδριο ή και ναό και στα οποία έχει παραχωρηθεί
κάποια εδαφική περιοχής της κυρίαρχης Μονής ανάλογα με το
μέγεθος και την ιστορίας τους. Αυτά παραχωρούνται συνήθως σε
πολύ ολιγάριθμες ομάδες των 2 - 3 μοναχών που ασχολούνται
παράλληλα με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε γεωργικές,
κτηνοτροφικές, οικοδομικές και άλλες εργασίες.
Εκτός όμως των παραπάνω υπάρχουν και κελιά σε ιερά
προσκυνήματα που παραχωρούνται ειδικά για κάλυψη αναγκών
των προσκυνητών. Πρόκειται για εν σειρά μονόροφα ή διόροφα
οικοδομήματα περιμετρικά των ιερών προσκυνημάτων, ή μόνο
κατά πλευρά, όπως π.χ. στη Μονή της Παναγίας της Τήνου, της
Αργοκοιλιώτισσας στη Νάξο κ.λπ.
Τα περισσότερα μοναστικά κελιά στην Ελλάδα βρίσκονται
στο Αγιο Όρος, στα Μετέωρα και στη Μονεμβασιά.

Καλύβες
Η μοναστική καλύβα, όπως οι σκήτες και τα κελιά αποτελούν
μοναστικά ιδρύματα που ανήκουν σε κυρίαρχη Mονή ή Μοναστήρι
Οι μοναστικές καλύβες είναι και αυτές οικοδομήματα
μικρότερα σε μέγεθος των κελιών που επίσης φέρουν
66

ενσωματωμένο ναΐδριο, στα οποία όμως δεν έχει παραχωρηθεί
από την κυρίαρχη Μονή εδαφική έκταση, σε αντίθεση με τα κελιά.
Οι μοναχοί σ΄ αυτά τα μοναστικά ιδρύματα ζουν κατά
ολιγάριθμες ομάδες, όπως και στα κελιά ασχολούμενοι κυρίως με
διάφορες τέχνες και εργόχειρα. Είναι δυνατόν πολλές καλύβες μαζί
να δίνουν την εντύπωση μικρού οικισμού πλην όμως δεν
διατηρούν καμία μεταξύ τους οργάνωση ή σχέση.
Οι περισσότερες μοναστικές καλύβες στην Ελλάδα
βρίσκονται στο Αγιο Όρος και συγκεκριμένα στη νοτιοδυτική άκρη
της Αθωνικής χερσονήσου, στις περιοχές: Μικρή Αγία Αννα,
Κατουνάκια και Αγιο Βασίλειο.

Καθίσματα
Τα μοναστικά καθίσματα αποτελούν και αυτά μοναστικά
ιδρύματα όπως οι καλύβες, που υπάγονται σε κυρίαρχη Μονή ή
Μοναστήρι.
Αυτά είναι μικρά κτίσματα, περίπου σαν τις καλύβες, που
συνηθέστερα βρίσκονται πολύ κοντά και γύρω από το Μοναστήρι
που υπάγονται. Αυτά είναι μικρά και χρησιμοποιούνται κυρίως για
τη διαμονή των μοναχών "κατά μόνας", περισσότερο με
προσωρινό χαρακτήρα. Οι μοναχοί αυτών των ιδρυμάτων
εξασφαλίζουν την τροφή τους από τη κυρίαρχη Μονή
πληρώνοντας ένα μικρό χρηματικό ποσό.
Μοναστικά καθίσματα συναντάμε σχεδόν σε όλα τα μεγαλα
Μοναστήρια (Μονές), με πιο φημισμένα αυτά του Αγίου Όρους.

Ησυχαστήρια
Είναι ένας χώρος που χαρακτηρίζεται γενικά μοναστικό
ίδρυμα και υπάγεται σε κυρίαρχη Μονή η Μοναστήρι. Εκτός από
την ονομασία Ησυχαστήριο χρησιμοποιούνται και οι λέξεις
ασκητήριο, ή ασκηταριό. Τα ησυχαστήρια συνήθως έχουν απλή
μορφή και μοιάζουν περισότερο με καλύβες ή διαρρυθμισμένες
σπηλιές στις οποίες διαμένουν μοναχοί που επιθυμούν
αυστηρότερη άσκηση (να ασκητεύουν), τελείως ανεμπόδιστα και
μακριά από οποιαδήποτε κοσμική πρόκληση. Οι μοναχοί που
διαμένουν σε αυτά καλούνται ασκητές. Η τροφοδοσία τους γίνεται
περίπου μία φορά την εβδομάδα από την κυρίαρχη Μονή.
Τα ησυχαστήρια συνήθως βρίσκονται σε απομακρισμένες
67

και ερημικές περιοχές κυρίως σε απόκρημνα μέρη που
χαρακτηρίζονται ως "αετοφωλιές". Η πρόσβαση στις περιοχές
αυτές είναι ιδιαίτερα δύσβατη και γίνεται με δυσκολία από στενά
μονοπάτια και απότομες πλαγές.
Με το πέρασμα του χρόνου πολλά αρχικά ησυχαστήρια
εξελίχθηκαν σε Μοναστήρια όπως αυτά των Μετεώρων.
Στο Αγιο Όρος υπάρχουν τα περισσότερα ησυχαστήρια και
χαρακτηρίζονται ως οικισμοί, όπως ο περίφημος οικισμός
Καρούλια, που βρίσκεται στο δρόμο μετά τη Σκήτη Αγίας Αννας
προς τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, πάνω σε απόκρημνη περιοχή.
Ησυχαστήρια συναντάμε σχεδόν σε όλο τον ελλαδικό χώρο,
κοντά στα μοναστήρια.
ΣΚΗΤΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (Μεγίστης Λαύρας)
Η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, επονομαζόμενη και
Ρουμανική, βρίσκεται σε άγονη, βραχώδη τοποθεσία, στο
ανατολικότερο άκρο της χερσονήσου του Άθω και σε υψόμετρο
250 μέτρων. Ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, από την
οποία απέχει περίπου μία ώρα.

Ήδη από τον 15ο αιώνα ήταν ονομαστό κελλί και έφερε το
όνομα «Γιαννακόπουλον». Μέχρι το 1754 δέχθηκε αλλεπάλληλες
μετατροπές. Το 1772 το κελλί ανήκε σε Χίους ησυχαστές. Είχε
εγκατασταθεί εδώ ο Χίος ιερομόναχος Ιωσήφ με τη συνοδεία του
και κατέβαλε προσπάθειες να δώσει σ' αυτό τη μορφή μικρής
μονής. Το κελλί γίνεται πόλος έλξης πολλών μοναχών και
καθίσταται κέντρων των Χίων ησυχαστών.
68

Ο πρώτος Βλάχος που έρχεται να μονάσει στο κελλί είναι ο
ιερομόναχος πνευματικός Ιουστίνος, ο οποίος βάζει στόχο να
αυξήσει το κελλί και με θείο ζήλο προσπαθεί να το μεταρρυθμίσει
σε σκήτη, που ν' ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Για τον
λόγο αυτό κατέβαλε αμέτρητους κόπους και υπερβολικά έξοδα.
Μετά τον θάνατό του, οι επόμενοι μοναχοί του
«Γιαννακόπουλου», αγνοούντες τις προσπάθειές του, δέχτηκαν το
σπίτι σαν κελλί και έτσι συνέχισε να είναι μέχρι το 1817, όταν ο
Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν, αποστέλλει επιστολή στη
Μεγίστη Μονή της Λαύρας και κατορθώνει, τον Ιούνιο του 1820, ν'
αποσπάσει Συμβόλαιο αυτής, αποτελούμενο από 13 άρθρα, προς
τους Μολδαβούς Γερω-Ποτάπιον και Γρηγόριον, το οποίο
αναφέρεται στη μετατροπή του κελλιού σε Σκήτη Μολδαβική «…
Μετά την αποβίωσιν του μακαρίτου Ιουστίνου εδέχθησαν το
οσπήτιον εκείνο οι διάδοχοί του ως κελλίον πάλιν με
μοναστηριακήν ομολογίαν κατά την συνήθειαν του Αγίου Όρους.
Αλλ' ο πανιερώτατος και σεβασμιώτατος ημών Δεσπότης άγιος
Μολδαβίας κυρ Βενιαμίν, γινώσκων τον σκοπόν του Ιουστίνου και
φιλοτιμούμενος ν' αποκατασταθή το κελίον εκείνο κοινοβιακή
Σκήτη Μολδοβάνων προς ανάπαυσιν των εις τα ενταύθα χάριν
ησυχίας και μοναδικής πολιτείας επιδημούντων αδελφών
Μολδοβάνων, έγραψεν άπαξ και δις τη καθ' ημάς ιερά Αδελφότητι,
αξιών να συγκατανεύση εις την θεοφιλή ταύτην αίτησιν της
σεβασμιότητός του και να συστηθή το κελλίον του Τιμίου
Προδρόμου κοινοβιακή σκήτη του ευσεβούς γένους των
Μολδοβάνων. Όθεν περιχαρώς δεξάμενοι την ένθεον προτροπήν
της αυτού σεβασμιότητος δεδώκαμεν τοις εις τα ενταύθα
Μολδοβάνοις την περί Σκήτης άδειαν και ανάκτισιν κελλίων. Πλην
λείποντος εις Μολδαβίαν του οσιωτάτου Γέρω-Ποταπίου, ος ην
διάδοχος του μακαρίτου Ιουστίνου, δεν επεκυρώθη τότε η άδεια μ'
ενσφράγιστον γράμμα του ιερού ημών Μοναστηρίου προς ησυχίαν
και ανάπαυσιν των εκείσε προσκαρτερούντων αδελφών. Ήδη δε,
ελθόντος του ειρημένου Γέρω-Ποταπίου και ενώπιον της ιεράς
ημών Συνάξεως παραστάντος μετά του συναδέλφου αυτού
Γρηγορίου Μοναχού, εζήτησαν αμφότεροι μεθ' ικεσίας έγγραφον
επικύρωσιν, κατά την γνώμην του σεβασμιωτάτου αγίου
Μολδαβίας και Γέροντος ημών περί της συστάσεως της ιεράς
ταύτης Σκήτεως, ήτις με ψιλόν όνομα μέχρι σήμερον υπάρχει. Και
δη αποδεξάμενοι την ένθερμον αίτησιν αυτών καθώς και
πρότερον, βεβαιούμεν την σύστασιν της κοινοβιακής ταύτης ιεράς
Σκήτεως των Μολδοβάνων δια του παρόντος ημών ενσφραγίστου
γράμματος διηρημένου εν τοις εφεξής κεφαλαίοις…».
Το σημαντικότερο άρθρο του Εσωτερικού Κανονισμού είναι
69

το 8ο «επειδή έξωθεν της περιοχής της Σκήτης ευρίσκονται
καλύβαι εν αις κατοικούσι Μολδοβάνοι και Ρωμαίοι, οίτινες
δυσαρεστούμενοι, δεν υποτάσσονταν στη Σκήτη, αυτοί να είναι
εξαρτημένοι της Λαύρας»
Όμως ο επόμενος χρόνος (1821) και τα δραματικά γεγονότα
που ακολούθησαν, ως το 1830, γίνονται αιτία να ναυαγήσουν όλα
τα σχέδια. Λόγω των ανωμάλων καταστάσεων που προέκυψαν
από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι δύο ανωτέρω
μοναχοί Ποτάπιος και Γρηγόριος, φέροντες μαζί τους το σημαντικό
έγγραφο του Εσωτερικού Κανονισμού, μετέβησαν στη Μολδαβία,
στο Μοναστήρι Νεαμτζουλούη, όπου και απεβίωσαν. Εν τω μεταξύ
η Κυρίαρχος Μονή παραχωρούσε το σπίτι σε διαφόρους
Μοναχούς σαν κελλί.
Και φθάνουμε στα 1852, όταν δύο Μολδαβοί, ο Νήφων και ο
Νεκτάριος, αγοράζουν από την Κυρίαρχο Μονή το κελλί με το
ποσό των 7000 γροσίων. Σύντομα, χάριν ελέους, επισκέπτονται
την Μολδαβία, όπου πληροφορούνται ότι το έγγραφο του 1820
βρίσκεται στη Μονή Νεαμτζούλούη. Αφού το πήραν το έδειξαν
στον τότε ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα και του εξήγησαν τα της
υποθέσεως. Την 19η Απριλίου 1852, ο Μητροπολίτης Μολδαβίας
Σωφρόνιος, σαν εκπρόσωπος του Ηγεμόνα και των δύο μοναχών,
απέστειλε επιστολή στη Μεγίστη Λαύρα με την οποία ζητούσε
«όπως παραδεχθή την περί εκ νέου συστάσεως της Σκήτης ταύτης
γενομένην δι' εμού πρότασιν των ευσεβών Μολδαβών,
επικυρούσα και αύθις τα δικαιώματά της δυνάμει του
προμνημονευθέντος ενσφραγίστου εγγράφου της, όπερ διατηρείται
εισέτι ανέπαφον παρ' ημίν ενταύθα».
Η Μονή Μεγίστης Λαύρας, αφού κάλεσε τους Νήφωνα και
Νεκτάριο, συνέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1852 έγγραφο,
αποτελούμενο από 4 άρθρα, με το οποίο ονόμαζε το κελλί
Μολδαβική Σκήτη «…και κατεχωρίσθη εν τω της Ιεράς Κοινότητος
κώδικι». Το γεγονός αυτό ανήγγειλαν οι πατέρες στον ηγεμόνα
Γκίκα ο οποίος διέταξε να χορηγούνται ετησίως 300 φλωρία.
Σε νέα τους μετάβαση στη Μολδαβία (5 Σεπτεμβρίου 1855),
οι Νήφων και Νεκτάριος, πέτυχαν την έκδοση από τον ηγεμόνα
του υπ' αριθμ. 7.134 της 14ης Δεκεμβρίου 1855 χρυσοβούλλου, με
το οποίο η Σκήτη ωνομαζόταν ρωμουνική. Στη συνέχεια ο Γκίκας
έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας την έκδοση
σιγιλλίου, το οποίο εξεδόθη τον Ιούνιο του 1856, επί Κυρίλλου Ζ΄.
Την 15η Μαρτίου 1857 θεμελιώνεται το Κυριακό από τον
Δικαίο της Σκήτης Νήφωνα, ο οποίος απέστειλε δύο αδελφούς
στον ηγεμόνα και στον Μητροπολίτη Βλαχίας, να αναγγείλουν την
έναρξη της ρωμουνικής Σκήτης. Αυτοί, μετά την άφιξή τους, τον
70

Απρίλιο του 1857, έκαναν έκκληση προς όλο του ρουμανικό έθνος,
ζητώντας συνδρομή για τη ρουμανική Σκήτη του Άθω. Τότε ο
ηγεμόνας Αλέξανδρος Δημητρίου Γκίκας προσέφερε 500 φλωρία
και μέσα σε δύο χρόνια συγκεντρώθηκαν 4.226 φλωρία και πολλά
αφιερώματα.
Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκαν και άλλοι
Μοναχοί ρωμούνοι, οι οποίοι υπερτερήσαντες των Μολδαβών,
άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις και ν' απαιτούν από τον Δικαίο και
κτίτορα της Σκήτης Νήφωνα, να εξαλειφθεί το Μολδαβικό όνομα
αυτής και να μεταβληθεί σε Ρωμουνικό Κοινόβιο. Επειδή ο Νήφων
δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση, διαιρέθηκαν οι μοναχοί της Σκήτης
σε δύο ομάδες, Βλάχους και Μολδαβούς. Τότε ο Νήφων αφήνει
τοποτηρητή τον Πνευματικό Καλλίνικο και μαζί με τον Νεκτάριο
αναχωρεί για το Ιάσιο, όπου παρέμεινε τρία χρόνια εισπράττοντας
ελέη για τη Σκήτη. Κάθε φορά που οι πατέρες έγραφαν σ' εκεινον,
σαν Δικαίο, να επιστρέψει, αυτός έστελνε την παραίτησή του.
Τελικά το 1870, μετά την αποστολή και της τρίτης παραιτήσεως,
αναγκάζονται οι πατέρες και με προτροπή του Μητροπολίτη
Ουγγροβλαχίας, να εκλέξουν Δικαίο τον αρχηγό των Βλάχων
Δαμιανό.
Ο Δαμιανός έχοντας την υποστήριξη του Ρουμάνου ηγεμόνα
Καρόλου Α΄, μετατρέπει αυθαίρετα τη Σκήτη σε μονή (1881), και
όταν επιστρέφει ο Νήφων με 35 Μολδαβούς, ο Δαμιανός του
αποκλείει την είσοδο. Μετά την ανακήρυξη του Καρόλου σε
βασιλιά, ο φυλετισμός στη Σκήτη και οι αυτονομιστικές ενέργειες
βρίσκονται σε έξαρση. Αυτός είναι ο λόγος που η Κυρίαρχος Μονή
ζητά την επέμβαση του Πατριαρχείου και την εκδίκαση της
υπόθεσης απ' αυτό. Έτσι συνοδικό έγγραφο, υπογραμμένο κι από
τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιούλιος 1881), επικυρώνει τα
κυριαρχικά δικαιώματα της Μεγίστης Λαύρας επί της Σκήτης και
αναγνωρίζει τα πρωτεία των Μολδαβών – ιδρυτών της Σκήτης.
Τέλος το 1882 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Λαύρας επί της
Σκήτης όπου τονίζεται ο εξαρτηματικός χαρακτήρας της δεύτερης
και καταργείται η διάκριση μεταξύ Μολδαβών και Βλάχων. Η Σκήτη
ορίζεται ως «Βλαχομολδαβική» και λίγο μετά, ως «Ρουμανική».
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκήτη θα βρίσκεται σε ακμή και
θα αριθμεί 105 μοναχούς (30 Τρανσυλβανούς, 50 Ρουμάνους, 25
Μολδαβούς). Θα οργανώσει μεγάλα έργα, όπως: τη διώρυξη
σήραγγας στον αρσανά της, στον Ακράθω. Τη δημιουργία
μουσείου, εικονογραφείου, καθώς και άλλων εργαστηρίων.
Σήμερα εγκαταβιούν 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής.
Το Κυριακό της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο
μέσον της αυλής και θεμελιώθηκε το 1857. Έχει μήκος 30 και ύψος
71

18 μέτρα. Είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού.
Είναι αγιορείτικου ρυθμού εξ ολοκλήρου αγιογραφημένο από
Ρουμάνους ζωγράφους το 1863, με τρεις τρούλους και
εξωνάρθηκα. Φυλάσσονται τα Άγια λείψανα διαφόρων αγίων και
εικόνες μεταξύ των οποίων η Παναγία η Αχειροποίητος.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ.
Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται
ανηρτημένη επί του κατ' ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος
εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω
ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη
δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της
σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν
αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη
αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο
μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών
αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν
αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον
δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω
πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου
επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του
προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και
τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα
ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω
την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον
μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας
τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος!
Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς
συντετελεσμένα.
Ο εξωνάρθηκας περικλύεται με περίτεχνο τζαμωτό. Σε χώρο
πάνω από τον εξωνάρθηκα, στεγάζεται το σκευοφυλάκιο της
Σκήτης με αρκετά μεγάλο αριθμό κειμηλίων.
Οι πτέρυγες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, σχηματίζουν
ορθογώνιο. Στη διώροφη δυτική πτέρυγα βρίσκεται η είσοδος της
Σκήτης με το καμπαναριό ύψους 25 μέτρων, παρεκκλήσι, καθώς
και το αρχονταρίκι, η τράπεζα το μαγειρείο.
Στη μονόροφη ανατολική πλευρά σε αυτοτελές κτίσμα, η
βιβλιοθήκη ,ο φούρνος, και το ξυλουργείο.
Η βιβλιοθήκη αριθμεί 5000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα
του 19ου αιώνα και γραμμένα στην Ρουμανική γλώσσα. Διαθέτει
και 130 χειρόγραφα.
Στη Νότια πτέρυγα κτισμένη το 1882 είναι τα κελλιά των
μοναχών, το Συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου και το Νοσοκομείο.
Στην εξωτερική πλευρά βρίσκεται ο ναός του Τιμίου Προδρόμου
72

από το αρχικό Κελλί και πρώτο Κυριακό της Σκήτης. Στη Βόρεια
πτέρυγα βρίσκονται κελλιά για μοναχούς και ένα παρεκκλήσιο.
Στη Σκήτη, πλην του Τιμίου Ξύλου υπάρχουν και τα εξής
λείψανα: του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του
Χρυσοστόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κλήμεντος, των
Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Βίκτωρος, αίμα του Αγίου
Μεγαλομάρτυρος Σημητρίου, Τμήμα λίθου του Παναγίο Τάφου
κλπ.
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ (ΣΕΡΑΪ)
Η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα ή Σεράι είναι ένα σύνολο
επιβλητικών κτιρίων, απέχει 5΄ από τις Καρυές και αποτελεί το
αντιπροσωπευτικότερο κέντρο του ρωσικού μοναχισμού στις
αρχές του 20ου αιώνα. Είναι κτισμένη σε μορφή ενιαίου
συγκροτήματος. Στη θέση αυτή υπήρχε, κατά τις αρχές του
αγιορειτικού μοναχισμού, το μονύδριο του «Ξύστρου» ή
«Ξέστρου». Εγκαθίσταται εδώ ο πατριάρχης Αθανάσιος Γ΄ ο
Πατελάρος, μετά από την παραίτησή του από τον πατριαρχικό

θρόνο (1651) και προβαίνει σε ανακαινίσεις του κτιρίου και του
ναού του Αγίου Πατρός Αντωνίου του Μεγάλου. Δεύτερος
πατριάρχης – κτίτορας που εγκαθίσταται στο μονύδριο είναι ο
Σεραφείμ Β΄ (μετά το 1761, έτος παραίτησης της πατριαρχίας του).
Ο Σεραφείμ το διευρύνει σε κτίσματα, ώστε το μικρό μονύδριο να
73

ονομαστεί «Σεράι». Ο ίδιος θεμελίωσε κι ένα δεύτερο ναό, προς
τιμή του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα.
Μια 10ετία μετά την αποχώρηση των Τούρκων εγκαθίστανται
στη Σκήτη δύο Ρώσοι έμποροι: ο ΒασίλειοςTolmachev και ο
Βασίλειος Vavilov (ο πρώτος από τη Μόσχα, ο δεύτερος από την
Τουλ). Κείρονται μοναχοί και παίρνουν μοναστικά ονόματα:
Βησσαρίων και Βαρσανούφιος. Οι δύο Ρώσοι καταθέτουν την
προσωπική περιουσία τους κι έτσι προσθέτονται νέα κτίρια.
Η Σκήτη κατά τη δεκαετία του 1850 αριθμεί 300 Ρώσους
μοναχούς, όμως παραμένει κελλί. Έτσι η αδελφότητα προβαίνει
στην αίτηση «όπως μεταποιηθεί εις όνομα και χρήμα σκήτης και
μεταρρυθμισθή από κελλιωτικού εις σκητιωτικόν σκήνωμα».
Πρώτος δικαίος ορίζεται ο παραπάνω Βησσαρίων. Σ' αυτό το έργο
πολύ συνετέλεσε ο πανσλαβιστής συγγραφέας ΑνδρέαςΝικολάγιεβιτς Muraviev. Προς τιμή του Muraviev, που είχε το
όνομα Ανδρέας, η Σκήτη πήρε το όνομα του Αγίου Αποστόλου
Ανδρέα. Μετά το θάνατο του Βησσαρίωνα (1862) δικαίος ψηφίζεται
ο Θεοδώρητος, περισσότερο από μια 25ετία (1887). Τρίτος
ψηφίζεται ο ιερομόναχος Θεόκλητος (1892), τέταρτος ο Ιωσήφ
(1908) και πέμπτος ο Ιερώνυμος (από 9-7-1908).
Η Σκήτη με τα πολλά, μεγάλα, επιβλητικά και δομημένα με
πολλή καλαισθησία, σε αυστηρά αρχιτεκτονικά σχέδια, κτίσματα,
επιβάλλεται εντυπωσιακά. Το Κυριακό, ένας ναός βαρύς και
επιβλητικός, εκθαμβωτικής μεγαλοπρέπειας, είναι χτισμένος από
λαξευτό γρανίτη και μάρμαρο. Θεωρείται ένας από τους
μεγαλύτερους της Ορθοδοξίας, που χτίστηκαν μετά την άλωση. Το
μήκος του είναι 60 μ., το πλάτος 33 και το ύψος 29. Οι τρούλοι
καλύπτονται με μίγμα από μολύβι και χαλκό, στεφόμενοι από
μεγάλους σιδερένιους σταυρούς. Υπάρχουν συνολικά στο όλο
κτίσμα 150 θυρίδες και φεγγίτες. Ο ναός χτίστηκε με σχέδια του
αρχιτέκτονα V. Supurof καθηγητή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών
της Πετρούπολης και ζωγραφίστηκε με νεορρωσικές ζωγραφιές
του Τρονίν. Άλλος αρχιτέκτονας, που κατασκεύασε πολλά
κτίσματα στη Σκήτη υπήρξε ο Σκοπελίτης αρχιτέκτονας
Χριστόδουλος. Μια μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα στη μεσαία
μεγάλη πύλη πληροφορεί στη ρωσική γλώσσα τον εισερχόμενο,
ότι ο ναός θεμελιώθηκε από το μέγα δούκα Αλέξιο Αλεξάνδροβιτς,
στις 16 Ιουνίου 1867 και η καθιέρωση έγινε στις 16 Ιουνίου 1900
υπό του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄.
Τα εγκαίνια του ναού ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Πλήθος
Ορθόδοξοι
κληρικοί
πλασίωναν
τον
πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄. Παραβρέθηκαν ακόμα πολλοί
αξιωματούχοι της τσαρικής αυλής και της διπλωματίας,
74

εκπρόσωποι των ρωσικών μονών και της Θεολογικής Σχολής
Μόσχας. Κατέπλευσαν επίσης και 6 ρωσικά πολεμικά, με
επικεφαλής τον αντιναύαρχο του στόλου της Μεσογείου Αλέξ.
Viriliev, που συνόδευαν 35 αξιωματούχοι.
Στο εσωτερικό του ο ναός κοσμείται από βαρύτιμα
αντικείμενα: δύο πολυέλαιοι επίχρυσοι, βαριά στολισμένοι, ο ένας
με 175 κηροπήγια. Δύο θρόνοι, ο ένας αρχιερατικός και ο άλλος
ηγουμενικός, το τέμπλο που είναι ξυλόγλυπτο και χρυσωμένο, οι
σπουδαίες εικόνες και το πάτωμα, που η τεχνική συναρμογή του
σανιδώματος δημιουργεί την εντύπωση κυματισμένης θάλασσας.
Ιδιαίτερη θέση στο ναό κατέχει η εικόνα της Παναγίας «Η
Ελεούσα» του 10ου-11ου αιώνα. Η εικόνα βρέθηκε από
χριστιανούς τεχνίτες το 1893, κατά τις επισκευές ενός τζαμιού στην
Κωνσταντινούπολη.
Δίπλα στην είσοδο του ναού ορθώνεται τολμηρό και
μεγαλόπρεπο το κωδωνοστάσιο ύψους 37 μ. Τη μεγάλη καμπάνα
των 5 τόννων δώρισε στη Σκήτη ο δούκας Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς
που έθεσε και το θεμέλιο λίθο του ναού (16 Ιουνίου 1867). Ο
δούκας δώρισε επίσης και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
Η Σκήτη με τους 800 μοναχούς της και τη σύναξη των 80
προϊσταμένων έμοιαζε με πολύβουη πόλη. Όλοι εργάζονταν
εντατικά για την ολοκλήρωση του συγκροτήματος. Υπήρχαν εδώ
συγκροτημένα εργαστήρια μεγάλης δυναμικότητας: μηχανουργείο,
κλειθροποιείο, ξυλουργείο, ραφείο, φωτογραφείο, εικονογραφείο
κ.ά.. Επίσης είχε εκδοτικό οίκο και εφημερίδα, με τίτλο
«Nastavlenije i utesenije v pravoslavnoi vere". Μετόχια είχε στην
Κωνσταντινούπολη, Οδησσό, Πετρούπολη, Ροστόβ.
Η τριήμερη πυρκαγιά της 16ης Αυγούστου 1958, που
κατέστρεψε τη Δυτική πλευρά της Σκήτης, και ο αποδεκατισμός
των μοναχών συντέλεσαν σε μια τρομακτική ερήμωση. Ο ναός
παρέμεινε ακέραιος. Λιγότερο ο παλιότερος του Αγίου Αντωνίου,
και το Νότιο κτίριο, που στεγάζει από το 1953, την Αθωνιάδα
Σχολή. Στη Σκήτη, στα υπόγεια του Κυριακού λειτουργούσε
αξιολογότατο μουσείο, του οποίου τα πολύτιμα αποκτήματα
χάθηκαν. Επίσης έχουν χαθεί και τα χειρόγραφα της Σκήτης.
Πρόσφατα επαναλειτούργησε με την εγκαταβίωση σ΄ αυτήν
μικρής συνοδείας μοναχών. Ασχολούνται με συντηρήσεις εικόνων.
Χλιδή και μεγαλοπρέπεια
Στις 14 Ιουνίου 1900 το μικρό λιμανάκι της Δάφνης της
Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους γνωρίζει μια πρωτοφανή
επισημότητα, που εκδηλώνεται με την άφιξη υψηλών προσώπων,
ιερωμένων, πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων.
Τη στενή προκυμαία του μικρού λιμανιού, πίσω από το
75

διώροφο λιθόκτιστο Τελωνείο, είχαν καταλάβει εκατοντάδες
μοναχοί αλλά και λαϊκοί που ήρθαν ειδικά προσκεκλημένοι για την
τελετή υποδοχής των επισήμων, ενώ ένα πλήθος εποχιακών
εργατών είχε σταθεί στον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις
Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, και παρακολουθούσε
εκ του μακρόθεν τις τελετές.
Ανοιχτά στη θάλασσα είχαν αγκυροβολήσει πέντε μεγάλα
ρωσικά πολεμικά πλοία, με αναπεπταμένες τις σημαίες τους,
γεμάτα Ρώσους αξιωματικούς και αγήματα ναυτών. Επρόκειτο για
την επίσημη άφιξη του αντιναυάρχου του ρωσικού στόλου της
Μεσογείου Αλέξιου Αλεξίεβιτς Βιρίλεβ, ο οποίος επισκεπτόταν το
'Αγιον Όρος, εκπροσωπώντας τον Τσάρο της Ρωσίας,
προκειμένου να εγκαινιάσει το μεγαλοπρεπή νεόδμητο ναό του
Αγίου Ανδρέα στην ομώνυμη Ρωσική σκήτη στις Καρυές.
Ο μεγάλος και επιβλητικός αυτός ναός, κατά πολύ
μεγαλύτερος σε χωρητικότητα και όγκο από τα Καθολικά των
άλλων μεγάλων Μονών του Αγίου Όρους, είχε θεμελιωθεί πριν
από τριάντα τρία χρόνια, το 1867, από το Μέγα Δούκα Αλέξιο,
ακριβώς την εποχή όπου η Ρωσία έμπρακτα και δυναμικά
εκδήλωνε το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο «Μεγάλος Ασθενής» της
εποχής, ήταν φανερό σε όλους τους ενδιαφερομένους πως
κατέρρεε και οι Μεγάλοι της Ευρώπης (μεταξύ των οποίων και η
Ρωσία) άρχισαν κιόλας να μοιράζουν προκαταβολικά τα οφέλη της
κατάρρευσης, εκδηλώνοντας προσποιητό «ενδιαφέρον» για την
τύχη και το μέλλον των βαλκανικών λαών. Δεν άφηναν επομένως
ευκαιρία χωρίς να εμπλακούν στις βαλκανικές υποθέσεις, γεγονός
που τους έδινε τη δυνατότητα να είναι «παρόντες» στην κρίσιμη
ώρα της διανομής της λείας.
Οι Ρώσοι, επίσης, προσαρμοσμένοι και αυτοί απόλυτα στο
πνεύμα των καιρών, έπρεπε να κάνουν αισθητή την παρουσία
τους στην περιοχή. Ο χώρος της θρησκείας ήταν ο πλέον
πρόσφορος γι' αυτούς, ιδιαίτερα στη Βαλκανική, αφού οι Βαλκάνιοι
ήταν ομόδοξοι τους από τα χρόνια ακόμα της κραταιάς Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας. Η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους, το
Πανορθόδοξο αυτό «Κέντρο» για ολόκληρο τον κόσμο της
Ανατολής, αποτελούσε πρόκληση για «διείσδυση», σύμφωνα με τα
σχέδια της τσαρικής Αυλής. Μάλιστα «διείσδυση» ταυτόχρονα με
έντονο εντυπωσιασμό, χλιδή και αίγλη ήταν η κατάλληλη σύνθεση
για την πλέον αποδοτική για τα ρωσικά συμφέροντα επέμβαση και
δράση.
Για τους λόγους αυτούς, στα εγκαίνια του μεγαλοπρεπούς
ναού του Αγίου Ανδρέα στη Ρωσική σκήτη των Καρυών, εκτός των
76

άλλων, παρέστη και ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη
Νελίδωρ, εκπροσωπώντας τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας
Πρίγκιπα Μιχαήλ Νικολάεβιτς Μουράβιεφ, εγγονό του κτήτορα της
Ρωσικής σκήτης του Αγίου Ανδρέα Νικολάεβιτς Μουράβιεφ. Ο
Νελίδωρ έφτασε στη Δάφνη με δύο ρωσικές κανονιοφόρους τις
οποίες υποδέχτηκαν με κανονιοβολισμούς τα άλλα ρωσικά πλοία,
ταράζοντας με ηχηρό και βάρβαρο τρόπο τη διάχυτη ηρεμία και
γαλήνη της Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους.
Μετά την άφιξη των επισήμων στο λιμανάκι της Δάφνης, μια
μεγάλη πομπή Ρώσων μοναχών, με εξαπτέρυγα, λάβαρα και
εικόνες στα χέρια, ξεκίνησε με κατεύθυνση τις Καρυές. Ανάμεσα
στο πλήθος των μοναχών πορεύονταν με φανερή έπαρση οι
Ρώσοι στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι μαζί με τους
Ρώσους αρχιερείς, που φορούσαν λαμπρά, χρυσοποίκιλτα άμφια,
επιδεικνύοντας έναν πλούτο άγνωστο για τους λοιπούς ομόδοξους
τους προσκεκλημένους στην τελετή των εγκαινίων.
Ο μεγαλοπρεπής μαρμαρολιθόκτιστος ναός του Αγίου
Ανδρέα που εγκαινιαζόταν στις Καρυές την επόμενη ημέρα ήταν ο
«Κυριάκος» ναός της σκήτης, όπως δηλαδή το Καθολικό στις
Μονές. Οι Ρώσοι τιμούν και σέβονται ιδιαίτερα τον 'Αγιο Ανδρέα.
Κατά την παράδοση τους ο Απόστολος Ανδρέας ήταν αυτός που
μετέφερε στη Ρωσία το χριστιανισμό και το «άγιον βάπτισμα» της
χριστιανικής πίστης. Το κτίσμα όμως που επρόκειτο να
εγκαινιαστεί στο συγκεκριμένο χώρο στις Καρυές ήταν εκτός τόπου
και χρόνου, αλλά και εκτός κλίμακας για το αθωνικό λεπτό και
ευαίσθητο τοπίο. Ο ναός είχε χτιστεί από λαξευτούς γρανίτες, ήταν
τεράστιος σε μέγεθος και η πρόσβαση γινόταν με τελετουργικό
τρόπο, από μια τεράστια μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε
-προφανώς όχι τυχαία- αξονικά στο ιερό. Οι πόρτες και τα
παράθυρα ήταν υπερμεγέθη, η στέγη πολύτρουλη, το δάπεδο από
σκληρό λουστραρισμένο παρκέτο, το τέμπλο ξυλόγλυπτο,
επιχρυσωμένο με τεράστιες ολόσωμες εικόνες, πολυέλαιοι
κρυστάλλινοι, θρόνοι μεγαλοπρεπείς για τους υψηλόβαθμους
ιερωμένους και τους επισήμους.
Ήταν ένα κτίσμα-πρόκληση για τους ταπεινούς Ελληνες
Αγιορείτες μοναχούς που λειτουργούσαν και προσεύχονταν
αναπέμποντας δεήσεις αλλά και ευχαριστίες προς τον Κύριο, σε
ναούς σεμνούς, φτωχικούς και απέριττους. Όσο για τους
«κελιώτες» μοναχούς, που ζούσαν απομονωμένοι από τα
εγκόσμια σε μικρά κελιά σκορπισμένα σε ολόκληρο το Όρος, δεν
μπορούσαν με κανέναν τρόπο να αντιληφθούν το λόγο ανέγερσης
παρόμοιων κτισμάτων σε έναν τόπο όπου κύριο έργο των
μοναχών είναι να διάγουν βίο σεμνό και μετρημένο, απόλυτα
77

αφιερωμένοι στον Θεό, με συνεχή και αυστηρή αποχή από γήινες
απολαύσεις και χαρές της ζωής. Για τους ερημίτες ασκητές που
ζούσαν στις σπηλιές και στα ασκηταριά τους, ούτε λόγος να
γίνεται. Ούτε που ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν ποιο ήταν το
γεγονός αυτό που εντυπωσίασε τους πάντες τότε στις Καρυές...
Την τελετή των εγκαινίων του ναού του Αγίου Ανδρέα στη
Ρωσική σκήτη των Καρυών τέλεσε την επομένη ημέρα, 15 Ιουνίου
1900, ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Ιωακείμ Γ', συλλειτουργούντος και του Επισκόπου Αρσένιου,
πρύτανη τότε της θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας. Στη λαμπρή
τελετή μετείχαν επίσης δύο Αρχιμανδρίτες, τριάντα έξι Ρώσοι
ιερομόναχοι, δέκα ιεροδιάκονοι και πολυμελής αντιπροσωπεία της
Ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονα του Αγίου Όρους, με
επικεφαλής τον ηγούμενο της Μονής. Για τους λοιπούς μοναχούς
του Αγίου Όρους, και κυρίως για τους φτωχούς και ρακένδυτους
των Ελληνορθόδοξων Μονών, δεν βρέθηκε χώρος για να
παραστούν και αυτοί στις λαμπρές τελετές των εγκαινίων του
ναού...
Παράλληλα με τους αγιασμούς και τους ύμνους προς τον
Ύψιστο, τελέστηκε και ευχέλαιο υπέρ του Αυτοκράτορος Πασών
των Ρωσιών Νικόλαου Αλεξάνδροβιτς και πάσης της
αυτοκρατορικής οικογένειας. Στο τέλος μάλιστα της λαμπρής
τελετής των εγκαινίων του νεόδμητου «Κυριακού» ναού της σκήτης
εντοιχίστηκε στο μεγαλόπρεπο κτίσμα και ο ρωσικός
αυτοκρατορικός θυρεός με το δικέφαλο αετό, έμβλημα των
αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Όταν έπεσε, άλλωστε, η
Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους το 1453, οι Ρώσοι
εμφανίστηκαν στον τότε κόσμο ως «διάδοχοι» του Βυζαντίου,
ονομάζοντας τη Μόσχα «Πρωτεύουσα της Χριστιανοσύνης» και
«τρίτη Ρώμη»...
Κανείς όμως εκείνες τις ώρες της χλιδής και του μεγαλείου
δεν φανταζόταν ότι από τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα θα ξεκινούσε
λίγα χρόνια αργότερα μια θρησκευτική κίνηση, αυτή των
«Ονοματολατρών» Ρώσων μοναχών, που αναστάτωσε τόσο το
'Αγιον Όρος όσο και την κοσμική κοινωνία στη Ρωσία, σε μια
κρίσιμη περίοδο για το θρόνο του Τσάρου και την Ορθόδοξη
Ρωσική Εκκλησία, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επαφής
και επικοινωνίας με το χαμηλόβαθμο κλήρο και το λαό.
Η αρχή του 20ού αιώνα υπήρξε μια ταραγμένη εποχή,
ιδιαίτερα για τα Βαλκάνια, όπου κυοφορούνταν μεγάλες αλλαγές,
εξελίξεις και ανατροπές. Το Αγιον Όρος, ανήκοντας στην
πνευματική καθοδήγηση και εποπτεία του Οικουμενικού
Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, βρέθηκε τότε στο κέντρο των
78

εθνικών διεκδικήσεων των Βαλκανίων λαών. Η κατάσταση είχε ήδη
εκτραχυνθεί από το 1870, όταν η Βουλγαρική Εκκλησία
αποσπάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σχηματίζοντας τη
«Βουλγαρική Εξαρχία». Οι Βούλγαροι κινήθηκαν από λόγους
επεκτατικούς, αλλά χρησιμοποίησαν την πρόφαση ότι ενήργησαν
με αυτό τον τρόπο επειδή οι επίσκοποι του Πατριαρχείου
καταπίεζαν τον κατώτερο βουλγαρικό κλήρο. Η αλήθεια, όμως,
ήταν πως η «χειραφέτηση» της Εκκλησίας της Βουλγαρίας ήταν ο
κακοραμμένος μανδύας του «Πανσλαβισμού», υπόθεση που
υποκινούσε και ενίσχυε με κάθε μέσο και τρόπο η Ρωσία, για να
προωθήσει τα δικά της συμφέροντα στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Είχε ξεκινήσει αγώνας για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας και η
θρησκεία αποτελούσε ένα ισχυρό μέσο επιρροής των ντόπιων
πληθυσμών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν ελληνικής
καταγωγής. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
έσπευσε, βέβαια, να καταδικάσει ως «σχισματική» τη «Βουλγαρική
Εξαρχία» αλλά και τον «εθνοφυλετισμό» των λαών της Βαλκανικής
καθώς και τις ένοπλες βίαιες συγκρούσεις. Τα αποτελέσματα
υπήρξαν πενιχρά ως αμελητέα. Εκεί βεβαίως που οι πατριαρχικές
νουθεσίες είχαν απήχηση ήταν η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου
Όρους, όπου διατηρήθηκε το ενιαίον και αδιαίρετον. Παρά τις
επίμονες προσπάθειες της «Βουλγαρικής Εξαρχίας» να
αποσπάσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τη Σερβική Μονή
Χιλανδαρίου, τη Βουλγαρική Μονή Ζωγράφου καθώς και τη
Βουλγαρική σκήτη της Βογορόδιτσας, το 'Αγιον Όρος, στο σύνολο
του, έμεινε πιστό στην Ιερά Επιστασία των Καρυών και στη
Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.
Η παρέμβαση των Ρώσων στο 'Αγιον Όρος, παρά τις
συστάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου να γίνει σεβαστός ο
χώρος και να διαφυλαχτεί η ενότητα και ο χαρακτήρας της
Μοναστικής Πολιτείας, υπήρξε απροκάλυπτη και πολλές φορές
βίαιη και βάναυση. Οι Έλληνες μοναχοί γνώρισαν ιδιαίτερα
πιεστικές καταστάσεις ώστε να ενδώσουν στον «εκρωσισμό» του
Όρους, υποβαθμίζοντας συγχρόνως και το ρόλο του Οικουμενικού
Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Ο μέγας κίνδυνος για το Όρος
δεν ήταν βέβαια οι εντυπώσεις από την ανέγερση ογκωδών και
πολυτελών κτισμάτων από την τσαρική Ρωσία, όσο η πλημμυρίδα
των στρατευμένων Ρώσων, δήθεν «μοναχών», που καθημερινά
κατέφταναν στον 'Αθω, ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα.
Παράλληλα είχε εξαπολυθεί μία συντονισμένη επιχείρηση για
να επιβληθεί ρωσικός οικονομικός έλεγχος στις Μονές και ιδιαίτερα
τις ελληνικές μέσα από διάφορες οικονομικές εξαρτήσεις,
δανειοδοτήσεις,
αγοραπωλησίες,
επιχορηγήσεις
κ.λπ. Η
79

προσπάθεια που έγινε από τους Ρώσους να εκρωσιστεί η Μονή
Εσφιγμένου του Αγίου Όρους υπήρξε χαρακτηριστική. Ύστερα
από σχεδόν αναγκαστικό δανεισμό της Μονής από τους Ρώσους
για να αντιμετωπιστούν παλιές και πιεστικές υποχρεώσεις, η
Ρωσία ζήτησε ως αντάλλαγμα από το ελληνορθόδοξο μοναστήρι
να της παραχωρήσει μια έκταση ιδιοκτησίας του στο Όρος, με
σκοπό προφανώς να ανεγείρει εκεί νέα Ρωσική Μονή,
παραβιάζοντας τους κανόνες που ισχύουν από αιώνες. Το
υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας έσπευσε τότε να βοηθήσει
οικονομικά τη Μονή Εσφιγμένου για να αποφύγει την αναγκαστική
αυτή ρωσική κηδεμονία...
Το πώς χτίστηκε ο μεγαλοπρεπής ναός, το «Κυριάκο», της
Ρωσικής σκήτης του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές αποτελεί ενδεικτικό
γεγονός και απόλυτα χαρακτηριστικό του τρόπου της ρωσικής
«διείσδυσης» στο 'Αγιον Όρος.
Τον Ιούνιο του 1867 επισκέφτηκε τη σκήτη του Αγίου
Ανδρέα, το λεγόμενο «Σεράι», ο Μέγας Δούκας της Ρωσίας
Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς. Χάρη στις ενέργειες του επετράπη η
ανέγερση ενός μεγάλου ναού στο χώρο της σκήτης, σε ένδειξη
ευγνωμοσύνης για τη σωτηρία του πατέρα του, Τσάρου της
Ρωσίας Αλέξανδρου Β' Νικολάγιεβιτς, σε απόπειρα δολοφονίας
του στο Παρίσι, στις 25 Μαΐου 1867. Ο πατέρας του, τσάρος
Αλέξανδρος Β', είχε εγκαινιάσει ένα σύστημα πολλών και
σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην απέραντη χώρα του υπέρ των
λαϊκών στρωμάτων. Παράλληλα, όμως, φρόντιζε φανερά και με
επιμέλεια να μη θιγούν ούτε στο ελάχιστο τα συμφέροντα των
αριστοκρατών και των πλουσίων, ούτε να υποστεί δοκιμασία ή να
αμφισβητηθεί το απολυταρχικό σύστημα διοίκησης της αχανούς
χώρας. Όταν όμως εκδηλώθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον
του, ο Τσάρος άλλαξε στάση. Κάτω από την επιρροή της πτέρυγας
των «σλαβόφιλων» συμβούλων του υιοθέτησε απολυταρχική και
ακραία εθνικιστική πολιτική, με κύριο στόχο την επέκταση της
Ρωσίας στην Ευρώπη και πρώτο βήμα τα «ευάλωτα»,
«απροστάτευτα» και «αδύναμα» Βαλκάνια. Στα σχέδια αυτά
περιλαμβανόταν και η ανέγερση ενός επιβλητικού ναού στο
θρησκευτικό «Κέντρο» της Ορθοδοξίας, στο 'Αγιον Όρος,
αφιερωμένου στον 'Αγιο Ανδρέα. Στόχος: να καταστεί και στο
χώρο αυτόν «κυρίαρχη» δύναμη η Ρωσία...
Η σκήτη του Αγίου Ανδρέα άρχισε τότε να επεκτείνει
συστηματικά τις κτιριακές εγκαταστάσεις της και να δέχεται πλήθος
νέων Ρώσων μοναχών. Ανάμεσα τους -και αυτό είναι
χαρακτηριστικό- ήταν και ο Αρχιμανδρίτης Κοσμάς, πρώην
συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού. Όταν το 1878, μετά το
80

Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878), υπογράφηκε αναγκαστικά
από την ηττημένη Τουρκία η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι
Ρώσοι, στο άρθρο 22 της Συνθήκης, ρύθμισαν σύμφωνα με τις
επιθυμίες και πάγιες επιδιώξεις τους και τα ζητήματα του Αγίου
Όρους, ονομάζοντας τις Ρωσικές σκήτες... «Μονές». Ο
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης και η ελληνική
κυβέρνηση ξεσηκώθηκαν, αλλά η αυθαιρεσία διορθώθηκε
αργότερα, με τη Συνθήκη του Βερολίνου τον Ιούνιο του 1878.
Ο ναός του Αγίου Ανδρέα της ομώνυμης Ρωσικής σκήτης
στις Καρυές του Αγίου Όρους χτίστηκε με σχέδια του καθηγητή της
Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης αρχιτέκτονα V.
Supurof, ενώ την όλη κατασκευή ανέλαβε ένας Έλληνας
αρχιτέκτονας,
καταγόμενος
από
τη
Σκόπελο,
ονόματι
«Χριστόδουλος». Οι διαστάσεις του ναού είναι εντυπωσιακές
ακόμα και για Μονή και όχι για σκήτη. Ενώ τα Καθολικά των
Ελληνορθόδοξων Μονών του Όρους μόλις που ξεπερνούν το
μήκος των 15 μ., ο «Κυριάκος» ναός της σκήτης του Αγίου Ανδρέα
στις Καρυές έχει μήκος 58,5 μ. και πλάτος 33 μ. Εντυπωσιακό
είναι επίσης και το ύψος του ναού που φτάνει τα 29 μ. καθώς και η
θολωτή στέγη του με τους τρούλους από μολύβι και χαλκό. Ακόμα
το κωδωνοστάσιο του ναού, που θεωρείται ένα από τα ψηλότερα
κτίσματα του Αγίου Όρους, έχει ύψος 37 μ. και κυριαρχεί στο τοπίο
των Καρυών, επιβάλλοντας βίαια την παρουσία του. Σε αντίθεση
με τα απλά και μικρά σιδερένια σήμαντρα που χρησιμοποιούνται
στις άλλες Μονές και σκήτες του Αγίου Όρους, οι Ρώσοι
τοποθέτησαν στο κωδωνοστάσιο της σκήτης του Αγίου Ανδρέα 25
καμπάνες, από τις οποίες η μια έχει βάρος 5 τόν. και αποτελεί
δώρο και προσφορά του Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας Αλέξιου
Αλεξάνδροβιτς, γιου του τσάρου Αλέξανδρου Β'...
Ανάλογη και εντυπωσιακή είναι και η εσωτερική εικόνα του
επιβλητικού ναού, όπου κυριαρχεί ένας περίεργος αρχιτεκτονικός
ρυθμός που θα μπορούσε να ονομαστεί «βυζαντινίζον μπαρόκ».
Το ξύλινο παρκέτο του δαπέδου του ναού είναι κατασκευασμένο
από επιλεγμένο ξύλο αγριοκαστανιάς. Οι δύο τεράστιοι επίχρυσοι
πολυέλαιοι, με 175 και 48 κηροπήγια ο καθένας, θυμίζουν τις
αίθουσες των τσαρικών ανακτόρων της Αγίας Πετρούπολης, ενώ
το ολόχρυσο γλυπτό τέμπλο εντυπωσιάζει με τις τεράστιες
ολόσωμες εικόνες του, επενδεδυμένες με ασήμι και χρυσό.
Ο ναός θεμελιώθηκε από τον ίδιο το Μεγάλο Δούκα Αλέξιο
Αλεξάνδροβιτς στις 16 Ιουνίου 1867 και οι εργασίες άρχισαν τον
Απρίλιο του 1881, για να αποπερατωθούν, όπως προκύπτει από
διάφορα αφιερώματα, το 1900. Το ποσό που διατέθηκε για την
ανέγερση του ναού της σκήτης του Αγίου Ανδρέα είναι τεράστιο για
81

τα οικονομικά μεγέθη του Αγίου Όρους, φτάνοντας τα 2 εκατομ.
ρούβλια ή 233.333 οθωμανικές λίρες. Και αυτά την ίδια περίοδο
όπου οι Έλληνες μοναχοί του Αγίου Όρους ζούσαν «εν τιμία
πενία», αδυνατούντες να καλύψουν τα τεράστια χρέη και
υποχρεώσεις των Μονών που συσσωρεύτηκαν από αιώνες.
Ο μεγαλοπρεπής ναός υποτίθεται πως ανεγέρθηκε στο
Όρος... για να ευχαριστήσει τον θεό ο Μέγας Δούκας της Ρωσίας
Αλέξιος καθώς σώθηκε ο πατέρας του τσάρος της Ρωσίας
Αλέξανδρος Β' από απόπειρα δολοφονίας εναντίον του.
Στο ρωσικό θυρεό που αναρτήθηκε στο κτίσμα κατά τα
εγκαίνια αναγράφεται στη ρωσική γλώσσα:
«Ούτος
ο
μεγαλοπρεπέστατος
Ναός
εθεμελιώθη
αυτοπροσώπως υπό της Α.Α. Μεγαλειότητάς του Μεγάλου Δουκός
Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς τη 16η Ιουνίου 1867 επί τη μνήμη της
θαυμάσιας σωτηρίας του γεννήτορος αυτού Αυτοκράτορος
Αλεξάνδρου Β' εκ της κατ' αυτού κακούργου απόπειρας εν
Παρισίοις τη 25 Μαίου 1867».
Το εντυπωσιακό όμως «αφιέρωμα» δεν άλλαξε τελικά τη
μοίρα του Τσάρου της Ρωσίας. Ο Αλέξανδρος Β' δολοφονήθηκε
στις 13 Μαρτίου 1881 αμέσως μάλιστα μετά από την υπογραφή
του διατάγματος με το οποίο δημιουργούσε «νομοθετική
συνέλευση» στη Ρωσία. Ο τσάρος Αλέξανδρος Β' είχε αργήσει να
κάνει αυτό που οι καιροί και οι συγκυρίες απαιτούσαν να γίνει από
πριν. Την αργοπορία αυτή, κοινό χαρακτηριστικό των
ανακτοβουλίων και των αρχόντων του 19ου αιώνα, την πλήρωσε
με παρόμοιο τρόπο και ο εγγονός του Αλέξανδρου Β', ο Νικόλαος
Β', ο τελευταίος Τσάρος της Ρωσίας... Και αυτός προτού
προλάβει... να συγκαλέσει τη ρωσική Δούμα κατέρρευσε, για να
εκτελεστεί με όλα τα μέλη της οικογένειας του στο
Αικατερίνεμπουργκ το 1918, μετά από απόφαση των σοβιέτ της
Οκτωβριανής Επανάστασης των μπολσεβίκων...
Λίγους μήνες μετά από τα επίσημα εγκαίνια και τις λαμπρές
τελετές στη σκήτη του Αγίου Ανδρέα των Καρυών αναγκάζεται να
παρέμβει ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η Ιερά Σύνοδος
Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωακείμ Γ', με ένα ιστορικό έγγραφο του
απευθυνόμενο προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, με
ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1901, υπενθυμίζει σε όλους, μέσα κι έξω
από το 'Αγιον Όρος, πως η Μοναστική Πολιτεία δεν είναι τόπος
επίδειξης γήινων πραγμάτων αλλά «κορύφωμα» της απάρνησής
τους, τονίζοντας πως οι Αγιορείτες μοναχοί πρέπει να απέχουν
από τα επίγεια και ως «αρνητές του κόσμου» οφείλουν να
φροντίζουν αποκλειστικά για τα επουράνια ως «τα άνω
ποθούντες»...
82

Ύστερα από έναν αιώνα περίπου, κατά τη διάρκεια του
οποίου συνέβησαν πολλά κοσμοϊστορικά γεγονότα, ανατέλλει μια
εποχή κατά την οποία οι δείκτες της Ιστορίας αντί να κινηθούν
προς τα εμπρός κινούνται προς τα πίσω. Η μεγάλη αυτή χρονική
διάρκεια, ως να ήταν μια σύντομη παρένθεση χωρίς ουσία και
περιεχόμενο, δεν άλλαξε τα δεδομένα των αρχών του 20ού αιώνα
για κάποια θέματα και ζητήματα εκείνων των καιρών. Μέσα σε μια
κατάσταση γενικής ρευστότητας, ανατροπών και συγχύσεων, η
αγωνία για την «αυριανή ημέρα» οδηγεί τους λαούς που
δοκιμάζονται από αυτή την πρωτοφανή κρίση προς το παρελθόν
αντί να τους κατευθύνει προς το μέλλον. Η κατάσταση δε αυτή
είναι περισσότερο ευδιάκριτη και πραγματική στη δοκιμαζόμενη
Ρωσία, όπου η αβεβαιότητα συνυπάρχει με την παρακμή ύστερα
από την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και
τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών
Δημοκρατιών.
ΣΚΗΤΗ ΜΠΟΓΟΡΟΔΙΤΣΑ (ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ)
Βρίσκεται στις ΒΑ πλαγιές του Αγίου Όρους, σε απόσταση
μιας ώρας από την Ιερά Μονή Παντοκράτορος και 30΄ από τη
Σκήτη του Προφήτη Ηλία. Εορτάζει στις 15/28 Αυγούστου, της
Κοιμήσεως της Θεοτόκου και αποκαλείται με την κοινή ονομασία
Μπογορόδιτσα, που στα βουλγαρικά σημαίνει Θεογεννήτρα.
Υπάγεται στην Κυρίαρχο Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος
(Ρωσικού).
Είναι κτισμένη σε μια μικρή αμφιθεατρική κοιλάδα, πάνω από
τη δεξιά όχθη του χειμάρρου που κατέρχεται από τη βόρεια
πλευρά της και περιστοιχίζεται από δασώδεις οροσειρές, οι οποίες
αποτελούν και τη μικρή της περιοχή, στα όρια της Ιεράς Μονής
Παντοκράτορος.
Η τοποθεσία στην οποία είναι κτισμένη η Σκήτη, σε
υψόμετρο περίπου 700 μέτρων, είναι κοντά στην αρχαία Μονή
Ξυλουργού, με την οποία ταυτίζεται. Η προσωνυμία Ξυλουργού
προήλθε από το επάγγελμα του κτίτορα αυτής, ο οποίος, όπως
φαίνεται σε πωλητήριο έγγραφο του 1030, ήταν ο Θεοδόσιος που
αγόρασε την έκταση της γης στα όρια της Μονής Παντοκράτορος
«παρά Δημητρίου του Χαλκέως», με σκοπό να επεκτείνει τη Μονή
της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το 1048 αναφέρεται σαν ηγούμενος της
Μονής κάποιος Ιωαννίκιος.
Τον Δεκέμβριο του 1143 παραχωρείται, με έγγραφο του
Πρώτου, στον ηγούμενο Χριστόφορο και οι μοναχοί της είναι
ρώσοι. Στις 15 Αυγούστου 1169 ο Πρώτος εκχωρεί στους Πατέρες
83

της Μονής Ξυλουργού την Μονή Θεσσαλονικέως, επειδή
πληθύνθηκαν τόσο πολύ που ο χώρος δεν ήταν επαρκής να τους
φιλοξενήσει.
Το 1312 γίνεται διαχωρισμός των ορίων μεταξύ Μονής
Ξυλουργού και της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, η οποία απέχει 1
ώρα και 20΄.

