ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ

Κύριε. . . παρακαλώ. . . επιτρέψετέ μου να σας ρωτήσω. . . Ο
διαβάτης τρόμαξε λίγο και κοίταξε τον άνθρωπο με τη γούνα που τον
πλησίασε έτσι ξαφνικά καταμεσής του δρόμου. Ολοι ξέρουμε πως αν
κάποιου κυρίου της Πετρούπολης του κατεβεί ξαφνικά να απευθύνει
το λόγο, μέσ' τη μέση του δρόμου, σε κάποιον άγνωστο, είναι
απολύτως βέβαιο πως ο τελευταίος αυτός θα φοβηθεί. Το λοιπόν, ο
διαβάτης τινάχτηκε κάπως τρομαγμΈΝΟς. Συγνώμη. . . σας τρόμαξα.
. . είπε ο κύριος με τη γούνα. Αλλά εγώ, αλήθεια δεν ξέρω!...
Ελπίζω πως Θα με συχωρέσετε. . . Καθώς βλέπετε είμαι λίγο
ταραγμένος. Τότε μονάχα, ο νέος με το παλτό, παρατήρησε πως ο
κύριος με τη γούνα ήταν πραγματικά λίγο τα ραγμένος. Το
ρυτιδωμένο πρόσωπό του ήταν αρκετά χλω μό. Η φωνή του έτρεμε και
ήτανε πια φανερό πως οι σκέψεις του ανθρώπου αυτού ήταν
μπερδεμένες. Εχανε τα λόγια του κι έβλεπε κανείς πως
στενοχωριότανε φοβερά, γιατί ήταν υποχρεωμένος να αποταθεί σε
κάποιον ίσως κατώτερό του. Γιατί η αλήθεια είναι πως αυτό το
ερώτημα ήταν κάπως παράξενο και δεν είχε τη θέση του. Ωστόσο ο
άνθρωπος με το πλούσιο ρούχο φαινότανε πως δεν κρατιότανε πια και
ήθελε μια ώρα αρχύτερα να αποτελειώσει κάπως αξιοπρεπώς την
κουβέντα που αυτός πρώτος άρχισε. Συχωρέστε με, κύριε, είμαι
λίγο ταραγμένος. Μα η αλήθεια είναι πως καλάκαλά, δε με γνωρίζετε
κιόλας. Συγχωρέστε με που σας ενόχλησα... σκέφθηκα. Εδώ, από
ευγένεια, ανασήκωσε το καπέλο του και προσπέρασε. Καλά. Κύριε. .
. Ο άνθρωπος με τη γούνα χάθηκε μέσα στο σκοτάδι, αφήνοντας
ξαφνιασμένο τον άνθρωπο με το παλτό! ¦¦Τι τύπος!¦¦ σκέφθηκε
αυτός. Τέλος, όταν του πέρασε η έκπληξη ξαναθυμήθηκε, φαίνεται,
τις δουλειές του και άρχισε πάλι να πηγαινοέρχεται, κοιτάζοντας
με προσοχή την εξώπορτα κάποιου σπιτιού με πολλά πατώματα. Η
ομίχλη γινόταν πιο πυκνή κι ο νέος χαιρότανε λιγάκι, γιατί , έτσι
δε θα πρόσεχε κανείς το σύρε κι έλα του. Μόνο ένας αμαξάς, που
ολόκληρη τη μέρα είχε μείνει στην ίδια θέση, μόνο αυτός μπορούσε
να τον προσέ ξει. Συγνώμη ! Ο διαβάτης ή καλύτερα ο
σουλατσαδόρος, να πούμε, ανατρίχιασε και πάλι. Ο ίδιος κύριος
στεκότανε πάλι μπροστά του. Συχωρέστε με και πάλι. . . Αρχισε να
λέει. Μα εσείς. . . εσείς. . . είστε ίσως κάποιος τζέυτλεμαν. .
. Μη δίνετε σημασία σ' ένα πρόσωπο. . . δηλαδή από κοινωνικής
απόψεως. . . Γιατί εγώ τα 'χω χαμένα !. . . Αλλά ακούστε με με
ευγένεια. . . Μπροστά σας, κύριε, βρίσκεται ένας άνθρωπος που
έχει ανάγκη... Καλά, κύριε, τι μπορώ να κάνω για σας. . .
Νομίζετε ίσως πως θέλω να σας ζητήσω χρήματα; είπε ο κύριος μ'
ένα μορφασμό, γελώντας νευρικά. Μα κύριε. . . Οχι. . . όχι,
βλέπω πως σας πείραξα. . . Συγνώμη. . . Σιχαίνομαι τον εαυτό μου.
. . Σκεφθείτε σε τι κατάσταση είμαι. . . σχεδόν τρελός. . . Αλλά

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

εσείς μη φαντάζεστε τίποτα. . . Στο προκείμενο, κύριε, στο
προκείμενο. . . Α, τώρα, λοιπόν, εσείς. . . με ανακαλείτε στο
ζήτημα που με ενδιαφέρει, παλικάρι μου, σαν να ήμουν κανένα
τεμπέλικο χαμίνι! Πάω να τρελαθώ. Πώς σας φαίνομαι τώρα, έτσι
μέσα στην ταπείνωσή μου. . . Πέστε το. . . Ο νέος τα 'χασε και
δεν έλεγε τίποτα. Επιτρέ¦τε μου να σας ρωτήσω. . . πραγματικά. .
. αν είδατε καμιά κυρία; Αυτό είναι όλο, πρόσθεσε ο άνθρωπος με
τη γούνα. Μια κυρία; Ναι, μια κυρία. . . ναι, μας σας ομολογώ
πως τόσες κυρίες έχουν περάσει απ' εδώ. . . Φυσικά, ξαναείπε ο
μυστηριώδης άνθρωπος με ένα πικρό χαμόγελο. . . τα χάνω. . . Δεν
ήθελα να σας ρωτήσω αυτό. . . Ηθελα να πω. . . Δεν είδατε ωαμιά
κυρία με βελούδινο μαντό, με γούνα και με μαύρη βελλέτα; Οχι,
δεν είδα τέτοια κυρία. . . Οχι, δεν πρόσεξα. Α!. . . τότε. . .
συχωρέστε με. . . Ο νέος ήθελε να τον ρωτήσει κάτι ακόμη, μα ο
κύριος με τη γούνα ξαναχάθηκε. ¦¦Να τον πάρει ο διάβολος!,¦
σκέφθηκε ο νέος με το παλτό. ¦ανάρχισε το σύρε κι έλα του. Ηταν
έξω φρενών. ¦¦Μα γιατί δε βγαίνει επιτέλους, σκέφθηκε. Πάει οχτώ
η ώρα! Το ρολόι του πύργου χτύπησε οχτώ. Ε! άμε στο διάβολο
επιτέλους!,¦ Συγνώμη. . . Εγώ σας ζητώ συγνώμη, γιατί σας
δέχτηκα με τέτοιο τρόπο. . . ΜΑ με σπρώξατε με τέτοιο τρόπο ΠΟΥ
τρόμαξα, είπε ο νέος σουφρώνοντας τα φρύδια. Εχω πάλι κάτι ¦να
σας ρωτήσω. . . ΘΑ σας φαίνομαι, βέβαια, παράξενος και
ενοχλητικός. . . Ας είναι, κύριε, εξηγηθείτε γρήγορα. . . Ακόμη
δεν κατάλαβα τι θέλετε. . . Βιάζεστε; Εγώ βλέπετε θα σας μιλήσω
με την καρδιά μου και δίχως ανώφελες λέξεις. . . Τι τις θέλετε
τις λέξεις! Οι περιστάσεις καμιά φορά σμίγουν ανθρώπους με
διάφορο χαραχτήρα. . . ΜΑ βλέπω, παλικάρι μου, πως είστε
ανυπόμονος. Λοιπόν, να τι τρέχει. . . Ζητώ μια κυρία. . . ΝΑ! ΘΑ
τα πω όλα. . . Πρέ s πει να μάθω πού πήγε αυτή η κυρία. . . Ποια
αυτή; Νομίζω πως δεν είναι δα και τόσο ανάγκη να ξέρετε ποια
είναι αυτή, παλικάρι μου. Τι έκανε λέει; ¦Υστερα. . . μα τι
τρόπος είναι αυτός ο δικόις σας; Συγνώμη, ίσως σας πείραξα, γιατί
σας είπα παλικάρι. . . ΜΑ δεν ήθελα να σας πειράξω. . . Με μια
λέξη, αν θέλετε να μου παράσχετε μια πολύ μεγάλη εκδούλευση. . .
να, λοιπόν. . . Μια κυρία, δηλαδή μία τίμια κυρία¦ δηλαδή από μια
πολύ καλή οικογένεια που γνωρίζω. . . Με έχουν επιφορτίσει. . .
Εγώ βλέπετε δεν έχω οικογένεια. . . Καλά ! Μα, ελάτε στη θέση
μου, παλικάρι μου. Αχ! συχωρέστε με και πάλι, ολοένα σας λέω
παλικάρι. . . H κάθε στιγμή μου είναι πολύτιμη. . . Φανταστείτε
πως αυτή η κΥΡίΑ... ΜΑ μήπως μπορείτε να μου πείτε ποιος κάΘΕται
σ' αυτό το σπίτι;.. Ε, πολλοί κάθονται δω. Ναι, δηλαδή κάνετε
μια πολύ σωστή παρατήρηση? είπε ο κύριος με τη γούνα, γελώντας
λίγο για να κάνει κάτι. ¦Υστερα ξαναείπε. ¦¦¦έρω πως τα έχω λίγο
χαμένα. . . Αλλά βλέπετε το αναγνωρίζω. . . αν είστε ματαιόδοξος
άνθρωπος, θα χαρήκατε, δεν μπορεί. . . για την κατάστασή μου. . .
Ελεγα, λοιπόν. . . μ ια κυρία. . . μια κυρία τίμια, δηλαδή
ελαφρά. . . Συγνώμη, τα χάνω, σαν να μιλούσαμε για φιλολογία. . .
Βλέπετε ο κόσμος νόμιζε τον ΠωλντεκΚοκ για ελαφρό άνθρωπο. . . Κι
αυτό είναι το μεγάλο κακό. . . φταίει Ο ΠωλυτεΚΟκ... ΝΑΙ...,¦. Ο
νέος κοίταζε ξαφνιασμένος και σώπαινε. Μα ο άλλος που χαμογελούσε
ανόητα τον έπιασε δίχως λόγο από την άκρη του παλτού του. Ρωτάτε

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

ποιος κάθεται εδώ; είπε ο νέος, και τραβήχτηκε λίγο πίσω. . .
μου είπατε πριν πως κάθονται πολλοί. . . Εδώ ξέρω πως κάθεται η
Σοφία Αστοφιέβνα, πρόσθεσε με κάπως μαλακιά φωνή ο νέος. Α!
βλέπετε, λοιπόν, βλέπετε... εσείς κάτι θα ξέρετε, παλικάρι μου. .
. Σας βεβαιώ, όχι... δεν ξέρω τίποτε. Βλέπω μόνο πως είστε
ταραγμένος. . . Εμαθα πρωτύτερα από τη μαγείρισσα πως έρ χεται
εδώ, αλλά όχι στης Σοφίας Αστοφιέβνας. Δεν τη γνωρίζει. Αλήθεια;
Συγνώμη λοιπόν. . . Φαίνεται πως όλα αυτά εσάς δε σας
ενδιαφέρουν, είπε ο παράξενος άνθρωπος με μια πικρή ειρωνεία.
¦,¦μ, Ακούστε, είπε ο νέος. Δεν ξέρω την αιτία της στενοχώριας
σας, μα πολύ πιθανόν να σας έχουν απατήσει. Πείτε μου, τι τρέχει¦
τότε μπορεί να καταλάβει ο ένας τον άλλον. Και έσκυψε σαν να
ήθελε
' να χαιρετήσει. Με θανατώσατε. . . ναι, αυτό είναι. Μα
σε ποιον δε συμβαίνουν αυτά τα πράγματα; Η συμπάθεια που δείχνετε
με συγκινεί. . . Ομολογείτε πως τα παλικάρια μεταξύ τους. . . αν
και εγώ δεν είμαι πια νέος. . . μα να, ξέρω κι εγώ η συνήθεια. .
. είμαι λεύτερος βλέπετε. . . ' ; Nαι, μα σε τι μπορώ να σας φανώ
χρήσιμος; Να παραδεχθείτε πως συχνάζει αυτή στης Σοφίας
Αστοφιέβνας. . . . εξάλλου όμως δεν είμαι και βέβαιος αν
πραγματικά πήγε σ' αυτή. . . ¦έρω μόνο πως βρίσκεται σ' αυτό το
σπίτι. . . Ηθελα να τη συναντήσω. . . να της πω μόνο. . . πως
αυτό δεν είναι καλό... Με καταλαβαίνετε, ε; Χμ! ύστερα; Εγώ δεν
το κάνω αυτό για λογαριασμό μου. . . μη νομίζετε. . . Είναι η
γυναίκα ενός άλλου. . . Ο σύζυγος έμεινε κει κάτω, στη γέφυρα
Βοζνεσιάνσκυ... ¦Ηθελε να την πιάσει επ' αυτοφόρω, μα δεν τ' απο
φάσισε... Δεν το πιστεύει ακόμη, όπως όλοι οι άνδρες. . . Εδώ ο
κύριος με τη γούνα Θέλησε να γελάσει.
Μα εγώ, είμαι φίλος του, είμαι άνθρωπος σεβάσμιος, δεν μπορώ να
είμαι εκείνος που νομίζετε. Φυσικά! το λοιπόν; Το λοιπόν, να!
Προσπαθώ να την τσακώσω. Με επιφόρτισαν.... Κακόμοιρε σύζυγε! Μα
βλέπω πως αυτή είναι διαβολεμένη. . . ¦Εχει πάντα κάτω από το
προσκέφαλό της τον ΠωλυτεΚοκ. Το ξέρω. . . ΘΑ το σκάσει και δε Θα
τη δούμε. . . Ομολογώ πως η μαγείρισσά μου μου είπε πως έρχεται
δω. . . Μόλις το έμαθα, όρμησα. . . Από καιρό είχα υποψίες. . .
Γι' αυτό Θέλησα να σας ρωτήσω. . . Σουλατσάρετε δω και. . . δε
σας γνώριζα. . . ΜΑ επιτέλους, τι Θέλετε, κύριε; Ναι, δεν έχω
την τιμή να σας γνωρίζω. . . ΜΑ οπωσδήποτε, επιτρέψετέ μου να
κάνω τη γνωριμία σας. . . Είναι μια ευχάριστη ευκαιρία!. . .
Συγκινημένος έσφιξε το χέρι του νέου. 'Επρεπε να το είχα κάνει
στην αρχή, πρόσθεσε, μα εγώ ξέχασα όλους τους τύπους. Μιλώντας
δεν μπορούσε να μείνει στη Θέση του κι όλο κοίταζε δεξιά κι
αριστερά. Βλέπετε, είπε πάλι, ήθελα να σας ζητήσω μια φιλική
εκδούλευση. . . Συγνώμη. . . Ηθελα να σας ζητήσω να κάνετε
καρτέρι από το άλλο μέρος του σπι τιού. . . Εγώ θα μείνω εδώ κι
έτσι δε θα μπορέσει να το σκάσει. Αμα τη δείτε, με φωνάζετε... Μα
τα έχω χαμένα, τώρα καταλαβαίνω πόσο πρόστυχη είναι η πρότασή
μου. . . Οχι! παρακαλώ. . . Είμαι ασυγχώρητος. . . τα έχω
χαμένα. . . λέω ανοησίες. . . σαν να ήμουνα στον πάγκο του
κατηγορούμενου. . . μα σας πω μάλιστα και την αλήθεια, σας πήρα
για τον εραστή !. . . Δηλαδή, θέλετε να μάθετε τι κάνω εδώ;
Ευγενέστατε κύριε! Μακριά από μένα η σκέψη ότι είστε εκείνος! Δε

