διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 24ο - Ἰούνιος 2016
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Δόγμα Τριάδας: Δόγμα Ἀγάπης

Σ

ὲ παλαιότερο σημείωμά μας, μιλήσαμε γιὰ τὸν Ἕναν Θεό, τὰ Τρία Πρόσωπα καὶ τὴν Μία Οὐσία, ἔχοντας
πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ Τριαδικὸς Θεός, τὸ μυστήριο τῆς ὑπάρξεώς Του καὶ τὸ ἀκατάληπτόν της οὐσίας
Του, ἀποτελεῖ βάσανο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Ὑπάρχει ὡστόσο Μία ὁδὸς μετοχῆς στὸ μυστήριό Του καὶ
αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἀγάπης Του, ὁ Χριστός. Διὰ τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ Τριάδα, διὰ τῆς
ἐνσαρκώσεώς Του καὶ τῆς θυσίας Του.
Ὁ Χριστὸς ἔλαβε σάρκα καὶ μᾶς προσφέρει τὴν σάρκα Του, πλουτίζοντάς μας μὲ τὸ ἔλεος τῆς Ἀγάπης Του. Διὰ τῆς μετοχῆς μας
στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ θυσιαστικὴ σχέση, ἡ ἀπόλυτη Ἀγάπη τῶν Τριῶν. Μετέχουμε σὲ αὐτὴν
τὴν Ἀγάπη ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μετοχῆς μας στὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτεται πόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ πόσο ἡ
Ἀγάπη αὐτὴ τὸν κάνει νὰ ἀναλαμβάνει γιὰ μᾶς τὴν εὐθύνη. Ὅλης ἡ πλάση στολίζεται ἀπὸ τὴν Ἀγάπη Του. Δὲν εἶναι ἕνα συναίσθημα, μία Ἀγάπη δύο προσώπων τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ ἀγαπηθοῦν ἀλλὰ καὶ μπορεῖ νὰ συρθοῦν ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Εἶναι μία Ἀγάπη
ἀπόλυτη, εἶναι τὸ ξεχείλισμα τῆς Ἀγάπης τῶν Δύο πρὸς ἕναν Τρίτο. Εἶναι τὸ «γιατί» τῆς δημιουργίας καὶ τὸ «διότι» τῆς θυσίας.
Ὁ Θεός, ὡς ὑπερχείλιση τῆς Ἀγάπης Του, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ, γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί του.
Διότι ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν εἶναι ἕνα ὃν ἀπρόσωπο καὶ ἀφηρημένο, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, «τοποθετημένο» κάπου «ἐκεῖ ἔξω»
σε ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸν ἄνθρωπο τὸν τοποθετημένο στὸ «ἐδῶ» της πραγματικότητάς του. Δὲν ὑπάρχει ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἂν δὲν
κατανοηθεῖ ὡς κοινωνία. Δὲν βιώνεται ἡ ἐμπειρία Του.
Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ Θεοῦ μέσα μας, ἡ δημιουργία μας ὡς εἰκόνα Θεοῦ, ἐκεῖνο
το: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ' ὁμοίωσιν», δείχνει
τὴν ἀμέριστη Ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ ἀνθρώπινα πλάσματά
Του. Πλαστήκαμε σὰν κι Αὐτόν. Ἔχουμε τὴν εἰκόνα ποὺ θὰ εἶχε Αὐτὸς
ὅταν σαρκωνόταν καὶ δὲν ἐννοοῦμε μόνο τὴν ὄψη ἢ τὴν ἐξωτερικὴ εἰκόνα,
ἀλλὰ τὰ ἀνθρώπινα χαρίσματα τῆς φύσης μᾶς τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἀνθρώπινη
φύση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλεόνασμα τῆς Ἀγάπης Του. Σαρκώθηκε
λαμβάνοντας ἀνθρώπινη μορφὴ ὁ δημιουργός της ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Ὁ Τριαδικὸς Θεός, εἶναι Θεὸς προσωπικὸς ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν κοινωνία.
Κοινωνία τῶν Τριῶν Ἁγίων Προσώπων ἀλλὰ καὶ κοινωνία μὲ τὸν ἄνθρωπο
στὴν σταυρικὴ καὶ σταυρόσχημη σχέση Θεοῦ καὶ δημιουργίας, τὴν διαρκῆ
«βροχὴ» τῆς Ἀγάπης Του, τὴν διανοιγόμενη καὶ διατεινόμενη πρὸς τὰ
ἔσχατα καὶ Τὸν ἔσχατο, τὸν Χριστό, ἀφοῦ Θεὸς καὶ κόσμος συνδέονται
διὰ τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Τριάδα εἶναι ἀχώριστη, σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶται κάθε
πρόσωπο ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ ἀγαπᾶ ἐλευθέρως σὲ μιὰ προαιώνια ἑνότητα. Ἡ
ὄντως Ἀγάπη ποὺ ἀποτελεῖ τὴν σχέση τῶν Τριῶν Θείων Προσώπων, ἀπεικονίζεται στὴν Ἀγάπη ποὺ ἔχει ἡ Θεότητα πρὸς ἐμᾶς κι ἐμεῖς πρὸς τὸν Θεὸ
καὶ μεταξύ μας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ποιητικὰ καὶ Θεολογικὰ ἐκφράζει ὁ Ἰωάννης
στὴν πρώτη του ἐπιστολή: «Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη
ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει
τὸν Θεόν. ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν».
Ἀγαπημένοι μου, ἃς ἀγαπιόμαστε μεταξύ μας, διότι ἡ δυνατότητα νὰ
ἀγαπᾶμε προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ καθένας μας ποὺ ἀγαπᾶ ἀναγεννιέται ἐκ Θεοῦ καὶ γνωρίζει τὸν Θεό. Ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ εἶναι ἀδύνατον νὰ
κατανοήσει καὶ νὰ συλλάβει τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Θεὸς (δὲν ἔχει
Συντακτική ὁμάδα
ἁπλῶς ἀγάπη) εἶναι Ἀγάπη.
> Ὁμάδα Νεότητας
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
Θεολόγος
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Π

ἐνήντα ἡμέρες μετὰ τὸ Ἑβραϊκὸ Πάσχα,
Ἀγαπητοί μου, οἱ Ἰουδαῖοι γιόρταζαν
τὴν μεγάλη δική τους γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, δηλαδὴ τὴν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στὸ
ὅρος Σινὰ καὶ τὴν ἐπίδοση τοῦ Νόμου στὸν
Μωυσῆ. Πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἔνδοξη
Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, ποῦ ἐμφανίστηκε μὲ τὴν
μορφὴ βιαίου ἀνέμου στὴν ἀρχή, καὶ στὴν
συνέχεια μὲ τὴν μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν
ποῦ ἐπικάθησαν ξεχωριστὰ στὸν καθένα
ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἱδρύθηκε ἡ
Χριστιανικὴ Ἐκκλησία.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ θεανθρώπινο καθίδρυμα, τὸ ὁποῖο διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.
Εἶναι ἕνα θεανθρώπινο δημιούργημα, ποῦ
ἐπηρέασε καὶ θὰ ἐπηρεάζει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες γενεὲς μέχρι τὸ τέρμα τῆς ἀνθρώπινης
ἱστορίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτό.
Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς
ἁγίους Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἱστορικὴ
ἐκείνη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπoτελεῖ
τὴν ἀρχὴ μιᾶς καινούργιας δημιουργίας τοῦ
κόσμου. Γιατί ὅπως τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς
πρώτης δημιουργίας, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ
ἔφερε τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ ἄμορφο χάος τῆς
ἀβύσσου στὴν ὀμορφιὰ τῆς ὑλικῆς δημιουργίας καὶ στὸ φῶς τῆς ζωῆς, ἔτσι καὶ τώρα
«ἡ βιαῖα πνοὴ» τοῦ ἰδίου Ἁγίου Πνεύματος,
ἀναπλάθει τὴν παραμορφωμένη ἀπὸ τὴν
ἁμαρτία μάζα τῶν ἐθνῶν καὶ δημιουργεῖ τὸν
νέο λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησία, τὴν «νέα
ἐν Χριστῷ κτίση».
Πνευματικὸ σεισμὸ δημιούργησε μέσα στὶς
καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ ἀλλοίωση, ἡ πραγματικὴ μεταμόρφωση, ἔγινε κυρίως στοὺς
μαθητές. Ταραγμένοι ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς
Ἱερουσαλὴμ (σύλληψη καὶ σταύρωση τοῦ
Ἰησοῦ), ἀλλὰ καὶ ἀνακουφισμένοι ἀπὸ τὶς
ἀλλεπάλληλες ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος
Κυρίου, περίμεναν καρτερικὰ μὲ προσευχὲς
καὶ δεήσεις τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο μὲ τὸν φωτισμό του, θὰ διέλυε
κάθε φόβο καὶ ἀμφιβολία, θὰ ἑρμήνευε μέσα
τους κάθε ἀπορία καὶ σκοτεινὸ σημεῖο ἀπὸ
τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἦταν ἐκεῖνος ποῦ
ἀνέλαβε νὰ μιλήσει στὸ πλῆθος ποῦ συγκεντρώθηκε γιὰ νὰ δεῖ τί ἦταν αὐτὸ τὸ ὑπερφυσικὸ φαινόμενο, ποῦ σὰν βίαιος ἄνεμος
κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ γέμισε τὸ σπίτι, ὅπου βρίσκονταν οἱ μαθητές. Ἔμειναν
κατάπληκτοι οἱ παρευρισκόμενοι, ὅταν ὁ
2

καθένας ἀπὸ τοὺς διαφορετικοὺς ἀνθρώπους
ποῦ βρίσκονταν τὴν ἡμέρα ἐκείνη στὰ Ἱεροσόλυμα ἄκουγε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μιλᾶνε
τὴν δική του γλώσσα. Μὲ ἀπορία ἔλεγαν
μεταξύ τους : «Μὰ αὐτοὶ ποῦ μιλᾶνε δὲν εἶναι
Γαλιλαῖοι; Πῶς ἐμεῖς τοὺς ἀκοῦμε νὰ μιλᾶνε
στὴν δική μας μητρικὴ γλώσσα;»Ἦταν δὲ οἱ
συγκεντρωμένοι, Πάρθοι, Μῆδοι, Ἐλαμίτες,
κάτοικοι τῆς Μεσοποταμίας, τῆς Ἰουδαίας,
τῆς Καππαδοκίας, τοῦ Πόντου, τῆς Ἀσίας,
τῆς Φρυγίας, τῆς Παμφυλίας, τῆς Αἰγύπτου,
τῆς Λιβύης, Ρωμαῖοι ἐγκατεστημένοι στὴν
Παλαιστίνη, Κρῆτες καὶ Ἄραβες. Ὅλοι αὐτοὶ
ἔμειναν ἐκστατικοὶ καὶ ἀποροῦσαν τί νὰ
σημαίνει ἄραγε τὸ φαινόμενο αὐτό. Ἄλλοι
χλεύαζαν καὶ ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι «γλεύκους μεστωμένοι εἰσίν», ὅτι δηλαδὴ οἱ Ἀπόστολοι
εἶναι μεθυσμένοι.
Στὴν ὁμιλία τοῦ ὁ Πέτρος, τοὺς ἐξήγησε ὅτι
δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι μεθυσμένοι μία τόσο
πρωινὴ ὥρα (9η πρωινὴ) καὶ θύμισε στοὺς
Ἰουδαίους τὴν προφητεία τοῦ Ἰωήλ, ποῦ ἔλεγε, ὅτι μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία, ὁ Θεὸς
θὰ μοιράσει τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματός
του σὲ ὅλους τους Ἀνθρώπους. (Ἰωὴλ Β΄ , 28)
Τὸ κεντρικὸ ὅμως σημεῖο τῆς ὁμιλίας τοῦ
ἀποστόλου Πέτρου ἦταν ὁ τονισμὸς τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶπε
χαρακτηριστικά: «τοῦτον τὸν Ἰησοῦν(ποῦ
ἐσεῖς σταυρώσατε), ἀνέστησε ὁ Θεός, οὐ
πάντες ἠμεῖς ἐσμὲν μάρτυρες».(Πράξ. Β/,
32) Στὴν συνέχεια, τελείωσε τὴν ὁμιλία τοῦ
καλώντας ὅλους νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ
βαπτιστοῦν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε
νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους καὶ νὰ
λάβουν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅσοι ἄκουσαν τὴν φλογερὴ ὁμιλία τοῦ
ἀποστόλου Πέτρου «κατενύγησαν τὴ καρδία» καὶ ρώτησαν τοὺς ἀποστόλους «Τί ποιήσομεν ἀδελφοὶ» γιὰ νὰ σωθοῦμε καὶ ἐμεῖς;
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος τοὺς εἶπε: «Μετανοήσατε καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν
ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν
ἁμαρτιῶν καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου
Πνεὺ- ματος».(Πράξ. Β΄, 38)
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν τρεῖς χιλιάδες ἄνθρωποι. Γί? αὐτὸ λέμε
ὅτι τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἱδρύθηκε
ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ. Γιατί ἐκείνη
τὴν ἡμέρα, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸν φωτισμὸ τῶν Ἀποστόλων, ὅλα
ἄλλαξαν καὶ συντελέστηκε ἕνα καινούργιο
ξεκίνημα. Γιὰ πρώτη φορὰ οἱ Ἀπόστολοι μὲ
παρρησία μιλοῦν στὸν λαὸ γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία τόσοι πολλοὶ πιστοί.

Τὴν ἡμέρα ἐκείνη οἱ Ἀπόστολοι βγαίνουν
ἀπὸ τὸ ὑπερῶο ὅπου κρύβονταν, ἐξ?αἰτίας
τοῦ φόβο τῶν Ἰουδαίων. Δὲν ὑπάρχει πιὰ
δειλία καὶ φόβος, ἀλλὰ ἔνθεος ζῆλος νὰ διαλαλήσουν παντοῦ τὴν Ἀνάσταση. Τὸ μυστικό της καινούργιας ζωῆς, ὁ δρόμος ποῦ ὁδηγεῖ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν σωτηρία, στὴν
νέα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ μετάνοια.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὀνομάζεται στὴν Ἐκκλησία καὶ «Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας». Διότι πράγματι, ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν
«λήθη τοῦ Θεοῦ» στὴν ὁποία εἶχε περιπέσει
μὲ τὴν εἰδωλολατρεία, στὴν «Ἀλήθεια», ποῦ
εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο
τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Κάθοδός του στὸν κόσμο
ἐγκαινιάζει μιὰ νέα ἐποχή, ἐποχὴ χάριτος,
ἀλλὰ καὶ πραγματικῆς Θεογνωσίας. Τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους τὸν
Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτει τὸν Θεὸ
Πατέρα. Ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ ἀποκάλυψη
τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστὸ στὸ
βάθος του. Ἂν στηριχθεῖ στὸ πεπερασμένο
τοῦ μυαλό, τότε τὸν Θεὸ τὸν κὸμ- ματιάζει, τὸν ἀλλοιώνει, τὸν παραμορφώνει. Κι
ἕνας τέτοιος Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ Ἀληθινὸς
Χριστός.Ἔτσι δημιουργήθηκαν οἱ αἱρέσεις.
Στὶς μέρες μᾶς μιλᾶμε γιὰ «παγκοσμιοποίηση», οἰκονομική, θρησκευτική, πολιτισμική. Μιὰ παγκοσμιοποίηση χωρὶς τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα, ἀλλὰ μόνο μὲ ἄνθρωπινες δυνάμεις
δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ «δαιμονική». Μόνο
το Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ πετύχει τὴν ἀληθινὴ παγκοσμιοποίηση, ὅπου θὰ ὑπάρχει
«μία ποίμνη καὶ εἷς ποιμήν», ὁ Χριστός. Μιὰ
τέτοια παγκοσμιοποίηση θὰ κάνει τὸν κόσμο
ὅλο, μία «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
Ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς γιὰ τὴν
Ἐκκλησία καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι ἡ
ὁλοκλήρωση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ
Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Ὁ Χριστὸς μίλησε καὶ
φανέρωσε τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ
Κύριος ἀποκάλυψε πῶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ
φανερώσει ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὸν Θεὸ καὶ
τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὸ τώρα ἐκπληρώθηκε. Ὁ κόσμος, ἡ ἱστορία, ἡ ζωή, ὁ χρόνος,
ὅλα τώρα φωτίζονται μὲ τὸ τελικὸ ὑπερκόσμιο φῶς, ὅλα ἀποκτοῦν καινούργιο νόημα.
Χρέος ὅλων, Ἀγαπητοί μου, εἶναι νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν παντοδύναμη καὶ ζωοποιῶ παρουσία τοῦ τρίτου προσώπου τῆς
Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ τὸ
εὐγνωμονοῦμε γιὰ τὶς σωτηριώδεις εὐεργετικές του δωρεὲς καὶ νὰ τὸ παρακαλοῦμε νὰ
μᾶς φωτίζει, νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει καὶ νὰ εἶναι
γιὰ μᾶς πάντοτε: «Ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ
τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν
καὶ ζωῆς χορηγός». ΑΜΗΝ
π. Ἀθανασίος Κατζιγκά

3

3

ΤΟ ΑΓΙΟ Π Ν Ε Υ Μ Α

Τ

ό μεγάλο γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς,
Ἀγαπητοί μου, κατά τό ὁποῖο ἡ ἁγία
μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν κάθοδο τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, ἐπισφραγίσθηκε ἀπό
τήν ἐμφάνιση πρωτοφανῶν σημείων. Ἀπό
τήν φανερή ἐκδήλωση μιᾶς νέας δυνάμεως, ἡ ὁποία περιέβαλε τούς μαθητές καί
μετέβαλλε ἐν ριπή ὀφθαλμοῦ τούς ἄπειρους, ἄτολμους καί ἁπλοϊκούς ἐκείνους
Γαλιλαίους σέ ἀτρόμητους ἀγγελιοφόρους
καί ἐμπνευσμένους κήρυκες τοῦ ὀνόματος
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό γεγονός αὐτό εἶχε
ὡς ἀποτέλεσμα νά βαπτισθούν, τήν ἡμέρα
ἐκείνη, περίπου τρεῖς χιλιάδες ἄνθρωποι!
Ἦταν ἀνάγκη νά ἐπισημανθεῖ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τρόπο
παραστατικό, μεγαλειώδη, συναρπαστικό,
ὥστε καί τά συγκεντρωμένα στήν Ἱερουσαλήμ, ἀπό κάθε ἄκρη τῆς γῆς, πλήθη τῶν
Ἰουδαίων, νά πεισθοῦν ὅτι ἐπρόκειτο γιά
τήν ἐμφάνιση μιᾶς ὑπερκόσμιας δύναμης,
πού μετέδιδε ἕνα ἄγγελμα ἀπό τόν Θεό:
νά δεχθοῦν, δηλαδή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι,
τήν ἀπολύτρωση ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά
γίνουν κήρυκες στήν ἀνθρωπότητα, τῆς
καλῆς ἀγγελίας, τῆς σωτηρίας διά Ἰησοῦ
Χριστοῦ.
Ἡ διδασκαλία περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἦταν ξένη στόν Ἰουδαϊσμό.
Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Θεός ἀποκάλυψε μέ τούς προφῆτες τό θέλημά του στόν
περιούσιο λαό του, ἄλλοτε σάν προειδοποίηση καί ἀπειλή, ἄλλοτε σάν ρητή διαταγή ἤ ὁδηγία. Ἀλλά ἡ κύρια ἀποστολή
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Παλαιά
Διαθήκη ἦταν νά προετοιμάσει τόν Ἰουδαϊκό λαό γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Μεσσία,
ὄχι σάν κοσμικό ἐλευθερωτή ἀπό τήν Ρωμαϊκή κυριαρχία, ἀλλά σάν Σωτήρα ἀπό
τήν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας. Δυστυχῶς ὅμως
γιά τόν Ἰουδαϊκό λαό, γιατί εὑρισκόμενος
μέσα σ᾽ ἕνα παχυλό διανοητικό σκοτάδι,
πεισματικά καί ἀδιάλλακτα, ἀπέρριψαν καί
θανάτωσαν τόν Μεσσία καί ἔτσι ἐπέσυραν πάνω τους καί πάνω στούς ἀπογόνους

τους τήν δίκαιη τιμωρία τῆς ἀνομίας τους.
Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως, τό ἔργο τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος ἔγινε ἀτομικό, καί ἐνεργεῖται μέσα στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων,
μέ σκοπό νά ἀποκαλύψει στόν ἄνθρωπο,
τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τήν ἀποκάλυψη αὐτή
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέχεται καί κατανοεῖ μόνο ἡ πίστη, ὄχι τό λογικό τοῦ
ἀνθρώπου, γιατί οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις δέν
ἀπευθύνονται στό λογικό, ἀλλά μόνο στήν
πίστη, τήν εἰδική ἐκείνη δύναμη τῆς ψυχῆς,
τό εἰδικό ἐκεῖνο αἰσθητήριο, μέ τό ὁποῖο
ὁ πεπερασμένος ἄνθρωπος βιώνει τά ὅσα
συμβαίνουν μετά θάνατον.
Ὁ Κύριός μας, ἀνάλογα μέ τίς ἐνέργειες
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὀνόμασε:
Παράκλητο, ἐπειδή θά ἀποστέλλονταν
γιά νά παρηγορεῖ καί νά ἐνισχύει τούς μαθητές καί νά ἀναπληρώνει τήν παρουσία
τοῦ ἑαυτοῦ του κοντά τους.
Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τό ὁποῖο ὁ κόσμος
δέν βλέπει οὔτε γνωρίζει, καί προσθέτει:
«Σεῖς ὅμως γνωρίζετε αὐτό, γιατί μένει μαζί
σας καί θά εἶναι μέσα σας».
Τό χαρακτηρίζει ὡς, Διδάσκαλο τῶν
θείων ἀληθειῶν, ὡς Ὑπομνηστή καί Ἑρμηνευτή τῶν λόγων του. «Αὐτά σᾶς δίδαξα
ὅλον αὐτό τόν καιρό πού βρίσκομαι κοντά
σᾶς. Ἀλλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ Παράκλητος, πού θά στείλει ὁ Πατέρας στό ὄνομά
μου, ἐκεῖνος θά σᾶς διδάξει τά πάντα καί
θά φέρει στή μνήμη σας ὅλα ὅσα σᾶς ἔχω
πεῖ ἐγώ». (Ἰωάν.14,25-26)
Τό ὀνομάζει μάρτυρα, συμμαρτυροῦντα
μέ τούς μαθητές γιά τόν Χριστό : «Ὅταν
ἔρθει ὁ Παράκλητος, πού θά σᾶς τόν
στείλω ἐγώ ἀπό τόν Πατέρα, τό Πνεῦμα
τῆς Ἀληθείας, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν
Πατέρα, αὐτός θά δώσει ἐξηγήσεις γιά
μένα. Ἀλλά κι ἐσεῖς θά μιλήσετε γιά μένα,
γιατί ἐξαρχῆς εἶστε μαζί μοῦ». (Ἰωαν.16,2627)
Ἀπό τά παραπάνω, συνάγεται ὅτι τό
ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι κυρίως
ἀτομικό καί ἐνεργεῖται πρῶτα στήν ψυχή
τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως εἶναι
καί γενικό, καί ἐνεργεῖται στό σύνολο τῶν
πιστῶν, ἤ τῶν ψυχῶν, πού εἶναι ἤδη προετοιμασμένες, γιά νά δεχτοῦν μέ χαρά τήν
ἐπίδρασή του.
Τό ἀποτέλεσμα τῆς ἔκχυσης τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς,
ὑπῆρξε ἡ γέννηση, ἡ Γενέθλιος ἡμέρα τῆς
Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Μπορεῖ τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς νά
γιορτάζουμε τό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας,
ἀλλά ἡ ἐποχή μας δέν μπορεῖ εὔκολα νά
γιορτάσει τό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας, γιατί
εἶναι μιά ἔντονα ἀντιεκκλησιαστική ἐποχή.
Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἀτομιστική καί ἀνταγωνιστική, εἶναι μιά ἐποχή πού ἐνθαρρύνει
τόν ἀνθρώπινο αὐτοθαυμασμό καί τήν
ὑπέρμετρη αὐταρέσκεια μέ συνέπεια νά
καλλιεργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἀπο-

ἐπίκαιρα
κοπή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τούς ἄλλους καί
τήν ἀπομόνωσή του.
Στόν ἄνθρωπο ὁ Θεός, πού τόν ἔπλασε
κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση δική του, ἔδωσε τήν ἐκκλησιαστικότητα πού εἶναι γιά
τόνἄνθρωπο ὅ,τι γιά τόν Θεό ἡ τριαδικότητα. Ἀλλά μέ τήν ἀπομάκρυνσή του
ἀπό τόν Θεό ὁ ἄνθρωπος ἀλλοιώνει τήν
θεία εἰκόνα καί ὑποκαθιστᾶ τήν ἐκκλησιαστικότητά του μέ τόν ἀτομικισμό καί τόν
ἐγωϊσμό πού ὁδηγοῦν στόν θάνατο. Ὁ
Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή του ἀποκαθιστᾶ τήν ἀνθρώπινη φύση στήν παλιά
της κατάσταση καί ἔτσι ξαναζωντανεύει
τήν ἐκκλησιαστικότητα τοῦ ἀνθρώπου
καί τήν πραγματώνει μέ τήν ἵδρυση τῆς
Ἐκκλησίας.
Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι διοίκηση, ὀργάνωση ἤ ἐξουσία, οὔτε μία ἁπλή
συνεύρεση καί συγκέντρωση ἀτόμων
στόν Ναό, ἀλλά εἶναι κοινωνία, συνομιλία, συνύπαρξη, συμμετοχή, σύνοδος.
Στήν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι μοιράζονται
μέ τούς ἄλλους τόν ἑαυτό τους, τόν βίο
τους, τόν χρόνο τους, τίς ἀνησυχίες τους,
τήν χαρά τους, τήν λύπη τους, τήν πίκρα
τους, τήν ἀπόγνωσή τους, τήν ἐλπίδα καί
τήν πίστη τους.
Δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία ἐκεῖ πού οἱ
ἄνθρωποι φροντίζουν ὁ καθένας τόν ἑαυτό
του, ἐκεῖ πού ὁ καθένας κρατάει τά ἀγαθά,
τήν χαρά, τήν δύναμη, τήν ἐλπίδα, τήν
πίστη, τήν ἀρετή γιά τόν ἑαυτό του καί
δέν τήν μοιράζεται μέ τούς ἄλλους.
Ἄν στήν ἐποχή μας πολλοί ἄνθρωποι
πολεμοῦν τήν Ἐκκλησία σάν ὀργάνωση,
εἶναι κυρίως ἐπειδή ὁ σημερινός ἄνθρωπος, κυριαρχημένος ἀπό τόν δαιμονικό
ἐγωϊσμό, τρέμει τήν ἐκκλησιαστικότητα
καί ἐνῶ μπορεῖ νά μιλάει συχνά γιά δίκαιη
κατανομή τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, δέν κάνει
λόγο γιά ἀγάπη. Μέ τήν μάσκα τῆς ὑλιστικῆς ἰσότητας, κρύβει τόν τρόμο πού
αἰσθάνεται στό ἐνδεχόμενο νά μοιραστεῖ
τόν ἑαυτό του μέ κάποιον ἄλλο. Γι᾽ αὐτό
προσπαθεῖ νά μεταβάλει σέ ἐμπορική συναλλαγή καί τίς πιό προσωπικές σχέσεις.
Τήν ὑλιστική ἰσότητα τήν θέλει ὑποχρεωτική, κυρίαρχη, ἐπιβεβλημένη ἀπό κάποια
ἀπρόσωπη ἐξουσία γιά νά ἀποκλείεται τό
στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς προσφορᾶς, γιά
τήν ὁποία αἰσθάνεται ἔντονα ὁ σημερινός
ἄνθρωπος τήν τραγική του ἀναπηρία.
Ἀλλά δέν μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά ἔχουν
μεταξύ τους κοινότητα, κοινωνία, ἑνότητα,
χωρίς νά εἶναι ἑνωμένοι μέ Ἐκεῖνον πού
εἶναι ἡ Κοινότητα, ἡ Κοινωνία, ἡ Ἑνότητα.
Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πραγματική
κοινότητα χωρίς νά εἶναι Ἐκκλησία καί
χωρίς νά ἔχει αὐτή ἡ κοινότητα κι αὐτή ἡ
κοινωνία, σάν ψυχή της, τό Πνεῦμα τοῦ
Θεοῦ. Χωρίς τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δέν
μπορεῖ νά ὑπάρξει Ἐκκλησία. Τό Πνεῦμα
τοῦ Θεοῦ “ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν
3

ἐπίκαιρα
τῆς Ἐκκλησίας..” (Στιχηρό Ἑσπερινοῦ
Κυριακῆς Πεντηκοστῆς).
Τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς μεταξύ
ἄλλων φανερώνει ὅτι ἕνα ἀπό τά πρῶτα
χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ
δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ
νά μιλάει καί νά καταλαβαίνει τήν γλώσσα
τοῦ συνανθρώπου του, ξεπερνώντας
ὁποιοδήποτε σχετικό ἐμπόδιο καί μικροεγωϊσμό. Τό περιστατικό τοῦ Πύργου τῆς
Βαβέλ εἶναι ὡς πρός αὐτό τό σημεῖο τό
ἀντίθετο μέ τήν Πεντηκοστή. Στό περιστατικό αὐτό φαίνεται, πῶς ἀκριβῶς ὁ
ἄνθρωπος πού εἰδωλοποίησε τόν ἑαυτό
του καί ἔτσι ἔχασε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,
ἔχασε ταυτόχρονα καί τήν δυνατότητα
νά μιλάει καί νά καταλαβαίνει τήν γλώσσα
τοῦ συνανθρώπου του. Ἡ σύγχυση, πού
ἐπικρατεῖ συχνά στήν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης
ἁμαρτίας. Ἡ ἀδυναμία στήν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ
ἀνθρώπινου ἐγωκεντρισμοῦ.
Αὐτή ἡ τραγική πραγματικότητα εἶναι
ἡ αἰτία τῆς πιό βασανιστικῆς μοναξιᾶς,
πού τελικά εἶναι τό πιό ἀφόρητο μαρτύριο
τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Τό Πνεῦμα τοῦ
Θεοῦ ἀποκαθιστᾶ τήν ἐμπιστοσύνη καί τήν
ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους,
γιατί δέν εἶναι πνεῦμα ἀνταγωνισμοῦ ἀλλά
πνεῦμα προσφορᾶς. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει
τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν σκέπτεται τί θά
πάρει ἀπό τόν ἄλλο, ἀλλά τί θά δώσει στόν
ἄλλο. Δέν βλέπει τόν συνάνθρωπό του
ἀνταγωνιστή ἀλλά συναγωνιστή.

Αὐτό ἦταν τό κλίμα τῆς Πεντηκοστῆς καί
γι᾽ αὐτό ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ ὅλους νά
μιλοῦν καί νά καταλαβαίνουν τίς γλῶσσες
ὅλων. Εἴκοσι αἰῶνες τώρα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι
ἀκοῦνε, καθένας στήν γλώσσα του καί στήν
διάλεκτό του τό κήρυγμα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ γλωσσολαλιά αὐτή τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος ἀπευθύνεται σέ ὅλους μας καί
κυρίως στήν σύγχρονη ἐποχή μας, στήν
ὁποία κυριαρχεῖ ὁ ὑλισμός καί ἡ σαρκολατρεία. Ἀπό τήν ὁποία ὅμως ἀπουσιάζει
τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ παρουσία του καί ἡ
ἐπενέργειά του.
Κι ὅμως ἡ ζωή πού κάνουμε μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀδιέξοδα. Σ᾽ αὐτά, μόνη σωτήρια
διέξοδος, εἶναι ἡ ἀπαραίτητη παρουσία
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ζωή μας. Ὅταν
ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ζοῦσαν στόν Παράδεισο, ἦταν ἑνωμένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί
ζοῦσαν πανευτυχεῖς. Ὅταν ὅμως παρέβηκαν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὑποπίπτοντας
στό πρῶτο παράπτωμα, στήν πρώτη
ἁμαρτία, κατάντησαν δυστυχεῖς καί
τρισάθλιοι καί ἡ συνέπεια τῆς φθορᾶς καί
τοῦ θανάτου μπῆκε στήν ζωή τους.
Ἴσως κάποιος νά προβληματιστεῖ γιά
τό πῶς μπορεῖ ὁ σημερινός ἄνθρωπος νά
ξαναβρεῖ καί πάλι τήν χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος.
Ὑπάρχουν δύο τρόποι γι᾽ αὐτό:
Πρῶτος τρόπος.
Ἡ βίωση τῆς ὀρθόδοξης πίστεώς μας
καί ἡ συμμετοχή μας στά ἱερά Μυστήρια.
Ὅσο περισσότερο βιώνουμε τήν πίστη
μας, τόσο μεγαλύτερη εἶναι καί ἡ χάρη
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Δεύτερος τρόπος.
Ἡ μετάνοια. Εἶναι τό λουτρό τῆς ψυχῆς
μας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἐπανακτοῦμε τόν
ἁγιασμό καί τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς
μας ἀπό τά πάθη, μέ τήν τήρηση τῶν θείων
ἐντολῶν καί μέ τήν θεία Κοινωνία, ἀναζωογονεῖται ἡ ψυχή μας καί πλημμυρίζει μέ
τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτή εἶναι ἡ Πεντηκοστή πού
ἑορτάζοῦμε. Καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό
“φύσημα” τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο πού
τόν κάνει ἴσον “κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽
ὁμοίωσίν του”.
Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε, τῷ Πατρὶ καὶ
τῷ Υἱῷ, Παράκλητε δόξα σοι.
π. Ἀθανασίος Κατζιγκά

Ἄγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Α' - Λαμβάνουν ὅλοι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα;

Κ

αὶ νὰ μὴν πεῖ κανείς: "Ἐγὼ ἔχω λάβει τὸ Χριστὸ μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα", ἀλλὰ
ἃς μάθει ὅτι δὲν λαμβάνουν τὸ Χριστὸ μὲ τὸ βάπτισμα ὅλοι ὅσοι βαπτίζονται.
Λαμβάνουν μόνοι αὐτοὶ ποὺ εἶναι εἴτε βεβαιόπιστοι καὶ ἔχουν γνώση τέλεια εἴτε
αὐτοὶ ποὺ τακτοποίησαν τὸν ἑαυτό τους, καθαρίζοντας τὸν ἀπὸ πρὶν καὶ ἔτσι
βαπτίζονται. Καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζει αὐτὸς ποὺ ἐρευνᾶ τὶς Γραφές, ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς λόγους καὶ πράξεις. Γιατί ἔχει γραφεῖ: "Ὅταν ἄκουσαν οἱ ἀπόστολοι
ποὺ βρίσκονταν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅτι ἡ Σαμάρεια ἔχει δεχτεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ,
ἔστειλαν σὲ αὐτοὺς τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ κατέβηκαν ἀπὸ τὰ
Ἱεροσόλυμα, προσεύχονταν νὰ λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οἱ Σαμαρεῖτες. Καὶ δὲν εἶχε λάβει
ἀκόμη κανένας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὑπῆρχαν δέ, μόνο βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου
μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε ἔβαζαν τὰ χέρια τοὺς ἐπάνω τους, καὶ ἐλάμβαναν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα."
Εἶδες πῶς δὲν λαμβάνουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀμέσως ὅλοι ὅσοι βαπτίζονται; Ἔμαθες ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, πὼς κάποιοι ποὺ ἂν
καὶ πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν, δὲν 'ντύθηκαν' τὸ Χριστό, μὲ τὸ βάπτισμα; Γιατί, ἐὰν αὐτὸ εἶχε γίνει (νὰ 'ντυθοῦν' τὸ Χριστό), δὲν
θὰ προσεύχονταν μετὰ καὶ θὰ ἔβαζαν τὰ χέρια τοὺς οἱ Ἀπόστολοι σὲ αὐτούς. Λαμβάνοντας τὸ Ἅγιο Πνέυμα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ
ἐλάμβαναν. Γιατί, δὲν εἶναι ἄλλο ὁ Χριστὸς καὶ ἄλλο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ποιὸς τὸ λέει αὐτό; Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος, μιλώντας
στὴν Σαμαρείτιδα: ' Εἶναι Πνεῦμα ὁ Θεός". Ἐὰν λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, εἶναι Πνεῦμα κατὰ τὴ φύση τῆς θεότητας, καὶ αὐτὸς
ποὺ ἔχει τὸ Χριστό, Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει. Αὐτὸς δὲ ποὺ ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν ἴδιο πάλι τὸν Κύριο ἔχει, καθὼς λέει καὶ ὁ Παῦλος:
" Τὸ δὲ Πνεῦμα, ὁ Κύριος εἶναι"... [Πηγή: Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, "Βίβλος τῶν Ἠθικῶν", Λόγος Ι΄]
4

5

5

Β' - Περὶ αὐτῶν ποὺ νομίζουν
πὼς ἔχουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα

Ν

ὰ καὶ πάλιν ἐγὼ ἀπευθύνομαι πρὸς αὐτοὺς ποὺ λέγουν ὅτι
ἔχουν Πνεῦμα Ἅγιον, δίχως νὰ τὸ γνωρίζουν, καὶ νομίζουν
ὅτι τὸ ἀπέκτησαν μὲ τὸ Θεῖον Βάπτισμα μέσα τους. Νομίζουν
ὅτι ἔχουν τὸν θησαυρὸν (Β' Κορ. 4, 7), ἀλλὰ ὅμως καταλαβαίνουν ὅτι ὁ ἐαυτὸς τοὺς εἶναι ἐντελῶς ἄδειος ἀπὸ αὐτόν.
Πρὸς ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν ὅτι εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα δὲν
αἰσθάνθηκαν τελείως τίποτε, ἀλλὰ πιστεύουν ὅτι ἀπὸ τότε ἡ
δωρεὰ τοῦ Θεοῦ κατοίκησε μέσα τους καὶ μέχρι τώρα ὑπάρχει
μέσα εἰς τὴν ψυχήν τους, δίχως νὰ τὴν καταλαβαίνουν καὶ νὰ
τὴν αἰσθάνωνται. Καὶ ὄχι μόνον πρὸς αὐτοὺς (ἀπευθύνομαι)
ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ λέγουν ὅτι δὲν ἔλαβαν ποτὲ καμμίαν
αἴσθησι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τῆς θεωρίας καὶ
ἀποκαλύψεως, ἀλλὰ μόνον μὲ τὴν πίστι καὶ τὸν λογισμό. Καὶ
δὲν ἐδέχθησαν τὴν Χάρι διὰ τῆς ἐμπειρίας ἀλλὰ τὴν κρατοῦν
μέσα τους μὲ τὴν ἀκρόασι τῶν θείων λόγων.
Θὰ παραθέσω, λοιπόν, ὅσα λέγουν, καὶ ἄκουσε τί ἰσχυρίζονται
αὐτοὶ οἱ δῆθεν σοφοὶ καὶ ἐπιστήμονες (Δεύτ. 1, 13. Πρβλ. Ἡσ.
5, 21) κατὰ τὴν γνώμη τους: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε,
λέγει ὁ Παῦλος, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Τί λοιπόν;
Δὲν εἴμεθα κι ἐμεῖς βαπτισμένοι; Ἐὰν βαπτισθήκαμε, εἶναι φανερόν, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι ἔχομεν ἐνδυθῆ τὸν Χριστόν.
Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος ἰσχυρισμός τους καὶ ἡ ἀπόδειξίς του, διὰ
τοῦ ἁγιογραφικοῦ χωρίου.
Τί θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπαντήσωμε, ὄχι ἐμεῖς, ἀλλὰ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, πρὸς αὐτούς; Αὐτὸ τὸ ἔνδυμα, τί λέτε ὅτι εἶναι, ἄνθρωποι, ὁ Χριστός; Ναί, λέγουν. Ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶναι κάτι -διὰ
νὰ ὁμιλήσω κι ἐγὼ σὰν ἄφρων πρὸς ἀνόητους- ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι
κάτι, βεβαίως θὰ ποῦν, ἐὰν δὲν ἔχουν χάσει τελείως τὰ λογικά
τους. Ἐάν, ὅμως, ὁμολογεῖτε ὅτι εἶναι κάτι, πέστε τί εἶναι. Διὰ νὰ
διδάξετε πρῶτα τους ἑαυτούς σας νὰ μὴν ὁμιλοῦν σὰν ἄπιστοι,
ἀλλὰ σὰν πιστοί. Τί ἄλλο, βεβαίως, εἶναι ὁ Χριστὸς ἂν ὄχι Θεὸς
ἀληθινός, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἀληθινὰ τέλειος ἄνθρωπος; Ἀφοῦ τὸ
παραδέχεσθε, αὐτό, πέστε μας καὶ γιὰ ποιὸν λόγον ἔγινε ὁ Θεὸς
ἄνθρωπος; Ὁπωσδήποτε, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Θείων
Γραφῶν καὶ τὰ ἴδια τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν καὶ συμβαίνουν
συνεχῶς -ἀκόμη κι ἂν ἐσεῖς τὰ ἀγνοεῖτε μὴ θέλοντας νὰ τὰ ἀκούσετε- γιὰ νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπον Θεὸν (Ἰω. 1, 12. Γαλ. 4, 5). Καὶ
μὲ ποιὸν τρόπον κατεργάζεται τὴν θέωσι τοῦ ἀνθρώπου; Διὰ τῆς
σαρκὸς ἢ διὰ τῆς Θεότητός Του; Βεβαίως διὰ τῆς Θεότητος. «Ἡ
σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν. τὸ πνεῦμα ἐστιν τὸ ζωοποιοῦν» (Ἰω. 6,
63). Ἐάν, λοιπόν, διὰ τῆς Θεότητός Του ἐθέωσε πρῶτα τὴν σάρκα

ἐπίκαιρα
τὴν ὁποία προσέλαβε, καὶ ἐμᾶς ὅλους μας ζωοποιεῖ ὄχι μὲ τὴν
φθαρτὴ σάρκα, ἀλλὰ μὲ τὴν θεωθεῖσα σάρκα Του. Ὥστε ποτὲ
καὶ μὲ κανένα τρόπο νὰ μὴν τὸν θεωρήσωμε ἄνθρωπο ἀλλὰ νὰ
Τὸν ὁμολογήσωμε ἕνα Θεὸν τέλειον μὲ δύο φύσεις -διότι ἕνας
εἶναι ὁ Θεὸς- ἐπειδὴ τὸ φθαρτὸν κατεπόθη ὑπὸ τῆς ἀφθαρσίας
(Ἃ' Κορ. 15, 54), καὶ τὸ σῶμα δὲν ἀφανίσθηκε ἀπὸ τὸ ἀσώματον,
ἀλλὰ τὸ σῶμα ἠλλοιώθη τελείως καὶ μένει ἀσύγχυτον, ἀρρήτως
ἀναμεμιγμένο καὶ ἑνωμένο μὲ τὴν Τριαδικὴ Θεότητα, διὰ μίξεως
ἀμίκτου, ὥστε νὰ προσκυνεῖται ἕνας Θεὸς σὲ τρία Πρόσωπα, τὸν
Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ καμμία προσθήκη
νὰ μὴ γίνη εἰς τὸν ἀριθμὸ τῶν Προσώπων, λόγω τῆς ἐνανθρωπήσεως, οὔτε νὰ ὑποστῆ καμμίαν μεταβολὴν ἡ Ἁγία Τριὰς ἐκ τοῦ
ἀνθρωπίνου σώματος.
Διὰ ποιὸν λόγον τὰ λέγω αὐτά; Διὰ νὰ γνωρίσης ἐκ τῶν προτέρων αὐτὰ ποὺ ὠμολόγησες, ὅταν σὲ ρώτησα. Νὰ μὴ παρεκκλίνης
ἐξ ἀγνοίας ἀπὸ τὴν εὐθείαν ὁδὸν τῶν νοημάτων καὶ ἐμᾶς νὰ
κουράσης καὶ εἰς τὴν ψυχήν σου νὰ προσθέσης περισσότερον
κρίμα.
Πάλιν, ὅμως, θὰ σοῦ ὑπενθυμίσω μὲ συντομία ὅσα εἴπαμε, διὰ
νὰ γίνουν κατανοητὰ καὶ αὐτὰ ποὺ θὰ πῶ παρακάτω. Εἶναι,
λοιπόν, ὁ Χριστός. Τί εἶναι ὅμως; Θεὸς ἀληθινός, ὁ ὁποῖος ἔγινε
καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀληθινά. Καὶ ἔγινε ἄνθρωπος -ποὺ δὲν
ἦτο πρὶν- διὰ νὰ κάνη Θεὸν τὸν ἄνθρωπον -ποὺ ποτὲ προηγουμένως δὲν εἶχε γίνει. Καὶ μᾶς ἐθέωσε καὶ θὰ μᾶς θεοποιεῖ ὄχι
μόνον διὰ τῆς σαρκός Του. διότι αὐτὴ δὲν χωρίζεται. Πρόσεχε
τώρα καὶ ἀπάντησέ μου μὲ σύνεσι καθὼς θὰ σὲ ρωτῶ (Σόφ.
Σειρὰχ 5, 12). Ἐὰν οἱ βαπτισμένοι ἐνδύονται τὸν Χριστὸν (Γαλ.
3, 27), τί εἶναι αὐτὸ ποῦ ἐνδύονται; Ὁ Θεός. Καὶ αὐτὸς ποὺ
ἐφόρεσε τὸν Θεὸν δὲν καταλαβαίνει νοερῶς καὶ δὲν βλέπει τί
ἐφόρεσε; Αὐτὸς ποὺ εἶναι γυμνὸς καὶ ἐνδύεται καταλαβαίνει
τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ βλέπει. Καὶ αὐτὸς ποῦ εἶναι γυμνὸς εἰς τὴν
ψυχήν, ὅταν ἐνδύεται τὸν Θεὸν δὲν τὸν καταλαβαίνει; Ἐὰν δὲν
αἰσθάνεται ὁ ἐνδυόμενος τὸν Θεόν, τί τέλος πάντων ἐφόρεσε;
Λοιπόν, γιὰ σένα ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παρὰ ἕνα τίποτε! Διότι ἂν
ἦτο κάτι, αὐτοὶ ποὺ θὰ τὸν ἐφοροῦσαν, θὰ Τὸν καταλάβαιναν.
Διότι, ὅταν δὲν ἐνδυόμεθα τίποτε, δὲν καταλαβαίνομε τίποτε.
Ἐνῶ, ὅταν ἐνδυόμεθα κάτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἢ κάποιοι ἄλλοι μᾶς
ἐνδύουν, τὸ καταλαβαίνομε πολὺ καλά, ἐὰν βέβαια οἱ αἰσθήσεις
μᾶς λειτουργοῦν σωστά. Διότι μόνον οἱ νεκροὶ δὲν καταλαβαίνουν ὅταν τοὺς ἐνδύουν καὶ φοβοῦμαι μήπως καὶ αὐτοὶ ποὺ τὰ
ἰσχυρίζονται αὐτὰ εἶναι πράγματι νεκροὶ καὶ γυμνοί. Καὶ ἔτσι
ἀπαντήθηκε τὸ ζητούμενο. [Πηγή: ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΛΟΓΟΣ ΗΘΙΚΟΣ E' «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣ/ΝΙΚΗ]

Τὸ γλυκὸ μυστήριο τῆς Ἐνορίας Ἡ ΟΡΑΤΗ Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου

Σὲ

ἀντίθεση μὲ τὶς Προτεσταντικὲς σοφιστεῖες περὶ δῆθεν "ἀόρατης"
ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ΟΡΑΤΗ καὶ ἐμφανὴς
ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς σήμερα, σὲ κάθε Ἐκκλησία, σὲ κάθε Ἐνορία.
Μὲ τὰ ζωντανὰ καὶ νεκρά της κλωνάρια, ἡ κάθε Ἐνορία, ἀποτελεῖ ἕνα
κοινὸ μὲ τὸν Χριστὸ Ἀμπέλι, ὅπου το κάθε κλωνάρι καρποφορεῖ (ἢ ὄχι),
κατὰ τὴν ἀξία καὶ προαίρεσή του (Ἰωάννης 15/ἰέ: 1-10). Τὸ ἐξαιρετικὸ
αὐτὸ ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ "Ἐπίγνωση", δίνει μιὰ κατατοπιστικὴ
εἰκόνα τῆς Ὀρθόδοξης θεώρησης τῆς Ἐνορίας.
Κάθε τί στὴν πίστη μᾶς εἶναι συγκεκριμένο καὶ ἁπτό. Τέτοιο εἶναι
καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι θεωρητικὸ

ἐνοριακά

καὶ ἀόριστο, ἀλλὰ κάτι τὸ συγκεκριμένο καὶ χειροπιαστό. Ὁ ἄπειρος
Θεὸς ἐμφανίζεται μέσα ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ἁπτό. Δὲν ζήτησε
νὰ ἀγαποῦμε τὴν ἀνθρωπότητα, μιὰ ἀόριστη καὶ ἄπιαστη ἰδέα, ἀλλὰ
τὸν πλησίον μας, τὸν συγκεκριμένο ἄνθρωπο ποὺ ἔχουμε μπροστά μας.
Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἀόριστη ἰδέα ποὺ χάνεται μέσα στὴν
Ἱστορία καὶ στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἡ συγκεκριμένη σύναξη γνωστῶν
μεταξύ τους ἀνθρώπων. Συνέρχονται ὅλοι μαζὶ γιὰ νὰ λατρεύσουν τὸ
Θεό, ὅπως ἔκαναν πάντοτε ὅλοι οἱ Χριστιανοί, μέσα στὸ συγκεκριμένο ναὸ καὶ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες γύρω τους. Ἀρχηγὸ στὴ λατρεία καὶ
διδάσκαλό τους ἔχουν τὸν πνευματικὸ ἀπόγονό των Ἀποστόλων, τὸν
5

ἐπίκαιρα
Ἐπίσκοπο, ἢ τὸν διορισμένο ἀπὸ αὐτὸν πρεσβύτερο μὲ τοὺς διακόνους καὶ τὸν λοιπὸ κλῆρο. Αὐτὸ τὸ γλυκὸ μυστήριο τῆς ἐνορίας εἶναι
ἡ συγκεκριμένη τοπικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὴ ἡ συγκεκριμένη τοπικὴ
Ἐκκλησία εἶναι Καθολικὴ Ἐκκλησία. Διότι, Καθολικὴ Ἐκκλησία,
στὸ λεξιλόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας, σημαίνει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ
ἔχει τὴν καθολικότητα τῆς Δωρεᾶς καὶ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ
αὐτὴ τὴ συγκεκριμένη, μικρή, τοπικὴ Ἐκκλησία ὑπάρχει ὁλόκληρος ὁ
θησαυρὸς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ δὲ λείπει τίποτε. Ἡ ἐνορία δὲν εἶναι
κομμάτι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ἡ Ἴδια. Μιὰ ἄλλη γειτονικὴ
ἢ μακρινὴ ἐνορία δὲν εἶναι συμπλήρωμα τῆς πρώτης, ἀλλὰ ταυτόσημη
ἐπανάληψή της στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο.
Μέσα σ' αὐτὴ τὴ μικρὴ ἐνορία κατηχεῖται ὁ ἄνθρωπος καὶ μαθαίνει
τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ' αὐτὴ βαπτίζεται. Μέσα σ' αὐτὴν κοινωνεῖ τὸ Σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἐξομολογεῖται καὶ ἁγιάζεται.
Μέσα σ' αὐτὴν βρίσκει τὴν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, στὶς εἰκόνες, στὰ
ἱερὰ λείψανα, στὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τῶν ἁγίων. Τί λείπει, λοιπόν,
ἀπὸ τὴν ἁγιαστικὴ δωρεὰ μέσα στὴ μικρὴ ἐνορία; Τίποτε. Ἡ ἐνορία
εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἕνας συγκεκριμένος
ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἄνθρωπος, ἀφοῦ στὸ πρόσωπό του βρίσκεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι ἕνα κομμάτι της. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο
εἶναι καὶ κεῖνο ὁ Ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ τοῦ λείπει τίποτε. Μετέχουν καὶ
οἱ δύο της ἰδίας φύσεως, καὶ δὲν τὴν κάνουν καθόλου μεγαλύτερη ἢ
τελειότερη ἐπειδὴ εἶναι δύο. Εἴτε ἕνας εἶναι ὁ Ἄνθρωπος, εἴτε μύριοι,
ἡ φύση εἶναι ἡ ἴδια, ὁλοκληρωμένη. Ἴδιο εἶναι καὶ τὸ μυστήριο τῆς
Ἐκκλησίας. Κάθε ἐνορία εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Μέσα στὴν ἐνορία πραγματοποιεῖται ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας μας,
ποὺ εἶναι νὰ ζήσουμε μετέχοντας ὁμότιμα στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ζωὴ ἀγάπης. Τὸ ἴδιο εἶναι καὶ ἡ
ζωὴ τῆς ἐνορίας. Δὲν ὑπάρχει ζωὴ ἀγάπης ἀνάμεσά σε πρόσωπα ποὺ
δὲν γνωρίζονται μεταξύ τους. Στὴν ἐνορία ὅλοι γνωρίζονται καὶ ἀγαπιοῦνται μεταξύ τους κατὰ τὸ μέτρο τοῦ προσωπικοῦ ἁγιασμοῦ τους.
Ἡ ἐνορία εἶναι τὸ ἐργαστήρι τῆς ἀγάπης. Ἡ ζωή της δὲν περιορίζεται
μόνο στὴ λατρεία, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς.
Ὅλοι χαίρονται μ' αὐτὸν ποὺ χαίρεται καὶ ὅλοι λυποῦνται μ' αὐτὸν
ποὺ λυπᾶται. Ὁ ἕνας βοηθᾶ τὸν ἄλλο πνευματικὰ καὶ ὑλικά. Ὁ ἕνας
συγχωρεῖ καὶ ἀνέχεται τὸν ἄλλο καὶ φροντίζουν νὰ μὴν ὑπάρχει πικρία καὶ παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Ἀγωνίζονται μαζὶ γιὰ τὴν πίστη,
καὶ μελετοῦν τοὺς Πατέρες, φροντίζοντας νὰ ἔχουν τὴν πίστη καὶ τὴν
ὁμολογία ποὺ εἶχε πάντα ἡ Ἐκκλησία.
Στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ μεγάλη πλειοψηφία ἦταν
συνειδητοὶ Χριστιανοὶ καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐνορίας εὔκολα συγχέονταν.
Στὶς μέρες μας δὲν εἶναι πλέον ἀδιάφορο σὲ ποιὸ ναὸ ἐκκλησιάζεται
κανείς. Ὑπάρχουν ἐνορίες ποὺ μόνο κατ' ἐπίφαση εἶναι χριστιανικὲς
καὶ ὀρθόδοξες. Ἀκόμη ὅμως καὶ κεῖ ποὺ ὁμολογεῖται ἡ Ὀρθοδοξία, οἱ
ἄνθρωποι εἶναι συχνὰ ξένοι μεταξύ τους, ἂν ὄχι καὶ ἐχθρικοὶ ὁ ἕνας ἀπέναντι στὸν ἄλλο. Ἔτσι, εἰδικὰ στὶς μεγάλες πόλεις, ἔχει ἀτονήσει μέσα
μας ἡ συνείδηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνορίας. Ἡ κυριότερη αἰτία εἶναι
ἡ χαλάρωση τῶν δεσμῶν τῆς ἀγάπης ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ
βαθμιαία ἐξάλειψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Κάτω ἀπὸ τέτοιες
συνθῆκες, ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας γίνεται μιὰ θεωρητικὴ γενικότητα. Ἡ
συγκεκριμένη ἁπτὴ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐνορία βρίσκεται σπάνια.
Ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ βιωθεῖ ἀληθινὰ χωρὶς τὴν ἐνορία.
Ὁ ἀθλητὴς δὲν μπορεῖ νὰ ἀγωνιστεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ στάδιο, κι ἂν ἀγωνιστεῖ
δὲν στεφανώνεται. Ἡ ἐνορία εἶναι τὸ στάδιο τῆς ὀρθοδόξου βιωτῆς.
Στὸ μοναχισμό, ἐνορία εἶναι τὸ κοινόβιο ἢ ἡ σκήτη. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ
ἐπικεντρώνεται πάντα γύρω ἀπὸ τὴν κοινότητα. Ὁ χριστιανὸς ἀγωνίζεται νὰ ἀγαπήσει συγκεκριμένους ἀνθρώπους, τοὺς πλησίον του, μὲ
τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματά τους. Μὲ αὐτοὺς τοὺς συγκεκριμένους ἀνθρώπους πρέπει νὰ ὁμονοήσει στὴν πίστη, αὐτοὺς πρέπει νὰ
συγχωρήσει καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πρέπει νὰ ζητήσει συγνώμη.
Οἱ περισσότερες ἐνορίες σήμερα ἔχουν σταθερὸ κέντρο τὸν ἱερέα καὶ
τοὺς ἐπιτρόπους τοῦ παγκαριοῦ. Τὸ πλῆθος ποὺ γυρνᾶ γύρω τους εἶναι
κάπως ἀκαθόριστο. Οἱ λίγοι πραγματικὰ εὐσεβεῖς εἶναι χαμένοι στὸ
πλῆθος τῶν ἀδιάφορων. Πῶς, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει ἔτσι χριστιανικὴ
6

ζωή; Ποῦ εἶναι ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ἀδελφότητα τῶν ψυχῶν;
Γι' αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι κατέφευγαν στὶς χριστιανικὲς ὀργανώσεις μὲ τὶς
γνωστὲς συνέπειες.
Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν ἐνορία ἀπὸ τότε ποὺ θὰ γεννηθεῖ. Βρέφος
ἀκόμη, ἀβάπτιστο, δέχεται τὶς πρῶτες ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν ψαλμωδία,
ἀπὸ τὰ κεριά, ἀπὸ τὶς εἰκόνες. Ἡ παιδική του ἡλικία ζυμώνεται μὲ τὴ
ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἡ μάνα του, ἐκεῖ ὁ πατέρας του, τὰ ἀδέλφια
καὶ συνομήλικοι φίλοι. Πλούσιοι καὶ πένητες, παιδιὰ καὶ γέροι, μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι, δυνατοὶ καὶ ἀδύναμοι, καθαροὶ καὶ ἀκάθαρτοι,
στέκονται καὶ προσεύχονται δίπλα-δίπλα, ἰσοπεδωμένοι μπροστὰ στὴν
ἀπροσωπόληπτη αἰώνια ἀλήθεια.
Ἡ ἐνορία εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκογένεια. Ἐκεῖ ὁ ἕνας νιώθει ὅτι εἶναι
συγγενὴς μὲ τὸν ἄλλο, γιατί σὲ ὅλων τὶς φλέβες κυκλοφορεῖ τὸ ἴδιο αἷμα,
τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Μήπως καὶ ἡ φυσικὴ οἰκογένεια δὲν εἶναι κι
αὐτὴ μιὰ μικρὴ ἐνορία; Γιὰ τὸν Χριστιανὸ εἶναι ἡ κατ' οἶκον Ἐκκλησία.
Αὐτὴ ἡ κατ' οἶκον Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ κύτταρο τῆς ἐνορίας.
Ἀνάμεσά σε δύο ἀληθινὰ ὀρθόδοξες ἐνορίες ὑπάρχουν δεσμοὶ ἀγάπης καὶ κοινῆς ταυτότητας: Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ μία, Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἄλλη. Τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν, ἡ οὐσία εἶναι ἡ ἴδια.
“Εν τούτω γνώσονται ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐσταί, ὅταν ἀγάπη ἔχετε ἐν
ἀλλήλοις”. Ἀγάπη ἀνάμεσα στὰ μέλη τῆς ἐνορίας, ἀγάπη ἀνάμεσα στὶς
ἐνορίες. Ἔτσι μόνο παίρνει σάρκα καὶ ὀστᾶ ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Δὲν εἶναι
δυνατὸ νὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ σὰν ἐπισκέπτες τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ
εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ Ἀγάπες: Κεντρικὸ στοιχεῖο τῶν οἰκοδομῶν ἑνὸς Κοινοβίου,
μετὰ τὸ Καθολικό, εἶναι ἡ Τράπεζα. Ὁ χῶρος, δηλαδή, ὅπου τρώγουν
καθημερινὰ οἱ μοναχοί το κοινό τους γεῦμα. Αὐτὲς εἶναι οἱ “ἀγάπες”
τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ἔφερναν ὅτι εἶχαν, ἄλλος πλούσια καὶ ἄλλος
φτωχικά, τὰ μοιράζονταν μεταξύ τους καὶ κάθονταν μὲ ἀγάπη ὅλοι μαζὶ
καὶ ἔτρωγαν. Τὸ κοινὸ φαγητὸ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἑνώνει τοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ κατ' ἐξοχὴν κοινὸ φαγητὸ ποὺ ἑνώνει εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία. Τὸ
ἁπλὸ φαγητὸ δὲν ἔχει ἀνάλογη σημασία, φυσικά, ἀλλὰ ὅμως ἐμπεριέχει
κι αὐτὸ πολλὴ ἱερότητα ὅταν γίνεται ἐν Χριστῷ. Γι' αὐτό, στὴν ἀρχή, ἡ
Θεία Εὐχαριστία καὶ τὸ κοινὸ φαγητὸ συνδέονταν στὶς ἀγάπες.
Οἱ ἀγάπες πρέπει νὰ ξαναζήσουν στὶς ἐνορίες μᾶς σήμερα, ἂν θέλουμε
νὰ ξαναβροῦμε τὸν ἐν Χριστῷ ἑαυτό μας. Ἔστω κι ἕνας κοινὸς καφὲς
μετὰ τὴ λειτουργία εἶναι ἀσύγκριτος δεσμὸς ἀγάπης. Τὰ πρακτικὰ
προβλήματα ποὺ συνδέονται μὲ κάτι τέτοιο μποροῦν νὰ λυθοῦν, ἂν
ὑπάρχει καλὴ διάθεση.
Οἱ Τράπεζες τῶν μοναστηριῶν δὲν εἶναι μόνον γιὰ ὑλικὴ τροφή.
Γίνεται καὶ ἀνάγνωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καὶ στὴν ἐνορία, ἡ
σύναξη τῆς ἀγάπης μπορεῖ νὰ λειτουργήσει γιὰ διδαχή, γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ἐνημέρωση, γιὰ συζήτηση.
Ἔτσι ὁλοκληρώνεται καὶ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ ὁ δεσμὸς τῆς ἐνορίας. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα οἱ σχέσεις διαμορφώνονται ἐλεύθερα, ἀρκεῖ
νὰ μὴ δημιουργοῦνται φατρίες. Κάτι τέτοιο θὰ ἦταν καταστροφὴ γιὰ
τὴν ἐνορία. Τὰ ὑπόλοιπα ἀφήνονται στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἃς ἔχουμε
συνείδηση ὅτι ὁ διάβολος θὰ πολεμήσει μιὰ τέτοια προσπάθεια καὶ
πρέπει νὰ περιμένουμε ὅτι θὰ μᾶς βροῦν πειρασμοί, ποὺ θὰ κτυπήσουν
κυρίως τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὁμόνοια μέσα στὴν ἐνορία. Ἡ ἀγάπη εἶναι
τὸ πλήρωμα καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωση ὅλων των ἀρετῶν. Ἡ πόρτα μέσα
ἀπὸ τὴν ὁποία μπαίνει συνήθως ὁ πειρασμὸς εἶναι ἡ κριτικὴ διάθεση
ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Ἂν μᾶς διακατέχει ὁ φόβος νὰ μὴν σκανδαλίσουμε τὸν πλησίον μας μὲ τὶς πράξεις ἢ τὰ λόγια μας, δὲν θὰ ὑπάρχει
χῶρος στὴν ψυχή μας γιὰ κριτικὴ διάθεση. Ἃς καλλιεργήσουμε στὴν
ψυχὴ μᾶς συναίσθηση εὐθύνης ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, ὥστε νὰ γίνουμε
τυφλοὶ στὰ παραπτώματά τους. Ἂν κλείσουμε τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς
μας στὸ διάβολο, ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴν ἐνορία,
ὥστε νὰ τὴν ταράξει καὶ νὰ τὴν διαλύσει.
Στὸ πέλαγος τῆς συγχυσμένης ἐποχῆς μας, ἡ ὀρθόδοξη ἐνορία εἶναι
ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας. Ἃς μποῦμε σ' αὐτὴν κι ἃς τὴν φυλάξουμε. Κι
ἃς ὁπλισθοῦμε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη “ἕως οὐ ἡμέρα διαυγάσει καὶ
φωσφόρος ἀνατείλη ἐν ταῖς καρδίαις ἠμών”.
Πηγή: Περιοδικὸ Ἐπίγνωση, τεῦχος 68 (1998-9).

7

7

Σ. Δεναξάς - Δ. Μπήλιας
Βυζαντινή
Μεταλλοξυλογλυπτική Τέχνη
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ
ΟΔΟΥ ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ,
Τ.Κ. 19 600
Τηλ. 2293022070
Κιν. 6944 642 861,
6972 888 012
info@denaxas-mpilias.gr

Περικλέους 128, Πετρούπολη
Τηλ.: 2105068251
www.extreme-cafe.gr

KARKOS (1) Extreme Card (9x5cm).indd 1

16/4/2015 4:05:05 μμ

Πλούτωνος 21, Πετρούπολη
Τηλ.:210-5016176

Εὐχαριστοῦμε θερμά
τούς καθηγητές
τοῦ Φροντιστηρίου
Μέσης Ἐκπαίδευσης

(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)

γιά τήν προσφορά τους
στό Ἐνοριακό Κοινωνικό
Φροντιστήριο
τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.
7

Μεζεδοπωλείο - Αίθουσα Εκδηλώσεων

Κεντρική Πλατεία Πετρουπόλεως,
Καρπάθου 1, 132 31, Τηλ.: 210 5063724
8