Το 1340, επί Στεφάνου Δουσάν, διαμένουν στη Μονή Σέρβοι
μοναχοί, ενώ το 1810 Βούλγαροι. Το σκήνωμα παρέμεινε για
αιώνες ένα συνηθισμένο κελλί, ώσπου το 1818 μετατρέπεται σε
Κοινόβια Σκήτη, η πρώτη που εμφανίζεται με αυτή τη μορφή.
Ο Θεοδώρητος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, το
1805 αναφέρει: «Άνωθεν του τόπου όντος υπό την δεσποτείαν του
Παντοκράτορος και καλουμένου τω παλαιώ ονόματι Φαλακρού
κείται η Μονή Ξυλουργού Βογορόδιτσα νυν λεγομένη,
ιδιοπεριόριστος, οικήματα έχουσα καλά και Ναόν αρχαίον. Αύτη
εδόθη το πάλαι παρά του Πρώτου προς κατοικίαν των Ρώσσων
(Ραουσαίων) Μοναχών».
Στα τέλη του 19ου αιώνα στη Σκήτη καταβίωναν 32 πατέρες,
από τους οποίους οι περισσότεροι (25) ήταν Βούλγαροι και οι
υπόλοιποι Βεσσαραβοί, που βρισκόταν σε διάσταση με τους
πρώτους. Μετά τον θάνατο του Δικαίου Προκοπίου, την 11η
Ιανουαρίου 1899, οι Βεσσαραβοί με κάθε τρόπο, υποκινούμενοι
από τη Μονή Ρωσικού, προσπαθούν, αν και μειοψηφία, να
εκρωσίσουν την Σκήτη και δεν αναγνωρίζουν τον νεοεκλεγέντα
από την αδελφότητα Δικαίο Ιερομόναχο Στέφανο. Μόλις τον
Φεβρουάριο του 1902 αναγκάσθηκε η κυρίαρχος Μονή ν'
αποστείλει αντιπρόσωπό της για να εγκαθιδρύσει Δικαίο τον
84

Ιερομόναχο Στέφανο, ενάρετο και χρηστό άνδρα.
Γύρω από τη Σκήτη σώζονται, ερειπωμένα πλέον, περίπου
20 ησυχαστήρια, δεδομένου ότι πριν από το 1800 ήταν
ιδιόρρυθμος. Κοντά στο ημιονοστάσιο της Σκήτης υπήρχε το
Μονύδριο του Αγίου Αυξεντίου, το οποίο αναφέρεται σε έγγραφο
του 1316, και κατερειπωμένο χρησιμεύει σαν όριο της Σκήτης με
την Ιερά Μονή Παντοκράτορος. Νότια της Σκήτης, επί της
κορυφογραμμής
των
περιστοιχιζόντων
ορέων,
υπήρχε
ανεμόμυλος, ενώ τους χειμερινούς μήνες διατηρούσε και υδρόμυλο
στον παραρρέοντα χείμαρρο.
Η σφραγίδα της Σκήτης, στα ελληνικά, γράφει: «Σφραγίς της
ιεράς Σκήτης της Βογορόδιτσας των Βουλγάρων».
Η Σκήτη στις αρχές του 20ου αιώνα απαρτίζονταν από τις
παλιές πτέρυγες και μια νεόδμητη διώροφη, βόρεια του Καθολικού,
η οποία έγινε το 1885 στη θέση παλιάς ερειπωμένης, η οποία
κατεδαφίστηκε. Στον επάνω όροφο αυτής της πτέρυγας υπάρχει
ωραιότατο παρεκκλήσι που τιμάται στη μνήμη των Θεσσαλονικέων
αυταδέλφων Μεθοδίου και Κυρίλλου, οι οποίοι επινόησαν την
Σλαβικήν αλφάβητον και δίδαξαν στους σλάβους την προς Θεόν
πίστην. Στο υπέρθυρο, εσωτερικά της εισόδου του Ναού, υπάρχει
σλαβική επιγραφή σωβινιστικού περιεχομένου: «εγένετο επί τη
μνήμη των Σλαύων αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου επί
Προηγουμένου Ιερομονάχου Προκοπίου τω 1885». Ο Γερ.
Σμυρνάκης θεωρεί ιστορική αυθάδεια τον χαρακτηρισμό των αγίων
Κυρίλλου και Μεθοδίου ως Σλάβων.
Στον δεύτερο όροφο της ίδιας πτέρυγας υπάρχουν τα
αρχονταρίκια της Σκήτης τα οποία χρησιμοποιούνται για τους
επισήμους και κάτω από αυτά τα μαγειρεία και η Τράπεζα η οποία
χωρεί 120 πατέρες περίπου, καθώς και άλλη ευπρεπής Τράπεζα
για τους επισκέπτες. Η νότια πτέρυγα έγινε το 1847 ενώ ανατολικά
της Σκήτης δεν υπάρχει πτέρυγα.
Ο Κυριακός Ναός είναι μικρής χωρητικότητας και ιδρύθηκε
πιθανώτατα στα μέσα του 18ου αιώνα. Ανατολικά αυτού υπάρχει
παρεκκλήσι, στη μνήμη του Αγίου Ιωάννου της Ρίλας, το οποίο
φέρει σλαβική επιγραφή, άνωθεν του υπερύθρου του κυρίως
Ναού: «εγένετο επί Προηγουμένου Σωφρονίου τη 12η Ιουνίου
1820», ο δε νάρθηκας φέρει χρονολογία 1847, έτος κατά το οποίο
προσετέθη στο Ναό.
Στη Σκήτη υπήρχε η θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος
«Γλυκοφιλούσης». Ατυχώς όμως, αυτή και τα ιερά σκεύη,
μεταφέρθηκαν, μετά την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης, στην
πολύκλαυστο νήσο των Ψαρών προς φύλαξιν. Κατά την
πυρπόληση της νήσου καταστράφηκε και ο Μητροπολιτικός Ναός,
85

όπου υπήρχε η εικόνα και τα σκεύη. Σήμερα υπάρχει αντίτυπο της
εικόνας αυτής μέσα στο Κυριακό, δίπλα στον Αρχιερατικό θρόνο,
με
την
βουλγαρική
επιγραφή
«Σλάτκοε
Τσελοβάνιε
(Γλυκοφιλούσα)».
Πυρκαγιές που υπέστη η Σκήτη στο παρελθόν, αφαίρεσαν
πολλά από τα αυθεντικά αρχιτεκτονικά του στοιχεία.
Το μεγαλύτερο μέρος των κτισμάτων της Σκήτης βρίσκονται
σε κακή κατάσταση.
Στη Βόρεια πτέρυγα διατηρείται αρκετά καλά το παρεκκλήσι
των Αγίων Κυρίλου και Μεθοδίου. Εκεί φυλάσσονταν μέχρι
πρόσφατα 25 σπουδαία σλαβικά χειρόγραφα, τα οποία τελευταία
μεταφέρθηκαν στη Μονή Ζωγράφου.
Στη Σκήτη φυλάσσονται: Μικρό τμήμα του Τιμίου Ξύλου,
τμήματα των λειψάνων των Αγίων Ευθυμίου, Ιγνατίου και Ακακίου
των Ιβηριτών, Ιωάννου του Χρισοστόμου, Παντελεήμονος,
Μεγαλομάρτυρος
Βαρβάρας,
Αγίου
Θεοφόρου
Ιγνατίου,
Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, Ιωάννου του Καλυβίτου, Γρηγορίου του
Θεολόγου, Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ματθαίου, Αναστασίου
του Πέρσου, Κυρίλλου και Μεθοδίου, Γεωργίου του Νέου,
Ευδοκίμου του Βατοπεδινού, Ιακώβου του Πέρσου κλπ.
Σήμερα η Σκήτη κατοικείται από ολιγάριθμους μοναχούς.
ΣΚΗΤΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ
Η Σκήτη του Προφήτη Ηλία βρίσκεται δυτικά της κυρίαρχης
Μονής του Παντοκράτορος, σε απόσταση 40΄ απ' αυτή και σε
υψόμετρο 140 μ., στην κορυφή ενός ραχωνιού, σε θέση
αμφιθεατρική και με θέα προς την θάλασσα.
Εμφανίζεται σαν κελλί κατά τον 15ο αιώνα, ίσως και
νωρίτερα. Το 1492 ο Βλάντ ο Γ΄ κόβει για το κελλί ετήσια
επιχορήγηση 1.000 άσπρα. Λίγο μετά, κατά το 1500, αποσύρεται
εδώ ο Πρώτος Κοσμάς της Μονής Χιλιανδαρίου. Κατά την αρχή
του 1757 εγκαθίσταται στην έρημη Σκήτη ο Ρώσος νηπτικός
Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-94) που με τους μαθητές του, 35
συνολικά, την μετέτρεψε σε πρότυπη σκήτη. Η σκητιώτικη
αδελφότητα έχει για κύριο έργο της την προσευχή, τη μελέτη και τη
μετάφραση εκκλησιαστικών κειμένων από την ελληνική στη
ρωσική γλώσσα. Με το κοινοβιακό της τυπικό αναδείχνεται το
πρότυπο κοινόβιας σκήτης. Ο Παΐσιος αναχωρεί μαζί με τους
μαθητές του το 1762 για τη Μονή Σιμωνόπετρας, κι από κει για τη
Ρωσία. Αφήνει όμως ισχυρή παράδοση, την οποία και θ'
ακολουθήσει ο νέος κάτοικος της Σκήτης μοναχός Ανίκητος,
Ρώσος, και οι 15 μοναχοί του, που εγκαταστάθηκαν τον Ιούνιο του
86

1835. Με την εγκατάσταση του Ανίκητου η Σκήτη γίνεται πλατιά
γνωστή. Η συνοδία εργάζεται εντατικά, για να ορθώσει επιβλητικά
κτίρια, το Νότιο (1839) και το Δυτικό (1849). Αλλά υπεισέρχεται η
θεωρία του πανσλαβισμού από το μέρος της Σκήτης κι ο
εκβιασμός από μέρους της Μονής. Ιεροκοινοτικό έγγραφο του
1839, επικυρωμένο και μεταγενέστερα το 1871, το 1873 και 1879,
αναφέρει ότι «πολλάκις και ιδιαιτέρως, και κοινώς και επισήμως»
έγιναν πολλές συμφωνίες, τις οποίες «αμφότερα τα μέρη
ανήρεσαν». Το κακό έτεινε προς διαιώνιση όταν, μάλιστα, τα δύο
μέρη προσέφυγαν σε κοσμικά δικαστήρια, αλλά και στη Μεγάλη
Εκκλησία, η οποία και εκδίδει αντί τα 7 άρθρα του Ιεροκοινοτικού
εγγράφου, 22 όρους το 1892: ο 6ος όρος, ορίζει «τους εν τη σκήτη
ενασκουμένους πατέρας εις το διηνεκές εις 130 τον αριθμόν, τους
δε δοκίμους εις 20». Όμως πριν περάσει μια 10ετία ο όρος

αθετείται με τον υπερδιπλασιασμό των μοναχών της Σκήτης. Τέλος
πάντων επέρχεται η ειρήνη και τα δύο μέρη προβαίνουν σε
εκατέρωθεν υποχωρήσεις και σε πράξεις χριστιανικής αγάπης: την
Τρίτη της Διακαινησίμου συμφωνούν να συνέρχονται οι πατέρες
των δύο σκηνωμάτων «ασπαζόμενοι αλλήλους» με αναστάσιμες
ευχές και λαμπρά συλλείτουργα.
Το Κυριακό της Σκήτης επιβλητικό, βαρύ και μεγαλόπρεπο
αρχίζει να χτίζεται το 1900. Το σχέδιο του επιβλητικού Κυριακού
έστειλε στη Σκήτη η δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, με την
υπογραφή της (Οκτώβριος 1882). Η ίδια, εκφράζοντας την εύνοιά
της προς τη Σκήτη, επισκέπτεται τον Άθω (Ιούλιος 1881) και
87

ατενίζει από τη θαλαμηγό της την προστατευόμενη Σκήτη. Στη
θεμελίωση του Κυριακού η δούκισσα αντιπροσωπεύτηκε από το
ναύαρχο Γκολοβάτσεφ, χωρίς την παρουσία αρχιερέα. Έτσι το
1900, γίνονται τα εγκαίνια παρουσία του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄.
Παλιότερα η Σκήτη είχε μηχανουργείο, νοσοκομείο, φωτογραφείο,
μεγάλη βιβλιοθήκη, ατμοκίνητο μύλο και πλοίο ιστιοφόρο 350
τόννων. Μετόχια είχε στην Οδησό, Κωνσταντινούπολη και αλλού.
Οι μοναχοί κατά τη 10ετία του 1910 έφταναν τους 500. Δύο εικόνες
θαυματουργές αποτελούν την κύρια παράκληση της Σκήτης: η
Γαλακτοτροφούσα και η Δακρυρροούσα. Όλα τα κτίρια φέρουν
εντοιχισμένες επιγραφές που εξαίρουν με φτηνή φιλαρέσκεια τη
διανυκτέρευση πριγκίπων (1845, 1867, 1881). Το Κυριακό είναι
όντως μεγαλόπρεπο και επιβλητικό. Οι διαστάσεις του είναι
38Χ26Χ25. Του κεντρικού θόλου η διάμετρος είναι 8,87 μ. και των
λοιπών τεσσάρων, 4,26 μ. Στις πτέρυγες της Σκήτης Προφήτη
Ηλία οι οποίες διαμορφώνουν σε κάτοψη τετράπλευρο, υπάρχουν
η τράπεζα, το μαγειρείο, ο φούρνος, το αρχονταρίκι με τα δωμάτια
των φιλοξενουμένων, το συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου, τα
κελλιά των μοναχών, η βιβλιοθήκη, διάφοροι βοηθητικοό και
αποθηκευτικοί χώροι, χώροι, αγιογραφείο και εργαστήρι
συντήρησης εικόνων καθώς και παρεκκλήσια.
ΣΚΗΤΗ
ΑΓΙΟΥ
(ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΑΝΗ)

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Η Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος ή Κουτλουμουσιανή,
βρίσκεται στην οδό μεταξύ Ι.Μ. Κουτλουμουσίου και Ι.Μ. Ιβήρων,
20΄ από την Κυρίαρχο Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, στα ανατολικά
αυτής. Το κλίμα της, σε αντίθεση με το κλίμα των Καρυών, είναι
εύκρατο, ώστε να καλλιεργούνται εσπεριδοειδή. Έχει μορφή
οικισμού με κελλιά, καλύβες και Κυριακό αφιερωμένο στον Άγιο
Παντελεήμονα.
Ιδρυτής της είναι ο Ιερομόναχος Χαραλάμπης, προ του 1785.
Στο χώρο της Σκήτης υπήρχε παλαιότερα κελλί του Αγίου
Παντελεήμονος και δύο καλύβες που ανήκαν στην Ιερά Μονή
Κουτλουμουσίου. Αργότερα κάποιος Προϊστάμενος Ιβηρίτης,
λέγεται ότι κατέβαλε τα απαιτούμενα χρήματα για την ανέγερση του
Κυριακού, το 1790 και πρέπει να είναι αυτός που αναγράφεται σε
εντοιχισμένη πλάκα στην Αγία Πρόθεση του Κυριακού, Κοσμάς
Ιερομόναχος και οι μετ΄ αυτού συνδραμόντες.
Οι εικόνες στο εικονοστάσιο του Κυριακού είναι του Ιησού
Χριστού του Παντοκράτορος, φέρουσα χρόνο γραφής το 1791, της
Θεομήτορος (1791), των Αγίων Πάντων, του Αγίου Δημητρίου
88

(1795), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1795), της Συνάξεως των
Δώδεκα Αποστόλων (1808) και του Συμβόλου της Πίστεως με
δώδεκα παραστάσεις (1813). Οι τοιχογραφίες του δεξιού χορού και
του τρούλου είναι του 1866. Στο Άγιο Βήμα φυλάσσεται η εικόνα

Παναγία των Χαιρετισμών.
Στην Πρόθεση του Ναού υπάρχει η ήδη αναφερθείσα
εντοιχισμένη πλάκα επί της οποίας αναφέρεται «Κοσμά
Ιερομονάχου, Γαβριήλ και Γερασίμου των Μοναχών και των
Γονέων και Χριστοδούλου». Οι μνημονευόμενοι πρέπει να είναι οι
συντελέσαντες στην ανέγερση του Κυριακού. Λίγο επάνω από το
διάζωμα του θόλου του Κυρίως Ναού, υπάρχει κυκλική επιγραφή
«Δαπάνη Δαμιανού Ιερομονάχου και της συνοδείας. Χειρ
Γενναδίου Μοναχού και Γρηγορίου Ιερομονάχου 1868». Στο
υπέρθυρο της εισόδου του νάρθηκα ιστορείται ο Άγιος
Παντελεήμων (1859) «χειρί Σωφρονίου Μοναχού Αγιαννίτου επί
Δικαιάτου δε Δαμιανού».
Το Κυριακό είναι φτωχικό. Δυτικά του προνάρθηκα υπάρχει
η Τράπεζα, στον δεύτερο όροφο, η δε αίθουσα της υποδοχής είναι
στον πρώτο. Αρχαιότερη καλύβα της Σκήτης είναι αυτή των Αγίων
Πάντων. Το Κοιμητήριο έξωθεν του Κυριακού φέρει χρόνο ίδρυσης
το 1799, το κωδωνοστάσιο το 1794 και το Κυριακό το 1790. Το
τριώροφο καμπαναριό είναι αυτοτελές κτίσμα, κτισμένο σε
παλαιότερη ισόγεια δεξαμενή. Δύο μεγάλα κυπαρίσσια, φυτεμένα,
ίσως, κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας,
είναι οι μόνοι μάρτυρες της αρχαιότητας της Σκήτης.
Η βιβλιοθήκη της Σκήτης διαθέτει 40 περίπου χειρόγραφα και
περισσότερα από 500 αξιόλογα βιβλία παλαιών εκδόσεων.
89

Φυλάγονται επίσης τεμάχια τιμίων λειψάνων και διακόσιες εικόνες
μεταξύ των οποίων η θαυματουργή εικόνα του Αγίου
Παντελεήμονα 18ου αιώνα.
Επί Πατριαρχείας Νεοφύτου του Ζ΄, υπήρξε σφοδρή διένεξη
μεταξύ των Πατέρων για τον Κανονισμό της Σκήτης. Την 1η
Νοεμβρίου 1799, ο Προηγούμενος Διονύσιος Ιβηρίτης, ο Παπα κυρ
Ιωάννης από την Αγία Άννα και ο Μοναχός κυρ Χριστόφορος από
την Ιβηριτική Σκήτη του Προδρόμου, διορισθέντες από τον
Πατριάρχη, συνέταξαν Κανονισμό από 24 άρθρα. Πριν από την
έκδοση του Κανονισμού οι σχέσεις μεταξύ Κυριάρχου και Σκήτης
ρυθμίζονταν με βάση «δύο γράμματα διαλαμβάνοντα συμφωνίας
μεταξύ μοναστηρίου και σκήτης».
Η Σκήτη έχει τα εξής Άγια λείψανα: την χείρα του Αγίου
Τιμοθέου, λείψανο του Αγίου Παντελεήμονος, του Αγίου
Παναγιώτου Καισαρέως του Νέου, του Αγίου Παρθενίου, της Αγίας
Παρασκευής, του Αγίου Νείλου του Αφωνίτου, του Αγίου
Τρύφωνος, του αποστόλου Αρέθα, του Αγίου Κηρύκου, του Αγίου
Ευσταθίου, του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου, του Αγίου
Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου,
του Αγίου ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, της Αγίας Ματρώνης, του
Αγίου Αποστόλου Ιακώβου κλπ.
Σε απόσταση 15΄ από τη Σκήτη, δεξιά του δρόμου που
οδηγεί προς την Καλιάγρα, υπάρχει τοποθεσία ονομαζόμενη
«Παλαιόκαστρο» με πολλά ερείπια, το πιθανότερο της αρχαίας
πόλης Κλεωναί. Έχουν βρεθεί λάρνακες, νομίσματα και μικρό
αγαλματίδιο της Αφροδίτης. Το Παλαιόκαστρο χρησίμευε για
φρούρηση της πόλης και καταφύγιο των κατοίκων σε περιπτώσεις
επιδρομών.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκήτη αριθμούσε 55 μοναχούς,
τη δεκαετία του 80 μόνο 5 και με την απογραφή του 2001, 16.
Σήμερα η Σκήτη Κουτλουμουσίου αποτελείται από είκοσι τρεις
Καλύβες. Tρεις από αυτές δεν έχουν ενσωματωμένο ναό.
Κατοικούνται οι δέκα τέσσερις ενώ οι υπόλοιπες εννέα είναι
έρημες.
Οι είκοσι γέροντες της Σκήτης ασχολούνται με τη γεωργία,
την κατασκευή εργόχειρων και κομποσχοινίων, καθώς και με τη
συγγραφή βιβλίων.
Σε καλύβη της Σκήτης έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα ο
οσιομάρτυρας Γεράσιμος ο νέος.

90

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ
Η Σκήτη της Αγίας Άννης κείται σε μια καταπράσινη κοιλάδα
που εκτείνεται από τη θάλασσα προς τα πάνω, ως 400 μέτρα
ψηλά. Σκόρπιες οι καλύβες σ' αυτή την κοιλάδα, κρυμμένες πίσω
από θεόρατες δρυς ή γκριζοπράσινους βραχώδεις όγκους,
βρίσκονται δομημένες κλιμακωτά, η μία λίγα μέτρα ψηλότερα απ'
την άλλη. Επάλληλα αντερείσματα συγκρατούν το λίγο χώμα των
κήπων, κι άλλα υποβαστάζουν το χιλιοπατημένο μονοπάτι, που
ασκητές περπατούν με κόπο επί αιώνες «αδιαλείπτως
προσευχόμενοι».

Είναι η πολυαριθμότερη απ' όλες τις Σκήτες κι έχει συσταθεί
κατά τον 16ο-17ο αιώνα. Πιο πριν ο τόπος αυτός δεν ήταν
άγνωστος. Εδώ υπήρχε η μονή των Βουλευτηρίων από τις αρχές
του 11ου αιώνα. Πράγματι αυτή υφίστατο από το 1010 και ήταν
κτισμένη κοντά στον όρμο, στη θέση Αυλάκι. Καταστράφηκε όμως
από Άραβες ληστοπειρατές και ο τελευταίος ηγούμενος Γερόντιος
ανήλθε στα υψηλότερα ορεινά και κρημνώδη μέρη, όπου ανήγειρε
το ησυχαστήριό του, του Αγίου Παντελεήμονα, το οποίο υπάρχει
και σήμερα, με αγίασμα, που παραδόξως ποτέ δεν υπερχειλίζει,
αλλά ούτε και μειούται όσο και αν προμηθεύεται κάποιος.
Στη συνέχεια κάποιος Γεώργιος ή Γερμανός έκτισε πλησίον
της θέσεως που βρίσκεται σήμερα το Κυριακό της Σκήτης, κελλί
του «Ευαγγελισμού». Επειδή τον αυξανόμενο αριθμό των
91

ησυχαστών δεν χωρούσε πλέον το Κυριακό, που βρισκόταν στο
κελλί της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», ο ίδιος Γερμανός ίδρυσε νέο
Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ευρύχωρο. Κατόπιν ο Ιεζεκιήλ
ο Βατοπεδινός ανακαίνισε το κελλί του Ευαγγελισμού με ευρύ Ναό
και έτσι οι Πατέρες συνήγοντο σ' αυτόν.
Τον 17ο αιώνα ο Πατριάρχης Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης
διηύρυνε το Κυριακό της Σκήτης, με δικά του έξοδα, διαμένοντας
πότε στη Σκήτη και πότε στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Το
σιγίλλιο της σύστασής της εκδίδει ο επόμενος, Διονύσιος ο
Μουσελίμης (1671-94).
Το 1686 ο Ματθαίος, πνευματικός του βοεβόδα Σερμπάν
Καντακουζηνού (1678-88) και κτίτορας του κελλιού Άγιος Γεώργιος
στην Προβάτα, αφιερώνει στη Σκήτη το πόδι της Αγίας Άννης. Ο
Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707) στην δωδεκάβιβλό του
αναφέρει «… Συνέβη τότε εξ Ασίας τινές ήλθον και έφερον εις τα
κελλία της Προβάτας τον πόδα της Aγίας Άννης και εφανέρωσαν
περί τούτου τω Πατριάρχη ζητούντες συμβουλήν τι να κάμωσιν.
Έχων δε κλίσιν ο Πατριάρχης εις τον τόπον τούτον εσυμβούλευσεν
αυτοίς να οικοδομήσωσι Ναόν επί τω ονόματι της αγίας Άννης και
να αφιερώσωσιν εν αυτώ τον πόδα και να ησυχάσωσι και οι ίδιοι
κτίζοντας οικήματα. Και έδωκε και την δαπάνην της οικοδομής του
Ναού ο Πατριάρχης και ωκοδομήθη μικρός Ναός τότε. Διότι ο νυν
μέγιστος και κάλλιστος εγένετο έπειτα. Έκτοτε ο τόπος έλαβε την
ονομασίαν ΄΄αγία Άννα΄΄ και έπαυσε το όνομα ΄΄των
Βουλευτηρίων''. Προ δε τούτου πανταχού των Βουλευτηρίων
ευρίσκομεν λεγόμενον».
Από κώδικα της Σκήτης μαθαίνουμε ότι το πόδι της Αγίας
Άννης προσεκομίσθη ενταύθα την 26η Οκτωβρίου 1666 επί
Δικαίου Συμεών, κατά τον εξής τρόπο: Ιερεύς τις εφωδιασμένος δι
εγγράφου υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εταξίδευε χάριν
ελέους. Ούτος ελθών εις την εν Αρμενία πόλιν Ερζερούμ ή
Θεοδοσιούπολιν, ένθα Ναός των αγίων Μαρτύρων Μηνά,
Βίκτωρος και Βικεντίου, εν ω ήσαν εναποτεθειμένα διάφορα άγια
λείψανα, εξηγόρασε τον πόδα της Αγίας Άννης, ίνα μη περιπέση
εις χείρας αλλοδόξων κατά τας υφισταμένας τότε δεινάς καιρικάς
περιστάσεις. Προς πίστωσιν δε της γνησιότητος του αγίου
Λειψάνου μετέβη είτα και έλαβε πιστοποιητικόν παρά του
Μητροπολίτου Καισαρείας Καππαδοκίας Επιφανίου και του
Χαλδείας Σιλβέστρου, εν ω φαίνονται αι υπογραφαί αυτών ουχί δε
και η χρονολογία. Μετά ταύτα δυο Άραβες Αρχιερείς περιώδευον
εν Αγίω Όρει χάριν ελεημοσύνης, συναποκομίζοντες και τον ιερό
πόδα της Αγίας Άννης μετά του μνημονευθέντος πιστοποιητικού,
άτινα, φαίνεται, είχον εξαγοράση παρά του ειρημένου Ιερέως.
92

Φθάσαντες δε και εις τν εν Αγίω Όρει σκήτην της Προβάτας
παρέμειναν παρά τω πνευματικώ Ματθαίω τω Λεσβίω τω και
πνευματικώ του Βοεβόδα Κατακουζηνού. Ούτος ευπορών
χρημάτων ηγόρασε παρά των αλλογλώσσων εκείνων Αρχιερέων,
των εκ του κλίματος του Πατριαρχείου της Αντιοχείας, τον
αριστερόν πόδα της Αγίας Άννης μετά του λεχθέντος
πιστοποιητικού. Αφού δε, Διονύσιος Γ΄ ο Βάρδαλης τω 1666
ηύρυνε το Κυριακόν, απεφάσισαν οι εν τη Σκήτη Αδελφοί, ίν'
αποκτήσωσι τον ιερόν πόδα της Αγίας Άννης. Προς τούτο δε
ανέλαβεν ο πνευματικός Γερμανός και ο εκ της Μικράς Αγίας
Άννης πνευματικός Διονύσιος, οι Λέσβιοι, να μεταβώσι παρά τω εν
τω κελλίω του Αγίου Γεωργίου εν Προβάτα διαμένοντι συμπολίτη
αυτών πνευματικώ Ματθαίω, όστις εκέκτητο τον ειρημένον
θησαυρόν. Αφικόμενοι δ' ούτοι εκείσε κατώρθωσαν δια της
πειθούς να λάβωσι παρ' αυτού τον ιερόν πόδα, ον κατέθεντο εν τω
Κυριακώ της Σκήτης τω 1666, ως ερρήθη.
Τη φτωχή Σκήτη ευεργετούν με θέρμη ο έμπορος στη
Βενετία Γεώργιος Κυρίτσης που δωρίζει σ' αυτήν 5.000 δουκάτα
(1698) κι αργότερα ο πρώην Άρτης Νεόφυτος Μαυρομάτης,
ευεργέτης κι άλλων Μονών χρηματοδοτεί την ανέγερση του
κοιμητηρίου (1729) επί Δικαίου του Γέρω Ιωνά. Πριν δυο χρόνια
είχε ανεγερθεί ο νάρθηκας και η τράπεζα του Κυριακού από τον
μεγάλο Έλληνα ευεργέτη στην Κριμαία Ζώη Καπλάνη. Τον ετήσιο
φόρο της Σκήτης, συμποσούμενο σε 700 γρόσια, χορηγεί από τα
μέσα του 18ου αιώνα χωρίς διακοπή ο ζάπλουτος Πετράκης και
στη συνέχεια ο γιός του.
Το ίδιο διάστημα αριθμεί περισσότερες από 60 καλύβες, και
το Κυριακό είναι πλέον ανεπαρκές για τις λατρευτικές ανάγκες της
αδελφότητας και διευρύνεται το 1755 και το 1804, ενώ
τοιχογραφείται το 1757. Έχει ξύλινο υαλόφρακτο εξωνάρθηκα. Το
περιφραγμένο με τοίχο – για λόγους προστασίας – συγκρότημα
του Κυριακού, περιλαμβάνει ενσωματωμένα με τον ναό, τράπεζα
και ξενώνα. Εδώ διαμένει και ο Δικαίος. Επίσης έχει αύλειο χώρο
με κιόσκι και νεώτερο κτίριο βιβλιοθήκης, εικονοφυλακείου,
σκευοφυλακείου. Φυλάσσονται 96 χειρόγραφα, αρκετές φορητές
εικόνες και ιερά κειμήλια, με σημαντικότερο εκείνο της Αγίας
Άννης, μητέρας της Θεοτόκου. Το κωδωνοστάσιο θεμελιώνεται το
1784.
Κατά το 1843 κάποιοι μοναχοί «φιλοτάραχοι» κάνουν
προσπάθειες ν' αποσπάσουν τη Σκήτη από την κυριότητα της
Μεγίστης Λαύρας. Οι μοναχοί εκείνοι λοιπόν την ονόμασαν «αγίαν
Συνάσταν» και ισχυρίζονταν «ότι πάλαι ποτέ υπήρξε δήθεν
ανεξάρτητος Σιναϊτική». Τα παραπάνω περιέχονται σε μεγάλη
93

επιστολή του πατριάρχη Άνθιμου ΣΤ΄, τον Οκτώβριο του 1847. Το
Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου οι μοναχοί της Σκήτης με
επιστολή τους προς το Πατριαρχείο διαδηλώνουν την υποταγή και
την πίστη τους προς την κυρίαρχο και το Πατριαρχείο. Στην
επιστολή τους οι Αγιαννίτες παραδέχονται τα 23 άρθρα του
πατριαρχικού εγγράφου του 1843 ως κανονισμό της Σκήτης:
«κατενοήσαμεν καλώς και παραδεχόμεθα ευχαρίστως και
υπείκομεν το να ζήσωμεν κατ' εκείνα (άρθρα) του λοιπού...». Τα 23
εκείνα άρθρα ήταν διαπλάτυνση ενός προγενεστέρου κειμένου,
αποτελούμενου από 20 άρθρα και υπογραμμένου από τον
πατριάρχη Γερμανό Δ΄ (Απρίλιος 1843).
Στο ιερό του Κυριακού δίπλα αναπαύεται η σορός του
πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ (1748-57) που εφησύχαζε στην καλύβα
Άγιοι Απόστολοι. Στη Σκήτη ανδρώθηκαν και προαλείφτηκαν για το
μαρτύριο και 14 άγιοι νεομάρτυρες.
Στο Κυριακό της Σκήτης υπάρχουν ακόμη και τα εξής άγια
λείψανα: Τμήμα της κάρας του οσιομάρτυρος Νεκταρίου του Νέου
και των νέων οσιομαρτύρων Ιγνατίου, Ευθυμίο και Ακακίου, του
Αγίου Παντελεήμονος, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου
Χαραλάμπους, των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού κλπ.
Στην αρχή του 20ου αιώνα αριθμούσε 52 καλύβες με 300
μοναχούς, ενώ η απογραφή του 2001 κατέγραψε 94 μοναχούς, οι
οποίοι παράλληλα με το εργόχειρό τους ασχολούνται και με την
αλιεία και κηπουρική. Οι γέροντες ασχολούνται με αγιογραφία,
ξυλογλυπτική, κατασκευή θυμιάματος και μικροτεχνία.
ΣΚΗΤΗ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ (ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ)
Η Σκήτη της Αγίας Τριάδος ή των Καυσοκαλυβίων, όπως
συνήθως λέγεται, έχει μορφή οικισμού και βρίσκεται σ' ένα
αμφιθεατρικό τοπίο με απότομη κατωφέρεια που οδηγεί στη
θάλασσα, σε τόπο αλίμενο. Δύο νησίδες απέναντί της, ο Άγιος
Χριστόφορος και το Δασκαλειό, όπου ασκήτευσαν τρανοί ασκητές
από τη βυζαντινή εποχή μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα,
δημιουργούν την βεβαιότητα ότι ο τόπος κατά τα προχριστιανικά
χρόνια θα σχημάτιζε ένα ασφαλές λιμάνι και θα επέτρεπε την
ανάπτυξη του πολίσματος που υπήρχε εκεί. Το περιβάλλον είναι
πρωτόγονο, ασκητικό και ησυχαστικό.
Η ονομασία Καυσοκαλύβια, όπως και οι λοιπές ακουστικές
παραλλαγές της, οφείλεται στο μεγάλο ασητή και μυστικό του 14ου
αιώνα Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη. Ο Μάξιμος, ηγετική μορφή
του αγιορείτικου μοναχισμού έκαιγε κατά διαστήματα τη
χορτοκαλύβα του και πλανιόταν δια Χριστόν σαλός, μένοντας
94

εντελώς αδέσμευτος από τα γεηρά. Μεγάλο όμως διάστημα της
ασκητικής ζωής του, ο Μάξιμος το περνά σε σπήλαιο των
Καυσοκαλυβίων, όπου και, γύρω στην περιοχή, συνάχτηκαν
αρκετοί μοναχοί, μαθητές και θαυμαστές του Οσίου. Όμως ο
πυρήνας της καλυβικής συνοικίας βρίσκεται βορειοδυτικά της
σημερινής τοποθεσίας, στη Μεταμόρφωση, μισή ώρα ψηλότερα,

όπου διακρίνονται τα ερείπια.
Η δεύτερη περίοδος της Σκήτης αρχίζει με την εγκαταβίωση
του ονομαστού ασκητή και μεγάλου Αγίου της αγιορειτικής
οικογένειας Ακακίου (+ 12 Απριλίου 1730). Ο Ακάκιος έζησε χωρίς
τροφές και σκεπάσματα στο σπήλαιο που ασκήτευε ο Άγιος
Μάξιμος, για μια 20ετία. Και η φήμη του επεκτείνεται σ' όλη την
Ορθοδοξία, ενώ γύρω από το ασητήριό του χτίζουν καλύβες οι
μαθητές του. Δυσκολεύονται όμως από τη λειψυδρία. Έτσι με ευχή
του ο Ακάκιος ανοίγει μια πηγή με άφθονο νερό και η πηγή, μέχρι
σήμερα ονομάζεται Αγίασμα. Τον Ακάκιο θα επισκεφθούν και
προσωπικότητες της εποχής, για να πάρουν την ευλογία του,
όπως ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος (1707-31) και ο
Ρώσος μοναχός και συγγραφέας Μπάρσκι. Επίσης ο
προηγούμενος της Λαύρας Νεόφυτος, που θα μαγνητισθεί από την
αγιότητα του Ακακίου, θα αναλάβει με έξοδά του να ανεγείρει το
Κυριακό. Το Κυριακό εκείνο, δυσανάλογο στο μεγάλο αριθμό των
Καυσοκαλυβιτών, διευρύνεται το 1745 και ιστορείται το 1776 από
τον μοναχό Μητροφάνη. Το 1804 προστίθεται ο εξωνάρθηκας, ο
οποίος και ιστορείται το 1820. Το συγκρότημα του Κυριακού
95

περιλαμβάνει εκτός από το ναό της Αγίας Τριάδας, Τράπεζα και
ξενώνα. Εδώ μένει ο Δικαίος της Σκήτης που έχει ετήσια θητεία.
Τέλος το 1897-98 χτίζεται και το υπάρχον κωδωνοστάσιο, δωρεά
του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, σύμφωνα με δύο επιγραφές του.
Από το 1872 η Σκήτη απαλάσσεται από το μεγάλο βάρος της
αποπληρωμής του κεφαλικού φόρου, χάρη στο Χίο φιλομόναχο
Δημήτριο Σκαναβή στην Κωνσταντινούπολη, που ανέλαβε ο ίδιος
να της χορηγεί κάθε χρόνο τα υπέρ των 64 μοναχών που
ασκήτευαν εκεί 300 γρόσια: «έκαμε και γράμμα δια να τα δίνη μετά
τον θάνατόν του και ο υιός του».
Τη Σκήτη καθαγίασαν οι Άγιοι: Πέτρος ο Αθωνίτης (9ος
αιώνας), Μάμμος ο Καυσοκαλυβίτης (14ος αιώνας), Νήφων (+
1411), Ακάκιος (+ 1730) κ.ά. Κατά τα τελευταία χρόνια ασκητεύουν
εδώ ο εξ εβραίων Νεόφυτος ο Πελοποννήσιος, πολυμαθής
συγγραφέας καθηγητής στην Αθωνιάδα και σ' άλλες σχολές (+
1784). Ο Ραφαήλ ο υμνογράφος, ο Ακαρνάνας. Ο νομομαθής και
πολύγλωσσος Θεόκλητος ο Καρατζάς, διερμηνέας του ναυάρχου
Ορλώφ και συγγραφέας του ανέκδοτου νομοκανόνα της Ι.Μ.
Ξενοφώντος 797, του 1767. Ο Χαρίτων ο πνευματικός (18361906), του οποίου σώζεται και η βιβλιοθήκη στην καλύβα του
Ακαθίστου κ.ά. Επίσης εδώ διέπρεψαν και κάποιοι ξυλογλύπτες,
των οποίων τα λειτουργήματα κοσμούν τις πιό επίσημες συνοδικές
αίθουσες. Και οι μοναχοί που ασκητεύουν εδώ καρτερικά, έχοντας
ασκητικά πρότυπα τους παραπάνω αγίους Πατέρες, πληθαίνουν:
στα μέσα του 18ου αιώνα είναι 80. Το 1880, είναι 70. Το 1903 είναι
120 (39 καλύβες).
Εδώ έχουν να επιδείξουν και ένα ποτήρι ραγισμένο σε δύο
ίσα μέρη. Δύο μοναχοί – προσκυνητές κατά την πανήγυρη του
Αγίου Θεολόγου συζητούσαν ποιός τάχα να είναι μείζων στη
βασιλεία των ουρανών: ο Πρόδρομος Ιωάννης ή ο Θεολόγος
Ιωάννης. Τη στιγμή εκείνη το ποτήρι με θεία επέμβαση, κόβεται σε
δύο ακριβώς ίσα μέρη, διαβεβαιώνοντας την ισότιμη αξία των δύο
στύλων της Εκκλησίας.
Οι σχέσεις της Σκήτης με την κυρίαρχο Μονή καθορίζονται
στον Εσωτερικό Κανονισμό της Σκήτης εκδεδομένο το 1846. Στο
έγγραφο περιέχονται 8 όροι αυστηρότατοι. Αριθμεί, κατά ποικίλες
έντυπες πληροφορίες, 270 χειρόγραφα. Δεν είναι όμως
περισσότερα από 50.
Σήμερα ο οικισμός της Σκήτης Καυσοκαλυβίων, περιλαμβάνει
τριαντατέσσερις καλύβες με ενσωματωμένο ναό και πέντε
ξεροκάλυβα. Διαθέτουν μικρή εδαφική έκταση. Διασώζεται η
καλύβη του Αγίου Ακακίου, αρχών του 18ου αιώνα, με προσωπικά
αντικείμενα. Οι γέροντες της Σκήτης (40 σύμφωνα με την
96

απογραφή του 2001), ασχολούνται με την αγιογραφία,
ξυλογλυπτική,
μικρογλυπτική
και
με
άλλα
εργόχειρα.
Κατασκευάζουν εικόνες, σφραγίδες για τα πρόσφορα, κοχλιάρια,
κομβολόγια και κομβοσχοίνια.

ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ

Τα Κατουνάκια αποτελούν περιοχή 22 Ησυχαστηρίων που
βρίσκεται μεταξύ Μικρής Αγίας Άννας , Καρουλιών και Αγίου
Βασιλείου. Η περιοχή είναι βραχώδης και απόκρημνη. Οι 35
μοναχοί των Κατουνακίων ασχολούνται με ξυλογλυπτική,
αγιογραφία, ιεροραπτική και ψαλτική. Από τα κελλιά αυτά που
ξεχωρίζουν είναι: των Οσίων Πατέρων επονομαζόμενο των
Δανιηλαίων (ο οίκος αυτός ιδρύθηκε πριν από 70 περίπου χρόνια
από τον λόγιο μοναχό Δανιήλ) , του Εφραίμ του Σύρου και της
Γέννησης του Χριστού. Αποτελούν ησυχαστική περιοχή της Ι.
Μονής Μεγίστης Λαύρας.

ΚΑΡΟΥΛΙΑ
Κύρια περιοχή των ερημιτών είναι τα Καρούλια. Tα Καρούλια
αποτελούν ησυχαστική περιοχή της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας. Η
περιοχή είναι βραχώδης, άνυδρος και ιδιαίτερα απόκρημνη .
Yπάρχουν σπηλιές ορισμένες από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν
από ασκητές και στην επέκτασή τους ενσωμάτωσαν αυτοσχέδια
ησυχαστήρια. Η ονομασία οφείλεται σε μια τροχαλία (καρούλι),
97

απ΄οπου οι ασκητές κρεμούν ένα καλάθι για να βάλουν μέσα
σ’άυτο οι διερχόμενοι μοναχοί, ψαράδες ή προσκυνητές λίγο ψωμί
και νερό. Υπάρχουν 12 καλύβια τα οποία κτίσθηκαν το 17ο αιώνα
μέσα από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες και με μεταφορά υλικών
από τη θάλασσα με χρήση καρουλιών και σχοινιών. Σήμερα
κατοικούν δέκα γέροντες που ασχολούνται με την ξυλογλυπτική
την ζωγραφική και άλλα εργόχειρα.
ΣΚΗΤΗ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ
(ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΗ)

ΤΗΣ

ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η Σκήτη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που είναι γνωστή
σαν Ξενοφωντινή, βρίσκεται ανατολικά της Μονής σε μια στενή
λουρίδα γης που εκτείνεται παράλληλα προς τον ποταμό
Πούραντα. Απέχει 40΄ από την κυρίαρχο Ιερά Μονή Ξενοφώντος.
Τα σπίτια είναι παρατεταγμένα σχεδόν δυο δυο και οριοθετούνται
κατά μήκος από την κεντρική οδό. Αρχικά η Σκήτη βρισκόταν
χαμηλότερα, κοντά στις εκβολές του Πούραντα και μεταφέρθηκε
εδώ που βρίσκεται σήμερα, σε υψόμετρο 300 μ., κατά τα μέσα του
18ου αιώνα.
Το Κυριακό χτίστηκε το 1760 και ιστορήθηκε το 1766
σύμφωνα με την επιγραφή: «Ανηγέρθη εκ βάθρων ο θείος ούτος
και ιερότατος Ναός της Θεοτόκου δι εξόδων των φιλελεημόνων
χριστιανών, δια συνδρομής δε του Πανοσιωτάτου αγίου
πνευματικού κυρίου Σιλβέστρου του εξ Άρτης και των οσιωτάτων
Γερόντων κυρίου Εφραίμ Ζαγοριανού και κυρ Αγαπίου
Τζαριτσανιώτου. Ιστορήθη δε πάλιν υπό των αυτών συνδραμόντος
μετ' αυτών εις την ιστορίαν και του οσιωτάτου κυρ Χατζή
98

Σερριώτου εν έτει 1766, Σεπτεμβρίου 20ην χειρί Κωνσταντίνου και
Αθανασίου».
Η Τράπεζα και το Αρχονταρίκι οικοδομήθηκαν το 1815, ενώ
το κωδωνοστάσιο ανηγέρθη το 1896.
Οι εικόνες στο Κυριακό, του Αγίου Γεωργίου και Δημητρίου
έγιναν το 1757, δια χειρός Κωνσταντίνου και Αθανασίου από την
Κορυτσά, ενώ του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης δια χειρός
Γεωργίου Ιερέως από την Κοζάνη το 1761, όπως και αυτή των
Τριών Ιεραρχών. Οι τοιχογραφίες του Κυριακού εντυπωσιάζουν για
τη θεματολογία και την τεχνική τους.

Τον Ιανουάριο του 1901, οι υπεύθυνοι της Σκήτης,
κατεδάφισαν τον νάρθηκα του Κυριακού επειδή κάποιος
βαθύπλουτος μοναχός της ρωσικής Σκήτης του Αγίου Ανδρέα
(Σεράι), ο Ιννοκέντιος, προσέφερε 100 οθωμανικές λίρες,
υποσχόμενος να καταβάλει και τις υπόλοιπες 300-400 λίρες που
θα χρειαζόταν για την αποπεράτωση, με τον όρο ότι θα ετίθετο το
όνομά του, σε επιγραφή μέσα στο ναό, σαν κτήτορας. Οι πατέρες
της Σκήτης απέρριψαν την τελευταία προσφορά, διαβλέποντας και
άλλα παγιδεύματα των Ρώσων, και έτσι αναγκάστηκαν να
καταφύγουν σε συνδρομές. Κατάφεραν, μέχρι τέλους του 1901, να
έχουν κτίσει τον προνάρθηκα, τον νάρθηκα και δύο παρεκκλήσια,
δεξιά του Αγίου Νικολάου και αριστερά του Αγίου Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου.
Οι φτωχές και ταπεινές καλύβες της Σκήτης, όπως και οι
ασκητές της, συνεχώς αυξάνουν μέχρι προπολεμικά. Το 1808 οι
μοναχοί είναι 30. Το 1903 απαρτίζεται από 23 καλύβες, από τις
οποίες οι 13 έχουν προσαρτημένες μικρές εκκλησίες. Οι δύο είναι
ρωσικές, οι δύο ρουμανικές οι τρεις βουλγάρικες και 16 ελληνικές.
Οι μοναχοί ανέρχονται σε 80, ζώντας από τα εργόχειρά τους.
Προπολεμικά οι καλύβες ήταν 30 και οι μοναχοί 80. Σήμερα η
99

Σκήτη έχει 20 καλύβες, από τις οποίες κατοικούνται οι πέντε.
Ορισμένες έχουν, λόγω εγκατάλειψής τους, πολύ μεγάλα
κτιριολογικά προβλήματα. Όλες οι καλύβες έχουν προσαρτημένο
ναό, καθώς και μικρή εδαφική έκταση την οποία και καλλιεργούν οι
μοναχοί. Οι δέκα περίπου γέροντες της Σκήτης ασχολούνται με την
κηπουρική, την μελισσοκομία και την Παρασκευή θυμιάματος.
Η Σκήτη διοικείται από έναν αυστηρό Εσωτερικό Κανονισμό
16 άρθρων, ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο της 20ης
Οκτωβρίου 1839 που είχε συνταχθεί επί Ηγουμένου της Μονής
Ξενοφώντος Νικηφόρου και Δικαίου της Σκήτης Κυρίλλου
Ιερομονάχου.
Στον τόπο αυτό αναδείχτηκαν οσιακές μορφές. Η Ιερά Μονή
Κασταμονίτου, για να ανασυγκροτηθεί, κατέφυγε στο μοναστικό
δυναμικό της Σκήτης. Εδώ ήταν ο προσφιλής τόπος του
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος στο διήγημά του «Αγάπη εις
τον γκρεμνόν» περιγράφει μια ευχάριστη περιπέτεια που του
συνέβη.
Η βιβλιοθήκη της Σκήτης περιέχει 150 έντυπα βιβλία και
ορισμένα χειρόγραφα. Η Σκήτη διαθέτει 100 περίπου εικόνες από
τις οποίες ξεχωρίζουν η Παναγία η Γλυκοφιλούσα και η Κοίμηση
της Θεοτόκου.
Στο Κυριακό της Σκήτης, πλην του Τιμίου Ξύλου,
φυλάσσονται και τα εξής Άγια Λείψανα: τμήμα της κάρας του Αγίου
Αμβροσίου Μεδιολάνων, τμήμα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος
Μαρίνης, του Αγίου Ιουλιανού, των Αγίων Μοδέστου, Κυπριανού,
Κοσμά του εκ των Αναργύρων, των οσίων πατέρων των εν Σινά
αναιρεθέντων, αίμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του
Θεσσαλονίκης κ.ά.
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ή ΣΚΗΤΗ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ
Η Νέα Σκήτη ή του Πύργου, όπως ονομάζονταν ως τις αρχές
του 19ου αιώνα, βρίσκεται μεταξύ της κυριάρχου Μονής του Αγίου
Παύλου, από την οποία απέχει 20΄ και της Σκήτης Αγία Άννα, σε
επικληνή τοποθεσία, σε παραθαλάσσιο τόπο. Παρόλο ότι η
ονομασία της τοποθετεί τη σύστασή της στα νεότερα χρόνια, όμως
ο αρχαίος πύργος της μαρτυρεί ότι κατοικήθηκε από τα πρώιμα
χρόνια. Aπό τον πύργο αυτό ονομάστηκε και η Σκήτη ως "Σκήτη
του Πύργου" μέχρι και το 1819. Από το 1819 και μετά ονομάστηκε
Nέα Σκήτη ή Σκήτη της Θεοτόκου. Γύρω στον 10ο αιώνα, η Σκήτη
ήταν κτισέμνη υψηλότερα προς τη μεριά της Aγίας 'Aννας και το
Kυριακό της ήταν στη θέση της σημερινής καλύβας των Aγίων
Aναργύρων. Tην εποχή εκείνη η Σκήτη έφερε την ονομασία του
100

"Bενεδίκτου" ή του "Σταυρού". Στο 2ο μισό του 11ου αιώνα, η
Σκήτη μεταφέρθηκε πιό κοντά στη θάλασσα και το Kυριακό της
οικοδομήθηκε εκεί που βρίσκεται σήμερα η καλύβα της
Yπαπαντής.
Η περιοχή όπου βρίσκεται, είναι κάτω από τον Άθωνα. Το
κλίμα της όμως είναι γλυκό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι.
Η Νέα Σκήτη είναι η πιο περιποιημένη μοναστική συνοικία του
Αγίου Όρους, γι αυτό και αποτελούσε το φιλόξενο τόπο
σχολαζόντων αρχιερέων. Κάθε αυλή είναι και ένας νεραντζόνας,
εκτός από εκείνη του Κυριακού που κοσμείται από κυπαρίσσια,
ιτιές, ευκαλύπτους. Η μικρή αμμουδερή παραλία της είναι αλίμενη
και πολύ καθαρή. Εδώ υπάρχει κι ένα θυννοσκοπείο
(παρατηρητήριο) που χρησίμευε παλιότερα, στα χρόνια της
ψαρικής ευθυνίας, για την παρακολούθηση και αλίευση μεγάλων
ψαριών. Το 1819 ο εθνομάρτυρας Οικουμενικός Πατριάρχης
Γρηγόριος ο Ε΄με Πατριαρχικό Σιγίλιο κατοχύρωσε τη σκήτη υπέρ
της μονής Αγίου Παύλου.

Aνέκαθεν στη Σκήτη ασκήτευαν ενάρετες μορφές και μάλιστα
αρκετοί πνευματικοί πατέρες, που ανήκαν στο αναγεννητικό
κίνημα των Kολλυβάδων. Ο Χαλεπίου Γεράσιμος, ο εκ Ραψάνης
της Θεσσαλίας Βησσαρίων, ο εκ Μεσολογγίου Αθανάσιος εκ των
καλουμένων Κολλυβάδων, ο Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας
Θεοφάνης (+1805), ο φιλόσοφος Κύριλλος, ο Νικόδημος ο Νάξιος,
ο Αρχιεπίσκοπος Σάμου Θεοδόσιος (+1844) κλπ.
Tο σημερινό Kυριακό, αφιερωμένο στη Γένηση της Θεοτόκου
(8 Σεπτεμβρίου), άρχισε να ανεγείρεται το 1730 και ολοκληρώθηκε
το 1757 με δωρεά των κατοίκων της πόλης των Ιωαννίνων. Eίναι
ναός όχι πολύ φωτεινός και φέρει νάρθηκα και εξωνάρθηκα. Eίναι
101

ιστορημένος, πλην όμως οι τοιχογραφίες του δεν είναι ιδιαίτερα
επιτυχείς. Η λιτή χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ ο
νάρθηκας στο τέλος του ίδιου αιώνα.
H Aγία Tράπεζα είναι ξυλόγλυπτη, φιλοτεχνημένη κατά
τρόπο εντυπωσιακό. Tο 1901 στο Kυριακό κτίσθηκε το παρεκκλήσι
του Aγίου Kωνσταντίνου το οποίο θεωρείται τάφος τριών
αρχιερέων που ασκήτεψαν εδώ: του Θεοφάνους Λακεδαιμονίας,
του Bησσαρίωνος Pαψάνης και του Γερασίμου Xαλεπίου.
Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε το 1812, αλλά
επιδιορθώθηκε το 1816 λόγω μεγάλων ρωγμών που
προξενήθηκαν από την υποχώρηση του εδάφους από υπόγεια
ύδατα.
Στο προαύλιο του Kυριακού βρίσκεται ο ναός κοιμητηρίου
που τιμάται στη μνήμη των Aγίων Πάντων και λίγο πιό πέρα το
οστεοφυλάκειο στο οποίο φυλάσσονται τα οστά των πατέρων από
400 και πλέον χρόνια.
H βιβλιοθήκη του Kυριακού φυλάγει περί τα 200 χειρόγραφα
και περίπου 500 έντυπα. Τα χειρόγραφα είναι κυρίως αντίγραφα
του περασμένου αιώνα, με γνωστό αντιγραφέα το λόγιο μοναχό
Iάκωβο.
Στο σκευοφυλάκιο υπάρχουν εικόνες, άμφια, σταυροί,
εγκόλπια, ράβδοι και τεμάχια διαφόρων τιμίων λειψάνων.
Οι περισσότερες Καλύβες της Σκήτης έχουν ενσωματωμένο
ναό και όλες μικρή εδαφική έκταση που τις περιβάλλει. Οι μοναχοί
ασχολούνται με την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική, τη χρυσοχοΐα
και την καλλιέργεια, ιδίως εσπεριδοειδών. Σπουδαίοι αγιογραφικοί
οίκοι της σκήτης θεωρούνται: των Kυριλλαίων, των Aβραμαίων,
των Σπυριδωναίων, του Mοναχού Nίκωνος και του Iερομονάχου
Προδρόμου.
Ο Β. Μπάρσκι που επισκέφθηκε τη Σκήτη κατά το 1744
βρήκε να κατοικείται από Έλληνες, ενώ παλιότερα έμεναν εδώ
Σέρβοι. Το μόνο ναό που αναφέρει είναι της Θεοτόκου, στο
σπήλαιο. Το τοπίο είναι ευχάριστο και θερμό, πλην δεν έχει νερό
ούτε πρόσβαση στη θάλασσα. Αυτά ο Μπάρσκι. Αργότερα η Σκήτη
είναι πολυπληθής. Στις αρχές του 19ου αιώνα αριθμεί 60-70
μοναχούς, στις αρχές του 20ου αιώνα 28 καλύβες με 80 μοναχούς,
στη δεκαετία του 80 είχε 20 καλύβες με 30 μοναχούς και κατά την
απογραφή του 2001, 48 μοναχούς.
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ή ΛΑΚΚΟΣΚΗΤΗ
Η Σκήτη Άγιος Δημήτριος ή του Λάκκου κείται εκατέρωθεν
του ποταμού Μορφονούς, μεταξύ Aντιάθωνα και Mικρού 'Aθωνα,
102

σε υψόμετρο 280 μ. και απέχει 1.30΄ από την κυρίαρχο Μονή. Ο
χώρος γύρω με την οργιαστική βλάστηση εμφανίζει εικόνα
πράσινης έκρηξης, πλην είναι ασφυκτικός και περιορισμένος.
Παρά ταύτα η περιοχή φαίνεται να είναι κατοικούμενη ήδη από τον
10ο αιώνα. Βρίσκεται πλησίον της παλαιάς μονής των Aμαλφηνών
που καταργήθηκε τον 12ο αιώνα.
Kατά την παράδοση η ίδρυση της σκήτης ανάγεται στο 10
αιώνα. Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα ασκήτευσαν εδώ Σέρβοι
μοναχοί οι οποίοι λόγω χρηματικών οφειλών προς τη Μονή
Bατοπεδίου αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν σ' αυτή όλη την
περιοχή στην οποία περιλαμβάνονταν και η Σκήτη με τα κτίριά της.
Aργότερα, τέλη 14ου αιώνα, η Μονή Bατοπεδίου την παραχώρησε
στη Μονή Aγίου Παύλου από την οποία έλαβε ως αντάλλαγμα
κάποια κτήματα πλησίον του Πρόβλακα, όπου σήμερα η
Ουρανούπολη. Σλαβική επιγραφή του έτους 1606 στην καλύβα του
Aγίου Nικολάου μαρτυρεί την ύπαρξη στη Σκήτη Σλάβων
μοναχών, μάλλον Σέρβων, μέχρι και τον 17ο αιώνα.

Aπό τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά μαρτυρείται η
παρουσία Mολδαβών μοναχών. Tο 1754 η Σκήτη του Aγίου
Δημητρίου ερημώνεται για να ανασυσταθεί έξι χρόνια αργότερα το
1760 από το Mολαβδό μοναχό Δανιήλ. Μετά το 1830 οι Μολδαβοί
υπερκάλυψαν αριθμητικά όλους τους άλλους και κατέκτησαν τη
Σκήτη. Το 1849 ανεγείρουν το ναό του κοιμητηρίου κι αργότερα τον
υδρόμυλο, το κοιμητήρι κλπ. Το 1898 αρχίζει η ανέγερση του νέου
Κυριακού, τιμώμενο στον Άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, για τις
λειτουργικές ανάγκες των 80 Ρουμάνων μοναχών που ασκούνται
στις 25 καλύβες της Σκήτης. Μέχρι το 1904 προστέθηκε η λητή και
το κωδωνοστάσιο.Tο 1849 οικοδομήθηκε ο ναός του Kοιμητηρίου,
στη μνήμη της Aγίας "Σκέπης" από τον Mολδαβό μοναχό Iάκωβο.
103

Το συγκρότημα του Κυριακού περιλαμβάνει τους χώρους
αρχονταρικίου , τράπεζας και άλλα βοηθητικά κτίρια που όμως
βίσκονται σε κακή κτιριολογική κατάσταση.Ηδη γίνονται εργασίες
αποκατάστασης του Κυριακού.
Mέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα στη Σκήτη του
Aγίου Δημητρίου υπήρχαν 24 καλύβες από τις οποίες έξι χωρίς
ναό. Σήμερα κατοικούνται μόνον πέντε καλύβες: της Aγίας Σκέπης,
του Eυαγγελισμού, του Aγίου Nικολάου -που είναι και η αρχαιότερη
Καλύβη της Σκήτης κτισμένη το 1606, η Καλύβη της Yπαπαντής
και η Καλύβη των Aγίων Aρχαγγέλων. Ολες διαθέτουν εδαφική
έκταση την οποία και καλλιεργούν για τις ανάγκες τους οι μοναχοί
της Σκήτης. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 είχε 5 κατοικούμενες
καλύβες και 10 μοναχούς, ενώ η απογραφή του 2001 κατέγραψε 9
μοναχούς.

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Η Σκήτη Αγίου Δημητρίου είναι κτισμένη σε μορφή οικισμού
και σε απόσταση μίας ώρας περίπου από την Ι.Μ.Μονή
Βατοπεδίου, στην οποία και ανήκει. Στην θέση της Σκήτης ήταν
παλαιά μονή του Χαλκέως. Οργανώθηκε σαν Σκήτη το 18ο
αιώνα .Η Σκήτη Αγίου Δημητρίου είναι ιδιόρρυθμη στον τρόπο
λειτουργία της. Το Κυριακό της Σκήτης ανάγεται στη βυζαντινή
εποχή . Ότι σώζεται από την εποχή εκείνη είναι το μαρμαροθέτημα
του Κυριακού , έργου του 12ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του κυρίως
ναού είναι του 1755. Ο εξωνάρθηκας είναι μεταγενέστερος και οι
τοιχογραφίες του είναι του 1806. Η βιβλιοθήκη περιέχει
χειρόγραφα και έντυπα. Οι μοναχοί ασχολούνται με γεωργικές
κυρίως εργασίες και ελάχιστοι με εργόχειρα. Διαθέτει 15 κελλιά με
ισάριθμους μοναχούς.
ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΣ
Διαιώνιος πάντοτε, μεταξύ ουρανού, γης και θαλάσσης
μετεωριζόμενος, ο Μυλοπόταμος, αρχαίος όπως και σημερινός,
βιγλίζει το βόρειο Αιγαίο από τις υπώρειες του Άθωνα, φύλακας
σκαρφαλωμένος σε έναν καίριας ομορφιάς βράχο.
Αμπελώνες, δάση, λειμώνες τερπνοί τον περιβάλλουν,
συνεισφέροντας με την αρμονία τους στην ανάταση και την
μετάθεση της ψυχής.
Και ο πύργος του, όπου ωριμάζει μες στους καιρούς το
κρασί, εγγυάται τη συνέχεια ενάντια στις μεταλλαγές του χρόνου
και την προσωρινότητα των εγκοσμίων
104

Την εντυπωσιακή αυτή τοποθεσία, κρημνώδη και άγρια προς
την θάλασσα αλλά ήρεμη και γαλήνια προς την στεριά, επέλεξε ο
Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης για να οικοδομήσει ένα από τα
πρώτα εξαρτήματα της Μονής Μεγίστης Λαύρας.
Ο Όσιος Αθανάσιος, εκτός από τα μεγάλα οικοδομικά έργα
που, ως κτίτωρ, επετέλεσε στην ίδια τη μονή, μερίμνησε και για την
αξιοποίηση των εξαρτημάτων της που βρίσκονταν στο Άγιον Όρος.
Έτσι η περιοχή του Μυλοποτάμου, που εκτείνεται σε μικρή εξοχή
στην βορειοανατολική πλευρά του Αγίου Όρους και σε κοντινή
απόσταση από τη μονή Ιβήρων, αποψιλώθηκε από το πυκνό
δάσος που την κατελάμβανε και καθαρίσθηκε από τους
κατεσπαρμένους βράχους. Στη συνέχεια οικοδομήθηκαν κελιά και
ναός τιμώμενος επ' ονόματι του μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου και
φυτεύθηκε αμπελώνας.