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

θα σας λερώσω με τέτοια υποψία. . . ΜΑ μπορείτε να μου δώσετε το
λόγο της τιμής σας ότι δεν είστε ο εραστής;... Ας είναι!... Σας
δίνω το λόγο της τιμής μου πως είμαι εραστής, μα όχι της γυναίκας
σας, γιατί σ' αυτήν την περίσταση θα βρισκόμουν κοντά της. Της
γυναίκας μου; Ποιος σας είπε παλικάρι μου πως πρόκειται για τη
γυναίκα μου; Εγώ είμαι λεύτερος. . . δηλαδή εγώ είμαι εραστής. .
. Μου έχετε πει ότι ο σύζυγος βρίσκεται στη γέφυρα Βοζνεσιάνσκυ.
Καλά, καλά, τα έχω χαμένα! Να! παλικάρι μου. . . ένας ελαφρός
χαραχτήρας. . . δηλαδή. . . καλά. . . καλά. . . ας είναι. . .
Δηλαδή, δεν είμαι εγώ ο άντρας, μα να σας πω κι αυτό. . . σας τα
λέω όλα αυτά, για να ησυχάσω κι εγώ ο ίδιος. καλά, σας υπόσχομαι
πως Θα σας φωνάξω¦ πηγαίνετε, αφήστε μου εμένα αυτή τη θέση,
περιμένω εγώ εδώ. . . ΑΝ Θέλετε, αν Θέλετε. . . εγώ φεύγω. . .
Σέβομαι τη φλογερή υπομονή της καρδιάς σας... Καταλαβαίνω,
παλικάρι ΜΟΥ... Ω, πώς σας καταλαβαίνω τώρα!. . . Καλά. . . καλά
!. . . ΟΡΕΒΟΥΑΡ.. ΚΑΙ. . . συγνώμη, παλικάρι μου, για τη μικρή
παράκληση που έκαμα. . . δεν ξέρω τι να πω. Δώστε μου ακόμη μια
φορά
φορά το λόγο της τιμής σας πως δεν είστε σεις ο εραστής. . . Ωχ,
Οεέ μου! Ακόμη μια ερώτηση. . . η τελευταία. . . Γνωρίζετε το
όνομα του συζύγου της. . . δηλαδή εκείνης. . . που αγαπάτε;. . .
Βέβαια, το γνωρίζω, δεν είναι το δικό σας και αρκεί αυτό. Και
πού ξέρετε το όνομά μου Ωχ!. . . σας παρακαλώ. . . πηγαίνετε, Θα
σας ξεφύγει. . . Τι κάνετε εδώ; Η γυναίκα σας φορεί γούνα και η
δική μου ένα πανωφόρι με καρό. . . κι ένα βελούδινο γαλάζιο
καπέλο. . . Τι Θέλετε άλλο Βελούδινο γαλάζιο καπέλο; Μα κι αυτή
έχει πανωφόρι με καρέ και βελούδινο γαλάζιο καπέλο. . . Είπε ο
κύριος με τη γούνα, γυρνώυτας πάλι πίσω. Άει στο διάβολο! Μα
αυτό τυχαίνει... κι ύστερα η δική μου δεν έρχεται δω χάμω!... Και
πού είναι η δική σας; θέλετε να το μάθετε; Σας το ομολογώ. Μα
τι άνθρωπος είστε σεις. . . H δική μου έχει φίλους εδώ στο τρίτο
πάτωμα. . . Μήπως Θέλετε να σας πω και τα ονόματά τους; Μα έχω
κι εγώ γνωστούς στο τρίτο πάτωμα. . . ΈΝΑ στρατηγό. Ενα
στρατηγό; Ναι, να σας πω και το όνομά του. . . το στρατηγό
Πολόβιτσεν. Καλά, δεν είναι οι ίδιοι... α! διάβολε διάβολε! Δεν
είναι οι ίδιοι; ¦οχι. Σώπασαν κι οι δυο τους και κοιτάχτηκαν
ξαφνιασμένοι. Τι με κοιτάτε έτσι, φώναξε ο νέος πεισμωμένος. Ο
άλλος ταράχτηκε. Εγώ σας ομολογώ. . . Οχι, επιτρέψετέ μου, τώρα
ας μιλήσουμε αλλιώτικα... πρόκειται για μια κοινή υπόθεση. Πείτε
μου, ποιος κάθεται σ' αυτό το σπίτι; Δηλαδή ποιον γνωρίζω; Ναι.
Βλέπετε, βλέπετε, το δείχνουν τα μάτια σας, το μάντεψα. . . ΜΑ
όχι, τι διάβολο! Είστε στραβός; Είμαι μπροστά σας, άρα δεν είμαι
μαζί της¦ λοιπόν, μα το ίδιο μου κάνει αν μιλήσετε ή όχι. Κι ο
νέος γύρισε Θυμωμένος. Μα όχι, τίποτα, συγνώμη, θα σας τα πω όλα.
Πρώτα η γυναίκα μου ερχόταν εδώ μόνη... Είναι συγγενής τους. Δεν
καταλάβαινα τίποτα, χτες βρίσκω το στρατηγό και μαθαίνω πως δεν
κάθεται πια εδώ. Εφυγε εδώ και τρεις βδομάδες. . . Και η γυναίκα
μου... δηλαδή η γυναίκα κάποιου άλλου, εκείνου που περιμένει στη
γέφυρα Βοζνεσιάνσκυ, αυτή η γυναίκα είπε πως προχτές ήταν στους
συγγενείς της, δηλαδή σ' αυτό το σπίτι. Και η μαγείρισσα μου είπε
πως το σπίτι αυτό τώρα νοικιάστηκε σε κάποιο νέο, σε κάποιον. . .

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

Μπομπίνσεν. Άει στο διάβολο! Κύριε είμαι στενοχωρεμένος,
φοβούμαι. . . Άει στο διάβολο, στα παλιά μου τα παπούτσια, αν
φοβάσαι. Α! κάποιος πέρασε!... Πού; μού; φωνάξτε με, Ιβάν
Αντρέγεβιτς, κι έφθασα αμέσως. . . Καλά! καλά! Για τ' όνομα του
Οεού, Ιβάν Αντρέγεβιτς !. . . Εδώ είμαι φώναξε ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς, γυρνώυτας πάλι πίσω. Ωχ! αδελφέ, τίποτα. . . δε μου
λες όμως, για να ξέρω, πώς τη λένε τη γυναίκα αυτή! Γκλαφ. . .
Γκλαφίνα ;. . . Οχι, όχι όπως το λέτε, Γκλαφίνα... συγνώμη, δεν
μπορώ να σας πω τ' όνομά της. Ο κύριος με τη γούνα έγινε χλομός
σαν κερί. Μα είμαι βέβαιος σας λέω πως δεν τη λένε Γκλαφίνα. . .
Κι ύστερα δε μου λέτε ποιος είναι μαζί της; Πού; Εκεί απάνω! Α!
Οεέ μου! θεέ μου! Ο νέος δεν μπορούσε να κρατηθεί στη Θέση του,
τόσο ήτανε Θυμωμένος. μα, βλέπετε πως ξέρετε εσείς πως τήν λένε
Γκλαφίνα; Μα τι διάβολο. . . ΘΑ μου πείτε, επιτέλους, τι θέλετε;
λέτε πως τη δική σας δεν τη λένε Γκλαφίνα... Τι τρόπος είναι
αυτός, κύριε; Στα παλιά μου τα παπούτσια ο τρόπος! Οχι, δηλαδή
εγώ δεν είμαι παντρεμένος... Εγώ, κύριε, δε Θα έστελνα στο
διάβολο κάθε ώρα και στιγμή ένα σεβάσμιο άνθρωπο που βρίσκεται
στη δυστυχία, έναν άνθρωπο, δε λέω άξιο μεγάλης εκτίμησης, αλλά
τουλάχιστο, έναν άνθρωπο καλοαναΘρεμμένο. Ναι, κύριε, εγώ δε Θα
τον έστελνα στο διάβολο, μα εσείς ολοένα αυτό κάνετε. Μα
επιτέλους! Θα πας στο διάβολο; κατάλαβες; Κύριε, σας τυφλώνει ο
θυμός και γι' αυτό παύω!. . . Ωχ! θεέ μου! Μα ποιος είν'
εκεί;... Πού; Ακούστηκε κάποιος θόρυβος. Δυο όμορφα κορίτσια
κατέβηκαν τις σκάλες της εξώπορτας. Οι δύο άντρες έτρεξαν σ'
αυτά. Τι; κάματε λάθος; αμαξά! Πού θα πάνε οι δεσποινίδες; Στην
εκκλησία Πρόκοφ. . . Ανέβα, Ανούσκα. θα σε ξαναφέρω πάλι πίσω.
Ευχαριστώ. Λίγο γρήγορα αμαξά. Ο αμαξάς έφυγε. Από πού να
έρχονται άραγε αυτές; θεέ μου! θεέ μου! θα έπρεπε να πάμε κι
εμείς. Πού; Μα στου Μπομπίνσεν. Τι λέτε; είναι αδύνατο! Γιατί;
Εγώ θα πήγαινα, μα αυτή θα μου έβρισκε ένα σωρό πράγματα, για να
τα μπαλώσει... Την ξέρω! θα πει πως ήρθε επίτηδες με κάποιον εδώ,
για να τσακώσει εμένα! Πάλι εγώ θα είμαι ο φταίχτης. Μα γιατί
τότε δεν πηγαίνετε στου στρατηγού; Αφού άλλαξε σπίτι! Τι μυαλά,
να πιάσει λέει τη γυναίκα του στου Μπομπίνσεν! Και σας τι σας
ìέλει αν τη τσακώσω ή όχι; Βλέπετε; βλέπετε; Τι, κύριε; Ωχ! θεέ
μου, τι γελοίος που είστε. Εσάς τι σας μέλλει; θέλετε να
μάθετε... Τι, τι να μάθω; Δεν πας στο διάβολο! Εγώ ΘΑ ανέβω
μόνος μου στο σπίτι. Πηγαίνετε όπου θέλετε! Σταθείτε! Πηγαίνετε,
καλύτερα, πηγαίνετε! Κύριε, φώναξε απελπισμένα ο άνθρωπος με τη
γούνα. Μα τι θέλετε επιτέλους; Κύριε, επιτρέψτε μου. Μα ποιος
είστε; Σε ποιον μπροστά ξεχνιέμαι; Πώς σας λένε; Δεν ξέρω. Γιατί
θέλετε να μάθετε τ' όνομά μου ; Παλικάρι, δεν μπορώ να σας το πω.
. . Εγώ θα έρθω μαζί σας... Ελάτε, πάμε, είμαι έτοιμος. Γιατί
χάνετε την ψυχραιμία σας; Μα δεν πειράζει αυτό, είστε νέος ακόμη!
Μα τι με μέλει εμένα αν είστε σεις γέρος; Αντε, πηγαίνετε! Τι
δουλειά έχετε εδώ; Γιατί είμαι γέρος; Δεν είμαι γέρος και δεν
έχω καμιά δουλειά εδώ. Καλά, πηγαίνετε τώρα! ¦οχι, θα έρθω μαζί
σας. Δεν μπορείτε να μου το απαγορέψετε αυτό. Ε, τότε, σωπάστε !
Ανέβηκαν και οι δυο στο τρίτο πάτωμα. Η σκάλα ήτανε σκοτεινή.
Σταθείτε. Εχετε σπίρτα; Σπίρτα! τι σπίρτα; Καπνίζετε; Αχ! ναι!

