You are on page 1of 9

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ

ΔΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΟΤΗΤΑ

Στις πολύ πρώιμες φάσεις ανάπτυξης του πολιτισμού, οι απόψεις του ανθρώπου ήταν
υπέρ της ολότητας (wholeness) παρά του κατακερματισμού (fragmentation). Στην
Ανατολή (ειδικά στην Ινδία) τέτοιες απόψεις επιζούν ακόμα, δηλαδή η φιλοσοφία και η
θρησκεία υπογραμμίζουν την ολότητα και υπονοούν τη ματαιότητα της ανάλυσης του
κόσμου σε μέρη. Γιατί, τότε, δεν εγκαταλείπουμε την αποσπασματική Δυτική
προσέγγισή μας και δεν υιοθετούμε αυτές τις Ανατολικές έννοιες που περιλαμβάνουν όχι
μόνο μια παγκόσμια άποψη που απορρίπτει το μέρος και τον κατακερματισμό αλλά και
τεχνικές διαλογισμού που οδηγούν ολόκληρη τη διαδικασία της διανοητικής λειτουργίας
στο είδος της ήρεμης κατάστασης της κανονικής και ομαλής ροής που απαιτείται για να
υπάρξει ένα τέλος στον κατακερματισμό τόσο στην πραγματική διαδικασία της σκέψης
όσο και στο περιεχόμενό της;
Για να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, είναι χρήσιμο να αρχίσουμε με τη
διαφορά μεταξύ των Δυτικών και Ανατολικών εννοιών του μέτρου. Τώρα, στη Δύση η
έννοια του μέτρου, από τα πολύ παλιά χρόνια, έχει διαδραματίσει έναν βασικό ρόλο στον
καθορισμό της άποψης για τον κόσμο και στον τρόπο ζωής σύμφωνα με αυτό το μέτρο.
Έτσι για τους Αρχαίους Έλληνες, από τους οποίους (μέσω των Ρωμαίων) αντλούμε ένα
μεγάλο μέρος των θεμελιωδών μας απόψεων, η τήρηση του μέτρου θεωρείτο ως ένα από
τα βασικά στοιχεία μιας καλής ζωής (π.χ. οι Ελληνικές τραγωδίες έδειχναν το μαρτύριο
του ανθρώπου ως συνεπεία της υπέρβασης του σωστού μέτρου σχετικά με τα πράγματα).
Σε αυτά τα πλαίσια, το μέτρο δεν θεωρείτο με τη σύγχρονη έννοιά του ως πρώτιστα ένα
είδος σύγκρισης των αντικειμένων με κάποιο πρότυπο ή μια μονάδα. Περισσότερο, αυτή
η τελευταία διαδικασία είχε να κάνει με ένα είδος εξωτερίκευσης ή έκφρασης ενός
βαθύτερου ‘εσωτερικού μέτρου’, το οποίο διαδραμάτιζε έναν κυρίαρχο ρόλο. Όταν κάτι
υπερέβαινε το σωστό μέτρο του, αυτό σήμαινε όχι μόνο ότι δεν προσαρμοζόταν σε
κάποιο εξωτερικό πρότυπο σχετικά με τι ήταν σωστό αλλά, πολύ περισσότερο, ότι ήταν
ουσιωδώς παράταιρο με την κοσμική αρμονία, έτσι ώστε ήταν καταδικασμένο να χάσει
την ακεραιότητά του και να κατακερματιστεί. Κάποιος μπορεί να αποκτήσει μια άποψη
σε αυτόν τον τρόπο σκέψης με την εξέταση των πρωιμότερων εννοιών ορισμένων
λέξεων. Έτσι, το λατινικό ‘mederi’ που σημαίνει ‘θεραπεύω’ (η ρίζα του σημερινού
‘medicine’) είναι βασισμένο σε μια ρίζα που σημαίνει ‘to measure’. Αυτό απεικονίζει την
άποψη ότι η φυσική υγεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα σωστού μέτρου σε
όλα τα μέρη και τις διαδικασίες του σώματος. Παρόμοια, η λέξη ‘moderation’, που
περιγράφει μια από τις πρωταρχικές έννοιες της αρετής, είναι βασισμένη στην ίδια ρίζα,
και αυτό δείχνει ότι η αρετή θεωρήθηκε ως αποτέλεσμα ενός σωστού εσωτερικού μέτρου
που βρίσκεται πίσω από την κοινωνική δράση και συμπεριφορά του ανθρώπου. Επίσης,
η λέξη ‘meditation’, που προέρχεται από την ίδια ρίζα, υπονοεί ένα είδος ‘ζυγίσματος’, ή
υπολογισμού ολόκληρης της διαδικασίας της σκέψης, που θα μπορούσε να φέρει τις
εσωτερικές δραστηριότητες του μυαλού σε μια κατάσταση αρμονικού μέτρου. Έτσι,
φυσικά, κοινωνικά και διανοητικά, η συνειδητοποίηση του εσωτερικού μέτρου των
πραγμάτων έχει αντιμετωπιστεί ως βασικό κλειδί για μια υγιή, ευτυχισμένη, αρμονική
ζωή.