Δεν είμαστε σε θέση ακόμη να γνωρίζουμε το μέγεθος των
κτισμάτων αλλά ούτε και την έκταση των οχυρωματικών έργων
που κατασκεύασε ο όσιος. Το φρουριακό συγκρότημα που
σώζεται
ως
σήμερα
είναι
αποτέλεσμα
αλλεπάλληλων
επιδιορθώσεων και προσθηκών. Πάντως η γειτνίαση με τη
θάλασσα και ο φόβος των πειρατικών επιδρομών, όχι σπάνιων
κατά τον 10ο αιώνα, θα επέβαλλε την ύπαρξη επαρκούς
οχυρώσεως. Συστηματική αρχαιολογική έρευνα θα δείξει αν ο
εντυπωσιακός πύργος του Μυλοποτάμου, τουλάχιστον στην
αρχική του μορφή, όπως άλλωστε είναι πολύ πιθανόν, ανήκει στην
εποχή του Αγίου Αθανασίου.
Το μονύδριο επείχε αρχικά θέση μετοχίου γιατί εκεί
105

καλλιεργήθηκε ο κυριώτερος αμπελώνας που εκάλυπτε τις
ανάγκες της Μεγίστης Λαύρας σε νάμα και οίνο τουλάχιστον καθ'
όσο διάστημα ο όσιος βρισκόταν εv ζωή. Ωστόσο, όπως ρητά
αναφέρεται στο "Τυπικόν", ο Μυλοπόταμος ορίσθηκε από τον όσιο
Αθανάσιο ως τόπος αναπαύσεως αλλά και πνευματικής
ανασυγκροτήσεως των μοναχών της μονής οι οποίοι εκάπτοντο
από τους κόπους της σκληρής ασκήσεως.
Τους εγκαταβιούντας στον Μυλοπόταμο μοναχούς, όπως
αναφέρει ο βίος του, συνήθιzε να επισκέπτεται συχνότατα ο όσιος.
Εκεί μάλιστα επετέλεσε και το θαύμα της θεραπείας του
πνευματικού του τέκνου, μοναχού Θεοδώρου, ο οποίος έπασχε
από δεινής μορφής καρκίνο.
Οι μνείες του Μυλοποτάμου σε έγγραφα του llου αιώνα είναι
αρκετά συχνές. H ρευστότητα των συνόρων της περιοχής του,
κατά την περίοδο αυτή, με εκείνα πλησιοχωρούντων μονών η
μονυδρίων όπως της Πτέρης (μετέπειτα μονής Φιλοθέου), του
Μαγουλά, του Ατζιιωάννου, του Κάσπακος και του Προφήτου
Ηλίου επέβαλε την έκδοση ικανού αριθμού εγγράφων Πρώτων του
Αγίου Όρους προς διευθέτηση τους.
Σε έγγραφο, μάλιστα, του Πρώτου Νικηφόρου του έτους
1017, με το οποίο οριοθετούνται οι ιδιοκτησίες της μονής Μεγίστης
Λαύρας στον Κράβατο, τα Καμίνια και τον Μυλοπόταμο, καθώς και
οι αντίστοιχες των μονών Πτέρης και Μαγουλά, η τοποθεσία
μνημονεύεται για πρώτη φορά με την ονομασία Νειλοπόταμον. Η
μνεία στα βυζαντινά χρόνια είναι μοναδική. Η ονομασία απαντάται
για δεύτερη φορά κατά τον 17ο αιώνα. Σε έγγραφο της Μεγάλης
Συνάξεως του Αγίου Όρους (1635) καθορίζονται και περιγράφονται
τα σύνορα των γαίων του Νειλοποτάμου και της μονής Ιβήρων
στην περιοχή (αρχείο μονής Ιβήρων).
Ο λόγιος προηγούμενος Θεοδώρητος ο εξ Ιωαννίνων, σε
σημείωμα που παραθέτει σε κώδικα αντιγράφων διαφόρων
εγγράφων της Λαύρας, τον οποίον κατάρτισε το 1803,
αποπειράται να ετυμολογήσει τις δύο ονομασίες της τοποθεσίας.
Μυλοπόταμος ονομάσθηκε από την ύπαρξη μύλων, ενώ η
προσωνυμία Νειλοπόταμον προέρχεται από την ομοιότητα της
περιοχής κοντά στην θάλασσα με το γεμάτο καλάμια δέλτα του
ποταμού Νείλου: Μυλοπόταμον και Νειλοπόταμον τον αυτόν
τόπον ονομάζουσιν οι μεν παλαιοί εκ των εν αυτώ μύλων, οι δέ
μεταγενέστεροι, ιδόντες τα πλησίον της θαλάσσης καλάμια και το
κλείσμα το περί την θάλασσαν ομοιάζοντα οπωσούν τοίς καλαμίοις
και κλείσμασι του Νείλου, ονόμασαν τον ποταμόν Νειλοπόταμον.
Κρατεί όμως η αρχαία ονομασία ήδη και λέγεται παρά πάντων ο
τόπος και o ρύαξ Μυλοπόταμος.
106

Οι μνείες του Μυλοποτάμου, από τα ως τώρα γνωστά
έγγραφα, σπανίζουν από τον 12ο ως τον 15ο αιώνα. Είναι
πάντως γνωστό ότι, οπωσδήποτε μετά τον 11ο αι., το γειτονικό
μονύδριο του Προφήτου Ηλίου, το οποίο πιθανόν να ταυτίζεται με
το ομώνυμο καθίδρυμα που μνημονεύεται στον βίο των αγίων
Ιωάννου και Ευθυμίου, κτιτόρων της μονής Ιβήρων, προσαρτήθηκε
στην ιδιοκτησία του Μυλοποτάμου.
Στα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων
Μιχαήλ
Η΄
Παλαιολόγου (1259), Ανδρονίκου Β΄ (1328) και Ανδρονίκου Γ΄
(1329), με τα οποία κατοχυρώνονται οι ιδιοκτησίες της μονής
Μεγίστης Λαύρας, δεν μνημονεύεται ο Μυλοπόταμος. Τούτο όμως
δεν σημαίνει ότι η μονή δεν κατείχε πλέον την εν λόγω περιοχή.
Στα ανωτέρω έγγραφα δεν μνημονεύεται καμιά ιδιοκτησία μέσα
στο Άγιον Όρος την οποία κατείχε ήδη η μονή κατά τον 10ο και
11ο αιώνα. Οι αυτοκράτορες δεν έκριναν αναγκαίο να αναφέρουν
στα επικυρωτικά έγγραφά τους παγιωμένες πλέον παλαιές
ιδιοκτησίες της μονής, ούτε και οι μοναχοί θεωρούσαν σκόπιμο να
προβάλλουν παρόμοιο αίτημα.
Το 1513/14 η "μονή" του Μυλοποτάμου παραχωρήθηκε από
την Λαύρα στον ίερομόναχο Θεόφιλο και τη συνοδεία του, «του
οικείν εv αυτή και κατά δύναμιν περιέπειν και συσταίνειν αυτήν».
Η σχέση τού Θεοφίλου με τον Μυλοπόταμο πρέπει να
συνεχίσθηκε και μετά την χειροτονία του ως μητροπολίτου
Τορνόβου.
Το 1527/28 ο Μυλοπόταμος λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια
επιδρομής πειρατών.
Το συμβάν δεν αποτελεί ασυνήθιστο
γεγονός ιδίως για τις παραλιακές μονές και εξαρτήματα του Αγίου
Όρους αυτή την έποχή. Ήδη στα τέλη του l5ου αιώνα ο εξωμάτης
πειρατής Gambasat Enrichi λεηλατεί τα παράλια της Μακεδονίας
και του Αγίου Όρους, ενώ λίγα χρόνια μετά την καταστροφή του
Μυλοποτάμου, το 1533, η μονή Εσφιγμένου δέχεται, μέσα σε 10
ημέρες, δύο επιδρομές αγαρηνών κουρσάρων.
Κατά την διάρκεια της καταστροφής του Μυλοποτάμου ο
Τορνάβου Θεόφιλος πρέπει να βρισκόταν στο Άγιον Όρος γιατί
συνυπογράφει με τον μητροπολίτη Νικαίας Αθανάσιο και τον
επίσκοπο Ιερισσού Μακάριο έγγραφο του Πρώτου Καλλιστράτου
του 1527/28 με το οποίο επιλύεται η διαφορά μεταξύ των μονών
Κουτλουμουσίου και Ξηροποτάμου για την περιοχή της
Αναπαυσίας. Με δικές του δαπάνες αναλαμβάνει την επισκευή του
πυρπολημένου μονυδρίου, φροντίζοντας ιδιαίτερα για την
ενίσχυση της αμυνάς του. Τότε γίνεται και η ριζική επισκευή του
πύργου. Εφθαρμένη, σήμερα, επιγραφή στα νότια πλευρά του
αναφέρει το όνομα του ανακαινιστού μητροπολίτου: Ο
107

ΤΟΡΝΟΒΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ...
Ο νέος κτίτωρ, προνοώντας και για την μελλοντική ασφάλεια
του μονυδρίου, ζήτησε από την σύναξη της μονής Μεγίστης
Λαύρας, παρεκκλίνοντας από την συνήθη τότε τάξη του Αγίου
Όρους, σύμφωνα με την οποία τα εξαρτήματα των μονών (κελλία)
παραχωρούνταν σε δύο ως τέσσερα πρόσωπα, να επιτρέψει την
έγκαταβίωση τουλάχιστον δέκα προσώπων και μετά τον θάνατο
του, «επεί ουκ έστι δυνατόν κατέχεσθαι υπό ενός ή δύο ή τριών δια
τον φόβον των κουρσάρων». Η μονή παραχώρησε την άδεια υπό
τον όρο οι εκεί ενασκούμενοι να δεσπόζονται και να
καθοδηγούνται πνευματικά από τον εκάστοτε καθηγούμενο της
Λαύρας
(Αλεξάνδρου
Ευμορφοπούλου
Λαυριώτου,
Το
Μυλοπόταμον. Συλλογή ιστορικών μνημονευμάτων. Ελληνικός
Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, 28,1899/1902, σ.
228).
Οι κτιριακές εγκαταστάσεις που οικοδόμησε ο Θεόφιλος
πρέπει να ήσαν αρκετά εκτεταμένες. Και τούτο γιατί το φθινόπωρο
του 1539, όπως μνημονεύεται στο έγγραφο της μονής Ιβήρων,
υπήρχε η δυνατότητα φιλοξενίας εκεί μεγάλου αριθμού επισήμων
εκκλησιαστικών προσώπων όπως του μητροπολίτου Σερρών
Γενναδίου, του πρώην μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Μακαρίου
καθώς και του Πρώτου και των μελών της συνάξεως του Αγίου
Όρους.
Οι ανωτέρω παρέμειναν για αρκετές ημέρες στον
Μυλοπόταμο κατά τη διάρκεια οριοθετήσεως των περιοχών
Κραβάτου και Μαγουλά που ανήκαν στις μονές Μεγίστης Λαύρας
και Ιβήρων αντιστοίχως.
Ο Μυλοπόταμος μνημονεύεται συνεχώς καθ' όλην την
διάρκεια του l6ου και l7ου αιώνα σε πατριαρχικά γράμματα καθώς
και σε έγγραφα των Πρώτων ή της Μεγάλης Συνάξεως του Αγίου
Όρους, με τα οποία οριοθετούνται τοποθεσίες ή επιλύονται
συνοριακές διαφορές μεταξύ των μονών Λαύρας, Ιβήρων και
Φιλοθέου στην ευρύτερη περιοχή.
Ωστόσο σε αυτά δεν
περιέχονται άμεσες πληροφορίες για τον βίο του μονυδρίου και
τούς εκεί εγκαταβιούντες πατέρες.
Στην περίοδο αυτή πρέπει να αναχθούν και οι σωζώμενες
τοιχογραφίες στον πρόναο του ναϋδρίου του Αγίου Ευσταθίου
(παράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ο Άγιος Αθανάσιος
ο Αθωνίτης, οι Άγιοι Ευστάθιος, Αγάπιος και Θεόπιστος και ο Άγιος
Μιχαήλ Επίσκοπος Συνάδων).
Στα τέλη του l7ου αιώνα ο Μυλοπόταμος πρέπει να
χρησιμοποιήθηκε από τους Λαυριώτες ως χώρος αποθηκεύσεως
και πιθανόν εμπορίας οικοδομικής ξυλείας n οποία μεταφερόταν
από τον Κράβατο. Σε έγγραφο του 1682 μνημονεύεται η άδεια
108

που παραχώρησαν οι Ιβηρίτες μοναχοί προς την μονή της Λαύρας
να κατασκευάσουν δρόμο, ο οποίος να διασχίζει τον Ιβηρίτικο
Μαγουλά, για την μεταφορά ξυλείας από τον Λαυριώτικο Κράβατο
στον Μυλοπόταμο (αρχείο μονής Ιβήρων).
Ο Μυλοπόταμος βρισκόταν ακόμη σε ακμή στις τελευταίες
δεκαετίες του l8ου αιώνα.
Τούτο μαρτυρείται και από την
περιγραφή του στο «Προσκυνητάριον της Μονής Μεγίστης
Λαύρας" πού συντάχθηκε από τον Μακάριο Τριγώνη και εκδόθηκε
στη Βενετία το 1772: Άφου δέ απεράσης από το Μοναστήριον
Καρακάλλου ευρίσκοντες πάλιν τόπον της Λαύρας, Μυλοπόταμον
καλούμενον, εις τoν οποίον είναι κάστρον στερεόν και έχει πύργον
και τα τείχη του είναι δυνατά, έχει και εκκλησίαν μέσα του Αγίου
Ευσταθίου. Ο τόπος ούτος είναι πολλά υγιεινός, εύκρατος και
τερπνότατος και εφύτευσεν ο Άγιος Αθανάσιος αμπέλια. Πλην
τώρα εμεγαλύνθη και εστολίσθη με πολλών λογιών φυτά κάρπιμα.
Ευρίσκονται δε πάντοτε εκεί ικανοί αδελφοί δια να εργάζονται και
να φυλάττουν τον τόπον. Εκεί αντίκρυ εις τον ποταμόν είχεν ο
Άγιος λουτρά δια τους ευγενείς και καλομαθημένους και δια τους
ασθενείς, εις τον οποίον τόπον τώρα είναι αμπέλια, η δε περιοχή
του Μυλοποτάμου διαλαμβίινετσι εις τα δεκτά βασιλικά
χρυσόβουλλα παλαιά τε και νέα.
Στα νεώτερα χρόνια ο Μυλοπόταμος συνδέθηκε με το όνομα
του οικουμενικού πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄. Ο πρόμαχος αυτός
της εθναρχικής παραδόσεως της Ορθοδοξίας ανήλθε στον
πατριαρχικό θρόνο τον Οκτώβριο του 1884. Η πρώτη του
πατριαρχία υπήρξε εξαιρετικά γόνιμη. Αναδιοργάνωσε διοικητικά
το πατριαρχείο, τακτοποίησε τα οικονομικά προβλήματα της
Εκκλησίας, μερίμνησε για την παιδεία, ανασύστησε τα πατριαρχικά
τυπογραφείο, ίδρυσε την πατριαρχική βιβλιοθήκη, θεμελίωσε την
λαμπρή Μεγάλη του Γένους Σχολή. Κατά την περίοδο αυτή
προήχθησαν σε μεγάλο βαθμό οι σχέσεις με τις υπόλοιπες
Όρθόδοξες Εκκλησίες με άξονα πάντοτε τον κυρίαρχο εθναρχικό
ρόλο του οικουμενικού θρόνου. Η αντίθεση του όμως στον
περιορισμό των προνομίων της Εκκλησίας τον οποίο προώθησε η
οθωμανική κυβέρνηση καθώς και οι αντιδράσεις πού συνήντησε
στην επιτέλεση του έργου του από ορισμένους ανωτέρους
κληρικούς
και
εκδότες
ελληνικών
εφημερίδων
της
Κωνσταντινουπόλεως τον οδήγησαν στην παραίτηση από τον
θρόνο τον Μάρτιο του 1884.
Επ' ολίγα έτη παρέμεινε εφησυχάζων στην γενέτειρα του
Βαφειοχώρι. Το 1887 ανέλαβε μεγάλο προσκυνηματικό ταξίδι στα
πατριαρχεία της Ορθόδοξης Ανατολής.
Επισκέφθηκε τα
πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και
109

επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη παρέμεινε για λίγους
μήνες στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους.
Φαίνεται ότι από τότε επέλεξε «το ωραιάτατον και
ρωμαντικότατον ενδιαίτημα» του Μυλοποτάμου ως ασφαλές
καταφύγιο για να αποσυρθεί. Δύο έτη αργότερα, τον Σεπτέμβριο
του 1889, επανήλθε στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε στο
λαμπρό αυτό ησυχαστήριο. Αμέσως επιδόθηκε στην ανακαίνιση
του μονυδρίου. Λιτότητα και αίσθηση καλαισθησίας χαρακτηρίζει
τις οικοδομικές επεμβάσεις του φιλοκάλλου πατριάρχου στα
κτίσματα του Μυλοποτάμου. Η καθ' αυτά κατοικία του ήταν μικρή,
κομψή και με απλούστατη διαίρεση. Η εξώθυρα οδηγούσε σε
στενό διάδρομο, ο οποίος χρησίμευε και ως τράπεζα. Εκατέρωθεν
αυτού υπήρχαν δύο δωμάτια, ένα προς την θάλασσα ως χώρος
υποδοχής και ένα προς την ξηρά, υπήνεμο, το οποίο ο Ιωακείμ
χρησιμοποιούσε ως κοιτώνα. Σαθρά δωμάτια προς την πλευρά
του πύργου επισκευάσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ξενώνας.
Ο ναΐσκος, ο τιμώμενος στη μνήμη του μεγαλομάρτυρος
Ευσταθίου, υπήρξε αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας του
πατριάρχη.
Ανακαινίσθηκε εκ βάθρων, εξωραΐσθηκε και
απετέλεσε
«αληθές
αριστοτέχνημα,
ποιητικότατων
και
ωραιότατον». Στον κατανυκτικό αυτό χώρο, ο φιλακόλουθος
ιεράρχης έψαλλε τις ακολουθίες και ιερουργούσε ανελλιπώς επί
δώδεκα έτη.
Ο Ιωακείμ Γ΄ εγκατέλειψε τον Μυλοπόταμο στις αρχές
Ιουνίου 1901 μετά την επανεκλογή του στον πατριαρχικό Θρόνο
της Κωνσταντινουπόλεως (25 Μαίου 1901).
Η πολυετής
παραμονή του στον ιδεώδη αυτόν τόπο περισυλλογής,
αναδιοργανώσεως και προετοιμασίας υπήρξε καθοριστική για το
δημιουργικό έργο που επετέλεσε ως τον θάνατο του το 1912.
Εκφράζοντας τις ευχαριστίες του προς τους Λαυριώτες για
την φιλόστοργη και θερμή φιλοξενία που του παρέσχον «εν τω
τερπνοτάτω
και
μοναστικών
χαρίτων
πεπροικισμένω
αναχωρητηρίω του Μυλοποτάμου», δύο χρόνια πριν την
αναχώρηση του από το Άγιον Όρος, ο πατριάρχης δώρισε στην
κυρίαρχο μονή της Μεγίστης Λαύρας την αρχιερατική του στολή,
λευκή κεντητή μίτρα, πατερίτσα, εγκόλπια και δικηροτρίκηρα (βλ.
το σχετικό δωρητήριο έγγραφο του 1899 στην Αγιορειτική
Βιβλιοθήκη 23,1958, σελ.18-19).
Το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1889 και 1901 υπήρξε
η τελευταία, κατά τα παρελθόν, περίοδος ακμής του
Μυλοποτάμου. Έκτοτε το ιστορικό λαυριωτικό κάθισμα σταδιακά
παρήκμασε. Παρά τις σποραδικές φροντίδες διαφόρων οικητόρων
τον, επί ογδόντα εννέα έτη οι φθορές επήλθαν ραγδαία.
110

Ουσιαστική
και
ελπιδοφόρα
προσπάθεια
ριζικής
ανακαινίσεως του κτιριακού συγκροτήματος (πύργου, ναού,
οικημάτων) αναλήφθηκε πρόσφατα κατά το έτος 1990.
ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΑΡΤΕΜΙΟΥ
Το Ιερό Κελλί του Αγίου Αρτεμίου βρίσκεται στην Προβάτα,
σε μια περιοχή που εκτείνεται από την Ιερά Μονή Καρακάλλου
μέχρι τη Μορφονού, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 80 μέχρι
200 μέτρα, με καλλιεργούμενα κτήματα και μεγάλα επανδρωμένα
κελλιά. Το 1772 η περιοχή ονομαζόταν Μεγάλη σκήτη της
Πρόβατας και αριθμούσε 36 κελλιά. Τώρα αριθμεί περίπου 10 και
ανάμεσά τους μέχρι το 1976 επιβλητικότερη ήταν η παρουσία του
Κελλιού Άγιος Αρτέμιος.
Το Κελλί ιδρύθηκε πιθανόν τον 14ο αιώνα από μοναχούς οι
οποίοι έφυγαν από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην
περίοδο της ακμής του ονομαζόταν «Σκήτη του Αγίου Αρτεμίου».
Σιγά σιγά όμως έχασε τα δικαιώματα της Σκήτης και κατατάχθηκε
στην 3η τάξη (Κελλί).
Μέχρι το 1863 το Κελλί ήταν Ελληνικό και εγκαταβιούσαν
εδώ 4-5 μοναχοί. Τίποτα βέβαια δεν θύμιζε την παλαιά του αίγλη.
Το 1863 παραχωρήθηκε από την κυρίαρχο Μονή της Μεγίστης
Λαύρας, στην οποία πάντα ανήκε, σε Ρώσσους μοναχούς. Ο
Γέροντας, Ιερομόναχος Ιγνάτιος, στον οποίο παραχωρήθηκε, ήταν
ο
εκπρόσωπος
του
Πατριάρχη
της
Μόσχας
στην
Κωνσταντινούπολη.
Αυτός
ανακατασκεύασε
το
Ναό,
προσθέτοντας στον πρώτο όροφο παρεκκλήσι αφιερωμένο στη
Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, δίπλα στα ερείπια του αρχαίου
Ναού των Αρχαγγέλων.
Μετά τον θάνατο του Ιγνατίου, το 1877, το Κελλί
παραλαμβάνει ο Ιερομόναχος Παρθένιος, ο οποίος παρέμεινε
Γέροντας του Κελλιού για είκοσι οκτώ χρόνια. Την εποχή αυτή ο
αριθμός των μοναχών ήταν 40, από τους οποίους οι 10 ήταν
Ιερομόναχοι. Με την πάροδο του χρόνου η αδελφότητα των
Ρώσσων μεγάλωσε για να αριθμεί στο τέλος του 19ου αιώνα 55
πατέρες και λίγο πριν το 1917 περισσότερους από 60. Ο
Παρθένιος ανοικοδόμησε τον ξενώνα και τον αρσανά του Κελλιού.
Ας δούμε τι αναφέρει για το Κελλί ο Γεράσιμος Σμυρνάκης (1902):
«Εκ των κελλίων τούτων (σημ. της Προβάτας) εν μεν είναι
ρωσσικόν, το του αγίου Αρτεμίου, τρία δε ρωμουνικά. Το του αγίου
Αρτεμίου, έχον 55 πατέρας, απαρτίζεται εκ μιας μεγάλης πτέρυγος
τριωρόφου κατ’ ανατολάς μετά μεγάλου Ναού του Αγίου Αρτεμίου
και ετέρου της αγίας Σκέπης κάτωθι. Η πτέρυξ αύτη κάμπτουσα
111

προς δυσμάς τείνει να ενωθή προς την δυτικήν πτέρυγα, ούτως
ώστε ν’ αποτελεσθεί Μονή τετράπλευρος. Κείται δε επί λοφοσειράς
μαστειδούς μικρόν άνωθεν του παλαιού κελλίου, ούτινος σώζεται
το ναΐδιον, όπερ μέλλουσιν οι εν αγίω Αρτεμίω ν’ ανεγείρωσιν εις
μεγαλοπρεπή Ναόν μετά Κοιμητηρίου. Διατηρεί δε και νεώριον
(αρσανά) μεγαλοπρεπές, ανιδρυθέν εκ βάθρων τω 1894, όπερ
αφίσταται αυτού 20΄ και κείται παρά την κεντρικήν οδόν και την
διαχωρίζουαν τα όρια των Μονών Λαύρας και Καρακάλλου
μεγάλην αλώδη φάραγγα».
Το 1905 πεθαίνει ο Παρθένιος και Γέροντας στο Κελλί γίνεται
ο διάδοχός του Ιερομόναχος Αθανάσιος. Είναι η χρονιά που ο
καταστροφικός σεισμός της Ιερισσού δεν αφήνει ανέπαφο και το
Κελλί του Αγίου Αρτεμίου. Σημαντικότερες ζημιές υπέστη ο Ναός.
Από τα σημερινά σωζόμενα, έστω και κατεστραμμένα (όχι
ολοκληρωτικά), η μεγάλη αντιρίδα στα ανατολικά του Ναού, φέρει
επιγραφή 1867 (η οποία συμπίπτει με την κατασκευή του Ναού
από τον Ιερομόναχο Ιγνάτιο 1863-67). Ο Ναός αυτός, μετά τον
σεισμό του 1905, δέχεται το τελειωτικό χτύπημα από την
καταστροφική πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε στις 28 Οκτωβρίου
1976.
Στον κάτω όροφο υπήρχε η Τράπεζα, το μαγειρείο και τα
κελλιά των μοναχών και των προσκυνητών. Στον επάνω όροφο
ήταν ο Ναός του Αγίου Αρτεμίου, το ηγουμενείο, τα γραφεία και τα
αρχονταρίκια, ενώ παράλληλα αριστερά του Ναού υπήρχε
εκθετήριο με εσωτερικό αίθριο.
Όλα τα άλλα κτίσματα του Κελλιού περιγράφονται από τον
Παυλόφσκι (3 επτεμβρίου 1907) όπως είναι και σήμερα και είναι:
αποθήκη-κηροπλαστείο, βουρδουναριό, μαγκειπιό (φούρνοι),
πλυσταριό, λαδαριό, εργαστήριο, χαλκαδιό και στέρνες, ξενώνας,
ξυλουργείο.
Από τα κειμήλια του παλαιού Αγίου Αρτεμίου υπάρχουν
λείψανα που σώζονται μέχρι σήμερα στην κυρίαρχο Μονή
Μεγίστης Λαύρας και είναι: η εικόνα της Παναγίας (που δωρίθηκε
αρχικά από τη Λαύρα στο Κελλί), η εικόνα του Αγίου Αρτεμίου (σε
θρόνο) και μια εικόνα σε ξύλο φοινικόδενδρου με πάρα πολλές
παραστάσεις, όλες από ελεφαντόδοντο.
Το Κελλί του Αγίου Αρτεμίου εθεωρείτο και είναι και σήμερα,
ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση ρωσικά Κελλιά και από άποψη
κτισμάτων και από άποψη έκτασης γης (στρέμματα με αμπελώνες,
ελαιώνες και κήπους) και τούτο γιατί παλιά λειτουργούσε σαν
κεντρικός σταθμός για την ανάβαση προς τον Άθωνα, έχοντας
περί τους τέσσερις χιλιάδες προσκυνητές περαστικούς κάθε χρόνο
(στα έτη 1867-1900) σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες.
112

Σήμερα το Κελλί Άγιος Αρτέμιος στην Προβάτα είναι
εξαρτηματικό της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και βρίσκεται σε
περίοπτη θέση της κελλιωτικής περιοχής. Κατεστραμμένο από την
πυρκαγιά του 1976 μόνο ένα μικρό τμήμα του όλου
συγκροτήματος είναι κατάλληλο για κατοίκιση. Σαν συγκρότημα
κτισμάτων υπάρχουν ο κατεστραμμένος Ναός (διώροφος) και ένα
μικρό τμήμα του κελλιού, καθώς επίσης ο τριώροφος παλιός
ξενώνας, τμήμα του φούρνου, πλυσταριού, το λαδαριό, ο
υδροφράχτης, το παλιό χαλκαδιό, το οποίο σήμερα είναι στέρνα
νερού, καθώς και δυο άλλες εξωτερικές στέρνες. Μέρος επίσης του
συγκροτήματος του Κελλιού θα πρέπει να θεωρηθεί και ο αρσανάς
ο οποίος βρίσκεται σε όρμο της παραλίας και φέρει το όνομα του
Κελλιού.
Ο διώροφος Ναός του Κελλιού του Αγίου Αρτεμίου είναι
κατεστραμμένος από την προαναφερθείσα πυρκαγιά. Λείπουν τα
πατώματα, η σκεπή και τμήματα της λιθοδομής.
Κατεστραμμένα είναι και πολλά άλλα τμήματα του Κελλιού
που θα πρέπει να επισκευασθούν για να γίνουν και πάλι
προσβάσιμα και λειτουργικό.
Το έτος 1967 μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό για τη νεώτερη
ιστορία του Κελλιού γιατί το έτος αυτό το αγοράζει ο Ιερομόναχος
Εφραίμ από τους δύο εναπομείναντες Ρώσσους μοναχούς και
εγκαθίσταται σ’ αυτό με συνοδεία δέκα μοναχών. Ο Ιερομόναχος
Εφραίμ δίνει ζωή και την παλαιά αίγλη στο Κελλί αφού η φήμη του
ήταν διαδεδομένη και οι επισκεπτόμενοι προσκυνητές του Κελλιού
πάρα πολλοί. Σύντομα ο αριθμός των πατέρων αυξήθηκε και το
1972 η συνοδεία αριθμούσε είκοσι τέσσερις πατέρες.

ΙΕΡΟ ΚΕΛΛΙ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ, στη Βίγλα
Μετά την πυρκαγιά του 1976, το Κελλί παρεδόθη στην
Κυρίαρχο Μονή από την οποία μετά από έντεκα χρόνια, το 1987,
το παραλαμβάνει, σε πολύ κακή κατάσταση, ο εκ της Ιεράς Μονής
Φιλοθέου παλαιός Αγιοαρτεμίτης μοναχός Ευθύμιος, ο οποίος
έκτοτε αγωνίζεται μαζί με φίλους και ευλαβείς πιστούς και
σεβόμενους τον Μεγαλομάρτυρα προσκυνητές να το αναστυλώσει
και να το κάνει πάλι λειτουργικό όπως πριν.
Το Κελλί του Αγίου Μηνά, ευρίσκεται εις ύψος 250μ. πάνω
από το νοτιο-ανατολικό ακρωτήριο της χερσονήσου του Άθωνος.
Στο θαλάσσιο σημείο αυτό, το 493 π.Χ. ο Μαρδόνιος απώλεσε το
εν τρίτο του στόλου του, τριακόσια πλοία και είκοσι χιλιάδες
στρατό.
Ψηλά στους βράχους, αρχικώς κατοικούνταν δύο σπηλιές,
113

μία ανατολικώς, μία νοτίως.
Ένα διόρωφο κελλί κτίσθηκε εις τα τέλη του 19ου αιώνος, το
οποίο εκάηκε από κεραυνό. Εις τα 1933, όπως αναφέρεται σε
λίθινη επιγραφή, κτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Κελλίου, επ΄ ονόματι

του Μεγαλομάρτυρος Μηνά (εορτάζει 11 Νοεμβρίου), καθώς και
δεύτερος όροφος του Κελλίου στη βόρεια πλευρά, που κάηκε και
πάλιν από κεραυνό, διασωθέντος ως τόσον του Ναού. Ο Ναός
ούτος, εκτίσθη παρά τινος Μοναχού Μηνά, το δε ξυλόγλυπτον
τέμπλον, θύρες και παράθυρα είναι έργα του γέροντος εκείνου,
αρίστου οντως ξυλουργού.
Τo αριστουργηματικά μαρμάρινο δάπεδο του Ναού (19971998) είναι έργο του Μοναχού Ιωσήφ, με ακριβέστατα γεωμετρικά
ψηφιδωτά. Οι παραστάσεις που απεικονίζονται είναι: στο κέντρο
υπάρχει ένθετη μία πέτρα από το όρος Σινά, ώστε ο τόπος να είναι
τόπος Σινά - τόπος προσευχής. Γύρω, υπάρχει αριστοτεχνικός
πλοχμός, αρχαίο σχέδιο, με χρωματικές επιλογές που
παραπέμπουν στις φυλές των ανθρώπων και την ευκτέα αγάπη
και ομόνοια αυτών. Στις γωνίες του δαπέδου, απεικονίζονται
τέσσερα δελφίνια, θαυματουργικώς παρόντα σε βίους Αγίων.
Επίσης, υπάρχει η επιγραφή, μία λέξη πλάϊ σε κάθε δελφίνι· Ιωσήφ
114

αιτεί έλεος, 1997, μία αιώνια παράκληση1.
ΙΕΡΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟ ΚΕΛΛΙ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΗΣ
ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΜΑΡΟΥΔΑ
Η ίδρυση του Ιερού Κελλιού Μαρουδά συμπίπτει με την
εποχή που στο μοναστήρι του Χιλιανδαρίου είχαν ξεσπάσει έριδες
και ταραχές μεταξύ των μοναχών, στην προσπάθειά τους να
εκλέξουν Ηγούμενο. Κατά την παράδοση, τη λύση έδωσε ειρηνικά
η Θεοτόκος με θαυματουργό τρόπο, καταλαμβάνουσα τη θέση του
Ηγουμένου, με την εικόνα της Τριχερούσας που μετακινήθηκε από
τη θέση της στο σύνθρονο του ιερού βήματος, στο ηγουμενικό
στασίδι. Από τότε στην Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου, μέχρι το 1990,
εκλέγονταν μόνο Προηγούμενος ή τοποτηρητής του Ηγουμένου,
ενώ το κορυφαίο αξίωμα στο μοναστήρι διατηρούσε συνεχώς η
Παναγία.
Ένας από τους υποψηφίους για τη θέση του Ηγουμένου ήταν
και ο βουλγαρικής καταγωγής Προηγούμενος Βίκτωρ, που το 1653
πήγε στην περιοχή των Καρυών και ίδρυσε, βορειοδυτικά της
πολίχνης, σε υψόμετρο 520 μέτρων, Κελλί αφιερωμένο στη
Γέννηση της Θεοτόκου, το επονομαζόμενο της Μαρούδας (δηλ.
1

Ο π. Ιωσήφ προσήλθε στη Βίγλα κατά τον Οκτώβριο του έτους 1989, ευρίσκοντας
ερειπωμένο το Κελλί, ακατοίκητο ήδη από εικοσαετίας. Έκτοτε ακόπως και αδιαλείπτως
προσπαθεί, επιτυχώς έως τώρα, να ανακαινίζει διαρκώς το Κελλί, καθιστώντας το, όχι μόνον
υλικώς, τόπο πνευματικής αναπαύσεως των εκεί προσερχομένων προσκυνητών.
Αλησμόνητες παραμένουν σε όλους, οι αλληγορικές παρουσιάσεις του π. Ιωσήφ, πλήρεις
υψηλών νοημάτων, που προτρέπουν σε αίνεσι Κυρίου, εσωτερική εγρήγορση, νήψη και
ανοδική μετάνοια. Πλήθος μαρμάρινων, λίθινων και ξύλινων κατασκευών, σωστών
κομψοτεχνημάτων κοσμούν το ησυχαστήριον· Άλλωστε, έργο του ιδίου είναι η κλίμακα που
οδηγεί στο παρακείμενο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου.
Από το εκπληκτικού φυσικού κάλλους γεωγραφικό σημείο της Βίγλας, σε μικρή
απόσταση ψηλά στον ουρανό, υπάρχει σημείο διελεύσεως αεροσκαφών της Πολεμικής
Αεροπορίας, πριν ή και μετά από τις αποστολές. Υπάρχει δέ, ένας ιδιότυπος κώδικας
επικοινωνίας των ιπταμένων χειριστών και του ασκητή της Βίγλας, ο οποίος κραδαίνει
τεράστιες Ελληνικές και Ρωμανικές (Βυζαντινές) σημαίες, ευχόμενος επιτυχία στην αποστολή
τους· δέχεται δε τις άμεσες ενθουσιώδεις απαντήσεις και ευχαριστίες τους, με εντυπωσιακούς
ακροβατικούς χειρισμούς των αεροσκαφών. Το αυτό συμβαίνει και με την διέλευση από
θαλάσσης σκαφών του Πολεμικού Ναυτικού.
Ο μοναχός Ιωσήφ γεννήθηκε στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας (κατά κόσμον Χρήστος
Μπαϊρακτάρης) το 1958. Απόφοιτος της Σχολής ιεροψαλτών Μητροπόλεως Κορίνθου. Στην
μουσική του συγκρότηση συνέβαλαν επίσης ο κατά σάρκα πατέρας του ιερέας Δημήτριος
Μπαϊρακτάρης, ο πρωτοψάλτης του Αγίου Νικολάου Κορίνθου Ιωάννης Σπανός και ο
Αθανάσιος Παϊβανάς, μαθητής του Θρασυβούλου Στανίτσα. Μοναχός της Ιεράς Μονής
Δοχειαρίου (1983-1989), όπου συνέψαλλε σταθερά με τους λοιπούς πατέρες της Μονής.
Σήμερα μονάζει στο ησυχαστήριο του Αγίου Μηνά στη Βίγλα, του ακρωτηρίου Ακραθως,
Αγίου Όρους.
(Εκ της εκδόσεως: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής (2001), Μνημεία Εκκλησιαστικής
Μουσικής, Σώμα Πρώτο, Οκτάηχα Μέλη, σ.34, Κέντρον Ερευνών και εκδόσεων, Αθήνα).

115

της μικρής Μαρίας, Μαρουδά). Τα έξοδα της ανέγερσης του ναού
καθώς και των χώρων εγκατάστασης των μοναχών, κατέβαλε ο
ίδιος ο Βίκτωρ με χρήματα που προερχόταν από πατρική
κληρονομιά. Το όλο οικοδόμημα δεν πρέπει να καταλάμβανε χώρο
μεγαλύτερο από τον μισό του σημερινού ισογείου.
Το 1796 φθάνουν στο Κελλί ο Γέροντας Διονύσιος με τους
μοναχούς Δαμιανό και Κωνστάντιο ενισχύοντας την υπάρχουσα
συνοδία του παπα Καλλινίκου. Η συνοδία ήρθε από το
Σταυρονικητιανό Κελλί της Καψάλας, των Αγίων Ονουφρίου και
Πέτρου, του οποίου σήμερα μόνο τα ερείπια σώζονται. Η απόδειξη
της προέλευσής τους απεικονίζεται στην τοιχογραφία, πάνω από
την κεντρική είσοδο, όπου μαζί με τη Θεοτόκο εικονίζονται οι
προαναφερθέντες Άγιοι, ενώ επιγραφή αναφέρει: εκτίσθη ο παρών
οίκος δια συνδρομής και εξόδων του πανοσιωτάτου Καλλινίκου και
Γέρο - Διονυσίου και της συνοδείας αυτών Δαμιανού και
Κωνστάντιου και Διαμαντή. 2 Μαΐου 1796.
Η 12η Ιουνίου, ημέρα της εορτής των Αγίων Ονουφρίου και
Πέτρου Αθωνίτου, είχε καθιερωθεί σαν δεύτερη πανήγυρη του
Κελλιού, ισάξια αυτής της 8ης Σεπτεμβρίου, που τιμάται η Γέννηση
της Θεοτόκου.
Η συνοδία αυτή έκτισε τον δεύτερο όροφο, ανακαίνισε την
εκκλησία, έκτισε τον στάβλο και άνοιξε το πηγάδι.
Στη νοτιοδυτική γωνία του 2ου ορόφου υπάρχει επιγραφή 23
Ιουνίου 1797, στο δάπεδο της εκκλησίας μαρμάρινη πλάκα με
χρονολογία 1814, στη δυτική πλευρά του στάβλου εντοιχισμένη
επιγραφή (1820), ενώ το 1816 έγινε η τακτοποίηση της πηγής που
βρίσκεται δίπλα στο Κελλί και το 1820 κατασκευάστηκε το πηγάδι
δυτικά του Κελλιού.
Το 1816 έγινε η αργυρή επένδυση της θαυματουργής
εικόνας της Παναγίας (1798) που βρίσκεται στο Κελλί, από
καρυώτικο εργαστήριο αργυροχρυσοχοϊας. Το αργυρεπίχρυσο
κάλυμμα της ανωτέρω εικόνας είναι δέηση του Διονυσίου μοναχού
και της συνοδίας του.
Σε αντίγραφο ομολόγου του 1800 (8 Δεκεμβρίου) που
φυλάσσεται στο Κελλί, διαβάζουμε ότι οι Διονύσιος, Δαμιανός και
Κωνστάντιος επλήρωσαν στο Ρωσικό (Ιερά Μονή Αγίου
Παντελεήμονος) 200 γρόσια για αγορά του αρσανά στο περιγιάλι
«…εις τον μύλον υποκάτωθεν μαζί με τον Αβερκιάδων… στην
παραλία του Ρωσικού».
Μετά τον θάνατο του Διονυσίου (1836), Γέροντας έγινε ο
Κωνστάντιος. «Κατά το σωτήριον έτος 1836 Απριλίου 12 ελθών
προς την ημετέραν και Ιεράν Σεβάσμιαν Μονήν του Χιλανδαρίου, ο
οσιώτατος εν μοναχοίς κυρ Κωνστάντιος, ητήσατο παρ' ημών το
116

Κελλείον το επονομαζόμενον Γεννήσεως της Θεοτόκου. Ιδόντες δε
ημείς αυτόν άνδρα τίμιον και ευλαβή, δεδώκαμεν το ρηθέν
Κελλείον εις πρόσωπα τρία. Και πρώτον μεν πρόσωπον υπάρχει ο
ρηθείς κυρ Κωνστάντιος, και δεύτερον ο εν μοναχοίς Γεράσιμος,
και τρίτον έτερος Κωνστάντιος…». Οι ανωτέρω πλήρωσαν για την
έκδοση του ομολόγου του Κελλιού 1.000 γρόσια, το λεγόμενο
τριμερίδιον. Στο ομόλογο αυτό, μαζί με την πλήρη καταγραφή της
κινητής και ακίνητης περιουσίας του Κελλίου, αναφέρεται και το
μετόχι στην περιοχή της Γιοβάνιτσα με 135 ελαιόδενδρα.
Το 1859 Γέροντας γίνεται ο Κωνστάντιος ο μικρός, που ήταν
στη συνοδία του προαναφερθέντος Κωνστάντιου. Στο ομόλογο
παραχώρησης του Κελλιού αναφέρονται σαν υποτακτικοί οι
Δαμιανός και Θεοδόσιος.
Ο ιερομόναχος Θεοδόσιος από το 1865 είναι ο Γέροντας του
Κελλιού. Γνωστός ευρύτατα στο Άγιο Όρος, για πολλά χρόνια
υπήρξε πνευματικός μοναχών σε διάφορα μοναστήρια. Το 1909
έκτισε το διώροφο σπίτι στη Γιοβάνιτσα. Παρέμεινε στο Κελλί μέχρι
την κοίμησή του, το 1925.
Την ίδια χρονιά, το 1925, αναλαμβάνει Γέροντας στο Κελλί
Μαρουδά ο ιερομόναχος Ονούφριος με τους μοναχούς Θεοδόσιο
και Ιωακείμ. Ο Ονούφριος συνέχισε την πολύχρονη παράδοση του
ιερομονάχου Θεοδοσίου με επισκέψεις σε μοναστήρια και κελλιά
καθοδηγώντας πνευματικά όσους του το ζητούσαν. Οι υποτακτικοί
του τον διαδέχτηκαν μετά τον θάνατό του (1957). Ο Θεοδόσιος
1957-1977 (†) και ο Ιωακείμ 1977-1984 (†).
Την δεκαετία του 1960 επισκευάζεται η σκεπή του Κελλιού,
αφαιρούνται οι σχιστόπλακες και τοποθετούνται κεραμίδια, ενώ
ενισχύεται ο λιθόκτιστος σκελετός από οπλισμένο σκυρόδερμα.
Μετά τον θάνατο του Ιωακείμ το 1984, εγκαθίσταται στο
Κελλί, για λίγους μόνο μήνες, μια συνοδία μοναχών από το
χιλιανδαρινό Κελλί Μπουραζέρι, αποκλειστικά για τη φύλαξή του,
μέχρι να έρθει ο νέος Γέροντας με τη συνοδεία του, ο παπα
Θόδωρος, που παραμένει ως το 1986 για να τον αντικαταστήσουν
οι μοναχοί Ευφρόσυνος και Χρύσανθος, οι οποίοι εγκατέλειψαν το
Κελλί το 1991. Το 1985 γίνονται επισκευαστικές εργασίες στην
εκκλησία, η οποία ήταν σε άσχημη κατάσταση.
Από το 1991 Γέροντας του Κελλιού είναι ο ιερομόναχος
Μακάριος, την συνοδία του οποίου αποτελούν ο ιεροδιάκονος
Παύλος (από το 1997), οι μοναχοί Εφραίμ (2006) και Ιωσήφ (2008)
και ο δόκιμος μοναχός Κωνσταντίνος.
Το 2002 ο αποθηκευτικός χώρος κάτωθεν της εκκλησίας
μετετράπη σε ναΐδριο εις μνήμη του Αγίου Νικολάου Πλανά. Το
2003 κτίστηκε ο ξενώνας στον οποίο έγιναν προσθήκες το 2007,
117

χρονιά που μετατράπηκε η αποθήκη χόρτου σε ναΐδριο προς τιμή
της Παναγίας της Τριχερούσας.
ΙΕΡΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟ ΚΕΛΛΙ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ
ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΜΟΛΥΒΟΚΚΛΗΣΙΑ
Ανηφορίζοντας το παλιό μονοπάτι από τις Καρυές για τη
Μονή Βατοπεδίου, βορειοδυτικά της πρωτεύουσας του Αγίου
Όρους, είναι κτισμένο το κελλί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
«Μολυβοκκλησιά», το οποίο ανήκει στη Μονή Χιλιανδαρίου, μέσα
σε μια δασώδη ρεματιά, σε προσήλια τοποθεσία. Κοντά στο κελλί,
που απέχει 30΄ από τις Καρυές, βρίσκονται τα κελλιά Γενέσιον της
Θεοτόκου (Μαρουδά) και Αγίου Δημητρίου, εξαρτηματικά της
Μονής Χιλιανδαρίου. Από τον εξώστη του κελλιού ο προσκυνητής
ατενίζει στα ανατολικά το βόρειο Αιγαίο, ενώ περιμετρικά
περιβάλλεται από κατάφυτο δάσος.

Η επωνυμία Μολυβοκκλησιά οφείλεται στην «αρχαία»
κάλυψη του ναού με πλάκες μολύβδου, μοναδικός τρόπος
επιστέγασης του παρεκκλησίου, πριν εμφανισθούν τα νεόδμητα
ρωσικά. Μια τέτοια επιμελημένη μολυβδοσκέπαστη κατασκευή,
αλλά και το ότι το κελλί είναι «αρχαίον Μονύδριον» πιθανώς να
συνδέεται με τον Άγιο Σάββα αρχιεπίσκοπο Σερβίας, ο οποίος
έζησε για αρκετό διάστημα σε κελλί που αγόρασε, από τον Πρώτο,
στις Καρυές.
Το παλιό κτίριο του κελλιού, το οποίο βρίσκονταν στο αυτό
118

επίπεδο με τον Ναό, ανυψώθηκε και ανακαινίσθηκε το 1801.
Η κτητορική επιγραφή βρίσκεται πάνω από την παλιά
μεσημβρινή είσοδο του παρεκκλησίου και σώζεται όχι σε καλή
κατάσταση. Το κείμενο της επιγραφής είναι στα παλαιοσλαβικά και
η μετάφρασή του έχει ως εξής: «του Πατρός * τη συνεργεία του
Υιού * και τελειότητι Πνεύματος Αγίου * ανηγέρθη και εκτίσθη/ ναός
* της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και
αειπαρθένου Μαρίας * το έτος 7045 * και/ [ετελει]ώθη μηνί
Οκτώβριο * 22η, ημέρα * κύκλου, ηλίου 22 *Σελήνη, 1ο * θεμέ/[λιο]
* Έπαχτα, 6 * ινδικτιών, 15 * δι΄όλα αυτά εκοπίασε ο εν πολλοίς
αμαρτωλός εν Μοναχοίς καθήμενος * εν σχήματι, ο
επονομαζόμενος, Μακάριος και Δημήτριος Γιάνν».
Από την ανάγνωση της επιγραφής συμπεραίνεται ότι οι
Μακάριος και Δημήτριος, οι οποίοι κατάγονταν από το Janjevo του
Κοσσόβου, είναι οι κτίτορες του παρεκκλησίου. Η πρώτη
χρονολογία της κτητορικής ειγραφής αναφέρεται στο έτος
ανέγερσης του παρεκκλησίου, στα 1536/7 και η δεύτερη
χρονολογία στο έτος διακόσμησής του, στα 1541.
Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης αναφέρει για τη Μολυβοκκλησιά: …
ίνα δε ήδη ανέλθη τις εκ του Ναού εις την άνω οροφήν αυτού,
πρέπει ν' αναβή εικοσάδα βαθμίδων κλίμακος. Ο Ναός είναι
αρχαιότατος, ως δείκνυσιν η αρχιτεκτονική αυτού, έχων το σχήμα
μικρού βυζαντινού Ναού σταυροειδούς μετά χορών, ομοίου προς
τα Καθολικά του αγίου Όρους. Είναι δε ιστορημένος ολόκληρος δια
τοιχογραφιών μετ' επιγραφών σλαυϊκών και ιδρύθη επί του οσίου
Σάββα του δομήτορος της Μονής Χιλιανδαρίου, όστις κατόπιν
έκτισε το εν Καρυαίς λεγόμενον Τυπικαριό. Το Ιερόν Βήμα έχει
σχήμα τραπεζοειδές, εν δε τη Προσκομιδή αυτού υπήρχε πλαξ
μικρά, εφ ης ήσαν γεγλυμμένα τα ονόματα των κτητόρων και ην
βέβηλος χειρ απέσπασεν εκείθεν, ου ένεκα εισέτι μένει κενός ο
χώρος εκείνος. Των καλυπτουσών το θολίδιον του Ναού παχειών
εκ μολύβδου πλακών, αίτινες εισιν αρχαιόταται, αφηρέθησαν τινες,
διότι ενείχον και ποσότητά τινα αργύρου, ον ένεκα της ελλείψεως
των τότε χημικών μέσων δεν ηδύναντο να εκκαθάρωσι. Το μήκος
του Ναού είναι 5 μέτρων ως έγγιστα, το δε πλάτος μεταξύ των
χορών 2. Η θύρα του Ναού έκειτο το πριν εν τη μεσημβρινήαυτού
πλευρά, αλλά κλεισθείσα κατά την ανακαίνισιν του κελλίου εύρηται
ήδη εν τω μέσω της δυτικής πλευράς. Επί του ανωφίλου της
παλαιάς θύρας εύρηται επιγραφή σλαυϊκή κατεστραμμένη, καθ' ην
η ζωγραφία εγένετο υπό Δημητρίου τινός τω έτει 7045 (1537)
Ινδικτιώνος Ι΄.
Στη Μολυβοκκλησιά, τα τελευταία 30 χρόνια, μονάζει ο
Γέροντας Χρυσόστομος.
119

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου

Εισαγωγή
Η ξεχωριστή σημασία της αρχιτεκτονικής του Αγίου Όρους
είναι προφανής για όποιον συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητα των
συνθηκών διαμόρφωσής της. Η μακραίωνη ιστορία του εγγυάται
την ύπαρξη σ’ αυτό μνημείων από τα μεσοβυζαντινά χρόνια ως
τον αιώνα που διανύουμε, ενώ οι διαβαθμίσεις συγκρότησης της
μοναστικής ζωής και η ποικιλομορφία των λειτουργιών της έχει
ως φυσική συνέπεια τη μεγάλη ποικιλία των κτισμάτων του. Στη
διατήρηση του μνημειακού αυτού πλούτου καθοριστικό στοιχείο
υπήρξε ο συντηρητισμός της μοναστικής ζωής, η οποία
παραμένει ουσιαστικώς ανεξέλικτη.
Τα κτίσματα του Αγίου Όρους συγκροτούνται στις εξής
κατηγορίες καθιδρυμάτων:
α) Στις είκοσι μονές, που αποτελούν μεγάλα οχυρωμένα
συγκροτήματα, τα οποία συμπληρώνονται από έναν αριθμό
βοηθητικών κτιρίων (εργαστήρια, εργατόσπιτα, κ.λ.π.) στον άμεσο
περίγυρο τους.
β) Στις οκτώ ιδιόρρυθμες σκήτες, που αποτελούν οικισμούς
συγκροτημένους από καλύβες (δηλαδή από μικρές μονάδες
αποτελούμενες από χώρους κατοικίας με ενσωματωμένο ναΐδριο)
στο κέντρο των οποίων βρίσκεται ο κεντρικός ναός της σκήτης, το
λεγόμενον κυριακόν. (Παρόμοια περίπου διάταξη έχουν και οι
Καρυές, η πρωτεύουσα της Αθωνικής Πολιτείας, εδώ όμως τα
περισσότερα κτίσματα είναι μεγαλύτερα από τις καλύβες καθώς
αποτελούν τις έδρες των αντιπροσώπων των μονών).
γ) Στις τέσσερις κοινοβιακές σκήτες που συγκροτούνται
όπως ακριβώς οι μονές, δηλαδή ως κλειστοί μοναστηριακοί
περίβολοι.
δ) Στα ελεύθερα κελλιά, που είναι ανεξάρτητα κτίσματα με
χώρους κατοικίας και ναΐδριο.
ε) Στα ασκηταριά και τα κάθε μορφής ησυχαστήρια που
είναι ανεξάρτητα κτίσματα για την διαβίωση (ενίοτε στοιχειώδη)
μεμονωμένων ατόμων ή πολύ ολιγομελών ομάδων.

120

Οι Μοναστηριακοί Περίβολοι
Τα σημαντικότερα αγιορείτικα καθιδρύματα είναι βέβαια οι
είκοσι μονές. Η αγιορείτικη μονή συγκροτείται όπως ακριβώς και
τα εκτός Αγίου Όρους ορθόδοξα μοναστήρια, δηλαδή ως κλειστός
οχυρωμένος περίβολος, συνήθως τετράπλευρος, στο μέσον του
οποίου βρίσκεται ο καθολικός ναός. Στον άμεσο περίγυρο του
συγκροτήματος της κυρίως μονής βρίσκονται κάποια μικρότερα
βοηθητικά κτίσματα (εργατόσπιτα, εργαστήρια, καθίσματα, κ.λ.π.)
αναλόγως των αναγκών της κάθε μονής. (Ξεχωριστή περίπτωση
αποτελεί εν προκειμένω η μονή Αγ. Παντελεήμονος, στην οποία,
η απότομη αύξηση του αριθμού των μοναχών της μετά τα μέσα
του 19ου αιώνα οδήγησε στην εκτός του αρχικού περιβόλου
επέκτασή της).
Ο οχυρωματικός χαρακτήρας του περιβόλου της
αγιορείτικης μονής εκφράζεται από το ισχυρό εξωτερικό τείχος με
τα μικρά παράθυρα στο άνω μέρος του, την μοναδική και καλά
ασφαλισμένη με βαριά θυρόφυλλα και καταχύστρες είσοδο και τον
υψηλό και ισχυρό πύργο στη μία του γωνία. Στα αρχαιότερα
σωζόμενα τμήματα περιβόλων, όπως π.χ. στο δυτικό τμήμα της
νότιας πλευράς της Μέγιστης Λαύρας, ο οχυρωματικός
χαρακτήρας είναι περισσότερο έκδηλος. Στα νεώτερα τμήματα η
βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας εκφράζεται με την αύξηση
των παραθύρων και του μεγέθους τους, τη δημιουργία κλειστών
και ανοιχτών εξωστών (απλωταριές), τη φροντίδα για κάποια
οργάνωση των όψεων. Το ίδιο λίγο‐πολύ συμβαίνει και στους
πυλώνες: Η διαμόρφωσή τους παύει βαθμιαία να υπακούει
αποκλειστικά στην οχυρωματική λογική και επηρεάζεται ολοένα
και περισσότερο από τη μέριμνα για κάποιο μορφολογικό
αποτέλεσμα, όπως δείχνει η εμφάνιση, στα μέσα του 19ου αιώνα,
των κιονοστήρικτων προστόων, έστω και αν με αυτά μάλλον
αποδυναμώνεται η οχυρωματική συγκρότηση της πύλης.

Τα Καθολικά
Το σημαντικότερο κτίσμα της αγιορείτικης μονής είναι
βέβαια ο καθολικός ναός, το λεγόμενο καθολικόν. Το καθολικόν
δεσπόζει ελεύθερο στο μέσον της αυλής εκφράζοντας με τον
τρόπο αυτό τον κυριαρχικό του ρόλο ως κέντρου της ζωής της
μονής. Βεβαίως
πολλές φορές η μορφολογία του έδαφους και
121

προσφερόμενη οικοδομήσιμη έκταση επηρεάζουν την διάταξη
αυτή, έτσι ώστε σε κάποιες περιπτώσεις, όπως π.χ. στη μονή
Σίμωνος Πέτρας, η δυτική πλευρά του καθολικού να εισχωρεί
στην απέναντι πλευρά και να ενσωματώνεται στα κτίσματά της.
Όσον αφορά την τυπολογία τους τα αγιορείτικα καθολικά ανήκουν
στον λεγόμενο αθωνικό τύπο ναού, που είναι βασικά ο σύνθετος
σταυροειδής εγγεγραμένος τύπος με κάποιες επί πλέον
προσθήκες που αποτελούν τα ειδοποιά του γνωρίσματα. Τα
στοιχεία αυτά είναι κατά πρώτο λόγο οι δύο πλευρικές κόγχες
των χορών, καθώς και ο ευρύχωρος, κιονοστήρικτος συνήθως,
νάρθηκας, η λεγόμενη λιτή, και κατά δεύτερο λόγο τα
παρεκκλήσια που ενίοτε υπάρχουν στα άκρα της λιτής και οι δύο
μικροί περίκεντροι χώροι, τα λεγόμενα τυπικαριά, που σε κάποιες
περιπτώσεις προστίθενται στα άκρα του ανατολικού τοίχου. Ο
κυρίως ναός είναι ένας χώρος τετραγωνικής κάτοψης που
σχηματίζεται από τις τέσσερις καμάρες του σταυρού και τα
ισάριθμα θολοσκεπή γωνιαία διαμερίσματα, στο μέσον του
οποίου δεσπόζει ο μεγάλος τρούλλος στηριγμένος σε τέσσερις
κίονες μέσω τόξων, ενώ στα πλάγια διανοίγονται οι ημικυκλικές
κόγχες των χορών. Το ιερό οριοθετείται από το τέμπλο και
διαθέτει, κατά τα γνωστά, τις τρεις κόγχες (την κεντρική και των
εκατέρωθεν παραβημάτων) και, ενίοτε, τους τρουλλοσκεπείς
χώρους των τυπικαριών στις δύο γωνίες. Δυτικώς του κυρίως
ναού βρίσκεται ο χώρος της λιτής, συχνά το ίδιο μεγάλος όσο και
εκείνος ή ακόμα μεγαλύτερος, με δύο ‐ συνήθως ‐ ή τέσσερις
κίονες και πολυμερή κάλυψη από τρούλλους και θόλους, ενώ σε
μερικά καθολικά η ευρύχωρη λιτή υποκαθίσταται από έναν στενό
εσωνάρθηκα.
Εκατέρωθεν της λιτής, ή μόνο από τη μια πλευρά της,
προστίθενται ένα ή δυο παρεκκλήσια, συνήθως του τύπου του
σταυροειδούς εγγεγραμμένου, συνεπτυγμένου ή όχι. Δυτικώτερα
της λιτής υπάρχει ο εξωνάρθηκας, με ανοιχτή ή κλειστή
τοξοστοιχία στην πρόσοψή του, ενώ ενίοτε μεταξύ αυτού και της
λιτής μεσολαβεί και ένας ακόμη νάρθηκας, στενότερος από την
λιτή και με απλούστερη στέγαση.
H εφαρμογή του αθωνικού τύπου στα αγιορείτικα καθολικά
έχει και αυτή τις εξαιρέσεις της. Καταρχήν είναι βέβαιο πως δεν
ανήκαν πάντοτε όλα τους στον εν λόγω τύπο (αυτό συνέβαινε στο
καθολικό που προϋπήρχε του σημερινού στη Μ. Φιλοθέου)
άλλωστε το βασικό ειδοποιό γνώρισμα του τύπου, δηλαδή η
ύπαρξη πλευρικών κογχών, λείπει από το καθολικό της Μ.
Σταυρονικήτα. Ως επί μέρους διαφοροποιήσεις από τον γενικό
122

τύπο θα μπορούσαν να αναφερθούν ενδεικτικά η απουσία
διαχωριστικών τοίχων μεταξύ κυρίως ναού και λιτής στα καθολικά
των μονών Εσφιγμένου και Αγίου Παύλου και μεταξύ λιτής και
παρεκκλησίων στο καθολικό της μονής Ξηροποτάμου, η ύπαρξη
εισόδων στους χορούς του καθολικού της Μ. Χελανδαρίου, η
ύπαρξη ενός δευτέρου ζεύγους πλευρικών κογχών στο νέο
καθολικό της Μ. Ξενοφώντος. Όμως, παρά την μακραίωνη
εφαρμογή του τύπου, τα καθολικά του 19ου αιώνα δεν
παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από εκείνα των βυζαντινών
χρόνων, έτσι ώστε μπορεί να λεχθεί πως ο αθωνικός τύπος
παρέμεινε ουσιαστικά ανεξέλικτος.
Εξωτερικά τα αγιορείτικα καθολικά χαρακτηρίζονται από την
ομαλή κλιμάκωση των όγκων τους, με τις κόγχες χαμηλά, τις
καμάρες και τις στέγες πιο πάνω και τον μεγάλο τρούλλο να
δεσπόζει ψηλά στο κέντρο, περιβεβλημένος από τους
χαμηλότερους δευτερεύοντες τρούλλους. (Από αυτήν την λογική
φαίνεται να ξεφεύγει κάπως το καθολικό της Μ. Δοχειαρίου με τις
κατακόρυφες αντιρρίδες του και την κυριαρχία της καθ’ ύψος
διάστασης, που του προσδίδουν ένα ύφος δυτικίζον). Όσον
αφορά τη μορφολογία οι όψεις των αγιορείτικων καθολικών
παρουσιάζουν τα γνωστά χαρακτηριστικά της βυζαντινής
ναοδομίας, οργανωμένες συνήθως με ημικυκλικά τυφλά
αψιδώματα, επιχρισμένες ή με εμφανή τοιχοποιία. Το
παραδοσιακό μορφολογικό πλαίσιο εξακολουθεί να κυριαρχεί και
στα μεταβυζαντινά καθολικά, με κάποιες νεωτερικές επιδράσεις
διακριτικά παρούσες μόνον σε επί μέρους μέλη (τουρκομπαρόκ
υπέρθυρα κ.λ.π.) των καθολικών της προεπαναστατικής
ογδονταετίας και εντονότερες (νεοκλασσικίζουσες επιστέψεις
ανοιγμάτων κ.λ.π.), στα καθολικά του προχωρημένου 19ου αιώνα
(Αγ. Παύλου, Κασταμονίτου).
Τα πιο πολλά αγιορείτικα καθολικά είναι αποτέλεσμα
περισσοτέρων της μίας οικοδομικών φάσεων, αν και θα πρέπει
να διευκρινιστεί πως δεν έχουν γίνει ακόμα οι αναγκαίες έρευνες
που θα ξεκαθάριζαν οριστικά το οικοδομικό χρονικό του καθενός
τους. Γενικά πάντως θα μπορούσαμε να πούμε πως από
πλευράς χρονολογικής χωρίζονται σε πέντε ομάδες (τουλάχιστον
όσον αφορά την κύρια οικοδομική φάση του καθενός τους): Στην
πρώτη ομάδα ανήκουν τα καθολικά των μονών Μεγίστης Λαύρας,
Βατοπαιδίου, Ιβήρων και το παλαιό καθολικό της Μ.Ξενοφώντος,
που είναι κτίσματα της μεσοβυζαντινής εποχής. Κτίσματα των
Παλαιολόγιων χρόνων αποτελούν τα καθολικά των μονών
Χελανδαρίου και Παντοκράτορος, που συνιστούν τη δεύτερη
123

ομάδα. Την τρίτη ομάδα αποτελούν τα καθολικά των πρώτων
αιώνων της τουρκοκρατίας, δηλαδή τα καθολικά των μονών
Διονυσίου, Σταυρονικήτα, Καρακάλλου, Δοχειαρίου και Σίμωνος
Πέτρας. Τα καθολικά των μονών Φιλοθέου, Ξηροποτάμου,
Γρηγορίου, Αγίου Παντελεήμονος, Ζωγράφου, Εσφιγμένου,
καθώς και το νέο καθολικό της Μ. Ξενοφώντος, αποτελούν την
ομάδα των καθολικών που κτίσθηκαν κατά την ογδονταετία πρίν
την επανάσταση του ’21.
Την πέμπτη τέλος ομάδα αποτελούν τα καθολικά των
μέσων του 19ου αιώνα, δηλαδή τα καθολικά των μονών Αγ.
Παύλου και Κασταμονίτου.

Τα Κυριακά
Η αρχιτεκτονική των κυριακών, δηλαδή των κεντρικών ναών
των σκητών, ακολουθεί σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά της
αρχιτεκτονικής των καθολικών. Από τον γενικό αυτό κανόνα θα
πρέπει να εξαιρεθούν τα κυριακά που οικοδομήθηκαν μετά τα
μέσα του 19ου αιώνα σε κοινοβιακές σκήτες με αλλοεθνείς
μοναστικές αδελφότητες (π.χ. στη σκήτη Αγ. Ανδρέου Καρυών),
τα οποία απηχούν τα χαρακτηριστικά της ανατολικοευρωπαϊκής
ναοδομίας της εποχής. Τα υπόλοιπα είναι κτίσματα που
χρονολογούνται κυρίως στον 17ο και ‐ ιδιαίτερα ‐ στον 18ο αιώνα,
ενώ υπάρχουν και κυριακά των βυζαντινών χρόνων (κυριακόν της
Βατοπαιδινής σκήτης του Αγ. Δημητρίου). Από τυπολογική και
μορφολογική άποψη τα παραδοσιακά κυριακά ανήκουν και αυτά
στον αθωνικό τύπο, ενίοτε με κάποιες απλουστεύσεις και τάσεις
αποδέσμευσης σε σχέση με τον πλήρη τύπο που ακολουθούν τα
καθολικά.

Τα Παρεκκλήσια
Τα παρεκκλήσια αποτελούν μια ιδιαίτερα πολυπληθή ομάδα
κτισμάτων στο Άγιον Όρος, άλλοτε ως αυτοτελή κτίσματα, και
άλλοτε ενταγμένα σε ευρύτερα οικοδομικά συγκροτήματα
(μοναστηριακές πτέρυγες, πύργους, κελλιά, αρσανάδες κ.λ.π.). Η
ένταξη σε πτέρυγες μονών συχνά γίνεται κατά ζεύγη, υπό την
μορφή των συστοίχων επαλλήλων ναϊδρίων, σε δύο
συνεχομένους ορόφους, πράγμα που οφείλεται στην ανάγκη
έδρασης των φερόντων τοίχων των τρουλλαίων παρεκκλησίων
του τελευταίου ‐ αναγκαστικά ‐όροφου απ΄ευθείας στο έδαφος,
έτσι ώστε να προκύπτει στην χαμηλότερη στάθμη ένας
παρόμοιος χώρος.
Από τυπολογική άποψη η πλειοψηφία των παρεκκλησίων
ανήκει στον συνεπτυγμένο σταυροειδή εγγεγραμένο τύπο. Στον
124

τύπο αυτό τα υποστυλώματα εφάπτονται στους πλευρικούς
τοίχους ως παραστάδες, έτσι ώστε ολόκληρος ο χώρος του
κυρίως ναού να καλύπτεται από τον τρούλλο, συνήθως
ατύμπανο. Το ‐συχνά άκογχο‐ ιερό είναι καμαροσκεπές, όπως
και η μικρή λιτή στα δυτικά. Διακρίνονται αρκετές παραλλαγές του
τύπου, ανάλογα με το αν υπάρχουν ή όχι χοροί, τύμπανο στον
τρούλλο, διαφοροποιήσεις στον τρόπο στέγασης της λιτής, κ.λ.π.
Χαρακτηριστικό στοιχείο πολλών παρεκκλησίων αποτελεί το
κομψό τρίβηλο που σχηματίζεται από δύο κίονες για τον
διαχωρισμό του κυρίως ναού από τη λιτή. Εκτός των
συνεπτυγμένων
σταυροειδών
εγγεγραμένων
κτισμάτων
υπάρχουν ακόμη παρεκκλήσια αθωνικού τύπου (Κουκουζέλισσα
Μ. Λαύρας), μονόχωρα καμαροσκεπή, ξυλόστεγα, καθώς και
κάποιοι σπάνιοι τύποι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως π.χ. ο
σύνθετος ψευδοτρίκογχος τύπος με οκταγωνική στήριξη τρούλλου
(κελλιωτικός ναός Αγ. Αντωνίου ‐Αγ. Ανδρέου στην σκήτη Αγ.
Ανδρέου Καρυών). Τις περισσότερες φορές πρόκειται για
κτίσματα με ταπεινή εξωτερική εμφάνιση, με απλούς τοίχους από
αργολιθοδομή και πλακοστεπή στέγη διογκωμένη από τον
κρυμμένο, ατύμπανο συνήθως, τρούλλο. Τα μόνα στοιχεία που
προσδίδουν κάποια αίσθηση ποικιλίας είναι τα παράθυρα με τις
πλίνθινες τοξωτές επιστέψεις, τα απλά κεραμοπλαστικά των
όψεων, τα πλίνθινα οδοντωτά ή κοιλόκυρτα γείσα.
Λιγώτερο φτωχό είναι βέβαια το σύνολο όταν υπάρχουν
υπέρστεγοι τρούλλοι ή κόγχες. Τα καλύτερα δείγματα του είδους
εντοπίζονται γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του
19ου αιώνα (π.χ. Τίμια Ζώνη Βατοπαιδίου, Αγ. Γεώργιος
Ξηροποτάμου) όταν δηλαδή το γνωστό λαϊκό‐μπαρόκ ύφος της
εποχής φτάνει στο αποκορύφωμά του, ενώ στα οψιμότερα από
αυτά αρχίζουν να διαφαίνονται οι πρώτες επιδράσεις του
νεοκλασσικισμού εδώ οι όψεις γίνονται εξαιρετικά προσεγμένες,
με πλινθοπερίκλειστη λαξευτή τοιχοποιία, ολολάξευτα θυρώματα,
επιμελημένα γείσα. Αντίθετα σε άλλα παρεκκλήσια το εξωτερικό
παραμένει σχετικά απλό και το ενδιαφέρον εντοπίζεται στο
εσωτερικό του κτίσματος, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνονται
ενίοτε συνθέσεις πραγματικά υψηλής αισθητικής στάθμης, όπως
στον ναό του Αγ. Αντωνίου‐Αγ. Ανδρέου στη σκήτη του Αγ.
Ανδρέου Καρυών.
Από χρονολογική άποψη τα αγιορείτικα παρεκκλήσια
καλύπτουν ολόκληρη την περίοδο οργανωμένης μοναστικής ζωής
του τόπου. Ετσι υπάρχουν παρεκκλήσια των μεσοβυζαντινών
χρόνων (παρεκκλήσιο της Κουράς στη Μεγίστη Λαύρα), της
125

παλαιολόγιας
εποχής
(παλαιός
κοιμητηριακός
Μ.
Παντοκράτορος), των πρώτων αιώνων της τουρκοκρατίας (Αγ.
Γεώργιος στην Προβάτα), όμως η μεγάλη πλειοψηφία των
κτισμάτων είναι κτίσματα της εκατονταετίας από τα μέσα του
18ου αιώνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα, που αποτελεί γενικότερα
την περίοδο ακμής της ναοδομίας ολόκληρου του ελλαδικού
χώρου.

Οι Τράπεζες
Όπως επιβάλλει η λειτουργική τάξη μιας ορθόδοξης μονής,
η αγιορείτικη τράπεζα βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με το
καθολικό, έτσι ώστε η απόσταση μεταξύ των εισόδων τους να
είναι η ελάχιστη δυνατή. Όταν η έκταση της μονής το επιτρέπει, η
τράπεζα αποτελεί ανεξάρτητο κτίριο (π.χ. Μ. Μ. Λαύρας),
διαφορετικά ‐όπως συνήθως συμβαίνει‐ η τράπεζα εντάσσεται

στην πλησιέστερη προς το καθολικό πτέρυγα. Από
πλευράςτυπολογικής οι τράπεζες θα μπορούσαν να χωριστούν σε
δύο κατηγορίες: Σ’ εκείνες που συνίστανται σε μία επιμήκη
ορθογωνική ‐ενίοτε τρίκλιτη‐ αίθουσα (π.χ. Μ. Φιλοθέου) και σʹ
εκείνες στις οποίες ο εν λόγω χώρος διασταυρώνεται καθέτως με
έναν παρόμοιο μικρότερο, έτσι ώστε να προκύπτει μια αίθουσα
σχήματος Τ (π.χ. Μ. Διονυσίου) ή σταυρού (π.χ. Μ. Βατοπαιδίου).
Στην απόληξη της μιας στενής πλευράς (ενίοτε και των άλλων)
διαμορφώνεται η κόγχη με το ηγουμενικό τραπέζι, άλλοτε
προεξέχουσα, άλλοτε εγγεγραμμένη στο πάχος του τοίχου. Από
μορφολογική άποψη είναι προφανές ότι το ενδιαφέρον
εντοπίζεται κυρίως σε τράπεζες που αποτελούν ανεξάρτητα
126

κτίρια ή διαθέτουν κάποιες προβεβλημένες όψεις, έτσι ώστε να
δίνεται η ευκαιρία για επιμελημένες μικτές τοιχοποιίες (Μ.
Βατοπαιδίου), η αψιδωτή διάρθωση (Μ. Δοχειαρίου). Η διάπλαση
του εσωτερικού χώρου είναι απλή, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον
να επικεντρώνεται στα περίτεχνα ταβάνια (Μ. Βατοπαιδίου) και,
βεβαίως, στην τοιχογράφηση, ενώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο
είναι και τα μαρμάρινα τραπέζια στις τράπεζες των μονών Μ.
Λαύρας και Βατοπαιδίου. Η τράπεζα της Μ. Μ. Λαύρας (1527),
ενδεχομένως βασισμένη σε αντίστοιχο μεσοβυζαντινό κτίσμα,
είναι η πιο ενδιαφέρουσα από τις αγιορείτικες τράπεζες, ενώ
επίσης παλιές (της πρώϊμης τουρκοκρατίας) είναι και αρκετές
άλλες, όπως π.χ. της Μ. Φιλοθέου (1540), οι περισσότερες όμως
είναι κτίσματα του 18ου και του 19ου αιώνα.