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

Εχω, έχω, νάτα! σταθείτε λίγο! Ο κύριος με τη γούνα ήταν
ταραγμένος. Τι σκοτάδι!. . . Διάβολε
θαρρώ πως είμαστε στην
πόρτα! Μα τι φωνάζεις έτσι! Σιγότερα! Κύριε τα υποφέρω όλα,
αλλά είστε αυθάδης! Το σπίρτο άναψε. Ναι, ναι, να η πλάκα.
Μπομπίνσεν. Βλέπετε; Βλέπω, βλέπω. Σιγότερα, τι... τι έσβησε το
σπίρτο; Ναι. Να χτυπήσουμε; Ναι! είπε ο άνθρωπος με τη γούνα.
Ε, λοιπόν, χτυπήστε. ¦οχι. . . γιατί εγώ; Χτυπήστε σεις. . .
λνανδρε. . . Εσείς είστε άνανδρος. Άει, φεύγα! Μετανιώνω
σχεδόν, γιατί σας είπα το μυστικό μου. Εσείς. . . Εγώ; τι εγώ;
Εκμεταλλευτήκατε τη σύγχυσή μου, είδατε σε τι κατάσταση
βρισκόμουν. . . Στα παλιά μου τα παπούτσια! Εγώ περνώ μονάχα την
ώρα μου. . . Ε, τότε γιατί βρίσκεστε δω; Και σεις; Ορίστε μας
ηθική! είπε θυμωμένος ο άνθρωπος με τη γούνα. ? Εσείς, μιλάτε
για ηθική! Μα αυτό είναι ανήθικο;
Ποιο: Κατά τη γνώμη μου, κάθε άντρας που τον απατά η γυναίκα του
είναι ανόητος. Μα μήπως σεις είστε ο σύζυγος; Ο σύζυγος είναι
στη γέφυρα Βοζνεσιάνσκυ. Εσείς τι ζητάτε εδώ; Να! θαρρώ πως τώρα
καταλαβαίνω. Εσείς είστε ο εραστής! Ακούστε, αν εξακολουθήσετε μ'
αυτόν τον τρόπο ΘΑ αναγκαστώ να ομολογήσω πως είστε ένας ανόητος.
Δηλαδή, καταλαβαίνετε ποιος; Με μια λέξη θέλετε να πείτε πως
είμαι ο σύζυγος; είπε ο κύριος με τη γούνα και τραβήχτηκε λίγο
τρομαγμένος. Σσσ ! σωπάστε !. . . Ακούστε ; Εκείνη είναι! Οχι.
Ω, τι σκοτάδι! Κάποιος θόρυβος ακουγότανε μέσα στο διαμέρισμα του
Μπομπίνσεν. Γιατίμαλώνουμε σας παρακαλώ; είπε ο κύριος με τη
γούνα. Μα εσείς ο ίδιος, τι διάβολο είχατε και θυμώσατε ; Εσείς
με θυμώσατε. Πάψτε! Ομολογήστε πως είστε ακόμη νέος Πάψτε!
Βέβαια, συμφωνώ μαζί σας πως ένα σύζυγος σε μια τέτοια περίσταση
είναι ανόητος άνθρωπος. Μα θα σωπάσετε, επιτέλους; Αλλά εσείς
γιατί κοροίδεύετε με τέτοια σκληρότητα το δυστυχισμένο σύζυγο;
Εκείνη είναι! Τη στιγμή αυτή έπαψε ο θόρυβος. Εκείνη ! Εκείνη!
εκείνη! Μα τι σας ενδιαφέρει εσάς; Κύριε, κύριε? μουρμούρισε
χλομός ο άνθρωπος με τη γούνα, κλαίγοντας σχεδόν. Βέβαια, είμαι
ταραγμένος αρκετά¦ είδατε την ταπείνωσή μου. Τώρα νύχτωσε, είναι
η αλήθεια, αλλά αύριο... Εξάλλου, είναι πιθανόν πως αύριο δε θα
συναντηθούμε... αν και δεν το φοβάμαι αυτό... Εξάλλου, δεν είμαι
εγώ. . . είναι ο σύζυγος που περιμένει στη γέφυρα. θα σας τα πω,
λοιπόν, όλα. Πολλές φορές του έλεγα. . . Αγαπημένε μου φίλε. . .
γιατί παντρεύεσαι; γιατί γίνεσαι το παιχνίδι μιας κοκέτας; Κι
εκείνος μου απαντούσε: Η οικογενειακή ευτυχία! Να τι πάει να πει
οικογενειακή ευτυχία. Εξάλλου κι ο ίδιος απατούσε κάποτε τους
άλλους συζύγους. Τώρα nίνει το πικρό ποτήρι. Τον κακομοίρη! Εδώ
σχεδόν τον πήραν τα κλάματα. Μα να σας πάρει όλους σας ο
διάβολος! Τι βλάκες έχει αυτός ο κόσμος! Ο νέος έτριξε τα δόντια
του από θυμό. Εγώ, που μαζί σας ήμουν τόσο ευγενικός! θεέ μου, τι
τρόπος! Σώπα! κατάλαβες; Επιτέλους, κύριε, πώς σας λένε ! Μα
γιατί επιμένετε να μάθετε το όνομά μου; Δεν μπορώ να σας το πω.
Γνωρίζετε κάποιον Σάμπριν; ρώτησε ο νέος. Σάμπριν ! Ναι,
Σάμπριν, ε; καταλάβατε; Οχι! Ποιον Σάμπριν; απάντησε ο άλλος
λίγο σαστισμένος. Ο Σάμπριν είναι σεβάσμιος άνθρωπος, εγώ σας
συγχωρώ, γιατί σας τυφλώνει η ζήλια σας. Αυτός είναι ένας
παλιάνθρωπος, ένας άτιμος, που πουλιέται στον ένα και στο άλλον.

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

Κλέβει το δημόσιο και σε μερικές μέρες θα τον πάνε στα
δικαστήρια. Παρακαλώ, είπε ο κύριος με τη γούνα και χλώμιασε.
Παρακαλώ, είπε ο άλλος κύριος, δεν τον ξέρετε καθόλου, καθώς
βλέπω, σας είναι εντελώς άγνωστος. Δε γνωρίζω το πρόσωπό του,
αυτό είν' αλήθεια, μα άκουσα να μιλούν γι' αυτόν. Πού τ'
ακούσατε κύριε; Βλάκας, ζηλιάρης, ανίκανος να συγκρατήσει τη
γυναίκα του, να! αν θέλετε να ξέρετε τι είναι αυ τός ο άνθρωπος.
. . qι Κάποιος θόρυβος ακουγόταν μέσα στο διαμέρισμα του
Μπομπίνσεν. Η πόρτα άρχισε ν' ανοίγει. Α! δεν είναι αυτή, δεν
είναι αυτή! γνωρίζω τη φωνή της. Τώρα ξέρω πως δεν είναι αυτή.
Σωπάστε. Κύριε, εγώ φεύγω τώρα? ξέρω πως δεν είναι αυτή. Είμαι
πολύ ευτυχής. Καλά, φύγετε. Και σεις γιατί μένετε εδώ; Τι σας
ενδιαφέρει; Η πόρτα άνοιξε, ο κύριος με τη γούνα κατέβηκε
τρεχάτος τη σκάλα. Μπροστά από το νέο πέρασαν ένας άντρας και μια
γυναίκα. Η θλίψη τού έσφιγγε την καρδιά. Ακουσε τη φωνή κάποιας
γνωστής του γυναίκας κι ύστερα κάποια άλλη βραχνή φωνή που δεν
του ήταν άγνωστη. Μπα! δεν είναι τίποτα. θα φωνάξω το αμαξάκι,
έλεγε η βραχνή φωνή. Καλά. !
Η κυρία έμεινε μόνη.
Γκλαφίνα, πού είναι οι όρκοι σου, φώναξε ο νέος με το παλτό,
σφίγγοντας το χέρι της κυρίας. Αχ! ποιος είναι; Εσείς
Ντβόρογκωφ; Θεέ μου! Τι κάνετε εδώ; Με ποιον είστε; ΜΑ. . . με
τον άντρα μου. Πήγαινε, Θα γυρίσει τώρα δα από τους Πολίβιτσεν.
Πηγαίνετε για τ' όνομα του θεού! Αλλά οι Πολίβιτσεν έχουν φύγει
απ' εδώ? πάνε τώρα τρεις βδομάδες. Τα ξέρω όλα! qι Η κυρία
κατέβηκε γρήγορα κι ο νέος τη συνόδεψε. Ποιος σας το είπε;
ρώτησε η κυρία. Ο σύζυγός σας, κυρία μου, ο Ιβάν Αντρέγεβιτς.
Είναι εδώ, είναι μπροστά σας, είναι στην εξώπορτα. Α! εσείς
είστε; φώναξε ο κύριος με τη γούνα. Α! εσείς είστε, φώναξε η
Γκλαφίνα και πήγε προς το μέρος του με μια ειλικρινή χαρά. θεέ
μου, τι μου συνέβη; Ημουν στους Πολίβιτσεν, και φαντάσου που. . .
¦έρεις πού κάθονται τώρα; κοντά στη γέφυρα Ισμαίκόφκυ. . . Πήρα
απ' εκεί ένα αμαξάκι. . . τα άλογα αφήνιασαν στο δρόμο και το
αμαξάκι έσπασε. . . εκατό βήματα πιο μακριά απ' εδώ. Τα είχα
χάσει. Ευτυχώς ο κύριος Ντβόρογκωφ. . . Πώς; Ο κύριος Ντβόρογκωφ
ήτανε περισσότερο άγαλμα, παρά Ντβόρογκωφ εκείνη την ώρα. Ο
κύριος Ντβόρογκωφ με είδε και με περιποιήΘηκε. Τώρα σας ευχαριστώ
πάρα πολύ, κύριε Ντβόρογκωφ. H κυρία έδωσε το χέρι στον κύριο
Ντβόρογκωφ και του το τσίμπησε μάλλον, αντί να του το σφίξει.
Γνώρισα τον κύριο Ντβόρογκωφ στο χορό των Σκαλούπωφ. Είχαμε την
ευτυχία να ξανασυναντη;
θούμε. Μα μου φαίνεται πως σου έχω
μιλήσει γι' αυτόν. Δε θυμάσαι, Κοκό μου; Ενθουσιασμένος, κύριε,
ενθουσιασμένος. . . Και έσφιξε το χέρι του Ντβόρογκωφ. Με ποιον
είστε; Τι θέλουν να πουν όλα αυτά; Περιμένω! αντήχησε ξαφνικά η
βραχνή φωνή. Μπρος στην παρέα βρισκότανε κάποιος κύριος με ένα
ατέλειωτο ανάστημα. Εσιαξε τα γυαλιά του και κοίταξε προσεχτικά
τον κύριο με τη γούνα. Αχ, κύριε Μπομπίνσεν. . . μουρμούρισε η
κυρία. Από πού έρχεστε; Για κοιτάχτε συνάντηση! Φανταστείτε πως
έσπασε τ' αμαξάκι μου και. . . Αλλά να σας συστήσω τον άντρα μου.
. . Γιάννη. . . ο κύριος Μπομπίνσεν. . . στο χορό. . . στους
Κέρπωφ. . . Α! πολύ ευτυχής. . . πολύ ευτυχής. . . Αλλά αγάπη
μου πρέπει να τρέξω να βρω μια άμαξα. Ναι, ναι, Γιάννη, τρέμω