Είναι σαφές ότι το μέτρο μπορεί να εκφραστεί λεπτομερέστερα μέσω της
αναλογίας ή του λόγου και ‘ratio’ είναι η λατινική λέξη από την οποία προέρχεται η
σύγχρονη λέξη ‘reason’. Κατά την αρχαία άποψη, η λογική (reason) αντιμετωπίζεται ως
διορατικότητα μιας ολότητας λόγου ή αναλογίας, που θεωρείται σχετική σε εσωτερικό
επίπεδο με την ίδια την φύση των πραγμάτων (και όχι μόνο φαινομενικά ως τρόπο
σύγκρισης με κάποιο πρότυπο ή μια μονάδα). Φυσικά, αυτή η αναλογία δεν είναι
απαραίτητα μόνο μια αριθμητική αναλογία (αν και, φυσικά, περιλαμβάνει τέτοια
αναλογία). Μάλλον, είναι μια ποιοτική μορφή μιας παγκόσμιας αναλογίας ή σχέσης.
Κατά συνέπεια, όταν ο Newton συνέλαβε το νόμο της παγκόσμιας βαρύτητας, αυτό που
αντιλήφτηκε μπορεί να τεθεί κατά αυτόν τον τρόπο: «Όπως πέφτει ένα μήλο, έτσι πέφτει
και το φεγγάρι, καθώς και οτιδήποτε άλλο.» Για να δείξει κάποιος τη μορφή της
αναλογίας ακόμη σαφέστερα, μπορεί να γράψει:

A:B::C:D::E:F

όπου τα Α και Β αντιπροσωπεύουν τις θέσεις του μήλου σε διαδοχικές στιγμές του
χρόνου, τα C και D τις θέσεις του φεγγαριού, και τα Ε και F οποιουδήποτε άλλου
αντικειμένου.
Όποτε βρίσκουμε μια θεωρητική αιτία για κάτι, εξηγούμε αυτό το είδος της
αναλογίας, με την έννοια ότι όπως τα διάφορα τμήματα σχετίζονται με την ιδέα μας, έτσι
θα σχετίζονται και με το αντικείμενο που αφορά την ιδέα. Ο ουσιαστικός λόγος ή
αναλογία ενός πράγματος είναι τότε το σύνολο των εσωτερικών αναλογιών στη δομή
του, και στη διαδικασία σύμφωνα με την οποία σχηματίζεται, διατηρείται, και τελικά
διαλύεται. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, το να καταλάβει κάποιος αυτήν την αναλογία
σημαίνει να κατανοήσει την ‘εσώτερη ύπαρξη’ αυτού του πράγματος.
Έτσι υπονοείται ότι το μέτρο είναι μια μορφή διορατικότητας της ουσίας όλων
των πραγμάτων, και ότι η αντίληψη του ανθρώπου, σύμφωνα με αυτήν τη διορατικότητα,
είναι σαφής και θα επιφέρει έτσι τη σωστή δράση και την αρμονική διαβίωση. Σε αυτό
το πλαίσιο, είναι χρήσιμο να ανακαλέσουμε τις Αρχαίες Ελληνικές έννοιες του μέτρου
στη μουσική και στις εικαστικές τέχνες. Αυτές οι έννοιες υπογράμμιζαν ότι ο έλεγχος του
μέτρου ήταν το κλειδί της αρμονίας στη μουσική (π.χ., το μέτρο ως ρυθμός, η σωστή
αναλογία στην ένταση του ήχου, η σωστή αναλογία στην τονικότητα, κ.λπ.). Επιπλέον,
στις εικαστικές τέχνες, το σωστό μέτρο θεωρείτο ουσιαστικό για την αρμονία και την
ομορφιά (π.χ., θυμηθείτε τη ‘Χρυσή Τομή’). Όλα αυτά δείχνει πόσο μακριά η έννοια του
μέτρου πήγε πέρα από τη σύγκριση με εξωτερικά πρότυπα, για να δείξει ένα παγκόσμιο
είδος εσωτερικού ρυθμού ή αναλογίας, που γίνεται αντιληπτό και μέσω των αισθήσεων
και μέσω του μυαλού.