Οι Πτέρυγες του Περιβόλου
Οι μοναστηριακές πτέρυγες περιλαμβάνουν χώρους που
καλύπτουν τις διάφορες ανάγκες της μονής, ενσωματώνοντας
συνήθως και κτίρια ειδικών λειτουργιών, που ενίοτε είναι
ανεξάρτητα, όπως η τράπεζα ή το μαγειρίο, έτσι ώστε τα
καθολικά και οι φιάλες να είναι τα μόνα κτίσματα που
παραμένουν πάντοτε ανεξάρτητα, τουλάχιστον όσον αφορά τη
σημερινή συγκρότηση των αγιορείτικων μοναστηριών. Το ισόγειο
και το υπόγειο χρησιμοποιούνται συνήθως για την αποθήκευση
διαφόρων ειδών (τροφίμων, κρασιού, λαδιού, κ.λ.π.) ενώ οι
υπόλοιποι όροφοι καταλαμβάνονται από τους διάφορους χώρους
μονίμης κατοικίας (δωμάτια μοναχών, γηροκομεία, νοσοκομεία),
τους χώρους των διοικητικών λειτουργιών (συνοδικό, γραφεία,
ηγουμενείο), καθώς και τους χώρους για την υποδοχή και τη
φιλοξενία των επισκεπτών (αρχοντορίκια). Ανάλογα με τις
ανάγκες της εκάστοτε συγκεκριμένης χρήσης υπάρχουν επί
πλέον και οι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι (κουζίνες,
αποχωρητήρια, κ.λ.π.), όπως βεβαίως και παρεκκλήσια.
Ανάλογα με τη συγκεκριμένη διάταξη των δωματίων στους
ορόφους η προσπέλαση γίνεται είτε ‐συνήθως‐μέσω επάλληλων
στοών που καταλαμβάνουν την εσωτερική πλευρά του κτιρίου,
είτε μέσω εσωτερικών διαδρόμων κατά μήκος του κεντρικού
άξονα. Εννοείται, βέβαια, πως πέρα από αυτά που ισχύουν
γενικά υπάρχουν πολλές παραλλαγές, ανάλογα με την εκάστοτε
συγκεκριμένη χρήση. Καταρχήν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως
οι μακρόχρονες περίοδοι ιδιορρυθμίας πολλών μονών είχαν ως
αποτέλεσμα διαφοροποιήσεις και στα ενδιαιτήματα των μοναχών,
τα οποία, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, διαμορφώθηκαν σε πολύχωρα
127

διαμερίσματα, αντί των απλών μονόχωρων των κοινοβίων. Όσον
αφορά τις πτέρυγες διαμονής των μοναχών που έχουν ανάγκη
περίθαλψης (νοσοκομεία, γηροκομεία), αυτοί παλαιότερα
συνίσταντο σε έναν ενιαίο χώρο με εστία στο κέντρο, ενώ στο
όψιμο παράδειγμα του νοσοκομείου της Μονής Βατοπαιδίου
(1860) συγκροτείται ξεχωριστή πτέρυγα με τα δωμάτια
διατεταγμένα γύρω από μικρή αυλή.
Σχετικά με τα αρχονταρίκια θα μπορούσε ειδικώτερα να
σημειωθεί πως αυτά καταλαμβάνουν συνήθως έναν ή δύο
όροφους κάποιας από τις πτέρυγες που βρίσκονται κατά το
δυνατόν κοντά στην είσοδο της μονής. Τα δωμάτιά τους τις
περισσότερες φορές διατάσσονται εκατέρωθεν ενός διαδρόμου,
και περιλαμβάνουν συνήθως 2‐4 κρεββάτια, ή και πολύ
περισσότερα (μέχρι και 12), αναλόγως του προσφερόμενου
χώρου, ενώ τα δωμάτια των επίσημων επισκεπτών (επισκόπων,
κ.λ.π.) είναι μονόκλινα. Κοντά στην είσοδο του αρχονταρικού
υπάρχει πάντοτε η αίθουσα υποδοχής, με ευρύχωρο καθιστικό,
και η κουζίνα για την προετοιμασία του απαραίτητου κεράσματος,
καθώς και μια μικρή τραπεζαρία για το ενδεχόμενο παροχής ενός
προχείρου γεύματος. Τα αρχονταρίκια των μονών Δοχειαρίου
(σωζόταν ως πρόσφατα) και Μ. Λαύρας δίνουν μια αυθεντική
εικόνα πολλών στοιχείων του εσωτερικού των χώρων αυτών κατά
τον όψιμο 18ο αιώνα, ενώ στις υπόλοιπες μονές η διαμόρφωση
των αρχονταρικιών είναι νεώτερη.
Όσον αφορά τέλος τα αποχωρητήρια των μοναστηριακών
πτερύγων ‐όπως τουλάχιστον δείχνουν κάποια σχετικώς παλιά
παραδείγματα‐ οργανώνονται σε επάλληλες κατά όροφο
συστοιχίες συγκροτημένες συνήθως σε μικρές πυργοειδείς
κατασκευές που εξέχουν από το τείχος της μονής.
Όσον αφορά τη μορφή των πτερύγων, οι εξωτερικές όψεις
στα παλαιότερα παραδείγματα ήταν συμπαγείς και αδιάπλαστες,
με έντονα οχυρωματικό χαρακτήρα, ελάχιστο ή καθόλου
διάκοσμο και χωρίς μορφολογική φροντίδα. Στην προς την αυλή
πλευρά των πτερύγων οι όψεις πριν από τον 17ο αιώνα φαίνεται
πως διαμορφώνονται σε επάλληλες συνεχείς σειρές ξύλινων
εξωστών φερόμενων επί πεσσών ή ξύλινων υποστυλωμάτων.
Από τα μεσα του αιώνα αρχίζουν να επικρατούν οι όψεις με τις
επάλληλες πλίνθινες τοξοστοιχίες σε τοίχους από αργολιθοδομή
με κεραμοπλαστικά. Κατά τον 18ο αιώνα η εφαρμογή των στοών
με τοξοστοιχίες γενικεύεται και ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος των
τοιχοποιιών τους εμπλουτίζεται. Από τις αρχές του 19ου αιώνα
φαίνεται να επικρατούν βαθμιαία οι όψεις που διαρθρώνονται από
128

τα τυφλά αψιδώματα των κλειστών τοξοστοιχιών, με σειρές
δωματίων και στις δύο πλευρές των κτιρίων, ενώ αντί των
αργολιθοδομών συνηθίζονται οι τοιχοποιίες με ημιλάξευτους
λίθους και χρήση πλίνθων.
Κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια η χρήση των αμιγών
ημιλάξευτων ή και πλήρως λαξευτών λιθοδομών επεκτείνεται και
αρχίζουν να εμφανίζονται επιρροές από τη λόγια αρχιτεκτονική
της εποχής, ενώ σημειώνονται και κάποιες επιδράσεις του
νεοκλασσικισμού σε επί μέρους στοιχεία των κτιρίων (θυρώματα,
επιστέψεις παραθύρων, κ.λ.π.). Τέλος στο δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα η αθρόα εισροή Ρώσων μοναχών αρχίζει να εκφράζεται
ολοένα και περισσότερο και στην αρχιτεκτονική, μεταφέροντας τα
αντίστοιχα πρότυπα, τόσο στον μορφολογικό και κατασκευαστικό
τομέα, όσο και στην αύξηση του μεγέθους των κτιρίων.

Τα Μαγειρεία

Τα μαγειρεία των αγιορείτικων μονών άλλοτε είναι
ενταγμένα σε πτέρυγες και άλλοτε αποτελούν ανεξάρτητα κτίρια
(π.χ. Μ. Μ. Λαύρας), που βρίσκονται πάντοτε σε μικρή απόσταση
από τις τράπεζες. Πρόκειται για μικρά κτίσματα, τετραγωνικής
συνήθως κάτοψης, στεγασμένα, μέσω τόξων και λοφίων, με
τετραγωνική ή οκταγωνική πυραμιδοειδή κάλυψη από πλίνθους,
στο κέντρο της οποίας υψώνεται το ψηλό τύμπανο της
καπνοδόχου, που φέρει ανοίγματα για την έξοδο του καπνού και
129

καλύπτεται από ημισφαιρικό θόλο. Στο κέντρο του εσωτερικού,
που φωτίζεται από μικρά παράθυρα διανοιγμένα σε αρκετό ύψος
από το δάπεδο, βρίσκεται η εστία, με μικρό γερανό για την
μετακίνηση της χύτρας. Διασώζονται αρκετά παραδοσιακά
μαγειρία (π.χ. Μ. Μ. Λαύρας, Μ. Χελανδαρίου), όλα τους κτίσματα
των χρόνων της τουρκοκρατίας.
Ο
οχυρωματικός
χαρακτήρας
των
βασικώτερων
αγιορείτικων συγκροτημάτων καθιστά τους πύργους ουσιαστικό

στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους. Υπάρχουν πύργοι τόσο των
βυζαντινών (π.χ. Πύργος Μιλούτιν στη Μ. Χελανδαρίου) όσο και
των
μεταβυζαντινών
χρόνων.
Πρόκειται
για
κτίσματα
τετραγωνικής κάτοψης, δομημένα με αργολιθοδομή, οι τοίχοι των
οποίων συνήθως είναι επίπεδοι, ενώ άλλοτε διαμορφώνονται με
ισχυρές συμφυείς αντιρρίδες (π.χ. Πύργος στο Μανδράκι της Μ.
Μ. Λαύρας). Συνήθως είναι ενταγμένοι σε κάποιο μεγαλύτερο
συγκρότημα (μονή, αρσανάς, κ.λ.π.) και κατά κανόνα
περιλαμβάνουν στο ισόγειο αποθηκευτικούς χώρους, ενώ στους
ορόφους υπάρχει παρεκκλήσι και χώροι κατοικίας για τη διαμονή
των ειδικών διακονητών που διέμεναν εκεί σε μόνιμη, λίγο‐πολύ,
βάση (π.χ. οι αρσανάρηδες στους πύργους των αρσανάδων). Οι
όψεις των κατωτέρων ορόφων διαμορφώνονται ‐για λόγους
ασφαλείας‐ χωρίς ανοίγματα, αλλά και στους πιο πάνω ορόφους
τα ανοίγματα είναι λίγα και μικρά. Στην υψηλότερη στάθμη
δημιουργούνται αβαθείς κτιστοί εξώστες, οι λεγόμενες
καταχύστρες, άλλοτε μεμονωμένοι και άλλοτε συνεχείς, που
φέρουν οπές στο δάπεδό τους για την υποβοήθηση της άμυνας
130

έναντι των πολιορκητών. Οι καταχύστρες, όπως και οι τοξωτές
διαμορφώσεις που συνήθως τις επιστέφουν, καθώς επίσης και οι
απαραίτητες επάλξεις της άνω απόληξης των τοίχων,
προσδίνουν, στους κατά τα άλλα βαρείς και ακόσμητους
πύργους, μια αίσθηση ποικιλίας και κάποιο μορφολογικό
ενδιαφέρον.

Οι Φιάλες
Οι φιάλες αποτελούν τα κομψότερα αρχιτεκτονήματα των
αγιορείτικων μονών. Βρίσκονται συνήθως δυτικώς του καθολικού.
Πρόκειται για μικρά κυκλοτερή κτίσματα, στεγασμένα από έναν
πλινθόκτιστο ημισφαιρικό τρούλλο, που φέρεται, μέσω
πλινθόκτιστων επίσης τόξων, από οκτώ μαρμάρινους κιονίσκους.
Τα μεταξύ των κιόνων διάκενα φράσσονται από μαρμάρινα
θωράκια, εκτός από δύο αντιδιαμετρικώς τοποθετημένα, που
αφήνονται ανοικτά για να γίνεται δυνατή η προσπέλαση στο
εσωτερικό, όπου βρίσκεται το αναβρυτήριο στο κέντρο της
λεκάνης του αγιασμού, κατασκευασμένα και αυτά από λευκό
μάρμαρο. Το όλο συγκρότημα πατά πάνω σε κρηπίδωμα δύο ‐
τριών αναβαθμών. Η κυριώτερη παραλλαγή του τύπου απαντάται
στη φιάλη της Μ. Βατοπαιδίου, η οποία έχει δύο σειρές κιόνων.
Τοιχογραφίες κοσμούν ενίοτε το εσωτερικό των τρούλλων τους. Η
παλαιότερη από τις αγιορείτικες φιάλες βρίσκεται στη μονή Μ.
Λαύρας (κτίσμα ανοικοδομημένο στα 1634, που διατηρεί και
κάποια μέλη των βυζαντινών χρόνων), ενώ οι περισσότερες από
τις υπόλοιπες είναι δημιουργήματα της εκατονταετίας 1750 ‐1850.

Οι Κρήνες
Οι κρήνες του Αγίου Όρους βρίσκονται τόσο εντός, όσο και
εκτός των μοναστηριακών περιβόλων, σε διάφορες θέσεις,
συνήθως αμέσως έξω από τους μοναστηριακούς πυλώνες.
Από πλευράς τυπολογικής μπορούν να διακριθούν σε δύο
βασικές κατηγορίες, τις απλές και τις στεγασμένες. Οι απλές
αποτελούνται βασικά από έναν τοίχο με δίρριχτη, αετωματική
συνήθως, απόληξη, μπροστά στον οποίο βρίσκεται η
ορθογωνική, μαρμάρινη ή λίθινη, λεκάνη για το νερό. Η όψη της
κρήνης διαρθρώνεται από ένα αβαθές, απλό ή πολλαπλό, τόξο,
συνήθως οξυκόρυφο. Από το κέντρο του τυμπάνου εξέχει ο
μεταλλικός κρουνός, πάνω από τον οποίο ‐ η εκατέρωθεν αυτού ‐
διανοίγεται μικρό κογχάριο για την εναπόθεση του κυπέλλου.
Πολύ πιο μεγαλοπρεπείς είναι βέβαια οι στεγασμένες κρήνες, για
την διαμόρφωση των οποίων δημιουργείται μπροστά στον τοίχο
131

με τον κρουνό ένα προστώο με δύο κίονες, που στεγάζεται ‐
μέσω μεγάλων τόξων ‐ από ημισφαιρικό τρούλλο και οριοθετείται
στα πλάγια με πεζούλια.
Πολύ συχνά η κατασκευή των κρηνών είναι ιδιαίτερα
προσεγμένη, δομημένη από λαξευτή λιθοδομή, πλινθοδομή, ή
μικτή τοιχοποιία, με οδοντωτά ή κοιλόκυρτα γείσα, εντοιχισμένες
ανάγλυφες πλάκες από λίθο ή μάρμαρο, περίτεχνους κρουνούς
σε μορφή λεοντοκεφαλής, κ.λ.π., ενώ στις ‐ ιδιαίτερα πολυτελείς ‐
στεγασμένες κρήνες υπάρχουν επιπλέον οι κομψοί μαρμάρινοι
κιονίσκοι με τα συνήθως ανάγλυφα κιονόκρανα, καθώς και οι
τοιχογραφίες που ενίοτε κοσμούν το εσωτερικό των τρούλλων
τους (π.χ. Μ. Καρακάλλου). Από πλευράς χρονολογικής οι
αγιορείτικες κρήνες είναι δημιουργήματα των χρόνων της
τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα της όψιμης, γιʹ αυτό και η μορφολογία
τους χαρακτηρίζεται κυρίως από το γνωστό λαϊκό ‐μπαρόκ ύφος
της εποχής. Μεταξύ των πολλών αξιόλογων περιπτώσεων θα
μπορούσαν ενδεικτικώς να αναφερθούν οι στεγασμένες κρήνες
των μονών Καρακάλλου (1801) και Κουτλουμουσίου (1816).

Οι Αρσανάδες

Αρσανάς είναι το παράκτιο κτιριακό συγκρότημα που
καλύπτει τις λειτουργίες της διά θαλάσσης διακινήσεως ειδών και
προσώπων της μονής. Έτσι το συγκρότημα περιλαμβάνει
καραβοστάσιο, αποθηκευτικούς χώρους και χώρους κατοικίας,
οργανωμένους με την οχυρωματική λογική που επέβαλλε η
ανασφάλεια των παλαιοτέρων εποχών. Το καραβοστάσιο
συνίσταται σε έναν επιμήκη χώρο με μεγάλη τοξωτή είσοδο, που
132

διανοίγεται πάντοτε στην προς τη θάλασσα στενή πλευρά του,
έτσι ώστε να είναι ευχερής η, μέσω σκάρας, ανέλκυση ή
καθέλκυση των πλοιαρίων προς και από το εσωτερικό του.
Πάνω από το καραβοστάσιο υψώνεται οχυρός πύργος, που
περιλαμβάνει, κατά τα γνωστά, οχυρωματικές εγκαταστάσεις,
χώρους κατοικίας, παρεκκλήσι, και αποθηκευτικούς χώρους.
Αρχαιότερος από τους αρσανάδες του Αγίου Όρους είναι ο
αρσανάς της Μ. Βατοπαιδίου (1496), το μεγαλύτερο όμως
ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αρσανάς της μονής Ιβήρων (1625) με
τον επιβλητικό πύργο του.

Τα Κελλιά
Ένα κελλί αποτελείται από τους χώρους διαβίωσης και το
απαραίτητο ναΐδριο, που συγκροτούνται σε ένα ενιαίο οικοδομικό
σύνολο. Η μεγάλη πλειοψηφία των κελλιών, τα οποία ανέρχονται
σε αρκετές εκατοντάδες, οικοδομήθηκε κατά διάστημα 1750 ‐
1900, δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις με πυρήνα που ανήκει
σε παλαιότερες εποχές, ακόμα και στη βυζαντινή περίοδο,
προερχόμενα από μονύδρια που έγιναν εξαρτήματα των
μεγαλυτέρων μονών (π.χ. το παντοκρατορινό κελλί του
Ραβδούχου έξω από τις Καρυές).
Τις περισσότερες φορές πρόκειται για ένα λιθόκτιστο
ορθογωνικό κτίσμα με ισόγειο και όροφο, από την ανατολική
πλευρά του οποίου εξέχει τμήμα του ναϊδρίου (συνήθως
συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου τύπου). Το ισόγειο
είναι συνήθως ένας ενιαίος χώρος για αποθηκευτικές και
παραγωγικές χρήσεις, ενώ ο όροφος περιλαμβάνει δύο σειρές
δωματίων διαχωρισμένων με ξυλόπηκτους τοίχους (κοιτώνες,
αρχονταρίκια, κ.λ.π.), που διατάσσονται εκατέρωθεν ενός
διαδρόμου, ο οποίος ενίοτε έχει αυξημένο πλάτος, ώστε να
χρησιμοποιείται ως πολύχρηστος χώρος. Η βασική αυτή διάταξη
συμπληρώνεται κατά κανόνα με τον απαραίτητο ξύλινο εξώστη
(απλωταριά), ο οποίος μερικές φορές αναπτύσσεται σε όλο το
μήκος του κτιρίου, αντικαθιστώντας τον διάδρομο προσπέλασης,
οπότε οι χώροι διατάσσονται στη μία πλευρά του παρατακτικά
(εννοείται πως εκτός από τις βασικές αυτές διατάξεις υπάρχουν
και οι παραλλαγές τους). Παρά το ότι τα κελλιά είναι συνήθως
μάλλον ταπεινά κτίσματα, εν τούτοις δεν θα μπορούσε να λεχθεί
ότι στερούνται μορφολογικού ενδιαφέροντος, τουλάχιστον όσον
αφορά τα στοιχεία του εσωτερικού τους χώρου (περίτεχνα
ταβάνια, ταμπλαδωτά θυρόφυλλα θυρών και ντουλαπιών, κτιστές
σόμπες, κ.λ.π.) ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις ιδιαίτερα
133

πολυτελών κελλιών με χώρους που εντυπωσιάζουν για την
υψηλή ποιότητα της αρχιτεκτονικής τους.
Βιβλιογραφία
• Ορλάνδος Αν., Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Αθήνα 1927 (β΄ έκδ. 1958)
• Μυλωνάς Π., «Η Αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους», Νέα Εστία τ. 875/1963, σσ. 189‐















207
Mylonas P., «Le plan initial du catholicon de la Grande Lavra au Mont Athos et la
gouese du
type du catholicon Athonite», Cahiers Archeologiques, 32/1984, σσ. 89‐112
Mylonas P., «Le etapes successives de construction du Protaton au Mont Athos»,
Cahiers
Archeologiques, 28/1979, σσ. 143‐160
Μυλωνάς Π., «Παρατηρήσεις στο καθολικό Χελανδαρίου», Αρχαιολογία 14/1985, σσ.
64‐83.
Mylonas P., «La trapeza de la Grande Lavra au Mont Athos», Cahiers
Archeologiques, 35/1987,
σσ. 143‐157
Θεοχαρίδης Πλ., «Εισαγωγή στην αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους», Ελληνική
παραδοσιακή αρχιτεκτονική‐ Άγιον Όρος, Αθήνα 1991, σσ. 9‐14.
Θεοχαρίδης Πλ., «Οι πτέρυγες κατοικίας στα αγιορείτικα μοναστήρια, 1500‐1900»,
Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική ‐ Άγιον Όρος, Αθήνα 1991, σσ. 15‐32
Θεοχαρίδης Πλ., «Παραδειγματικές κατοικίες σε αγιορείτικα οχυρά, πύργους και
εξωμοναστηριακά κελλιά», Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική ‐ Άγιον Όρος,
Αθήνα 1991, σσ. 33‐38
Πλ. Θεοχαρίδης ‐ Μ. Πολυβίου, «Το αρχονταρίκι και η φιλοξενία στα μοναστήρια του
Αγίου Όρους», Αρχαιολογία 3/1982, σσ. 27‐37
Μ. Πολυβίου ‐ Πλ. Θεοχαρίδης, «Τα καθολικά των μονών του Αγίου Όρους»,
ΚΕΔΑΚ‐Λεύκωμα 1986, Θεσσαλονίκη 1986
Πολυβίου Μ., «Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους», Μακεδονία,
Θεσσαλονίκη 1992, τόμ., Α΄, σσ. 196‐203
Πολυβίου Μ., «Η αρχιτεκτονική των μεταβυζαντινών αγιορειτικών καθολικών»,
Πολιτιστική κληρονομιά και αρχιτεκτονική παράδοση στο Άγιο Όρος ‐ Χρονικά της
Χαλκιδικής, Γ΄ Διεθνές Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 113‐117
Πολυβίου Μ., «Σχεδιασμός και κατασκευή στη ναοδομία του 18ου αι ‐ η περίπτωση
του καθολικού της μονής Ξηροποτάμου», Μνημείο κα περιβάλλον, 2/1994, σσ. 83‐90
Στεφάνου Στ., «Μικρή μη μοναστική αρχιτεκτονική και σύνολα στο Άγιον Όρος»,
Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική ‐ Άγιον Όρος, Αθήνα 1991, σσ. 57‐70
Φουντάς Π., «Η αρχιτεκτονική των αγιορειτικών κελλιών», Ελληνική παραδοσιακή
αρχιτεκτονική ‐ Άγιον Όρος, Αθήνα 1991, σσ. 39‐56.

Η Ζωγραφική Στο Άγιον Όρος
Αν και με τον όρο ζωγραφική συνήθως εννοούμε την τέχνη
που απεικονίζει μορφές στους τοίχους, για το Άγιον Όρος δεν
ισχύει το ίδιο. Εδώ εκτός από τις τοιχογραφίες που καλύπτουν το
εσωτερικό των Ναών και των Τραπεζών ‐ των χώρων δηλαδή
που χρησιμοποιούν οι μοναχοί για τα κοινά γεύματα ‐ η τέχνη της
134

ζωγραφικής απλώνεται και στις φορητές λατρευτικές εικόνες και
το πιο χαρακτηριστικό στα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Με
άλλα λόγια, κάθε επιφάνεια που συμμμετείχε στην λατρευτική
ζωή, μπορούσε να ζωγραφιστεί, άσχετα αν ήταν τοίχος, ξύλο ή
περγαμηνή και χαρτί. Έτσι μια μεγάλη ποικιλία έργων τέχνης
ζωγραφικής που διασώθηκαν στο Άγιον Όρος σε απίστευτα
μεγάλους αριθμούς, έρχεται να καλύψει τις γνώσεις μας για τον
μεσαιωνικό κόσμο της δεύτερης χιλιετίας. Γιατί είναι αλήθεια ότι
πολλές φορές από το παρελθόν γνωρίζουμε μόνον λίγα
πράγματα και προσθέτοντας πολύ φαντασία προσπαθούμε να
αναπαραστήσουμε την ζωή που πέρασε. Δεν συμβαίνει όμως το
ίδιο και με το Όρος, καθώς εκεί έχουν διασωθεί μεγάλοι αριθμοί
έργων και κειμηλίων από τα οποία με ασφάλεια μπορεί κανείς να
γνωρίσει το παρελθόν.
Η ζωγραφική στους τοίχους, η τοιχογραφία, διασώζει στο
Όρος παραδείγματα σε έκταση χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων,
αριθμός που ακούγεται και είναι στην πραγματικότητα απίστευτος.
Έργα αιώνων συσωρεύθηκαν στους τοίχους των εκκλησιών και
των λοιπών κτισμάτων, δημιουργήματα πίστης αλλά και
οικονομικής δύναμης σε καιρούς πολλές φορές χαλεπούς.
Το παλαιότερο δείγμα αυτής της τέχνης στο Άγιον Όρος
(γύρω στα 1200) είναι οι μορφές των πρωτοκορυφαίων
αποστόλων Πέτρου και Παύλου που διατηρήθηκαν σε τμήμα
τοιχογραφίας στην βιβλιοθήκη της Μονής Βατοπαιδίου. Οι
μορφές παρουσιάζονται σε εναγκαλισμό και εκείνο που
χαρακτηρίζει την τέχνη αυτής της εποχής είναι η έντονη
σχηματοποίηση και ο διακοσμητικός χαρακτήρας με τον οποίο
αποδίδονται όλες οι λεπτομέρειες. Στο ίδιο κλίμα κινείται και η
κεφαλή του Ευαγγελιστή Μάρκου από το εικονοφυλάκιο της ίδιας
Μονής και δεν αποκλείεται να πρόκειται για αποσπάσματα από τα
έργα που εκτελέστηκαν στην Μονή Βατοπαιδίου στο τέλος του
12ου αιώνα από ζωγράφους της Θεσσαλονίκης ή της
Κωνσταντινούπολης.
Στην ίδια εποχή, ίσως στις αρχές του 13ου αιώνα, ανήκει η
ζωγραφική που διατηρήθηκε στο κελλί του Ραβδούχου, εξάρτημα
της Μονής Παντοκράτορος στις Καρυές κοντά στην Μονή
Κουτλουμουσίου. Πρόκειται για τις μορφές και πάλι των
αποστόλων Πέτρου και Παύλου, αυτή την φορά ζωγραφισμένων
σε παραστάδες της δυτικής πλευράς του ναού. Εδώ εκτός από
την σχηματοποίηση και την διακοσμητική τάση εμφανίζεται και ο
πλαστικός όγκος, χαρακτηριστικό της τέχνης των Παλαιολόγων
που αντιπροσωπεύεται στο Άγιον Όρος με πλήθος μνημείων και
135

έργων τέχνης.
Αν ο 12ος και 13ος αιώνας αντιπροσωπεύονται από
σπαράγματα μόνον τοιχογραφιών, δεν συμβαίνει το ίδιο και με
την τέχνη του 14ου αιώνα που αποτελεί σταθμό για την τέχνη που
διασώθηκε στο Άγιον Όρος, γεγονός που τονίστηκε από όλους
τους περιηγητές και μελετητές του Άθω. Αντιπροσωπευτικότερο
μνημείο για την τέχνη της εποχής αυτής, της εποχής των
Παλαιολόγων όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, είναι
αναμφίβολα ο κεντρικός και παλαιότερος ίσως ναός του Όρους, ο
ναός του Πρωτάτου. Σε σχήμα τρίκλιτης βασιλικής φιλοξενεί
τοιχογραφίες σε όλες τις εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων αλλά
με μεγάλες φθορές από την υγρασία. Η ζωγραφική οργανώνεται
σε ζώνες και ο Πανσέληνος, ζωγράφος με υψηλές ικανότητες,
προσάρμοσε τις θεολογικές απαιτήσεις στα δεδομένα της
αρχιτεκτονικής που είχε στην διάθεσή του. Αυτό, σε συνδυασμό
με την λαμπρότητα των χρωμάτων και την πλαστικότητα των
μορφών, την εφευρετικότητα των λεπτομερειών και την σωστή
ρυθμολογία των κινήσεων, στάθηκε αφορμή να θεωρηθεί ως
πρότυπο για τις μελλοντικές διακοσμήσεις των ναών του Αγίου
Όρους και όχι μόνον.
Στην ίδια εποχή, στα 1312 χρονολογείται και η ζωγραφική
του Καθολικού (κεντρικού) ναού της Μονής Βατοπαιδίου. Έργο
άγνωστου αγιογράφου, δεν αποκλείεται να εκτελέστηκε από το
εργαστήριο ή ακόμη και από τον ίδιο τον Πανσέληνο σε μια
ωριμότερη φάση της τέχνης του, 10‐15 χρόνια δηλαδή αργότερα
από την τοιχογράφηση του Πρωτάτου. Και εδώ τα χαρακτηριστικά
της τέχνης είναι σε γενικές γραμμές τα ίδια: ρεαλισμός, μορφές με
μεγάλο όγκο και δραματικές κινήσεις, λαμπρά χρώματα και άνεση
στην διαπραγμάτευση των εικονογραφικών λεπτομερειών σε όλες
τις σκηνές.
Στο ίδιο γενικά καλλιτεχνικό κλίμα του 14ου αιώνα
εντάσσονται και άλλα μεγάλα ζωγραφικά σύνολα που
διασώθηκαν στο Όρος. Τα κυριότερα από αυτά είναι οι
τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Χελανδαρίου (γύρω στα
1320), οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Παντοκράτορος
(β΄μισό του 14ου αιώνος), οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του
αγίου Δημητρίου της Μονής Ξενοφώντος, κ.α. Κοινό
χαρακτηριστικό στα έργα αυτά είναι η προσπάθεια μίμησης των
τοιχογραφιών του Πρωτάτου, γεγονός που δηλώνει με τον
καλύτερο τρόπο το πρωτοποριακό πνεύμα της τέχνης του
Πανσελήνου και την αποδοχή που έτυχε από την αυστηρή
μοναχική κοινωνία του Αγίου Όρους.
136

Αντίθετα από τον 14ο στον 15ο αιώνα λίγα μόνον έργα
μπορούν να ενταχθούν. Και είναι προφανές ότι η παραγωγική
εποχή των Παλαιολόγων είχε περάσει οριστικά μαζί με την
ελευθερία που χάθηκε για τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας
κάτω από το βάρος του Τούρκου κατακτητή. Τώρα στον 15ο
αιώνα τα νέφη του σκότους ήταν ορατά, η οικονομία εξαρτημένη
από τον φόβο των πολιτικών μεταβολών και τα ερωτήματα για τον
χαμό του γένους βαθειά χωρίς απάντηση. Αποτέλεσμα και η
πενία της καλλιτεχνικής παραγωγής.
Στο τέλος του 15ου αιώνα χρονολογείται η ζωγραφική της
τράπεζας της Μονής Ξενοφώντος και είναι φανερή η υποχώρηση
της τέχνης σε εκφραστικά μέσα αν συγκριθεί με την τέχνη των
Παλαιολόγων. Το ύφος και η περιορισμένη χρωματική
διαπραγμάτευση προαναγγέλουν την τέχνη του 16ου αιώνα, μια
τέχνη που φαίνεται ότι στάθηκε πιο κοντά στις μοναχικές αρχές
για «αποταγή βίου».
Αν η εποχή του 14ου αιώνα χαρακτηριζόταν ως η λαμπρή
εποχή της ζωγραφικής για το Άγιον Όρος, η εποχή του 16ου
αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εκφραστική του
μοναχικού ιδεώδους περίοδος, ως η ζωγραφική που αποτύπωνε
ταυτόχρονα τόσο τις δυσκολίες των καιρών όσο και την
αυστηρότητα της αναχωρητικής ζωής. Στοιχείο που συνδέεται
άμεσα με την παραγωγή των έργων τέχνης είναι και η οικονομική
ευρωστία του αγοραστικού κοινού αλλά και η κοινωνική
καταξίωση του καλλιτέχνη μέσα από το έργο του. Φαίνεται λοιπόν
ότι και οι δύο αυτοί παράγοντες έφτασαν σε σημαντική αύξηση
κατά τον 16ο αιώνα, γεγονός που είχε ως συνέπεια την
δημιουργία μεγάλων ζωγραφικών συνόλων σε έκταση που
παρουσιάστηκε για πρώτη ίσως φορά. Η οικονομική πλευρά είχε
ως έρεισμα τόσο την σταθερότητα που δημιούργησε η οθωμανική
κατάκτηση όσο και την γεναιοδωρία των ηγεμόνων των
παραδουναβίων περιοχών. Η εκφραστική ανανέωση και τα νέα
πρότυπα είχαν την πηγή τους στην επαφή του Όρους με την
Κρήτη η οποία δεν είχε υποταχτεί ακόμη στους Τούρκους αλλά
βρισκόταν υπό Ενετική κυριαρχία.
Στον 16ο αιώνα χρονολογούνται τα περισσότερα από τα
μεγάλα ζωγραφικά σύνολα του Όρους. Το Καθολικό και η
Τράπεζα της Μονής Μεγίστης Λαύρας, η Τράπεζα της Μονής
Φιλοθέου, το Καθολικό της Μονής Ιβήρων, το Καθολικό και η
Τράπεζα της Μονής Σταυρονικήτα, το Καθολικό της Μονής
Δοχειαρίου, το Καθολικό της Μονής Ξενοφώντος, το Καθολικό της
Μονής Κουτλουμουσίου, το Καθολικό και η Τράπεζα της Μονής
137

Διονυσίου
και τέλος το Παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου στην Μονή Αγίου
Παύλου είναι τα κυριότερα από τα μνημεία της περιόδου. Σε όλα
τα παραδείγματα αυτά τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια η
εκφραστική γλώσσα της Κρητικής Σχολής, του ρεύματος δηλαδή
της ζωγραφικής που απλώθηκε από Κρητικούς και όχι μόνον
ζωγράφους για να σημαδέψει με την αυστηρότητά του όχι μόνον
τον 16ο αλλά και τους κατοπινούς αιώνες. Κυριότεροι
εκπρόσωποι της Σχολής αυτής είναι ο Θεοφάνης ο Στρελίτζας και
τα παιδιά του, ο Φράγγος Κατελάνος από την Θήβα και ο
Αντώνιος.
Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την αδυναμία των
καλλιτεχνών να δημιουργήσουν νέο ρεύμα και καλλιτεχνικές
αρχές στην ζωγραφική. Ο κύκλος της Κρητικής Σχολής είχε
ολοκληρωθεί αλλά οι νέες αναζητήσεις δεν είχαν καρποφορήσει
ακόμη. Στο γύρισμα του αιώνα ζωγραφίστηκε η τράπεζα της
Μονής Διονυσίου (1603) όπου η αυστηρότητα, η ακινησία και ο
χρωματικός περιορισμός δείχνουν έναν δρόμο χωρίς ένταση και
προβληματισμό. Στο ίδιο κλίμα κινείται και η ζωγραφική της
τράπεζας της Μονής Δοχειαρίου (1676), ενώ σαφέστερα
αποτελέσματα στις αναζητήσεις του είχε ο ζωγράφος της
τράπεζας της Μονής Χελανδαρίου Γεώργιος Μητροφάνοβιτς,
χωρίς όμως και αυτός να ανανεώσει τα εκφραστικά του μέσα.
Πιο αληθινοί εμφανίζονται οι ζωγράφοι του 18ου αιώνα
καθώς αποφασίζουν χωρίς ενδοιασμούς να μιμηθούν την τέχνη
του μακρυνού προγόνου τους, του Πανσελήνου. Τώρα πια
συνειδητά και με διδασκαλική προτροπή αντιγράφουν τα έργα του
Πρωτάτου προσπαθώντας να μιμηθούν κάθε λεπτομέρειά τους.
Έτσι εμφανίζονται ζωγράφοι, όπως ο μοναχός Διονύσιος από τον
Φουρνά, που δίνουν οδηγίες για την αποτελεσματικότερη
αντιγραφή, φτάνοντας είναι η αλήθεια σε εξαιρετικά
αποτέλεσματα. Η προσπάθειά τους συνεχίζεται και στον 19ο
αιώνα και είναι χαρακτηριστική η διακόσμηση του παρεκκλησίου
του Προδρόμου της Μονής Παντοκράτορος στα 1812 που θα
μπορούσε να ξεγελάσει με την ακρίβειά του και να οδηγήσει τον
απλό θεατή σε χρονολόγηση γύρω στα 1300.
Παράλληλα με την ζωγραφική των τοίχων αναπτύσσεται και
η ζωγραφική πάνω σε ξύλο, την γνωστή σε όλους θρησκευτική
εικόνα. Είναι μάλιστα βέβαιο ότι οι ίδιοι αγιογράφοι που
εκτελούσαν τις τοιχογραφίες, οι ίδιοι έκαναν και φορητές εικόνες
για χρήση στους Ναούς και στα παρεκκλήσια ή ακόμη και για
προσωπική χρήση. Έχει για παράδειγμα βεβαιωθεί ότι ο γνωστός
138

ζωγράφος Μανουήλ Πανσέληνος ζωγράφιζε και φορητές εικόνες
στις αρχές του 14ου αιώνα ενώ ο άλλος μεγάλος ζωγράφος του
16ου αιώνα, ο Θεοφάνης Στρελίτζας ακολούθησε το παράδειγμα
των άλλων μεγάλων ζωγράφων.
Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσει κανείς σε σχέση με την
τοιχογραφία, είναι ότι ο ζωγράφος της εικόνας έπρεπε να ασκεί
ένα είδος «μικρογραφικής» δουλειάς καθώς πολλές φορές ο
χώρος είναι περιορισμένος και η ανάπτυξη του θέματος
δυσχερέστατη. Έτσι μεγεθύνοντας κανείς λεπτομέρειες από
εικόνες αντιλαμβάνεται την εκφραστική ικανότητα του αγιογράφου.
Στα εικονογραφημένα χειρόγραφα η εξέλιξη της τέχνης ήταν
παράλληλη με αυτή των τοιχογραφιών και των εικόνων μέχρι την
ανακάλυψη της τυπογραφίας στον 15ο αιώνα. Την ίδια εποχή η
πτώση της Πρωτεύσουσας στα χέρια των Τούρκων δημιουργούσε
ένα τεράστιο κενό, γεγονός από το οποίο ουσιαστικά ποτέ δεν
ανέκαμψε η τέχνη των μικρογραφημένων χειρογράφων. Αν και οι
λειτουργικές ανάγκες και η καλλιτεχνική διάθεση διατήρησαν σε
ζωή την υπόθεση των χειρογράφων, σιγά σιγά η δικόσμηση
υποχωρούσε χάνοντας και την τελευταία ικμάδα της στον 18ο
αιώνα σε αντίθεση με την ζωγραφική των τοίχων και των
φορητών εικόνων που παρά την καλλιτεχνική πενία συνεχίζεται
από καθαρή ανάγκη μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Α. Ξυγγόπουλος, Μανουήλ Πανσέληνος, Αθήναι 1956.
• Ξυγγόπουλος, Σχεδίασμα ιστορίας της θρησκευτικής ζωγραφικής μετά την ΄Αλωσιν,
• Αθήναι 1957.
• Α. Ξυγγόπουλος, Μνημειακή ζωγραφική του Αγίου ΄Ορους, Νέα Εστία τ.








1285(1981)σσ. 86‐
100 και τ. 1286(1981)σσ. 153‐162.
Χ. Πατρινέλης‐Α. Καρακατσάνη‐Μ. Θεοχάρη, Μονή Σταυρονικήτα. Ιστορία, Εικόνες,
Χρυσοκεντήματα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 1974.
Σ. Πελεκανίδης‐Π. Χρήστου‐Χ. Μαυροπούλου‐Τσιούμη‐Σ. Καδάς, Θησαυροί του
Αγίου
΄Ορους, Εικονογραφημένα χειρόγραφα, τόμ. Ι‐ΙV, Aθήνα 1973‐1991
Μ. Χατζηδάκης, Ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. Οι τοιχογραφίες της Ι. Μονής
Σταυρονικήτα, ΄Αγιον ΄Ορος 1986.
E. A. de Mendietta, Lʹ art au Mont Athos, Thessalonique 1977.
G. Millet, Monuments de lʹ Athos, I., Les peintures, Paris 1927.

Η Μουσική Και Ψαλτική Τέχνη Στο
Άγιον Όρος
Μία χώρα υπάρχει στον κόσμο, το Όρος Άθως, είπε ο
Βυζαντινός χρονογράφος Γρηγοράς. Το Άγιον Όρος, τόπος στον
οποίον ο χρόνος συνετρίβη. Παρελθόν και παρόν συναντώνται εις
139

μίαν υπερκόσμιον πραγματικότητα, τον Ορθόδοξον Μοναχισμόν.
Μεγάλες προσωπικότητες έζησαν εδώ και δημιουργήσαν ένα
λαμπρό μουσικό έργο. Σπάνια χειρόγραφα βρέθηκαν στις Ιερές
Μονές του Αγίου Όρους. Μουσικά όργανα και πρόσωπα
εσώθηκαν σε κώδικες και τοιχογραφίες. Στην Αθωνιάδα Σχολή
εδίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι και ανέδειξαν καλούς μαθητές και
αγίους ακόμη.
Στην Κιβωτό της Ορθοδοξίας και της Σωτηρίας η ψαλτική
τέχνη κατέγραψε μια μακραίωνη και λαμπρά ιστορία. Πλήθος
αγίων και λογίων ασχολήθηκαν με αυτήν και την επλούτισαν με
την αγάπη τους και την γνώση τους.
Τα τάλαντα, και οι κωδωνοκρουσίες με τους ρυθμικούς
ήχους και την γλυκεία μουσική στρέφουν εξʹ ολοκλήρου την
προσοχή μας στο ευωδιαστό Περιβόλι της Παναγίας, στον
πνευματικό αγιορείτικο φάρο.
«Κώδωνας άνω λαμπρόν ηχούντας φέρει πιστούς
καλούντας προς Θεού υμνωδίαν» (δίπτυχο ανωνύμου).
Από την εποχή ήδη των μεγάλων βυζαντινών
αυτοκρατόρων (π.χ. εποχή των Παλαιολόγων 1261‐1453), που
υπήρξε ακμή στις τέχνες και τα γράμματα, η εκκλησιαστική
μουσική παρουσίασε ιδιαίτερη άνθηση. Μεγάλοι συνθέτες,
γραφείς και δάσκαλοι, διαφύλαξαν, μελέτησαν και διαμόρφωσαν
το βυζαντινό μέλος, έτσι ώστε να δημιουργηθεί με τον καιρό μια
μεγάλη βυζαντινή μουσική παράδοση. Στους χρόνους αυτούς
έδρασαν οι:
Ιωάννης ο Κουκουζέλης και Γρηγόριος Κουκουζέλης (12ος
αιώνας), Ιωάννης Πλουσιαδηνός ή Κουκουμάς (γνωστός από την
σοφωτάτη παραλλαγή και την αγιορείτικη μέθοδο), Θεόδουλος ή
Θωμάς Θηκαράς (ήκμασε τον 14ο αιώνα, εποίησε μελοποιήσεις
και μεθόδους), Ιωάννης Κλαδάς (στα 1400), Θεοφάνης Καρύκης,
Δ. Ραιδεστηνός (αρχές 15ου αιώνα), Γρηγόριος Αλυάτης (αρχές
15ου αιώνα), Συνέσιος κ.α. Η παράδοση αυτή έκλεισε με τον
Μανουήλ Δούκα τον Χρυσάφη, ο οποίος άφησε πολυάριθμες
συνθέσεις και εμελοποίησε και ολοκλήρωσε το παλαιό
Στιχηράριο, το οποίο καλλώπισεν ο Κουκουζέλης.
Τον 16ο αιώνα το Άγιον Όρος γίνεται σπουδαίο κέντρο
βιβλιογραφικής δραστηριότητος.
Πολλοί γραφείς μας άφησαν σπουδαία χειρόγραφα, τα
οποία παρουσιάζουν εξαιρετική φιλοκαλία και κομψότητα, όπως
οι Μακάριος διάκονος (1527), Γαβριήλ ιερομόναχος (1572),
Λεόντιος Μοναχός (1551) κ.α.
Τον 17ο αιώνα δρουν οι ιερομόναχοι εξ Αγχιάλου Γαβριήλ
140

και Γεννάδιος στο όνομα των οποίων σώζονται του πρώτου
ασματικά τρισάγια, δοχές και μέλη και του δεύτερου ορισμένα
κοινωνικά του ενιαυτού. Στις αρχές του 17 ου αιώνα στο Άγιον
Όρος ζουν και δρουν δύο ακόμη δάσκαλοι και καλοί
εκκλησιαστικοί συνθέτες ο Ιωάσαφ μοναχός (ή επωνυμούμενος
νέος Κουκουζέλης) και ο Αρσένιος ιερομόναχος ο Βατοπαιδηνός.
Ωραιότατοι ύμνοι που έγραψαν οι μοναχοί αγαπήθηκαν πολύ
όπως το μέλος «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (σε ήχο
πλάγιο β΄) του Γαβριήλ ή Γενναδίου, επίσης το μέλος «Νυν αι
δυνάμεις» του μοναχού Ιωάσαφ (αρχές 17ου αιώνα).
Μελοποιήσεις χερουβικών, κοινωνικών και κρατημάτων έκανε τον
ίδιο καιρό ο ιερομόναχος Αρσένιος. Ο Ιωάσαφ μελοποίησε το
ειρμολόγιο, σμίκρυνε και παρήλλαξε κρατήματα και ηχήματα
παλαιοτέρων δάσκαλων, φέρεται μάλιστα ως καλλιγράφος της
μουσικής απαράμιλλος. Ο Αρσένιος εμελοποίησε χερουβικά,
κοινωνικά, κρατήματα και έναν καλοφωνικό ειρμό. Τον αιώνα
αυτόν γίνεται επιμελής αντιγραφή των χειρογράφων και αυτά
διαδίδονται.
Πολλοί
επώνυμοι
και
ανώνυμοι
γραφείς
μνημονεύονται τους χρόνους αυτούς (Νεόφυτος ιερομόναχος,
Άνθιμος, Κοσμάς ο εκ της Μονής των Ιβήρων, ο Γεράσιμος,
Μελέτιος, Λουκάς ο Αγιορείτης, ο μοναχός Παγκράτιος,
Ναθαναήλ κ.α.)
Στην πρώτη μεγάλη ακμή κορυφαίος είναι ο Χρυσάφης ο
Νέος (ακμή 1650 ‐1685), ο οποίος μελοποίησε αρκετά είδη της
εκκλησιαστικής μουσικής, όπως παρατηρούμε από τα σωζόμενα
σήμερα αυτόγραφά του. Επίσης ο Μπαλάσιος ιερεύς, μαθητής
του Γερμανού Νέων Πατρών, ειρμολόγιο του οποίου βρίσκεται
στην Ι. Μ. Ιβήρων. Ο Μπαλάσιος καλλώπισε το παλαιότερο
ειρμολόγιο (έγραψε πολλούς και έντεχνους καλοφωνικούς
ειρμούς), έγραψε έντεχνα μαθήματα, αρκετές δοξολογίες και
έκανε πολλές μελοποιήσεις. Η αντιγραφική του δράση ήταν
πλούσια. Μαθητής του Αγιορείτη μοναχού Δαμιανού του
Βατοπαιδηνού υπήρξε κι άλλος ένας μεγάλος μουσικός της
εποχής ο Πέτρος Μπερεκέτης (ακμή 1680 ‐1715), η παπαδική
του οποίου υπάρχει σε κώδικα της Ι. Μ. Ξηροποτάμου. Υπήρξε ο
λαϊκότερος συνθέτης της Τουρκοκρατίας, μελοποίησε χερουβικά,
κοινωνικά κ.α.
Στο Άγιον Όρος στα τέλη του 17ου αιώνος δρα ο Κοσμάς ο
Μακεδών (ακμή 1665 ‐1700) συμφοιτητής του Μπαλασίου. Ο
Κοσμάς ο Μακεδών έκανε πολλές μελοποιήσεις (Στιχηράριο,
Ειρμολόγιο) σύνθεσε παπαδικά μέλη (όπως πασαπνοάρια του
Όρθρου, τιμιωτέρες, δοξολογίες, χερουβικά, θεοτοκία κ.α.),
141

υπήρξε επιδέξιος αντιγραφέας και καλός δάσκαλος της μουσικής.
Σώζονται 28 μουσικά χειρόγραφά του τα οποία διακρίνονται για
την κομψότητα και την φιλοκαλία της γραφής τους. Είναι ο
σημαντικότερος μουσικός του Αγίου Όρους την περίοδο αυτή και
τα αυτόγραφά του αποτελούν τα ωραιότερα δείγματα μουσικών
χειρογράφων της Τουρκοκρατίας. Αξιόλογος και φιλόκαλος
γραφέας, που δρα στο Άγιον Όρος στα χρόνια 1680 ‐1700 είναι
και ο Κοσμάς ιερομόναχος, του οποίου επισημάνθηκαν τρία
ωραιότατα χειρόγραφα. Την ίδια περίπου εποχή ζει και
δημιουργεί μουσικό έργο στο Άγιον Όρος ο Δαμιανός ο
Βατοπαιδηνός, μαθητής του Κοσμά του Μακεδόνα. Πρόσωπο
σημαντικό με πολλές γνώσεις, δάσκαλος της μουσικής, συνθέτης
και γραφέας. Ποιητής καλοφωνικών ειρμών, κοινωνικών,
χερουβικών, μελών. Έτσι στα τέλη του 17ου αιώνα ο Κοσμάς ο
Μακεδών και ο μαθητής του Δαμιανός Βατοπαιδινός έγιναν οι
κύριοι εκπρόσωποι της μουσικής παράδοσης. Μαθητής του
Δαμιανού υπήρξε ο Παναγιώτης Χαλάτζογλου (+ 1748), ο οποίος
δημιούργησε διδακτική και ψαλτική παράδοση, που ως σήμερα
αποκαλείται «ύφος και προφορά της Μεγάλης του Χριστού
Εκκλησίας».
Τον 18ο αιώνα επίσης έχουμε πλήθος μουσικών
χειρογράφων από αντιγραφείς και συνθέτες. Την περίοδο αυτή
έχουμε μια δεύτερη μεγάλη ακμή στην ιστορία της εκκλησιαστικής
μουσικής της Τουρκοκρατίας. Δρουν οι άγιος Νικόδημος ο
Αγιορείτης (1749 ‐1809) ο υμνογράφος, ο Ιωάννης Πρωτοψάλτης
ο Τραπεζούντιος, παπαδική του οποίου βρίσκεται στην Ι. Μ.
Μεγίστης Λαύρας, ο Πέτρος Γλυκύς ή Μπερεκέτης, παπαδική του
βρίσκεται στην Ι. Μ. Ξηροποτάμου, ο Πέτρος Πελοποννήσιος
συνθέτης
απολυτικίων,
κοντακίων,
προσομοίων
κ.λ.π.
αναστασιματάριο του οποίου βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων, ο
μελοποιός Πέτρος Βυζάντιος, ο οποίος ήταν μαθητής του Πέτρου
Πελοποννήσιου κ.α. καθώς και πολλοί Αγιορείτες γραφείς και
μελωποιοί.
Πλήθος μουσικών χειρογράφων σώζονται στις Ι. Μονές του
Αγίου Όρους. Τα περισσότερα στην Ι. Μ. Ιβήρων δηλ. 348 τον
αριθμό, ακολουθούν η Ι. Μ. Βατοπαιδίου με 290 χειρόγραφα, η Μ.
Παντελεήμονος με 150, η Μ. Μεγίστης Λαύρας με 130, η Μ.
Ξηροποτάμου με 130, η Μ. Δοχειαρίου με 107, η Χιλανδαρίου με
103 και άλλες μονές με λιγώτερα από 100 μουσικά χειρόγραφα.
Υπάρχουν βέβαια και χειρόγραφα Αγιορειτών διεσκορπισμένα
στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στην Ι. Μ. Ιβήρων βρέθηκαν και
δέκα τρία δημώδη άσματα σεσημασμένα στην βυζαντινή μουσική
142

σημειογραφία που ανάγονται στον 16ο αιώνα και στηρίζονται
στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής (κώδικες με ψαλμούς
και ωδές βρίσκουμε και στην Μ. Παντοκράτορος). Τις εικόνες
μουσικών και τις συνθέσεις τους τις βλέπουμε στους ωραίους
κώδικες των Μονών Ιβήρων, Μεγίστης Λαύρας, Ξηροποτάμου
κ.α. Στην Ι. Μ. Ιβήρων βρίσκουμε την παπαδική και το Μέγα Ίσον
του Ιωάννη του Κουκουζέλη καθώς και μουσικά του ποιήματα
(βιόλα, χορός, του βασιλέως, ανηφαντής κ.α.). Σε κώδικες της
ίδιας Μονής βρίσκουμε την βιογραφία του Ιωάννη Κλαδά (15ος
αιώνας) και του Παχώμιου μοναχού του Ρουσάνου, που ήταν από
τους σπουδαιότερους μουσικούς του 16ου αιώνος. Επίσης την
ερμηνεία μουσικής που ορίζει την παραλλαγή και την
μετροφωνία. Στην Ι. Μ.
Ιβήρων υπάρχει χειρόγραφο ειρμολόγιο του Μπαλασίου ιερέως
και το Δοξαστάριόν του, μια πραγματεία του Μανουήλ Δούκα
Χρυσάφη, τρία χειρόγραφα του Κοσμά Ιερομόναχου (το ένα του
1686), το Αναστασιματάριον του Πέτρου Πελοποννησίου.
Σε κώδικες της Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας βλέπουμε την εικόνα
του Ιωάννη Κουκουζέλη (ο οποίος μετά τον θείο Δαμασκηνό
αποτελεί την δευτέρα πηγή της βυζαντινής μουσικής), βρίσκουμε
την ιδιόχειρο παπαδική του Ιωάννη Τραπεζούντιου. Σε κώδικα της
Ι. Μ. Ξηροποτάμου ο Κουκουζέλης επωνυμείται ως
Παπαδόπουλος. Στην ίδια Μονή υπάρχει και η εικόνα του Πέτρου
Γλυκύ ή Μπερεκέτη καθώς και η παπαδική του. Στην Ι. Μ.
Δοχειαρίου βλέπουμε σε κώδικα την εικόνα του Αγίου Ιωάννου
Δαμασκηνού του μουσικότατου. Σε κώδικα της Μ. Μεγίστης
Λαύρας βρίσκουμε τον Άγιο Ιωάννη Γλυκύ τον Πρωτοψάλτη.
Το Άγιον Όρος, όπως ανέφερε ο Πατριάρχης Ισίδωρος,
ήταν διδασκαλείον των μοναχών και αρετής εργαστήριον. Κατά
την υπερχιλιετή ιερά πορεία του εδέχθη εις τους κόλπους του και
φιλοξένησε άνδρας φιλόμουσους, λογίους και σοφούς. Αυτοί ως
απλoί μοναχοί ή διάκονοι, ως πρεσβύτεροι, ηγούμενοι ή και ιερείς
δια της ζεούσης πίστεως, της παιδείας, της ταπεινώσεως, της
αυστηράς εναρέτου πολιτείας αυτών, εβοήθησαν τόσο την
Εκκλησία και τον κόσμο, όσο και τις τέχνες. Προσέφεραν εις στην
Αγίαν Εκκλησίαν τα ιερά τους συγγράμματα, τα θρησκευτικά
ποιήματα, τις ακολουθίες των αγίων, ακόμη και τους ίδιους
εαυτούς των, εθελόθυτα θύματα του Κυρίου, του οποίου
εμιμήθησαν τον βίον επί γης. Το Άγιον Όρος δεν σταμάτησε μέχρι
σήμερον να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του προς την
ανθρωπότητα. Η μουσική ηδέως και συγκινητικά ζωοποιεί τα
εγηγερμένα αισθήματα και δεν απορροφά τις αισθήσεις με την
143

γοητεία της. Το ήθος των ήχων της αγιορείτικης ψαλτικής είναι
σεμνό, σοβαρό και διασταλτικό σύμφωνα με την θέληση του Θεού
που ζητά πνεύμα, συντετριμμένο, καρδία «συντετριμμένη και
ταπεινωμένη». Στις Μονές του Αγ. Όρους βρίσκουμε και άλλους
πολλούς εικονογραφημένους κώδικες με θρησκευτικά βυζαντινά
άσματα όπως στην Μ. Μεγίστης Λαύρας, Μ. Παντοκράτορος, Μ.
Ιβήρων. Σε χαρτώο κώδικα της Ι. Μ. Ιβήρων βρίσκουμε και μια
προπαιδεία της Εκκλησιαστικής μουσικής, επίσης την όλη
ιερατική
ακολουθία
(εσπερινό,
λειτουργία,
λειτουργία
προηγιασμένων, θεοτόκια κ.λ.π.) με ερυθρά σημαδόφωνα.
Το 1749 ιδρύθηκε η Αθωνιάς Σχολή από τον φιλόμουσο
προηγούμενο Βατοπαιδίου Μελέτιο μετά των πατέρων της Μονής
του και την συμπαράσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Στην Αθωνιάδα εδίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι του Γένους
και ανέδειξαν πολλούς ήρωες, λόγιους, αγίους. Στην Σχολή
διδασκόταν και συνεχίζονται τα μαθήματα μέχρι σήμερα
βυζαντινής μουσική, καθ’ όσον η ψαλτική τέχνη ως ένδυμα της
θρησκείας είναι στενά συνδεδεμένη με την υπερχιλιετή
αγιορείτικη ιστορία και παράδοση. Καθηγητής της Αθωνιάδος
Ακαδημίας υπήρξε ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ακμάσας κατά
το 1760, ανήρ σοφός, μουσικός και υμνογράφος, αριθμούμενος
στους ακολουθιογράφους.
Η μουσική στον Άθωνα (συνθέσεις, μελοποιήσεις, ψαλτική)
συνεχίζεται εντατικά τόσο στον 19ο αιώνα, όσο και στον αιώνα
μας. Εις αυτήν επιδίδονται τις ελεύθερες ώρες αρκετοί αδελφοί
των ιερών Μονών. Μοναχοί, Αναχωρηταί, Σκητιώται, Κελλιώται,
εκτός της εκπληρώσεως των άλλων καθηκόντων τους και της
χειροτεχνίας καλλιεργούν τα γράμματα και εξελίσσονται άριστοι
καλλιτέχναι εις την ποιητικήν και υμνογραφίαν, εις την μουσικήν
και την μελοποιίαν. Διάσημοι ποιηταί και υμνογράφοι
ανεδείχθησαν όπως είδαμε στο παρελθόν και συνεχίζουν να
αναδεικνύονται μέχρι το παρόν.
Τον 19ο αιώνα κορυφή στην μουσική αναδεικνύεται ο
μαθητής του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος Ιωάσαφ Διονυσιάτης.
Εποίησεν μελοποιήσεις, καταγραφές, έκανε εξηγήσεις από την
παλαιά στη νέα γραφή, πολυέλαιους, δοξολογίες, (χειμώνος,
θέρους) δοξαστικά εσπερινού, λιτής, Όρθρου, κ.α. Συμμαθητές
του ήσαν οι Νικόλαος Βατοπαιδηνός, Νικόλαος Δοχειαρίτης.
Μελίρρυτα άσματα εποίησε και ο Νεκτάριος Βλάχος, μαθητής των
τριών διδασκάλων, πεφημισμένος για την ηδυφωνία του και την
μουσική του εμπειρία (πρωτοψάλτης της Ρουμάνικης Σκήτης του
Ι. Προδρόμου στο Αγίου Όρος).
144

Μέχρι τις ημέρες μας δρούσε ο εξαίρετος υμνογράφος
Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (1905 ‐1991) αυτοδίδακτος και
σχεδόν αυτοδημιούργητος, τιμηθείς από το Οικουμενικό
Πατριαρχείο με το οφφίκιον του «Υμνογράφου της Μεγάλης του
Χριστού Εκκλησίας». Εβδομηκονταετής περίπου υπήρξε η
ενασχόλησή του με την υμνογραφία. Το υλικό του έργου του 47
ογκώδεις τόμοι (36.000 σελίδες) άγνωστο και ανέκδοτο
φυλάσσεται στην Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης του Αγίου
Όρους. Πρόσφατα εκδόθηκε και βιβλίο: Ο Υμνογράφος Γεράσιμος
Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι ακολουθίες του σε Αγίους της
Θεσσαλονίκης του Αρχ. Γεωργίου Χ. Χρυσοστόμου (εκδ.
Οργανισμού Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της
Ευρώπης). Ποιήματα του βρίσκουμε και σε άλλες εκδόσεις όπως
σ’ αυτή της Ι. Μ. Βατοπαιδίου Ασματική ακολουθία εις τον Άγιον
και δίκαιον Λάζαρον τον τετραήμερον. Απολυτίκια, κοντάκια και
Μεγαλυνάρια του Γερασίμου Μικραγ. εκδόθησαν και υπό του
Γέροντος Αγιαννανίτου Μοναχού Χαραλάμπου Ταμπάκη.
Πολλοί Αγιορείται στον αιώνα μας διεκρίθησαν ως μουσικοί
και μελοποιοί, ως ιεροψάλται και καθηγηταί της Βυζαντινής
μουσικής και Βυζαντινής Τεχνοτροπίας. Αναφέρω τον Μελέτιο
Μοναχό Συκιώτη (εκλεκτό καλλιγράφο βυζαντινογράφο και
καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής και Βυζαντινής Αγιογραφίας),
τους Δανιηλαίους και τον παπά Γρηγόρη, τους Θωμάδες, τον
Ανδρέα Μοναχό (κατά κόσμον Χαρ. Θεοφιλόπουλο, καθηγητή της
Βυζαντινής μουσικής, συγγραφέα και μελοποιό) τέως γραμματέα
της Ιεράς Κοινότητος καθώς και πολλοί άλλοι αφανείς ήρωες, οι
οποίοι είναι άξιοι πολλών επαίνων και βραβείων, διότι δια της
επιμελούς φιλοπονίας των ετίμησαν και συνεχίζουν να τιμούν το
Άγιον Όρος, εμφανίζοντες το «Περιβόλι της Παναγίας» (σύμφωνα
με τον Καισάριο Δαπόντες) ως πηγήν εμπνεύσεως Καλλιτεχνίας.
Ανάμεσα στις σύγχρονες μορφές Αγιορειτών ψαλτών γνωστοί
είναι οι ιερομόναχοι Παντελεήμων Αγιαννανίτης (Κάρτσωνας) και
Γαβριήλ Καρυώτης (Μακαβός), ο ιεροδιάκονος Διονύσιος
Καρυώτης (Φιρφιρής), και ο μοναχός Ιγνάτιος Βατοπαιδινός.
Πολυάριθμοι πιστοί προτιμούν να αγοράζουν τις
ηχογραφημένες κασέτες, όπου ψάλλει ο χορός των Αγιορειτών
Πατέρων ή και μεμονωμένων μοναχών, οι οποίοι μάλιστα εκτός
των ύμνων έχουν κάνει και σειρά μαθημάτων της Βυζαντινής
μουσικής ξεκινώντας από το Αναστασιματάριον (όπως π.χ. του
Ανδρέου Μοναχού). Η ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας έχει
ηχογραφήσει αρκετές κασέτες όπως την Ακολουθία του οσίου
Σίμωνος, το Ψαλτήριον Τερπνόν (ψαλμοί, και τεριρέμ), το γνωστό
145

Αγνή Παρθένε κ. ά.
Στην εκκλησιαστική μουσική πρωτεύοντα ρόλο έχει η
μελωδία, διότι αυτή συγκροτεί το ουσιώδες μέρος κάθε μουσικής
σύνθεσης, με ψυχή της τον χρόνο. Τα θρησκευτικά άσματα των
μοναχών προέρχονται από την ευγενή, περιπαθή και
συγκινούμενη καρδιά τους.
Όπως και η εκκλησία, οι ιερομόναχοι στο Άγιον Όρος
αναλώνονται για να διακονήσουν τον κόσμο εις τύπον Χριστού.
Έχουν ως στόχο όχι να αφομοιωθούν με τον κόσμο, αλλά να
αφομοιώσουν τον κόσμο παράλληλα φυσικά με τον ενοποιητικό
ρόλο της Εκκλησίας.
Μοναχός και προσευχή (τετυπωμένη κοινή προσευχή ‐
ακολουθία ή κατά μόνας ‐ νοερά προσευχή) με μυστικά βιώματα
είναι ταυτόσημα. Οι ακολουθίες μιας κοινής ημέρας κατέχουν το
1/4 του 24ωρου. Προσευχές, όρθρος, ώρες, θεία λειτουργία,
ενάτη ώρα, προσηλωμένοι οι μοναχοί στα πνευματικά στην
καθημερινή τους λατρεία. Κάθε Μονή έχει διαμορφώσει ελεύθερα
το δικό της τυπικό, ίδια όλα στην ουσία, όμως διαφέρουν ως
προς τις λεπτομέρειες. Οι ακοουθίες σε μια μονή είναι μια
μικρογραφία της ουράνιας λειτουργίας. Όλοι παίρνουν μέρος
στην λειτουργία αυτή, ηγούμενος, εφημέριος, τυπικάρης,
κανονάρης, διαβαστής, ψάλτες. Κύριο βάρος της μελωδίας ο
λόγος που διεγείρει τα ενθουσιαστικά αισθήματα.
Οι
ύμνοι
διακρίνονται
σε
οίκους,
καθίσματα,
εξαπολιστειλάρια, στιχηρά, απολυτίκια, κοντάκια, αναβαθμοί,
εωθινά, αντίφωνα, ειρμούς, υπακοές, καταβασίες, ευχές,
προκείμενα, βιβλικές περικοπές, ανάλογα με την λατρευτική τους
χρήση
ορίζονται
σε
τριαδικά,δογματικά,
δοξαστικά,
(σταυρο)αναστάσιμα,
(σταυρο)θεοτοκία,
μεγαλυνάρια,
φωταγωγικά, μαρτυρικά, νεκρώσιμα, ευλογητάρια. Θεία μουσική
ξεχύνεται σε όλο τον Άθωνα και θαρρούν οι επισκέπτες ότι κι αυτή
η Φύση μαζί συμμετέχει και τα ουράνια με όλα τα αστέρια. Αυτό
είναι το Αγιον Όρος, τόσο μικρό σε έκταση όμως τόσο φωτεινό
που αγκαλιάζει τον κόσμο όλο. Η μουσική παρουσιάζει ακόμη
έναν ιδιαίτερο πλούτο εδώ.