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

ολόκληρη... Δεν είμαι καλά... Απόψε στο χορό μουρμούρισε στον
Ντβόρογκωφ. . . ΘΑ βρεθούμε ίσως αύριο στο χορό των Κέρπωφ. . .
Οχι, λυπούμαι. . . δε θα πάω αύριο. . . ΑΝ σήμερα είναι έτσι. . .
τότε αύριο; Ο κύριος Μπομπίνσεν μουρμούρισε ακόμη κάτι, ύστερα
ανέβηκε στο αμαξάκι του και έφυγε. H άμαξα πλησίασε, η κυρία
μπήκε σ' αυτή και ο κύριος με τη γούνα στάθηκε. Φαινότανε πως δεν
είχε τη δύναμη να κάμει βήμα και κοίταζε σαν βλάκας τον όλλο με
το παλτό. Μα και ο άλλος χαμογελούσε σχεδόν σαν βλάκας. . . Δε
βλέπω. . . Συγνώμη. . . Ευτυχής για τη γνωριμία σας! είπε ο νέος
χαιρετώντας. Πολύ ευτυχής, κύριε. θαρρώ πως έχετε χάσει μια
γαλότσα σας. Εγώ! Αχ! ναι, ευχαριστώ... ¦εχνώ πάντα ν' αγοράσω
γαλότσες. . . ΜΑ με τις γαλότσες ιδρώνουν τα πόδια. Μάλιστα. . .
αμέσως. . . αγάπη μου. . . Εχουμε μια κουβέντα πολύ ενδιαφέρουσα.
Ακριβώς. . . Καλά το παρατηρήσατε. . . τα πόδια ιδρώνουν. . .
αλλά συγνώμη ! Παρακαλώ. Ευτυχής για τη γνωριμία σας. Ο κύριος
με τη γούνα ανέβηκε στην άμαξα. H άμαξα ξεκίνησε. Ο νέος έμεινε
πάντα στην θέση, παρακολουθώυτας με το βλέμμα το αμάξι που
έφευγε. Την άλλη μέρα το βράδυ, η Ιταλική όπερα έδινε την ταχτική
παράσταση. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς μπήκε μέσα στη σάλα σαν μπόμπα.
Ποτέ δεν τον είδε κα νείς τόσο ταραγμένο. Ο κόσμος ήξερε πως του
Ιβάν Αντρέγεβιτς του άρεσε να κοιμάται μιαδυο ώρες στην όπερα.
Πολλές φορές, μάλιστα, είχε δηλώσει στους φίλους του πως το
νανούρισμα της πριμαντόνας του φαινότανε σαν νιαούρισμα μικρού
γατιού. Μα αυτά όλα τα έλεγε την περασμένη σαιζόν. Ενώ τώρα!
Αλίμονο! Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς δεν κοιμάται μήτε σπίτι του. Μπαίνει
σαν μπόμπα μέσα στην πλατεία του Θεάτρου κι ο υπάλληλος τον
στραβοκοιτάζει, βέβαιος σχεδόν πως έχει δει επάνω του ένα
μαχαίρι. Πρέπει να πούμε πως τη στιγμή εκείνη το κοινό ήτανε
χωρισμένο σε δυο κόμματα. Το κάθε κόμμα υπεράσπιζε και τη δική
του πριμαντόνα. Και τα δύο κόμματα αγαπούσαν το καθένα την
πριμαντόνα του. μα, λοιπόν, γιατί μπρος σε μια τέτοια νεανική
ορμή ενός ώριμου ανθρώπου, που εξάλλου δεν είχε ακόμη άσπρα
μαλλιά, μα που κόντευε σχεδόν να φθάσει τα πενήντα, να γιατί ο
υπηρέτης θυμήθηκε εκείνη την ώρα, δίχως να το θέλει, τα περίφημα
λό για του λμλετ, του πρίγκιπα της Δανιμαρκίας: ¦¦Οταν τα
γεράματα πέφτουν τόσο χαμηλά. . . τι μπορεί να πει κανείς για τα
νιάτα;...¦¦. Και όπως το είπαμε και πιο πάνω, στύλωσε τα μάτια
του στην πλάίνή τσέπη του ρούχου, βέβαιος σχεδόν πως θα έβλεπε
κανένα μαχαίρι. Μπαίνοντας σαν μπόμπα στο θέατρο ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς, αγκάλιασε με το βλέμμα του όλα τα θεωρεία. Ω! φρίκη!
Ανατρίχιασε. Εκείνη βρισκόταν εκεί! ¦Ητανε μέσα σ' ένα θεωρείο με
το στρατηγό Πολίβιτσεν, τη γυναίκα του στρατηγού, τη γυναικά
δελφή του και τον υπασπιστή του. Ητανε κι ένας κύριος με
πολιτικά. Ο Ιβάν τον κοίταξε προσεχτικά. Αλλά ο κύριος με τα
πολιτικά στεκότανε πίσω από τον υπασπιστή κι έτσι δεν μπορούσε ο
Ιβάν να τον γνωρίσει. Εκείνη ήταν εκεί, κι ωστόσο είχε πει πως δε
θα πήγαινε. Αυτή η υποκρισία που από κάμποσο καιρό έδειχνε η
Γκλαφίνα Πετρόβνα στενοχωρούσε τον Ιβάν Αντρέγεβιτς. Κι αυτός ο
νέος με τα πολιτικά τον απέλπιζε. Χώθηκε στην πολυθρόνα του
ταραγμένος. Γιατί; θα μου πείτε. Είναι απλούστατο. Πρέπει να
πούμε πως η πολυθρόνα του ήταν ακριβώς κάτω από το καταραμένο

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

θεωρείο κι έτσι δεν μπορούσε να δει απολύτως τίποτα. Γι' αυτό
ήταν στενοχωρημένος κι έβραζε σαν σαμοβάρι. Η πρώτη πράξη
τελείωσε, χωρίς καν να την προσέξει. Αλλά τη στιγμή που έπεφτε η
αυλαία, συνέβη στον ήρωά μας κάτι που καμιά πένα δε θα μπορούσε
ποτέ να περιγράψει. Συμβαίνει καμιά φορά, όταν το έργο είναι
ανυπόφορο, να χασμουρηθεί κανείς θεα τής από το θεωρείο ή να
αφήσει να πέσει κανένα πρόγραμμα. Μα εκείνο που έπεσε πάνω στο
κεφάλι του Ιβάν δεν ήταν ένα κοινό πρόγραμμα, ήτανε κάτι τόσο
ανήθικο, όσο είναι ένα ερωτικό μυρωμένο γραμματάκι. . . Ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς δεν ήτανε καθό λου προετοιμασμένος για μια τέτοια
περιπέτεια, ανατρίχιασε σαν να είχε δεχθεί πάνω στο κεφάλι του
κανέναν ποντικό ή κάποιο άγριο ζώο. Το ότι το γραμματάκι ήταν
γραμματάκι ερωτικό, σ' αυτό δε χωρούσε πια αμφιβολία. Ηταν
γραμμένο σ' ένα μυ ρωμένο χαρτί, ακριβώς σαν τα ερωτικά γράμματα
των μυθιστορημάτων, και τόσο καλοδιπλωμένο που μπορούσε να το
κρύψει κανείς μέσα στο γάντι της κυρίας. Μάλλον θα είχε πέσει
κατά τη στιγμή που το έδιναν. να. λόγου χάρη, κάποιος θα είχε
ζητήσει το πρόγραμμα και μέσα σ' αυτό ήταν κρυμμένο το
γραμματάκι. Το χέρι που έδινε το πρόγραμμα θα έτρεμε κι έτσι θα
γλίστρησε και θα έπεσε το ερωτικό γράμμα. Μοίρα μουρμούρισε ο
Ιβάν, μοίρα! Η σφαίρα βρίσκει πάντα τον ένοχο. Αλλά γιατί να
είμαι ένοχος ; Ο Ιβάν στριμώχτηκε μέσα στην πολυθρόνα του, μήτε
πεθαμένος μήτε ζωντανός. Νόμιζε πως όλη η σάλα τον κοίταζε.
Τέλος, αποφάσισε ν' ανοίξει τα μάτια του. Τραγούδησε πολύ όμορφα,
ε; είπε στον κομψό νέο που ήταν γείτονάς του στ' αριστερά. Ο νέος
βρισκότανε στον ύψιστο βαθμό του ενθουσιασμού και βάζοντας τη
χούφτα του μπρος στο στόμα του, φώναξε μ' όλη του τη δύναμη το
όνομα της ηθοποιού. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς, που ποτέ του δεν είχε
ακούσει άνθρωπο να γκαρίζει με τέτοιο τρόπο, ήταν ενθουσιασμένος.
¦¦Δεν πρόσεξε τίποτᦦ, σκέφθηκε και γύρισε προς το άλλο μέρος.
Αλλά ο χοντρός κύριος που καθόταν από πίσω του, στεκότανε τώρα
όρθιος με τη ράχη γυρισμένη και κοίταζε τα θεωρεία. ¦¦Καλά!¦¦
είπε μέσα του ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. Μπροστά, φυσικά, κανείς δεν
είχε δει τίποτα. Η μεγάλη Οπερα έχει τέσσερις σειρές θεωρεία και
πιο ψηλά ακόμη βρίσκεται το υπερώο. Γιατί, λοιπόν, να παραδεχθεί
πως το δίχως άλλο αυτό το πραγματάκι ερχότανε από ένα ορισμένο
θεωρείο και όχι από κάποιο άλλο, όπου επίσης υπάρχουν κυρίες;
Αλλά η ζήλια είναι το πιο αποτελεσματικό από όλα τα πάθη. Ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς, ανέβηκε στο φουαγιέ, στάθηκε κοντά σε μια λάμπα κι
άρχισε να διαβάζει. ¦¦Απόψε, ευθύς ύστερα από την παράσταση, στη
γω νία της οδού Σ. . . 3ο πάτωμα δεξιά. . . Ελάτε δίχως άλλο για
τ' όνομα του θεού!¦¦. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς δεν αναγνώρισε την
υπογρα φή, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία, επρόκειτο για κάποιο
ραντεβού. ¦¦Να τους τσακώσω σκαστούς και να ξεριζώσω το κακό από
τη ρίζα του!¦¦ Ηταν η πρώτη σκέψη του Ιβάν. Ανέβηκε ως το δεύτερο
πάτωμα του θεάτρου, μα ξανακατέβηκε πάλι στην πλατεία και κοίταζε
τις τέσσερις σειρές τα θεωρεία, που ήτανε γεμάτα κό σμο. Υστερα
πήγε προς το ταμείο με την ελπίδα να μάθει τα ονόματα όλων των
ανθρώπων που ήταν και στις τέσσερις σειρές. Αλλά το ταμείο ήταν
κλειστό. Τέλος φοβερά παλαμάκια ακούστηκαν. Η παράσταση είχε
πάρει τέλος. Υστερα τσακώθηκαν τα δύο κόμματα, γιατί το καθένα

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

προσκαλούσε την ευνοούμενή του. Μα όλα αυτά δεν ενδιέφεραν
καθόλου τον Ιβάν Αντρέγεβιτς. Είχε χαράξει το πρόγραμμά του. Πήρε
το καπέλο του, το παλτό του κι έτρεξε στη διεύθυνση που ήξερε,
για να βρει εκεί τους ενόχους και να δράσει κάπως πιο
αποφασιστικά από την περασμένη μέρα. Βρήκε γρήγορα το σπίτι κι
ανέβαινε τις σκάλες, όταν ξαφνικά κάποιος με πολιτικά γλίστρησε
πλάι του και γρήγορα γρήγορα ανέβηκε ως στο τρίτο πάτωμα. Ο Ιβάν
νόμισε πως αναγνώρισε το νέο του θεάτρου. Ετρεμε ολόκληρος. Ο
νέος τον ξεπερνούσε δυο πατώματα. Τέλος, άκουσε κι άνοιγε μια
πόρτα στο τρίτο πάτωμα. Είχε ανοίξει, δί χως να χτυπήσει κανείς.
Ο νέος μπήκε στο διαμέρι σμα. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς έφθασε στο τρίτο
πάτωμα, πριν προφθάσει να κλείσει η πόρτα. Στην αρχή σκέφθηκε να
σταθεί μπροστά στην πόρτα. Μα τη στιγμή εκείνη ακούστηκε ο
Θόρυβος μιας άμαξας που είχε σταθεί στην πόρτα. Ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς χάνοντας την ψυχραιμία του, έσπρωξε την πόρτα και
μπήκε μέσα στο διαμέρισμα με ύφος προσβεβλημένου συζύγου. Μια
υπηρέτρια τρομαγμένη έτρεξε καταπάνω του. Υστερα φάνηκε ένας
υπηρέτης. Μα τίποτε δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον Ιβάν
Αντρέγεβιτς. Σαν σφαίρα πέρασε δυο σκοτεινά δωμάτια και βρέθηκε
ξαφνικά μέσα σε μια κρεβατοκάμαρα μπροστά σε μια όμορφη
γυναικούλα, που τρομαγμένη τον κοίτα ζε σαν να μην καταλάβαινε τι
τρέχει. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν βαριά βήματα στο πλαίνό
δωμάτιο. θεέ μου! ο άντρας μου! φώναξε η γυναίκα χτυπώντας τα
χέρια της κι έγινε πιο άσπρη κι από τη ρόμπα της. Ο Ιβάν κατάλαβε
πως δεν είχε πάει εκεί που έπρεπε και πως δεν είχε καλοσκεφθεί.
Τώρα η πόρτα άνοιγε και ο άντρας έμπαινε στο δωμάτιο. . . Δεν
ξέρω πώς είδε τον εαυτό του εκείνη τη στιγμή ο Ιβάν Αντρέγεβιτς,
δεν ξέρω τι τον εμπόδισε να σταΘεί μπροστά στο σύζυγο, να ζητήσει
συγνώμη και να φύγει, όχι βέβαια με δόξα και με τιμή, μα σαν
άνΘρωπος τουλάχιστον. Αντί να κάνει αυτό, ο Ιβάν Αντρέγεβιτς
έκανε σαν μωρό παιδί, σαν να ήταν κανένας Δον Zουά,,ι. Στην αρχή
κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα, ύστε να, όταν παραστενοχωρέθηκε
εκεί, χαμήλωσε και γλίστρησε κάτω από το κρεβάτι. Μα το πιο
παράδο ξο σ' όλα αυτά είναι που η κυρία δεν έφερε ιιαμιά απολύτως
αντίσταση. Δεν έβγαλε μήτε φωνή, βλέποντας έναν ηλικιωμένο κύριο,
που ζητούσε άσυλο στο δωμάτιό της. lσως και να ήταν τρομαγμένη.
¦ε βαθμό που η γλώσσα της να μην τη βοηθούσε καθύλου. Ο άντρας
μπήκε στο δωμάτιο βήχοντας. Χαιρέτησε τη γυναίκα του, όπως
χαιρετούν τις γυναίκες τους τα γεροντάκια και ρίχτηκε πάνω σε μια
πολυθρόνα, σαν να είχε στον ώμο του κανένα φορτίο ξύλα. Υστερα
ακολούθησε ένας συνεχής βήχας. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς από τίγρις που
ήταν, μεταβλήθηκε σε αρνάκι. Μόλις τολμούσε να αναπνεύσει από την
τρομάρα του. Φρόνιμα και σιγά άρχισε να βολεύεται κάτω από το
κρεβάτι. Μα ποια ήταν η έκπληξή του, όταν απλώνοντας το χέρι
ένιωσε κατιτί που κουνιότανε και που κι αυτό το πράγμα τον έπιασε
ύστερα και τον ίδιο από το μπράτσο. Κάποιος άλλος βρισκόταν,
επίσης, κάτω από το κρεβάτι. Ποιος είναι αυτού; μουρμούρισε ο
Ιβάν. Ετσι, να Θαρρείς πως Θα σου πω ποιος είμαι? αποκρίθηκε ο
παράξενος γείτονας, κι ύστερα συνέχισε. ¦απλωθείτε και σωπάτε!
Αλλά, κύριε. . . θα σωπάσετε; Και ο άγνωστος έσφιξε τόσο σφιχτά
το μπράτσο του Ιβάν, που αυτός κόντεψε να βάλει τις φωνές από τον

