διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 23ο - Μάϊος 2016
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Προσδοκῶ Ἀνάσταση Νεκρῶν

Π

ρὶν τὸ «Ἀμὴν» τοῦ Συμβόλου τῆς
Πίστεως, ὑπάρχει μιὰ παρηγορητικὴ
προσδοκία, μιὰ ἐλπίδα Ζωῆς καὶ Ἀναστάσεως τὴν ὁποία φύτεψε στὶς καρδιὲς μας
ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Μιὰ κληρονομιὰ στὴν ὁποία μᾶς εἰσάγει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν
Σάρκωση, τὸν Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του.
Τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον αἷμα Τού1, καταργεῖ τὴν κοινὴ
μοίρα τῶν ἀνθρώπων, τὸν θάνατο καὶ μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ
αὐτὸν τὸν ἐχθρό2. Διότι ἐχθρὸς νοεῖται καὶ ὡς ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος τὸν ὁποῖον πατάσσει ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν
θάνατό Του3.
Δὲν ἀπαλλάσσει ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν προσωπικὸ
βιολογικό μας θάνατο, ἀλλὰ καταργεῖ τὸν θάνατο, ἐξουδετερώνει τὸν φόβο τοῦ θανάτου, χορηγεῖ ἐλπίδα Ἀναστάσεως σὲ
ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Τί εἶναι ὅμως ἡ Ἀνάσταση;
Ἐγερθήσονται οἱ νεκροὶ ἀπὸ τοὺς τάφους, μᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας4 καὶ ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ5 μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸ
καταπληκτικὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως διὰ τοῦ λόγου τοῦ
Θεοῦ, ὅπου τά ξηρὰ ὀστᾶ ἀπέκτησαν νεῦρα, σάρκες καὶ δέρμα, καὶ στὴν συνέχεια τοὺς δόθηκε καὶ τὸ πνεῦμα, δηλαδή, ἡ
ψυχή. Τὸ ὑπέροχο αὐτὸ θαυματουργικὸ γεγονὸς δείχνει πῶς
θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία
τοῦ Χριστοῦ.
Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἐπιταφίου, καὶ μάλιστα ὅταν ἐπιστρέφουμε στὸν Ναὸ μετὰ τὴν
περιφορά, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ εἶναι προοίμιο τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, ἀφοῦ
ὁ Χριστὸς μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του νίκησε τὸ
κράτος τοῦ θανάτου καὶ ἔδωσε σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς
δῶρο τὴν μελλοντικὴ ἀνάσταση.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μὲ παρρησία καὶ ὁρμὴ διδάσκει τὴν
Ἀνάσταση6. Ὄχι ἁπλῶς τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς τῶν Ἑλλή-

νων φιλοσόφων, ὄχι μία ἰδέα δηλαδή, ὄχι ἁπλῶς τὴν βιβλικὴ
θεολογικὴ δοξασία γιὰ τὴν ἀνάσταση δικαίων καὶ ἀδίκων μὲ
σκοπὸ τὴν κρίση, ἀλλὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ποὺ διαβεβαιώνει γιὰ τὴν δική μας ἀνάσταση.
Στὸ σπουδαῖο παράδειγμά του μάλιστα μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸν
σπόρο τῆς ζωῆς, δὲν φυτεύετε, μᾶς λέει, σιτάρι, ἀλλὰ σπόρο σίτου, ὁ ὁποῖος πεθαίνει καὶ σαπίζει μέσα στὴν γῆ, γιὰ
νὰ ἀναστηθεῖ, μὲ τὴν δύναμη τῆς ζωῆς ποὺ τοῦ ἔχει δώσει ὁ
Δημιουργός, νὰ ἀναγεννηθεῖ ὁ ζωντανὸς σπόρος καὶ νὰ γίνει
καρπός. Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, στὴν ἀρχὴ εἶναι χωμάτινος καὶ
θνητός, θὰ περάσει ἀπὸ τὴν φθορὰ γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ πνευματικὸς καὶ αἰώνιος.
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα Του καὶ μὲ τὰ σώματά μας
θὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς. Ὄχι σώματα ὑλικὰ ἁπλῶς μὲ ψυχή,
ἀλλὰ σώματα πνευματικά, ὅπως ρητὰ ἀναφέρει ὁ Παῦλος, ὄχι
σώματα τὰ ὁποῖα κληρονομοῦν ξανὰ τὸν θάνατο, ὅπως στὴν
περίπτωση τοῦ Λαζάρου ἢ τοῦ γιοῦ τῆς χήρας, ἀλλὰ σώματα
αἰώνια καὶ ἄφθαρτα, πολίτες τῆς Βασιλείας, σώματα δόξης.
Χριστὸς Ἀνέστη, χαρεῖτε λοιπόν. Ἀνέστη Ἐκεῖνος καὶ θὰ
ἀναστηθεῖ ὁ ἄνθρωπος.
«Εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν,
κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν7».
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

1. Ματθ. 26,28, «τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν
ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
2. Α΄ Κορ. 15, 26, «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος».
3. «θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν, ζωὴν χαρισάμενος».
4. Ἠσ. 26, 19, «ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ».
5. Ἰεζ. 37, 1-14. 6. Α΄ Κορ. 15. 7. Α΄ Κορ. 15, 14.

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔOΣ

Τ

ήν νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, Ἀγαπητοί μου, ἀκοῦμε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Στὰ παλιά τά χρόνια, τὰ
εὐλογημένα, οἱ Χριστιανοὶ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ ἔλεγαν πρωί,
μεσημέρι, βράδυ ἐπὶ σαράντα ἡμέρες. Τώρα ἀκούγεται μόνο τὴν
νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ μετὰ σβήνει πλέον καὶ στὶς καρδιές
μας καὶ στὰ χείλη μας. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», ἡ Ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ, εἶναι ἡ πιὸ τρανὴ ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστὸς ζεῖ καὶ βασιλεύει, ὅτι εἶναι Θεός, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶναι ἀληθινή, καὶ
ὅτι κανένας σατανᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ξεριζώσει τὸ δέντρο πού
λέγεται Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Αὐτὸ
μᾶς ἀναγγέλει ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή.
Μᾶς μίλησε γιὰ μιὰ γυναίκα ἡ ὁποία κατοικοῦσε σὲ ἕνα μικρὸ
χωριὸ τῆς Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ. Αὐτὴ ἡ γυναίκα, ἡ
Σαμαρείτισσα, παντρεύτηκε, ἀλλὰ δὲν ἔζησε μαζί του πολύ. Σὲ
λίγο τὸν ἄφησε καὶ πῆρε δεύτερο ἄντρα. Σύντομα ὅμως πῆρε καὶ
τρίτο. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν χώρισε καὶ πῆρε τέταρτο. Δὲν ἄργησε
νὰ παρατήσει καὶ αὐτὸν καὶ νὰ πάρει πέμπτο ἄντρα. Μὰ οὔτε
ἐκεῖ σταμάτησε, ἔδωσε καὶ σ’ αὐτὸν μιὰ κλωτσιὰ καὶ πῆρε ἕκτο
ἄντρα. Ἄλλαξε ἕξι ἄντρες! Ἔ, λοιπόν, αὐτὴ ἡ γυναίκα, αὐτὸ τὸ
κουρέλι τοῦ διαβόλου, σώθηκε καὶ ἔγινε, ξέρετε τί; Ἔγινε Ἁγία!
Μὲ ποιὸν τρόπο; Πῆγε ὁ Χριστὸς καὶ τὴν βρῆκε. Ξεκίνησε ἀπὸ
μακριά. Τότε δὲν ὑπῆρχαν αὐτοκίνητα. Βάδισε χιλιόμετρα, καὶ
ἔφτασε στὸ χωριό της. Πῆγε γι’ αὐτήν, νὰ τὴν συναντήσει. Καὶ
καθὼς ἦταν κουρασμένος, σταμάτησε ἐκεῖ δίπλα στὸ πηγάδι
γιὰ νὰ ξαποστάσει. Καὶ ὅπως ὁ κυνηγὸς περιμένει τὸν λαγὸ νὰ
περάσει, ὅπως ὁ ψαρὰς ρίχνει τὸ ἀγκίστρι νὰ πιάσει τὸ ψάρι,
ἔτσι καὶ ἐκεῖνος περίμενε. Καί, νὰ τὴν, ἔρχεται κουνιστὴ καὶ λυγιστή. Τὸν Χριστὸ δὲν τὸν ἤξερε. Κατάλαβε ὅμως ἀπὸ τὰ ροῦχα
του, καὶ στὴν συνέχεια ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὴν προφορά του, ὅτι
εἶναι Ἰουδαῖος. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ βλέπουν τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Σαμαρεῖτες δὲν ἤθελαν νὰ βλέπουν τοὺς Ἰουδαίους.
Ὁ Χριστός, ὅπως ἦταν διψασμένος, λέει στὴν γυναίκα. «Δός
μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ». Ἐκείνη ἀντέδρασε μὲ αὐθάδεια. «Πῶς
τολμᾶς ἐσὺ ἕνας Ἰουδαῖος νὰ ζητᾶς νερὸ ἀπὸ μένα τὴν Σαμαρείτισσα;». Ἀλλὰ ὁ Χριστός, πού ἦρθε νὰ ἑνώσει τὸν κόσμο
καὶ νὰ κάνει ὅλους μιὰ οἰκογένεια, τῆς λέγει: «Ἂν ἤξερες ποιὸς
εἶναι αὐτὸς πού σοῦ ζητάει νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ
σοῦ ἔδινε νερὸ ἀθάνατο». Ἔτσι ἄρχισε μιὰ μοναδικὴ συζήτηση, πού ἔκανε τὴν γυναίκα νὰ θαυμάσει καί, ἡ ἁμαρτωλὴ
αὐτή, νὰ ξυπνήσει καὶ νὰ πεῖ: «Περιμένουμε τὸν Μεσσία, ὅταν
ἔρθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ ἐξήγηση ὅλα». «Ἐγὼ πού σοῦ μιλῶ
εἶμαι ὁ Μεσσίας»! τῆς ἁπαντὰ ὁ Χριστός. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ
τῆς ἔκανε τέτοια ἐντύπωση, ὥστε ἄφησε ἐκεῖ τὴν στάμνα της,
τρέχει στὸ χωριὸ καὶ φωνάζει. «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε κάποιον, πού
μοῦ εἶπε ὅλα τά μυστικά τῆς ζωῆς μου, μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ
Χριστός;». Οἱ χωριανοὶ ἄφησαν τὶς δουλειές τους, χωράφια καὶ
ζῶα, καὶ βγῆκαν ὅλοι ἐκεῖ πού ἦταν ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἡ μαρτυρία
της ἔκανε πολλοὺς νὰ πιστέψουν. Κάθισαν καὶ τὸν ἄκουγαν
ἀχόρταγα. Τὸν παρακάλεσαν μάλιστα καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο μέρες.
Νηστικοὶ ἔμεναν κοντά του καὶ τὸν ἄκουγαν συνεχῶς ὄχι μιὰ
ὥρα, πού στεκόμαστε ἐμεῖς στὸν Ναό. Κι ἀπὸ τὴν διδασκαλία
του πίστεψαν πολὺ περισσότεροι. Καὶ ἔλεγαν στὴν γυναίκα:
«Τώρα πιστεύουμε στηριζόμενοι ὄχι πλέον στὰ δικά σου λόγια.
Οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε καὶ διαπιστώσαμε, ὅτι αὐτὸς εἶναι πράγματι
2

ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».
Στὸ σημεῖο αὐτὸ σταματᾶ ἡ διήγηση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Ἀλλὰ τί ἀπέγινε ἡ γυναίκα αὐτή;
Ἀφοῦ πίστεψε στὸν Χριστό, ἄλλαξε ζωή. Διέλυσε τὸ παράνομο συνοικέσιο. Μὲ τὸ βάπτισμά της ὀνομάστηκε, Φωτεινή.
Πῆρε κατόπιν ἕνα ραβδὶ καὶ ἔφυγε. Ἔγινε ἱεροκήρυκας. Πέρασε
βουνὰ καὶ λαγκάδια, πῆγε παντοῦ. Ποῦ νομίζετε ὅτι; Ἔφτασε
στὴν Μικρὰ Ἀσία, στὴν Σμύρνη. Κήρυξε καὶ ἐκεῖ τὸν Χριστό.
Γι’ αὐτὸ ἀργότερα οἱ Ἕλληνες, στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἔχτισαν στὴν Σμύρνη μιὰ ὄμορφη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας
Φωτεινῆς. Μετὰ μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι στὴν Σμύρνη καὶ ἔβαλαν
φωτιά. Τὸ περίφημο τέμπλο τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης σώθηκε
καὶ ἔχει μεταφερθεῖ στὴν Ἀθήνα. Βρίσκεται τώρα στὸν Ναὸ
τῆς ἁγίας Φωτεινῆς Νέας Σμύρνης, πού σήμερα πανηγυρίζει.
Αὐτό, μὲ λίγα λόγια, εἶναι τὸ ἱστορικὸ καὶ τὸ νόημα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Θὰ ἐπικεντρώσουμε ὅμως τὴν προσοχή
μας σὲ ἕνα σημεῖο. Εἴδαμε, ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή, ὅταν πίστεψε,
πῆγε στὸ χωριὸ καὶ φώναξε: «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε τὸν Χριστό!...»
Καὶ πῆγαν ὅλοι. Καταλαβαίνετε τί θέλω τώρα νὰ πῶ; Ὅτι καὶ
σήμερα, κάθε φορά πού γίνεται θεία Λειτουργία, ὁ Χριστὸς
εἶναι ἐδῶ. Μὴν βλέπετε ὅτι οἱ Λειτουργοὶ εἴμαστε ἄνθρωποι,
παπάδες ἢ Δεσποτάδες. Ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι εἴμαστε, ἀτελεῖς
ἄνθρωποι εἴμαστε, ἀνίκανοι νὰ κρατοῦμε στὰ χέρια μας τὰ Ἅγια,
ἀλλὰ ὅταν φορέσουμε τὴν Ἱερατικὴ στολή, ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ
παπὰς δὲν εἶναι πλέον ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ὁ πάπα Χρῆστος ἢ
ὁ πάπα – Γιάννης, ἀλλὰ εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος. Κι ὅταν χτυποῦν οἱ καμπάνες τί λένε; «Ἐλᾶτε Χριστιανοί, ὁ Χριστὸς εἶναι
στὴν Ἐκκλησιά!... Ἐδῶ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο, ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος,
ἐδῶ ἡ καντήλα τῆς πίστεως, ἐδῶ τό θυμίαμα τῆς προσευχῆς,
ἐδῶ ἡ κολυμβήθρα τοῦ βαπτίσματος, ἐδῶ τό πανάγιο Σῶμα καὶ
τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἐδῶ εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ,
ὁ ἴδιος ὁ Χριστός». Ἀλλὰ οἱ Χριστιανοὶ τί κάνουν; Οἱ Σαμαρεῖτες ἔτρεξαν ἀφήνοντας τὰ πάντα. Τώρα, πού εἶναι πάλι ὁ
Χριστὸς ἐδῶ καὶ ἡ καμπάνα κράζει: «Ἐλᾶτε Χριστιανοί». Ἀλλὰ
ποιοὶ ἔρχονται; Γιὰ μετρῆστε. Ποῦ εἶναι τὰ παιδιά; Ποῦ εἶναι
οἱ νέοι; Ποῦ εἶναι οἱ νέες; Ποῦ εἶναι οἱ Χριστιανοί;
Ἄς μὴν ἐπηρεαζόμαστε, ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ὅταν
ἀκοῦμε τὴν καμπάνα, νὰ βάζουμε φτερὰ στὰ πόδια! Οἱ Τοῦρκοι
δὲν ἐπέτρεπαν νὰ χτυποῦν καμπάνες, ἀλλὰ καὶ χωρὶς καμπάνα
γέμιζαν οἱ Ἐκκλησιές. Τώρα χτυποῦν καμπάνες, ἀλλὰ «στοῦ
κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις βρόντα». Φτάσαμε σὲ χρόνια
σατανικά. Γι’ αὐτὸ βρισκόμαστε σ’ αὐτὴν τὴν ἀλλοπρόσαλλη
κατάσταση. Καὶ θὰ γίνουν κι ἄλλα φοβερὰ πράγματα, γιατί
ἐγκαταλείψαμε τὸν Θεό, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεό.
Αὐτὰ μᾶς διδάσκει μιὰ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, πού μετανόησε
καὶ ἔγινε ἡ ἁγία Φωτεινή, καὶ πού σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία
τιμᾶ καὶ πανηγυρίζει. ΑΜΗΝ

3

3

ἐπίκαιρα
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
«Ἐποίησε πηλὸν ... κ αὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν
ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφ λοῦ».

Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, Ἀγαπητοί μου, κατὰ τὴν
ἐπίγεια ζωή του δὲν ἐνδιαφέρθηκε μόνο γιὰ τὴν ψυχή,
ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του
αὐτὸ τὸ ἔδειξε μὲ πολλοὺς τρόπους, προπάντων ὅμως μὲ τὰ
θαύματά του. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου
ὡς σκοπὸ εἶχαν τὴν ἀνακούφιση τοῦ σωματικοῦ πόνου καὶ
τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ σώματος.
Γιατί ἄραγε; Διότι καὶ τὸ σῶμα μας -ὄχι μόνο ἡ ἀθάνατη
ψυχὴ μας- εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἄρα «καλὸν λίαν»,
ὅπως καὶ ὅλα τά ἄλλα δημιουργήματα. (Γέν. 1,31) Διότι τὸ
σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ναὸς καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. (Α’ Κορ. 6,19.
3,16) Ἐπιπλέον τὸ σῶμα μας εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος καὶ
ὁ μόνιμος συναγωνιστὴς τῆς ψυχῆς στὸν ἀγώνα τοῦ ἁγιασμοῦ
καὶ τῆς θέωσης. Γι’ αὐτό, καθὼς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, τὸ
σῶμα δὲν πρόκειται ἁπλὰ νὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἄφθαρτο θὰ
συμμετάσχει καὶ θὰ ἀπολαύσει τὴν δόξα καὶ τὴν εὐφροσύνη
τῆς θείας Βασιλείας, μαζὶ μὲ τὴν ψυχή, μὲ τὴν ὁποία ἔζησε καὶ
ἀγωνίστηκε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς παρούσας ζωῆς.
Ἔχει, λοιπόν, μεγάλη ἀξία τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, σύμφωνα
μὲ τὴν χριστιανικὴ ἀντίληψη. Κάθε ἐπιμέρους ὄργανο, κάθε
σωματικὴ λειτουργία συνεργεῖ στὴν σωτηρία μας. Ἔτσι ὅλα
τά ὄργανα τοῦ σώματός μας ἀποκτοῦν μία ἰδιαίτερη πνευματικὴ σημασία. Αὐτὸ συμπεραίνουμε καὶ ἀπὸ τὴν σημερινὴ
Εὐαγγελικὴ περικοπή. Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς
τυφλοῦ ἔρχεται νὰ ἐξυψώσει τὴν σημασία ἑνὸς σωματικοῦ
ὀργάνου, ὅπως εἶναι τὰ μάτια μας, καὶ μιᾶς λεπτότατης καὶ
καίριας αἰσθήσεως, ὅπως εἶναι ἡ ὅρασή μας.
Τὰ μάτια μας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολυτιμότερα ὄργανα τοῦ
σώματός μας, διότι ἀποτελοῦν, ὅπως δίδαξε ὁ Κύριος, τοὺς
δύο λύχνους πού φωτίζουν τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. «Ὁ λύχνος
τοῦ σώματος ἐστὶν ὁ ὀφθαλμός». (Ματθ. 6,22) Καὶ ἡ ὅραση
εἶναι ἡ πιὸ καίρια καὶ ἡ πιὸ λεπτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μας,
«ἡ βασιλικωτάτη τῶν αἰσθήσεων» κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο
τὸν Ἁγιορείτη.
Ὁ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τὰ
μάτια μὲ δύο ἀσώματα χέρια μὲ τὰ ὁποῖα
ὁ ἄνθρωπος ἀγγίζει ἀπὸ πολὺ μακριὰ
αὐτὰ πού θέλει, αὐτὰ πού ἐπιθυμεῖ.
Τὰ μάτια μας ἀποτελοῦν μία τέλεια,
μοναδικὴ φωτογραφικὴ μηχανή, πού
ἔχει τὴν δύναμη νὰ ἐντυπώνει στοὺς
χώρους τῆς μνήμης μας, πλῆθος εἰκόνων, προσώπων, πραγμάτων ἢ γεγονότων. Καὶ ὅλοι γνωρίζουμε ἐκ πείρας
πόσο βαθιὰ χαράζονται μέσα μας ὅσα
συλλαμβάνουμε μὲ τὰ μάτια μας. Κι ἂν
ἀκόμη προσπαθήσουμε πολύ, μᾶς εἶναι
τρομερὰ δύσκολο ἢ καὶ ἀδύνατο νὰ

ἐξαλείψουμε ἀπὸ τὴν μνήμη μας ὅ,τι ἀποτύπωσαν τὰ μάτια μας.
Ἡ σημασία ὅμως τῶν ματιῶν καὶ ἡ ἀξία τῆς λειτουργίας τους
-τῆς αἰσθήσεως, δηλαδὴ τῆς ὁράσεως- δὲν εἶναι μόνο φυσικὴ
ἀλλὰ ἠθικὴ καὶ πνευματική. Τὸ πῶς καὶ τὸ τί βλέπουμε, ἐπηρεάζει ἰδιαίτερα τὴν πνευματική μας ζωή. Τὰ μάτια μας, ἂν τὰ
ἀφήσουμε ἀφύλακτα καὶ ἀνεξέλεγκτα, εὔκολα μεταβάλλονται
σὲ δύο κλέφτες τῆς ἁμαρτίας. Οἱ εἰκόνες πού μεταφέρουν μέσα
μας γεννοῦν στὴν καρδιὰ μας τὶς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες καὶ μᾶς
ἐξωθοῦν ἀρχικὰ νὰ ἁμαρτήσουμε μὲ τὴν φαντασία, ἀργότερα
δὲ καὶ ἔμπρακτα. Μᾶς τὸ ἐπισήμανε μὲ πολλὴ σαφήνεια ὁ
Κύριος: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη
ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ». (Ματθ. 5,28)
Ὁ ἄνθρωπος εὔκολα αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὰ μάτια του. Καὶ
τὰ ὅσα ἐφάμαρτα βλέπει τὸν ἀναστατώνουν ἐσωτερικὰ καὶ τὸν
παρασύρουν στὴν δίνη τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἄς θυμηθοῦμε
τὸ ἀξίωμα τῶν ἀρχαίων: «ἐκ τοῦ ὁρᾶν τίκτεται τὸ ἐρᾶν». Αὐτὸ
πού βλέπουμε μὲ φιλήδονη περιέργεια ἐξάπτει τὴν ἐπιθυμία
καὶ παγιδεύει τὴν καρδιά μας. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ
περίπτωση τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ. Ἡ θέα, ἀπὸ τὸ δῶμα
τῶν ἀνακτόρων του, τῆς γυμνῆς Βηρσαβεὲ πού λουζόταν,
τὸν παρέσυρε σὲ δυὸ φρικτὰ ἁμαρτήματα, τὴν μοιχεία καὶ
τὸν φόνο. (Β’ Βασιλ. 11,2) Καὶ ἔχουν τὴν ἀναίδεια κάποια
ἁμαρτωλά, πορνικὰ γύναια νὰ μπαίνουν γυμνὰ ἀκόμα καὶ μέσα
στὸν Ναό, χωρὶς φόβο Θεοῦ, καὶ δὲν φτάνει πού κολάζονται
τὰ ἴδια, ἀλλὰ προκαλοῦν καὶ τοὺς ἐκκλησιαζομένους.
Τί, λοιπόν, μᾶς χρειάζεται; Νὰ προσέχουμε τὰ μάτια μας.
Νὰ ἐλέγχουμε τό πῶς καὶ τὸ τί βλέπουμε. Ἡ ὅρασή μας νὰ
εἶναι ὀρθὴ καὶ ἄμεμπτη. «Ὄφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν...»
συνιστᾶ ὁ σοφὸς Σολομῶν. Καὶ προσθέτει λίγο πιὸ κάτω: «Μὴ
σὲ νικήση κάλλους ἐπιθυμία, μηδὲ ἀγρευθῆς σοῖς ὀφθαλμοῖς».
(Παροιμ. 4,25. 6,2)
Ὀφείλουμε νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους μὲ ἁπλότητα. Χωρὶς
πονηρία καὶ φιλήδονη περιέργεια. Εἶναι ἄραγε εὔκολο κάτι
τέτοιο; Ὄχι, διότι τὰ πάθη πού φωλιάζουν στὴν καρδιά μας,
μᾶς ἐξωθοῦν νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους μὲ ἁμαρτωλὴ περιέργεια καὶ ἐμπάθεια. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παίρνουμε
προφυλάξεις.
Νὰ μὴν ἀφηνόμαστε στὸν μολυσμὸ τοῦ χυδαίου θεάματος.
Νὰ μὴν πιάνουμε στὰ χέρια μας ἔντυπα γεμάτα ρυπαρότητα καὶ πρόκληση.
Νὰ μὴν περιεργαζόμαστε πρόσωπα μὲ
αἰσχρὲς διαθέσεις.
Ἡ πείρα πού ἀπέκτησε ὁ προφήτης
Δαβὶδ μετὰ τὴν φοβερὴ πτώση του, τὸν
ἔκανε νὰ ἀπευθύνεται συχνὰ πρὸς τὸν
Θεὸ καὶ νὰ παρακαλεῖ: «Ἀπόστρεψον
τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα». (Ψαλμ. 118,37) Τὴν θερμὴ
αὐτὴ ἱκεσία ἄς ἀπευθύνουμε κι ἐμεῖς
πρὸς τὸν Κύριο τὴν ὥρα πού κινδυνεύουμε νὰ αἰχμαλωτισθοῦμε ἀπὸ τὰ
μάτια μας.
3

ἐπίκαιρα
Ὡστόσο δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ προφυλάσσουμε τὰ μάτια μας
ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα πού μολύνουν τὴν ψυχὴ καὶ μᾶς αἰχμαλωτίζουν
στὴν ἁμαρτία. Χρειάζεται καὶ νὰ τὰ ἐξαγιάζουμε. Ἡ ὅρασή μας
ὄχι μόνο νὰ μὴν δουλεύει στὰ πάθη, ἀλλὰ νὰ συνεργεῖ καὶ στὸν
ἐσωτερικὸ φωτισμό μας. Πῶς; Μὲ ποιὸν τρόπο;
Πρῶτον: Μὲ τὴν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ
Θεοῦ εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος πού σκύβει
στὶς ἀθάνατες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἁγιάζει τὰ μάτια του
καὶ φωτίζει τὸν ἐσωτερικό του κόσμο. Παύει νὰ βλέπει μόνο
φυσικὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια του κι ἀρχίζει νὰ βλέπει μὲ μία
καινούργια, πνευματικὴ αἴσθηση «τὴν ὅραση τῆς ψυχῆς του».
Τὰ μάτια μας δὲν φωτίζονται πλέον μόνο μὲ τὸ ὑλικὸ φῶς τοῦ
ἥλιου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ πνευματικὸ φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστὸς
καὶ ἡ ἀλήθειά του. Αὐτὸ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ χαρίσει
ὁ Δαβίδ: «Ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ κατανοήσω
τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου». (Ψαλμ. 118,18)
Δεύτερον: Ἡ ὅρασή μας ἐξαγιάζεται ἀπὸ τὴν θέα τῆς δημιουργίας. Ἀτενίζοντας ὁ ἄνθρωπος τὰ μεγαλειώδη δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ χαίρεται. Ἁγιάζει τὴν ὅρασή του καὶ πλησιάζει
πρὸς τὸν Δημιουργό. Μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του μπορεῖ νὰ
βλέπει, πίσω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἁρμονία τῶν κτισμάτων,
τὸ ἄπειρο κάλλος καὶ τὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ.
Στὸν ἁγιασμὸ τῶν ματιῶν μας συντελεῖ καὶ ἡ θέα τῶν ἱερῶν

συμβόλων τῆς λατρείας. Ὁ Ναός, ὁ διάκοσμός του, οἱ ἱερὲς
Εἰκόνες, τὸ καθετί:
Ὅλα ἐπιδιώκουν τὸν ἐξαγιασμὸ τῶν αἰσθήσεών μας.
Νὰ μᾶς ἀνεβάσουν ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό. Νὰ μᾶς βοηθήσουν ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ νὰ ἀναχθοῦμε στὰ ὑπεραισθητά.
Διανύουμε, Ἀγαπητοί μου, μία ἐποχὴ στὴν ὁποία δεσπόζει,
ὁ ἄνθρωπος τηλεθεατής. Ἡ εἰκόνα -καὶ μάλιστα ἡ ἠλεκτρονικὴ- ἔχει εἰσβάλει κυριαρχικὰ στὴν ζωή μας. Ὁ πολιτισμὸς
μας χαράκτηριζεται ὡς πολιτισμὸς τοῦ ματιοῦ. Τὰ μάτια μας
καθημερινὰ βομβαρδίζονται ἀπὸ κάθε λογῆς εἰκόνα. Καὶ ἡ
πλημμυρίδα αὐτὴ τῶν εἰκόνων ἔχει πολλαπλασιάσει τοὺς ἠθικοὺς κινδύνους πού διατρέχουμε ὅλοι, κυρίως ὅμως τὰ παιδιὰ
καὶ οἱ νέοι μας. Δὲν εἶναι ὑπερβολή, ἂν ἰσχύριστουμε ὅτι τὰ
μάτια μας σήμερα τρέφονται ἀπὸ τὸ γυμνό, τὴν ἀκόλαστη
σάρκα καὶ τὸ πολύμορφο ἔγκλημα. Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ ὑλικό τῆς
σαπίλας καὶ τῆς διαφθορᾶς, τὸ ὁποῖο στὶς μέρες μας ἔγινε τὸ
πιὸ ἐμπορεύσιμο καὶ κερδοφόρο εἶδος στὴν παγκόσμια ἀγορά,
μᾶς σερβίρεται κάτω ἀπὸ τὸ ἀθῶο ὄνομα τῆς ψυχαγωγίας!
Μπροστὰ σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ
ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, σήμερα Κυριακή τοῦ τυφλοῦ,
μᾶς προειδοποιεῖ:
Προσοχὴ στὰ μάτια σας! Φυλάξτε τὰ μάτια σας καθαρά!
Ἐξαγιάστε τὴν ὅρασή σας! ΑΜΗΝ

ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν...»

σημερινή ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, Ἀγαπητοί μου, σαράντα
ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση, σηματοδοτεῖ τὸ τέλος τῆς
ἐπίγειας παρουσίας τοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν ἄνοδό Του στοὺς
οὐρανούς, πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα. Ὁ Χριστὸς ὅμως
δὲν ἐπιστρέφει ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου ξεκίνησε πρὶν τὴν Σάρκωσή
Του, μόνο ὡς Θεός. Ἐπὶ πλέον, ἀνεβάζει στοὺς οὐρανοὺς τὴν
ἀνθρώπινη φύση καὶ ξαναδίνει στὸν ἄνθρωπο, αὐτὸ πού τοῦ
ἔλειπε: δηλαδή,
Τὴν δυνατότητα νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Τὴν δυνατότητα νὰ νικάει τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου.
Τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως καὶ τῆς λυτρώσεως.
Καὶ αὐτὴ ἡ σωτηρία δὲν ὑπάρχει πλέον ὡς ἀναμονὴ ἢ ὡς
ἐπιθυμία, ἀλλὰ ὡς βεβαιότητα.
Ἐπὶ σαράντα ἡμέρες ὁ Ἀναστημένος Κύριος ἐμφανίζεται
στοὺς μαθητές Του. Συνομιλεῖ μ’ αὐτούς. Συντρώγει. Ἐπιλύει
τὶς τελευταῖες ἀπορίες τους. Κάνει θαύματα. Τοὺς φανερώνει
τὴν ἀγάπη Του. Τοὺς καλεῖ νὰ ἀναμένουν τὸν φωτισμὸ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος. Τοὺς ὑπόσχεται ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει
ὀρφανούς. Τοὺς δίνει πλέον τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὄχι μόνο
ἐπάτησε τὸν θάνατο, ἀλλὰ καὶ ὅτι προετοιμάζει γιὰ τὸν καθένα, τὴν κοινὴ Βασιλεία. Ὅτι, ὄχι μόνο θὰ ἀναστηθοῦμε, ἀλλὰ
καὶ θὰ ζήσουμε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γιατί τὸ νόημα τῆς
ὑπάρξεώς μας δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Ἀλλὰ τὸ
νὰ ζήσουμε αἰώνια μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται
ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ ὄχι μετὰ θάνατον.
Ὁ Κύριός μας συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, «ἐν νε4

φέλῃ φωτεινῇ», ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.
Ἀγαπητοί μου, ἡ γῆ εἶναι ἕνας κόκκος ἄμμου. Ἂν βλέπαμε
δύο ἀνθρώπους νὰ σκοτώνονται γιὰ ἕνα κόκκο ἄμμου, τί θὰ
λέγαμε; Πόσο ἀνόητοι εἶναι! Ἔπειτα, ἡ γῆ αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ
μόνιμη κατοικία μας. Εἶναι ἕνα ξενοδοχεῖο. Στὸ ξενοδοχεῖο
κοιμᾶσαι ἀναγκαστικά, καὶ λαχταρᾶς πότε νὰ πᾶς στὸ σπίτι
σου. Ἔτσι καὶ στὴν γῆ αὐτή, εἴμαστε φιλοξενούμενοι. Καὶ τὸ
ξενοδοχεῖο αὐτό, σήμερα εἶναι τοῦ ἑνός, αὔριο τοῦ ἄλλου.
Φεύγουμε. Κανεὶς δὲν μένει ἐδῶ. Ἡ κατοικία μας ἐδῶ στὴ γῆ
εἶναι προσωρινή. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν
μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». (Ἑβρ. 13,14) «Πάροικοι καὶ παρεπίδημοι ἐσμὲν ἐπὶ τῆς γῆς». (Πέτρ. 2,11)
Λοιπόν, τί περιμένουμε; Μόνιμη κατοικία μας εἶναι ὁ οὐρανός. Δὲν πλαστήκαμε γιὰ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ μάταια. Γιὰ τὰ μικρὰ
καὶ τὰ ἀσήμαντα, ἀλλὰ γιὰ τὸν οὐρανό.
Ἀπόδειξη στὰ ὅσα λέμε ἀποτελεῖ ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐνῶ τὰ ζῶα περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα κι ἔχουν τὸ κεφάλι πρὸς
τὰ κάτω, ὁ ἄνθρωπος στέκει ὄρθιος κι ἔχει τὸ κεφάλι ψηλά.
Γιατί; Γιὰ νὰ βλέπει τὸν οὐρανό. Ἡ ὡραία ἀρχαία ἑλληνικὴ
λέξη, ἄνθρωπος, σημαίνει αὐτὸν πού βλέπει πρὸς τὰ ἄνω,
πρὸς τὸν οὐρανό.
Ρώτησαν κάποτε ἕνα φιλόσοφο: Ποιὰ εἶναι ἡ πατρίδα σου;
Ἐκεῖνος ὅλη μέρα, μέχρι νὰ νυχτώσει, τοὺς ἀπαντοῦσε λέγοντας: Περιμένετε.
Ὅταν νύχτωσε καὶ βγῆκαν τὰ ἄστρα, τοὺς ἔδειξε τὸν οὐρανὸ
καὶ εἶπε: Νὰ ἡ πατρίδα μου!...
Γιὰ τὸν οὐρανὸ εἴμαστε πλασμένοι. Γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ἔχει
τὰ μάτια του πρὸς τὰ πάνω, γιὰ νὰ βλέπει τὸ μεγαλεῖο τοῦ

5

5

ἐπίκαιρα
Θεοῦ καὶ νὰ λέει: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται
δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ
ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα». (Ψαλμ. 18,2)
Ἀλλά, ὅταν λέμε οὐρανὸ τί ἐννοοῦμε;
Οὐρανὸς δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς πού βλέπουμε. Ὑπάρχει καὶ «ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ» (Δεύτ. 10,14· Ψάλμ. 67,34’ 112,24· Σ.
Σείρ. 16,18) ἢ ἀλλιῶς «οἱ οὐρανοὶ τῶν
οὐρανῶν». (Ψαλμ. 148,4)
Ἕνας οὐρανός, εἶναι ὁ γαλανὸς φυσικὸς
οὐρανός, ὅπου ὑπάρχει ὁ ἥλιος, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα, οἱ κομῆτες, οἱ γαλαξίες...
Ἀλλά, αὐτὸς ὁ οὐρανὸς μιὰ μέρα θὰ σβήσει.
Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος οὐρανὸς ἀθάνατος, μὲ
κάλλος ἀπερίγραπτο. Ποιὸς εἶναι αὐτός;
Εἶναι ὁ πνευματικὸς οὐρανός, ὁ «τρίτος
οὐρανὸς» ὅπου ἀνέβηκε ὁ ἀπόστολος
Παῦλος. (Β’ Κορ. 12,2) Καὶ ὅπως στὸν φυσικὸ οὐρανὸ ὑπάρχει ἥλιος, σελήνη ἄστρα, ἔτσι καὶ στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ ὑπάρχει ἥλιος ἄδυτος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς
Χριστός, ὑπάρχει σελήνη, πανσέληνος ἡ Παναγία μας, ὑπάρχουν
ἀστέρια λαμπερά, οἱ Ἅγιοι. Γι’αὐτὸν τὸν οὐρανὸ πλαστήκαμε.
Ἀγαπητοί μου! Ἡ θεία Λειτουργία, πού τελοῦμε, εἶναι μία
ἀναπαράσταση ὅλου τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας.
Θυμόμαστε τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὴν εἴσοδό του στὸν
κόσμο ὡς διδασκάλου, τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, τὴν Σταυρικὴ
Θυσία, τὴν Ἀνάσταση, τέλος δὲ σὲ κάθε θεία Λειτουργία θυμόμαστε καὶ τὴν Ἀνάληψή του.
Ποιὰ σημεῖα θυμίζουν τὴν Ἀνάληψη;
Ὅταν, μετὰ τὴν μεγάλη Εἴσοδο καὶ τὸ Πιστεύω, ὁ Ἱερέας
βγαίνει καὶ λέει: «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Αὐτὸ ἐννοεῖ, ὅτι
ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ βρίσκεται στὸν
οὐρανό. Λοιπόν, κι ἐμεῖς ἐκεῖ πρέπει νὰ ἔχουμε τὶς καρδιές
μας. Κι ὅπως ὅταν ἔχουμε κάποιον δικό μας στὴν Αὐστραλία
ἢ στὴν Ἀμερικὴ τὸν σκεπτόμαστε μέρα νύχτα, ἔτσι πρέπει νὰ
σκεπτόμαστε καὶ τὸν οὐρανὸ ὅπου εἶναι ὁ Κύριός μας. «Ἡμῶν

τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». (Φίλ.
3,20)
Πρὸς τὸ τέλος ἐπίσης τῆς θείας Λειτουργίας, μετὰ τὴν θεία Κοινωνία, ὁ Ἱερέας λέει·
«Ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ
ἐπὶ πάσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου» (Ψαλμ.
56,6,12), πού ἐννοεῖ πάλι τὴν Ἀνάληψη
τοῦ Κυρίου.
Χρειάζεται ἀπογείωση! Νὰ ὑψωθοῦμε κι
ἐμεῖς μὲ φτερὰ ἀετοῦ, νὰ πετάξουμε στὸν
πνευματικὸ οὐρανό, γιατί «θὰ μᾶς φάει ὁ
κάμπος», ὅπως λέει ἕνας ποιητής.
Ἄλλοτε μέσα στὶς φτωχικὲς καλύβες κατοικοῦσαν τίμιοι ἄνθρωποι καὶ ἐπίγειοι
Ἄγγελοι. Τώρα, μέσα στὰ πολυτελῆ μέγαρα κατοικοῦν ἄλογα ζῶα καὶ μοχθηροὶ
δαίμονες. Ὁ χοῖρος ἔχει τὸ κεφάλι πρὸς τὰ
κάτω· ἀγαπᾶ τὰ βελανίδια καὶ περιφρονεῖ
τὰ διαμάντια, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός. (βλ. Ματθ. 7,6) Τί θέλει;
Λάσπη καὶ βρόμα. Ἔτσι κι ἐμεῖς περιφρονοῦμε τὰ ἀνεκτίμητα λόγια τοῦ Κυρίου καὶ σὰν τὸ χοῖρο κινούμαστε μέσα στὸ
βόρβορο τῆς ἠθικῆς ἀκαθαρσίας. Καὶ ὅπως ὁ χοῖρος μόνο
μιὰ φορὰ βλέπει τὸν οὐρανό. Πότε; Ὅταν ὁ χασάπης τὸν
ἀναποδογυρίζει γιὰ νὰ τὸν σφάξει. Ἔτσι κι ὁ κτηνάνθρωπος.
Ὅταν ἔρθει ὁ Ἀρχάγγελος μὲ τὴν μάχαιρά του νὰ τὸν πάρει,
τότε γιὰ πρώτη φορὰ ὑψώνει τὸ νοῦ του καὶ βλέπει ὅτι πέρα
ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή.
Ἀγαπητοί μου, ὅσο βέβαιοι εἴμαστε ὅτι ὑπάρχει αὐτὸς ὁ
κόσμος, ἄλλο τόσο νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄλλος
κόσμος. Σ’ ἐκεῖνο τὸν κόσμο πηγαίνουμε.
Ὁ Κύριός μας μὲ τὴν Ἀνάληψή Του ἔδωσε στὸν καθένα μας
τὴν δυνατότητα νὰ νικήσει τὴν φύση του, νὰ ἀνεβοῦμε πνευματικὰ «εἰς ὕψος νοητόν», σὲ κοινωνία καὶ σχέση μαζί Του. Νὰ
ἀφήσουμε τὴν ὅποια προσκόλληση στὴν καθημερινότητα τῆς
ζωῆς μας καὶ νὰ ζήσουμε καὶ τὴν δική μας ἀνάληψη πλησίον
Του. ΑΜΗΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
«Τὰ ρήματα ἃ δέδωκ ας μοὶ δέδωκ α αὐτοῖς
κ αὶ αὐτοὶ ἔλαβον...»

Τ

ήν σημερινὴ Κυριακή, πού εἶναι ἀμέσως μετὰ τὴν ἑορτὴ
τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, Ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία
μας τὴν ἀφιερώνει στὴν μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων πού ἔλαβαν μέρος στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν
Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Σχετικὸ εἶναι καὶ τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, πού ἀκούσαμε στὴν θεία Λειτουργία καὶ πού ἀποτελεῖ
ἕνα τμῆμα τῆς λεγόμενης Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου
μας. Δηλαδή, τῆς προσευχῆς πού ὁ Χριστὸς ἀπηύθυνε πρὸς
τὸν Θεὸ Πατέρα του, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, γιὰ τὸν
ἑαυτό του, γιὰ τοὺς μαθητές του καὶ γιὰ ὅλους ὅσοι ἐπρόκειτο
νὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν.
Δύο εἶναι τὰ πιὸ βασικὰ πού ζήτησε μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ
ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα του.

Τὸ πρῶτο. Νὰ ὑπάρχει ἀκλόνητη ἑνότητα μεταξύ τῶν μαθητῶν του καὶ ὅλων ἐκείνων πού θὰ πίστευαν μελλοντικὰ στὸ
ὄνομά του. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ θὰ ἀπεδείκνυε τὴν δύναμη τοῦ
Χριστοῦ καὶ τὴν θεϊκὴ προέλευση τῆς ἀποστολῆς του.
Τὸ δεύτερο. Ἡ ἀνάγκη νὰ διαφυλαχθεῖ καθαρὴ καὶ ἀνόθευτη
ἡ πίστη, ὁ ζωντανὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μόνο μὲ αὐτὸν
ἐξασφαλίζεται ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν πιστῶν.
Τὰ δυὸ αὐτὰ αἰτήματα, πού ἀποτελοῦν καὶ τὰ ἰδιαίτερα
χαρακτηριστικά τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, συνδέονται
ἄμεσα καὶ μὲ τὸ ἔργο τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου δηλαδή, μὲ τὸν ἀγώνα πού ἔκαναν προκειμένου νὰ
διαφυλάξουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθαρότητα
τῆς διδασκαλίας της, πού κινδύνευαν ἀπὸ τὶς διάφορες αἱρέσεις
καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό.
Λέει, λοιπόν, ὁ Κύριος πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα του: «Τὰ ρήματα ἃ δέδωκας μοί, δέδωκα αὐτοῖς καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ
5

ἐπίκαιρα
ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρά σου ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σὺ
μὲ ἀπέστειλας». Δηλαδή: Τὰ λόγια, τὶς διδαχὲς πού μοῦ ἔδωσες,
τοὺς τὰ ἔδωσα. Καὶ αὐτοὶ τὰ δέχθηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πώς
προέρχομαι πραγματικὰ ἀπὸ σένα. Καὶ πίστεψαν ὅτι σὺ μὲ
ἔστειλες στὸν κόσμο.
Ὁ Χριστὸς ἐρχόμενος στὸν κόσμο μᾶς ἔφερε «τὰ ρήματα»
τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μᾶς ἀποκάλυψε τὸν αἰώνιο λόγο του. Μᾶς
κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Ὅ,τι μᾶς φανέρωσε, ὅ,τι
μᾶς δίδαξε, δὲν εἶναι προϊὸν ἀνθρώπινης σοφίας. Δὲν μᾶς τὸ
φανέρωσε καὶ δὲν μᾶς τὸ δίδαξε ὡς ἄνθρωπος ἀλλὰ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα. «Πάντα ἃ
ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου ἐγνῶ- ρισα ὑμῖν» δηλαδή, ὅλα,
ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, σᾶς τὰ ἐγνώρισα. (Ἰω. 15,15)
Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη, ἀλλὰ θεία ἀποκάλυψη. Δὲν εἶναι ἐφεύρημα φιλοσοφικῆς σκέψης καὶ ἀναζήτησης, ἀλλὰ φανέρωση τῆς
ἀλήθειας καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ προσώπου τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ καταγράφτηκαν ἀπὸ τοὺς Εὐαγγελιστὲς καὶ τοὺς Ἀποστόλους μὲ τὴν φώτιση τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νύσσης γράφει:«Ὅσα ἡ θεία Γραφὴ λέγει, τοῦ Πνεύματος εἰσι φωναί».
Τὰ «ρήματα», τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἀποτελοῦν τὸ
Εὐαγγέλιο Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ Εὐαγγέλιο στὸ ὁποῖο πιστεύουμε. Τὸ Εὐαγγέλιο μέσω τοῦ ὁποίου σωζόμαστε. Τὸ Εὐαγγέλιο
πού ἐξακολουθεῖ νὰ κηρύττει ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες
χρόνια. Καὶ τὸ κάνει ὑπακούοντας στὸν ἱδρυτὴ καὶ Κύριό της,
ὁ ὁποῖος παρήγγειλε καὶ συνεχίζει νὰ μᾶς ζητᾶ: «Πορευθέντες
εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάση τῇ
κτίσει» δηλαδή, πηγαίνετε σὲ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ κηρύξτε τὸ
Εὐαγγέλιο σὲ ὅλη τὴν κτίση. (Μάρκ. 16,15)
Ὁ Κύριός μας προσθέτει: «καὶ αὐτοὶ ἔλαβον...». Ποιοί; Οἱ
μαθητές του. Δηλαδὴ ἀποδέχτηκαν τὰ «ρήματα» πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς Πατέρας, καὶ πού ὁ ἴδιος, ἐρχόμενος στὸν κόσμο,
παρέδωσε στοὺς μαθητές του. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποκάλυψε
τὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὸν ἀποδεχθοῦμε καὶ νὰ
τὸν ἐφαρμόσουμε. Νὰ τὸν δεχθοῦμε, ὅπως δέχεται τὸ ἔδαφος
στὰ σπλάχνα του τὸν σπόρο πού σπέρνει ὁ γεωργός. Ὅπως
δέχεται ἡ γῆ τὴν βροχὴ πού πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Τὸ ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι: Μὲ ποιὸν τρόπο δείχνουμε
ὅτι ἀποδεχόμαστε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ;
Πρῶτον, πιστεύοντας ἀκλόνητα στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου.
Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο μᾶς
ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. Γι’ αὐτό, λοιπόν, πιστεύουμε ἀκλόνητα
στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἀποδεχόμαστε μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς
ὑπάρξεώς μας.
Δεύτερον, ἀγωνιζόμενοι νὰ γνωρίσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν
καλύτερα τό θεόπνευστο περιεχόμενό του.
Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ τὸ γνωρίσουμε. Καὶ τὸ
γνωρίζουμε ὄχι ἂν τὸ ἔχουμε καταχωνιασμένο κάπου, γιὰ παράδειγμα στὸ εἰκονοστάσι ἢ σὲ κάποιο συρτάρι ἢ σὲ μιὰ γωνιὰ
τῆς βιβλιοθήκης μας, ἀλλὰ ὅταν τὸ μελετοῦμε καθημερινά, μὲ
εὐλάβεια καὶ προσοχή. Μὲ ἀληθινὴ πνευματικὴ δίψα. Ὅταν τὸ
μελετοῦμε, ὅπως τὸ μελετοῦσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
6

Ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτοντας τὴν
ἀγάπη του γιὰ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ γράφει στοὺς Ψαλμούς
του: «Ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστί».(118,174)
Καὶ τρίτον, ἐφαρμόζοντας τὰ ὅσα μᾶς παραγγέλνει.
Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὑπόθεση καὶ μήνυμα ζωῆς. Ὁ Κύριος μᾶς
τὰ δίδαξε ὄχι γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργειά μας, οὔτε γιὰ
νὰ αὐξήσει τὶς θρησκευτικές μας γνώσεις ἀλλά, γιὰ νὰ ἐμπνέουν τὴν ζωή μας. Γιὰ νὰ ἐφαρμόζουμε τὰ ὅσα παραγγέλλει σὲ
καθημερινὴ βάση, καὶ νὰ τὰ κάνουμε τρόπο ζωῆς. Ἡ πίστη
καὶ ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι γνήσια ὅταν τηροῦμε
τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου του: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ
τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με».(Ἰω. 14,21)
Ἔχουμε τὸ τιμημένο ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ. Ἡ προσωνυμία
ὅμως αὐτὴ δὲν μᾶς ὠφελεῖ σὲ τίποτα, ἂν δὲν εἶναι χριστιανικὰ καὶ τὰ ἔργα μας, ἂν δὲν ἀνταποκρινόμαστε στὶς ἐντολὲς
Ἐκείνου τοῦ ὁποίου φέρουμε τὸ ὄνομα.
Ἡ ὑπακοὴ στὸ Εὐαγγέλιο ἀποτελεῖ χρέος ὅλων τῶν πιστῶν,
Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν. Αὐτὸ μᾶς ὑπογραμμίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, πολεμώντας προφανῶς τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη,
πού κυκλοφοροῦσε καὶ στὴν ἐποχή του, ὅτι δηλαδή, ἡ πλήρης ὑπακοὴ στὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὑποχρέωση κυρίως τῶν
Μοναχῶν. «Πάντες ἄνθρωποι ἀπαιτησόμεθα τὴν πρὸς τὸ
Εὐαγγέλιον ὑπακοήν, μοναχοὶ καὶ οἱ ἐν συζυγίαις» δηλαδή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ ὑπακούομε στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόζουμε.
Ἀγαπητοί μου, ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες ἔχουμε
ἕνα διπλὸ ζηλευτὸ προνόμιο: Πρῶτον, εἴμαστε μέλη ἐκείνης τῆς
Ἐκκλησίας πού διαφύλαξε ἀνόθευτο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ
καὶ δεύτερον, ἀνήκουμε στὸ ἔθνος πού εἶχε τὴν ὕψιστη τιμὴ
νὰ γραφτεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ὁλόκληρη ἡ Καινὴ Διαθήκη, στὴν
γλώσσα του.
Τὸ διπλὸ ὅμως αὐτὸ προνόμιο προσδιορίζει καὶ τὸ μέγεθος
τῆς εὐθύνης μας.
Τί ὠφελεῖ νὰ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι μόνο στὴν ταυτότητα καὶ
γιὰ κὰποιες τελετές, στὶς ὁποῖες κατὰ καιροὺς μετέχουμε;
Καὶ ἀκόμη: τί κερδίζουμε μὲ τὸ νὰ ἔχουμε γραμμένο στὴν
γλώσσα μας τὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν ἀγνοοῦμε;
Νὰ μὴν τὸν μελετοῦμε; Νὰ τὸν παραβαίνουμε καθημερινά;
Ἄς ἀναλάβουμε, λοιπόν, τὶς εὐθύνες μας ὡς χριστιανοὶ ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ:
* Νὰ πιστεύουμε ἀκλόνητα στὴν δύναμή του.
* Νὰ τὸ μελετοῦμε μὲ εὐλάβεια καὶ προσοχή. Καὶ τέλος,
* Νὰ ἐφαρμόζουμε μὲ αὐταπάρνηση τὶς ζωηφόρες ἐντολές
του.

7

7

Μεζεδοπωλείο - Αίθουσα Εκδηλώσεων

Κεντρική Πλατεία Πετρουπόλεως,
Καρπάθου 1, 132 31, Τηλ.: 210 5063724
7

Σ. Δεναξάς - Δ. Μπήλιας
Βυζαντινή
Μεταλλοξυλογλυπτική Τέχνη
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ
ΟΔΟΥ ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ,
Τ.Κ. 19 600
Τηλ. 2293022070
Κιν. 6944 642 861,
6972 888 012
info@denaxas-mpilias.gr

Περικλέους 128, Πετρούπολη
Τηλ.: 2105068251
www.extreme-cafe.gr

KARKOS (1) Extreme Card (9x5cm).indd 1

16/4/2015 4:05:05 μμ

Υποκατάστημα Καλαμάτας: Ψαρών 148Α & Λυκούργου, Τ.Κ.24100
Τηλ: 2721 181040, Fax.: 2721 181041, Κιν: 6973280504

Μεζεδοπωλείο - Αίθουσα Εκδηλώσεων

Κεντρική Πλατεία Πετρουπόλεως,
Καρπάθου 1, 132 31, Τηλ.: 210 5063724

Εὐχαριστοῦμε θερμά
τούς καθηγητές
τοῦ Φροντιστηρίου
Μέσης Ἐκπαίδευσης
8

(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)

γιά τήν προσφορά τους
στό Ἐνοριακό Κοινωνικό
Φροντιστήριο
τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.