146

Οι θαυμάσιες τοιχογραφίες των Μονών Μεγίστης Λαύρας,
Δοχειαρίου,
Διονυσίου,
Σταυρονικήτα,
Γρηγορίου,
Κουτλουμουσίου κ.α. μας πληροφορούν για τα μουσικά όργανα
της μεσαιωνικής εποχής. Παρατηρούμε τόσο τα χορδόφωνα,
αερόφωνα και μεμβρανόφωνα όργανα, όσο και τους ποικίλους
χορούς. Περί τούτων μπορεί να γραφτούν ολόκληρα βιβλία.
Μουσικά όργανα βρίσκουμε και σε μικρογραφίες όπως αυτές από
τις Μονές Σταυρονικήτα και Εσφιγμένου. Στο Άγιον Όρος ακόμη
και ο ήχος απ’ τα κουδουνάκια και η κίνηση του θυμιατού έχουν
στενή σύνδεση με την ψαλμωδία και την λειτουργία. Παλιά
χειροσήμαντρα υπάρχουν στις Μονές όπως αυτό του 1622 στην Ι.
Μ. Μεγίστης Λαύρας.
Οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν σταμάτησαν να συλλέγουν,
να μελοποιούν ύμνους και να εκδίδουν βιβλία. Προπολεμικά και
τελείως ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τον Νεκτάριο
Μοναχό Ιεροψάλτη, Γέροντα του εν Καρυαίς του Αγίου Όρους
Λαυριωτικού Κελλίου «Άγιος Αθανάσιος» (Καλλίφωνος Αηδών,
Μουσικός θησαυρός της Λειτουργίας και του Εσπερινού). Στις
ημέρες μας ο Ανδρέας Μοναχός πρώην Σιμωνοπετρίτης
(Αναστασιματάριον, Όρθρος, Εγκόλπιον Εσπερινού, Μουσικόν
147

απάνθισμα Ιωάννου Πρωτοψάλτου και τόσα άλλα). Ωραιότατες
εκδόσεις κάνουν και οι Μονές όπως π.χ. το ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ ΤΕΡΠΝΟΝ της
Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας.
Μετά από κάποια ακμή το Άγιον Όρος σωπαίνει, ησυχάζει
ακολουθεί στασιμότητα και έπειτα άλλη μεγάλη ακμή και ούτω
καθεξής.
Βιβλιογραφία
• Ανδρέου Μοναχού, ‐ Άγιον Όρος, Αθήναι 1977.
• Χατζηφώτη Μ. Ι., ‐ Η καθημερινή ζωή στο Άγιον Όρος, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη.
• Χατζηγιακουμή Κ. Μανόλη, ‐ Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής μουσικής 1453‐1820, Έκδοση
• Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1980.
• Παπαδοπούλου Ι. Γεωργίου, ‐ Ιστορική επισκόπησις της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής
• μουσικής, εκδ. Τέρτιος Κατερίνη.
• Ψάχου Α. Κωνσταντίνου, ‐ Η παρασημαντική της Βυζαντινής μουσικής, Αθήναι (1917),
• Επανέκδοσις εκδ. Διόνυσος, 1978 Αθήναι.

Κοψαχείλη Ι. Στέλιου, ‐ Μουσική Ιστορία Χαλκιδικής (αρχείο Ι. Λ. Ε. Χ.) και περιοδ. ΑΓΩΓΗ τευχ.
401, 1993.
Μαζαράκη Β. Δέσποινα, ‐ Μουσική ερμηνεία δημοτικών τραγουδιών από αγιορείτικα
χειρόγραφα, εκδ. Φίλ. Νάκας, Αθήνα 1992.

Στάθης Γρηγόριος, ‐Τα χειρόγραφα Βυζαντινής μουσικής, Άγιον Όρος, τομ. Αʹ, Βʹ Ίδρ.
Βυζαντινής Μουσικολογίας, Αθήνα 1975,76.

Χρυσοστόμου Χ. Γεωργίου αρχιμ., ‐ Ο υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννίτης και οι
ακολουθίες του σε αγίους της Θεσ/νίκης, εκδ. Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Ι. Μ. Βατοπαιδίου, ‐ Ασματική ακολουθία εις τον Άγιον και δίκαιον Λάζαρον τον τετραήμερον
(ποίημα Γερ. Μικραγιαννίτη).



Καρακάση Στ., ‐Ελληνικά μουσικά όργανα, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1970.


Χρήστου Παν., ‐Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος, 1989

Χρήστου Παν., ‐Πνευματική δραστηριότης στο Αγ. Όρος Κατά τους χρόνους της Δουλείας,
Αθήναι 1984.

Τολίκα Ολυμπίας, ‐ Επίτομο Εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Βυζ. Μουσικής, Εκδ. Ευρωπαϊκό
κέντρο Τέχνης, Αθήνα 1993.


Λάμπρου Σπ., ‐13 άσματα της Ι. Μ. Ιβήρων, Αθήνα 1960.

Ανωγιαννάκη Φ., ‐ Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα.
Καλοκύρη Δ. Κωνσταντίνου, ‐ Ορθοδοξία και χορευτικές εκδηλώσεις μέσα και γύρω στις
εκκλησίες, Θεσ/νίκη 1983.
Κοτόπουλου Χρήστου, ‐Ο κοινωνικός ύμνος «Αινείτε» ψαλμ. 148 Πέτρου Πελοποννησίου ‐
Θεσ/νίκη 1992 (διπλωματική εργασία).

Πατρινέλη Χρήστου, ‐Πρωτοψάλτες, Λαμπαδάρια, Δομέστικα της Μ. Εκκλ. 1453‐1821, Αθήνα
1969.
Στέλιος Ι. Κοψαχείλης

148

Οι Θαυματουργές Εικόνες Της
Παναγίας
Στο Άγιον Όρος
Άξιον εστί - Πρωτάτο Καρυών

Η θαυματουργή αυτή εικόνα, που φυλάσσεται σήμερα στο
ιερό σύνθρονο του Πρωτάτου των Καρύων, βρισκόταν κατά τα
τέλη του Ι' αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα φέρει
την ίδια επωνυμία "Άξιον εστίν" λόγω του εξής θαύματος : Ενώ ο
Γέροντας του Κελλιού απουσίαζε σε αγρυπνία του Πρωτάτου,
συνέβη να φιλοξενήσει ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο
κελλί, κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό μαζί με τον οποίο
μάλιστα έψαλλε και την ακολουθία του όρχου της της Κυριακής.
Όταν λοιπόν έφθασαν στην θ' ωδή του κανόνα, ο μεν μοναχός του
Κελλιού έψαλλε "Την Τιμιωτέραν", το γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο
του Αγίου Κοσμά του Ποιητή, που ψαλλόταν τότε όπως και σήμερα
μαζί με τους θεομητορικούς στίχους της θ' ωδής (Μεγαλύνει η
ψυχή μου τον Κύριον..."), ενώ ο ξένος μοναχός άρχισε τον ύμνο
διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή του το μέχρι τότε άγνωστο
προοίμιο “Άξιον εστίν ως αληθώς...”, το οποίο τόσο Θαυμασμό
149

προκάλεσε στον ντόπιο μοναχό, ώστε το ζήτησε και γραπτώς, για
να μπορεί να το ψάλλει και αυτός. Επειδή όμως δε βρέθηκε μελάνι
και χαρτί μέσα στο κελλί, ο μυστηριώδης ξένος μοναχός χάραξε
τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και
προσθέτοντας ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός
από όλους τους Ορθόδοξούς, έγινε άφαντος. Οι Αγιορείτες
έστειλαν την πλάκα στον βασιλιά και στον Πατριάρχη, ενώ την
εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός
ύμνος, τη μετέφεραν στο Πρωτάτο, στο οποίο καθιερώθηκε να
γίνεται και η ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και
προς τιμή της Θεοτόκου. Σύμφωνα με το αρχαίο συναξάριο, η
γιορτή αυτή αρχικά τελούνταν στο Κελλί, όπου είχε γίνει το θαύμα,
και μάλιστα προς τιμή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που χωρίς άλλο
ήταν ο θαυμαστός εκείνος ξένος μοναχός.

Κουκουζέλισα - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

Μπροστά σ΄ αυτήν την εικόνα τελούνταν από πολύ παλιά
στη Λαύρα η αγρυπνία του Σαββάτου του Ακάθιστου Ύμνου. Μετά
το τέλος λοιπόν αυτής της αγρυπνίας και απέναντι απ΄ αυτήν την
εικόνα συνέβη μια φορά να έχει αποκοιμηθεί ελαφρά στο στασίδι
του ο κουρασμένος πρωτοψάλτης της Λαύρας και τέως
αρχιμουσικός του παλατιού άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης, όταν
είδε μροστά του την Παναγία να του ανταποδίδει το “Χαίρε” και να
150

του λέει: “Χαίρε Ιωάννη! Ψάλλε μου και εγώ δε θα σε
εγκαταλείψω”, ενώ συγχρόνως έβαζε στο χέρι του ένα χρυσό
νόμισμα που ξυπνώντας βρέθηκε πράγματι να κρατάει ο άγιος.
Όταν αργότερα από την πολύωρη αγρυπνία και ορθοστασία, στις
οποίες επιδόθηκε με ζήλο, προσβλήθηκαν τα πόδια του, η
Θεοτόκος πάλι του εμφανίστηκε σε όνειρο και τον θεράπευσε. Η
θαυματουργή αυτή εικόνα σήμερα βρίσκεται τοποθετημένη σε
ξύλινο θρόνιο μέσα στο ομώνυμο παρεκκλήσι της μονής.

Οικονόμισσα - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

Η εικόνα αυτή ζωγραφίστηκε σε ανάμνηση των λόγων της
Θεοτόκου προς τον ιδρυτή της Λαύρας άγιο Αθανάσιο τον
Αθωνίτη, ότι αυτή θα είναι εκείνη που θα μεριμνά στο εξής για την
υλική συντήρηση της μονής και να μην ονομάζεται άλλος
“οικονόμος” στη Λαύρα, γιατί αυτή θα είναι η “Οικονόμισσα” σ'
αυτήν. Πράγματι μέχρι σήμερα ο μοναχός που είναι
επιφορτισμένος με το ανάλογο διακόνημα στην Λαύρα δεν
ονομάζεται “οικονόμος”, αλλά “παραοικονόμος”, δηλαδή βοηθός
οικονόμου. Η εικόνα, που παριστάνει συνολικά 14 πρόσωπα που
έχουν σχέση με τη μονή και την ίδρυσή της, βρίσκεται στην Λιτή
αριστερά της κεντρικής εισόδου προς το καθολικό μέσα σε ξύλινο
151

προσκυνητάρι.

Παραμυθία - Ιερά Μονή Βατοπεδίου

Για την εικόνα αυτή διηγείται η παράδοση ότι η αρχική
έκφραση των προσώπων και η στάση του σώματος του Κυρίου και
της Θεομήτορος άλλαξαν, όταν συνέβη το εξής φρικτό θαύμα:
Όταν κάποτε αποβιβάστηκαν κρυφά πειρατές στην παραλία της
μονής και περίμεναν κρυμμένοι το πρωινό άνοιγμα της πύλης, για
να επιτεθούν, ο ηγούμενος που μετά το τέλος του όρθρου έμεινε
μόνος, για να συνεχίσει την προσευχή του, άκουσε τα εξής λόγια
της Παναγίας: “Μην ανοίξετε σήμερα τις πύλες της μονής, αλλά
ανεβείτε στα τείχη και διώξτε τους πειρατές”. Στρέφοντας το
βλέμμα του εκεί είδε το Θείο βρέφος να απλώνει το χέρι του και να
σκεπάζει τα χείλη της μητέρας του λέγοντας: “Μη μητέρα μου,
άφησε τους να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει”. Αλλά η Παναγία
πιάνοντας με το χέρι της το χέρι του Υιού της και στρέφοντας λίγο
το κεφάλι, για να ελευθερώσει τα χείλη της επανέλαβε τα ίδια
λόγια. Αυτός ο τελευταίος σχηματισμός των προσώπων παρέμεινε
μόνιμα στην εικόνα, ενώ οι μοναχοί, αφού σώθηκαν
θαυματουργικά απ΄ τους πειρατές, ευχαρίστησαν την Παναγία και
ονόμασαν την εικόνα της αυτή “Παραμυθία”, που σημαίνει
καταπράϋνση ή μετριασμός, ή έννοιες που εξίσου αποδίδουν το
περιστατικό του θαύματος. Η εικόνα είναι τοιχογραφία και
βρίσκεται στο δεξιό χορό του ομωνύμου παρεκκλησίου της μόνης.
152

Εσφαγμένη - Ιερά Μονή Βατοπεδίου

Για την εικόνα αυτή διηγούνται ότι πληγώθηκε από το
μαχαίρι ενός δύστροπου ιεροδιάκονου και εκκλησιάρχη (επιμελητή
της εκκλησίας, νεωκόρου), ο οποίος εξαιτίας δήθεν του
διακονήματος του έφθανε πάντοτε καθυστερημένος στην Τράπεζα.
Σε μια παρόμοια περίπτωση ο τραπεζάρης (υπεύθυνος της
τραπεζαρίας) αγανακτησμένος αρνήθηκε να του δώσει φαγητό. Οι
ταραγμένοι και οργισμένοι λογισμοί του εκκλησιάρχη στράφηκαν
εναντίον της Θεοτόκου, που ενώ αυτός την υπηρετούσε, αυτή δε
μεριμνούσε ούτε για την τροφή του. Από την πληγή αυτή
ξεπετάχθηκε αίμα, το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε, ενώ ο
ιεροδιάκονος τυφώθηκε και έπεσε κάτω φρενόληπτος από τον
έλεγχο της συνείδησης μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία
χρόνια. Τότε χάρη στις προσευχές του ηγουμένου και της
αδελφότητας η Παναγία εμφανίστηκε στον ηγούμενο και ανάγγειλε
τη θεραπεία του.
Ο εκκλησιάρχης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σ΄ ένα
στασίδι απέναντι από την εικόνα θρωνώντας το φοβερό αμάρτημά
του και πριν πεθάνει πήρε την συγχώρηση από την ίδια την
Παναγία, που του ανάγγειλε όμως, όπως προηγουμένως και στον
153

ηγούμενο, ότι το βλάσφημο χέρι του θα υφίστανταν
παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Πράγματι μέχρι σήμερα
φυλάσσεται άλυωτο και κατάμαυρο κοντά στην εικόνα που είναι
τοποθετημένη στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του αγίου
Δημητρίου.

Ελαοιβρύτισσα - Ιερά Μονή Βατοπεδίου

Βρίσκεται στο ¨δοχείο" (αποθήκη υγρών: λαδιού, κρασιού)
της μονής Βατοπεδίου και διηγούνται το εξής θαύμα γι' αυτήν:
Όταν κάποτε ο όδιος Γεννάδιος ο Βατοπεδινος έχοντας το
διακόνημα του "δοχειάρη" γνωστοποίησς στον ηγούμενο ότι το
λάδι είχε τελειώσει και θα έπρεπε να περικοπεί η χρήση του από
τους αδελφούς, για να μείνει το τελευταίο αγγείο για τις ανάγκες
της εκκλησίας, εκείνος του απάντησε να μην μεριμνά αυτός, αλλά
να συνεχίσει να το παρέχει ελεύθερα όπως πρώτα. Όταν λοιπόν
μια μέρα πήγε να αντλήσει και την τελευταία ποσότητα που, όπως
νόμιζε, είχε απομείνει στο αγγείο, το βρήκε ξεχειλισμένο και το λάδι
να έχει φθάσει μέχρι την πόρτα του "δοχείου". Η εικόνα έχει μία
θαυμάσια ευωδία και λέγεται αλλιώς και "Δοχειάρισσα".

154

Πυροβοληθείσα - Ιερά Μονή Βατοπεδίου

Όταν κατά το 1822 το Άγιον Όρος κατελήφθηκε από
τουρκική φρουρά, ένας στρατιώτης τόλμησε να πυροβολήσει την
εικόνα της Θεοτόκου που βρίσκεται εξωτερικά πάνω από την
είσοδο της μονής. Η σφαίρα πλήγωσε το δεξιό χέρι της Παναγίας,
ενώ ο ιερόσυλος που ήταν ανιψιός του αρχηγού του
αποσπάσματος, παραφρόνησε και κρεμάστηκε σε μια ελιά του
κήπου που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο της μονής. Ο
κίνδυνος για αντίποινα και λεηλάτηση της μονής ήταν βέβαιος, αν
η σκηνή δε γινόταν αντιληπτή από συνάδελφο του αυτόχειρα που
ενημέρωσε σχετικά και το θείο του. Εκείνος ομολόγησε ότι
πρόκειται πράγματι για θεία δίκη και διέταξε να πετάξουν άταφο
τον ιερόσυλο.

155

Πορταϊτισσα - Μονή Ιβήρων

Κάποιο βράδυ, όταν πια στη μονή του Κλήμενος αρχίζουν να
κατοικούν Ίβηρες μοναχοί, θαυμάσιο φαινόμενο βάζει σε απορία
τους μοναχούς της περιοχής: πύρινος στύλος στέκεται πάνω στη
θάλασσα και φθάνει μέχρι τον ουρανό. Το όραμα εξακολουθεί για
μερικές μέρες και οι μοναχοί διακρίνουν στη βάση του στήλου μια
εικόνα, που πλέει όρθια στα κύματα. Κάνουν δέηση στον Θεό, για
να δοθεί ο ανεκτίμητος θυσαυρός και η Θεοτόκος εμφανίζεται στον
ευλαβή αναχωρητή Γαβριήλ τον Ίβηρα και τον διατάζει να
περπατήσει στα κύματα, να πάρει την εικόνα της και να τη δώσει
στον ηγούμενο και τους αδελφούς της μονής. Ωστόσο, μετά την
υποδοχή της και την τοποθέτησή της στο ναό, η εικόνα κατ΄
επανάληψη εξαφανιζόταν από αυτόν και βρισκόταν τοποθετημένη
εσωτερικά πάνω από την πύλη της μονής. Η Παναγία
πληροφόρησε σε όνειρο τον άγιο Γαβριήλ ότι αυτή είναι η θέση
που διάλεξε μόνη της για να φυλάγει αυτή τους μοναχούς και όχι
να φυλάγεται από αυτούς. Έτσι πήρε το όνομα Πορταϊτισσα και
μέχρι σήμερα η παρουσία της στη μονή και στο Άγιον Όρος
θεωρείται εγγύηση για την προστασία του Αγιορείτικου
Μοναχισμού από τη Θεοτόκο. Αργότερα κτίστηκε παρεκκλήσι
κοντά στο τείχος της μονής, όπου τοποθετήθηκε η εικόνα, ενώ
156

έκλεισε η παλαιά και ανοίχθηκε άλλη μεγαλοπρεπέστερη είσοδος.
Τα θαύματά της είναι άπειρα όπως και το πλήθος των
προσκυνητών της, ιδιαίτερα τον Δεκαπεντάυγουστο και τη Δευτέρα
της Διακαινησίμου, που λιτανεύεται και γίνεται η ανάμνηση της
εύρεσης της με λειτουργία σε παρεκκλήσι της παραλίας, στο
σημείο ακριβώς που την έβγαλε από την θάλασσα ο άγιος
Γαβριήλ.

Τριχερούσα - Ιερά Μονή Χιλανδαρίου

Η εικόνα αυτή είναι εκείνη στην οποία με δίκαιο παράπονο
κατέφυγε και προσυχήθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
κρατώντας το κομμένο δεξί του χέρι, με το οποίο συνέγραφε τους
λόγους υπέρ των Αγίων Εικόνων και το οποίο του κόπηκε από
επιβουλή των εικονομάχων. Η Παναγία θαυματούργησε
συγκολλώντας και ζωογονώντας το νεκρό χέρι του θεράποντος της
και εκείνος της αφιέρωσε ασημένιο ανάθημα σε σχήμα χεριού, που
η θέση του στην εικόνα το κάνει να φαίνεται σαν ένα τρίτο χέρι της
Παναγίας. Η εικόνα που μέχρι το ΙΒ αιώνα φυλαγόνταν στη Λαύρα
του αγίου Σάββα, δωρήθηκε στον άγιο Σάββα Αρχιεπίσκοπο
157

Σερβίας και κτίτορα της μονής Χιλανδαρίου κατά την επίσκεψή του
στους Αγίους Τόπους. Αυτός τη μετέφερε στη Σερβία, από όπου
αργότερα μετακομίστηκε με θαυμαστό τρόπο στο Άγιο Όρος, όταν
κατά τις εσωτερικές ταραχές που συνέβησαν στη Σερβία επί του
βασιλέα Ούροση του Ε΄ ο ημίονος που τη μετέφερε πάντοτε προ
του στρατεύματος στις διάφορες μάχες χάθηκε και προχωρώντας
μόνος του έφθασε μέχρι το Χιλανδράρι.
Σε μεταγενέστερη εποχή όταν προέκυψε διχόνια στην
αδελφότητα της μονής Χιλανδαρίου εξαιτίας της εκλογής νέου
ηγούμενου, η Τριχερούσα μετατοπίστηκε θαυματουργικά από το
Ιερό Βήμα, όπου ήταν μέχρι τότε, στο στασίδι του ηγούμενου, ενώ
συγχρόνως ενάρετος ερημίτης μοναχός πληροφόρησε την
αδελφότητα ότι στο εξής και προς αποφγή φιλονεικιών να μην
εκλέγεται ηγούμενος στο Χιλανδάρι, διότι η Παναγία θα κρατήσει τη
θέση αυτή και θα διοικεί το μοναστήρι. Πράγματι μέχρι σήμερα, η
χιλανδρινή
αδελφότητα,
ενώ
ζει
κοινοβιακά,
στερείται
Καθηγουμένου και διοικείται κατά το σύστημα των ιδιόρρυθμων
μονών.

Γαλακτοτροφούσα - Ιερά Μονή Χιλανδαρίου

158

Και η εικόνα αυτή δωρήθηκε από τους πατέρες της Λαύρας
του αγίου Σάββα στο άγιο Σάββα Αρχιεπίσκοπο Σερβίας κατά την
επίσκεψή του εκεί, εκπληρουμένης έτσι παλαιάς πρόρρησης του
αγίου Σάββα του Ηγιασμένου. Ο νέος Σάββας την αφιέρωσε στο
σερβικό Κελλί των Καρυών “Τυπικαριό”, όπου ο ίδιος συχνά
διέμενε και όπου υπάρχει μέχρι σήμερα τοποθετημένη στο τέμπλο
στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, δηλαδή στη θέση της εικόνας του
Χριστού, η οποία βρίσκεται στα αριστερά αντίθετα με την
επικρατούσα συνήθεια.

Παναγία των Χαιρετισμών ή Μυροβλύτισσα
Ιερά Μονή Διονυσίου

Σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται σε ασημένια πλάκα
στο πίσω μέρος της, η εικόνα αυτή δωρήθηκε από τον
αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό στον όσιο Διονύσιο κτίτορα της
μονής κατά την επίσκεψή του στην Τραπεζούντα, είναι δε εκείνη με
την
οποία
ο
Πατριάρχης
Σέργιος
στα
τείχη
της
Κωνσταντινουπόλεως κατά την πολιορκία της από τους Σκύθες το
626 μ.χ. Και μπροστά στην οποία μετά τη θαυματουργική νίκη των
Βυζαντινών ψάλθηκε για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος. Το
1592 την έκλεψαν Αλγερινοί πειρατές, αλλά μεγάλη τρικυμία,
τρομερό όνειρο και φοβερό θαύμα που είδε ο αρχηγός τους τούς
159

έκαναν να την επιστρέψουν στο μοναστήρι. Η εικόνα είχε
θρυμματίσει το κιβώτιο όπου την είχαν κρύψει και είχε πλημμυρίσε
ι από μύρο. Μερικοί πειρατές συγκλονισμένοι από το θαύμα
έμειναν στο μοναστήρι, όπου βαπτίστηκαν και έγιναν μοναχοί. Το
1767 την έκλεψε σπείρα λωποδυτών από την Δαλματία, στο
δρόμο όμως της επιστροφής έγιναν αντιληπτοί από Έλληνες
βοσκούς, που τους την πήραν και την μετέφεραν στη Σκόπελο. Οι
δημογέροντες του νησιού αρνήθηκαν να επιστρέψουν την εικόνα
στους Διονυσιάτες μοναχούς που ήρθαν, για να την πάρουν. Μετά
τρεις μήνες το νησί τιμωρήθηκε με πανώλη και οι Σκοπελίτες
επέστρεψαν μετανοημένοι την εικόνα στο μοναστήρι αφιερώνοντας
σ΄ αυτό και ένα μετόχι στο νησί τους. Η εικόνα είναι μικρών
διαστάσεων με πολύ αμαυρωμένο και δυσδιάκριτο το σχέδιο και
φυλάσσεται στο ομώνυμο παρεκκλήσι, όπου και διαβάζονται
καθημερινά οι Χαιρετισμοί.

Φοβερά Προστασία - Ιερά Μονή
Κουτλουμουσίου

Αυτή η εικόνα της Θεοτόκου ήταν το μόνο αντικείμενο που
160

σώθηκε από μια φοβερή πυρκαϊά, η οποία κατέστρεψε ολόκληρο,
ένα μετόχι της μονής στην Κρήτη. Μεταφέρθηκε στη μονή, όπου
εξακολουθεί να επιτελεί πολλά θαύματα, όπως μαρτυρείται από
τους πατέρες της μονής και τους προσκυνητές. Σε πρόσφατη
πυρκαϊά του δάσους της μονής, οι μοναχοί έτρεξαν επί τόπου με
την εικόνα και σε λίγο ραγδαία βροχή σταμάτησε την καταστροφή.
Βρίσκεται στο τέμπλο παρεκκλησίου του Καθολικού και την Τρίτη
της Διακαινησίνου λιτανεύεται από το μοναστήρι στο Πρωτάτο,
όπου ανταποδίδει την επίσκεψη του “Άξιον Εστίν”, που έχει γίνει
την προηγούμενη μέρα στο Κουτλουμούσι.

Γερόντισσα - Ιερά Μονή Παντοκράτορος

Σε αυτήν την εικόνα που βρίσκεται στον κίονα του αριστερού
χορού του Καθολικού της μονής, η Παναγία παριστάνεται σε όρθια
στάση δέησης χωρίς τον Χριστό. Στην ασημένια επένδυση της
εικόνας φαίνεται και ένα πιθάρι που ξεχειλίζει θυμίζοντας μας ένα
θαύμα της Παναγίας, η οποία εισακούοντας τις προσευχές του
Γέροντος (εξού και “Γερόντισσα”) γέμισε με λάδι τα άδεια πιθάρια
της μονής. Σε μία επιδρομή Σαρακηνών στη μονή ένας απ' αυτούς
161

προσπάθησε να σχίσει την εικόνα σε κομμάτια, για να ανάψει μ'
αυτά το τσιμπούκι του, αλλά έχασε αμέσως τον όρασή του και οι
σύντροφοί του πέταξαν την εικόνα σε ένα κοντινό πηγάδι. Ο
τυφλός ιερόσυλος παιδεύτηκε τόσο κατά την ώρα του θανάτου του,
ώστε παράγγειλε στους δικούς του ακόμα και μετά το θάνατο του
να πάνε στο Άγιον Όρος και να βγάλουν την εικόνα από το πηγάδι,
πράγμα το οποίο και έγινε, αφού η εικόνα είχε παραμείνει εκεί
ογδόντα χρόνια. Στη σημερινή της μορφή η εικονα είναι μάλλον
επιζωγραφισμένη.

Προαναγγελλόμενη ή του Ακάθιστου - Ιερά

Μονή Ζωγράφου
Κατά την εποχή της της ψευδένωσης της επί Μιχαήλ Η΄
Παλαιολόγου και Ιωάννου Βέκκου των λατινιφρόνων συνόδου της
Λυών κατά τον ΙΓ΄ αιώνα Λατίνοι κληρικοί μαζί με στρατιώτες
εισέβαλαν στο Άγιον Όρος, το οχυρό αυτό της Ορθοδοξίας, για να
επιβάλουν δια της βίας την ένωση με τους δυτικούς. Η μονή
Ζωγράφου όπως και άλλες αγιορείτικες μονές είχε την τιμή να
αναδείξει στον αγώνα αυτόν κατά της πλάνης τους εικοσιέξι
Ζωγραφίτες οσιομάρτυρες. Την εποχή αυτή ασκήτευε κοντά στη
μονή ένας ενάρετος Γέροντας, που είχε τη συνήθεια να απαγγέλει
162

τον Ακάθιστο Ύμνο πολλές φορές την ημέρα μπροστά στην εικόνα
της Θεοτόκου.
Μία μέρα άκουσε την Παναγία να του μιλά από αυτήν την
εικόνα και να του αναγγέλει (εξού και “Προαναγγελλόμενη”) ότι οι
λατινόφρονες πλησιάζουν στο μοναστήρι και όποιος είναι ψυχικά
αδύνατος να κρυφτεί, ενώ εκείνοι που επιθυμούν μαρτυρικά
στεφάνια ας παραμείνουν στο μοναστήρι.

Επακούουσα - Ιερά Μονή Ζωγράφου

Όταν ο όσιος Κοσμάς ο Ζωγραφίτης, αναχωρητής που
ήκμασε γύρω στα τέλη του ΙΓ' και τις αρχές του ΙΔ' αιώνα,
βρισκόταν ακόμη στο κοινοβιο, συνέβει κάποτε να βρεθεί μόνος
μέσα στο ναό και να στραφεί προς την εν λόγω εικόνα με εγκάρδια
προσευχή λέγοντας: “Υπεραγία Θεοτόκε προσευχήσου στον Υιό
σου και Θεό, για να με οδηγήσει σε οδό σωτηρίας”. Άκουσε τότε
την Παναγία να λέει: “Υιέ και Θεέ μου, δίδαξέ τον δούλο σου, πώς
να σωθεί” και να απαντά αμέσως ο Χριστός: “Ας αναχωρήσει από
τη μονή και ας ησυχάσει μόνος του”. Πράγματι ο όσιος διέπρεψε
στον ησυχαστικό βίο και δοξάσθηκε με το χάρισμα της
θαυματουργίας. Η εικόνα που “επήκουσε” τη δέησή του βρίσκεται
163

στο ιερό βήμα του Καθολικού της μονής.

Γοργοεπήκοος - Ιερά Μονή Δοχειαρίου

Η γνωστότερη μετά την “Πορταϊτισσα” θαυματουργή εικόνα
του Αγίου Όρους είναι αρχαία τοιχογραφία της Παναγίας που
βρίσκεται εξωτερικά στον ανατολικό τοίχο της τράπεζας και προς
τα δεξιά της εισόδου της. Το 1664 ο τραοεζάρης Νείλος, που
περνούσε τακτικά μπροστά από την εικόνα κρατώντας στο χέρι
αναμμένα δαδιά για την υπηρεσία του στην τράπεζα, άκουσε μια
φωνή να του λέει τα εξής: “Να μην ξαναπεράσεις από εδώ με
δαδιά καπνίζοντας την εικονα μου”. Ο Νείλος δεν έδωσε ιδιαίτερη
σημασία στη φωνή, η οποία όμως σύντομα ξανακούστηκε
επιτιμώντας τον μοναχό και αφήνοντάς τον τυφλό. Οι αδελφοί
άρχισαν να περνούν με πολύ ευλάβεια μπροστά από την εικόνα,
της κρέμασαν ακοίμητο καντήλι και διέταξαν το νέο τραπεζάρη να
τη θυμιάζει καθημερινά.
Ο τυφλός Νείλος περνούσε όλο τον καιρό του σε ένα στασίδι
μπροστά στην εικόνα παρακαλώντας την Παναγία να τον
συγχωρέσει και να τον θεραπεύσει, πράγμα το οποίο και έγινε,
164

όταν, για τρίτη πλέον φορά, ακούστηκε φωνή από την εικονα, που
πληροφορούσε τον Νείλο ότι η δέησή του εισακούστηκε και ότι στη
δική Της μετά Θεόν προστασία και σκέπη θα έπρεπε στο εξής να
καταφεύγουν για κάθε τους ανάγκη οι μοναχοί. Αυτή θα τους
ακούει γρήγορα γιατί το όνομά της είναι “Γοργοεπήκοος”. Πολύ
σύντομα το θαύμα αυτό και η υπόσχεση της Θεοτόκου έγιναν
γνωστά σε όλο το Όρος και η εικόνα της αυτή έγινε παναφιορειτικό
προσκύνημα.
Ο διάδρομος κλείστηκε και η εικόνα συμπεριλήφθηκε σε
παρεκκλήσι που κτίστηκε προς τα δεξιά της. Τα θαύματά της είναι
άπειρα και ειδικός “προσμονάριος” ιερομόναχος εξυπηρετεί τις
ανάγκες των πολλών προσκυνητών.

Γλυκοφιλούσα - Ιερά Μονή Φιλοθέου

Όπως η “Πορταϊτισσα” έτσι από τις εικόνες που διασώθηκαν
από την εικονομαχία και μεταφέρθηκαν θαυματουργικά στον Άθω.
Ήταν κτήμα της Βικτωρίας, ευσεβούς συζύγου του εικονομάχου
συγκλητικού Συμεών, η οποία, για να μην την παραδώσει, την
165

έριξε στη θάλασσα. Η εικόνα πλέοντας όρθια στα κύματα έφθασε
στον αρσανά της μονής Φιλοθέου, όπου παρελήφθηκε με μεγάλη
τιμή και χαρά από τον ηγούμενο και τους πατέρες της μονής, που
είχαν ειδοποιηθεί με αποκάλυψη της Θεοτόκου. Στο σημείο της
ακτής, όπου απέθεσαν την εικόνα ανέβλυσε αγίασμα. Εκεί κάθε
χρόνο τη Δευτέρα της Διακανησίνου γίνεται λιτανεία και αγιασμός.
Πολλά είναι τα θαύματα της “Γλυκοφιλούσας”. Το 1713
απάντησε στις προσευχές του ευλαβούς εκκλησιάρχη Ιωαννικίου,
που παραπονιόταν για την ένδεια του μοναστηριού,
διαβεβαιώνοντάς τον ότι αυτή έχει την πρόνοια για τις υλικές
ανάγκες της μονής. Το 1800 έσωσε ένα προσκυνητή που έπεσε
κάτω από τον ξενώνα, που βρισκόταν στον τρίτο όροφο. Η εικόνα
είναι αμφιπρόσωπη με τη Σταύρωση στο πίσω μέρος και βρίσκεται
στον κίονα του αριστερού χορού του Καθολικού.

Μυροβλύτισσα - Ιερά Μονή Αγίου Παύλου

Η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν σε
κάποιο φημισμένο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης που
λεγόταν του Μυρελαίου. Από εκεί την έφερε στο Άγιον Όρος ο
άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός και την αφιέρωσε στη δεύτερη
μονή την οποία ίδρυσε (μετά την Ξηροποτάμου) και που έλαβε το
166

όνομά του.
Η αγία αυτή εικόνα χάριτι Θεού άρχισε κάποτε να βλύζει
μύρο γι΄ αυτό και από τότε ονομάζεται Μυροβλύτισσα. Ενεργεί
πολλά θαύματα σ' όσους προστρέχουν σ΄ αυτήν με ευλάβεια και
επικαλούνται θερμά τη βοήθεια της Αειπαρθένου.

Οδηγήτρια - Ιερά Μονή Ξενοφώντος

Η εικόνα αυτή βρισκόταν από πολύ παλιά στο Καθολικό της
Ιεράς Μονής Βατοπεδίου στον κίονα του αριστερού χορού. Το
1730 όμως εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη θέση της, ενώ οι πύλες
του ναού ήταν κλειδωμένες, και έτσι η εικόνα μεταφέρθηκε πίσω
στη θέση της, ενώ οι Βατοπεδινοί πατέρες έλαβαν αυστηρότατα
μέτρα ασφάλειας και σφράγισαν το ναό. Σε λίγη ώρα, όταν
ανοίχτηκε η εκκλησία, για την ακολουθία, η εικόνα έλειπε και πάλι
από τη θέση της και πολύ σύντομα έφρανε είδηση από τη Μονή
του Ξενοφώντος ότι βρέθηκε και πάλι στην αντίστοιχή θέση του
εκεί Καθολικού. Οι Βατοπεδινοί πείσθηκαν για το θαύμα και
αποφάσισαν να μην αντισταθούν άλλο στη θέληση της
Θεομήτορος. Έτρεξαν στη Μονή Ξενοφώντος για να
προσκυνήσουν την “Οδηγήτρια” και για πολύ καιρό της έστελναν
λάδι και κερί στη νέα της κατοικία.
167

Παλαιολογίνα - Ιερά Μονή Γρηγορίου

Το όνομα της Παλαιολογίνας ήταν Οδηγήτρια Παντάνασσα.
Αργότερα σε αντιδιαστολή από άλλες ομώνυμες, επωνομάσθηκε
Παλαιολογίνα, από το όνομα της δωρήτριας της, της
“ευσεβεστάστάτης Κυρά Μαρίας Ασανίνας Παλαιολογίνας, κυράς
της Μολδαβλαχίας”, όπως είναι χαραγμένο σε μικρή χρυσή
επιγραφή επικολλημένη επάνω στο αργυρό επένδυμα της εικόνας.
Εδώ η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται από ένα γλυκό και συνάμα
πένθιμο ύφος, ενώ κρατά τον Χριστό τριετή.
Η παράδοση αποδίδει πολλά θαύματα στην εν λόγω εικόνα,
καθώς αναφέρουν παλαιότεροι πατέρες της μονής. Το
σπουδαιότερο είναι το γεγονός ότι κατά την πυρκαϊά του 1762,
τότε που ολόκληρο το Καθολικό της μονής έγινε παρανάλωμα του
πυρός χωρίς να διασωθεί τίποτε, μόνο η εικόνα αυτή έμεινε
αβλαβής μέσα στη φωτιά και βρέθηκε επάνω στη στάχτη στον
τόπο που είναι τοποθετημένη σήμερα, δηλαδή στον πρώτο από
αριστερά κίονα του κυρίως ναού, στραμμένη προς Νότο.
168

Αντιφωνήτρια - Ιερά Μονή Κωσταμονίτου

Κατά τους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα
Κωνσταντίνου του Μονομάχου, το έτος 1020, η αγία εικόνα της
Αντιφωνήτριας έκανε το ακόλουθο θαύμα στην Μονή
Κωσταμονίτου.
Κατά την πρώτη του μηνός Αυγούστου κατά την οποία
εορτάζει η αγία Εκκλησία μας την Πρόοδο του Τιμίου και
Ζωοποιού Σταυρού, ο τότε εκκλησιάρχης της μονής ονόματι
Αγάθων, ήταν πολύ λυπημένος γιατί η μονή εστερείτο τα αναγκαία
προς ευπρέπεια και φωτοχυσία της εκκλησίας. Ήταν παραμονή
της εορτής της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου Στεφάνου,
πολιούχου της μονής και ευρισκόμενος σε τέτοια θλίψη
παρακαλούσε τη Θεοτόκο με θερμά δάκρυα, γονατισμένος
μπροστά στην αγία της Εικόνα όλη νύχτα. Νηστικός και
κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και αμέσως ήλθε
σε έκσταση και ακούει φωνή από την εικόνα της Αντιφωνήτριας
που του έλεγε να μην λυπάται και στεναχωρείται, γιατί αυτή
φροντίζει για κάθε πράγμα στο Άγιον Όρος.
Πραγματικά προς διαβεβαίωση των λεγομένων, το πιθάρι
169

της εκκλησίας γέμισε από λάδι καθώς και τα υπόλοιπα δοχεία της
μονής από τα αναγκαία προς το ζην. Όταν τα άκουσε αυτά ο
Αγάθων ξύπνησε χαρούμενος θαυμάζοντας για την όραση.
Αμέσως έφυγε και πήγε στο ναό. Όταν διαπίστωσε ότι το πιθάρι
του λαδιού ήταν γεμάτο. Εξεπλάγην και κήρυξε μεγαλόφωνα σε
όλους τους αδελφούς το θαύμα.

Κτιτόρισσα ή Βηματάρισσα - Ιερά Μονή

Βατοπεδίου
Όταν κάποτε έγινε επιδρομή των Αράβων στη μονή, ο
ιεροδιάκονος και βηματάρης (επιμελητής του ιερού βήματος και
συνεπώς, υπεύθυνος για τα άγια λείψανα και λοιπά κειμήλια που
φυλάσσονται εκεί) πρόλαβε και έκρυψε μέσα στο φρεάτιο της
Αγίας Τράπεζας(Αρχαϊκό χωνευτήρι) μια πολύτιμη εικόνα της
Θεοτόκου και ένα Σταυρό τοποθετώντας μπροστά τους μια
αναμμένη λαμπάδα. Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και οι μοναχοί
οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κρήτη, από όπου μετά εβδομήντα
χρόνια ο επιζήσας ιεροδιάκονος απελευθερώθηκε και επέστρεψε
170

στο μοναστήρι του. Εκεί βρήκε νέους αγνώστους μοναχούς που
δεν ήξεραν τίποτα για κρυμμένα κειμήλια. Τότε άνοιξαν το φρεάτιο
και βρήκαν τη εικόνα και το Σταυρό όρθια πάνω στο νερό, ενώ η
λαμπάδα έκαιγε ακόμη. Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο
σύνθρονο του ιερού βήματος, λέγεται δε και “Κτιτόρισσα”, από το
γεγονός ίσως ότι η ανεύρεσή της σχετίζεται με την ανοικοδόμηση
της μονής από τους τρείς αδελφούς και κτίτορες της μονής,
Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, που μόνασαν περί τα τέλη του Ι'
αιώνα.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
και η Παναγία η Τριχερούσα
Του Αρχιμ. Ιωακείμ Καραχρήστου,από το "Πρεσβεία θερμή" , Άγιον Όρος 1999, σελ
142-150

Aδελφοί μου, υμνήσαμε και απόψε όλη ψυχή και διανοία
και καρδία και χείλεσι την πολυύμνητη Μητέρα του Χρίστου.
Με τα βαθυστόχαστα λόγια του Παρακλητικού Κανόνα, είπαμε
τον πόνο μας και εκφράσαμε την ευγνωμοσύνη μας στην
Παναγία. Σ' Έκείνην που δεν χωρίζει τα παιδιά της σε φρόνιμα
και άτακτα, σε ενάρετα και άσωτα, αλλά αδιάκριτα τα αγαπά και
τα προστατεύει όλα. Είναι η πλατυτέρα των ουρανών, που
απλώνει στοργικά τα πανάχραντα χέρια της και αγκαλιάζει όλον
τον κόσμο. Χειροκρατεί και στηρίζει με τη δύναμη της τον κάθε
αδύναμο και αβοήθητο. Όπως αγκαλιάζει τον Χριστό, έτσι
αγκαλιάζει τον κάθε άγιο και τον κάθε αμαρτωλό.
Θα σας εξηγήσω γιατί τη λέμε τριχερούσα και την
ζωγραφίζουμε με τρία χέρια. Κάποιος είδε την εικόνα αυτή και
απόρησε. Πώς είναι δυνατόν; Η Παναγία ήταν άνθρωπος, δε
μπορώ να δεχτώ ότι είχε τρία χέρια. Κι ο άλλος ο απλοϊκός και
ο ευλαβής απάντησε. Τι να σου κάνουν δύο χέρια; Θα έπρεπε
να έχει εκατό, για να προλαβαίνει παντού, για να κρατά και να
σηκώνει όλους τους πεσμένους. Ένα χέρι θα έπρεπε να έχει
μόνο για μένα, που την ενοχλώ καθημερινά, που ζητώ τη
βοήθεια της συνέχεια κι απανωτά.
Όμως η ερμηνεία δεν είναι αυτή. Πρόκειται για μια εικόνα
ιστορική και θαυματουργική. Στο Χιλανδάρι, στο σέρβικο
Μοναστηρι του Αγίου Όρους, θα βρείτε την εικόνα αυτή. Είναι
μια διήγηση συναρπαστική. Έχει σχέση με έναν Άγιο της
Εκκλησίας μας, που παρουσιάζεται στην εικονογραφία με ένα
171

τουλπάνι τυλιγμένο στο κεφάλι του. Ποιος είναι; Ο Άγιος
Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Κι αν δεν τον ξέρετε όλοι εσείς, είμαι
βέβαιος ότι τον ξέρουν αυτοί που ψάλλουν στο αναλόγιο οι
τρεις. Αυτοί που ξέρουν τους ύμνους και τη μουσική της
Εκκλησίας μας, γνωρίζουν ποιος είναι ο Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός. Μεγάλος υμνογράφος, που αφιέρωσε τα κείμενα
του κυρίως στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Ήταν άρχοντας της Συρίας. Ήταν σύμβουλος του
Μονάρχη με βαθμό πρωθυπουργού. Το μεγάλο όμως κρατικό
αξίωμα δεν τον επηρέασε. Αντίθετα τον επηρέασε η ευλάβεια
του στην Παναγία, ώστε να μην κάνει καμιά αδικία στη ζωή του.
Καταχρηστικά έλεγε είμαι άρχοντας. Στην πραγματικότητα είμαι
ένας δούλος του Θεού. Θέλω να ακολουθήσω τα βήματα της
Παναγίας, που ήταν η δούλη του Θεού. Μακάρι να υπήρχαν και
σήμερα τέτοιοι ταπεινοί και πιστοί άρχοντες. Ο Ιωάννης
αγαπούσε την Παναγία και έγραφε διαρκώς γι' αυτήν. Έγραφε
ύμνους, μα έγραφε και απολογητικά κείμενα, θεολογικές
πραγματείες, για να αποδείξει στους αιρετικούς πόσο υψηλή
είναι η θέση της Παναγίας.
Ήταν η δύσκολη εποχή της εικονομαχίας. Οι αιρετικοί, για
τους οποίους πάντα η Παναγία είναι το κόκκινο πανί, έπαιρναν
τις εικόνες της και τις έσπαζαν, τις έκαιγαν, τις βεβήλωναν, τις
πετούσαν στα σκουπίδια. Ό,τι κάνουν και σήμερα οι αιρετικοί,
όπως κι αν ονομάζονται. Είναι τάχα οι εικόνες είδωλα και
πρέπει να τις συντρίψουν. Τούς παραπέμπουμε να διαβάσουν
τα κείμενα του Άγιου Ιωάννου του Δαμάσκηνου, για να ιδούν
πόση είναι η πλάνη και η ασέβεια τους. Επιστολές με ανάλογο
περιεχόμενο έστειλε ο ιερός Δαμασκηνός και προς τον
αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Γ' τον Ισαυρο, διότι και
αυτός είχε παρασυρθεί στην αίρεση και ήταν εικονομάχος. Του
δίδασκε την αλήθεια πάνω στο θέμα αυτό και τον παρακαλούσε
να μην είναι ασεβής και θεομάχος.
Οι επιστολές του συχνά είχαν χαρακτήρα ελεγκτικό και
αυτό ερέθισε τον πανίσχυρο αυτοκράτορα. Εκείνοι που έχουν
τη δύναμη και την εξουσία στα χέρια τους, δεν ανέρχονται τον
έλεγχο. Αντιδρούν και εκδικούνται πολλές φορές. Ό,τι δηλαδή
έκανε και ο Λέων ο Ισαυρος. Χολωμενος και θιγμένος από τον
έλεγχο, αντέδρασε εκδικητικά. Έγραψε στο βασιλιά της Συρίας
εναντίον του Αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου. Και τι έλεγε; Ότι
ο πρωθυπουργός και ιδιαίτερος σύμβουλος σου με κατηγορεί
και με υβρίζει και σε παρακαλώ να τον τιμωρήσεις. Εννοείται
δεν ανέφερε τίποτε για τη δική του αίρεση και κακοδοξία. Και ο
άλλος χωρίς καμία έρευνα και εξακρίβωση, γιατί κόρακας
172

κοράκου μάτι δε βγάζει , για να ευχαριστήσει τον συνάδελφο
του, απέλυσε αμέσως τον Δαμασκηνό από τη θέση του. Έτσι,
αναπολόγητο, όπως το λέει η παροιμία, βασιλική διαταγή και
τα σκυλιά δεμένα.
Ελάτε να σας πω, πόσοι και πόσοι άνθρωποι αδικηθήκαν
έτσι από μια εκδίκηση και από έναν εγωισμό. Να σας πω πόσοι
άνθρωποι εδώ στην Πατρίδα μας έχασαν τη θέση τους και το
ψωμί τους από μια συκοφαντία και από ένα πολιτικό μίσος.
Ελάτε να σας πω πόσες αδικίες γίνονται και πόσες οικογένειες
ταλαιπωρούνται από μια εμπάθεια και μόνον. Θυμάμαι ένα
περιστατικό ανατριχιαστικό. Μπήκε μέσα στην αυλή του
Μοναστηριού ένας άνθρωπος εξαγριωμένος. Ήταν ξένος και
άγνωστος. Ζητούσε επίμονα να μάθει την διεύθυνση κάποιου
Καβαλιώτη, που τον συκοφάντησε και έγινε αιτία να βρεθεί για
χρόνια στην εξορία.
Δεν τυράννησε μόνον εμένα, έλεγε.
Τυράννησε την οικογένεια μου. Η γυναίκα μου ζητιάνευε, για να
μεγαλώσει τα μικρά παιδιά μας . Είδα κι έπαθα να τον
καθησυχάσω. Έκανα αγώνα για να τον εμποδίσω, γιατί ήθελε
να κάνει έγκλημα. Το άδικον ούκ ευλογείται , του είπα. Ο
άνθρωπος αυτός είναι φορτωμένος με μια τέτοια αδικία και
ενοχή για ο,τι έκανε. Άφησε τον να μετανοήσει. Με το να τον
σκοτώσεις, θα χάσει την ψυχή του εκείνος αμετανόητος, θα την
χάσεις και εσύ. Και ποσά τέτοια!
Αδελφοί μου, να σας φυλάξει ο Θεός από το μίσος και την
εκδίκηση. Είναι φοβερό. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός όχι μόνον τη
θέση του έχασε, αλλά έχασε και το δεξί του χέρι. Δημόσια, μέσα
στην πλατεία και μπροστά σε όλους διέταξε ο βασιλιάς να του
κόψουν το χέρι πάνω από την παλάμη, στο σημείο του καρπού.
Γιατί έπρεπε να ακρωτηριαστεί έτσι ώστε να μη μπορεί πλέον
να γράφει, να κατηγορεί, να συκοφαντεί. Αυτό ήταν το σκεπτικό
της τιμωρίας του και ακόμη, να κρεμαστεί το κομμένο χέρι του
στην πλατεία ώστε να το βλέπουν και οι άλλοι με τους
άρχοντες, κι όταν ακόμη παρανομούν. Χρειαζόταν βλέπετε, και
το παράδειγμα προς αποφυγήν.
Το βράδυ, όπως διηγείται το Συναξάριο του Αγίου,
έχοντας το χέρι κομμένο, γονάτισε μπροστά στην εικόνα της
Παναγίας, που τόσο την αγαπούσε και την υπερασπιζόταν ο
Δαμασκηνός. Παρακαλούσε έκλαιγε και της έλεγε: Δεν το ζητώ
το χέρι μου για μένα. Το θέλω για σένα, για να μπορώ να
γράφω και να σε υποστηρίζω, για να ά-αποστομώνω τους
αιρετικούς. Πήγαν εν τω μεταξύ άνθρωποι του 'Αγίου στον
άρχοντα και του ζήτησαν το κομμένο χέρι. Δεν σου κρατάει
κακία του είπαν. Δεν ζητάει τη θέση του. Δεν ζητάει εκδίκηση.
173

Ζητάει να του δώσεις το κομμένο χέρι του. Του κάνω, λέει, αυτή
την παραχώρηση. Ας το έχει να το καμαρώνει, για να μην
τολμήσει να ξανακάνει τέτοια πράγματα. Θα τον χαρακτήρισε
πιθανόν και αντικαθεστωτικό και αναρχικό και ταραχοποιό
κλπ., όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Πήραν οι απεσταλμένοι το κομμένο χέρι και τυλιγμένο το
πήγαν στο κελί, όπου εξακολουθούσε να προσεύχεται
γονατιστός ο Άγιος. Το έβαλε καταγής και το ένωσε με τον
ματωμένο καρπό. Και πάλι τα ίδια λόγια. Πανάγια μου δεν το
θέλω για μένα το χέρι μου, αλλά για σένα . Και ώ τού θαύματος!
Όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις . Τον πήρε ο ύπνος
και είδε την Παναγία σε όραμα να γίνεται η γιάτρισσα του. Την
είδε να του χαρίζει το χέρι του ενωμένο και ολόκληρο και
πετάχτηκε επάνω χαρούμενος. Το σήκωσε επάνω να κάνει το
σημείο του Σταυρού και είδε μια κόκκινη ματωμένη γραμμή,
που έμεινε εκεί στον καρπό, για να του θυμίζει το μαρτύριο,
που υπέστη για την Παναγία.
Από εκεί και πέρα, ευγνώμων ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός,
δεν σταμάτησε σε όλη τη ζωή του να γράφει για την Υπεραγία
Θεοτόκο και να την ψάλλει. Έφυγε από την Συρία και πήγε
στην Παλαιστίνη. Μόνασε στο Μοναστήρι του Αγίου Σάββα,
όπου μέχρι σήμερα σώζεται σκαλισμένο μέσα στο βράχο το
σπήλαιο του Αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου. Πήγε αυτός ο
πρώην άρχοντας, ο μεγάλος αξιωματούχος και χώθηκε μέσα σε
μια τρύπα, όπου ούτε αλεπούδες δε θα μπορούσαν να ζήσουν.
Κλεισμένος εκεί μέσα, προσευχόταν και έγραφε για την
Παναγία. Αυτή ήταν η μοναδική χαρά του. Πέρασαν πολλά
χρόνια και επισκέφθηκε το Μοναστήρι αυτό ένας Σέρβος
βασιλιάς, ονόματι Σάββας. Οι Πατέρες του έδωσαν για δώρο
την εικόνα εκείνη της Παναγίας, που ο Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός την είχε στο κελί του και μπρος της έγινε το
θαύμα. Μάλιστα λέει το Συναξάριο ότι με το θαύμα παρήγγειλε
σε χρυσοχόο και του έφτιαξε παλάμη ασημένια, την οποίαν
κόλλησε επάνω στην εικόνα, για να θυμίζει την ευεργεσία της
Παναγίας. Έτσι η Παναγία είχε τρία χέρια. Δύο τα δικά της κι
ένα του Δαμασκηνού. Και έτσι πήρε το όνομα Παναγία η
τριχερούσα.
Αυτή, λοιπόν, την εικόνα της Παναγίας της τριχερούσας,
την πήρε σαν δώρο από το Μοναστήρι του αγίου Σάββα του
ηγιασμένου ο βασιλιάς της Σερβίας Σάββας τον δέκατο τρίτο
αιώνα και την πήγε στην πατρίδα του. Την προσκύνησαν οι
Ορθόδοξοι Σέρβοι με ευλάβεια, και επειδή έγινε κάποια
επανάσταση φοβήθηκαν μήπως καταστραφεί. Την φόρτωσαν
174

τότε σε ένα υποζύγιο και το άφησαν να πάει όπου θέλει. Κάτι
παρόμοιο με εικόνα της Πορταΐτισσας, που την έφεραν τα
κύματα στη Μονή Ιβήρων από την Κωνσταντινούπολη. Το
υποζύγιο με την εικόνα της Παναγίας της τριχερούσας,
περπατούσε αδιόρατο, γιατί το οδηγούσε η Παναγία, ώσπου
έφτασε στο Άγιον Όρος και πήγε και στάθηκε μπροστά στο
σερβικό Μοναστήρι του Χιλανδαρίου. Βγήκαν οι Πατέρες και με
ευλάβεια την μετέφεραν στο Ιερό Βήμα του Καθολικού.
Όμως δεν έμεινε εκεί. Κάποτε που κοιμήθηκε ο
ηγούμενος της Μονής και οι Μοναχοί διαφωνούσαν προς την
εκλογή νέου Ηγουμένου, και είχαν διαιρεθεί δύο παρατάξεις και
δεν ομονοούσαν, η εικόνα της Παναγίας έφυγε από το Ιερό
Βήμα και πήγε και κάθισε στον ηγουμενικό θρόνο. Τρεις φορές
έγινε αυτό και μάλιστα ακούστηκε η φωνή της.
Μη με
ξανασηκώσετε από τον θρόνο. Θέλω να μείνω εκεί και να είμαι
η Ηγουμένη σας . Από τότε το Μοναστήρι του Χιλανδαρίου
μέχρι πρόσφατα, αν και ήταν Κοινόβιο, δεν εξέλεγε Ηγούμενο,
διότι είχε Ηγουμένη την Παναγία την τριχερούσα. Είχαν μόνον
Τοποτηρητή για τη διοίκηση, ο όποιος όμως δεν έδινε ευλογία
για τις Ακολουθίες και τα διακονήματα, διότι οι Μοναχοί
πήγαιναν κάθε φορά και έβαζαν μετάνοια στην Παναγία και από
εκείνην έπαιρναν ευλογία και ευχή. Υπάρχουν και τηρούνται
κάτι τέτοια όμορφα τυπικά στίς Μονές του Αγίου Όρους και
τονίζουν την αγάπη και την ευλάβεια των αγιορειτών Πατέρων
στην Παναγία.
Αδελφοί μου, όπως σας είπα στην αρχή της ομιλίας, η
Παναγία δεν προσέχει μόνον τα φρόνιμα και αφοσιωμένα
παιδιά της, όπως τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αλλά
προσέχει και τα άτακτα παιδιά της, τα βλάσφημα και τα άσωτα,
που την στενοχωρούν και την προσβάλουν. Είναι κάτι, που
κάνετε και εσείς οι μάνες, φροντίζοντας περισσότερο τα
ατίθασα παιδιά σας, προκειμένου να τα διορθώσετε.
Όπως ο Κύριος ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς
σώσαι , έτσι και η Παναγία είναι φιλεύσπλαχνη προς τον κάθε
άσωτο και αμαρτωλό. Πολλά είναι τα θαύματα που κάνει για να
σώσει απολωλότα πρόβατα, που τρέχουν στους γκρεμούς και
κινδυνεύουν. Διάβασα μια τέτοια ιστορία για έναν άσωτο
άρχοντα.
Άρχοντας ευσεβέστατος ο
Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός. Άρχοντας και ο ασεβέστατος Κάρολος. Ο ένας
υμνητής της Παναγίας και ο άλλος υβριστής της Παναγίας. Και
ήταν αυτός ο Κάρολος τόσο άσωτος και πόρνος, που
πουλούσε την ψυχή του για τις ηδονές. Τα έχασε όλα σαν τον
άσωτο της παραβολής και μετά πήγε σ' έναν μάγο και τον
175

ρωτούσε αν μπορεί να προσκυνήσει τον σατανά και με την
βοήθεια του να τα ξαναποκτήσει όλα και να απολαύσει όλες τις
ηδονές του κόσμου. Γίνεται του λέει ο μάγος, αλλά πρέπει να
βάλεις εδώ στο χαρτί μια υπογραφή με το αίμα σου. Να
υπογράψεις ότι αρνείσαι τον Χριστό και προσκυνάς το διάβολο.
Χωρίς αυτήν την υπογραφή κι αυτό το συμβόλαιο, ο διάβολος
δε σού δίνει τίποτε.
Κι αυτός ο αθεόφοβος ο Κάρολος, ο άσωτος και ο
αδίστακτος, παίρνει και σχίζει τη φλέβα του και με το αίμα του
υπογράφει το χαρτί. Αποτάσσομαι τω Χριστώ και συντάσσομαι
τω διαβόλω . Και στη στιγμή παρουσιάζεται ο έξω από δω και
του λέει. Κάηκες, κακομοίρη. Δεν σε δέχεται πλέον ο Χριστός.
Έβαλες την υπογραφή σου ότι είσαι δικός μου. Και καθώς
περνούσαν έξω από μία Εκκλησία, ρίχνει μέσα μια ματιά αυτός
ο Κάρολος και βλέπει την εικόνα της Παναγίας δακρυσμένη.
Κατάλαβε και άρχισε να μετανιώνει. Όμως ο σύντροφος του
του είπε αυστηρά. Μην τυχόν και μπεις μέσα και κάνεις καμιά
προσευχή σ' αυτήν την κυρά, σε έσφαξα, κακομοίρη. Γιατί αυτή
μου έκανε πολλές ζημιές. Μέσα από τα χέρια μου παίρνει τους
ανθρώπους .
Αυτά τα λόγια τυπώθηκαν στο μυαλό του Καρόλου. Ώστε
η Παναγία μπορεί να με πάρει από τα χέρια του. Και καθώς
περνούσαν από άλλη Εκκλησία, αφήνει τον σύντροφο του και
χώνεται μέσα. Τρέχει και γονατίζει μπροστά στην εικόνα της και
της λέει. Παναγία μου μετανιώνω για ό,τι έκανα, κοίταξε να με
γλιτώσεις απ’
αυτόν, με έχει δέσει. Και όσο αυτός
προσευχόταν, ο άλλος από έξω ούρλιαζε. Είσαι αρνητής του
Χρίστου, έβαλες υπογραφή με το αίμα σου. Δεν σε σώζει
τίποτε. Είσαι αμαρτωλός, δεν πρόκειται να σωθείς. Όπως το
λέει και σ' εμάς με τον λογισμό, για να μας απογοητεύσει.
Αυτός ο πειρασμός της απελπισίας, στον οποίον προσπαθεί να
μας ρίξει, είναι ο χειρότερος.
Ο Κάρολος επέμενε να ζητάει τη χάρη της Παναγίας. Και
τότε την ακούει να του λέει: Αμάρτησες πολύ.
Για τις ηδονές, για τα χρήματα και τα αξιώματα αρνήθηκες
τον Χριστό. Όμως να μου δώσεις τον λόγο σου ότι θα κάνεις
έργα μετανοίας, και τότε θα παρακαλέσω τον Υιό μου να σε
συγχωρήσει. Και καθώς αυτός έκλαιγε και μετανοούσε σηκώνει
επάνω το βλέμμα του, και να, το χέρι της Παναγίας απλώνεται
και του δίνει το χαρτί με την υπογραφή του. Και τι παράξενο!
Με τα δυο της χέρια η Παναγία κρατούσε στην αγκαλιά της τον
Χριστό, κι αυτό ήταν ένα άλλο τρίτο χέρι ζωντανό, απλωμένο
στο μέρος του. Τόσο πολύ συγκλονίστηκε, που άλλαξε ζωή κι
176

αφιερώθηκε στην Παναγία. Μάλιστα πήγε κι έφτιαξε την εικόνα
της, έτσι όπως την είδε με ένα τρίτο χέρι απλωμένο και έγραψε
επάνω της, Παναγία η φιλεύσπλαχνη.
Αδελφοί μου, η Παναγία έδωσε στον Άγιο Ιωάννη τον
Δαμασκηνό το χέρι του για να της γράφει. Η Παναγία άπλωσε
το τρίτο χέρι της ευσπλαχνίας της για να σώσει τον άσωτο
Κάρολο, τον αρνητή του Χρίστου. Η Παναγία έχει απλωμένα τα
χέρια της επάνω σε όλους μας. Μας ευλογεί και μας
προστατεύει. Σαν τα μικρά παιδιά που έχουν εμπιστοσύνη στη
μάνα τους και της κρατούν το χέρι όπου κι αν πάνε. Έτσι και
εγώ νοιώθω να με χειροκρατεί, να με οδηγεί, να με στηρίζει.
Παρακαλώ κι εσάς κρατείτε το χέρι της το στοργικό, το
εύσπλαχνο, το δυνατό κι ελάτε να ψάλουμε μαζί Πάντων
προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά
σου χειρί' άλλην γάρ ουκ έχομεν, αμαρτωλοί, πρός Θεόν, εν
κινδύνοις και θλίψεσιν, αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό
πταισμάτων πολλών. Μήτερ του Θεού του Υψίστου, όθεν σοι
προσπίπτομεν' ρύσαι πάσης περιστάσεως τους δούλους σου .
Αμήν.

Ή Παναγία Σαν Μάνα Φροντίζει Τους
Μοναχούς
Στο κοινόβιο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, πριν από 30 χρόνια ζούσε ένα πολύ απλό κι αγαθό Γεροντάκι, γνωστός με το όνομα
Γερο - Θωμάς, πάντα πρόθυμος και ακάματος εργάτης της
υπακοής. Σαν υπηρεσία του (διακόνημα) είχε να είναι βοηθός στον
ζυμωτή και φούρναρη του Μοναστηριού.
Μια μέρα έτυχε ανάγκη να απουσιάσει για δυο ημέρες ο
ζυμωτής και φούρναρης της Μονής Γερο - Γρηγόρης, ο οποίος από
χρόνια είχε την υπηρεσία αυτή και γνώριζε πολύ καλά και
εξυπηρετούσε τα διακονήματα αυτά, με πολύ προσήλωση και
ευλάβεια.
Σαν αντικαταστάτη του στις υπηρεσίες αυτές, άφησε τον Γερο
-Θωμά, ο οποίος επειδή δεν είχε ποτέ του ζυμώσει ξαφνιάστηκε και
βρέθηκε σε μεγάλη απορία, διότι έπρεπε να ζυμώσει και να
φουρνίσει τότε και να δώσει ψωμί για δυο ημέρες στους πατέρες του
Κοινοβίου που τότε είχε περισσότερους από εξήντα Μοναχούς και σε
δέκα ως είκοσι διερχόμενους κάθε ημέρα προσκυνητές.
Στη μεγάλη αυτή ανάγκη και απορία που βρέθηκε ο Γερο 177

Θωμάς, άρχισε να κάνει θερμή προσευχή και με δάκρυ να
παρακαλεί την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
Κυρία Θεοτόκο και τον άγιο Παύλο, να τον φωτίσουν τι να κάνει;
στην προκειμένη περίπτωση, γιατί τα είχε κυριολεκτικά χαμένα και
δεν ήξερε πούθε να αρχίσει.
Ξαφνικά παίρνει την μαγιά του προζυμιού και εκεί που πήγε
να βάλει νερό κι αλεύρι βλέπει δίπλα του μια μεγαλόπρεπη
μαυροφορούσα γυναίκα, η οποία πήρε το προζύμι το ανακάτεψε,
έβαλε το αλεύρι στην σκάφη και σε δυο ώρες έγινε το ζυμάρι,
έπλασε τα ψωμιά τα φούρνισε και μέσα στις δυο αυτές ώρες
ξεφούρνισε και έδωσε ο Γερο -Θωμάς ψωμί στους Μοναχούς, οι
οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα δεν μπορούν να ξεχάσουν την
γλυκύτητα και νοστιμιά του ψωμιού αυτού.
Ο δε Γερο - Θωμάς σαν υπνωτισμένος δεν κατάλαβε τίποτε,
πώς και με ποιό τρόπο γίνανε όλα αυτά! Το μόνο που κατάλαβε
ήταν η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που δεν ήταν άλλη παρά η
Κυρία Θεοτόκος.
Οι δε αδελφοί της Μονής αυτής του έλεγαν: Γερο- Θωμά,
κάτι φάρμακο θα έβαλες μέσα στο ψωμί που είναι τόσο γλυκό και
νόστιμο και έγινε τόσο γρήγορα και τόσο ωραίο.
Εδώ έδωκε την παρουσία της η Κυρία Θεοτόκος που σαν
μάνα φροντίζει τα παιδιά της, τους Μοναχούς του Αγίου Όρους
για να μη μείνουν νηστικοί από έλλειψη τροφίμων και άρτου, όπως.
εμπράκτως το είδαμε όλοι κατά τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής
1940 -1944.