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

μόνο. Κύριε! Μη με σφίγγετε έτσι, γιατί θα φωνάξω. Ετσι ε;
φωνάξτε, λοιπόν, άιντε ντε! Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς κοκκίνισε από
ντροπή. Ο άγνωστος ήταν θυμωμένος και χαιρότανε με αυστηρό τρόπο.
Ισως να ήταν άνθρωπος κατατρεγμένος από την τύχη και που πολλές
φορές βρέθηκε σε τέτοια θέση. Αλλά ο Ιβάν ήταν πρωτάρης και
έσκαγε εκεί μέσα. Το αίμα του χτυπούσε δυνατά στα μελίγγια του.
Κι ωστόσο δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. ' Επρεπε να μείνει
μπρούμυτα ξαπλωμένος. Ο Ιβάν το πήρε απόφαση και σώπασε. Εγώ,
αγάπη μου, άρχισε να λέει ο σύζυγος πήγα ξέρεις στου Πάβελ
Ιβάνοβιτς. Παίξαμε ουίστ και. . . γκουχ! γκουχ! έβηχε ωχ! η
ραχούλα μου! Και ο γέρος έβηχε πιο δυνατά ακόμη. Η ράχη μου!
είπε με μάτια γεμάτα δάκρυα, η ράχη μου με πονά, κι αυτές οι
καταραμένες ζοχάδες δε μ' αφήνουν μήτε να σταθώ όρθιος μήτε να
καθίσω... γκουχ!... γκουχ!... Και ήταν πια φανερό πως ο βήχας θα
βαστούσε για πολλή ώρα. Στα διαλείμματα ο γέρος μουρμούριζε πάντα
κάτι, μα κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. Κύριε, για
τ' όνομα του θεού, τραβηχτείτε λίγο πιο πέρα, μουρμούρισε ο
δυστυχισμένος Ιβάν. Πού θέλετε να τραβηχτώ. . . δεν έχει άλλη
θέση. Εντούτοις ομολογήστε πως είναι αδύνατο να μείνω εδώ. . .
Είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στη θλιβερή αυτή κατάσταση. Μα
κι εγώ πρώτη μου φορά βρίσκομαι με μια τέτοια ενοχλητική παρέα. .
. Αλλά, παλικάρι μου. Σωπάστε! Αλλά, παλικάρι μου, φέρνεστε
πάρα πολύ άσχημα. Αν δεν κάνω λάθος, είστε ακόμη πάρα πολύ νέος.
Είμαι πιο ηλικιωμένος από σας. Σωπάστε, λοιπόν! Κύριε
ξεχνιέστε, δεν ξέρετε σε ποιον μιλάτε. Μιλώ σ' έναν κύριο που
βρίσκεται κάτω από ένα κρεβάτι. Αλλά εγώ βρίσκομαι εδώ κατά
λάθος, κύριε, και εσείς αν δε γελιέμαι από ανηθικότητα.
Απατάσθε. Κύριε, είμαι μεγαλύτερος από σας. Σας το λέω. Κύριε,
εδώ που είμαστε, πρέπει να ξέρετε πως είμαστε ίσοι. Σας παρακαλώ
να μη μου πιάνετε το πρόσωπο. . . Κύριε, εγώ δε βλέπω ΚΑΘΌΛΟΥ...
με συγχωρεί τε. . . δεν υπάρχει καθόλου χώρος. Γιατί είστε τόσο
χοντρός; θεέ μου! ποτέ μου δε βρέθηκα σε τέτοια ταπεινωτική
θέση. Αυτό είναι αλήθεια! Είναι αδύνατο να ξεπέσει κανείς
πιότερο. Κύριε! κύριε! δεν ξέρω ποιος είστε, δεν ξέρω πώς σας
συνέβη αυτό, αλλά εγώ βρίσκομαι δω κατά λάθος. Δεν είμαι αυτό που
νομίζετε. Δε θα νόμιζα τίποτα, αν καθόσαστε σαν άνθρωπος. Αλλά
σωπάστε επιτέλους!... Κύριε, αν δεν τραβηχτείτε λίγο πιο πίσω,
θα πεθάνω από αποπληξία. θα είστε υπεύθυνος για το θάνατό μου.
Σας βεβαιώ. Είμαι άνθρωπος σεβάσμιος? είμαι πατέρας οικογενείας.
Δεν μπορώ να βρίσκομαι σε μια τέτοια κατάσταση. Αλλά κύριε,
εσείς ο ίδιος ήρθατε σε τέτοια κατάσταση. Καλά, λοιπόν,
απλωθείτε. Να κι άλλο τόπο. . . μα δεν είναι δυνατό να σας
εξοικονομήσω παραπάνω. Ευγενικέ νέε! Κύριε, βλέπω ότι είμαι
απατημένος, είπε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς με ευγνωμοσύνη για τη θέση
που του έδινε. Τεντώθηκε λίγο κι ύστερα πρόσθεσε: Καταλαβαίνω
πόσο δύσκολη είναι η θέση μας, αλλά τι να γίνει; Βλέπω πως έχετε
για μένα μια πολύ κακή γνώμη. Επιτρέψτε μου όμως να δικαιολογηΘώ.
Επιτρέψετέ μου να σας πω ποιος είμαι. Ηρθα
εδώ, δίχως να το θέλω. Σας το ομολογώ, δεν ήρθα εδώ γι' αυτό που
φαντάζεστε. Φοβούμαι πολύ... Μα σωπάστε επιτέλους. Δεν
καταλαβαίνετε πως άμα ακούσουν θα βγει σε κακό μας; Στ! μιλούν!

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

Πραγματικά ο βήχας του γέρου γινότανε μαλακότερος. Λοιπόν, αγάπη
μου, είπε με τεμπέλικη φωνή, να λοιπόν! γκουχ!... γκουχ!
γκουχ!... δυστυχία μου! Ο Πάβελ Ιβάνοβιτς είπε πως έπρεπε να
δοκιμάσω τα ζεστά. . .¦το φασκόμηλο. . . Ακούς, αγάπη μου; ΑκΟύΩ,
φίλε μου. . . Ε, μου είπε, πρέπει να δοκιμάσετε το φασκόμηλο.
Εγώ του είπα πως είχα βάλει βδέλλες κι εκείνος μου απάντησε: Οχι,
Αλέξανδρε Ντεμιάνοβιτς, το φασκόμηλο είναι καλύτερο¦ γκουχ!...
γκουχ!... γκουχ!. . . λοιπόν. . . γκουχ!. . . γκουχ!. . . Νομίζω
πως δε θα ήταν άσχημο να δοκιμάζαμε το φασκόμηλο, απάντησε η
κυρία. Ναι, δεν είναι άσχημο. Μου είπε, είστε ίσως φθισικός. . .
γκουχ!. . . γκουχ!. . . Εγώ του είπα: όχι είναι η αρθρίτις και το
στομάχι! Μα εκείνος ξαναείπε: Καλά, ίσως όμως να είστε και
φθισικός. Λες να είναι φθίση, αγάπη μου; Α! θεέ μου! Τι λέτε;
Ναι, ναι, φθίση θα είναι... αλλά, αγάπη μου, καλά θα 'κανες να
γδυνόσουνα και να έπεφτες... γκουχ!. . . γκουχ!. . . είμαι
συναχωμένος. Ουφ! έκανε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. Για το όνομα του
Θεού, τραβηχτείτε λίγο πίσω. Μα τι διάβολο! πόσος τόπος σας
χρειάζεται! Δεν μπορείτε, λοιπόν, να μείνετε ήσυχος έτσι
ξαπλωμένος; Τα βάζετε μαζί μου, παλικάρι μου. θέλετε να με
προσβάλετε. . . το βλέπω. . . Είστε ίσως ο εραστής αυτής της
γυναίκας. Σωπάστε ! Δε Θα σωπάσω. . . Δε Θα σωπάσω. Δε ΘΑ αφήσω
το πρόσταγμα σ' εσάς εδώ χάμω.1σως είστε ο εραστής. . . ΑΝ μας
ανακαλύψουν, εγώ δεν είμαι καθόλου ένοχος. . . . δεν ξέρω τίποτα
εγώ ! Αν δε σωπάσετε, είπε ο νέος τρίζοντας τα δόντια, Θα πω πως
εσείς μ' έχετε τραβήξει ως εδώ. θα πω πως είστε ο Θείος μου. Ενας
Θείος που σπατάλησε τα λεφτά του. . . Τότε κανείς δε Θα πιστέψει
πως εγώ είμαι ο εραστής αυτής της γυναίκας. . . Κύριε, με
κοροϊδεύετε. Η υπομονή μου δεν έχει πια όρια. Σττ ! θα σας
εξαναγκάσω να σωπάσετε ! Τι βάσανο, βρε αδερφέ! Μα δε μου λέτε τι
διάβολο ζητάτε εσείς εδώ δα; Εγώ Θα έμενα ως το πρωί κι ύστερα Θα
έφευγα. . . Μα εγώ δεν μπορώ να μείνω. Εγώ είμαι καθώς πρέπει
άνθρωπος. 'Εχω σχέσεις. . . Τι νομίζετε; Λέτε άραγε να μείνει όλη
τη νύχτα αυτός; Ποιος; Μα ο γέρος αυτός. Βέβαια, όλοι οι
σύζυγοι δεν είναι σαυ και σας. Είναι κι άλλοι που κοιμούνται
σπίτια τους. Κύριε! κύριε! ξεφώνισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς,
τρέμοντας από φόβο. . . μα είστε βέβαιος ότι κι εγώ κοιμούμαι
σπίτι μου και ότι αυτό μου συμβαίνει για πρώτη φορά στη ζωή μου.
Αλλά, θεέ μου, βλέπω πως με γνωρίζετε. Ποιος είστε παλικάρι μου!
Πείτε μου, γρήγορα, εν ονόματι της φιλίας μας. Ακούστε. . . ΘΑ
μεταχειριστώ βία. Αλλά, επιτρέψετε, επιτρέψετε. . . αφήστε μου
να σας διηγηθώ όλη αυτή την ελεεινή υπόθεση. Δεν ακούω τίποτα. .
. Σωπάστε! Δε Θέλω. Μια μικρή πάλη έγινε κάτω από το κρεβάτι και
ο Ιβάν Αντρέγεβιτς σώπασε. Αγάπη μου ! μου φαίνεται πως υπάρχουν
γάτες εδώ χάμω! Γάτες! Τι ιδέες είναι πάλι αυτές; Φυσικά η κυρία
δεν ήξερε τι να πει. Ηταν ταραγμένη και έκανε πως άκουε. Μα για
ποιες γάτες μου μιλάς; Γάτες, αγάπη μου. Μα τι λέτε! Καλά!
καλά! μη Θυμώνεις, αγάπη μου. Βλέπω πως Θα σε λυπήσει πολύ αν
πεθάνω. θα κάμεις καλά να γδυθείς και να πέσεις. . . Εγώ Θα μείνω
εδώ όσο γδύνεσαι. Σας παρακαλώ !. . . αργότερα. . . Καλά, μη
θυμώνεις, μη Θυμώνεις, μόνο σε βε βαιώ πως εδώ υπάρχουν ποντίκια.
Ε, λοιπόν, να κι άλλο τώρα! Πότε γάτες, πότε ποντίκια. Μα την

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

αλήθεια, δεν ξέρω τι σας έπιασε απόψε. Εγώ! μα δεν έχω τίποτα...
γκουχ!... γκουχ!... Ω, Θεέ μου! Βλέπετε! κάνετε τόσο θόρυβο που
μας άκουσαν στο τέλος, είπε ο νέος κάτω από το κρεβάτι. Μα αν
ξέρατε τι έπαθα. Η μύτη μου τρέχει αίμα. Καλά! λφησέ την να
τρέχει και σώπα. . . σε λίγο θα φύγει. ΜΑ, παλικάρι μου,
καταλαβαίνετε επιτέλους τη Θέση μου! Δεν ξέρω πλάι σε ποιον είμαι
ξαπλωμένος. ΘΑ κερδίζατε τίποτα αν ξέρατε; Εγώ πεντάρα δε δίνω
να μάθω τ' όνομά σας. Αλλά μια που το θέλετε.. Ποιος είστε
παρακαλώ; Παρακαλώ! γιατί Θέλετε να μάθετε τ' όνομά μου ; Σσσ!
σττ! μιλάει πάλι. . . Σου ορκίζομαι, φίλη μου, πως έχουμε ποντί
¦οχι, σου λέω. . . βάλατε άσχημα το βαμβάκι στ' αυτί σας. Σ' αυτό
απάνω που λες. . . ξέρεις πως στο πάνω πάτωμα.. γκουχ!. . .
γκουχ!. . . Στο πάνω πάτωμα! μουρμούρισε ο νέος. . . Κι εγώ
νόμιζα πως είμαστε στο τελευταίο πάτωμα... Μα το δεύτερο πάτωμα
είναι λοιπόν αυτό; Νέε! είπε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς, τι λέτε; Για τ'
όνομα του θεού, γιατί αυτή η δουλειά σας ενδιαφέρει; Και γω
νόμιζα πως ήμουν στο τελευταίο πάτωμα. . . Ω,θεε μου, υπάρχει
λοιπόν ακόμη ένα πάτωμα; Σε βεβαιώ, αγάπη μου, πως κάποιος μιλά
απ' εδώ κάτω, είπε ο γέρος, όταν επιτέλους έπαψε ο βήχας του.
Σσσ;... ακούτε; είπε ο νέος σφίγγοντας το χέρι του Ιβάν
Αντρέγεβιτς. . . Κύριε. . . μου σφίγγετε τα χέρια. . . Αφήστε
με! Στ ! ξανά, νέα πάλη. ξανά, νέα σιωπή. Λοιπόν συνάντησα μια
όμορφη γυναικούλα. . . στη σκάλα, μα δε Θυμάμαι καλά. . . γκουχ!.
. . γκουχ!. . . Φασκόμηλο, ε ; Τι; Πρέπει να πιω φασκόμηλο. . .
ΘΑ δεις τι καλό που Θα μου κάνει. . . γκουχ!. . . γκουχ!. . .
Εσείς τον διακόψατε, είπε ο νέος τρίζοντας τα δόντια. Τι λέτε;
Συναντήσατε σήμερα μια όμορφη γυναικούλα; ρώτησε η κυρία. Τι;
Ομορφη ; Ποιος σου το είπε; Μα εσείς μου το είπατε. Εγώ, πότε;
Αχ! ναι! Κύριε, τρέμω, φοβάμαι... θεέ μου, τι ακούω! Συμβαίνει
λοιπόν ό,τι και χθες, ακριβώς ό,τι και χθεςΙ Στ ! Αχ! και
θυμάμαι, μια διαβολογυναίκα. Ομορφα μάτια! ένα γαλάζιο καπέλο...
Γαλάζιο καπέλο. . . Ω, θεέ μου ! Εκείνη είναι!... εκείνη!...
έχει ένα γαλάζιο καπέλο. . . ξεφώνισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς!
Εκείνη; ποια εκείνη; μουρμούρισε ο νέος, σφίγγοντας τα χέρια του
Ιβάν. Αχ! θεέ μου ! θεέ μου ! ΜΑ ποια δεν έχει γαλάζιο καπέλο;
Μια ομορφούλα, διαβολογυναίκα. . . εξακολούθησε ο γέρος. Ερχεται
δω να δει τους φίλους της. . . Α! πώς με στεναχωρεί, δε μιλώ
πια!. . . ΜΑ πώς δεν είσαι στα κέφια σου, σήμερα!... Αλλά εσείς;
πώς βρεθήκατε δω! ρώτησε ο νέος. Α! βλέπετε! βλέπετε, τώρα
ενδιαφέρεστε και σεις! Στην αρχή δε θέλατε να ξέρετε τίποτα. Μα
εγώ δε δίνω πεντάρα! Μη μιλάτε αν θέλετε. λει στο διάβολο, τι
ιστορίες είν' αυτές; Παλικάρι μου, μη θυμώνετε... Δεν ξέρω τι
λέω! ¦Ηθελα μόνο να πω πως έχετε κάποιο λόγο ΝΑ. . . ΜΑ ποιος
είστε, παλικάρι ΜΟΥ;. . . Θεέ μου, δεν ξέρω τι λέω. Φτάνει πια!
σας παρακαλώ! διέκοψε ο νέος σαν να σκέφθηκε ξαφνικά κάτι. Οχι,
θα σας τα πω όλα. . . Νομίζετε ίσως πως δε θέλω να σας πω τίποτα.
. . πως είμαι θυμωμένος. . . Οχι, λοιπόν. Να, το χέρι μου! Είμαι
μόνο θλιμμένος. . . τίποτα παραπάνω. . . Οσο για μένα δεν είμαι
θυμωμένος. μα, το χέρι μου. ΜόΝΟ... έχει πολύ σκόνη εδώ και το
χέρι μου είναι πολύ βρόμικο, μα αυτό δεν εμποδίζει την ευγένεια
των αισθημάτων. Αμε στο διάβολο εσύ και το χέρι σου. Εδώ δεν

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

μπορεί κανείς να κουνηθεί και μου πήρε τα μυαλά με το χέρι του...
Κύριε! κύριε! μου φέρνεστε σαν να ήμουνα κανένα παλιό σας
παπούτσι. Να είστε πιο ευγενικός. θα αγαπηθούμε αργότερα... Να
δείτε! Είμαι έτοιμος να σας προσκαλέσω να φάμε μαζί. . . Βλέπετε,
λοιπόν, απατάσθε νέε μου. Δεν ξέρετε πως. . . ΜΑ πότε στο διάβολο
την αντάμωσε!... μουρμούρισε ο νέος συγκινημένος. Με περιμένει
ίσως αυτήν την ώρα κι εγώ είμαι δω? πρέπει να φύγω οπωσδήποτε.
Σας περιμένει; Ποιος σας περιμένει; θεέ μου, για ποιον μιλάτε,
νέε μου; Συλλογίζεστε πως όχι πολύ μακριά. . . ένα πάτωμα πιο
πάνω. . . θεέ μου! θεέ μου! Γιατί είμαι τόσο στενοχωρημένος; Ο
Ιβάν Αντρέγεβιτς προσπαθούσε να γυρίσει ανάσκελα, για να δείξει
έτσι όλη την απελπισία του. ΜΑ τι ανάγκη έχετε να ξέρετε για
ποιον πρόκείΤαι; λει στο διάβολο! Ας γίνει ό,τι θέλει.. γ βγαίνω.
. . . ε ώ Μα κύριε! τι κάνετε; Εγώ πώς Θα μείνω εδώ μόνοΣ"
μουρμούρισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς και γραπώΘηκε μ' όλη του την
απελπισία στο ρούχο του γείτοΝΑ. Καρφί δε μου καίγεται μένα, αν
μείνετε μόνος! ,¦ι αν δε Θέλετε να μείνετε, θα πω πως είστε Θείος
μοΥ που έφαγε όλα τα λεφτά του, γιατί δε θέλω να ομίσει ο γέρος
πως είμαι εραστής της γΥναίκας ΤΟΥ. Αλλά, νέε μου, αυτό είναι
αδύνατο¦ δεν είναι φυσικό. Εάν εγώ είμαι ο ΘείΟς... ΜΑ κανείς δε
Θα σας πιστέψει. Μήτε κι ένα παιδάκι δε Θα σας πιστέψει,
μουρμούρισε ο Ιβάν απελπισμένος. Ε, καλά, τότε μη φλυαρείτε,
καθήστε ήσΥχα. Περάστε εδώ τη νύχτα και αύριο θα φύγετε. Κανείς
δε θα σας πάρει μυρουδιά. . . ΑΝ βγει ένας, τότε κανείς δε Θα
υποψιαστεί πως έμεινε ένας άλλος κάτω από το κρεβάτι! Τραβηχτείτε
λοιπόν, ειδεμή βγαίνω... = εμένα κοροϊδεύετε νέε μου; Και αν
έβηχα; Πρέπει να τα προβλέψει κανείς όλα. Στ ! Τι; Ω, ακούω
πάλι κάτι σαν μουρμουρητά, είπε ο γέρος ποΥ σ' όλο αυτό το
διάστημα είχε κατορθώσει να αποκοιμηθεί. Απάνω ; Ακούτε, νέε
μου, Θα βγω! Ναι, ακούω! Ω, θεέ μου, ακούω, αλλά Θα πηγαίνω.
Και εγώ θα μείνω. Το ίδιο μου κάνει. ¦έρετε, λοιπόν, τι νομίζω;
Νομίζω πως είστε ένας άντρας ΠΟΥ ΤΟΝ αΠαΤά η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ. Θεέ
μου, τι εγωισμός! Νομίζετε, λοιπόν, ένα τέτοιο πράγμα! Γιατί το
νομίζετε αυτό; Αλλά εγώ δεν είμαι καν παντρεμένος! Τι λέτε καλέ!
ΜΑ ίσως να είμαι εγώ ο εραστής, φίλε μου! Εσείς ο εραστής!
Κύριε! κύριε! Καλά λοιπόν! Αφού είναι έτσι, Θα σας τα πω όλα.
Καταλάβατε επιτέλους την απελπισία μου. Δεν είμαι εγώ! Εγώ δεν
είμαι παντρεμένος. Είμαι λεύτερος, όπως και σεις. Πρόκειται για
κάποιο φίλο μου, κάποιον που τον γνωρίζω από μικρό παιδί. Μου το
είπε... ¦¦Υποπτεύομαι τη γυναίκα μου¦¦. Εγώ πάλι του είπα: ¦¦Αλλά
γιατί την υποπτεύεσαι;¦¦. Αλλά εσείς δε μ' ακούτε. Ακούστε,
λοιπόν! Ακούστε! Η ζήλια είναι ένα ελάττωμα. Είναι γελοίο πράγμα
η ζήλια. Είσαι φίλος μου. Γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά. Μαζί
έχουμε δρέψει τα άνθη της ηδονής. . . θεέ μΟΥ, μήτε κι εγώ ξέρω
τώρα το τι λέω. . . Γελάτε ακόμα νέε ;` ΜΑ ΘΑ με τρελάνετε. . .
Οχι, όχι, εσείς είστε που είστε τρελός. Σας βεβαιώ, το κατάλαβα
πως αυτό θα λέγατε, όταν είπα τη λέξη τρελός. Γελάτε, γελάτε, νέε
μου, κι εγώ στα χρόνια μου καταχτούσα τις γυναίκες. . . Ωχ, θα
πάθω αποπληξία ί. . . Τι είναι αγάπη μου; Μου φάνηκε πως κάποιος
φτερνίστηκε, είπε ο γέρος. Μήπως φτερνίστηκες εσύ; Ωχ, θεέ μου,
ξεφώνισε η κυρία. Στ! φώναξε κάποιος κάτω από το κρεβάτι. Ισως

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

να χτυπάει κανείς στο πάνω πάτωμα, είπε η κυρία, πραγματικά
τρομαγμένη, γιατί κάτω από το κρεβάτι ολοένα και μεγάλωνε ο
θόρυβος. Ναι, ήταν ένας νέος κομψός με μουστάκι. . . γκουχ!
γκουχ! ωχ, η ραχίτσα μου! Με μουστάκιl θεέ μου! Μπορεί να είστε
σεις, κύριε. . . μουρμούρισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. ΜΑ τι είσαι συ,
βρε άνθρωπέ μου; Αφού βρίσκομαι πλάι σου πώς μπορώ να είμαι εγώ;
Μα μη μου πιάνεις το πρόσωποl ΩχΙ θεέ μου. θα πάθω συγκοπή.
Πραγματικά, τη στιγμή εκείνη ακούστηκε κάποιος θόρυβος στο πάνω
μέρος. Ποιος να είναι άραγε κει πάνω; είπε ο νέος. Κύριε. . .
είμαι τρομαγμένος. Βοήθεια! Στί. . Πραγματικά, φίλη μου, τι
θόρυβος! Και ακριβώς πάνω από το δωμάτιό σου. . . Δε θα ήταν πιο
καλά, να στέλναμε κάποιον να τους μιλούσε;... Μα τι ιστορίες
εφευρίσκεις τώρα; καλά, δε θα το κάμω αυτό. Μα ξέρεις, σήμερα
θυμώνεις πολύ εύκολα. Ω, θεέ μου! θα κάνατε καλύτερα να πηγαίνατε
να κοιμηθείτε. Λίζα, δε με αγαπάς! Αχ! αν σ' αγαπώ!. . . Αλλά
είμαι κουρασμένη. . . Καλά! καλά! φεύγω. . . ξεφώνισε ο γέρος.
μαα... όχι.. πηγαίνετε, λοιπόν! πηγαίνετε! Μα τι μου λες; Πότε
θέλεις να φύγω και πότε πάλι δε μ' αφήνεις. Γκουχ!. . . γκουχ!. .
. Αλήθεια, είναι ώρα να κοιμηθώ! Γκουχ!... γκουχ!... Στο σπίτι
των Παραφίντιν είχε πολλά μικρά κοριτσάκια.. γκουχ!. . . γκουχ!.
. . H μια απ' αυτές είχε μια κούκλα. . . γκουχ!. γκουχ!. . . Αχ!
τώρα ΘΑ αρχίσουνε οι κούκλες!... Γκουχ! γκουχ! μια όμορφη
κόυκλίτσα! να, σηκώθηκε να φύγει, είπε ο νέος. . . Κι εμείς
ύστερα θα φύγουμε αμέσως... Ακούτε; Χαρείτε λοιπόν! Ο θεός να
δώσει! Αυτό θα σου γίνει μάθημα! Παλικάρι μου, γιατί μάθημα; Το
αισθάνομαι πολύ καλά, αλλά είστε ακόμη πολύ νέος, για να μου
κάμετε εσείς το μάθημα. Ε, αφού είναι έτσι, εγώ λοιπόν θα σας
δώσω το μάθημά σας. Ακούστε. . .
Θεέ μου! Θέλω να
φτερνιστώ!... Στ! Για τόλμα, να δούμε πώς φτερνίζεσαι; Μα τι να
κάνω λοιπόν; Εδώ βρωμάν τα ποντίκια. Δε βαστώ πια. Ω, θεέ μου!...
θεέ μου!... Γιατί με τιμωρείς έτσι; Τραβάτε το μαντίλι μου από
την τσέπη μου. Σας ικετεύω. . . Δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ. Να!
το μαντίλι σας. θέλετε να ξέρετε γιατί σας τιμωρεί ο θεός; Εγώ Θα
σας το πω αμέσως. Είναι γιατί είστε ζηλιάρης. Ενας θεός το ξέρει
για ποια παραμικρή αιτία ρίχνεστε έτσι στα σπίτια των άλλων καιs
τα αναστατώνετε. Παλικάρι μου! Εγώ δεν ανακάτωσα κανένα σπίτι.
Σωπάτε! Νέε! Δεν έχετε το δικαίωμα να μου κάνετε μάΘημα ηθικής.
Είμαι ηθικότερος από σας. Εσείς, σωπάτε ! Ωχ! θεέ μου! θεέ μου!
Αναστατώνετε τον κόσμο. . . Τρομάζετε μια δειλή γυναίκα που από
το φόβο της δεν ξέρει τι να κάνει και ασφαλώς Θα αρρωστήσει.
Ανησυχείτε ένα σεβάσμιο γεροντάκι που υποφέρει από ζοχάδες και
που προπάντων έχει ανάγκη από ανάπαυση. Κι όλα αυτά, γιατί βάζετε
με το νου σας ένα σωρό ανοησίες. Καταλαβαίνετε σε τι άσχημη Θέση
βρίσκεται τώρα; Το καταλαβαίνετε; Κύριε, φτάνει πια, εγώ το
καταλαβαίνω, αλλά εσείς δεν έχετε το δικαίωμα. . . Σωπάτε. Για
ποιο δικαίωμα μιλάτε; Καταλαβαίνετε πως όλα αυτά μπορεί να
τελειώσουν με τρόπο κάπως τραγικό; Καταλαβαίνετε πως αυτός ο
γέρος, που αγαπά τη γυναίκα του μπορεί να τρελαθεί, αν σας δει να
βγαίνετε κάτω απ' το κρεβάτι; Μα όχι, είστε ανίκανος να
δημιουργήσετε μια τραγωδία. Οταν Θα βγείτε, φαντάζομαι πως Θα
σκάσουν στα γέλια οι άνθρωποι. Ηθελα να σας έβλεπα στο φως της

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

λάμπας. θα είστε πολύ παράξενος... Μα και σεις σ' αυτή τη Θέση
που είστε, Θα είστε πολύ παράξενος. Κι εγώ ήθελα να σας έβλεπα.
Πιθανόν, νέε μου, να έβλεπα στο πρόσωπό σας τη σφραγίδα της
ανηθικότητας. Α! η ηθική! Αλλά τέλος, πώς ξέρετε γιατί βρίσκομαι
εδώ; Εγώ βρίσκομαι εδώ κατά λάθος. Εκαμα λάθος στο πάτωμα κι ο
διάβολος ξέρει γιατί μ' άφησαν να μπω εδώ πέρα. Είναι πιθανόν πως
το δίχως άλλο αυτή η κυρία Θα περίμενε κάποιον. Βέβαια, όχι εσάς!
Κρύφτηκα κάτω από το κρεβάτι, όταν άκουσα να κάνετε το ανόητο
διάβημά σας και είδzι πως η γυναίκα αυτή φοβότανε. . . ΜΑ τι
διάβολο μ' έπιασε τώρα και σας τα λέω αυτά, σαν να Θέλω να
δικαιολογηΘώ! Εσείς, κύριε μου, είστε ένας γελοίος, ζηλιάρης
γεροντάκος. . . Γιατί δε φεύγω τώρα; ¦οχι, κύριε. θα είχα φύγει
προ πολλού. Μένω μόνο και μόνο από λύπη, από οίχτο! Τι Θα κάνατε
δίχως εμένα! θα μένατε εδώ σαν κούτσουρο. Μήτε λέξη Θα βρίσκατε
να πείτε ¦οχι! γιατί λέτε σαν κούτσουρο; Γιατί αυτό το πράγμα;
Δεν μπορούσατε να βρείτε καμιά άλλη σύγκριση; Εγώ νομίζετε δε Θα
εύρισκα τίποτα καλύτερο; ΘΑ εύρισκα. . . θεέ μου, πώς γαβγίζει
αυτό το σκυλάκι! Στ! Πραγματικά... Είναι γιατί ολοένα μιλάτε.
¦υπνήσατε το σκύλο! Τώρα αρχίζουν τα βάσανά μας
Πραγματικά, το
σκυλάκι που κοιμότανε σε μια γωνιά, ξύπνησε ξαφνικά, μύρισε
τριγύρω του και γαβγίζοντας ρίχτηκε κάτω από το κρεβάτι. θεέ
μου, τι ανόητο σκυλί! μουρμούρισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. θα μας
προδώσει. Ναι, μη φοβάστε, θα γίνει κι αυτό. Φίλε! Φίλε! εδώ,
φώναξε η κυρία. Εδώ! εδώ! Αλλά ο σκύλος δεν άκουγε και ρίχτηκε
πάνω στον Ιβάν Αντρέγεβιτς. Τι τρέχει, αγάπη μου; Τι έχει ο
Φίλος και γαβγίζει έτσι; Είναι ίσως τα ποντίκια ή η γάτα μας;
Ακούω ολοένα να φτερνίζονται! θα είναι συναχωμένη σήμερα η γάτα.
. .
Μη βγάλεις τσιμουδιά, μουρμούρισε ο νέος. Μην κουνιέσαι, ίσως μας
αφήσει ήσυχους. Κύριε! κύριε! αφήστε τα χέρια μου, γιατί με
βαστάτε έτσι; Μα σώπα λοιπόν!
Μου δαγκώνει τη μύτη, νέε!.. θέλετε λοιπόν να χάσω τη μύτη μου;
Ακολούθησε μια πάλη και ο Ιβάν Αντρέγεβιτς ελευθέρωσε τα χέρια
του. Ο σκύλος γάβγιζε σαν τρελός. ¦αφνικά, έπαψε να γαβγίζει και
έβγαλε μια διαπεραστική φωνή. Αχ! φώναξε η κυρία. Τέρας, τι
κάνετε, μουρμούρισε ο νέος. Μας καταστρέφετε και τους δυο. θεέ
μου! Τον στραγγαλίζει! Μην τον στραγγαλίζετε. Μα δεν ξέρετε,
λοιπόν, τι είναι οι γυναίκες; θα μας προδώσει και τους δυο, αν
στραγγαλίσετε το σκύλο της. Αλλά ο Ιβάν Αντρέγεβιτς δεν άκουγε
πια τίποτα. Είχε πιάσει το σκύλο και του έσφιγγε το λαιμό. Το
σκυλάκι έβγαλε μια κραυγή και ξεψύχησε. Είμαστε χαμένοι,
μουρμούρισε ο νέος. Φίλε! Φίλε! φώναζε η κυρία πηδώντας από το
κάθισμά της. Φίλε! Φίλε! Φίλε! Εδώ! Ω! οι βάρβαροι! θεέ μου, Θα
λιποθυμήσω! Τι τρέχει; τι τρέχει! φώναξε ο γέρος. Τι έχεις αγάπη
μου! Φίλε, Φίλε, εδώ! φώναξε ο γέρος, χτυπώντας τα χέρια. Φίλε!
Φίλε! Μα δεν είναι δυνατό να τον έφαγε η γάτα! Πρέπει να τη
φρονιμέψουμε τη γάτα μας. Ενας μήνας πάει που δεν τη δείραμε. Τι
λες, αγάπη μου; θα μιλήσω αύριο της Ζαχαριέβνας. θεέ μου, τι
έχεις αγάπη μου; Είσαι χλομή! Ω! ω! Στάσου να φωνάξω, να μαζέψω
τον κόσμο! Ο γέρος ξεφώνιζε τρέχοντας μέσα στο δωμάτιο.
Κακούργοι! Ληστές! φώναζε η κυρία. Ποιοι; Ποιοί; ρώτησε ο γέρος.

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

Από 'κει κάτω υπάρχουν άνθρωποι!... Εκεί κάτω από το κρεβάτι. Ω,
Οεέ μου! Φίλε! Φίλε! Τι σου έκαμαν αυτοί; Ω, θεέ μου! θεέ και
Κύριε! Τι άνθρωποι; Φίλε! Κλέφτες! Βοήθεια! Ο γέρος παίρνοντας
ένα κερί έσκυψε κάτω από το κρεβάτι. Ποιος είναι αυτού; Ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς, μήτε ζωυτανός μήτε πεθαμένος, σώπαινε. Αλλά ο νέος
παρακολουθούσε κάθε κίνηση του γέρου. ¦αφνικά ο γέρος πήγε από το
άλλο μέρος προς τον τοίχο κι έσκυψε. Σαν αστραπή ο νέος γλίστρησε
και χάθηκε, ενώ ο γέρος έψαχνε προς το μέρος του τοίχου. θεέ μου!
μουρμούρισε η γυναίκα κοιτάζοντας κατάματα το νέο. Μα ποιος,
λοιπόν, είστε εσείς. Κι εγώ που νόμιζα. . . Ο άλλος... ο ληστής
κυρία μου έχει μείνει μουρμούριζε ο νέοςεκείνος είναι ένοχος του
θανάτου του Φίλου. Α! ξεφώνισε η κυρία. Μα ο νέος είχε γίνει πια
άφαντος. Α, είναι κάποιος εδώ! Να τα παπούτσια! ξεφώνισε ο
σύζυγος, πιάνοντας ένα πόδι του Ιβάν Αντρέγεβιτς. Δολοφόνε!
Δολοφόνε! φώναξε η κυρία. Ω! Φίλε ! Φίλε ! Βγήτε, λοιπόν! Ποιος
είστε; Πείτε μου ποιος είστε; θεέ μου τι παράξενος άνθρωπος! Μα
είναι ληστής! Για τ' όνομα του θεού! Για τ' όνομα του θεού!
ξεφώνισε ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. Για τ' όνομα του θεού, εξοχότατε, μη
φωνάζετε τους υπηρέτες σας... Είναι ανώφελο? θα φύγω μόνος μου.
Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος εγώ, εξοχότατε, αυτό μου συνέβη κατά
λάθος. θα σας εξηγήσω αμέσως, εξοχότατε, έλεγε κλαψιάρικα ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς. Για όλα αυτά φταίει η γυναίκα, όχι η γυναίκα μου, η
γυναίκα κόποιου άλλου. . . Εγώ δεν είμαι παντρεμένος. Πρόκειται
για κάποιο φίλο μου που τον γνωρίζω από μικρό παιδί. Τι φίλος
και ξεφίλος; ξεφώνισε τρέμοντας ο γέρος. Είσαι κλέφτης! Ηρθες για
να κλέψεις. Δεν υπάρχει φίλος εδώ χάμω! Οχι, εξοχότατε, δεν είμαι
κλέφτης, αλλά πραγματικά κάποιος παιδικός μου φίλος, μόνο να...
κατά τύχη, έκαμα λάθος. Ηρθα από την άλλη είσοδο. Ναι, βλέπω,
κύριε, από πού βγήκατε. Εξοχότατε. . . δεν είμαι ο άνθρωπος που
νομίζετε. Απατάστε! Σας βεβαιώ πως βρίσκεστε σε πλάνη,
εξοχότατε... Κοιτάξτε με και θα βεβαιωθείτε από ορισμένα
γνωρίσματα πως δεν είμαι κλέφτης, φώνα

ζεο Ιβάν Αντρέγεβιτς σταυρώνοντας τα χέρια. Κι ύστερα απεύθυνε το
λόγο στη νέα γυναίκα: Είστε μια κυρία. . . Καταλάβετέ με. . . Εγώ
έχω σκοτώσει το Φίλο. . . Αλλά δεν είμαι ένοχος. Σας ορκίζομαι
πως δεν είμαι ένοχος. Η γυναίκα μου είναι αιτία για όλα αυτά.
Είμαι άνθρωπος δυστυχισμένος. Πίνω το πικρό ποτήρι. . . Και τι
με μέλει εμένα που πίνετε το πικρό ποτήρι; Μα πώς βρεθήκατε εδώ,
κύριε, φώναζε τρέμοντας ο γέρος, βεβαιωμένος πως ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς δεν ήταν κλέφτης. Σας ερωτώ, πώς βρίσκεστε δω; Είστε
σαν ληστής. Εξοχότατε, δεν είμαι ληστής. Μόνο έχω κάμει λάθος
στο σπίτι. Κι όλα αυτά γιατί είμαι ζηλιάρης. θα τα πω όλα στην
εξοχότητά σας, όπως Θα τα έλεγα στον ίδιο τον πατέρα μου, γιατί η
ηλικία σας μου επιτρέπει να σας Θεωρώ πατέρα μου. Πώς είπατε;
Εχω την ηλικία του πατέρα σας; Εξοχότατε, ίσως σας πρόσβαλα...
Πραγματικά. . . H κυρία είναι τόσο νέα. . . ΜΑ η δική σας
ηλικία... Είναι όμως ευχάριστο να βλέπει κανείς ένα τέτοιο
ζευγαράκι πάνω στο άνθος της νιότης του. Αλλά, εξοχότατε, μη

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

φωνάζετε τους υπηρέτες σας. Για τ' όνομα του θεού, μην τους
φωνάζετε. Τους γνωρίζω εγώ αυτούς τους υπηρέτες... Δηλαδή, δε
Θέλω να πω πως όλες οι γνωριμίες μου είναι υπηρέτες. Εχω και γω
υπηρέτες, εξοχότατε, και με κορόί
δεύουν πάντα. . . τα γάίδούρια. . . Μου φαίνεται, εξο χότατε, πως
μιλώ με τον πρίγκιπα. . . Οχι... δεν είμαι πρίγκιπας, κύριε, εγώ
είμαι εγώ, σας παρακαλώ να μην κορόίδεύετε. . . Πώς βρεΘήκατε
εδώ, κύριε;... Πώς;... Εξοχότατε. . . δηλαδή. . . εξοχότατε,
συγνώμη... Νόμιζα πως είστε πρίγκιπας. Εκαμα λάθος. Αυτό γίνεται
καμιά φορά. . . Μοιάζετε τόσο με τον πρίγκιπα Κορότκουκλωφ, που
είχα την τιμή να συναυτήσω στου φίλου μου Πουσκρίωφ. . . Βλέπετε,
έχω μεγάλες γνωριμίες! Δεν μπορείτε να με νομίσετε για κείνον που
με νομίζετε. . . Δεν είμαι κλέφτης. . . Εξοχότατε, μη φωνάζετε
τους υπηρέτες σας. Αλλά πώς ήρθατε δω; ρώτησε και η κυρία. . .
Ποιος είστε ; Νατ, ναι! Ποιος είστε; ξαναείπε ο γέρος. Κι εγώ,
αγάπη μου, νόμιζα πως ήταν η γάτα που βρισκόταν κάτω από το
κρεβάτι και φτερνιζόταν. Και ήταν αυτός! Ποιος είστε; Μιλάτε
λοιπόν! Ο γέρος μιλούσε πάλι χτυπώυτας το πόδι του στο χαλί. Δεν
μπορώ να μιλήσω, εξοχότατε! Περιμένω να τελειώσετε. . . Ακούω
τους όμορφους αστεϊσμούς σας. . . Οσο για τη δική μου ιστορία. .
. είναι μια ιστορία πολύ αστεία. Αλλά σας ικετεύω μη φωνάζετε
τους υπηρέτες. Εξοχότατε, φερθείτε μαζί μου ευγενικά. . . ΑΝ και
έμεινα κάτω από το κρεβάτι αυτό δεν πειράζει, δεν έχασα γι' αυτόν
το λόγο την αξιοπρέ
πειά μου. . . Πρόκειται για μια πάρα πολύ κωμική ιστορία,
εξοχότατε, και θα δείτε πως θα σκάσετε στα γέλια. . . Βλέπετε πως
ταπεινώνομαι, ταπεινώνο μαι εγώ ο ίδιος γιατί έτσι το θέλω. . .
Βλέπετε μπροστά σας έναν ζηλιάρη. Ναι, σκότωσα το Φίλο... Αλλά...
θεέ μου, δεν ξέρω πια τι λέω... Αλλά πώς ήρθατω δω; Με μπέρδεψε
η νύχτα, εξοχότατε, ήταν σκοτεινά όλα... Συγνώμη, συχωρέστε με,
εξοχότατε. Σας παρακαλώ ταπεινά να με συχωρέσετε. Είμαι ένας
δυστυχισμένος σύζυγος και τίποτα περισσότερο. Αλλά μη νομίζετε
ότι είμαι ο εραστής. Η γυναίκα σας είναι ενάρετη γυναίκα. . . αν
μπορώ να μιλήσω έτσι. . . Είναι αγνή και αΘώΑ. Tι; Τι τολμάτε να
πείτε; φώναξε ο γέρος χτυπώντας το πόδι του. Τρελαθήκατε; Πώς
τολμάτε να μιλάτε έτσι για τη γυναίκα μου; Ληστή! Ληστή! Σκότωσε
το Φίλο και τολμά ακόμη. . . ξεφώνισε η κυρία και ξέσπασε σε
δάκρυα. Εξοχοτάτη! Εξοχοτάτη, δεν ξέρω τι λέγω, ξεφώνισε
τρομαγμένος ο Ιβάν Αντρέγεβιτς. Λέγω ανοησίες και τίποτα
παραπάνω. . . Αλλά εσείς θεωρείστε πως είμαι λίγο τρελός. . . Για
τ' όνομα του θεού. . . θεωρείστε με τρελό. . . Σας ορκίζομαι πως
έτσι μου παρέχετε μια μεγάλη εκδούλευση. . . ΘΑ σας είχα δώσει το
χέρι μου, αλλά δεν τολμώ. . . Δεν ήμουν μόνος. . . Εγώ είμαι ο
θείος. . . Δηλαδή θέλω να πω
¦ πως δεν μπορεί κανείς εμένα να με πάρει για τον εραστή. Θεέ
μου! Παλαβομάρες λέω πάλι... Μην προσβάλεστε, εξοχοτάτη, είστε
μια γυναίκα και κα ταλαβαίνετε τι πάει να πει έρωτας. Είναι ένα
τέτοιο αίσθημα... Δηλαδή θέλω να πω πως εγώ είμαι γέρος, όχι. . .
καλύτερα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος και πως δεν μπορώ να είμαι
εραστής σας. Ο εραστής είναι ο Ρισαρδών, δηλαδή ο Λοβελάς. . .
λέω σαχλαμάρες. . . σαχλαμάρες. . . Αλλά βλέπετε, εξοχοτάτη,

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

είμαι μορφωμένος άνθρωπος και γνωρίζω τη φιλολογία. . . Αχ! πώς
χαίρομαι που έγινα αιτία να γελάσετε! θεέ μου, τι παράξενος
άνθρωπος, έκαμε η κυρία σκάζοντας στα γέλια. Πραγματικά... είναι
παράξενο, εξοχοτάτη, το πώς ήρθα. . . Αυτό μου φαίνεται
μυθιστόρημα. Στη μέση της νύχτας, μέσα στην πρωτεύουσα. . . ένας
άνθρωπος κάτω από το κρεβάτι. Τι γελοίο πράμα, ε; Είναι όπως ο
Ρενάλντο Ρεναλντίνι. . . ΜΑ δεν πειράζει, όλα αυτά δεν πειράζουν.
Εξοχότατε, θα σας φέρω ένα θαυμάσιο σκυλάκι, με μακριά μαλλιά,
κοντά πόδια. . . δεν μπορεί να κάνει δύο βήματα, δίχως να
σκοντάψει κάπου. θα σας το φέρω.. ΘΑ σας το φέρω το δίχως άλλο.
ναι.. ναι... χα! χα! χα! Τι αστείος που είναι. Εξοχότατε, τώρα
είμαι αληθινά ευτυχής. θα σας έδινα το χέρι, μα δεν τολμώ,
εξοχότατε. Καταλαβαίνω πως βρισκόμουν σε πλάνη, μα τώρα 59

ανοίγουν τα μάτια μου. Νομίζω πως η γυναίκα μου είναι αγνή και
καθαρή και άδικα την έχω υποπτευθεί. Η γυναίκα του! Η γυναίκα
του, φώναξε η κυρία και ξέσπασε σε γέλια. . . Εξοχοτάτη, η
γυναίκα μου τα φταίει όλα. . . Δηλαδή, εγώ είμαι ο ένοχος. . .
Την είχα υποψιαστεί. . . Ηξερα πως η συνάντηση θα γινόταν εδώ.. .
στο πάνω πάτωμα. Εκαμα λάθος. . . και κρύφτηκα κάτω από το
κρεβάτι. Χα! χα! ' Χα! χαΙ Αχ! Είμαι ευτυχής που βλέπω πως
όλοι είμαστε χαρούμενοι και συμφωνούμε. Η γυναίκα μου είναι αθώα.
Είμαι σχεδόν βέβαιος. Ψέματα, εξοχότατε. Χα! χα! ¦έρεις επιτέλους
ποια είναι αυτή, αγάπη μου, είπε ο γέρος, κρατώντας ξαφνικά τα
γέλια του. Χα! χα! Ποια λες να είναι; Είναι η όμορφη εκείνη
γυναικούλα που έκανε το μάτι στον κομψό νέο. Αυτή είναι η γυναίκα
που. Βάζω στοίχημα. ¦οχι! εξοχοτάτη, είμαι βέβαιος πως δεν είναι
αυτή ! Είμαι απολύτως βέβαιος. . . θεέ μου, χάνετε άδικα τον
καιρό σας εδώ, φώναξε η κυρία, σταματώντας να γελά. Τρέξτε εκεί
απανω. ΘΑ τους βρείτε. . . Ναι, εξοχότατε, τρέχω. . . Αλλά δε θα
βρω κανέναν. . . Είμαι εκ των προτέρων βέβαιος. Τώρα βρίσκεται
σπίτι. Εγώ είμαι ο ένοχος. Είμαι ένας ζηλιάρης, και να όλη η
ιστορία! Αλλά πιστεύετε, εξοχότατε, πως μπορώ ακόμη να τους πιάσω
σκαστούς; Χα! χα! χοιχοι Πηγαίνετε, πηγαίνετε και γυρνώντας
ελάτε να μας τα πείτε. Η καλύτερα, όχι! Ελάτε αύριο το πρωί. Αλλά
πάρτε τη μαζί σας. Οέλω να κάμω τη γνωριμία της. Χαίρετε,
εξοχότατε. Ενθουσιασμένος από τη γνωριμία σας. θα σας τη φέρω,
κύριε. Είμαι ευχαριστημένος, γιατί τελείωσε έτσι η υπόθεση. Και
το σκυλάκι, προπάντων, μην ξεχάσετε να μου φέρετε το σκυλάκι. θα
το φέρω, εξοχοτάτη, θα το φέρω, το δίχως άλλο, είπε ο Ιβάν
Αντρέγεβιτς, ξαναγυρνώντας πάλι στο δωμάτιο, γιατί τους είχε
αποχαιρετίσει κι έβγαινε πια έξω. θα σας το φέρω το δίχως άλλο.
Κι είναι τόσο όμορφο! γλυκύτατο σκυλάκι!... Είναι τόσο γουστόζο.
. . Κάθε φορά που πάει να κάνει ένα βήμα, μπλέκεται σε καμιά
τρίχα και σκοντάφτει. Λέω της γυναίκας μου: Αγαπούλα μου, γιατί
ολοένα πέφτει; Είναι τόσο μικρουλάκι, μου απαντά εκείνη. . . Σαν
να ήταν ζαχαρένιο! Χαίρετε, εξοχότατε... Πολύ ευτυχής για τη
γνωριμία σας. . . πάρα πολύ ευτυχής. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς χαιρέτησε
και βγήκε. Κύριε! Σας παρακαλώ! Περιμένετε. Ελάτε μέσα
φώναξε

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.

ο γέρος στον Ιβάν Αντρέγεβιτς που έφευγε. Δε μου λέτε, γυρεύω τη
γάτα μου, μήπως την είδατε κάτω από κρεβάτι, όσον καιρό μένατε
εκεί; Οχι, εξοχότατε, δεν την είδα. Εξάλλου θα ήμουν πολύ
ευτυχής και θα το θεωρούσα μεγάλη μου τιμή. . Είναι συναχωμένη η
γάτα μου αυτές τις μέρες. Ολοένα φτερνίζεται και πρέπει να της
τις βρέξω. Μάλιστα. . . βέβαια. . . εξοχότατε. . . μερικές φορές
οι τιμωρίες είναι απαραίτητες για τα κατοικίδια ζώα. λυτε τώρα
!. . . καλά !. . . καλά !. . . Οταν ο Ιβάν Αντρέγεβιτς βρέθηκε
στο δρόμο, περίμενε κάμποση ώρα να του έρθει αποπληξία. Εβγαλε το
καπέλο του, σκούπισε τον κρύο ιδρώτα που μούσκεψε το μέτωπό του,
έκλεισε τα μάτια του, σκέφθηκε λίγο κι ύστερα πήρε δρόμο για το
σπίτι. Ποια ήταν η έκπληξή του, όταν φτάνοντας σπίτι του έμαθε
πως η Γκλαφίνα Πετρόβνα είχε από ώρα γυρίσει απ' το θέατρο, πως
είχε πονόδοντο κι έστειλε να φωνάξουν το γιατρό και ν' αγοράσουν
βδέλλες και πως βρισκότανε τώρα στο κρεβάτι περιμένοντας τον
άντρα της. . . Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς, χτύπησε το κεφάλι του και
διέταξε να του ετοιμάσουν τα χρειαζούμενα, για να πλυθεί. Διέταξε
επίσης να του βουρτσίσουν τα ρού χα. Τέλος πήρε την απόφαση να
μπει στην κρεβατοκάμαρα της γυναίκας του. Πού είστε τόσες ώρες;
Κοιτάχτε λίγο τα χάλια σας. Με ζητούσατε πάλι δεξιά κι αριστερά;
Οέλατε να τσακώσετε το ραντεβού που έδωσα, στον δεν ξέρω ποιον;
Είναι ντροπή σας, κύριε, ντροπή σας. . . Σε λίγες μέρες ο κόσμος
θα σας δείχνει με το δάχτυλο. Αγαπίτσα μου... άρχισε να λέει ο
Ιβάν Αντρέγεβιτς. . . Αλλά συγκινήθηκε τόσο που αναγκάστηκε να
πάρει το μαντίλι από την τσέπη του. . . Τι έκπληξη όμωςl τι
ντροπήl τι φρίκηl όταν με το μαντίλι μαζί έπεσε από την τσέπη του
και το πτώμα του Φίλου. . . Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς δε θυμήθηκε πως
μέσα στην απελπισία του και τον τρόμο του τη στιγμή ακριβώς που
έβγαινε κάτω από κρεβάτι είχε χώσει το σκύλο στην τσέπη του, με
την απόμακρη ελπίδα ν' αποκρύ ψει τις αποδείξεις του εγκλήματός
του και να γλιτώσει έτσι τη δίκαιη τιμωρία. Τι είναι τούτο,
ξεφώνισε η γυναίκα... Ψόφιος σκύλος! θεέ μου! Πού το βρήκατε αυτό
το ψοφίμι; Μιλήστε γρήγορα! Πού είσαστε; Αγαπίτσα μου, άρχισε να
λέει ο Ιβάν Αντρέγεβιτς, πιο ψόφιος κι από το πτώμα του Φίλου, ¦¦
Αγαπίτσα μου. . . ¦¦.

ΜΑ εδώ αφήνουμε το φίλο μας, ως την
ερχόμενη φορά, γιατί από δω και πέρα αρχίζει μια άλλη ιστορίαα.
Μια μέρα θ' αποτελειώσουμε την εξιστόριση για τα όσα τράβηξε. Μα
ομολογήστε και σεις, κύριε, πως η ζήλια είναι ένα ασυγχώρητο
πάθος, κάτι παραπάνω μάλιστα, μια φοβερή πληγή.
ΤΕΛΟΣ.

Created with novaPDF Printer (www.novaPDF.com). Please register to remove this message.