Φυσικά, καθώς περνούσε ο καιρός, αυτή η έννοια του μέτρου άρχισε βαθμιαία να
αλλάζει, να χάνει τη λεπτότητά της και να γίνεται σχετικά χοντροκομμένη και
αυτονόητη. Πιθανώς αυτό συνέβη επειδή η έννοια του μέτρου έγινε όλο και περισσότερο
μηχανική και καθιερωμένη, σε ό,τι αφορά τόσο την έκφρασή του σε μετρήσεις σχετικές
με κάποια εξωτερική μονάδα όσο και με την εσωτερική σημασία του ως παγκόσμια
αναλογία σχετική με τη φυσική υγεία, την κοινωνική τάξη, και τη διανοητική αρμονία.
Οι άνθρωποι άρχισαν να μαθαίνουν τέτοιες έννοιες του μέτρου μηχανικά, με το
συμβιβασμό στις διδασκαλίες των μεγαλύτερών τους ή των κυρίων τους, και όχι
δημιουργικά μέσω ενός εσωτερικού συναισθήματος και μιας κατανόησης της βαθύτερης
έννοιας του λόγου ή της αναλογίας που μάθαιναν. Έτσι η έννοια του μέτρου κατέληξε
βαθμιαία να διδάσκεται ως κάποιος κανόνας που επρόκειτο να επιβληθεί από τα έξω
στον άνθρωπο, ο οποίος επέβαλε στη συνέχεια το ίδιο μέτρο φυσικά, κοινωνικά και
διανοητικά, σε κάθε τομέα με τον οποίο ασχολιόταν. Κατά συνέπεια, οι επικρατούσες
έννοιες του μέτρου δεν αντιμετωπίζονταν πλέον ως μορφές διορατικότητας. Αντίθετα,
φαίνεται ότι ήταν ‘απόλυτες αλήθειες σχετικά με την πραγματικότητα όπως αυτή είναι’,
την οποία οι άνθρωποι έμοιαζαν πάντα να ξέρουν, και της οποίας η προέλευση
εξηγήθηκε συχνά μέσα από τη μυθολογία ως κάποιο είδος δεσμευτικών κανόνων από
τους Θεούς, οι οποίοι θα ήταν και επικίνδυνο και κακό να αμφισβητηθούν. Η σκέψη
σχετικά με το μέτρο έτεινε έτσι να περάσει στο χώρο της ασυνείδητης συνήθειας και,
κατά συνέπεια, οι μορφές που παρήχθησαν στην αντίληψη από αυτήν τη σκέψη
θεωρήθηκαν τώρα ως άμεσα παρατηρούμενες αντικειμενικές πραγματικότητες, οι οποίες
ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητες από τη σκέψη που τις παρήγαγε.
Ακόμη και στην εποχή των αρχαίων Ελλήνων, αυτή η διαδικασία είχε
προχωρήσει πολύ, και καθώς οι άνθρωποι το αντιλήφθηκαν, άρχισαν να επανεξετάζουν
την έννοια του μέτρου. Κατά συνέπεια ο Πρωταγόρας είπε: «Μέτρον πάντων
άνθρωπος,» υπογραμμίζοντας έτσι ότι το μέτρο δεν είναι μια πραγματικότητα εξωτερική,
ανεξάρτητη από τον άνθρωπο. Αλλά πολλοί που είχαν τη συνήθεια να βλέπουν όλα τα
πράγματα εξωτερικά εφάρμοσαν ανάλογα τον κανόνα του Πρωταγόρα. Κατά συνέπεια,
συμπέραναν ότι το μέτρο ήταν κάτι αυθαίρετο, εξαρτώμενο από την ιδιότροπη επιλογή ή
προτίμηση κάθε ατόμου. Κατά αυτόν τον τρόπο αγνόησαν φυσικά το γεγονός ότι το
μέτρο είναι μια μορφή διορατικότητας που πρέπει να αποκαταστήσει τη γενική
πραγματικότητα στην οποία το άτομο ζει, όπως καταδεικνύεται από τη σαφήνεια της
αντίληψης και την αρμονία της δράσης στις οποίες οδηγεί. Τέτοια διορατικότητα μπορεί
να προκύψει κατάλληλα μόνο όταν προσπαθεί ένα άτομο με σοβαρότητα και τιμιότητα,
βάζοντας την αλήθεια και την αντικειμενικότητα πρώτες, παρά τις δικές του ιδιοτροπίες
ή επιθυμίες.
Η γενική παγίωση και αντικειμενοποίηση της έννοιας του μέτρου συνέχισαν να
αναπτύσσονται ωσότου, στη σύγχρονη εποχή, η ίδια λέξη ‘μέτρο’ έγινε κυρίως μια
διαδικασία σύγκρισης με εξωτερικά πρότυπα. Ενώ η αρχική σημασία επιζεί ακόμα σε
μερικά πλαίσια (π.χ., τέχνη και μαθηματικά) θεωρείται πλέον ότι έχει δευτερεύουσα
σημασία.
Τώρα, στην Ανατολή η έννοια του μέτρου δεν έχει διαδραματίσει έναν τόσο
θεμελιώδη ρόλο. Αντίθετα, στην επικρατούσα Ανατολική φιλοσοφία, το ακαταμέτρητο
(δηλ. αυτό που δεν μπορεί να ονομαστεί, να περιγραφεί, ή να γίνει κατανοητό μέσω
οποιασδήποτε μορφής λογικής) θεωρείται ως πρωταρχική πραγματικότητα. Έτσι, στα
Σανσκριτικά (που έχουν κοινή προέλευση με την Ινδο- Ευρωπαϊκή ομάδα γλωσσών)
υπάρχει η λέξη ‘matra’ που σημαίνει ‘μέτρο’, με τη μουσική έννοια, η οποία είναι
προφανώς όμοια με την αντίστοιχη ελληνική λέξη ‘μέτρον’. Αλλά υπάρχει επίσης η λέξη
‘maya’ που προέρχεται από την ίδια ρίζα, η οποία σημαίνει ‘ψευδαίσθηση’ (στμ.
Συγκρίνετε με το ελληνικό ‘μάγια’ ή το αγγλικό ‘magic’). Αυτό είναι ένα εξαιρετικά
σημαντικό σημείο. Ενώ στη Δυτική κοινωνία, καθώς προέρχεται από τους Έλληνες, το
μέτρο, με ό,τι αυτή η λέξη υπονοεί, είναι η ίδια η ουσία της πραγματικότητας, ή
τουλάχιστον το κλειδί για αυτήν την ουσία, στην Ανατολή το μέτρο τώρα θεωρείται με
κάποιο τρόπο ψεύτικο και παραπλανητικό. Κατά αυτήν την άποψη ολόκληρη η δομή και
η τάξη των μορφών, των αναλογιών, και των ‘λόγων’ εμφανίζονται στην κοινή αντίληψη
και λογική σαν ένα πέπλο που καλύπτει την αληθινή πραγματικότητα, η οποία δεν
μπορεί να γίνει αντιληπτή από τις αισθήσεις και για την οποία τίποτε δεν μπορεί να
λεχθεί ή να γίνει νοητό.
Είναι σαφές ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις που οι δύο κοινωνίες έχουν
αναπτύξει ταιριάζουν με τη διαφορετική στάση τους σχετικά με την έννοια του μέτρου.
Κατά συνέπεια, στη Δύση, η κοινωνία έχει δώσει έμφαση κυρίως στην ανάπτυξη της
επιστήμης και της τεχνολογίας (που εξαρτώνται από το μέτρο), ενώ στην Ανατολή η
κύρια έμφαση έχει δοθεί στη θρησκεία και στη φιλοσοφία (που κατευθύνονται προς το
ακαταμέτρητο).
Αν κάποιος αναλογιστεί αυτήν τη διαφορά, διαπιστώνει ότι με κάποια έννοια η
Ανατολή είχε δίκιο να θεωρήσει το ακαταμέτρητο ως την πρωταρχική πραγματικότητα.
Γιατί, όπως ήδη επισημάναμε, το μέτρο είναι μια διόραση που δημιουργήθηκε από τον
άνθρωπο. Μια πραγματικότητα που βρίσκεται πέρα από τον άνθρωπο και πριν από αυτόν
δεν μπορεί να εξαρτάται από μια τέτοια διόραση. Πράγματι, η προσπάθεια να
υποθέσουμε ότι το μέτρο υπάρχει πριν από τον άνθρωπο και ανεξάρτητα από αυτόν
οδηγεί, όπως είδαμε, στην ‘αντικειμενοποίηση’ της ανθρώπινης άποψης η οποία με
αυτόν τον τρόπο παγιώνεται και δεν μπορεί να αλλάξει, φέρνοντας τελικά τον
κατακερματισμό και τη γενική σύγχυση με τον τρόπο που περιγράφτηκε σε αυτό το
κεφάλαιο.
Κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι ίσως στους αρχαίους χρόνους, οι άνθρωποι που
ήταν αρκετά σοφοί να δουν το ακαταμέτρητο ως την κύρια πραγματικότητα ήταν επίσης
ικανοί να δουν ότι το μέτρο αποτελεί μια ενόραση σε μια δευτερεύουσα αλλά εντούτοις
απαραίτητη πτυχή της πραγματικότητας. Κατά συνέπεια θα συμφωνούσαν με τους
Έλληνες ότι η έννοια του μέτρου μπορεί να φέρει τάξη και αρμονία στις ζωές μας, ενώ
συγχρόνως, βλέποντας ίσως πιο βαθιά, ότι δεν μπορεί να είναι ό,τι πιο θεμελιώδες.
Ίσως ακόμη να έλεγαν πως όταν το μέτρο ταυτίζεται με την ουσία της
πραγματικότητας, είναι ψευδαίσθηση. Αλλά τότε, όταν ο άνθρωπος το έμαθε αυτό με τις
διδασκαλίες της παράδοσης, η έννοια έγινε συνηθισμένη και μηχανική. Όπως
υποδείχθηκε νωρίτερα, η λεπτή διάκριση χάθηκε και οι άνθρωποι άρχισαν απλά να λένε:
‘το μέτρο είναι ψευδαίσθηση’. Έτσι, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, η αληθινή
διόραση μπορεί να μετατράπηκε σε κάτι ψεύτικο και παραπλανητικό με τη διαδικασία
της μηχανικής μάθησης μέσω της συμμόρφωσης σε υπάρχουσες διδασκαλίες, παρά μέσω
ενός δημιουργικού και αυθεντικού ελέγχου των ιδεών υπονοούμενων σε αυτές τις
διδασκαλίες.
Είναι βεβαίως αδύνατο να πάμε πίσω σε μια κατάσταση ολότητας που μπορεί να
υπήρχε πριν το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και της Δύσης αναπτυχτεί (τουλάχιστον επειδή
γνωρίζουμε λίγα, αν όχι τίποτε για αυτήν την κατάσταση). Ανταυτού, αυτό που
χρειαζόμαστε είναι να μάθουμε εκ νέου, να παρατηρήσουμε, και να ανακαλύψουμε τι
σημαίνει ολότητα για εμάς. Φυσικά, πρέπει να έχουμε υπόψη τις διδασκαλίες του
παρελθόντος, και τις Δυτικές και τις Ανατολικές, αλλά το να μιμηθούμε αυτές τις
διδασκαλίες ή να προσπαθήσουμε να προσαρμοστούμε σε αυτές θα είχε μικρή αξία.