Παρόμοιο Θαύμα Της Παναγίας Στην Νέα
Σκήτη
Για την ιδιαίτερη φροντίδα της Κυρίας και Δεσποίνης ημών
Θεοτόκου, οι Πατέρες της ιεράς Νέας Σκήτης, μου διηγήθηκαν το
ακόλουθο γεγονός:
Το έτος 1942, που η Γερμανική κατοχή, είχε επιφέρει μεγάλη
συμφορά στην Πατρίδα μας και η πείνα και στέρηση των υλικών
αγαθών και ιδιαίτερα η έλλειψη τροφίμων θέριζε κυριολεκτικά τους
αδελφούς μας Έλληνες, οι Μοναχοί του Αγίου Όρους, από την
φροντίδα και μέριμνα της Παναγίας Μητέρας μας και μητέρας όλου
του κόσμου δεν αισθάνθηκαν την έλλειψη των αγαθών, όπως οι
άλλοι αδελφοί μας στον κόσμο βρισκόμενοι, που από την πείνα
πέθαιναν κάθε μέρα και τους μάζευαν από τον δρόμο τα κάρα και
178

ομαδικά τους ενταφίαζαν.
Έτσι λοιπόν δυο χρόνια υστέρα από τον Αλβανικό πόλεμο με
τους Ιταλούς, που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Πατρίδα μας και είχαμε γενικό αποκλεισμό από τρόφιμα, οι Πατέρες της Νέας Σκήτης
μου είπαν, δεν είχαμε αλεύρι παρά μόνο για δυο ζύμες, το οποίο άμα
θα τελείωνε, τι θα γινόμαστε τότε; Είχαμε στην συνοδεία μας εκτός
από τον πατέρα Θεοφύλακτο και τον μακαρίτη τον Γερο - Γαλακτίωνα
στο σπίτι μας, είπε ο Παπά Ιωακείμ ο Σπετσέρης. ότι στην συνοδεία
μας είχαμε ακόμη ένα άτομο και φτάσαμε σε τρομερή απογοήτευση.
Αυτός ο μακαρίτης τώρα και τότε γέροντας μας Ιωακείμ, άνθρωπος του Θεού με πολλή μεγάλη πίστη στον Θεό και γενναία ψυχή,
προικισμένος με πνεύμα υπομονής, Πίστεως και αγάπης προς όλον
τον κόσμο, μας έδινε θάρρος και μας έλεγε: «Μη λυπήστε παιδιά μου,
δεν θα μας αφήσει ο Θεός, εμείς έχουμε την Παναγία μητέρα του Θεού,
βοηθό, η οποία, σύμφωνα με την υπόσχεσή της, θα φροντίσει για
μας. Αλλά εάν παραχωρήσει ο Θεός να στερηθούμε τα υλικά αγαθά
και να πεινάσουμε δεν θα πάθουμε τίποτε μεγάλο κακό, γιατί αν με
υπομονή και δίχως γογγυσμό υποφέρουμε ο,τι κακό θα μας βρει,
τούτο θα είναι καλό και ωφέλιμο για την ψυχική μας σωτηρία. Εμείς
σαν Μοναχοί, πρέπει να κάνουμε κουράγιο, να έχουμε την ελπίδα
μας στο θεό και στην Κυρία Θεοτόκο και με το υπόδειγμά μας να
δίνουμε θάρρος και στον άλλο κόσμο που υποφέρει πολύ
περισσότερο από μας».
Από τις ζύμες το αλεύρι, με πολλή μεγάλη οικονομία και μέτρο,
περάσαμε από τον Απρίλη μέχρι τον Αύγουστο, οπόταν άρχισαν οι
καθημερινές Παρακλήσεις της Παναγίας για το 15) Αύγουστο.
Ψωμί δεν είχαμε πλέον καθόλου, ο τότε γείτονας μας Πάτερ
Αρσένιος Μαντζαρόλας, που τον είχε η Σκήτη μυλωνά, εκτός του
ότι αυτός δεν είχε καθόλου ψωμί, αλλά είχε πάρει δανεικά και χρωστούσε στον έναν και στον άλλον, ολόκληρη φουρνιά 15—20 ψωμιά, χωρίς να μπορεί να τα επιστρέψει.
Στο δικό μας σπίτι αυτός, λέγει η Συνοδεία του πατρός Ιωακείμ Σπετσέρη, πολύ σπάνια ερχόταν, σχεδόν ποτέ, γιατί ο Γέροντας
μου πάντα τον συμβούλευε και του έλεγε να σταματήσει τα ταξίδια
που συχνά έκανε στον κόσμο, για το νεαρό της ηλικίας του και για
τους κινδύνους που διατρέχει ο μοναχός στον κόσμο περιφερόμενος.

Η Παναγία Έφερε Σιτάρι
Ήτανε δώδεκα του μηνός Αυγούστου, η ώρα έξι (6) το μεση179

μέρι, ώρα Βυζαντινή (ή οποία κατά την δύση του ηλίου θα πρέπει
πάντοτε σε όλες τίς εποχές του έτους να δείχνει ο ωροδείκτης 12),
ακούμε να κτυπάει η πόρτα. Έτρεξε ο Πάτερ Ιάκωβος για να
ανοίξει. Είδε τον Πατέρα Αρσένιο Μαντζαρόλα να κτυπάει, του
άνοιξε και στην ερώτηση που του έκανε: «Πώς τέτοια ώρα πάτερ
Αρσένιε, τι σου συμβαίνει; η οσιότητά σου δεν ερχότανε τον καλό
καιρό και τώρα μεσημεριάτικα τι συμβαίνει;». Εκείνος σχεδόν
κλαμένος του απάντησε: «Σώπα, π. Ιάκωβε, και έλα έξω στην
απλωταριά — στην βεράντα— στον εξώστη, να δεις τα θαύματα της
Κυρίας Θεοτόκου και την φροντίδα που έχει για μας τους Μοναχούς
της η Παναγία μας.
Πράγματι βγήκαμε και οι δυο στην απλωταριά και είδαμε τα
κατάρτια ενός πλοίου. Ιδού μου λέγει, π. Ιάκωβε, η Παναγιά μας
έφερε σιτάρι! Εγώ είπα: «Πώς το έμαθες αυτό Π. Αρσένιε; πήγες
στην παραλία, κατέβηκες κάτω και το είδες;». Ο Αρσένιος τότε μου
είπε: «Πάτερ μου εγώ δεν πήγα στην παραλία, αλλά επειδή, όπως
γνωρίζεις, δεν έχω καθόλου ψωμί και χρωστάω τόσα στους
Πατέρες και ντρέπομαι να τους δω, αποφάσισα αύριο τα
ξημερώματα να φύγω και με τα πόδια σιγά σιγά από τη στεριά να
φτάσω στην πατρίδα μου την Σπάρτη.
Έτσι, με τη σκέψη αυτή, ξάπλωσα στο ντιβάνι μου να
ξεκουραστώ νηστικός και πολύ στενοχωρεμένος. Μόλις
αποκοιμήθηκα ή μισο-ξύπνιος ήμουνα, βλέπω την μάνα μου, η
οποία ήρθε και μου είπε, τι έχεις παιδί μου και είσαι έτσι
λυπημένος; «Μάνα, της είπα, τι άλλο θέλεις να έχω, δεν έχω
καθόλου ψωμί, μάνα πεινώ. Κι αυτή μου είπε πάλι: «Και γι' αυτό
θέλεις να φύγεις από το Όρος; της είπα, ναι, γι' αυτό.
Και που λογαριάζεις να πας παιδί μου; δυστυχισμένο
παιδί, δεν είμαι εγώ η Κυβερνήτης του Όρους;
Τόσους αιώνες το προστάτευα, το συντηρώ και το
διαφυλάττω, το Όρος ολόκληρο και τους εν αυτώ υπομένοντας
πατέρες, δεν τους έχω και τους φροντίζω σαν τέκνα μου αγαπητά;
Και πώς είναι δυνατόν να αθετήσω την υπόσχεσίν μου αυτήν; Ιδού
σας έφερα κάτω ένα Καΐκι με σιτάρι, σήκω κατέβα και πάρε».
Εγώ σε αυτά είπα: «Μητέρα μου, πώς θα πάρω το σιτάρι
αφού δεν έχω χρήματα;
Κι αυτή μου είπε: «Το γνωρίζω κι αυτό παιδί μου, αλλά εδώ
κάτω είναι ο Γέρο - Συμεών ο δούλος μου με την συνοδεία του, κι
αυτός δεν έχει σιτάρι και στενοχωριέται, πλην όμως σε μένα έχουν
την ελπίδα τους. Πήγαινε σ' αυτούς και θα σου δώσουν χρήματα
και να τους πεις να κατέβουν κι αυτοί κι όλοι οι Πατέρες να
πάρουν.
180

Αυτά μου είπε κι έφυγε Π. Ιάκωβε. Έλα λοιπόν κι εσύ πάμε
μαζί κάτω να πάρουμε σιτάρι. Να το Καΐκι. Όπως βλέπεις δεν ήταν
αυτή η μητέρα μου, αλλά ολοφάνερα ήταν η Παναγία η μεγάλη μας
Μητέρα.
Ο Πατήρ Ιάκωβος έτρεξε στον Γέροντα μας και του είπε
«δώσε Γέροντα στον Παντελεήμονα χρήματα και σακιά, κι εμείς με
τον Π. Αρσένιο φεύγουμε για την παραλία να προλάβουμε να
πάρουμε λίγο σιτάρι, μήπως μας φύγει το Καΐκι.
Όταν
κατεβήκαμε
στην
θάλασσα,
βρήκαμε
τους
Καπεταναίους στην Καλαμιά, εκεί που τώρα είναι ο αρσανά του
Παπα - Βαρλαάμ. Οι ναυτικοί ήταν καθισμένοι και έλεγαν: «Πατέρες
εμείς δεν έχουμε σιτάρι για πούλημα. Εμάς, από την Καβάλα μας
αγγάρευαν οι Γερμανοί να πάμε είδη πολέμου στον Κολυνδρό και
μας επέτρεψαν να πάρουμε σιτάρι 300 οκάδες για κάθε οικογένεια.
Αυτό έχουμε, αλλά επειδή κι εσείς δεν έχετε καθόλου θα σας
δώσουμε να πάρετε από 30 οκάδες κάθε άτομο, για οικονομηθήτε
τώρα».
Ρώτησαν τον Π. Αρσένιο, πόσοι μοναχοί είστε εσείς; Ο Π.
Αρσένιος είπε εγώ είμαι μόνος μου. Καλά είπαν θα πάρεις 30
οκάδες. Ο π. Αρσένιος είπε, σας ευχαριστώ.
Εσείς Π. Ιάκωβε πόσοι είστε;
Αυτός απάντησε, εμείς είμαστε πέντε (5) γιατί είχαμε και τον
Γερο - Βαρθολομαίο.
Εσείς τότε θα πάρετε, είπαν οι Καπεταναίοι, εκατόν
πενήντα (150) οκάδες. Και είπαμε δόξα να έχει ο Θεός, σας
ευχαριστούμε.
Φύγανε τότε όλοι κι εγώ έμεινα εκεί. Οι άλλοι με την βάρκα
πήγανε στο Καΐκι ζύγισαν το σιτάρι και το φέρανε έξω στην
παραλία.
Οι Γερμανοί αξιωματικοί, δεν τους «είπαν τίποτε. Όταν
ήρθαν έξω, τότε οι άνθρωποι που είχαν το Καΐκι είπαν: «Πατέρες,
οι Γερμανοί φοβούνται και δεν θέλουνε να φύγουμε τώρα που είναι
ακόμη ημέρα, αλλά θέλουν να φύγουμε τα μεσάνυχτα, γι' αυτό
μήπως μπορούσαμε, με την ευκαιρία αυτή, εμείς να
προσκυνήσουμε τα άγια Λείψανα που έχετε εδώ στην Σκήτη σας;
Ο Π. Ιάκωβος τους είπε: «ευχαρίστως μπορείτε, βεβαίως, να
έρθετε επάνω». Ο Δίκαιος μας, που τότε ήταν ο Γέρο - Ανατόλιος,
ο οποίος έμενε στην Καλύβη του αγίου Σπυρίδωνος, είναι δικός
μας και θα σας αφήσει να προσκυνήσετε, ελατέ πάμε. Τους πήρε
κι ανεβήκαμε όλοι μαζί.
Όταν φτάσαμε στο προσκυνητάρι λέει ο Καπετάνιος:
«Πατέρες μήπως μπορούσατε να μας δώσετε λίγο καφέ,
181

μια-δυο οκάδες και να σας δώσουμε σιτάρι; Εμείς τους είπαμε
πολύ καλά να σας δώσουμε, για τόσο λίγο πράγμα δεν γίνεται
λόγος. Ο Καπετάνιος τότε είπε, καλά, αλλά με τι τιμή θα μας τον
δώσετε; Εμείς, τους είπαμε, τώρα τελευταία αδελφοί, τον καφέ
τον αγοράσαμε προς 50 δραχμές την οκά και το σιτάρι έχει δέκα
δραχμές, εσείς θα μας δώσετε πέντε οκάδες σιτάρι για κάθε οκά
καφέ. Ο Καπετάνιος τότε είπε: «όχι Πατέρες αυτό δεν είναι δίκαιο,
αλλά θα σας δώσουμε για κάθε οκά του καφέ είκοσι οκάδες σιτάρι,
έτσι πάει, αυτή είναι ή τιμή του τώρα.
Ο Π. Ιάκωβος τους είπε, όχι αδελφοί, αυτό είναι
αισχροκέρδεια και δεν το θέλει ο Δεσπότης Χριστός, δεν είναι
σωστό πράγμα και εκείνοι είχανε τίς αντιρρήσεις τους, για να μας
δώσουν όσο αυτοί θα κρίνουν σωστό, αυτό και έγινε για να
ικανοποιηθούν όλοι.
Τότε εγώ είπα, Πάτερ Ιάκωβε, τι καθόμαστε, πάμε σύντομα
επάνω, γιατί αργήσαμε κι ο Γέροντας μας θα ανησυχεί και θα
νομίζει πως πάθαμε τίποτε.
Ο ναύκληρος τότε είπε: «Έχετε κι άλλον Γέροντα; του είπαμε
ναι, έχουμε και είναι άγιος άνθρωπος, τότε αυτός είπε: «Πατέρες
όλο το σιτάρι που έχουμε στο Καΐκι μας θα μείνει εδώ για όλους
τους αδελφούς σας».
Πήγαμε στο Κυριάκο της Σκήτης, προσκύνησαν οι ναυτικοί τα
άγια Λείψανα κι εμείς κάναμε θερμή δοξολογία και ευχαριστία με
παράκληση και με ολονύχτια αγρύπνια, ευχαριστήσαμε την
προστάτιδα του Αγίου Όρους, Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκο και την
παρακαλέσαμε με πίστη και θερμά δάκρυα να καταπαύσουν οι
πόλεμοι και να ειρηνεύσει ο κόσμος και έτσι οι ναυτικοί με τους
Γερμανούς έφυγαν κατασυγκινημένοι και πολύ ευχαριστημένοι,
όπως μας βεβαίωσαν.

Κι Άλλο Φανερό Θαύμα Της Παναγίας
Όταν στις Καρυές που είναι η Πρωτεύουσα του Αγίου Όρους,
στις 3 Οκτωβρίου 1948 οι Κομμουνιστές αντάρτες οκτακόσιοι
(800) περίπου επιτέθηκαν εναντίον της Χωροφυλακής και του
πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους κ. Παναγιωτάκου.
Την ημέρα εκείνη, που άρχισε η επίθεση των ανταρτών
πολύ πρωί, στο Κελί — μικρό Μοναστηράκι — «ο Προφήτης
Ηλίας» του οποίου ο Γέροντας Διάκο - Διονύσιος γιόρταζε την
μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, είχε θεία λειτουργία,
182

για την ονομαστική γιορτή του και στη θ. λειτουργία αυτή ήταν
συνηγμένοι περισσότεροι από πενήντα (50) Μοναχοί.
Οι θείες λειτουργίες στο άγιον Όρος αρχίζουν πολύ πρωί και
τελειώνουν στις 8—9 πρωινή ώρα, πριν όμως να τελειώσει η θεία
αυτή λειτουργία, οι αντάρτες άρχισαν την επίθεσή τους με διάφορα
όπλα, πολυβόλα και βαρείς όλμους. Ένα από τα βλήματα του όλμου
έπεσε επάνω στην σκεπή του Κελλιου αυτού, που όπως είπαμε ήταν
μαζεμένοι οι Μοναχοί, οι οποίοι φοβήθηκαν γιατί δεν ήξεραν τι είχε
συμβεί και κλείστηκαν όλοι μέσα στο Κελί αυτό.
Από επέμβαση καθαρά της θείας Πρόνοιας, με την πρεσβεία
και προστασία της Κυρίας Θεοτόκου, όλως παραδόξως, δεν
εξερράγη — δεν έσκασε — το βλήμα του όλμου και έτσι από τους
Πατέρας δεν έπαθε κανείς τίποτε, διότι αν έσκαγε ο όλμος ασφαλώς
δεν θα γλίτωνε κανείς από τους Μοναχούς.
Τέτοια θαύματα πάρα πολλά έκανε η Παναγία μας στο
Περιβόλι της, κατά τα μαύρα εκείνα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής
και του ανταρτοπόλεμου οπού ήταν φανερή η επέμβασή Της.

Τους Έδιωξε Η Παναγία
Στην ησυχαστική Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στα πάνω
Κατουνάκια, με πολλή άσκηση αγωνίζονταν ο Γέροντας Ιγνάτιος
που ήταν αόματος.
Ο Γέροντας αυτός είχε και δυο υποτακτικούς τον Νεόφυτο Μοναχό και τον νεώτερο Παπά Ιγνάτιο. Όλοι τους αγωνίζονταν με
κάθε τρόπο, με παντος είδους στερήσεις, προσπαθώντας να
ευαρεστήσουν τον Κύριο.
Σε μια χρονιά μεγάλης ξηρασίας, έγινε αφορία και το λάδι ήταν πολύ λιγοστό και για τον λόγο αυτόν, ενώ μέχρι τότε άναβαν και
τα τέσσερα καντήλια στις εικόνες του τέμπλου της εκκλησίας, τη χρονιά εκείνη έδωσε εντολή ο Γέροντας να ανάβουν μόνον το καντήλι
που κρέμεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Ο Παπα - Ιγνάτιος ο νέος όμως, επειδή λιγόστευε το λάδι υστέρα από λίγο διάστημα, σταμάτησε να ανάβει και το μόνο καντήλι
της Παναγίας, από ολιγοπιστία μήπως και τελειώσει το λίγο λάδι
πού είχαν.
Τρεις μέρες δεν άναψε το καντήλι μπροστά στην εικόνα της
Παναγίας και την άλλη μέρα, μετά την Ακολουθία του Όρθρου και
της θείας Λειτουργίας, παρουσιάστηκε μπροστά στον νέον ΠαπαΙγνάτιο ένας σεβάσμιος ψηλός Γέροντας και με υφός πολύ σοβαρό
του έδωσε ένα πεντακοσιόδραχμο, δηλαδή 500 δραχμές, για να
183

αγοράσετε του είπε λάδι για τον εαυτό σας και για το καντήλι της
Παναγίας.
Με χαρά πήρε ο Παπα - Ιγνάτιος τα χρήματα και άναβε
πλέον το καντήλι της Παναγίας, αλλά από τότε άρχισε να ωριμάζει
μέσα του η ιδέα να φύγουν από το ασκητικό εκείνο ησυχαστήριο.
Πράγματι δεν πέρασε πολύς καιρός όπου μετά τον θάνατο
του αόματου Γέροντα τους, ο νέος Παπα - Ιγνάτιος με την
συνοδεία του έφυγαν και πήγαν στην Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου.
Σε κάθε πειρασμό και στενοχώρια που τους παρουσιάζονταν
στην Σκήτη από τα σκάνδαλα, ο Παπα - Ιγνάτιος με παράπονο
έλεγε στους άλλους Πατέρες: «Αδελφοί μου, από ολιγοπιστία μου
επειδή δεν άναβα το καντήλι της Παναγίας, μας έδιωξε από το
ησυχαστικό εκείνο Καλύβι, που είχαμε ησυχία και περισσότερο χρόνο
να επιδοθούμε στα πνευματικά μας καθήκοντα κι από την ολιγωρία
μας, μας τιμώρησε η Παναγία και με το παράπονο αυτό άφησε τη
μάταιη αυτή ζωή!

Η ζωή στο Άγιο Όρος
Άγιον Όρος, η χερσόνησος του Άθω, το Περιβόλι της
Παναγίας. Λέξεις ανυπότακτες σε ορισμούς, ωστόσο ενδεικτικές
ενός τόπου και τρόπου ζωής.
Το ταξίδι ενός προσκυνητή ή απλώς ενός περίεργου διαβάτη
παίρνει διαστάσεις συχνά ανύποπτες, καθώς το απρόσμενα θεϊκό
συναπαντάται στις απροσδιόριστες ατραπούς του Πνεύματος, που
με ανεκλάλητους στεναγμούς επιθυμεί να μας γνωρίσει την αγάπη
του Πατρός.
Το πλοιάριο σαλπάρει από την Ουρανούπολη, από την
πλευρά του Σιγγιτικού και παραπλέει την όχθη της χερσονήσου.
Αρσανάδες και μοναστήρια φαίνονται από την πλώρη. Δοχειαρίου,
Ξενοφώντος, Παντελεήμονος, Ξηροποτάμου αποβίβαση στη
Δάφνη. Ο εκεί χώρος είναι η πρώτη αίσθηση της ειρήνης του
αναχωρητή και της βοής του κοσμικού, σε μια συμπλοκή κίνησης
εισόδου και εξόδου.
Ο ταξιδιώτης επιλέγει τον τόπο μετάβασής του είτε διά ξηράς
είτε διά θαλάσσης. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους
πλησιάζει την αθωνική πολιτεία, αναζητά κάτι διαφορετικό και αυτή
του το προσφέρει. Στο διάβα του ο ξένος αρχίζει να αισθάνεται
οικείος με το απόμακρο και άγνωστο του τόπου και του τρόπου
του βίου. Θα βρει φιλοξενία στο αρχονταρίκι (η αίθουσα υποδοχής
και γενικότερα ο χώρος φιλοξενίας των προσκυνητών), θα ακούσει
184

λόγο παρακλήσεως. Ο καφές με το ρακί και το λουκούμι εδώ και
χρόνια ξεκουράζουν τον προσκυνητή. Αισθάνεσαι ότι αυτή η
προσφορά είναι μίμημα της δωρεάς και θυσιαστικής αγάπης του
Τριαδικού Θεού. Από την άλλη, η ομορφιά του φυσικού τοπίου, το
πράσινο, το ερημικό και βραχώδες, το γαλάζιο του ουρανού και
της θάλασσας, συνδυάζονται αξιοθαύμαστα με τα ακίνητα μνημεία,
που η ιστορία τους χάνεται πολλούς αιώνες πίσω. Μυστικοί ήχοι
μας γυρίζουν στην εποχή του Φωκά και του Τσιμισκή, στις
Σταυροφορίες, τη διαμάχη ενωτικών και ανθενωτικών, στους
Καταλανούς και Σαρακηνούς πειρατές, στο ζυγό των Τούρκων.
Μέσα σε αταλάντευτη ησυχία, ήχοι του παρελθόντος δένουν με τη
συνέχεια της λατρευτικής παράδοσης, του τυπικού, της Βυζαντινής
ψαλμωδίας.
Ο τόπος, συστατικό της κτιστής μας ύπαρξης, εδώ αναδίνει
κάτι ξεχωριστό. Από τα κελλιά στο ναό, από εκεί στην τράπεζα,
έπειτα στα διακονήματα, κάπου - κάπου και λίγη ξεκούραση της
χοϊκής μας φύσης. Γεύεσαι την ποικιλία του περιβόλου με τα
υψωμένα τείχη, το στενόχωρο του κελλιού, τη μόνωση του
ησυχαστηρίου, την τραχύτητα του σπηλαίου, από τη Μεγίστη
Λαύρα στη Σιμωνόπετρα, στην Ξηροποτάμου, τη Νέα Σκήτη, το
κελλί του μακαριστού Γέροντος Παϊσίου, μέχρι τα Κατουνάκια και
τα Καυσοκαλύβια. Ο κάθε χώρος είναι ξεχωριστά χαριτωμένος.
Όλα μαζί πάλι αφήνουν την ίδια ευφραντική οσμή, τα συγκροτεί η
μία επιστήμη του μοναχισμού, η μία δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Η ποικιλία και η ελευθερία υπάρχει σε σχέση ενότητας. Η ενότητα
και η ομοιομορφία, εκεί, ελευθερώνει. Παρθενία, ακτημοσύνη,
υπακοή. Οι τρεις μοναχικές αρετές. Η μία υποστηρίζει την άλλη και
σαν αρμοί δένουν ένα καλοφτιαγμένο κτίριο. Το Ιουλιανό
ημερολόγιο, η Βυζαντινή ώρα εφάπτονται στα ξεβαμμένα και
φθαρμένα κτίρια, στις απαλές αποχρώσεις του καστανοκίτρινου και
ερυθρόλευκου, του συνεσταλμένου πορφυρού.
Έρχεται η ώρα για τον εσπερινό, ακολουθεί τράπεζα με
λακωνικές κουβέντες, διδακτικές και θεοπρεπείς, μαζί και οι
περισταλμένες φιγούρες των μοναχών και το λιτοδίαιτο γεύμα.
Προτού χωνέψεις, το τάλαντο μας συνάζει για το απόδειπνο.
Ακολουθεί η ανάπαυση ως προοίμιο της ενεργητικότητας της
επόμενης ημέρας. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο ηγούμενος, ο
εκκλησιάρχης (μοναχός που φροντίζει για την ευπρέπεια του
Καθολικού), οι ψάλτες, ο παπάς, ο διάκος, ο κανονάρχης (μοναχός
που υπηχεί κατά φράσεις ένα τροπάριο πριν τη μουσική του
εκτέλεση από τον ψάλτη) όλοι στη θέση τους. Οι κινήσεις
απροσποίητες, μια ανέκφραστη δραματουργία. Μετάνοιες,
σταυροκοπήματα, ασπασμός των εικόνων, των αγίων λειψάνων.
185

Όψεις μιας ζωής που μαζί με άλλες αποτελούν την
καθημερινότητα του εκεί βίου. Η κοινότητα του βίου συντελεί
αποτελεσματικά στην κοινωνία της εν Χριστώ ζωής. Μια
ποικιλομορφία διακονημάτων οικοδομεί την πρακτική πλευρά της
μοναχικής πολιτείας. Σαν ένα σώμα, ο μάγειρας, ο δοχειάρης (ο
υπεύθυνος μοναχός για την αποθήκη τροφίμων της μονής), ο
τραπεζάρης, ο βουρδουνάρης (μοναχός που φροντίζει τους
σταύλους της μονής), ο κηπουρός συλλειτουργούν. Όμως, σ' ένα
ζωντανό από το Πνεύμα οργανισμό, η καθημερινότητα δεν είναι
ρουτίνα που προκαλεί μονοτονία ή ανία. Απεναντίας, είναι αφορμή
προσευχής, μετάνοιας, ταπείνωσης του φρονήματος της σαρκός
που ρέπει στην αυτονόμηση, ζητά την αυτοθέωση. Αυτό το
φρόνημα λησμονεί και πληγώνει την αγάπη του Θεού και Πατρός.
Ο μοναχός ως επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος,
επιλέγει τη σιγή από τη φλυαρία. Γνωρίζει από την αψευδή
μαρτυρία των προγενεστέρων του ότι η σιωπή είναι η γλώσσα του
μέλλοντος. Γνωρίζει, επίσης, ότι η ταπείνωση - δώρο και τούτο της
χάρης του Θεού - είναι το ένδυμα της θεότητας. Τα μάτια της
ψυχής του μοναχού έχουν στηλωθεί στο όραμα της βασιλείας του
Θεού. Οι σχέσεις του με το φυσικό κόσμο, τους ανθρώπους, δεν
είναι δουλικές αλλά μεταποιημένες από την άκτιστη χάρη του
Θεού.
Το κοινό όραμα της βασιλείας του Θεού φανερώνει την
οικουμενικότητα του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας.
Αλλόφυλλοι και αλλόγλωσσοι δεν είναι απειλή, αλλά εν Χριστώ
αδελφοί, προσδοκούν την κοινή ανάσταση, αγωνίζονται σιωπηρά
για τον ίδιο σκοπό. Ο τρόπος της ζωής του μοναχού γίνεται
αισθητός ως μια θαυμαστή ανάκραση χαράς και λύπης. Ζήση
φορτωμένη με σταυρούς που βλέπει πέρα από το φθαρτό της
ιστορίας, στην αθανασία της βασιλείας, στο ανέσπερο φως της
αναστάσεως. Σ' αυτό το πλαίσιο ο πόνος και τα δάκρυα δεν είναι
φορείς ψυχολογικής λύπης ή κακομοιριάς, αλλά πνοή αρχοντιάς.
Ο άνθρωπος, βιώνοντας καθημερινά τη θεία λειτουργία, σε χρόνο
αχνοφέγγοντος ηλίου, μαθαίνει να ζει με απεριόριστες προοπτικές,
με το όραμα της εκκλησιοποίησης ολάκερου του κόσμου.
Η προσευχή, η νηστεία, οι εκούσιες στερήσεις, ρίχνουν τον
άνθρωπο σ' έναν ορίζοντα που βρίσκεται ακόμη μπροστά μας,
περιμένουμε να έλθει, του νεκρώνουν το ατομικό θέλημα και έτσι
μπορεί να προκόψει αληθινά προχωρώντας σε τόπο ολόφωτο, σε
δίχως όρια απλοχωριά. Το σεμνό χαμόγελο, το αγέρωχο και
ειρηνικό βλέμμα, η απορροφημένη από το Πνεύμα του Θεού όψη,
όλα γίνονται δείκτες μιας άλλης βιοτής, μήνυμα και μαρτυρία,
εικόνα της μελλοντικής κατάστασης αυτού που πίστεψε και
186

βαπτίστηκε σε τίποτε λιγότερο από τη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η
ακατάσκευη και απλή ζωή του ευαγγελίου είναι η ζωή του
Χριστιανού. Ο μοναχός, είναι η εικαστικότερη και καλλιτεχνικότερη
έκφρασή της.
Στο Άγιον Όρος μαθαίνει κανείς πως τα πάντα
συλλειτουργούν δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό και την Κυρία
Θεοτόκο. Εκεί, η ποικιλία των μορφών της μοναχικής ζωής, η
πλούσια βλάστηση, η ετερότητα του κάθε μοναχού, το μέγεθος της
ιστορικής κληρονομιάς που φυλάγεται, όλα κατορθώνουν και
συνυπάρχουν αρμονικά. Η ετερότητα και διαφορά δεν συνιστούν
διαίρεση, φθορά και αποτυχία της ζωής ως κοινωνίας. Γι' αυτό
μπορεί να έχεις μια βασιλική του 10ου αιώνα με τοιχογραφίες του
14ου από τους μαΐστορες της Μακεδονικής σχολής και φορητές
εικόνες του 16ου αιώνα από τους μαστόρους της Κρητικής σχολής
και όλα να δενουν. Και αυτό γιατί λένε το ίδιο πράγμα, ακούμε την
ίδια ομολογία.
Ο μοναχός γεννιέται μέσα από μια περίοδο σκληρής και
ευλογημένης δοκιμασίας. Φτάνει στην κουρά του και λαμβάνει το
αγγελικό σχήμα. Και έτσι απλά μαυροντυμένος θα θαφτεί. Στο
διακόνημα - ή στο εργόχειρό του αν είναι ασκητής ή κελλιώτης μόνος με τον Θεό, προσεύχεται ακατάπαυστα. Έχει αποταχθεί,
έχει λησμονήσει τον κόσμο και έχει λησμονηθεί από αυτόν.
Αρκείται και χαίρεται με το να υπάρχει στη μνήμη του Θεού.
Γνωρίζει ότι η ανθρώπινη μνήμη είναι υπόθεση ψυχολογικών
διαδικασιών μιας ανθρώπινης ικανότητας φευγαλέας και τελικά
ανίκανης να τον στηρίξει στη ζωή, να απαθανατίσει την ύπαρξή
του. Η μνήμη του Θεού αναδεικνύεται σε σταθερό έδαφος για την
ανθρώπινη ύπαρξη, σε έναν αιώνα που σαλεύεται και φεύγει
βιαστικά. Στον Άθω η προσευχή είναι ένας αδιάλειπτος αγώνας
στο ναό, στον κήπο, στο διακόνημα, στο φαγητό, ακόμη και στον
ύπνο. Ο αγιορείτης μνημονεύει τον Θεό ή μάλλον μνημονεύεται απ'
Αυτόν με το να υπάρχει εν Χριστώ. Η αγρυπνία γίνεται το
κατεξοχήν έργο του. Μαθαίνει να συνομιλεί με το Θεό, σιγά-σιγά
γνωρίζει τα χούγια του, ψήνεται στη σχάρα της άσκησης και γίνεται
αναλώσιμος ευαρεστώντας το Θεό, τους αγγέλους, τον Γέροντά
του, καταπώς υποσχέθηκε. Ο μοναχός κρατάει το νου του στον
άδη, αγγίζει την εσχατιά του σκότους της ύπαρξής του και μόλις το
Πνεύμα του Θεού πνεύσει ως ειρήνη που μένει σ' όλα τα μέλη του
σώματος και τα μέρη της ψυχής του, τότε αυτό το ένα Πνεύμα, ως
φως, οδηγεί την ισχνή, εύθραυστη ύπαρξή του σε προκοπή,
μεγάλωμα, ανάβαση από δόξα σε δόξα.
Για όλο τον κόσμο αλλά ιδιαίτερα για την Ελλάδα, σήμερα
για μια ακόμη φορά ακούγεται σωστά ο στίχος του ποιητή:
187

«Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο, και σε λένε Άθω» (Οδ.
Ελύτης).

Μοναχική Μύηση (Κουρά)
Ο μοναχός όπως και κάθε πλάσμα του Θεού γεννιέται και
πεθαίνει. Όμως η γέννηση του μοναχού δεν ταυτίζεται με τη
βιολογική του γέννηση αλλά με μια νέα ταυτότητα που αποκτά
κατόπιν μακροχρόνιας και έντονης μύησης και δοκιμασίας. Τα
θέσμια του Ορθόδοξου μοναχισμού και κατεξοχήν του Αγίου
Όρους προϋποθέτουν μια τέτοια πορεία.
Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιμαστικά σε μια
αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα ‐ Ηγουμένου
ακολουθεί ένα πρόγραμμα προσευχής και διακονίας και
συνυφασμένης κατήχησης που τηρείται για ένα χρόνο ή και
περισσότερο. Ως δόκιμος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά
μόνο «σκουφάκι» κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.
Ύστερα από απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου ορίζεται η
στιγμή της κουράς του υποψήφιου μοναχού. Την ιεροτελεστία θα
τελέσει κάποιος ιερομόναχος ενώ ο ηγούμενος θα παραστέκεται
στον προσερχόμενο μοναχό ως ανάδοχός του.
Ο υποψήφιος φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή
φανέλλα, μετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία,
οδηγούμενος υπό του ηγουμένου φέρεται από τη θύρα του ναού
κάτω από τον πολυέλεο. Εκεί, αφού βάλει μετάνοια προς τα
τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις μετάνοιες
στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιμάται
το Καθολικό. Έπειτα βάζει μετάνοια, παίρνει την ευχή του
Ηγουμένου και στέκεται στα αριστερά του με σταυρωμένα τα
χέρια.
Μετά την ψαλμωδία των διατεταγμένων απολυτικίων, ο
ιερέας κατηχεί τον μέλλοντα μοναχό διαβάζοντας την ευχή
«Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ,...». Ακολουθούν
ερωταποκρίσεις ανάμεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που
βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη μοναχική πολιτεία.
Σ’ όσες ερωτήσεις απαντά θετικά ακούμε την ευλογημένη
απόκριση «Ναι, του Θεού συνεργούντος μοι, τίμιε Πάτερ».
Αμέσως μετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του
ιερέως. Νέα στιχομυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της
στιχομυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του
Θεού για τον κειρόμενο μοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του
ονόματος του μοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον
κειρόμενο μοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο μοναχός άλλες
188

τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαμέσου του Ηγουμένου
στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόμη του γονυκλινή υποψήφιου
στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές
το «Κύριε Ελέησον».
Ο τυπικάρης (μοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του
τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα μοναχικά ενδύματα από το Ιερό
Βήμα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα
παραδίδει στον Ηγούμενο, ο οποίος και ντύνει το νέο μοναχό.
Έτσι με τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήμα, το
πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήματα, το καλυμμαύχι, το
κουκούλι και τέλος τον μανδύα. Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία
ψαλλομένου του «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..». Θα
ακολουθήσουν τα αναγνώσματα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο
μοναχό σταυρό, κομποσχοίνι και λαμπάδα αναμμένη. Ο νέος
μοναχός θα μεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του.
Αφού μοιραστεί το αντίδωρο οι άλλοι μοναχοί με τη σειρά
πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται
το σταυρό που κρατά και του εύχονται «καλό παράδεισο» ή άλλες
αρμόζουσες ευχές. Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς
μοναχός κάθεται πλησίον του ηγουμένου.
Τα μοναχικά ενδύματα είναι μαύρα. Το μεγάλο σχήμα που
μοιάζει με πετραχήλι είναι μαύρο κεντημένο με κόκκινο ή άσπρες
και χρωματιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο
σταυρός του Κυρίου με τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και
από κάτω μια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε
συντομογραφίες τις επιγραφές:

ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
ΝΙ ΚΑ
Τούτο το Σχήμα δαίμονες φρίτουσσι
Θεού θέα Θείον Θαύμα
Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει
Φως Χριστού φαίνει πάσι
Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε
Αδάμ
Ο Λειτουργικός Κύκλος μιας Ημέρας στο
Άγιον Όρος
Η νύχτα και ο έναστρος ουρανός κρατύνουν πάνω από τα
κτίσματα του μοναστηριού. Είναι ώρα προσευχής, εγρήγορσης
189

και ανάτασης της ψυχής προς τις θείες διακοσμήσεις.
Στις 7:30΄ με τη Βυζαντινή ώρα, ο εκκλησιαστικός θα
σημάνει το πρώτο τάλαντο, θα ανάψει τις κανδήλες, τις
λουσέρνες, τα φανάρια και τους φανούς του Καθολικού. Στις 7:45΄
σημαίνει το δεύτερο τάλαντο και στις 8:00΄ το τρίτο. Ο εφημέριος
βάζει το πετραχήλι και το Μεσονυκτικό αρχίζει. Τούτη η
ακολουθία φέρνει εγρήγορση στην ανύστακτη ψυχή που
προσμένει στο μεσονύκτιο το Νυμφίο Χριστό. Αποτελεί σημείο
διαχωριστικό του σκότους της πλάνης που ο χριστιανός και ειδικά
ο μοναχός άφησε πίσω του και της ζωής του φωτός που
αναμένεται να ανατείλει την επόμενη ημέρα. Καθώς αρχίζει ο
«Άμωμος» ο εκκλησιαστικός βάζει μετάνοια στον Ηγούμενο και
χτυπά με την σειρά τον κόπανο και το καθημερινό σιδεράκι.
Μετά το τρίτο κατανυκτικό τροπάριο ο εκκλησιαστικός
ανοίγει τη Βασιλική Πύλη. Ο ιερέας εισέρχεται στον κυρίως ναό
και ποιεί «Ευλογητόν» ιστάμενος έμπροσθεν του τέμπλου. Κατά
τη διάρκεια ανάγνωσης του «Επακούσαι σου..» θα θυμιατίσει το
ναό. Ο «Εξάψαλμος» θα διαβαστεί από τον Ηγούμενο.
Με το πέρας της έκτης Ωδής διαβάζεται το Συναξάρι της
ημέρας και ο εκκλησιαστικός και πάλι θα χτυπήσει το σιδεράκι.
Στην εννάτη Ωδή, «Την Τιμιωτέραν», ο ιερέας θυμιάζει το ναό,
ενώ οι μοναχοί αποκουκουλίζονται και κατεβαίνουν από τα
στασίδια τους. Μια στάση που εύγλωττα φανερώνει την
ξεχωριστή τιμή που οι μοναχοί αποτίουν στην Κυρία Θεοτόκο.
Προς το τέλος του Όρθρου σημαίνει ένα τάλαντο σε τρεις
στάσεις κύκλω του ναού. Γίνεται απόλυση και μεταβαίνουν στο
παρεκκλήσι που θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία. Εκεί πρωτίστως
αναγινώσκεται η τρίτη και έκτη Ώρα. Στο «Δόξα» της έκτης Ώρας
ο εκκλησιαστικός σημαίνει το σιδεράκι. Τότε περίπου θα σημάνει
και ο ιερέας τον κωδωνίσκο της προθέσεως και οι πατέρες
αποκουκουλισμένοι και έχοντας κατεβεί από τα στασίδια τους
μνημονεύουν μυστικά τα ονόματα που ο καθείς φέρει στη μνήμη
του, ζώντων και κεκοιμημένων.
Σε λίγο ο εκκλησιαστικός ανάβει τα δρακόντια από το
τέμπλο του παρεκκλησιού και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία. Τα
βημόθυρα παραμένουν κλειστά για να ανοίξουν μόνο στις δύο
εισόδους και την ώρα της Θείας Μετάληψης.
Στο τρίτο αντίφωνο γίνεται η μικρή είσοδος υπό του ιερέως
φέροντος το ευαγγέλιο και προηγούντος του εκκλησιαστικού με
αναμμένο εισοδικό. Ακολουθούν τα αναγνώσματα, ο Απόστολος
και το Ευαγγέλιο. Λίγο μετά ψάλλεται ο χερουβικός ύμνος, γίνεται
η μεγάλη είσοδος όπου τα Τίμια Δώρα διακομίζονται από την
190

Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα. Τα Λειτουργικά και οι αιτήσεις του
ιερέως δημιουργούν θεία ένταση φτάνοντας ως την Κυριακή
προσευχή. Προ της Μεταλήψεως οι μοναχοί χαιρετούν τις εικόνες.
Ακολουθεί η κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, το
κέντρο της ζωής του μοναχού και κάθε χριστιανού.
Έπεται η απόλυση. Διανέμεται το αντίδωρο και κατά την
έξοδο λαμβάνεται και ο αγιασμός που φυλάγεται σε ειδικό σκεύος
στη λιτή.
Στη συνέχεια, αν δεν είναι μέρα νηστείας κατά την οποία
απουσιάζει το πρωινό γεύμα, εισέρχονται στην Τράπεζα. Αρχίζει
προσευχή, και ενώ οι παρευρισκόμενοι τρώνε ο αναγνώστης
διαβάζει αποσπάσματα από πατερικά κείμενα ή βίους αγίων. Ο
εφημέριος, αν απουσιάζει ο ηγούμενος, δια ξυλίνου σφυρίδος
σημαίνει το τέλος του φαγητού και ευλογεί τα περισεύματα
ευχαριστώντας τον Θεό. Στην έξοδο της τράπεζας ο ιερέας
ευλογεί τους εξερχόμενους και οι διακονητές κάμπτοντες την
οσφύ ζητούν συγχώρεση από τους αδελφούς για τυχόν λάθη και
παραλλείψεις. Δίωρη ή τρίωρη ξεκούραση προηγείται της
επιστροφής των μοναχών στο διατεταγμένο για τον καθένα
διακόνημα.
Όπως μια μικρή κοινότητα για να ζήσει χρειάζεται σωστή
κατανομή εργασιών έτσι και ένα κοινόβιο μοναστήρι, ή σκήτη, ή
κελλί επιβιώνει και προοδεύει και εκπληρώνει τη σωστική
αποστολή του με την ανάθεση των διαφόρων διακονημάτων
στους εκεί εγκαταβιούντας μοναχούς.
Ο αρχοντάρης περιμένει να προσφέρει ξεκούραση στους
νεοφερμένους προσκυνητές, να τους σερβίρει τον κλασικό δίσκο
με το νερό, το ρακί και το λουκούμι, και να τους τακτοποιήσει στα
δωμάτιά τους. Άλλοι αδελφοί ασχολούνται με τους λαικούς
εργάτες που δουλεύουν εκεί, φροντίζουν τους γεροντότερους,
επιμελούνται τα ζώα, φτιάχνουν ψωμί και ετοιμάζουν το φαγητό
στο μαγειρείο. Ο εκκλησιάρχης ευτρεπίζει το ναό, ενώ άλλοι
έχουν για εργόχειρο το πλέξιμο κομποσχινιών, την αγιογραφία,
την ξυλογλυπτική και την αργυροχοία, την παρασκευή θυμιάματος
και σπάνια την ιεροραπτική και τη βιβλιοδεσία.
Οι γεροντότεροι που προσμένουν τη μετάβασή τους στην
αγήρω μακαριότητα σμίγουν σε κουβέντες πνευματικές,
στρέφονται σε μνήμες του παρελθόντος και του μέλλοντος, ενώ ο
τριγύρω χώρος εμμένει να διαιωνίζει μια ειρήνη αταλάντευτη που
περιαυγάζει τους τρούλλους, τους σταυρούς, τη φιάλη και την
κρήνη που κοσμούν το φυσικό περίγυρο.
Στις 8:30΄ κατά τη Βυζαντινή Ώρα ο εκκλησιαστικός θα
191

σημάνει το πρώτο τάλαντο, στις 8:45΄ το δεύτερο και στις 9:00΄ το
τρίτο. Τότε στο χώρο της λιτής αρχίζει η εννάτη Ώρα. Στο «Δόξα»
της εννάτης ο εκκλησιαστικός θα βγει από το ναό για να κρούσει
τον κόπανο και κατόπιν το σιδεράκι. Με το τέλος της εννάτης
Ώρας ο ιερέας ιστάμενος έμπροσθεν του Ιερού Βήματος αρχίζει
τον Εσπερινό. Η ακολουθία αυτή κατά αρχαία χριστιανική
συνήθεια έχοντας ιουδαικές καταβολές αποτελεί το προοίμιο της
επόμενης ημέρας. Τον «Προοιμιακό» θα διαβάσει ο πρώτος στην
τάξη μοναχός. Στο «Κύριε εκέκραξα..» ο ιερέας θυμιάζει το ναό.
Τις ψιλές καθημερινές δεν έχει είδοδο. Μετά το «Νυν απολύεις...»
ο εκκλησιαστικός σβύνει τα λαδοκέρια και λίγο μετά ακολουθεί η
απόλυση.
Οι μοναχοί εξέρχονται του ναού κατευθυνόμενοι προς την
Τράπεζα. Και πάλι λόγοι προσευχητικοί και διδακτικοί ανακρώνται
με το φαγητό. Στις 12:00΄ ο εκκλησιαστικός θα κρούσει το σιδεράκι
για το Απόδειπνο που λαμβάνει χώρα στη λιτή. Είναι ώρα για
προσευχή και δέηση προς το Θεό να τηρήσει όσους πάνε να
κοιμηθούν ασφαλείς υπό τη σκέπη Του. Μετά το «Σύμβολο της
Πίστεως» ανάβεται το λαδοκέρι της εικόνας της Θεοτόκου και
ένας μοναχός ασκεπής απαγγέλει τους «Χαιρετισμούς». Στη
διάρκεια του Αποδείπνου, ή αμέσως μετά, οι προσκηνυτές έχουν
την ευλογία να χαιρετίσουν τα άγια λείψανα στον κυρίως ναό.
Πρό του τέλους του αποδείπνου μοναχοί και προσκηνυτές
ασπάζονται τις εικόνες και παίρνουν την ευχή του ηγουμένου ή
του ιερέως και γίνεται απόλυση.
Ύστερα άλλοι θα προτιμήσουν μια διδακτική συζήτηση,
άλλοι την ανάγνωση και άλλοι την ξεκούραση. Τέλος όλοι θα
πάνε στα κελλιά τους. Οι μοναχοί από νωρίς, μετά τα μεσάνυχτα,
πριν προσέλθουν στο ναό θα ξυπνήσουν για την επιτέλεση του
προσωπικού τους κανόνα που περιλαμβάνει συνήθως μετάνοιες,
προσευχή με κομποσχοίνι και ανάγνωση ψυχοφελών βιβλίων.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο αρχίζει και κλείνει μια ημέρα, η
καθημερινότητα του μοναχικού βίου στον Άθω, εδώ και χίλια
χρόνια. Και έχεις την έντονη εντύπωση πως η νύχτα που
εξουσιάζει και στην έναρξη και στη λήξη δεν είναι ο ζόφος που
συρρικνώνει και συστέλλει τη ζωή αλλά η φερέλπιδη ησυχία που
βιώνει τη ζωηφόρο νέκρωση, η ταφή που κυοφορεί σαν το σπόρο
τη ζωή και η νύχτα με το σκοτάδι που θα δώσει τόπο στην
πληρότητα του φωτός της Τρισηλίου Θεότητος.

Κηδεία Μοναχού
«Όταν

επισυμβεί

να
192

κοιμηθεί

ένα

γεροντάκι

οποιοσδήποτε μοναχός (συνήθως φθάνουν σε μεγάλη ηλικία,
γιατί δεν κάνουν καταχρήσεις και τρώνε υγιεινές τροφές), δεν του
κάνουν λουτρό, αλλά τον σφουγγίζουν με χλιαρό νερό
σταυροειδώς στο μέτωπο, το στήθος, τα χέρια, τα γόνατα και τα
πόδια »...». Χωρίς να τον δει γυμνό ο μοναχός που θα τον ντύσει,
τον αλλάζει, του φοράει κάλτσες καθαρές, εσώβρακο μακρύ,
φανέλλα, το σχήμα, το πολυσταύρι, του σταυρώνει τα χέρια και τα
δένει με επίδεσμο. Του περνάει μετά ένα κομποσχοινάκι σ ’ αυτό,
του βάζει σκούφο και του σκεπάζει με το κουκούλι, που του βάζει,
το πρόσωπο σχηματίζοντας σταυρό. Τον τοποθετεί στο σάγισμα
(τρίχινο ή ψαθί), αφού τον περιζώσει με το λουρί και του φορέσει
καινούργια υποδήματα. Μετά ρίχνει πάνω του το ράσο με σχιστά
τα μανίκια, που τα τοποθετεί διαγωνίως και το ράβει όλο, ώστε να
περιλάβει μέσα όλο το λείψανο, με μαύρη κλωστή. Με άσπρη
κάνει τρεις σταυρούς στο κεφάλι, το στήθος και τα πόδια. Αν έχει
κοιμηθεί στο Νοσοκομείο ή το Γηροκομείο, έρχεται ένας ιερέας
και κάνει τρισάγιο. Αν ο ίδιος ο νεκρός είναι ιερομόναχος, του
βάζουν από πάνω ένα πετραχήλι. Αν είναι ηγούμενος δεν του
σκεπάζουν το κεφάλι. Με ξύλινο φορείο (νεκροκράβατο)
μεταφέρεται στο νάρθηκα. Όσον καιρό μένει εκεί, καίει λαμπάδα
και αδελφοί εναλλάξ διαβάζουν το ψαλτήρι. Η νεκρώσιμη
(εξοδιαστική) ακολουθία ιερομονάχου ψάλλεται στο μέσο του
καθολικού, ενώ απλού μοναχού στο μέσο της λιτής.
«Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας όλοι οι αδελφοί κρατούν
αναμμένα κεριά. Πάνω στο στήθος του νεκρού υπάρχει η
τρίμορφη εικόνα. Η ακολουθία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη
συνήθη.
«Αμέσως μετά, ενώ ψέλνεται το Τρισάγιο, το λείψανο
μεταφέρεται στο κοιμητήρι. Μπρος πηγαίνουν οι εκκλησιαστικοί
κρατώντας φανάρια, ακολουθούν οι χοροί των ψαλτών, των
ιερέων και των άλλων αδελφών και καθ ’ οδόν γίνονται στάσεις,
για νʹ αναπεμφθούν αιτήσεις. Αφού τοποθετηθεί το λείψανο χωρίς
το σάγισμα στο μνήμα, ο ιερέας ρίχνει σταυροειδώς χώμα και
λάδι απ ’ το καντήλι του Χριστού (στο Κοιμητήρι)...Μετά οι
αδελφοί κάνουν κομποσχοίνι 100άρι υπέρ αναπαύσεως...Ύστερα
γίνεται το Τρισάγιο...και ο Ηγούμενος εκφωνεί λόγο εξαίροντας
την αρετή και τους πνευματικούς αγώνες του μοναχού που
κοιμήθηκε.
«Επί 40 μέρες οι αδελφοί του μοναστηριού κάνουν στον
κανόνα τους κομποσχοίνι «υπέρ αναπαύσεως» του αδελφού που
κοιμήθηκε. Ο νεκρός μνημονεύεται επί 40 μέρες μετά την ταφή
του κατά τη μεγάλη είσοδο. Αν είναι Ηγούμενος, πολύ
193

περισσότερο χρόνο.
Αναγράφεται στα δίπτυχα (ο κάθε μοναχός που απήλθε) και
μνημονεύεται καθημερινά στην προσκομιδή κατά τη Θεία
Λειτουργία (καθολικό, παρεκκλήσια).
Αθανάσιος Α. Χύτας
Βιβλιογραφία
• Ι. Μ. Χατζηφώτη, Η Καθημερινή Ζωή στο Άγιον Όρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995,


σσ. 261‐264.
Αγιορειτικόν Τυπικό της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας, Ιερόν Κελλίον Ευαγγελισμού
Καρυαί/Άγιον Όρος, εκδ. Καστανιώτη, 1995.
Παρακλητική, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1984

Σπουδαιότητα του Αγιορειτικού
Μοναχισμού για την ζωή της Εκκλησίας

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 η Αθωνική Πολιτεία
παρουσιάζει μια σταθερή αύξηση όχι μόνο του πληθυσμού της,
αλλά και όλων εκείνων των μεγεθών που στοιχειοθετούν την
ανάκαμψη μιας κοινωνίας. Βέβαια η ιδιαιτερότητα της κοινωνίας
αυτής δεν επιτρέπει την αξιολόγησή της με τα συμβατικά
στατιστικά στοιχεία, που χρησιμοποιούνται στις κοσμικές
κοινωνίες. Άλλωστε και στις κοινωνίες αυτές η στατιστική
προσέγγιση πνευματικών παραμέτρων, όπως είναι η
θρησκευτικότητα, είναι τελείως συμβατική. Το βάθος της
194

εσωτερικής ζωής του ανθρώπου, και ιδιαίτερα του μοναχού,
παραμένει απρόσιτο στην κοινωνιολογική έρευνα. Επειδή όμως
και τα στατιστικά στοιχεία έχουν κάποια ενδεικτική σημασία, δεν
πρέπει να θεωρείται τελείως περιττή η χρησιμοποίηση τους.
Μετά από μια ακατάσχετη συρρίκνωση του αγιορείτικου
μοναχισμού, που άρχισε κυρίως από την περίοδο του
μεσοπολέμου και κορυφώθηκε στις δύο πρώτες δεκαετίες μετά
τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το 1972 για πρώτη φορά ο
αριθμός των μοναχών δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε κατά μία
μονάδα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ετσι, ενώ το 1971 οι
μοναχοί του Αγίου Όρους ήταν 1.145, το 1972 έγιναν 1.146.
Η φαινομενικά ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστικά σημαδιακή
αυτή αύξηση του αριθμού των αγιορειτών μοναχών συνεχίζεται
αδιάκοπη ως σήμερα. Περιοδικές παλινδρομήσεις, που
σημειώθηκαν κατά την ανοδική αυτή πορεία, οφείλονται στον
υψηλό δείκτη θνησιμότητας, που παρουσίαζε ο γηρασμένος τότε
πληθυσμός της Αθωνικής πολιτείας. Ετσι από το 1972 ως το
1992, που πραγματοποιήσαμε και την τελευταία καταμέτρηση,
935 νέοι μοναχοί προσήλθαν στο Αγιον Όρος. Με άλλα λόγια,
κατά την περίοδο αυτή (1972 ‐1992) προσέρχονται στο Αγιον
Όρος κατά μέσο όρο 47 νέοι μοναχοί τον χρόνο, δηλαδή
ποσοστό 3,5 % του συνόλου των μοναχών. Αν ληφθεί υπόψη ότι
οι γεννήσεις νέων ατόμων στην Ελλάδα, που αντιστοιχούν στις
προσελεύσεις των νέων μοναχών στο Αγιον Όρος, είναι της
τάξεως του 1 % περίπου γίνεται φανερό ότι το ποσοστό που
παρουσιάζεται στο Αγιον Όρος είναι υψηλό. Αν πάλι η αύξηση
που σημειώθηκε στον αριθμό των μοναχών του Αγίου Όρους από
το 1972 ως το 1992 δεν είναι εντυπωσιακή, (ανέρχεται σε 191
πρόσωπα), αυτό οφείλεται στο υψηλό ποσοστό θνησιμότητος,
που ήταν φυσικό να παρουσιάζει ο γηραιότερος πληθυσμός του.
Ήδη όμως η συντριπτική πλειοψηφία των αγιορειτών μοναχών
απαρτίζεται από νέους, που προσήλθαν κατά τις δύο τελευταίες
δεκαετίες. Το φαινόμενο αυτό μείωσε τον μέσο όρο ηλικίας των
αγιορειτών μοναχών στα 50 περίπου χρόνια και αποκατέστησε
την πυραμίδα ηλικιών των αγιορειτών μοναχών σε απόλυτα
ικανοποιητική θέση. Εξάλλου το μορφωτικό επίπεδο των
μοναχών βρίσκεται σε σαφώς υψηλότερη βαθμίδα από τον μέσο
όρο
μορφώσεως
του
ελληνικού
πληθυσμού.
Σήμερα
προσέρχονται για να μονάσουν στο Αγιον Όρος πολλοί
πτυχιούχοι ανωτέρων και ανωτάτων σχολών από διάφορους
επιστημονικούς κλάδους. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι, ενώ κατά
την πενταετία 1960‐64 είχαν προσέλθει 3 μόνο πτυχιούχοι
195

ανωτάτων σχολών στο Άγιον Όρος (ποσοστό 2,8 %), σήμερα το
ποσοστό των πτυχιούχων στο σύνολο του Αγίου Όρους φτάνει το
20 %. Από αυτούς οι μισοί περίπου έχουν πτυχίο Θεολογίας, ενώ
οι υπόλοιποι διαθέτουν πτυχία άλλων πανεπιστημιακών σχολών.
Το ποσοστό εκείνων που δεν τελείωσαν το δημοτικό περιορίζεται
στο 2%.
Από άποψη οργανώσεως της μοναχικής ζωής το Άγιον
Όρος παρουσίασε κατά την τελευταία περίοδο ραγδαίες εξελίξεις.
Ως αυθεντικό σύστημα για την οργάνωση της ομαδικής ζωής των
μοναχών αναγνωρίζεται γενικά το κοινοβιακό. Το σύστημα αυτό
απορρίπτει την ατομική ιδιοκτησία, και με την κοινή διατροφή και
διαβίωση καλλιεργεί την ενότητα των μοναχών. Παραφθορά του
κοινοβιακού συστήματος είναι το ιδιόρρυθμο. Το σύστημα αυτό,
που επικράτησε σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας του μοναχισμού,
επιτρέπει την ατομική ιδιοκτησία και συντελεί στη διαφοροποίηση
των μελών της μοναχικής κοινότητας. Καμία από τις είκοσι ιερές
μονές που υπάρχουν σήμερα στο Άγιον Όρος δεν έμεινε χωρίς
να περάσει για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα από τη
φάση της ιδιορρυθμίας. Η φάση όμως αυτή δεν αναγνωρίζεται ως
κανονική. Γι’ αυτό και ο καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους
απαγορεύει τη μετατροπή κοινοβιακής μονής σε ιδιόρρυθμη, ενώ
επιτρέπει τη μετατροπή ιδιόρρυθμης μονής σε κοινοβιακή (Άρθρο
85). Πριν μια εικοσιπενταετία στο Άγιον Όρος 9 από 20 ιερές
μονές ήταν ιδιόρρυθμες. Σήμερα όλες είναι κοινοβιακές. Τέλος
πρέπει να σημειωθεί ότι στο Άγιον Όρος σήμερα δεν
εκπροσωπούνται μόνο οι παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες
(Ελλάδα, Ρωσία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Γεωργία), αλλά
και πολλοί άλλοι λαοί από ολόκληρο τον κόσμο με ορθόδοξα
μέλη τους. Έτσι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους έχει πραγματικά
οικουμενικό χαρακτήρα. Η διατήρηση και περαιτέρω ενίσχυση του
οικουμενικού αυτού χαρακτήρα της Αθωνικής πολιτείας έχει
κεφαλαιώδη σπουδαιότητα όχι μόνο για το μοναχισμό, αλλά και
για ολόκληρη την Εκκλησία. Εντοπίζοντας ήδη τις πραγματικές
και τις συμβολικές επιδράσεις του αγιορείτικου μοναχισμού στη
ζωή της Εκκλησίας σημειώνουμε τα εξής:
1. Η ύπαρξη μιας ζωντανής μοναστικής κοινωνίας έχει
κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για την Εκκλησία. Συνιστά πολύτιμο
πνευματικό κεφάλαιο για την πνευματική και θεσμική παρουσία
της μέσα στην ιστορία. Ο μοναχισμός είναι το προκεχωρημένο
φυλάκιο και ο ευαίσθητος δέκτης της Εκκλησίας, που μπορεί να
επισημαίνει και να αποκρούει κινδύνους που την απειλούν. Η
ιστορία της Εκκλησίας βεβαιώνει την οργανική σχέση του
196

μοναχισμού με την κοινωνία των πιστών που ζει στον κόσμο. Το
πνεύμα του μοναχισμού αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τη
διατήρηση της χαρισματικής ζωής της Εκκλησίας. Αυτό ισχύει
ιδιαίτερα, όταν οι ανάγκες της ιστορικής επιβιώσεως ή οι
σκοπιμότητες της κοινωνικής παρουσίας της φορτίζουν
υπερβολικά τη θεσμική διάστασή της και φαλκιδεύουν το έργο
της. Ο αγιορείτικος μοναχισμός στήριξε την Εκκλησία,
τροφοδότησε την πνευματική ζωή της, συνέβαλε στη διαχρονική
ενότητά της και πρόσφερε πλήθος οσίων, μαρτύρων, ποιμένων
και διδασκάλων. Μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες, όπως οι
άγιοι Γρηγόριος ο Παλαμάς, Κοσμάς ο Αιτωλός, Νικόδημος ο
Αγιορείτης, ο Γέροντας Πορφύριος, ο Γέροντας Παΐσιος, αλλά και
ευρύτερα πνευματικά ρεύματα που καλλιεργήθηκαν εκεί,
στήριξαν, πλούτισαν και ανανέωσαν τη ζωή της Εκκλησίας σε
κρίσιμες καμπές της ιστορίας της.
2. Ο μοναχισμός παρουσιάστηκε στη ζωή της Εκκλησίας ως
οργανική έκφραση της ζωής της. Ιδιαίτερα στην Ορθόδοξη
Εκκλησία, όπου ο μοναχισμός δεν είναι οργανωτικός
(instrumental), αλλά εκφραστικός (expressive), η παρουσία του
έχει βασική πνευματική και θεολογική σπουδαιότητα. Στα πλαίσια
του μοναχισμού καλλιεργείται πρωτίστως η εσωτερική ζωή της
Εκκλησίας: Ότι είναι δύσκολο ή και αδύνατο να επιδιώξει και να
κατορθώσει η Εκκλησία στον κόσμο, το επιδιώκει και συχνά το
κατορθώνει ο μοναχισμός. Η προσευχή, η άσκηση, η
καταπολέμηση των παθών, η καλλιέργεια των αρετών, η μυστική
εμπειρία, που αποτελούν βασικά συστατικά της ορθόδοξης ζωής,
ευδοκιμούν πρωτίστως στα μοναστήρια. Η φυγή από τον κόσμο
δεν έχει ως στόχο την άρνηση των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και
την υπαγωγή τους στην κοινωνία με τον Θεό. Με την έννοια αυτή
ο μοναχισμός, και ειδικότερα η Αθωνική πολιτεία, αποτελεί ένα
είδος «αντικοινωνίας», η οποία, χωρίς να έχει την έννοια της
αντιθέσεως προς την κοσμική και πολύ περισσότερο προς την
εκκλησιαστική κοινωνία, προσφέρει μια κατά το δυνατό ελεύθερη
και αδέσμευτη από τις κοσμικές συμβατότητες ανάπτυξη του
ανθρώπου ως προσώπου και ως κοινωνικού όντος. Ταυτόχρονα
το αυτοδιοίκητο, το οποίο αναγνώριζαν πάντοτε οι εκκλησιαστικές
αρχές και η Ελληνική πολιτεία στο Άγιον Όρος, περιφρουρεί και
βεβαιώνει την ελευθερία στο σώμα της Εκκλησίας.
3. Η σιωπή, η εσωστρέφεια και η ασκητική διαβίωση των
μοναχών αποτελούν ουσιώδες αντίβαρο στην εξωστρέφεια, τον
ευδαιμονισμό και την καταναλωτική μανία της σύγχρονης
κοινωνίας. Αλλά και από την άλλη πλευρά η προσωπική
197

