You are on page 1of 14

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι.

ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
ΤΟΥ ΑΠΘ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
Ὑπότιτλος: Θεολογική-ἁγιοπνευματική προσέγγιση

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της – θεσμικές ἤ
χαρισματικές- ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστη-
ριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν
εὐχαριστιακῶς.
Καταρχήν, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά
της, προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ὀντολογία της καί ἐκφράζει ἰδιαι-
τέρως τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά κα-
τά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στόν Ὅρο τῆς Β΄
Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο
Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Στό ἑξῆς, ὁμολογοῦμε διά τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως μέ κάθε ἐ-
πισημότητα, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀπο-
στολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμ-
βολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί
κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες,
ἀλλά οὔτε μητέρες, ἀδελφές, θυγατέρες καί ἐγγονές ἐκκλησίες. Ἡ
ΜΙΑ και μόνη Ἐκκλησία, πού ὁμολογοῦμε, εἶναι ἡ πνευματική μητέρα
ὅλων τῶν μελῶν της. Ἡ ΜΙΑ Ἐκκλησία δηλαδή γεννᾶ μυστηριακῶς
«δι’ ὕδατος καί Πνεύματος» τά μέλη της, δέ γεννᾶ ἄλλες ἐκκλησί-
ες. Οἱ κατά τόπους Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν φανέρωση τῆς ΜΙΑΣ καί
μόνης Ἐκκλησίας. Αὐτό βεβαιώνεται βιβλικῶς ἀπό τόν Ἀπόστολο
Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος π.χ. στους Κορινθίους γράφει: «τῇ
Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ»1.
Ἀπό τή διατύπωση τοῦ Συμβόλου προκύπτει, ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς
θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰ-
διότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστε-
ώς μας. Καί πραγματικά, στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησί-
ας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετα-
κλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τό Χριστό,
διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ αὐ-
τήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή.
Παρά ταῦτα, ἡ ἑνότητα παραμένει γιά τά συγκεκριμένα καί ἐπώ-
νυμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἐποχῆς καί ζητούμενο βιωματικό.
Ὡς βιωματικό ζητούμενο ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της ἀποτελεῖ τό
προσωπικό ἄθλημα τῆς συνεργίας τους γιά τή δόκιμη παραμονή καί
τήν ἀσφαλῆ καρποφορία στό ζωντανό καί ζωοποιό, θεανθρώπινο
σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐν πάσῃ αἰσθήσει

1
Α΄ Κορ. 1,2.

1
ἑνότητα μέ τό Χριστό καί δι’ αὐτοῦ μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀλλά
καί μεταξύ μας, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἐναν-
θρωπήσαντος Θεοῦ γιά μᾶς, ὥστε νά γίνουμε ὄχι μόνον ἕνα σῶμα
μέ τό Χριστό, ἀλλά καί ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό2. Αὐτό ἐκ-
φράστηκε ἀπερίφραστα στήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ,
πού θά ἐξηγήσουμε στή συνέχεια τῆς Εἰσηγήσεώς μας.
Συγκεκριμένα, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται καί ἐκφαίνε-
ται θεσμικῶς στήν «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» πίστη, στήν διά τῆς ἐ-
νεργοῦ μετοχῆς στά θεῖα μυστήρια λατρεία καί στή διοίκηση τῆς
Ἐκκλησίας. Σέ κάθε περίπτωση ἡ παραπάνω τριπλῆ ἑνότητα θεμελι-
ώνεται καί ἀντλεῖται ἀπό τό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό προφη-
τικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς ἐκ-
φάνσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς
ἀλληλοεξαρτώμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μίας καί
πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σέ θεσμικό ὅσο καί
σέ βιωματικό-χαρισματικό ἐπίπεδο, χωρίς τήν ὀντολογικοῦ χαρα-
κτήρα διάκριση ἀνάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τίς ἄκτιστες ἐνέρ-
γειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παραμένει στήν πράξη οὐσιαστικά ἀκα-
τανόητη, ἀλλά καί θεολογικά ἀτεκμηρίωτη. Ἡ παραπάνω διάκριση,
ἀποτέλεσμα τοῦ χαρισματικοῦ καί ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς Ὀρθό-
δοξης Θεολογίας, ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως
τοῦ χαρακτήρα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί ἡ διάκρι-
ση αὐτή θά προϋποτίθεται ὁπωσδήποτε σ’ ὅλη τήν πραγμάτευση
τοῦ θέματός μας, θά τό διαπερνᾶ ἀξονικά καί θά διέπει νοηματικά
τά ἐπιμέρους λεγόμενά μας.

Α΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ


Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, δέν ἀποτε-
λεῖ μιά αὐτονομημένη καί ἀφηρημένη δογματική ἀλήθεια ἀνεξάρτη-
τη ἀπό τή ζωή της, ἀλλά ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἁγι-
οπνευματική ἐμπειρία της. Τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκ-
κλησία, γίνεται ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνε-
ται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότη-
τας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ καρπό
τῆς μεθέξεώς τους στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί συ-
νιστᾶ ἔκφραση ζωῆς τῆς ΜΙΑΣ καί πάντοτε ἑνιαίας Ἐκκλησίας, ὡς
ἀδιάσπαστης ἑνότητας καί τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συ-
νέπεια, οἱ θεολογικές-ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά
τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύ-
σταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται
οἱ πιστοί ὡς ὀργανικά μέλη του.
Οἱ πιστοί ὡς κατοικητήριο τῶν θείων προσώπων, χαρισματικῶς,
καλοῦνται νά ζοῦν κατά τό πρότυπο τῆς Τριαδικῆς ἑνότητας καί νά
ἐκφράζουν μέ τόν τρόπο αὐτό τήν κοινωνία καί μετοχή τους στή
ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη,
ἡ πραγμάτωση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς ἑνό-

2
Βλ. Ἐφ. 4, 4-5: «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς
κλήσεως ἡμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα».

2
τητας τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ καί τή μαρτυρία τους στόν
κόσμο: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί,
ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ μέ ἀπέ-
στειλας»3.
Στήν παραπάνω Ἀρχιερατική προσευχή ὁ Χριστός, κατά τόν Μέ-
γα Ἀθανάσιο, ζητεῖ ἀπό τόν Πατέρα του τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν
κατά τό ὑπόδειγμα τῆς δικῆς τους ἑνότητας. Βέβαια, ἐδῶ ἡ ἑνότη-
τα τῶν πιστῶν δέν ἀναφέρεται στή φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιατί
«μόνῃ τῇ φύσει πάντα μακράν ἐστιν αὐτοῦ»4. Ἡ ἑνότητα τῶν πι-
στῶν ὡς μελῶν τῆς μίας καί μοναδικῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται ὄχι
στή φύση ἀλλά στήν ἄκτιστη θεοποιό ἐνέργεια καί δόξα τοῦ Τριαδι-
κοῦ Θεοῦ. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἡ τεκμηρίωση τῆς θέσεως
αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν ἄμεση συνέχεια τῆς
Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, τό διατυπώνει ἀπερίφραστα: «Κἀγώ τήν
δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν·
ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γι-
νώσκει ὁ κόσμος ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς
ἐμέ ἠγάπησας»5. Στό χωρίο αὐτό βρίσκεται συμπυκνωμένα τό ἑρμη-
νευτικό «κλειδί» κατανοήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς βάσεως τῆς ἑ-
νότητας τῆς Ἐκκλησίας . Ἐκεῖνο πού ἑνοποιεῖ τούς πιστούς στήν
Ἐκκλησία, ἤ ἐκεῖνο πού κάνει τήν Ἐκκλησία ἕνα καί ἀδιάσπαστο, ὀρ-
γανικό, Θεανθρώπινο σῶμα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη θεοποιός δόξα
καί Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄκτιστη αὐτή θεότητα, πού συνέχει
καί τελειοποιεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἰκειώνεται χαρισματικά
καί παραμένει ἐσαεί λειτουργικά στήν Ἐκκλησία, μυστηριακῶς, χά-
ριν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ἡ κεφαλή τοῦ ἑνός Θεανθρωπίνου σώ-
ματος τῆς Ἐκκλησίας6. Στό σῶμα αὐτό πραγματώνεται ὀντολογι-
κῶς καί χαρισματικῶς τό «ἐγώ ἐν αὐτοῖς» τοῦ Χριστοῦ.
Κατά συνέπεια, ὁ ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἑνότητάς μας μέ τόν Τρι-
αδικό Θεό ἐν Χριστῷ εἶναι ἡ χαρισματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύ-
ματος μέσα μας ἐνεργῶς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Τρι-
αδικό Θεό δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, ἀλλά στό Ἅγιο
Πνεῦμα7. Πρακτικῶς, ἡ χαρισματική αὐτή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας
φανερώνεται μέ τή συμφωνία τῆς γνώμης καί τήν ὕπαρξη ἑνιαίου
φρονήματος σέ μᾶς8.
Ἄν ὅμως ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς μυστηριακοῦ καί Θεαν-
θρωπίνου σώματος, ἀλλά καί ἡ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους πιστῶν ὡς
μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας
τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πραγματοποιεῖται ἄμεσα καί προσωπικά ἀπό
τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό διά τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, τότε γίνεται εὔκολα κατανοητό ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι -Ρω-
μαιοκαθολικοί καί Προτεστάντες- πού σέ καμία περίπτωση δέν συνι-
στοῦν Ἐκκλησίες ἀλλά θρησκευτικές κοινότητες μέ ἐκκλησιαστικό
3
Ἰω. 17,21.
4
Κατά Ἀρειανῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269.
5
Ἰω. 17, 22-23.
6
Βλ. Ἐφ. 1, 22-23.
7
Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Kατά Ἀρειανῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦμά ἐστιν τό ἐν
τῷ Θεῷ τυγχάνον, καί οὐχ ἡμεῖς καθ’ ἑαυτούς».
8
Βλ. Κατά Ἀρειανῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269.

3
ὄνομα, ἀλλοιώνοντας διά τοῦ Filioque τήν ἀποστολική πίστη τῆς
Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό Θεό καί πρακτικῶς μή κάνοντας τή διά-
κριση ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στό Θεό, καθιστοῦν
ἀνέφικτη τήν ὀντολογικοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα ἑνότητά
τους μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μαζί μας ἐν Χριστῷ.
Ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἐπιδιωκόμενη μορφή ἑνότητας μέ τούς ἑτε-
ροδόξους, πού παρακάμπτει τίς παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις
γιά τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν», εἶναι στήν πραγματικότητα ἀ-
νέφικτη. Ὡστόσο ὅμως, οἱ «ἐκπρόσωποι» τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων
Ἐκκλησιῶν μέ τό συντονιστικό κέντρο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖ-
ο, ἐμφανίζονται νά ἔχουν ἄλλη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκ-
κλησίας. Εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι
στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ὑποβληθέντος Προσχεδίου τῆς Μικτῆς
Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκα-
θολικούς στήν Κύπρο, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μνημονεύεται ὅτι
στό συμφωνηθέν κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολι-
κοί καί Ὀρθόδοξοι κάνουν λόγο γιά «τήν ἐποχή τῆς ἀδιαίρετης Ἐκ-
κλησίας»9. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή προϋποθέτει γιά τά
μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. πώς σήμερα δέν ὑφίσταται ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία.
Καί ἑπομένως, σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, παρά τήν πίστη
τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁμολογοῦμε λεκτικά στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς
μας. Αὐτό ὅμως σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅλων ἐκείνων,
πού συνειδητά ὑποστηρίζουν ὅσα τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαλαμ-
βάνει γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἔμμεσα πλήν σα-
φῶς δέν ἀποδέχονται μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Οἰ-
κουμενικῆς Συνόδου.
Ἀλλά, ἤδη πολύ νωρίτερα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθη-
καν ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ
τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Τό Filioque κυοφορήθηκε καί φανερώθη-
κε στή Δύση, ὅταν ὑποχώρησε ἡ βίωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τῆς δικαιοδοσίας
τοῦ πάπα. Οὐσιαστικά τό Filioque ἀπετέλεσε τήν ἀποκρυστάλλωση
τῆς ἀποξενώσεως ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου Χάρι-
τος καί ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέσω τῆς ὁποίας πραγματο-
ποιεῖται ἡ ἄμεση καί ἀληθινή κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο στόν κατε-
ξοχήν φορέα τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δηλαδή στήν Ἐκ-
κλησία.
Κατά συνέπεια, ἐξαιτίας τῆς δογματικῆς διαφοροποιήσεως τῶν
Ρωμαιοκαθολικῶν ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά ὑφί-
σταται οὔτε οὐσιαστικά οὔτε τυπικά ἑνότητα μαζί τους. Ὡστόσο ὅ-
μως, τό δογματικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς παράδοξο εἶναι, ὅτι τό
Κείμενο τῆς Ραβέννας –συνεπές πρός τά προηγούμενα κοινά Κείμε-
να τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari, τοῦ Βάλαμο καί τοῦ Balamand– κάνει λό-
γο γιά κοινή ἀποστολική πίστη, κοινά μυστήρια καί ἐκκλησιακό χα-
ρακτήρα τῶν ἑτεροδόξων. Ἔτσι, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη
ἐντύπωση ὅτι μέ τό κοινό αὐτό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαψεύδεται ὁ
Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τά ἀποκομμένα ἀπό τήν ἄμ-
πελο κλήματα δέν μποροῦν νά φέρουν καρπό. Τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε.
9
Βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας & 41.

4
δηλαδή διαβεβαιώνουν στά κοινά Κείμενά τους, ὅτι παρά τίς αἱρετι-
κές ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅ-
τι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καί λογικῶς ὄν-
τως παράδοξο, πῶς οἱ «ἀντιπρόσωποι» τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν
Ἐκκλησιῶν προσποιοῦνται ὅτι δέν ἀντιλαμβάνονται ἤ πῶς συνειδη-
τά παραβλέπουν τό κολοσιαῖο δογματικό σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθο-
λικῶν γιά τόν κτιστό χαρακτήρα τῶν μυστηρίων τους, τό ὁποῖο
σφάλμα ἀκυρώνει κυριολεκτικά τόν παραπάνω ἰσχυρισμό τῶν Ρω-
μαιοκαθολικῶν, πού προσυπογράφουν καί οἱ Ὀρθόδοξοι «ἀντιπρό-
σωποι». Οἱ ἴδιοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μᾶς πιστοποιοῦν μέ τή δογματι-
κή διδασκαλία τους γιά τήν κτιστή Χάρη, ὅτι εἶναι ἐμπειρικῶς ἄμοι-
ροι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεαν-
θρώπινου χαρακτήρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητάς της. Κατά συ-
νέπεια, μέ τίς ὑφιστάμενες προϋποθέσεις εἶναι θεολογικῶς τελείως
ἄστοχο καί ἄσκοπο νά ἐπιχειρεῖται ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα ἑνό-
τητα μαζί τους. Εἶναι πρακτικῶς, ἄλλωστε, καί τελείως ἀνέφικτη
αὐτή ἡ ἑνότητα, ἐπειδή ἀντίκειται στίς θεολογικές προϋποθέσεις
τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ χαρακτήρα
της.

Β΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ


Ἡ ὁποιαδήποτε μορφή ἑνότητας στήν Ἐκκλησία, χωρίς τή λει-
τουργική καί εὐχαριστιακή ἑνότητα, εἶναι σίγουρα μιά ἀτελής ἑνό-
τητα. Ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, εἶναι
κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Μέ τά μυστήριά της ἡ Ἐκκλησία ἐν-
τάσσει τούς ἀνθρώπους στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τούς
συνέχει καί τούς ἑνοποιεῖ μέ τήν κεφαλή τοῦ σώματος ἀλλά καί με-
ταξύ τους. Τέλος, τούς κάνει ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν
Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ’ αὐτούς τή χαρι-
σματική θέωσή τους ἀνάλογα μέ τό βαθμό δεκτικότητάς τους, μέ
τρόπο δυναμικό, προοδευτικό καί ἀτελεύτητο στό πλαίσιο τῆς ἄκτι-
στης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνέσπερης καί ἀδιάδοχης ὀγδόης
ἡμέρας τοῦ μέλλοντα ἀΐδιου αἰώνα.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς συνόλου καί ἡ ἑνότητα τῶν πι-
στῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν αἰσθητή, ὁρατή φανέρωσή
της στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη κατά τή Θεία Λατρεία, καί εἰδικότε-
ρα καί κατεξοχήν κατά τή μετοχή τῶν πιστῶν στή Θεία Κοινωνία.
Τότε ἀκριβῶς, στό μέτρο τῆς καθαρότητας καί δεκτικότητάς μας
κοινωνοῦμε μέ τή μορφή ἀρραβώνα στήν ἄκτιστη βασιλεία τοῦ Χρι-
στοῦ. Τότε ἑνωνόμαστε πραγματικῶς, χαρισματικά, διά τῆς ἀκτί-
στου θεοποιοῦ Χάριτος καί ἐνεργείας, μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, μέ
τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀσώματους νοερούς νόες, μέ τούς ἀ-
πό αἰώνων εὐαρεστήσαντες τόν Θεό κεκοιμημένους δικαίους καί ἁ-
γίους, ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη πιστούς, πού εἶναι
ὀργανικά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δεκτικά τῆς ἀκτίστου
θεοποιοῦ Χάριτός Του. Εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ χαρακτηριστική ἡ αἰσθητή
-λεκτική καί ἀκουστική- ἐμπειρία τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως διά
τῆς ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι μόνο
στούς προαπελθόντες ἁγίους, ἀλλά ὀνομαστί καί στήν ἡγεσία τῆς

5
Ἐκκλησίας σήμερα, κατά τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Καθαγιασμοῦ
τῶν Τιμίων Δώρων.
Ἐδῶ ὅμως πρέπει νά δώσουμε κάποιες ἀπαραίτητες θεολογικές
διευκρινίσεις, ἐπειδή σήμερα κινδυνεύουμε ἀπό μία ὕποπτη, φιλτρα-
ρισμένη, μυστηριακή, θά ἔλεγα τολμηρά, εἰδωλολατρεία. Αὐτή προ-
ωθεῖται ἀπ’ ὅσους -γιά λόγους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερῶς
τή θεσμική ἔκφραση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐάν αὐτά
λειτουργοῦν ἀπροϋπόθετα, μαγικῶς καί μηχανιστικῶς, ἀκόμη καί ἐ-
κτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὅμως παραγνωρίζεται ἡ Πατερική θεώ-
ρηση τῶν μυστηρίων, ὡς ἐκφάνσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τά μυστήρια
εἶναι τά κλαδιά τοῦ δέντρου τῆς Ἐκκλησίας, τά μέλη τῆς καρδιᾶς
της, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτά παρέχουν τήν ἄ-
κτιστη ἑνοποιό δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τήν πραγμάτωση
καί τή βίωση τῆς ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἑνότητας τῶν πιστῶν-με-
λῶν ὑπό σαφεῖς ὅμως προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται κατεξο-
χήν στήν πιστή τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται διά τῆς ἀκτί-
στου θεοποιοῦ Χάριτος μυστηριακῶς καί ἰδιαίτερα διά τῆς Θείας
Εὐχαριστίας, ὄχι ὅμως μηχανιστικῶς καί ἀπροϋποθέτως. Ἀπεναντί-
ας, ἡ χαρισματική ἕνωση προϋποθέτει ἀπό τούς πιστούς τήν καθα-
ρότητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἐλεύθερη συνεργία τους καί τό αὐτό
φρόνημα ὡς πρός τήν πίστη. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δοξάζεται ὀρθά στό
πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας, μόνον ὅταν ἡ δοξολογία γίνεται «ἐν ἑ-
νί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει ὄχι μόνο μία
πίστη, ἀλλά καί μία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωή. Αὐτό εἶναι θεολογικῶς
εὐνόητο, γιατί ὁ Θεός ὡς αὐτοδόξαστος, μπορεῖ πρακτικῶς νά δο-
ξάζεται πραγματικά καί ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐνερ-
γεῖ ἐντός μας διά τοῦ Πνεύματός Του. Αὐτό ὅμως συμβαίνει, μόνον
ὅταν ἔχουμε ἐνεργό ἐντός μας τό δικό Του Πνεῦμα, πού λάβαμε κα-
τά τήν προσωπική μας Πεντηκοστή στό ἅγιο Χρίσμα.
Ὅταν ὅμως συμβαίνει μερικά ἡγετικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά ἔ-
χουν ἄλλο φρόνημα, καί μάλιστα ἀντίθετο μέ τή δογματική συνείδη-
ση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰ-
κουμενικῶν Συνόδων, καί πολλές φορές ἀντίθετα μέ τό Συνοδικό
Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, τήν ὁποία συνειδητά παραγκωνίζουν, τότε
προφανῶς ἡ ἑνότητα τῆς ἡγεσίας αὐτῆς μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή
τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζεται λειτουργικῶς προβληματική. Τότε ἡ ἡ-
γεσία αὐτή γίνεται γενεσιουργός αἰτία πολλῶν προσκομμάτων, σχι-
σμάτων κ.λπ.
Ἰδιαίτερα προβληματική γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή λα-
τρεία ἐμφανίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκρι-
μένη ἡγεσία, πού μνημονεύεται στή Θεία Εὐχαριστία, συμβαίνει νά
φρονεῖ, νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται κατά τρόπο ἀσύμβατο πρός τό
γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ὅταν συμβαίνει, ἡγετικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά προβαίνουν σέ
συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά ἀποδέχονται, ἔστω καί
σιωπηρῶς, τά κοινά Κείμενα πού ὑπογράφουν οἱ «ἀντιπρόσωποί»
τους μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅταν δηλαδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς -στήν
πράξη- θεωροῦν ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι συνιστοῦν ἐκκλησίες, μέ τήν ἐκ-

6
κλησιολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί ὅτι ἔχουν κατά συνέπεια γνήσια
μυστήρια, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται
δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος καί ἐνεργείας τῶν
μυστηρίων, ἀδειάζοντας ἔτσι κυριολεκτικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλη-
σίας καί τόν Θεανθρώπινο χαρακτήρα της καί ὑποβιβάζοντάς το σέ
καθαρά ἀνθρώπινο ὀργανισμό, τότε ἀσφαλῶς φαλκιδεύεται σέ κά-
ποιο βαθμό ἡ ἑνότητα τῆς συγκεκριμένης ἡγεσίας μέ τήν Ἐκκλησία
καθεαυτήν. Πρακτικῶς, τότε ἡ ἐπιδιωκόμενη ἑνότητα αὐτῆς τῆς ἡ-
γεσίας ἐξαντλεῖται στό κτιστό καί ἀνθρώπινο ἐπίπεδο. Τότε αὐτή ἡ
ἑνότητα δέν συμπεριλαμβάνει στήν πραγματικότητα τόν Τριαδικό
Θεό, ἀφοῦ οἱ πρός ἑνότητα Ρωμαιοκαθολικοί ἐξακολουθοῦν νά ἀρ-
νοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος,
πού ὡς θεότητα γεφυρώνει ὀντολογικῶς τό χάσμα ἀνάμεσα στόν ἄ-
κτιστο Τριαδικό Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως, καταργεῖ-
ται στήν πράξη ἡ Θεία Κοινωνία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό
ἄνθρωπο. Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει ἡ ζωή μας ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλη-
σίας νά μήν εἶναι συμβατή μέ τό φρόνημα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησί-
ας, τότε ἡ ἐμφανιζόμενη κατά τή Θεία Λατρεία θεσμική ἑνότητά
μας εἶναι ἐξωτερική καί συμβατική. Σαφῶς δέν εἶναι ἐκείνη, πού ὁ
Χριστός ζήτησε ἀπό τό Θεό Πατέρα στήν Ἀρχιερατική προσευχή
Του, ἐπειδή δέ λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη αὐτή ἡ ἑνότητα τίς θεολογι-
κές καί ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκείωση καί τήν ἐν
πάσῃ αἰσθήσει βίωσή της.
Ἀτυχῶς ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, σέ συνδυασμό μέ τά
προβληματικά θεολογικῶς οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, στό πλαίσιο
τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔγινε αἰτία γιά τή διασάλευση τῆς λα-
τρευτικῆς καί διοικητικῆς ἑνότητας τῶν νεοημερολογιτῶν μέ τούς
Ὀρθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές. Μέ τούς παλαιοημερο-
λογίτες Ὀρθοδόξους ἔχουμε κοινή πίστη. Μ’ αὐτούς ὅμως δέν
γίνεται καμμία προσπάθεια ἑνότητας. Γιατί αὐτή ἡ μεροληπτική τα-
κτική; Γιατί τόση ἐπιμονή στήν ἕνωση μέ ἑτεροδόξους, πού δέν ἀφί-
στανται τῶν αἱρέσεών τους; Γιατί δέν ὑπάρχει καμμιά διάθεση ἑνό-
τητας μέ τούς παλαιοημερολογίτες καί γιατί ἀντ’ αὐτῆς ὑπάρχει δι-
ωγμός ἐναντίον τους;
Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι τό πρόβλημα αὐτό θά πρέπει νά ἀπασχο-
λήσει θεολογικά καί ἀγαπητικά τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφό-
σον συμβαίνει νά εἶναι κοινή μεταξύ μας ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ κατα-
γραμμένη μετά τό 1920 ἐκκλησιαστική ἱστορία μας μπορεῖ νά βοη-
θήσει ἀμοιβαίως σέ αὐτοκριτική γύρω ἀπό τό πρόβλημα τοῦ Οἰκου-
μενισμοῦ μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητας καί
κοινωνίας μεταξύ μας.

Γ΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ


Ἡ ἑνότητα στή διοίκηση ἀναφέρεται συγκεκριμένα στήν ἱεροκα-
νονική καί ὀργανωτική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει τή θεολογι-
κή θεμελίωσή της οὐσιαστικά στό βασιλικό-ποιμαντικό ἀξίωμα τοῦ
Χριστοῦ.

7
Εἰδικότερα, ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας σχετίζεται
ἄμεσα μέ τήν παραδοσιακή δομή της, τήν ἐσχατολογικοῦ χαρακτή-
ρα ὀντολογία της, ἀλλά καί τήν χαρισματικοῦ χαρακτήρα ταυτότη-
τά της. Ἐκτροπή ἀπό τή θεσμική ἀποδοχή της συνιστοῦν οἱ παγιω-
μένες αἱρέσεις καί τά παγιωμένα ἐκκλησιαστικά σχίσματα.
Ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν ἐκφράζεται, ὅπως
εἴπαμε ἤδη, μυστηριακῶς κατά τήν Θεία Λατρεία καί πιό συγκεκρι-
μένα καί κατεξοχήν στή Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, ἐξίσου ἡ ὁρατή ἑ-
νότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται διαχρονικά ἀδιαμφισβητήτως
στήν κορυφαία διοικητική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς Οἰκου-
μενικές Συνόδους. Σ’ αὐτές διατυπώνεται συνοδικῶς καί ἀλαθήτως
–μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια- τό φρόνημα τῆς Θεανθρώπινης κεφαλῆς
τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ ἕνα εἶ-
ναι τό θέλημα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτός ἀκριβῶς ὁ χαρακτήρας τοῦ περιεχομένου τῆς συνοδικῆς ἐκ-
φράσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διασώζεται στή χαρακτηριστική δια-
τύπωση αὐτῶν τῶν Συνόδων, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ διατύπωση στήν Ἀ-
ποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων: «ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ
καί ἡμῖν»10, ἤ ὅπως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους: «ἑπόμενοι τοίνυν
τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Ἔτσι, τό ἕνα φρόνημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκ-
κλησίας διασφαλίζεται ἀπό τό φρόνημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού
ἔχει καταστεῖ ἐνεργό στά ἐπιμέρους μέλη τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλη-
σίας. Καί αὐτό πιστοποιεῖται ἀντικειμενικά, ἐφόσον οἱ ἱεράρχες ἐκ-
φραζόμενοι ταπεινά ἐναρμονίζουν καί ταυτίζουν τήν γνώμη τους μέ
τό φρόνημα τῶν προγενεστέρων ἁγίων. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κάθε
σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνη καί «ἑπομένη
τοῖς ἁγίοις πατράσι». Διαφορετικά, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφανσή της
θά εἶναι ὄχι μόνον θεσμικά ἀλλά καί οὐσιαστικά μετέωρη.
«Κλειδί» γιά τή διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματος
τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει ἡ διοίκηση τῆς ἐπιμέρους τοπικῆς ἤ
τῆς σύνολης Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δογματική συνείδηση τοῦ πληρώμα-
τος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν τῆς ὅ-
λης Ἐκκλησίας ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας.
Σέ τελευταία ἀνάλυση δηλαδή καί αὐτή ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πα-
νορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν με-
λῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰδικότερα ἀπό τή δογματική συνείδηση
τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό τελευταῖο τοῦτο παρέχει προσ-
διοριστική σημασία στήν ἑνότητα τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, τό ὁ-
ποῖο ἐκφράζεται ἀδιαμφισβήτως θεσμικά ἀπό τήν ἀνώτατη ἡγεσία
τῆς ὅλης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο μιᾶς Πανορθοδόξου ἤ Οἰκουμενι-
κῆς Συνόδου, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ὅλες οἱ ἀποφάσεις τους ἔχουν
ληφθεῖ πραγματικά συνοδικῶς καί δέν ἀποτελοῦν ἀποφάσεις μόνον
τῶν Προκαθημένων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση
τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται θεσμικά μέν, ἀλλά ὄχι μηχανιστικά
καί δημοκρατικά. Διασφαλίζεται μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τοῦτο
πρακτικῶς σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔ-
χει ὀντολογικές καί εἰδικότερα ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις.
10
Πρξ. 15,28.

8
Προϋποθέτει δηλαδή τήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν στό μυ-
στηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωση τῆς
παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὡς ἄκτιστη θεοποιός Χάρη συ-
νέχει τό μυστηριακό σῶμα καί γεφυρώνει χαρισματικῶς καί ὑπαρ-
ξιακῶς (ὀντολογικῶς) τά κτιστά μέλη μέ τήν ἄκτιστη θεότητα τῆς
Θεανθρώπινης Κεφαλῆς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι θεολογικῶς θεμιτό καί πνευματικῶς ἐπιβε-
βλημένο ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός νά μπορεῖ νά ἀμφισβητεῖ τήν θεσμι-
κῶς ἐκφρασθείσα συνοδική ἀπόφανση τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως
τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μέ βεβαιότητα διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ συγ-
κεκριμένη ἀπόφανση δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ση-
μειωτέον, ὅτι μέ τή στάση του αὐτή συνεχίζει νά παραμένει ὁ ἴδιος
ἑνωμένος μέ τήν Κεφαλή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ
τήν ὅλη Ἐκκλησία.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή διοίκησή της δέ διασφαλίζεται
μηχανιστικῶς μέ τόν ἁγιοπνευματικό πράγματι θεσμό τῆς Συνοδικό-
τητας. Προϋποθέτει ὁπωσδήποτε καί τό αὐτό ἁγιοπνευματικό φρό-
νημα τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων. Ἄλλωστε, ἀληθινά συνοδικός κατά
τό γράμμα καί κυρίως κατά τό πνεῦμα τῆς λέξεως εἶναι αὐτός πού
βρίσκεται μαζί στήν ὁδό, ἡ ὁποία ὁδός στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ
ὑποστατική Ὁδός, ὁ Χριστός. Εἶναι δέ μαζί Του ὁ συνοδικός ὄχι ἁ-
πλῶς τυπικῶς καί θεσμικῶς, ἀλλά κυρίως οὐσιαστικῶς καί ἐνεργῶς
μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μόνον ὅταν ἔχει ὄντως «νοῦν Χριστοῦ».
Πρακτικῶς, αὐτό συμβαίνει μόνον ὅταν ἔχει προηγουμένως ὁ νοῦς
του καθαρότητα μέ τό θεῖο καί θεοπτικό φῶς.
Ἀπό τά παραπάνω εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας
γενικότερα -ἀλλά καί εἰδικά στή διοίκησή της- δέ διασφαλίζεται ἀ-
πό τόν Πρῶτο καί Πρόεδρο τῆς ὁποιασδήποτε συνόδου, ἀλλά οὔτε
καί ἀπό τό πλῆθος τῶν ἐπισκόπων, ὅταν συμβαίνει αὐτοί νά ὑπηρε-
τοῦν πρόσωπα «ἡγουμένων» τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά εἶναι
ἀρεστοί σ’ αὐτούς.
Ἄν ὅμως θεωρήσουμε τόν ἑκάστοτε Πρῶτο στή διοικητική ἱε-
ραρχία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκφραστή καί ἐγγυητή τῆς ἑνότητάς της
–τόσο κατά τήν πρώτη χιλιετία, λ.χ. τόν πάπα, ὅπως θέλουν οἱ Ρω-
μαιοκαθολικοί, ὅσο καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, στό πλαίσιο τῆς
Ὀρθοδοξίας, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὅπως φαίνεται νά εἰση-
γοῦνται κάποια ἐπώνυμα κείμενα τελευταίως- τότε ἀναπόφευκτα θά
πρέπει νά δεχθοῦμε, ὅτι καί κάποιοι Πρῶτοι καταδικασθέντες ὡς
αἱρετικοί, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή, διασφάλιζαν τήν ἑ-
νότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεσή τους, ἐνόσω βρίσκονταν στήν
διοικητική θεσμικά θέση τους. Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε ὅτι ἡ ἑνότη-
τα διασφαλίζονταν μηχανιστικά, ἐρήμην τῆς ἐσφαλμένης προσωπι-
κῆς πίστεως τῶν Πρώτων. Ἀλλά θά σήμαινε ἀκόμη ὅτι ἡ ἑνότητα
τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ὀντολογικό καί ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα,
ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ὑφίσταται εἴτε διηρημένη εἴτε ἐν αἱρέ-
σει. Κάτι τέτοιο ὅμως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν δογματι-
κῶς ὁριοθετηθείσα πίστη, πού ἐκφράζουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστε-
ως γιά τή ΜΙΑ Ἐκκλησία.

9
Τό κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007, &41) φαίνεται νά ὑποστη-
ρίζει ἔμμεσα πλήν σαφῶς τό θεσμό τοῦ Πρωτείου μέ ἰσχύ ἐφόλης
τῆς Ἐκκλησίας, παρά τή διαφορετική κατανόησή του σ’ Ἀνατολή καί
Δύση κατά τήν πρώτη χιλιετία. Ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε, στούς σχετι-
κούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γίνεται λόγος γιά «Πρε-
σβεῖα τιμῆς» καί ὄχι γιά Πρωτεῖο διοικητικῆς ἐξουσίας σέ παγκό-
σμιο ἐπίπεδο. Ἡ ὅποια ἀναφορά σέ «Πρῶτο»11 περιορίζει τίς διοικη-
τικές ἁρμοδιότητές του σέ αὐστηρά τοπικό-ἐπαρχιακό ἐπίπεδο.
Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι δέν εἶναι θεολογικῶς καί πατερικῶς12 ἐ-
πιτρεπτό νά κάνουμε θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς
γιά Πρωτεῖο τοῦ πάπα ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί κατά τήν
πρώτη χιλιετία, ἐνόσῳ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς
Ἐκκλησίας παραμένοντας ἕως σήμερα σταθερά στίς αἱρετικές θέ-
σεις τους γιά τό Filioque καί τήν κτιστή θεία Χάρη, σέ συνδυασμό
μέ τό Πρωτεῖο καί τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα.

Δ΄ ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩ-


ΤΕΙΟΥ
Ἄν προσεγγίσουμε ἱστορικοδογματικά τό παπικό Πρωτεῖο καί τό
Filioque, παρατηροῦμε ὅτι ἡ ἐμφάνιση καί ἡ ἐξέλιξή τους εἶναι πα-
ράλληλες. Οἱ δύο αὐτές δογματικοῦ χαρακτήρα ἐκτροπές συμπο-
ρεύονται ἱστορικά.
Ἡ ἱστορική ἀφετηρία τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἐντοπίζεται στόν Δ΄
αἰώνα, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή. Ἤδη στή Δυτική σύνο-
δο τοῦ 371 ὑποστηρίζεται, ὅτι οἱ σύνοδοι χωρίς τή συγκατάθεση
τοῦ πάπα εἶναι ἄκυρες. Στήν Ἀνατολή ὁ Μ. Βασίλειος κάνει λόγο γιά
τήν «ἐπηρμένη παπική ὀφρύ», ἐνῶ τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων μᾶς πληροφοροῦν γιά τίς παπικές ἀξιώσεις, πού διαβιβά-
ζουν οἱ παπικοί ἀντιπρόσωποι μέχρι καί τήν Η΄ Οἰκουμενική
(879/880) ἐπί Πατριάρχου Φωτίου. Εἶναι διεθνῶς ἱστορικά ἐπιβεβαι-
ωμένο, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή οὐδέποτε ἀνεγνώρισε στόν ἐπίσκο-
πο Ρώμης Πρωτεῖο διοικητικῆς δικαιοδοσίας καί ἐξουσίας οὔτε στή
θεωρία οὔτε στήν πράξη, παρά μόνον «Πρεσβεῖα τιμῆς», πού σημαί-
νει, ὅτι ἦταν πρῶτος μεταξύ ἴσων, “primus inter paris”13. Τέλος, ἡ
ἄρνηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς νά ὑποταχθεῖ στίς ἀξιώσεις τῶν
Δυτικῶν περί πρωτείου ἐξουσίας σ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία ἔγινε ἡ ἀφορ-
μή γιά ἀπόσχιση τῶν Παπικῶν τό 1054 ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Στίς ἑνωτικές προσπάθειες πού ἀκολούθησαν ἡ Δύση ἐπιχειροῦ-
σε νά ἐπιβάλει πάντοτε στήν Ἀνατολή τήν μοναρχικοῦ τύπου Ἐκκλη-
σιολογία της, μέ βάση τήν ὁποία ὁ πάπας θά ἔπρεπε νά θεωρεῖται
ὡς ἡ μόνη ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ δογματική κατοχύρωση τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἔγινε ἐπισήμως
στήν Α΄ Βατικανή Σύνοδο (1870). Στήν Σύνοδο αὐτή μαζί μέ τό Ἀλά-
θητο τοῦ πάπα καθορίστηκε τό ἀκριβές περιεχόμενο τοῦ Πρωτείου,
πού νοεῖται ὡς διοικητική ἐξουσία σ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία, μέ προοπτι-
κή τή διαφύλαξη τῆς ὀρθῆς πίστεως. Εἶναι λοιπόν προφανές, ὅτι τό
παπικό Πρωτεῖο ἀποτελεῖ δομικό συστατικό στοιχεῖο τοῦ Παπισμοῦ
11
Βλ. 34ος Ἀποστ. Κανόνας, 2ος καί 3ος τῆς Β΄ Οἰκ. καί 28ος τῆς Δ΄ Οἰκ.
12
Βλ. ἐνδεικτικῶς Μ. Ἀθανάσιο καί ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ.
13
Βλ. 28ο Κανόνα Δ΄ Οἰκ. Συνόδου.

10
καί μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας του, μέ τήν ἔννοια ὅτι χω-
ρίς αὐτό δέν εἶναι δυνατή ἡ πλήρης ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἡ δογ-
ματική ἀφετηρία τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἀνάγεται διά τοῦ Ἀποστό-
λου Πέτρου στόν ἴδιο τό Χριστό.
Τήν παραπάνω μοναρχική Ἐκκλησιολογία τῆς Α΄ Βατικανῆς ἐπι-
χείρησε νά μετριάσει ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965) μέ τήν εἰ-
σαγωγή μιᾶς ἰδιότυπης Ἐκκλησιολογίας τῆς κοινωνίας (communio),
πού ἀναφέρεται στή συλλογικότητα τῶν ἐπισκόπων14. Μέ βάση τή
Β΄ Βατικανή Σύνοδο ἀποκλείεται κάθε δυνατότητα δράσεως τοῦ ἐ-
πισκοπικοῦ σώματος χωρίς τόν ἐπικεφαλῆς του. Αὐτό ἐνεργεῖ συλ-
λογικά μόνο σέ κοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ὁ πάπας τοποθε-
τεῖται κατά κάποιο τρόπο «ὑπεράνω τοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος», ὑ-
πό τήν ἰδιότητα τοῦ «τοποτηρητοῦ τοῦ Χριστοῦ» (vicarius Christi).
Στήν πραγματικότητα φαίνεται νά ἰσχύει μιά διπλῆ ὑπέρτατη διοι-
κητική ἀρχή: Ἀπό τή μία εἶναι ὁ σύλλογος τῶν ἐπισκόπων μέ ἐπικε-
φαλῆς τόν πάπα, καί ἀπό τήν ἄλλη εἶναι μόνη ἡ κεφαλή. Εἶναι ὅμως
ἰδιαίτερα σημαντικό, ὅτι πολύ συχνά ἡ Σύνοδος ἐπαναλαμβάνει ὅτι
ὁ πάπας μπορεῖ νά ἀσκεῖ τή διακονία του «μόνος».
Εἶναι λοιπόν προφανές, ὅτι οὐσιαστικά δέν ἐπιτεύχθηκε ἡ ἁρμο-
νία ἀνάμεσα στόν Παπισμό καί τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα. Οἱ δύο Ἐκκλη-
σιολογίες τοποθετήθηκαν ἡ μία δίπλα στήν ἄλλη σέ μιά προβλημα-
τική ἄρθρωση. Ἡ ἱστορία ἀπέδειξε τήν ἀπόλυτη ἀντιπαλότητα τῶν
δύο Ἐκκλησιολογιῶν στή Δύση. Ἡ πρόβλεψη πάντως τῶν Δυτικῶν
θεολόγων σήμερα εἶναι, ὅτι μᾶλλον θεωρητικῶς καί πρακτικῶς θά
δοῦμε καί πάλι νά ἐπιβάλλεται μιά καθαρά μοναρχιανική Ἐκκλησιο-
λογία, ἡ ὁποία θά ἀπωθήσει τίς μορφές συλλογικότητας καί συνοδι-
κότητας, πού πρόσφατα ἐπανεμφανίστηκαν στό προσκήνιο15.
Ὅπως γίνεται εὔκολα κατανοητό ἀπό τά παραπάνω, τό παπικό
Πρωτεῖο -σέ συνδυασμό μάλιστα μέ τό παπικό Ἀλάθητο- καθιστᾶ θε-
ωρητικῶς καί πρακτικῶς τελείως ἀδύνατη τήν καταδίκη τοῦ πάπα
σέ περίπτωση δογματικῶν σφαλμάτων του. Αὐτό καί μόνο βεβαιώ-
νει τήν ἐκκλησιολογικοῦ χαρακτήρα στρέβλωση τῆς συνοδικότητας
τῶν ἐπισκόπων, καί σαφῶς ἀντιβαίνει στήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρί-
α τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε θεσμικά ἀπό τήν Ἀποστο-
λική Σύνοδο καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Τό Πρωτεῖο, ὅπως νοη-
ματοδοτήθηκε στή Δύση, ὄχι μόνο δέν ὑπηρέτησε τήν ἑνότητα τῆς
Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντίθετα κυοφόρησε διασπαστικές τάσεις καί τε-
λικά πυροδότησε τήν ἔκπτωση τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία, σέ
συνδυασμό βέβαια καί μέ τίς ἄλλες ἀποκλίσεις ἀπό τή δογματική
διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου
συνδέονται ἄρρηκτα μέ τό ἱστορικά σύγχρονό του Filioque, τό ὁποῖο
μάλιστα χρονικά προηγήθηκε στή θεσμοποίησή του, ἀφοῦ ἤδη ἀπό
τόν ΣΤ΄ αἰώνα υἱοθετήθηκε στή Δύση ἀπό τή Σύνοδο τοῦ Τολέδου
(547) καί προστέθηκε μέ τοπική ἰσχύ στό Σύμβολο Νικαίας-Κων/πό-

14
Συνοδικός Ὅρος “Lumen Gentium” (Φῶς Ἐθνῶν) ἀρ. 22.
15
Βλ. σχετικῶς, K. Schatz, Τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἡ ἱστορία του ἀπό τίς ἀπαρχές
μέχρι σήμερα (Μετάφρ. Μ. Ροῦσσος – Μηλιδώνης), Ἀθήνα 2005, σ. 245-247.

11
λεως (589). Οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις τοῦ Πρωτείου
θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν πρωτίστως στήν Πνευματολογία τῆς Δύ-
σεως. Εἰδικότερα, στή ζωή καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας στή Δύση
ἀτονεῖ ὁ πνευματολογικός παράγοντας, μέ ἀποτέλεσμα νά υἱοθετεῖ-
ται τό Filioque, τό ὁποῖο ὑποβιβάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί σέ δογμα-
τικό-θεωρητικό ἐπίπεδο. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει παράλληλα καί
μέ τό παπικό Πρωτεῖο, τό ὁποῖο φανερώνει θεολογικά στήν πράξη
τή μείωση τῆς χαρισματικῆς διαστάσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τή μεί-
ωση τῆς σημασίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα σ’ αὐτήν, ἐκφράζον-
τας συμπυκνωμένα τόν τρόπο ὀργανώσεως τοῦ Ρωμαιοκαθολικι-
σμοῦ μέ τό συγκεντρωτικό καί ἱεροκρατικό χαρακτήρα του καί τήν
κυριαρχική ἐξουσία του στόν κλῆρο καί τό λαό.
Ἀκόμη πιό συγκεκριμένα, οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋποθέ-
σεις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἔχουν σαφῆ πνευματολογικό χαρακτήρα
γιά τόν ἑξῆς λόγο. Οἱ Δυτικοί, πολύ νωρίς, καί πάντως σταδιακά ὅ-
λο καί περισσότερο, ἀλλοτριώθηκαν ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία
τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, πού ἀφορᾶ στή χαρισματική παρουσία
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ Χρι-
στοῦ θά ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία μετά τήν Πεντηκοστή «εἰς πᾶσαν τήν
ἀλήθειαν», καί θά ἐγγυᾶται πρακτικῶς διά τῆς ἀοράτου καί ἐν πάσῃ
αἰσθήσει παρουσίας Του τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν Ἀρ-
χιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Δυτική Χριστιανοσύνη δηλαδή
ἔχασε τή βιωματική ἐμπειρία τῆς ἑνότητας μέ τήν ἄκτιστη θεία δό-
ξα καί θεοποιό Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος16. Ἡ ἐκκλησιολογική δο-
μή τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, στήν ὁποία άναφερθήκαμε, βεβαιώνει
τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ἡ δομή αὐτή, μέ θεμελιακό συστατικό στοι-
χεῖο τό Πρωτεῖο, δέν ἐπιτρέπει τή χαρισματική λειτουργία τοῦ
Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, ἀφοῦ ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια καί Θεανθρώ-
πινη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὑποκαταστάθηκε ἀπό τήν κτιστή πα-
ρουσία τοῦ «τοποτηρητῆ» της, τοῦ πάπα, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀγνοή-
θηκε προκλητικά ἡ ἀναφορά στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος17.
Μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν κάνουν διάκριση ἀ-
νάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐ-
ξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι δέν ἔχουν βιωματική ἐμπειρία τῆς χαρι-
σματικῆς παρουσίας τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας καί Χάριτος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος -ἐξ οὗ καί ἡ περί κτιστῆς Χάριτος δογματική διδασκαλία
τους- ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν θεολογικῶς τήν ἀόρατη παρουσία
τοῦ Θεανθρώπου ὡς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν ἀόρατη
παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία ὀντολογικῶς, κατά
τήν ἄκτιστη καί θεοποιό ἐνέργειά Του, ὡς ἐγγυητοῦ τῆς ἀλήθειάς
της ἕως τῆς συντελείας. Λόγω ἐλλείψεως τῶν παραπάνω θεολογι-
κῶν προϋποθέσεων οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν
θεολογικῶς πῶς θά ἐμφανίσει ὁ Χριστός ἀοράτως τόν ἑαυτό Του
στά ζῶντα μέλη τοῦ μυστηριακοῦ σώματός Του καί ὄχι στόν ἄλλο
κόσμο, ἀλλά καί πῶς θά εἶναι ἀοράτως παρούσα ἡ ἐντός τῶν πι-
16
Ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή σήμερα –στό μέτρο πού γνωρίζουμε- ἔχει
ἀποκλίνει σαφῶς ἀπό τήν πιστή τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, μέ συνέπεια νά
ἐμφανίζει στό πρακτικό πεδίο μία εἰκόνα ἐκκοσμικευμένης καί διεφθαρμένης
ζωῆς.
17
Βλ. Πρακτικά Β΄ Βατικανῆς Συνόδου.

12
στῶν ἄκτιστη βασιλεία Του, μή ἐρχομένη «μετά παρατηρήσεως»,
ὃπως λέει ὁ Χριστός18, γιά ὅσους δέν ἔχουν ἐνεργά πνευματικά αἰ-
σθητήρια.
Ἐδῶ ὅμως γεννᾶται εὔλογα τό θεολογικό ἐρώτημα: Ποιά εἶναι ἡ
πρωτογενής αἰτία γι’ αὐτή τή θεολογική σύγχυση καί ἀταξία, ἡ ὁ-
ποία ἐκβάλλει ἄμεσα στήν Ἐκκλησιολογία καί πρακτικῶς στή ζωή
τῆς Ἐκκλησίας μέ σωτηριολογικές πλέον συνέπειες;
Τό παπικό Πρωτεῖο, εἴτε μέ τήν ἀπροκάλυπτη ἔννοια τῆς ἐξουσί-
ας εἴτε μέ τό προκάλυμμα τῆς διακονίας19 στή διοίκηση τῆς Ἐκκλη-
σίας, ἔχει ὡς πρωτογενῆ αἰτία τόν ἐγωισμό, τήν κενοδοξία καί τήν
ὑπερηφάνεια, πού ἀπό τή φύση τους εἶναι κακίες διασπαστικές τῆς
ἑνότητας, ὁποιασδήποτε μορφῆς. Ὁ ποικιλόμορφος ἐγωισμός εἶναι ἡ
πρωτογενής αἰτία κάθε ἑτεροδιδασκαλίας, κατά τή μαρτυρία τῆς
Ἁγίας Γραφῆς20. Αὐτός φουσκώνει καί διαφθείρει τό νοῦ καί τόν ὁ-
δηγεῖ στήν ἔκπτωση ἀπό τή ΜΙΑ καί πάντοτε ἑνιαία Ἐκκλησία. Ἡ ἴ-
δια πρωτογενής αἰτία, ἄλλωστε, ἀπέσπασε τόσο τόν Ἑωσφόρο καί
τούς ὁμόφρονές του ἀγγέλους, ὅσο καί τό προγονικό ζεῦγος, ἀπό
τήν ἀρχέγονη Ἐκκλησία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τούς ἁγίους ἀγγέ-
λους του. Τό ἐγωιστικό φρόνημα εἶναι ἀσύμβατο μέ τή βιωματική
ἐμπειρία τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας
στήν Ἐκκλησία. Ἡ βιωματική αὐτή ἐμπειρία ἔχει πάντοτε ὡς θεμελι-
ῶδες χαρακτηριστικό γνώρισμά της τήν ταπεινοφροσύνη, ἡ ὁποία
φανερώνεται κυρίως ὡς ὑπακοή μόνο στό θέλημα τῆς μίας καί Θε-
ανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τό πρότυπο τῆς ὑπακοῆς
τοῦ Θεανθρώπου στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
Ό ἴδιος ὁ Χριστός, κατά τήν ἱστορική παρουσία του στή γή, ἀπέ-
κρουσε κατηγορηματικά κάθε κενόδοξη ἐπιθυμία γιά τήν ὑπεροχή ὁ-
ρισμένων μόνον Ἀποστόλων21, λέγοντας στούς δύο ἐπίλεκτους μα-
θητές του: «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε»22. Ἀκόμη, εἶναι ἰδιαίτερα ση-
μαντικό καί τό γεγονός ὅτι οἱ Ἀπόστολοι, ἀφότου ἔλαβαν τό Ἅγιο
Πνεῦμα κατά τήν Πεντηκοστή καί ἔχοντάς το ἔκτοτε μέσα τους βι-
ωματικῶς «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί ἐνεργό στόν μέγιστο βαθμό, δέν
διεκδίκησαν κανένα Πρωτεῖο, οὔτε διοικητικῆς ἐξουσίας οὔτε δια-
κονίας, ὅπως πιστοποιεῖται ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι,
βλέπουμε λ.χ. ὅτι στήν Ἀποστολική Σύνοδο δέν ἦταν Πρόεδρος ὁ κο-
ρυφαῖος Ἀπόστολος Πέτρος, ἀλλά ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, καί ὅτι
δέν ἐπικράτησε συνοδικῶς ἡ θέση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλά τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου23. Ἐκεῖ, γιά πρώτη φορά ἀποδείχθηκε μέ αὐθεν-
τικό τρόπο ὅτι τό Ἀλάθητο δέν τό κατέχει κανένα θεσμικό πρόσω-
πο, ἀλλά ἡ σύνολη Ἐκκλησία, ὅταν συμβαίνει νά ἐκφράζεται θεσμικά
μέσῳ μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά διαφωτιστικά, ὡς πρός τό
θέμα μας, εἶναι καί ὅσα μαρτυροῦνται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων
τόσο κατά τή ἐκλογή τοῦ Ἀποστόλου Ματθία, ὅσο καί κατά τήν ἐ-
κλογή τῶν ἑπτά Διακόνων, ἰδιαίτερα ὅσα σχετίζονται μέ τόν τρόπο
18
Βλ. Λκ. 17, 20-21.
19
Βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας.
20
Βλ. Α΄ Τιμ. 6, 3-6.
21
Βλ. Μθ. 20, 20-28 καί 23, 8-11, Μκ. 10, 35-45.
22
Μθ. 20,22.
23
Βλ. Πρξ. 15.

13
καί τά ἁγιοπνευματικά κριτήρια ἐπιλογῆς τους24. Κύριο κριτήριο ἐ-
πιλογῆς εἶναι ἡ ἐνεργός παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς ὑπο-
ψηφίους Διακόνους25.
Εἶναι, ἂλλωστε, ἱστορική ἀλήθεια ὅτι οὐδέποτε ἕνας Ἀπόστολος
διοίκησε τήν Ἐκκλησία. Τήν διοίκησαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἰσοτίμως,
ὅπως φαίνεται ἀπό τήν Ἀποστολική Σύνοδο. Ἀλλά καί μετά τούς Ἀ-
ποστόλους, οἱ διάδοχοί τους, ὡς ἰσότιμοι ἐπίσκοποι, διοίκησαν τήν
Ἐκκλησία συνερχόμενοι σέ συνόδους ὑπό τήν προεδρία ἰσοτίμου ἐπι-
σκόπου, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Τά
«Πρεσβεῖα τιμῆς» τοῦ Πρώτου δέν καταργοῦν τήν ἰσοτιμία. Καί αὐ-
τός πού ἔχει τά «Πρεσβεῖα τιμῆς» ἔχει μία ψῆφο καί ὑπόκειται στήν
κρίση τῶν ἰσοτίμων του ἐπισκόπων. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, καί μερικοί
Πρῶτοι τόσο στήν Ἀνατολή ὅσο καί στή Δύση καταδικάστηκαν ὡς
αἱρετικοί κατά τήν πρώτη χιλιετία.
Κατά συνέπεια, τό παπικό Πρωτεῖο δέν ἔχει θεολογική βάση οὔ-
τε ἁγιοπνευματική καί ἐκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται
σαφῶς σέ κοσμικοῦ χαρακτήρα νοοτροπία ἐξουσίας-διακονίας. Ἀνα-
τρέπει τήν ἁγιοπνευματική δομή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκ-
κλησίας, σχετικοποιεῖ καί πρακτικῶς καταργεῖ τή Συνοδικότητα ὡς
ἁγιοπνευματική λειτουργία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί εἰσάγει
τό κοσμικό φρόνημα σ’ αὐτήν, ἀκυρώνει τήν ἰσοτιμία τῶν ἐπισκό-
πων καί ἰδιοποιεῖται τήν ἀπόλυτη διοικητική ἐξουσία ἐφ’ ὅλης τῆς
Ἐκκλησίας, παραμερίζοντας οὐσιαστικά τόν Θεάνθρωπο καί τοπο-
θετώντας ὡς ὁρατή κεφαλή ἕναν ἄνθρωπο, καί μέ τόν τρόπο αὐτό
ἐπαναλαμβάνει θεσμικά πλέον τό προπατορικό ἁμάρτημα. Καί, ὅπως
μέ τό Filioque καταλύθηκε στή Δύση θεσμικά ἡ ἰσοτιμία τῶν προσώ-
πων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί εἰδικότερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁ-
ποῖο κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ὑποβιβάστηκε στήν ὀντολογι-
κή κατηγορία τῶν κτισμάτων, ἔτσι καί μέ τό παπικό Πρωτεῖο, θε-
σμικά, ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀπουσία τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, τό ὁποῖο οὐσιαστικά με-
ταλλάσσεται ἀπό θεανθρωποκεντρικό σέ ἀνθρωποκεντρικό. Τέλος,
ἡ θεραπεία τῆς παραπάνω ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς τῶν Παπικῶν
μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ μόνον στήν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφή τους
στήν παραδοσιακή Ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.
Γιά λόγους ὅμως δικαιοσύνης, θά πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι ἐ-
μεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἐνῶ δέν ἔχουμε παρεκκλίνει ἀπό τή δογματική
διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζουμε συνήθως σήμερα βίο ἐν-
τελῶς ξένο πρός τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Γι’ αὐτό καί ἡ δική μας θερα-
πεία θά πρέπει νά ἀναζητηθεῖ μόνο στήν εἰλικρινῆ μετάνοιά μας καί
στήν πιστή τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, ἔτσι ὥστε νά μήν ἀποτρέ-
πουμε μέ τήν ζωή μας τήν ἐνδεχόμενη ἐπιθυμία τῶν Δυτικῶν νά ἐπι-
στρέψουν στήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς
ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

24
Βλ. Πρξ. 6, 2-3.
25
Βλ. Πρξ. 6,3: «ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά πλήρεις πνεύματος καί
σοφίας».

14