Γιατί, όπως επισημάναμε σε αυτό το κεφάλαιο, το να αναπτύξουμε μια νέα διόραση
σχετικά με τον κατακερματισμό και την ολότητα απαιτεί μια δημιουργική προσπάθεια
ακόμη δυσκολότερη από εκείνη που χρειάζεται για να παραχθούν νέες θεμελιώδεις
ανακαλύψεις στην επιστήμη, ή μεγάλα και πρωτότυπα έργα τέχνης. Σε αυτό το
περιεχόμενο θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποιος που είναι ισάξιος του Einstein σε
ευρηματικότητα δεν θα είναι αυτός που θα μιμηθεί τις ιδέες του, ούτε ακόμη αυτός που
θα εφαρμόσει αυτές τις ιδέες με νέους τρόπους. Αντίθετα, είναι αυτός που θα μάθει από
τον Einstein και θα προχωρήσει στη συνέχεια σε κάτι αυθεντικό, έτσι ώστε να
αφομοιώσει αυτό που ισχύει στην εργασία του Einstein και όμως να το υπερβεί με
ποιοτικά νέους τρόπους. Έτσι αυτό που πρέπει να κάνουμε σε ό,τι αφορά τη μεγάλη
σοφία του παρελθόντος, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση, είναι να την
αφομοιώσουμε και να προχωρήσουμε προς μια νέα και αυθεντική αντίληψη του κόσμου
σε σχέση με την παρούσα κατάσταση της ζωής μας.
Με αυτόν τον σκοπό, είναι σημαντικό να είμαστε σαφείς στη σημασία των
τεχνικών, όπως εκείνες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες μορφές διαλογισμού. Με
κάποιον τρόπο, οι τεχνικές διαλογισμού μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα (ενέργειες
διευθετημένες από τη γνώση και τη λογική) που χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο
ώστε να φτάσει το ακαταμέτρητο, δηλ., σε μια νοητική κατάσταση στην οποία παύει να
βλέπει έναν διαχωρισμό μεταξύ του ίδιου και του όλου της πραγματικότητας. Αλλά
σαφώς, υπάρχει μια αντίφαση σε μια τέτοια έννοια, γιατί το ακαταμέτρητο είναι ακριβώς
αυτό που δεν μπορεί να έρθει μέσα στα όρια της ανθρώπινης γνώσης και λογικής.
Βεβαίως, σε ορισμένα προσδιορισμένα πλαίσια, τα τεχνικά μέτρα που γίνονται
κατανοητά με ένα σωστό πνεύμα, μπορούν να μας οδηγήσουν να κάνουμε πράγματα από
τα οποία να αντλήσουμε ενόραση αν είμαστε παρατηρητικοί. Τέτοιες δυνατότητες είναι
εντούτοις περιορισμένες. Κατά συνέπεια, θα ήταν μια αντίφαση σε επίπεδο εννοιών να
σκεφτούμε τη δημιουργία τεχνικών για θεμελιώδεις νέες ανακαλύψεις στην επιστήμη ή
για αυθεντικά και δημιουργικά έργα τέχνης, γιατί η ουσία μιας τέτοιας δράσης είναι η
ελευθερία από τις πράξεις άλλων, που θα χρησίμευαν ως οδηγοί. Πώς μπορεί αυτή η
ελευθερία να μεταδοθεί σε μια δραστηριότητα κατά την οποία η γνώση κάποιου άλλου
είναι η κύρια πηγή ενέργειας; Και αν οι τεχνικές δεν μπορούν να διδάξουν την
πρωτοτυπία και τη δημιουργικότητα στην τέχνη και στην επιστήμη, πόσο λιγότερο είναι
δυνατό να μας βοηθήσουν στην ‘ανακάλυψη του ακαταμέτρητου’;
Πραγματικά, δεν υπάρχουν άμεσα και θετικά πράγματα που μπορεί ο άνθρωπος
να κάνει για να έρθει σε επαφή με το ακαταμέτρητο, γιατί αυτό θα βρίσκεται πολύ
μακρύτερα από οτιδήποτε ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει με τη σκέψη του ή να
καταφέρει με τα χέρια ή με όργανα. Αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να κάνει είναι να
δώσει την πλήρη προσοχή του και δημιουργική ενέργεια ώστε να υπάρξει σαφήνεια και
τάξη στο σύνολο του πεδίου της μέτρησης. Αυτό περιλαμβάνει, φυσικά, όχι μόνο την
εξωτερίκευση του μέτρου με όρους ποσοτικών μονάδων αλλά και την ‘εσωτερική’
μέτρηση, όπως π.χ., η υγεία του σώματος, η αλλαγή της δράσης, και ο διαλογισμός, που
δίνει ενόραση στο μέτρο της σκέψης. Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί,
όπως είδαμε, η ψευδαίσθηση ότι το άτομο και ο κόσμος είναι χωριστά κομμάτια
προέρχεται από το είδος σκέψης που πηγαίνει πέρα από το κανονικό του μέτρο και
συγχέει τα δικά του προϊόντα με την ανεξάρτητη πραγματικότητα. Για να τερματιστεί
αυτή η ψευδαίσθηση χρειάζεται ενόραση, όχι μόνο στον κόσμο σαν όλο, αλλά επίσης και
σχετικά με το πώς το όργανο της σκέψης λειτουργεί. Τέτοια ενόραση προϋποθέτει μια
αυθεντική και δημιουργική πράξη αντίληψης σε όλους τους τομείς της ζωής,
πνευματικούς και φυσικούς, τόσο μέσα από τις αισθήσεις όσο και μέσα από τη σκέψη,
και αυτό είναι ίσως το πραγματικό νόημα του διαλογισμού.
Όπως είδαμε, ο κατακερματισμός προέρχεται κατ’ ουσία από την υποκειμενική
προσαρμογή των ενοράσεων που σχηματίζουν τη συνολική εικόνα μας για τον κόσμο, η
οποία προκύπτει από τον σε γενικές γραμμές μηχανικό, καθημερινό και συνηθισμένο
τρόπο σκέψης μας. Επειδή η θεμελιώδης πραγματικότητα πηγαίνει πέρα από οτιδήποτε
μπορεί να συμπεριληφτεί σε τέτοιες πάγιες μορφές μέτρου, αυτές οι ενοράσεις τελικά
φαίνεται ότι παύουν να είναι επαρκείς, έτσι ώστε οδηγούν σε διάφορες μορφές ασάφειας
και σύγχυσης. Ωστόσο, όταν ολόκληρο το πεδίο του μέτρου είναι ανοιχτό σε έναν
αυθεντικό και δημιουργικό τρόπο ενόρασης, χωρίς κανένα δεδομένο όριο ή φράγμα, τότε
η συνολική εικόνας μας για τον κόσμο θα πάψει να είναι μονολιθική, και ολόκληρο το
πεδίο του μέτρου θα βρεθεί σε αρμονία, καθώς ένας εγγενής κατακερματισμός παύει να
υφίσταται. Αλλά η αυθεντική και δημιουργική ενόραση μέσα σε όλο το πεδίο του μέτρου
είναι η πράξη του ακαταμέτρητου. Γιατί όταν μια τέτοια ενόραση λάβει χώρα, η
προέλευσή της δεν μπορεί να βρίσκεται σε ιδέες μέσα στα πλαίσια του μέτρου αλλά
μάλλον στο πεδίο του ακαταμέτρητου, το οποίο περιέχει την θεμελιώδη μορφοποιό αιτία
όλων όσων συμβαίνουν στο πεδίο του μετρήσιμου. Το μετρήσιμο και το ακαταμέτρητο
βρίσκονται τότε σε αρμονία και όντως κάποιος διαπιστώνει ότι αποτελούν διαφορετικές
όψεις του ενός και αδιαίρετου όλου.
Όταν μια τέτοια αρμονία επικρατήσει, ο άνθρωπος μπορεί τότε όχι μόνο να έχει
ενόραση σχετικά με το νόημα της ολότητας αλλά, πιο ουσιαστικά, μπορεί να
συνειδητοποιήσει την αλήθεια αυτής της ενόρασης σε κάθε φάση και στάδιο της ζωής
του. Όπως ο Krishnarnurti1 έδειξε με μεγάλη δύναμη και καθαρότητα, αυτό απαιτεί να
δώσει ο άνθρωπος τις πλήρεις δημιουργικές του δυνάμεις σε αυτήν την έρευνα σχετικά
με ολόκληρο το πεδίο του μέτρου. Το να γίνει αυτό ίσως είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο
και επίπονο, αλλά δεδομένου ότι όλα κλίνουν προς αυτό, είναι σίγουρα αντάξιο της
σοβαρής προσοχής και της μέγιστης εκτίμησής μας.

1
Δείτε , για παράδειγμα , J. Krishnamurti, Freedom from the Know , Gollancz, Λονδίνο , 1969.