επικοινωνία μοναχών με τις χιλιάδες των επισκεπτών, που
κατακλύζουν κάθε χρόνο το Άγιον Όρος, οι ομιλίες τους σε τακτές
ή έκτακτες επισκέψεις στον κόσμο, τα περιοδικά ή έκτακτα
δημοσιεύματα, και περισσότερο ακόμα η εξατομικευμένη
πνευματική καθοδήγηση και η εξομολόγηση επηρεάζουν έντονα
την πνευματική ζωή των πιστών. Σʹ αυτό συντελεί και η ιδιαίτερη
εμπιστοσύνη, που τρέφει ο κόσμος στους πνευματικούς των
μονών και κυρίως στους αγιορείτες. Άνθρωποι, που για ποικίλους
λόγους δεν καταφεύγουν σε κοσμικούς κληρικούς, προσεγγίζουν
και συζητούν τα προβλήματά τους με πατέρες του Αγίου Όρους.
Έτσι ενισχύεται και διευρύνεται το έργο της Εκκλησίας. Η
προσέλευση των νέων στο Άγιον Όρος, ιδιαίτερα κατά την
περίοδο των σχολικών διακοπών, είναι εντυπωσιακή. Πολλοί
προσεγγίζουν εκεί την Εκκλησία, και εξακολουθούν να διατηρούν
τη σχέση τους με αυτήν, όταν επιστρέφουν στον κόσμο. Ακόμα
δεν πρέπει να παραληφθεί και η επιτυχής αντιμετώπιση πολλών
παθολογικών ατόμων (ιδιαίτερα ναρκομανών) σε ιερές μονές του
Αγίου Όρους, που προσδίδει μια νέα διάσταση στο ποιμαντικό
έργο της Εκκλησίας. Αλλά και οι ίδιοι οι ποιμένες της Εκκλησίας
βρίσκουν συχνά στο Άγιον Όρος τις δυνατότητες περισυλλογής
και πνευματικού ανεφοδιασμού για το έργο τους.
4. Τέλος η παρουσία του αγιορείτικου μοναχισμού
καθεαυτήν έχει βαρύνουσα σπουδαιότητα για την προσήλωση
στην εκκλησιαστική παράδοση. Είναι γνωστό από την ιστορία της
Εκκλησίας ότι ο μοναχισμός άσκησε σε πολλές περιπτώσεις
κριτικό έλεγχο ή παρενέβη διορθωτικά σε περιπτώσεις
προσβολής ή παραφθοράς της εκκλησιαστικής παραδόσεως.
Ειδικότερα από την ιστορία του αγιορείτικου μοναχισμού μπορεί
να σημειωθεί η ησυχαστική κίνηση του δέκατου τέταρτου αιώνα
και η κίνηση των Κολλυβάδων του δέκατου όγδοου και δέκατου
ένατου αιώνα, που ανανέωσαν αντίστοιχα την εμπειρική θεολογία
και τη λειτουργική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από την άλλη
βέβαια πλευρά και ο ίδιος ο μοναχισμός διατρέχει πάντοτε τον
κίνδυνο της διολισθήσεως σε στείρο συντηρητισμό, που
παρεμποδίζει την ομαλή πορεία της ζωής της Εκκλησίας. Αν δεν
υπάρχει ζωντανή πνευματική ζωή, ακολουθεί αναπόφευκτα η
τυπολατρία ή η πνευματική αποχαλίνωση. Γι’ αυτό ένας
αυθεντικός μοναχισμός αποτελεί πάντοτε πολύτιμο παράγοντα
της εκκλησιαστικής ζωής. Μπορεί να προφυλάσσει από εκτροπές
και να διατηρεί λεπτές ισορροπίες. Χαρακτηριστική είναι η στάση
του Αγίου Όρους απέναντι στο ημερολογιακό ζήτημα, που
προκάλεσε το παλαιοημερολογητικό σχίσμα στην Εκκλησία της
198

Ελλάδος. Εκτός από τις περιπτώσεις των λεγομένων ζηλωτών,
που εξαιτίας της αλλαγής του ημερολογίου αποσχίστηκαν από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος, η
Αθωνική πολιτεία στο σύνολό της ακολούθησε το παλαιό
ημερολόγιο, αλλά διατήρησε την κοινωνία της με το Οικουμενικό
Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος, που επίσης
υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, γιατί θεώρησε το θέμα αυτό
δευτερεύον και μη δογματικό. Μαζί όμως με την πραγματική
υπάρχει και η συμβολική επίδραση του Αγίου Όρους, που δεν
πρέπει να θεωρείται δευτερεύουσα ούτε λιγότερο σημαντική.
Σχετικά με αυτήν μπορούμε να σημειώσουμε τα εξής:
1. Η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους είναι η
αρχαιότερη υπαρκτή δημοκρατία του κόσμου. Σ’ αυτήν
εκπροσωπείται ολόκληρος ο ορθόδοξος κόσμος και συνοψίζονται
οι διάφορες μορφές, που προσέλαβε στην ιστορία του ο
ορθόδοξος μοναχισμός. Με το διαχρονικό χαρακτήρα και την
οικουμενική σύνθεσή του το Άγιον Όρος αποτελεί το σύμβολο της
ενότητας και της πολυμορφίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ταυτόχρονα αποτελεί μια ζωντανή παρουσία του πολιτισμού που
διαμορφώθηκε με την επίδραση της Ορθοδοξίας μέσα στην
πορεία της ιστορίας. Το Άγιον Όρος διατηρεί ζωντανό το Βυζάντιο
στις μέρες μας. Και αυτό επιτρέπει τη θεώρηση του σύγχρονου
πολιτισμού από μιάν άλλη οπτική γωνία. Ειδικότερα το κοινόβιο
των μοναχών αποτελούσε, και δεν παύει ν’ αποτελεί για την
Ορθοδοξία, το ιδεώδες της εκκλησιαστικής αλλά και της
κοινωνικής ζωής. Γι’ αυτό άλλωστε και το κοινοβιακό πνεύμα δεν
χαρακτήριζε μόνο τη μοναχική, αλλά και την κοινωνική ζωή των
Ορθοδόξων.
2.
Η
παρουσία
χαρισματικών
προσώπων,
με
αναμφισβήτητη ασκητική και οσιακή ζωή, αισθητοποιεί την ενεργό
παρουσία του Θεού στον κόσμο. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, που
αμφισβητούνται και γκρεμίζονται τα πάντα, τα πρόσωπα αυτά
προβάλλουν ως σύμβολα και δείκτες της πνευματικής ζωής.
Λόγια ή πράξεις τους κυκλοφορούν ευρύτατα μεταξύ των πιστών,
που τους αναγνωρίζουν ως πνευματικές αυθεντίες. Βέβαια κι εδώ
δεν παύουν να υπάρχουν οι υπερβολές και οι ακρότητες εκ
μέρους των πιστών. Αναμφισβήτητο όμως είναι ότι η επίδραση
των ανθρώπων αυτών μέσα στο πλήρωμα της Εκκλησίας είναι
πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που ασκούν οι θεολόγοι ή και
ολόκληρη η εκκλησιαστική ιεραρχία. Εξάλλου η παρουσία τους
βεβαιώνει την παρουσία της ίδιας της Εκκλησίας, γιατί η
Ορθόδοξη Εκκλησία τοποθετεί την ταυτότητά της στην παρουσία
199

των αγίων. Εφόσον υπάρχουν άγιοι, υπάρχει και η Εκκλησία.
3. Το Άγιον Όρος είναι σύμβολο αυταπαρνήσεως,
μετάνοιας, αυτογνωσίας, προσευχής και εμπιστοσύνης στον Θεό.
Η κυριότερη διάθεση των μοναχών του Αγίου Όρους είναι η
εμπιστοσύνη στον Θεό. Και η σπουδαιότερη και διαρκέστερη
απασχόλησή τους είναι η προσευχή, η οποία επεκτείνεται και
πέρα από τις τακτές ώρες, για να προσλάβει τη μορφή της
αδιάλειπτης προσευχής. Στον τόπο αυτό διατηρούνται ακέραιοι οι
στόχοι της ζωής της Εκκλησίας, ενώ οι στόχοι της σύγχρονης
κοινωνίας, όπως είναι η οικονομική ανάπτυξη και η κατανάλωση,
δεν έχουν καμιά σημαντική θέση. ΄Ετσι η Αθωνική πολιτεία
προβάλλει ως πρότυπη χριστιανική κοινωνία. Οι εντολές του
Χριστού δεν απωθούνται σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά
λειτουργούν ως ρυθμιστικοί παράγοντες της καθημερινής ζωής.
Αυτό πλουτίζει τη συνείδηση της Εκκλησίας με μια επίλεκτη
κοινωνία, που ενστερνίζεται με συνέπεια την υπόθεση της
πίστεως. Η σημασία του φαινομένου αυτού γίνεται πιο
σημαντική,όταν διαπιστώνεται ότι τα πρόσωπα που εντάσσονται
στην κοινωνία αυτή δεν προέρχονται από τα περιθώρια της
κοινωνικής ζωής, αλλά έχουν διαρκώς υψηλότερη κοινωνική
προέλευση.
Το Άγιον Όρος είναι το σύμβολο της απαρνήσεως του
κόσμου. Και η απάρνηση του κόσμου είναι μια εμπειρία θανάτου.
Η εμπειρία αυτή γίνεται αποδεκτή, για να καταστεί δυνατή η
πείρα της αναστάσεως από την παρούσα ζωή. Ετσι στο Άγιον
Όρος, όπως και ευρύτερα στο μοναχισμό, εκφράζεται η κατάφαση
στην κοινή ανθρώπινη μοίρα, τον θάνατο, που αποτελεί και τη
μοναδική προϋπόθεση για τη βίωση της αληθινής ελευθερίας.
Μία κατάφαση, που γίνεται δυνατή με την προσήλωση σε μία
ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο στη ζωή της πίστεως τον
Χριστό.
Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι το Άγιον Όρος, όπως και
ευρύτερα ο μοναχισμός, λειτουργεί ως προφυλακή της
Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καλλιεργεί την εσωτερική ζωή και το
ασκητικό φρόνημά της. Αναχαιτίζει την υπερβολική εξωστρέφεια
και τον ευδαιμονισμό που εμφανίζονται στα μέλη της, ιδιαίτερα
μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, και περιφρουρεί τη διαχρονική
παράδοσή της. Ταυτόχρονα σε συμβολικό επίπεδο προβάλλει το
κοινοβιακό πνεύμα της Ορθοδοξίας, αισθητοποιεί τη ζωντανή
παρουσία του Θεού στον κόσμο, επισημαίνει τον ασυμβίβαστο
χαρακτήρα της χριστιανικής ζωής και υπογραμμίζει την
απεριόριστη ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου. Η παρουσία
200

του αγιορείτικου μοναχισμού αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα και
ευρύτερες προοπτικές μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής
Ενώσεως. Ο αγιορείτικος μοναχισμός με την πολυεθνική του
προέλευση και την υπερχιλιετή ιστορία του ενσαρκώνει την
«παγχρονική και οικουμενική καθολικότητα της Εκκλησίας». Το
Άγιον Όρος είναι η κιβωτός, όπου βρίσκει ο σύγχρονος
Ευρωπαίος την πνευματική παρακαταθήκη, που αποτελεί τη
βάση της θρησκευτικής και πολιτιστικής του παραδόσεως. Είναι η
«στάμνος» με το μάννα που μπορεί να χορτάσει την πνευματική
του πείνα. Πρωτίστως όμως το Άγιον Όρος είναι ο τόπος, όπου
προσεγγίζεται η πραγματική έννοια του προσώπου και της
προσωπικής κοινωνίας, που κάνει δυνατή την υπέρβαση της
διπολικότητας μεταξύ του ατομοκεντρικού καπιταλισμού και του
κομμονιστικού ολοκληρωτισμού.
ομιλίαψΓεώργιου Μαντζαρίδη

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία
στο Άγιον Όρος των Δυσμών του
Εικοστού Αιώνος
Η μοναχική αναχώρησις
Οι Χριστιανοί που επέλεγαν τον δρόμο της χριστιανικής
τελειότητος (παρθενίας, σωφροσύνης και ακτημοσύνης) μέσα στα
πλαίσια της κοινοτικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας
ωνομάστηκαν ασκητές, ενώ οι γυναίκες ασκήτριες ή παρθένες. Οι
πρώτοι ασκητές που βγήκαν από τις πόλεις και τα χωριά της
Αιγύπτου για να ζήσουν αρχικά στις παρυφές τους και αργότερα
στην ακατοίκητη και απαράκλητη έρημο, ωνομάστηκαν
αναχωρητές. Αν και ποτέ δεν έπαυσαν να υπάρχουν και οι εν τω
κοσμω μεμονωμένοι ασκητές και ασκήτριες, (ιδιαίτερα κληρικοί
και παρθένες), η ονομασία μοναχός καθιερώθηκε κυρίως για τους
ασκητές της ερήμου, των αναχωρητικών λαυρών και των μεγάλων
κοινοβίων. Η αναχώρησις, δηλ. η απομάκρυνσις από την
οργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία ‐με τις ανέσεις, τους
πειρασμούς και τις δεσμεύσεις της‐ απετέλεσε ουσιώδες
γνώρισμα του Ορθόδοξου μοναχισμού καθʹ όλη την μακραίωνα
ιστορία του.
Ακόμη και στην περίπτωσι που η γεωγραφική
απομάκρυνσις από τον κόσμο δεν ήταν μεγάλη, η διασφάλισις της
πνευματικής αποστάσεως (ξενιτεία) και η αποφυγή των θορύβων
και
του
περισπασμού
(ησυχία)
αποτέλεσαν
βασικές
201

προϋποθέσεις για την
επίτευξι του σκοπού της μοναχικής ζωής, που είναι η εσωτερική
κάθαρσις από τα πάθη και η δια της προσευχής και της τηρήσεως
των εντολών ένωσις με τον θεό.

Η αναχώρησις στο Άγιον Όρος σήμερα
Ένα τέτοιο τόπο αναχωρήσεως και ησυχίας απετέλεσε για
τον Ορθόδοξο Μοναχισμό το Άγιον Όρος από τα τέλη του ενάτου
αιώνος μέχρι σήμερα. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να υποστηριχθή
ότι αυτό σήμερα αποτελεί και την μοναδική έρημο της
Ορθοδοξίας, με την έννοια του γεωγραφικού χώρου του
αφιερωμένου εξ ολοκλήρου στην μοναχική άσκησι, όπου
αποκλείεται η εγκαταβίωσις λαϊκών και η είσοδος γυναικών και
όπου ισχύει ειδικό καθεστώς μοναχικής αυτοδιοικήσεως βάσει
πανάρχαιων κανόνων και τυπικών.
Πόσο εφικτή είναι όμως η αναχώρησις και η ησυχία στο
Άγιον Όρος των δυσμών του 20ου αιώνος; Η ανάπτυξις των
συγκοινωνιών και επικοινωνιών, το ογκούμενο ρεύμα των
επισκεπτών,
οι
τεράστιες
αναστηλωτικές
ανάγκες,
η
υπογράμμισις της «πολιτιστικής» αξίας των αγιορειτικών
μνημείων και κειμηλίων και η συνακόλουθη εξάρτησις από
κοσμικούς φορείς εξουσίας, όχι πάντοτε αντιστοίχους εκείνων
των Ορθοδόξων αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, έχουν φέρει τον
«κόσμο» απειλητικά κοντά στο Άγιον Όρος, κάνοντας την
αναχώρησι μια αρκετά πιο δύσκολη υπόθεσι από ό,τι ήταν μέχρι
και το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνος.
Αν ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου του Αθωνίτη,
Ιωάννη
του
Κουκουζέλη
και
Νήφωνος
Πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν τελικά δυνατό να «κρυφτή» κανείς
και να τηρήση την ανωνυμία του στο Άγιον Όρος, πόσο μάλλον
δεν είναι δυνατό αυτό σήμερα, όταν με τις σύγχρονες τεχνικές
ευκολίες η αλληλογραφία, τα τηλεφωνήματα και οι επισκέψεις των
συγγενών και φίλων ‐ τελευταία δε και οι κάμερες των τηλειπτικών
καναλιών ‐ εισβάλλουν και σʹ αυτό ακόμη το κελλί του σημερινού
επίδοξου αναχωρητή;
Όσον αφορά το ρεύμα των επισκεπτών γίνεται συνήθως η
διάκρισις μεταξύ προσκυνητών και περιηγητών, ενώ σαφώς δεν
κρύβεται μια κάποια προτίμησις για τους πρώτους. Όμως τόσο οι
πρώτοι όσο και δεύτεροι βρίσκουν πιο εύκολα τον δρόμο για το
Άγιον Όρος σήμερα, σε σημείο που, αν δεν ισχύσουν κάποια
202

περιοριστικά μέτρα, να κινδυνεύη το Άγιον Όρος να πάθη σε
πνευματικό επίπεδο κάτι αντίστοιχο με αυτό που παθαίνουν τα
δάση, οι εξοχές και οι παραλίες, όταν τα κάνουμε αγνώριστα από
το να συνωστιζώμαστε σʹ αυτά κάθε λίγο, χωρίς να αφήνουμε το
απαραίτητο περιθώριο για την ανανέωσί τους. Συνηθίζω να
αναφέρω το παράδειγμα του κήπου με τα ευωδιαστά λουλούδια
που ευφραίνει μεν τους επισκέπτες του ‐ όταν αυτοί δεν
υπερβαίνουν κάποιον ανώτατο αριθμό ‐αρχίζει όμως να
καταστρέφεται, όταν αυτοί είναι τόσοι ώστε να συνωστίζονται και
να καταπατούν τα φυτά και τα άνθη. Ισχύει λοιπόν και εδώ το
λεγόμενο ότι «καταστρέφουμε εκείνον που αγαπούμε
υπερβολικά».
Οι μοναχικές αδελφότητες και συνοδείες που ζουν μέσα σ’
ένα συνεχές ρεύμα επισκεπτών, με ένα γενικό και συνεχή
προσανατολισμό προς την φολιξενία και την συζήτησι ‐ όσο
πνευματική κι αν αυτή θέλη να είναι ‐ αντιμετωπίζουν πολλά
εσωτερικά πνευματικά προβλήματα, τα οποία μόλις τώρα
αρχίζουμε να εκτιμούμε. Ο πρώτος εκείνος ενθουσιασμός για την
πρόσφατη επάνδρωσι και κοινοβιοποίησι των αγιορείτικων μονών
και η συναφής χαρά για τους πολλούς προσκυνητές που έρχονται
να οικοδομηθούν από τους νέους Αγιορείτες υποχωρεί σήμερα
μπροστά στην γενικώτερη περίσκεψι για το πως θα
σταθεροποιηθή πνευματικά αυτή η νέα γενιά των μοναχών, με
φανερή την έλλειψι της παρουσίας των «παλαιών» ανάμεσά της
και μέσα σε συνθήκες σαφώς πιο αντίξοες, όσον αφορά
τουλάχιστον την αναχώρησι και ησυχία.
Αν κατά τους Πατέρες ακόμη και η θέα των κοσμικών
βλάπτει τον αρχάριο μοναχό, γιατί του θυμίζει όλα εκείνα που
θέλει να ξεχάση και να αποτινάξη από την καρδιά του, τότε η
καθημερινή
παρουσία
ανεξέλεγκτου
αριθμού
κοσμικών
φιλοξενουμένων μέσα στα πλαίσια μιας μοναχικής αδελφότητος
συνιστά πράγματι πρόβλημα ανανεώσεώς της. Από την άλλη
μεριά κρίνεται ότι η ανάθεσις της φιλοξενίας των κοσμικών σε
κοσμικούς εκτός του περιβόλου των Ιερών Σκηνωμάτων θα
οδηγήσει σιγά‐σιγά στην τουριστικοποίησι και εκκοσμίκευσι του
Αγίου Όρους.
Αλλά και οι εργασίες αναστηλώσεως των μνημείων και
συντηρήσεως των κειμηλίων απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της
δραστηριότητος των αδελφοτήτων και ιδιαίτερα των προεστώτων
τους, με άμεσες συνέπειες την τακτική έξοδο των Αγιορειτών στον
κόσμο για εξασφάλισι πόρων και τεχνογνωσίας και την συναφή
όλο και μεγαλύτερη εξάρτησι της ζωής της αδελφότητος από
203

κοσμικούς φορείς.
Εξ’ άλλου οι αναστηλώσεις χρειάζονται υλικά, τα υλικά
οχήματα και τα οχήματα δρόμους. Η τήρησις του μέτρου και της
ισορροπίας στον τομέα αυτόν είναι πράγμα τόσο δύσκολο όσο
και πολυσυζητημένο. Όμως οι δρόμοι φτάνουν όλο και πιο κοντά
ακόμη και στα πιο απόμακρα ερημητήρια, ενώ μερικοί λαϊκοί που
εισέρχονται με οχήματα μεταφέροντας κάποια υλικά δεν χάνουν
την ευκαιρία και για έναν αυτοκινητιστικό γύρο του Αγίου Όρους,
όσο κι αν αυτό συνεπάγεται πολλή σκόνη και ταρακούνημα.
Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε προσπάθεια των
Αγιορειτών για την διατήρησι των στοιχειωδών συνθηκών
αναχωρήσεως και ησυχίας στον Ιερό τους Τόπο έρχεται
αντιμέτωπη με μια ποικιλία συμφερόντων, διεκδικήσεων και
νοοτροπιών. Πόσο θα αντέξη η τελευταία αυτή μοναστική
«έρημος» της Ορθοδοξίας σε μια μάχη που μάλλον χάθηκε για τα
άλλα μοναστικά κέντρα της Παλαιστίνης, του Σινά, της Πάτμου και
των Μετεώρων:
Αυτό ανθρωπίνως θα εξαρτηθή από την επιτυχία μιας
πολυμέτωπης προσπάθειας στην οποία πρέπει να αποδυθούν οι
σημερινοί Αγιορείτες, με κύριους άξονες:
α) την απώθησι των πάσης φύσεως κοσμικών αντιλήψεων
και επιδιώξεων από τις τάξεις των ίδιων των μοναχών, έτσι ώστε
να μην επιδεινώνονται εκ των έσω τα ήδη υπάρχοντα
προβλήματα, με την φιλόδοξη, φιλομέριμνη και άρα φιλόκοσμη
στάσι των ίδιων των Αγιορειτών.
β) την διατήρησι και ομαλή λειτουργία του αρχαίου
προνομιακού καθεστώτος αυτοδιοικήσεως του Αγίου Όρους, το
οποίο, με την χιλιόχρονη ιστορία του και παρά τις ανθρώπινες
ελλείψεις και ατέλειές του, αποτελεί ‐ μετά Θεόν ‐ την μοναδική
εγγύηση για την αποτροπή κάθε έξωθεν επεμβάσεως, κάθε
προσπάθειας χειραγωγήσεως μοναχών από τους μοναχούς, κάθε
φιλόδοξου σχεδίου «αξιοποιήσεως», «εντάξεως» ή και
«υποτάξεως» του Αγίου Όρους σε εφήμερες κοσμικές
σκοπιμότητες και νοοτροπίες.
και γ) την διατήρησι και ενίσχυσι της οικονομικής
αυτοτέλειας των αγιορείτικων μονών, διότι η υλική εξάρτησις
αργά ή γρήγορα φέρνει και την πνευματική.
Ας προχωρήσουμε όμως και στο πρόβλημα της μαρτυρίας
του Αγίου Όρους σήμερα.

Η μοναχική μαρτυρία
204

Ως γνωστόν, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο
φαινόμενο μέσα στην ζωή της Εκκλησίας. Η τελειότης της
χριστιανικής ζωής, την οποία επιδιώκει και ‐ κατά το μέτρο του
αγώνος του ‐βιώνει ο μοναχός, γίνεται πρότυπο για τους
αδελφούς τους που ζουν στον κόσμο και έτσι το παράδειγμά του
και μόνο μαρτυρεί για την αλήθεια του Ευαγγελίου και το δυνατόν
της τήρησεως ολοκλήρου του ευαγγελικού νόμου από τον
άνθρωπο, αν αυτός δοθή ψυχή και σώματι στην αγάπη του Θεού.
Αυτή είναι και η κύρια και πρωταρχική μαρτυρία του μοναχισμού
στην Εκκλησία και στον κόσμο. Το ότι η αγιότης είναι κατορθωτή
πιστοποιεί το ότι και η σωτηρία είναι αληθινή. Γι’ αυτό και η
Εκκλησία χωρίς μοναχισμό είναι κήρυγμα χωρίς τεκμήρια και
διδασκαλία χωρίς πειστήρια.
Επειδή όμως ο μοναχισμός βιώνει την χριστιανική ζωή με
μεγαλύτερη τελειότητα, έχει την δυνατότητα και να την υποδεικνύει
με περισσότερη ακρίβεια. Έτσι η τεράστια και ανεκτίμητη συμβολή
στην ορθή διατύπωση του δόγματος, στην διαμόρφωσι της
λατρείας, στην διαποίμανσι και την ιεραποστολή, στην διάδοσι της
ευαγγελικής ηθικής και της γνήσιας πνευματικότητος,
εκπορεύονται μέσα από το ίδιο το βίωμά του και αποτελούν
ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της αποστολής του.
Ήδη ο πρώτος αναχωρητής και Καθηγητής της Ερήμου, ο
Μέγας Αντώνιος σηματοδότησε με το παράδειγμά του την
κατοπινή πορεία του μοναχισμού, όταν έτρεχε στην πιο ψηλή
θέση του αμφιθεάτρου, για να ενισχύση τους διωκόμενους
μάρτυρες και να μαρτυρήση ‐ αν το επέτρεπε ο Θεός ‐και ο ίδιος.
Τον μιμήθηκε μια ολόκληρη χορεία πνευματοφόρων Οσίων και
Ομολογητών από τους Αγίους Θεοδόσιο και Σάββα μέχρι τον
Αγιορείτη Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους Κολλυβάδες, οι
οποίοι πρωτοστάτησαν στους αγώνες της Εκκλησίας κατά του
μονοφυσιτισμού, του μονοθελητισμού, της εικονομαχίας, της
δυτικής νοησιαρχίας, της Ουνίας και τόσων άλλων επιβουλών
κατά του ορθού δόγματος και της λογικής λατρείας της.
Αλλά και η σχεδόν αποκλειστική προτίμησις των μοναχών
στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των ψυχών, από τα
πρώτα κιόλας χρόνια που η Εκκλησία χρησομοποίησε αυτό το
είδος της ποιμαντικής διακονίας, μαρτυρεί από μόνη της για την
καθολική αναγνώρισι του μοναχισμού ως κατʹ εξοχήν
θεματοφύλακος του προφητικού χαρίσματος μέσα στην Εκκλησία.
Πόσο όμως είναι εφικτή η βίωσις αυτού του είδους της
μοναχικής μαρτυρίας στο σημερινό Άγιον Όρος και ποιοί είναι οι
205

παράγοντες που την επηρεάζουν;

Η μαρτυρία του Αγίου Όρους σήμερα
Η μαρτυρία της ζωής δίδεται επί τόπου στα κοινόβια, στα
κελλιά και στις ερήμους και «μετα‐δίδεται» από τους ευλαβείς
προσκυνητές και τους θαυμαστές της συγγραφείς και
δημοσιογράφους. Είναι ίσως κατώτερη από εκείνη που έδιδαν
πολλοί μοναχοί περασμένων γενεών, αλλά πάντως εμπνέει τον
κατά πολύ ασθενικώτερο Χριστιανό της εποχής μας. Ο μόνος
εξωτερικός παράγων που θα μπορούσε να επηρεάση αρνητικά
την λειτουργία της θα ήταν η στέρησις της ίδιας της δυνατότητος
αναχωρήσεως από τον κόσμο και εν ησυχία βιώσεως της
μοναχικής ζωής.
Η μαρτυρία του λόγου δίδεται με τον προφορικό και τον
γραπτό λόγο, είτε συλλογικά, σε έκτακτες περιπτώσεις, από την
Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, είτε προσωπικά, από τον
μεμονωμένο Αγιορείτη που αισθάνεται να νομιμοποιήται για κάτι
τέτοιο από τα πατροπαράδοτα μοναχικά θέσμια. Το αν όντως
«έχει την ευλογία» να το κάνη, πιστεύω ότι καταδεικνύεται
πάντοτε από το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της ενεργείας του,
αν και αυτό παραμένη πάντοτε ένα εσωτερικό και πνευματικό
ζήτημα για κάθε μοναχό και για κάθε αδελφότητα. Εν πάση
περιπτώσει όμως, αυτού του είδους η αγιορειτική μαρτυρία
αναμένεται να είναι αυθεντική μετάδοσις του ανόθευτου
χριστιανικού κηρύγματος και γι’ αυτό χαίρει μεγάλου κύρους στο
πλήρωμα της Εκκλησίας.
Σαν εξωτερικοί παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται
αυτή η μαρτυρία του λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν οι
εξής:
α) Η λανθασμένη εντύπωσις ανταγωνισμού προς την
εκκλησιαστική αυθεντία που δημιουργείται, όταν η γνώμη των
Αγιορειτών προηγείται ή και διαφέρει από εκείνην των εν τω
κόσμω ποιμένων και διδασκάλων, δημιουργεί σίγουρα κάποιες
αναστολές στους Αγιορείτες, όταν πρόκειται για μια δημόσια ή και
ιδιωτική τοποθέτησι σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την
Εκκλησία.
β) Ο σκεπτικισμός και η απροθυμία πολλών συγχρόνων
ανθρώπων στο να δεχθούν το απόλυτο και ακραιφνές ευαγγελικό
μήνυμα, το οποίο εκφράζει συνήθως ο μοναχισμός, και η ολέθρια
εισβολή του σχετικισμού και ενός πρωτοφανούς συγκρητισμού
στον χώρο του θρησκευτικού «πιστεύω» κάνει τους Αγιορείτες
206

αρκετά επιλεκτικούς, οσον αφορά το κοινό οποίο απευθύνονται.
γ) Η λόγω αναστηλωτικών αναγκών αυξανόμενη εξάρτησις
των αγιορειτικών μονών από την κοσμική εξουσία, με την οποία
όμως υπάρχει σαφής αντιπαράθεσις όπως η αποχριστιάνισις του
κράτους, η περί αιρέσεων νομοθεσία, το οικογενειακό δίκαιο, οι
αμβλώσεις, οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες κ.λ.π., δημιουργεί
αναμφισβήτητα εσωτερικές συγκρούσεις και προβλήματα.
Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι σημερινοί Αγιορείτες
ηγούμενοι και πνευματικοί πατέρες καλούνται και προκαλούνται
πολύ πιο συχνά να τοποθετηθούν ιδιωτικά και δημόσια σε
επίκαιρα θέματα, κάτι που κάνει τον ρόλο τους πολύ
δυσκολώτερο από ότι σε προηγούμενες εποχές. Το πλησίασμα
όμως του «κόσμου» και η ελάττωσις της ησυχίας μπορεί να
επηρεάση αρνητικά την ποιότητα και αυθεντικότητα της σημερινής
αγιορειτικής μοναχικής μαρτυρίας, είτε αυτή δίδεται με την ζωή
είτε με τον λόγο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθή ότι η
γνησιότης και η δύναμις της μοναχικής μαρτυρίας είναι ευθέως
ανάλογη με την δυνατότητα βιώσεως της μοναχικής
αναχωρήσεως κάτι που ‐ δόξα τω Θεώ ‐εξακολουθεί να υφίσταται
μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος και είθε ο Θεός να μην επιτρέψη
ποτέ να χαθή.
Ο

Καθηγούμενος

της

Ιεράς

Μονής

Ξηροποτάμου

Αγίου

Όρους

Αρχιμανδρίτης Ιωσήφ
* Ανακοίνωσις του Αρχιμ. Ιωσήφ, Καθηγουμένου της Ι. Μ. Ξηροποτάμου, στο
διεθνές συμπόσιο «Το Άγιον Όρος Χθες ‐ σήμερα ‐ αύριο» της Εταιρείας
Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 29 Οκτωβρίου ‐1 Νοεμβρίου 1993.

207

Μοναχικός βίος, Οίκος Θεού και

Πύλη του Ουρανού
Α. Η ΡΙΖΑ (αντί προλόγου)
Ο τόμος «Σιμωνόπετρα» ξεναγεί εις ένα ολόκληρον κόσμο
παλλούσης ανθρωπίνης ζωής, άμα και ζεούσης μοναχικής βιοτής
μέσα εις ένα μοναστήρι.
Εις το μοναστήρι τα πάντα είναι πολύ απλά και ανθρώπινα,
ταυτοχρόνως θεϊκά κα εκφαντορικά. Πρόσωπα και πράγματα
απαρτίζουν μιαν πολιτείαν ανεξήγητον με τα κριτήρια του κόσμου,
μίαν συνοδίαν φωτοφόρων προσώπων. Αυτή όμως αποβαίνει
ζων μυστήριον του μέλλοντος αιώνος, μια μυσταγωγική
αναστροφή και πορεία, μέσα‐έξω εις την γην και τον ουρανόν.
Οι μοναχοί εις το μοναστήρι τους, εις το οποίον
«παροικούν», έχουν φυσικό βίον και καθημερινή συνδιατριβήν,
αλλά και ως εξʹ ορμητηρίου εφοδεύουν δια να επιτύχουν μίαν
«ανάβασιν», να βιώσουν την παρεμβολήν των αγίων και την
Εκκλησίαν, την ηγαπημένην βασιλείαν του Θεού. «Και είδον
ουρανόν καινόν και γην καινήν...Και την πόλιν την αγίαν
Ιερουσαλήμ καινήν είδον κατεβαίνουσαν εκ του ουρανού από του
Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην...Ιδού η σκηνή του
Θεού μετά των ανθρώπων». Το πρότυπο έχει σημασίαν δι’ ημάς∙
ερμηνεύεται το μοναστήρι. Αυτό είναι ζωή και «πολιτεία», είναι
208

θεσμός διευθετών τα πάντα. Όλα έτοιμα από το Θεόν δια τη
μοναδικήν επίτευξιν, την «συνουσίαν», τον γάμον του Θεού και
του ανθρώπου. Είναι κοινωνία, λόγος και τρόπος βαθύς
εφηρμοσμένης ζωής κατά Θεόν. Είναι ιδού, «τόπος Θεού και
πύλη ουρανού». Είναι τόπος παρουσίας του ανθρώπου και, τώρα
εδώ, τόπος Θεού, όπου καταξιούται ο χώρος και διασφαλίζεται ο
εσχατολογικός προσανατολισμός. Η συμβίωσις εις την «πόλιν»
δεν αποβλέπει εις επενδύσεις κοσμικών και ιδεολογικών στόχων
αλλά εις την πνευματική ζωήν, που στοιχειούται με την άσκησιν
και την μυστικήν ενατένισιν του Θεού. Αύτη η πόλις‐μονή είναι ως
εν εργαστήριον, εις το οποίον αι συνθήκαι είναι διειλεγμέναι και
μετρημέναι και επιδιώξεις δεν αφορούν εις κάποιο ποθούμενον
αλλά εις τον Ποθούμενον, αυτόν τον Θεόν, τον καταβαίνοντα εκ
των ουρανών και ζώντα μέσα ακριβώς εις τα ανθρώπινα σκεύη
καθ’ ενός μας.
Αύτη η πεποίθησις των μοναχών είναι μια βαθεία
παράδοσις και έρεισμα βίου, μια πραγματικότης υπερβαίνουσα
την συνήθη διαγωγήν των ανθρώπων, η οποία καθίσταται
αγγελική. Οι μοναχοί, ως άνθρωποι, έχουν τας αδυναμίας των,
την πάλην, τον αγώνα, τας πτώσεις, τας εγέρσεις, αλλά δεν
ορρωδούν, αντιθέτως από τούδε αισθάνονται, δια των καμάτων
αυτών, συγκοινωνοί σήμερον των μαρτύρων και αύριον
συγκάθεδροι μεθ’ όλων των αγίων. Τα τείχη επομένως της
πόλεως‐μοναστηριού δεν κλείουν τους ορίζοντας, αντιθέτως
ανοίγουν θεώρια μυσταγωγικά και πύλας ουρανού.
Ας παρακολουθήσομεν, λοιπόν, πρώτον, το ευσκιόφυλλον
και εύχυμον τούτο δένδρον της ζωής, το της μοναχικής πολιτείας.

Β. ΔΕΝΔΡΟΝ (Μοναχική πολιτεία)
Η μοναχική ζωή είναι, κατά κάποιον τρόπον,
«αγενεαλόγητος». Το πρότυπον της μοναχικής τελειότητος είναι η
περί τον θρόνον και τον ουράνιον κόσμον του Θεού ζωή των
αγγέλων, προ της δημιουργίας ακόμη του αισθητού κόσμου.
Γενεαλογείται, δηλαδή αρχίζει από την Εδέμ την κατ’ ανατολάς,
από αυτήν την παραδείσιαν κοινωνίαν του τέκνου μετά του
Γεννήτορος, όπερ όμως ‐φευ!‐ δια της αμαρτίας κατέστη
σύντριμμα ελεεινόν, αναμένον το πρωτευαγγέλιων της
λυτρώσεως. Ο μοναχισμός, λοιπόν, έχει ως αφετηρίαν την ζωήν
αυτήν, ήτις είναι και η τελειοτέρα επανάκτησις της τερπωλής του
παραδείσου.
Εις την Παλαιάν Διαθήκην προητοίμασε τον πεπτωκότα
209

άνθρωπον ο Θεός δια του Υιού αυτού. Ούτως απεκάλυψεν εις τον
άνθρωπον το πρόσωπον του, ότι είναι ο εις Θεός συν τω Πατρί
και τω Αγίω Πνεύματι και, άμα, την αχώριστον υποστατικήν
κοινωνίαν του ως Θεού μετά των ανθρώπων.
Ο Χριστός ούτως απελευθέρωσε τον σκλάβον άνθρωπον,
του έδωκε την Εκκλησίαν, το βάπτισμα, όλα τα μυστήρια της
Εκκλησίας. Και, δια μεγαλυτέραν και ευχερεστέραν δυνατότητα
χαράς, ειρήνης και πλουτισμού αγίων δωρημάτων και θείας
ζωής, «έκτισεν» εν τω κόσμω ένα κόσμον έξω του κόσμου, τον
μοναχισμόν. Δι’ αυτού ο χοϊκός άνθρωπος της εποχής αμιλλάται
με τους αγγέλους και συγκάθηται, συνομιλών όσον «χωρεί» με
τον Θεόν.
Εις τον Ιουδαϊσμόν και τον εθνικόν κόσμον, ιδίως είς την
Αίγυπτον, προϋπήρχαν σκιώδεις μοναστικαί μορφαί. Εις την
Παλαιάν Διαθήκην προετύπωσαν άνδρες άγιοι την μοναχικήν
ζωήν, όπως οι προφήται Μωυσής, Ηλίας, ο Πρόδρομος Ιωάννης,
οίτινες «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» έζησαν. Ο
προφήτης Ησαΐας έγραψε μίαν παρατήρησιν ‐προφητείαν δια
τους θαυμαστούς μοναχούς, «τα πετεινά που ατενίζουν τα
ύψη»,τους σοφωτέρους των πολλών. Διʹ αυτούς, τους αριστείς
του κόσμου, επροφητεύθη∙ «Επί των τειχών σου, Ιερουσαλήμ,
κατέστησα φύλακας όλην την ημέραν και όλη την νύκτα, οι δια
τέλους ου σιωπήσονται μιμνησκόμενοι Κυρίου». Δηλαδή, εις τα
κάστρα της Εκκλησίας ο Θεός κατέστησε, ως φύλακας
ημερονυκτίους εμπιστευτικώς και τιμητικώς, τους πτερωτούς
αυτούς οπλίτας και γενναίους πολυομμάτους ασκητάς, που
αειρύτως άδουν και απαύστως ενατενίζουν εις τον Κύριον της
δόξης. Άλλωστε το μοναστήρι, είπομεν, είναι αντίτυπον της
Ιερουσαλήμ, της βασιλείας του Θεού. Και εις την πρώτην
Εκκλησίαν αι αγάπαι, αι κοιναί τράπεζαι, η αποστολική κοινωνία
εις την Ιερουσαλήμ και αι αποστολικαί κοινότητες ήσαν, πάλιν,
προτυπώσεις της μοναχικής βιοτής.
Ο μοναχισμός εύρεν εις το χώρον της Εκκλησίας πρότυπα
ιδεώδους και θαυμαστού βίου και φρονήματος, παλαιοτέρους
ασκητεύοντας αναχωρητάς και ερημίτας, οι οποίοι έμενον
«άφθοροι», «παρθένοι» και ετέλουν μεγαλειώδη κατορθώματα.
Εκ τούτων, ως πέπειρος καρπός, προήλθεν ο μοναχικός
βίος, όστις εγεννήθη εις την Ανατολήν επί της εποχής του Αγίου
Κωνσταντίνου και μετεδόθη ως υπόδειγμα καθολικόν.
Οι μοναχοί, με την παρθενίαν, την άσκησιν, την νηστείαν,
την κοινοβιακήν ζωήν, την υπακοήν, την πτώχειαν και τον εν γένει
πνευματικόν
οπλισμόν
των
υψιπετών
αυτών
αετών,
210

προσεφονούντο με τα ωραιότερα επίθετα και τας μεγαλυτέρας
επευφημίας. Ο λαός, οι πτωχοί, οι πλούσιοι, οι αμαρτωλοί, οι
άγιοι, οι πατριάρχαι, οι βασιλείς, ούτοι πάντες, τους ηγάπων,
ετίμων και μετά δόξης και πόθου επλησίαζον αυτούς, ως κυρίως
«στρατιώτας του Χριστού». Ο μοναχισμός έκτοτε έμεινε και ζη ως
«στρατός ιερός, θείον και πάγκαλον τάγμα, πολιτεία μοναχική και
αγγελική. Η εμφάνισις του ιστορικού θεσμού του μοναχισμού ήτο
μια σπουδαιοτάτη και βασική στιγμή της ιστορίας του κόσμου. Αι
αλλεπάλληλοι κατόπιν μοναχικαί περίοδοι, κατʹ εποχάς και κατά
τόπους, διέσωσαν το εσχατολογικόν βίωμα εις τας συνθήκας των
χριστιανικών κοινωνιών, παρ’ ότι επηρέαζεν εν αρχή η αντίδρασις
και περίσφιγξις της ειδωλολατρίας, είτα της εκκοσμικεύσεως της
κοινωνικής ζωής, της αιρέσεως, των σχισμάτων κ.λ.π. έως της
ασθματικής εποχής μας.
Αυτό σημαίνει παράμονον την δυνατότητα της αναβάσεως
του ανθρώπου προς τον Θεόν και την αποκάλυψιν του Θεού εν
ωρισμένη κοινωνία εντός της Εκκλησίας. Ούτως, εις πάσας τας
εποχάς και χρόνους, το μοναστήρι μένει το ίδιο πράγμα, μία
ζώσα εικών της βασιλείας του Θεού, εξ’ ου η αδελφότης
προσδοκά αεί το απόφθεγμα και τα ρήματα του ως «υετόν και
όμβρον επ’ άγρωστιν και ωσεί νιφετόν επί χόρτον». Παρά πάσαν
αλλοίωσιν ή αχρείωσιν, ένας προσκυνητής των ιερών μονών θα
το διαπιστώση αμέσως. Μεγάλη η δύναμις του πνευματικού
σπέρματος.
Όπως εν τη Παλαιά Διαθήκη ο Θεός ετοποθέτει τους
προφήτας ως φύλακας του εμπνευσμένου κηρύγματος εν Αγίω
Πνεύματι, δια της ζωής και του μαρτυρικού εν τέλει αυτών
θανάτου, ούτω και εν τη Εκκλησία το αυτό Πνεύμα καλεί ως
προφήτας και μάρτυρας εις τας πυργοβάρεις τους μοναχούς, δια
να αναγγέλλουν και υποδεικνύουν την μέλλουσαν ζωήν. Ούτοι,
ως αείποτε επιθανάτιοι, εν σαρκί αίρουν τας θεϊκάς επαγγελίας
και προτυπούν την ερχομένην βασιλείαν.
Ο άγιος Αντώνιος και οι περί την εποχήν του οσίοι Πατέρες,
ο Παχώμιος, θεμελιωτής και οργανωτής του κοινοβίου, ο Μ.
Βασίλειος, τελειωτής του κοινοβιακού συστήματος, κατόπιν οι
κτίτορες των μονών, ως ο άγιος Σάββας, ο άγιος Θεοδόσιος,
αργότερα ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο άγιος Αθανάσιος ο
Αθωνίτης, τόσοι και τόσοι άλλοι, όλοι εις την γενεάν αυτών
εκατοντάδας και χιλιάδας χιλιάδων εδημιούργησαν μοναχούς και
πνευματικάς ακροπόλεις, που καθοδηγούν και εξασφαλίζουν, ως
επί το πλείστον, νέους, αλλά και παιδία και γέροντας. Όλοι αυτοί
ακούουν κάποιαν ημέραν την φωνή του Θεού, όπως έγινε με τον
211

Μωυσή∙ «Ανάβηθι προς με εις το όρος και ίσθι εκεί». Το
αποτέλεσμα; «Ανέβη Μωυσής εις το όρος και εκάλυψεν η νεφέλη
το όρος και κατέβη η δόξα του Θεού».
Η προσωπική κλήσις του Θεού εις τον μοναχόν δεν είναι
αφηρημένη, αλλά πραγματοποιείται εν τόπω και χρόνω, ως
«πάσχα‐μετάβασις από τον χώρον του «ψυχικού σώματος» εις
τον τόπον του «πνευματικού σώματος». «Εφορέσαμεν την εικόνα
του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου».
Μετάβασίς μας είναι η αποταγή του κόσμου, η ξενιτεία εις την
«έρημον», δηλαδή εις το μοναστήρι, ανάβασις εις το όρος του
Θεού. Ουδείς μένει αδρανής εμπρός εις το λόγον του Χριστού
προς πάντας∙ «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω
εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και
ακολουθείτω μοι». Ο ίδιος δε ο Χριστός, ο εξεγείρων τους όχλους
δια λόγου, περιοδειών και θαυματουργιών, αυτός πάλιν «ην
υποχωρών εν ταις ερήμοις και προσευχόμενος».
Τα περισσότερα μοναστήρια ιδρύθησαν από ησυχαστάς εκ
των οποίων οι πλείστοι έζων πριν εις σπήλαια και έπειτα
ηναγκάσθησαν να οικοδομήσουν μεγάλα αρχιτεκτονικά,
θαυμαστά και λαμπρά οικοδομήματα δια την υπηρεσίαν της
ψυχής και την σπουδήν του Πνεύματος. Αι απαρχαί δε αύται των
κτιτόρων ‐ησυχαστών παραμένουν ορόσημα απαράβατα, και το
ησυχαστικόν φρόνημα επιβιώνει ως το αυθεντικόν κριτήριον του
μοναχού. Διότι τα πράγματα τρέχουν, και ημείς τρέχομεν, δι’ ο
πρέπει να «καθυστερούμεν» δια να βλέπωμεν την ζωήν των
Πατέρων, την «άλλην βιοτήν, της αιωνίου απαρχής». Όπως οι
απόστολοι και οι διάδοχοι αυτών ίδρυον τοπικάς Εκκλησίας, ούτω
και οι όσιοι κτίτορες οικοδομούν εστίας αποστολικής βιοτής,
πηγνύουν θυσιαστήρια πανταχού και μετόχια, ώστε να
επιτυγχάνεται η θεοφιλία και η εφικτή συνάντησις του ανθρώπου
και του Θεού. Τα μοναστήρια ενισχύθησαν δια των ιερών κανόνων
της Εκκλησίας μας και διέπονται αείποτε από τα Τυπικά, τας
Υποτυπώσεις, τας Διαθήκας και τους Κανονισμούς των κτιτόρων
και μεγάλων ιδρυτών, οι οποίοι διʹ αυτών διεχάραξαν την ζωήν
και το μέλλον των μονών και των μοναχών. Η Εκκλησία
κατεκύρωσε και επροστάτευσε τους μοναχικούς θεσμούς,
προκειμένου να ασφαλίση δια παντός το κύρος των ιερών
καθιδρυμάτων, ως εδράνων αυτής ταύτης, δια να μη απολεσθή ο
εαυτής προσανατολισμός. Χωρίς την θεσμικήν αυτήν
αναγνώρισιν των μοναστηρίων, θα είχομεν αλλεπάληλα και
άληκτα προβλήματα και θα μας έλειπεν ο κρίκος ανά μέσον του
μοναστικού αισθήματος και της αντιλήψεως της εν τω κόσμω
212

Εκκλησίας.
Μία παροιμία λέγει∙ «Τα μοναστήρια να’ ναι καλά, οι
μοναχοί έρχονται». Και είναι αληθές!
Ουδέποτε θα σταματήση η «συρροή», η μοναχική πολιτεία,
εκτός αν έλθη το τέλος, η προϋπάντησις του ερχομένου Κυρίου
μετά των αγγέλων αυτού και η υποδοχή μας, το καλωσόρισμα
των αναμενόντων ημάς αγίων εκεί. Η οικουμένη εγέμισε
μοναστήρια∙ κέντρα ζωής, καλλωπίσματα περιοχών, καταγώγια
ιερά, φωταγωγοί τυφλών, τηλεσκόπια ορώντων, τηλεβόαι
ακουόντων, βωμοί μυστικής φωταυγίας και ευφροσύνης. Και αι
γενεαί των μοναχών ωκοδόμησαν τας αιωνίους ερήμους και τα
πανύψηλα όρη, κατώκησαν τας παραλίους, εκληρονόμησαν την
γην. Όλοι αυτοί θα ευφραίνωνται εστεφανωμένοι αιωνίως τας
κεφαλάς αυτών.

Γ. ΚΟΡΜΟΣ (Αγιορείτικη πολιτεία)
Ο αρχικός αναχωρητικός η ερημιτικός βίος μέχρι και σήμερα
δεν παύει να έχη τους μαθητάς του. Απ’ αρχής της Εκκλησίας,
κατά τους διωγμούς και μετέπειτα, οι ερημίται έγραψαν χρυσάς
σελίδας, ωρίμασαν πνευματικώς και εμεγαλούργησαν, γενόμενοι
μιμηταί και συνόμιλοι της αγγελικής πολιτείας. Η μορφή αυτή,
συνορεύουσα με την ακρότητα, τον κίνδυνον, την ένδειαν και την
τελείαν απάρνησιν, κατά τον Δ΄ αιώνα αναπτύσσεται πλέον ως
μοναχισμός καλώς ωργανωμένος. Οι όσιοι Ιλαρίων, Σάββας,
Ευθύμιος και άλλοι μεγάλοι Πατέρες την μόνωσιν την συνεδύασαν
με την αναστροφήν των μοναχών, η οποία ούτως εξελίχθη κατ’
ολίγον φυσιολογικώς εις μικρούς συνοικισμούς και, οριστικώς, εις
κοινόβια μοναστήρια, ως «πόλεις εξ’ ουρανού», ως μία πολιτεία.
Εις αυτήν τα σώματα, ψυχαί, θελήματα, χρήματα, προτιμήσεις,
πόθοι, παλαίσματα, ιδρώτες, στέφανοι, όλα κοινά!
Το κοινόβιον ‐χωρίς να απαλείψη προηγουμένας μορφάς
σωζομένας ακόμη εν ενεργεία και δη εις το Άγιον Όρος, ως
κάλυβας, κελλία, σκήτας, μετόχια κ.λ.π. ‐σχεδόν επεκράτησε
πανταχού εν τη Εκκλησία και δέχεται, προσλαμβάνει, τρέφει,
στομώνει, μορφώνει, αγιάζει και τελειοί τους μοναχούς ως
πολεμιστάς του καλού αγώνος και, κατά συνέπειαν, ως πολίτας
του ουρανού, φίλους και πρεσβευτάς ημών, ζώντας εν παρρησία,
μετά των οποίων η κοινωνία μας συνεχίζει ως μία οικογένεια, της
οποίας ο λύχνος δεν σβήνει, αλλά φεγγοβολεί.
Η αγιορείτικη πολιτεία, ημπορούμεν να είπομεν, είναι η πιο
μεγάλη «εν ερήμω» ζώσα μοναστική κοινωνία, η οποία
προσφέρει και υπηρετεί την οικουμένην με ένα δυναμικό ζωής,
213

χάριτος, πλούτου θεϊκού, ενεργού προσευχής, με μίαν
ολοκληρωτικήν ανάτασιν «υπέρ της του κόσμου σωτηρίας». Τι
συγκινητικώτερον δε από αυτήν την ζωήν του Όρους;
Πεπληρωμένον είναι από πνευματικάς δυνάμεις που σώζουν
τους μοναχούς και τους ερχομένους. Οι μοναχοί ως «νεφέλαι
πέτανται» εις τον ατέρμονα ορίζοντα∙ αυτών οι λιβανωτοί των
καρδιών, η οσμή των θυσιών, η ενατένισις δια μυστικών
επιποθήσεων του αοράτου, ζώντος και ορώντος Θεού, αι
εκχύσεις των δακρύων και οι γραφικοί αλαλαγμοί των
δοξολογικών αινέσεων θησαυρίζονται εις την αιωνιότητα.
Το Άγιον Όρος κατώρθωσε να συνδέση και να συνθέση με
τον ησυχασμόν και την κοινοβιακήν παράδοσιν. Ο άγιος
Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ως ησυχαστής, γευθείς της γλυκύτητος
της ερήμου, επέτυχε αυτήν την σύζευξιν μέσα εις ένα μεγάλο
αυτοκρατορικόν κοινόβιον δια την «των πολλών σωτηρίαν».
Προσέλαβε την στουδιτικήν ακμαιοτάτην παράδοσιν και διετήρησε
α) την ανάγκη και την δύναμιν του πνευματικού Πατρός και
Γερόντος, β)την προσωπικήν ζωήν εις τον καθ’ έκαστον μοναχόν
και γ) την δυνατότητα των ησυχαστικών ‐ασκητικών
παλαισμάτων∙ διότι πάντοτε ισχύει ότι «μέγα το της ησυχίας
έργον».
Ο αγιορείτικος μοναχισμός, ως αποτέλεσμα αυτής της
θαυμάσιας συνθέσεως, είναι μία αδιάλειπτος σύναξις, μία ζωή
επί το αυτό, όπου τα ανθρώπινα πρόσωπα είναι σεβαστά και
αναπτύσσονται ως «μέλη εκ μέρους» του ενός σώματος του
Χριστού, μία κοινωνία εν αγάπη και διακονία, μελέτη και
προσευχή, χαροποιώ εξαγορεύσει των λογισμών και εν τη μεθέξει
της λατρείας. Όλα αυτά ξεκουράζουν τον άνθρωπον, ο οποίος
μετάρσιος καθίσταται δια της πραγματικής και εσωτερικής
υπακοής προς τον Γέροντα και δια του «κανόνος» διατηρεί την
δύναμιν και την επιπόθησιν του Θεού.
Δια να μη χάση δε τον προσανατολισμόν του το Άγιον Όρος
θέλει να ζη κατά ένα τρόπον συνεπείας, ώστε να τηρήται το
αναλλοίωτον του ήθους και της αποστολής του. Η παράδοσίς του
δεν είναι προσκόλλησις εις τον τύπον αλλά βαθεία εκκλησιαστική
συνείδησις, το καταστάλαγμα μιας υπερχιλιετούς εμπειρίας της
ανθρωπίνης φύσεως εν τη κοινωνία με τον Θεόν. Δια τούτο ο
αγιορείτης είναι και θέλει να μένη «παραδοσιακός», εμβαθύνη
συνεχώς η ύπαρξις του εις το των Πατέρων φρόνημα. Έτσι,
ξεπερνά τα όρια του «εγώ» και το τρεπτόν της πεπτωκυίας
φύσεως. Αυτή η παράδοσις εισέρχεται εις τα ενδότερα της
«μελλούσης» ζωής και αποσπά δια τον άνθρωπον δικαιώματα με
214

πρόγευσιν της αιωνιότητος.
Ας ίδωμεν τώρα ένα βλαστόν του ευκάρπου δένδρου.

Δ. ΒΛΑΣΤΟΣ (Σιμωνόπετρα)
Συμφώνως προς όσα είπομεν προηγουμένως, έπρεπε να
μη υστερήση και η Σιμωνόπετρα εις την αφετηρίαν της∙ και αυτή,
λοιπόν, έχει την ευλογίαν του σπηλαίου, από του οποίου
εξώρμησεν ο Κτίτωρ, πλησθείς ζήλου, δια να οικοδομήση την
ουρανοβάμονα μονήν, χωρίς να αλλοιώση τον σπηλαιώδη
χαρακτήρα, επιτυχών επικινδύνως και επιμόχθως το έργον τη
αρχιτεκτονία του Πνεύματος.
Ο αγίος Σίμων έζησεν ολίγον προ της εποχής της
ησυχαστικής έριδος, καθ’ ην το Αγίον Όρος είχε πλέον των
τριακοσίων μοναστηρίων και πλήθος ησυχαστών. Ο ίδιος,
αφωσιωμένος εις την νοεράν θεωρίαν, δεχθείς θείαν οπτασίαν
και λαβών διαταγήν, ανέλαβε την πρώτη αδελφότητα, ώστε η
κοινοβιακή ζωή επί την Πέτραν να καταστή επίβασις θεωρίας. Η
καλυτέρα κληρονομία που άφησεν εις τα τέκνα του ο άγιος Σίμων
ήτο αυτή η εμπειρία του Θεού∙ και εκείνα ώφειλον να
πραγματοποιήσουν την αγιορειτικήν σύνθεσιν της εν ησυχία
συμβιώσεως των αδελφών και της προσδοκίας του Θεού. Είναι
μία πορεία εν τόπω προς ένα όριον υπερόριον των «ώδε
εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου έως αν ιδώσι την
βασιλείαν του Θεού. Η ζωή εις την Σιμωνόπετρα δεν ήτο πάντοτε
εύκολος. Περιπέτεια, επιδρομαί, δάνεια πιεστικά, αλλεπάλληλοι
πυρκαϊαί, τουρκοκρατία, πόλεμοι, επεμβάσεις εις το Όρος... Πότε
ανέπνεε, άλλοτε εξέπνεε, τελικώς ανέπνεε! Αγιώτατοι Γέροντες
ήρχοντο δια να εύρουν μιαν καλιάν, άλλοι δια να αναλάβουν την
ευθύνη της μονής, αλλά λόγω των δυσχερεστάτων περιστάσεων
υπεχώρουν. Άλλοτε μείναντες έδωσαν την ζωήν αυτών. Την
ιστορίαν όμως την γράφει ο Θεός.
Ημείς τώρα αναφέρομεν μόνο την, δια της αδελφότητας του
Μεγάλου Μετεώρου εις τους Σταγούς, επάνδρωσιν της μονής τω
1973 εις στιγμάς αυτής δυσχείμονας και δυσέλπιδας. Οι νεαροί
βλαστοί του Μετεώρου ως αετιδείς εζήτησαν φωλεάν εις την
Πέτραν του αγίου Σίμωνος. Η μονή, με χαράν, ελπίδα και
ευγνωμοσύνην προς τον Θεόν και με τας ευλογίας των παλαιών
πατέρων, κατώκισε υπέρ τους πεντήκοτα αδελφούς εις τους
εγκαταλελειμμένους χώρους, οίτινες επλήρωσαν με ζωήν και
νεότητα τα κελλιά και τον ναόν.
Το μοναστήρι μας είναι το δέκατον τρίτον κατά σειράν εκ
215

των είκοσι ευαγών μονών. Ο πνευματικός αυτός μελισσών εις την
καθημερινότητα
σφύζει
ζωής.
Τούτο,
βεβαίως,
είναι
χαρακτηριστικόν των αγιορειτικών μονών. Όλα ομοιόμορφα δια
την κοινήν παράδοσιν, αλλά ιδιόμορφα εκ του χαρακτήρος των
αδελφοτήτων και της προσωπικότητος του εκάστοτε Γέροντος.
Οι διακονηταί λαμβάνουν, κατά την αρχή του εκάστου
έτους, εκ της χειρός του Χριστού και του οσίου Κτίτορος δια του
ηγουμένου τας κλείδας και τα εργαλεία ως λειτουργικά σκεύη.
Έκαστος μοναχός, υπηρετών τας χρείας των αδελφών,
ενεργεί την λειτουργίαν του ενός σώματος και αποδίδει την
αναφοράν του ως πιστός οικονόμος. Ο διακονών ασκεί την
υπακοήν του εν μέσω της αδελφότητος, τρέχων μετά ζήλου να
προφθάση την ταχύτητα της ταπεινοφροσύνης. Ένας αυτόβουλος
όμως, αυτοδιοίκητος και ανεξάρτητος, μένει μόνος. Αλλά, ο
διακονητής «ταπεινωτικής» φαινομενικώς εργασίας είναι ο πλέον
μακάριος!
Η εργασία, και δη η παγκοινιά, και αι διάφοροι εκδηλώσεις
της κοινής ζωής είναι μια ανάπαυσις, παιγνίδι και χαρά ενώπιον
του Κυρίου του ετάζοντος καρδίας και νεφρούς∙ και Εκείνος
συγχαίρει, όταν βλέπη την καρδίαν των μαθητών «καθαράν». Αι
γεωργικαί ιδίως εργασίαι αναπαύουν τον μοναχόν, εξασκούν το
σώμα δια να γρηγορή μετά του πνεύματος και αφήνουν
ελεύθερον τον νουν δια την ιδικήν του απασχόλησιν. Επί πλέον,
προσφέρουν με περίσσειαν τας καθαράς τροφάς, που ανέκαθεν
εχρησιμοποίουν οι ασκηταί και οι κοινοβιάται.
Τα «επιτροπικά» και τα γραφεία διευθετούν φιλοπόνως την
ευταξίαν της αδελφότητας, και προλαμβάνονται ανεπιθύμητοι
καταστάσεις.
Οι διακονηταί και ψάλται του ναού έχουν ίδιον μισθόν λόγω
της προθυμίας των, αλλά και του κατ’ ανάγκην μερισμού της
προσοχής αυτών.
Η τράπεζα καθ’ ημέραν γέμει∙ οι διακονηταί των σχετικών
εργασιών θέλουν και επιθυμούν να διατηρούνται ακούραστοι. Η
κοινή τράπεζα, με τον λατρευτικόν χαρακτήρα της, εκφράζει και
την μεταμόρφωσιν όλων των σαρκικών αναγκών εις θεοφόρα
μέσα.
Και το αρχονταρίκι είναι συνεχώς εις επιφυλακήν. Οι
αρχοντάρηδες ευδιάθετοι∙ οι πυλωροί, υποδεχόμενοι τους
επισκέπτας με προσήνειαν, δι’ ολίγον χρόνο «συμβιούν» μετ’
αυτών και συμμερίζονται τους πόθους και τα βιώματά τους,
θερμοί και σεμνοί. Οι πνευματικοί της μονής σιωπηλοί και
υπομονητικοί.
216

Τα καθιστικά διακονήματα έχουν τα αγαθά των, ως και τας
συναφείς δυσχερείας∙ εκεί μετά προσοχής δουλεύουν, Και οι
διακονηταί των βαρέων εργασιών είναι αεί έτοιμοι και δυνατοί.
Ας μη ξεχάσωμεν όμως και το διακόνημα των
πυροσβεστών. Ανασκουμπωμένοι, φθάνουν αμέσως εις τας
εστίας της πυρκαϊάς. Έκαστος εξ αυτών αναλογίζεται την
ευθύνην. Ολίγη σιγηρά αυτοκριτική... και ευθύς σπουδή
αυθόρμητος και ταχυεργία εμπρός εις την άβυσσον του ελέους
του Πατρός ημών και του θελήματος της Παναγίας.
Η ενδεχομένως διακριτική χρήσις συγχρόνου τεχνολογίας
δεν αποσκοπεί εις την ανάπτυξιν της παραγωγής ή εις το κέρδος,
αλλά εις την προσφοράν προς τον αδελφόν και την απόδοσιν εις
την προσωπικήν ζωήν δι’ επιτεύξεως περισσοτέρων ευκαιριών.
Έτσι τα πράγματα και τα εργαλεία γίνονται θεοφόρα εις το
μοναστήρι, όπως και εις την Άνω Ιερουσαλήμ, καθώς λέγει ο
προφήτης Ζαχαρίας∙ «Εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον
χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι, και έσονται οι
λέβητες οι εν τω οίκω Κυρίου ως φιάλαι προ προσώπου του
θυσιαστηρίου».
Τέλος, δια τα διακονήματα ισχύει ο λόγος του Θεού ότι, αν
εργάζεσαι και αρκήσαι εις τα του διακονήματός σου και δεν
επεκτείνεσαι πέραν αυτού, θα είναι γλυκεία η ζωή σου:
«Ζωή αυτάρκους εργάτου γλυκανθήσεται». Αι εργασίαι εν
γένει διακονούν την αδελφότητα εις τας ανάγκας της∙ ο
εξοπλισμός αυτών προσδιορίζεται από τας κατά παράδοσιν
προϋποθέσεις και τα όρια της δουλειάς από τα μοναχικά ωράρια,
διότι άλλως θα εκινδύνευον οι μοναχοί να τρέχουν πέραν από το
«κατάσκιον όρος» της ζωής μας.
Προσωπικά στοιχεία, αδυναμίαι, πάθη, ανθρώπινοι ορέξεις
και πρόσκαιροι επιδιώξεις ίσως να υπάρχουν και θα
δημιουργούνται. Και όμως το μοναστήρι είναι μία «θύρα
ηνεωγμένεν τω ουρανώ, και η φωνή...ανάβα ώδε και δείξω σοι α
δει γενέσθαι μετά ταύτα». Η έλξις του ουρανού πάντοτε σε
αναβιβάζει εις ύψος.
Κατά περιπτώσεις οι μοναχοί αναγκαίως πρέπει δια
ειδικούς λόγους να εξέρχονται του Όρους. Τότε αυτοί υπείκουν
και πάραυτα επιστρέφουν, όταν εκλείψη η ανάγκη. Οι αδελφοί
αυτοί αμερίμνως επανέρχονται εις τον οίκον αυτών και οίκον
Θεού.
H Σιμωνόπετρα έχει την ιδιομορφία της. Έχει και την
ακτινοβολίαν της, καταυγάζει το λαμπρόν φως του Κτίτορος. Διότι
«έργα δικαίων ζωήν ποιεί». Ζωήν και χαράν, φως, πάλιν φως και
217

ευφροσύνην καρδίας. Εις αυτήν διεισδύουν τα έσχατα, δηλαδή η
προσμονή του Θεού, συναπαντώμενη εν τω οικείω θεανθρωπίνω
σκηνώματι.
Η κοινοβιακή ζωή της μονής μιμείται την αέναον
λατρευτικήν σύναξιν, κατά το πρότυπο της αϊδίου δοξολογίας των
αγγέλων. Κάθε εκδήλωσης του κοινοβίου δεν έχει χαρακτήρα
κοινόν αλλά και λατρευτικόν, υποτυπούσα το μυστήριον της
Εκκλησίας.
Ολίγον μετά το μεσονύκτιον αρχίζουν αι εωθιναί ακολουθίαι.
Η θεία λειτουργία είναι καθημερινή. Την μεσημβρίαν γίνονται αι
Ώραι∙ και τρεις ώρας προ της δύσεως επιτελούνται αι εσπεριναί
προσευχαί.
Η πανηγυρικότερα λειτουργική εκδήλωσις είναι αγρυπνία
της νυκτός. Η παννυχίς κρατεί ακοίμητον τον νούν, αι καρδίαι
σκιρτούν ευτόνως και εντόνως, συμμετέχουσαι εις την
συγκλονιστικήν ρωμαλεότητα των άνω Δυνάμεων και της
ευτερπούς συμμετοχής του εορτάζοντος αγίου ή της εορτής. Η
ολιγωρία ευτίνακτος απωθείται, οι οφθαλμοί εγρήγοροι
συμμετέχουν εις τας φωταυγίας και τας συμβολικάς ευδινήτους
κινήσεις πολυελαίων και του χορού, αποσπώντες χαράν εξ
ουρανού, απορροφούντες δρόσον κατανύξεως και συγχορεύοντες
μετ’ ανθρώπων και αγγέλων. Ούτως αναβιβάζεται ο νους ως
μονόκερως εις το άνω θυσιαστήριον και το πνεύμα υψούται οσίως
και εντρόμως, ίνα εύρη μυστικώς το ιλαστήριον της ιεράς κιβωτού
και μετάσχη εις «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί
καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
Όταν δεν υπάρχη «αγρυπνία» εις το ναόν, τότε επιτελείται ο
«κανών». Η «λειτουργία» του μοναχού, «ησύχου σιγής
περιέχουσης τα πάντα και νυκτός μεσαζούσης», και ο
παντοδύναμος Λόγος προσκαλούμενος έρχεται, ίνα το φως το
αληθινόν διαυγάση. Διότι ερχόμενος εν τω μέσω της νυκτός «ου
χρεία λύχνου και φωτός ηλίου, ότι ο Κύριος ο Θεός φωτιεί
αυτούς, και βασιλεύουσιν εις τους αιώνας των αιώνων». «Και
όψονται το πρόσωπο αυτού».
Η συνάντησις του μοναχού με τον Θεόν εις το κελλί εν τω
μέσω της νυκτός είναι το κέντρον της ζωής του. Αυτή ρυθμίζει και
την καθ’ ημέραν πορείαν του: εργασίαν, ανάπαυσιν, δίαιταν κ.λ.π.
Ο πιστός μοναχός εξέρχεται ως εκ φλεγομένης και μη καιομένης
καμίνου. Η τοιαύτη δε ανάπτυξις του προσώπου γίνεται οικοδομή
και κατάρτισις του «σώματος», όλης της αδελφότητος.
Εκτός δε αυτού, πέραν της συνήθους μελέτης, οι μοναχοί
έχουν, κατά την αρχαία συνήθειαν, την ιδική των σύναξιν, μίαν
218

«επισυναγωγήν εαυτών», όπου η αδελφότης συνάγεται μετά του
πατρός «εν απλότητι και ειλικρίνεια» εις έν «κέρασμα». Εκεί η
ευπρεπής συζήτησις, η αναγκαία ενημέρωσις, η μοναχική μύησις,
η μυσταγωγία του φρονήματος, η «διακονία του λόγου».
Η ωραιοτέρα δε και σεμνοτέρα ευκαιρία της αδελφότητος
είναι η εκάστοτε κουρά.
Δεύτερον βάπτισμα, «παλιντοκία», αναγέννησις εις νέαν
ζωήν. Γάμος. Αλλοίωσις της δεξιάς του Θεού. Ο κειρόμενος εν
μέσω χαιρόντων αδελφών, των ευχών και των συμβουλών της
ακολουθίας και των αναφωνημάτων «Κύριε, ελέησον», γίνεται
ισάγγελος δια να πορεύεται και να σκέπτεται ως άγγελος. Τα
πάντα «καινά». Ανήκει πλέον εις τον Θεόν και την στρατευομένην
Εκκλησίαν. Περιπατών ή ομιλών εμφανίζει την εικόνα του
Χριστού κρυπτομένου εις τα σπλάγχνα του. Δικαίωμα, έκτασις και
επέκτασις του Αυτός, ο «Προσδόκιμος».
«Ω πόσην τιμής υπεροχήν έχει το άγιο και ιερόν ημών
σχήμα! Ω πόσης ευωδίας πνευματικής πνέει... ω επάγγελμα
ουρανού απτόμενον! Ω επάγγελμα Θεώ συναπτόμενον... ω
επάγγελμα διʹ ου σώζεται ο κόσμος! Δια να καρή όμως κάποιος
μοναχός, πρέπει να το κοιτάξη και να το ξανακοιτάξη. Να διψήση,
να πεινάση, να χορτάση, να μεθύση. Και αυτό το ενεργεί μόνον ο
Θεός. Από τώρα και πέραν η πνευματική του ζωή υπηρετείται
από την αδιάπτωτον και ζείδωρον άσκησιν. Είναι το κλάδευμα
των φυτών, ίνα αναπτυχθούν εύχυμοι οι κλάδοι. Είναι το δάκρυ
μας, το χαροποιόν πένθος, ο πόνος μας, η αύξησις ημών η εν
Χριστώ. Ο Ησαΐας λέγει∙ «Άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται∙ και
αναπαύσεται επ’ αυτόν πνεύμα Θεού». Το «άνθος» είναι Αυτός, ο
ην, ο ων, ο εσόμενος, ο ερχόμενος συν ημίν. Διότι τον
εκαλέσαμεν!

. ΦΥΤΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ (Γέροντας)
Ο άνθρωπος, και δη ο μοναχός, εν αγώνισμα έχει: να
συνηθίση να «καρτερή τον αόρατον Θεόν ως ορών». Δύσκολον
όμως δια την αδεξιότητά και την αμέλειάν μας. Ακατόρθωτον δια
την φύσιν μας. Κατορθωτόν, παρά ταύτα, διότι το λέγει, το θέλει ο
θεάνθρωπος Κύριος. Και είναι πάντοτε αληθής.
Ασφαλώς, το μοναστήρι προάγει τους καρπούς του
Πνεύματος, το οποίον καθιστά τον άνθρωπον έτερον και τον
219

μεθιστά εις κοινωνόν θεότητος. Διότι, τω όντι, το Πνέυμα εξασκεί
και ανυψοί τον άνθρωπον. Η ζωή του μοναχού είναι δυναμική,
δεχομένη πρόοδον και αναβάσεις, κατανόησιν, αίσθησιν,
«όρασιν» Θεού. Ο μοναχός χωρών και εμφορούμενος τους
τύπους, εναποθηκεύει εις αυτόν τα μυστήρια του Θεού και
ετοιμάζει το πλήρωμα της καρδίας, την θεϊκή κατά πόδας
αναζήτησιν του Υιού του Θεού και το φως της Βασιλείας.
Πρέπει να το μάθη αυτό ο άνθρωπος. Όλη η μοναχική
αγωγή και ζωή οδηγεί εις αυτό. Είναι το ιδικό μας άθλημα.
Ο ορατός άνθρωπος ζη δια να έχη τον αόρατον
Θεάνθρωπον. Δεν είμεθα τυχαίοι! Πνεύμα θείον μας εποίησε και
πνοή Παντοκράτορος μας διδάσκει. Δι’ αυτό αι καρδίαι ζητούν
ένα πρόσωπον πατρικόν δια να αισθάνονται υιοί Θεού. Και έχουν
παν δικαίωμα να γνωρίζουν και να ερωτούν∙ «Ακουσόν μου,
Κύριε, ίνα καγώ λαλήσω∙ ερωτήσω δε σε, συ με δίδαξον».
Δια την αδυναμίαν μας, όμως, μας χρειάζεται ένας ορατός
και σύμμορφος συνάνθρωπος, δια να κατέχη την θέσιν του Θεού.
Ευδοκεί και δίδει εις το πλάσμα του ο Πλάστης ως πλάστην ένα
ομόδουλον και σύμφυρτον Γέροντα, δια να είναι αυτός το «τέλος
του πόλου», το άκρον, το τέρμα, το κέντρον, ο άξων της ζωής
του. Αυτός γίνεται το κριτήριον, το βάθος και το ύψος δια τον
μοναχόν, ώστε να φθάνη ο μοναχός εις «την ελευθερίαν της
δόξης των τέκνων του Θεού».
Δι’ αυτό οι υποτακτικοί εις τας σχέσεις αυτών προς τον
Γέροντα αναφέρονται συχνά δια την ζωήν των, τας πτώσεις, τας
ανορθώσεις και δη τα οσιακά πάθη, εις τα οποία εξασκούνται και
εθίζονται, ως και δια την πορεία της προσευχής με την οποίαν
κατακτούν την ποθητήν «πόλιν».
Η πνευματική πατρότης είναι μία αρμονική συνεργία
μοναχού και Γέροντος δια την παιδαγωγίαν της ελευθερίας και την
καλλιέργειαν της προσωπικότητος. Η δε μαθητεία δεν καταντά εις
προσωπολατρεία αλλά εις θεοφορίαν εν ταπεινώσει και ανδρεία.
Η πνευματική γεωργία καθιστά τον πνευματικόν εργάτην
δυνατόν, πεπειραμένον, ζωηρόν, παλαιστήν. Ετοιμάζει το αύριον,
παλεύει με τον Θεόν και τον νικά! Έτσι αποκτά «καταστολήν
δόξης» και τιμάται ως «φύτευμα Κυρίου εις δόξαν». Ο γεωργών
και φυτεύων και αγωνιζόμενος στεφανούται. Ο Κύριος θα τον
ενθυμήται και τω ονομάτι αυτού θα τον καλή. Και θα λάβη
«στέφανον κάλλους και διάδημα βασιλείας εκ χειρός Θεού».

ΣΤ. Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ (Αντί επιλόγου)
220

Ο ταξιδιώτης τρέχει εις θάλασσα, γην και αέρα δια να
τακτοποιήσει τας υποθέσεις του και να ησυχάση πλέον εις το
σπίτι του, συγκομίζων τους πόνους του, τας ευκαιρίας, τας λύπας,
την χαράν και προπάντων, τους θησαυρούς ‐καρπούς που
συνοίθρησε. Ο εργάτης, ο γεωργός, ο επιστήμων παλαίουν εις
την ζωήν δια να δημιουργήσουν τον «βίον» αυτών, να συντάξουν
την οικογένειά τους, να απολαύσουν τα αγαθά και να
αποκαταστατήσουν τα τέκνα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε
πατέρα, πολύ δε περισσότερον με τον πνευματικόν πατέρα και
τον πνευματικόν αμητόν. Τα σπαρτά και οι θησαυροί είναι τα
παιδιά του. Και τα παιδιά είναι η ζωή του πατέρα.
Μέχρι τώρα ωμιλούσαμεν δια τα αντίτυπα του ουρανού.
Τώρα θέλομεν αυτόν τον ουρανόν, όπου πάντες οι δίκαιοι
αναπαύονται. Και ο ουρανός δεν μένει...εις τον ουρανόν! Η
Εκκλησία αναβαίνει και κατεβαίνει προς ημάς ως οθόνη
πεπληρωμένη εκ των τέκνων του Θεού.
Η αναστροφή των μοναχών είναι τόσον οικεία με τον Θεόν,
διότι αφετηριακώς έχει δύο σταθερούς πόθους: να ζώμεν
ομοθυμάδον, συνεχίζοντες την αποστολικήν κοινότητα όσον
υπάρχομεν∙ και να έχωμεν ως πρότυπον του βίου την εν τω
προσώπω μας τελείωσιν των αγίων μαρτύρων, παρατεινόμενην
και αυτήν εις τους αιώνας.
Η συγκομιδή, η επιτυχία είναι μία θεότευκτος ειρήνη.
«Εισερχόμεθα γαρ εις την κατάπαυσιν οι πιστεύσαντες», «εις το
εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών
εισήλθεν Ιησούς». «Ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν».
Όλα διʹ ημάς και ημείς δι’ όλους. Είμεθα συνηγμένοι ώδε ως
περικείμενον νέφος και αναμένομεν να συναντηθώμεν με το
«περικείμενον νέφος μαρτύρων», γνωστών ονομαστί και φίλων.
Εν τοιούτον ακατάπαυστον «τέλος» μπορεί να μείνη ως
θεμέλιον αιωνιότητος και συνεργεί να μας χαρίζεται πνευματική
γνώσις και χάριτος πείρα, ώστε τα θεία αυτά δωρήματα να
ενεργούν εντός ημών. Έτσι ανοιγόμενοι οι μοναχοί, αποκτούν
δύναμιν και τους καρπούς του μαρτυρικού αγωνίσματος, οι δε
νοεροί οφθαλμοί των πλέον «ορώσι τον βασιλέα και γίνεται χαρά
μεγάλη». Ιδού, ότι μία επιδίωξίς μας απολαύει του πόθου ως μιας
συγκομιδής.
Μία άλλη συγκομιδή γίνεται, όχι εις το κελλί πλέον, αλλά εις
το αρχονταρίκι. Κάθε ημέραν συναθροίζονται εκεί άνθρωποι‐
αδελφοί. Έρχονται πανταχόθεν. Θυσία γίνονται οι φιλόξενοι
μοναχοί. Χαρά, πίστις, ζέσις και αλαλαγμός εκσπά εις τας
καρδίας των φιλοξενουμένων. Αλλάζει η ζωή των. Ευρίσκουν
221

νόημα. Δακρύουν εξ’ ευφροσύνης, ανευρίσκοντες έκαστος ό,τι του
ήτο αναγκαίον. Γίνονται εν με τους μοναχούς. Ζωντανή αλλοίωσις
της δεξιάς του Κυρίου. Ιδού, λοιπόν, η άλλη «συγκομιδή» εις τας
καρδίας και τους οίκους των ανθρώπων που έφυγαν από τη
μονή... δια να ξαναέλθουν το συντομώτερον.
Το μοναστήρι δεν είναι ιεραποστολικόν κέντρον, είναι
σπορά συνεχής και αδιάκοπος θερισμός αναπαύων την ψυχήν
του μοναχού. Βαθεία η καρδιακή συγκομιδή! Γεμίζει ειρήνην και
την μεταδίδει. Εμποιεί χαρμονήν ακόμη και εις τα τετράποδα ζώα!
Είναι ευτυχής, και «υπό παντοδαπά δένδρα κοιμάται» και υπό
την δροσεράν σκιάν των τρυφερών κλώνων αναπαύεται.
Ωραιοτάτη έκφρασις του μοναχικού βιώματος και της ευφροσύνης.
Ζη ο μοναχός εις το φυσικόν του περιβάλλον, αλλά εις τα πλαίσια
μεταμορφωμένου χρόνου, που τον καθιστά χορευτήν εν μέσω
των χορών των αγίων και του αγγελικού διακόσμου.
Ο φυσικός, όμως, κόσμος της μονής δεν συγκλείεται μόνον
επάνω εις τον μικρόν και περιωρισμένον βράχον. Σιμωνόπετρα
είναι και τα οκτώ μετόχια της. Η Ορμυλία εις την Χαλκιδικήν, η
Ανάληψις εις τας Αθήνας, ο Άγιος Χαράλαμπος εις την
Θεσσαλονίκη, τρία εις την Γαλλία και άλλα δύο εις την χώραν μας,
όλα γνωστά. Μυσταγωγικοί και αυτοί χώροι∙ πολλοί και εις
αυτούς «συγκομίζονται», ευρίσκοντες την εκκλησίαν τόσον κοντά
τους.
Το κάθε μετόχι, και ένα αμφιβλήστρον∙ και εκεί γεννήσεις
και αναγεννήσεις! Οι λάρυγγες και οι καρδίαι των φίλων των
μετοχίων μας εξαστράπτουν, γεύονται την ευφροσύνον βρώσιν
και γεύσιν της μονής. Φεύγοντες εκείθεν, έκαστος νοιώθει τα
ίδια∙» Η ζωή μου φως όψεται. Ιδού πάντα ταύτα εργάται ο
ισχυρός» Θεός. Όλη η ζωή τους συγκεντρούται εν τω φώτι και
αινούν τον μέγαν Συγκομιστήν. Αυτός που θα συνάξη κάποτε
πανταχόθεν όλον τον κόσμον, ήδη ετοιμάζει και ημάς και τους
«Φίλους». Μήπως και δεν μας το λέγει; «Εμέθυσα πάσαν ψυχήν
διψώσαν και πάσαν ψυχήν πεινώσαν ενέπλησα ».
Το μοναστήρι είναι κιβωτός αγίων, πολιτεία αγιαζομένων.
Πρότυπα και αντίτυπα, ουρανός και μοναστήρι κατά χάριν «εν
εστι». Η επουράνιος Σιών και η μοναχική «πολιτεία», αυτή η
παροικία μας, είναι ητοιμασμένος παρά Θεού κόσμος.
Ταμιευτήρια δια τους βιαστάς που αρπάζουν την βασιλεία του
Θεού. Αποθήκαι με όλα τα αμπάρια ανοικτά. Εργαλειοστάσια και
οπλοστάσια όχι μόνον δι’ ημάς αλλά και δια τα εργαλεία μας, δια
τον ποικίλον οπλισμόν μας, πνευματικόν και αγωνιστικόν, δια τα
όργανα, τους τρόπους και τους πόνους της ενώπιον Κυρίου ζωής
222

μας. Ιματιοθήκαι που θα δεχθούν τα μελανά δια την αφοσίωσιν και
τα ερυθρά δια το αίμα ιμάτια των ασκήσεων. Οιναποθήκαι δια να
πίνωμεν αεί «οινόν νέον». Σιτοβολώνες δια την αιώνιον βρώσιν
του Άρτου της ζωής μας. Φυλάκια δια να κατοπτεύομεν τον Ήλιον
μετά των αστέρων των νοητών. Και ταμεία ειδικά, διότι «άλλη
δόξα ηλίου, και άλλη δόξη σελήνης, και άλλη δόξα αστέρων».
Και ο ίδιος ο Κύριος λέγει∙ «Υιέ ανθρώπου, εγνώρισες και
είδες τον τόπον του θρόνου μου και τον τόπον του ίχνους των
ποδών μου. Το όνομά μου θα το κατασκηνώσω εν μέσω υμών
αιωνίως». «Υιέ ανθρώπου... εν τη τρυφή του παραδείσου του
Θεού εγεννήθης...Αφ’ ης ημέρας εκτίσθης συ... εθηκά σε εν όρει
αγίω Θεού». Και πάλιν αναφωνεί∙ «Εν τη οικία του πατρός μου
μοναί πολλαί είσιν...έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς
εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε». Εν τέλει δε μας
παρέχει την υπόσχεσίν του: θα είσαι δι’ εμέ «στέφανος κάλλους»
μέσα εις την χείρα μου και «διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού
σου».
Ένας άγγελος Θεού ‐τύπος Χριστού έδειξε κάποτε εις τον
Ιωάννην τον Θεολόγον την εσχατολογικήν κατοικίαν του Θεού
μετά των ανθρώπων. Έτσι και η καθημερινή ζωή της αγγελικής
πολιτείας μιας μονής, κάθε μονής, ας είναι ένα παράθυρον
ανοικτόν δια τον σύγχρονον άνθρωπον.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Η Παραβολή του Ασώτου Υιού

223

Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Και είπεν ο νεώτερος αυτών
τω πατρί Πάτερ, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας. Και
διείλεν αυτοίς τον βίον. Και μετ’ ου πολλάς ημέρας συναγαγών
άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί
διεσκόρπισε
την ουσίαν αυτού ζων ασώτως. Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα
εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο
υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας
εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βοσκείν
χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των
κερατίων ως ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. Εις εαυτόν
224

δε ελθών είπε: Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν
άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον
πατέρα μου και ερώ αυτώ Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και
ενώπιον σου ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου∙ ποίησόν με ως
ένα των μισθίων σου. Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού.
Έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και
ευσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού
και κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός: Πάτερ, ήμαρτον εις
τον ουρανόν και ενώπιον σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός
σου. Είπε δε ο πατήρ προς τους δούλους αυτού: Εξενέγκατε την
στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον εις την
χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας, και ενέγκαντες τον
μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, και φαγόντες ευθρανθώμεν ότι ούτος
ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη.
Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι. Ην δε ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος εν
αγρώ και ως ερχόμενος ήγγισε τη οικία, ήκουσε συμφωνίας και
χορών, και προσκαλεσάμενος ένα των παίδων επυνθάνετο τι είη
ταύτα. Ο δε είπεν αυτώ ότι ο αδελφός σου ήκει και έθυσεν ο
πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν
απέλαβεν. Ωργίσθη δε και ούκ ήθελεν εισελθείν. Ο ουν πατήρ
αυτού εξελθών παρεκάλει αυτόν. Ο δε αποκριθείς είπε τω πατρί:
ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου
παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων
μου ευφρανθώ: ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον
βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν.
Ο δε είπεν αυτώ: τέκνον, σύ πάντοτε μετʹ εμού εί, και πάντα τα
εμά σα εστιν∙ ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου
ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή
του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που
έχει ότι είναι υιός του Πατέρα.
Αισθάνεται και εκφράζεται μʹαυτή την ορολογία. Ζη σʹαυτόν
τον οικογενειακό χώρο.
Γι’αυτό λέει: «Πάτερ, δός μοι...».
Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν
έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πατρός είναι η ίδια με την
ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει
παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σά
εστί», γι’ αυτό ζητά από τον πατέρα του να του δώση το
επιβάλλον μέρος της ουσίας, το κομμάτι που του ανήκει.
225

Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρτία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Ορος
σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν
έλλειψιν του αγαθού έστι» (Αγ. Μάξιμος, P.G. 4, 301A).
Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον
εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό
βρίσκεται στο σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωση του είναι του.
Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του,
αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει
το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του Πατέρα πάει πιο μακριά
απ’ό,τι μπορεί να πάη η κρίση του κόσμου ή η ανταρσία του γιού
του. Γι’ αυτό το λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια.
Ξέρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νιώση
κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να
μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο Πατέρας ότι είναι κάτι
θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύση.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη Του, που μένει
στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται
στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας
μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας στο σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον
υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα να του
δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη
προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνηση προς τον Πατέρα
ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνηση προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο
του Υιού. Η φράση «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν
τω Θεώ) δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της
υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν
ελευθερία. Να το βρη. Να το νιώση, να γίνη δικό του. Να μην
μπορεί να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε ‐με τη
σωστή τοποθέτηση και σχέση υιού και πατέρα ‐ θα είναι «εν
πάντι καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά
και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι
με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό
αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής
δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το
παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα ‐ όπως και όταν θέλουμε ‐ δεν
226

μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον παράδεισο, αλλά στην
απόγνωση και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το
επαναστατημένο θέλημά μας ‐ «συναγαγών άπαντα» ‐ το
σκορπίζομε ασώτως ‐«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων
ασώτως» (α‐σωτηρία, α‐σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού,
σε παρά φύσιν κατάστάση).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει
σε μια κατάσταση στείρα, όπου χωρίζεται η ζωή από την
πνευματική ζωή. Σε μια κατάσταση που δεν έχει φως,
καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Οπου τα πάντα
μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα
θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και
ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο το δυναμισμό
της βασιλείας που σώζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της
δημιουργίας ολόκληρης.
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητος φανερώθηκε το
ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους,
έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλοδαπή, όπου τα πάντα
ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται ‐«δαπανήσαντος αυτού
πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί
πλέον λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην. Στη μακρινή χώρα
κανείς δεν ζη καλά για πάντα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει
όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια
έκπτωση, εξαθλίωση, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν
ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της
χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να
βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε
κάνει χοίρο.
Αρνείται τη φύση, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου
αρνείται την τροφή των χοίρων.
Αλλά και όσαν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη
τίποτε. Μένεις νηστικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων.
Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.
Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιού στη μακρινή χώρα
φανέρωσε και το τί έκρυβε μέσα του, τί αντοχή είχε, τί έμεινε
ανέπαφο, ποιός μπορούσε να τον βοηθήση, σέ ποιόν να
κολληθή, «εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο
η δεξιά σου» ‐σε ποιόν να καταφύγη, ποιός είναι «οικτίρμων και
227

ελεήμων», που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάσταση για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος
«απολωλώς ήν», κυριολεκτικά να πέθανα «νεκρός ην», αλλά κάτι
υπάρχει που δεν χάνεται, δεν πεθαίνει είναι ο Πατέρας μου και η
αγάπη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύι».
Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο
σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους
χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα
μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι
πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που
γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή
χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με
παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, έχασα την
υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι
η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που
μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου δεν είναι κάτι που
μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω.
Καθύβρισα τη μια σχέση του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ
τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σεβάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι
άξιζα.
Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες
φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέλειος σε όλα, αν λίγο
κάπου μου έφταιγες ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω.
Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και
μουγκό η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις
συνειδητοποιώ.
Επρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νιώσω; Επρεπε να
φτάσω στην απώλεια και στο θάνατο για να καταλάβω τί θα πη
σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τί να πω. Ολα όμως αποδεικνύουν
ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου
βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.
Ερχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα από την
αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κάνει συντροφιά. Κάνε
με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου ουκέτι ειμί
άξιος κληθήναι υιός σου ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Συνάντηση νεώτερου υιού με τον πατέρα
228

Πρίν φθάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέχει.
Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον
αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ηδη ο γιός κατάλαβε, πήρε την απάντηση: Ο πατέρας
άκουσε την εξομολόγηση, την ξέρει πρίν του την πη.
Βλέπει τον γιό του πριν να γυρίση. Ηταν μαζί του, χωρίς να
Τον βλέπη ο γιός. «Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη απών
ως παρών συναναστρέφεται μη ορώμενος υπό τινος».
Ο γιός όμως αρχίζει την εξομολόγηση λέγεται μόνη της,
βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια
ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάγχνα του, για να
ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά
δεν την τελειώνει.
Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του και σταματά. Δεν
τολμά να συμπληρώση τη φράση να ζητήση να γίνη δούλος του
πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον
παρασύρει, τον διαλύει και δεν μπορεί να κάνει σ’ Αυτήν
υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.
Τον λόγο παίρνει ο Πατέρας, που με τον ίδιο τρόπο μιλά
ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παιδί του για τον εαυτό
του ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε ούτε πόσο
χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται
διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ’ αυτόν τον
γιό που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης.
Πως να αρθρώση τα άρρητα ή πως να μειώση την ενέργεια όσων
λέγονται εν σιγή;
Στον γιό δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς του
ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που
παραλύει τη γλώσσα.
Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την
στολήν... ενδύσατε... θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας
ευφρανθούμε, γιατί «ο υιός μου ούτος ήταν νεκρός και ανέζησε
και απολωλώς και ευρέθη».
Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέμα του γιού
του. Το «νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς ην και ευρέθη»,
που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και
τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυό τους, πατέρας και γιός.
Δεν μίλησε ο Πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν
αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε
συνείδηση του κινδύνου που επρόκειτο να περάση το παιδί του.
Δεν έχει κανένα στοιχείο απαθείας που φανερώνει αδιαφορία ή
έλλειψη αισθήσεως. Ολα τα ζη. Ολα τα ξεπερνά με την άπειρη
229

αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέχρι την απώλεια,
τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο γιός
λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως
την κόλαση, τον χαμό, τον θάνατο.
Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμη, που
υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύρω του διακριτικά.
Υπάρχει η δύναμη της υιότητος και της πατρότητος.
Ηταν αυτός γιός και είχε πη στην αρχή «Πάτερ» (και όταν
έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να
στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του
χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την
επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον
με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.
Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η
χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός. Αυτός ο
μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού και το πανηγύρι
η θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας.

Επιστροφή που σε ελευθερώνει
Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζητήση να μείνη στο σπίτι
«ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη
παράδεισος μέγας γιʹαυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών.
Ομως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και
την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει
και τον κατακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης
Του. Και νιώθεις ανάξιος γι’ Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέση του
δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν
αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί,
που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και
κλαίς από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την
πλησμονή της αγαλλιάσεως.
Γι’ αυτό οι Αγιοι τα παιδιά του Θεού, ονομάζουν τον εαυτό
τους δούλο Χριστού. Και νιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους
και τους πλημμυρίζει από τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά
χάρη και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, όπου θύεται ο
μόσχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσδοκίες
υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και
άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.
Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει
ανθρώπινα τη δόξα που θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην
εξουθένωση. Του αρκεί να είναι στο σπίτι του Πατρός.
«Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου
230

μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών». Δεν ζητά
χαρίσματα αυτό γίνεται εκ βαθέων γι’ αυτό του δίδονται όλα.
Οταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε.
Οταν δεν ζητάς τίποτε ούτε να γίνης δούλος τα παίρνεις όλα.
Επειδή είναι αληθινή η μετάνοιά του, ήδη τον έβαλε στον
παράδεισο διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το
ξέρει ο Πατέρας. Γι’ αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό.
Ενδύει τη χαρά με τη χαρά. Τον υιό τον άξιο του Πατέρα με
τη στολή την πρώτη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Οπως από τον
τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος που πεθαίνει, προχωρεί
φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία «η γη αυτόματη
καρποφορεί» έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του
ταλαιπωρημένου, του χαμένου γιού, ανατέλλουν τα πάμφωτα
χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον
στολή πρώτη και ανέγγιχτη.
Αλλοιώς αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάντων
συντριβή δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα,
θα του κάνανε κακό. Θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα
πεταγόταν έξω από τη μοναδική χαρά, την πανήγυρη της αγάπης
όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.
«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’υμών». Κανείς δεν
μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαιρέση, να την
απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του,
είναι ο Χριστός που ζει μέσα του. Δεν ζη πιά αυτός.

Επιστροφή που σε πνίγει
Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και
εξουθενώσει ‐ που είναι γεννητική της αφθάρτου δόξης ‐ αλλά
σύμφωνα με τη λογική και τη στάση του πρεσβύτερου υιού, που
δεν είναι επιστροφή αλλά περιπλοκή χειρότερη των πραγμάτων,
θα ήταν κάπως έτσι:
Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα
πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τι φταίς και σε τί φταίω. Να
βρούμε ένα τρόπο συμβιώσεως. Οχι ότι δέν μπορώ να ζήσω
μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μιά και είσαι
πατέρας μου, να γυρίσω.
Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην
επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη
συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνόμουνα να έφευγα
στα καλά καθούμενα.
Λοιπόν, τί λές τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώσεως, ναί ή
όχι;
231

Και μην κρατήσης κακία. Αλλά να τα ξεχάσης όλα. Και να
μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νιώθω μειωμένος
απέναντι των άλλων.
Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί δεν έχει αυτή
η λογική σχέση με καμιά χαρά.
Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως,
όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλαση της
«δικαιοσύνης».
Υπαρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνηση σε
χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή που είναι μεγαλύτερη
απομάκρυνση από το σπίτι.
Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα. Συνάντηση με τον
πρεσβύτερο υιό Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους,
γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον
παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ωργισμένος ο
πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλαση που κουβαλούσε μέσα
του. «Ωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορή‐θηκε
από τους δούλους τί γινόταν στο σπίτι.
Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις
τελειώνει η μιά δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Οταν ο νεώτερος
επιστρέφει από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι,
αρνείται να μπη μέσα.
Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλή‐ατα,
προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να
θολώση την καθαρότητα της γιορτής. Να μήν αφήση καρδιά
απλήγωτη. Αλλά ο πατέρας της παραβολής είναι ωκεανός
αγάπης και ανοχής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».
Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύτερου παιδιού
του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γιʹαυτό, από αγάπη κινούμενος,
μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει
‐«δραμών» ‐ όπως στην περίπτωση του νεωτέρου, αλλά
εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Και δεν τον «καταφιλεί» ‐ αν
έκανε κάτι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο ‐
ούτε κάν τον φιλεί. Μόνο του μιλά παρακλητικά. Και δέχεται
καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρεσβύτερου υιού.
Σαν να είχε έτοιμη την επίθεση (όπως ο νεώτερος την
εξομολόγηση). Λές και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να
βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη
σειρά ετών. «Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι...».
Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως πατέρα,
αλλά σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά,
τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.
232

Μέσα σ’ όλην αυτή τη νομικιστική σχέση δικαιώνει εξ
ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει απόλυτα τον πατέρα
του.
«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είναι έν τάξει
πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.
Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε
έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».
Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι
καλό. Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιό του
πατέρα του. Καί το σφάλμα του νεωτέρου, πού δέν το έχει
διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι
ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε περιουσία. Και αυτός πρώτος και
μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία
«μετά πορνών».
Η πρώτη διόρθωση του Πατέρα γίνεται με την
προσφώνηση: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε
θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι
δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.
Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτερου υιού ο
πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό
πάντοτε: «Σύ πάντοτε μετ’ εμού εί». Είναι πάντοτε μαζί μου.
Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι
μένει εν τη οικία (Ιωάν.8,35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν
τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί».
Και στην αίτηση του ελαχίστου και μικρού ‐ εριφίου ‐
απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σά εστί».
Στην οργή και στο μίσος που τόν κατατρώει (ωργίσθη και
ούκ ήθελεν εισελθείν) αντιπαραθέτει το «ευ‐ρανθήναι και χαρήναι
έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.

Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού
Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως:
«Οφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Αποκ. 3.15).
Οταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα
ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν». Επεσε με τα
μούτρα στην αμαρτία. Τα έδωσε, τα έχασε όλα.
Οταν έφτασε στην έσχατη ανάγκη, «εκολλήθη ενί των
πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχή
του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.
Οταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και απόλυτος: Ηρθε
να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.
Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του
233

τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό πάντως όλο στον πατέρα του
χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς καμιά επιφύλαξη ή όρο.
Η φιλαυτία η αρρωστημένη προσκόλληση στο εγώ μας
είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλασε, προς την πνοή πού
Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γι’ αυτό κάνοντας το θέλημά του
αντάρτικα ο νεώτερος γιός, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί
τη φύση του, καταστρέφει τον εαυτό του βρίσκεται εκτός εαυτού.
Μόλις «έλθη εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον
πατέρα του, που είναι αγάπη, που δεν κλείνεται στον εαυτό του,
αλλά «δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος έξω εαυτού
γίνεται... και εν πάσι κατάγεται». Τον πατέρα που τρέχει έξω από
το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερο του γιό που επιστρέφει,
και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος,
για να παρακαλέση τον πρεσβύτερο.
Η εκστατική αγάπη, προσφορά στον Αλλον μας οδηγεί
στον εαυτό μας. Βρίσκομε το είναι μας και όλους τους άλλους. Αν
αυτήν έχωμε όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε θα μας φέρη στον
παράδεισο. Αν δεν τήν έχωμε και στην πόρτα του παραδείσου να
είμαστε η έλλειψη της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να
μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.

Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού
Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλαση. Μόνο βάσανο
και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η
αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.
Δέν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου
Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν». Μιά τέτοια επιμονή για
είσοδο στον παράδεισο σε άνθρωπο που ζηλοφθονεί,
πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του
κάνει τη ζωή αβάσταχτη κόλαση.
Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράνταχτα
επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα.
Βρίσκει ένοχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν γιά μιά
τέτοια γιορτή για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να
επιστρέψη, να σωθή, να ζήση για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο
μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήση: «Πάντες απολαύσατε του
συμποσίου της πίστεως, του πλούτου της χρηστότητος».
(Κατηχητικός Λόγος Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Διαβάζεται την
Κυριακή του Πάσχα) Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί
να μπή σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς».
Του είναι ξένο και απαράδεκτο το γεγονός, ο Θεός να αγκαλιάζη
τον άσωτο που μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την
234

πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την
προσβολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».
Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο
ευχαριστιακό τραπέζι. Καί είναι σαν να του ζητά να μπη στην
κόλαση. Φουντώνει μέσα του το μίσος και ακούει τη στοργική
πρόσκληση του πατέρα σαν ωργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι γιά το πως θα γίνη η τελική
κρίση στη δευτέρα Παρουσία;
Μήπως η οργή (ωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείν) κάνει τη
μοχθηρή καρδιά να βλέπη ωργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό
πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, που δεν αφήνει τον
άνθρωπο που το έχει να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς,
παραποιεί γι’ αυτόν τον ίδιο την πρόσκληση, για τον παράδεισο
σε αποπομπή πρός το πύρ το εξώτερο;
Μήπως το μίσος είναι κόλαση πού κατατρώει τα σωθικά
μας; Καί η θεία αγάπη παράδεισος πού μας αναζωογονεί;
Μήπως ή ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους
σωσμένους, υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν και έχουν νουν
Χριστού; Καί η ίδια η αγάπη είναι κόλαση για τους αρρώστους,
δηλαδή για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν
νουν Χριστού;
Μήπως η μία κλήση της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει
πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» θα ακουσθή
από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της
αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το
πυρ το αιώνιον» και απ’ αυτούς που αγαπούν: «Δεύτε οι
ευλογημένοι του Πατρός μου...;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα
δεν ετοιμαζόμαστε για το ποιά θέση θα πάρωμε τότε μόνοι μας;
Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίση της αγάπης; Δηλαδή για το αν
δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλαση;

Αντιπαραβολή των δύο υιών
Ο νεώτερος υιός υπόδειγμα επιστροφής και φανέρωση του
τί είναι εξομολόγηση: Καρπός μετανοίας, ομολογία των
ουσιαστικών μου σφαλμάτων, εγκλημάτων. Συντριβή και
εκζήτηση ελέους.
Ο πρεσβύτερος υιός υπόδειγμα μη επιτροφής και
φανέρωση του τί δεν είναι εξομολόγηση: Αναφορά των δικών μου
κατορθωμάτων και των εγκλημάτων των άλλων. Σκληροκαρδία
και κατάκριση.
Μέ το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή πείρα έφυγε
235

από τον νεώτερο η ιδέα ότι κάτι μπορεί να βρη έξω από το σπίτι,
χωρίς τον Πατέρα. Γνώρισε την κουφότητα της ζωής μακριά από
την πηγή της.
Αντίθετα, όσο περνά ο καιρός, ο πρεσβύτερος δεν ωριμάζει
πνευματικά, αλλά σκληραίνει τη στάση του. Συνεχώς και
περισσότερο κατακρίνει τους άλλους και τον πατέρα του, μέσα σε
μια ψευδαίσθηση ότι είναι «κάποιόν τι».
Ο νεώτερος υιός με τη συμπεριφορά του λέει τον λόγο της
μετανοίας: «Σοί μόνω ήμαρτον».
Ο πρεσβύτερος αντιθέτως λέει: Εσύ είσαι ο μόνος φταίχτης.
Το ότι ο νεώτερος επαναστάτησε στην αρχή, πρίν
περάσουν τα χρόνια, μπορεί κάπως να δικαιολογηθή.
Το να αντιδρά όμως ο πρεσβύτερος μετά «τοσαύτα έτη» και
να μη θέλη να μπη στο σπίτι, την ώρα της μεγάλης χαράς, αλλά
να ζητά ερίφι όχι αμνό για να ευφρανθή με τους φίλους του (οι
φίλοι του ήσαν μεταξύ των ερίφων, των εξ ευωνύμων, όχι μεταξύ
των ευλογημένων, των εκ δεξιών) αυτό είναι βαρύ και δύσκολα
θεραπεύεται.
Οταν έχης να κάμης με πατέρα ουράνιο, έχεις άλλες
σχέσεις, μιλάς άλλη γλώσσα, αναφέρεις άλλες απώλειες και
κέρδη. Δεν αμύνεσαι, αλλά αυτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τον
εαυτό σου ένοχο τον μόνο ένοχο μπροστά σ’ ένα τέτοιο πατέρα,
που όχι μόνο αγαπά, αλλά είναι η Αγάπη.
Οταν δεν θεωρής τον Θεό πατέρα που αγαπά, τότε η
εξομολόγηση καταργείται, χάνει το νόημά της, δεν γίνεται. Ή όταν
πάη να γίνη, ξεπέφτει σε μια νομική αντιδικία, όπου κατηγορείται
ο αναίτιος, ο ευεργέτης. Οταν βλέπης μπροστά σου εργοδότη,
που υπολογίζει τα δούναι και λαβείν, ετοιμάζεσαι για διαμάχη και
αναμέτρηση οικονομική, δικανική τακτοποίηση να δούμε ποιός θα
επιβληθή σε ποιόν.
Αν μπορούμε να αγαπάμε, θα γνωρίσωμε την αλήθεια του
Θεού. Χωρίς αγάπη, υψώνοντας τη φωνή μας, αποκαλύπτομε το
ψέμα της ζωής μας.

Χαρακτηριστικά του Πατέρα
Ο Πατέρας της παραβολής ξέρει πότε μιλά και πότε όχι.
Πότε μοιράζει την περιουσία ολόκληρη, χωρίς να πη λέξη. Και
πότε δεν δίδει ούτε ένα ερίφιο και επεξηγεί το γιατί. Πότε και
ποιόν γιό του ασπάζεται, χωρίς άλλα σχόλια. Πότε και ποιόν γιό
του δεν ασπάζεται, αλλά τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει,
πατρικά και βραχύλογα.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια και επεξηγήσεις. Απαιτείται
236

χρόνος, προσωπική αυτοπαρακολούθηση και δοκιμασία, για να
καταλάβωμε αν καταλάβωμε περί τίνος πρόκειται.
Εχει σημασία λοιπόν να ξέρη κανείς πότε θα πή σε κάποιον
κάτι. Και μέχρι που θα προχωρήση. Στη συνέχεια σταματά την
επεξήγηση, χωρίς να προσχωρή, ενώ το θέμα δεν λύθηκε, δεν
τακτοποιήθηκε.
Δεν ρωτά τον νεώτερο γιό του τί σκέφτεται να κάμη και
πότε. Γιʹαυτό τον αφήνει ελεύθερο να μείνη στο σπίτι όσες μέρες
θέλει μετά τη μοιρασιά της περιουσίας (αυτός φεύγει «μετ’ ού
πολλάς ημέρας). Ούτε τον ερωτά που θα πάη αν σκέφτεται να
πάη κοντά ή μακριά (εις χώραν μακράν) ή αν θα πάρη όλα τα
πράγματά του ή τα μισά (συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός
απεδήμησεν).
Ούτε τον πρεσβύτερο υιό ρώτησε τί αποφασίζει, αφού
άκουσε όσα του είπε η πατρική Του αγάπη. Τον αφήνει ελεύθερο
να αποφασίση όταν και όπως θέλει. Αφήνει το θέμα ανοιχτό.
Απλώς περιορίζεται στο να του πη τί έπρεπε να κάμη:
«Ευφρανθήναι και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός
ήν και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη».
Και η παράκληση, η προτροπή του Πατέρα, μένει
αναπάντητη, το τέλος άγνωστο. Κόβεται η συζήτηση απότομα,
σταματά, μένει ακέφαλη. Γιατί δεν τελειώνει; Γιατί δεν φτάνει σε
τελεία και παύλα;
Ετσι γίνεται. Δεν βρίσκεται τέλος με συζητήσεις στα θέματα
αυτά και με ανθρώπους που βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση.
Δεν υπάρχει τέλος σε συζητήσεις για θέματα που η φύση τους
ξεπερνά πάντα λόγον και αίσθησιν. Αλλωστε ούτε και το
πρόβλημα, η αρρώστια του νεωτέρου τακτοποιήθηκε με
συζητήσεις, αλλά με μιά φαινομενική εγκατάλειψη, άφεση στο να
μάθη δια του πάθους του. Ετσι είναι. Μόνον ο Θεός να κάμη το
θαύμα Του.
Κουβέντες και προτροπές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα
σε ανθρώπους που έχουν καταπιεί το μίσος, τη λογική της
αυτοδικαιώσεως, της καταδίκης όλων των άλλων.
Μπορούν να σου αραδιάσουν ατελείωτα σε στιγμή χρόνου
να συσσωρεύουν αναρίθμητες δικές τους αρετές και εγκλήματα
άλλων. Οσα δεν ελέχθησαν, δεν λέγονται, να τα εκστομίσουν, για
να εξοντώσουν τον αδελφό τους και να δικαιώσουν τον εαυτό
τους. Αλλά δεν αλλάζουν γνώμη. Δεν μπορούν να μετανοήσουν.
Δεν αγαπούν. Είναι ξένο προς τη φύση τους. Αυτή είναι η κόλασή
τους.
Πώς μπορείς ν’ αγαπάς αυτούς που δεν αγαπούν; Αυτό
237

είναι ένας μεγάλος σταυρός. Σου αρνούνται την αγάπη είναι
κόλαση γι’ αυτούς. Υποφέρουν, βασανίζονται. Αλλά πως μπορείς
να τους συμπαρασταθής, να τους συνδράμης, χωρίς αγάπη;
Αυτοί ζητούν όχι τη σωτηρία, αλλά την καταδίκη, την εξόντωση
πάντων. Ετσι καταδικάζουν και τον εαυτό τους (Θεολογία και
πολιτεία κολάσεως).
Ο Πατέρας παρατρέχει τα επιχειρήματα του πρεσβύτερου
γιού. Δεν του κάνει καμιά κριτική: Ούτε τον ψέγει για κάποιο
λάθος του, ούτε του αναφέρει κάτι καλό που έκαμε. Δεν
χρειάζεται να καθυστερήση καθόλου μέσα στη λογική αυτή, που
δεν οδηγεί πουθενά αλλού, εκτός από το αδιέξοδο της κολάσεως.
Δεν μπορεί κανείς να του αρνηθή την κάποια καλή του
προσπάθεια,αλλά το κακό ήταν ότι δεν είχε καταλάβει ότι και ο
ίδιος ήταν άσωτος, δεν ήταν μόνον ο αδελφός του.

Η παραβολή και εμείς
Εχει άμεση σχέση η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και
την ιστορία της ανθρωπότητας,που χαρακτηριστικά χωρίζεται σε
δύο μέρη, σε δύο γιούς.
Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύομε;
Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να
απαντήσωμε αυτό μας διδάσκει η παραβολή.
Ο νεώτερος υιός από την αρχή που ζήτησε στανικά το
επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιός του είπε ότι είχε δικαίωμα
να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση χώρα και πεθάνη
της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης... Μέχρις ότου
γίνουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν
εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τι έκανε.
Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».
Αρα αν βρισκώμαστε στην κατάσταση αυτή του νεώτερου
γιού,πρίν έλθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην
πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τί
μας γίνεται, τί αντιπροσωπεύομε. Ή και αν νομίζωμε ότι ξέρομε ‐
πού συνήθως νομίζομε‐πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις
εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη
φτώχεια και τη γυμνότητά μας.
Αλλά ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού.
Ή καλύτερα αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να
έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να
αισθάνεται και να ομολογή με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την
ανθρώπινη αδυναμία. Αλλά ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει
πεισματικά το θέλημά του «ωργίσθη και ούκ ήθελεν εισελθείν»
238

και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος του. Ενώ κρίσις
δικαία είναι εκείνου που δεν κάνει το δικό του θέλημα, αλλά μόνο
το θέλημα του ουρανίου Πατρός.
Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται
με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς
το ήθος του ουρανίου Πατρός. «Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»:
Υπολογίζει τον χρόνο, την κτίση όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη
χάρη, που μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή που μετανοεί.
Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο
ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί την διαρκώς
άψογη στάση του, «ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον», την ίδια
στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά
παράκληση πατρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά
καταπατεί.
Αρα δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε,
γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών
και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.
Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο
σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να
μην καταλήγης στη γεύση του μόσχου του σιτευτού, να μην
γίνεσαι δαιτυμών λαμπρός του μεγάλου Συμποσίου που
προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».

Εμείς ως πατέρες πνευματικοί
Υπάρχει μιά ισορροπία στην όλη ιστορία, γιατί ο Πατέρας
όλα τα ρυθμίζει θείως, όλα τα υποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τον
σταυρό της όλης περιπέτειας του σπιτιού. Και τα δύο παιδιά του
είχαν προβλήματα βασανίστηκαν και Τον βασάνισαν. Αυτός όμως
έπραξε άψογα, θεϊκά. Ούτε τον νεώτερο υιό χαρακτήρισε άσωτο
ούτε τον πρεσβύτερο επέπληξε, επειδή του μίλησε άπρεπα. Η
συμπεριφορά του φανερώνει απέραντη αγάπη και φέρνει
παρηγοριά.
Εφ’ όσον έχομε έναν τέτοιο Πατέρα, μπορούμε να
ελπίζωμε. Μπορούμε να βρούμε τον δρόμο για το σπίτι,
μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας.
Στη ζωή μας ως άνθρωποι είμαστε πάντοτε παιδιά του
Θεού και υπόδειγμα για την επιστροφή προς τον ουράνιο Πατέρα
είναι ο νεώτερος υιός. Βρισκόμαστε όμως και στη θέση του
πατρός ή του πνευματικού πατρός. Τότε πάλι το πως πρέπει να
συμπεριφερθούμε προς τα τέκνα ή πνευματικά μας τέκνα μάς
φανερώνει η συμπεριφορά του «ανθρώπου» της παραβολής.
Αν βρισκώμαστε στην κατάσταση του νεωτέρου που
239

επέστρεψε ή επιστρέφει, τότε μπορούμε να ανεχώμαστε τον
άλλο, το παιδί μας. Τότε μπορούμε να νιώθουμε, και να το
ομολογούμε, ότι είμαστε αδύναμοι, πολύ αδύνατοι, «χωρίς αυτού
ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν», αλλά δεν πρέπει να
απογοητευώμαστε, γιατί έχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθήσαι
ταίς ασθενείας ημών».
Αν βρισκώμαστε είτε στην κατάσταση του νεώτερου υιού σε
χώρα μακρινή ζώντες ασώτως, είτε στην κατάσταση του
πρεσβύτερου υιού, που δικαιώνει τον εαυτό του και καταδικάζει
τους άλλους; Τότε οπωσδήποτε θα παραποιούμε τη διαγωγή του
αληθινού Πατρός. Παρ’ όλη την πιθανώς καλή μας διάθεση, θα
βασανιζώμαστε και πρό παντός θα βασανίζωμε.
Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμε να διακρίνωμε δύο εκτροπές
συμπεριφοράς πατρός πνευματικού πατρός:
Α). Οι πρώτοι, κατά το παράδειγμα του νεωτέρου πρό της
επιστροφής,
παρουσιάζονται
ως
πολύ
φιλελεύθεροι,
συγκαταβατικοί και ανεκτικοί. Δεν κάνουν παρατηρήσεις.
Δικαιολογούν τους νέους. Δεν τους θεραπεύουν αρρώστιες
(δεν έχουν τέτοια ικανότητα).
Οτιδήποτε κανουν τα παιδιά τους, τα θεωρούν φυσικά,
δικαιολογημένα ή και τέλεια. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αγάπης,
αλλά συνέπεια αδιαφορίας και επιπολαιότητος προσπάθεια να
αποκτήσουν την πρόσκαιρη φιλία των παιδιών. Αυτοί οι δάσκαλοι
πατέρες καλύπτουν την ανικανότητα και άγνοιά τους με
υποτιθέμενη φιλανθρωπία και κατανόηση, ενώ πρόκειται για
πραγματική καταφρόνηση και εγκατάλειψη του ανθρώπου, ο
οποίος έχει αναγκη από τα μέγιστα και τίμια.
Αυτούς τους οδηγούς ακολουθούν οι νέοι για λίγο,
ξεγελασμένοι από την επίφαση της τόλμης τους και τον
παραπλανητικό φιλελευθερισμό τους. Αλλά γρήγορα τους
εγκαταλείπουν, αν έχουν γνήσιες απαιτήσεις κσι δυνατή
πνευματική κράση, γιατί αντιλαμβάνονται την επικίνδυνη
κουφότητά τους. Αυτοί είναι αλλότριοι, ξένοι προς τη ζωή, τη
φύση και βαθιά δίψα του ανθρώπου. «Και οι άνθρωποι αλλοτρίω
ου μή ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ούκ οίδασι
των αλλοτρίων την φωνήν».
Β). Οι δεύτεροι μένουν φαινομενικά στο σπίτι του πατέρα ‐
παράδειγμα ο πρεσβύτερος υιός‐ενώ βρίσκονται μακριά από το
πνεύμα και το μεγαλείο της αγάπης του.
Αυτοχειροτονούνται πνευματικοί πατέρες, επειδή «τοσαύτα
έτη» δουλεύουν. Και ενεργούν ως βάναυσοι επιτιμητές των
άλλων. Ο προσωπικός τους αγώνας για μετάνοια και ταπείνωση,
240

κατά τα λεγόμενά τους, έχει τελειώσει. Τώρα ασχολούνται με τα
προβλήμαα των άλλων (και συνήθως αυτόκλητοι). Ό,τι κάνουν,
δεν υπαγορεύεται από άδολη πατρική αγάπη ‐τους είναι ξένη‐,
αλλά από μια μοχθηρή καρδιά και αδικαιολόγητη για τα χρόνια
τους ζηλοφθονία. Ετσι σύντομα γίνεται σ’ όλους έκδηλη η
εσωτερική τους ακαταστασία και εκδικητική μανία. Η φωνή και η
συμπεριφορά τους είναι ξένη προς τη φωνή του γνήσιου ποιμένα,
που θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων και τα ίδια
πρόβατα καλεί κατ’ όνομα και εξάγει αυτά.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν. Και όσο
απομακρύνονται ‐και δικαιολογημένα‐τόσο αυτοί δαιμονίζονται,
εκσφεδονίζοντας απειλές και κατάρες γι’ αυτούς που δεν ζητούν
τις συμβουλές τους.
Δεν μπορούμε, δεν μας είναι επιτρεπτό, να δείξωμε ούτε
περισσότερη ούτε λιγότερη επιείκεια ή αυστηρότητα απ’ όση
έδειξε ο ουράνιος Πατέρας. Ή διαφορετικά να πούμε και η
επιείκεια και η αυστηρότητα μας είναι ανεπαρκείς και περιττές για
τον άλλο. Αυτό που χρειάζεται, είναι να παύσωμε, αν μπορούμε,
να ζούμε τον κατά φαντασία βίο, και να ζούμε γα τον υπέρ ημών
αποθανόντα και Αναστάντα. Ετσι θα ζούμε και για όλους. Και δι’
ημών θα φανερώνεται. Εκείνος, ο Αρχηγός της ζωής, και όχι οι
σχετικές και άνευ αξίας δικές μας απόψεις και ενέργειες.
Αυτός που επέστρεψε ή επιστρέφει βλέπει μόνο την
αναξιότητά του (ούκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου). Γι’ αυτό
διακρίνει και εκπλήσσεται από την αγάπη του Θεού. Βλέπει τον
εαυτό του πρώτο των αμαρτωλών και τους άλλους καθαρούς.
Αυτός ο άνθρωπος αγαπά «καθ’ ομοιότητα Θεού», αγαπά με την
αγάπη του Θεού, πού σώζει και κρίνει. Δι’ αυτού αγαπά και
φανερώνεται μόνον ο Θεός. Αυτός γίνεται Θεός κατά χάριν και
όχι θεολόγος κατά φαντασίαν. Το πρώτο είναι δύσκολο και
δυσεύρετο, το δεύτερο ευτελές και καθημερινό.
Οι αγιαζόμενοι, οι άγιοι, μας παρηγορούν, μας σώζουν.
Αυτοί μπορούν να αναλάβουν το έργο του πατρός, γιατί λένε την
αλήθεια με τον λόγο και τη ζωή τους. Παρουσιάζουν ότι ο αγώνας
τους υπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεί ν’ αλλάζη, αλλά δεν τελειώνει,
μέχρι να μπη ο άνθρωπος στον τάφο. Το έργο της μετανοίας
ακολουθεί όσο ζούμε. Η ημέρα της ταφής μας είναι η ώρα του
σαββατισμού.
Και μείς, που είμαστε αδύνατοι, έχομε προβλήματα, τους
ακούμε, τους εμπιστευόμαστε το είναι μας, τούς πλησιάζομε,
θέλομε, όσο γίνεται περισσότερο, να μένωμε κοντά τους. Γιατί
νιώθουμε ότι μας νιώθουν, μας ευεργετούν, μας θεραπεύουν, όσο
241

σκληροί κι αν είναι ‐όταν είναι. Η φιλανθρωπία τους είναι
δραστική, σωτήρια, και η αυστηρότητά τους φιλάνθρωπη.
Χωρίς την αγάπη του Θεού Πατρός και την παρουσία των
Αγίων, που κάνουν αισθητή τη στοργή και το φως Του, η ζωή στη
γη σκοτεινιάζει και κρυώνει σαν κόλαση: Οι πολίτες της «μακρινής
χώρας» σε καταστρέφουν στέλνοντάς σε να βόσκης χοίρους,
πάθη σαρκός. Και οι «δίκαιοι» τύπου πρεσβύτερου υιού, σε
καταδικάζουν δεν δέχονται τη μετάνοιά σου.
Υπάρχει όμως πάντοτε ο Πατέρας που σε γέννησε, σε πονά
και σε σώζει. Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο, εφ’ όσον έχομε τον
Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας.
Αρχιμαδρίτης Βασίλειος
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η Θεομήτωρ στο Άγιο Όρος…………….σελ……………..1
Το Άγιον Όρος Είναι Κλήρος Της
Παναγίας…………….σελ…………2
 Ιστορία του Αγίου Όρους…………….σελ……………..4
 Η διοίκηση του Αγίου Όρους…………….σελ……………..11

ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
 Ι. Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ …………σελ…..21
 Ι. Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ …………σελ…..25
242









































Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ …………σελ…..27
Ι. Μ. ΧΕΛΑΝΔΑΡΙΟΥ …………σελ…..29
Ι. Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ …………σελ…..31
Ι. Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ…………σελ….. 33
Ι. Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ…………σελ….. 35
Ι. Μ. ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ …………σελ…..37
Ι. Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ …………σελ…..39
Ι. Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ …………σελ…..41
Ι. Μ. ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ …………σελ…..42
Ι. Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ …………σελ…..44
I. M. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ……..σελ….46
Ι. Μ. ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ …………σελ…..49
Ι. Μ. ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ …………σελ…..50
Ι. Μ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ …………σελ…..52
Ι. Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ …………σελ…..54
Ι. Μ. ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ …………σελ…..56
Ι. Μ. ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ - ΡΩΣΙΚΟ …………σελ…..58
Ι. Μ. ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ …………σελ…..60
ΚΑΡΥΕΣ …………σελ…..63
Σκήτες…………σελ…..65
Κελιά…………σελ…..66
Καλύβες…………σελ…..66
Καθίσματα…………σελ…..67
Ησυχαστήρια …………σελ…..67
ΣΚΗΤΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (Μεγίστης Λαύρας) …………
σελ….68.
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ (ΣΕΡΑΪ) …………σελ…..73
ΣΚΗΤΗ ΜΠΟΓΟΡΟΔΙΤΣΑ (ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ) …………σελ…..83
ΣΚΗΤΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ…………σελ…..86
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ (ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΑΝΗ)
…………σελ…..88
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ…………σελ…..91
ΣΚΗΤΗ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ (ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ) …………σελ…..94
ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ…………σελ…..97
ΚΑΡΟΥΛΙΑ…………σελ…..97
ΣΚΗΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΗ)
…………σελ…..98
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ή ΣΚΗΤΗ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ…………σελ…..100
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ή ΛΑΚΚΟΣΚΗΤΗ…………σελ…..102
ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ…………σελ…..104
ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΣ …………
σελ…..104
ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΑΡΤΕΜΙΟΥ…………σελ…..111
ΙΕΡΟ ΚΕΛΛΙ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ στη Βίγλα…………σελ…..113
ΙΕΡΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟ ΚΕΛΛΙ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ,
ΜΑΡΟΥΔΑ…………σελ…..115
ΙΕΡΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟ ΚΕΛΛΙ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ,
ΜΟΛΥΒΟΚΚΛΗΣΙΑ…………σελ…..118

243

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
 Εισαγωγή …………σελ…..120
 Οι Μοναστηριακοί Περίβολοι …………σελ…..121
 Τα Καθολικά …………σελ…..121
 Τα Κυριακά …………σελ…..124
 Τα Παρεκκλήσια …………σελ…..124
 Οι Τράπεζες …………σελ…..126
 Οι Πτέρυγες του Περιβόλου…………σελ…..127
 Τα Μαγειρεία …………σελ…..129
 Οι Πύργοι …………σελ…..131
 Οι Φιάλες …………σελ…..131
 Οι Κρήνες …………σελ…..132
 Οι Αρσανάδες …………σελ…..
 Τα Κελλιά …………σελ…..133

Η Ζωγραφική Στο Άγιον Όρος…………σελ…..135

Η Μουσική Και Ψαλτική Τέχνη Στο Άγιον Όρος …………
σελ…..140

Οι Θαυματουργές Εικόνες Της Παναγίας Στο Άγιον Όρος
 Άξιον εστί - Πρωτάτο Καρυών…………σελ…..149
 Κουκουζέλισα - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας…………
σελ…..150
 Οικονόμισσα - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας…………σελ…..151
 Παραμυθία - Ιερά Μονή Βατοπεδίου…………σελ…..152
 Εσφαγμένη - Ιερά Μονή Βατοπεδίου…………σελ…..153
 Ελαοιβρύτισσα - Ιερά Μονή Βατοπεδίου…………σελ…..154
 Πυροβοληθείσα - Ιερά Μονή Βατοπεδίου…………σελ…..155
 Πορταϊτισσα - Μονή Ιβήρων…………σελ…..156
 Τριχερούσα - Ιερά Μονή Χιλανδαρίου…………σελ…..157
 Γαλακτοτροφούσα - Ιερά Μονή Χιλανδαρίου…………σελ…..158
 Παναγία των Χαιρετισμών ή Μυροβλύτισσα Ιερά Μονή
Διονυσίου…………σελ…..159
 Φοβερά Προστασία - Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου…………
σελ…..160
 Γερόντισσα - Ιερά Μονή Παντοκράτορος…………σελ…..161
 Προαναγγελλόμενη ή του Ακάθιστου - Ιερά Μονή
Ζωγράφου…………σελ…..162
 Επακούουσα - Ιερά Μονή Ζωγράφου …………σελ…..163
 Γοργοεπήκοος - Ιερά Μονή Δοχειαρίου…………σελ…..164
 Γλυκοφιλούσα - Ιερά Μονή Φιλοθέου…………σελ…..165
 Μυροβλύτισσα - Ιερά Μονή Αγίου Παύλου…………σελ…..166
 Οδηγήτρια - Ιερά Μονή Ξενοφώντος…………σελ…..167
 Παλαιολογίνα - Ιερά Μονή Γρηγορίου…………σελ…..168
 Αντιφωνήτρια - Ιερά Μονή Κωσταμονίτου…………σελ…..169
 Κτιτόρισσα ή Βηματάρισσα - Ιερά Μονή Βατοπεδίου…………
σελ…..170

244






Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και η Παναγία η
Τριχερούσα…………σελ…..171
Ή Παναγία Σαν Μάνα Φροντίζει Τους Μοναχούς…………
σελ…..177
Παρόμοιο Θαύμα Της Παναγίας Στην Νέα Σκήτη…………
σελ…..178
Η Παναγία Έφερε Σιτάρι…………σελ…..179
Κι Άλλο Φανερό Θαύμα Της Παναγίας…………σελ…..182
Τους Έδιωξε Η Παναγία…………σελ…..183

Η ζωή στο Άγιο Όρος…………σελ…..184
Σπουδαιότητα του Αγιορειτικού Μοναχισμού για την ζωή της
Εκκλησίας…………σελ…..194
 Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των
Δυσμών του Εικοστού Αιώνος…………σελ…..201
 Μοναχικός βίος, Οίκος Θεού και Πύλη του Ουρανού…………
σελ…..208
 Η Παραβολή του Ασώτου Υιού…………σελ…..224

245

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful